Αρχείο για Ιανουαρίου, 2009

28
Ιαν
09

Paul Buhle & Nicole Schulman (επιμ.) – Wobblies! Μια εικονογραφημένη ιστορία των βιομηχανικών εργατών του κόσμου

Προσευχηθείτε για τους νεκρούς αλλά αγωνιστείτε λυσσαλέα για τους ζωντανούς (Joe Hill)

Μια περίφημη κόμικς συλλογή κι ένα υπόδειγμα του πώς θα έπρεπε να “μαθαίνουμε” την Ιστορία: εικονογραφημένη από την πένα πολλών και διαφορετικών σχεδιαστών, με καρέ, σκίτσα, χαρακτικά, αφίσες και κάθε είδους έντυπη καλλιτεχνική έκφραση.
Με σύντομα κατατοπιστικά κείμενα με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, από τη μία, με την ιστορική αφήγηση να εστιάζει στην ζωή και των καθημερινών ανθρώπων από την άλλη.

Οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου / Industrial Workers of the World / IWW (ίδρυση 1905) πήραν υπό τη σκέπη τους όλους τους εργάτες οποιασδήποτε φυλής και ομάδας (μην ξεχνάμε πως στις αρχές του 20ού αιώνα στην Αμερική εργάζονταν εκατομμύρια Ευρωπαίοι μετανάστες αλλά και γηγενείς, Μεξικανοί, Ινδιάνοι κ.ά.) και εξελίχθηκαν σε κάτι πολύ ευρύτερο από οργάνωση, συνδικάτο ή κίνημα. Γνωστοί με το παρατσούκλι Wobblies, όνομα τόσο κωμικό όσο και η στάση που είχαν απέναντι στη ζωή, δημιούργησαν, εκτός από τις αυτονόητες πολιτικές τους πράξεις, και έναν ολόκληρο εργατικό πολιτισμό με μουσική, τραγούδια (και το περιβόητο The Little Red Songbook), ποίηση, λογοτεχνία, θέατρο, δράσεις και στάσεις ζωής. Διεθνιστές ενάντια στο «αμερικανικό όνειρο», ενσάρκωσαν τον ζωντανό μύθο της hobohemia («κουλτούρα των περιπλανώμενων»), οργανώνοντας ακόμα και πανεπιστήμια για ανέστιους και ζώνες ελεύθερης έκφρασης στις πλατείες και υποστηρίχτηκαν από σπουδαίους αμερικανούς λογοτέχνες, όπως ο Τζον Ντος Πάσος ή ο Άπτον Σίνκλερ (το περίφημο Πετρέλαιο του επανεκδόθηκε πρόσφατα) που συνελήφθη επειδή διάβαζε αποσπάσματα από κείμενό τους

Το συλλογικό αυτό έργο χωρίζεται σε έξι μεγάλα μέρη, με αντίστοιχη εισαγωγή και σειρά σχεδίων από σαράντα σχεδόν εναλλακτικούς σκιτσογράφους της Αμερικής, μεταξύ των οποίων οι Peter Kuper, Harvey Pekar, Seth Tobocman, Trina Robbins, Spain Rodrigquez, Sabrina Jones, Sue Coe, Mike Alewitz και Fly (δημιουργός του περίφημου PEOPs (2003), συλλογής 200 περίπου πορτρέτων ανθρώπων με τις ιστορίες τους). Περιλαμβάνει ειδικό κείμενο για την τέχνη της ΙWW – ανιχνεύοντας τις ευρύτερες επιρροές τους από τον William Morris και την Kathe Kollwitz, στην Emma Goldman, την Ισαντόρα Ντάνκαν και τους Ντανταϊστές – και την μουσική τους (έγραψαν μερικά από τα πιο συγκινητικά και αστεία σατιρικά τραγούδια για εκμεταλλευτές και πρόθυμους σκλάβους), βιογραφικά σημειώματα καλλιτεχνών και συγγραφέων και πλήρη έντυπη και διαδικτυακή βιβλιογραφία.

Η τεράστια διαφοροποίηση μεταξύ των σχεδιαστών (φανταστείτε κάθε τεχνοτροπία, από εξπρεσιονιστικά έως «καρτουνίστικα» σχέδια, από ρεαλιστικά κομψοτεχνήματα έως «καρβουνιασμένα» πλάνα και βινιέτες αφηρημενης τέχνης) συνδυάζεται με την αντίστοιχη θεματολογική ποικιλία: βιώνουμε τις καταστάσεις μέσα σε εργοστάσια, ναυπηγεία, βιοτεχνίες, σιδηροδρομικές γραμμές, εργοτάξια και στα απλά σπίτια, παρακολουθούμε δίκες, διαδηλώσεις, απεργίες, ομιλίες, φυλακίσεις, βλέπουμε εικόνες που «λένε» τα πάντα και στεκόμαστε σε μικρές εικονο-βιογραφίες σπουδαίων αντρών και γυναικών που δεν μάθαμε ποτέ για την αγωνιστική τους ιστορία.

Το συλλογικό αυτό λεύκωμα δημιουργήθηκε υπό την επιμέλεια των Πολ Μπιλ (καθηγητής Ιστορίας και Αμερικανικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Μπράουν και ιδρυτής του περιοδικού Radical America και επιμελητής της Encyclopedia of the American Left) και Νικόλ Σούλμαν (καλλιτέχνης, μέλος της εκδοτικής ομάδας του World War III Illustrated) και αποτελεί απερίφραστα την πιο ενδιαφέρουσα κόμικς κυκλοφορία του 2008 στην χώρα μας. Συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό του Chomsky (ο πατέρας του οποίου ήταν μέλος των Wobblies) για το έργο και απορώ πώς αυτό το βιβλίο δεν έχει γίνει ανάρπαστο από κάθε ανήσυχο πολιτικοποιημένο πρόσωπο, είτε υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης είτε όχι. Πρέπει να ψάχνουμε και λίγο, έτσι;

Σημ. Ο Joe Hill του παραθέματος υπήρξε πιθανώς ο πιο γνωστός τραγουδιστής του κινήματος. Θυμηθείτε τους στίχους I dreamed I saw Joe Hill last night / Alive as you and me / Says I, “But Joe you’re ten years dead,” /“I never died,” says he / “I never died,” says he, γραμμένους το 1925 από τον ποιητή Alfred Hays, που τους αγαπήσαμε από τους Dubliners (Joe Hill).

Συντεταγμένες: Εκδόσεις ΚΨΜ, 2008, μτφ. Κατερίνα Χαλμούκου, πρόλογος: Δημήτρης Γκόβας, σελ. 323 (Wobblies! A graphic history of the industrial workers of the world, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: Paul Buhle, Joe Hill.

26
Ιαν
09

the Peth – The Golden Mile (Strangetown, 2008)

 

Δύο φίλοι συζητάνε σε μια παμπ στο Κάρντιφ. Υπάρχει περίπτωση το αντικείμενο της κουβέντας τους να φτάσει μέχρι τα αυτιά μας; Είστε σίγουροι πως όχι;

Θυμάστε τον παροιμιώδη Άγγλο συγκάτοικο του Hugh Grant στο Notting Hill; Είναι ο Rhys Ifans, αρχικός τραγουδιστής Super Furry Animals, προτού τον αντικαταστήσει ο Gruff Rhys κάτω από τα δοκάρια του Ουαλλικού τους σταδίου. Ο Ifans έφυγε για να αφοσιωθεί στην δραματική τέχνη, και νάτον τώρα σε ένα πρότζεκτ βασισμένο σε μια ιδέα που εκτοξεύτηκε σε μια παμπ πίνοντας με τον Dafydd Ieuan (ντράμερ των SFA). Ένας δίσκος που παραπέταξε όλη η «κριτική», κοροϊδεύοντας το παρεΐστικο στιλ του και τις φανφαρόνικες στιγμές του.

Όμως το Golden Mile προσωπικά με αιφνιδίασε θετικά, ως ένα πάρα πολύ διασκεδαστικό σύνολο. Καταρχήν, τίποτα δεν μου θύμισε περισσότερο το πνεύμα των …The Times, ιδίως της τελευταίας περιόδου τους, όσο τούτο εδώ. Όπου κάθε τραγούδι διέφερε από το αμέσως προηγούμενο, επιθυμώντας να αποτελέσει παρωδία της διάκρισης των ειδών.

Αυτή η παρωδιακή διάθεση φαίνεται από την αρχή, με το Half A Brain: space-funk κουπλέ, hard rock ρεφραίν. Λίγο αργότερα απλώνεται γκλάμ γλάσο πάνω σε γνώριμη Super Furries ζύμη (Shoot On Sight). To πρώιμο στιλ των τελευταίων αναμενόμενα ανακυκλώνεται στο Let’s Go Fucking Mental. Η αριστοτεχνική μετάβαση σε ψυχεδελικό freak-άρισμα Rolling Stones με Blossom Toes πραγματοποιείται στο υπ’ αριθ. 69 Fanny Street – που θα ήταν το highlight του δίσκου, αν δεν ακολουθούσε το Honey Take A Bow, άριστο αντιγραφικό των γκοσπελικών μπαλλαντών του Jason Pierce of the Spiritualized.

Η έφεση στις κλασικές βρετανικές φόρμες τύπου The Who (Turbotank και Sunset Veranda) είναι εμφανής, η γονυκλισία του τελευταίου στο Baba O’Riley είναι παροιμιώδης, τα γονίδια δεν ξεχνιούνται. Το Stonefinger μιλάει στα ίσια κι απροκάλυπτα με All the Yound Dudes του David Bowie. Αν η Νάντια μου έβαζε το Last Man Standing στην «Ανοιχτή Ακρόαση», θα της έλεγα, ασυζητητί, Status Quo. Όσο για το ομώνυμο, θυμίζω μόνο πως το διαμάντι οι Times το άφηναν για το τέλος.

Αυτοί είναι λοιπόν οι Peth (η λέξη στα ουαλικά λεξικά ερμηνεύεται ως thing), 5 νοματαίοι που σχηματίστηκαν σαν πρόφαση να βρεθούν μαζί στο στούντιο – εξ ου και η διετία ηχογράφησης – και σκάρωσαν έναν μεθυσμένο φόρο τιμής στο ροκ που αγάπησαν ή θέλησαν να παίξουν χωρίς ποτέ να το καταφέρουν. Το Χρυσό τους Μίλι, (: η απόσταση ανάμεσα στο στούντιο και την περιοχή Grangetown του Cardiff, όπου συνέβησαν όλες οι ιστορίες που διηγούνται στους στίχους τους), παίρνει ασφαλώς τη θέση του δίπλα στην υπόλοιπη – άνιση έτσι κι αλλιώς – δισκογραφία των Furries. Η προφανής καταδιασκέδασή τους, μεταφέρεται και σ’ εμάς: όλοι το γλεντάμε εδώ και πάνω απ’ όλους ο Ifans που είχε και μια γερή ερωτική απογοήτευση! Έτσι πρέπει!

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Φωτογραφίες: 1. Ράις Υποκρινόμενος (από την ταινία Come Here Today), 2. Ακόμα και τέτοια μέρη απόλυτης Καρντήφειας εμπνέουν ιδέες!

Για όσους είναι αδύνατο να μη συνοδεύσουν με βιβλίο: Guy Davenport, The Cardiff Team. Ten Stories. (New Directions, New York, 1996).

25
Ιαν
09

Λογοτεχνείο, αρ. 3

Τζόναθαν Κόου, Τι ωραίο πλιάτσικο!, εκδ. Πόλις, 1997, μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σ. 154 ( Jonathan Coe, What a carve up!, 1994)

Αποφάσισα να υιοθετήσω μια αυστηρή τακτική με τη λέξη «νοσοκομείο». Η λέξη αυτή δεν επιτρέπεται πια στις συζητήσεις: στο εξής, τα αποκαλούμε «μονάδες παροχής». Κι αυτό γιατί μοναδικός σκοπός τους, στο μέλλον, θα είναι να παρέχουν υπηρεσίες τις οποίες θα αγοράζουν απ’ αυτά οι Υγειονομικές Αρχές και οι γιατροί μέσω συνομολογημένων συμβολαίων. Το νοσοκομείο γίνεται κατάστημα, η περίθαλψη γίνεται εμπόρευμα, τα πάντα λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες των επιχειρήσεων: να παράγεις πολύ και να πουλάς φτηνά. Η υπέροχη απλότητα αυτής της ιδέας με αφήνει άναυδο.

 Στην ημερήσια διάταξη ήταν επίσης η δημιουργία εσόδων. Δεν βλέπω για ποιο λόγο οι μονάδες παροχής να μη χρεώνουν τους επισκέπτες με τέλη στάθμευσης, για παράδειγμα. Επίσης πρέπει να παρακινηθούν να μισθώνουν τα κτίριά τους σε καταστήματα λιανικής. Είναι ανόητο να παραμένουν κενές όλες αυτές οι κλειστές πτέρυγες, όταν μπορούν να μετατραπούν σε μαγαζιά που θα πουλάνε λουλούδια, φρούτα ή ό,τι άλλο αγοράζουν συνήθως όσοι επισκέπτονται κάποιον άρρωστο. Χάμπουργκερ, ας πούμε. Ή μικρομπιχλιμπίδια και σουβενίρ.

Στον Γιώργο Κορδομενίδη

22
Ιαν
09

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16 (χειμώνας 2009). Ψηφιακός λόγος

 

Κυβερνήτες του βιομηχανικού κόσμου, κουρασμένοι γίγαντες της σάρκας και του ατσαλιού, έρχομαι από το κυβερνοχώρο, το καινούργιο σπίτι του πνεύματος. Εκ μέρους του μέλλοντος, ζητώ από εσάς που ανήκετε στο παρελθόν να μας αφήσετε ήσυχους. Δεν είστε ευπρόσδεκτοι ανάμεσά μας. Δεν έχετε καμία ισχύ εκεί που συχνάζουμε….

Με τις φράσεις του John Perry Barlow από την περίφημη “διακήρυξη της ανεξαρτησίας του κυβερνοχώρου” (1996) ξεκίνησε ο συνεργάτης τού Reality-Tape την παρουσίαση του τεύχους στη σχετική εκδήλωση.

Επιτέλους, ένα ζήτημα που όλοι συζητούσαν και κανείς δεν έκανε το βήμα να εκθέσει, αγγίζεται σε ένα ευρύ αφιέρωμα: λογοτεχνία και ηλεκτρονικά μέσα. Με ποιο τρόπο οι νέοι δρόμοι του άυλου επηρεάζουν την σύγχρονη λογοτεχνία; Η εξειδικευμένη στο θέμα Τιτίκα Δημητρούλια (που έχει την επιμέλεια του Φακέλου, μαζί με την Μπέκη Μπλουμ) εξετάζει το θέμα από την πλευρά του συγγραφέα, του αναγνώστη και του ίδιου του κειμένου, καθώς και την ψηφιοποιημένη λογοτεχνία.

Ακολουθούν κείμενα για την ηλεκτρονική λογοτεχνία, τις ψηφιακές βιβλιοθήκες, την πνευματική ιδιοκτησία, το μυθιστόρημα του κινητού (που ανθεί στη Ιαπωνία), αυτοπαρουσιάσεις ηλεκτρονικών (λογοτεχνικών) περιοδικών και βιβλιοφιλικών ιστολόγίων, μια έρευνα του Δημήτρη Αθηνάκη για τις σελίδες των ελλήνων λογοτεχνών στο διαδίκτυο (βάσεις δεδομένων, fan clubs ή στεγνή πληροφορία;), συζητήσεις και σελίδες από bloggers.

Στέκομαι ενδεικτικά σε δύο: στο εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του προαναφερθέντα συνεργάτη με τίτλο The Internet Pastoral. Μαθαίνουμε για τον Barlow, πρώην στιχουργό των Grateful Dead, κτηνοτρόφο από το Wyoming, παιδί των αυθεντικών 60’s, που έγκαιρα είδε το διαδίκτυο ως ένα λειτουργικότατο άναρχο οικοσύστημα και σκάρωσε το EEF, μια ταχείας δικαστικής επέμβασης για την προάσπιση των «θεμελιωδών δικαιωμάτων του κυβερνοχώρου», ενώ από άλλη κατεύθυνση μας έρχεται ο Larry Lesig (Code and Other Laws of Cyberspace), δημιουργός του Creative Commons, ενός εναλλακτικού συστήματος διαχείρισης πνευματικής ιδιοκτησίας.

Από την άλλη, οι Ρόμπερτ Λόουελ, Σάλμαν Ράσντι, Ζέιντι Σμιθ, Τζόναθαν Φρέινζεν, Μάργαρετ Άτγουντ, Τι Σι Μπόιλ και άλλοι λογοτέχνες ή μη μας αποκαλύπτουν πώς διαχειρίζονται τις ηλεκτρονικές επιστολές των αναγνωστών τους («Λογοτεχνικές επιστολές χαμένες στον κυβερνοχώρο»). Σχετικά διηγήματα προσφέρουν οι Δημήτρης Σωτάκης (Ηλεκτρονικός πατέρας) Δημήτρης Μαμαλούκας (Solo has no friend), Δημήτρης Γκενεράλης (Μπλογκ Νουάρ), Ξενοφών Μπρουντζάκης (Αμερικάνικα Χριστούγεννα), Ηρώ Νικοπούλου (Η τελευταία εντολή) κ.ά. Στο τέλος, τα (δε)κατα μας εύχονται ευτυχισμένο το 2019. Τι άλλο να περιμέναμε από ένα περιοδικό που θέλει να μας πηγαίνει δέκα χρόνια μπροστά;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Φωτογραφία: John Perry Barlow. Η περίφημη διακήρυξη εδώ.  Πανδοχείο ευχαριστεί Reality Tape. 

 

21
Ιαν
09

Portugal. The Man – Censored colors (Equal Vision, 2008)

 

Για τρίβιαλ: καταγωγή από Wasilla, Alaska (από εκεί δεν είναι η ημίχαζη διοπτροφόρος με τις καραμπίνες που ονειρευόταν να κυβερνήσει τις ΗΠΑ;), βάση σε Portland, Oregon, σχηματισμός από πρώην μέλη των Anatomy of a Ghost, τρίτος δίσκος μετά τα Waiter! “Your vultures” (2006), Church Mouth (2007), απομάκρυνση από την Fearless και δημιουργία του δικού τους label Approaching Air Balloons, υπό τη στέγη της Equal Vision.

Σε γενικές γραμμές: Ενδιαφέρουσα πολυτροπική ειδολογική ακροβασία.

Σε 25 γραμμές: Ο John Gourley διαθέτει φωνητική γκάμα αρκετών ειδών με αποτέλεσμα να φτάνει στο σημειο να την υπερχρησιμοποιεί. Για παράδειγμα, είναι στο στοιχείο του στο Lay Me Back Down (δύο μέρη γκόσπελ, ένα μέρος ροκ) ή στα σημεία που τραγουδάει σα να συμμετέχει σε ροκ όπερα ή μοντέρνο μιούζικαλ, αλλά μας εκνευρίζει στις soul ακροβασίες του, γιατί απλούστατα τραγουδάει μοταουνίστικο φαλτσέτο ως λευκός (Created, New Orleans). Στo επικό 1989 δυσκολεύεται φωνητικώς να επιλέξει μεταξύ T. Rex, Jeff Lynne και Roger Waters, ενώ το καταληκτήριο Our Way δεν έχει τέτοια διλήμματα: George Harrison shows the way.

To Colors είναι απ’ τα καλύτερα τραγούδια του 2008: ένα ψυχεδελικό αριστούργημα που ολισθαίνει σε freak – folk έπος ή απλώς ένα κομμάτι να το χορέψεις “μπλουζ” με τον εφηβικό σου έρωτα (ή, τώρα που το σκέφτομαι, με όλα αυτά τα ατρόμητα λόγια του τύπου “τώρα δεν φοβάμαι να πεθάνω”, φανταστείτε τι ύμνος μπορεί να γίνει αυτό για εκείνες τις αμερικάνικες αιρέσεις…) Ορισμένες φορές πραγματικά μοιάζουν να ξεπορτίζουν από το παρελθόν: όπως το απόλυτα Ζεππελινικό Out And In And In And Out ή το Never Pleased με κήμπορντς που να παίζεται από έναν Μάνζαρεκ στα νιάτα του.

Οι Portugal. The Man σαφώς παίρνουν από την παλέτα του 69-73 μεταιχμίου, τότε που η ψυχεδέλεια φλέρταρε με τον προγκρεσσιβισμό (προτού καταφέρει στο τέλος την αποπλανήσει), δεν κομπλεξάρονται με ομαδικά φωνητικά, πνευστά και έγχορδα, κρατάνε την ποπ τύπου Zombies, προσθέτουν σε μικρές δόσεις πειραματικά στοιχεία και δημιουργούν τέλος πάντων ένα μάγμα που οι ίδιοι αποκάλεσαν heavy mellow.

Για συλλέκτες άχρηστων πληροφοριών: Το πλήρες όνομά τους ήταν Portugal. The Man and the Approaching Air Balloons, επηρεασμένο από κάποιες φράσεις του David Bowie για την διάρκεια της φήμης που ξεπερνά εκείνη της ζωής.

Πρώτη δημοσίευση: κάπου εκεί.

18
Ιαν
09

Περιοδικό Κ (Κριτική), τεύχος 16 (Ιούνιος – Δεκέμβριος 2008)

 

Εμάς οι ευκολίες συχνά μας τρομάζανε / τόσο πού μεγάλη σημασία δώσαμε στη ζωή.

Ακριβές στην ώρα του ένα ακόμα όχημα Κριτικής Λογοτεχνίας και Τεχνών, στην συνήθη χορταστική εξαμηνιαία του διαδρομή, τη δεύτερη για το 2008, πάντα με μοναδική για τα δεδομένα μας αισθητική εμφάνιση (δεν υπάρχει σελίδα που να μην έχει στο κάθετο ¼ της σχετικές μαυρόασπρες φωτογραφίες και παραθέματα). Στην τιμητική θέση, μπροστά μπροστά, η υπέροχη Μέλπω Αξιώτη εκείνο το κράμα νησιώτικης ψυχής, φλογισμένης ακτιβίστριας και εξόριστης ταξιδιώτισσας στις «λαϊκές δημοκρατίες».

 Η γραφή της ήταν αναμφίβολα μοντερνιστική, συνδύαζε τα υλικά του ντοκιμαντέρ με ποικίλους πειραματισμούς τεμάχιζε τους χρόνους, πολλαπλασίαζε τις οπτικές γωνίες, μιλούσε ξεκάθαρα μέσα στο έργο της για την αγωνία του έργου της (κι όλα αυτά στην δεκαετία του 30!), προτού βουτήξει στις δικές της εκδοχές για τον υπερρεαλισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Παρίσι, Δρέσδη, πρώην Ανατολικό Βερολίνο, Βαρσοβία, Βουλγαρία, 1905 – 1973, φαντάζομαι την δωρική της μορφή αρχικά, το σκαμμένο προσωπείο της αργότερα, να αγωνίζεται να μεταπλάσει τις ταλαιπωρίες της σε πνευματική θερμότητα.

Η Μαίρη Μικέ παρουσιάζει ένα ανέκδοτο μυθιστόρημά της και οι Κώστας Μαυρουδής, Αλέξανδρος Αργυρίου, ο συντοπίτης της Παναγιώτης Κουσαθανάς και άλλοι υπογράφουν τις προσκλήσεις για τον κόσμο εκείνης που ζώντας στα όρια της ανέχειας έγραφε σπαρακτικά …βρέθηκα στους δρόμους της αβύσσου, να μείνω πάλι στους δρόμους, χωρίς στέγη…

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα μελετήματα αποτελούν, ακόμα, «Η μουσική, το τραγούδι και ο χόρος στο λογοτεχνικό έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου», μια από τις λίγες περιπτώσεις τέτοιας θεματικής προσέγγισης, και μια πτήση πάνω από την άξενη ενδοχώρα ολόκληρου του έργου του Ανδρέα Μήτσου. Ευκόλως εννοούμενα και τα υπόλοιπα γνώριμα: λογοτεχνία, θέατρο, κριτικές κλπ.

Όσο για μας, μακάρι να βρούμε κάποτε το χρόνο να χορέψομε και πάλι με την Μαρία, να δούμε με τις δικές της ματιές τον Εικοστό Αιώνα, να συζητήσουμε πίσω από ένα σφαλιστό νησιωτικό παράθυρο με την Κάδμω

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

18
Ιαν
09

Λογοτεχνείο, αρ. 2

Ορχάν Παμούκ, Η καινούργια ζωή, εκδ. Ωκεανίδα, 1999, μτφ. Στέλλα Βρετού – Σοφιανίδου, σ. 73-74. (Orhan Pamuk, Yeni Hayat, 1995)

Πέρασα ογδόντα εννιά νύχτες στα καθίσματα λεωφορείων, χωρίς ν’ ακούσω το χτύπημα αυτής της ευτυχισμένης ώρας στην ψυχή μου. Μια φορά, ύστερα από ένα απότομο φρενάρισμα, πέσαμε πάνω σ’ ένα φορτηγό φορτωμένο κοτόπουλα, αλλά δεν άνοιξε μύτη όχι μόνο νυσταγμένου επιβάτη, αλλά ούτε κι ενός ζαλισμένου κοτόπουλου. Μια άλλη νύχτα, όταν το λεωφορείο μας, πάνω στην παγωμένη άσφαλτο, γλιστρούσε γλυκά γλυκά προς τον γκρεμό, κάποια στιγμή από το παγωμένο παράθυρό μου ένιωσα τη λάμψη της άμεσης επικοινωνίας με τον Θεό και ήμουν έτοιμος ν’ ανακαλύψω με πάθος το κοινό μυστικό της ύπαρξης, του έρωτα, της ζωής και του χρόνου, όταν το παιχνιδιάρικο λεωφορείο στάθηκε κρεμασμένο στο σκοτάδι του κενού.
Η τύχη, είχα διαβάσει κάπου, δεν είναι τυφλή, αγράμματη είναι. Η τύχη, σκέφτηκα, είναι η παρηγοριά όσων δεν ξέρουν από στατιστικές κι από πιθανότητες. Κατέβηκα από την πίσω πόρτα στο έδαφος, από την πίσω πόρτα επέστρεψα στη ζωή, από την πίσω πόρτα βρέθηκα στους σταθμούς, στη φασαριόζικη ζωντάνια των σταθμών. Φιστικάδες, κασετοπώληδες, παπατζήδες, θείοι με βαλίτσες στα χέρια, θείες με πλαστικές σακούλες, καλημέρα. Για να μην αφήσω το πράγμα στην τύχη, έψαχνα να βρω τα πιο παλιά λεωφορεία, διάλεγα τους πιο φιδογυριστούς ορεινούς δρόμους, στα καφενεία του προσωπικού έβρισκα τους πιο νυσταγμένους οδηγούς των γραμμών.

Στον Γιώργο Χρονά

16
Ιαν
09

The Dears – Missiles (Dangerbird, 2008)

 

Οι δίσκοι που βγαίνουν μέσα από μια καταστροφή έχουν το ενδιαφέρον τους. Γιατί μόνο καταστροφή μπορεί να θεωρηθεί η αποχώρηση των 5/7 μιας μπάντας στα απόγειά της, κατά τη διάρκεια μάλιστα της δημιουργίας ενός νέου δίσκου. Μιλάω για το ενδιαφέρον να ακούσει κανείς πώς καλλιτεχνείται όλη αυτή η ψυχολογική μεταιχμιακή φάση αλλά και κατά πόσο αποδίδει εμπνευσμένη μουσική. Να τοι λοιπόν οι εναπομείναντες Dear σύζυγοι Murray Lightburn και Natalia Yanchak στην επιφάνεια με νέα επτάδα, για να δικαιώσουν τον αυτοκόλλητο τίτλο που τους ακολουθεί από τις αρχές τις δισχιλιετίας: των ιδανικών dark-pop ενορχηστρωτών. Είναι άραγε οι βαριές προσδοκίες του ή η δύσκολη συγκυρία που οδήγησε σε ένα δίσκο τόσο…

… αμήχανο, μουδιασμένο, γλυκόπικρο, α-ταχύτητο; Τι είναι το Missiles εκτός από μια καλοδουλεμένη δεκάδα μεγάλης διάρκειας και υψηλής σουρουπιαστής (συνδυασμός σιροπιού και σούρουπου) μελαγχολίας; Ένας δίσκος άνισος, χωρίς τις εκρήξεις και τα ανεβάσματα του παρελθόντος, ατμοσφαιρικός (μοιάζουν να εμπνέονται από περιβάλλοντα τύπου Sheffield ή Nottingham παρά απ’ το Montreal της καταγωγής τους), με σκεπτικιστική, ενίοτε μελαγχολούσα διάθεση και με βεβιασμένη στιχουργική απλοϊκότητα.

Για παράδειγμα: τα ασημένια ριφφς και οι παρακαμπτήριες του σαξοφώνου του Disclaimer, μαζί με την ελαστικοποιημένη του εισαγωγή, αντανακλούν το είδος της ορχηστρικής ποπ των Blue States. To ελκυστικό Dream Job με το διεισδυτικό του πιανάκι, τον Perry Blake. Το Lights Off θα ήταν ό,τι αισθαντικότερο, αν παρέμενε στην αρχική του μορφή και δεν διολίσθαινε σε ένα διαφορετικό τρακ – radiohead αντίγραφο και σε ένα ακόμα χειρότερο κιθαριστικό …. σόλο (!). Παρομοίως, η όμορφη μπαλάντα Missiles παραθυμίζει Thom Yorke και προγόνους.

Ο βραδύκαυστος επίλογος του Saviour θα μπορούσε και χωρίς την παιδική χορωδία ή την 11λεπτη διάρκειά του. Γενικώς υπάρχει μια ρυθμική ακαταστασία (άλλα κομμάτια ξεκινούν γρήγορα και καταλήγουν αργόσυρτα κι άλλα ξεκινούν σαν περίφημες μπαλάντες και επιταχύνονται αστόχως – βλ. τα προαναφερθέντα Lights Off και Missiles αντίστοιχα). Στα ενδιάμεσα, ενδιαφέροντα wannabe ποπ επάκια μοιάζουν να ψάχνουν τη φωνή ενός Ian McCulloch ή Anthony Reynolds. Οι διάφορες συσχετίσεις με Damon Albarn, Stills, Snow Patrol, έως και … Smiths και U2, που διαβάζω στα reviews πρώην και νυν φίλων τους, δεν με βρίσκουν σύμφωνο – για την ακρίβεια με εκπλήσσουν, αλλά τις συμπεριλαμβάνω στα επιχειρήματά μου για την σύγχυση των ιδίων, που επεκτάθηκε και στους περιγράφους τους!

Οι missiles πέφτουν κατακόρυφα στο γέρμα του δίσκου. Το Crisis 1 & 2 αποτελείται κι αυτό από δυο διαφορετικά άσχημα κομμάτια που λες και αμφότερα αντανακλούν την κρίση που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι. Αν αυτός ήταν ο πρώτος δίσκος ενός νεόκοπου σχήματος από το Coventry, θα ήταν αστραφτερός και ελπιδοφόρος – είναι όμως αλλιώς όταν προέρχεται από Dears με τόσα εκ μέρους τους τάματα και παρατεταμένο πια χρόνο ελπιδοφορίας. Ίσως πάλι όλα εξηγούνται από το ότι τα περισσότερα τραγούδια σχεδιάζονταν για ένα σόλο δίσκο του Lightburn.

Ας πούμε πως παραμένει ιδανική ποπ για την ώρα του λυκόφωτος. Αλλά περιέχοντας μέσα της τον κίνδυνο να δικαιώσει τον χαρακτηρισμό της με διαφορετικό νόημα: ιδανική ποπ για την ώρα του δικού τους λυκόφωτος: δεν τους βλέπω να συνεχίζουν για πολύ, κυριολεκτικά ή δημιουργικά.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
13
Ιαν
09

Micah P. Hinson and the Red Empire Orchestra – S/T (Full Time Hobby, 2008)

Χρεωκοπημένος, άστεγος, φυλακισμένος, εθισμένος σε φάρμακα και ναρκωτικά: ορισμένες από τις ιδιότητες που ενδύθηκε ο Micah P. Hinson πριν τα 25 του. Ο Hinson έφυγε έφηβος από την αυστηρή χριστιανική του οικογένεια στα Μεμφισ-τοφελικά τοπία, περιπλανήθηκε στις νύχτες του Τέξας, εισήχθη στον ναρκωτικό κόσμο από την φιλενάδα του, αποκληρώθηκε εν τέλει από τους δικούς του (προφανώς της γνωστής συνομοταξίας των “απάνθρωπων θρησκευομένων”). Χάρη στη βοήθεια μερικών φίλων και μουσικών (που έκτοτε σκόρπιοι κι ακανόνιστοι συναπαρτίζουν τις διάφορες μπάντες τους) είναι ακόμα εδώ ραψωδώντας τις θητείες του στα χείλη των γκρεμών. Για ακόμα μια φορά ο απωλολώς βρίσκει το σπίτι του ανάμεσα στους ξένους.

Σχεδίαζα από καιρό ένα κομμάτι για τους προηγούμενους δύο συναρπαστικούς δίσκους του Hinson: Micah P. Hinson and the Gospel of Progress (2005), Micah P. Hinson and the Opera Circuit (2006), που μαζί με τα Baby and the Satellite (πρώιμες τετρακάναλες ηχογραφήσεις, 2005) και Lights from the Wheelhouse (EP, 2006) απαρτίζουν το μέχρι σήμερα έργο του. Με πρόλαβε η νέα του βουτιά, που θεώρησα απίθανο να τα πλησιάσει, να όμως που συμβαίνει. Κι ας αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου η σπαράζουσα φωνή του «κι αρχίζει να μου τελειώνει η υπομονή» (Patience).

Κάθε τραγούδι του Hinson είναι χαραγμένο από μια αίσθηση αυθεντικότητας και θέρμης, παρά τα πάνδεινα που εξιστορεί (αληθινά ή ψεύτικα δεν έχει σημασία – το βιογραφικό του τον ακολουθεί, ενθουσιάζοντας φυσικά όσους χρειάζονται κακοπαθημένους ήρωες ή προκαλώντας δυσπιστίες και αμφιβολίες περί της αλήθειας του). Η ραγισμένη φωνή του είναι αδύνατο να μην κυριαρχεί στα τραγούδια του. Βραχνωμένη και τρεμουλιαστή, γίνεται το όργανο που καθοδηγεί τα υπόλοιπα χωρίς ακροβατισμούς. Θρηνώδεις ακουστικές συγχορδίες εναλλάσσονται με μελωδικά-blues- μέσα- από- το- βούρκο επιτέλους από νεανική φωνή – ίσως δεν είναι τυχαίο που στο προηγούμενό του λίγο πριν τους στίχους Ι found the word digress and made it a home ακουγόταν ένα sample του χαμένου μπλουζίστα Robert Johnson.

Αναρωτιέμαι: το εμβατηριακό βαλς/μπλουζ της ερωτικής ικεσίας (Come home quickly, darlin’) σε ποιον θα ταίριαζε περισσότερο, στον Matt Elliott ή στον Nick Cave; Το The wishing well and the willow tree δεν μοιάζει να τραγουδιέται από μια μεθυσμένη κουστωδία που σέρνεται έξω από ένα καταγώγι; Στιγμιαίες φωνητικές εκλάμψεις του δεν αντανακλούν τον Richard Hawley (θλιμμένο στο Sunrise over the olympus mons, αισιοδοξότερο στο We won’t have to be lonesome);

Παρά την υπόγεια εμμονή στην παραδοσιακή Americana (You will find me) ή την πλήρως απογυμνωμένη φολκ (The fire came up to my knees), η καθαρτήρια country-noir του μοιάζει μοναδική, έχοντας συν τοις άλλοις το κάπως δυσεύρετο κατόρθωμα η λύπη που αναβλύζει από τις άκρες των λέξεών του να μην γίνεται καταθλιπτική. Αν οι Tom Waits και Leonard Cohen τον αποκλήρωναν για φυγόκεντρες τάσεις από την παράδοσή του(ς), οι Johnny Cash και Willie Nelson σίγουρα θα έπαιρναν το μέρος του. Κι ένορκοι συμπαραστάτες θα έρχονταν Mark Lanegan, Lambchop, Decemberists. Στο ακροατήριο θα βρίσκονταν τα μέλη της Τεξανής κολλεκτίβας The Earlies που τον βοήθησαν στην αρχή ή του πιο spiritualαρισμένου του πρότζεκτ The Late Cord.

Η τελευταία καταγραφή στο μαρτυρολόγιο του Micah Hinson αφορά μια ακόμα περιπλάνησή του στο χώρο της φαρμακολογίας: η συνδυασμένη λήψη Codeine, Xanax, Soma και Neurontin (κατόπιν ιατρικής συνταγής αυτή τη φορά) για να αντιμετωπίσει τους πόνους ενός σοβαρού τραύματος στην πλάτη ύστερα από μια κλασική πάλη μεταξύ αστειευόμενων φίλων, τον έφερε για άλλη μια φορά εξόριστο στην επικράτεια του Εθισμού και της μακράς Νοσηλείας (μετά την προπέρσινη τουρνέ).

 Σήμερα ο Hinson έχει πλέον ένα ταβάνι να τον σκεπάζει τα βράδια και κάποια υπομονετική ψυχή να του καλμάρει τους εφιάλτες του παρελθόντος. I keep havin’ these dreams τραγουδάει στο συναρπαστικότερο όλων ομώνυμο κομμάτι και λες κι από κάπου δίπλα όλοι οι προαναφερθέντες τον σιγοντάρουν. Εφιάλτες οι οποίοι, όπως και οτιδήποτε από το παρελθόν μας, είναι πάντα εκεί. Ευτυχώς για μας ;

 Πρώτη δημοσίευση: εκεί.

11
Ιαν
09

Λογοτεχνείο, αρ. 1

 


Ντανίλο Κις, Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών, εκδ. Εξάντας, 1993, μτφ. Χρήστος Αρβανιτίδης, σ. 142 (από το διήγημα: Το βιβλίο των βασιλέων και των ηλιθίων) (Danilo Kis, Enciklopedija mrtvih, 1983)

Ο Αρκάντι Ιππολύτοβιτς Μελογκόρτσεφ παρηγορείται με μια σοφή σκέψη που επινόησε ο ίδιος για την περίσταση: ο άνθρωπος στα ώριμά του χρόνια έχει αποκομίσει από τα βιβλία ό,τι είναι δυνατόν να αποκομίσει κανείς από αυτά: την ψευδαίσθηση και την αμφιβολία. Τη βιβλιοθήκη δεν είναι δυνατόν να τη σέρνεις αιώνια μαζί σου, στην πλάτη, σαν το σαλίγκαρο. Προσωπική βιβλιοθήκη του ανθρώπου είναι μόνο αυτή που μένει στη μνήμη – η πεμπτουσία, το απόσταγμα.

Στον Ντίνο Σιώτη




 

Ιανουαρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ   Φεβ »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 212,818 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers