Αρχείο για την κατηγορία 'Ρωσική Λογοτεχνία'

17
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.

27
Μαρ
12

Ναντιέζντα Μαντελστάμ – Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ

Έγκλημα και τιμωρία

Βλαδιβοστόκ, Βορειοανατολικά Αναμορφωτικά Στρατόπεδα Εργασίας, 11ο Παράπηγμα, 1938. Από εκεί προέρχεται το τελευταίο γράμμα του Όσιμ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ προς τη σύζυγό του Ναντιέζντα και τον αδελφό του Αλεξάντρ. Ο ποιητής είχε ήδη εξοριστεί σε Τσερντίν και Βορόνεζ (1934-1937) και τώρα εκ νέου καταδικαστεί σε πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Κολυμά της Σιβηρίας για αντεπαναστατική δράση. Το έγκλημα: ένα σατιρικό ποίημα για τα μουστάκια του Στάλιν, που διάβασε σ’ ένα κύκλο ομότεχνων, ένας εκ των οποίων τον κατέδωσε, στον γνωστό φαύλο κύκλο του καθεστώτος διώξεων και καταδόσεων: καταδίδεις πρώτος για να μη σε καταδώσουν ή να μη φανεί πως συγκαλύπτεις τον άλλον. Στην Σοβιετική Ένωση του ’30 αρκούσε μια και μόνο φράση για να καταστρέψει για πάντα την ζωή ενός ανθρώπου.

Ταφικό μνημείο

Ο τάφος του Μαντελστάμ είναι άγνωστος, πιθανός ομαδικός και κάτω από τον πάγο. Αλλά το κενοτάφιό του, όπως γράφει στην εισαγωγή ο Α. Βιστωνίτης, είναι ακριβώς το βιβλίο της γυναίκας του, ένα σπάνιο επίτευγμα της ρώσικης μεταπολεμικής πεζογραφίας. Το χειρόγραφο στάλθηκε κρυφά στη Δύση και εκδόθηκε το 1970 προκαλώντας πολιτικοπολιτισμικό σοκ. Εννοείται πως στη Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε σε σαμιζντάντ και οι δεκάδες συγγραφείς και διανοούμενοι που αναφέρονταν με όλη τους την μικρότητα, την ρουφιανιά και την δειλία έχασαν τον ύπνο τους. Από την άλλη πλευρά, η μνήμη πολλών σπιλώθηκε, χωρίς ποτέ να αποδειχτεί η εμπλοκή τους, πέρα από φήμες που έφτασαν στα αυτιά της συγγραφέως. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η οργή και ο πόνος της για τον θάνατο του Ο.Μ. και για την κατεστραμμένη της ζωή παρέκαμπτε, όπως υποστηρίχθηκε, την ακρίβεια των πληροφοριών της.

«Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία…»

Η συγκλονιστική της αφήγηση αρχίζει το 1934 με την πρώτη σύλληψη του ποιητή και τελειώνει με το θάνατό του το 1938, την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου. Αυτή η αφήγηση είναι Μαρτυρία, Ιστορία, Βιογραφία, Χρονικό, Πραγματεία πάνω σε κάθε μορφή ατομικής εξόντωσης, στη συντριβή της ατομικότητας από την εξουσία. Είναι Έπος σκοτεινό και αθέατο επί δεκαετίες, Ψυχολογία της αλλοίωσης των συνειδήσεων και της παραμόρφωσης των συναισθημάτων. Μελέτη Σοβιετικού Ολοκληρωτισμού και Απόλυτη Ιστορία Αγάπης, Αφοσίωσης, Διάσωσης, Απόδοσης Δικαιοσύνης.

Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία, αλλά για μια δειλή απόπειρα να περιγράψω τη μεταβολή της συνείδησής που, πιθανότατα, υφίσταται η πλειονότητα των ανθρώπων που πέρασαν τα μοιραία όρια. Η μεταβολή αυτή εκφραζόταν πρωτίστως με την πλήρη αδιαφορία για όλα όσα έμεναν πίσω, καθώς αναδυόταν η απόλυτη βεβαιότητα ότι όλοι μας παίρναμε τον δρόμο προς τον αναπότρεπτο χαμό. […] Πρόσφατα αγωνιούσα για τους δικούς μου, τη δουλειά μου, όλα όσα υπεράσπιζα. Τώρα χάθηκε η ανησυχία και διαλύθηκε ο φόβος. Τον διαδέχτηκε η οδυνηρή επίγνωση της καταδίκης, κι αυτή γέννησε μια αδιαφορία σωματικά αισθητή…Και τότε αποδείχτηκε πως ο χρόνος δεν υπάρχει πια, μόνο προθεσμίες για την πραγματοποίηση του αναπόφευκτου… [σ. 79 – 80]

Η σύζυγος του εχθρού του λαού στον χιλιοπερπατημένο δρόμο

Αν η Ναντιέζντα δεν ήταν δίπλα του στην εξορία του Βορόνεζ, δουλεύοντας σε εργοστάσιο (καθώς σ’ εκείνον δεν έδιναν δουλειά, παρά τις απεγνωσμένες του προσπάθειες) δεν θα είχε γράψει τα εξαίσια ποιήματα εκείνης της περιόδου (1934-1938) και τίποτα από την ποίησή του δεν θα είχε διασωθεί αν η ίδια δεν την απομνημόνευε και δεν την επαναλάμβανε μέσα της αμέτρητες φορές, ζώντας στην αφάνεια για να μην αφήνει ίχνη, διδάσκοντας σε επαρχιακά σχολεία, άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Έζησε γνωρίζοντας πως ανά πάσα στιγμή μπορούσε να συλληφθεί ως σύζυγος «εχθρού του λαού». Ούτως ή άλλως οι μεγάλες πόλεις της ήταν απαγορευμένες. Κρυβόταν στο καθεστώς της ανύπαρκτης προσωπικότητας χωρίς την ελάχιστη περιουσία, χωρίς ούτε ένα βιβλίο στα χέρια της. Σε κάθε περίπτωση το χαρτί ήταν επικίνδυνη κατοχή. Μόνο η νυχθημερόν επανάληψη των στίχων του την έκανε να εμβαθύνει στην ποίησή του και να συνομιλεί μαζί του. Το μόνο πράγμα που είχε γράψει μέχρι τότε ήταν γράμματα σε φίλους και αιτήσεις προς το Ανώτατο Δικαστήριο.

Έπρεπε να διαφυλάξω δυνάμεις, για να διαβώ όλους τους δρόμους που είχαν ήδη διασχίσει άλλες γυναίκες. Αλλά εκείνη τη νύχτα του Μάη μού ανατέθηκε άλλη μια αποστολή, χάρη στην οποία έζησα και ζω ακόμη. Δεν είχα τη δυνατότητα ν’ αλλάξω τη μοίρα του Ο.Μ., διέσωσα όμως ένα μέρος των χειρογράφων του, πολλά διατηρήθηκαν στη μνήμη μου, αλλά μονάχα εγώ μπορούσα να τα διασώσω – και γι’ αυτό άξιζε να συγκεντρώσω δυνάμεις. [σ. 47]

Οι σύζυγοι των συλληφθέντων έπαιρναν τον «χιλιοπερπατημένο δρόμο» για τον Πολιτική Ερυθρό Σταυρό, ο οποίος όμως δεν είχε την παραμικρή επιρροή, άρα στην ουσία πήγαιναν εκεί για να εκτονωθούν και να αποκτήσουν την αυταπάτη της δράσης, τόσο απαραίτητη στις περιόδους της καταθλιπτικής αναμονής. Μετά το κλείσιμό του, όλες ζούσαν μόνο με τις φήμες, μέρος των οποίων διαδιδόταν ειδικά για την κατατρομοκράτησή τους. Οι συμβουλές που δεχόταν απ’ όσους γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις αφορούσαν τον Ο.Μ.: να μην δραστηριοποιείται πουθενά, να μη ζητά τη μεταγωγή του σε άλλο μέρος, να, μην υπενθυμίζει την ύπαρξή του, να μην συμπεριληφθεί σε κανένα έγγραφο το όνομά του, να τους αφήσει να τον ξεχάσουν.

Τα Σοβιετικά Επαγγέλματα

Οι συχνές «νυχτερινές επιχειρήσεις» ονομάζονταν έτσι στη γλώσσα των μυστικών αστυνομικών – τσεκιστών, από τον μύθο και ευσεβή τους πόθο ότι θα μπορούσαν να συναντήσουν αντίσταση και να γευτούν τον κίνδυνο. Όπως πάντα, η ηλιθιότητα τους κατά τις έρευνες ήταν παροιμιώδης. Μπορεί να έψαχναν σε συρτάρια και ράχες βιβλίων, αλλά ποτέ σε μια κατσαρόλα: εκεί ένα χειρόγραφο θα μπορούσε να ζήσει αιώνες. Άλλοτε τους αρκούσε να κάνουν αισθητή την παρουσία τους: όταν έμενε με την Άννα Αντρέγεβνα (:Αχμάτοβα) στην Τασκένδη, γυρνώντας σπίτι έβρισκαν το σταχτοδοχείο γεμάτο γόπες. Η παρουσία κάποιου σε συλλήψεις με την ιδιότητα του μάρτυρα έγινε σχεδόν επάγγελμα. Ορισμένοι αναλάμβαναν εργολαβικά ως μάρτυρες έναν συγκεκριμένο δρόμο ή συνοικία.

Ιδιαίτερο είδος χαφιέ αποτελούσε ο «θαυμαστής», κατά βάση εκπρόσωπος του ίδιου επαγγέλματος, ομότεχνος, συνάδελφος ή γείτονας αλλά και ο «υπασπιστής», που κάνει διατριβή στην ποίηση. Οι επαγγελματίες εξολοθρευτές επινόησαν μια παροιμία: Αν βρεθεί ο άνθρωπος, θα βρεθεί και η υπόθεση. Ο Ο.Μ. επαναλάμβανε συχνά τους στίχους του Χλέμπνικοφ: Μεγάλη υπόθεση το αστυνομικό τμήμα! Είναι το μέρος όπου συναντιέμαι με το κράτος. Οι έμπειροι των ανακρίσεων έλεγαν πως είναι απαραίτητο στην αρχή να κάνεις κάποιες ελάχιστες ομολογίες, ειδάλλως αρχίζει η «πίεση» και αποδυναμωμένος αρχίζεις και αραδιάζει ένα σωρό απίθανα (ψεύτικα και ενοχοποιητικά) πράγματα για τον εαυτό σου.

Οι Διαβρωτικοί Φόβοι

Συνήθως, ύστερα από μια ακόμα είδηση για τη σύλληψη κάποιου, υπήρχαν αυτοί που σώπαιναν και χώνονταν ακόμα πιο βαθιά στο λαγούμι τους, το οποίο, με την ευκαιρία, δεν γλίτωσε κανέναν, ενώ άλλοι έβριζαν εν χορώ τον συλληφθέντα. [σ. 63]

Η Μαντελστάμ γράφει για τις μοιραίες περιόδους που η ατμόσφαιρα γινόταν πιο βαριά κι απ’ το μολύβι, για τη βουβαμάρα και τα πρώτα συμπτώματα του λήθαργου, για τον φόβο που υπήρχε ακόμα και για το αν κάποιος κρυφακούει τις πιο μύχιες σκέψεις σου, για την μανία καταδίωξης που βασάνιζε τον καθένα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 ο ψίθυρος της κοινής γνώμης γινόταν όλο και πιο αδύναμος κι έπαψε να μετουσιώνεται σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πολύ περισσότερο στην υπόθεση του Ο.Μ. κανείς δεν τολμούσε να εκφέρει γνώμη ή να αναμιχθεί, εφόσον είχε θιγεί το πλέον επίφοβο πρόσωπο στη χώρα. Ένας λόγος παραπάνω εδώ να εκτιμήσει τον Παστερνάκ, που ήρθε στο σπίτι της με την Αχμάτοβα (που ούτως ή άλλως δε σταμάτησε να ενεργεί από την δική της πλευρά, αν και η σχέση των δυο γυναικών υπήρξε αμφιλεγόμενη) για να μάθει πώς μπορεί να βοηθήσει.

Ζούσαμε ανάμεσα σε ανθρώπους που χάνονταν τον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση, κι ανάμεσα σ’ αυτούς που τους έστελναν στον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση. Ήταν επικίνδυνο να συνδέεσαι με ανθρώπους που εξακολουθούσαν να σκέπτονται και να δουλεύουν. [σ. 73 – 74]

Κάρφωσε πρώτος, μη σε καρφώσουν πρώτοι

Είναι γνωστές οι μορφές εκβιασμού για να στρατολογηθείς ως χαφιές: προβλήματα στην οικογένεια, στη δουλειά, διασπορά φημών ότι είσαι χαφιές. Οι περιγραφές για το πώς κάθε οικογένεια μελετούσε τους γνωστούς της γυρεύοντας ανάμεσά τους υποψήφιους ή νυν προδότες είναι ανατριχιαστικές. Στους εργασιακούς χώρους το «ξεσκέπασμα» αποτελούσε καθημερινότητα. Αναπόφευκτα οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν την ικανότητα επικοινωνίας, οι δεσμοί να χαλαρώνουν κι ο καθένας να ζαρώνει στη γωνιά του σιωπηλός, ανεκτίμητο πλεονέκτημα για παντός είδους εξουσίες.

Στον αγώνα υπέρ της ιδεολογικής καθαρότητας, οι αρχές ενθάρρυναν με κάθε τρόπο όσους «είχαν τη γενναιότητα να ξεσκεπάζουν» αυτούς οι οποίοι «χωρίς κανένα σεβασμό στην προσωπικότητα» αποκάλυπταν τα υπολείμματα της παλιάς ψυχολογίας μεταξύ των συναδέλφων τους. Υπολήψεις συντρίβονταν σαν σαπουνόφουσκες, και οι αποκαλύπτοντες σκαρφάλωναν στα ύψη της υπηρεσιακής κλίμακας. Κάθε σημαντικό πρόσωπο που αναδείχτηκε εκείνα τα χρόνια χρησιμοποίησε αυτή τη μέθοδο, το «ξεσκέπασμα» δηλαδή του προϊσταμένου του, μια φορά τουλάχιστον. Ειδάλλως, πώς θα έπαιρνε τη θέση του; [σ. 141]

Ανύπαρκτο όριο, άφαντο λαγούμι

Αναρωτιόμουν γιατί στον τόπο μας όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον χαμό. Τι πρέπει να είναι κανείς για να σωθεί; Πού βρίσκεται εκείνο το λαγούμι όπου μπορείς να τρυπώσεις για να σωθείς; [σ. 90]

Ήδη με την πρώτη εμπειρία στο Τσερντίν αποκαλύφθηκε η τεράστια ειρωνεία: στις συνθήκες των κάτεργων και της εξορίας η λέξη σύντροφος έπαιρνε ιδιαίτερη σημασία, κάτι που οι εκτός των φυλακών είχαν από καιρό ξεχάσει. Εκεί αντιλήφθηκαν πως το σημαντικότερο όλων ήταν η εσωτερική πειθαρχία: δεν πρέπει να περιμένεις τίποτα από το μέλλον. «Να βλέπεις το Τσερντίν σαν την ύστατη ανάπαυλα. Και να είσαι έτοιμος και να περιμένεις να αντιμετωπίσεις τα πάντα». Οι γνωστοί τους εκεί είχαν ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αλλά ακόμα κι εκεί, πόσοι πίστευαν πραγματικά πως το ζεύγος βρίσκεται πράγματι εξόριστο εκεί και δεν ήταν φυτεμένοι από το κράτος; Η απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, γράφει η Μαντελστάμ, είναι η πρώτη ένδειξη διχασμού της κοινωνίας σε δικτατορίες όπως εκείνη.

Που βρίσκεται λοιπόν σε εποχές σαν την δική μας το όριο μεταξύ ψυχικής ομαλότητας και αρρώστιας; [σ. 112] Ποιος ανάμεσά μας δεν σκεφτόταν τον εαυτό του στο γραφείο του ανακριτή, ποιος δεν σκεφτόταν με την παραμικρή αφορμή απαντήσεις σε ερωτήσεις που θα του κάνουν εκείνοι;

Η Νέα Ηθική

Η Μαντελστάμ γράφει για την ύπνωση του παρόντος, το κήρυγμα του ιστορικού ντετερμινισμού που στέρησε απ’ όλους τη θέληση και την ελεύθερη κρίση, για εκείνους που στο όνομα της Νέας Ηθικής και της Νέας Εποχής διέπρατταν τα τρομερότερα εγκλήματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός από τα ισχυρότερα στελέχη της Τασκένδης που μετά την σύνταξή του αυτοκτόνησε, καθώς δεν άντεξε την δοκιμασία των συνεχών κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεων όσων επιβίωσαν στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με το γράμμα της αυτοχειρίας του, όσο εργαζόταν ως αφοσιωμένος κομσομόλος δεν έβλεπε άλλον από τους συναδέλφους του και τους ανακρινόμενους, εργαζόταν νυχθημερόν χωρίς ανάπαυλα, έπαιρνε προαγωγές και παράσημα και μόνο όταν συνταξιοδοτήθηκε βρήκε το χρόνο να σκεφτεί όσα συνέβαινα και να αναρωτηθεί μήπως δεν υπηρετούσε το λαό όπως νόμιζε τόσα χρόνια… Οι σοβιετικοί είχαν αγγίξει τον υψηλότερο βαθμό ψυχικής τύφλωσης. Όσοι διατηρούσαν υγιή ψυχισμό έκλειναν τα μάτια τους μπροστά στην πραγματικότητα. Το ταξικό αίσθημα είχε αντικαταστήσει κάθε συνείδηση.

Αυτοχειρία, εφόδιο σε εφεδρεία

Σε άλλες εξίσου συγκλονιστικές σελίδες η συγγραφέας γράφει για τις σκέψεις του Ο.Μ., που από ένα σημείο κι έπειτα βρισκόταν συνεχώς σε επιφυλακή για τον φόβο της εξόντωσής του, να δώσει τέλος στη ζωή του αντί να θανατωθεί με τους όρους των διωκτών του. Δεν τον πείραζε να πεθάνει, αρκεί να μην ήταν από το χέρι του εκτελεστή. Η αυτοκτονία ήταν και για τους δυο τους ένα εφόδιο που κρατούσαν σε εφεδρεία. Η σκέψη της έσχατης λύσης παρηγορούσε και καθησύχαζε κυρίως την Ναντιέζντα στις περισσότερο αφόρητες περιόδους της ζωής τους. Ο Όσιπ ήταν περισσότερο αισιόδοξος: Πώς ξέρεις τι θα γίνει μετά; Η ζωή είναι ένα δώρο που κανείς δεν θα τολμήσει ν’ απορρίψει. Γιατί σου έχει κολλήσει ότι οφείλεις να είσαι ευτυχισμένη; Αν και λάτρευε τη ζωή, ο Μαντελστάμ ποτέ δεν αναζήτησε την ευδαιμονία, ούτε και στηριζόταν την αποκαλούμενη ευτυχία. Γι’ αυτόν τέτοιες έννοιες ήταν ανύπαρκτες.

2.000, 42

Σερζ (βλ. εδώ και εδώ), Πλατόνοφ, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Πιλνιάκ, Μπάμπελ, Χαρμς, Σαλάμοφ αλλά και οι περισσότερο «γνωστοί» Μπουλγκάκοφ και Μαγιακόφσκι: τα τελευταία χρόνια το έργο των μείζονων ρώσων πεζογράφων και ποιητών γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση. Ακόμα και σε πιο «ελεύθερα» καθεστώτα, η αφάνειά τους κρίθηκε προτιμότερη, σίγουρα από τις Αριστερές που δεν επιθυμούν να απογαλακτιστούν από το σταλινικό παρελθόν, όπως η ελληνική, όπως εύστοχα γράφει στην εισαγωγή του ο Α. Βιστωνίτης. Κι εμείς, μένει ακόμα να μάθουμε και να διαβάσουμε τους 2.000 συγγραφείς που συνελήφθησαν και τους 1.500 που εκτελέστηκαν, ή πέθαναν στη φυλακή και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή χάθηκαν, χωρίς ποτέ να μάθουμε πώς έχασαν τη ζωή τους, όπως ο Όσιπ Μαντελστάμ.

Ναντιέζντα Μαντελσταμ: 42 χρόνια χήρα του ποιητή, συνομιλήτρια της σκιάς του, 42 χρόνια αφοσίωσης στη διατήρηση της μνήμης του ζωντανής, στην περίσωση του έργου του, στην παράδοσή του σ’ όλους εμάς που διατεινόμαστε πως ενδιαφερόμαστε (ορισμένοι κιόλας πως ζούνε) για την ποίηση.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, σελ. 578, με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη και νεκρολογία από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι («Ναντιέζντα Μαντελστάμ (1899-1980)». Το παράρτημα περιλαμβάνει σημειώσεις της μεταφράστριας, ευρετήριο ονομάτων και λογοτεχνικών κινημάτων και οργανώσεων και δυο ποιήματα: του Μαντελστάμ για τον Στάλιν και της Αχμάτοβα για τον Μαντελστάμ [Nadhezda Madelstam, Vospominania [Αναμνήσεις], 1970].

 Στις εικόνες: Τα έγγραφα (όπως η ενυπόγραφη κατάθεσή του) είναι από τον Φάκελο του Μαντελστάμ, από την εξαιρετική ιστοσελίδα http://www.mandelstam-world.org/

05
Φεβ
12

Βασίλι Αξιόνοφ – Οι ουρανοξύστες της Μόσχας

H ευδαιμονία του τεντωμένου σκοινιού
«Η ιδέα του Παραδείσου είναι το λογικό πέρας της ανθρώπινης σκέψης, υπό την έννοια ότι η σκέψη αυτή δεν προχωράει παρακάτω· γιατί μετά δεν υπάρχει τίποτα, δεν γίνεται τίποτα. Γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Παράδεισος είναι το αδιέξοδο· είναι η έσχατη θέαση του χώρου, το τέλος των πραγμάτων, η κορυφή του βουνού, από το ύψος της οποίας δεν μπορούμε να πάμε πουθενά…» έγραφε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι για το μυθιστόρημα Ο λάκκος του Αντρέι Πλατόνοφ (Αντισέξους, μτφ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδ. Αρμός, 2009, σ. 267) και είναι αδύνατο να μην κάνουμε τις συγκρίσεις του έσχατου πλατονοφικού (ου-) τόπου με τον πλατωνικό παράδεισο όπου αισθάνονται πως ζουν οι χαρακτήρες του Αξιόνοφ: τα διαμερίσματα του 18ου ορόφου ενός από τα επτά πολυώροφα μεγαθήρια κατοικιών, παραχωρηθέντα «για την υπερήφανη διαβίωση των καλύτερων πολιτών της αθεϊστικής Ένωσης των Δημοκρατιών».

Η επίλεκτη αυτή σύναξη ενοίκων εμπνέει στον συνταγματάρχη Κιρίλ Σμελτσακώφ, εραστή της γλωσσικής ηδονής και αγαπημένο των μαζών ποιητή, την ιδέα μιας νεοπλατωνικής πολιτείας που θα κατοικείται από φιλοσόφους και πολεμιστές, έχοντας στην κορυφή της ψηλότερα απ’ τον Πλάτωνα και «ανάλογο του ηλιακού φωτός» τον Στάλιν. Υποψήφια μέλη της είναι η Γκλίκα, ηγετικό στέλεχος της Κομσομόλ, ιδανικό πρότυπο Γυναίκας της Νέας Φάσης και ενσάρκωση της Παρθενίας του Σοσιαλισμού, αλλά και με αναβράζουσα διάθεση για ερωτικούς πειραματισμούς, οι γονείς της – αντιπροσωπευτικοί τύποι της ανώτερης τάξης, οι διαχειριστές του κυλικείου ως το μάτι του κράτους, μυστηριώδη πρόσωπα με διπλούς ρόλους και μια νεανική παρέα με δυτικές προτιμήσεις, βαφτίζοντας την τζαζ ως μουσική των αδυνάτων. Ο αρχικά αφανής αφηγητής εμπλέκεται σταδιακά στον μύθο, όπου εντάσσεται και ο ίδιος ο Στάλιν, με μεταμεσονύκτιες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον άσπονδο φίλο του Κίριλ ως μια … γιουγκοσλαβική απόβαση στην ντάτσα του, επαλήθευση ενός εμμονικού εφιάλτη.

Όμως κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της υπό αίρεση ευδαιμονίας. Η ενδεχόμενη νίκη της Γκλίκα στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι θα αποτελέσει «οριστικό και αποφασιστικό μάθημα στους εκπροσώπους της μπουρζουαζίας» ενώ η ήττα «υποβοήθηση των αθλητικών φιλοδοξιών των επιθετικών χωρών του ΝΑΤΟ». Οι δηλώσεις της στον δυτικό τύπο θα θεωρηθούν μέγιστο ατόπημα, αφού εκτός από την αγάπη της για τον Ηγέτη, εκφράζει απόψεις περί ερωτικής απόλαυσης. Τα «αρχαιοελληνικά» ποιήματα του Σμελτσακώφ κρίνονται επικίνδυνα για την νεολαία και τον ίδιο: η ποίηση της εποχής απαγορεύεται να είναι κοσμοπολίτικη ή ζοφερή, να έχει «περιττή αισθαντικότητα» ή να αλληθωρίζει στο παρελθόν. Ο Στάλιν αντιλαμβάνεται πως ο στιχουργημένος «ανθρακί Μινώταυρος στην άκρη του σκοτεινού δωματίου» συμβολίζει τον ίδιο και πως ο Θησέας ταυτίζεται με τον ποιητή.

Ο Αξιόνοφ αφήνει ανολοκλήρωτα πολλά από τα ένθετα επεισόδια γιατί δεν τον ενδιαφέρει ένα ακόμα χρονικό των διώξεων, αλλά περισσότερο η απόδοση του κλίματος και της ατμόσφαιρας της εποχής, η εστίαση στις παραμορφώσεις της καθημερινής ζωής που βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί και η ψυχογραφία της συλλογικής παράκρουσης γύρω από τον Ηγέτη. Η παρωδιακή του πρόζα του κοιτάζει τόσο προς στην κλασική ρωσική παράδοση όσο και την σύγχρονη μετακομμουνιστική λογοτεχνία. Το πέρασμά του στην πλευρά των ανεπιθύμητων του καθεστώτος ξεκίνησε στα τρία του, με την δεκαετή καταδίκη των γονέων του σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας ως «εχθρών του κράτους» – στοιχείο που προσδίδει στον αφηγητή – και ολοκληρώθηκε με την αυτοεξορία του στην Αμερική το 1979, συνεπεία της αντιπαράθεσής του με την σοβιετική λογοκρισία και την επίσημη κριτική.

Η διττή ιδιότητα του θερμού στρατιωτικού και του ποιητή με τις μεγαλομανείς εκφράσεις ενός αφελούς ιδεαλισμού προκαλεί ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με τον βασανιστή – πιλότο (στην άκρως αντίθετη πολιτική πλευρά) στο Μακρινό Αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Μήπως κι εδώ υπονοείται πως οι φύλακες των σχετικών καθεστώτων ήταν απλώς παραμελημένοι ανίκανοι ποιητές; Ακόμα κι ο ίδιος ο Κιρίλ κάποια στιγμή αναρωτιέται: «Πώς μπορείς να τα δεις όλα αυτά δίχως μια ελαφρά ειρωνεία;» (σ. 99). Μένει η αιρετική φράση του Βίκτορ Γεροφέγιεφ (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε στην περίφημη χειρόγραφη ανθολογία Μετρόπολ το 1979, που αγνόησε την λογοκρισία και οδήγησε σε ανακρίσεις και διαγραφές) στον Καλό Στάλιν: «Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά». 42 χρόνια μετά ο εκπατρισμένος αφηγητής δίνει διαλέξεις περί ουτοπιών, οι ουρανοξύστες γέμισαν εμπορικά καταστήματα, και η «δυτικόφιλη» νεότητα, τα αλλοτινά «παράσιτα», έμεινε άνεργη, εξαντλημένη από τις διώξεις. Επιβεβαιώνοντας τα λόγια του Μπρόντσκι, η παραδείσια κορυφή κατέληξε σε τέρμα και αδιέξοδο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, εισαγωγή και μτφ. από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, 411 σελ. (Василий Павлович Аксёнов – Москва Ква-Ква / Vassili Axionov (απαντά και ως Vasily Pavlovich Aksyonov, Vasili Aksenov), Moscow-cow-cow (Les Hauts de Moscou), 2006).

04
Ιαν
12

Γιούρι Ντομπρόφσκι – Η επιστήμη της άχρηστης γνώσης

Το κόκκινο και το μαύρο

Ο Γιούρι Οσιπόβιτς Ντομπρόφκσι (Μόσχα, 1909-1978) ανήκει στην μεγάλη χορεία των ανελέητα διωχθέντων του σταλινικού κράτους. Το περιβόητα στρατόπεδα του Άλτα Άτι (Καζακστάν) και Κολύμα (Σιβηρία) όπου έζησε εκτοπισμένος επί σχεδόν είκοσι χρόνια αναπόφευκτα αποτέλεσαν μυθιστορηματικούς χώρους των έργων του, ιδίως του «Φύλακα των Αρχαιοτήτων» και της (τρόπον τινά συνέχειάς του) Επιστήμης. Το έργο εκδόθηκε στο Παρίσι το 1978 λόγω απαγόρευσης δημοσίευσης στην ΕΣΣΔ και φαίνεται πως του στοίχισε τη ζωή, καθώς ο συγγραφέας υπέκυψε εξαιτίας σωματικής επίθεσης από αγνώστους, αποδιδόμενης στην KGB.

Πρόκειται για ένα κατακλυσμικό μυθιστόρημα που ξεδιπλώνει αργά και ολιστικά τις πτυχές της εν έτει 1937 σοβιετικής ζωής τοιχογραφώντας ένα πλήθος προσώπων. Ο κεντρικός χαρακτήρας Γκεόργκι Νικολάγιεβιτς Ζίμπιν, επικεφαλής αρχαιολογικής ανασκαφής, εισέρχεται στον εφιαλτικό κόσμο της Σταλινικής Ανακριτικής και Εγκληματολογίας ως υπαίτιος της εξαφάνισης σημαντικών ευρημάτων. Η αρχική του μέχρις αστεϊσμών ψυχραιμία για την αίσια έκβαση της παρεξήγησης μετατρέπεται σταδιακά σε έκπληξη και φόβο, καθώς εισχωρεί ολοένα και βαθύτερα στους δαιδάλους μιας παράλογης και προδιαγεγραμμένης αντιπαράθεσης με τα κρατικά όργανα, αλλά κυρίως καθώς διαφωτίζεται από έναν συγκρατούμενό του: «Θέλεις να βγεις από δω αυτή τη στιγμή και να είσαι ελεύθερος; Χωρίς να είσαι ένοχος για κάτι; Άλλη μια λανθασμένη σύλληψη! Αυτό θα σήμαινε ότι εσύ θα έβγαινες έξω και ότι ο ανακριτής θα έπαιρνε τη θέση σου στη φυλακή». «Μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες για την σύλληψή σου, αλλά παύουν να υπάρχουν μόλις συλληφθείς». Η έννοια της απελευθέρωσης υπονοεί προηγηθείσα σύλληψη, που ως έννοια πολύ ισχυρότερη εξουδετερώνει την πρώτη.

Η επιστήμη της νομικής θεωρίας καθίσταται άχρηστη, αλλά μέσω αυτής ακριβώς της παραδοχής μετασχηματίζεται σε επιστήμη μιας χρήσιμης και αποδοτικής πρακτικής, που μέσω της ανάκρισης ωθεί τον κατηγορούμενο στην ομολογία του λάθους του, την δημόσια αποκήρυξη των πράξεών του, την μετάνοια και την υποταγή στην μία και μόνη αλήθεια: την κρατική. Θεμέλια της νέας αυτής «Νομικής» αποτελούν η καθιέρωση εγκλημάτων ασαφέστατου ή ευρύτατου περιεχομένου (υποκίνηση σε αντισοβιετική δράση, φθοροποιός πρόθεση, αμέλεια καθήκοντος), το διαρκές και απαράγραπτό τους («μια φορά εχθρός, πάντα εχθρός»), η κληρονομικότητα των αυτουργών (και στο πιο απόμακρο κλαδί του οικογενειακού δέντρου αν υπάρχει διωχθέν πρόσωπο, καταχωρίζεσαι ως «στενός συγγενής ενός αποκαλυφθέντος εχθρού του λαού»), η γραφειοκρατική παντοκρατορία (ένα χαώδες σύνολο από «ειδικά σημειώματα» και «υπομνήματα», όπου «αυτοί έχουν όλα τα χαρτιά κι εσύ δεν έχεις τίποτα»), η επανάληψή της καταδίκης στο διηνεκές (λίγο προτού απελευθερωθείς σού αποδίδεται το ίδιο έγκλημα), η αντιστροφή του αποδεικτικού βάρους («Έχεις τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δε συνέβη;»).

Η γραφή του Ντομπρόφσκι μοιάζει να συμπυκνώνει τα βασικότερα μορφολογικά χαρακτηριστικά της ρωσικής, και της μετέπειτα σοβιετικής λογοτεχνίας. Η συνύπαρξη του γελοίου – κωμικού και του τραγικού – δραματικού, ορισμένες «γκογκολικές» εκφράσεις υπερβολής, οι ενίοτε εξπρεσιονιστικές αποδόσεις χαρακτήρων και συναισθημάτων, η απήχηση αιρετικών φωνών όπως των Μαγιακόφσκι και Μπουλγκάκοφ (από τον οποίο κάλλιστα θα προερχόταν ο καλλιεργητής μήλων όπου «διαγράφονταν ολοκάθαρα οι εικόνες του Λένιν και του Στάλιν, συνθήματα και το σφυροδρέπανο») συναπαρτίζουν μια ευρεία σύνθεση γκροτέσκου ρεαλισμού. Ο λόγος των χαρακτήρων συχνά διασπάται από επιφωνηματικές φράσεις και παραληρηματικές, σχεδόν φαντασιακές παρεκβάσεις, ενώ η ευρυγώνια παρουσίαση της κλειστοφοβικής σταλινικής πραγματικότητας εκτροχιάζεται σε μεγάλες ενότητες για την προηγούμενη «ελεύθερη» ζωή του άτυχου Ζίμπιν, αποδίδοντας ολοκληρωμένες εικόνες μιας ανέμελης, μοντέρνας νεότητας με πνευματικές ανησυχίες (εμφανής παραλληλισμός με το αντίστοιχο αφανισμένο κομμάτι του σοβιετικού πληθυσμού). Αξιοσημείωτο «περιφερειακό» θέμα αποτελεί και η αμηχανία των αρχαιολόγων μπροστά σε ευρήματα μεγάλου ιστορικού βάθους, που άλλοτε προκαλούν ανησυχία ως ενδείξεις ενός άλλου (και γι’ αυτό απειλητικού και ανεπιθύμητου) ρωσικού πολιτισμού, και άλλοτε βεβιασμένα τεκμήρια μιας ένδοξης αυτοκρατορικής – ρωμαϊκής, τσαρικής και κομμουνιστικής – συνέχειας.

O Ζίμπιν πεισματώνει, αποφασισμένος να επιβιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μα συνειδητοποιεί πως ακριβώς αυτή η επιβίωση ισοδυναμεί με αληθινό θάνατο. Παρά την πνευματική του αντίσταση στα ατέλειωτα λεκτικά και διανοητικά παιχνίδια της ανακριτικής διαδικασίας, γνωρίζει πως η ελευθερία τον περιμένει πλέον μόνο στον ύπνο του. Σύντομα οι ανακριτές – «ξυπνητήρια» θα του στερήσουν και αυτόν – και δεν θα μπορεί να τους εξαπατήσει, όπως ο θρυλικός κρατούμενος που κατάφερε να κοιμηθεί όρθιος παραπλανώντας τους με το κούνημα του ποδιού του. Η σχεδόν φυσική νομοτέλεια του αφανισμού προστάζει την αποδοχή της: «Αυτό που είναι επικίνδυνο είναι ότι σε αφήνουν να έχεις την πρωτοβουλία… Στην εποχή μας μία λέξη θεωρείται πράξη και μια συνομιλία ισοδυναμεί με δράση. Υπάρχουν φορές που μια λέξη είναι έγκλημα. Σε τέτοιους καιρούς ζούμε. Πρέπει να συμφιλιωθούμε μ’ αυτό…. Μετά σε «μαζεύουν» κι αυτό είναι όλο. Είναι σαν νόμος της φύσης». (σ. 126-127)

Εκδ. Κέδρος, 2008, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, 682 σελ. (Юрий Домбровский – Yury Dombrovsky – The Faculty of Useless Knowledge, 1978)

14
Δεκ
11

Λογοτεχνείο, αρ. 102

Σβετλάνα Αλέξιεβιτς, Έρευνες για τον έρωτα στη Ρωσία, Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 146, 145, μτφ. Ο. Τσιμπένκο (Svetlana Alexievitch, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Δεν χρειάζεται να είσαι κοσμοναύτης, πρωταθλητής ή ήρωας, μπορείς να τα βιώσεις όλα σ’ ένα συνηθισμένο δυάρι – εικοσιοχτώ τετραγωνικά, κοινό μπάνιο, ανάμεσα στα αντικείμενα που μοιάζουν σκηνικά από παλιό επαρχιακό θέατρο. Περασμένα μεσάνυχτα, δύο η ώρα. Πρέπει να φύγω, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να φύγω απ’ αυτό το σπίτι…Περισσότερο μοιάζει με κάποια ανάμνηση, σαν να τα θυμήθηκα όλα, για πολύ καιρό δεν θυμόμουν τίποτα, και τώρα όλες οι αναμνήσεις επιστρέφουν…Ενώθηκα…Νομίζω, κάτι παρόμοιοι νιώθει ο άνθρωπος που πέρασε πολλές μέρες φυλακισμένος σ’ ένα κελί, και ανακαλύπτει τον κόσμο σε ατέλειωτες λεπτομέρειες. Σχήματα. Δηλαδή, το μυστικό είναι ήδη κάτι χειροπιαστό, σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα βάζο λουλουδιών για παράδειγμα. Μα για να καταλάβεις κάτι, πρέπει να νιώσεις πόνο. Όταν ήμουν πολύ νέος, προσπάθησα να διαβάσω την ποίηση της Τσβετάεβα, δεν κατάλαβα τίποτα, γιατί οι λέξεις της είναι ηχηρές, λέγονται σαν εξορκισμοί, έχουν μια θεμελιώδη δύναμη. Και πώς θα καταλάβεις, αν δεν πονάει, πρέπει να πονέσεις, να πονέσει…

Ο έρωτας αρχίζει, και ξαφνικά δεν υπάρχεις, διαλύεσαι μέσα σε κάποιον ή σε κάτι, και αυτή η αίσθηση συνεχίζεται, απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, αποκτά έκταση σχεδόν φυσική, ξαφνικά βρίσκεσαι σε άλλο διάστημα, δηλαδή δεν καταλαβαίνεις τίποτα και δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβεις και δεν μπορείς να το σβήσεις με μια γομολάστιχα από το χαρτί. Ξαφνικά όλα αλλάζουν χρώμα…Ακούς περισσότερες φωνές, περισσότερους ήχους….

04
Δεκ
11

Πτούσκινα Ναντιέζντα Μιχάιλοβνα – Abnormal

«Δημιουργοί» – Θέατρο Δημήτρη Ποταμίτη

Φιλική συμμετοχή

Καθώς περιμένουμε στο φουαγιέ του θεάτρου, ένας βιαστικός άντρας εισέρχεται ορμητικά και παραγγέλνει μεγαλόφωνα στο μπαρ έναν καφέ. Είναι ώρα αιχμής και προφανώς δικαιολογείται η τυχαία τριβή με μια μεγαλύτερή του γυναίκα. Αλλά όχι: η γυναίκα φαίνεται πως έχει προμελετήσει το θορυβώδες τους συναπάντημα και δεν έχει καθόλου χρόνο για χάσιμο. Μετά τις πρώτες φράσεις του ζητάει να κοιμηθούν μαζί, μια και μόνη φορά, αυτό το βράδυ. Ο κομψός και «πολιτισμένος» άντρας προσπαθεί με ευγένεια να της εξηγήσει τον παραλογισμό. Εκείνη επιμένει, αυτό που ζητάει είναι αδύνατο να αναβληθεί. Σήμερα θα τελειώσει η όποια σεξουαλική της ζωή και παρακαλεί για μια φιλική συμμετοχή. Τα έχει κανονίσει όλα: πρέπει να συλλάβει έναν γιο, όχι κόρη, γιατί «εδώ οι γυναίκες δεν περνάνε και τόσο καλά» – το εδώ είναι η μετακομμουνιστική Ρωσία. Και αποφασίσατε να αποχαιρετήσετε την σεξουαλική σας ζωή μαζί μου;

Η φράση

Το προοίμιο μας έπιασε στην αναμονή, καθώς διαδραματίστηκε ακριβώς μπροστά μας, στην αναμονή της εισόδου μας. Πώς θα αλλάξει η σκηνή για να οδηγηθούμε στον κατεξοχήν χώρο του θεάτρου; Μ’ ένα παρατεταμένο φιλί, με το οποίο θα τους βρούμε να το συνεχίζουν στη μέση της σκηνής – νωρίτερα μια δική της φράση, θα τον έχει ξυπνήσει από τον κόσμο της λογικής, μια φράση που τον απογειώνει. Θα το μεγαλώσω έτσι ώστε να σας αγαπάει.

Η συμφωνία

Οι συνθήκες τώρα αλλάζουν. Αν εκείνη μπορεί να διαπραγματεύεται τέτοιες καταστάσεις, μήπως θα μπορούσε να βοηθήσει σε μια κρίσιμη επαγγελματική συμφωνία με τους Ολλανδούς επιχειρηματίες που θα συναντήσει σε λίγο ο άντρας; Και πράγματι, πίσω από τα παρασκήνια συντελείται ένας θρίαμβος που μαθαίνουμε σύντομα: η διαπραγματεύσεις στέφθηκαν με επιτυχία, καθώς οι δυο τους υποκρίθηκαν το τρελά ερωτευμένο ζευγάρι. Υπάρχει φαίνεται τόση λίγη αληθινή αγάπη στον κόσμο, που όταν την συναντάς θες υποσυνείδητα να την προστατεύσεις. Μια πολύ επικίνδυνη πρόβα δηλαδή.

Η ένωση

Τώρα είναι αυτός πρόθυμος για την συμφωνία, τώρα θέλει αυτός το ρομάντζο της μιας νύχτας, τώρα είναι ο ίδιος που μιλάει για την αναγέννηση ξεχασμένων συναισθημάτων· μόνο που εκείνη, στην επίμονη ματιά του, διακρίνει ήδη μια θλίψη. Όσο οι δυνάμει εραστές πολυλογούν ενθουσιασμένοι, άλλο τόσο αδυνατούν να διακρίνουν την ευτυχία από την θλίψη, το παιχνίδι από την πραγματικότητα. Μπορώ όπως κι εσείς να μιλάω για ένα πράγμα και να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό.

Η πληγή

Σε χώρο που μοιάζει αποθηκευτικός, με άδεια καφάσια και μεταλλικά βαρέλια μπύρας, στα μετόπισθεν της «επιχείρησης», αργά το βράδυ, η γυναίκα ευθυγραμμίζει το τσιγάρο της με το κοινό, με τον καπνό της να σχηματίζει μια κατακόρυφη ευθεία που τεμαχίζει το ημίφως. Αλλά σα να τεμαχίζει και το ίδιο της το παρελθόν και να αγγίζει πλέον την πληγή που την κράτησε μακριά από τον κόσμο τόσα χρόνια. Μια παλιά αγάπη, που κράτησε μόλις μια βδομάδα. Προλάβαμε να αγαπηθούμε αλλά δεν προλάβαμε να συνηθίσουμε ο ένας τον άλλον.Κι ο εκείνος ο εραστής μοιάζει με τον άντρα που επέλεξε ανάμεσα στο ανώνυμο ρωσικό πλήθος και προσέγγισε τόσο άγαρμπα κι απελπισμένα. Η ιστορία συγκολλείται σιγά σιγά…

Η ευτυχία

…και η ευτυχία μοιάζει δυνατή· τουλάχιστον κυκλοφορεί φευγαλέα στον άχαρο χώρο. Και περιλαμβάνει το μέλλον σμίξιμο, την γέννηση ενός παιδιού που θα ανατραφεί για να τον αγαπήσει, τις συναντήσεις τους να γυρίσουν τον κόσμο, ένα ταξίδι στην Ολλανδία που πάντα ονειρεύονταν. Κι όμως ανά πάσα στιγμή αυτή η ιστορία αγάπης είναι έτοιμη να αυτοαναφλεχθεί, να λήξει ως ουδέποτε γεννηθείσα. Στα χάσματα της σιωπής μοιάζει μακρινή – και τότε ακούγεται από πίσω μια ambient μουσική, σαν να ηχούν οι ιδανικές λέξεις όταν τα χείλη στεγνώνουν. Δώστε μου ένα φιλί αποχαιρετισμού.

…αδύνατη

Είσαι μια αναπάντεχη γιορτή για μένα …της φωνάζει ο στιγμιαία ευτυχής, κι έχει ήδη, ασυναίσθητα, υπογράψει το τέλος της. Βλέπετε, η ίδια η λέξη γιορτή περικλείει την συντομία της – το τέλος ενυπάρχει στην ουσία της. Το ταξίδι που ονειρεύονται κι οι δυο, αξίζει να τους χαροποιεί ως ένα όντως όνειρο: φευγαλέο και απραγματοποίητο. Καθώς σηκώνεται από το πάτωμα που τους φιλοξένησε, οι κόκκοι καφέ που εκείνη παιχνιδιάρικα είχε χώσει στο στήθος του μέσα απ’ το πουκάμισό του διασκορπίζονται παντού. Φεύγει για λίγο, δεν αντιλαμβάνεται το τέλος. Εκείνη δεν θα τον περιμένει: η ίδια που τον απογείωνε, η ίδια οφείλει να τον προσγειώσει. Το τραγούδι που της άφησε για πρόσκαιρη συντροφιά πρέπει να αλλάξει. Θα σκορπίσει το μήνυμά της μέσα του, θα του μιλήσει για την ευτυχία που πάντα αναχωρεί. Ιδίως γι’ αυτούς που την στέρησαν από τον εαυτό τους και άργησαν να την αναζητήσουν. Και τώρα ούτε στην προηγούμενή τους ζωή μπορούν να επιστρέψουν. Τώρα το δικό τους ρέκβιεμ για ένα όνειρο θα ακουστεί μόλις πατηθεί το κουμπί του κασετοφώνου.

Δυο ξανά από ένας

Οι δυο ηθοποιοί αναγκάζονται να κινηθούν μέσα από αλλεπάλληλες κυκλοθυμίες και να διατρέξουν μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων που συχνά βρίσκονται μίλια μακριά το ένα απ’ το άλλο. Ο άντρας θα κινηθεί από τις εκφράσεις της αλαζονείας και της αυτάρκειας ως και της συνειδητοποίησης, του κλυδωνισμού, του διλήμματος και του ξυπνήματος. Η γυναίκα θα ζωγραφίσει με το πρόσωπό της τα σχήματα της μοναξιάς, της θλίψης, της αξιοπρέπειας, της μετάνοιας, του νέου της δοσίματος. Και, αναγκαστικά, της αποδοχής.

Ρέκβιεμ για ένα άλλο όνειρο

Η παράσταση θα πραγματοποιείται έως και ανήμερα των Χριστουγέννων, καθώς το θέατρο «Δημήτρης Ποταμίτης» κλείνει οριστικά την αυλαία του μετά από 38 χρόνια συνεπούς θεατρικής πορείας. Υπήρξε το πρώτο θέατρο που δημιουργήθηκε στην Αθήνα εκτός κέντρου, το 1973 από τον αείμνηστο Δημήτρη Ποταμίτη ως «Θέατρο Έρευνας», ενώ το 2004 πήρε τη σημερινή του ονομασία από το Γιώργη Κοντοπόδη και τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο, που ανέλαβαν από κοινού τη διεύθυνση του χώρου. Σύντομα θα ανακοινωθεί ο καινούργιος χώρος που θα στεγάσει τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του Γιώργη Κοντοπόδη.

 Παίζουν: Μαρία Αλιφέρη, Γιώργης Κοντοπόδης, σκηνοθ. – μουσ. επένδ.: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, σκην. – κοστ: Γιώργης Κοντοπόδης, μτφ.: Παυλίνα Γαλανοπούλου / 90΄/ Τετάρτη (λαϊκ. απογ.) 19:15, Πε-Σα: 21:15, Κυρ: 19:15 / Ιλισίων 21 & Κερασούντος, Ζωγράφου, 2155001300

19
Δεκ
10

Λογοτεχνείο, αρ. 79

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Αυτός είμαι. Αυτοβιογραφία, σε: Ποίηση και επανάσταση. Έρωτας και επανάσταση. Σάτιρα. Αυτός είμαι, εκδ. Οδυσσέας, 2001, μτφ. από τα ρωσικά – εισαγωγή – σημειώσεις Πέτρος Ανταίος, σ. 382 και 395.

Το λεγόμενο δίλημμα
Βγήκα ξεσηκωμένος. Εκείνοι που διάβασα ήταν οι λεγόμενοι μεγάλοι. Μα πόσο εύκολο ήταν να γράψει κανείς καλύτερα από δαύτους. Ήδη αντιμετωπίζω σωστά τον κόσμο. Μόνο που χρειάζομαι πείρα στην τέχνη. Από πού να την πάρω; Είμαι αμόρφωτος. (…) Αν μείνω στο κόμμα, πρέπει να γίνω παράνομος. Και ως παράνομος θεωρούσα πως δε θα μπορούσα να σπουδάσω. Προοπτική – σ’ όλη μου τη ζωή να γράφω προκηρύξεις, να διατυπώνω σκέψεις παρμένες από σωστά βιβλία, που όμως δε θα τα είχα επινοήσει εγώ. Αν μου ξετινάξουνε ό,τι έχω πάρει από διαβάσματα τι θ’ απομείνει; Η μαρξιστική μέθοδος. Μήπως όμως το όπλο αυτό έπεσε σε παιδικά χέρια;
(…)

1928
Γράφω το ποίημα Άσχημα. Θεατρικό έργο και λογοτεχνική μου βιογραφία. Πολλοί έλεγαν: «Η αυτοβιογραφία σας δεν είναι πολύ σοβαρή». Σωστά. Ακόμα δεν έγινα ακαδημαϊκός και δε συνήθισα να νταντεύω την αφεντιά μου· άλλωστε η δουλειά μου μ’ ενδιαφέρει μόνο όταν είναι χαρούμενη. Άνοδος και πτώση πολλών λογοτεχνιών, οι συμβολιστές, οι ρεαλιστές κ.λπ., ο αγώνας μας εναντίον τους – όλα αυτά που ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου: είναι μέρος της εξαιρετικά σοβαρής ιστορίας μου. Πράγμα που απαιτεί να γράψω γι’ αυτά. Και θα γράψω.

Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

10
Ιαν
10

Λογοτεχνείο, αρ. 45

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαίτρ και η Μαργαρίτα, εκδ. Θεμέλιο, 1991, μτφ. Τίνα Καραγεώργη, Γιούρι Γιαννακόπουλος, επιμ. Πέτρος Ανταίος, σ. 278 (Михаил Афанасьевич Булгаков, Мастер и Маргарита, 1966/1973 / Mikhail Afanasyevich Bulgakov, The Master and Marguerita).

Όποιος είναι γνώστης της πέμπτης διάστασης είναι το απλούστερο πράγμα να μεγεθύνει ένα χώρο όσο θέλει. Και μάλιστα, αξιότιμη κυρία μου, ένας διάολος ξέρει ως ποιά όρια! Εντούτοις, συνέχισε να φλυαρεί ο Κοροβιόφ, έχω συναντήσει ανθρώπους, που παρόλο ότι δεν είχαν ιδέα από την πέμπτη διάσταση, και όχι μόνο από την πέμπτη διάσταση αλλά και από τίποτε άλλο, κατόρθωσαν ωστόσο να σημειώσουν αληθινά θαύματα ως προς την μεγέθυνση του χώρου τους. Έτσι, παραδείγματος χάρη, ένας Μοσχοβίτης, όπως μου είπαν, αποκτώντας ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στη συνοικία Ζεμλιανόι Βάλ, χωρίς να χρησιμοποιήσει καμιά πέμπτη διάσταση, ούτε τίποτα άλλο πέρα από το ανθρώπινο λογικό, μετέτρεψε το διαμέρισμά του στα γρήγορα σε τεσσάρι, χωρίζοντας μ’ ένα μεσότοιχο ένα απ’ τα δωμάτια.

Στη συνέχεια το αντάλλαξε με δυο χωριστά διαμερίσματα σε διαφορετικές συνοικίες της Μόσχας, το ένα τριάρι και το άλλο δυάρι. Θα συμφωνήσετε πως με τον τρόπο αυτό απέκτησε πέντε δωμάτια. Μετά αντάλλαξε το τριάρι με δυο ξεχωριστά διαμερίσματα των δύο δωματίων κι έτσι είχε στην κατοχή του, όπως βλέπετε, έξι δωμάτια τώρα, σκορπισμένα, είναι η αλήθεια, στις τέσσερις γωνιές της Μόσχας. Και την ώρα που ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει το τελευταίο και πιο λαμπρό κόλπο του, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα αγγελία ότι αλλάζει έξι δωμάτια σε διαφορετικές περιοχές της Μόσχας μ’ ένα πεντάρι στο Ζεμλιανόι Βάλ, η δραστηριότητά του αυτή τερματίστηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Είναι πιθανό ότι τώρα διαθέτει κάποιο δωμάτιο, αλλά σας διαβεβαιώνω πως αυτό βρίσκεται πολύ μακριά απ’ τη Μόσχα…

Στην Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

06
Δεκ
09

Λογοτεχνείο, αρ. 43

Γιόζεφ Μπρόντσκι, Αυτό που ονομάζουμε εξορία, Το Δέντρο, τεύχος 37-38 (Μάρτιος – Απρίλιος 1988), Κείμενα της εξορίας, σ. 81 (το κείμενο σ. 77-83), [Joseph Brodsky, 1987].

Η εμπειρία της εξορίας σε μεταφέρει εν μια νυκτί εκεί όπου θα χρειαζόσουν μιάν ολόκληρη ζωή να φτάσεις. Δεν με πειράζει καθόλου αν η παρατήρηση αυτή ακούγεται σαν διαφημιστικό μήνυμα: ήρθε ο καιρός να πουληθεί αυτή η ιδέα, είναι ανάγκη να υπάρξουν περισσότεροι αγοραστές. Εδώ ίσως να βοηθούσε μια παρομοίωση: ο εξόριστος συγγραφέας μοιάζει μ’ έναν σκύλο – ή και μ’ έναν άνθρωπο – που εκτοξεύτηκε στο διάστημα μέσα σ’ ένα διαστημόπλοιο. (Η αναλογία με το σκύλο μου φαίνεται ακριβέστερη αφού κανείς δε θα νοιαστεί να τον ξανακατεβάσει στη γη). Για να συμπληρώσω την παρομοίωση πρέπει να προσθέσω ότι ο ταξιδιώτης δεν αργεί να ανακαλύψει ότι το διαστημόπλοιό του δεν έλκεται από το πεδίο βαρύτητας της Γης αλλά από κάποιο άγνωστο διαστημικό κέντρο βαρύτητας. Προφανώς το διαστημόπλοιο που περικλείει τον ταξιδιώτη συμβολίζει τη γλώσσα του. 

Στον Τάσο Καλούτσα

26
Οκτ
09

Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη

Το έπος της συλλογικής ψύχωσης

«Διωγμένοι από το κόμμα, διότι είχαν προτείνει την «καινούργια πορεία», οι νέοι άνδρες προτίμησαν για τον εαυτό τους το πιστόλι. Οι νέες γυναίκες, καθένας το ξέρει, προτιμούν το βερονάλ. Πώς να ζήσεις όταν το κόμμα σού αρνείται το δικαίωμα να το υπηρετήσεις; Αυτός ο κόσμος που γεννιέται μας καλεί, και εμείς του ανήκουμε – και να που στο όνομά του κάποιος μας φτύνει στα μούτρα. «Είστε ανάξιοι…» Ανάξιοι διότι είμαστε η συσπασμένη σάρκα της επανάστασης και η εξοργισμένη σκέψη της; Καλύτερα να πεθάνουμε. Η καμπύλη των αυτοκτονιών ανεβαίνει». (σ. 285)

Ο Σερζ ξεκίνησε να γράφει ουσιαστικά τη στιγμή ακριβώς που οι φωνές των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων της δεκαετίας του ’20 σιωπούσαν από τις αυτοκτονίες, τη λογοκρισία και τις συλλήψεις· υπήρξε δε ο μόνος Ρώσος συγγραφέας της μετα-επαναστατικής γενιάς που επιβίωσε του σταλινισμού και συνέχισε να γράφει παρά τις αμέτρητες δυσκολίες. Σε αντίθεση με την συναρπαστική Υπόθεση Τουλάγεφ (από τις ίδιες εκδόσεις, 2007) της μυθιστορηματικής μορφής των δέκα κεφαλαίων – αντίστοιχων ιδιαίτερων πορτρέτων γύρω από έναν κοινό πυρήνα, οι Αναμνήσεις, φιλοδοξώντας ακριβώς να αποτελέσουν ένα αχανές σώμα βιωμένης μνήμης από τα θυελλώδη προεπαναστατικά, επαναστατικά και μεταγενέστερα χρόνια, είναι αδύνατο να περιοριστούν στα πλαίσια ενός συμπαγούς παραδοσιακού μυθιστορήματος.

Ως εκ τούτου, πρόκειται για «μυθιστόρημα» καταθρυμματισμένο σε αναρίθμητα σπαράγματα αφηγήσεων, περιγραφών και απομνημονευμάτων των περιόδων της ρωσικής κοσμογονίας (προ-επαναστατικά κινήματα, επανάσταση, εμφύλιος, σταλινική αντεπανάσταση, εξόντωση επαναστατών): κάθε σελίδα και μια προσωπογραφία, κάθε κεφάλαιο και μια πινακοθήκη εξαιρετικών ανθρώπων, πνευματικών μορφών, τιποτένιων ανθρωπάκων, ενθουσιωδών ομάδων, συγχυσμένων συλλογικοτήτων, παρασυρόμενων μαζών, πόλεων σε αναβρασμό ή παρακμή. Η επανάσταση ως μια δίνη που συμπαρέσυρε εκατομμύρια ανθρώπους στον στρόβιλό της.

Ο Σερζ ταξίδευε ανά τις πόλεις της Ευρώπης και της ΕΣΣΔ αναλαμβάνοντας μυριάδες καθήκοντα, προσπαθώντας να συνδυάσει επαναστατικό ιδεαλισμό και ελεύθερο ατομικισμό, συχνά αντιφατικός μα πάντα ενθουσιώδης, απογοητευμένος από την Κροστάνδη και αντίθετος στο δόγμα περί κατοχής της αλήθειας από το κόμμα και τον ηγέτη, βάζοντας την ηθική πάνω από την πολιτική, φωνάζοντας για ελευθερία σε κάθε άνθρωπο κι όχι μόνο τους εκλεκτούς του κόμματος. «Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου». (σ. 79)

Ήταν παρών όταν οι πόλεις άρχισαν να σκοτεινιάζουν και οι πληθυσμοί να υποφέρουν από την πείνα, όταν οι πρώην επαναστάτες διχάζονταν σε αλλεπάλληλες μεταβολές διοικούντων και διοικούμενων, πολιτικές διαφωνίες και πνευματικές αναταραχές, όταν τα οράματα ξεπερνιούνταν από τα ίδια τα γεγονότα. Έζησε την αποπνικτική δικτατορία των αμέτρητων γραφείων και υπηρεσιών, «όπου η εργασία δεν σταματούσε ποτέ», τις «συσκέψεις για ανέφικτα προγράμματα», τα παγωμένα διαμερίσματα της Πετρούπολης όπου έκαιγαν τα βιβλία για να ζεσταθούν, την αναστολή της σεξουαλικότητας από τον επαναστατικό ασκητισμό ή την πείνα, τον συμβιβασμό των πνευματικών ανθρώπων που αναγκάζονταν να περιοριστούν σε μικρά άχρωμα άρθρα στις επιθεωρήσεις της Διεθνούς. Άκουσε τον Γκεόργκ Λούκατς να του λέει «θα ήταν κουτό για μια μικρή ταπείνωση να ψηφίσετε προκλητικά, να εξοριστείτε… Πιστέψτε με, οι ταπεινώσεις δεν έχουν μεγάλη σημασία για μας». Έζησε εκ των έσω το συναίσθημα της παράλυσης από τα επίσημα ψέματα ή του Τύπου, τους ανθρώπους που ζούσαν «με γενναιότητα μέσα στο φόβο», αναζητούσαν τους δήμιους για να μάθουν απ’ αυτούς τις τελευταίες στιγμές των φίλων τους, συλλαμβάνονταν, αν και τυπικά αθώοι, επειδή υπήρχε «κάτι ανεπαίσθητο στο βάθος των φακέλων τους» ή εκτελούνταν ενώ το έγγραφο αναστολής ή χάρης βρισκόταν στο πιεστήριο.

Αυτός ο «διχασμένος άνθρωπος της Ευρασίας» (σύμφωνα με αυτοαναφορικό του στίχο) που ταλαντευόταν συνεχώς ανάμεσα στην στρατευμένη του ζωή και την αδέκαστη γραφή του, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, προσπαθούσε να μεταφέρει στο χαρτί γιατί και πως «αυτό που είχε κατακτηθεί το πρωί, συχνά χανόταν το βράδυ». Αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο κοινωνίας ιδεών, ως μόνη ευκαιρία για ισχυρή δικαίωση, ως ένα τρόπο συμμετοχής στο κοινό πεπρωμένο, ως μια μαρτυρία για την ζωή των επαναστατικών μαχητών, στοχαστών και απλών ανθρώπων που δεν διανοήθηκαν να ζήσουν έξω από τη Ρωσία, μα και δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν μέσα σε αυτήν. Ακόμα κι όταν οι ποιητές άρχισαν να αυτοκτονούν (μια σφαίρα στο στήθος του Μαγιακόφσκι, μια λάμα ξυρίσματος στη χούφτα του Εσένιν), εκείνος παρά την ψυχική του συντριβή συνέχισε να συνθέτει το ψυχολογικό διάγραμμα της σοβιετικής λογοτεχνίας, από τον πρώιμο ένθερμο ενθουσιασμό στην εποχής της λογοκρισίας και της απελπισίας.

Με βαθιές ρίζες στη γαλλική και την ρωσική λογοτεχνική παράδοση, έχοντας ασχοληθεί με την μετάφραση κειμένων των προ-επαναστατικών Ρώσων μοντερνιστών, χρονικογράφος και κριτικός κατά την σύντομη μετα-επαναστατική λογοτεχνική αναγέννηση, ο Σερζ μοιάζει να εμπνέεται από κάθε μοντέρνα γραφή του καιρού του, από τους Ντος Πάσος και Πίλνιακ ως τον Φρόυντ, τον Τζόυς, τον Γκράμσι, τους Μεγάλους Ρώσους – όπως εύστοχα διαπιστώνει στο επίμετρό του ο Ρίτσαρντ Γκρίμαν. Και κάπως έτσι επιχειρεί μια χειμαρρώδη καταγραφή της υλικής και της ασυνείδητης ζωής των μαζών και του τότε Μοντέρνου Κόσμου και της Επανάστασης, που νίκησε όλους τους εξωτερικούς κινδύνους μα αγνόησε «τον κίνδυνο μέσα τους» και διαβρώθηκε από την ψύχωση της άτεγκτης εξουσίας. Κι ίσως γι’ αυτό ο αρχικός τίτλος του χειρογράφου ήταν «Τα Μαύρα Χρόνια», κι ένας μεταγενέστερος το «Αναμνήσεις από κόσμους που χάθηκαν». Η έκδοση είναι υπερπλήρης, με παράρτημα έξι κειμένων, εκατοντασέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα, βιογραφικά στοιχεία, ενδεικτική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

«Αν σχεδιάζω αυτά τα πορτρέτα … είναι διότι ξεσκεπάζουν μια ατμόσφαιρα και τις σκοτεινές απαρχές μιας ψύχωσης. Η ΕΣΣΔ ολόκληρη επρόκειτο πολύ αργότερα, στη διάρκεια των τραγικών χρόνων, να ζήσει όλο και πιο έντονα αυτή την ψύχωση που αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα μοναδικό ψυχολογικό φαινόμενο μέσα στην ιστορία» . (σ. 300)

Εκδόσεις Scipta, 2008, μτφρ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, επιμ. Στέφανος Ροζάνης, σελ. 815 (Victor Serge, Mémoirs d’ un Révolutionnaire).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19, Φθινόπωρο 2009.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers