Αρχείο για την κατηγορία 'Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία'

12
Μάι
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου

Το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης

Έχασα μια πατρίδα και δε με νοιάζει, τα νιάτα μου πέρασαν σαν αστραπή μέσα σε μάχες, εξορίες και φυλακές, αλλά ο τελικός απολογισμός με γεμίζει περηφάνια. Και ζω έντονα γιατί όλες μου οι ενέργειες, όλα μου τα όνειρα, όλες μου οι λαχτάρες, είναι γεμάτα από την παρουσία αυτού που μου λείπει: του Σέρχιο Λέιβα, το φίλου μου, του συντρόφου μου, του αδελφού μου. [σ. 181]

Το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της «δοκιμιακής» – μη μυθοπλαστικής γραφής αλλά και της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του Σεπούλβεδα, συνεπώς και της γενικότερης θεματολογίας της συγκεκριμένης συλλογής: οι κοινωνικοί αγώνες στέκουν δίπλα στις σπουδαίες προσωπικές σχέσεις, καθώς αμφότερα, άρρηκτα μεταξύ τους δεμένα, πλέκουν τη ζωή του ίδιου και των συντρόφων του. Το κομμάτι προέρχεται από το κείμενο Σύντομη ιστορία ενός άξιου ανθρώπου, από το οποίο και κλέψαμε τη φράση του τίτλου μας – το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης ενεργοποιείται βέβαια με την επέτειο των τριάντα χρόνων «από το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που σκότωσε για πάντα την χιλιανή δημοκρατία».

Ο Σεπούλβεδα ήταν 23 χρονών τη βροχερή 11η Σεπτεμβρίου 1973 και σήμερα γράφει εν θερμώ, στα 53 του πλέον, κοιτάζοντας για άλλη μια φορά τον κατάλογο των απωλειών του: εκεί πρώτος πρώτος βρίσκεται ο φίλος του Σέρχιο Λέιβα. Μαζί διέσχισαν την έρημο Ατακάμα στην καρότσα ενός καμιονιού, μιλώντας για το μέλλον που θα έφτιαχναν μόλις γίνονταν πολίτες μιας ελεύθερης ηπείρου. Ο ίδιος ο Βίκτορ Χάρα, ο μέγας ραψωδός του χιλιανού έπους του είχε εκφράσει την στενοχώρια του γιατί ο Λέιβα δεν ηχογραφούσε τα τραγούδια του παρά άφηνε το ταλέντο του μέσα στο τσαλακωμένο τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Αλλά ο Λέιβα είχε και γι’ αυτό απάντηση: πρώτα θα έφτιαχνε μια χαρούμενη όπερα όπου δεν θα υπήρχε λύπη ή στεναγμός.

Την ημέρα του πραξικοπήματος άρπαξε απ’ τους στρατιωτικούς ένα πεντακοσαράκι Φίατ αρματωμένο με πυροβόλα κι απ’ την ανοιχτή του στέγη τους σημάδευε με το μυδραλιοβόλο. Πολέμησε για πέντε μέρες, πήδηξε το φράχτη της αργεντινής πρεσβείας όπου κατάσχεσε τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων που είδε με μεγάλη έκπληξη στα χέρια των συντρόφων του, ξαναβγήκε στους αγώνες του δρόμου και όταν ετοιμαζόταν να πηδήξει έναν ακόμα φράχτη τον σημάδεψε ο χωροφύλακας Βιγιάλμπα. Μη στενοχωριέσαι αδελφέ, του είπε ο Λέιβα, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του, πυροβολείς και την κάνεις. Χρόνια αργότερα ο Σεπούλβεδα συνάντησε τον χωροφύλακα για να του πει ότι εκείνος σκότωσε τον αδελφό του. O στρατιώτης ήταν ένα ερείπιο – δυο χρόνια μετά την δολοφονία είχε χάσει το μυαλό του και διώχθηκε απ’ το σώμα.

Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στους σχολικούς χάρτες, αλλά στην αθέατη περιοχή των μεγάλων λησμονημένων που, εκτός απ’ τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, μιλούν χίλιες άλλες γλώσσες. Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στην υδρόγειο σφαίρα, αλλά στη σφαίρα της αβεβαιότητας. […] Αυτή η άλλη στεριά βροντοφώναζε πως υπήρχε χώρος για τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει πως αυτοί οι «πάντες» εποφθαλμιούσαν τον δικό της χώρο.  [σ. 10-11]

Στη διάρκεια των χιλίων ημερών της κυβέρνησης του Αγιέντε και του συλλογικού ονείρου, γράφει ο Σεπούλβεδα, «ανακαλύψαμε τον άλλον, αυτόν που ήταν εδώ πριν από μας, τους Λατινοαμερικανούς, κι επιστρέψαμε στους μαπούτσε [αυτόχθονες της Χιλής] ένα μέρος απ’ την κλεμμένη γη τους». Ο συγγραφέας προβληματίζεται για την «αβέβαιη» πατρίδα της Λατινικής Αμερικής, της οποίας έχουν κλέψει ακόμα και το όνομά της και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει μόνο ως επικράτεια «αποκλεισμών, απειλών, διαφθοράς, εισβολών, στρατιωτικών και τραπεζικών πραξικοπημάτων, διαρπαγών και καπιταλιστικού κυνισμού».

Οι σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (δηλαδή σε κάθε χρόνο κι εποχή) γράφτηκαν σε τρία μαύρα σημειωματάρια moleskin από τον Ιανουάριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004 και διατρέχουν ολόκληρο το σύμπαν του Σεπούλβεδα, από την εξέγερση των ιθαγενών του Τσιάπας («Δεν εξεγέρθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία, αλλά για να πουν: υπάρχουμε») και το παλαιστινιακό ζήτημα μέχρι την κινηματογραφική ταινία που γύρισε κάτω απ’ τη βροχή αλλά και τον εκτυφλωτικό ήλιο των Άνδεων, με τρία βαγόνια επιβατηγού τρένου ως καμαρίνια, δυο φορτηγά ως τροχήλατα κελιά που και τους φίλους που έπαυαν να είναι φίλοι και άρχισαν να γίνονται ένα μέρος της ιστορίας του, της φρικτής ιστορίας τόσων χιλιανών … [Nowhere, 2001, βασισμένη σε δικό του διήγημα].

Ο Σεπούλβεδα διαπιστώνει πως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων δεν φορούν στολές και δεν ανήκουν σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές και πως το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάντησε να λύνεται με …αποζημιώσεις, ενώ βλέποντας στις ΗΠΑ να έχουν εξαφανιστεί οι φωτογραφίες των νεκρών που απανθρακώθηκαν στην ιρακινή έρημος κατά την επιχείρηση «Θύελλα της ερήμου» αλλά και γενικότερα οι εικόνες από τους πολέμους του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν να μην υπάρχουν σε κανένα αρχείου του Τύπου και να έχουν σβηστεί από το διαδίκτυο, είναι πλέον απόλυτος: η μοίρα των νεκρών είναι η μοναξιά και η λήθη.

Στο κάτω κάτω γι’ αυτό γράφω: για να γνωρίζομαι με ομοιοπαθείς.

Ο λόγος και η γραφή έχουν βέβαια κυρίαρχη θέση στις σκέψεις του Χιλιανού, που ομολογεί για άλλη μια φορά πως δεν μπορεί να έχει άλλη πατρίδα από τη γλώσσα του, καθώς οι λέξεις «πατρίδα», «κοιτίδα», «γενέτειρα», ή είναι συνώνυμα ενός τόπου γιορτινού και χαρούμενου, ή μια σειρά φθόγγων χωρίς νόημα. Τα λόγια και ο λόγος αναφέρονται στην κοινοτοπία και το μπανάλ του σύγχρονου λόγου, ένα μπανάλ που τείνει να διαστρέφει το πραγματικό βάρος των λέξεων γιατί αισθάνεται την απειλή της τάξης που εγκαθιστούν οι λέξεις, καθώς και του κατ’ εξοχήν καρπού τους, του Λόγου, που μας φυλάει απ’ το να πέσουμε στην άβυσσο, μας βοηθάει να είμαστε γενναίοι μπροστά στις αντιξοότητες και να δυσπιστούμε στον πρώτο κανάγια που προσπαθεί να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στις Μνήμες ισπανικών εξομολογείται πως για τον ίδιο δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από μια σύναξη ισπανόφωνων που μαζεύονται απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Το να διαπιστώνεις ότι ο ανεξάντλητος γλωσσικός τους θησαυρός έδεσε μια χαρά με τις σύγχρονες πραγματικότητες και η ενσωμάτωση ακόμα και αμερινδικών εκφράσεων, του γεννά την ευτυχή αίσθηση πως ανήκει σε μια κουλτούρα που δεν τη βρίσκεις στα μουσεία, αλλά σε μια κουλτούρα του σήμερα, που διαμορφώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε μια εξαίσια, αέναη συγκολλητική διαδικασία. [σ. 19-23]

Ένα δισέλιδο κείμενο αφιερώνεται στον Ρομπέρτο Μπολάνιο και στα συναισθήματά του στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Εδώ αντιδιαστέλλεται ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας που έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί μια επώδυνη αλήθεια πως δεν έλαβε ποτέ μέρος φανερά, πανηγυρικά, στους αγώνες που έδωσε η γενιά του για αλλαγή της χιλιανής κοινωνίας με τον «μεγάλο προβοκάτορα» Χ.Λ. Μπόρχες. Και το πιο προσωπικό κομμάτι του τόμου (Παιδικά χρόνια) διασώζει τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του προς τον ίδιο: Μη στενοχωριέσαι. Όταν ήμουν στη φυλακή της Αλμερίας, ορκίστηκα να ζήσω, όχι για να δω τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. [σ. 220]

Εκδ. Opera, 2004, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 245, με δεκασέλιδες σημειώσεις [Luis Sepúlveda, Moleskin, 2004]

Δημοσίευση και σε mic.gr

19
Μαρ
12

Κάρλος Φουέντες – Η πορτοκαλιά ή οι κύκλοι του χρόνου

Οι Μάγια της ακτής μού έλεγαν αυτά που εγώ μετέφραζα στα ισπανικά, ή τα έλεγαν στη Μαλίνσε αλλά εκείνη εξαρτιόταν από μένα για να τα μεταφέρω στον Κορτές. Ή μάλλον, οι Μεξικάνοι έλεγαν στη γυναίκα αυτά που εκείνη έλεγε σ εμένα στη γλώσσα των Μάγια ώστε εγώ να τα μεταφράσω στα ισπανικά. Και παρόλο που αυτό ήταν ήδη ένα πλεονέκτημα για κείνη, γιατί μπορούσε να επινοήσει ό,τι ήθελε περνώντας από τα νάουατλ στα μάγια, εγώ εξακολουθούσα να είμαι ο κύριος της γλώσσας. Η καστιλλιάνικη εκδοχή που έφτανε στ’ αυτιά του κατακτητή ήταν πάντοτε η δική μου. [σ. 33-34]

Ξανά η γλώσσα βασιλεύουσα κι ο προνομιούχος χρήστης της τροπέας των πραγμάτων, ακόμα και σε συνθήκες τόσο οριακές, όπως της κατάκτησης της Λατινικής Αμερικής. Ο διερμηνέας του Κορτές με την ιδιότητα του μεσολαβητή μετατρέπει την απάτη σε αλήθεια, σε μια εξουσία που εμπιστεύεται τις λέξεις για να υπάρξει, την επόμενη μέρα της ήττας καθώς άρχισε το χτίσιμο των χριστιανικών εκκλησιών με τις πέτρες των ινδιάνικων ναών. Πόσο θα κρατήσουν τα καινούργια ανάκτορα του μοναδικού Θεού μας, που είναι χτισμένα πάνω στα ερείπια όχι ενός αλλά χίλιων θεών; Αν λοιπόν σ’ αυτή τη συνάντηση δυο «γέρικων, υπεραιωνόβιων κόσμων», του Νέου Κόσμου και της Ευρώπης που επιθυμεί να σημαδέψει για πάντα το πρόσωπό του οι σχέσεις καθορίζονται από την γλώσσα, μπορεί ο προνομιούχος αποκλειστικός χρήστης της ν’ αλλάξει δια παντός την ιστορική τροπή;

Ο αφηγητής διχασμένος ανάμεσα στην Ισπανία και τον Νέο Κόσμο γνωρίζει και τις Δύο Όχθες (τίτλος άλλωστε της πρώτης νουβέλας εδώ, αφιερωμένης στον Juan Coytisolo) προσφέρει στο Βασιλιά το μυστικό της αδυναμίας του Κορτές, όπως η δόνια Μαρίνα του είχε προσφέρει το μυστικό της αδυναμίας των Αζτέκων: ο διχασμός, η διχόνοια, ο φόβος, οι αδελφοκτόνες μάχες: το ένα μισό της χώρας διαρκώς να σκοτώνεται από το άλλο μισό. Κι έτσι όλες του οι πράξεις συνδέονται με την ελπίδα της νίκης των αυτοχθόνων, στο θρίαμβο των Ινδιάνων ενάντια στους Ισπανούς. Αυτό που πράγματι θέλησα ήταν να εμποδίσω το μοιραίο σχέδιο, μέσω των λέξεων, της φαντασίας και του ψέματος.

Καθώς η δόξα και η ταπείνωση είναι εξίσου παρούσες στις περιπέτειες της Κατάκτησης, τη στιγμή που οι μεν και οι δε «έπρεπε να χτίσουν έναν καινούργιο κόσμο με βάση την κοινή τους ήττα» αλλά κάποιων τα θαύματα δεν είναι παρά τα άλογα και τα κανόνια ο Μοντεσούμα χάνει σιγά σιγά την κυριαρχία του πάνω στις λέξεις, ακόμα περισσότερο απ’ ότι στους ανθρώπους. Οι λέξεις του Βασιλιά δεν ήταν πια κυρίαρχες. Επομένως ούτε ο ίδιος ήταν κυρίαρχος. … Άλλοι, οι ξένοι, αλλά κι εκείνη η προδότρα από το Ταμπάσκο, ήταν κύριοι ενός λεξιλογίου απαγορευμένου στον Μοντεσούμα. Σε πόσους ακόμα θα κατάφερνε να εξαπλωθεί η εξουσία του λόγου;

Προτού οι περισσότεροι επιστρέψουν απ’ την Κατάκτηση ή μείνουν στο Μεξικό χωρίς να αποταμιεύσουν ούτε ένα νόμισμα, πριν κάποιος ψελλίζει «σκοτώσαμε κάτι περισσότερο από τη δύναμη των Ινδιάνων: τη μαγεία που τους περιέβαλλε» και αναρωτηθεί «πόσο αξίζει λοιπόν ένα ακόμα πεπρωμένο εν μέσω τέτοιας παρέλασης δόξας και δυστυχίας;» η «κυβέρνηση» των λέξεων θα φτάσει στο αντίθετό της, ώστε να ακουστεί το: Ποτέ δεν ένιωσα στη ζωή πως τόσα πράγματα ειπώθηκαν χωρίς να ακουστεί ούτε λέξη.

Στην επόμενη νουβέλα, αφιερωμένη τώρα στον José Emilio Pacheco Οι γιοι του κατακτητή Κορτές, κληρονόμοι τόσης σάρκας κι άλλης τόσης γης, εναλλάξ μιλούν κι αντιμιλούν: ο Μαρτίν Ι και ο Μαρτίν ΙΙ, μπάσταρδος γιος του πατέρα του και της Ινδιάνας Μαλίντσε, αδικημένος ως Δεύτερος ενώ έπρεπε να είναι Πρώτος. Κοινή η ανάμνηση της τελευταίας πίκρας του πατέρα: να έχει αγωνιστεί τόσο, και με τόση επιτυχία, με στόχο να κερδίσει για λογαριασμό του Βασιλιά εδάφη εννιά φορές μεγαλύτερα από την Ισπανία, για να φτάσει στο τέλος να περιπλανιέται από πανδοχείο σε πανδοχείο, χρωστώντας χρήματα σε ράφτες και υπηρέτες, στόχος χλευασμών και επιθέσεων… Κι όλα τα πράγματα του σπιτιού να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές στα σκαλοπάτια του καθεδρικού της Σεβίλλης. Έτσι λοιπόν θα κατέληγε ο καρπός της Κατάκτησης του Μεξικού, ένας πλειστηριασμός στρωμάτων και παλιών κατσαρολικών;

Γιατί ο πατέρας αντί να παραμείνει στην πόλη και να σταθεροποιήσει την εξουσία του αναγκάστηκε να ριχτεί σε μια παράλογη και θορυβώδη περιπέτεια για να καταλήξει να χαθεί στα δάση της Ονδούρας; Τι σκουλήκι τον έτρωγε ώστε να αναζητά κι άλλη περιπέτεια κι άλλη δράση; Γιατί δεν μπορούσε να σταθεί να θαυμάσει αυτό που είχε κάνει αλλά έπρεπε να διακινδυνεύει τα πάντα για να αξίζει τα πάντα; Ο αντιστικτικός, ορμητικός, καταιγιστικός κι αντικρουόμενος λόγος των δυο αδελφών επιχειρεί να ανασυνθέσει την μεγάλη απάντηση για τον Ερνάν Κορτέζ, αυτόν που έφτιαξε μόνος του τη μοίρα του και πληθωρικός καθώς ήταν, την έφτιαξε δυο φορές: μια φορά άνοδος, μια φορά πτώση.

Εγώ μιλάω για χαρτιά. Γιατί κάθε πράγμα που ανέφερες, Μαρτίν αδελφέ μου, έχασε την πραγματική του υπόσταση για να μετατραπεί σε χαρτί, βουνά από χαρτί, λαβύρινθους από χαρτί, χαρτί που ξεράστηκε από αιώνιες αγωγές και δίκες, λες και το κάθε πράγμα που κατέκτησε ο πατέρας μου να είχε μόνο έναν τελικό προορισμό: τη συσσώρευση φύλλων χαρτιού στα δικαστήρια των δύο Ισπανιών, της παλαιάς και της νέας. Θύμα μιας δίκης που αιώνια αναβαλλόταν, όπου καθετί το υλικό κατέληγε να αποκαλύπτει ότι έκρυβε μες στην ψυχή του έναν σωσία από χαρτί, εύφλεκτο και αποπνικτικό. […] Το βουνό των περγαμηνών θάβεται για πάντα στα αρχεία όπου είναι ο νεκρός προορισμός της ιστορίας. [σ. 79, 80]

Εξουθενωμένοι προχωρούμε στις Δύο Νουμαντίες, την τρίτη νουβέλα αφιερωμένη στον Plácido Arango. Αιώνες μετά, οι Ρωμαίοι στην Ιβηρική μιλούν για έναν άξεστο, άγριο και βάρβαρο λαό που πρέπει να οδηγήσουν στον πολιτισμό: τους χερσονησιώτες Ισπανούς που έβλεπαν τον εαυτό τους ως την άκρη μιας ηπείρου κι ως το τέλος του κόσμου. Διηγούνται πώς υποτάξανε την ανυπάκουη Ισπανία, έτοιμοι να νικήσουν τον μόνο θύλακα αντίστασης: την περήφανη ξεροκέφαλη Νουμαντία. Ο λόγος δίδεται σ’ αυτόν που του ανατέθηκε το έργο, κι είναι λόγος συγκλο(γο)νισμένος.

Ξάφνου, την τελευταία στιγμή των προετοιμασιών, όλα εκείνα τα σημεία ενώθηκαν μέσα μου, προσφέροντάς μου μια διπλή οπτική του κόσμου. Τι είχα κάνει εγώ εκεί; Μονάχα μια στιγμή ακριβώς πριν ξεκινήσει η πολιορκία, μες στο καταμεσήμερο του νου μου, το συνειδητοποίησα. Μπροστά στα μάτια μου απλωνόταν η Νουμαντία, η ακατάκτητη πόλη. Γύρω από τη Νουμαντία, εγώ είχα κατασκευάσει το καθαρά χωρικό είδωλο της Νουμαντίας, την αναπαραγωγή της περιμέτρου της, έναν καινούργιο χώρο απόλυτα συγκρίσιμο με το πρότυπό του. Τώρα κοιτούσα, στον διπλασιασμένο χώρο, το κενό, άχρονο, φάντασμα της πόλης. Ποια ήταν, στην έτσι διαιρεμένη Νουμαντία, η ψυχή της πόλης; Ποιο ήταν το κορμί της; [σ. 155 - 156]

Οι τελευταίες δυο νουβέλες, ο Απόλλων και οι πουτάνες (αφιερωμένο στους Carlos Payan και Federico Reyes Heroles) και οι δυο Αμερικές (για τους Barbara και τον Juan Tomás de Salas) μας μεταφέρουν στο Τέλος του Χρόνου, στο Τερματισμένο Σήμερα, σε μια σύγχρονη θέα του απόλυτου χάσματος ανάμεσα σε δυο Αμερικές. Για άλλη μια φορά η γραφή του Φουέντες ανασκάπτει το Παρελθόν και ξαναγράφει την Ιστορία υπό αμέτρητες φωνές, πρωτόφαντες κραυγές, κυνικές ματιές, σπαρακτικές αλήθειες, ασίγαστες εικόνες και με εκφραστικές από τις πιο παλιές ως τις πλέον νεωτερικές.

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 271 [Carlos Fuentes, El Naranjo O Los Circulos Del Tiempo, 1994]. Στις εικόνες, η συνάντηση Μοντεζούμα – Κορτέζ, το σπίτι του τελευταίου, χτισμένο το 1500 από γηγενείς εργάτες και η μάσκα του πρώτου.

13
Φεβ
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Η τρέλα του Πινοτσέτ

Αφήγηση: αντίσταση

Δεν έχω πρόθεση να χαθώ μέσα στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στον μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτόν της γραφής, αυτό το χαράκωμα όπου έφτασα όταν πια όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί, και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τόπος για αντίσταση. Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», και σ’ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα […] κατά της απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης. [σ. 122]

O Σεπούλβεδα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Πινοτσέτ κι αμέσως έσπευσε να τηλεφωνήσει στην σύντροφό του, ευχόμενος να μάθει πρώτα από εκείνον την είδηση που θα την χαροποιούσε αλλά και θα την γύριζε στην κόλαση της Βίγια Γκριμάλντι και στα νιάτα τους που κόπηκαν στα δυο. Από την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 και τα χρόνια του Πινοτσέτ, της χιλιανής Δεξιάς, του Κίσιντζερ, των βασανισμών, των εξαφανίσεων και του Κακού μεσολάβησε ένας μακρύς, ατέλειωτος αγώνας, που δεν άφησε την δικτατορία σε χλωρό κλαρί. Η Αντίσταση επί δεκαεπτά χρόνια υπενθύμιζε στο δικτάτορα πως είχε να αντιμετωπίσει μια αξιοπρέπεια εμπνευσμένη από τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τα λόγια του «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ».

Γράφω γιατί αναγνωρίζω στη γλώσσα μου τη μοναδική δυνατή πατρίδα, αφού η επικράτειά της δε γνωρίζει όρια και ο σφυγμός της είναι μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ο άγγλος ασθενής

Ο Πινοτσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο την εποχή του δεύτερου μεταδικτατορικού «δημοκρατικού» προέδρου της Χιλής, Εδουάρδο Φρέι, που άφησε άθικτους τους νόμους της δικτατορίας και που ανέλαβε να υπερασπιστεί λυσσαλέα τον τύραννο ώστε να μην εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν όμως επέστρεψε στη Χιλή με δόξα και τιμή δεν είχε υπολογίσει ότι το παράδειγμα του δικαστή Βαλτάσαρ Γκαρθόν θα το ακολουθούσαν και άλλοι χιλιανοί δικαστικοί κι ότι οι δικηγόροι του θα αναγκάζονταν να προσφύγουν στο αθλιότερο των τεχνασμάτων: να τον ανακηρύξουν παράφρονα, για να αποφύγει για μια ακόμα φορά τη δικαιοσύνη.

Το παραθυράκι που άνοιξε στη νομιμότερη των ελπίδων, να δικαστεί για τα προφανέστατα εγκλήματά του έκλεισε για μια ακόμα φορά. Η έκδοσή του στην Ισπανία, με όλες τις εγγυήσεις που είχαν στερηθεί τα θύματά του, δεν επιτεύχθηκε.  Ο Σεπούλβεδα δεν θα γευτεί την «ευτυχία του να δει τον τύραννο να ψελλίζει δικαιολογίες σαν γυναικούλα». Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, κρατούμενος. Του προσφέρω αυτό που εγώ δεν είχα ποτέ, που κανένα από τα θύματά του δεν είχε ποτέ: του πληρώνω ένα συνήγορο υπεράσπισης και του εγγυώμαι μια δίκαιη δίκη, με πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς του.

Το εμβόλιο της αμνησίας

To χιλιανό παρελθόν μεταξύ 1973 και 1989 επιχειρείται να διαγραφεί από τις μνήμες χάρη σ’ ένα αποτρόπαιο διάταγμα και στη βίαιη επιβολή της αμνησίας «δια λόγους εθνικής ασφαλείας». Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχτηκε πως η άρση της ασυλίας του δικτάτορα δήθεν συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική ειρήνη στη Χιλή και τη νεαρή «δημοκρατία» της· δημοκρατία που μοιάζει με θλιβερή φάρσα όσο ο Πινοτσέτ διατηρεί την έδρα του ισόβιου γερουσιαστή. Με αυτό τον τρόπο όμως παραμένει ορθάνοιχτο το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, την μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω τω τριών ατόμων, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, το χαφιεδισμό ως πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του «Κάτι θα ’χει κάνει» που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο· τότε που αρκούσε μια υποψία ή ένα «κάρφωμα» για να φυλακιστείς, να εξοριστείς ή να εξοντωθείς,

Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων, γιατί η λέξη είναι όντως μια θεμελιώδης πράξη και όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται.

Δημοκρα- τι;

Όσο ο Πινοτσέτ και οι 531 ένστολοι που αναφέρονται στην Έκθεση Ρέτιγκ [από το όνομα του Raul Rettig που ηγήθηκε των ερευνών για τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις] ως βασανιστές, απαγωγείς και δολοφόνοι άνω των τεσσάρων χιλιάδων Χιλιανών δεν τιμωρούνται, η κοινωνική ειρήνη παραμένει για τους Χιλιανούς μια ουτοπία. Η δημοκρατική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι μια αμείωτη δουλικότητα μπροστά στην οικονομική και την στρατιωτική εξουσία. Η δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση μεταβατική, μια παραχώρηση εκ μέρους αυτών που κατέχουν την εξουσία, ένα κενό ατιμωρησίας.

…όσο η Χιλή δεν ανακτά τον τελευταίο των εξαφανισμένων, όσο εξακολουθεί να αγνοεί πότε πέθανε, πώς πέθανε, ποιοι τον σκότωσαν και, πάνω απ’ όλα, πού είναι τα λείψανά του, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή, κι είναι χρέος των έντιμων ανθρώπων να την κρατούν καθαρή κι ανοιχτή, γιατί αυτή η πληγή είναι η ιστορική μας μνήμη.

Οι μνήμονες

Αν όμως κάποιοι – κατονομαζόμενοι εδώ, γιατί ο Σεπούλβεδα μιλάει πάντα με ονόματα – προτίμησαν να εμβολιαστούν με το κρατικό βάλσαμο της αμνησίας, χιλιάδες έμειναν κρατημένοι απ’ τη ζωή χάρη και μόνο στην άσκηση της μνήμης, γνωρίζοντας γιατί βρέθηκαν εξόριστοι, διατηρώντας την επίγνωση όλων όσων έκαναν κι όσων μπορούσαν να κάνουν και δεν έκαναν, αναγνωρίζοντας τους τους ενόχους της χιλιανής τραγωδίας, ορκιζόμενοι πως κάποια μέρα θα δέχονταν την τιμωρία που τους άξιζε…

Μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης […] Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε – όλα τα είχαμε, εκτός από τα όπλα.

Ο Σεπούλβεδα διανθίζει τα σύντομα κείμενά του με μνήμες από αξέχαστα πρόσωπα και περιστατικά. Αναφέρεται στην στράτευσή του στην προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αγιέντε, την GAP [Gringo de Amigos Personales – Ομάδα Προσωπικών Φίλων], θυμάται περιστατικά όπως όταν, υπό τις διαταγές του ποιητή Σέρχιο Λέιβα που δολοφονήθηκε το 1973, απέτρεψαν με τα όπλα το να δηλητηριαστούν με τοξίνες βορειοαμερικανικής προέλευσης πολλά υδρευτικά αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τα οποία τροφοδοτούσαν το Σαντιάγο με λαχανικά.

Η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική

Το βιβλίο περιλαμβάνει είκοσι δύο άρθρα του που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου, διαβάστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Χιλής και τυπώθηκαν σε φυλλάδια που μοιράστηκαν στους δρόμους της κατά τις ημέρες που ο «τρελός» ήταν κρατούμενος στο Λονδίνο· άρθρα «αγκιτατόρικα και ανατρεπτικά, γιατί η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική».

Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες.

Όσο, κάθε φορά που γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση, παραλείπεται να αναφερθεί ότι η πειραματική φάση αυτού του άδικου σχεδίου διευθέτησης των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε με πειραματόζωα δυο νοτιοαμερικανικές χώρες που είχαν υποστεί κτηνώδεις δικτατορίες, έργο εμπνευστών του ίδιου σχεδίου, κι όσο οι ένστολοι θρασύδειλοι κρύβονται στις τρύπες τους ή μεταμφιέζονται σε νομιμόφρονες «πολίτες» ο γκρίζος χιλιανός ουρανός της θα βρέχει ακόμα ακαθαρσίες, ο Σεπούλβεδα δεν θα πάψει να τονίζει: Ο εφιάλτης μας δεν τελείωσε. Ο δικός σας μόλις άρχισε.

 Σημ. Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. Κατά μια μέγιστη ειρωνεία της Ιστορίας, πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου [2006] Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκδ. Opera, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 126 [Luis Sepúlveda, La locura de Pinochet, 2001]

Ένα τραγούδι για την περίσταση: εδώ.

11
Φεβ
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 51

                                                                                                                                                                                                                          Οrlando Guillén -  El Costillar de Caín (2001), O. Paz, A. Chumacero, J. E. Pacheco, H. Aridjis – Poesía en Movimiento. México 1915-1966, (1966), Octavio Paz – Posdata (1970).

Η αισθητική εκδόσεων που κάποτε ήταν μοντέρνες, η μυρωδιά εκείνου του χαρτιού, το πάχος της πολύτιμης σελίδας, ο σιωπηλός ήχος μιας μελωδικής γλώσσας, τρεις νέοι κόσμοι.

28
Οκτ
11

Alan Pauls – Το παρελθόν

Ευθανασία ενός έρωτα

Ο χρόνος είναι τυπικός εχθρός κάθε ερωτικής σταθερότητας αλλά στην περίπτωσή του Ρίμινι και της Σοφία, εραστών διαβιούντων στο Μπουένος Άιρες, μοιάζει εξαιρετικά καλοπροαίρετος: ο έρωτάς τους παρομοιάζεται με πέτρα που ο ήλιος, ο άνεμος και το νερό στιλβώνουν, λειαίνουν και λαμπρύνουν κάθε μέρα και περισσότερο. Η παιγνιώδης διάθεση διαρκούς τροφοδοσίας του τους οδηγεί στο μόνο κομμάτι που λείπει από την συλλογή τους (που περιλαμβάνει όλα τα στάδια της μαθητείας), στην συνέχεια και οριακή κορύφωση του: τον χωρισμό μετά από μια δωδεκαετία. Η διάζευξη βιώνεται ως χειρουργική αποκόλληση σιαμαίων και μοιάζει με την υποχώρηση της παλίρροιας που βγάζει στο φως ένα στρώμα από κοφτερά όστρακα.

Αν το παρελθόν αποτελεί «μία και μοναδική μάζα, αδιαίρετη, που έπρεπε ή να το κατέχει ή να το εγκαταλείψει έτσι, ολόκληρο, σαν σύνολο», οι χαρακτήρες δοκιμάζονται σκληρά στην δραματική του διαχείριση. Η μετα-παρελθοντική επιβίωση διασχίζει τις επιχωματώσεις της λήθης, που προκρίνει ο Ρίμινι, διοχετεύοντας το φορτίο του σε ασκήσεις μετάφρασης, αυτοερωτισμού, ναρκοληψίας και νέων δεσμών, και τις επιλογές της μνήμης, που προτιμά η Σοφία, κυρίως μέσω των φωτογραφιών και της γραφής. Η ψυχαναγκαστική της τάση να απευθύνεται και γραπτώς στον Ρίμινι, σε σημείο εκείνος να διαθέτει μια αξιόλογη συλλογή μηνυμάτων, αρκούμενος στην κατοχή τους αλλά και στην εναγώνια αναζήτησή τους μέσα σε τσέπες, βιβλία ή παλιά κουτιά παπουτσιών, αποτελεί ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα του μυθιστορήματος. Αυτές οι «οικιακές πολύτιμες πέτρες με την γοητεία μιας αισθηματικής χειροτεχνίας» (από εκφράσεις ρομαντισμού στη λίστα για ψώνια μέχρι περιπαθείς ανακεφαλαιώσεις στο φαρμακείο του μπάνιου ή στο ψυγείο) εκτός από λείψανα της ιστορικής διάστασης ενός καθημερινού πάθους αποτελούσαν και αναζωογονητές της θέρμης του, αντίδοτο και αντιστάθμισμα της απουσίας της. Με όποιο τρόπο πάντως κι αν προχωρούν τη ζωή τους, η ιστορία τους έχει κλέψει ένα μεγάλο μέρος απ’ το μέλλον τους. Η προσωπική και εκούσια χρήση της αμνησίας δυστυχώς δεν έχει ακόμα εφευρεθεί.

Φυσικά γύρω τους κινείται πλήθος προσώπων, όπως οι μετέπειτα σύντροφοι του Ρίμινι, όμως μόνο ένα αποτελεί ρυθμιστή ενέργειας στο ηλεκτρικό τους πεδίο: ο ιδιόρρυθμος ζωγράφος Τζέρεμι Ρίλτσε, ιδρυτής του κινήματος της Άρρωστης Τέχνης και καλλιτεχνικός χρήστης του ζωντανού σώματος ή μερών του οργανισμού. Ο βίος και το έργο αυτού του επινοημένου αυτόχειρα, που θαυμάζουν απεριόριστα αλλά και καθορίζει οριακές στιγμές της ζωής τους, εισέρχεται ως σφήνα στο μυθιστορηματικό κορμό, αλλοιώνοντας τον ρυθμό και προκαλώντας ενδιαφέρουσες συνδέσεις, όπως η σωματοποίηση των παρελθοντικών τραυμάτων, χαρακτηριστικό και του ζεύγος που διόλου τυχαία κάποτε είχε αναφωνήσει: «Είμαστε ένα έργο τέχνης».

Όσοι περιμένουν συνέχεια (ή ρήξη) των καθιερωμένων λογοτεχνικών περιγραφών του Μπουένος Άιρες ή ιστορικές υπομνηματίσεις της σύγχρονης ιστορίας του ας προετοιμαστούν: η πόλη τοπογραφείται αποκλειστικά με βάση τις ερωτικές μνήμες, άρα όπως οιαδήποτε άλλη, ο δε χρόνος μένει θαμπός στο περιθώριο, παρά την διαδρομή του σε ταραγμένες δεκαετίες (’70 – ’80).

Η αναγωγή παντοειδών σκέψεων σε ψήγματα σοφίας, οι απόπειρες φιλοσοφικής αποκρυστάλλωσης της καθημερινότητας, ο πολύχρωμος κυνισμός και το ασπρόμαυρο χιούμορ, η πλημμυρίδα συναισθημάτων και τα ευφυή εμπειρικά γνωμικά προφανώς υποδεικνύουν πως η γραφή του Πάουλς (Μπουένος Άιρες, 1959) προκρίνει την βάσανο της γραφής από την παντοκρατορία της πλοκής – η αδυναμία της οποίας, άλλωστε, όπως αναφέρουν οι χαρακτήρες του αρνούμενοι οτιδήποτε μεταμοντέρνο, καθίσταται περιττή στις σπουδαίες συγκυρίες της ζωής. Δεν είναι τόσο στοιχεία όπως οι σχοινοτενείς προτάσεις ή οι ευφάνταστες παρομοιώσεις όσο η συγκεκριμένη εγκεφαλικότητα της γραφής που μας θυμίζουν τον Κούντερα (ιδίως στις λογοτεχνημένες σκέψεις περί κτητικότητας, ζήλειας, σαρκικής ικανοποίησης και ερωτικής βίας), αν και οι εγκωμιαστικές κριτικές τον εντάσσουν στην κληρονομική ρίζα των Προυστ, Ναμπόκοφ, Μπατάιγ ή άλλων μυστών της Αισθηματικής Αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, οι ήρωες αυτής της ιστορίας πολλαπλών εθισμών (που συχνά θυμίζουν το μνημειώδες «Ούτε με σένα, ούτε χωρίς εσένα» του Τρυφφώ) δεν Αναζητούν παρά τον Κερδισμένο Χρόνο.

Εκδ. Πάπυρος, 2010, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 603 (Alan Pauls, El Pasado, 2003).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 28.10.2011 (και εδώ).
11
Αυγ
11

Κάρλος Φουέντες – Τα κρυστάλλινα σύνορα. Μυθιστόρημα σε εννέα διηγήματα

Η Λεηλασία: Ο Διονίσιο «Βάκχος» Ράνχελ δεινός πράκτης της μεξικανικής μαγειρικής, αναλαμβάνει μια προσωπική σταυροφορία: να κηρύττει την καλή κουζίνα σε μια χώρα ανίκανη να την καταλάβει ή να την υλοποιήσει: στις ΗΠΑ. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμνησίας απογύμνωσαν τα μεξικανικά εδάφη (Καλιφόρνια, Γιούτα, Νεβάδα, Κολοράντο, Αριζόνα, Νέο Μεξικό, Τέξας), μπορεί τώρα να μιλάμε για επανάκτησή τους μέσω ενός διαφορετικού ιμπεριαλισμού; Αφού οι γκρίνγκος μας γάμησαν το 1848 με το δόγμα του «προφανούς πεπρωμένου», τώρα θα τους ξεπληρώσουμε με το ίδιο νόμισμα, με απόλυτα μεξικάνικα γλωσσικά, φυλετικά, γαστριμαργικά όπλα. Ευτυχώς που οι μεγάλες εθνικές κουζίνες υπάρχουν μόνο όταν προκύπτουν απ’ τον λαό. Ο Διονίσιο αφήνει τον ρόλο του παθητικού αποδέκτη και γίνεται ενεργητικός αποστολέας. Άλλωστε γνωρίζει πως μέσα στις γεύσεις κρύβεται μια ολόκληρη ιστορική και πολιτική σοφία.

Ως καλός Μεξικάνος παραχωρούσε στους γκρίνγκος όλη τη δύναμη του κόσμου εκτός από αυτήν ενός αριστοκρατικού πολιτισμού: τον είχε το Μεξικό, με αντάλλαγμα μια αβυσσαλέα ανισότητα και μια αδικία, ίσως αξεπέραστη. Ο Διονίσιο φιλάρεσκα κάθεται και παρατηρεί τους εκατοντάδες παχύσαρκους επισκέπτες των φαστ φουντ, να λειτουργούνται με την εθνική αμερικάνικη όστια του κέτσαπ (τούτο εστί το αίμα μου) και τις αμέτρητες θερμίδες (τούτο εστί το σώμα μου), τους Αμερικανούς να τρώνε ό,τι δεν μπορούν να γαμήσουν. Και προσκαλεί σε βαθιές, εμφατικές συνομιλίες μια σειρά συνδαιτημόνων, υπαρκτών και φασματικών…

Η Μαλιντσίν στις Μακίλας παίρνει το πρώτο λεωφορείο απ’ τη χωμάτινη γειτονιά της μέχρι το εργοστάσιο συναρμολόγησης έγχρωμων τηλεοράσεων, με αμοιβή δέκα φορές μικρότερη απ’ ότι στις ΗΠΑ αλλά δέκα φορές μεγαλύτερη από το τίποτα στο υπόλοιπο Μεξικό. Στα σύνορα από τα δεκαπέντε της, βάζει χρώματα σε κουτιά «για να καταλήξει βαμμένη από μέσα». Σ’ έναν λίγο ομορφότερο κόσμο, αντί για την ετικέτα «συναρμολογημένη στο Μεξικό» στις τηλεοράσεις θα έπρεπε να γράφεται «κατασκευασμένη από τη Μαρίνα Άλμπα Μαρτίνεζ». Αν κάποιος της ζητήσει κρεβάτι με αντάλλαγμα την προαγωγή της θα πάει σε άλλο εργοστάσιο, εδώ κανείς δεν πάει παραπάνω, όλοι κινούμαστε πλαγίως, σαν καβούρια - κι όμως, αυτή η οριζόντια μετακίνηση, χωρίς προοπτικές ανόδου, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι βελτιώνουν τη θέση τους. Η Μαρίνα στις Μακίλες γοητεύεται από τον Ρονάλντο, που κυκλοφορεί μ’ ένα κινητό μονίμως κολλημένο στο αυτί, σαν να διαπραγματεύεται μ’ όλο τον κόσμο. Είναι θέμα χρόνου να διαπιστώσει πως υπήρξε θύμα του και πως τίποτα στην ζωή της δεν πρόκειται να αλλάξει. Οι Πέμπτες τους ήταν μια κοροϊδία, το κινητό του δεν είχε ποτέ μπαταρία, αλλά του πρόσφερε προσωπικότητα, σπουδαιότητα. Ο μοναδικός στον οποίο είναι απαραίτητη η Μαρίνα είναι ο εργοστασιακός μηχανισμός. Πίσω στη βάση σου βλαμμένη, και βγάλε τα γελοία σου ψηλοτάκουνα.

Η πρωτευουσιάνα: Δον Λεονάρντο Μπαρόσο, 75, πρώην υπουργός, νονός της Μιτσελίνα Λαβόρντε, 25. Η νεαρή βαφτισιμιά καταφτάνει στην πόλη του Καμπάσας, στο γνωστό μεξικάνικο τοπίο: σκονισμένη πλατεία, ξεφτισμένοι τοίχοι εκκλησίας, μπαρόκ προσόψεις – μέχρι εδώ έφτασε το μπαρόκ. Μια αυτοκρατορία των αναψυκτικών: υπάρχει άλλη χώρα που να καταναλώνει περισσότερα αεριούχα ποτά;  Σκοπός της η ολοκλήρωση του συμφώνου των δυο οικογενειών: η απεριόριστη προστασία που έδωσε ο ισχυρός πολιτικός στην ξεπεσμένη της οικογένεια θα ανταλλαγεί με τον γάμο της με τον γιο του – κάτι που εκείνη μόλις τώρα μαθαίνει. Αλλά και ο νεαρός κληρονόμος Μαριάνο, το μόνο που ονειρεύεται είναι να τον αφήσουν στην ησυχία του, κλεισμένο στο ράντσο να διαβάζει όλη μέρα, χωρίς άλλη παρέα από εκείνους τους Ινδιάνους που αντιμετώπιζαν με φυσικότητα και αδιαφορία τις διαστροφές της φύσης.

Ο Λεονάρντο Μπαρόσο δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη των ενδιαφερομένων. Ο Τσάρος των Βορείων Συνόρων ήταν είναι και θα είναι πανίσχυρος. Κτήματα, τελωνεία, έλεγχος των ψεύτικων συνόρων, της γυάλινης μεμβράνης μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ, των κρυστάλλινων διάτρητων, απ’ όπου κάθε χρόνο περνάνε εκατομμύρια άνθρωποι, ιδέες, εμπορεύματα. Ξέρει καλά πως η υγεία του Μεξικού συνίσταται στην περιοδική ανανέωση των ελίτ. Όταν οι ντόπιες αριστοκρατίες παρατείνουν πέραν του δέοντος την παραμονή τους, τις διώχνουμε με τις κλωτσιές. Εδώ δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν οι Σομόσα και Τρουχίγιο. Και δεν πειράζει αν νοιώθει κτήνος. Έχει τον γιο του, με τον οποίο αισθάνεται πως εξανθρωπίζεται, άρα, σε αντίστιξη, η νύφη του φαίνεται πρόσφορη για να αποκτηνωθεί ξανά – και να την αποκτηνώσει.

Το στοίχημα: Ο Λεάντρο Ρέγες είναι οδηγός για τουρίστες. Στην εθνική οδό οι εξατμίσεις των φορτηγών κι ο μολυσμένος αέρας της πόλης τους αποκοιμίζει όλους εκτός από τον ίδιο. Οδηγεί γρήγορα κι επαναλαμβάνει τις πολιτιστικές περιγραφές του κασσετοφώνου, εκδικούμενος τις τουρίστριες που ζητούν εξωτικά ρομάντζα στα χέρια των άθλιων της συνομοταξίας του. Αποδοτικός συνδυασμός: η βάρβαρη φυσική βία και το ύφος της λογιοσύνης. Η Ισπανίδα επιβάτιδα όμως Ενκαρνασιόν Καλδάσο είναι σκληρή αντίπαλος: εγώ θα σου δείξω πώς να περνάς καλά. Είσαι ένας τύπος ανασφαλής, μεταμφιεσμένος σε αλαζόνα. Μη δηλητηριάζεσαι. Μην περνάς τη ζωή σου λέγονται γιατί αυτοί κι όχι εγώ; Και οι δυο τους ενώνονται σε μια μοναδική ένωση όπου ο καθένας θα γεύεται τη δική του αξία. Παίρνουν το αυτοκίνητο για να τρέξουν προς την νέα τους ζωή. Ευτυχισμένο τέλος; Σε διήγημα του Φουέντες; Αστειεύεστε;

Στο πέτρινο χωριό του Λεάντρο ο τρελός Πακίτο είναι ευτυχισμένος επειδή είναι ζωντανός, ο ήλιος λάμπει και του έχουν μείνει τέσσερα δόντια. Αλλά ο σκληρός κόσμος δεν του το συγχωρεί, έχουν όλοι κεφάλια από πέτρα: τίποτα δεν μπαίνει μέσα τους. Μόνο διαρκώς βάζουν στοίχημα για τα πάντα, για να περάσει η ώρα τους – και τώρα στοιχημάτισαν ποιος θα τον βαρέσει περισσότερο. Σε τέτοια τραγικά στοιχήματα συμμετείχε κι ο Λεάντρο. Άλλους ήθελε να χτυπήσει για τις αδικίες του, μα πάντα ξεσπούσε κι αυτός στον αδύναμο φτωχοδιάβολο. Αλλά τη στιγμή που οι τραμπούκοι πανηγυρίζουν πάνω στον συντετριμμένο Πακίτο φτάνει ένας μεγαλόσωμος άντρας, ο πατέρας του. Κοπανάει τα κεφάλια των δυο, μιλάει για την αποφυλάκισή του, για τα φυλαγμένα χρήματα που προτίθεται να στοιχηματίσει. Να κάνει ένα βήμα αυτός που χτύπησε τον Πακίτο. Πώς να τολμήσει να μη φανερωθεί; Ποιος να διανοηθεί να μη στοιχηματίσει;

Θα ξεκινήσουν ο καθένας από διαφορετικές πλευρές προς τη σήραγγα του Μπάριος ντε λα Λούνα, κι οι δυο απ’ το αντίθετο ρεύμα. Αν βγουν σώοι, μοιράζονται τα λεφτά. Αν σωθεί μόνο ένας, τα παίρνει όλα. Ο νταής αισθάνεται ήδη τις τρεμάμενες ματιές στην πλάτη του, την περιφρόνηση στις λέξεις του γέρου. Η επαφή των ματιών ήταν χειρότερη, πιο επικίνδυνη από των χεριών. Έπρεπε να αποφευχθεί. Όλοι τους ήταν πολύ άντρες επειδή δεν κοιτάζονταν ποτέ στα μάτια. Κι αυτό ήταν το λάθος του Πακίτο, τον κοίταξε στα μάτια, έστω και καταφοβισμένος. Τώρα είναι η σειρά του πατέρα να κοιτάξει τον νταή με ένα κόκκινο βλέμμα, αναμμένο σαν ξαναζωντανεμένο κάρβουνο, το τελευταίο ζωντανό κάρβουνο στη μέση της στάχτης που όλοι πίστευαν σβησμένο. Η μοίρα όλων δίνει ραντεβού στο σκότος της σήραγγας, σ’ ένα ευφυές τέλος. Αυτό το σκισμένο στα δυο διήγημα αποτελεί μια από τις συγκλονιστικότερες φουεντικές εκλάμψεις.

Ο Λεονάρντο Μπαρόσο θα συνεχίσει να μπαινοβγαίνει στις ιστορίες και να ορίζει τις ζωές των άλλων. Του αρέσει που στο Μεξικό πάντα υπάρχουν άνθρωποι διεφθαρμένοι, αυταρχικοί, με πλεόνασμα εξουσίας, πάντα υπερισχύει η ανάπτυξη, η ευημερία, η εκμετάλλευση πετρελαίου. Κι αφήνει τους άλλους να πιστεύουν ότι η έκφραση «ελεύθερος κόσμος» είναι ταυτόσημη με την «ελεύθερη αγορά».

Κάθε φορά που ο Φουέντες χαρακτηρίζει ένα σύνολο κειμένων ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα (όπως δηλαδή και το Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες – βλ. και εδώ), τότε γνωρίζουμε πως πρόκειται για διηγήματα που στέκονται μόνα κι ολομόναχα μέσα στην κορυφαία τους δραματουργία αλλά και συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, καθώς περιπλανιούνται στους ίδιους τόπους όπου πηγαινοέρχονται οι ίδιοι οριακοί χαρακτήρες. Τόσο στα 9 κομμάτια των Κρυστάλλινων Συνόρων όσο και στο προαναφερθέν κατακαίει η γραφή ενός απόλυτα σημερινού Φουέντες, που δεν έπαψε ποτέ να ησυχάζει σ’ ένα είδος γραφής (από τα τόσα που τον καθιέρωσαν) αλλά να γράφει μ’ όλους τους δυνατούς τρόπους πάνω στα πιο απαγορευμένα κι ανεπιθύμητα θέματα. Ποτέ άλλοτε ο εξαίρετος Μεξικανός Γλύπτης του Λόγου δεν ήταν τόσο σύγχρονος, άγριος, δραματικός, ευρηματικός, διαβολεμένα ανήσυχος μαέστρος στην απεικόνιση του σύγχρονου Μεξικού και του Άθλιεμένου Κόσμου του που κάποιοι άλλοι καταδίκασαν σε αέναη επανάληψη ως τον θάνατο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 262 σελ. (Carlos Fuentes, La frontera de cristal, 1995).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr. Στη φωτογραφία, όψη των Μεξικανο-ΗΠικών συνόρων. Ένα Λιμπρόφιλο Βλέμμα εδώ.

20
Ιουν
11

Πέδρο Μαϊράλ – Η χρονιά της ερήμου

Η αφηγήτρια Μαρία Βαλντέζ Νέιλαν βρίσκεται στην επιχείρηση που εργάζεται και κάνει πως πληκτρολογεί στον υπολογιστή, ενώ στην ουσία τίποτα δε λειτουργεί κανονικά: η δουλειά έχει λιγοστέψει κι όλα είναι ένα θέατρο. Αργότερα θα τον αντικαταστήσει με μια πράσινη IBM γραφομηχανή που μοιάζει με τανκ. Διάχυτη ανησυχία υπάρχει παντού: κάποια μεγάλη αναταραχή, που την ονομάζουν Κοσμοχαλασιά, πρόκειται να γίνει το απόγευμα στην Πλάσα ντε Μάγιο, κάποια Κοσμοχαλασιά έχει αρχίσει αλλά η Κυβέρνηση αρνείται να δει. Οι άνθρωποι στους δρόμους κουβαλούν στερεοφωνικά και αποχυμωτές. Σπίτια καταρρέουν, αλάνες εμφανίζονται, κανείς δε μιλάει για ερημωμένη γη αλλά για «περιοχή επανασχεδιασμού». Στα πεζοδρόμια το περπάτημα δυσκολεύει: έχουν γεμίσει απελπισμένους κατασκηνωτές, άστεγους κάτω από τέντες και λαμαρίνες. Το λεωφορείο περνά ξυστά απ’ τα αυτοσχέδια σπιτάκια στην άκρη του δρόμου. Η αστυνομία έχει εντολές να εγκαταστήσει οικογένειες σε σπίτια που έχουν παραπάνω από ένα δωμάτιο ανά άτομο ακόμα κι αν χρειαστεί να παραβιαστούν πόρτες.

Ο πατέρας της στο σπίτι έχει ξεθάψει μια παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση, αλλά επιμένει να κρατάει το τηλεκοντρόλ της καινούργιας. Πίεζε τα κουμπιά λες και του είχε μείνει ένα τικ που δεν μπορούσε με τίποτα να αποβάλει. Ούτως ή άλλως η τηλεόραση παίζει μαγνητοσκοπημένα προγράμματα από το αρχείο της: ταινίες και σαπουνόπερες. Αποσυνδέουν το ηλεκτρικό θυροτηλέφωνο γιατί χτυπά διαρκώς από απελπισμένους ανθρώπους που ψάχνουν χώρο να νοικιάσουν. Αλλά δεν χρειαζόταν: το ηλεκτρικό ρεύμα κόβεται διαρκώς, οι συσκευές νεκρώνουν. Ο φίλος της Αλεσάντρο βρίσκεται, όπως μαθαίνει έκπληκτη, στρατολογημένος στο Κάμπο ντε Μάγιο – παγιδεύτηκε στο Σύνταγμα του Πατρίσιος όταν πήγε να πάρει πίσω την κατασχεμένη του φωτογραφική μηχανή. Ένας παράνομος ραδιοφωνικός σταθμός ενημερώνει για την επερχόμενη Κοσμοχαλασιά και για το κίνημα της Επαρχίας. Ορδές συμμοριών από την Επαρχία έχουν σπάσει τον κλοιό και εισβάλλουν στην πρωτεύουσα. Ακούγονται ειδήσεις για καταλήψεις σε εμπορικά κέντρα και ηλεκτρικούς σταθμούς. Στα ράφια των σούπερ μάρκετ εμφανίζονται άγνωστες μάρκες.

Δυο άντρες με το όνομα Σέρχιο τελικά νοικιάζουν το καθιστικό της οικογένειας. Οι πολυκατοικίες θωρακίζονται, αποφεύγεται ακόμα και το άνοιγμα των περσίδων των παραθύρων. Φράζονται τα ανοίγματα των ισογείων και ενισχύονται οι σκοπιές. Κάποιοι γείτονες βάζουν μαξιλαράκια στα σκαλοπάτια, λες και πρόκειται για καθιστικό χτισμένο σε πλαγιά. Η μόνη διασκέδαση που απομένει είναι το ραδιόφωνο. Κάποιος ακούγοντας έναν αθλητικό αγώνα μονολογεί: Να’ ναι αλήθεια, άραγε; Για φαντάσου να ’ναι όλα ψέματα, να μη γίνεται κανένας αγώνας κι αυτοί οι τύποι να τα βγάζουν όλα απ’ το μυαλό τους. Φαντάσου να ’ναι ψεύτικες οι ειδήσεις, να μπορούμε και να βγούμε, να μην τρέχει τίποτα εκεί έξω κι όλα να ’ναι όπως πρώτα, όπως πάντα.Κι όλα να γίνονται για μα μη βγαίνει έξω ο κόσμος, να μένει κλειδαμπαρωμένος. Άλλωστε όλοι είχαν συνηθίσει να θεωρούν αληθινά μόνο όσα έβλεπαν στην οθόνη. Όλα τ’ άλλα έμοιαζαν να μην υπάρχουν. Τώρα κανείς δε γνωρίζει τι συμβαίνει έξω. Και μόνο το γεγονός πως βρίσκεσαι στην Πρωτεύουσα, σε κτίριο σε κάνει μισητό στην αντίθετη μεριά – μ’ ένα μίσος αυθαίρετο, ανώνυμο. Ο κόσμος χωρίζεται σ’ «εκείνους» και σ’ «εμάς».

Μια κυρία καταγράφει τις ειδικότητες των ενοίκων και μοιράζει δουλειές. H αυτοσχέδια ενδοκοινωνία της πολυκατοικίας αποφασίζει να σκάψει τούνελ, για να επικοινωνεί με τις άλλες πολυκατοικίες. Για να φτιαχτούν τα φτυάρια, λυγίζουν τα ταψιά, κόβουν τους τενεκέδες του λαδιού και τους κάδους των πλυντηρίων. Μόλις ολοκληρώνεται η ένωση, προσκαλούνται σε μια νυχτερινή γιορτή στον ακάλυπτο του απέναντι τετραγώνου. Σε μια γωνιά του υπάρχει κι ένα δέντρο – κάποιοι παρηγορούνται. Τα εσωτερικά μπαλκόνια μετατρέπονται σε περιβόλια. Μοιράζονται βάρδιες, η Μαρία προτιμά τη διαλογή απορριμμάτων, για να βρει σαμπουάν. Αρχίζει να γίνεται λόγος για καύση νεκρών και φτιάχνεται η πρώτη φυλακή. Μια γέφυρα πάνω απ’ το δρόμο φτιάχνεται στο ύψος του έκτου ορόφου, ανάμεσα στα αντικριστά μπαλκόνια. Η νέα ζωή εκτυλίσσεται σε απόσταση τριάντα εκατοστών απ’ το κρεβάτι της. Κατά τη διάρκεια της μέρας οι άνθρωποι περνάνε απ’ το δωμάτιό της για να πάνε στις γέφυρες. Συχνά γυρίζει στο δωμάτιό της βρίσκοντας κάποιον να ψαχουλεύει τα πράγματά της. Τα απλωμένα ρούχα κλέβονται συνεχώς.

Μια «αστυνομία εσωτερικών υποθέσεων» αναλαμβάνει υποθέσεις των κατοίκων των κτιρίων και καταλαμβάνει κάποια υπόγεια για τις ανακρίσεις. Ο «θυρωροί» πρέπει να αναλάβουν υπεύθυνοι των κτιρίων τους. Οι σκοπιές καταργούνται: μόνο η ασφάλεια θα κρατάει όπλα. Ο κόσμος σιγομουρμουρίζει στους διαδρόμους και πλάθει ιστορίες στα μπαλκόνια. Κάποιοι στο τετράγωνο επιμένουν πως μόνο οι «αξιοσέβαστοι πολίτες» έχουν μείνει μέσα, κι όλοι οι υπόλοιποι είναι απ’ έξω. Ο κόσμος φοβάται τους σηραγγοφρουρούς, κάποιοι τον βάζουν να πληρώνει διόδια. Δεν λείπει βέβαια η κυριακάτικη λειτουργία: ο Πάτερ εκφωνεί τα κηρύγματά του από ένα εσωτερικό μπαλκόνι και μετά κοινωνεί τους πιστούς με μπισκοτάκια Rex. Οι εκκλήσεις του στην εγκράτεια από τα αμαρτήματα της σάρκας σκεπάζει μ’ ένα ερωτικό μανδύα όλο το τετράγωνο. Προτείνεται ακόμα κι ο διαχωρισμός των φύλων.

Καθόμασταν σιωπηλοί, δίχως σπινθήρα ηλεκτρικού φωτός που θα έκανε το σκοτάδι να υποχωρήσει μ’ ένα και μόνο πάτημα του διακόπτη, όπως γινόταν παλιά, όταν όλα φωτίζονταν ξαφνικά με το που άγγιζες και μόνο ένα κουμπί στον τοίχο.Τα δελτία ειδήσεων μιλούν για πυρκαγιές στο κέντρο και για το χάος της επαρχίας, όπου ληστές με φορτηγά πηγαίνουν απ’ τα χωράφια, κόβοντας τα συρματοπλέγματα και αποφεύγοντας τα οδοφράγματα. Ελικόπτερα πετάνε στην ταράτσα κονσέρβες/τρόφιμα και μετά εξαφανίζονται. Κάποιοι παραβιάζουν την πόρτα ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού, αλλά όταν μπαίνουν μέσα βλέπουν πως δεν υπάρχει σπίτι, μόνο μια αλάνα γεμάτη ερείπια. Για να κρύψουν την Κοσμοχαλασιά, χτίζουν μόνο τις προσόψεις των τετραγώνων, σαν σε κινηματογραφικό σκηνικό.

Κανείς δεν νοιάζεται πια για το τι γίνεται έξω, αν άλλαξε και πάλι ο Πρόεδρος, αν σημειώνονται συγκρούσεις μεταξύ στρατού και ενόπλων ομάδων της Επαρχίας. Μια νέα απογραφή ορίζει να διοριστούν καινούργιοι υπεύθυνοι πολυκατοικιών και να εκδοθούν δελτία ταυτότητας για τον κόσμο των τετραγώνων. Η Μαρία βρίσκει την ευκαιρία να γίνει κάποια άλλη. Δεν έχει κανένα λόγο να μένει πια στο δωμάτιό της και πηγαίνει στο νοσοκομείο όπου ήδη βρίσκεται ο πατέρας της. Προσφέρει εθελοντική εργασία και μετακομίζει εκεί. Το νοσοκομείο σταδιακά μετατρέπεται σε εστία μόλυνσης, επιδημίες εξαπλώνονται. Η έλλειψη ακτινολογικού υλικού υποχρεώνει τους γιατρούς να προβαίνουν σε διαγνώσεις μαντεύοντας. Οι ποδιές των γιατρών και τα ταβάνια μετατρέπονται σε κινηματογραφικό πανί, για την καταπράυνση των ασθενών. Οι σύριγγες αποστειρώνονται σ’ ένα φουρνάκι στο τέλος του διαδρόμου

Κάποιος στρέφει το τηλεκοντρόλ προς τον πατέρα της και πατά τα κουμπιά. Όλοι οι ασθενείς αποδεικνύονται παθιασμένοι τηλεθεατές, που πέρασαν μεγάλο μέρος της ζωής τους μπροστά στην τηλεόραση – και με την διακοπή των προγραμμάτων όταν άρχισαν να πέφτουν σε κώμα εγκεφαλικής υπερλειτουργίας, λες κι έβλεπαν στα όνειρά τους μια δική τους τηλεόραση. Κοίταξα τα ήρεμα πρόσωπα των ασθενών που ήταν σε καθοδικό κώμα. Δεν χρειάζονταν τίποτε απ’ τον τρομερό κόσμο που είχε απομείνει έξω απ’ το κρανίο τους – κάποιοι μάλιστα φαίνονταν να χαμογελούν. Ήταν λες και κάτι ήθελαν να μου πουν από τα βάθη της ηρεμίας τους, κάτι – είμαστε καλά -, είμαστε μόνο αυτό, η ύλη απ’ την οποία είναι φτιαγμένη η τηλεόραση. Κάτι τέτοιο ίσως μου έλεγαν, στα σιωπηλά.

Τρία μυθιστορήματα, δυο ποιητικές συλλογές και μια συλλογή διηγημάτων έχουν ήδη εντάξει τον Μαϊράλ (Μπουένος Άιρες 1970) στον κατάλογο με τους πιο σημαντικούς νέους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς (Bogotá 39). Το συναρπαστικό του αυτό μυθιστόρημα (με συνεχή εξέλιξη της πλοκής, εξαιρετικές ιδέες, ευρηματικότατη εικονοπλασία) δεν αποτελεί μόνο πολιτική αλληγορία για την κρίση της Αργεντινής, όπως κυρίως έχει γραφτεί. Εδώ αναπνέει μια ρεαλιστική, ρεαλιστικότατη ιστορία, για τις ολισθηρές διαδρομές των οικονομικών κρίσεων όλου του κόσμου, για μια παραπάνω από πιθανή κατάληξη της κοινωνίας σε δύσκολες εποχές όπου η πόρτα της κοινωνικής βαρβαρότητας είναι ορθάνοιχτη. Η Μαρία μονοδρομείται από την αναπόφευκτη πορνεία και την φονική βλάψη του άλλου ως την αναχώρηση που μοιάζει η μόνη λύση και την επιστροφή σε άλλους τρόπους σκέψης. Εμείς τι θα κάναμε;

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Βασιλική Κνήτου, σελ. 358, με 55 σημειώσεις της μεταφράστριας (Pedro Mairal, El año del desierto, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

03
Μάι
11

Αμπδόν Ουμπίδια – Χειμωνιάτικη πόλη

Οι πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας

«Δεν γινόταν να κατακρίνω ένα βλέμμα, μια πρόθεση… Πώς μπορείς να φτάσεις εκεί όπου γεννάται η επιθυμία; Πώς μπορείς να επιβληθείς σε κάτι που είναι φύσει ελεύθερο και σου διαφεύγει, σε μια βούληση που δεν είναι η δική σου;» (σ. 78).

Η ζωή του αφηγητή αλλάζει δραματικά όταν καλείται να φιλοξενήσει τον ηδονιστή Σαντιάγο, ένα νεανικό φίλο που έχει προβλήματα με το νόμο. Τα κίνητρα της αποδοχής είναι περιπλεγμένα: κρυφός θαυμασμός, φόβος μήπως ανακαλύψει ότι φοβάται, υποδόρια ευχαρίστηση να τον δει με ξεπεσμένο ηθικό μακριά από την ξέφρενη ζωή. Η ορμητική εισβολή του κυνικού αριβίστα στην οικιακή εστία δυναμιτίζει το καθημερινό τυπικό της ζωής του με την σύζυγό του, που δείχνει να ανανεώνεται από την καταλυτική του παρουσία, και προκαλεί έναν πολυπλόκαμο εφιάλτη. Ο συγκαλυμμένος ανταγωνισμός των δυο αντρών αρχικά στο πεδίο των επιχειρημάτων επί παντός επιστητού μετατρέπεται σε σύγκρουση δυο διαμετρικά αντίθετων κοσμοθεωριών. Αμφότεροι μοιάζουν τρομαγμένοι μπροστά στη διαπίστωση ότι η ζωή τους θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Η κυριαρχία της λογικής και η εξασφαλισμένη οικογενειακή ηρεμία συγκρίνονται με την ριψοκίνδυνη ηδονοθηρία και τη διαρκή αναζήτηση των ζωτικών εμπειριών. «Η ζωή του νομάδα πάντα θα στοιχειώνει το μυαλό μας, όμως και στα όνειρα του νομάδα πάντα υπάρχει ένα μόνιμο, ασφαλές καταφύγιο».

Όμως είναι η ερωτική ζήλεια που αναταράσσει την ψυχολογική ισορροπία του παθητικού οικοδεσπότη και επαναφέρει στην επιφάνεια την κτητική του αγάπη για την «αφομοιωμένη» Σουσάνα, ένα δικό του δημιούργημα έστω και αντεστραμμένο («αυτό που ήταν, ή μάλλον αυτό που είχε πάψει πια να είναι, το όφειλε σ’ εμένα»). Πώς να της πει πως οι εκφράσεις της ανήκουν σε αυτόν και δεν πρέπει να επιδεικνύονται; Μήπως απλά χρησιμοποιεί τον Σαντιάγο για να τον κάνει να ζηλέψει; Πώς θα διασώσει αυτό «που είχε χαθεί με τα χρόνια, καθώς κυλούσαν άσκοπα, μέσα στην ανία, την ρουτίνα, την έλλειψη πίστης»; Πώς θα πειστεί ότι δεν είναι εραστής της εκείνος την ώθησε να ξαναπαίξει το βιολί που από καιρό είχε παρατήσει; Ακόμα κι όταν αρχίσει να αντιδρά, ανησυχεί μήπως η κοινή αγωνία αποτελέσει πρόσθετο σημείο επαφής τους. Κάποια στιγμή το τρίγωνο συζητά κάτω από το φως μιας λάμπας: καθώς εγγράφεται στον κύκλο του, μοιάζει αξεδιάλυτα δεμένο.

Ο ήρωας διχάζεται και ο μονόλογός του εκφράζει με σαφήνεια την δραματική του διττότητα. Από την μια προσπαθεί να ερμηνεύσει τον διφορούμενο τόνο της φωνής των υποτιθέμενων εραστών, πνίγεται σε συλλογισμούς και υποθέσεις, πασχίζει να ξεδιαλύνει τα φαντασιακά από τα πραγματικά περιστατικά. Από την άλλη αγωνίζεται να εξαντλήσει όλες τις λογικές πιθανότητες, να διασκεδάσει κάθε υπερβολική σκέψη, να μην αφήσει ούτε μια χαραμάδα απ’ όπου θα μπορούσε να γλιστρήσει το ενδεχόμενο μιας αυταπάτης. Μήπως «πάντα υπάρχει μια εξήγηση, λιγότερο δραματική, που δεν θέλουμε να δούμε»; Μήπως όλα επινοούνται εκ των υστέρων, ως μια εξήγηση σε ό,τι συνέβη μετά; Σε κάθε περίπτωση σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται: «κατά έναν περίεργο τρόπο, τα προσωπικά δράματα μας κάνουν πιο δημιουργικούς». Ακόμα και το κλίμα και η πόλη, που αγνώριστη πια αναπτύσσεται προς τον Βορρά για να ξεφύγει από το παρελθόν της, τον Νότο, μοιάζουν εχθρικά, ένα ειρωνικό φόντο στις συναισθηματικές του μεταπτώσεις, εξ ου και ο τίτλος της υφολογικά απλούστατης και ποιητικά πλουσιότατης νουβέλας του Ουμπιδία, που αποτελεί σημαντική φωνή της σύγχρονης λογοτεχνίας του Ισημερινού (Κίτο, 1944).

Η εξονυχιστική εξέταση όλων των πιθανοτήτων και η αναμέτρηση αντικρουόμενων ερμηνειών και διπλών οπτικών τελικά δεν οδηγούν πουθενά. «Η λογική έχει όρια που το ένστικτο εύκολα παραβιάζει». Αρκεί μια στροφή του μυαλού για να απωλεσθεί οριστικά η ισορροπία της ζωής και η βεβαιότητα των επιλογών της. Προτού οδηγήσει εαυτόν σε μια απρόσμενη «έξοδο» ο ήρωας έχει ήδη πειστεί πως η κακοτυχία δεν αποτελεί παρά έτοιμο κρυφό απόθεμα ενός προσωπικού κεφαλαίου: «Όλα λοιπόν έγιναν κατά τύχη; Δεν είναι αλήθεια. Δεν υπάρχουν ασήμαντες αφορμές, κι αν υπάρχουν, ψάχνουμε να βρούμε έναν τρόπο να τους δώσουμε εμείς σημασία. Στην πραγματικότητα ελάχιστα στη ζωή μας εξαρτώνται απ’ την τύχη. Ίσως τελικά αυτός να ’ναι κι ο σκοπός του παιχνιδιού: να βρούμε το αληθινά τυχαίο, ν’ αποκοπούμε, έστω για μια στιγμή, απ’ τον ιστό που συνδέει τα πάντα μεταξύ τους. Με τον καιρό καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχουν ασήμαντα, τυχαία περιστατικά: το γεγονός και μόνο ότι μας συνέβησαν φανερώνει πολλά για την ζωή μας, φτάνει να τα αποκωδικοποιήσουμε». (σ. 57)

Εκδ. Ροές, 2009, μτφ.: Βιργινία Γαλανοπούλου, σελ. 114 (Abdón Ubidia, Ciudad de Invierno, 1984)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη πόλη φυσικά είναι το Κίτο του Ισημερινού (Εκουαδόρ).

27
Απρ
11

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία

 Υπέρ Αδυνάτων

Αν η Μνήμη της Φωτιάς αποτελούσε την Άγραφη Ιστορία της αληθινής Αμερικής, οι Καθρέφτες αντανακλούν τις σκηνές που τέθηκαν στο περιθώριο της Επίσημης Ιστορίας (από τις απαρχές του κόσμου ως σήμερα)· τα γεγονότα και τις εκδοχές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Γκαλεάνο γράφει με τον γνωστό του τρόπο: τα αφηγήματά του είναι σύντομα αλλά περιεκτικότατα, η γλώσσα του απλή αλλά όχι χωρίς ποίηση, τα ιστοριογραφικά του σχόλια βασίζονται στη λογική αλλά εκφράζονται με πεντακάθαρη, σχεδόν παιδική ματιά – σα να προσκαλεί στη θέση του αφηγητή οποιονδήποτε «απλό» άνθρωπο. Ειρωνεία, ευφυείς παραλληλισμοί, αναλογίες και αντιστροφές συνδέουν περιπτώσεις που μπορεί να τις χωρίζουν αιώνες. Αυτή τη φορά η τεράστια σε όγκο βιβλιογραφία των πηγών αναπόφευκτα παραλείπεται.

Πολιτική, θρησκεία, τέχνη, ήθη, νομική, όλα τέθηκαν με κάθε δυνατό τρόπο στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Οι αρχαίες γιορτές των κύκλων της φύσης άλλαξαν όνομα, στις πλατείες που ηχούσαν τα ξεκαρδιστικά γέλια του κόσμου τώρα ακούγονται εδάφια από την Αγία Γραφή όπου κανείς ποτέ δεν γελά. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί οι σημερινοί Θεοί είναι ζηλιάρηδες και ανησυχούν για τον συναγωνισμό, εφόσον Εκείνοι είναι οι μόνοι αληθινοί. Μένουν οι επινοήσεις της Χριστιανικής Εκκλησίας (Καθαρτήρια, υποχρεωτικές εξομολογήσεις, άμμωμες συλλήψεις και η αιώνια ψησταριά της κόλασης – η απειλή της οποίας υπήρξε πάντα αποτελεσματικότερη των παραδείσων), μένουν οι εξακόσιες χιλιάδες φράσεις που αποδίδονται στον Μωάμεθ, από τις οποίες όσες καταριούνται τις γυναίκες μετατρέπονται σε αδιαμφισβήτητες ουράνιες αλήθειες.

Οι εθνικοί ύμνοι διακηρύσσουν την ταυτότητα του έθνους μέσα από απειλές, ύβρεις, αυτοπροβολή, δοξολογίες στον πόλεμο και το ιερό καθήκον να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Ο Διάβολος είναι κατά περίσταση μουσουλμάνος, Εβραίος, μαύρος, γυναίκα, ξένος, ομοφυλόφιλος, Τσιγγάνος, Ινδιάνος. Όταν ο Δαίμονας εμφανίστηκε με τη μορφή μιας υποτρόφου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Κλίντον δεν ανέτρεξε στην απαρχαιωμένες μεθόδους της Εκκλησίας αλλά επί τρεις μήνες χτυπούσε το Κακό βομβαρδίζοντας ανηλεώς τη Γιουγκοσλαβία.

Η γραφειοκρατία του πόνου βασανίζει στο όνομα της εξουσίας, έτσι ώστε η εξουσία να κρατιέται στη θέση της. Η ομολογία του βασανισμένου δεν αξίζει πολλά ή δεν αξίζει τίποτα. Αντίθετα η εξουσία ξεσκεπάζει το πρόσωπό της στις αίθουσες βασανισμούς. Όταν η εξουσία βασανίζει, ομολογεί πως τρέφεται από φόβο. (σ. 96). Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, βασισμένη σε ομολογίες αιχμαλώτων πως εκπαιδεύτηκαν εκεί για τη χρήση χημικών και βιοχημικών όπλων το επιβεβαιώνουν. Ο Τομά Σανκάρα που άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων, είπε: «Η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους γα να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου». Η Παραγουάη αφανίστηκε μέσω εξολόθρευσης δασκάλων και μαθητών, εξαφάνισης του εθνικού της αρχείου και υπέρογκου δανεισμού.

Ιστορίες που δεν θα μάθουμε ποτέ, που μας αφορούν ακόμα και σήμερα όσο ποτέ. Όταν γύρω στο 1890 ένας ταξιδιώτης επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης μίλησε κολακευτικά για «την πόλη όπου υπερισχύουν τα ζωηρά χρώματα». Τα σπίτια διέθεταν ακόμα προσόψεις κόκκινες, κίτρινες, γαλάζιες… Οι ειδήμονες εξήγησαν ότι παρόμοια βάρβαρη συνήθεια δεν ήταν αντάξια ευρωπαϊκής χώρας. Για να είσαι Ευρωπαίος έπρεπε να είσαι πολιτισμένος, δηλαδή σοβαρός, συνοφρυωμένος. Έκτοτε η πόλη ενδύθηκε με νόμο το γκρι χρώμα, το χρώμα που έχουν όλες οι μεγάλες πόλεις που μας απαγορεύουν να αναπνέουμε, να περπατάμε και να συνευρισκόμαστε. Ο συχνά αφηρημένος Πολ Γκογκέν έβαλε την υπογραφή του σ’ ένα δυο γλυπτά από το Κονγκό, ένα λάθος μεταδοτικό που επανέλαβαν οι Πικάσο, Μοντιλιάνι, Κλέε, Τζακομέτι, Ερνστ, και μάλιστα αρκετά συχνά, «γεννώντας» την μοντέρνα τέχνη. Η Ωδή στην Ελευθερία του Μπετόβεν λογοκρίθηκε κι έγινε Ωδή στη Χαρά, η Κόκα Κόλα έβαψε κόκκινο τον Άη Βασίλη.

Ηττημένοι και αδύναμοι υπήρξαν εσαεί απόντες από κάθε Ιστορία. Αμέτρητες γυναίκες υπέφεραν, εξ’ ορισμού εξόριστες από αυτήν, τα πάνδεινα. Η Έμιλυ Ντίκινσον, τέκνο μιας εποχής όπου οι άνδρες ασχολούνταν με την πολιτική και το εμπόριο και οι γυναίκες διαιώνιζαν το είδος και αρρώσταιναν, γόνος μιας τάξης που απαγόρευε να μιλήσει για τον εαυτό της, κλεισμένη στο δωμάτιό της επινοούσε ποιήματα που παραβίαζαν τους νόμους, τους κανόνες της γραμματικής και της έγκλειστης ζωής. Όλοι οι πρώτοι ρώσοι επαναστάτες αφανίστηκαν, η μορφή τους σβήστηκε από τις ιστορικές φωτογραφίες, το όνομά τους από τα βιβλία ιστορίας. Ο απαγορευμένος συγγραφέας Ισαάκ Μπάμπελ που κάποτε είπε: «επινόησα ένα νέο [λογοτεχνικό] είδος: τη σιωπή» δικάστηκε μέσα σε είκοσι λεπτά, αλλά η γυναίκα του πληροφορήθηκε την εκτέλεσή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Οι ολυμπιονίκες Σμιθ και Κάρλος (Μεξικό 1968) που ύψωσαν τη σφιγμένη γροθιά με μαύρα γάντια, Μαύροι Πάνθηρες που καταγγέλλουν τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, διώχθηκαν από τους αγώνες, αποκλείστηκαν από κάθε διοργάνωση, έμειναν άνεργοι, ο δεύτερος έπλενε αυτοκίνητα για ένα φιλοδώρημα.

Τόσες λανθασμένες ονομασίες («φυσικές» καταστροφές, λες και η φύση είναι ο θύτης κι όχι το θύμα, Ισπανικός «εμφύλιος»…), τόσες ειρωνείες: ο γιος του ποιητή Λουγκόνες επινόησε τα βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ και σαράντα χρόνια αργότερα, η εγγονή του ποιητή, Πιρί Λουγκόνες, υπέφερε από βασανιστήρια από τις ανακαλύψεις του πατέρα της στις αίθουσες μιας άλλης δικτατορίας που εξαφάνισε χιλιάδες Αργεντινούς. Καθώς ηγέτες ακούνε φωνές από το υπερπέραν και σπεύδουν να απελευθερώσουν χώρες και λαούς ακόμα και στην άλλη άκρη της γης, ο Αμβρόσιος Μπιρς διαπίστωνε: Ο πόλεμος είναι ο δρόμος που επέλεξε ο Θεός για να μας μάθει γεωγραφία.

Σ’ έναν κόσμο όπου οι κατακτητές έχουν το άσυλο που τους παρέχει η ιστορία και την ατιμωρησία που τους εγγυάται η εξουσία υπάρχει χώρος για ομορφιά και δικαιοσύνη. Ένας τυφλός ταξιδιώτης έβλεπε με τα πόδια, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έκανε μυστική συμφωνία με την κιθάρα του (κάθε φορά που παίζει να του χαρίζονται τα δάχτυλα που του έφαγε η φωτιά στο τροχόσπιτο), ο Δον Κιχώτης, άλλη μια περιπέτεια της ελευθερίας που γεννήθηκε στις φυλακές (όπου βρισκόταν για χρέη ο Θερβάντες) περιφέρεται ακόμα στον κόσμο και στο τελευταίο γράμμα του στους γονείς του: Νοιώθω και πάλι στις φτέρνες μου τα πλευρά του Ροσινάντη. Ξαναπαίρνω τους δρόμους με την ασπίδα στο χέρι. Κι όπως είπε ο Λουμούμπα, κατηγορώντας την αυτοκρατορία της σιωπής: κάποια μέρα η Ιστορία θα πάρει το λόγο.

Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια: οι εξολοθρευτές των πάντων, οι διώκτες του πλησίον μας, τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν τις μηχανές που επινοούν, τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει, τα μόνα που βασανίζουν αλλά και τα μόνα που δημιουργούν λέξεις, για να μη χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της, γράφει ο συγγραφέας. Και παρά την αφάνταστη σκληρότητα ζωής και θανάτου των αδυνάτων, μένει το ύστατο μάθημα ζωής από τον Ομάρ Καγιάμ (που προτιμούσε την ταβέρνα απ’ το τζαμί): για μας τους εφήμερους θνητούς, η μόνη αιωνιότητα είναι η στιγμή, και είναι προτιμότερο να την πιείς παρά να την κλάψεις.

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 373, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Espejos, 2008)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Στις φωτογραφίες: μια αυλή κάπου στην Αγκόλα, μια σχολική αίθουσα στην Καμπούλ.

21
Απρ
11

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Μνήμη της φωτιάς. Ι. Η ΑΡΧΗ.

Κατά αμνησίας

Στο «Σημείο Εκκίνησης» ο συγγραφέας δηλώνει τις κακές του σχέσεις με το μάθημα της Ιστορίας, μιας επινόησης ούτως ή άλλως κάποιων άλλων, μιας οντότητας που έχει πάψει να αναπνέει, έχει φυλακιστεί στα μουσεία κι έχει θαφτεί με στεφάνια. Σ’ αυτή την Ιστορία επιθυμεί να ξαναδώσει ανάσα, ελευθερία, λόγο. Αδιάφορος για τα ειδολογικά σύνορα του πονήματός του και τους «τελωνοφύλακες της λογοτεχνίας» ο Γκαλεάνο δεν φιλοδοξεί να γράψει ένα αντικειμενικό έργο αλλά μια προσωπική ανάγνωση υπαρκτών ντοκουμέντων. Η Μνήμη της Φωτιάς αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας και χωρίζεται σε δυο μέρη: στους μύθους των πρώτων κατοίκων της προκολομβιανής Αμερικής («Οι πρώτες φωνές») και στην αμερικανική ιστορία από το 1492 – 1700 («Γηραιός νέος κόσμος»). Κάθε κείμενο έχει δυο βασικές σημάνσεις: στην αρχή σημειώνεται ο τόπος και ο χρόνος του περιστατικού και στο τέλος ένας αριθμός που παραπέμπει στη αναγραφόμενη στο τέλος βιβλιογραφία 227 πηγών – κειμένων.

Ως Κέντρο αυτής της Ιστορίας επιλέγεται η Λατινική Αμερική, από την οποία «όλους αυτούς τους αιώνες δεν άρπαζαν μόνο τον πλούτο της αλλά σφετερίστηκαν τη μνήμη της», καταδικάζοντάς την σε αμνησία. Πολύ περισσότερο στην περίπτωση της πολύπαθης ηπείρου είναι ορατή η ιστορία της Κατάκτησης και της εξαφάνισης ολόκληρων λαών και πολιτισμών μέσω προαιώνιων θεσμών και μηχανισμών. Γι’ αυτό και δεν επιστρατεύτηκε μόνο ο γνωστός Ανώτατος Θεός – τιμωρός που δεν αγαπάει αλλά μισεί τους ανθρώπους αλλά κι ένας ακόμα αιώνιος, παγκόσμιος θεός που δεν αναφέρεται σε κείμενα ή τραγούδια και βασιλεύει τον κόσμο ορίζοντας αφέντες και σκλάβους και αποφασίζοντας ο ίδιος για όλους– ο θεός του Φόβου. Κι όμως, ήταν μόλις 1515 όταν ο Τόμας Μουρ στην προκυμαία της Αμβέρσας συνάντησε ή επινόησε τον Ραφαέλ Χιθλοντέι που ισχυρίζεται πως ανακάλυψε το νησί της Ουτοπίας σε κάποια ακτή της Αμερικής, όπου δεν γνωρίζουν την αρπαγή (δημιούργημα του φόβου), ούτε ξέρουν τι θα πει πείνα, ο λαός εκλέγει και καθαιρεί τους ηγεμόνες του και η θρησκεία δεν προσβάλλει τη λογική και αποτρέπει τις ανώφελες ταπεινώσεις και τον βίαιο προσηλυτισμό.

Τέσσερα χρόνια μετά ο Μιχαήλ Άγγελος θα σημείωνε κάτω από έργο του: Το αίμα του Χριστού πωλείται με το κουτάλι. Άλλωστε συγχωροχάρτια, αφορισμοί, τίτλοι ευγένειας είχαν όλα την τιμή τους. Ευτυχώς που παπικό διάταγμα του 1537 αποφάνθηκε πως οι Ινδιάνοι είναι πράγματι ανθρώπινες υπάρξεις, που διαθέτουν λογική και ψυχή, αλλά σχεδόν έναν αιώνα αργότερα δεν έλεγαν να εγκαταλείψουν τα έθιμά τους, γι’ αυτό και το 1625 απαγορεύονται οι «νοσηροί» χοροί των Ινδιάνων της Γουατεμάλας που άλλωστε ξοδεύουν τα λεφτά για φτερά, ρούχα και μάσκες και χάνουν πολύτιμο χρόνο σε γιορτές και μεθύσια, με αποτέλεσμα να μην αποδίδουν στη δουλειά τους, να μην πληρώνουν φόρους και να μην μπορούν να συντηρήσουν τα σπίτια τους.

Σύμφωνα με την «Μαρτυρία του πουριτανού Τζον Άντερχιλ από το Κονέκτικατ, για τη σφαγή των Ινδιάνων Πεκότ» η θέα του αίματος και των νεκρών κορμιών των Ινδιάνων (που αγνοούσαν παντελώς την άφιξη του στρατού του) στάθηκε τρομερή δοκιμασία για τους στρατιώτες του. Τουλάχιστον ο Θεός τους είχε απαλλάξει από τον οίκτο και ο Λόγος του καθοδήγησε τις πράξεις τους, προς τη σωτηρία λαών που είχαν βυθιστεί στην αμαρτία (1637). Περισσότερο έκπληκτος ο Φρανσίθκο ντε Άβιλα διαπιστώνει πως ούτε ένας από τις χιλιάδες Ινδιάνους που ανέκρινε δεν βρέθηκε να μην είναι αιρετικός, συνεπώς η καταστροφή ναών και κεφαλιών υπήρξε ενδεδειγμένη ώστε ο αέρας της χριστιανικής πίστης να εξαγνίσει το Περού (1641). Εξάλλου την ίδια σχεδόν εποχή (1647) ο ταγματάρχης δον Μαρτίν ντε Μουχίκα ανακοινώνει την απαγόρευση ενός παιχνιδιού των Ινδιάνων της Χιλής διότι με το να τρέχουν πίσω από μια μπάλα εξασκούνται στον πόλεμο και συχνά προκαλούνται καβγάδες ενώ είναι απαράδεκτο να θεωρούν πως λίγα φτερά τους φέρνουν τύχη. «Η πρώτη φωνή διαμαρτυρίας» του δομινικανού μοναχού Αντόνιο ντε Μοντεσίνος που κατήγγελε από τον άμβωνα τη γενοκτονία των Ινδιάνων (1511), έκπληκτος για το ανεφάρμοστο «Αγαπάτε αλλήλους», δεν ακούστηκε ποτέ, όπως και κάθε επόμενη.

Ο συγγραφέας (που έζησε εξόριστος στην Αργεντινή (1973-1977) κι αργότερα στην Ισπανία (1977-1985) προτού επιστρέψει στην Ουρουγουάη) άντλησε από ένα αστείρευτο υλικό: επίσημες και λαϊκές πηγές, συλλογές μύθων και θρύλων, παραδόσεις και παραμύθια, τοπικές ιστορίες, ιερά κείμενα, λαογραφικές έρευνες, ανθρωπολογικές μελέτες, πανεπιστημιακές διατριβές για πολιτισμούς και θεσμούς, λαϊκές βιογραφίες, ποιητικές ανθολογίες, αλλά και εκδόσεις σπουδαίων λογοτεχνών, όπως οι Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (Leyendas de Guatemala), Αλέχο Καρπεντιέρ (El arma y la sombra, ελλ. Η άρπα και η σκιά), Μπενζαμίν Περέ (Anthologie des mythes, légends et contes populaires d’ Amerique), Αλφόνσο Ρέγιες (Medallones), Αουγκούστο Ρόα Μπάστος (Las culturas condemadas) και Οράσιο Σάλας (La Espana Barocca).

Εκδ. Πάπυρος, [Σειρά Letras. Ισπανόφωνοι και πορτογαλόφωνοι συγγραφείς], 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 429, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Memoria del fuego. I. LOS NACIMIENTOS, 1982)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη μάσκα: από την φυλή Haida των γηγενών της βορειοδυτικής Αμερικής.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers