Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Είναι πάρα πολλοί και οι μεν και οι δε. Εννοώ παλιότεροι και νεότεροι συγγραφείς. Το σύνολο τους συνεχώς ανανεώνεται και αυγατίζεται σε δημιουργούς και σε έργα τους. Παρουσιάζεται δε το φαινόμενο να γίνονται προσθαφαιρέσεις στο σύνολο αυτό. Ειλικρινά οτιδήποτε διαβάζω δεν περνά από κάποια δοκιμασία εσωτερικής ζύγισης της ποιότητας του. Ακόμη και σ’ ένα βιβλίο που είναι κακογραμμένο, θα ανακαλύψω μια παράγραφο, μια πρόταση, ένα στίχο που δικαιώνουν την ύπαρξη ακριβώς αυτού του κατά τ’ άλλα αχρησίμευτού βιβλίου. Θα αναφέρω, για να απαντήσω και στην ερώτηση σας, ένα βιβλίο και ένα συγγραφέα που με σημάδεψαν γιατί διαβάστηκαν στην ηλικία των είκοσι χρονών, τότε που κάθε αναγνωστική συγκίνηση έκανε τη ραχοκοκκαλιά μου να συσπάται ηδονικά. Το βιβλίο είναι «τα άσματα του μάλντορορ» του Λωτρεαμόν και ο συγγραφέας που με σημάδεψε ο Χ.Φ Λάβκραφτ. Αργότερα επήλθε αυτό που λέμε απομάγευση της ανάγνωσης. Εννοώ ότι η μαγεία της ανάγνωσης στη σημερινή μου ηλικία είναι μικρότερη κατά πολύ από εκείνη της πρώτης μου νιότης.
Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Για αγαπημένα παλιότερα και σύγχρονα βιβλία νομίζω πως έκανα μια νύξη στην πρώτη ερώτησή σας. Σύγχρονα βιβλία που με έχουν σημαδέψει είναι η εποποιία της Ζυράννας Ζατέλη και τα ποιήματα του Γιώργου Χρονά. Ένα βιβλίο που μου άρεσε πάρα πολύ και είμαι βέβαιος πως πέρασε στο εσωτερικό μου σύμπαν προκαλώντας εκρηξιγενείς αναλαμπές δυνατής έμπνευσης στη γραφή μου είναι το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη.
Για πιο παλιούς τίτλους τα βιβλία είναι αναρίθμητα. Ανάμεσα τους εκείνα όλων των Χριστιανών υπαρξιστών με το «Αγαπώ άρα υπάρχω», ένα βιβλίο του πατρός Νικολάου Σαχάρωφ για την παρακαταθήκη του Γέροντα Σωφρόνιου να κατέχει εξέχουσα θέση στην καρδιά μου. Σαφέστατα η Θεία Κωμωδία του Δάντη και ειδικά η «κόλαση» γιατί σ’ αυτήν οι εικόνες παρουσιάζουν περισσότερο δραματουργικό ενδιαφέρον από το «Καθαρτήριο» και τον «Παράδεισο». Τα «άνθη του κακού» του Μπωντλαίρ όπου ο συγγραφέας κατορθώνει να άρει τα πέπλα της αμαρτίας από τις συνήθεις πράξεις της καθημερινής μας βιωτής. Σ’ αυτό το βιβλίο ο Μπωντλαίρ δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα για οποιονδήποτε αναγνώστη να ζήσει μια πιο φυσιολογική ζωή. Είναι ένα βιβλίο απελευθέρωσης από τα στερεότυπα.
Τα σπαραξικάρδια διηγήματα του Ηλία Παπαμόσχου στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Λειψή αριθμητική». Τα διηγήματα του Γκυ Ντε Μοπασάν, του Έντγκαρ Άλαν Πόε και του Χ.Φ Λάβκραφτ. Για να μη σας κουράζω όμως με ονόματα τα διηγήματα που αγαπώ είναι κυρίως διηγήματα τρόμου. Ιστορίες σουρεαλιστικές, αλληγορικές και συμβολικές. Έτσι μόνο μπορώ να εξηγήσω το γεγονός ότι μου άρεσε πολύ η συλλογή διηγημάτων του Πητ Κουτρουμπούση με τίτλο «Το κεντράκι του Ταρζάν». Από διηγήματα επίσης θα γράψω ότι δεν έχω ακόμη βγει από το σαγηνευτικό σύμπαν του Γιώργου Ιωάννου αλλά και τελευταία (χρονικά) από το σύμπαν των διηγημάτων του Λάκη Παπαστάθη στη συλλογή του «Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα». Μετά την ανάγνωση τους, οι ιστορίες του μου άφηναν την επακόλουθη γεύση μιας υπέροχης νοσταλγίας για ένα κόσμο που χάθηκε αλλά ο συγγραφέας τον εσωτερίκευσε και τον αναστήλωσε λαμπρότερο.
Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Εκτός από τον Ηλία Παπαμόσχο που ανέφερα και στην προηγούμενη ερώτηση σας με γοητεύει πολύ ο λόγος του Περικλή Μποζινάκη σε όλα του τα βιβλία, και στις συλλογές διηγημάτων του αλλά και στο μυθιστόρημα του «Απόκρημνος χρόνος». Μιλάει για ένα ζοφερό μέλλον ή για τη ζοφερή πλευρά του παρόντος εκεί που το ίζημα της ζωής επικάθεται σε κάθε τι όμορφο και του δίνει την όψη που λαμβάνουν τα πράγματα μέσα σε κείμενα εσχατολογίας. Ο Περικλής Μποζινάκης σε μεταφέρει σαν παρατηρητή σε μία εσχατιά μέσα από την οποία αναφύονται ο παραλογισμός και το διαβρωμένο αστικό τοπίο. Παίζει με την εικοτολογία της κβαντικής φυσικής και ελεύθερος παρουσιάζει με εξαιρετική αληθοφάνεια φαινόμενα που η φυσική στις μέρες μας αναλύει με ποίηση ανυπέρβλητης ομορφιάς.
Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Βεβαίως και με ακολουθούν γιατί ο αδιόρατος πυρήνας της γραφής μου είναι βιωματικός. Ως εκ τούτου οι ήρωες που περνάνε σαν φάσματα ή φαντάσματα από τους τόπους των βιβλίων μου υπήρξαν άνθρωποι με τους οποίους μίλησα και συναναστράφηκα μαζί τους ή το δυνατό τους βλέμμα όντας διαρκώς μπροστά μου μετουσιωνόταν μέσω της εκστατικής τρυφής σε πιθανές εκδοχές της ζωής αυτών των ίδιων ανθρώπων με τα κορωμένα μάτια. Ναι, οι ήρωες μου με ακολουθούν και αμβλύνουν τη μοναξιά μου. Ειδικά ο Λωτρεαμόν από τη συλλογή διηγημάτων μου «Ο θάνατος του κόμη του Λωτρεαμόν» είναι ο φανταστικός μου συνοδοιπόρος. Στις πιο δύσκολες στιγμές μου τότε που ένιωθα εγκαταλελειμμένος από κάθε έρεισμα της ζωής μου εκείνος ήταν πάντα εκεί με μια αστείρευτη σε διάθεση δοσίματος αγωνία για να με συντροφέψει σε τρυφερούς εναγκαλισμούς μιας άμωμης σχέσης. Ή πόσες φορές δεν πήγα στη θάλασσα και έβλεπα τον ορίζοντα αναπεπταμένο ή φανταζόμουν τον αβλέμονα της θάλασσας αβύσσου. Πράξεις που έκανα με τα μάτια του Λωτρεαμόν αφού προσπαθούσα να γίνω όμοιος του όταν υποτονθόριζε στην θάλασσα εκείνη τη μνημειώδη πρόταση, «χαιρετώ σε γέρο Ωκεανέ».
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας ήταν ένας Έλληνας της Αυστραλίας που ζούσε έκλυτη ζωή. Το βιβλίο το διάβασα μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ. Συγγραφέας του ήταν ο Χρίστος Τσιόλκας. Είχε τον τίτλο «κατά μέτωπο». Η περιδίνηση του ήρωα στη χοάνη των παθών και συνεπακόλουθα στην απελπισία είχε κάτι από τη δική μου ζωή όταν διάβαζα το βιβλίο αυτό πριν από περίπου δέκα χρόνια. Οι αισθητηριακές απολαύσεις μπορεί να μας παρωθούν στην λησμονιά της δυστυχίας, του πόνου και του θανάτου. Απολαύσεις που σε εθίζουν στα θέλγητρα τους και όταν σε αφήνουν μόνο, πράγμα αναπόφευκτο, δεν είναι εκεί για να ακούσουν τον αρχαίο λυγμό σου που συνηχεί με τους από καταβολής του κόσμου λυγμούς γι’ αυτό το παράξενο δώρο που λέγεται ζωή. Ο ήρωας υπερβαίνει τα όρια, θάβει το πνεύμα του και κερδίζει τη ζωή σταυρώνοντας το πνεύμα και απελευθερώνοντας τη σάρκα. Το ξόδεμα του πνεύματος τελικά τον φέρνει σ’ ένα αδιέξοδο που σπάει με την εσωτερική του παλιννόστηση σε αρχαίες αξίες και οράματα του Ελληνισμού.
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σαφέστατα και έχω γράψει σε χώρους εκτός του σπιτιού μου. Τα καλοκαίρια μόλις βραδιάσει πηγαίνω σε μια καφετέρια αγνάντια στο λιμάνι και στη θέση που πάντοτε κάθομαι έχω την υπέροχη θέα της θάλασσας. Χιλιάδες κόσμος περνάει από μπροστά μου, το γαλάζιο τ’ ουρανού και του νερού μοιάζουν να συμπτύσσονται σ’ ένα ενιαίο σώμα που σε αφήνει με την πλαναισθησία πως η Γη είναι μέσα σε μία άλλη σφαίρα. Στη σφαίρα του ουρανού. Γράφω επίσης στα περιβόλια, τα χωράφια και τους αρχαιολογικούς χώρους. Ειδικά στους τελευταίους που μοιάζουν με παλίμψηστους τόπους καθώς χτίζονταν και εμπλουτίζονταν σε κτήρια όλες τις ιστορικές περιόδους νιώθω τη σαγήνη που ασκεί πάνω μου το νήμα του χρόνου και μου επιτρέπει να γράφω τις πιο σουρεαλιστικές εικόνες. Τέτοιοι παλίμψηστοι τόποι σου επιτρέπουν να φτιάχνεις ένα άχρονο περιβάλλον το οποίο εναγκαλίζεται τον εξίσου άχρονο Θεού. Στους αρχαιολογικούς τόπους φαντάζομαι τα βήματα των ανθρώπων της κάθε εποχής και νιώθω πως ο χρόνος είναι στο τέλος μια κυκλική κίνηση από το όμοιο στο όμοιο.
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Γράφω στο δωμάτιο μου όταν νιώθω μια ιερή εκστατική μανία να προελαύνει ηδυπαθώς στο σώμα μου. Ξέρω πια ότι όλος αυτός ο εσωτερικός αναβρασμός είναι ευλογία και έχω χρέος απέναντι του. Χρέος που οφείλω να ξεπληρώσω με την πράξη της γραφής. Είμαι μονίμως σε κατάσταση έμπνευσης λες και το κεφάλι μου δεν βγαίνει ποτέ από τη γνόφο του Θεού ή την Πλατωνική σφαίρα των ιδεών. Δεν ξέρω πως το κατορθώνω αυτό. Ίσως να φταίει ο αργός ρυθμός με τον οποίο γράφω. Αν δεν φτάσω τη συγκίνηση μου στο ποθητό επίπεδο δεν αγγίζω το πληκτρολόγιο. Η έμπνευση για μένα είναι αυτή ακριβώς η υψηλή συγκίνηση στην οποία μπορώ να φτάσω με άρρητους τρόπους που ξέρω να τους πραγματοποιώ αλλά δεν γνωρίζω σε λέξεις τον ακριβή μηχανισμό τους.
Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ναι η μουσική παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη συγγραφή των βιβλίων μου. Τη «Λούπα» την έγραψα ακούγοντας Γρηγοριανούς πένθιμους ύμνους. Στην «Αντάλια» έγραφα ακούγοντας ένα cd με ήχους από φωνές δελφινιών και φαλαινών. Τώρα που γράφω το πέμπτο βιβλίο μου ακούω τον «αχινό» του Λόλεκ και τον «Καβάφη» της Λένας Πλάτωνος. Η μουσική είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί με βοηθάει τελετουργικά να συναντώ τις κορυφώσεις της δημιουργικής μανίας μου. Να συναντώ την εφαλτήρια συγκίνηση για να γράψω κάτι πιο δυνατό απ’ ότι άλλα κομμάτια στα βιβλία μου.
Θα μας τιμήσετε με μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στα βιβλία σας;
Μια σύντομη εισαγωγή για τα βιβλία μου…αυτή είναι μια πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Η καλύτερη εισαγωγή για τα βιβλία μου είναι το πρωτόλειο έργο μου με τίτλο, «μαύρα μαργαριτάρια» που κυκλοφορεί στις εκδόσεις «εμπειρία εκδοτική», το έγραφα από την ηλικία των είκοσι μου χρόνων. Η μύηση του αναγνώστη στο σύμπαν μου γίνεται μέσω αυτού ακριβώς του πρώτου μου βιβλίου. Στα έργα και γενικότερα στα κείμενα μου προσπαθώ να σχηματίσω την αίσθηση του απείρου έτσι ώστε ο κάθε αναγνώστης μου να βιώσει ένα ταξίδι. Ένα μοναδικό ταξίδι που χωράει όλους τους ανθρώπους και που φιλοδοξεί να τους γνωρίσει τί ακριβώς σημαίνει να είσαι μέρος της Ενότητας. Να είσαι η Ενότητα ο ίδιος.
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το τελευταίο βιβλίο είναι ένα ταξίδι τριών ανθρώπων που εξοκείλει της πορείας του και γίνεται η ατραπός πάνω στην οποία θα βαδίσει ο ήρωας με το όνομα «Ζίχιο» μέχρι να επιστρέψουν όλη μαζί στην αφετηρία του ταξιδιού τους, αφετηριακός τόπος και μιας περιπέτειας του Ζίχιο. Ο Ζίχιο σ’ αυτό τον τόπο έχει διαπράξει κάτι βασανιστικό σε μία γυναίκα και θέλει να εξιλεωθεί, εφόσον εξακριβώσει ότι εκείνη ζει, στα μάτια της ζητώντας συγνώμη.
Πώς βιοπορίζεστε;
Βιοπορίζομαι από τη συμμετοχή μου σε μία οικογενειακή επιχείρηση κι απ’ το μισθό μου στην Ελευθεροτυπία. Η ζωή μου είναι γεμάτη εγκράτεια και μοναχική. Για το λόγο αυτό μπορώ να ζήσω με λίγα χρήματα χωρίς να στερούμαι τίποτα. Είμαι ένας κοσμοκαλόγερος και η χαρά μου είναι να βοηθάω τους ανθρώπους έστω με ένα δειλό μου χαμόγελο.
Η ενασχόλησή σας με τη κριτική ή παρουσίαση λογοτεχνίας σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;
Πριν γίνω συγγραφέας υπήρξα μανιώδης αναγνώστης και εξακολουθώ να είμαι. Η ανάγνωση έχει μοναδικές συγκινήσεις να σου προσφέρει και σε καμμιά περίπτωση δεν θεωρώ ότι η βιβλιοκριτική μου παίρνει πολύτιμο χρόνο μου. Καταρχήν ο χρόνος μου δεν είναι πολύτιμος. Αν ήταν πολύτιμος θα έχανα την ομορφιά της ζωής και του θανάτου. Η ανάγνωση βιβλίων (πέρα από τα δικά μου εννοείται) είναι μια λεξιλογική και γλωσσική άνοιξη. Η πανάρχαια λαλιά μας είναι το μεγαλύτερο και ομορφότερο ταξίδι που ξεκίνησα ποτέ. Τα ελληνικά δεν είναι μια απλή γλώσσα για την επικοινωνιακή διεκπεραίωση κάποιων αναγκών μας, είναι μια γλώσσα άρρητου βάθους γεμάτη μυστικά , που την συνδέουν ακόμη και με τις πρώτες κραυγές μας στο άγνωστο, τον αστερόεν ουρανό.
Τα κείμενά σας στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας υπό τον τίτλο «Γράμμα από την Κω» μοιάζουν με λογοτεχνικές νησίδες σε ένθετο βιβλίου. Τι σας θέλγει στη συγκεκριμένη «επιστολογραφία»;
Μια ανάγκη να μιλήσω με πιο προσωπικό τρόπο για δικούς μου μικρούς θησαυρούς, εννοώ άριστης ποιότητας βιβλία που ο ολετήρας του χρήματος τα έριξε στη λησμονιά. Ο λογοτεχνικός χάρτης της Ελλάδας ήθελα να αλλάξει, να γίνει πιο δίκαιος. Αυτό ήταν το στοίχημα με τον εαυτό μου και αυτό ξεκίνησα να κάνω στην ελευθεροτυπία με την υποστήριξη φυσικά του διευθυντή της βιβλιοθήκης, του Γιώργου Χρονά.
Ζείτε σε έκκεντρο – από τα υποτιθέμενα κέντρα της λογοτεχνικής παραγωγής – τόπο. Σε έκκεντρους τελικά τόπους παράγεται μια ανεπηρέαστη, αυθεντικότερη Λογοτεχνία;
Όχι αυτό δεν ισχύει. Και την πενταετία που έζησα στην Αθήνα ήμουν ανεπηρέαστος και ανέντακτος σε οποιοδήποτε σινάφι. Πράγμα που συνεχίζω να κάνω φυσικά και στην Κω. Το διαδίκτυο έχει εκμηδενίσει τις αποστάσεις σε θέματα διακίνησης ιδεών. Η πάλη μου να κρατήσω τη στάση που θέλω μέσα στα ελληνικά γράμματα είναι αυτή που μαχόμουν και στην Αθήνα. Τώρα αν μιλάτε για το άλλο μέρος, το μέρος των εκδοτών και τη διαπλοκή τους με εφημερίδες και βιβλιοπωλεία εκεί υπάρχει τεράστιο πρόβλημα στου οποίου την ενδυνάμωση συντελούν και πολλοί συγγραφείς που με ποικίλες μεθόδους προσπαθούν σαν λυσσασμένοι να πάρουν ένα κρατικό βραβείο ή βραβείο της ακαδημίας Αθηνών για να καρπωθούν τα χρήματα. Αυτούς τους ανθρώπους, ναι, τους σιχαίνομαι.
Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;
Σαφέστατα η οδός Πανός γιατί δεν είναι σινάφι αλλά παρέα που όλοι μας αγαπάμε να συμμετέχουμε σ’ αυτήν και να προσθέτουμε στο δυναμικό της καινούργια ονόματα συγγραφέων. Δεν σνομπάρουμε κανένα, δεν έχουμε συμπεριφορά που ταιριάζει περισσότερο σε κάποιο σταρ μεσημεριανής εκπομπής. Καθόμαστε σιωπηλοί και κάνουμε τη δουλειά μας όπως όλοι οι άνθρωποι σε ποικίλα επαγγέλματα. Η οδός Πανός είναι ένα καταφύγιο θηραμάτων. Ταλαντούχα παιδιά που ο σύγχρονος ανάλγητος κόσμος εκμεταλλεύεται την ευαισθησία τους και κατακρημνίζουν τις ελπίδες τους σε βορβορώδη βάραθρα, εμείς τα περιθάλπουμε και αφήνουμε το άνθος που έχουν στην καρδιά τους να ανθίσει.
Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;
Κανέναν γιατί κανένας άνθρωπος δεν αξίζει τέτοιες τιμές. Μόνο να δοξολογούμε το Θεό να μας έχει καλά κι Αυτός θα μας στεφανώνει με τις πιο θαλερές δάφνες Του.
Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;
Σαφέστατα και παρακολουθώ. Μ’ έχουν επηρεάσει πάρα πολύ σκηνοθέτες. Αν διαβάσετε κάποιο βιβλίο θα καταλάβετε αμέσως πόσο με σαγηνεύουν οι κινηματογραφικές εικόνες. Πολλές φορές στην προσπάθεια μου να περιγράψω μια ερημιά σκέφτομαι πολύ συγκεκριμένα το Mad Max ή το Blade Runner. Το βιβλία μου είναι ένα κινηματογραφικό πανί που πάνω του προβάλλονται δεκάδες ταινίες ταυτόχρονα. Έτσι μόνο ανοίγονται όλες οι πιθανότητες. Απρόσκοπτα στα μάτια του αναγνώστη για να βουλιάξει στην ιδιότυπη ελευθερία που προσπαθώ να του χαρίσω. Φυσικά αν θέλεις να σου ονομάσω μερικούς που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην λεκτική εικονοποιία μου θα διάλεγα ανάμεσα σε πολλούς τον Tim Burton, τον Jim Jarmusch, Darren Aronofsky, Ταρκόφσκι, Αγγελόπουλος, τον Δημήτρη Μαυρίκιο σαν σκηνοθέτη θεάτρου και τον ομότεχνο του Δαμιανό Κωνσταντινίδη.
Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;
Ποίηση έγραψα και συνεχίζω να γράφω. Υπάρχει κάτι μοναδικό στη ποίηση που μοιάζει λίγο με απευθείας σύνδεση της ανθρώπινης συνείδησης με την υπερπήδηση της, που δεν είναι άλλο παρά το «υπερβατικό». Κάθε εγκλωβισμένη στο νου μας ποιητική λέξη ή στίχος μοιάζουν να ασφυκτιούν στη περιορισμένη σκέψη μας. Στα άπειρα αλλά πεπερασμένα όρια του ανθρώπινου νου. Όταν ο συρφετός τον λέξεων αποκρυσταλλωθεί σε κάποιο ποίημα τότε είναι η ώρα της εκφυγής του προς τη σελίδα. Εκείνη τη στιγμή η αποφόρτιση από το ζύμωμα των λέξεων εκφράζεται θα μπορούσα να πω με προφητικές ή ενορατικές καταιγίδες στο κεφάλι μας. Κυκλοφορούμε μέσα σε τέτοιες νοητικές καταστάσεις διάτρητοι από ανέμους που μας διαπερνάνε ολόκληρους δίνοντας μας τη λέξη για μία άρρητη προσέγγιση στο αποφατικό ανέφικτο.
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Αυτό τον καιρό διαβάζω τις Ελεγείες του Ντουίνο, ένα εξαιρετικό σύνολο δέκα εκτενών ποιημάτων. Η σκέψη του ποιητή είναι μέσα σ’ αυτούς τους καταραμένους που γνωρίζουν για τον κόσμο αλλά τίποτα για τον εαυτό τους. Είναι μέσα σ’ αυτούς που είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν, να μοιράσουν χαμόγελα αγάπης. Το δράμα τους είναι ο εαυτός τους. Τόσο λοξίας που σε καμμία περίπτωση κάποιος θα τον ανεχόταν ή θα τον σεβόταν. Οι πόρτες κλείνουν στο πέρασμα του, οι νέοι στα «καφέ» κοροϊδεύουν τέτοιους ποιητές που ζουν μονάχοι αγκαλιά με τα βιβλία τους. Η φύση όμως αναγαλλιάζει στο πέρασμα τους κι εκείνοι κοιτάζουν τις εικόνες της φύσης όσο ποτέ κανένας δεν μπορεί να τις κοιτάξει. Διαβάζω επίσης βιβλία χριστιανών υπαρξιστών, όπως είναι ο Κίρκεγκωρ, ο Άγιος Αυγουστίνος, ο Λόσκυ, ο Μπουλκάκοφ, ο Σωφρόνιος του Έσσεξ και ο Μπλεζ Πασκάλ.
Γράφω αδιαλείπτως και με αργό ρυθμό δοκίμια, κριτικές, μικρές ιστορίες και φυσικά αυτό που θα ήθελα να αποτελέσει το επόμενο βιβλίο μου. Το γράψιμο με σώζει από την ολοκληρωτική αναδοχή των μαύρων σκέψεων μου. Η λευκή σελίδα στον υπολογιστή γίνεται ψυχαναλυτής μου. Ψυχαναλυτής απ’ τους πιο γενναιόδωρους. Δεν βάζει ποτέ όρια στη σκέψη μου. Το γράψιμο έλυσε τη σιωπή. Μια σιωπή που στην Κω συνεπαγόταν την στέψη μου με την άλω τον αγίων. Διάλεξα λοιπόν το γράψιμο ανάμεσα σε άλλους και για να μάθει ο κόσμος ότι δεν είμαι αυτός που νομίζουν και πως τη σιωπή δεν πρέπει να την παρερμηνεύουμε σε ανυπαρξία προσωπικής μας ζωής. Η σιωπή έχει να κάνει με το τρομερό δέος που νιώθω στη δημιουργία του σύμπαντος. Τί άραγε να προσθέσω εγώ στον αστερόεν ουρανό;
Διατηρείτε προσωπικό ιστολόγιο. Ποιες ανάγκες σας οδήγησαν σ’ αυτό; Ποιες οι μέχρι τώρα εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;
Το ιστολόγιο όπως και το προφίλ στο face book είναι ένας σπουδαίος τρόπος να συνομιλήσω με αδερφές ψυχές. Έχω κάνει φίλους μέσα απ’ αυτές τις δύο εφαρμογές. Βέβαια στην Κω εξακολουθώ να είμαι μόνος μου καταδικασμένος από πολλούς για την ιδιοσυγκρασία και την αυστηρότητα μου στην επιλογή κάποιου ανθρώπου που υποθέτω, μέχρι τώρα πάντα λανθασμένα, ότι μέσα του κυοφορεί ανελεύθερες ορέξεις συγγενικές προς τις δικές μου. Το διαδίκτυο αργά η γρήγορα θα περάσει σ’ ένα πολύ αυστηρό έλεγχο από αυτόκλητους μεσσίες γι’ αυτό ας ζήσουμε όσο προλαβαίνουμε την μνημειώδη ελευθερία στην κοινωνία αυτή των ιδεών μας. Πολλά πράγματα ξεκίνησαν στους μυχούς του διαδικτύου όπου υπάρχει θέση για τον καθένα από εμάς. Το διαδίκτυο ανάμεσα στα αρκετά κακά του έχει και πολλά καλά. Η αξία ή η απαξίωση ενός μέσου έγκειται στη χρήση του.
Ευχαριστώ πολύ. Φώτης Θαλασσινός
Σημ. Οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα.



0 Σχόλια to “Στο αίθριο του Πανδοχείου, 52. Φώτης Θαλασσινός”