20
Ιουλ
11

Αργεντινή 1978

1.

Λένε για την παιδική ηλικία, πως κρύβονται μέσα της, όπως στο φρούτο τα κουκούτσια, οι πρώτες μνήμες από οτιδήποτε μας χρωματίζει τη ζωή, ενθυμήσεις με ασάλευτη θέση στο κουτί των ανεκτίμητων στιγμών μας. Κρύβονται σε οπισθογωνίες ασφαλείς, παμπρώτες σ’ έδαφος παρθενικό, απαραμέριστες από τις επόμενες. Αλλά ποιος μπορεί ν’ αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι πράγματι τόσο μοναδικές ώστε ν’ αναπνέουν μέσα από κάθε επόμενο μνημικό υπόστρωμα; Και τι σημασία έχει; Τόσα χρόνια ταξιδευτής των σελίδων και σταθμευτής σ’ εκείνες που γραφολογούν την παιδικότητα, το γνωρίζω καλά αυτό το παράξενο είδος συγκίνησης που μοιράζεσαι με τον συγγραφέα: τους κρυφούς διαλόγους για μια εποχή που ξαναζείτε εκ του ασφαλούς, την ανακουφιστική αίσθηση πως επιβιώσατε απ’ τα βάσανά της, πως έστω καταφέρατε και βρεθήκατε μέχρι εδώ σήμερα, μακριά από παιδικά δράματα κι εφηβικούς καταποντισμούς. Αλλά σπανίως βρισκόμουν πρόσωπο με πρόσωπο με την δική μου εκείνη εποχή – κι εδώ δεν υπήρχε συγγραφέας. Έπρεπε ο ίδιος να πάρω τη θέση του και να προσκαλέσω κάποιον άλλον αναγνώστη. Ενδιαφέρεται κανείς;

Ήταν Ιούνιος του 1978, ο μήνας του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου στην Αργεντινή, λίγο πριν κλείσω τα δέκα μου, ηλικία που μου φαίνεται μικρή τώρα που διατηρώ την αίσθηση πως τα έζησα μεγάλος, έστω μεγαλύτερος. Θυμάμαι την προσμονή της σπουδαίας διοργάνωσης: ένα αθλητικό περιοδικό σε φτηνό χαρτί αφιέρωνε από ένα δισέλιδο στις ομάδες σ’ έναν πρώτο χορό των χωρών μπροστά στα μάτια μου. Οι φωτογραφίες ήταν μαυρόασπρες, αλλά ήδη μάντευα χρώματα και συνδυασμούς. Πλησίαζε το παιχνίδι των καλύτερων, η συνάντηση των ικανότερων, ο δικαιότερος των διαγωνισμών. Άρχισα να διαβάζω για την θεομάκρινη Αργεντινή και τα εύηχα των σταδίων ονόματα: Μπουένος Άιρες Μονουμεντάλ, Μαρ ντε λα Πλάτα, Ροζάριο, Κόρδοβα, Μεντόζα. Και λίγες γραμμές για τον δικτάτορα στρατηγό που διαφέντευε τη χώρα· στο κακοτυπωμένο του πορτρέτο είδα ένα καχεκτικό πρόσωπο με γελοίο μουστάκι και πεταχτά αυτιά. Διασπαρμένα σχόλια μιλούσαν για την περίοδο του τρόμου, με μια βιασύνη μη βρεθούν εκτός θέματος, με την αίσθηση πως τώρα δεν μας αφορούν αυτά, οι προβολείς στρέφονται αλλού, η γιορτή αρχίζει κι οι τύραννοι δεν πολεμούν τα λατρευτά θεάματα. Άλλωστε το όνομα Βιντέλα ήταν μελωδιστό κι εκείνος έμοιαζε με καρτούν.

Οι τηλεοπτικές αναμεταδόσεις από την λευκόμαυρη οθόνη άρχιζαν νωρίς το απόγευμα και τελείωναν αργά το βράδυ. Και πριν από την πρώτη απογευματινή λήψη, με το θερινό φως ακόμα τυφλωτικό, παιζόταν το σήμα των αγώνων: δυο ημικυκλούμενες ρίγες (αργότερα θα έβλεπα πως ήταν το γαλάζιο του αργεντινού έθνους) αγκάλιαζαν την μπάλα με τα ασπρόμαυρα πολυγωνάκια, την αναπόκτητη μπάλα των παιδικών μου ονείρων, ενώ ακουγόταν ο αξέχαστος ύμνος του Μουντιάλ: μια μελωδία καρφωτική, ένας ανατατικός ρυθμός που μ’ αγαλλίαζε αγκαλιάζοντας με μια ανάλαφρη μουσική «της εποχής», μια ανέμελη, απόμακρη χορωδία που αργότερα τραγουδούσε το δικό της έπος προτού τα πνευστά ξεσπάσουν στο δικό τους, σε διαδοχικές ανεβαστικές κλίμακες· μια μελωδία που με συνεπήρε, που μου φώναζε πως εδώ κάτω, σε άλλα ημισφαίρια κι άλλα ηπειρομόρια, μακριά απ’ την γκριζωμένη σου Κυψέλη και την αθάλασση γειτονιά σου, εμείς ζούμε ένα αθλοπρεπές πανηγύρι και γιορτάζουμε με τραγουδιστή συλλογικότητα μιαν άλλη ζωή. Και δε με χωρούσε ο τόπος…

Θυμάμαι την αίσθηση των αγώνων· μια πλουμιστή σύναξη τόσο διαφορετική απ’ όσα είχα μέχρι τότε δει. Τόσες χώρες (και ποιο παιδί δεν έχει παίξει με τις πρωτεύουσες ή τις σημαίες;), τόσοι εθνικοί ύμνοι σε περιδεή σιωπή, τόσα χρώματα στις φανέλες – μπλε Ιταλοί, πορτοκαλί Ολλανδοί, κόκκινοι Ισπανοί, πορφυροί Ούγγροι, κίτρινοι Σουηδοί, πράσινοι Μεξικανοί, λευκοί Γάλλοι, μαύροι Σκωτσέζοι, κυπαρισσί Ιρανοί – λες και κάθε κράτος καλοδιάλεξε τα δικά του χρωματο-σώματα για τα τεραίν του παραδείσου. Θυμάμαι τη γεύση του ανεπίστροφου: κάθε γκολ γραφόταν οριστικά σε ιστορικά τετράδια κι έμοιαζε μικρό σκαλί προς την κορφή – πόσο μάταιοι μου φαίνονταν μετά οι πανηγυρισμοί στα εθνικά ματς, στα παράμερα συνοικιακά γήπεδα!

Η πρώτη μου έλξη από την αργεντίνικη ομάδα: πρόσωπα σκαμμένα σαν ινδιάνικα γλυπτά, σώματα κάπως κοντά και παχιά, δυο τρεις θεόρατες αλογόμορφες φυσιογνωμίες, ονόματα εύηχα σαν τοπωνύμια υπερνότιων πόλεων, σαν ετικέτες εξωτικών γλυκών από την άκρη του κόσμου: Ταραντίνι, Γκαλβάν,  Γκαλλιέγκο και μια τριάδα μακρυμάλληδων μυστακοφόρων με τραγουδιστά επίθετα: Λούκε, Βίλλα, Λαρόσα· πολύ αργότερα θα μάθαινα πως οι περισσότεροι προφέρονταν διαφορετικά. Διατηρώ ακόμα την εικόνα του προπονητή τους Λουί Σεζάρ Μενόττι: ένας ψηλόλιγνος μακρυμάλλης με καμπαρντίνα, ένας ώριμος πανωραίος της εποχής, συνεχώς αγέλαστος κι αενάως καπνίζων. Ένας Λουδοβίκο Καίσαρα στο θρόνο του Άγχους.

Οι αγώνες της Εθνικής Αργεντινής ήταν κατάμεστοι: έπαιζε μπροστά στον λαό της. Ηρωισμοί και νταηλίκια επιδοκιμάζονταν απ’ τις ιαχές· οι παίκτες έδιωχναν το χέρι της συγνώμης ύστερα από σκληρό μαρκάρισμα του αντιπάλου προτού αντιχαρίσουν λίγο αργότερα ανάλογη σκληρότητα· στις αψιμαχίες πλησίαζαν αγέρωχοι το πρόσωπο του εχθρού με την αλαζονεία ενός λαϊκού ήρωα. Και σε κάθε ευκαιρία γίνονταν αποθεούμενοι θεαματατζήδες με ντρίπλες και τακουνάκια, ανθρωπομάχοι σε κολοσσαίο επιβίωσης. Είχα ήδη σκοπεύσει στο αντιγραφικό μου εγκεφαλογράφηματον πλέον εξημμένο όλων, μικρόσωμο μα αγριεμένο Ντανιέλ Μπερτόνι. Στην επόμενη σχολική χρονιά θα γινόμουν κι εγώ Μπερτόνι απέναντι στους δικούς μου αντιπάλους.

Η Οικοδέσπουσα Οικοδέσποινα προχωρούσε αγχωμένα αλλά σταθερά σε αγώνες που έμοιαζαν οριακοί κι ανεπίστρεπτοι. Στον τελευταίο των ημιτελικών ομίλων αγώνα κατά του Περού είχε την πολύτιμη γνώση πως της αρκούσε διαφορά τεσσάρων γκολ – είχε κανονιστεί η Βραζιλία να παίξει νωρίτερα – κι ένας συντριπτικός εξάσφαιρος θρίαμβος την καλωσόρισε στην αρένα του ονείρου. Σκεφτόμουν την δοκιμασία της σαν καθαρτήριο λουτρό, με τις κλιματοψυχολογικές διαβαθμίσεις των έξι λουτηρίων τερμάτων, απ’ την αγωνία στην ελπίδα κι απ’ την ανακούφιση στον θρίαμβο, με παραληρούσα θεατή μια χώρα ολοκληρωτική.

Είναι αδύνατο να ξεχάσω τη νύχτα του τελικού, 25 Ιουνίου 1978, το δέος που ένιωσα όταν είδα το «Εστάδιο Μονουμεντάλ»: τις κατακλυσμένες κερκίδες σχεδόν κάθετες στον αγωνιστικό χώρο, τα άπειρα χαρτάκια που χιόνιζαν την ατμόσφαιρα. Ήταν ένα ζεστό ελληνικό βράδυ, καθόμασταν στη βεράντα με τον πατέρα μου – συνθεατή των αναμεταδόσεων, διδάσκαλο στην ταχυδακτυλουργία του αγωνίσματος, σύντροφο στο μοναδικό πράγμα που μας ένωσε ποτέ – στην ίδια βεράντα όπου άρχισαν οι έλξεις κι οι θέλξεις μ’ όλα ετούτα. Έχω ακόμα στο μυαλό μου ένα περιστατικό που με γοήτευσε με την αύρα του απρόοπτου. Με την είσοδο στο γήπεδο ο αζτεκόμορφος αρχηγός των Αργεντινών που λεγόταν Πασαρέλα – αντιλαμβανόμουν τι σημαίνει να είσαι αρχηγός σε τέτοιες ώρες, σχεδόν ένοιωθα το βάρος του κόσμου στους ώμους του – διαμαρτυρήθηκε για τον επίδεσμο στο χέρι του Ολλανδού αντιπάλου Ρενέ βαν ντε Κέρκοφ. Κουνούσε το χέρι του αρνητικά, απαιτούσε την απομάκρυνση του παίκτη· ο μυστηριώδης βραχίονας έθετε σε κίνδυνο την ομάδα. Βρέθηκα στη θέση και των δυο: τοπικός ήρωας που επιδείκνυε με τη γλώσσα του σώματος την επιθυμία να προστατεύσει τους άντρες του, ύποπτος κι απολογούμενος ενώπιον λαοπνιγμένου σταδίου. Η Ολλανδική ομάδα απείλησε με αποχώρηση, οι συνεχείς διαβουλεύσεις μού επέτειναν την έξαψη της μάχης, η γάζα άλλαξε κι ο αγώνας ξεκίνησε.

Πέρασαν 39 λεπτά αγχωμένου θεάματος μέχρι να σκοράρει με τρόπο υπέροχο και γι’ αυτό απερίγραπτο ο αγέρωχος Μάριο Κέμπες. Τα χέρια του αγκάλιασαν νοητά έναν κόσμο φτιαγμένο από σημαίες κι ιαχές. Οι Ολλανδοί ισοφάρισαν λίγα λεπτά πριν τη λήξη κι έχασαν σίγουρο γκολ στα τελευταία δευτερόλεπτα: η μπάλα κυλούσε στο τέρμα αλλά σταμάτησε στο δοκάρι. Αναρωτήθηκα για το απειροελάχιστο εκείνο εκατοστό που χωρίζει τα πράγματα που συμβαίνουν από εκείνα που δε συμβαίνουν, το αν από το τετέλεσται. Το στάδιο βουβάθηκε και μετά αναστέναξε. Στην παράταση ο καλπαστής Κέμπες σκόραρε ακόμα πιο θεαματικά, με αλησμόνητο συνδυασμό θάρρους, ρίσκου, ικανότητας, τύχης κι ίσως αναγκαιότητας – αργότερα δεν θα έπαυα ν’ αναρωτιέμαι με ποια σειρά αποτελούν υποψήφια υλικά της επιτυχίας – κι ο θρίαμβος σφραγίστηκε με τον δικό μου Μπερτόνι! Η άξια πρωταθλήτρια σήκωνε το τρόπαιο από τα χέρια του περιλάμποντος Βιντέλα, ο κόσμος στο Μπουένος Άιρες κατέκλυζε τους δρόμους.

2.

Χρόνια μετά, έχοντας περάσει από άλλες δεκαετίες, άρχισα να συμφιλιώνομαι με το αναπόφευκτο άλγος του νόστου, επιθυμώντας να ψάξω ένα παρελθόν εξιδανικευμένο, να ψαύσω πρωταρχικές μαγεύσεις μιας ζωής που άλλες τις κράτησε κι άλλες τις ξέχασε. Ήταν θέμα χρόνου να ξαναβρεθώ πίσω στη δική μου Αργεντινή του 1978 – και το διαδίκτυο υποσχόταν να με ταξιδέψει άμεσα. Πρώτα αναζήτησα και βρήκα τη μουσική, την Melodia Oficial del Muntial ’78, σύνθεση που γράφτηκε από τον Έννιο Μορρικόνε! Και χαμογέλασα με μια μικρή απογοήτευση για τον ύμνο που τελικά δεν ήταν γέννημα γηγενές αλλά παραγγελία στον μάστορα μουσουργό του έπους και της ευδαιμονίας. Ας είναι. Βρήκα και την αργή εκτέλεση, με τα τρυφερά, μελαγχολικά μουρμουρητά μιας γυναίκας κι άρχισα τις αναζητήσεις, που ξεδίπλωσαν μιαν άλλη Αργεντινή, ένα εφιαλτικό Μουντιάλ.

Η παρουσία του δικτάτορα άρχισε να απλώνεται παντού· εκεί που αρχικά παρέμενε ένας δευτερεύων ρόλος στο περιθώριο της ιστορίας μου, μια σκιά στην άκρη της κορνίζας, άρχισε να καταλαμβάνει όλο το κάδρο, να μαυρίζει όλους τους ήλιους. Τα προηγούμενα χρόνια οι γνώσεις μου σταδιακά σχημάτιζαν μιαν άλλη εικόνα, με τη βοήθεια και της λογοτεχνίας που αρνείται τη λήθη. Αλλά τώρα αποκτούσαν σαφές περίγραμμα οι θολές γραμμές μιας ύποπτης παρουσίας που η παιδική σκέψη είχε μικρύνει, είχε παραμερίσει. Να έφταιγαν οι λιγοστές δυνατότητες ενημέρωσης, η αδιάφορη εφημερίδα του πατέρα μου, τα μυστηριωμένα μισόλογα των αθλητικογράφων;

Ο Ραφαέλ Χόρχε Βιντέλα κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα το 1976 και υπήρξε βασικός ενορχηστρωτής του Βρώμικου Πολέμου, της επιχείρησης ενάντια σε κάθε αντίθετη πολιτική σκέψη. Ακόμα και μια απλή υποψία συμπάθειας προς την αριστερά έπρεπε να εξολοθρευτεί. Η χούντα διήρκεσε έως το 1983 και περιελάμβανε χιλιάδες παράνομες συλλήψεις, βασανισμούς, εξαφανίσεις, θανατώσεις. Ο απολογισμός του Proceso de Reorganizacion Nacional είναι περίπου 2.300 πολιτικές δολοφονίες, 10.000 συλλήψεις και 30.000 αγνοούμενοι. Ιδιαίτερο κεφάλαιο αποτελούσαν οι απαγωγές παιδιών των συλληφθέντων, ορισμένα από τα οποία γεννήθηκαν στους χώρους των βασανιστηρίων, οι υιοθεσίες τους από καθεστωτικές οικογένειες, οι «πτήσεις θανάτου», με τις οποίες οι ναρκωμένοι συλληφθέντες ρίχνονταν στον ποταμό Ρίο ντε λα Πλάτα και στον Ατλαντικό.

Καθώς η Αργεντινή αποτελούσε ήδη καταφύγιο για χιλιάδες φυγάδες – θύματα πολιτικών διώξεων, κυρίως Χιλιανούς και Ουρουγουανούς, ο Βιντέλα δήλωνε πως «πρέπει να θανατωθούν όσοι άνθρωποι απαιτείται ώστε η χώρα να είναι ξανά ασφαλής» ενώ άλλος συνορχηστρωτής υπολόγιζε πως «είναι απαραίτητο να σκοτωθούν 50.000 άνθρωποι, με δεδομένα περίπου 5.000 λάθη». Οι ομάδες θανάτου προήλθαν από τις ένοπλες δυνάμεις και την αστυνομία και εκπαιδεύτηκαν από τις Αμερικανικές και Γαλλικές Μυστικές Υπηρεσίες. Ό,τι δεν προλάβαιναν οι κρατικές αρχές ολοκλήρωνε η προϋπάρχουσα αστυνομική δύναμη Alianza Anticommunista Argentina (ΑΑΑ). Ευρύτερη ασπίδα όλων αποτελούσε η Επιχείρηση Κόνδωρ, συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών Αργεντινής, Βολιβίας, Χιλής, Παραγουάης και Ουρουγουάης με τη συνδρομή και των υπολοίπων λατινοαμερικανικών χωρών σ’ ένα εκτεταμένο σχέδιο καταστολής κατά πασών αντιφωνούντων. Σε κοντινή απόσταση από το Μνημειακό Μονουμεντάλ βρισκόταν η Escuela de Mecánica de la Armada, η περίτρομη ESMA, που λειτούργησε ως χώρος συγκέντρωσης, εγκλεισμού και βασανισμού. Οι κρατούμενοι μπορούσαν να ακούν τις ιαχές από το στάδιο, ενώ προτρέπονταν από τους φρουρούς να συμμετάσχουν στους πανηγυρισμούς. Σε μικρότερα στάδια καίγονταν άλλοι συλληφθέντες…

Η διοργάνωση του Μουντιάλ αποτελούσε ιδανική ευκαιρία για την δικτατορία να ξεγελάσει τον κόσμο με λαμπρές εικόνες μιας χώρας όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα έμεναν ακαταπάτητα. Οι τρομερές αστυνομικές επιχειρήσεις με τις βίαιες αρπαγές ανύποπτων πολιτών μειώθηκαν σημαντικά εκείνο το μήνα, για τα μάτια τυχόν αδιάκριτων επισκεπτών. Αν οι Αγώνες καθάριζαν το πρόσωπο της Αργεντινής προς τα έξω, η κατάκτηση του τροπαίου ήταν ακόμα πιο απαραίτητη για την πλήρη ικανοποίηση του απλού λαού, στη γνώριμη επωδό: ένα δοξαστικό κύπελλο θα σταχτίσει εκατομμύρια μάτια.

Ενόψει του κρίσιμου ημιτελικού η Αργεντινή συμφώνησε τον ελλιμενισμό προς το Περού 35.000 τόνων δημητριακών, οικονομικές παροχές στη χώρα και πλούσιες παροχές στους ανώτερους αξιωματούχους της περουβιανής αποστολής. Ο αρχηγός των αγώνων Λακόστε κανόνισε ώστε η Βραζιλία ν’ αγωνιστεί νωρίτερα, για να γνωρίζουν οι Αργεντινοί πόσα τέρματα χρειάζονταν για να την ξεπεράσουν. Πριν το παιχνίδι ο Βιντέλα (συνοδευόμενος σύμφωνα με μια άποψη από τον Χένρυ Κίσινγκερ, που ούτως ή άλλως μπροστά στις κάμερες ευχήθηκε ολόψυχα καλή επιτυχία στην Αργεντινή) επισκέφθηκε τα αποδυτήρια των Περουβιανών για να τους μιλήσει περί…. Λατινοαμερικανικής Αλληλεγγύης. Οι περισσότεροι παίκτες δεν είχαν δει ποτέ τους στρατηγό από κοντά, πόσο μάλλον δικτάτορα, κι ίσως ένοιωσαν κάτι από τον τρόμο που τον συνόδευε· μπορεί για λίγα δευτερόλεπτα τα υπόγεια αποδυτήρια να τους φάνηκαν χώροι κράτησης. Τους βλέπω προσεκτικά στον αγώνα να κυνηγούν τους Αργεντινούς χωρίς να τους παίρνουν τη μπάλα, σαν κυνηγητό παιδιών στις αλάνες που έπαιζαν μικροί. Κανείς δεν ρισκάρει τη ζωή του, όλοι θέλουν να τους περιμένει η οικογένεια στο σπίτι. Ο τερματοφύλακας Κιρόγκα χορογραφεί την ίδια του την ταπείνωση εκτινασσόμενος στο βρόντο. Φαντάζομαι πως καθένα από τα έξι τέρματα έδινε περισσότερη ανακούφιση στους ηττούμενους… Ολοένα και περισσότερα έγγραφα βλέπουν το φως: δωροδοκίες παικτών, απειλές, ανάμιξη κολομβιανής μαφίας.

Ο τελικός (25 Ιουνίου 1978) μετατράπηκε σε θέατρο ψυχολογικής πίεσης για τους αντιπάλους. Οι Αργεντινοί καθυστέρησαν να μπουν στον αγωνιστικό χώρο, αφήνοντάς τους μόνους ενώπιων χιλιάδων θεατών. Η διαμαρτυρία για τον επίδεσμο ήταν προμελετημένη, για να προκαλέσει αμυντικά συναισθήματα και άγχος. Κάποιοι παίκτες κοιτάζονται συνωμοτικά, μειδιούν. Ο διαιτητής Γκονέλα απολαμβάνει μια πρόσθετη ημίωρη βασιλεία. Δίπλα στις ανελέητες εικόνες και οι προσωπικές μου απομυθοποιήσεις. Συνειδητοποιώ πως εκεί δεν ήταν καλοκαίρι αλλά χειμώνας· ο ήλιος ήταν ψυχρός και μελαγχολικός. Ο τελικός δεν γινόταν βράδυ αλλά ένα κρύο, ημισκότεινο, συννεφιασμένο μεσημέρι. Ξεκίνησε στις 15.00 κι όλα τελείωσαν στις 17.45, οπότε και γράφτηκε στο ταμπλώ ARGENTINA CAMPEON! Ο Βιντέλα παρέδωσε το κύπελλο στον Πασαρέλα με κατάθερμη συναδελφική χειραψία. Τον βλέπω στη φωτογραφία να στρέφεται με υψωμένους αντίχειρες σε κάποιον. Χιλιάδες Αργεντινοί ξεχύθηκαν στους δρόμους, σε θελητή ή αθέλητη εικόνα ενός λαού ευτυχισμένου. Υπήρχαν άραγε σ’ εκείνο το ανθρώπινο ξέχυμα κάποιοι που βρήκαν την μοναδική ευκαιρία να βγουν έξω να εκτονωθούν, καθώς κάθε δημόσια εκδήλωση ήταν απαγορευμένη, άλλοι που έβγαιναν να ξεσπάσουν από τον έντρομο εγκλεισμό του σπιτιού τους, κάποιοι που μπορούσαν να συναντηθούν και να συνεργαστούν στην αντίστασή τους;

Στα διαδικτυακά βίντεο οι παίκτες μιλάνε για όσα έζησαν. Άλλοι διατείνονται πως δε γνώριζαν, πως είχαν αφοσιωθεί στον υπέρτατο σκοπό, άλλοι αφήνουν αιχμές αλλά κανείς δε διανοείται να πουλήσει το Όνειρο των Ηρώων. Μέχρι σήμερα εξαργυρώνουν διηγήσεις των στιγμών του μεγαλείου – ποιος δε θα το ’θελε; «Εμείς δεν σκοτώσαμε ούτε βασανίσαμε ούτε απαγάγαμε κανέναν κι είναι οδυνηρό να μας συνδέουν με όλα αυτά» δήλωσε ο τερματοφύλακας Ουμπάλντο Φιγιόλ. Κι ίσως έχει δίκιο. Σε πρόσφατο διαφημιστικό σποτ βλέπω πρώτα τις πλάτες τους με τα νούμερα στις φανέλες. Θυμάμαι ακόμα ποιο ανήκε σε ποιον· το 16 στον Ορτίζ, το 14 στον Λούκε, το 4 στον δικό μου Μπερτόνι. Τα σώματα στρέφονται προς εμάς τραγουδώντας κωμικοτραγικά για ένα τηλεοπτικό πακέτο κι είναι γερασμένα, σχεδόν αγνώριστα απ’ το πάχος. Η ζωή, αν είσαι τυχερός και δεν στην αρπάξουν, συνεχίζεται. Ξαναβλέπω τον Μπερτόνι τριάντα χρόνια νωρίτερα έξω απ’ το Κυβερνητικό Ανάκτορο· με την άγνοια και την δουλικότητα του απλού στρατιώτη μιλάει «για την υποστήριξη του κυρίου Βιντέλα προς την ομάδα σ’ όλα τα στάδια της προετοιμασίας». Στάδια και «στάδια» από τα οποία ίσως όλοι κάποια στιγμή κληθούμε να περάσουμε…

Ο αριστερός Μενόττι κρατήθηκε στην Εθνική ως μόνος ικανός να φέρει σε πέρας το κυπελλόμορφο όνειρο. Η ειρωνεία θα συνάρπαζε τον Μπόρχες, αν δεν αποστρεφόταν την πολιτική: ένας φασίστας που υποχωρεί μπροστά στον αριστερό ή ένας αριστερός που υποχωρεί μπροστά στο φασίστα; Εκτός αν το ποδόσφαιρο «ενώνει» ή υπογράφει ανακωχές κι ένας σιωπηλός αντιφρονών παραγκωνίζει την πολιτική μπροστά στην ανένοχη αγαλλίαση χιλιάδων απλών ανθρώπων. Στον τελικό ο ψευδονομαζόμενος «Κοκαλιάρης» – Ελ Φλάκο – ζήτησε απ’ τους παίκτες μπαίνοντας στον αγωνιστικό χώρο να μην κοιτάξουν προς τους δικτάτορες αλλά στην απέναντι πλευρά, όπου βρίσκονταν «οι απλοί αργεντίνοι, οι καθημερινοί παλαιστές του βίου». Ένας διασωθείς στο κατεστραμμένο μου εικονοστάσι;

O τελευταίος στρατιωτικός «Πρόεδρος» Ρεϊνάλντο Μπινιόνε οργάνωσε την καταστροφή κάθε εγγράφου σχετικού με τον Βρώμικο Πόλεμο και παραχώρησε αμνηστία σε οποιονδήποτε εμπλεκόμενο στρατιωτικό. Τα σπίτια και οι περιουσίες των συλληφθέντων δεν επιστράφηκαν ποτέ. Πολλά παιδιά που αρπάχτηκαν από τους γονείς τους εξακολουθούν να μη γνωρίζουν την αλήθεια. O Ραούλ Αλφονσίν εισήγαγε τον Νόμο της Τελείας και την αρχή Perdon y Ovlido (Συγχώρεση και Λησμοσύνη), που εφάρμοσε και ο Κάρλος Μένεμ ελευθερώνοντας κάθε φυλακισμένο. Η Αμνηστία αποτελεί τον ιδανικό δρόμο προς την Αμνησία.

Οι Νόμοι της Αμνηστίας ανακλήθηκαν το 2005 από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αργεντινής. Πέρσι ο Βιντέλα προσήχθη σε δίκη για την εκτέλεση 31 ανθρώπων. Ένας αριθμός τόσο μικρός μπροστά στις 30.000, αλλά και τόσο μεγάλος καθώς τα πρόσωπα τώρα αποκτούν όνομα και πρόσωπο, απογόνους κι αφημένους. Στο δικαστήριο ο ίδιος δήλωσε με τη γνώριμη βλακώδη έπαρση των δικαζόμενων πραξικοπηματιών και ολίγη επιρροή από λαϊκά μυθιστορήματα πως αναλαμβάνει πλήρη την ευθύνη των πράξεών του, ζητώντας την απαλλαγή κάθε κατωτέρου που υπάκουε τις διαταγές του. Ένας υπέργηρος σε ψευδοηρωίζουσες «αυτοθυσίες» μπροστά στην ειρωνεία της ισόβιας καταδίκης, ένας στρατιωτικός που δεν τιμά ούτε τον δικό του κώδικα, που δεν αποδέχτηκε τις συνέπειες μετά την «αποκατάσταση αλλά προτιμά τώρα την ανάληψη προ της Ανάληψης…

Μόλις πέρσι ο Γιόχαν Κρόιφ αποκάλυψε πως αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διοργάνωση (στοιχείο που είχε αποδοθεί σε πολιτική διαφωνία, ρήξη με τους σπόνσορες ή προσωπική ιδιορρυθμία) εξαιτίας μιας απόπειρας απαγωγής και απειλής κατά της οικογένειάς του στην Βαρκελώνη που άλλαξε την οπτική του και επηρέασε σημαντικά την απόφασή του. Μένω μακριά από τις νέες αναρωτήσεις πώς θα ήταν ο τελικός αν συμμετείχε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου και τι θα συνέβαινε αν η Αργεντινή δεν έπαιρνε το Κύπελλο. Θα έβγαινε και πάλι κερδισμένη από την Αλλοιωμένη Γιορτή.

3.

Από τότε, σε κάθε νέο και πάντα αμήχανο Ιούνιο, επιστρέφω στα αργεντινά στάδια μιας εποχής ολοένα και πιο μακρινής, μουσειώδους και σχεδόν γραφικής, αλλά πολύ αγαπημένης, γιατί εκεί βρίσκω την δική μου παιδικότητα, γεμάτη έκπληκτα μάτια κι ελπιδοφόρες ματιές για τον ανατέλλοντα κόσμο. Μένω μπερδεμένος ανάμεσα στη μαγεία που χάθηκε και σ’ εκείνη που δεν υπήρξε, στο ειδυλλιακό που τελικά ποτέ δεν ήταν ειδυλλιακό αλλά στα δικά μου μάτια αποτελούσε κορύφωμα ζωής. Κι αν για μένα ο μήνας εκείνος ήταν ένα βάπτισμα σε μερικές μέχρι και σήμερα καταλογογραφημένες χαρές, για χιλιάδες ανθρώπους ήταν ένας εφιάλτης, μια κορυφαία ειρωνεία αληθινότερη και χειρότερη απ’ τις μπορχεσιανές. Χιλιάδες Αργεντίνοι ευτυχούσαν για το κύπελλο, δεκάδες χιλιάδες βαπτίζονταν σ’ εφιάλτη άτελο κι ανελέητο. Αμέτρητες ψυχές εκστασιούσαν την συμπαντική νίκη της χώρας τους, ακόμα περισσότερες υπέφεραν την ίδια στιγμή στα μπουντρούμια της διαβρωτικής αγωνίας. Άλλοι έβρισκαν τον παράδεισο στις κερκίδες, άλλοι την κόλαση στα τσιμέντα των κρατητηρίων, σ’ έναν άλλο Τελικό για την δική τους ζωή κι αξιοπρέπεια.

Η Μελωδία του Μουντιάλ είναι για μένα, πια, διπλής όψης, χωρίς να μου απαντά ποιες υποσχέσεις της ολοκληρώθηκαν ευδαίμονες και ποιες παρέμειναν δαίμονες. Αν την ακούσω με τα παλιά μου αυτιά με ζεσταίνει με τον ήλιο της, μου πλησιάζει το καλοκαίρι, μου υπόσχεται θεάματα ευφρόσυνα και νίκες ευγενείς. Γνωρίζοντας πλέον εκείνα που συνέβαιναν τόσο μακριά και τόσο κοντά στις γιορτές, γλυκοπικρίζει και πικρίζει, με ειρωνεύεται και με φοβίζει. Στην τελετή έναρξης, μετά τον μικροφωνικό αντίλαλο του δικτάτορα, οι σκοποί του ύμνου και του ψυχοπλάνου εμβατηρίου του Martin Darre παιγμένοι από την στρατιωτική μπάντα τώρα ακούγονται διαφορετικοί, πιο κοντά στον σκοπό τους. Σαν τη μουσική ενός μελαγχολικού εφιάλτη, που δεν καθόρισε τη ζωή μου – ήμουν πολύ μακριά γι’ αυτό – αλλά με το στάλαγμα μιας αναπότρεπτης αλήθειας μού καταστάλαξε κάτι από τον πόνο του αιώνιου ανθρώπινου δράματος.

Αλλά δεν μπορώ τίποτα να κάνω, παρά να περιμένω να τελειώσει ο μήνας, ώστε να ξανακλειστούν όλα τούτα στο κουτάκι των μνημών. Και κάθε τέσσερα χρόνια σε κάθε νέο Μουντιάλ, με πρόσωπα και τεχνικές μιας υπερμοντέρνας εποχής – όπως και τότε ήταν «μοντέρνα» όλα εκείνα -, μένω σχεδόν απαθής, ο δέκτης μου μοιάζει εικονικός, τα στάδια απόμακρα. Το άλμπουμ με τα γυαλιστερά αυτοκόλλητα με τα πρόσωπα των παικτών έχει πια χαθεί, αλλά σχεδόν το βλέπω, το ξεφυλλίζω, το μυρίζω. Μένουν οι μικρές ιντερνετικές οθόνες, για να βλέπω και να ξαναβλέπω τους αγώνες ξεθωριασμένους και θαμπούς, μαζί με τα ντοκιμαντέρ μιας Ιστορίας Παράλληλης.

Κι αναρωτιέμαι αν ο Βιντέλα πραγματικά πίστεψε πως είχε την Αποστολή της Διεργασίας ή απλά ξέχυσε ένα δηλητηριώδες μίσος που ποιος ξέρει ποιες άλλες Διεργασίες τού καλλιέργησαν· αν στο βάθος του κελιού του έχει έστω μια μικρή αμφιβολία. Αναρωτιέμαι για το πέρασμα του Μπόρχες – τον βλέπω να περιμένει μ’ έκφραση σεβασμού μαζί με τον Σάμπατο την χειραψία του δικτάτορα –από την ερώτηση για τον εξαφανισμένο συγγραφέα Αρόλντο Κόντι στην σιωπηρή έγκριση του καθεστώτος. Αν ο εμπνευστής του σλόγκαν των αγώνων, του «Derechos Y Humanos» – ευθείς και ανθρώπινοι-, που αντηχεί και σαν «Derechos Humanos»ανθρώπινα δικαιώματα – ήταν κάποιος λογοτέχνης που βάπτισε την πένα του σε μελάνι κόκκινο. Αν ο σπουδαίος συνθέτης που του αναθέτουν τον Ύμνο των Ύμνων διχάστηκε ανάμεσα στην άρνηση και στη σκέψη πως η μουσική είναι υπεράνω όλων. Αν το Κύπελλο δώρισε το γλυκύτερο άλλοθι σε μια χούντα ή την ξέχωρη ευτυχία σε ανθρώπους απλούς, την ψευδαίσθηση που δικαιούνται ακόμα και οι κυνηγημένοι. Αν οι παίκτες συμφιλιώθηκαν με την πλάνη, ηρεμούν τη μνήμη τους με το χάδι πως δεν γνώριζαν ή δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, πως η δική τους αποστολή ήταν άλλη, καθαρή κι αμόλυντη. Αναρωτιέμαι τι περιθώρια αντίστασης είχε ο καθένας, τι μερίδιο έχουμε στο δικαίωμα του φόβου, σε ποιες περιπτώσεις αποτελεί η σιωπή συνενοχή, συμμετοχή;

Κι εκεί δίνω πια τον δικό μου αγώνα, να συνθέσω όλες τις παράλληλες ιστορίες, μήπως σχηματίσουν την ιστορία ολόκληρη, την ειπωμένη και την κρυμμένη, γιατί πλέον αποτελεί και δικό μου κομμάτι, μια μαύρη τρύπα στο καταπράσινο λιβάδι που εις ολόκληρον κάποτε μου ανήκε. Μα δεν μπορώ να πλησιάσω τα πρόσωπα που βρέθηκαν στα φώτα ή σκοτείνιαζαν πίσω τους, να μου πουν αληθινά, μακριά από τον φόβο και τα βλέμματα, αν γνώριζαν και τι, με ποιους τάσσονταν, πώς ένοιωθαν τότε και σήμερα, αν θα άλλαζαν τη στάση τους, αν θ’ αντάλλαζαν τις χαρές τους.

Και δεν έχω άλλη δυνατότητα από το γίνω ο ίδιος όλοι, κλεμμένο παιδί που μεγαλώνει άψογα σε ζεστό στρατιωτικό σπίτι λίγο προτού μάθει την αλήθεια, εραστής που έχασε για πάντα την αγαπημένη του χωρίς να μάθει ποτέ τι απέγινε, μια Εξαφανισμένη, μια απλή φωτογραφία στο τεράστιο πόστερ των desaparecidos. Κάποιος που έμαθε να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο κι αδυνατεί να μην αγωνιστεί γι’ αυτόν, αναποφάσιστος μεταξύ δράσης και σωτηρίας, μεταξύ οράματος κι υποταγής. Ζαρώνω φοβισμένος  μπροστά στις στολές στους δρόμους, ή γίνομαι αυτοπρόσωπος στρατοφορεμένος ο ίδιος, ερεθισμένος της εξουσίας, εκπαιδευμένος του μίσους. Γίνομαι έγκλειστος που αγωνιά για τα πρόσωπα που αγάπησα κι ίσως δεν ξαναδώ, γονέας που αδυνατεί να βρει τον αρπαγμένο του βλαστό, μισοναρκωμένος αιχμάλωτος πριν την κάθετη πτώση προς τον ποταμό, αξιωματικός που εκτελεί διαταγές κι ελπίζει να ξεχάσει, αδρεναλωμένος παίκτης που παίζει για την χώρα του που υπάρχει πέρα από εξουσίες, ο κατασκευαστής του μικρού Γκάουτσο μασκότ που θα γεμίσει τα σπίτια ένοχων, συμμέτοχων, αμέτοχων κι αθώων, ο χωρίς χέρια φίλαθλος που αγκάλιασε τον Ταραντίνι στη φωτογραφία που βάφτισαν El Abrazo del Alma.

Και κάθε φορά καταλήγω στην πλατεία όπου κάθε Πέμπτη μέχρι σήμερα χρόνια συγκεντρώνονται οι Madres de Plaza de Mayo· οι Μητέρες κι οι Γιαγιάδες που τότε εκλιπαρούσαν για μια ύστατη ελπίδα, να μάθουν αν ζουν και πού βρίσκονται οι δικοί τους decaparecidos, και τώρα δεν ζητάνε παρά να γνωρίσουν το πώς και πού πέθαναν, που χάθηκαν τα σώματά τους, ποια παιδιά ζουν ακόμα στην άγνοια της δικής τους αρπαγής. Και τρέμω με τη σκέψη πως θα μπορούσε η ζωή να με ρίξει σε οποιονδήποτε σώμα, ή κόσμο, να με γεννήσει αγωνιστή ή διώκτη, εξουσιαστή ή εξαφανισμένο, να με μεγαλώσει στην μια πλευρά ή στην άλλη – και συνεχίζω να ψάχνω απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν γνωρίζω ακόμα.

Σημ.: Alianza Anticommunista Argentina: Αντικομμουνιστική Συμμαχία της Αργεντινής. Desaparecidos: Εξαφανισμένοι. El Abrazo del Alma: Το αγκάλιασμα της καρδιάς. El Proceso de Reorganizacion Nacional: Διεργασία Εθνικής Αναδιοργάνωσης. Escuela de Mecánica de la Armada: Σχολή Μηχανικών Ναυτικού.

Το παραπάνω αφήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011).

Στις φωτογραφίες: Το σήμα του Μουντιάλ 1978. Το άλμπουμ της Panini. Το τεύχος του επίσημου προγράμματος των αγώνων. Η Εθνική Αργεντινής. Ο Λουί Σεζάρ Μενόττι. Οι Κερκίδες του Τελικού. Ο Μάριο Κέμπες. Ένας από τους πολλούς δίσκους με τα τραγούδια και τα εμβατήρια των αγώνων. Ο Ραφαέλ Χόρχε Βιντέλα. Ένα Κέντρο Μνήμης (Ροζάριο). Ένας γενναίος αστυνομικός, καταφέρνει να νικήσει τις μητέρες και τις γιαγιάδες της Plaza del Mayo. Η παράταξη των ομάδων του τελικού. Η τριανδρία της δικτατορίας πανηγυρίζει (και ανακουφίζεται με) το τρίτο τέρμα. Απόκομμα θριαμβεύουσας εφημερίδας. Ο Πασαρέλα με το τρόπαιο στην κορυφή του κόσμου. Ξανά ο Καπνιστής Προπονητής. Ο λαός του Μπουένος Άιρες στους δρόμους μετά τον Τελικό. Ο Βιντέλα πιστώνεται τη νίκη κάνοντας το σήμα της …σε ποιόν άραγε; Ο Βιντέλα στο εδώλιο του δικαστηρίου (Πού πήγε εκείνο το αγέρωχο βλέμμα;).  Τυπικό αναγγελτήριο Εξαφάνισης. Κι άλλο σήμα των αγώνων: σχεδόν σαν ειρωνεία προοιωνίζεται ο θρίαμβος της Αργεντινής. Φωτογραφίες των Desaparecidos. Μπόρχες και Σάμπατο στην συνάντηση με τον Βιντέλα. O γκαουτσίτο, η μασκώτ του Μουντιάλ. Κείμενο των Μητέρων και Συζύγων των Desaparecidos με τα ονόματα των Εξαφανισμένων και μοναδική παράκληση: την Αλήθεια.

Μουσικά αρχεία: O Ύμνος του Μουντιάλ 1978 (Ennio Morricone – Melodia oficial del mundial 78) εδώ και εδώ. Το Εμβατήριο του Μουντιάλ 1978 (Martin Darre – Marcha oficial del mundial 78) εδώ και εδώ (φωνητική εκτέλεση), εδώ (εκτέλεση με γυναικεία φωνητικά), εδώ (ημιφωνητική εκτέλεση), εδώ (οργανική εκτέλεση).


2 Σχόλια to “Αργεντινή 1978”


  1. Ιουλίου 21, 2011 στις 11:25 πμ

    Αχ, αγαπητέ κι αγαπημένε μας πανδοχέα, τι καυτό θέμα πιάσατε τούτες τις καυτές ημέρες…. Ως γνωστό, ο τελικός του 1978 είναι ένα από τα βαθύτερα συλλογικά τραύματα των Ολλανδών, κάτι σαν τις δικές μας χαμένες πατρίδες – χωρίς υπερβολή. Στα πλαίσια του διεθνισμού της προσωπικότητάς μου, χαίρομαι που στο πανδοχείο σας ετέθη και το συγκεκριμένο θέμα.

    Επίσης, από προσωπικό ενδιαφέρον έχω μελετήσει σε βάθος τα της Αργεντίνικης δικτατορίας, οπότε η εκπληκτικά αναγνώσιμη και ουστιαστική αναδρομή, ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

    Συστήνω ανεπιφύλακτα και την ταινία Garage Olimpo, μια πολύ σκληρή και ρεαλιστική ματιά στην τύχη των decaparecidos. Μόνο μην τη δείτε μεσημέρι (όπως εγώ) γιατί μετά το φως της μέρας γίνεται ανυπόφορο.

    Νάντια


Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s


 

Ιουλίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιουν   Αυγ »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 212,825 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers