Αρχείο για Νοεμβρίου, 2011

30
Νοε
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 46

 

David Lodge – Thinks (2002), Roberto Arlt – Os sete loucos (1929), Marjane Satrapi – Persepolis (2000).

Παραμένοντας στην χώρα του χρωματισμένου σκίτσου, οι πέντε έμψυχοι χαρακτήρες ήδη από το εξώφυλλο εκδηλώνουν συναισθήματα προτού τα σώματά τους τεθούν σε πλήρη μυθοπλαστική τροχιά.

26
Νοε
11

Άρης Μαραγκόπουλος – Ulysses. Οδηγός ανάγνωσης

Κρεβάτι της σύλληψης και της γέννησης, της τελείωσης του γάμου και της διάρρηξης του γάμου, του ύπνου και του θανάτου… […Αλήθεια πιο παράξενη κι από μυθιστόρημα … - XVII, Ιθάκη – σ. 400]

Η ατελείωτη ανάγνωση

Δεν υπάρχει άλλο βιβλίο στην παγκόσμια λογοτεχνία που να απογοητεύει τόσο απελπιστικά τον προτιθέμενο αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας γραμμές και ταυτόχρονα να πουλάει πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα το χρόνο. Βιβλία σαν το Ulysses έχουν μυητικό χαρακτήρα, δηλαδή τα διαβάζει κανείς όπως τη Βίβλο ή τα ομηρικά έπη: στο μάκρος του βίου και στη διαδρομή της πνευματικής του πορείας. Στις εκατοντάδες πυκνογραμμένες γριφώδεις σελίδες του δικαιώνεται ο κοινός τόπος της σύγχρονης θεωρίας πως καμία ανάγνωση (όπως και κανένα γράψιμο) δεν είναι ποτέ τελειωτική. Ίσως κανένα άλλο κείμενο της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν απαιτεί σε τέτοιο βαθμό τη συνέργεια του αναγνώστη, ικετεύοντάς τον να «παίξει».

Ο Τζόυς αντιμετώπισε το κείμενο ως αφηγηματικό παλίμψηστο ιδεών, προσώπων, ρόλων, μύθων, συμβόλων, στερεοτύπων κ.λπ. όπου ο ζωντανός αναγνώστης σε κάθε του νέα ανάγνωση «αποξέει» – όπως οι συντηρητές στα παλίμψηστα έργα τέχνη – αποκαλύπτοντας νέα «ευρήματα» κάτω από τα προηγούμενο αναγνωστικό στρώμα όπως γράφει ο Άρης Μαραγκοπουλος, που εδώ και χρόνια έχει χριστεί ως ο ιδανικός μυητής μας στο – επιτρέψτε μου το αυθαίρετο σύμπλοκο – Τζοϋσικό Άπειρο και του οποίου τις φράσεις θα αναπαράγουμε διαρκώς σε τούτο το κείμενο. Και δεν είναι η πρώτη φορά που ο εκλεκτός συγγραφέας αναλαμβάνει τέτοια χρέη, εφόσον έχουν ήδη προ ετών προηγηθεί το Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο. Τόποι και γλώσσες στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς (Κέδρος, 1997) αλλά και οι προγενέστερες εκδόσεις του παρόντος (Α΄ έκδ: Δελφίνι, 1996, Β΄ έκδ.: Κέδρος, 2001), που γράφτηκαν όμως, όπως μας δηλώνει ο ίδιος, σε μια εποχή (1980-1995) που … δεν υπήρχε το Web 2. Έτσι ο παρών Οδηγός Ανάγνωσης αποτελεί ακριβώς ένας οδηγό μύστη, που μας παρέχει οδηγίες ανάγνωσης χωρίς να εξασφαλίζει τη μία, μοναδική, ασφαλή ανάγνωση.

Μοιάζει κρυφό χάδι, μνήμη που κάτι μου λέει. Του χάιδεψε τις νοτισμένες του αισθήσεις θυμήθηκε. Κρυμμένοι κάτω από τις άγριες φτέρες στο Χόουθ. Κάτωθέ μας ο κόλπος κοιμισμένος ουρανός. Κανένας ήχος. Ο ουρανός. [..] Είχε τα μαλλιά της προσκέφαλο πάνω στο σακκάκι μου, σκουλαρίκια μες τα ρείκια γρατσουνάνε το χέρι μου κάτω από το λαιμό της, θα μου τα σκορπίσεις όλα. Ω τι θαύμα!  δροσεραπαλό το χέρι της από τις κρέμες με άγγιξε, με χάιδεψε· τα μάτια της πάνω μου πουθενά αλλού δεν γυρνούσαν. Μαγεμένος έγειρα επάνω της, απ’ άκρη σ’ άκρη τα χείλια μου ορθάνοιχτα, τη φιλούσαν στο στόμα. Γιουμ. Απαλά μου έδωσε στο στόμα σουσαμένιο κέικ, ζεστό και μασημένο. Γλυκερό πολτό δούλευε το στόμα της γλυκό και ξυνό με σάλιο. Χαρά· τον έφαγα· χαρά. Καινούργια ζωή, τα χείλια της μου έδωσαν καθώς σουφρώνουν. Απαλά, ζεστά, κολλώδη μαστιχόπηκτα χείλη. Λουλούδια ήταν τα μάτια της, πάρε με, δεχτικά μάτια. Βότσαλα έπεσαν. Έμεινε ακίνητη. […] Προφυλαγμένη κάτω από τις φτέρες γέλασε ζεσταγκαλιασμένη. Μανιασμένα έγειρα πάνω της, τη φίλησα· τα μάτια, τα χείλια της, τον τεντωμένο της λαιμό, καριοδχτύπι, τα γυναικεία στήθια να φουσκώνουν στην μπλούζα της από στριφτό μαλλί, οι παχιές ρώγες ολόρθες. Ξαναμμένος τη γλώσσισα. Με φίλησε. Φιλήθηκα. Παραδομένη ολάκερη μου ανασκάλεψε τα μαλλιά. Φιλημένη με φίλησε. [Αισθάνομαι σαν να με είχαν φάει και με ξέρασαν - VIII, Λαιστρυγόνες - σ. 169 - 170]

Τεχνικές του Νέου

Αφηγηματική παραλληλία με θέματα εκτός πλοκής, απουσία ευθύγραμμης πλοκής, συνειδησιακή ροή, ενσωμάτωση εξωλογοτεχνικών κειμένων, «μοντάζ» μεταξύ διαφορετικής μορφής κειμένων, παρεμβάσεις σε σύνταξη και γραμματική, ατέλειωτο παιχνίδι με τις λέξεις, απομίμηση άλλων λογοτεχνικών ειδών και τεχνών, απέραντοι ραμπελαιζιανοί κατάλογοι, εναλλαγή ρόλων μεταξύ των πρωταγωνιστών, εκτενής χρήση προσωπείων, επανειλημμένη χρήση του τυχαίου ως κανονικού…ιδού μερικοί από τους τρόπους που πρώτος ο Ιρλανδός συγγραφέας εισήγαγε στη λογοτεχνία.

Οι περισσότερες αφηγηματικές τεχνικές δεν τρομοκρατούν πλέον τον αμύητο αναγνώστη του Ulysses, δεν μας ξενίζουν πια κανέναν, καθώς τους έχει οικειοποιηθεί όλη η ενδιαφέρουσα λογοτεχνία· γι’ αυτό άλλωστε σήμερα συχνά επαναλαμβάνεται πως «διαβάζουμε τον Τζόυς ακόμα κι όταν δεν τον διαβάζουμε»: τον διαβάζουμε, δηλαδή, όταν διαβάζουμε τους μεταγενέστερους συγγραφείς που συνειδητά ή ασυνείδητα υιοθέτησαν τις τεχνικές του αλλά και στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, στις διαφημίσεις, στις εφημερίδες, στο διαδίκτυο. Οι τεχνικές της παρωδίας, της αυτοαναφορικότητας, του παστίς, η πολλαπλή οπτική γωνία, όλες οι νεοτερικές τεχνικές που παρεκκλίνουν από την ρεαλιστική αληθοφάνεια και σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως και παντού είναι οι περισσότερες παιδιά του ανατρεπτικού Ιρλανδού

Η πατρότητα, με την έννοια της συνειδητής απόκτησης παιδιού, είναι άγνωστη στον άντρα. Αποτελεί ένα μυστήριο κληροδότημα, μια αποστολική διαδοχή, από τον μόνο γεννήτορα στον μόνο γεννηθέντα. Σ’ ετούτο το μυστήριο και όχι στη μαντόνα που η πανούργα ιταλική διανόηση πέταξε πάνω στον όχλο της Ευρώπης θεμελιώθηκε η εκκλησία και θεμελιώθηκε αμετακίνητα επειδή θεμελιώθηκε, ωσάν τον κόσμο, μακρό- και μικρόκοσμο, πάνω στο κενό. Πάνω στα αβέβαιο και πάνω στο πιθανό. H Amor martis, υποκειμενική και αντικειμενική γενική, ίσως να είναι το μόνο αληθινό πράγμα στη ζωή. Η πατρότητα ίσως να είναι μια νομική μυθοπλασία. Ποιος είναι ο πατέρας του όποιου γιου που ο όποιος γιος θα τον αγαπήσει ή εκείνος τον όποιο γιο;

-Έχουν αποσχισθεί εξαιτίας μιας τόσο ακλόνητης σωματικής ντροπής που τα παγκόσμια εγκληματολογικά χρονικά, στιγματισμένα με κάθε είδους αιμομειξία και κτηνωδία, μόλις και καταγράφουν τη διάστασή της. Γιοι με μανάδες, αφέντες με κόρες, λεσβίες αδελφές, έρωτες που δεν τολμούν να προφέρουν το όνομά τους, ανηψιοί με γιαγιάδες, φυλακόβιοι με κλειδαρότρυπες, βασίλισσες με βραβευμένους ταύρους. Ο αγέννητος γιος αμαυρώνει την ομορφιά· με το που γεννιέται φέρνει τον πόνο, διαιρεί τη στοργή, αυξάνει τις έγνοιες. Είναι ένα αρσενικό· η ανάπτυξή του είναι η παρακμή του πατέρα του, η νεότητά του ο φθόνος του πατέρα του, ο φίλος του ο εχθρός του πατέρα του. [Ένας πατέρας […] είναι ένα αναγκαίο κακό – IX, Σκύλλα – Χάρυβδις – σ. 188]

Νεωτερισμοί του κλασικού

Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του Τζόυς ήταν να γράψει ένα βιβλίο με δεκαοκτώ κεφάλαια – διαφορετικές οπτικές γωνίες και ισάριθμα στιλ. Κι αυτή είναι η κύρια ιδιομορφία του Ulysses: είναι δεκαοκτώ βιβλία μαζί, το καθένα με διαφορετικό ύφος και τεχνική αφήγησης, που διηγούνται την ιστορία μιας μοναδικής ημέρας στο Δουβλίνο της περίφημης 16ης Ιουνίου 1904 – έκτοτε Bloomsday. Πώς όμως δημιουργήθηκε αυτός ο ιδιόμορφος μοντερνισμός; Ο Τζόυς γνώριζε όλα τα ιδεολογικά ρεύματα (από τη φιλοσοφία του Άρνολντ και την κοινωνική κριτική των Ίψεν και Σόου μέχρι τις θεωρίες των Νίτσε, Μπερξόν, Φρόυντ, Κρότσε, Βέμπερ, την κοσμογονική αλληγορία του Μπλέικ, τις αισθητικές έγνοιες του Ακινάτη, τη γραφή των Τσέχωφ και Φλωμπέρ κ.ά.) αλλά το έργο του δεν οφείλεται σε κάποια προγενέστερη ή προγραμματική νεωτερική ιδεολογία όσο σε μια νεωτερική μορφή που ο ίδιος δημιούργησε μέσα από τις κλασικές φόρμες, από το βικτωριανό ύφος έως το συμβολικό μυθιστόρημα, κοινώς έχοντας αφομοιώσει την κλασική παράδοση και προχωρώντας εκλεκτικά προς τις εικονοκλαστικές του μορφές.

Τα υλικά των υλικών

Ας απλωθούν λοιπόν μπροστά μας όλα τα επιμέρους συστατικά του Οδυσσέα! Ο εκθέτης οδηγητής μας εκθέτει μπροστά μπροστά τα υλικά κατασκευής, όπως η Αυτοβιογραφία [πίσω από τις φοβερές μορφικές ανατροπές υπάρχει μια βαθειά πολύπλοκη φιλοσοφία ζωής· σπάνια το έργο ενός συγγραφέα είναι σε τέτοιο βαθμό δεμένο με τη ζωή του], η Εγκυκλοπαίδεια [όπου μια τερατώδης διακειμενικότητα πλημμυρίζει αναφορές σε αγγλική κι ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ανατολίτικη φιλοσοφία, δυτικό μυστικισμό, θρησκευτική παράδοση, μεσαιωνική Ιρλανδία, ομηρική Οδύσσεια, αρχαιοελληνική γραμματεία κ.ά.], η Τεχνική. Στην τελευταία δεν υπάρχει προστασία του αναγνώστη, όπως στην κλασική λογοτεχνία, με τις αναγκαίες πληροφορίες του παντογνώστη αφηγητή· ο αναγνώστης αφήνεται στο έλος ενός ανελέητου κειμένου όπου κανείς δεν τον «συστήνει» σε κανέναν και τίποτα, κι αναρωτιέται συνεχώς αν διάβασε σωστά «λέξεις ανίερα παντρεμένες μεταξύ τους», με την ανασφάλεια ενός voyeur, ενός ξένου που κρυφακούει και κρυφοβλέπει.

…όχι δεν γίνεται τίποτα μ’ αυτόν δεν έχει τρόπους αυτός ούτε καν ευγένειες ούτε όχι τίποτε δεν έχει από φυσικού του να μας μπατσίζει από ίσως μ’ αυτό τον τρόπο στον πισινό μου επειδή δεν τον φώναξα Χιου ο ignoramus που δεν βλέπει τη διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και στα λάχανα ιδού πώς την πατάς άμα δεν τους κρατάς κανονικά στη θέση τους να βγάζει τα παπούτσια του και τα παντελόνια εκεί πάνω στη καρέκλα μπροστά μου κοιτώντας έτσι κατάματα χωρίς ούτε να ζητάει την άδεια και να στέκεται έτσι χυδαία με μισό πουκάμισο […] άντε το λοιπόν υποθέτω πως γίνεται εξαιτίας που τούτα είναι τόσο αφράτα και προκλητικά στο κοντό μου μισοφόρι δεν μπορούσε να αντισταθεί ακόμα κι εμένα με ερεθίζουν μερικές φορές μια χαρά την έχουν οι άντρες να παίρνουν όση απόλαυση θέλουν από το κορμί μιας γυναίκας μεις είμαστε τόσο στρογγυλές και λευκές πάντα για δαύτους θα γούσταρα κι εγώ μια φορά για αλλαγή να είμαι ένας τους μονάχα να δοκιμάσω μ’ εκείνο το πράμα που το φουσκώνουν έτσι σκληρά πάνω σου και που συνάμα είναι τόσο μαλακό όταν το ακουμπάς…  [Ύψιστε Θεέ δεν υπάρχει τίποτε σαν τη φύση - XVIII, Πηνελόπη – σ. 449]

Τρόποι Ανάγνωσης

Πώς θα διαβάσουμε λοιπόν αυτό το υπερμυθιστόρημα; Πρώτα πρώτα ως ένα αναπόφευκτο εκτεταμένο ποίημα! Μόλις ο αναγνώστης αντιληφθεί ότι απουσιάζει η κλασική δομή της πλοκής και η παραδοσιακή μορφή του αφηγηματικού ύφους αντιμετωπίζει δυο επιλογές: ή θα παραιτηθεί ή να συνεχίσει, ενθαρρυμένος τουλάχιστο από την εμφανή ποίηση κάποιων κομματιών – άλλωστε το κείμενο διαθέτει τα περισσότερα από τα γενικώς αποδεκτά χαρακτηριστικά της ποίησης : ελευθερία στην σύνταξη, μεταφορική χρήση των λέξεων, συμβολισμό, ποιητικό ρυθμό, υπαινικτικότητα…Αλλά και ως πολύτροπο μυθιστόρημα (το πιο εκτεταμένο έργο της Συμβολικής Ποίησης και το πιο νατουραλιστικό μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ) που εξαντλεί κάθε δυνατή και αδύνατη διηγηματική τεχνική, καταλήγοντας στο τέλος να αρνείται τον ίδιο του τον εαυτό, το μυθιστόρημα δηλαδή ως είδος, τις λογοτεχνικές συμβάσεις ως εγγύηση αλήθειας, τη δυνατότητα της γλώσσας να εκφέρει την πραγματικότητα!

Κι αν το νεωτερικό μυθιστόρημα του Τζόυς δεν φαντάζει τόσο νεωτερικό όσο τότε; Τότε μπορεί να διαβαστεί ως μνημείο νεωτερικότητας, όπου ανασκάπτονται τo ρεύμα της συνείδησης του Edouard Dujardin, το «ανοιχτό» βιλβίο του Μαλλαρμέ, το φλωμπεριανό λεξικό του Μπουβάρ και Πεκυσέ τα παραφερνάλια της λαϊκής εικονογραφίας του Ρεμπώ, η κινηματογραφική γραφή του Cendrars, η διακειμενική των Eliot και Pound…και το παιχνίδι της κειμενικότητας δεν έχει τέλος!

Οδηγός Ανάγνωσης του Οδηγού Ανάγνωσης

Αν βέβαια χρειαζόμαστε οδηγό ανάγνωσης για τον Οδυσσέα, που χρειαζόμαστε, τότε αυτός ο οδηγός οφείλει να είναι παιγνιωδέστατος και ελκυστικός, με ποικίλα στοιχεία αλλά και σύντομες ενότητες, συνεπώς χρειαζόμαστε κι εδώ οδηγό ανάγνωσης για τον οδηγό ανάγνωσης, εφόσον το παιχνίδι πλέον έχει ανοίξει για τα καλά. Εδώ αρκεί ένα δισέλιδο προσπέκτους: Το βιβλίο δομείται σε δεκαοκτώ κεφάλαια που βέβαια αντιστοιχούν στα ισάριθμα επεισόδια του Ulysses, υπό τους ομηρικούς τίτλους που ο Τζόυς χρησιμοποίησε στην αλληλογραφία του, ενώ ένας εκτενέστερος τίτλος συμπυκνώνει τον δεσπόζοντα προσανατολισμό του κάθε κεφαλαίου. Τα κεφάλαια με τη σειρά τους δομούνται με τις ίδιες θεματικές ενότητες και περιλαμβάνουν: μετάφρασμα αντιπροσωπευτικό του ύφους του επεισοδίου, πλοκή (τόπος – χρόνος – πρόσωπα – σύνοψη πλοκής), ομηρικές αναφορές με τους αντίστοιχους συμβολισμούς και ειδική ενότητα με αναγνωστικές επισημάνσεις, ερμηνείες, εξωκειμενικά αναφερόμενα και τα συναφή. Ακολουθεί η ενότητα της Τεχνικής, ένα δεύτερο μετάφρασμα, σχόλια, βιβλιογραφικές παραπομπές, ερμηνευτικές θεωρήσεις και λοιπά στοιχεία για κάθε πιθαμή του κειμένου αλλά και ολόκληρη την πορεία του Ulysses, από την απαγόρευση το 1920 στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω «πρόστυχου» περιεχομένου (μόλις το 1933 ο δικαστής αποφάνθηκε πως το βιβλίο τελικά δεν είναι πορνογραφικό) μέχρι την πλήρη φιλολογική και εκδοτική του περιπέτεια.

θέλω να δώσω μια τόσο ολοκληρωμένη εικόνα του Δουβλίνου, ώστε αν μια μέρα συμβεί ξαφνικά η πόλη να χαθεί από προσώπου γης να μπορεί να αναστηλωθεί μέσα από το βιβλίο μου.. (από γράμμα του Τζόυς σε φίλο του, σ. 22)

Έτσι το Ulysses/Οδηγός ανάγνωσης, μυητικό βιβλίο, αρχή μαθητείας και χάρτης πλοήγησης μαζί, αποτελεί πραγματικό απολαυστικό παιχνίδι. Η ανάγνωσή του μπορεί να αρχίσει απ’ οποιοδήποτε κάθε κεφάλαιο, υποκεφάλαιο, υποσημείωμα, ενότητα, υποενότητα κ.λπ. και να διαβαστεί και να απολαυστεί αυτόνομα, μετατρέποντάς μας από αρχικά έκπληκτο θεατή σε καταπρόθυμο συμμέτοχο στην Οδύσσεια ενός ανθρώπου που στο τέλος της κοπιώδους εκείνης Παρασκευής του 1904 είχε γίνει Οδυσσέας – Σεβάχ Θαλασσινός και ήρωας ενός Συναρπαστικού Βιβλίου.

Εκδ. Τόπος, 2010 [Σειρά: Επί των κειμένων], 492 σελ. με χρονολόγιο, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Μη φοβάσαι εκείνους που πωλούν το σώμα αλλά είναι ανήμποροι ν’ αγοράσουν την ψυχή [XVI, Εύμαιος - σ. 371] / Έθνος είναι οι ίδιοι άνθρωποι να κατοικούν στον ίδιο τόπο [XI, Κύκλωπες - σ. 245] / Αν ξάφνου όλοι γινόμασταν κάποιος άλλος… [VI, Νέκυια - σ. 121]

 

25
Νοε
11

Λογοτεχνείο, αρ. 100

Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, σε: Μισέλ Ουελμπέκ – Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, Δημόσιος Κίνδυνος, εκδ. Εστία, 2010, σ. 222, 225, 226 (Michel Houellebecq, Bernard – Henri Lévy, Ennemis publics, 2008).

Γιατί γράφετε; Γιατί δεν μπορεί κανείς να κάνει έρωτα όλη την ημέρα. Γιατί κάνετε έρωτα; Γιατί δεν μπορεί κανείς να γράφει όλη την ημέρα. Είμαι έτσι φτιαγμένος που δεν κάνω σχεδόν τίποτα που να μην είναι, άμεσα ή όχι, καταγεγραμμένο σε αυτήν την διπλή απόλαυση που μου δίνουν, σχεδόν αδιακρίτως, η τέχνη του έρωτα και της συγγραφής. Έχω ένα σώμα που, ειλικρινά, δεν μπορεί – με την κυριολεκτική έννοια του «μπορώ» – να κάνει παρά δύο πράγματα, που είναι στην πραγματικότητα το ίδιο: να ερωτεύεται και να γράφει, να γράφει και να ερωτεύεται, να αντλεί από το ένα την πηγή του άλλου και από το άλλο την πηγή του ενός.

Λογοτεχνία ή ζωή; Ζωή επειδή λογοτεχνία; Η ζωή για μένα δεν ζει, δεν είναι βαθιά και σαρκικά ζωή, παρά μόνο όταν μπορώ να της αποσπάσω λέξεις.

Πιστός στις αρετές της συντακτικής απόκλισης, της αδιόρατα καινοφανούς χρήσης ενός σημείου στίξης, της λέξης που ξεφεύγει από τη συνήθη χρήση της, του ανεμπόδιστου ήχου που αναδύεται έξω από τη σιωπή και τον θόρυβο…

Στους ομοιοπαθείς

22
Νοε
11

Βασιλική Πέτσα – Θυμάμαι

Οι αμέτοχοι συμμέτοχοι

Ένα τσακ είναι. Ένα κλικ. Ένα μπαμ. Τίποτα παραπάνω. Ένα πέρασμα αδιόρατο, ένα βήμα λοξό σε μια ολόκληρη πορεία ζωής. Περπατάς και σκοντάφτεις. Βαδίζεις και το ένα πόδι πάει από μόνο του αλλού. Και ψάχνεις μετά να βρεις το γιατί. Γιατί έτσι. Μικρά και μεγάλα καθημερινά εγκλήματα, γεννιούνται σαν φαντασιώσεις και καταλήγουν σε εφιάλτες… (σ. 77) διηγείται μια εκ των πολλών αφηγητών, προσθέτοντας την πιο απλή και γι’ αυτό την πιο ανατριχιαστική ερμηνεία σε μια σειρά ατέλειωτων εκδοχών για ένα εφηβικό έγκλημα που έστειλε τις δυο αυτουργούς Φανή και Κάτια στη φυλακή και το ηλικιωμένο θύμα στον θάνατο. Κι αυτόματα θυμάμαι μια πρόσφατη ζωντανή συνομιλία με την Όλια Λαζαρίδου, που αναφερόμενη, με αφορμή θεατρική παράσταση στις φυλακές, σ’ εκείνους που βρίσκονται «μέσα» κι εκείνους που είμαστε «απ’ έξω», έλεγε: μια τρίχα μας χωρίζει, που νομίζουμε ότι είμαστε εμείς άλλο κι αυτοί άλλο…ψήγματα του ακραίου έχουμε όλοι ήδη μέσα μας.

Φυσικά ο παραπάνω ενδεχόμενος φωτισμός δεν είναι ο μόνος. Η αποτρόπαια απρόκλητη σφαγή ενός ανθρώπου για ελάχιστα χρήματα (ως εισιτήρια φυγής) συγκεντρώνει σε κύκλο αφανή δεκάδες πρόσωπα που μιλούν, ερμηνεύουν, ομολογούν κι εξομολογούνται. Την εμπλοκή τους, την άποψή τους, την κριτική τους, την κραυγή τους. Ο καθένας στον κόσμο του, ο καθένας την δική του αλήθεια, ή ο καθένας με το ζόρι του; Προκύπτει άραγε κάποια ενότητα ή όλα διασπείρονται σε εντροπία ομόκεντρων και ουδέποτε εφαπτόμενων αληθειών; Ποιος θα μιλήσει, ποιος θα διηγηθεί, ποιος δικαιούται άποψης, ποιος θα πιστευτεί;

Ας μιλήσουν λοιπόν όλες οι φωνές. Οι αυτουργοί και συμμέτοχοι, το πρόσωπο του τελευταίου τους ραντεβού με την «κανονικότητα», ο αστυνομικός, η φιλόλογος (το γραπτό που θα λείπει, το έχω ήδη διαβάσει. Και δεν ξέρω τι βαθμό να του βάλω), ο γραφειοκράτης, η συγκρατούμενη, ο ιερέας, ο δημοσιογράφος, ο δικηγόρος, ο κτελατζής. Όλοι κι όλα εδώ: μια παιδική έκθεση για εκείνον, το βλέμμα του καθηγητή, το γράμμα της κολλητής, η κρίση του ανακριτή, η εκπορνευόμενη του γέροντα, η αναγάπητη, ως ισχυρίζεται, μητέρα, ο κουρέας του θύματος και ο εγκλειστής των θυτών, ο ορφανός εγγονός, η μυήτρια της φυλακής, τα επισκεπτήρια της φυλακής και του θανάτου, ένα κατεστραμμένο σχολείο, οι παραπονούμενοι του απέξω κι οι αφοριστικοί του μακριά, η αποφυλακισμένη Κάτια, που εξακολουθεί να γράφει στη Φανή γράμματα αναπάντητα με σχέδια κοινά, ένα ποίημα της Φανής αντί κραυγής.  Και γύρω τους, ένα κυκλωτικό, πνιγηρό επαρχιακό κι επαρχιώτικο πέπλο, που όπως πάντα θρέφει προκαταλήψεις και θεριεύει σιωπές κι αποσιωπές. Αναρωτιέμαι πώς θα μιλούσε ο αντίστοιχος αστικός περίγυρος.

Και τελικά τόση αλήθεια και τόσο ψέμα βρίσκονται ταυτόχρονα στις ίδιες λέξεις κι ο καθένας παραμένει στον κόσμο του, απ’ όπου δεν ξεφύγει ποτέ, άρα δεν θα δει την αλήθεια του άλλου, ούτε καν του πλέον κοντινού του. Κι αν το άτυχο θύμα ως αλλοτινός αντάρτης έζησε τη δική του ένδοξη Ιστορία, όλοι αυτοί είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα από τις θλιβερές ιστορίες των άλλων. Δική τους δεν θα έχουν ποτέ. Μόνο τις οπτικές τους θα διατηρούν, προσκολλημένες στο λόγο και την λογική του καθενός τους, όλες αδιάψευστες μα κάποιες συγκλονιστικές, όπως εκείνη της «δεύτερης» που επιζητά πλέον τον θάνατο απ’ την «πρώτη»: Εδώ με σαπίζει στο ξύλο για τα 14άρια που της φέρνω. Ενώ εσένα, όλοι σ’ αφήνουν ήσυχη. Δύσκολο παιδί, κλειστή, δεν μιλάει και δεν της μιλάνε. Ενώ εγώ είμαι η «χαζή», εγώ στη σκιά σου, εγώ η ηλίθια που πάντα σ’ άκουγα. Εσύ η Αντιγόνη κι εγώ η Ισμήνη που μας λέγανε και στο σχολείο, ε; Σε βόλευε ο ρόλος. Εμείς σφάξαμε όμως, ενώ αυτές θάψανε. Βρες μου τώρα το μύθο. Βρες τον μου. Η Φόνισσα είμαστε. Δυο φόνισσες. (…) Πότε μου πες καλό λόγο; Τώρα το βλέπω καθαρά. Γιατί είχα τη χαρά μέσα μου κι εσύ τα σκοτάδι. Να μου μαυρίσεις το μέσα μου, αυτό ήθελες. Μόνο να φεύγεις ήξερες, δεν είχε όνειρα κι έπνιγες τα δικά μου. (σ. 55)

Για άλλη μια φορά ο καθένας θα βρει αφορμή να μιλήσει για την δική του ιστορία, όπως ο συγχωριανός του νεκρού (που αδυνατεί να μην συνδέσει τις δικές του μεταναστευτικές μνήμες με το συμβάν), για άλλη μια φορά ο καθένας θα προτιμήσει να παραμείνει στο δικό του παραμύθι, όπως η μητέρα της μιας: «το δικό μου παιδί ήταν ήσυχο, η άλλη φταίει» – φράσεις τόσο γνώριμες, τόσο συχνές… Τουλάχιστο μέσα από τους τραγικά στερεότυπους λόγους των περισσοτέρων, κάποιες χαραμάδες φωτός κιτρινίζουν στο σκοτάδι, όπως της κοινωνικής λειτουργού: Μου ζήτησε η δικηγόρος, όταν γίνει η δίκη, να διαγνώσω κατάθλιψη. Είναι έφηβες, για όνομα του Θεού. Δείξε μου εσύ έναν έφηβο χωρίς κατάθλιψη. Λες και η διάγνωση είναι εξετάσεις σε τομογράφο, μια εκτύπωση, μια ακτινογραφία ψυχής, και εντοπίζεις το μελανό σημείο. (σ. 78).

Με την πρώτη ανάγνωση το βιβλίο καταπίνεται μα δεν απορροφάται. Αργότερα επιζητάς μια δεύτερη, να «ξανακούσεις» τις γνώμες, τις εκδοχές και τις υπεκφυγές των αμέτοχων συμμετόχων. Εδώ ακούς περισσότερο αυτά που δεν λένε και διαβάζεις αυτά που δεν έγραψαν. Ούτε και μ’ αυτή ξεμπερδεύεις. Το έγκλημα δεν λευκαίνει ποτέ. Το βιβλίο παραμένει ανοιχτό, όσο οι πληγές μένουν χαίνουσες, υπαρκτές. «Ευτυχώς» για την λογοτεχνία, δυστυχώς για την πραγματικότητα.

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 89

21
Νοε
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 67. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Γενικά προσπαθώ, αναλαμβάνοντας ένα βιβλίο, να καταρτίσω έναν εβδομαδιαίο «προϋπολογισμό έργου» – κοινώς να οργανώσω το πεζό και πρακτικό κομμάτι της δουλειάς: τόσες σελίδες επί τόσες μέρες, ώστε να είμαι εντάξει στις προθεσμίες μου. Υπολογίζω επίσης ένα ικανό διάστημα για την απαραίτητη έρευνα και για τη δεύτερη και την τρίτη ανάγνωση. Κατά τα άλλα, φροντίζω μόνο να έχω πάντα αρκετό καφέ, αρκετή ζέστη στο σπίτι και να μην κάθονται τα γατιά μου πάνω στη σελίδα που μεταφράζω.

Η σχέση με τον συγγραφέα πρέπει να είναι μια σχέση κατανόησης. Ο μεταφραστής είναι ο τέλειος ακροατής του συγγραφέα, και η μετάφραση, ένας χώρος άψογης ακουστικής. Είναι αδύνατο να μεταφράσεις σωστά, αν δεν έχεις κατανοήσει απόλυτα όχι μόνο τι λέει το κείμενο, αλλά και γιατί. Ως μεταφραστής δεν μπορείς να αντιπαρέλθεις τίποτα. Πρόκειται για ένα είδος βαθιάς γνωριμίας με το πνεύμα του συγγραφέα, που νομίζω πως είναι αδύνατο να αποκτήσεις ως απλός αναγνώστης. Έστω κι αν συχνά αυτό στερεί μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Τα βιβλία στα οποία συνεργάστηκα στενά με άλλους είναι και εκείνα που έχω ευχαριστηθεί περισσότερο, έστω κι αν ταυτόχρονα ήταν τα ίδια που με δυσκόλεψαν – για παράδειγμα, η Ουράνια Αρμονία του Έστερχάζι ήταν μάλλον ό,τι πιο δύσκολο έχω μεταφράσει, αλλά αυτό που μου έχει μείνει περισσότερο ήταν η χαρά της συνεργασίας με τη Μανουέλα Μπέρκι. Φυσικά, ο Τελευταίος Δαίμονας του Σίνγκερ, που μεταφράσαμε από κοινού ο Γιώργος Τσακνιάς κι εγώ, κατέχει ιδιαίτερη θέση, όχι μόνο γιατί μ’ αυτό πρωτοβούτηξα στη μετάφραση αλλά κυρίως γιατί η όλη διαδικασία ήταν το πιο συναρπαστικό και διασκεδαστικό παιχνίδι που έχω παίξει στη ζωή μου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συχνά διαπιστώνω πως έχω αδυναμία σε βιβλία που, ενώ εγώ τα γνώρισα εκ των έσω και τα αγάπησα πολύ μεταφράζοντάς τα, εντούτοις δεν «τράβηξαν» εμπορικά και κυρίως δεν διαβάστηκαν όσο πιστεύω ότι θα τους άξιζε. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι το «Να ’σαι κοντά μου», του Άντριου Ο’Χέιγκαν (εκδ. Πόλις) – τίποτε λιγότερο από αριστούργημα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Η μεγάλη μου φαντασίωση είναι να ήξερα ρωσικά και να μετέφραζα Ντοστογιέφσκι. Μάλλον δεν θα έκανα τίποτε άλλο σε όλη μου τη ζωή. Επίσης, αν διέθετα άφθονο χρόνο, θα ξαναμετέφραζα ευχαρίστως όλη την Άγκαθα Κρίστι, τα πανέξυπνα αγγλικά της. Η Τζορτζ Έλιοτ αποτελεί άλλη εξαίρετη πρόκληση. Πάντως, περισσότερο από συγγραφείς, υπάρχουν συγκεκριμένα έργα που θα ήθελα να είχα μεταφράσει ή να μεταφράσω κάποτε, με τα γλωσσικά όπλα που διαθέτω, για παράδειγμα, το Στο Δρόμο του Κέρουακ.

Ασχοληθήκατε και με την μετάφραση της Καφκικής Μεταμόρφωσης. Τι μπορεί να προσθέσει ένας μεταφραστής σε κλασικά, πολυμεταφρασμένα έργα;

Κάθε βιβλίο είναι μια παρτιτούρα, την οποία ερμηνεύει ως άνθρωπος-ορχήστρα ο κάθε μεταφραστής, με το δικό του γλωσσικό ηχόχρωμα, τη δική του αίσθηση για τον ρυθμό και τον τονισμό. Ειδικά για τον Κάφκα, θα έλεγα ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια μεταβολής της αίσθησης που έχουμε – όχι για τις ιστορίες και τις ιδέες του, βέβαια, αλλά για το ύφος και τη γλώσσα του. Ναι, τον Κάφκα πολύ θα ήθελα να τον περιλάβω όλον από την αρχή!

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Είναι φυσιολογικό, από μια άποψη. Ο συγγραφέας είναι το αφεντικό και ο μεταφραστής είναι ο μπάτλερ. Ο αναγνώστης παίρνει στα χέρια του ένα κείμενο, και αυτό κρίνει. Η πλειονότητα των αναγνωστών μάλιστα ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το «τι θα γίνει παρακάτω» παρά για πράγματα όπως το ύφος, η ατμόσφαιρα κλπ., αυτά δηλαδή που, εφόσον αποδοθούν, ξεχωρίζουν τον ικανό μεταφραστή. Ακόμα και ο κριτικός, για να μπορέσει να μιλήσει υπεύθυνα για την ποιότητα της μετάφρασης, πρέπει να έχει υπόψη το πρωτότυπο, πράγμα σπάνιο. Η συμβολή του μεταφραστή θα αναγνωριστεί μόνον όταν το ίδιο το αναγνωστικό κοινό γίνει πιο απαιτητικό.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Κατά τη γνώμη μου, σε ένα ιδανικό παράλληλο σύμπαν, ο επιμελητής θα έπρεπε να είναι καλύτερα εξοπλισμένος από τον μεταφραστή τόσο στην ξένη γλώσσα όσο και στη μητρική. Αυτό σπανίως συμβαίνει, κι έτσι συνήθως οι επιμελητές γίνονται απλώς το «φρέσκο μάτι», που ελέγχει κυρίως τα ολισθήματα του μεταφραστή στο επίπεδο της απόδοσης. Ακόμα κι έτσι, βέβαια, δεν είναι καθόλου μικρή η συμβολή τους. Μια καλή επιμέλεια, που δηλαδή αφουγκράζεται και το κείμενο και τον μεταφραστή, και κυρίως σέβεται τον αναγνώστη, μπορεί να απογειώσει ένα βιβλίο. Γενικά, νομίζω πως όποιος συμμετέχει στην παραγωγή ενός βιβλίου, από τον μεταφραστή έως τον γραφίστα που θα στήσει το εξώφυλλο, πρέπει να έχει πολύ καλή εποπτεία του βιβλίου συνολικά, πέρα από τα επιμέρους της ειδικότητάς του. Και κανένας να μην διστάζει να ρωτάει τον άλλο.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπόρχες, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ, Τόμας Μαν, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Καπότε, Κόνραντ, Τουέιν, Θέρμπερ, Σίνγκερ, Ροθ, Καλβίνο, Πατρίσια Χάισμιθ, Γκράχαμ Γκριν, Άλι Σμιθ, Ντόκτοροου, Καβάφης, Σαχτούρης – και ό,τι άλλο έχω διαβάσει και έτυχε να είναι «στην ώρα του».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Με διαφορά, ο Ίον Τίχυ του Στανίσλαβ Λεμ. Ο ιδανικός ταξιδιώτης στον χώρο και στον χρόνο, με την ιδανική αίσθηση του γελοίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη μετάφραση και την επιμέλεια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι ευτυχής που υπάρχει κατ’ αρχάς το διαδίκτυο (έχω ήδη ξεχάσει πώς ήταν να μεταφράζω χωρίς αυτή τη δυνατότητα να αναζητώ οτιδήποτε, οποτεδήποτε). Επίσης, είμαι ευτυχής που υπάρχουν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Νομίζω πως, όπως και καθετί άλλο, αν δεν γίνουν κέντρο του βίου σου και ένα είδος διεστραμμένου «μετρητή ευφυίας», μπορούν να προσφέρουν και διασκέδαση και ενημέρωση και κοινωνικότητα. Προσωπικά, απέκτησα έτσι ακόμα και πολλούς φίλους κανονικούς – απ’ αυτούς που τους βλέπεις και τρως και πίνεις μαζί τους.

Στην φωτογραφία η φιλοξενούμενη, μόλις έχει παραλάβει νέο βιβλίο για μετάφραση.  Φωτογράφος η Ελένη Κεχαγιόγλου.

20
Νοε
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 523 (Νοέμβριος 2011)

Γιάννης Κορδάτος. 50 χρόνια στη σκιά της Ιστορίας

Ο Γιάννης Κορδάτος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της ελληνικής αριστεράς, γράφοντας σε έναν ιστορικό περίγυρο με πολλαπλά ιδεολογικά και επαναστατικά περιβάλλοντα. Στο σημαντικότερο έργο του, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (1924), που προκάλεσε και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, εφάρμοσε την μαρξιστική μέθοδο και υποστήριξε πως η επανάσταση του Εικοσιένα ήταν αστική, άμεσα συνδεδεμένη με τη συγκρότηση μιας ελληνικής αστικής τάξης που οφειλόταν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν αυτή κατέστη ισχυρή, επιδίωξε και την άνοδό της στην πολιτική εξουσία, επηρεασμένη από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Μετά την κατάλυση του τουρκικού ζυγού η επανάσταση συνεχίστηκε στο εσωτερικό μέτωπο, ως εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα σε αστούς και φεουδάρχες. Από το 1880 η αστική τάξη μετασχηματίστηκε σε βιομηχανική κεφαλαιοκρατική τάξη, εκμεταλλευόμενη την εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες. Απέναντι λοιπόν στην παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία ο Κορδάτος χαρακτήρισε το Εικοσιένα ως κοινωνική επανάσταση, αρνούμενος και το παπαρρηγοπούλειο σχήμα της εθνικής συνέχειας.

Το έργο του πολύ γρήγορα απορρίφθηκε από το ΚΚΕ, που ακολούθησε την ανάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1933 -1934), σύμφωνα με την οποία στην Ελλάδα παρέμεναν ακόμη ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα και συνεπώς ο αστικός μετασχηματισμός δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Συνέχισε όμως να διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και να διαπαιδαγωγεί γενιές αριστερών τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης· ενδεικτικά αναφέρεται ως ευαγγέλιο των φοιτητικών χρόνων από ήρωα – και πιθανώς alter ego – του Θωμά Σκάσση (Το ρολόι της σκιάς).

Οι αναγνώστες του μεσοπολέμου και αυτοί της μεταπολίτευσης δεν διάβαζαν το ίδιο βιβλίο και σε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα επικεντρώνει ένας εκ των αφιερωτών Παναγιώτης Στάθης («Το Εικοσιένα του Κορδάτου πριν και μετά τον πόλεμο») παρουσιάζοντας λεπτομερώς τις μείζονες διαφορές των δυο εκδόσεων. Πώς ερμηνεύεται η ριζική μεταστροφή στη θεώρηση της επανάστασης στην έκδοση του 1946 (άρα και του 1974); Η εμπειρία του πολέμου και της εθνικής αντίστασης με τις πρωτόφαντες αλλαγές, η εισβολή του λαού στο προσκήνιο, η διάχυση του συνθήματος «λαοκρατία», η εμπλοκή μεγάλων αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικές διαδικασίες και στην ένοπλη σύγκρουση, όλα συνέθεσαν ένα κλίμα που άλλαξε τις οπτικές των διανοούμενων για τη σημασία και το ρόλο του λαού στις ιστορικές εξελίξεις και οδήγησε σε λαϊκιστικά ιστοριογραφικά σχήματα, που βέβαια προσέφεραν και έναν ιδεολογικό οπλισμό απαραίτητο στις πολιτικές διαμάχες. Οι υπόλοιποι τίτλοι του αφιερώματος: Ο «μεγάλος αφηγητής» της μαρξιστικής ιστοριογραφίας (Σπύρος Κακουριώτης), Συγχρονισμοί και αναχρονισμοί στις αντιλήψεις του Γιάννη Κορδάτου (Αλέξης Ζήρας), Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: ένα ύστατο προπύργιο του μαρξισμού (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου), Ο Γιάννης Κορδάτος ως οργανωμένος κομμουνιστής (Σταύρος Παναγιωτίδης), Κείμενα και διασκευές: συγχρονικές προσεγγίσεις του διαχρονικού λόγου (Χριστιάνα Μυγδάλη).

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα, μεταξύ άλλων, τα διηγήματα των βραβευμένων του αεροπορικο – λογοτεχνικού διαγωνισμού Ταξίδι στον αέρα κι ένα κείμενο του Άθου Δημουλά για τα Νόμπελ των ποιητών. Στα μαγνητόφωνα οι Τζορτζ Πελεκάνος και Φιλίπ Κλοντέλ, δυο συγγραφείς που συνδέονται ο καθένας με τον δικό του τρόπο με τον σύγχρονο κινηματογράφο, συζητούν για τις χάρτινες και πάνινες ιστορίες τους. Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος διαπιστώνει την στροφή των σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων από την αυτάρεσκη ιδιωτικοποίηση του ’80 στην ενοχική αναμόχλευση του 2011 και από την ομφαλοσκόπηση στην αναζήτηση της συλλογικής ευθύνης. Ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια θεματολογία οδηγήσει σε λογοτεχνικά αποτελέσματα, είναι ενδεικτική της συλλογικής συνείδησης που αναζητά απαντήσεις πώς φτάσαμε εδώ σήμερα. Σε αντίθεση μάλιστα με τα βιβλία πολλών οικονομολόγων που συνήθως δεν διακρίνονται από πνεύμα αυτοκριτικής, καθώς άλλωστε οι περισσότεροι οικονομολόγοι ήταν μέχρι τώρα μέρος του συστήματος και «έπαιξαν κι έχασαν» κι αυτοί.

19
Νοε
11

Γιάννης Κιουρτσάκης – Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη

Στοχασμός στο κέντρο του κόσμου

«H Νέα Υόρκη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο είδος της κριτικής και της ερμηνείας που έχω μέχρι σήμερα εφαρμόσει. Ανήσυχη, ταραχώδης, αέναα διαφορετική, αδιαπέραστη και αφομοιωτική, είναι σήμερα η πρωτεύουσα μιας εποχής. Η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…η περιθωριακότητα και η μοναξιά του «ξένου», του outsider, υπερισχύουν της αίσθησης της απλής διαβίωσης στην πόλη αυτή» (Έντουαρντ Σαΐντ, Αναστοχασμοί για την Εξορία, Εισαγωγή, εκδ. Scripta, 2006, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου). Αν αυτή ήταν η εικόνα ενός «ξένου» στις αρχές της νέας χιλιετίας, ποιες είναι οι αντίστοιχες σκέψεις ενός επισκέπτη από μιαν άλλη Ανατολή στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της και πώς καταγράφονται στα τέλη της;

Ο Κιουρτσάκης επέλεξε την σωματική συνάντηση με την πόλη, βέβαιος για την αξία της γνώσης των αισθήσεων και της πρωτογενούς εμπειρίας (προπάντων σε μια εποχή όπου ακλόνητες ιδέες και βεβαιότητες συχνά αποκαλύπτονται διάτρητες), στοιχεία άλλωστε της ιδιότητάς του ως χωρικού αλλά και μελετητή της Προφορικής Παράδοσης και της Καρναβαλικής Γλώσσας. Οι εν θερμώ ταξιδιωτικές σημειώσεις, εμπλουτισμένες με μεταγενέστερες σκέψεις και ψυχραιμότερες ματιές κεντώνται σ’ ένα δοκίμιο ημερολογιακής τεχνικής,  στοχαστικής πυκνότητας και ταξιδιογραφικής σαφήνειας. Ο συγγραφέας δεν δέχεται τίποτε ως δεδομένο, παρά μόνο αναρωτιέται, πιθανολογεί, προτείνει, και ξανά αμφιβάλλει. Αποφεύγει τον αβασάνιστο τυφλό αντιαμερικανισμό, πόσο μάλλον όταν η Αμερική βρίσκεται μέσα μας κι ο κόσμος έχει εσωτερικεύσει το χρησιμοθηρικό πνεύμα του αμερικανικού καπιταλισμού, σε μια παράλληλη συνύπαρξη αμερικανοποίησης και αντιαμερικανισμού.

Ο Νέος Άνθρωπος της Αμερικής υπήρξε ο κατακτητής του «μακριά» από κάθε πατρίδα ή εαυτό. Το «αλλού» της υπήρξε ουσιώδης πυρήνας της αμερικανικής εμπειρίας. Η ορμητική κίνηση προς τα εμπρός, η ακαταμάχητη ροπή προς την υπέρβαση των ηθικών και υλικών ορίων δημιούργησε έναν πολιτισμό χωρίς προηγούμενο, έναν αντίστροφο νόστο στην πατρίδα του μέλλοντος αλλά και την δυσεξήγητη για μας συλλογικότητα του αμερικανικού ονείρου. Το αγγλοσαξονικό, προτεσταντικό ήθος και, κυρίως, η ερμηνεία του το μετέφρασαν με αμοραλιστικούς όρους ως τα όρια της εγκληματικότητας, δημιουργώντας την Αμερική που στο ένα χέρι κραδαίνει το σταυρό και στο άλλο το πιστόλι. Μόνο που στους ηλεκτρονικούς χρηματοπιστωτικούς καιρούς της ολοκληρωτικής εξαΰλωσης του πλαστικού χρήματος, οι αλλοτινοί γκάγκστερ είναι άχρηστοι και τα πολυβόλα αντικαταστάθηκαν από τα πλήκτρα.

Εδώ οι μετανάστες μνημείωσαν χειροποίητα την παρουσία τους, με αδάμαστη θέληση να υπομείνουν τα πάνδεινα για να πραγματώσουν την διαφυγή απ’ τη μοίρα, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά το δικό τους χνάρι: «εκείνο που ένιωθαν ως παράδοση προτού το πούνε Ιστορία». Μήπως επειδή όταν δεν νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο όπου ζεις, δεν παίρνεις τίποτε ως δεδομένο και υπερβαίνεις κάθε συμβατική σκέψη ή φόβο; Στα σημερινά όμως χρόνια του καθολικού ξεριζωμού και της γενικευμένης ατοπίας, «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα κι εμείς  επιστρέφουμε ως τουρίστες στον τόπο όπου οι πρόγονοί μας αποβιβάζονταν ως μετανάστες». Θαυμάζουμε τα έργα που δημιούργησαν οι άνθρωποι του χθες ανάμεσα σε δύο κατακτήσεις ή δύο πολέμους, ενίοτε και μέσα στον όλεθρο ή τη σφαγή.  «Τι θα θαυμάζουν από την ψυχή μας οι επιγενόμενοι, σε πεντακόσια ή χίλια χρόνια»;

Σ’ ένα κυριολεκτικά μετα-φυσικό τοπίο χτισμένων ρεματιών και εικονικών παραστάσεων, «πώς να ζήσεις μια αληθινή ζωή μέσα στην ακατάπαυστη ροή προσώπων, πραγμάτων, εικόνων και λέξεων που εμφανίζονται στιγμιαία και περνούν και φεύγουν, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μη συνέβησαν ποτέ»; Όταν ο πνευματικός βίος της Αμερικής περιχαρακώνεται (σε γειτονιές, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) και τα ομογενοποιημένα προϊόντα της αναπαράγονται σ’ έναν «θανάσιμο εγκλωβισμό στο Ίδιο», πώς να ελπίζεις ότι μαζί με την συρρίκνωση των πολιτικών ή ταξικών χασμάτων θα μειωθούν οι πνευματικές αποστάσεις και το βαθύτατο υπαρξιακό της πρόβλημα;

Σε αυτή τη μηχανή που οργώνει τις ψυχές και ανακυκλώνει τους ανθρώπους σε απορρίμματα, σε τούτο το αεικίνητο εργαστήριο της μετάλλαξης του ανθρώπου, της παντοκρατορίας των αριθμών, του απόλυτου συγχρονισμού σε ομαδική ζωή και της νίκη της πληροφορίας ενάντια στη γνώση, όπου η υπέρβαση, η προσαρμογή και η αντίσταση αποτελούν καθημερινούς μοχλούς λειτουργίας του αναρωτιέται κανείς: Μοιράζονται άραγε όλοι έναν κοινό βίο, ή απλά συνυπάρχουν αποκλεισμένοι σ’ ένα αόρατο, ιδεατό γκέτο; Πώς θα ξαναβρούν τα παιδιά των μεταναστών (δηλαδή και όλοι οι Αμερικανοί) μέσα στον πολυφυλετικό, πολυεθνικό, πολυγλωσσικό χυλό του τις δικές τους γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις;

Ο συγγραφέας εξαρχής αντιμετώπισε την Νέα Υόρκη «όχι σαν κουρδισμένος υπήκοος της παγκοσμιοποιημένης επαρχίας, αλλά σαν πολίτης του κόσμου ή σαν ένας πρώην χωρικός που νιώθει την ψυχή του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του αλλοτινού του εαυτού» που συνταράχτηκε από την ιδέα ενός πλανητικού χωριού (που καμιά άλλη πόλη δεν προεικονίζει τόσο καθαρά) κι από εικόνες όπως εκείνη του ζεύγους αστέγων που πλαγιάζουν κάθε νύχτα συντροφιά με το σκυλί τους, τον καφέ και τα βιβλία τους στην εσοχή κάποιου μαγαζιού. Ίσως σε τέτοια μαθήματα ορίων να βρίσκεται ένα κλειδί ώστε η υπέρτατη κοσμόπολη να γίνει ο ιδεατός κοινός τόπος των ανθρώπων, το νέο οικουμενικό χωριό που είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011.

18
Νοε
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 45

Nick Hornby – Juliet naked (2009), F. Scott Fitzgerald – The curious case of Benjamin Button (1922), Dara Horn – The world to come (2006)

Όπως και στα παιδικά μας παραμύθια: όποια κι αν ήταν η ιστορία, το εξώφυλλο προκαλούσε αδημονία, σημαίνε ευφορία, άνοιγε φαντασία.

17
Νοε
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 66. Στυλιάνα Γκαλινίκη

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αθανασία, ένα μικρό βιβλίο του Μπάροουζ, Ο Σκοινοβάτης του Ζενέ, Τρέχα λαγέ του Απντάικ, Ο Θεός των μικρών πραγμάτων της Αρουντάτι Ρόι, Αγαπημένη της Τόνι Μόρισον, Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες, Ο άνθρωπος που κοιτάζει του Μοράβια, Μητριά πατρίδα του Μιχάλη Γκανά, Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Κ του Κούτσι, Ο μπιντές του Μάριου Χάκκα, Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά του Τζόναθαν Φόερ, Το κόκκινο ξενοδοχείο της Μαρίας Ευσταθιάδη, Θεσσαλονίκη σε πρώτο πρόσωπο του Σερέφα, Λίγο από το αίμα σου της Σώτης Τριανταφύλλου, Βαμμένα κόκκινα μαλλιά του Μουρσελά, τα βιβλία του Μπορίς Βιάν, Νανά του Ζολά. Δεν θα εξαιρέσω και το αγαπημένα εφηβικά Με οικογένεια του Μαλό και Υιέ μου, υιέ μου του Χάουαρντ Σπρινγκ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί του Τάσου Χατζητάτση, Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί του Αντρέα Μήτσου, τα διηγήματα του Πόε και του Μάρκες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Νέα τους δεν μαθαίνω, τα μυστικά τους όμως τα ξέρω. Μερικά τουλάχιστον. Ξέρω γι’ αυτούς περισσότερα από αυτά που αποκαλύπτω. Αλλά και πολλά δεν ξέρω. Τους συναντώ κάπου κάπου. Αλλά μπορεί και να τους προσπεράσω, να κάνω ότι δεν τους ξέρω. Μπορεί να τους μιλήσω υποκρινόμενη ότι είμαστε άγνωστοι και ακόμη κι αν ανταλλάξουμε τα μυστικά μας, θα παραμείνουμε άγνωστοι. Μία συνθήκη ψεύδους ίσως. Μου αρέσει να τους παρατηρώ πάντως, αλλά θέλω να γεράσουν με την ησυχία τους. Καμιά φορά μπαίνουν σε κάποιο άλλο κείμενο και τους παρέχω κατάλυμα για μια νύχτα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν είναι λογοτεχνικός, είναι ποιητικός. Ο γιος στο ποίημα του Μπουκόφσκι «Οι δίδυμοι».

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε ακρογιαλιά, σε υπεραστικό λεωφορείο και σε τρένο. Όνειρό μου είναι να γράφω σε καφέ της πόλης και σε καφενεία της επαρχίας. Μου αρέσει να γράφω και να ακούω τα αυτοκίνητα να περνούν ή ανθρώπους να μιλάνε κάπου μακριά ή παιδιά που παίζουν. Δεν μου αρέσει να γράφω σε ησυχία. Έχει τύχει να γράψω ενώ το ραδιόφωνο έπαιζε εκπομπή για το ποδόσφαιρο. Μου αρέσει η εισβολή της πραγματικότητας την ώρα που γράφω. Μου δίνεται η ευκαιρία για ένα παιχνίδι, για μία άσκηση γραφής με βάση το ερέθισμα που έρχεται ξαφνικά. Έχει τύχει να αλλάξω την πλοκή επειδή έλαβα μήνυμα στο κινητό από μία φίλη μου: «είμαι σε μια παραλία και διαβάζω για τις ρωμαϊκές βιβλιοθήκες. Εσύ πού είσαι με τους ήρωές σου;». Εγώ ήμουν στο γυράδικο του Αριστάκου, αλλά μια χαρά βρεθήκαμε κι εμείς στην παραλία: ο Αριστάκος θυμήθηκε πως είχε πάει στη θάλασσα και συνάντησε μια γυναίκα που διάβαζε στην παραλία για τις ρωμαϊκές βιβλιοθήκες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Παγιδεύουμε τις ιδέες ή μας παγιδεύουν; Η παγίδα μπορεί να είναι μία τυχαία κουβέντα, μια γκριμάτσα, η σιωπή εκεί που θα περίμενες έναν ορυμαγδό, μια χειρονομία. Κάτι που σε κινητοποιεί με κάποιον τρόπο. Μπορεί να γράφω κάτι στο μυαλό μου για πολύν καιρό και ούτε λέξη στο χαρτί. Ή να ξεκινήσω να γράφω διάφορα. Να γράφω ασταμάτητα ή να παιδεύομαι να γράψω πάνω από μια αράδα. Να τα παρατάω. Μετά να το ξαναπιάνω πάλι και να αφιερώνω κάθε μέρα κάποιες ώρες σ’ αυτό. Να γίνεται έπειτα αυτό κάθε μέρα σχεδόν για αρκετό καιρό, να είναι ένας λόγος για να ξυπνήσω το πρωί ή ένας λόγος για να μην ξυπνήσω. Να είναι κάτι ευχάριστο ή επίπονο. Δεν έχω τρόπο συγγραφής. Δεν ξέρω καν αν είμαι συγγραφέας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν εργάζομαι με συγκεκριμένο τρόπο γιατί γράφω μέσα στο σπίτι συνήθως ενώ η υπόλοιπη οικογένεια κάνει κάτι άλλο ταυτόχρονα. Και μπορεί να πρέπει να ασχοληθώ πρώτα με τις οικιακές υποθέσεις ενώ ταυτόχρονα προσπαθώ να μη χάσω το ιδιαίτερο συναίσθημα που με συνοδεύει όταν γράφω και το οποίο δεν μπορώ μάλλον να περιγράψω. Αλλά θέλω να ακούω μουσική. Την οποία ενώ γράφω μπορεί να σταματήσω να ακούω, η προσοχή μου δηλαδή να στραφεί αποκλειστικά σε αυτό που γράφω και σε κάποια παύση, σε έναν μετεωρισμό από λέξη σε λέξη να προσέξω τη μουσική και να λειτουργήσει ανακουφιστικά ή δημιουργικά. Να με παρασύρει με κάποιον τρόπο. Έγραψα το μυθιστόρημα ακούγοντας ξανά και ξανά τις ίδιες μουσικές και δεν αποκλείω να επηρέασαν αυτές οι μουσικές το γράψιμό μου. Γι’ αυτό κι έκρινα πως έπρεπε να το πω στον αναγνώστη και έτσι έγραψα ένα μικρό κείμενο για τις μουσικές που άκουγα ενώ το έγραφα, στο τέλος του μυθιστορήματος. Ήταν κυρίως μουσικές από ταινίες του Αλμοδοβάρ αλλά και άλλες. Αν και το ισπανικό σπίτι υπήρχε στο κείμενο πολύ πριν ανακαλύψω τις συγκεκριμένες μουσικές και τις ταινίες του Αλμοδοβάρ. Το ισπανικό σπίτι είχε προκύψει από παλιά, από την εποχή που ασχολήθηκα με το θέατρο. Πάντως, ο Γιάνναρος, ένα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, προέκυψε ως τύπος λαϊκός καθώς όταν έγραφα γι’ αυτόν, άκουγα τραγούδια του Άγγελου Διονυσίου στο ραδιόφωνο.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στα βιβλία σας (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ρούχα από δεύτερο χέρι – εκδόσεις University Studio Press: ένα σπονδυλωτό αφήγημα ή ένα πατρόν μυθιστορήματος; Γραμμένο σε διάστημα πολλών ετών, περίπου χρονιά και ιστορία. Η πρώτη ιστορία πάντως γράφτηκε εμπνευσμένη από τη φιλία μου με τη Δοκτίνη, η οποία μου μίλησε για ένα χωράφι που είχε δίπλα στη λίμνη Κερκίνη. Μετά το ένα έφερε το άλλο. Η κεντρική ηρωίδα ονόματι Φρα (από το Φράνκα), μοδίστρα θεατρικών κουστουμιών και καθημερινών ενδυμάτων αλλά και συγγραφέας θεατρικών κειμένων, είναι η αγαπημένη μου. Την έβαλα και στο μυθιστόρημα αλλά δεν έγραψα το όνομά της – είχε ράψει το νυφικό της Αλγερίας.

Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν) – εκδόσεις Μελάνι. Αυτό είναι το μυθιστόρημα. Το κουβαλούσα κάποια χρόνια στο μυαλό μου και είναι εμπνευσμένο από τις αφηγήσεις μίας αγαπημένης φίλης για τον πατέρα της την περίοδο πριν αυτός πεθάνει. Έγραψα κάποια κείμενα τότε με κεντρική ηρωίδα τη Ρόρη και της τα χάρισα. Η πλοκή του βιβλίου βέβαια είναι άσχετη με τη δική της ιστορία. Και τελικά το μυθιστόρημα μπορεί να μην το είχα γράψει ποτέ αν ένα βροχερό απόγευμα Τετάρτης δεν αποδεχόμουν την πρόσκληση της φίλης μου Όλγας να παρακολουθήσω μια ομιλία της Σώτης Τριανταφύλλου σε ένα καφέ της Θεσσαλονίκης. Είναι ολόκληρη ιστορία το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Έμοιαζε με ντόμινο. Ήταν μια εποχή που είχα αποφασίσει ότι δεν θα ξαναγράψω, τουλάχιστον με την προσδοκία της έκδοσης. Και ξαφνικά, μία τόσο σπουδαία συγγραφέας όπως είναι η Σώτη με παρακινούσε να γράψω. Δεν με γνώριζε καθόλου, δεν είχε κανένα λόγο να ασχοληθεί μαζί μου. Κι όμως το έκανε με γενναιοδωρία και ζεστασιά. Επίσης έτυχα της φροντίδας της Πόπης Γκανά που έχει το «Μελάνι». Όταν κάνει παγωνιά είναι δώρο να σου προσφέρει κάποιος ένα κατάλυμα και κυρίως την ελπίδα. Τις ευγνωμονώ. Όπως και κάθε φίλο που με στήριξε: από την Αμαλία στη Ζάκυνθο, την Ελένη και την Έστερ στην Αθήνα μέχρι τη Δόμνα και τη Στεφανία στη Θεσσαλονίκη, την Τατιάνα, την Πόπη, την Άννα, τη Γιούλη, την Έφη, τη Μαρία, την Ελπίδα και τόσες άλλες που θα ήθελα να τις αναφέρω όλες, αλλά μάλλον θα καταχραστώ τη φιλοξενία σας. Έχω πολλές αγαπημένες φίλες και αγαπημένους συγγενείς που είναι δίπλα μου σε ό,τι κάνω. Και με τα βιβλία γνώρισα και πολλούς άλλους αξιόλογους ανθρώπους. Είμαι πολύ τυχερή.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι Αρχαιολόγος και εργάζομαι στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης.

Η επιστημονική και επαγγελματική σας ενασχόληση με την αρχαιολογία σας απορροφά πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Είναι μέρος της ζωής μου και η ζωή δεν μπορεί να σου αποσπά συγγραφικό χρόνο, είναι μέρος του συγγραφικού χρόνου. Όταν εργαζόμουν στις ανασκαφές είχα την ευκαιρία να γνωρίσω καταπληκτικούς ανθρώπους: εργάτες, εργολάβους, χειριστές σκαπτικών μηχανημάτων, ανθρώπους που αγωνιούσαν ότι δεν θα μπορέσουν να χτίσουν το σπίτι τους λόγω των αρχαιοτήτων, αλλά κι ανθρώπους που δεν τους ένοιαζε που θα έχαναν ένα μέρος από το υπόγειό τους γιατί θα έπρεπε να διατηρηθούν σε αυτό τα ευρεθέντα αρχαία. Θυμάμαι ότι μόλις είχα γράψει την ιστορία με τη Φρα και σε κάποιο οικόπεδο όπου θα γίνονταν δοκιμαστικές τομές εμφανίστηκε η ιδιοκτήτρια η οποία ήταν μοδίστρα θεατρικών κουστουμιών στο Εθνικό Θέατρο του Μονάχου. Ήταν καταπληκτικό εκεί σε μια ερημιά στην άκρη ενός χωριού, ανάμεσα στα χωράφια, μέσα στα χώματα και τη σκόνη να ακούω πώς οι σκηνοθέτες καταστρέφουν τα ωραία ρούχα που ράβονται για το θέατρο για να ταιριάζουν στο ρόλο μιας έκπτωτης βασίλισσας για παράδειγμα. Ήταν σουρεαλιστικό γιατί κι εγώ είχα γράψει κάτι ανάλογο, πως δηλαδή ένα θεατρικό ρούχο που είχε ράψει η Φρα, καλύφθηκε έπειτα με στόκο για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης.

Αυτές οι απροσδόκητες συναντήσεις είναι σπουδαίες, μαγικές. Γι’ αυτό και στο μυθιστόρημα το να βάλω τόσα πολλά δευτερεύοντα πρόσωπα ήταν η έκφραση της μαγείας που νιώθω από τα τυχαία, σύντομα μερικές φορές, περάσματα των ανθρώπων στη ζωή μας. Γιατί και οι περαστικοί άνθρωποι αφήνουν το ίχνος τους. Η ζωή δεν είναι μόνο το άθροισμα της δράσης των ανθρώπων που έχουμε στέψει κεντρικούς ήρωες της ζωής μας. Έτσι και οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην άκρη της διαδικασίας που λέγεται αρχαιολογική έρευνα, ήταν σημαντικοί και ήταν αυτοί που έκαναν αυτή τη διαδικασία μέρος της καθημερινής ζωής κι όχι ένα πείραμα σε ένα κλειστό επιστημονικό εργαστήριο. Ήταν αυτοί που καθιστούσαν το ανασκαφικό πεδίο ένα πεδίο ζωντανό όπου εγγράφονταν ποικίλα νοήματα. Αν πέσει πάνω στην ανασκαφή η σκιά ενός ανθρώπου που κοιτάζει και διερωτάται, η ανασκαφή δεν είναι πια ένα πεδίο έρευνας του παρελθόντος.

Οφείλει νομίζω να αναρωτηθεί κανείς και για το παρόν της αρχαιολογικής επιστήμης και αυτό πιστεύω ότι μπορεί να γίνει μέσω του μουσείου. Το μουσείο δεν είναι τόσο ένας χώρος τυχαίων συναντήσεων, αλλά ένας χώρος που εμβαθύνεις αλλιώς στα πράγματα καθώς λαμβάνεις σοβαρά υπόψη το βλέμμα των άλλων. Το μουσείο είναι ο χώρος απεύθυνσης των αρχαιολόγων στο κοινό. Η δουλειά στο μουσείο και ιδιαίτερα στον τομέα των εκθέσεων όπου εργάζομαι, έχει πολλά στοιχεία από την προετοιμασία μιας θεατρικής παράστασης, από αυτή τη συναρπαστική διαδικασία συνεργασίας, συνδημιουργίας και αλληλοέμπνευσης. Μου δίνει πολλές δυνατότητες για έκφραση και επικοινωνία, ακόμη και για συγγραφή αλλά υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στον λογοτεχνικό και τον επιστημονικό λόγο και είναι ενδιαφέρουσα άσκηση να ακολουθήσεις τους δρόμους έκφρασης που σου ανοίγονται στο καθένα από αυτά. Αν συγχέονται το ένα με το άλλο μπορεί τελικά να αποτελεί κατάχρηση μιας ευκολίας και τίποτε παραπάνω. Και το αποτέλεσμα να είναι εντυπωσιακό αλλά άνευ ουσίας. Πάντως πολλές φορές οι δουλειά στο μουσείο μπορεί να μου δώσει το ίδιο αίσθημα πληρότητας με αυτό της συγγραφής και αυτό το θεωρώ δώρο και όχι απώλεια.

Η αρχαιολογία μοιράζεται μεταξύ ανασκαφής και μουσειακής έρευνας.  Ποιες ηδονές σας προσφέρουν οι δυο αυτές όψεις και ποιες ταλαιπωρίες; Ποια προτιμάτε και γιατί;

Εργάστηκα σε ανασκαφές τα προηγούμενα χρόνια, όχι στην έκταση και στο βαθμό που θα επιθυμούσα βέβαια. Η ανασκαφή είναι μία γοητευτική εμπειρία και νομίζω ότι θα ήταν το ίδιο ελκυστική για τον καθένα ανεξάρτητα αν έχει την ιδιότητα του αρχαιολόγου ή όχι. Στην πράξη πάντως κάποια στιγμή ένας αρχαιολόγος διερωτάται, κι αν όχι, νομίζω ότι οφείλει να το κάνει, για το νόημα της έρευνας. Δηλαδή, ποιους αφορά και αν αφορά το κοινωνικό σύνολο, και αν απαντήσει καταφατικά, δουλειά του είναι να το αποδώσει στους ανθρώπους. Ξέρετε, στο χώμα, κάθε εύρημα μοιάζει μοναδικό. Δεν είναι ένα ακόμη ειδώλιο Αφροδίτης για παράδειγμα, αλλά μέρος ενός συνόλου που απαντάται μία φορά σε αυτά τα συμφραζόμενα. Για παράδειγμα είναι ένα ειδώλιο Αφροδίτης σε έναν συγκεκριμένο τάφο ανάμεσα σε συγκεκριμένα άλλα ευρήματα, είναι μέρος ενός συστήματος εμπειρίας, από την οποία έχουν απομείνει ελάχιστα υλικά τεκμήρια. Η απόπειρα να ανακτήσεις την απωλεσθείσα εμπειρία είναι ατελέσφορη και συνήθως η αρχαιολογική επιστήμη επικεντρώνεται στα μέρη ενός ανολοκλήρωτου όλου -πώς αλλιώς κιόλας;- αναμετρώμενη πάντα με τις αμφιβολίες της.

Όταν πάντως το εύρημα αποχωριστεί από το σύστημα που το περιείχε, γίνει αντικείμενο συντήρησης, σχεδιασμού, μελέτης και αποθήκευσης, γίνεται μέρος ενός άλλου συστήματος. Γίνεται ένα ακόμη ειδώλιο Αφροδίτης ανάμεσα σε άλλα ανάλογά του στο ράφι της μουσειακής αποθήκης. Γίνεται μία μονάδα χωρίς τη μοναδικότητα που του εξασφάλιζαν τα ανασκαφικά συμφραζόμενα. Αν παραμείνει εκεί, θαμμένο ξανά σαν σε οστεοφυλάκιο, δεν μπορεί να μην προβληματιστείς για το νόημα της πρώτης εκταφής όπως μπορεί να θεωρηθεί η ανασκαφή. Η έκθεση των αντικειμένων στο κοινό είναι καμιά φορά σχεδόν παρηγορητική για την επίπονη επιστημονική δουλειά που έχει προηγηθεί. Κάθε έκθεση συμπυκνώνει την ιστορία του αντικειμένου, όχι μόνο ως προϊόντος του παρελθόντος αλλά και του παρόντος. Η μουσειακή αφήγηση δεν συνίσταται μόνο στα υλικά κατάλοιπα, ευρεθέντα και καμιά φορά εικαζόμενα, αλλά εμπεριέχει και το στοχασμό αυτών που το κατέστησαν εύρημα και έκθεμα. Αυτή η δυνατότητα του στοχασμού νομίζω ότι είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα για κάποιον που ασχολείται με το παρελθόν.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σε ένα κείμενό του ο Γεράσιμος Βώκος, στο βιβλίο του Επιφυλλίδες το οποίο μόλις διάβασα, αναφέρεται στον Βίκτωρα Κλέμπερερ, έναν Γερμανοεβραίο διανοούμενο, ο οποίος τα βράδια μετά από κάθε μέρα εξευτελισμών και διώξεων από τους Ναζί, κατέγραφε μυστικά τις αλλαγές στη γλώσσα θυτών και θυμάτων υπό την κυριαρχία του Γ’ Ράιχ. Θα ήθελα να έγραφα ένα κείμενο γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Ίσως ένα θεατρικό κείμενο.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν παρακολουθώ καθόλου συστηματικά αλλά μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος.  Ίσως αν μπορούσα να γυρίζω ταινίες να μην έγραφα κείμενα. Με το θέατρο έχω άλλη σχέση. Ασχολήθηκα πριν από δέκα χρόνια περίπου, σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Δηλαδή, φοίτησα σε ένα εργαστήριο, το studio Παράθλαση και με τους φίλους που έκανα εκεί, στα χρόνια της μαθητείας, συστήσαμε μία ομάδα, την Ενδοχώρα, από την οποία αποχώρησα κάποια στιγμή. Αυτό που μου άρεσε πάντως ήταν η περίοδος της μαθητείας και όχι τόσο οι παραστάσεις που δίναμε στο τέλος της σπουδαστικής περιόδου. Το θέατρο ήταν πολύ σημαντικό για μένα, μία αποκάλυψη εντός και εκτός, μου πρόσφερε μία άλλη ανάγνωση της κειμενικής γραφής, μία διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι η κεντρική ηρωίδα στο πρώτο μου βιβλίο, η Φρα, είναι συγγραφέας θεατρικών κειμένων και… μοδίστρα. Ούτε το τελευταίο είναι τυχαίο, αλλά δεν είναι του παρόντος. Πάντως ως μοδίστρα μπαινοβγαίνει στις ζωές των άλλων, γίνεται ακροατής και θεατής και συρράπτει τα ετερόκλητα κομμάτια από τις ζωές των άλλων που συλλέγει για να συνθέσει το ρούχο μέσα στο οποίο θα χωρέσει η ίδια, αλλά και οι άλλοι. Ο τρόπος που δουλεύει ως μοδίστρα αναλογεί στη διαδικασία της γραφής ή ακόμη και της σκηνοθεσίας και θα τολμήσω να πω και της συγκρότησης της ταυτότητας. Αυτό τουλάχιστον ήθελα να πω με το «Ρούχα από δεύτερο χέρι».

Πάντως, απ’ ό,τι φαίνεται το θέατρο συνεχίζει να με απασχολεί. Επέλεξα στις παρουσιάσεις και των δύο βιβλίων μου, μία θεατρική απόδοση όχι της συνολικής τους αφήγησης, αλλά ως δυνατότητα έκθεσης της δικής μου σχέσης με τα κείμενα, με τη συμβολή φίλων ηθοποιών από την Ενδοχώρα και δικών μου ανθρώπων. Οι παρουσιάσεις έγιναν καιρό μετά αφότου είχα γράψει τα βιβλία, και στο χρονικό αυτό διάστημα είχα τη δυνατότητα να στοχαστώ πάνω σε αυτά που έγραψα, στα πώς και τα γιατί. Η θεατρική απόδοση εξυπηρετούσε την έκθεση της δικής μου διερώτησης για τη σχέση μου με το κείμενο. Το ίδιο και το φωτογραφικό happening που έγινε κάποια στιγμή και ήταν ιδέα της φίλης μου φωτογράφου και εικαστικού Στεφανίας Βελδεμίρη. Πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Αριστοτέλους και στο βιβλιοπωλείο Ιανός της ίδιας πλατείας. Στη δράση αυτή κλήθηκαν οι αναγνώστες να φέρουν το μυθιστόρημα «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)» και να φωτογραφηθούν μαζί του, ώστε να γίνουν μέρος ενός έργου τέχνης και να θέσουν τον εαυτό τους υπό το βλέμμα των άλλων, κατά τον τρόπο που οι ήρωες ενός βιβλίου είναι κάτω από το βλέμμα του αναγνώστη. Αλλά και να εμπλακούν με αυτό κατά ένα διαφορετικό τρόπο πέρα από την ανάγνωση, όπου μπορεί και στη διάρκειά της να προβάλουν τον εαυτό τους μέσα στην αφήγηση, να γίνονται έτσι κι αλλιώς ήρωες ενός βιβλίου. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η σχέση μου ως συγγραφέα με τα κείμενά μου είναι υπό διαρκή αναζήτηση. Δεν τελειώνει κανείς με τα κείμενά του ποτέ, νομίζω.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση σε γλιτώνει από τους μικρούς θανάτους, για τους μεγάλους δεν ξέρω. Το ίδιο θα πω και για τη μουσική. Αυτό το λέω ως αναγνώστρια –και ακροάτρια. Γράφω κάτι που μοιάζει με ποίηση, αλλά δεν ξέρω αν οι φιλόλογοι θα το έλεγαν ποίηση. Δείγμα μίας τέτοιας δουλειάς μπορεί να εκδοθεί του χρόνου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα το βιβλίο του Βώκου που σας ανέφερα το οποίο μου άρεσε πάρα πολύ. Δεν διαβάζω λογοτεχνία αυτόν τον καιρό, αλλά απολαμβάνω εξίσου, καμιά φορά και παραπάνω, την ανάγνωση βιβλίων όπως το Επινοώντας την καθημερινή πρακτική του Μισέλ ντε Σερτώ.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω εξωλογοτεχνικά κείμενα, αλλά ας μιλήσω για τα λογοτεχνικά. Έχω ξεκινήσει ένα μυθιστόρημα και το κουβαλάω μέσα στο μυαλό μου όταν κινούμαι στους δρόμους της πόλης. Επίσης, επιχειρώ κάποια δοκίμια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θα αναφερθώ στο facebook του οποίου είμαι χρήστης αν και όχι επίμονος. Πιστεύω ότι αποτελεί έναν δημόσιο χώρο όπου έχουν βήμα πρόσωπα που έχουν εξαιρεθεί από τον υπόλοιπο δημόσιο βίο. Και έχουν βήμα ως πρόσωπα, όχι σαν ένα ανώνυμο πλήθος,  ακόμη κι αν έχουν υιοθετήσει μια πλαστή ταυτότητα. Κατά τα άλλα, εκτιμώ, θαυμάζω, αποστρέφομαι κάποιες φορές το διαδίκτυο, αλλά φοβάμαι ότι δεν έχω την άνεση να το χειριστώ με τον τρόπο που μπορεί να το κάνει ένας νεώτερος άνθρωπος. Ίσως αυτή η δυσκολία να εξασφαλίζει και μια ισορροπία, να μην γίνομαι δηλαδή εγώ υποχείριο του διαδικτύου, τουλάχιστον ως προς τη διαχείριση του χρόνου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δεν νομίζω ότι με ενδιαφέρει η αιώνια νιότη, αλλά θα ήθελα να ξαναζήσω -καθόλου πρωτότυπο- και να ακολουθήσω άλλες διαδρομές, να συναντήσω πάλι όμως τους ανθρώπους που είναι σπουδαίοι στη ζωή μου, σε ένα άλλο πλαίσιο και να τους διαλέξω πάλι. Και να με διαλέξουν επίσης. Αλλά η συγγραφική ή αναγνωστική ιδιότητα δεν ανταλλάσσονται -και να θες!- γιατί απλώς εμπεριέχονται σε όλες τις εμπειρίες, εφόσον στη βάση τους έχουν την επικοινωνία, την εσωτερική συζήτηση, την ανάλυση και τη σύνθεση, τη μνήμη και τη λήθη. Δεν εξαιρώ από τη συγγραφική ιδιότητα τις αφηγήσεις του κάθε ανθρώπου και τις πολλαπλές αναγνώσεις αυτών των αφηγήσεων ακόμη κι αν ούτε η μία ούτε η άλλη δεν σκαλώνουν στα σύμφωνα του γραπτού λόγου. Ακόμη και τα πράγματα εμπεριέχουν αφηγήσεις κι ας μην έχουν για υλικά τους τις λέξεις. Η ελευθερία μου είναι να μπορώ να ζω και χωρίς την αφήγηση που έχει ως υλικό τον γραπτό λόγο και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Μου αρέσουν τα περάσματα, οι μετεωρισμοί, οι ανατροπές. Η συγγραφή είναι μάλλον ένας πειραματισμός, ένας έρωτας εν τέλει και διατηρείται ως τέτοιος από την ενδεχομενικότητα της εγκατάλειψής του. Και δοκιμάζω με κάποιον τρόπο και τις αφηγήσεις με άλλα υλικά.

Σημ. Οι φωτογραφίες των αναγνωστών είναι της  Στεφανίας Βελδεμίρη. Οι υπόλοιπες (εικόνες της Θεσσαλονίκης και του δρόμου προς την Ηράκλεια Σερρών) είναι της συγγραφέως.

16
Νοε
11

Ιστορίες Metroπάθειας

Studio Μαυρομιχάλη

Στο Τουριστικό αξιοθέατο του Graig Pospisil μια αφελής, σχεδόν παραμυθιασμένη τουρίστρια φαίνεται έτοιμη να συναρπαστεί με οποιοδήποτε θέαμα ικανό επαληθεύσει την αναμενόμενη μυθολογία της πόλης. Έτσι ακόμα και ο νέος ηθοποιός που έχει καταλήξει σε απεγνωσμένο κυνηγό … οντισιόν φαντάζει στα μάτια της ως μυθοποιημένος ήρωας. Κι έτσι ασυναίσθητα τον ωθεί να παίξει τον ρόλο που εκείνη έχει έτοιμο για τον ίδιο, ακόμα και να ξαπλώσει στα καθίσματα του μετρό της Νέας Υόρκης, σαν εξαθλιωμένος μεθυσμένος για να φωτογραφηθεί. Όταν η επικοινωνία είναι εξαρχής ασύμβατη, ένα ψεύτικο σενάριο αποδεικνύεται ως έσχατη δυνατότητα προσέγγισης. Αλλά, πάλι, πόσο πιο πλαστό μπορεί να είναι ένα σενάριο που υφαίνεται ανάμεσα σε δυο αγνώστους μέσα στο μετρό, σε σύγκριση μ’ εκείνο της οντισιόν που χάσκει μπροστά στο τσαλακωμένο χαρτί του ηθοποιού;

Στην ιστορία του David Riedy Δεν φταις εσύ τρεις φίλοι (ένας άντρας, δυο γυναίκες) ανακοινώνουν στο τέταρτο μέλος της παρέας (μια γυναίκα) πως δεν θέλουν να το ξαναδούν. Επιλέγουν το μετρό ως «ουδέτερο» έδαφος για την αποφυγή δυσάρεστων αντιδράσεων και για την επιθυμητή ταχύτητα: γρήγορο βαγόνι, γρήγορο ξεκαθάρισμα. Επικαλούνται μια αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε φιλία διαρκεί ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κι εδώ έληξε. Η αρχική επιχειρηματολογία (ασυμφωνία γούστων, ο τρόπος που επιλέγει να περνάει τα Σαββατοκύριακά της) γίνεται ολοένα και σκληρότερη: εγκαλείται ως βαρετή, ως λάτρης των ρομαντικών ταινιών, ως κολλημένη στα ίδια στέκια και την ίδια ρουτίνα. Η εφιαλτική όμως φράση προέρχεται από τον – θεωρητικά – πιο ψύχραιμο της παρέας: τώρα με τον ερχομό του μωρού, έχουμε χώρο μόνο για έναν φίλο. Αναρωτιέμαι: πλησιάζει καμιά εποχή όπου η οικονομική ή η ψυχική κατάσταση του καθενός θα επιτρέπει όριο φίλων; Και, ακόμα, ποιο είναι το μίνιμουμ απαιτούμενης σύμπτωσης γούστων; Γιατί τα χάρτινα επιχειρήματα στο τέλος γίνονται μπούμερανγκ κατά των ίδιων! Κι αν κάτσουμε να βρούμε τις διαφορές κι όχι τις ομοιότητες, τότε όλοι θα έπρεπε να ξεγράψουμε όλους….

Σ’ ένα βαγόνι βρίσκονται δυο άντρες μόνοι· ο ένας διαβάζει το (πηγμένο στα post χαρτάκια) βιβλίο Πώς Να Κάνεις Φίλους κι αρχίζει να εφαρμόζει τις συμβουλές του στον ανόρεχτο συνεπιβάτη. Γίνεται ευγενικός, επίμονος, πιεστικός, καταπιεστικός. Ποιος οφείλει να υποχωρήσει, ποια ανάγκη είναι μεγαλύτερη; της ιδιωτικότητας ή της επικοινωνίας; Ποια σκηνή είναι πιο φορτισμένη; Η τρομερή στιγμιαία χορογραφία όπου ο αθέλητα μοναχικός τραβάει απεγνωσμένα τον ηθελημένα μοναχικό μην κατέβει από το βαγόνι ή όταν τού εξομολογείται «Είσαι ό,τι πιο κοντινό έχω σε φίλο εδώ και πέντε χρόνια»; Ακόμα κι όταν μια φράση – πέντε λέξεις, οδηγούν τα πράγματα σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, ένα είναι βέβαιο: στην Κοινωνία της Μετροπάθειας μερικοί άνθρωποι επικοινωνούν – έστω με άκομψο ή μηδενικό τρόπο – μόνο με τους συνεπιβάτες τους. Αλλά οι μοναχικότητες είναι καθολικές (David Riedy, Όλα αυτά που θέλεις).

Στο Άδειο βαγόνι του Anthony P. Pennino βρίσκεται επιβάτης ένας ήρεμος, σκωπτικός, γήινος… Ιησούς, που αντιλαμβάνεται πως οι υπηρεσίες του δεν είναι πλέον απαραίτητες στον δυτικό κόσμο και πώς ονοματίζεται μόνο όταν πρέπει να αναλάβει βάρη. Και την οικονομική κρίση στο τέλος σ’ εμένα θα την φορτώσουν, μονολογεί ή μάλλον διαλογίζεται με τον δύσπιστο συνεπιβάτη του. Ένα θεατρικό παιχνίδισμα αντανακλά τα άπειρα καθρεφτίσματα της αναπαράστασης: ο ίδιος μας πληροφορεί για απόδραση τροφίμων φρενοκομείου αλλά και το ενδεχόμενο να στριμωχτεί σε μια off Broadway (και εντός Εξαρχείων!) ιστορία… Και λίγο πριν την μπορχεσιανή αυτοαναφορικότητα θα έχει προλάβει να μας θυμίσει: Δεν υπάρχουν αναπάντητες προσευχές· όλες οι προσευχές εισακούονται, απλά η απάντηση είναι «όχι». Αν ήταν να εισακούονται, όλος ο κόσμος θα φορούσε πάνες…

Οι ιστορίες συνεχίζονται σε νέα βαγόνια, με κάθε λογής ανθρώπους: τις δεσποινίδες που επιθυμώντας τον ίδιο άντρα προτιμούν να συμφωνήσουν πως ανήκει σε όλες, ως η τελευταία αχτίδα φωτός που δικαιούνται στη ζωή τους – αναρωτιέται κανείς αν και αυτό το υποχωρητικό διαμοίρασμα αποτελεί την δική τους ιδιόμορφη επαφή  κι αν ο Άλαν τους τελειώσει, πρέπει να βρεθεί κοινός αντικαταστάτης… (David Riedy, Διεκδικώντας τον Άλαν), το ζευγάρι που επικοινωνεί μέσω του αλληλοσπαραγμού του αλλά προτιμά να τον συνεχίσει αντί να σωθεί από μια εξωτερική απειλή (Timothy Braun, Κάποτε χορεύαμε) και τέλος το εξαιρετικό ζεύγος της άστεγης με την ατζέντισσα (Stephen O’ Rourke, Ατζέντης). Εδώ συνομιλεί το τραγούδι της πρώτης με τα πλήκτρα της δεύτερης, σε μια από τις πιο παράλογες αντιστικτικές εικόνες των σύγχρονων μέσων. Και αναρωτηθείτε, τι μπορεί να συμβεί όταν η τελευταία τής προτείνει να συνεργαστούν, προς ένα ολοκαίνουργιο νούμερο επαιτείας στοχεύοντας σ’ ένα νεανικότερο κοινό;

Οι επτά αυτοτελείς ιστορίες των πέντε αμερικανών θεατρικών συγγραφέων εμπνέονται και εκκινούν από το απόλυτο α-τοπο της σύγχρονης μεγαλούπολης: τους ίδιους τους συρμούς και τις αποβάθρες του μετρό. Από εκεί περνούνε όλοι, άρα εμείς και οι άλλοι, κοινώς εμείς που είμαστε οι άλλοι για τους δικούς μας άλλους. Ακόμα κι αν όλοι αυτοί είναι βυθισμένοι στον προσωπικό τους κόσμο και μοιάζουν απροσπέλαστοι, όλοι έχουν σχισμές ανοιχτές για επικοινωνία· μια επικοινωνία που μπορεί να λάμψει όσο κι ένα ταχύτατη διάσχισμα ενός συρμού μπροστά στα μάτια μας. Όλοι οι ηθοποιοί αλλάζουν αντίθετα πρόσωπα και χαρακτήρες σε μια διαρκή εναλλαγή διαθέσεων και δυνατοτήτων και σε κάθε ιστορία αντιλαμβάνεται κανείς τα άπειρα ενδεχόμενα γέννας νέων ιστοριών αλλά και το πόσο εύκολα θα μπορούσαμε να είμαστε ο καθένας απ’ όλους αυτούς τους χαρακτήρες.

Μτφ. – διασκευή: Βασίλης Καρφής, Ιπποκράτης Τροβάς, Κώστας Τσάχρας, σκηνοθ.: Βασίλης Καρφής, βοηθ. σκηνοθ.: Κατερίνα Μπιλάλη, παίζουν: Ελένη Αγγελάκη, Γιάννης Δρίτσας, Κατερίνα Μπιλάλη, Θάνος Κοντογιώργης, Κατερίνα Σαβράνη, Ιπποκράτης Τροβάς, σκηνικά: Πέννυ Γκούση, κοστ.: Ελισάβετ Σχοινά, φωτ.: Στέφανος Κοπανάκης, μακιγ. – ειδ. εφέ: Μαρία Παπά / Τε, Πε, Κυ 21.30/ 90΄ /Μαυρομιχάλη 134.

Το Πανδοχείο ζήτησε από τις ηθοποιούς Κατερίνα Μπιλάλη (και βοηθός σκηνοθέτη), Κατερίνα Σαβράνη και Ελένη Αγγελάκη και τον σκηνοθέτη Βασίλη Καρφή να αφήσουν προσωπικά τους σημειώματα στη ρεσεψιόν και ιδού:

Κατερίνα Μπιλάλη: Πολλά τέταρτα της ζωής μας θα μπορούσαν να γίνουν αυτοτελείς ιστορίες χωρίς ξεκάθαρη αρχή και τέλος. Αλλά και πολλά από τα όνειρά μας…Αυτή ήταν η σκέψη μου μετά την ανάγνωση αυτών των επτά ιστοριών. Ιστορίες γήινες, ανήλιαγες, αέρινες, νεφελώδεις, υπόγειες, εκτυφλωτικές. Γιατί μέσα από τις αντιθέσεις βρίσκεται και το κίνητρο για να συνθέσεις και να απολαύσεις…

Βασίλης Καρφής: Πάντα αναρωτιόμουν πόσες και πόσες περιπέτειες δεν πέθαναν πριν ακόμα δημιουργηθούν, μόνο και μόνο επειδή δεν ειπώθηκε μια λέξη, δυο λόγια την κατάλληλη στιγμή, που θα άνοιγαν διάπλατα τις πύλες της επικοινωνίας και θα μας έκαναν πραγματικά ορατούς στους άλλους, με όλες μας τις αδυναμίες και τα προτερήματα, χωρίς συμβάσεις. Κάποιες απαντήσεις ένιωσα να μου δίνουν αυτά τα κείμενα όταν ήρθαν στα χέρια μου. Επτά μικρά δράματα γεμάτα ενέργεια και μαύρο χιούμορ. Ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που είχαν την τύχη να συνυπάρξουν για λίγο μέσα σ’ ένα βαγόνι του μετρό και να βρουν τον εαυτό τους. Όταν ειπωθεί η κατάλληλη λέξη, την κατάλληλη στιγμή, πολλά μπορούν ν’ αλλάξουν. Προς το καλύτερο ή το χειρότερο, δεν έχει σημασία, αρκεί να είναι αλήθεια, και οι ήρωες μας εδώ το τολμήσανε.

Κατερίνα Σαβράνη: Μέσα στα υπόγεια τούνελ του μετρό, καθισμένοι ή όρθιοι, περνάμε όλοι μας λίγο έως πολύ κάποιο χρόνο από τη μέρα μας. Εκεί μέσα στα φωτεινά βαγόνια των τρένων διαδραματίζονται καθημερινά ιστορίες, σκέψεις, όνειρα, καβγάδες, δράματα…χωρισμοί. Όλοι μας έχουμε κρυφακούσει ,άθελα μας, κουβέντες που γίνονται στο διπλανό κάθισμα! Κι αν τύχει καμιά βλάβη και μείνουμε κλεισμένοι μέσα για λίγο περισσότερο από το κανονικό ξαφνικά γινόμαστε για λίγα λεπτά φίλοι ή εχθροί με τους δίπλα!

Πάνω από 4.300.000 άνθρωποι χρησιμοποιούν το μετρό στη Νέα Υόρκη! Πάνω από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι περνούν το τουρνικέ ανά έτος!

Έχετε ποτέ σκεφτεί πως σε κάθε βαγόνι συμβαίνει κάτι? Την ώρα που εσύ αδιάκριτα κοιτάζεις τον απέναντι σου και σου περνάνε από το μυαλό διάφορες ιστορίες, έχεις σκεφτεί πόσοι έχουν ή κάνουν το ίδιο για σένα?

Μάλλον αυτό είναι που λέμε το μετρό έχει μπει στην καθημερινότητα και στη ζωή μας… αν τα βαγόνια είχαν φωνή θα έγραφαν αυτή την παράσταση… Απλές καθημερινές σκέψεις και στιγμές ανθρώπων που βρίσκονται στο μετρό πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από κάπου.

Ελένη  Αγγελάκη: Κάθε ρόλος είναι ένα ταξίδι

Μια μάχη – μια πρόκληση – μια συνάντηση

Πολλές συναντήσεις – πολλές συγκρούσεις

Με τα μέσα

με τα έξω

 με τους άλλους

με το ίδιο σου τον εαυτό

Οι ιστορίες metroπάθειας ήταν, για μένα σαν ηθοποιό,

ένα ταξίδι περίεργο, προκλητικό όσο και ριψοκίνδυνο

μέσα σε μια συσκευασία συμπυκνωμένου προϊόντος πρέπει να χωρέσει ο όγκος, η ποιότητα, η ουσία  του ‘μεγάλου μεγέθους’

μέσα σε ένα ρούχο ‘Μade in USA’πρέπει να νοιώσεις τόσο άνετα όσο θα ένοιωθες με ένα ‘παπούτσι από τον τόπο σου’

μέσα σε  ένα φαινομενικά πολύχρωμο ‘ευκολόπεπτο’ και ρηχό χαμόγελο πρέπει να χωρέσουν

σκιές, μυστικά, μοναξιά, πόνος, ανασφάλειες, φόβος, απόρριψη, ελπίδα, απογοήτευση  … όλα τα γκρίζα καρέ από τις ζωές των ανθρώπων που συναντιούνται μέσα σε αυτό το βαγόνι

που συναντιούνται μέσα μας

μέσα σε αυτό το ταξίδι που αρχίζει και τελειώνει σε κάθε παράσταση

μέσα σε αυτό το ταξίδι που κάνει πάντα τις ίδιες στάσεις

μα ποτέ ακριβώς το ίδιο ‘δρομολόγιο’….




 

Νοεμβρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ   Δεκ »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 212,825 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers