29
Μάι
12

Λογοτεχνείο, αρ. 115

Peter Carey, Έκανα λάθος για την Ιαπωνία. Το ταξίδι ενός πατέρα με το γιό του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, μτφ. Άρτεμις Λόη, σ. 107 (Peter Carey, Wrong about Japan, 2005)

Ψηλά στο ταβάνι της σοφίτας […] υπάρχει ένα διακοσμητικό στοιχείο, που περνάει εξίσου απαρατήρητο με την κόκκινη πύλη του ναού ή το σκοινί γύρω απ’ το καμφορόδεντρο που δείχνει ότι είναι ιερό. Παρόλο που ο σκηνοθέτης δεν κάνει τίποτα για να τραβήξει την προσοχή μας, θυμάμαι ότι το χάρτινο διακοσμητικό που κρεμόταν απ’ το δοκάρι έμοιαζε με πουλί. Ο Κέντζι μου εξήγησε ότι θα υπήρχε από τότε που άρχισε να χτίζεται το σπίτι. Δεν μιλούσαμε πλέον για πλασματικές εικόνες που δημιουργούσαν τα πίξελ της οθόνης, αλλά για υλικές υπάρξεις. Στη διάρκεια της κατασκευής το στολίδι πάνω στη δοκό θα το έδερνε ο αέρας και θα το μούλιαζε η βροχή μέχρι να σκιστεί εντελώς. Μόλις θα έμπαινε η σκεπή για να στεγάσει το σπίτι, αυτό το κουρελιασμένο φυλακτό θα το δίπλωναν και θα το φύλαγαν στη σοφίτα σε προστατευμένο μέρος για καλή τύχη.

28
Μάι
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 92. Άννα Παπασταύρου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Εργάζομαι με ενθουσιασμό, αν αυτός μπορεί να θεωρηθεί τρόπος εργασίας. Από πολύ πρωί και συχνά μέχρι τις εννιά το βράδυ. Η μετάφραση είναι πραγματικά κοπιαστική, αλλά και ανταποδοτική. Η ικανοποίηση από το τελικό αποτέλεσμα αρκεί για να με ξεκουράσει.

Αν μεταφράζω ένα συγγραφέα για πρώτη φορά, χρειάζομαι χρόνο για να τον γνωρίσω. Αν έχω μεταφράσει κι άλλα έργα του, απλώς αναθερμαίνουμε τη σχέση μας. Πάντως, είτε είναι στη ζωή είτε όχι, νιώθω σαν να βρίσκεται δίπλα μου περιμένοντας να τον αποδώσω όπως θα ήθελε! Βέβαια, στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να μου λύσει και κάποια απορία!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολο να καταλήξω σε μία. Από τις πιο δύσκολες μεταφράσεις ήταν το «Ιστορία σαν παραμύθι» του Μπαρίκο. Με γλώσσα ποιητική, ύφος ελλειπτικό, παλινδρομήσεις στο τώρα και στο χτες, ιστορικές αναφορές και συνεχή αναδίφηση σε όλη την πορεία του εικοστού αιώνα. Επίσης το «Με τις χειρότερες προθέσεις» του Πιπέρνο. Εξαιρετική γλώσσα, μακροπερίοδος λόγος, λογοτεχνικό ύφος πολύ υψηλών προδιαγραφών!

Πολύ συχνά, η δυσκολία του έργου είναι το βασικό στοιχείο της απόλαυσης. Για παράδειγμα, η μετάφραση έργων του Τέρυ Πράτσετ, ενός συγγραφέα που λατρεύω. Επιτρέψτε μου μια εξαιρετικά «λαϊκή» φράση: ο άνθρωπος δεν παίζεται! Εκπληκτικό χιούμορ, ατίθασο πνεύμα, απίστευτο παιχνίδι με τις λέξεις.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να συστήσω κάτι στους αναγνώστες, καθένας έχει και μια διαφορετική οπτική και προτίμηση! Πιο πολύ θα έλεγα ότι τα αναφέρω απλώς γιατί άρεσαν πολύ σ’ εμένα.

Τα «Μiddlesex» και «Σενάριο Γάμου» του Τζέφρυ Ευγενίδη. Το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» του Μαρκ Χάντον, από τα λίγα που πρότεινα σε αναγνώστες διαφορετικών προτιμήσεων και ηλικιών και το λάτρεψαν όλοι!

Επίσης η συγκλονιστική σάγκα, «Η τέχνη της χαράς» της Γκολιάρντα Σαπιέντσα. Η «Χωματερή» του Πάολο Τεομπάλντι. (Σίγουρα αυτό το τελευταίο δεν κυκλοφορεί πια. Δυστυχώς η τόσο πλούσια εκδοτική παραγωγή παρασύρει πολλά μικρά διαμαντάκια που χάνονται στο επόμενο εκδοτικό κύμα.)

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Η αλήθεια είναι ότι έχω μεταφράσει (πραγματικά) πολλά βιβλία! Ας μην κουράσω τους αναγνώστες σας, λοιπόν. Θυμάμαι σπουδαία βιβλία που μετέφρασα πολύ παλιά, και σίγουρα δεν κυκλοφορούν πια, όπως το «Μια ζωή άνω κάτω» του Ουόλι Λαμπ. Κλασικά μυθιστορήματα, όπως του πολυαγαπημένου μου Μαρκ Τουέιν («Τομ Σόγερ» και «Χακ Φιν»). Ήταν μια αποκάλυψη για μένα να αποκρυπτογραφώ τη γλώσσα ενός συγγραφέα που είχε μαγέψει τα παιδικά μου απογεύματα και συνοδέψει τις καλοκαιρινές μου διακοπές. «Αποχαιρετισμός στα όπλα» του Χέμινγουεϊ. Βιβλία για πιο απαιτητικούς αναγνώστες: «Ο Καντ και ο ορνιθόρυγχος» και «Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας» του Έκο, «Η Συναισθηματική Νοημοσύνη» του Ντάνιελ Γκόουλμαν. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσω τα συναισθήματα που μου προκαλεί η μετάφραση των βιβλίων. Αυτό που με απασχολεί πάντα είναι το κατά πόσο στο τέλος θα έχω το θάρρος –και το δικαίωμα– να πω: «Αν αυτός ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, έτσι θα το έγραφε».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Από πολύ νωρίς το πρωί, όπως προείπα, και σπάνια με μουσική κατά τη μετάφραση. Στην ανάγνωση δεν με ενοχλεί, ειδικά αν είναι ορχηστρική μουσική (τζαζ, σουίνγκ π.χ.). Λόγω …αρχαιότητας, μεγάλωσα με Beatles, Rolling Stones, Χατζιδάκι, Fabrizio de Andre’, Λοΐζο, λόγω γονιών τα ακούσματά μου ήταν κλασική μουσική (προκλασικοί, Μπετόβεν) και αισθάνομαι πολύ τυχερή για όλα αυτά. Ακούω με την ίδια ευχαρίστηση Ornella Vanoni, Santana, και τζαζ από τον Armstrong ή τον Πλέσσα, αλλά… δε θα έβγαινα ζωντανή από καμία «μεγάλη πίστα»!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Σβέβο, Καλβίνο, Γκάντα, Ροθ, Φόκνερ… Ποιον να πρωτοσκεφτώ! Και ποιητές επίσης. Κητς, Μπερνς…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σκέφτομαι κάτι χειρότερο. Να μπαίνει ο συγγραφέας στο περιθώριο, λόγω μιας κακής μετάφρασης! Αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Είναι αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής μένει στο σκοτάδι. Αν αναλογιστούμε βέβαια, άλλες εποχές, που ο μεταφραστής δεν αναφερόταν ούτε στα «ψιλά» της έκδοσης, σίγουρα τα πράγματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά από τότε. Ως και βραβεία έχουν θεσπιστεί για χάρη μας. Θυμάμαι την πρώτη φορά σε μια έκθεση βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως (πάνε δέκα δώδεκα χρόνια) που είδα επισκέπτη να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο για να δει ποιος το είχε μεταφράσει.

Είναι λογικό να στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα, χωρίς αυτόν η μετάφραση δε θα είχε λόγο ύπαρξης, ωστόσο πιστεύω βαθιά ότι ο μεταφραστής είναι εξαιρετικά σημαντικός για την τύχη του συγγραφέα, γιατί κι αυτός δε θα έβγαινε ποτέ από τα σύνορα της χώρας του χωρίς το μεταφραστή. Δυστυχώς σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στη μετάφραση. Αλλά και πολλοί εκδοτικοί οίκοι δεν προβάλλουν τους μεταφραστές. Έστω και μόνο η αναγραφή του ονόματος του μεταφραστή στο εξώφυλλο ή στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, και οπωσδήποτε στα ενημερωτικά δελτία των εκδοτικών οίκων που κυκλοφορούν ευρύτατα στο διαδίκτυο, θα ήταν μια καλή αρχή.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τους συναδέλφους επιμελητές και διορθωτές. Εγώ μάλιστα δεν θα έκανα διαχωρισμό μεταξύ τους. Για να είναι ένας διορθωτής καλός, πρέπει να είναι και επιμελητής καλός. Από την άλλη, όσο καλή κι αν είναι μια μετάφραση, πάντα χρειάζεται μια δεύτερη ματιά, πάντα κάτι μπορεί να έχει ξεφύγει, κάπου μπορεί να έχει παρασυρθεί ο μεταφραστής, έστω και ελάχιστα. Εξάλλου ο διορθωτής/ επιμελητής είναι στη ουσία ο πρώτος μας αναγνώστης και του οφείλουμε σεβασμό!

Γενικά έχω σταθεί πολύ τυχερή στον τομέα της επιμέλειας των μεταφράσεών μου. Συνεργάζομαι πολύ συχνά με την Αρετή Μπουκάλα. Ιδανική συνεργασία. Την ακούω και με ακούει, μου προτείνει και κουβεντιάζουμε, μελετάμε το κείμενο και φτάνουμε μαζί μέχρι και τις ηλιοτυπίες! Το πιο σπουδαίο: δεν λειτουργούμε ποτέ ανταγωνιστικά. Ο στόχος και των δυο μας είναι το καλό αποτέλεσμα. Γιατί είτε ο επιμελητής πάσχει από το «σύνδρομο του κόκκινου μολυβιού» είτε ο μεταφραστής από το «σύνδρομο του αλάθητου», είτε συμβαίνουν και τα δύο, ο πραγματικός χαμένος είναι το βιβλίο και ο αναγνώστης.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πολλά βιβλία, πολλοί ήρωες… Τον πρώτο καιρό επηρεαζόμουν πολύ και οι ήρωες των βιβλίων κυριολεκτικά με στοίχειωναν. Δε θα ξεχάσω την πολύπλευρη Καλλιόπη από το Middlesex! Έμαθα με τον καιρό να αποστασιοποιούμαι και να προσπαθώ να λειτουργώ σαν το… γιατρό, που φροντίζει επιμελώς τον ασθενή του, ωσότου γίνει εντελώς καλά, και στη συνέχεια τον ξεπροβοδίζει και ασχολείται με τον επόμενο.

Τυχαίνει βέβαια να μάθω τα νέα, όχι των ηρώων, μάλλον των μεταφράσεών μου, χάρη σε φίλους που με εφοδιάζουν με πληροφορίες και αποκόμματα (e-mails τώρα πια!)

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, Πιραντέλλο, Τουέιν, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Καραγάτσης, Τσίρκας, Πράτσετ, Πιπέρνο, Ευγενίδης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σόγερ και Χακ Φιν του Τουέιν, Η δίκη  και Η μεταμόρφωση του Κάφκα, Η φόνισσα του Παπαδιαμάντη, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων του Λ. Κάρολ, Middlesex του Τζέφρυ Ευγενίδη, Η τέχνη της χαράς της Γκολιάρντα Σαπιέντσα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Στρίγκλες του Πράτσετ, Με τις χειρότερες προθέσεις του Πιπέρνο. Είναι πολλά τα αγαπημένα μου, ίσως όμως το ότι αυτά μου ήρθαν πρώτα στο μυαλό να σημαίνει κάτι.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Διηγήματα του Πιραντέλλο.

Οι Ιστορίες Γυναικών του Μιχάλη Γκανά.

Καλό αίμα, κακό αίμα της Ελεωνόρας Σταθοπούλου.

Της αγάπης μου ο σπουργίτης πέταξε (ανθολογία διηγημάτων επιλεγμένων από τον Τζέφρυ Ευγενίδη).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μιλώντας για ζώντες: Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Μακριδάκης, Ισίδωρος Ζουργός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Οδυσσέας.

Ο Τζόζεφ Κ. από τη Δίκη του Κάφκα.

Ο Χακ Φιν.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Η «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ». Για τη συνέπειά της, για τις επιλογές της, για την ιστορία της.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια αποκλειστικά από τη μετάφραση. Με εξοντωτικούς ρυθμούς. Συχνά ακούμε από συναδέλφους ή και από εκδότες ότι όποιος επιμένει να ζει αποκλειστικά από τη μετάφραση είναι ή τρελός ή μαζοχιστής. Θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι τίποτε από τα δύο. Και με θλίβει όταν το ακούω από συναδέλφους.

Για κάποια χρόνια, παρέδιδα μαθήματα μετάφρασης στο ΕΚΕΜΕΛ. Οι διδακτικές ώρες ήταν ελάχιστες, ωστόσο θα το θυμάμαι με πολλή αγάπη. Από εκεί βγήκαν κάποια παιδιά που πιστεύω πως θα μας κάνουν περήφανους με τις μεταφράσεις τους.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Προσπαθώντας να συνδέσω την ερώτηση με τις μεταφραστικές μου προτιμήσεις και εμμονές (και για να …πρωτοτυπήσω), θα έλεγα ότι ευχαρίστως θα έκανα τη μονογραφία του Τέρυ Πράτσετ. Δεν τον έχω γνωρίσει προσωπικά, ωστόσο έχω την αίσθηση ότι τον γνωρίζω, μέσα από τα βιβλία του, όσα έχω μεταφράσει, αλλά και όχι μόνο. Ο συγγραφέας αυτός συνδυάζει μια εξαιρετική πένα με μια εντυπωσιακή ευφυΐα και μια εξίσου εντυπωσιακή ευρυμάθεια. Έχει αστείρευτη φαντασία, θανατηφόρο χιούμορ και κατορθώνει να σατιρίζει καυστικότατα τα πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής μέσα από τους πιο απίθανους συμβολισμούς. Εκτός της συγγραφικής του δεξιοτεχνίας, με εντυπωσίασε και η στάση του απέναντι στην ασθένεια που τόσο άδικα και τόσο άκαιρα τον χτύπησε. Πριν ακόμα κλείσει τα εξήντα του χρόνια, διαγνώστηκε ότι πάσχει από Αλτσχάιμερ. Όχι μόνο δεν έκρυψε την πάθησή του, αλλά και βγήκε στο διαδίκτυο για να ενημερώσει τα εκατομμύρια των φανατικών αναγνωστών του ότι θα παλέψει όσο μπορεί την αρρώστια του και θα αποσυρθεί όταν πια δε θα μπορεί να γράψει γι’ αυτούς. Θεωρώ αυτή του τη στάση έντιμη και εξαιρετικά γενναία.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δύο, όσο μου επιτρέπει ο χρόνος κυρίως. Σκηνοθέτες που με συγκινούν ιδιαίτερα: F. Fellini, M. Antonioni, G. Tornatore, Ferzan Özpetek, Majid Majidi, Fatih Akin, Woody Allen, αδελφοί Coen.

Ταινία; Ταινίες (ελάχιστες από τις πάρα πολλές): Πολίτης Κέιν (Orson Welles), La strada (Fellini), Σινεμά Παράδεισος (Tornatore), Η βροχή (M.Majidi), Le fate ignoranti (F. Özpetek), Στην άκρη του ουρανού (F. Akin), American Beauty (S. Mendes), Η θάλασσα μέσα μου (Alejandro Amenábar).

Θεατρική σκηνή; Μάλλον ολόκληρη θεατρική παράσταση (ερμηνεία): η Μεντή ως Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και η Γιασεμή Κηλαηδόνη στο Μαράν Αθά. Αλησμόνητες και οι δύο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο; 

Έχει λεχθεί πως οι Έλληνες δεν διαβάζουν, γιατί γράφουν. Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια αυτό. Για να μην αποτελέσω λοιπόν κι εγώ εξαίρεση, αποφάσισα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη συγγραφή, πριν από έντεκα χρόνια συγκεκριμένα. Έτσι έγραψα ένα μυθιστόρημα (ένα σατιρικό θρίλερ) με αφορμή τα παθήματα των συμπολιτών μας στο Χρηματιστήριο και με πραγματικό στόχο να μιλήσω για τη μετάλλαξη που υφίστανται οι άνθρωποι κάτω από ειδικές συνθήκες. Πώς ο τίμιος γίνεται άτιμος, πώς ο πιστός γίνεται άπιστος. Ο τίτλος του «Τέλος κακό, όλα καλά». Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Δε θα τα κατάφερνα να το γράψω ως σοβαρό (παραείναι σοβαρό το θέμα από μόνο του), έτσι μου βγήκε σάτιρα. Έκτοτε ο σκληρός βιοπορισμός δε μου άφησε χρόνο να ολοκληρώσω τις πέντε ή έξι ιδέες που έχω στα σκαριά, μισοτελειωμένες, και οι οποίες περιμένουν υπομονετικά πότε θα πάρω σύνταξη για να ασχοληθώ μαζί τους. Δεδομένων δε των συνθηκών (δύσκολο να πάρω ποτέ σύνταξη), μάλλον θα παραμείνουν μισές!

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και μεταφράζω τον αγαπημένο μου Πιπέρνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Δε θα ήταν πάνω από δύο αράδες. Ζαλίζομαι τραγικά στα μέσα μεταφοράς, το πολύ να διαβάσω το χάρτη, αν είναι ανάγκη, για να μη χαθούμε στο δρόμο.

Α, ναι, πολύ παλιά διάβαζα στο πλοίο, αλλά οι μετακινήσεις μου με αυτό το μέσο είναι πλέον σπάνιες, παρά την αμοργιανή μου καταγωγή!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ξεκίνησα επιφυλακτικά με το διαδίκτυο κι έγινα φίλη του. Με βοηθάει αφάνταστα στη δουλειά μου. Το χρησιμοποιώ για ενημέρωση και άντληση στοιχείων (με κάθε επιφύλαξη, βέβαια) και σαν επικοινωνία (μόνο με e-mail). Προς το παρόν δεν έχω υποκύψει στη γοητεία του facebook και των συναφών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θέλει πολύ ελεύθερο χρόνο αυτή η ιστορία. Μπήκα στο linkedin (μάλλον κατά λάθος), για επαγγελματικούς λόγους, αλλά δεν έχω ιδέα τι θα κάνω μ’ αυτό!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ήθελα να με ρωτήσετε για την καταγωγή μου, για να σας πω πως κατάγομαι από την Αμοργό και πως είναι το ωραιότερο νησί της Μεσογείου. Και αν δεν έχετε πάει, να μην το καθυστερήσετε.

Ήθελα επίσης να με ρωτήσετε ποια είναι τα χόμπι μου, για να σας πω ότι ασχολούμαι με τη ζωγραφική και με εικαστικές παρεμβάσεις γενικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε θα δεχόμουν τη συναλλαγή με οποιοδήποτε αντίτιμο. Το λιγότερο που θα με απασχολούσε θα ήταν να χάσω τη μεταφραστική μου ιδιότητα. Δε θα μπορούσα με τίποτα να συνεχίζω να ζω (και μάλιστα νέα, ακόμα χειρότερο) βλέποντας γύρω μου τους αγαπημένους μου να γερνούν και να χάνονται. Να μη χάσω τους αγαπημένους μου. Αυτό μάλιστα. Αυτό μπορεί να μου το εξασφαλίσει κάποιος;

25
Μάι
12

Συλλογικό – Debtocracy

Το χρέος σου η ζωή μου

H ιστορία του project Debtocracy/Χρεοκρατία είναι γνωστή: είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα με παραγωγό το θεατή (συνολικά 425 συμπαραγωγοί, με ταυτόχρονη άρνηση εμπλοκής χορηγών, κονδυλίων κλπ.) και με θέμα την αναζήτηση των αίτιων της κρίσης, των βημάτων που οδήγησαν στην παγίδα το χρέους και την πρόταση λύσεων που αποκρύπτονται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Το ντοκιμαντέρ είχε από την πρώτη στιγμή εκρηκτικών διαστάσεων τηλεθέαση στο διαδίκτυο, εφόσον για τα ΜΜΕ θεωρήθηκε ενοχλητικό κι επικίνδυνο και δεν προβλήθηκε ποτέ, παρά το γεγονός ότι διανέμεται χωρίς δικαιώματα χρήσης και αναμετάδοσης. Σε αντίθεση με τους ομιλούντες στα ΜΜΕ που έχουν άμεσο προσωπικό, κομματικό ή πολιτικό συμφέρον (με συχνότατες περιπτώσεις πολιτικών άσχετων, αμόρφωτων και κάθε περίπτωση ανενημέρωτων πάνω στο θέμα, που αναπαράγουν αυτά που τους παραδίδονται από τα κομματικά επιτελεία), εδώ δίνεται λόγος στους σχετικούς, στους γνώστες, στους εξειδικευμένους, στους διανοούμενους και στους αποδεδειγμένους κοινωνικούς αγωνιστές που έχουν ήδη τις πνευματικές τους περγαμηνές και δεν διατηρούν κανένα περαιτέρω όφελος.  Να σημειωθεί ότι στην έντυπη μορφή του το Debtocracy δεν περιλαμβάνει μόνο το ακριβές κειμενικό και εικονιστικό σενάριό του αλλά και ολόκληρες συνομιλίες με τα παραπάνω πρόσωπα, στις οποίες και εστιάζουμε.

Για τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό Ντέιβιντ Χάρβεϊ (που έχει επαναφέρει την μαρξιστική σκέψη σε ένα ευρύτατο ακροατήριο μέσα από τα κείμενά του αλλά και τις διαδικτυακές ομιλίες του) δεν υπάρχει καπιταλισμός χωρίς κρίση και η μορφή της παρούσης κρίσης ήταν αρκετά προβλέψιμη τουλάχιστον εφτά – οχτώ χρόνια πριν, όπως και το κραχ που θα ξεσπούσε στην ανεξέλεγκτη αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ. Το άνοιγμα των εθνικών οικονομιών στον διεθνή ανταγωνισμό, η εισαγωγή δυο δισεκατομμυρίων κινέζων στην παγκόσμια αγορά εργασίας μετά το 1990 και η ανάπτυξη φτηνού εργατικού δυναμικού δημιούργησαν το πρόβλημα της πώλησης των αγαθών σε κοινωνίες χωρίς αγοραστική δύναμη. Το κενό καλύφθηκε με το σύνθημα «Δώστε πίστωση σε όλους».

Όλη η ιστορία του καπιταλισμού, λοιπόν, είναι μια ιστορία ανανέωσης μέσω κρίσεων που μετακυλίονται. Η λύση τους συνήθως είναι η σωτηρία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και το φόρτωμα των κρατών με όλα τα χρέη, δημιουργώντας έτσι μια δημοσιονομική κρίση κρατικού χρέους. Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική απόφαση. Και μπορεί σε κάθε κρίση μεγάλο μέρος της αστικής τάξης να χάνει πολλά, αλλά ταυτόχρονα πολλοί κερδίζουν περισσότερα. Πολλές τράπεζες κατέρρευσαν, όμως αυτές που έμειναν, όπως η Goldman Sachs, είναι πλέον ισχυρότερες από ποτέ. Το σύστημα περνά φοβερές αναταράξεις, αλλά ορισμένοι εξέρχονται από αυτές σε πολύ καλύτερη θέση από πριν.

Ο Χάρβεϊ δεν είναι αισιόδοξος: δεν διακρίνει κάποιου είδους τελική κατάρρευση αλλά μια αυξανόμενη συγκέντρωση της εξουσίας στην τάξη των καπιταλιστών, ενώ ταυτόχρονα βλέπει αδύναμη την Αριστερά σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνήθης αντίδραση είναι να σκύβουμε το κεφάλι και να περιμένουμε να περάσει. Πολλοί απλώς ελπίζουν ότι θα την ξεπεράσουμε, ενώ ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος υποστηρίζει ότι βρισκόμαστε προς την έξοδο από την κρίση. Η πρότασή του είναι απόλυτη: πρέπει να γίνει μια συλλογική προσπάθεια , στην οποία θα συμμετέχουν η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία (τα λεγόμενα PIGS) για κήρυξη μορατόριουμ στην αποπληρωμή του χρέους και πλήρη επαναδιαπραγμάτευση.

Έχουν περάσει τριάντα χρόνια προπαγάνδας για τις αρετές της νεοφιλελεύθερης ηθικής, η οποία προτάσσει την προσωπική ευθύνη, το να φροντίζεις τον εαυτό σου, να μη βασίζεσαι στο κράτος. Η τάση, λοιπόν, είναι όλοι να κατηγορούν τον εαυτό τους Γι’ αυτά που συμβαίνουν. Και είναι πολύ δύσκολο να πείσεις τον κόσμο πως το πρόβλημα είναι συστημικό και πως πρέπει να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνες, οι περισσότεροι από εκείνους που έχασαν τα σπίτια τους έριχναν την ευθύνη στον εαυτό τους και όχι στο σύστημα που δημιούργησε τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου. [σ. 121]

Το ίδιο απαισιόδοξος είναι και ο Αλέν Μπαντιού, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλοσόφους κι ένας ακούραστος μαχητής της επαναστατικής Αριστεράς που συνεχίζει να παίρνει και ο ίδιος μαθήματα – όπως  τονίζει– από τα λαϊκά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, με στόχο την ανάπτυξη νέων τρόπων οργάνωσης, δράσης και αντίστασης. Οι καπιταλιστές, ισχυρίζεται, δε σκοπεύουν να την πληρώσουν γιατί δεν είναι αλτρουιστές. Θεωρούν ότι πρέπει να γίνει συλλογική προσπάθεια, αλλά από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Το είδαμε να συμβαίνει ξανά τη δεκαετία του ’’30: η κρίση συνέβαλε στην άνοδο της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού. Είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτούς που μας εξουσιάζουν να βλέπουν το λαό διαιρεμένο αντί ενωμένο εναντίον τους. Ο Μπαντιού βλέπει σε τέσσερις κοινωνικές ομάδες την ικανότητα για δράση και κινητοποίηση, με την προϋπόθεση της ενότητάς τους: στην μορφωμένη νεολαία (των λυκείων και των πανεπιστημίων), στην λαϊκή νεολαία (όπως οι νέοι των προαστίων στη Γαλλία), στην μάζα των μισθοσυντήρητων (εργάτες, χαμηλόμισθοι υπάλληλοι) και στους προλετάριους που έρχονται από άλλες χώρες – στους μετανάστες γενικά.

Ο Κώστας Λαπαβίτσας ήταν από τους πρώτους Έλληνες ακαδημαϊκούς που μίλησαν ανοιχτά για την ανάγκη εξόδου από την Ευρωζώνη, όταν κάθε σχετική αναφορά αποτελούσε ταμπού στην Ελλάδα. Συμμετείχε στην Πρωτοβουλία Οικονομολόγων και Πανεπιστημιακών, η οποία άνοιξε τη συζήτηση για την ανάγκη στάσης πληρωμών, εξόδου από το ευρώ και εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος, ενώ έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο και στην πρωτοβουλία για τη σύσταση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου στην Ελλάδα. Με ακαδημαϊκό ορμητήριο τη σχολή SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και με τη βοήθεια μιας πολύ δυνατής ομάδας επιστημόνων από το δίκτυο Research on Money and Finance, έχει παρουσιάσει σειρά ερευνών για την κατάσταση της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας.

O καθηγητής παρουσιάζει ένα κατατοπιστικό διάγραμμα της παγκόσμιας κρίσης: η φούσκα στα ακίνητα των ΗΠΑ οδήγησε σε κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος καθώς οι τράπεζες είχαν δανείσει υπερβολικά ποσά, μετατρέποντας την κρίση σε τραπεζική και αργότερα κρίση της οικονομίας, λόγω της συρρίκνωσης και της κατάρρευσης των εξαγωγών. Εκεί παρενέβη το κράτος διασώζοντας τις τράπεζες και τονώνοντας την ζήτηση, οδηγώντας με τη σειρά του στην σημερινή δημοσιονομική κρίση. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί ως τώρα είναι μέτρα σταθεροποίησης (δηλαδή για να πάψει να προστίθεται χρέος), όχι μέτρα που θα αποτρέψουν την άμεση παύση πληρωμών, ούτε μέτρα που θα μειώσουν το χρέος! Ο δανεισμός στο ελληνικό κράτος στοχεύει στη  διάσωση των τραπεζών, κυρίως γερμανικών και γαλλικών και τα μεταγενέστερα μέτρα λαμβάνονται για να εξασφαλιστούν οι δανειστές. Ο νέος δανεισμός προς την Ελλάδα δεν ήταν καθόλου χαριστικός γιατί είχε υψηλότατα επιτόκια και η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχτηκε σκληρότερη από το ΔΝΤ. Έτσι τα μέτρα (με όλα τα τραγικά αποτελέσματα για το επίπεδο ζωής και την καθημερινή ζωή των πολλών) είναι άκρως απίθανο να έχουν θετικό αποτέλεσμα όσον αφορά την οικονομία και τον τρόπο αντιμετώπισης του χρέους συνολικότερα.

Οι τράπεζες, αξιοποιώντας το δανεισμό τους από τη διεθνή αγορά, άρχισαν και οι ίδιες να δανείζουν και εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με κύριους δανειζόμενους τα … νοικοκυριά, που άρχισαν να υπερχρεώνονται. Ταυτόχρονα το ελληνικό κράτος χαρακτηρίζεται από συστηματική αδυναμία αποτελεσματικής και δίκαιης φορολογίας, καθώς τεράστιες μερίδες πληθυσμού δεν φορολογούνται καθόλου ή φορολογούνται ελάχιστα. Ο μεγάλος όγκος του εξωτερικού δημόσιου χρέους κατέχεται από ξένες τράπεζες, κυρίως γαλλικές και γερμανικές, που δάνειζαν αφειδώς το ελληνικό δημόσιο, με τη σιγουριά πως η Ελλάδα βρίσκεται στην Ευρωζώνη και αποκλείεται να αθετήσει τις πληρωμές της.

Τι προτείνει ο Λαπαβίτσας; Πρώτα την ευθεία αντιμετώπιση του χρέους ως δυσβάσταχτου άχθους για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, που απαιτεί αθέτηση πληρωμών και διαδικασία διαγραφής. Η Ελλάδα πρέπει να βγει από την Ευρωζώνη, να ανατάξει την οικονομία της σε νέα βάση και να αλλάξει τις κοινωνικές της σχέσεις υπέρ των πολλών και κατά των λίγων. Η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου δεν είναι απαραίτητη για να προχωρήσει μια χώρα σε αθέτηση πληρωμών αλλά παρέχει μεγάλα πλεονεκτήματα. Πρέπει να ανοίξουν τα βιβλία ώστε να φανεί πώς ακριβώς διαμορφώθηκε το τωρινό δημόσιο χρέος. Πρόκειται για δημόσιο χρέος που δεν είναι τόσο άμεμπτο όσο συχνά πιστεύεται. Έννοιες όπως αυτή του απεχθούς, του παράνομου ή του μη νομιμοποιημένου χρέους χρησιμοποιούνται ευρέως στη διεθνή βιβλιογραφία και συζήτηση ενώ στην προκείμενη περίπτωση αποσιωπούνται.

Ερευνώντας το ζήτημα της νομιμότητας τίθεται το ερώτημα: έχουν ακολουθηθεί όλοι οι κανόνες σχετικά με την έκδοση ομολόγων; Ποιες τράπεζες αλλά και ποιοι ενδιάμεσοι κάτω απ’ το τραπέζι επωφελήθηκαν και πώς αμείφθηκαν; Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απαγόρευε τον δημόσιο δανεισμό άνω του 60% του ΑΕΠ, συνεπώς οι δανειστές αποδέχτηκαν μια ξεκάθαρη νομική παραβίαση. Ακόμα όμως κι δεν αν επρόκειτο για παράνομο χρέος, τίθεται θέμα κοινωνικής βιωσιμότητας ή διατηρησιμότητάς του. Εάν η εξυπηρέτησή του επιβάλλει διάλυση των νοσοκομείων ή της παιδείας και δεν επιτρέπει στους Έλληνες να ζήσουν με φυσιολογικό τρόπο τότε πρόκειται για μη νομιμοποιημένο χρέος. Όταν το χρέος αποδεικνύεται καταστροφέας των κοινωνικών συνθηκών και της ζωής ενός λαού τότε χάνει τη νομιμοποίησή του και μπορεί να διαγραφεί.

Η Ελλάδα, μετά τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, είναι η χώρα που αφιερώνει το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της για εξοπλισμούς. Είναι απολύτως αφύσικο. Είναι προφανές ότι υπάρχουν εξαγωγείς όπλων, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, οι οποίοι ασκούσαν πιέσεις στη χώρα για να αγοράζει όλο και περισσότερα όπλα. Είναι επίσης προφανές ότι ευθύνονται και Έλληνες πολιτικοί από τα δύο μεγάλα κόμματα, οι οποίοι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ενέκριναν υπερβολικές εξοπλιστικές δαπάνες, επειδή ωφελούνταν οι ίδιοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο [σ. 167] λέει ο Ερίκ Τουσέν, που εκτός από πλούσιο συγγραφικό του έργο, έχει ενεργή δράση σε οργανώσεις όπως η CADTM – Επιτροπή Κατάργησης των Χρεών του Τρίτου Κόσμου, γνωρίζει καλά την περίπτωση των χωρών που βάζουν το χρέος πάνω απ’ τη ζωή και μας θυμίζει ένα βασικό στοιχείο που επίσης αποσιωπάται.

Σύμφωνα με το «δόγμα του απεχθούς χρέους», όταν ένα χρέος συνάπτεται από ένα δεσποτικό καθεστώς αποτελεί προσωπικό χρέος του καθεστώτος κι όταν αυτό χάσει την εξουσίας του τότε αυτόματα ακυρώνεται. Πρόκειται για βασική εξαίρεση στη «συνέχεια των κρατών» του διεθνούς δικαίου. Πώς μπορούν να διατηρούνται χρέη δικτατορικών (αλλά και δημοκρατικών) καθεστώτων όταν συνάπτονται χωρίς κανένα σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες και ενάντια στα συμφέροντα του λαού; Συνεπώς το χρέος που συνήφθη από τους χουντικούς αποτελεί ένα τυπικό απεχθές χρέος που πρέπει να αφαιρεθεί.

Ο Τουσέν συμμετείχε στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου στον Ισημερινό, που έκαναν φύλλο και φτερό τα συμβόλαια 30 χρόνων και απέδειξαν πως ένα μεγάλο μέρος του χρέους ήταν μη νομιμοποιημένο. Εκεί οι πολίτες διαπίστωσαν ότι, σε αντίθεση με ό,τι τους έλεγαν, η μη αποπληρωμή ενός χρέους δεν οδηγεί σε χαοτικές καταστάσεις· τους έλεγαν ότι το κεφάλαιο θα εγκαταλείψει τη χώρα και ότι θα παρέλυε η οικονομία. Τίποτα από αυτά δε συνέβη. Αυτό που έγινε στην πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση απέκτησε περισσότερα χρήματα για να διαθέσει στην εκπαίδευση, την υγεία και τη βελτίωση των υποδομών. Ο Τουσέν είναι βέβαιος πως το ίδιο θα συμβεί και με την Ελλάδα.

Θέλουν να δώσουν την εντύπωση στον ελληνικό λαό πως, αν σταματήσει την αποπληρωμή τους χρέους, ολόκληρη η Ελλάδα θα παραλύσει. Στην πραγματικότητα θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Η Ελλάδα δανείζεται σήμερα για να μπορέσει να εξοφλήσει παλιά χρέη. Παίρνει χρήματα για να επιστρέψει χρήματα. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να σταματήσει την αποπληρωμή, αυτό που θα συμβεί θα είναι ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της περισσότερα χρήματα για τους μισθούς των υπαλλήλων, τις συντάξεις, την κοινωνική ασφάλιση, τη δημόσια υγεία και την ανάπτυξη των υποδομών. Επομένως, η κατάσταση θα βελτιωθεί. [σ. 166]

Όταν η Αργεντινή προχώρησε σε αθέτηση πληρωμών –και ήταν η μεγαλύτερη αθέτηση στην παγκόσμια ιστορία–, αν πιστεύαμε όσα έλεγε στο παρελθόν το ΔΝΤ, θα έπρεπε να έχει επέλθει ολοκληρωτική καταστροφή στην οικονομία. Ξέρετε όμως τι συνέβη; Το μόνο πράγμα που καταστράφηκε ήταν η αξιοπιστία του ΔΝΤ, γιατί η Αργεντινή εισήλθε σε μια περίοδο τρομακτικής ανάπτυξης. Και αυτό συνέβη επειδή οι πόροι που χρησιμοποιούνταν για την αποπληρωμή του παράνομου και απεχθούς χρέους ανακατευθύνθηκαν για τις ανάγκες της οικονομίας [σ. 181] λέει ο Άβι Λούις, που παρουσίασε μαζί με την σύζυγό του Ναόμι Κλάιν, το ντοκιμαντέρ Κατάληψη, για τους εργάτες των υπό κατάληψη εργοστασίων της Αργεντινής, με φόντο την ιστορική πορεία της χώρας από την ακμή μέχρι τον οικονομικό στραγγαλισμό της από το ΔΝΤ.

Ο Καναδός δημοσιογράφος που καλεί στις εκπομπές του τους διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής ατζέντας συνήθως για να τους ξεμπροστιάσει, ανατρέποντας την εικόνα που οι ίδιοι παρουσιάζουν για τις διεθνείς εξελίξεις, μιλάει για την επανεμφάνιση του ταπεινωμένου ΔΝΤ με έναν τρομακτικό και κακόβουλο τρόπο στην «διάσωση» της Ελλάδας και απορεί που ενώ ο κόσμος εδώ κατεβαίνει στους δρόμους και παραπονιέται για την άδικη παρουσίαση στα κυρίαρχα μέσα (που στήριξαν τις παρεμβάσεις του ΔΝΤ και της ΕΚΤ) δεν σκέφτεται ποτέ να κατευθύνει τις αντιδράσεις του σε αυτά.

Η Ζάρα Βάγκενκνεχτ (ένα από τα πιο μαχητικά στελέχη του αριστερού κόμματος Die Linke που δεν διστάζει να ασκήσει κριτική ακόμα και στο ίδιο της το κόμμα) εξηγεί με ποιο τρόπο η γερμανική οικονομία επωφελείται από τον πολλαπλασιασμό των χρεών στις άλλες χώρες: Όταν η Γερμανία διαπραγματεύτηκε το πακέτο στήριξης της Ελλάδας πριν από ένα χρόνο, βασικός όρος ήταν να μη σταματήσουν οι εισαγωγές γερμανικών στρατιωτικών εξοπλισμών. Η Ελλάδα έπρεπε να κάνει οικονομία σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές, αλλά όχι στους εξοπλισμούς. Αυτό δείχνει το πεδίο των συμφερόντων. Η γερμανική κυβέρνηση λειτουργεί ως προστάτης των συμφερόντων των μεγάλων εταιρειών όπλων καθώς και της βιομηχανίας εξαγωγών.

Η Βάγκενκνεχτ εστιάζει στο σκανδαλώδες γεγονός ότι οι τράπεζες μπορούν να δανείζονται με επιτόκιο 1% από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ τα κράτη είναι υποχρεωμένα να δανείζονται από τις τράπεζες. Έτσι, δεδομένου ότι οι τράπεζες και οι χρηματαγορές μπορούν να αυξάνουν αυθαίρετα τα επιτόκια, τα κράτη πέφτουν θύματα της κερδοσκοπίας των τραπεζιτών. Μόνο η Γερμανία μπορεί και δανείζεται πολύ φτηνά, κυριαρχώντας έτσι στον μηχανισμό στήριξης. Η πρότασή της είναι η κοινή αντίδραση χωρών όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, να αρνηθούν να συνεχίσουν αυτή την πορεία και να πληρώσουν αυτοί των οποίων η περιουσία πηγάζει από το χρέος. Η λογική της λιτότητας με στόχο τη διάσωση της οικονομίας είναι αποδεδειγμένα εντελώς λανθασμένη και επιδεινώνει την κρίση – δεν οδηγεί στη μείωση του χρέους αλλά στην διόγκωσή του.

«H χώρα χτυπήθηκε από οικονομικούς δολοφόνους» δήλωσε ο Τζον Πέρκινς πρώην οικονομικός δολοφόνος ο ίδιος, που τώρα δρα ως ακτιβιστής και περιγράφει ακριβώς πώς λειτουργεί το σύστημα, «Η χώρα καταστρέφεται, δεν επιδιορθώνεται από το ΔΝΤ και την Ευρωζώνη», έγραψε η Guardian. Μιλούν ακόμα ο επικεφαλής της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του Ισημερινού Ούγκο Αρίας, οι ακαδημαϊκοί Σαμίρ Αμίν και Ζεράρ Ντιμενίλ, ο Ζαν Κατρμέρ της Liberation, ο Αργεντίνος σκηνοθέτης Φερνάντο Σολάνας, ο Μανώλης Γλέζος και προλογίζει ο Γιώργος Δελαστίκ. Ο λόγος είναι καταιγιστικός, τα στοιχεία μιλούν μόνα τους και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Όπως είναι γνωστό, η Καταστρόικα, το δεύτερο ντοκιμαντέρ των δημιουργών του debtocracy, είναι εδώ: www.catastroika.com

Συντελεστές: Κατερίνα Κιτίδη [Ράδιο Infowar, αρχισυνταξία Thepressproject.gr], Άρης Χατζηστεφάνου [Τηλε- Infowar, αρχισυνταξία tvxs.gr]. Επιστ. επιμ.: Λεωνίδας Βατικιώτης. / www.debtocracy.gr / Εκδ. Λιβάνη, 2012, σελ. 239 [μεγάλο μέγεθος, γυαλιστερό χαρτί, έγχρωμη εκτύπωση, με φωτογραφίες, σκίτσα, κόμικς κλπ.].

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή σε : mic. gr, υπό τον τίτλο Debt can dance.

23
Μάι
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 60

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Jorge Luis Borges – Labyrinths, Ficciones. Οποιαδήποτε εικονογράφηση μοιάζει ανεπαρκής για το έργο του Μπόρχες. Στέκει αμήχανη στο εξωτερικό του, αναγκαστικά απαραίτητη για να μη μένουν γυμνές οι σελίδες. Και πάλι όμως, οτιδήποτε εικονίζεται σίγουρα περιλαμβάνεται μέσα στο έργο του, ή, έστω, στο Άλεφ.

22
Μάι
12

Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (Epic, 2003)

I talk to God but the sky is empty (Sylvia Plath)

Δεκατρία χρόνια – μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας – στην πρώτη γραμμή, ασίγαστα σπινταρισμένοι, με τις δυνατότερες ροκ εντ ρολλ μελωδίες, με μια δυο ουσιώδεις αναζωογονητικές αλλαγές στο στυλ τους, με βροντοφώναχτες κοινωνικοπολιτικές καταγγελίες (περίτεχνα όμως ενσωματωμένες στις ροκ υμνωδίες τους) και κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημαντικότερα σχήματα των δυο τελευταίων δεκαετιών. Περίεργο ή αναμενόμενο το ότι δεν άφησαν ιδιαίτερους μιμητές, ούτε κάποια συμπαγή σχολή;

Εδώ έχουμε μια γερή αντιπροσωπευτική βουλή απ’ τα lp τους αλλά και τα δύο τελευταία ως τότε ηχογραφημένα τραγούδια (There by the grace of god, Door to door), αμφότερα δυνατότατα και ξεχωριστά απ’ τις φρέσκιες ροκοφουρνιές. Έχουμε ακόμα τρία σινγκλς που έμειναν εκτός δίσκων αλλά αποτελούν σημαντική πρόφαση να ξανανιώσουμε την άγρια χαρά που μας μετέδωσαν και τότε: Τhe masses against the chasses, Motown Junk, Suicide is painless. Το τελευταίο, κλασική ροκ κατάθεση περί αυτοκτονίας, το πρωτογνωρίσαμε από κάποια σειρά των Ruby Trax (συλλογών με διασκευές), δεν ήταν μόνο προφητικό για την προσωπική τους ιστορία αλλά κι ένας – επιτέλους – ταιριαστός ύμνος της χαμένης γενιάς τους. Τώρα το ποιος τη θεωρεί χαμένη, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος, έχουμε την ευκαιρία να ξανακούσουμε μερικά από τα πιο γερά κιθαριστικά τρακς που έβγαλε το ροκ την εποχή του εμπορικού του ξεπουλήματος.

Στο δεύτερο δισκίο συμπεριλαμβάνονται, ως είθισται, ρεμίξ. Προτιμώνται κομμάτια τελευταίας κοπής – αναμενόμενο – αλλά και πάλι η επιλογή των καλύτερων είναι ευχάριστη. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε ένα ροκ ρεμίξ όπως θα θέλαμε, χωρίς δηλαδή να αλλάζεται ο αδόξαστος στο τραγούδι, χωρίς να γίνεται κάποιο άλλο, παρά είτε να του αλλάζονται τα ρούχα (ή το μέσα έξω), είτε να του αναδεικνύονται πτυχούλες που μας διέφυγαν.

Τι θα μείνει στην ιστορία όταν οι Μάνικς πουν τέρμα ή εξαφανιστούν όπως ο πρώτος τους [ακόμα τον ψάχνουν] κιθαρίστας; Πέρα απ’ τη θέση στο σύμπαν του καθενός μας, ένα μεγάλο ερωτηματικό ίσως. Εκείνοι που έχουν πρόβλημα με το οπισθοδρομικό, ως ισχυρίζονται, ροκ τους αποενοχοποιήθηκαν με την καθάρια, πολιτικοποιημένη τους κραυγή. Αλλά και αντίστροφα, εκείνοι που στάθηκαν δύσπιστοι στις μανιφεστοειδείς κραυγές οικειοθελώς λούζονταν τις καθάριες κιθαριστικές οιμωγές τους. Πιθανώς τοποθετούμαι στη μέση, αδιάφορος για σχετικά διλήμματα, ασύμβατα με το ροκ εν ρολλ. Μου αρκεί που γέμισα γεμίσει ψυχή τε και σώματι με τις υπερμελωδίες τους, σκόνταψα στις συνεχείς ριφφαδόρικες παγίδες τους, μοιράστηκα τον αγοραφοβικό τους εφιάλτη και τη μητροπολιτική τους μοναξιά (ή έζησα τα αντίστοιχα δικά μου). Ακόμα κι οι καθημερινές τους ερωτικές ή κοινωνικές οπτικές τους ταίριαξαν με τη ψυχοσύνθεσή μου – τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω.

«Φωνακλάδες», ναι. Πόσοι έμειναν φωνακλάδες στα λόγια μα αποπλανητικοί στη μουσική – και δη σε ατόφιο ροκ; Ο καημένος ο Pete Wylie με τους Might Wah! του κι αυτοί. Οι δυο αντίθετες πλευρές της εμπορικότητας, αδικία και δικαιοσύνη μαζί. Άλλωστε ο προαναφερθείς στίχος της Σύλβια γραφόταν πρώτος πρώτος στα credits του Generation terrorists. Και συμπληρώθηκε με τη δική τους σκυτάλη: Εach day living out a lie / Life sold cheaply forever, ever, ever/…/Living like a comatose / Ego loaded and swallow, swallow, swallow/Under neon loneliness, motorcycle emptiness

«Αυτές ήταν οι αλήθειες μου, πείτε μας τώρα τις δικές σας». [10/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

20
Μάι
12

Χρήστος Χρυσόπουλος – Φακός στο στόμα. Ένα χρονικό για την Αθήνα

Ο ουρανός που δεν μας προστατεύει

στο δικό μας μυαλό έχουμε συνδέσει την καθημερινότητα με το ερείπιο και έχουμε συνηθίσει στη θέα του ημιτελούς, του ανεπισκεύαστου και του όντως κατεστραμμένου. Γι’ αυτό ίσως δεν μας κάνουν εντύπωση τα έμβια, τα ανθρώπινα ερείπια γύρω μας. Να, λοιπόν, που έχουμε μεταβληθεί σε ένα μουσείο ερειπίων. […] Τα συντρίμμια που μας περιβάλλουν, όχι μόνο τα αρχαία, ακόμα και τα σπασμένα μάρμαρα στις πλατείες ή στις προσόψεις των ξενοδοχείων, τα σπασμένα φώτα, τα ξεριζωμένα σίδερα, τα ανθρώπινα ερείπια, γίνονται ο «καθρέφτης» στον οποίο διακρίνουμε  το είδωλό μας, καταλήγοντας πολλές φορές να μισούμε μια εκδοχή αυτού που βλέπουμε. Κι έτσι επιλέγουμε απλώς να μην κοιτούμε. [σ. 95 - 96]

1. Ο συγγραφέας και ο δρομέας

Η δουλειά του συγγραφέα μοιάζει σε πολλά με τον αγώνα του μαραθωνοδρόμου: ο δρομέας τρέχει μόνος, η διαδρομή καταλήγει στην αφετηρία, ο αγώνας γίνεται υπό αντίξοες συνθήκες. Πράγματι, η τέχνη του αποτελεί, όπως και στην περίπτωση του δρομέα, μια άσκηση ρυθμού, άλλοτε επιζητώντας την ταχύτητα (: στην ακαριαία μεταμόρφωση του βιώματος σε λέξεις) και άλλοτε το αντίθετό της (: στην συγκράτηση της έκφρασης και στην κούραση της σκέψης πάνω σ’ αυτό), ενώ συχνά ο αγώνας γίνεται χωρίς ελπίδα για νίκη. Κάπως έτσι η γραφή ενός χρονικού μοιάζει με μια σύντομη επιτάχυνση κατά τη διάρκεια ενός μαραθωνίου. Το τρέξιμο πίσω από τα γεγονότα ανταγωνίζεται την ωρίμανση της εντύπωσης, αμφότερα αποστρέφονται την πλοκή (μολονότι δεδομένη όπου υπάρχει γραφή) και τελικά το παροντικό βλέμμα φιλοδοξεί να διατηρήσει την δραστικότητά του και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Κάπως έτσι, δρομέας της μιας ανάσας, ο Χρήστος Χρυσόπουλος εντάσσει τις  παραπάνω σκέψεις στον «επίλογο» ενός χρονικού που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2011 ως χειρόγραφου κομματιού ενός μελλοντικού βιβλίου που συζευγνύει κείμενο, εικόνα και περιπλάνηση· ενός έργου που γράφτηκε μεμιάς και παραδόθηκε άμεσα στον εκδότη. Το χρονικό συνδυάζει παρατήρηση, συνομιλία, δοκίμιο και μυθοπλασία και αποδίδει ακριβώς την συγκυρία της πόλης [του] κατά την δεδομένη χρονική στιγμή.

2. Η πόλη των νέων φόβων

Στην πόλη μας ο αισθησιασμός μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από την οδύνη.

Η μητροπολιτική τοπολογία, γράφει ο Χρυσόπουλος, δεν χαρακτηρίζεται πλέον από ένα προνομιακό σημείο όπου όλα τα γεγονότα συμβαίνουν αλλά από μια πρωτοφανή διασπορά προς κάθε γωνία της πόλης. Ταυτόχρονα όμως το γεγονός [αυτό που συμβαίνει] μεταμορφώνεται σε φόβο [αυτό που σημαίνει], που συχνά συναντιέται στα ίδια μέρη με την ηδονή [εκεί όπου συμβαίνουν περίεργα πράγματα]. Η πόλη τελευταία έχει σιωπήσει, έχει σκοτεινιάσει και ίσως γι’ αυτό ακούγεται τόσο έντονα ο νέος οξύς ήχος, η μεταλλική στριγγλιά από τα καροτσάκια πολυκαταστημάτων που σέρνουν οι περιπλανώμενοι ρακοσυλλέκτες. Αν επιτρέψουμε την άκριτη ταύτιση με τα γεγονότα, τότε είμαστε εκτεθειμένοι σε κάθε είδους μόλυνση, σε κάθε είδους φόβο και παρανόηση. Αν, από την άλλη, επιδιώξουμε την περίκλειστη προστασία από κάθε γεγονός (χωρίς στην ουσία να προστατευόμαστε από τον κίνδυνο), γινόμαστε αιχμάλωτοι της νοσταλγίας ενός φανταστικού αισθήματος ασφάλειας («τότε που αφήναμε τις πόρτες ξεκλείδωτες»), που όμως δεν υπήρξε ποτέ. [σ. 28]

3. Ο συγγραφέας περιπατητής του αστικού τοπίου

Δεδηλωμένος περιπατητής του αστικού τοπίου, ο συγγραφέας υποκύπτει για άλλη μια φορά στην σφοδρή επιθυμία να εγκαταλείψει το δωμάτιό του («των φαντασμάτων») για έναν περίπατο στην πόλη. Είναι άλλωστε απαραίτητο για τον οποιονδήποτε περιηγητή να εγγράφει στην προσωπική του ανάγνωση το οποιοδήποτε περιβάλλον και η κάθε διαδρομή να γίνεται η δική του διαδρομή, συνώνυμη της επινόησης και της προσωπικής μυθοπλαστικής κατασκευής. Η μοίρα του διαβάτη είναι να δημιουργεί ιδεατούς κόσμους όπου συγκατοικούν αληθινοί άνθρωποι και επινοημένοι χαρακτήρες. Η μοίρα του συγγραφέα είναι να επιστρέψει από την περιπλάνηση πασχίζοντας να τους διασώσει όλους ή όσους μπορέσει. [σ. 52]

Αλλά αδιάσπαστο πλέον κομμάτι της Αθήνας αποτελούν οι σκιώδεις υπάρξεις που αποφεύγουμε στους δρόμους, γυρνώντας το πρόσωπο ή αλλάζοντας την κατεύθυνση του περιπάτου μας. Αναπόφευκτα ο συγγραφέας σκοντάφτει στην πρώτη διπλωμένη ανθρώπινη ύπαρξη που μοιάζει με «γιγάντιο σαλιγκάρι» και δίνει την εντύπωση ενός «έμψυχου απορρίμματος». Αναρωτιέται κανείς αν ο ίδιος αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως ανθρώπινο σκουπίδι… Το απροστάτευτο σώμα που κείται στο δημόσιο χώρο έχει, ως εικόνα, κάτι το βαθιά ανησυχαστικό – ένας αρχέγονος φόβος υποδεικνύει μια αγριότητα που υποτίθεται ότι είχε ξεπεραστεί ή έστω κατασταλεί από την οργανωμένη κοινότητα.

4. Ο συγγραφέας και ο άστεγος

Αυτό το βιβλίο δεν γράφεται μόνο από τον συγγραφέα. Ο άνθρωπος που ζει έξω γίνεται πρόθυμος συνομιλητής του (σε σημείο να εκφράζει μια ύστατη επιθυμία επικοινωνίας με τον κόσμο που δεν ζει έξω), μ’ έναν λόγο θρυμματισμένο, αλλά όχι περισσότερο θρυμματισμένο από του συγγραφέα και της πόλης [τους]. Στο κάθισμα μπροστά από το αμαξοστάσιο των λεωφορείων εκφράζονται τα συμπυκνώματα της εμπειρίας: Όταν πέσεις έξω είναι δύσκολο να ξανασηκωθείς. Δεν μπορείς να βγεις απ’ το πεζοδρόμιο. […] Άμα βγεις στο δρόμο, δεν μπορείς να επιστρέψεις στην κανονική ζωή. […] Μόλις δουν [ενν. η αστυνομία] άστεγο μόνο σε σηκώνουν και σου λένε να προχωρήσεις. Σα να μην έχεις δικαίωμα να σταθείς. Δεν ξέρω, γι’ αυτούς είναι σαν παιχνίδι. […] Υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση κι αυτή είναι προς τα κάτω, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, και στο τέλος απλά μέχρι να πεθάνεις. […]

Οι άνθρωποι χωρίς σπίτι κοιμούνται οπουδήποτε, από τις εσοχές και τους ακάλυπτους κτιρίων μέχρι σε εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, ξαποσταίνουν στα κινούμενα λεωφορεία, παρακαλούν για διαμονή στα νυχτερινά, μαθαίνουν πως τα καλάθια των αχρήστων στις στάσεις έχουν τα χρησιμότερα αποφάγια, «διαμένουν» πίσω από την δημόσια βιβλιοθήκη (ονομασία διπλής ειρωνείας), ξεκοιλιάζουν τα πεταμένα στρώματα από τα συρμάτινα ελατήρια, επιχειρούν να προφυλαχτούν από το κρύο μέσα στους κάδους απορριμμάτων. Ο δρόμος πληθαίνει από νέους κατοίκους, συνήθως πρόσφατους συνταξιούχους που αδυνατούν να πληρώσουν το ενοίκιο. Στην οσμή του ανθρώπινου σώματος ζέχνει μια κοινή μοίρα, την φράση δεν θέλω να συνεχίσω, αυτό δεν είναι ζωή δεν μπορεί να ακολουθεί καμία φράση.

Ο συγγραφέας θυμάται τον παράξενο, σχεδόν ειρωνικό παραλληλισμό:  το να είσαι συγγραφέας απαιτεί να παραδεχτείς ότι ένα μέρος σου θα παραμένει πάντοτε απροστάτευτο, δημόσιο, και ο καθένας μπορεί εύκολα να το ξεφυλλίσει. Αλλά πώς είναι να ζεις σε δημόσια θέα με όλη τη σημασία της λέξης; Πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί η ισορροπία οδηγώντας έναν «κανονικό άνθρωπο» στο περιθώριο και κάποιον ήδη περιθωριοποιημένο στην άβυσσο; Και ο συγγραφέας ως συγγραφέας θα εστιάσει λαίμαργα το βλέμμα του στον γονατισμένο ή θα φοβηθεί μην του κλέψει την αξιοπρέπειά του; Κι όταν δεν τον ξαναβρεί στο συνηθισμένο του σημείο, θα ανησυχήσει μήπως τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του ή θα ελπίσει πως τα κατάφερε; Τι να ευχηθεί; Να τον βρει αύριο στο ίδιο σημείο;

5. Καταγραφείς και καταγραφόμενοι

Σε κάθε σελίδα αναζητώ την δική μου θέση σ’ αυτή το χρονικό. Πού βρίσκομαι ο ίδιος ως αναγνώστης, ως διαβιών στην συγκεκριμένη πόλη των νέων αστέγων, ως περαστικός δίπλα από τα καταλύματά τους, πεζός διαβάτης της πεζής πραγματικότητας; Αν αποστρέψω το βλέμμα δειλιάζω; Αν προσποιηθώ πως δεν υπάρχουν απαλλάσσω την καθημερινότητά μου από ένα (παραπάνω) δυσάρεστο άγος/άλγος; Αν δεν γυρίσω το κεφάλι αλλά τους κοιτάξω με καθαρό βλέμμα είμαι περισσότερο γενναίος και διατείνομαι πως κοιτάζω στα ίσια το πρόβλημα; Στα πόσα ευθεία βλέμματα απαλλάσσομαι; Και ως προσωρινός ενδιάμεσος [αναγνώστης] μεταξύ χρονικογράφου και έκθετου της πόλης, σε ποια θέση είναι πιθανότερο να βρεθώ σε μια μελλοντική συγκυρία, του καταγραφέα ή του καταγραφόμενου; Ποια απατηλότητα με πείθει πως το πρώτο είναι πιθανότερο από το δεύτερο; Και πως η απάθεια της ενδιάμεσης ζώνης συνεπάγεται ασφάλεια;

6. Η επιστροφή του συγγραφέα στο γραφείο του

Ο συγγραφέας ΧΧ για άλλη μια φορά επέλεξε τον πιο σύνθετο τρόπο να (απο-, περι-, κατα-, εγ-, συγ-) γράψει την οιονεί πόλη, την ύπαρξή του στην πόλη και την ύπαρξη εκείνων κάπου ανάμεσα, δηλαδή τους τρεις διαφορετικούς άξονες που έχουν καρφωθεί εγκάρσια στον βίο μας. Όσον αφορά τον τρίτο (την παροντική και μελλοντική διάσταση του οποίου αδυνατούμε ή αποφεύγουμε να συλλάβουμε), θα μπορούσε να συγγράψει μια ευπώλητη νουβέλα των αστέγων ή ένα μυθιστόρημα των ανθρώπων του δρόμου και να εξαργυρώσει την συγγραφική ευαισθησία πάνω στο απαγορευμένο θέμα. Αλλά πιστός στην υβριδική του γραφή (που αυτή τη φορά απόλυτα την επιζητά η ίδια η «ιστορία») επιχειρεί να κυκλώσει και να κυκλωθεί από το θέμα, μέρος του οποίου αποτελεί ο ίδιος.  Και για μια ακόμη φορά έγραψε ένα βιβλίο που είναι αδύνατο να διαβαστεί μόνο μια φορά αλλά και να κλείσει: η τελευταία του σελίδα είναι η πρώτη ενός άλλου που δεν θα είναι μόνο έντυπο αλλά θα γράφεται σε κάθε νέα περιπλάνηση δική του και δική μας.

Κι όσο υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που με τον φακό στο στόμα, για να έχει τα χέρια ελεύθερα, έψαχνε (για) την επιβίωσή του στον κάδο των σκουπιδιών, εκκινώντας άθελά του το παρόν βιβλίο, δεν θα παύω να σκέφτομαι γι’ αυτόν πως, σε αντίθεση με τον απέραντο τίτλο εκείνου του βιβλίου του Πολ Μπόουλς (The Sheltering Sky), ούτε ο ουρανός δεν τον προστατεύει.

Η πόλη μοιάζει να έχει γυρίσει το μέσα – έξω. Όπως βάζουμε το χέρι για να γυρίσουμε μια κάλτσα. Όσα προορίζονταν κάποτε για τον προστατευμένο από το δημόσιο βλέμμα χώρο, όλα εκείνα που παρέμεναν κρυφά – ή μάλλον ιδιωτικά – μέσα στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών, τώρα γίνονται δίχως καμιά προφύλαξη καταμεσής του δρόμου. Η κηδεμονία του σώματος, οι βασικές λειτουργίες όπως ο ύπνος και το φαγητό, οι διαπληκτισμοί και οι ερωτοτροπίες τώρα πλέον ξεχύνονται με απελπισία ολόγυρά μας, όχι με αιδημοσύνη ούτε με το θράσος της απόλαυσης, αλλά με έναν νευρικό σπασμό. [σ. 33-34]

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 128, με σειρά φωτογραφιών του συγγραφέα (εκτός τεσσάρων που προέρχονται από το Athensville.blogspot.com).

Οι φωτογραφίες του δρόμου τραβήχτηκαν από τον συγγραφέα κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεων για τη γραφή του βιβλίου (εκτός από τις δυο τελευταίες που είναι διαδικτυακές) και είναι ανέκδοτες.  Οι φωτογραφίες όπου εικονίζεται ο ίδιος συγγραφέας είναι από τους: Πέπη Λουλακάκη (1), Γ. Καμπούρη (2) και Σωκράτη Σπανού (video – still) (3).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

19
Μάι
12

Λογοτεχνείο, αρ. 114

Edith Wharton, «Χαμένες ψυχές», από το: Χαμένες ψυχές και άλλα διηγήματα, εκδ. Ροές, 2005, μτφ. Νίκη Προδρομίδου (Edith Wharton, Souls Belated, 2004)

Ξέρεις, αρχίζω να καταλαβαίνω σε τι χρησιμεύει ο γάμος. Είναι για να κρατάει τους ανθρώπους μακριά τον έναν απ’ τον άλλο. Μερικές φορές νομίζω ότι δύο άνθρωποι που αγαπιούνται μπορούν να γλιτώσουν απ’ την τρέλα μόνο χάρη στα πράγματα που μπαίνουν ανάμεσά τους – τα παιδιά, τις υποχρεώσεις, τι επισκέψεις, τους βαρετούς ανθρώπους, του συγγενείς, – τα πράγματα που προστατεύουν τον έναν σύζυγο από τον άλλον. Εμείς ήμασταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον – αυτή ήταν η δική μας αμαρτία. Είδαμε ο καθένας τη γύμνια της ψυχής του άλλου

17
Μάι
12

Διαβάζω, τεύχος 529 (Μάιος 2012)

Αφιέρωμα Ορχάν Παμούκ

Εννοώ τα βράδια που έρχονται νωρίς, τους γερασμένους βιβλιοπώλες που έπειτα από κάθε οικονομική κρίση περιμένουν τρέμοντας από το κρύο στο μαγαζί τους όλη μέρα πελάτη, τα δεμένα στις άδειες αποβάθρες παλιά βαπόρια του Βοσπόρου, τις μαντιλοδεμένες γυναίκες με τις πλαστικές σακούλες στα χέρια που περιμένουν στις στάσεις των λεωφορείων, χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους, το λεωφορείο που δεν έρχεται ποτέ, τα ξύλινα παλιά αρχοντικά που έχουν μετατραπεί σε δημαρχεία και που τα ξύλινα πατώμάτα τους βογκάνε σε κάθε βήμα, τις σφυρίχτρες των βαποριών στην ομίχλη, τα ερειπωμένα βυζαντινά τείχη….

…έγραφε ο Ορχάν Παμούκ στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Ινστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις κι η μεταφράστριά του Στέλλα Βρετού ξαναθυμάται το απόσπασμα στο επτασέλιδο κείμενό της για την μεταφραστική της αναμέτρηση με τo έργο του αλλά και την μεταξύ τους επικοινωνία καθώς και τις προσωπικές μνήμες από την Τουρκία. Αφετηρία της διαδρομής υπήρξε το Μαύρο βιβλίο με την αλησμόνητη περιπλάνηση στην τουρκική επαρχία και στην ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα πρατήρια και οι αντιπροσωπείες, τα πρακτορεία στοιχημάτων ιπποδρόμου, τα πανό από πλεξιγκλάς, οι τηλεοράσεις, τα φαρμακεία, τα ζαχαροπλαστεία, το ταχυδρομείο και το νοσοκομείο με τους φτωχούς ασθενείς που περιμένουν στην ουρά… Έκτοτε η γραφή του Παμούκ επιχειρεί διαδρομές και μέσα στο «χιουζούν», μια λέξεη που δεν σημαίνει την μελαγχολία του μοναχικού ανθρώπου αλλά το σκοτεινό συναίσθημα που νιώθουν εκατομμύρια άνθρωποι, η θλίψη μιας ολόκληρης πόλης σαν κι αυτή.

Από την άλλη πλευρά, ο συγγραφέας σχεδόν πάντα καταλήγει να εμπλέκεται με την πολιτική, καθώς ζει σ’ ένα κράτος όπου η ατομικότητα του συγγραφέα συνήθως επιδέχεται μεγάλες αποκλίσεις από την επίσημη κρατική εξουσία, πόσο μάλλον όταν πλέον θεωρείται από πολλούς «προδότης» και «εχθρός» των Τούρκων για την δήλωσή του «εμείς οι Τούρκοι σφαγιάσαμε ένα εκατομμύριο Αρμένιους». Η αρχική αναγνώριση πάντως του δικαιώματος σε κάθε τούρκο πολίτη να μπορεί χωριστά να μηνύει τον συγγραφέα για «εξύβριση του τουρκισμού» (!) έχει, τουλάχιστο, αλλάξει, απαιτώντας την έγκριση του υπουργού Δικαιοσύνης. Το κείμενο του Ηρακλή Μήλλα αναφέρεται στον πολιτικό Ορχάν Παμούκ και, μεταξύ άλλων, και στους υπόγειους τρόπους με τους οποίους ενέταξε την Αρμενία στο βιβλίο του Χιόνι.

Το αφιέρωμα του συγγραφέα που όπως ο ίδιος παραδέχεται στα Άλλα χρώματα όλα του τα βιβλία «γεννήθηκαν από το ανακάτεμα των μεθόδων, των λογοτεχνικών τάσεων, των συνηθειών, της ιστορίας της Ανατολής και της Δύσης» επιμελείται, μαζί με δικό της κείμενο, η Έλενα Χουζούρη. Στους συνομιλητές του τεύχους περιλαμβάνονται οι Ίρβιν Γιάλομ και Ευγενία Φακίνου, ενώ η μηνιαία συνάντηση του Γιάννη Μπασκόζου είναι με τον Θανάση Βαλτινό. Ακόμη, από το παρόν τεύχος και μέχρι το Δεκέμβριο του 2012 φιλοξενούνται κόμικς εμπνευσμένα από το έργο του Κάρολου Ντίκενς. [120 σελ.]

ΥΓ. Ένα παλιό λογοτεχνικό κέρασμα από τον Παμούκ εδώ.

14
Μάι
12

Ulrich Schnauss – A strangely isolated place (City Centre Offices, 2003)

Εδώ και λίγο καιρό οι αδελφοί Hartnoll έφυγαν ο καθένας από διαφορετική πόρτα, χωρίς να τους αφορά πλέον η τροχιά των Orbital, αφήνοντάς την στα χέρια των αποδεκτών – φανς. Για εκείνους που θέλουν τα υποκατάστατά της, θα συνεχίσουν να υπάρχουν τύποι που θα μας τρέφουν με τις αντανακλάσεις της και θα κινούνται στις σκοτεινές άκρες των πεζοδρομίων της electronica, που συχνά βλέπουν σε αιφνίδια «αποκαλυπτικά» ανοίγματα γεμάτα φως.

Ένας από αυτούς, ο Βερολινέζος Ulrich Schnauss, δεν δείχνει καν το πρόσωπό του αλλά όταν τιτλοφορείς την πρώτη σου δισκογράφηση ως Far Away Trains Passing By’ είναι σα να έχεις αυτοφωτογραφηθεί με αλλεπάλληλες κόντακ μινιατούρες. Τον θυμάμαι καλά αυτόν τον γεμάτο ονειρώδεις techno ηλεκτρελετουργίες δίσκο, να περιλαμβάνεται σε πολλές ηλεκτρονικές λίστες με τους αξιομνημόνευτους του έτους εκείνου. Δεν άκουσα μακρινά τραίνα να περνούνε, κι ας έμενα κοντά στον ηλεκτρικό τότε κι ήταν το επταμηνίτικό μου σάουντρακ. Αλλά όποτε τον άφηνα να γυρνάει, τα φώτα των κεντρικών δρόμων που περιδιάβαινα μου θύμιζαν, ως εκ θαύματος, διάδρομο αεροδρομίου. Τότε θυμήθηκα κάποιον που είχε γράψει πως ακόμα κι οι ασχημότερες πόλεις το βράδυ δείχνουν αλλιώς.

Ο Ulrich Schnauss όταν δεν κάνει παραγωγές και engineerings σε πλήθος άλλων ομοειδών ομογάλακτων, συνθέτει ηλεκτρονικές ραψωδίες, πάντοτε μελωδικές και κυρίως αιθέριες… Συμπτωματικά οι Ethereal 77 είναι ένα από τα project του, με ήχο που περισσότερο αγγίζει το drum’n’bass αλλά με πλεοτέρηση ηλεκτρονικών οργάνων. Ένα ακόμα project του, οι Hexaquart, στροβιλίζονται σε αέναους minimal techno-house κύκλους. Ένα τρίτο αυτοκινείται: View to the future.

Το A Strangely Isolated Place είναι απομακρυσμένο από το U.K. techno και πλησιέστερο στις mellow κυκλικές αναπτύξεις. Είναι ένας δίσκος εγκεφαλικός κι ανάλαφρος μαζί. Πολλοί συνάδελφοι από ευρωπαϊκά πιξελοχώρια λένε για τις αιθέριες ιστοπλοκίες των Cocteau Twins – και θα το δεχόμουν, εφόσον μιλάμε μόνο για τα λεπτουργήματα του Victorialand, πολλαπλασιασμένα όμως στη μέγιστη ταχύτητα… Ο παραλληλισμός με το μπητ των Βlack Dog ίσως είναι εξίσου παραπλανητικός. Πτερόεντα γυναικεία φωνίσματα (δε θα τα έλεγα φωνητικά, είναι σ’ ένα πρότερο στάδιο) -όπως αυτά της Judith Beck στο Clear Day – άλλοτε ενισχύουν το αιθέριο, άλλοτε κινδυνεύουν προς το new age ευπρόβλεπτο.

Η έφεση του Schnauss προς τα ψευδεπίγραφα πλην γοητευτικά σχήματα τύπου Chapterhouse και Slowdive είναι «δηλωμένη» απ’ τον ίδιο, ήδη από την διασκευή του Crazy For You των τελευταίων στο χορταστικό (όπως όλα της) προς τιμήν τους compilation της Morr Music, Blue Skied And Clear (2002). Σε στιγμές νοιώθεις πως οι μεν να κάνουν ψηφιακά αεροδυναμικά remix στους δε. Στο A Letter from Home σίγουρα πάντως αισθάνεσαι τον απόηχο της κιθάρας του Neil Halstead των Sl. Oι γοητευμένοι από τα υπνωτικότερα κομμάτια του Place συγκρίνουν με τις μελωδικότερες στιγμές των Βoards of Canada, Manitoba, Herrmann und Kleine. Οι κυκλικές πάλι φόρμες τροφοδοτούνται από τις καλύτερες Orbital και Moby τεχνικές – το Voodoo Child σχήμα του τελευταίου κινείται σε παράλληλους αλλά χορευτικούς παρακαμπτήριους ενώ ακόμα και τα καμπανίσματα του τέλους του Gone Forever θα σας θυμίσουν το Belfast των πρώτων.

Βυθισμένος σ’ αυτό τον αεικίνητο κόσμο γεμάτο λούπες και ονειρικά φευγαλέα περάσματα, προσπερνάς τα παλιομοδίτικα rhythm section του On My Own και αφήνεσαι μέχρι και τις τελευταίες στάσεις του τραίνου: από την ταμπλετολαγνεία των Blumenthal και Monday Paracetamol έως το εορταστικό σπινθηροβόλο τελείωμα. Το A Strangely Isolated Place είναι κι αυτό κυκλοφορημένο από την City Centre Offices, ένα άλλο όνομα που θυμίζει τις Central Services της εφιαλτικής πόλης του αλησμόνητου Brazil του Terry Gilliam και μια εταιρεία που κυκλοφορεί, μεταξύ άλλων, τους εφευρετικούς Remote Viewer, τους παιγνιώδεις Dictaphone, τους αέρινους Arovane, τους σκουροδιάθετους Xela.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

12
Μάι
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου

Το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης

Έχασα μια πατρίδα και δε με νοιάζει, τα νιάτα μου πέρασαν σαν αστραπή μέσα σε μάχες, εξορίες και φυλακές, αλλά ο τελικός απολογισμός με γεμίζει περηφάνια. Και ζω έντονα γιατί όλες μου οι ενέργειες, όλα μου τα όνειρα, όλες μου οι λαχτάρες, είναι γεμάτα από την παρουσία αυτού που μου λείπει: του Σέρχιο Λέιβα, το φίλου μου, του συντρόφου μου, του αδελφού μου. [σ. 181]

Το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της «δοκιμιακής» – μη μυθοπλαστικής γραφής αλλά και της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του Σεπούλβεδα, συνεπώς και της γενικότερης θεματολογίας της συγκεκριμένης συλλογής: οι κοινωνικοί αγώνες στέκουν δίπλα στις σπουδαίες προσωπικές σχέσεις, καθώς αμφότερα, άρρηκτα μεταξύ τους δεμένα, πλέκουν τη ζωή του ίδιου και των συντρόφων του. Το κομμάτι προέρχεται από το κείμενο Σύντομη ιστορία ενός άξιου ανθρώπου, από το οποίο και κλέψαμε τη φράση του τίτλου μας – το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης ενεργοποιείται βέβαια με την επέτειο των τριάντα χρόνων «από το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που σκότωσε για πάντα την χιλιανή δημοκρατία».

Ο Σεπούλβεδα ήταν 23 χρονών τη βροχερή 11η Σεπτεμβρίου 1973 και σήμερα γράφει εν θερμώ, στα 53 του πλέον, κοιτάζοντας για άλλη μια φορά τον κατάλογο των απωλειών του: εκεί πρώτος πρώτος βρίσκεται ο φίλος του Σέρχιο Λέιβα. Μαζί διέσχισαν την έρημο Ατακάμα στην καρότσα ενός καμιονιού, μιλώντας για το μέλλον που θα έφτιαχναν μόλις γίνονταν πολίτες μιας ελεύθερης ηπείρου. Ο ίδιος ο Βίκτορ Χάρα, ο μέγας ραψωδός του χιλιανού έπους του είχε εκφράσει την στενοχώρια του γιατί ο Λέιβα δεν ηχογραφούσε τα τραγούδια του παρά άφηνε το ταλέντο του μέσα στο τσαλακωμένο τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Αλλά ο Λέιβα είχε και γι’ αυτό απάντηση: πρώτα θα έφτιαχνε μια χαρούμενη όπερα όπου δεν θα υπήρχε λύπη ή στεναγμός.

Την ημέρα του πραξικοπήματος άρπαξε απ’ τους στρατιωτικούς ένα πεντακοσαράκι Φίατ αρματωμένο με πυροβόλα κι απ’ την ανοιχτή του στέγη τους σημάδευε με το μυδραλιοβόλο. Πολέμησε για πέντε μέρες, πήδηξε το φράχτη της αργεντινής πρεσβείας όπου κατάσχεσε τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων που είδε με μεγάλη έκπληξη στα χέρια των συντρόφων του, ξαναβγήκε στους αγώνες του δρόμου και όταν ετοιμαζόταν να πηδήξει έναν ακόμα φράχτη τον σημάδεψε ο χωροφύλακας Βιγιάλμπα. Μη στενοχωριέσαι αδελφέ, του είπε ο Λέιβα, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του, πυροβολείς και την κάνεις. Χρόνια αργότερα ο Σεπούλβεδα συνάντησε τον χωροφύλακα για να του πει ότι εκείνος σκότωσε τον αδελφό του. O στρατιώτης ήταν ένα ερείπιο – δυο χρόνια μετά την δολοφονία είχε χάσει το μυαλό του και διώχθηκε απ’ το σώμα.

Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στους σχολικούς χάρτες, αλλά στην αθέατη περιοχή των μεγάλων λησμονημένων που, εκτός απ’ τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, μιλούν χίλιες άλλες γλώσσες. Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στην υδρόγειο σφαίρα, αλλά στη σφαίρα της αβεβαιότητας. […] Αυτή η άλλη στεριά βροντοφώναζε πως υπήρχε χώρος για τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει πως αυτοί οι «πάντες» εποφθαλμιούσαν τον δικό της χώρο.  [σ. 10-11]

Στη διάρκεια των χιλίων ημερών της κυβέρνησης του Αγιέντε και του συλλογικού ονείρου, γράφει ο Σεπούλβεδα, «ανακαλύψαμε τον άλλον, αυτόν που ήταν εδώ πριν από μας, τους Λατινοαμερικανούς, κι επιστρέψαμε στους μαπούτσε [αυτόχθονες της Χιλής] ένα μέρος απ’ την κλεμμένη γη τους». Ο συγγραφέας προβληματίζεται για την «αβέβαιη» πατρίδα της Λατινικής Αμερικής, της οποίας έχουν κλέψει ακόμα και το όνομά της και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει μόνο ως επικράτεια «αποκλεισμών, απειλών, διαφθοράς, εισβολών, στρατιωτικών και τραπεζικών πραξικοπημάτων, διαρπαγών και καπιταλιστικού κυνισμού».

Οι σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (δηλαδή σε κάθε χρόνο κι εποχή) γράφτηκαν σε τρία μαύρα σημειωματάρια moleskin από τον Ιανουάριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004 και διατρέχουν ολόκληρο το σύμπαν του Σεπούλβεδα, από την εξέγερση των ιθαγενών του Τσιάπας («Δεν εξεγέρθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία, αλλά για να πουν: υπάρχουμε») και το παλαιστινιακό ζήτημα μέχρι την κινηματογραφική ταινία που γύρισε κάτω απ’ τη βροχή αλλά και τον εκτυφλωτικό ήλιο των Άνδεων, με τρία βαγόνια επιβατηγού τρένου ως καμαρίνια, δυο φορτηγά ως τροχήλατα κελιά που και τους φίλους που έπαυαν να είναι φίλοι και άρχισαν να γίνονται ένα μέρος της ιστορίας του, της φρικτής ιστορίας τόσων χιλιανών … [Nowhere, 2001, βασισμένη σε δικό του διήγημα].

Ο Σεπούλβεδα διαπιστώνει πως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων δεν φορούν στολές και δεν ανήκουν σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές και πως το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάντησε να λύνεται με …αποζημιώσεις, ενώ βλέποντας στις ΗΠΑ να έχουν εξαφανιστεί οι φωτογραφίες των νεκρών που απανθρακώθηκαν στην ιρακινή έρημος κατά την επιχείρηση «Θύελλα της ερήμου» αλλά και γενικότερα οι εικόνες από τους πολέμους του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν να μην υπάρχουν σε κανένα αρχείου του Τύπου και να έχουν σβηστεί από το διαδίκτυο, είναι πλέον απόλυτος: η μοίρα των νεκρών είναι η μοναξιά και η λήθη.

Στο κάτω κάτω γι’ αυτό γράφω: για να γνωρίζομαι με ομοιοπαθείς.

Ο λόγος και η γραφή έχουν βέβαια κυρίαρχη θέση στις σκέψεις του Χιλιανού, που ομολογεί για άλλη μια φορά πως δεν μπορεί να έχει άλλη πατρίδα από τη γλώσσα του, καθώς οι λέξεις «πατρίδα», «κοιτίδα», «γενέτειρα», ή είναι συνώνυμα ενός τόπου γιορτινού και χαρούμενου, ή μια σειρά φθόγγων χωρίς νόημα. Τα λόγια και ο λόγος αναφέρονται στην κοινοτοπία και το μπανάλ του σύγχρονου λόγου, ένα μπανάλ που τείνει να διαστρέφει το πραγματικό βάρος των λέξεων γιατί αισθάνεται την απειλή της τάξης που εγκαθιστούν οι λέξεις, καθώς και του κατ’ εξοχήν καρπού τους, του Λόγου, που μας φυλάει απ’ το να πέσουμε στην άβυσσο, μας βοηθάει να είμαστε γενναίοι μπροστά στις αντιξοότητες και να δυσπιστούμε στον πρώτο κανάγια που προσπαθεί να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στις Μνήμες ισπανικών εξομολογείται πως για τον ίδιο δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από μια σύναξη ισπανόφωνων που μαζεύονται απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Το να διαπιστώνεις ότι ο ανεξάντλητος γλωσσικός τους θησαυρός έδεσε μια χαρά με τις σύγχρονες πραγματικότητες και η ενσωμάτωση ακόμα και αμερινδικών εκφράσεων, του γεννά την ευτυχή αίσθηση πως ανήκει σε μια κουλτούρα που δεν τη βρίσκεις στα μουσεία, αλλά σε μια κουλτούρα του σήμερα, που διαμορφώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε μια εξαίσια, αέναη συγκολλητική διαδικασία. [σ. 19-23]

Ένα δισέλιδο κείμενο αφιερώνεται στον Ρομπέρτο Μπολάνιο και στα συναισθήματά του στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Εδώ αντιδιαστέλλεται ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας που έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί μια επώδυνη αλήθεια πως δεν έλαβε ποτέ μέρος φανερά, πανηγυρικά, στους αγώνες που έδωσε η γενιά του για αλλαγή της χιλιανής κοινωνίας με τον «μεγάλο προβοκάτορα» Χ.Λ. Μπόρχες. Και το πιο προσωπικό κομμάτι του τόμου (Παιδικά χρόνια) διασώζει τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του προς τον ίδιο: Μη στενοχωριέσαι. Όταν ήμουν στη φυλακή της Αλμερίας, ορκίστηκα να ζήσω, όχι για να δω τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. [σ. 220]

Εκδ. Opera, 2004, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 245, με δεκασέλιδες σημειώσεις [Luis Sepúlveda, Moleskin, 2004]

Δημοσίευση και σε mic.gr




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 216,429 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 61 other followers