Αρχείο για την κατηγορία 'Αυτοβιογραφία'

06
Ιαν
11

Σώτη Τριανταφύλλου – Ο χρόνος πάλι

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. (…) Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. (…) Αν δεν γελούσα τόσο εύκολα μπροστά στο παράλογο του κόσμου, ίσως να πετύχαινα περισσότερο στην τέχνη της μυθοπλασίας: αλλά, όπως και τότε, έτσι και τώρα δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά. (σ. 228, 229)

Violently happy
Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε εκστατικά ευτυχισμένη. Η χαρά της ήταν προσβλητική, η φιλαρέσκεια της άσεμνη. Αγαπούσε την καλή ζωή, τη ζωή. Θυμάται τον εαυτό της να χορεύει με το τρανζίστορ στο αυτί, να τραγουδάει και να πέφτει από τα γέλια στο πάτωμα. Και είναι γνωστό τι αντιδράσεις προκαλούν η ευτυχία, η αυτάρκεια και ο ενθουσιασμός. Τι επικίνδυνο ζώο: χορεύει. Ο όρος καλοπέραση προφέρεται με ειρωνεία, με απόχρωση υποτιμητική. Οφείλεις να υποφέρεις όπως οι άγιοι της ιουδαϊκοχριστιανικής θρησκείας. Παρότι απαγορευόταν η ευτυχία, η αποτυχία ήταν εξίσου απαράδεκτη: η διαφορά ανάμεσα στον ονειρεμένο και στον πραγματοποιημένο στόχο όφειλε να ισούται με μηδέν.

Φυσικά το «σπίτι» αποτελεί τον πρώτο αντιδραστήρα μιας τέτοιας ξεδιάντροπης αυτάρκειας. Η δική της οικογένειά της στην καλύτερη περίπτωση υπήρξε «κοσμοβριθές τρελοκομείο», το οικογενειακό τραπέζι μια πολεμική ζώνη (μάζωξη φυλής, παράταξη στρατευμάτων), η ζωή στο σπίτι ένα είδος στρατιωτικής θητείας που τελείωνε με λιποταξία ή τρελόχαρτο. Η μητέρα ανησυχούσε για το σώμα της και το στόμα της, ο πατέρας (που «η ολοκληρωτική και χωρίς όρους ένταξη στο ΚΚΕ τον είχε μετατρέψει σε γελοιογραφία») αγόραζε ανατολικοευρωπαϊκά προϊόντα χαμηλών προδιαγραφών (κατά καιρούς όλα στο σπίτι ήταν χαλασμένα) και στο τέλος πέθανε λυπημένος και γεμάτος αμφιβολίες χωρίς φίλους, μόνο με συντρόφους, και δη πρώην.

Sex, books and rock’n’roll
Δεν αναγνωρίζω καμιά πατρίδα· θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να κινούμαι πάνω από τα σύνορα χωρίς διαβατήριο, ταυτότητα, άδεια οδήγησης. Πατρίδα μου είναι η αγγλική και η ελληνική γλώσσα· το ροκ εντ ρολ· (…) δε μπορώ να τα αραδιάσω όλα· δεν φτάνει το χαρτί και ο χρόνος. Η πατρίδα, όπως γίνεται αντιληπτή από άλλους, συνεπάγεται αίσθημα εγκλωβισμού· η ξενιτειά αίσθημα απεραντοσύνης.

Ο Κίγκεργκαρντ όμως είχε ήδη ονομάσει το συναίσθημά της, είχε ήδη εξηγήσει την ατομιστική της τάση στην οποία επέμενε κι ας την έκανε και την κάνει αντιπαθητική: δεν θα γίνω μέλος ενός είδους, δεν θα «ανήκω» πουθενά. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι «ελεύθερη μέσα στον κόσμο» και να ζήσει μια μικρή ζωή φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Η βιβλιοθήκη ενός κομμουνιστή ο οποίος ευτυχώς μπέρδευε την σοβιετοφιλία με την ρωσοφιλία ήταν μια καλή αρχή. Η αγάπη για τα βιβλία υπερέβαινε τα σύνορα των πολιτικών ιδεών και στον Αστερίξ βρίσκονταν οι απαντήσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής.

Για τι άλλο να ζει κανείς; Για τη θρησκεία; Μα η θρησκεία, φρονούν οι άθεοι σαν εμένα, είναι σαν τις πυγολαμπίδες: για να λάμψει χρειάζεται το σκοτάδι. Και μπορεί να της άρεσαν τα παραληρηματικά, πολυαίμακτα πολυσέλιδα αναγνώσματα, άρα και τα βιβλικά, αλλά πάντα απορούσε πώς κάποιος μπορεί να τα αγιοποιεί, να τα ανάγει σε ηθικό κώδικα. Οι κομμουνιστές πάλι προτιμούσαν την προσωπολατρία. Κινεζόφιλοι, σοβιετόφιλοι, ρουμανόφιλοι, τροτσκιστές της φαίνονταν εν δυνάμει πολιτικοί εγκληματίες: ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν εναντίον των τυράννων τα μέσα των τυράννων.

Μια ζωή γεμάτη λογοτεχνία, μια ζωή λογοτεχνία. Το Μόντοκ του Μαξ Φρις της φαίνεται πως μιλάει για την ίδια και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την ιδιωτική ζωή, ενώ διαβάζοντας τις Οικείες απιστίες (Intimacy) του Χανίφ Κιουρέισι αναφωνεί πόσο σε ξέρω Χανίφ, χωρίς να σε ξέρω. Φτιάχνει στιγμιαίες λίστες με τις δικές της λογοτεχνικές κορυφές: Μπόουλς, Χάρντυ, Ντάρρελ, Λόουρυ, αλλάζουν λίγο μετά με Πεσσόα, Μπέρνχαρντ, ΝτεΛίλλο, Βόννεγκατ, Έιμις. Μέσα η Ατίμωση του Κούτσι για την οποία γράφτηκαν πολλά αλλά όχι αρκετά, ο υποτιμημένος Μπελ, οι Γκριν και Μοράβια που θεωρούνται «ελαφροί» αλλά δεν είναι, οι συγγραφείς του αμερικάνικου νότου: Γιουντόρα Γουέλτυ, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, Κάρσον ΜακΚάλλερς. Δεν ξεχνάει κορυφαίους ξεχασμένους: τον Βαρλάμ Σαλαμόφ, τον Αλέξανδρο Κερένσκυ.
Η πλουσιότερη πηγή έμπνευσης είναι το ατέρμονο χρονικό της ανθρώπινης απώλειας αυτό που ο Τόμας Γουλφ ονόμαζε «πικρή μαγεία της ζωής» . Αδιάφορη την αφήνουν οι υπερτιμημένες Ντιράς και Μέρντοχ, οι Μαν και Σαρτρ που ίσως δεν αντέξουν στο χρόνο και αρκετά με το λογοτεχνικό ψιλολόι, τη γαλλική μικρολογία, τις φράσεις – σαρανταποδαρούσες του Χένρι Τζέιμς, την χωρίς γυναίκες καβάφεια ποίηση, τα λιόδεντρα του Σεφέρη!

H ιστορία της ζωής μου είναι μισός αιώνας ροκ εντ ρολ. Αν δεν υπήρχε το ροκ εντ ρολ θα ήμουν μια άλλη. Δε ξέρω ποια άλλη. Το ροκ εντ ρολ συμβόλιζε μια σκανδαλώδη προσωπική εξέγερση, μια σωτηρία χωρίς τίμημα. Ακόμα κι όταν το ’77 έφυγαν Έλβις και Μπόλαν, εκείνη κράτησε το Easy Rider σακάκι με τα κρόσια κι έμεινε πιστή στον ήχο του Σαν Φρανσίσκο. Αλλά η εμβληματική της χρονιά παρέμεινε το 1970: Moondance, Cosmo’s factory, Gasoline Alley, η θαμπή φωνή του Ρον Στούαρτ. Και το Goodbye Yellow Brick Road ήταν ένας από τους καλύτερους δίσκους της ποπ, και τα 96 tears (? and the Mysterians) και ESP Reader (Kim Fowley) από τα καλύτερα ροκ τραγούδια. Το θέμα ήταν να αποφευχθεί η σταδιακή ολίσθηση από τον Φρανκ Ζάππα στον Φρανκ Σινάτρα. Ζήσε τώρα· αύριο θα σε χτυπήσει ο κεραυνός.

To Cool, calm & collected των Stones περιέγραφε την ψεύτικη ταυτότητά της: εφόσον στην πραγματικότητα διατελούσε έμφοβη και πανικόβλητη, διαβάζοντας Σιοράν, Μισίμα, Παβέζε, Μαγιακόφσκυ, Κρέιν – εισχωρούσε δηλαδή στην λέσχη των αυτοχείρων. Η αυτοκτονία αναβαλλόταν για πρακτικούς λόγους και για λόγους αναμονής, εφόσον τα πράγματα θα μπορούσαν να χειροτερεύσουν κι άλλο. Αφιερώνει τη Φτωχή Μάργκο στους Los Lobos, αλληλογραφεί με τον Ντέιβιντ Κρόσμπυ που βρίσκεται σε τεξανική φυλακή. Και νομίζει πως έγραψε το Εργοστάσιο των μολυβιών για το πώς είναι να ζεις σε ασυμφωνία με όλους.

Leftfield
Στο κείμενο «Η ανεπανόρθωτη ενοχής της αριστεράς» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί το 1990 και αναδημοσιεύεται εδώ, η συγγραφέας κατακρίνει το κομμουνιστικό κίνημα (ή, καλύτερα την κομμουνιστική ακινησία) που δυσφημεί την αριστερή ιδεολογία, κομματικούς ηγέτες – ομοιώματα σταλινοειδών, τα στελέχη που αναδείχτηκαν μέσα από τις πιο προσβλητικές διαδικασίας, αρχηγούς, μέλη και οπαδούς που είναι δεξιοί τόσο από πολιτική όσο και από πολιτιστική άποψη. Δεν συνδέσαμε ποτέ το πολιτικό μας όνειρο με το βαναυσούργημα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο αληθινός σοσιαλισμός απλώς δεν υπήρξε ποτέ, αν και στο όνομά του τα καλύτερα παιδιά εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερο, με παράλληλη απαίτηση αυτοθυσίας και «παλληκαριάς». Αλλά πώς να συμφιλιωθείς με τόσες αυταπάτες; Αυτό είναι που (την) εξόργιζει περισσότερο: η εθελοτυφλία του κομμουνιστή, η παθητική συνέργεια, τα κλειστά μάτια. Κι ας αφιερώνει εδώ ένα γεμάτο κείμενο στον Πάμπλο Νερούντα.

Στην θλιβερή πραγματικότητα των ελληνικών 70s όταν κάποιος δεν έπινε ή δεν κάπνιζε, όπως εκείνη, θεωρούνταν χάρτινος μικροαστός. Το 1975 ζούσαμε πάλι σε κλίμα εμφυλίου: ήταν απαραίτητο να «ανήκεις» κάπου, οπουδήποτε. Οι γυναίκες έμοιαζαν με μάνες – άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Στη Φυσικομαθηματική δεν γίνονταν μαθήματα αλλά στήνονταν καβγάδες, δήθεν πολιτικοί – στις καταλήψεις δεν τολμούσες να αντιμιλήσεις (δεν ήξεραν τι είναι δημοκρατία, ούτε σκόπευαν να μάθουν). Οι έλληνες φοιτητές, μια φυλή απολίτιστη, όταν δεν καθυβρίζονταν για θέματα διεθνούς πολιτικής και απώτερης Ιστορίας ξημεροβραδιάζονταν στα καφενεία με φραπέ και τάβλι, δεν μάθαιναν τίποτα και μετά το πτυχίο προσδοκούσαν μια ήσυχη δουλίτσα. Το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν η συμμόρφωση: η οριστική προσχώρηση στον πουριτανισμό. Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Μη μου λες για τι είσαι έτοιμος να πεθάνεις, πες μου για τι είσαι έτοιμος να ζήσεις.

Η Σώτη Στις Πόλεις
Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στις πόλεις, βιωμένες και μη. Στη Νέα Υόρκη του 1982 οι φίλες της ψάχνουν για σύζυγο, εκείνη κάποιον για να χορεύει μαζί της. Μένει στο Άλφαμπετ Σίτυ, δυο τετράγωνα πιο πέρα από τον Θέρστον Μουρ (Sonic Youth) – άρα βλέπουν το ίδιο Κακό Φεγγάρι ν’ Ανατέλλει από το ίδιο παγκάκι του πάρκου. Στο Ντιτρόιτ ακούει «Σειρήνες που ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία» από άλλον αγαπημένο δίσκο, το Aladdin Sane. Στο Μπρονξ βλέπει πως ο ρομαντικός καθηγητής που τιθασεύει την απείθαρχη τάξη δεν υπάρχει – όμως το προσπαθεί για τρία χρόνια. Νωρίτερα στο Παρίσι κατοικοεδρεύει στις βιβλιοθήκες και ζει ένα Χρονικό των φτωχών εραστών. Αλλά πώς να αγνοηθούν η αγγλική εξοχή, οι κοιλάδες του Σερ Γουόλτερ Σκοτ, τα κάστρα του Σέφφιλντ, οι τυχοδιώκτες του Θάκερεϋ, ο Μπάρρυ Λύντον, Μπλέικ, Γέιτς, Λόρενς, Χιουζ, οι γκρίζες βιομηχανικές πόλεις;

Ταξιδεύοντας χάνεις τις αυταπάτες σου. Δεν ξέρω τι κερδίζεις: ίσως ένα είδος ταπεινότητας· τη συναίσθηση ότι σφάλλεις διαρκώς, κι ότι όλα – οι πόλεις, οι αυτοκινητόδρομοι, τα ποτάμια, οι άνθρωποι· κυρίως οι άνθρωποι – σου διαφεύγουν. Ταξιδεύοντας κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από τον εαυτό του: η ήσυχη συνείδηση είναι συνήθως αποτέλεσμα αμνησίας («Ντιτρόιτ», σ. 175). Τριγύρισμα στη Βρώμικη Λεωφόρο του Λου Ριντ, στους χωματόδρομους όπου σκουριάζουν οι παλιές Ντοτζ των σερίφηδων, στη μαγική λατέρνα του Λος Άντζελες, στην Καλιφόρνια με τους αργοπορημένους χίππις και τους γερασμένους καουμπόυς. Κανείς δεν μας αναζητούσε, κι αν μας αναζητούσε δεν θα μας έβρισκε. Η Route 66 γίνεται το τελευταίο της μεγάλο ταξίδι: όχι επειδή κουράστηκε κουραστεί αλλά επειδή είχε ξεκουραστεί.

Γκράφιτι
Οι άλλοι θέλουν να βρισκόμαστε μαζί στην ίδια κατάσταση, να ισορροπούμε στο όριο της δυστυχίας. Οι περισσότεροι από μας δεν αξίζουμε την αφοσίωση κανενός. Δεν χρειάζεται να ενοχοποιούμε τον εαυτό μας: γι’ αυτό, φροντίζουν οι άλλοι. Κανείς δεν μπορεί να μας καταστρέψει εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Άσκοπη περιπλάνηση [λένε] – αλλά κάθε τι μπορεί να θεωρηθεί άσκοπο. Τα ψέματα είναι μια μορφή καλοσύνης, μας προστατεύουν από αβάσταχτα γεγονότα. Στην Ελλάδα μπορείς να εκφράζεις τη γνώμη σου, αρκεί να είναι σωστή, αρκεί να συμφωνούμε μαζί σου. Όταν συμφωνείς είσαι στα καλά σου, όταν εναντιώνεσαι είσαι επικίνδυνη και για δέσιμο. Όταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν αιρετικό.

Auto – strada
Στο θεατρικό έργο της ζωής μας θα έπρεπε να δικαιούμαστε όχι μόνο μια δεύτερη πράξη, σαν εκείνη που σχολιάζει ο Φ.Σ. Φιτζέραλντ μιλώντας για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, αλλά μια δεύτερη ζωή, ώστε να τα κάνουμε όλα διαφορετικά. Άλλωστε η μοναδική διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι το πού αποφασίζεις να βάλεις την τελεία. Ας πέσει το βάρος στον «αισθητικό» όχι στον «ηθικό» άνθρωπο: εκείνον που χρησιμοποιεί όλα τα δυνατά τεχνάσματα για να μετατρέψει την καθημερινή ανία σε ποίηση και τη βαθύτερη απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα.

Είμαι αποτυχημένη συγγραφέας αλλά επιτυχημένη αναγνώστρια. Άρα μπορεί να μιλήσει γι’ αυτό στο οποίο λέει πως αποτυγχάνει, για την τέχνη της μυθοπλασίας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η autofiction: το καταφύγιο του συγγραφέα – απατεώνα που ασχολείται με τον εαυτό του και πιστεύει πως ό,τι γράφει είναι βαρυσήμαντο, βαθυστόχαστο, μπαίνει δε σε πειρασμό να μεταδώσει όλη αυτή την πολύτιμη πείρα σε εργαστήριο δημιουργικής γραφής όπου συμμετέχουν αποκλειστικά γυναίκες. Το κλειδί της αποτυχίας είναι να θέλεις να αρέσεις σε όλους διαρκώς.

Και κάπως έτσι, με σύντομα ή μακρύτερα κομμάτια, ψήγματα και αποσπάσματα μιας ζωής (έξω ή μέσα στο κεφάλι) αποχωρούμε από μια «κουζίνα» που μας αφορά, ανεξάρτητα από την άποψή μας απέναντι στην μυθοπλασία της, παίρνοντας και 4 διηγήματα από παλαιότερες συλλογές. Και την αφήνουμε πιστή στο μπητνικό: Υπάρχει κι άλλο, υπάρχει παρακάτω…ο δρόμος δεν τελειώνει πουθενά…

Εκδ. Πατάκη, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 9], 2009, σελ. 382, με 24σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: (εκτός του κομματιού «Leftfield») εδώ. Στις “άλλες” φωτογραφίες ένας πιστός λογοτεχνικός και μουσικός σύντροφός της αντίστοιχα: Μαξ Φριτς, Βαν Μόρρισον.

21
Σεπ
10

J.G. Ballard – Θαύματα της ζωής. Αυτοβιογραφία

Μια απεριόριστη κατάφαση ζωής
Αν η βιογραφία αποτελεί το τελευταίο λάβαρο του ρεαλισμού, όπως είχε πει ο Μπρόντσκι, η αυτοβιογραφία ίσως διασώζει την ύστατη προσπάθεια συγκερασμού του με την μνήμη, την μεγαλύτερη, κατά Μπάλαρντ, γκαλερί του κόσμου. Ο συγγραφέας (1939-2007) καθορίστηκε αμετάκλητα από την Σανγκάη, όπου γεννήθηκε κι έζησε ως μέλος της κοινότητας των εκπατρισμένων Άγγλων, μια μητρόπολη των μίντια μπροστά απ’ την εποχή της, που αναπτύχθηκε στους βαλτότοπους έχοντας νωρίτερα καταπλήξει τους Σο, Όντεν, Ίσεργουντ, ένα λαμπερό αλλά ματωμένο καλειδοσκόπιο όπου συναισθηματικά αποστασιοποιημένοι Δυτικοί συνυπήρχαν με πόρνες, άστεγους, άταφους νεκρούς και παιδιά που έψαχναν στους κάδους των χημικών αποβλήτων. Αυτό το θεατρικό σκηνικό όπου οι επιδείξεις πυροτεχνημάτων συνοδεύονταν από την αποφορά των υπονόμων και τα πάντα ήταν πιθανά αποτέλεσε την πρώτη του συγγραφική έμπνευση:
«Στην Σαγκάη, το φανταστικό που για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχει μέσα στο κεφάλι τους, υπήρχε παντού γύρω μου…προσπαθούσα να βρω το πραγματικό μέσα σ’ όλη αυτή τη φαντασίωση».

Η Ιαπωνική εισβολή στην Κίνα αποτέλειωσε το όνειρο της βρετανικής αυτοκρατορίας στην Άπω Ανατολή ενώ οι άδειες πισίνες έμειναν να συμβολίζουν το τέλος ενός τρόπου ζωής μιας κοινωνίας «με συνεκτικό ιστό το μπριτζ, το αλκοόλ και τη μοιχεία». Όμως για τον νεαρό Μπάλαρντ τα ρημαγμένα καζίνο έμοιαζαν αληθινότερα και τα εγκαταλελειμμένα σπίτια αποκτούσαν σουρεαλιστική μαγεία. Τα οικιστικά συγκροτήματα αποδείχτηκαν ιδανικά στρατόπεδα μαζικού εγκλεισμού για τους υπηκόους των συμμάχων και η οικογένειά του οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Λονγκ Χουά (1943). Εκεί απέκτησε νέα εξερευνητικά πεδία και φίλους κάθε ηλικίας – περισσότερους απ’ όσους έκανε στην ενήλικη ζωή του. Οι παρτίδες σκακιού στα παραπήγματα συνδυάζονταν με ατέλειωτες ερωτήσεις για τον κόσμο, η συλλογή αντικειμένων (ακόμα κι ενός «ατσάλινου κομματιού βλήματος που άστραφτε σαν φλούδα ασημένιου μήλου») και τα αμερικανικά κόμικς και περιοδικά του πρόσφεραν «το είδος της σκληρής πληροφορίας που έτρεφε την φαντασία», η φυλακή του έδωσε την ελευθερία του.

Παρά το τέλος του πολέμου κανείς δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει την ασφάλεια του στρατοπέδου – κι αυτή η μετέωρη αίσθηση θα τον ακολουθούσε για πάντα, μαζί με την συνήθεια να επιδιορθώνει αντί ν’ αγοράζει οτιδήποτε και να ζει σε μικρά, ακατάστατα δωμάτια. Κάτω από τον μαύρο βιομηχανικό ουρανό της ερειπωμένης Αγγλίας βρήκε ένα έθνος με συμπεριφορά ηττημένου και βαθιά κατάθλιψη, που πιθανώς «πλήρωνε ένα φοβερό τίμημα για το σύστημα των ψευδαισθήσεων που στήριζε τη ζωή του». Ο ορθολογισμός είχε αποτύχει στην ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς ενώ η προοπτική της ψυχιατρικής, που τουλάχιστον αφορούσε υγιείς και μη υγιείς, του πρόσφερε, εκτός από μια χροιά επιστημονικού μυστικισμού στην σκέψη, έναν πρώτο ασθενή: τον ίδιο. Η μετάβαση στον Καναδά για αεροπορική εκπαίδευση στην ΡΑΦ υπήρξε αλλότροπα δημιουργική: ένας μονίμως χιονισμένος διάδρομος απογείωσης παρείχε άπλετο χρόνο διαβάσματος επιστημονικής φαντασίας, μοναδική επιλογή αγοράς στον σταθμό λεωφορείων. Η ΕΦ που είχε προβλέψει τις παθολογικές τάσεις της ευρωπαϊκής διανόησης που είχαν επιταχύνει την άνοδο της ναζιστικής εξουσίας, τώρα εστίαζε στους κινδύνους της εξουσίας των μίντια σ’ ένα πειθήνιο κοινό. Αν ο μοντερνισμός υπήρχε μόνο για τον «εαυτό», η ελλειπτική, αμφίσημη μυθοπλασία της αντιπρότεινε τον αντίπαλό του: ένα δυσοίωνο καθημερινό χάος, μια κοινωνία γραφείων, διαφημίσεων και σούπερ μάρκετ που απουσίαζε απ’ την «σοβαρή» λογοτεχνία. Το είδος πλησίαζε την πραγματικότητα περισσότερο απ’ ότι ο ρεαλισμός κι έμοιαζε ως «το μόνο μέρος όπου επιζεί το μέλλον», προσφέροντας παράλληλα μέγιστη ελευθερία συγγραφής για έναν κόσμο καταναλωτικού σχεδιασμού, τηλεοπτικού τοπίου και τεχνολογικής φρενίτιδας, «μια παρθένα ήπειρο άπειρων μυθοπλαστικών δυνατοτήτων».

Πίσω στο Λονδίνο και υπό την επίδραση του κινηματογράφου και των εικαστικών (Μπέικον, ποπ-αρτ, κολάζ) ο Μπάλαρντ δημοσίευε διηγήματα σε περιοδικά, εξερευνώντας κάθε φορά μια νέα ιδέα και διαμορφώνοντας σταδιακά ένα προσωπικό ύφος, σε αντίθεση με τους συγγραφείς που άπειροι οδεύουν στο μυθιστόρημα. Παρά την απώλεια της ενθαρρυντικής συζύγου του συνέχισε να γράφει και να βρίσκεται δίπλα στα παιδιά του (στην έκπληκτη ερώτηση «είσαι μόνος σου μ’ αυτά τα τρία παιδιά;» απαντούσε «μ’ αυτά τα τρία παιδιά δεν είμαι ποτέ μόνος»). Η συλλογή διαφημιστικών φυλλαδίων και ερευνητικών αναφορών πανεπιστημιακών εργαστηρίων και ψυχιατρικών ιδρυμάτων (ως αποτέλεσμα μιας τυχαίας ματιάς στο καλάθι των αχρήστων) αποτέλεσε έναν νέο ερεθιστικό θησαυρό, που θα γινόταν το «Εσώτερο Διάστημα» μετεξέλιξης της ΕΦ αλλά και εισδοχής νέων ερωτημάτων: Ποιος μπορεί να βεβαιώσει αν είμαστε υγιείς ή ψυχωτικοί και πως το καθημερινό μας περιβάλλον δεν αποτελεί γεννήτρια νευρικών κλονισμών;

Αν «Πλημμύρα» θεωρήθηκε κλοπή του Κόνραντ (που δεν είχε διαβάσει ποτέ), η «Έκθεση ωμοτήτων» προσπαθούσε να κατανοήσει την δεκαετία του ’60 και το «Crash» αναζητούσε το σημείο διασταύρωσης σεξ και θανάτου, η «Αυτοκρατορία του Ήλιου» αποτελούσε την λυτρωτική μνημονική επιστροφή στη Σανγκάη και βέβαια μια μεγάλη λογοτεχνική και κινηματογραφική επιτυχία. Αυτή η σπάνια περίπτωση του δημιουργικότερου δυνατού βίου υπό τις πλέον δύσκολες συνθήκες ανατέμνεται σε 23 μέρη απλής και οξυδερκέστατης γραφής. Στο τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας των 19 μυθιστορημάτων και των πενταπλάσιων διηγημάτων ευχαριστεί θερμά τον γιατρό που τον ενθάρρυνε να αυτοβιογραφηθεί και τον βοήθησε να περάσει ήρεμα τις τελευταίες του μέρες.

Εκδ. Οξύ, μτφ. Ηρακλής Ρενιέρης, σελ. 219, με εισαγωγή του Σάιμον Σέλλαρς, ιδρυτή, μεταξύ άλλων, του ballardian.com (J. G. Ballard – Miracles of life – Shanghai to Shepperton).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 621 , 18.9.2010 (και εδώ)




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers