Αρχείο για την κατηγορία 'Λογοτεχνία'

19
Μάι
12

Λογοτεχνείο, αρ. 114

Edith Wharton, «Χαμένες ψυχές», από το: Χαμένες ψυχές και άλλα διηγήματα, εκδ. Ροές, 2005, μτφ. Νίκη Προδρομίδου (Edith Wharton, Souls Belated, 2004)

Ξέρεις, αρχίζω να καταλαβαίνω σε τι χρησιμεύει ο γάμος. Είναι για να κρατάει τους ανθρώπους μακριά τον έναν απ’ τον άλλο. Μερικές φορές νομίζω ότι δύο άνθρωποι που αγαπιούνται μπορούν να γλιτώσουν απ’ την τρέλα μόνο χάρη στα πράγματα που μπαίνουν ανάμεσά τους – τα παιδιά, τις υποχρεώσεις, τι επισκέψεις, τους βαρετούς ανθρώπους, του συγγενείς, – τα πράγματα που προστατεύουν τον έναν σύζυγο από τον άλλον. Εμείς ήμασταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον – αυτή ήταν η δική μας αμαρτία. Είδαμε ο καθένας τη γύμνια της ψυχής του άλλου

17
Μάι
12

Διαβάζω, τεύχος 529 (Μάιος 2012)

Αφιέρωμα Ορχάν Παμούκ

Εννοώ τα βράδια που έρχονται νωρίς, τους γερασμένους βιβλιοπώλες που έπειτα από κάθε οικονομική κρίση περιμένουν τρέμοντας από το κρύο στο μαγαζί τους όλη μέρα πελάτη, τα δεμένα στις άδειες αποβάθρες παλιά βαπόρια του Βοσπόρου, τις μαντιλοδεμένες γυναίκες με τις πλαστικές σακούλες στα χέρια που περιμένουν στις στάσεις των λεωφορείων, χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους, το λεωφορείο που δεν έρχεται ποτέ, τα ξύλινα παλιά αρχοντικά που έχουν μετατραπεί σε δημαρχεία και που τα ξύλινα πατώμάτα τους βογκάνε σε κάθε βήμα, τις σφυρίχτρες των βαποριών στην ομίχλη, τα ερειπωμένα βυζαντινά τείχη….

…έγραφε ο Ορχάν Παμούκ στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Ινστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις κι η μεταφράστριά του Στέλλα Βρετού ξαναθυμάται το απόσπασμα στο επτασέλιδο κείμενό της για την μεταφραστική της αναμέτρηση με τo έργο του αλλά και την μεταξύ τους επικοινωνία καθώς και τις προσωπικές μνήμες από την Τουρκία. Αφετηρία της διαδρομής υπήρξε το Μαύρο βιβλίο με την αλησμόνητη περιπλάνηση στην τουρκική επαρχία και στην ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα πρατήρια και οι αντιπροσωπείες, τα πρακτορεία στοιχημάτων ιπποδρόμου, τα πανό από πλεξιγκλάς, οι τηλεοράσεις, τα φαρμακεία, τα ζαχαροπλαστεία, το ταχυδρομείο και το νοσοκομείο με τους φτωχούς ασθενείς που περιμένουν στην ουρά… Έκτοτε η γραφή του Παμούκ επιχειρεί διαδρομές και μέσα στο «χιουζούν», μια λέξεη που δεν σημαίνει την μελαγχολία του μοναχικού ανθρώπου αλλά το σκοτεινό συναίσθημα που νιώθουν εκατομμύρια άνθρωποι, η θλίψη μιας ολόκληρης πόλης σαν κι αυτή.

Από την άλλη πλευρά, ο συγγραφέας σχεδόν πάντα καταλήγει να εμπλέκεται με την πολιτική, καθώς ζει σ’ ένα κράτος όπου η ατομικότητα του συγγραφέα συνήθως επιδέχεται μεγάλες αποκλίσεις από την επίσημη κρατική εξουσία, πόσο μάλλον όταν πλέον θεωρείται από πολλούς «προδότης» και «εχθρός» των Τούρκων για την δήλωσή του «εμείς οι Τούρκοι σφαγιάσαμε ένα εκατομμύριο Αρμένιους». Η αρχική αναγνώριση πάντως του δικαιώματος σε κάθε τούρκο πολίτη να μπορεί χωριστά να μηνύει τον συγγραφέα για «εξύβριση του τουρκισμού» (!) έχει, τουλάχιστο, αλλάξει, απαιτώντας την έγκριση του υπουργού Δικαιοσύνης. Το κείμενο του Ηρακλή Μήλλα αναφέρεται στον πολιτικό Ορχάν Παμούκ και, μεταξύ άλλων, και στους υπόγειους τρόπους με τους οποίους ενέταξε την Αρμενία στο βιβλίο του Χιόνι.

Το αφιέρωμα του συγγραφέα που όπως ο ίδιος παραδέχεται στα Άλλα χρώματα όλα του τα βιβλία «γεννήθηκαν από το ανακάτεμα των μεθόδων, των λογοτεχνικών τάσεων, των συνηθειών, της ιστορίας της Ανατολής και της Δύσης» επιμελείται, μαζί με δικό της κείμενο, η Έλενα Χουζούρη. Στους συνομιλητές του τεύχους περιλαμβάνονται οι Ίρβιν Γιάλομ και Ευγενία Φακίνου, ενώ η μηνιαία συνάντηση του Γιάννη Μπασκόζου είναι με τον Θανάση Βαλτινό. Ακόμη, από το παρόν τεύχος και μέχρι το Δεκέμβριο του 2012 φιλοξενούνται κόμικς εμπνευσμένα από το έργο του Κάρολου Ντίκενς. [120 σελ.]

ΥΓ. Ένα παλιό λογοτεχνικό κέρασμα από τον Παμούκ εδώ.

12
Μάι
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου

Το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης

Έχασα μια πατρίδα και δε με νοιάζει, τα νιάτα μου πέρασαν σαν αστραπή μέσα σε μάχες, εξορίες και φυλακές, αλλά ο τελικός απολογισμός με γεμίζει περηφάνια. Και ζω έντονα γιατί όλες μου οι ενέργειες, όλα μου τα όνειρα, όλες μου οι λαχτάρες, είναι γεμάτα από την παρουσία αυτού που μου λείπει: του Σέρχιο Λέιβα, το φίλου μου, του συντρόφου μου, του αδελφού μου. [σ. 181]

Το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της «δοκιμιακής» – μη μυθοπλαστικής γραφής αλλά και της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του Σεπούλβεδα, συνεπώς και της γενικότερης θεματολογίας της συγκεκριμένης συλλογής: οι κοινωνικοί αγώνες στέκουν δίπλα στις σπουδαίες προσωπικές σχέσεις, καθώς αμφότερα, άρρηκτα μεταξύ τους δεμένα, πλέκουν τη ζωή του ίδιου και των συντρόφων του. Το κομμάτι προέρχεται από το κείμενο Σύντομη ιστορία ενός άξιου ανθρώπου, από το οποίο και κλέψαμε τη φράση του τίτλου μας – το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης ενεργοποιείται βέβαια με την επέτειο των τριάντα χρόνων «από το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που σκότωσε για πάντα την χιλιανή δημοκρατία».

Ο Σεπούλβεδα ήταν 23 χρονών τη βροχερή 11η Σεπτεμβρίου 1973 και σήμερα γράφει εν θερμώ, στα 53 του πλέον, κοιτάζοντας για άλλη μια φορά τον κατάλογο των απωλειών του: εκεί πρώτος πρώτος βρίσκεται ο φίλος του Σέρχιο Λέιβα. Μαζί διέσχισαν την έρημο Ατακάμα στην καρότσα ενός καμιονιού, μιλώντας για το μέλλον που θα έφτιαχναν μόλις γίνονταν πολίτες μιας ελεύθερης ηπείρου. Ο ίδιος ο Βίκτορ Χάρα, ο μέγας ραψωδός του χιλιανού έπους του είχε εκφράσει την στενοχώρια του γιατί ο Λέιβα δεν ηχογραφούσε τα τραγούδια του παρά άφηνε το ταλέντο του μέσα στο τσαλακωμένο τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Αλλά ο Λέιβα είχε και γι’ αυτό απάντηση: πρώτα θα έφτιαχνε μια χαρούμενη όπερα όπου δεν θα υπήρχε λύπη ή στεναγμός.

Την ημέρα του πραξικοπήματος άρπαξε απ’ τους στρατιωτικούς ένα πεντακοσαράκι Φίατ αρματωμένο με πυροβόλα κι απ’ την ανοιχτή του στέγη τους σημάδευε με το μυδραλιοβόλο. Πολέμησε για πέντε μέρες, πήδηξε το φράχτη της αργεντινής πρεσβείας όπου κατάσχεσε τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων που είδε με μεγάλη έκπληξη στα χέρια των συντρόφων του, ξαναβγήκε στους αγώνες του δρόμου και όταν ετοιμαζόταν να πηδήξει έναν ακόμα φράχτη τον σημάδεψε ο χωροφύλακας Βιγιάλμπα. Μη στενοχωριέσαι αδελφέ, του είπε ο Λέιβα, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του, πυροβολείς και την κάνεις. Χρόνια αργότερα ο Σεπούλβεδα συνάντησε τον χωροφύλακα για να του πει ότι εκείνος σκότωσε τον αδελφό του. O στρατιώτης ήταν ένα ερείπιο – δυο χρόνια μετά την δολοφονία είχε χάσει το μυαλό του και διώχθηκε απ’ το σώμα.

Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στους σχολικούς χάρτες, αλλά στην αθέατη περιοχή των μεγάλων λησμονημένων που, εκτός απ’ τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, μιλούν χίλιες άλλες γλώσσες. Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στην υδρόγειο σφαίρα, αλλά στη σφαίρα της αβεβαιότητας. […] Αυτή η άλλη στεριά βροντοφώναζε πως υπήρχε χώρος για τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει πως αυτοί οι «πάντες» εποφθαλμιούσαν τον δικό της χώρο.  [σ. 10-11]

Στη διάρκεια των χιλίων ημερών της κυβέρνησης του Αγιέντε και του συλλογικού ονείρου, γράφει ο Σεπούλβεδα, «ανακαλύψαμε τον άλλον, αυτόν που ήταν εδώ πριν από μας, τους Λατινοαμερικανούς, κι επιστρέψαμε στους μαπούτσε [αυτόχθονες της Χιλής] ένα μέρος απ’ την κλεμμένη γη τους». Ο συγγραφέας προβληματίζεται για την «αβέβαιη» πατρίδα της Λατινικής Αμερικής, της οποίας έχουν κλέψει ακόμα και το όνομά της και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει μόνο ως επικράτεια «αποκλεισμών, απειλών, διαφθοράς, εισβολών, στρατιωτικών και τραπεζικών πραξικοπημάτων, διαρπαγών και καπιταλιστικού κυνισμού».

Οι σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (δηλαδή σε κάθε χρόνο κι εποχή) γράφτηκαν σε τρία μαύρα σημειωματάρια moleskin από τον Ιανουάριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004 και διατρέχουν ολόκληρο το σύμπαν του Σεπούλβεδα, από την εξέγερση των ιθαγενών του Τσιάπας («Δεν εξεγέρθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία, αλλά για να πουν: υπάρχουμε») και το παλαιστινιακό ζήτημα μέχρι την κινηματογραφική ταινία που γύρισε κάτω απ’ τη βροχή αλλά και τον εκτυφλωτικό ήλιο των Άνδεων, με τρία βαγόνια επιβατηγού τρένου ως καμαρίνια, δυο φορτηγά ως τροχήλατα κελιά που και τους φίλους που έπαυαν να είναι φίλοι και άρχισαν να γίνονται ένα μέρος της ιστορίας του, της φρικτής ιστορίας τόσων χιλιανών … [Nowhere, 2001, βασισμένη σε δικό του διήγημα].

Ο Σεπούλβεδα διαπιστώνει πως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων δεν φορούν στολές και δεν ανήκουν σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές και πως το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάντησε να λύνεται με …αποζημιώσεις, ενώ βλέποντας στις ΗΠΑ να έχουν εξαφανιστεί οι φωτογραφίες των νεκρών που απανθρακώθηκαν στην ιρακινή έρημος κατά την επιχείρηση «Θύελλα της ερήμου» αλλά και γενικότερα οι εικόνες από τους πολέμους του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν να μην υπάρχουν σε κανένα αρχείου του Τύπου και να έχουν σβηστεί από το διαδίκτυο, είναι πλέον απόλυτος: η μοίρα των νεκρών είναι η μοναξιά και η λήθη.

Στο κάτω κάτω γι’ αυτό γράφω: για να γνωρίζομαι με ομοιοπαθείς.

Ο λόγος και η γραφή έχουν βέβαια κυρίαρχη θέση στις σκέψεις του Χιλιανού, που ομολογεί για άλλη μια φορά πως δεν μπορεί να έχει άλλη πατρίδα από τη γλώσσα του, καθώς οι λέξεις «πατρίδα», «κοιτίδα», «γενέτειρα», ή είναι συνώνυμα ενός τόπου γιορτινού και χαρούμενου, ή μια σειρά φθόγγων χωρίς νόημα. Τα λόγια και ο λόγος αναφέρονται στην κοινοτοπία και το μπανάλ του σύγχρονου λόγου, ένα μπανάλ που τείνει να διαστρέφει το πραγματικό βάρος των λέξεων γιατί αισθάνεται την απειλή της τάξης που εγκαθιστούν οι λέξεις, καθώς και του κατ’ εξοχήν καρπού τους, του Λόγου, που μας φυλάει απ’ το να πέσουμε στην άβυσσο, μας βοηθάει να είμαστε γενναίοι μπροστά στις αντιξοότητες και να δυσπιστούμε στον πρώτο κανάγια που προσπαθεί να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στις Μνήμες ισπανικών εξομολογείται πως για τον ίδιο δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από μια σύναξη ισπανόφωνων που μαζεύονται απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Το να διαπιστώνεις ότι ο ανεξάντλητος γλωσσικός τους θησαυρός έδεσε μια χαρά με τις σύγχρονες πραγματικότητες και η ενσωμάτωση ακόμα και αμερινδικών εκφράσεων, του γεννά την ευτυχή αίσθηση πως ανήκει σε μια κουλτούρα που δεν τη βρίσκεις στα μουσεία, αλλά σε μια κουλτούρα του σήμερα, που διαμορφώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε μια εξαίσια, αέναη συγκολλητική διαδικασία. [σ. 19-23]

Ένα δισέλιδο κείμενο αφιερώνεται στον Ρομπέρτο Μπολάνιο και στα συναισθήματά του στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Εδώ αντιδιαστέλλεται ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας που έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί μια επώδυνη αλήθεια πως δεν έλαβε ποτέ μέρος φανερά, πανηγυρικά, στους αγώνες που έδωσε η γενιά του για αλλαγή της χιλιανής κοινωνίας με τον «μεγάλο προβοκάτορα» Χ.Λ. Μπόρχες. Και το πιο προσωπικό κομμάτι του τόμου (Παιδικά χρόνια) διασώζει τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του προς τον ίδιο: Μη στενοχωριέσαι. Όταν ήμουν στη φυλακή της Αλμερίας, ορκίστηκα να ζήσω, όχι για να δω τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. [σ. 220]

Εκδ. Opera, 2004, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 245, με δεκασέλιδες σημειώσεις [Luis Sepúlveda, Moleskin, 2004]

Δημοσίευση και σε mic.gr

10
Μάι
12

Ελεωνόρα Σταθοπούλου – Καλό αίμα κακό αίμα

Καλλιγραφώντας ανείπωτα δράματα

Άλλες προσευχές πιάνουν κι άλλες μένουν ανεκπλήρωτες. Όμως όλες ο Θεός τις άκουσε. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως δεν τις άκουσε. Γι’ αυτό και όταν θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία και κριθεί ο Θεός, τότε θα δώσει λόγο για τις προσευχές που αγνόησε. Ακόμα δεν μπορεί να μιλήσει. Όμως τη μέρα της απολογίας Του θα απολογηθεί για όλα. [σ. 165]

Ο Νίκος Βαλσάμος προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή βγαίνοντας από το ορφανοτροφείο, πάντα βασανισμένος απ’ τις οικογενειακές μνήμες κι άυπνος από το φόβο μην επαναληφθούν οι τραγικές στιγμές της ζωής του. Αλλά και η νέα του ζωή δεν έχει παρά ένα καθυστερημένο παιδί που παίζει στο χώμα, ένα σκυλί που ψήνεται δεμένο στο βαρέλι, ένα καμένο δάσος με την ταμπέλα «Καλώς ήλθατε» και την Μαργαρίτα που κάποτε έπαιζε μπάσκετ, τώρα να κυλά σε καροτσάκι. Την βγάζει βόλτες, την παντρεύεται, αρχίζει να πείθεται πόσο άχρηστο είναι να υποφέρεις. Αν προσκολληθεί στις γλύκες της γυναίκας του, ίσως οι σκέψεις που κατοικούν στην άβυσσο παραμείνουν εκεί.

Όσο υπάρχει ο Ιούνιος, τα τριζόνια και οι αστρικές λάμψεις εκείνη έχει απτή χαρά για τη ζωή· όσο ζει στην εξοχή, αισθάνεται πως ολόκληρο το σύμπαν κινείται αργά και δεν την προσπερνά, γιατί «είναι δέντρο πια, κι ανθίζει σαν δέντρο». Αντίθετα, για εκείνον ήταν πάντα αδύνατον να παραδοθεί στην ευτυχία, που εμπεριέχει μια κατάσταση ξενοιασιάς, καθώς από παιδί είχε μάθει να είναι σε εγρήγορση, κυκλοφορούσε μεγάλος κίνδυνος στο σπίτι, ο πατέρας απειλούσε να τους κάψει. Ο Βαλσάμος αποτάσσεται την ευτυχία: το μόνο που αξίζει είναι να πολεμάς με όλη σου τη δύναμη καρδιάς, ψυχής και διάνοιας. Γιατί γνωρίζει πως όλα μπορούν να συμβούν από τη μια στιγμή στην άλλη, όπως στη Μαργαρίτα με το γαλάζιο φόρεμα που πήγαινε προς το ζαχαροπλαστείο αλλά σταμάτησε στην άσφαλτο, όπως στην αδελφή του και τα καμένα της μαλλιά.

Εκείνος περιμένει την ημέρα που η Μαργαρίτα θα περπατήσει, εκείνη του λέει πως δεν υπάρχει τέτοια μέρα αλλά τριακόσιες εξήντα πέντε άλλες, που έχουν τη λάμψη τους και τη λύπη τους αλλά είναι ζωή και αυτό φτάνει. Στην πολλαπλώς τραγική κορύφωση της ιστορίας ο Βαλσάμος εκβιάζει τον ερχομό της σωτήριας ημέρας με ένα εμπύρετο κήρυγμα στην εκκλησία, συγκλονισμένος από την πίστη πετάει το καροτσάκι της και φτάνει στο σημείο να θυσιάσει και τα δικά του πόδια, ώστε να μοιράζονται την ίδια κατάσταση, προτού εκείνη ξαναβάλει το γαλάζιο φουστάνι να ισορροπήσει πάλι στα πόδια της, αλλά τώρα μπροστά στο κενό («Απόγνωση»).

Η Ευγενία του διηγήματος «Σύμπτωση» ζει μ’ έναν άντρα δυνάστη «εισπνέοντας κάθε μέρα δίπλα του αναθυμιάσεις δηλητηριώδεις». Κάθε φορά που ξαπλώνει δίπλα του γυρνά το κεφάλι προς την φωτισμένη πινακίδα του φαρμακείου, με γράμματα «σαν αστεράκια στον ουρανό μιας ζωής χαμένης». Για τον φαρμακοποιό είναι όμορφη, ηττημένη και κουτή, πράγμα που καμιά φορά δημιουργεί στους άντρες μια εντύπωση κυριαρχίας που μοιάζει με τον έρωτα, ενώ απεχθάνεται τους πελάτες του, καθώς ελάχιστοι αξίζουν την θεραπεία των φαρμάκων, για να συνεχίσουν μετά να διεκδικούν και να τσακώνονται, αποτελώντας ο καθένας ενόχληση για τον άλλον.

Όταν εκείνη μπαίνει βιαστική στο φαρμακείο για να ζητήσει τις απολύτως απαραίτητες σταγόνες του άντρα της, ακόμα και μετά την κακομεταχείρισή της, ο φαρμακοποιός ενισχύει την μισανθρωπία του: Το κλάμα είναι μύξες, αλάτι και νερό. Εγώ θέλω να συνεννοηθώ με το Λόγο. Μη με γυρίζεις πίσω. στη φυλακή των δακρύων, γιατί θα σου απαντήσω με το αίμα που ανεβαίνει στο κεφάλι μου και τότε δεν θα συνεννοηθούμε ποτέ. Θα πρέπει να τον βγάλει απ’ τη ζωή της, απ’ την ίδια τη ζωή, αλλιώς θα χαθεί μαζί του. Η διπλά συντετριμμένη γυναίκα δίνει τις σταγόνες στον άντρα της αλλά σε υπερβολική δόση. Ο φαρμακοποιός την περιμένει να χαρεί την ελευθερία της αλλά εκείνη τον ενημερώνει πως άφησε ένα γράμμα – ομολογία της ενοχής της στις αρχές. Κι αντιδρά ξανά: αυτό σου μαθαίνουν από την ημέρα που γεννήθηκες. Πώς είσαι ένα σκουπίδι σου μαθαίνουν. Πως δεν υπάρχει χαρά σου μαθαίνουν. Ούτε μια τόση δα χαρούλα για τα σκουπίδια…

Όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι του φαίνονται οριστικά ασύντακτοι, ασυνάρτητοι – και η ομολογία της Ευγενίας μια ανεπίτρεπτη επιλογή που του πρόσφερε βαθύτατη απογοήτευση και τον ωθεί να παντρευτεί μια νέα γυναίκα. Αλλά το σκουλήκι της πλήξης αρχίζει πάλι να τον κατατρώει κι αρχίζει ν’ αναπολεί την Ευγενία, εκείνο το παλιό είδος γυναίκας που είναι πιο πολύ μητέρες παρά ερωμένες. Και ύστερα από δέκα χρόνια εγκλεισμού της, σε μια ακαριαία επιφοίτηση, παραδέχεται γραπτώς και επιστολικώς πως εκείνος θα έπρεπε να βρίσκεται στη φυλακή, στη θέση της. Αλλά προτού τις στείλει μαθαίνει για τον θάνατό της και τελικά η απροστάτευτη γυναίκα τον προστάτευσε από την δική του καταστροφή. Τουλάχιστο το επισκεπτήριο που περίμενε μάταια στην φυλακή, τώρα θα της το προσφέρει στην τελευταία της κατοικία.

Όταν η Ιουλία έχασε τους γονείς της στην ηλικία των πέντε, η θεία της, βλέποντάς την να σηκώνει το φουστάνι της κάτω από μια μηλιά, της είπε: ή πουτάνα ή καλόγρια. Η μικρή πέρασε να δει τις καλόγριες και δεν της άρεσαν, άρα στα δεκάξι βγήκε στο πεζοδρόμιο. Στα κυριακάτικα ρεπό της σκεφτόταν πως είχε σηκώσει το φουστάνι της να δείξει πόσο είχε φουσκώσει η κοιλίτσα της απ’ τα ρεβύθια. Τώρα ολόκληρη η οικογένειά της είναι η τραβεστί Τερέζα, που μυρίζει γιασεμί. Γι’ αυτό την αγαπάνε οι άντρες την Τερέζα. Γι’ αυτό την θέλουν. Ρίχνονται πάνω της κι είναι σα να ’χωσαν τα μούτρα τους σε μια ανθοδέσμη. Και δεν τους λέει όχι σε τίποτα. Τη γδέρνουν, τη ματώνουν, μπήγουν τα δόντια στο σώμα της και τη νύχτα αποκοιμιόνται μες στα γιασεμιά. Κάτι παλιά γιασεμιά που ξεφυτρώνουν απ’ το δέρμα της με ωραία σκιούλα δροσερή και νανουρίσματα. [σ. 259]

Στα δεκαοχτώ της πηγαίνει στην εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή, όπου μυρίζει τα λουλούδια πάνω απ’ το νεκρό Χριστό και την κολόνια που ραντίζουν τους πιστούς, μια μυρωδιά από λεμόνι γλυκό και ξυνισμένο. Και σκέφτεται να φέρει στην εκκλησία το άρωμα της Τερέζας, να ευωδιάσουν οι ψυχές. Στην επόμενη Μεγάλη Παρασκευή πηγαίνει με τα κόκκινα λουστρίνια που της χάρισε η Τερέζα, σαν δυο πέταλα από παπαρούνες, να δουν οι επίτροποι πώς μυρίζει η αγάπη, να δουν πως μόνο η Τερέζα είναι καλή. Το ίδιο βράδυ περιμένει να τιναχτεί το άρωμα απ’ το μπουκάλι, να ευχαριστηθούν απ’ τον Κάτω Κόσμο εκείνοι που θα καταλάβουν ότι τους σκέφτεται. Αλλά η εκκλησία είναι μαύρη απ’ την μουτζούρα, απ’ τα πολλά κεριά που ανάψαν  χωρίς όφελος («Τερέζα»).

Και τα 18 διηγήματα της συλλογής ξεχειλίζουν από ανείπωτα σκληρές κι όμως περίτεχνα ειπωμένες ιστορίες, που καλλιγραφούν την απόλυτη σκληρότητα της ζωής όπως ακριβώς είναι, συμπληρώνοντας ένα άτυπο σύνολο εξαίρετης δραματικής, διηγηματογραφίας μαζί με το Γλυκό του Κουταλιού της Ελένης Ζαχαριάδου και τις δυο συλλογές διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή, ως πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό. Και εδώ όμως τα βαθύτατα ταχυδράματα δεν μας μαυρίζουν την ψυχή, ούτε μας σκοτεινιάζουν τους ορίζοντες, αλλά αντίθετα μας παρηγορούν με ένα αδιόρατο αλλά παχύ στρώμα της γλυκόπικρης αίσθησης πως τελικά ακόμα και η πιο τραχιά όψη της ζωής μπορεί τελικά να αποδοθεί με τις λέξεις και να προσφερθεί ως βάλσαμο τόσο σ’ όσους γνωρίζουν καλά τέτοιες οριακές καταστάσεις, όσο και σ’ εκείνους που θωρακίζονται για να τις αντιμετωπίσουν στο μέλλον τους.

Όταν η μητέρα πηγαίνει στο κομμωτήριο, γίνεται τόσο ψηλή που δεν αγαπάει κανέναν. Κι όταν έχει λεφτά, γίνεται τόσο αγέρωχη που δεν λογαριάζει κανέναν. Κι όταν ντύνεται, γίνεται τόσο εντυπωσιακή που δεν συγχωρεί κανέναν. Έτσι η Μόνικα τρυπάει στα κενά που η μητέρα δεν κάνει τίποτα απ’ τα τρία και να εκτιμά όποια μορφή αγάπης ανθίζει στο μεσοδιάστημα.«Μητέρα έχεις δυο πρόσωπα», είπε μια φορά στη Στέλλα η Μόνικα. «Το ένα με παγώνει και το άλλο με καίει. Δεν θα μπορούσες να ’σαι δροσερή;»…«Είναι μια απέραντη θάλασσα η καρδιά σου, μαμά, μα εγώ δεν ξέρω μπάνιο». [σ. 26-27]

Η συλλογή ξεκινάει με ένα εμβληματικό διήγημα (στην έκταση της νουβέλας) για την ολοκληρωτική συντριβή μιας κόρης από την μητέρα της (H μαμά μου κι εγώ), που συμπληρώνει με τη σειρά του σημαντικά κείμενα ανάλογης θεματολογίας, από την Η Κασσάνδρα και τον Λύκο ή την Μαμά της Μαργαρίτας Καραπάνου ως τη Σκύλλα και το Κουτάβι του Μιχάλη Μιχαηλίδη. Η δωδεκάχρονη Μόνικα ζει για να είναι ευχαριστημένη η μητέρα της. Τσαλακωμένη σαν το φουστάνι της, με την απορία αν η μητέρα απολαμβάνει την ντροπή της, με μια μόνιμη αίσθηση πως η  «αγέρωχη» και «μορφωμένη» μαμά την αφήνει μετεξεταστέα, όπως όταν κάποτε μικρή τόλμησε να προτιμήσει ένα παγωτό από το να εισέλθει στη σκοτεινή αξιοθέατη εκκλησία και για τρεις μέρες δεν της απηύθυνε τον λόγο. Πώς να έκανε κάτι τόσο εντυπωσιακό ώστε να της μιλήσει πάλι; Κι όμως δεν είμαι ένα παιδί για πέταμα…Θα διορθωθώ, σ’ το υπόσχομαι, και θα καμαρώνεις για μένα. Θα γίνω σπουδαία και θα σε πάρω να φύγουμε και τότε θα με πιστέψεις. Ό,τι δεν έκανε ο μπαμπάς θα το κάνω εγώ.

Η μητέρα τρελαίνεται και χάνει συχνά το κέφι της αλλά δικαιολογείται γιατί είναι ανώτερη, είναι θεά. Αρκεί όμως να μην δείχνει μπροστά της ευτυχισμένη, γιατί σύμφωνα μ’ εκείνη, η ευτυχία είναι για να τα ζώα. Όταν ένα μεγάλο αγόρι σ’ ένα παζάρι της πρόσφερε μια φλογέρα, η μικρή την έκρυψε στο εικονοστάσι της γιαγιάς, ψηλά στον τοίχο, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. «Τι θες να κάνω για σένα μαμά;», την ρωτάει κάθε φορά με αγωνία. Αλλά υπάρχουν και οι σιωπηλές ερωτήσεις: Γιατί όταν οι άντρες χτυπάνε τα παιδιά τους οι γυναίκες προτιμάν τους άντρες; Όταν ο πατέρας ζούσε μαζί τους, μόνο το μέρος του έπαιρνε.

Οι επιμέρους ενότητες διατρέχουν γρήγορα τα χρόνια μιας ζωής: η Μόνικα μεγαλώνει και συνεχίζει να ζει δίπλα στη μητέρα της, που πάντα «μιλάει άπταιστα όλες τις γλώσσες των ανθρώπων εκτός απ’ τη δική της». Η ζωή δίπλα της στερείται χαρά, η αγάπη που περίμενε δεν έφτασε ποτέ κι όλα όσα ονειρεύεται δεν γίνονται χωρίς αγάπη. Ακόμα κι όταν η μητέρα της σωριάζεται απ’ την αρρώστια, εκείνη βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά. Μήπως ο σύζυγος και πατέρας εξακολουθεί παρά την φυγή του να μολύνει τη ζωή τους; Μήπως για σένα είμαι αυτός και γι’ αυτόν είμαι εσύ, γι’ αυτό δεν είμαι απολύτως τίποτα;

Ανάμεσα στην σιωπηλή συμπαράσταση της εξίσου ανυπεράσπιστης θείας και στον πειρασμό της δολοφονίας, η Μόνικα αποδέχεται πως οι ανάγκες της δεν πρόκειται να τελειώσουν πριν την δική της ζωή. Την κοιτάζει κι αναρωτιέται γιατί δεν την μισεί αρκετά ώστε να ξεπεράσει τον φόβο της. Ακόμα κι όταν ο λόγος της πλέον ξεχύνεται χείμαρρος, η μητέρα ανοίγει στη διαπασών την τηλεόραση. Θα’ θελε να της φωνάξει: Εσύ κι όλοι οι καλοί άνθρωποι λυπηθείτε κάποτε τους φονιάδες σας.

Συνέχισε να υπάρχεις, μαμά, μαζί με τη βρύση που στάζει και μαζί με το χρόνο στο κομοδίνο σου…Γιατί αν πεθάνεις δεν θα’ μαι πια το παιδάκι κανενός και τα μαλλιά μου θ’ ασπρίσουν σε μια νύχτα. [σ. 60]

Εκδ. Εστία, 2010, σελ. 266.

08
Μάι
12

Λογοτεχνείο, αρ. 113

Μισέλ Σνεντέρ, «Θάνατος καθ’ ομοίωση. Στέφαν Τσβάιχ, 22 Φεβρουαρίου 1942», Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, 2004, μτφ. Γιάννης Στρίγκος [Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003], σ. 256-257.

Προτού εγκαταλείψω τη ζωή, με τη θέλησή μου και έχοντας απολύτως τα λογικά μου, οφείλω να εκπληρώσω ένα τελευταίο καθήκον: να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά τη Βραζιλία, αυτή την  υπέροχη χώρα, που πρόσφερε σ’ εμένα και τη δουλειά μου ένα λιμάνι τόσο ευχάριστο και τόσο φιλόξενο. Μέρα με τη μέρα, έμαθα να την αγαπώ όλο και περισσότερο, και σε κανένα άλλο μέρος στον κόσμο δεν θα είναι με τόσο μεγάλη προθυμία ξαναφτιάξει τη ζωή μου από την αρχή, από τη στιγμή που ο κόσμος της δικής μου γλώσσας χάθηκε για μένα και η πνευματική μου πατρίδα, η Ευρώπη, αυτοκαταστρέφεται.

Χρειάζονταν όμως, μετά το εξηκοστό έτος της ηλικίας μου, υπέρογκες δυνάμεις για να ξαναρχίζω τα πάντα πάνω σε καινούργιες βάσεις. Και οι δικές μου οι δυνάμεις έχουν εξαντληθεί από όλα αυτά τα χρόνια της περιπλάνησης χωρίς πατρίδα. Αυτός είναι κι ο λόγος που θεωρώ προτιμητέο να τελειώσω έγκαιρα και με το κεφάλι ψηλά μια ζωή για την οποία η πνευματική εργασία υπήρξε πάντοτε η πιο αγνή χαρά, και η προσωπική ελευθερία το υψηλότερο αγαθό ετούτου του κόσμου.

Αποχαιρετώ όλους μου τους φίλους! Τους εύχομαι να μπορέσουν ακόμα να δουν τη λάμψη της αυτής μετά τη μεγάλη νύχτα! Εγώ, πολύ ανυπόμονος, θα προηγηθώ!

06
Μάι
12

Ολιβιέ Τοντ – Αλμπέρ Καμύ. Μια ζωή

Δημιουργός μύθων, εμπνευστής ζωής

«Πιστεύω πως ο συγγραφέας δεν πρέπει να αγνοεί τίποτε από τα δράματα του καιρού του και πως πρέπει να παίρνει θέση όποτε μπορεί ή γνωρίζει. Πρέπει όμως και να διατηρεί ή να παίρνει, από καιρού εις καιρόν, μια κάποια απόσταση απέναντι στην ιστορία μας» έλεγε σε συνέντευξή του στη Demain ο «κλασικός» πλέον Γάλλος στοχαστής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, δραματουργός, σκηνοθέτης και ηθοποιός Αλμπέρ Καμύ. Ένας κλασικός που χαρακτηρίζεται επικίνδυνος από τον παρόντα βιογράφο του, σε μια ογκώδη αλλά αναμφισβήτητα  αξιανάγνωστη βιογραφία, που δεν εξαντλεί απλώς με απόλυτη γραμμικότητα και εξαντλητικές λεπτομέρειες ολόκληρη τη ζωή και το έργο του συγγραφέα αλλά και παρουσιάζει για πρώτη φορά συζητήσεις με μεγάλο αριθμό προσώπων που διασταυρώθηκαν με την ζωή του, καθώς και ανέκδοτα κείμενα (μεταξύ των οποίων και η αλληλογραφία του). Οι παραπάνω σκέψεις του Καμύ σαφώς εντάσσονται σ’ έναν ευρύτερο προβληματισμό του όσον αφορά τη θέση και τη στράτευση του συγγραφέα, ένα ζήτημα που δεν σταμάτησε να τίθεται στο επίκεντρο των περί δημιουργίας προβληματισμών του. Σύμφωνα με τον δικό του κανόνα ζωής ένας συγγραφέας μπορεί να βοηθήσει μόνο μέσα από τα βιβλία του και δεν πρέπει να οικειοποιηθεί τον τίτλο του καθοδηγητή συνείδησης. Η παραπάνω στάση δεν αποτελεί παραίτηση αλλά αναγνώριση των ορίων του.

Το παρόν βιογραφικό δοκίμιο, εμπλουτισμένο όσον αφορά την ελληνική έκδοση με εξήντα σελίδες σημειώσεων, επιλεκτική βιβλιογραφία, ευρετήριο ονομάτων και δεκαεξασέλιδο με σαράντα φωτογραφίες, δεν αποτελεί, κατά επιθυμία του συγγραφέα του, ούτε απομυθοποίηση ούτε αγιογραφία. Ο Τοντ σαφώς διάκειται θετικότατα απέναντι στον Καμύ αλλά επιθυμεί να συμπεριλάβει στο φιλόδοξο πόνημά του κάθε υπαρκτό στοιχείο· σπάνια μια βιογραφία περιλαμβάνει τόσο υλικό «εναντίον» του βιογραφούμενου. Το desideratum του έργου είναι εμφανές: όλα τα στοιχεία του συναρπαστικού, πολύπλοκου και αντιφατικού βίου του Καμύ να παρατεθούν μπροστά στον αναγνώστη, ώστε ο ίδιος να οδηγηθεί στα προσωπικά του συμπεράσματα. Σημαντική μάλιστα βοήθεια σε τούτο προσφέρει η ιδιαίτερα ελκυστική πλευρά του βιβλίου που αφορά τη συνεχή επικοινωνία, αντιπαράθεση αλλά και συνύπαρξη (σύμφωνα άλλωστε με τον περίφημο ευφημισμό του Σαρτρ, στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του Καμύ) με σπουδαία πρόσωπα της γαλλικής κουλτούρας: Αντρέ Μαλρώ, Πωλ Νιζάν, Ρεμόν Κενώ, Ρενέ Σαρ, Μωρίς Μερλό-Ποντύ, Σιμόν Ντε Μποβουάρ, με τον Σαρτρ βέβαια, κ.ά. Είναι αμέτρητες οι  μεταξύ τους συνομιλίες που αποκαλύπτουν βαθύτερες «συνομιλίες» σκέψης και πνεύματος.

Ο Καμύ αρνούνταν την πολιτική χωρίς ηθική, γεγονός που προκαλούσε και συνεχίζει να προκαλεί την θυμηδία τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Ο ουμανισμός του, ακόμα και «πεισματάρικος» (κατά τον χαρακτηρισμό του Σαρτρ), υπήρξε καθολικός και αδιαπραγμάτευτος. «Γνωρίζουμε πως η εποχή των ιδεολογιών έχει παρέλθει» δήλωνε ήδη από το 1957, ενώ η άμεση αίσθησή του από την επίσκεψη στα σπίτια ενός ευημερούντος σοβιετικού κολχόζ ήταν η «αποπροσωποποίηση του ανθρώπου». Πρώην στρατευμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αρνήθηκε να θυσιάσει αυτούς που ονομάζει «Άραβες» και τις ιδέες του για την τέχνη στις πιέσεις ενός κόμματος «που θέτει το πολιτικό περιεχόμενο ενός έργου υπεράνω της καλλιτεχνικής φύσης του». Η ρήξη με τον κομματικό μηχανισμό τον σημάδεψε χωρίς να τον τραυματίσει, καθώς ουδέποτε αισθάνθηκε ότι πρόδωσε μια τάξη.

Στοχαστής και ηθικολόγος, απέρριψε τους πειρασμούς του ολοκληρωτισμού και τη δική του κλίση προς το μηδενισμό, ενώ κατάφερε να μην ολισθήσει ούτε προς τον κυνισμό. Αρνήθηκε τον φανατισμό, αλλά όχι την μαχητικότητα. Κόντρα στις τάσεις της εποχής του κατήγγειλε, όπως κι ο Όργουελ, τις φρικαλεότητες του στρατοπεδικού και αστυνομοκρατούμενου κόσμου της Αριστεράς και της Δεξιάς, ενώ ως το τέλος συμβούλευε να μη συγχέουμε την δημιουργία με την προπαγάνδα. Απομονώθηκε στο γαλλικό περιβάλλον όπου θριάμβευε ένας «ακατέργαστος μαρξισμός» και τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του υπήρξε ο αποδιοπομπαίος τράγος της «παραπληροφορημένης» παριζιάνικης Αριστεράς. Κι όμως, σε μια ζωή όπου αγωνίστηκε να ελέγξει τις αντιφάσεις της, συχνά προτιμούσε τους στρατευμένους ανθρώπους από τη στρατευμένη λογοτεχνία και στάθηκε με υποδειγματικό τρόπο στο πλευρό πολλών συγγραφέων ανεξαρτήτως παράταξης ή και φανατισμού. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήθελε να είναι ούτε θύτης ούτε θύμα: «Ξέφυγα […] απ’ όλους […] και κατά κάποιον τρόπο εγώ θέλησα να φύγουν όλοι από κοντά μου».

Σε σχέση με το πρόβλημα της Αλγερίας το πράγματα είναι περισσότερο περίπλοκα. Ο Τοντ κατά βάση συμφωνεί με την άποψη που εντοπίζει στον «Ξένο» «την ανησυχητική ομολογία μιας ιστορικής ενοχής που παίρνει τη μορφή μιας τραγικής πρόβλεψης». Απέναντι το αλγερινό ζήτημα ο Καμύ ήταν φορμαλιστής και ηθικολόγος: επιθυμούσε για την Αλγερία αυτό που ο καθένας, με επικεφαλής τη Ναντίν Γκόρντιμερ επιθυμεί σήμερα για την Νότια Αφρική: συνύπαρξη με ίσα δικαιώματα, δυο λαούς σε ένα έθνος και ένα κράτος πολυφυλετικού δικαίου. Εδώ ο βιογράφος ανασκευάζει τις κατηγορίες πως ο Καμύ υποστήριζε πάντοτε, αν όχι εμφανώς τουλάχιστο σιωπηρά, την καθεστηκυία τάξη και πως ουδέποτε διατάραξε το παραμικρό στον καπιταλιστικό και χριστιανικό πολιτισμό, διατηρώντας πάντα ένα πλευρό «γαλλικής Αλγερίας».

Ο τελικός απολογισμός, αν ποτέ μπορεί να υπάρξει τέτοιος, μας παραδίδει έναν ασίγαστα ανήσυχο κι εμπνευσμένο άνθρωπο που αισθανόταν καλλιτέχνης και «δημιουργός μύθων», που δεν υπήρξε μόνο ο συγγραφέας των σπουδαίων μυθιστορημάτων και δοκιμίων. Αλλά κι ένας ποιητής που δεν αισθανόταν τέτοιος, όμως μας κληροδότησε σελίδες πρόζας με έξοχο ποιητικό πλούτο· ένας στοχαστής που μας έδωσε ιδέες, ορισμένες από τις οποίες στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας γίνονται περισσότερο αποδεκτές σήμερα· ένας δημοσιογράφος που δεν αφοσιώθηκε ποτέ στην δημοσιογραφία για να διοχετεύσει την ενέργειά του στο τρίπτυχο «μυθιστόρημα, θεατρικό έργο και δοκίμιο». Κι όμως, για δυόμισι χρόνια υπήρξε ο πιο προικισμένος αρθρογράφος του γαλλικού Τύπου: τα άρθρα του ιδίως στην Combat και στην Alger Républicain σημαδεύουν μια εποχή, ενίοτε με την έμφαση του εφήμερου, την ίδια στιγμή που υποκύπτει αρκετές φορές στον μόνιμο πειρασμό κάθε στρατευμένου δημοσιογράφου, να διαμορφώσει ή και να αλλάξει την Ιστορία μέσα από τη γραφή του.

Εκείνος ο ρομαντικός, αντιεξουσιαστής συγγραφέας και διανοητής, ο γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας αναλφάβητης γυναίκας, «ξοδευόταν αλόγιστα» σε μια γεμάτη ζωή, αγωνιζόμενος να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύσκολα στοιχήματα, να λυτρωθεί από την πολιτική με την λογοτεχνία και να παραδοθεί άνευ όρων στην «αγάπη για τη ζωή» (τίτλο άλλωστε ενός από τα δοκίμια – νουβέλες του). Και εντέλει, μέσα από τον λογοτεχνικό ή πολιτικό λόγο ή και ενάντια σ’ αυτόν, να αφιερωθεί σ’ εκείνο που ο Τ.Σ. Έλιοτ ονόμασε «αμείλικτη μάχη με τις λέξεις» που «σκληραίνουν, ραγίζουν, γλιστρούν, χάνονται».

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 788 [Olivier Todd, Albert Camus. Une vie, 1996].

Υπό δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

Οι εικόνες: Εvgeniya Kashina, Scenery sketch for a screen version “L’Etranger” by Albert Camus.

03
Μάι
12

Edward W. Said – Αναστοχασμοί για την εξορία

Το ευαγγέλιο της ανεστιότητας

1. Η μη αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού

Στο πρώτο του βιβλίο, που είχε ως αντικείμενο τον «Τζόζεφ Κόνραντ και την μυθοπλασία της αυτοβιογραφίας», ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) χρησιμοποιούσε τον συγγραφέα ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου η ζωή και το έργο αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο ενός πλάνητος που γίνεται επιτυχημένος συγγραφέας σε μια επίκτητη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτινάξει την αίσθηση της αποξένωσης από τη νέα του, έστω και θαυμαστή, πατρίδα. Πράγματι: από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται κανείς στη γραφή του, νιώθει απαραγνώριστη την αύρα του εκτοπισμού, της αστάθειας και της ιδιορρυθμίας. Κανείς δεν μπορούσε να αναπαραστήσει το πεπρωμένο του αποπροσανατολισμού καλύτερα από τον Conrad…Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως το έργο του συνίσταται ουσιαστικά στην εμπειρία της εξορίας και της αποξένωσης που δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ενώ όσο τέλεια και να μπορούσε να εκφράσει κάτι, πάντα θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα μόνο κατά προσέγγιση εκφράζει αυτό που ήθελε να πει ή ότι η έκφραση ήλθε πάρα πολύ αργά…

2. Ενοχλητικά απροσδιόριστος

Βρισκόμαστε σε ένα από τα δεκάδες δοκιμιακά κείμενα του Σαΐντ που περιλαμβάνονται στον 800σέλιδο αυτόν τόμο, που όμως δεν έχει ως αντικείμενο την περίπτωση του Κόνραντ (σε αυτόν αφιερώνει ένα άλλο κείμενο που επίσης δημοσιεύεται εδώ) αλλά στην ίδια του τη ζωή. Πώς κάνει την σύνδεση; Αναγνωρίζοντας πως όλα όσα είχε ζήσει, τα είχε ζήσει ο Conrad πριν από αυτόν, με την διαφορά βέβαια πως εκείνος ήταν ένας Ευρωπαίος που μετακινήθηκε στην Ευρώπη. Ο Σαΐντ αντίθετα γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, βρέθηκαν με την οικογένειά του ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, έλαβε την παιδεία του σε αποικιακά, αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και τελικά πήγε στις ΗΠΑ. Ενοχλητικά απροσδιόριστος, με μητρική γλώσσα τα αραβικά και σχολική τα αγγλικά, και με την αίσθηση «πως βρισκόταν εκτός τόπου, ότι στεκόταν σε λάθος γωνία, σε ένα μέρος που έμοιαζε να του ξεγλιστρά τη στιγμή που προσπαθούσε να το ορίσει ή να το περιγράψει».

Μολονότι με είχαν μάθει να πιστεύω και να σκέφτομαι σαν Άγγλος, με είχαν επίσης εκπαιδεύσει να δέχομαι την ιδέα πως ήμουν ένας ξένος, ένας μη Ευρωπαίος Άλλος, ο οποίος είχε μάθει από τους ανωτέρους του να γνωρίζει ποια είναι η θέση του και να μη φιλοδοξεί να γίνει Βρετανός. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Εμάς και σε Αυτούς ήταν γλωσσική, πολιτισμική, φυλετική και εθνοτική. […] Όντας συγχρόνως έγχρωμος και αγγλικανός, βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς εμφύλιου πολέμου.

Όταν ο Σαΐντ πήγε το 1963 στη Νέα Υόρκη για να διδάξει στο Κολούμπια (ενώ στο μεταξύ η οικογένειά του μετακόμισε στον Λίβανο) ο περίγυρός του θεωρούσε πως είχε εξωτικό και «κάπως ακαθόριστο αραβικό υπόβαθρο». Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει να σταθεί εκτός του πλαισίου που κάλυπτε τους συγχρόνους του. Μπορεί να ένοιωθε ζήλεια για φίλους που είχαν ως γλώσσα τη μία ή την άλλη, είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος όλη τους τη ζωή και που πραγματικά ανήκαν κάπου, αλλά εξοικειώθηκε έγκαιρα με το γεγονός ότι δεν θα ανήκε ποτέ σ’ αυτές τις κατηγορίες. Άλλωστε πάντοτε ελκυόταν από ισχυρογνώμονες αυτοδίδακτους και κάθε λογής απροσάρμοστους, με τρόπο σκέψης άκρως ατομικιστικό και αμίμητο, με εκφραστικά μέσα εκκεντρικά, λεπτοδουλεμένα και αυτοσυνείδητα: Conrad, Vico, Adorno, Swift, Hopkins, Auerbach, Gould.

3. Εντός μη ύπαρξης και μη ιστορίας

Η συλλογική συνέχεια είναι γνωστή: Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν ως πρόσφυγες και να συμφιλιωθούν με το εκμηδενισμένο τους παρόν, ακολουθώντας την ίδια πορεία με την πρώτη γενιά Παλαιστινίων προσφύγων, που είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα εργασίας ή μετακίνησης, συχνά περιορισμένοι σε στρατόπεδα όπως τα Σάμπρα και Σατίλα της Βηρυτού, που 34 χρόνια αργότερα έγιναν τόποι σφαγής. Ο ίδιος εκπονούσε το έργο του σε μια σφαίρα σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητική, στη μη ύπαρξη και στη μη ιστορία. Αναπόφευκτα στράφηκε στην γραφή ως κατασκευή πραγματικοτήτων και ασφαλώς προσανατολίστηκε στον κόσμο της εξουσίας και των αναπαραστάσεων που υποδεικνύουν μια πραγματικότητα και συγχρόνως σβήνουν άλλες.

Ο Σαΐντ άρχισε να έχει εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές: χαρακτηριζόταν ναζί από τον Εβραϊκό Αμυντικό Σύνδεσμο και υπέρ το δέον φιλελεύθερος από την άκρα αριστερά, εφόσον υποστήριξε την ιδέα της συνύπαρξης Ισραηλινών Εβραίων και Παλαιστινίων Αράβων. Για πολλούς φίλους, ως Παλαιστίνιος, ήταν ένα είδος μυθολογικού όντος, κάτι σαν τον μονόκερω, ενώ μετά την Ιντιφάντα άρχισε να παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου που συρόταν από δω και από κει για μια δήλωση των δέκα δευτερολέπτων. Από τα κείμενά του στον αραβικό Τύπο και παρά την αντιθρησκευτική του πολιτική χαρακτηρίζεται ως υπερασπιστής του Ισλάμ και απολογητής της τρομοκρατίας.

4. Ο ακηδεμόνευτος διανοούμενος και η αποδοχή του ασυμβίβαστου

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους λαούς και τις ταυτότητες που απειλούνται με εξαφάνιση ή καθυποτάσσονται επειδή θεωρούνται κατώτερης φύσεως· άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μεγαλοποιούμε ένα παρελθόν που έχει επινοηθεί για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του παρόντος. […] Έχοντας ο ίδιος χάσει μια πατρίδα, δίχως μάλιστα ελπίδα να την ξανακερδίσω άμεσα, δεν βρίσκω ιδιαίτερη παρηγοριά στην «καλλιέργεια ενός νέου κήπου» ή στην επιδίωξη της ένταξης σε άλλον οργανισμό. Έμαθα από τον Adorno ότι η συμφιλίωση που επιτυγχάνεται εξαναγκαστικά είναι πράξη δειλίας και ψεύδους: προτιμότερη είναι μια χαμένη υπόθεση….

Η πρισματική ιδιότητα της γραφής κάποιου, όταν αυτός δεν ανήκει πλήρως σε ένα στρατόπεδο ή δεν είναι φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση· έχω αποδεχτεί την αδυνατότητα συμφιλίωσης των διαφόρων αλληλοσυγκρουόμενων ή τουλάχιστον ατελώς εναρμονισμένων πτυχών του στοιχείου που φαίνεται πως αντιπροσωπεύω. Υπάρχει μια φράση του Gunter Grass που περιγράφει τη δύσκολη αυτή θέση: πρόκειται για τη θέση του «ακηδεμόνευτου διανοούμενου».

5. Οι χαμένες υποθέσεις και το αλύτρωτο μυθιστόρημα

Υπάρχει ένας προστάτης άγιος των χαμένων υποθέσεων, ο Άγιος Ιούδας, που είχε την ατυχία να τον συνδέουν με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, οπότε και επονομάστηκε Ιούδας ο Κρυφός, που αποτελεί το σύμβολο όλων εκείνων που δεν έχουν καταφέρει να διακριθούν, εκείνων που είδαν τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες, εκείνων που οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί. Ο Jude the Obscure [Τζουντ ο αφανής] του Thomas Hardy προοριζόταν ακριβώς να λειτουργήσει ως σφοδρή επίθεση σε κάθε ανάλογη παραμυθία. Ο Τζουντ κυριεύεται από την ιδέα πως πρέπει να προσπαθήσει να κατακτήσει την μάθηση, την επιτυχία, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή – εντούτοις στο διάβα του δε βρίσκει παρά ατυχίες, απογοητεύσεις και μπλεξίματα και οδηγείται σε απελπιστικό ξεπεσμό. Οποτεδήποτε επιχειρεί να βελτιώσει τη μοίρα του, έρχεται αντιμέτωπος με απίστευτες αντιστάσεις. Ο Hardy φροντίζει ώστε τόσο οι περιστάσεις όσο και οι αδυναμίες του Τζουντ να υπονομεύουν οτιδήποτε κάνει. Δεν είναι μόνο ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον κόσμο, είναι επίσης ότι κάθε ανάμνηση ή ίχνος που έχει απομείνει από έναν προηγούμενο κόσμο είτε λοιδορεί χωρίς συναίσθηση τη δυστυχία του ατόμου είτε είναι σκοπίμως μη λυτρωτικό, μη θεραπευτικό [σ. 774].

Ιδού λοιπόν, γράφει ο Σαΐντ στο κείμενο Περί χαμένων υποθέσεων,  ένα κοινό στοιχείο των Cervantes, Flaubert και Hardy: οι ώριμες αφηγήσεις τους προς τα τέλη της σταδιοδρομίας τους (τη στιγμή που αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συνοψίσει και να προβεί σε κρίσεις όσον αφορά την επιτυχία των νεανικών ονείρων και φιλοδοξιών) εκθέτουν ειρωνικά την απόκλιση μεταξύ πραγματικότητας και απώτερου σκοπού. Είτε συμμορφώνεται κανείς προς τις άθλιες συνήθειες του κόσμου, είτε εξοντώνεται – όπως ο Τζουντ, η Έμμα Μποβαρύ και ο Δον Κιχώτης. Και το μυθιστόρημα προσφέρει ακριβώς μια αφήγηση χωρίς λύτρωση.

6. Υπερόριες λογοτεχνίες, μάταιοι εθνικισμοί

Μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστου αφιερώνεται στην αντιστάθμιση της αποπροσανατολιστικής απώλειας μέσω της δημιουργίας ενός νέου κόσμου προς κυριάρχηση. Δεν είναι παράξενο που τόσο πολλοί εξόριστοι είναι μυθιστοριογράφοι, σκακιστές, πολιτικοί ακτιβιστές και διανοούμενοι. Καθεμιά από αυτές τις ασχολίες απαιτεί ελάχιστη επένδυση σε αντικείμενα και επιβραβεύει την κινητικότητα και την ικανότητα. Ο νέος κόσμο του εξόριστου, κατά τρόπον αρκετά λογικό, είναι ένας κόσμος αφύσικος και εξωπραγματικός – ιδιότητα που προσεγγίζει τη μυθοπλασία. Ο Georg Lukács στο έργο του Η θεωρία του μυθιστορήματος, ισχυρίζεται με ακαταμάχητη πειθώ ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος που έχει δημιουργηθεί από την εξωπραγματικότητα της φιλοδοξίας και της φαντασίας, αποτελεί την κατεξοχήν μορφή «υπερβατικής ανεστιότητας». [σ. 297]

Η εξορία είναι, γράφει ο Σαΐντ συναρπαστική ως σκέψη αλλά φρικτή ως εμπειρία. Είναι η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν τόπο, στον εαυτό του και στην πραγματική του πατρίδα. Ενώ μάλιστα αληθεύει ότι στη λογοτεχνία και την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε ηρωικές, ρομαντικές, ένδοξες ή και θριαμβευτικές στιγμές από τη ζωή του εξόριστου, κατ’ ουσίαν πρόκειται απλώς για προσπάθειες με σκοπό την υπέρβαση της συντριπτικής θλίψης της αποξένωσης. Τα επιτεύγματα της εξορίας υποσκάπτονται διαρκώς από την απώλεια ενός πράγματος που έχει μείνει πίσω για πάντα. [σ. 286]

Τίθεται εδώ το ερώτημα: αν η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας, πως έχει μετατραπεί τόσο εύκολα σε στοιχείο που επηρεάζει ή και εμπλουτίζει την σύγχρονη κουλτούρα; Ειδικά η νεότερη δυτική κουλτούρα είναι, σε μεγάλο βαθμό, έργο εξόριστων, αυτοεξόριστων και προσφύγων. Ο George Steiner έχει γράψει ότι ένα ολόκληρο είδος της δυτικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα είναι «υπερόρια» [extraterritorial] λογοτεχνία – μια λογοτεχνία από εξόριστους για εξόριστους. Πολύ περισσότερο η εποχή μας, με τις σύγχρονες μορφές πολέμου, τον ιμπεριαλισμό και τις εθνοκαθάρσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η κατεξοχήν εποχή του εξόριστου, του εκτοπισμένου και του μαζικού μετανάστη.

Ο εθνικισμός είναι ο ισχυρισμός ότι υπάγεσαι και ανήκεις σε έναν τόπο, έναν λαό, μια κληρονομιά. Με τον καιρό οι επιτυχημένοι εθνικισμοί θεωρούν πως μόνο οι ίδιοι είναι κάτοχοι της αλήθειας και αποδίδουν το ψεύδος και την κατωτερότητα στους ξένους. Ακριβώς πέραν του συνόρου ανάμεσα σε «εμάς» και τους «ξένους» βρίσκεται η επικίνδυνη επικράτεια του μη ανήκειν…Η εξορία, αντίθετα με τον εθνικισμό, είναι μια κατάσταση ασυνεχούς ύπαρξης – οι εξόριστοι αποκόπτονται από ρίζες, τόπο, παρελθόν. Το πιο παράξενο από τα δεινά που περνάει ένας εξόριστος είναι να εξορίζεται από εξόριστους: το 1982 οι Παλαιστίνοι άρχισαν ξανά να εκδιώκονται από τους προσφυγικούς τους καταυλισμούς στο Λίβανο, έχοντας ήδη διωχθεί από τον τόπο τους το 1948, πασχίζοντας τώρα να ανασυστήσουν μια εθνική ταυτότητα στην εξορία.

Ο Σαΐντ δεν περιορίζεται στην καταγραφή των σχετικών ιδεών αλλά διαπερνά συγκεκριμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις λογοτεχνών και κειμένων: τα ποιήματα του Mahmoud Darwish (το έργο του οποίου αποτελεί μια επική προσπάθεια μετουσίωσης των στίχων της απώλειας στο επ’ αόριστον αναβληθέν δράμα της επιστροφής, το διήγημα Έημυ Φόστερ του Joseph Conrad (το πιο ασυμβίβαστο κείμενο απεικόνισης της εξορίας που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα, με την εμμονή του αυτοεξόριστου στο πεπρωμένο του), το Minima Moralia, την αυτοβιογραφία του Theodor Adorno που γράφτηκε στην εξορία και που έγραφε πως το μόνο «σπίτι» που υφίσταται πλέον, αν και εύθραυστο και ευάλωτο είναι η γραφή. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση του εξόριστου είναι κατά τη σύγχρονη εποχή η κατάσταση που βρίσκεται πλησιέστερα στην τραγωδία.

7. Απόδημες κοινότητες και ετερογενείς κουλτούρες

Ο τόμος περιλαμβάνει 46 δοκίμια που γράφτηκαν από το 1967 έως το 1998 και δημοσιεύτηκαν στα Times Literary Supplement, New Statesman, The Nation, London Review of Books, Granta, Partisan Review, Modern Language Notes, Raritan: A Quarterly Review, Critical Inquiry, The Hudson Review, σε θεματικούς τόμους, ως εισαγωγές εκδόσεων κ.ά., μαζί μ’ ένα εκδιδόμενο για πρώτη φορά. Η γνώριμη ευρύτατη θεματολογία του (πολιτική, εξορία, αποικιοκρατία, λογοτεχνία, θεωρία, κριτική) εμπλουτίζεται με κείμενα για τους Eric Hobsbawm, Ernest Hemingway, E.M. Cioran, T.E. Lawrence [της Αραβίας], George Orwell, Nagib Mahfouz Michel Foucault, V.S. Naipul, Georg Lukács, Herman Melville, Maurice Merleau – Ponty, R.P. Blackmur, Georges Poulet, E.D.Hirsch, John Berger, την αραβική πρόζα μετά το 1948 κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η συναρπαστική εκτεταμένη εισαγωγή έχει ως τίτλο Κριτική και εξορία, καθώς γράφεται, όπως και όλα τα κείμενα, στη Νέα Υόρκη πολλά στοιχεία της οποίας προήλθαν από τις απόδημες κοινότητες (Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων Ανατολικοευρωπαίων και μη, Αφρικανών, Μεσανατολιτών, Απωανατολιτών, κατοίκων των νησιών της Καραϊβικής) ενώ σήμερα παραμένει πόλη μεταναστών και εξόριστων ταυτόχρονα αλλά και συμβολικό κέντρο της παγκοσμιοποιημένης υστεροκαπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια είναι η «άλλη» Νέα Υόρκη, των κοινοτήτων, της τριτοκοσμικής διασποράς, την πολιτικής των εκπατρισμένων, των πολιτιστικών συζητήσεων που τον ενέπνευσε να ζήσει εδώ και α γράψει σε πείσμα του ρατσισμού εναντίον όλων των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών, παραδόσεων και λαών, να προβεί σε κριτική ανάλυση του ευρωκεντρισμού και να φωνάξει πόσο ανεπαρκής είναι η πολιτική της ταυτότητας και πόσο εσφαλμένη η απόδοση προτεραιότητας σε μια συγκεκριμένη παράδοση έναντι όλων των άλλων. Ο Σαΐντ στάθηκε πάνω απ’ όλα στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι κουλτούρες συνίστανται πάντοτε από μεικτούς, ετερογενείς, ακόμα και αλληλοαναιρούμενους λόγους.

Πλήρης τίτλος: Αναστοχασμοί για την εξορία και άλλα δοκίμια λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας. Εκδ. Scripta, 2006, [Πολιτιστική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, 860 σελ. [Reflections on Exile and Other Literary and Cultural Essays, 2001]

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα, καθημερινά στιγμιότυπα από την συμβίωση Παλαιστινίων – Ισραηλινών, Παλαιστίνιοι  (1948) και Βόσνιοι πρόσφυγες, στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων σε Ιορδανία και Λίβανο και οι J. Conrad, T. Hardy και T. Adorno.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr υπό τον τίτλο Ένας Παλαιστίνιος στην Αμερική.

01
Μάι
12

Τα αριστουργήματα της ντροπής

Αφιέρωμα

Άλλο ένα συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr ξεγύμνωσε τις αληθινές μας προτιμήσεις και μας ώθησε να αποκαλύψουμε τα αριστουργήματα που πάντα απολαμβάναμε αλλά ντρεπόμασταν να παραδεχτούμε. Ιδού η δική μας εξομολόγηση (πρώτη δημοσίευση εδώ), ιδού και τα υπόλοιπα κείμενα υπό τον τίτλο Ένοχες απολαύσεις.

Ελεύθεροι – Έμαθα ελεύθερος να ζω

Δεν ξέρω ποιοι τους ονόμασαν Παπαροκάδες, (το ροκάδες δεν ήταν υποτιμητικός όρος από εφημερίδες τύπου Ελεύθερος Τύπος στα 80s;). Προφανώς τίποτα τιποτένιοι ισοπεδωτικοί δημοσιογραφίσκοι. Καλύτερα θα τους πήγαινε Παπα Ρόκερς, Πατερόκερς, Πουρόκερς, έστω. Αφού όμως τους διέφυγε η ειρωνεία του ονόματος και το (καλο)δέχτηκαν, εμάς δε μας πέφτει λόγος. Ακόμα θυμάμαι τον Μουλατσιώτη, πόσο καμάρωνε όποτε τον καλούσαν σ’ εκπομπές, ιδιαίτερα με το ωραίο μαύρο μπερεδάκι με τους σταυρούς, που όμως ήταν καθαρά punk αισθητικής: το είχα δει – το ορκίζομαι – χρόνια πριν στο Remember στην Αδριανού. Μετά είδαμε τον ψυχοτροπικό τους παράδεισο στο Τρίκορφο Δωρίδας, το μνημειώδες κιτς μοναστήρι με τα 1000 σήμαντρα (που θα μπορούσαν με ομαδική κρούση να οδηγήσουν σε παράκρουση υπό το νέο μουσικό είδος bell noise) με γήπεδο μπάσκετ παρακαλώ, όπου ο γνώριμος ψηλός μουσάτος του συγκροτήματος συχνά νικούσε κάτι παιδάκια που τα περνούσε τουλάχιστον τρία κεφάλια.

Πάμε στην θεϊκή μουσική. Στην εισαγωγή, ένα αέρινο συνθεσαιζάρισμα. Μετά είναι αλήθεια τρομάζεις λίγο με τη φωνή, που ο παραγωγός (προφανώς οι ίδιοι, με την συγκινητική διάθεση μάθησης που έχουν στις μονές να κάνουν τα πάντα) έβαλε τόσο μπροστά από τα όργανα. Το ενδιάμεσο μεταξύ κουπλέ ρεφρέν σαφώς φέρει σφραγίδα James, εκείνη την ροκ ποπ έξαρση. Το μόνο λάθος ήταν τα βιντεοκλιπάκια με παλιομοδίτικη τεχνοτροπία 80s, όπου η υποτιθέμενη τρομερή τηλεοπτική συσκευή του μέλλοντος θυμίζει περισσότερο την μαυρόασπρη της γιαγιάς στο χωριό.

Οκ, ο Θεός λυτρώνει και απελευθερώνει. Το ροκ όμως περισσότερο, γιατί λίγο καιρό μετά ο ψηλός Ελεύθερος καλόγερος θα αφήσει το μοναστήρι και το βαρετό μπακότερμα για την ζωή του κοσμικού. Γιατί μέσα στις ροκιές, είδε πως η Ζωή Είναι Αλλού. Αθάνατο ροκ εντ ρολλ, μόνο εσύ βγάζεις τον πραγματικό εαυτό των ανθρώπων!

Χρήστος Αυγερινός - Για τα μάτια του κόσμου

Με χαίτη στο στιλ του Σαράντη Σαλέα και μια ένρινη ερμηνεία που αφήνει μίλια πίσω τον Βοσκόπουλο (τον οποίο κατηγορήθηκε πως μιμήθηκε), ο Αυγερινός εδώ άγγιξε την τελειότητα μ’ ένα άσμα απόλυτου πόνου (η Μαύρη Κυριακή που τραγουδίζει είναι η δικιά μας Gloomy Sunday) αλλά και ένδειξης τζεντλεμανικής ανωτερότητος: Μα όταν πονέσεις και κλάψεις μια μέρα, που δε θα το θελα ποτέ, ποτέ αυτό/ στα χέρια του κόσμου να βάλεις τη βέρα, να μοιραστείτε τον καημό. Σωστός Άρχοντα! Και στα χέρια του κόσμου να (τους) τη βάλει, κι όπου αλλού (όπως υπονοείς)!

Εκπληκτικά γυρίσματα στα κήμπορντς (μ’ έναν πεντακάθαρο ήχο που μόνο τα σκυλαδικίσια πλήκτρα μπορούν να εξαγάγουν), αυτό το στροβιλιστικό ζεϊμπέκικο με τις εμπνευσμένες ομοιοκαταληξίες [ανωτερός μου/φώς μου/κόσμου] λατρεύτηκε από τις δισκοθήκες των Γιαννιτσών ως τα μπαρ των Μολάων Λακωνίας, και το άκουσα αυτοαυτόπως από τις καφετέριες της Τσαριτσάνης επαρχίας Ελασσόνος (τόπος καταγωγής του) μέχρι τα ΚΤΕΛ Κομοτηνής. Ο ορισμός του One hit wonder: ο Αυγερινός δεν επανέλαβε ποτέ την επιτυχία του.

Κάποτε έπαιξα μπάρμαν σ’ ένα πέμπτης κατηγορίας επαρχιακό σκυλάδικο κάπου κοντά στο Σιδηρόκαστρο Σερρών. Με το που μπαίνει ο Αυγερινός (το κομμάτι) ένοιωσα άτρωτος: πέταξα για πρώτη φορά, με τριπλό γύρισμα, το Τζακ Ντάνιελς στον αέρα, κι έπιασε! Στην επόμενη ριξιά, κάποιες μέρες μετά αλλού, με κάτι θλιβερά παλιοροκάδικα, το έκανα χίλια κομμάτια.

Πασχάλης – Παραδώσου λοιπόν

Έχοντας μια εμμονή με την επιστήμη της Ιστορίας είχα πάντα ένα παράπονο: ποτέ η ποπ δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί στιχουργικά με κάτι επικό από δαύτην. Μέχρι το 1987, στο τρομερό comeback του αειίδιου, ανάλλαχτου, αιώνιου Πασχάλη, όπου στην ίδια ποπάρα χωράει μέσα τους Κριτές του Γεδεών, τους Βίκινγκς των Θαλασσών, τους Ρωμαίους του Πέρσες, τον Τζένκις Χαν (ενώ φήμες λένε πως στην εξτέντιντ βέρσιον είναι μέσα κι οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες).

Ακριβώς 20 χρόνια μετά, ένας Πασχάλης πάντα χαιτίσιος αλλά αμήχανος κλήθηκε να λογοδοτήσει για ένα στιγμιαίο λάθος και μερικές σπιτικές μαρμελάδες που έφτιαχνε για μια παγανίστρια. Εξαιρετικά άδικο. Δε γίνεται ο τροβαδούρος της αγάπης να εγκαλείται επειδή δεν έκανε τίποτε άλλο από το να παραδοθεί άνευ όρων, ακριβώς στην γυναίκα με την καλύτερη ιστορική συνείδηση, επαληθεύοντας το τραγούδι. Σαν τον Ιβάν τον Τρομερό, και σαν τον Μέγα Αλεξανδρό…  [καλύτερος ήχος αλλά χωρίς φάτσα Πασχάλη εδώ].

Ρόμπερτ Ουίλλιαμς – Ζήτω η Ελλάδα/Ο ύμνος της γαλάζιας γενιάς

Το κορυφαίο τραγούδι της Γαλάζιας Γενιάς (σε κουβά με μπογιά πέσανε; αναρωτιόταν ο Αργύρης Ζήλος σ’ εκείνα τα (οινο;)πνευματώδη σχολιάκια του στον Ήχο). Αν εγώ ένας Μη ΝουΔός αισθάνομαι τέτοια ανάταση ακούγοντας το κομμάτι, τι θα παθαίνουν οι πιστοί του κόμματος; Πολλαπλούς οργασμούς στην Τσιμισκή και στην Τσακάλωφ; Κάποιος κακεντρεχής ίσως εντοπίσει φτηνό αρμονιάκι που πουλούσαν τότε ακόμα και τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς, αλλά θα τον αγνοήσω. Απορώ πώς οι υπέρμαχοι του τριπτύχου κράτος – θρησκεία – το άλλο ξεχνάω τι είναι – δεν το έχουν ύμνο. Αργότερα ο σεβάσμιος Ρόμπερτ επέμενε πως είχε δει UFO και γενικώς ήταν από τους πρώτους που είχε ασχοληθεί με το θέμα (Respecto, Roberto). Μετά βέβαια σκεφτόμουν ότι μπορεί να έβλεπε τα ΟΥΦΟ του υμνηθέντος κόμματος: πάντα εκτός τόπου, χρόνου και γαλαξία.

Οι Άσοι της Πένας (Μάκης Τριανταφυλλόπουλος) – Διακοπές

Ο άνθρωπος που είναι παντού, άλωσε και το τραγούδι! Ζαμπέτεια εισαγωγή, καρό πουκαμισάκι, ελεεινή εμφάνιση ντουέτου λερών μουσάτων (δίσκος: Τζώνυ – Μαξ – Οι Άσοι της Πένας) η γνώριμη φωνή αρχίζει… Όχι, σήμερα δεν θα μιλήσει για το λάδωμα των πολιτικών αλλά για το λάδωμα της φέτας! At last! ……… ουζάκι με μεζέ/ξυδάτο χταποδάκι/λαδόκολα φτηνή/φέτα με καρπούζι/ψωμάκι ζυμωτό/σαλάτα λαδοτύρι/ξυλάκι παγωτό… Κοινώς, ένας πλήρης κατάλογος ελληνούλικων πλην συμπαθητικούλικων λεξούλων, του γνωστού κλίματος της νεοελληνικής κλαψοκατάστασης με ολίγη από έξω ντέρτια και καημοί. Απέθαντε Μάκη…Κάθε στιγμή που στην εκπομπή σου μαλώνεις τους καλεσμένους – πολιτικούς (οι οποίοι πάντα χαμηλώνουν το κεφάλι ή το βουλώνουν όποτε τους διακόπτεις γιατί στήνουν και πωπό για ολίγη prime time δημοσιότητα), ε βάζε και μετά το Διακοπές, να γελάει λίγο το χειλάκι τους.

Αλέξια – Άσπρο Μαύρο

Τόσο ανεβαστικό, τόσο ερωτικό. Και μια άρτια σύνθεση. Το κορίτσι με τα τεράστια μάτια και την κυπριακή προφορά (αμφότερα στοιχεία ερωτικά, κατ’ εμέ) διπλάρωσε τον χαριτωμένο Χαριτοδιπλωμένο που της έ(γ)ραψε τις κατάλληλες συνθέσεις. Η καλύτερη εκτέλεση παίχτηκε στο ραδιόφωνο, όταν ήταν καλεσμένη σ’ έναν από τους φλώρικους σταθμούς της Θεσσαλονίκης (Ράδιο Θεσσαλονίκη). Οι εκφωνητές με μια γλοιώδη αρρενωποβραχνίζουσα φωνή κάθε φορά χαιρετούσαν τον απλό λαούλη (Καλησπέρα και σ’ εσένα ταξιτζή που μου κάνεις σινιάλο, και σ’ εσένα μπογιατζή με την ταβανόβουρτσα που ανηφορίζεις την Αγγελάκη – προφανώς ο μπογιατζής ήταν εν έτει 1988 καλωδιωμένος, αν και το πιθανότερο είναι να επρόκειτο για παράνομο αφισοκολλητή). Ε, εκεί λοιπόν παίζουν το κομμάτι στο δίσκο, ψιθύριζε η Αλέξια από πάνω, και τους τα συγχώρεσα όλα…

Διάλειμμα για διαφημίσεις

Μέσα στους σκουπιδότοπους των διαφημιστικών jingles οπωσδήποτε κρύβονται σπάνια μονόλεπτα αριστουργήματα. Επιλέγω μόνο δυο τέτοια, ένα παλιό κι ένα καινούργιο: της κολώνιας 4711 (girl group μαργαριτάριον) και το υπέροχο [κλεμμένο] Όπου σαντιγί/γιώτης Γκαρνί!, αυτό το υποδειγματικό (με τρία μέρη) ποπάκι, φανταστείτε το με γυναικεία girl pop φωνητικά στο κλίμα της Creation ή της Sarah (και όχι με τον αντιπαθή παχουλό μάγειρα που γλύφει το υπερμέγεθες δάχτυλό του), και ευ-δαιμονιστείτε!

C.C.Catch – Cause you are young

Το απόλυτο italodisco της εποχής, με στέλνει κατευθείαν στις υποσχέσεις των εφηβικών μου 80s. Εξαιρετικό εύρημα οι πινελιές ηλεκτρικής κιθάρας πάνω στα σύνθια και βέβαια μια Γυναικεία Υποσχετική Φωνή που σου ηρεμούσε τις …εχμ…. ανησυχίες της ηλικίας με λόγια όπως: You’re a hero, You’re a man… You will always be so strong/you are right/don’t give up… Έτσι δυνατός άνδρας ένοιωθα κι εγώ ακούγοντάς το, άλλο αν αμέσως μετά δεν μπορούσα να σηκώσω ούτε δίκιλο βαράκι. Κάποια στιγμή απογοητεύτηκα όταν έμαθα πως ήταν παντρεμένη μ’ έναν από τους δυο Modern Talking (δεν θυμάμαι ποιον, τον μελαχρινό που είχε μια φορά – αλήθεια – καεί από το σολάριουμ, όπως διάβασα στην Μανίνα της αδελφής μου ή τον ξανθομπούμπουρα, με τα φρικτά, τσιριχτά βήτα φωνητικά του σ’ όλα, μα όλα, μα όλα τα κομμάτια τους). Αλλά τη συγχώρεσα, γιατί σίγουρα αν τη ρωτούσα γιατί όχι μ’ εμένα, θα μου απαντούσε Cause You Are Young! Τώρα που μεγάλωσα, πού είσαι ΣίΣι;

Lucia – Marinero

Σκοτεινά ξημερώματα έξω από το ετοιμόρροπο Λύκειό μου στην Κυψέλη (τι ωραίο που φαινόταν βράδυ, σκεφτόμουν, και ειδικά αν φλεγόταν, ξανασκεφτόμουν), έχουμε μαζευτεί για πενταήμερη και η παρέα των φλώρων με τεράστιο κασετόφωνο παίζει αυτό εδώ. Τους κοιτάω σνομπιστά, έχω μαζί μου την καινούργια κασέτα με το The Top των Cure και νοιώθω ανώτερος. Αυτά που ακούω εγώ θα διαρκέσουν, ενώ αυτά που ακούν αυτοί θα χαθούν. Σύμφωνοι. Σύμφωνοι; Γιατί τώρα παρατηρώ πως τελικά αυτό έμεινε να μου θυμίζει για πάντα, ενώ εκείνα όχι – άλλωστε δεν ταιριάζανε με τίποτα σ’ εκείνη την ντόλτσε βίτα! Η οριστική εκδίκηση αυτού του υπέροχου, ανεβαστικότατου είδους ήρθε γλυκά και σταδιακά, και τώρα αρκεί για να με στείλει ξανά πίσω στη δική μου ψευτοφελινική χαζοβιόλικη «γύρα»! Άλλα εξαίσια ιταλοντίσκο της εποχής: Savage - Don’t cry tonight, Baltimora – Tarzan boy.

Limahl – Never ending story

Σύμφωνοι, οι Kajagoogoo ήταν το ελεεινότερο συγκρότημα όλων των εποχών, με τις χειρότερες κομμώσεις όλων των εποχών. Αλλά όταν έφυγε ο τραγουδιστής τους για σόλο καριέρα – προφανώς τσακωνόταν με τους υπόλοιπους για το χρωμοσαμπουάν – δεν περίμενα τέτοιο θεϊκό ποπ αριστούργημα. Συνθεσάιζερ, συνθετητές, συνθετικά, συνθοπλάστ, ένα κομμάτι που με τάραξε συν-θέμελα. Η μόνη μουσικολογικής φύσεως αντίρρησή μου ήταν πως τόσο ζελέ και χρώματα στα μαλλάκια δεν πήγαινε με αξύριστο λουκ. Θύμιζε τους άντρες που ντύνονται γυναίκες στις απόκριες αλλά ξεχνούν να ξυριστούν, άρα αυτό που βγαίνει δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα, αλλά κάτι ανύπαρκτο (ή υπαρκτό στα πέριξ της Συγγρού). Η τελευταία φορά που άκουσα τότε το τραγούδι…ήταν από κασέτα εντός walkman σε επιστροφή από σχολική εκδρομή. Κι όποτε το ακούω ψάχνω έναν Αλαντίν να με ξαναπάει πίσω.

Και δυο τηλεοπτικά σήματα:

Ζακ Ιακωβίδης – Η Λάμψη

Η μαθουσάλειος σειρά που έγινε ταυτόσημη με την έννοια «διάρκεια» δεν αγαπήθηκε μόνο από τις γριές ή τον Μίκη Θεοδωράκη (που όλοι έπεσαν να τον φάνε όταν δήλωσε πως δεν χάνει επεισόδιο, λες και δεν δικαιούται ο κορυφαίας μας Ορφέας να διαθέτει προσωπικό γούστο). Στηνόμουν κι εγώ μπροστά στη οθόνη μόνο και μόνο για τα δύο μαγικά λεπτά της έναρξης: εισαγωγή Vangelis (τύπου 1492, επική είσοδος καρδιναλίων και ΧρηστοΠολίτιδων), κουπλέ – εγχόρδεια προέκταση, κι ένα ρεφραίν αποθέωση Μορρικόνε, για μια υποθετική μονομαχία στα φωσκόλεια νταμάρια. Πραγματικά εμπνευσμένη σύνθεση, αν την έγραφε π.χ. ο Παπαθανασίου για το Alexander (όπου είχε ανεμπνευσιές) θα λέγαμε για το έπος των σάουντρακς, ενώ τώρα μόνο στο youtube το βρίσκουμε. Κι αν φύγει κι από εκεί;

Κώστας Τουρνάς – O Ανδροκλής και τα Λιοντάρια του

Υποδειγματικό casio instro σηματάκι από εκείνα που σηματοδότησαν την μουσική της βιντεοκασέτας και ολόκληρης της πρώτης πασοκικής δεκαετίας. Βέβαια ο Τουρνάς έπαιζε με τέτοια όργανα κάτι χρόνια πριν, άρα εδώ ήδη βρίσκεται στο στοιχείο του. Ταίριαζε και με την σειρά όπου ο αιωνίως συμπαθής Βουτσάς (στα mid-s του) ταλαιπωρείται από τα παιδοβούβαλά του. Αναζητείστε τέτοια άριστα τιουνάκια στις βιντεοταινίες της εποχής – κι οπωσδήποτε όπου σκηνοθετεί ο Όμηρος Ευστρατιάδης ή παίζουν οι Σουπιάδης, Τζελέπης, Καλέση και οι ρέστοι μπέστοι.

25
Απρ
12

David Grossman – Γράφοντας μες στο σκοτάδι

Η αξιακή αναβάθμιση του κόσμου

Οι άγνωστοι σύμμαχοι

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γράφουμε οι συγγραφείς στο Ισραήλ, την Παλαιστίνη, στην Τσετσενία, στο Σουδάν, στη Νέα Υόρκη ή στο Κονγκό. Καμιά φορά, μετά από πολλές ώρες μόχθου στο γραφείο μου, σηκώνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι πως την ίδια τούτη στιγμή, κάποιος συγγραφέας, εντελώς άγνωστός μου, στη Δαμασκό, στην Τεχεράνη, τη Ρουάντα ή το Δουβλίνο, καταγίνεται μ’ αυτή την τόσο παράξενη, τόσο αλλόκοτη, τόσο υπέροχη τέχνη, παλεύοντας να δημιουργήσει μέσα σε μια πραγματικότητα γεμάτη βία, αλλοτρίωση, αδιαφορία και μαρασμό. Τον βλέπω σαν έναν μακρινό σύμμαχο: χωρίς να γνωριζόμαστε υφαίνουμε μαζί έναν μίτο, που, αν και άυλος, έχει εντούτοις την απίστευτη δύναμη να διαμορφώσει συνειδήσεις, να δώσει φωνή σ’ αυτόν που δεν έχει και να πραγματοποιήσει το τικούν, με την καβαλιστική έννοια του όρου – να αναβαθμίσει, δηλαδή, αξιακά, τον κόσμο. [σ. 114]. Ο Γκρόσμαν (Ιερουσαλήμ, 1945) αποτελεί μια τις πιο γνωστές φιλειρηνικές συγγραφικές φωνές της χώρας του, μαζί με τον Άμος Οζ και τον Αβραάμ Γεοσούα. Το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται βέβαια αποτελεί το γνωστό χρόνιο πολιτικό πρόβλημα που αποτελεί εδώ ένα από τα αντικείμενα των έξι δοκιμιακών και εξομολογητικών κειμένων.

Ταυτότητα με «διπλά βιβλία»

Ο Γκρόσμαν προβληματίζεται για την γεγονός ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονται αντιμέτωποι σχεδόν επί έναν αιώνα με μια σκληρή διαμάχη· όταν βλέπει μια χώρα και μια κοινωνία να διχάζονται ανάμεσα στις θεμελιακές τους αξίες και στην πολιτική συγκυρία, δημιουργώντας ένα χάσμα, μια ταυτότητα με «διπλά βιβλία». Αντιλαμβάνεται την «υποκειμενική θεώρηση του κόσμου» τους, την αυτοεικόνα τους που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα. Οι λέξεις πλέον δεν περιγράφουν την πραγματικότητα αλλά την θολώνουν και την περιπλέκουν, ενώ αφήνουν μεγάλα τμήματά της ανονομάτιστα, με την ελπίδα πως θα σβήσουν. Η επίσκεψή του στο στρατόπεδο προσφύγων Ντέισε τον έφερε σ’ ένα κόσμο που ήταν ανήμπορος να περιγράψει επειδή του έλειπαν οι λέξεις. Έχοντας την επίγνωση πως δεν σκοτώνουμε μονάχα τους Παλαιστίνιους σ’ αυτή την αντιπαράθεση, αναρωτήθηκα για ποιο λόγο συναινούμε όχι μονάχα στο έγκλημα μα και στην αυτοκτονία. [σ. 31]

Η γλώσσα της διένεξης

Ακριβώς λοιπόν μια τέτοια ζωή μες στο βίαιο, ακραίο πλαίσιο μιας πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής διαμάχης, ο συγγραφέας αισθάνεται εγκλωβισμένος σ’ έναν κόσμο που στενεύει όλο και περισσότερο, ανοίγοντας ένα χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στο χαοτικό του περιβάλλον· «ένα κενό που έρχεται γρήγορα να το γεμίσει η απάθεια, ο κυνισμός και η απελπισία». Η «επιφάνεια» της ψυχής συρρικνώνεται, η ικανότητά μας να συμμεριστούμε τον πόνο του άλλου εξασθενεί. Στο τέλος περιβάλλουμε τον εαυτό μας με αλλεπάλληλα προστατευτικά στρώματα που καταλήγουν να μας πνίξουν.

Και η γλώσσα; Όταν χρησιμοποιείται από τους πολίτες της διένεξης γίνεται όλο και πιο επιφανειακή· μετατρέπεται σταδιακά σε μια σειρά από δοσμένα σχήματα και συνθήματα, αρχίζοντας απ’ αυτά που εφευρίσκουν οι διάφοροι άμεσα εμπλεκόμενοι μηχανισμοί: ο στρατός, η αστυνομία, τα υπουργεία. Ο λόγος τους αναπαράγεται από τα μέσα και γίνεται ακόμα πιο πονηρός και παραπλανητικός. Κι όσο η κατάσταση φαίνεται αδιέξοδη, τόσο η γλώσσα γίνεται πιο κοινότοπη και ο δημόσιος λόγος φτωχαίνει, περιοριζόμενος στις αιώνιες αλληλοκατηγορίες, στα γνωστά κλισέ, στις προκαταλήψεις και τις γενικεύσεις.

Ελευθερία μέσα στην αυθαιρεσία

Η θέση μου ως προς το «αμετάβλητο» άλλαξε κατά τι: δεν αντιμετωπίζω πια την αυθαιρεσία και της προκαταλήψεις που με κρατούσαν δέσμιο άλλοτε, πριν από τη γραφή. Διέκρινα φωτοσκιάσεις σε ορισμένες καταστάσεις που μου φαίνονταν παγιωμένες, αιώνιες, μονολιθικές, κάτι σαν θεϊκή ή ανθρώπινη καταδίκη. Δίνοντας τους τα δικά μου ονόματα και τους δικούς μου ορισμούς, απέκτησα ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας κινήσεων, τη δυνατότητα να δράσω πάνω ή κόντρα σ’ αυτό που άλλοτε με παρέλυε από φόβο και απόγνωση. Δεν ήμουν πια θύμα. [σ. 20]

Η παραπάνω θέση αφορά «την αυθαιρεσία που εισβάλλει βίαια στη ζωή ενός ατόμου», θέμα με οποίο ασχολούνται, κατά παραδοχή του, τα περισσότερα βιβλία του. Αφιερώνοντας το πρώτο κείμενο του βιβλίου στα βιβλία που τον διάβασαν, ο συγγραφέας θυμάται πώς ένιωθε κάτω από την ακτινοβολία ενός λογοτεχνικού έργου ιδιαίτερα ερεθιστικού για το πνεύμα: την Μεταμόρφωση του Κάφκα, τον Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του, του Τόμας Μαν, θυμάται τη στιγμή που άρπαξε τις Περιπέτειες του Μοτλ, του γιου του Πέισι του ψάλτη του Σαλόμ Αλεϊχέμ και σκαρφάλωσε στο αγαπημένο του μέρος, στο περβάζι του παραθύρου, για να το διαβάσει. Έξω από εκείνο το παράθυρο οι κάτοικοι ζούσαν στα ασμπεστόνιμ (προκατασκευασμένα παραπήγματα από αμίαντο), νεαρά ζευγάρια ρίχνονταν στη ζωή με άγρια αισιοδοξία, επιζήσαντες των Εκτοπισμών και της Εξόντωσης γυρνούσαν στους δρόμους σαν σκιές. Ο συγγραφέας σήμερα αντιλαμβάνεται πως οκτάχρονος αναγνώστης τότε, το 1962, ένιωθε πως εξερευνούσα μιας terra incognita που ήταν συνάμα Γη της Επαγγελίας και σφραγιζόταν καταλυτικά από το υπόρρητο του κειμένου. Ακόμα και η δυσνόητη γλώσσα με το μυστήριο και τον εξωτισμό των λέξεων τον έκανε να την θεωρεί ως «κορμό με την δική του οντότητα».

Ανάγνωση, μια διπλή πρακτορεία

Κι έτσι ο νεαρός αναγνώστης χρηματίζει διπλός πράκτορας, πηγαινοερχόμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί. Κάποια εβραϊκή, διασπορική χορδή δονείται μέσα του, μαθητεύει στην ανθρώπινη συμπόνια, αντιλαμβάνεται πως οι έξι εκατομμύρια δολοφονημένοι είναι οι άνθρωποί του κι επιφορτίζεται με την ανεπιθύμητη ευθύνη να τους θυμάται. Κάθε παιδί έχει την πρώτη του εμπειρία του θανάτου. Οι δικοί μου πρώτοι νεκροί ήταν οι ήρωες από τα διηγήματα του Σαλομ Αλεϊχέμ – που δεν μπορούσα πια να τα διαβάσω αλλά ούτε και να μην τα διαβάσω. … Η ανάγνωση ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω τον αβάσταχτο πόνο. Κάθε φορά, το κείμενο με γύριζε στο τεράστιο μέγεθος της απώλειας, που, ταυτόχρονα, γινόταν λιγότερο δυσβάσταχτη. Σήμερα ξέρω ότι στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα ότι τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος σον κόσμο όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους. [σ. 18]

Ο Σουλτς και η εσωτερική γραμματική

Η περίπτωση του σπάνιου πολωνοεβραίου συγγραφέα Μπρούντο Σουλτς αποτέλεσε πολύτιμη πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για τον Γκρόσμαν που έγραψε βιβλίο ειδικά γι’ αυτόν. Ο Σουλτς είχε μετατρέψει την μικρή, κοινότοπη ζωή του σε θαυμαστή μυθολογία και είχε συγκρίνει την ανθρώπινη γλώσσα μ’ ένα μυθικό όφι που διαμελίστηκε σε μύρια κομμάτια, τις λέξεις, οι οποίες δεν είναι πια παρά απλά εργαλεία επικοινωνίας, παρόλο που εξακολουθούν «να αναζητούν η μια την άλλη μες στο σκοτάδι». Όταν έμαθε την τραγική ιστορία του ο συγγραφέας έμεινε ξεκρέμαστος, ανάμεσα στην πάλλουσα ζωή που εκείνος περιέγραφε και στην ιδέα να ζει κανείς σ’ έναν κόσμο όπου η γλώσσα επέτρεπε τις τερατώδεις φράσεις που έγραψαν για το τέλος του.

Το βιβλίο της εσωτερικής γραμματικής αφορά την κλειστοφοβία, τον εγκλωβισμό μέσα στις λέξεις των άλλων, εμπνεόμενο κι αυτό από την έκφραση το Σουλτς για την ασφυξία μες «στα τείχη της πλήξης που μας περιβάλλουν». Ο ήρωάς του Ααρών επιθυμώντας να διαφύγει από την σωματική γραφειοκρατία που του επιβάλλουν, διαισθάνεται πως ο μόνος δρόμος να εκφράσει την ελευθερία του και τη σεξουαλικότητά του είναι η γλώσσα, όχι όμως χρησιμοποιώντας τις λέξεις όπως τις χρησιμοποιούν οι άλλοι, με αδιαφορία, χωρίς διάκριση ή ακρίβεια. Κατασκευάζει ένα νοσοκομείο για άρρωστες λέξεις, όπως τις θεραπεύει και τις αποτοξινώνει από την καθημερινότητα, σε μια περίπλοκη διαδικασία καθαρμού.

Η ευεργεσία της γραφής

Ο Γκρόσμαν έχασε τον γιό του στην διάρκεια του δεύτερου Ισραηλινολιβανικού πολέμου και η συνείδηση της τραγωδίας του θανάτου του υπήρξε πανταχού παρούσα κατά την συγγραφή του παρόντος βιβλίου. Και μόνο το γεγονός της γραφής όμως του εξασφάλιζε κάποιον χώρο, έναν άγνωστο έως τότε πνευματικό τόπο, όπου ο θάνατος δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η μονοδιάστατη άρνηση της ζωής. Ανακαλώντας την αναμφισβήτητη αλήθεια της Ναταλία Γκίνζμπουρκ, που με αφορμή το έργο της μετά από μια μεγάλη προσωπική τραγωδία έγραψε πως οι πραγματικές περιστάσεις επηρεάζουν βαθύτατα αυτό που γράφουμε αλλά ταυτόχρονα η γραφή, ως δια μαγείας, μας κάνει να ξεχνάμε τις ιδιάζουσες περιστάσεις του βίου, ο συγγραφέας είναι βέβαιος: «όταν γράφουμε νιώθουμε τον κόσμο να κινείται, μεστός από δυνατότητες», «δεν κλείνει γύρω μας, δεν στενεύει, απεναντίας· ανοίγει προς το μέλλον».

Οι σωστές και ακριβείς λέξεις λειτουργούν σαν αντίδοτο, σαν ένα μέσο καθαρισμού από τις ρυπαρότητες των βιαστών της γλώσσας. Και με την ίδια τη γραφή ξαναγίνεται αυτό που ήταν κάποτε, ο εαυτός του προτού τον «εθνικοποιήσουν» και τον επιτάξουν η διαμάχη, οι κυβερνήσεις, η τραγωδία. Ξαφνικά δεν είναι καταδικασμένος στην ασφυκτική διχοτομία, στο σκληρό δίλημμα του να είσαι ή το θύμα ή ο θύτης· μπορεί να ταυτιστεί με τα βάσανα και τα δίκαια του εχθρού, χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά του.

Όταν γράφω ονοματίζω με τον τρόπο μου έναν κόσμο αφιλόξενο και ανοίκειο. Τον δαμάζω, κατά κάποιο τρόπο. Επιστρέφω από την εξορία και την ξενότητα στην εστία μου. Επιφέρω, έτσι, μιαν αλλαγή, έστω και αμυδρή, σ’ αυτό που μέχρι τώρα μου φαινόταν αμετάβλητο. […]. Γράφω ακόμα και για το ανεπανόρθωτο. Γι’ αυτό που δεν έχει παρηγοριά. Κι ακόμα και τότε, ανεξήγητα, οι συνθήκες του βίου μου δεν με πνίγουν σε σημείο να παραλύω. […] Όταν γράφουμε ο κόσμος δεν μας περιορίζει [σ. 118, 119, 120].

Οι τίτλοι των υπόλοιπων κειμένων: Σκέψεις γύρω από την ειρήνη ή Η επιθυμία να γνωρίσεις τον Άλλον εκ των ένδον, Μες στο πετσί της Γκιζέλα, Στη μνήμη του Ιτσζάκ Ράμπιν, Ατομική γλώσσα και μαζική γλώσσα. Η προέλευση των κειμένων είναι από άλλες εκδόσεις (Συγγραφείς και ποιητές: οι πηγές της έμπνευσης), συνέδρια (40ό συνέδριο γαλλόφωνων εβραίων διανοούμενων με θέμα Penser et bâtir la paix au Proche Orient), διαλέξεις (στο Εθνικό Συνέδριο Βιβλιοθηκονόμων) λόγους (στην μνήμη του Ράμπιν, στην πλατεία Ράμπιν) και ανακοινώσεις (στο Arthur Miller Pen’s World Voices Festival και στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου).

Εκδ. Scripta, [Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], 2011, μτφ. από τα Εβραϊκά Μάγκυ Κοέν, σελ.  141, με εργογραφία του συγγραφέα  [Writing in the dark, 2008]. Στο τέλος καθενός από τα έξι κεφάλαια παρατίθενται πλούσιες σημειώσεις της μεταφράστριας.

19
Απρ
12

Jean – Michel Guenassia – Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

Καληνύχτα θλίψη

-Πρέπει να περάσατε δύσκολα.

- Το ίδιο κι εσείς.

-Αυτό που μετράει είναι ότι είμαστε ζωντανοί, έτσι δεν είναι;

-Ναι, πρέπει να σκεφτόμαστε το μέλλον.

-Αν δεν είμαστε εμείς αισιόδοξοι, τότε ποιος θα είναι;

Η στιχομυθία της σελίδας 199 ανάμεσα στον Ίγκορ και τον Βέρνερ, πρόσφυγες από κομμουνιστικές χώρες στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’50, αποτελεί μια από τις εκτυφλωτικές όψεις της τιτλοφορούμενης αισιοδοξίας, και μάλλον την πιο προφανή. Η συγκεκριμένη, διαρκώς αναβλύζουσα πηγή αισιοδοξίας δεν εντοπίζεται σε πείσμα όσων πέρασαν αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι τα πέρασαν. Νωρίτερα, στη σελίδα 158, διαβάζουμε για τον Ιγκόρ: Η φυγή του από την ΕΣΣΔ και οι περιπλανήσεις του τον είχαν κάνει ν’ αναθεωρήσει έννοιες όπως η αλήθεια και το ψέμα. Τώρα πια, για ένα μόνο πράγμα ήταν σίγουρος: ότι ήταν ζωντανός. Πίστευε ότι το μόνο για το οποίο μπορούσες να είσαι βέβαιος σ’ αυτό τον κόσμο ήταν αν είσαι ζωντανός ή νεκρός. Όλα τα άλλα ήταν θεωρίες και κατασκευάσματα του μυαλού.

Οι «αισιόδοξοι» λοιπόν επιζώντες του ανατολικού μπλοκ έφτασαν στη Γαλλία επειδή ανάμεσα στις δυο μοναδικές τους επιλογές, να είναι με τους εκμεταλλευτές ή τους εκμεταλλευόμενους, διάλεξαν να μην ανήκουν σε κανένα στρατόπεδο. Προερχόμενοι απ’ όλες σχεδόν τις χώρες του «παραπετάσματος» συνευρίσκονται σε περίφημο μπιστρό περιώνυμης πλατείας, αλλά στο πίσω δωμάτιο, οι κουρτίνες του οποίου διαφυλάσσουν μιαν άλλη κοινότητα. Σ’ αυτή την κοινότητα άλλοι παραμένουν πιστοί στα κομμουνιστικά ιδανικά που πρόδωσε το κράτος τους ενώ άλλοι, αηδιασμένοι από τα διαψευσμένα τους οράματα, δεν θέλουν ν’ ακούσουν για ανατολή. Όλοι όμως αισθάνονται απάτριδες – Δεν είμαι Τσέχος ούτε Γάλλος. Είμαι άπατρις. Ό,τι χειρότερο, δηλαδή. Δεν υπάρχω εξομολογείται ο Πάβελ –, όλοι καταχωρίζονται ως προδότες από το κόμμα τους και αποστάτες από τους Δυτικούς. Απάτριδες αλλά ίσοι μέσα στην αντιπαλότητά τους.

Σ’ αυτή την ιδιόμορφη, σχεδόν κλειστή λέσχη, το σκάκι αποτελεί το βασικό της παίγνιο και οι συζητήσεις την πάλλουσα καρδιά της, ακολουθώντας όμως πιστά ορισμένους κανόνες σιωπής: Κανείς μας δεν μιλάει για την οικογένειά του. Τη σκεφτόμαστε κάθε μέρα και ώρα. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα να την ξαναδούμε. Είναι ανέφικτο, μη ρεαλιστικό, επικίνδυνο. Γι’ αυτό δε λέμε κουβέντα. Την κρατάμε φυλαγμένη σε μια γωνιά του μυαλού μας. Δεν περνάει λεπτό που να μην αναρωτιέμαι τι κάνουν η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ξέρω ότι κι εκείνοι με σκέφτονται και μου είναι αβάσταχτο. [σ. 347]. Οι πρόσφυγες σκακιστές, τρόπον τινά «προστατευόμενοι» του Ζαν Πωλ Σαρτρ αλλά και συμπαίκτες του, όπως και του Ζοζέφ Κεσσέλ, εργάζονται σε πάσης φύσεως δουλειές, στην άλλη άκρη απ’ όσα σπούδασαν ή γνώριζαν να κάνουν. Αποτελούν όμως μόνο το ένα σκέλος της εκλεκτής πελατείας· εκεί συχνάζει και η παρέα του βασικού μας αφηγητή, του αξιαγάπητου νεαρού, του Μισέλ Μαρινί, εφηβικού καθρέφτη του συγγραφέα και έφηβου εκκολαπτόμενου στα μαγικά της ζωής έξω.

Αναβάλλουμε, περιμένοντας τη στιγμή που θα είμαστε καλύτερα, κι έτσι περνούν οι μέρες και τα χρόνια, με τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες ή και να ξεχνιούνται. [σ. 179]

Ο Μισέλ μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όπου συγκρούονται «πολιτισμένα» αλλά βαθύτατα ιδεολογικά δυο κόσμοι (των γονέων του και των οικογενειών τους) με περισσότερα παρακλάδια: αριστεροί, δεξιοί, ακροδεξιοί, σοσιαλιστές, γκωλικοί, με διαμάχες όχι μόνο στο ιδεολογικό πεδίο αλλά και σε ζωτικά θέματα όπου ο καθένας καλείται να επιλέξει πλευρά, όπως ο πόλεμος της Αλγερίας. Εκεί στρατεύεται κι ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, με διαφορετικά κίνητρα στην αρχή, προτού μεταστραφούν και οδηγήσουν σε τραγική εξέλιξη. Η οικογένεια αποτελεί ούτως ή άλλως ένα ακόμα διαρκές εμπόδιο στην ελευθερία του και του χαρίζει την αίσθηση πως τίποτα δεν τους συνδέει: Αποφεύγουμε να λέμε στα παιδιά τι έγινε πριν γεννηθούν. Αρχικά είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν, ύστερα είναι πολύ μεγάλα για ν’ ακούσουν, μετά δεν έχουν καιρό για τέτοια, ώσπου στο τέλος είναι πια πολύ αργά Αυτά έχουν οι οικογένειες. Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι. Ζητάμε θαύματα απ’ τους δεσμούς αίματος: μια αρμονική συνύπαρξη που είναι εντελώς ανέφικτη· απόλυτη εμπιστοσύνη· σχέσεις που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παραμυθιαζόμαστε με τα ψέμα της συγγένειας. [σ.33]

Στη λέσχη ο Μισέλ βρίσκει μια νέα «οικογένεια» που βρίσκεται πάντα εκεί στις αποδράσεις του απ’ το σχολείο για να παίξει το αγαπημένο του ποδοσφαιράκι – άλλο ένα πεδίο μύησης στις παρέες, τις φιλίες, τις νίκες και τις ήττες. Αλλά κι ένας άλλος ευρύτερος κόσμος είναι έτοιμος να τον δεχτεί εφ’ όρου ζωής στους κόλπους της: η τέχνη της φωτογραφίας, το ροκ εντ ρολλ (αμφότερα ενεργοποιημένα χάρη σε δυο δώρα – μια φωτογραφική μηχανή Brownie Kodak κι ένα πικάπ Teppaz των δυο ταχυτήτων, αλλά και μια συλλογή δίσκων που του αφήνει προς φύλαξη ένας φίλος) και βέβαια η λογοτεχνία. Ανήσυχος για κάθε χαμένο χρόνο, ο Μισέλ διαβάζει σαν μανιακός πάντα και παντού. Πιάνει το βιβλίο από το πρωί, με το που ανάβει το φως,  και δεν το αφήνει από τα χέρια του όλη μέρα. Διαβάζει κρυφά μέσα στις σχολικές αίθουσες, όταν περπατά στους δρόμους – πώς να χαθεί ακόμα κι αυτό το τέταρτο ανάγνωσης; Κι όταν βρέχει χώνεται κάτω από υπόστεγα, για να συνεχίσει απερίσπαστος.

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις το χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι. [σ. 317]

Ανάμεσα στις ζυμώσεις και τους αναβρασμούς του Καρτιέ Λατέν και στις αναγνώσεις του Επαναστατημένου Ανθρώπου του Καμύ, στον αχό της αλγερινής σκόνης και στον ήχο των συζητήσεων για την πολυπόθητη ελευθερία από τον ελεύθερο έρωτα και την λύτρωση «από την προαιώνια τυραννία του ζευγαριού» μέχρι τα διλήμματα ανάμεσα στη δημοκρατία των μαζών ή των ανθρώπων του πνεύματος, ο Μισέλ ενηλικιώνεται και ωριμάζει, συχνά με συνοδοιπόρο την Σεσίλ, πρώην φίλη του αδελφού του (λιποτάκτη πλέον της Αλγερίας), έναν καλοσμιλεμένο γυναικείο χαρακτήρα. Οι αγώνες για μια άξια καθημερινότητα τελικά είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την αναζήτηση νέων ιδανικών. Στο γράμμα του Πιερ από την Αλγερία άλλωστε αποτυπώνεται ήδη η ζύμωση που θα οδηγούσε λίγα χρόνια μετά στον Παρισινό Μάιο:  Η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος. Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό της πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορεί να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας κι η ζωή σου να ’ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια. [σ. 78]

Ο Γκενασιά (Αλγέρι, 1950) δεν είναι επαγγελματίας συγγραφέας αλλά δικηγόρος. Έχει γράψει μόνο ένα νουάρ πολύ παλαιότερα, αλλά τώρα προφανώς αισθάνθηκε έτοιμος για την αφήγηση της συναισθηματικής ενηλικίωσης όχι μόνο της δικης του αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς. Άλλωστε η εικόνα που αντίκρισε μικρός, με τον Σαρτρ και τον Κεσέλ να ξεκαρδίζονται ανάμεσα σε σκακιστικές κινήσεις και εισπνοές καπνού στην πίσω αίθουσα ενός μπιστρό του έμεινε αξέχαστη – δυο συγγραφείς σε μια απόλυτα καθημερινή αλλά και συνενοχική στιγμή. Ίσως αυτή να ήταν κι η κινητήρια εικόνα της συγγραφής της Λέσχης. Απλή γλώσσα, ρεαλιστικό ύφος και μια εξαιρετική μαεστρία στο ρυθμό, ιδίως στις εναλλαγές των ιστοριών κάνουν τις επτά εκατοντάδες των σελίδων μοιάζουν πολύ λιγότερες.

Θα κατηγορούσα πολύ καιρό τον εαυτό μου που δεν επέμεινα να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα, μετά απ’ ό,τι ακολούθησε, σκέφτομαι πως εν θα ’ταν φοβερό ν’ ανάβαμε ένα κερί. Αφού τόσοι άνθρωποι στον κόσμο ανάβουν τόσα κεριά και καντήλια, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό βοηθάει κι ότι κάθε τόσο, απ’ τις αμέτρητες φλόγες που τρεμοσβήνουν, όλο και κάποια προσελκύει την προσοχή Του ή, πάλι, όταν τις ανάβουμε απλώς για να μη νιώθουμε ολομόναχοι μες στο ανθρώπινο σκοτάδι. Όμως, αν σκεφτεί κανείς πόσες φλόγες άναψε ο άνθρωπος σε ολόκληρη την ιστορία του, τις αναρίθμητες προσευχές και γονυκλισίες, τότε κάλλιστα μπορεί να πει ότι ο Θεός, αν υπάρχει, δεν περιμένει πια τίποτα από εμάς. [σ. 296]

Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια για το Παρίσι από το 1959 έως το 1964, με δυο πρόσθετα για το Λένινγκραντ του 1952 και το Παρίσι του 1980, ως μικρή εισαγωγή. Στο τελευταίο κάποιοι χαρακτήρες συναντιούνται στην κηδεία του Σαρτρ όπου βρίσκονται οι πάντες. Τι παράλογο που είναι να αποτίνεται φόρος τιμής σ’ έναν άνδρα που έπεσε σχεδόν σ’ όλα έξω, βρισκόταν σε μόνιμη πλάνη, πίστεψε μια υπόθεση εξαρχής καταδικασμένη και την υπηρέτησε με όλο του το είναι. Καλύτερα να πήγαιναν στην κηδεία αυτών που αποδείχτηκε ότι ήταν δίκιο, που εκείνος τους είχε περιφρονήσει και καταδικάσει. Γι’ αυτούς, δεν ξεκουνήθηκε κανείς. Και μπορεί αυτά τα λόγια, να αφορούν το εκλιπόντα φιλόσοφο («επαναστάτη μεν, του σαλονιού δε, αλλά πάντα γενναιόδωρο με όλους»), ξαναδιαβασμένα όμως εκ των υστέρων, αντιλαμβανόμαστε πως εκπροσωπούν τους περισσότερους, αν όχι όλους τους ήρωες αυτού των αξέχαστων πλεγμένων και περιπλεγμένων ετούτων ιστοριών

…πόσο σχετικές είναι οι ικανότητες της φαντασίας μας, που τις θεωρούμε απεριόριστες, και πόσο αδύναμο είναι το φαντασιακό μας, που το συγχέουμε συχνά με τη νόηση. Τα γκουλάγκ, οι γενοκτονίες, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η ατομική βόμβα δεν έχουν τίποτα το αδιανόητο. Είναι ανθρώπινα έργα βαθιά ριζωμένα μέσα μας, που το μέγεθός τους και μόνο μας συνθλίβει. Δεν τα χωράει ο νους μας, ακυρώνουν την πίστη μας στον άνθρωπο, μας κάνουν να φαντάζουμε σαν τέρατα. Αποτελούν, στην πραγματικότητα, την πιο περίτρανη απόδειξη της ανικανότητάς μας να πείθουμε. Το έσχατο όριο της δημιουργικής μας ικανότητας. Μπορούμε να φανταστούμε ασύλληπτα πράγματα, όπως να ταξιδέψουμε στον χωροχρόνο, να προβλέψουμε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, να συναντήσουμε τον ιδανικό άντρα ή την ιδανική γυναίκα. Εδώ επινοήσαμε την αφηρημένη ζωγραφική και τη συγκεκριμένη μουσική! Μπορούμε να φανταστούμε τα πάντα, αλλά όχι μια θεραπεία σαν από θαύμα. Αυτό είναι θέμα πιθανοτήτων ή τύχης. [σ. 200]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, σελ. 709, με 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [Jean – Michel Guenassia, Le club des Incorrigibles Optimistes, 2009]

Επιμύθιο: Τα δεινά μας έχουν μία και μόνη αιτία: θεωρούμε τις απόψεις μας ιερές. // Μέχρι πού μπορείς να φτάσει κανείς προκειμένου να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους παρά τη θέλησή τους; // Δεν ήξερα τότε ότι σε μια διαφωνία μπορεί και οι δύο να έχουν δίκιο.// Όπως στο ποδοσφαιράκι: Κάποιους τους σκίσανε, κάποιοι μας σκίσανε. Έτσι είναι η ζωή.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.  Η Jean Seberg [À bout de soufflé – Jean Luc Godard, 1960] παίρνει δικαιωματικά δυο θέσεις στις φωτογραφίες ως μια εκπρόσωπος του παρισινού θηλυκού πνεύματος της εποχής. Όπως και το Citroen DS, που αγοράζει ο πατέρας του Μισέλ και αισθάνεται υπερήφανος – μέχρι τη στιγμή που θα τον αφήσει στο δρόμο και δεν θα προλάβει να αποχαιρετήσει τον γιο του που φεύγει για την Αλγερία…




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,836 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers