Αρχείο για την κατηγορία 'Λογοτεχνία'



17
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.

16
Απρ
12

Jean Améry – Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση. Απόπειρες ενός εκμηδενισμένου να υπερβεί το ανυπέρβλητο

Γι’ αυτό και επαναλαμβάνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο: δεν υπάρχει «νέα πατρίδα». Πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας και της νιότης. Όποιος τη χάσει, παραμένει μετέωρος, ακόμα και αν κάποια στιγμή, ζώντας σε ξένους τόπους, μάθει να μην τρεκλίζει πια σαν μεθυσμένος, αλλά να πατά το πόδι του στο έδαφος με όσο το δυνατόν λιγότερο φόβο. [σ. 101]

Η αδιανόητη βιογραφία

Ο Jean Améry είναι ο Hans Maier, με το επίθετο αναγραμματισμένο· είναι ο Αυστροεβραίος συγγραφέας και στοχαστής που γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, εντάχθηκε στον περιβόητο Κύκλο της, αλλά είδε την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και βίωσε τον αχαλίνωτο αντισημιτισμό και την έξαρση του ναζισμού, συνειδητοποιώντας το αβάσταχτο φορτίο της εβραϊκής του ταυτότητας. Κατέφυγε στο Βέλγιο το 1939 αλλά συνελήφθη ως … ανεπιθύμητος Γερμανός αλλοδαπός και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στον γαλλικό Νότο. Εκδόθηκε στους Γερμανούς, κλείστηκε σε στρατόπεδο, δραπέτευσε, εντάχθηκε στην Αντίσταση, συνελήφθη, βασανίστηκε από την Γκεστάπο κι έζησε σε Άουσβιτς, Μπούχενβαλντ και Μπέργκεν – Μπέλζεν. Μετά την λήξη του πολέμου εργάστηκε ως πολιτικός αρθρογράφος και έγραψε κείμενα για λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφο. Ύστερα από είκοσι χρόνια σιωπής, το 1964 στη δίκη των εγκληματιών του Άουσβιτς μίλησε ανοιχτά για όσα υπέστη από το Τρίτο Ράιχ. Τότε έγραψε και το πρώτο σχετικό δοκίμιο. Αυτοκτόνησε το 1978. Η σύζυγός του (για την οποία κρατήθηκε στη ζωή τα δυο πιο δύσκολα χρόνια του) πέθανε το 1944, στα 28 της, αδυνατώντας να αντέξει στην εξορία.

Διερευνώντας την υπόσταση του θύματος

Ο Αμερύ στέκεται μπροστά στο αναπάντητο ερώτημα πώς ήταν ποτέ δυνατόν «αυτό» που συντελέστηκε από το 1933 έως το 1945 να προήλθε από ένα γερμανικό έθνος υψηλής νοημοσύνης, βιομηχανικής αξιοσύνης και απαράμιλλου πολιτισμικού πλούτου, του έθνους «των ποιητών και των στοχαστών». Οι ερμηνείες περί γερμανικής ιδιοσυγκρασίας ή γερμανικού πνεύματος (Λούθηρος, Κλάιστ, Χάιντεγκερ) ή οικονομικής κρίσης είναι μονοαιτιακές και αποτυχημένες. Πώς μπορεί να διαφωτιστεί η έκρηξη του ακραίου Κακού στη Γερμανία ενός Κακού που αυτό που το διαφοροποιούσε από άλλες περιπτώσεις (Στάλιν, δικτατορίες και τάγματα θανάτου σε Λατινική Αμερική, Πνομ Πενχ, σοσιαλιστικός τρίτος κόσμος) ήταν η εσωτερική λογική και ο απεχθής ορθολογισμός του;

Επιθυμεί το βιβλίο να θεωρηθεί ως μαρτυρία για τον πραγματικό φασισμό και μια έκκληση στη γερμανική νεολαία να ασκηθεί στην ενδοσκόπηση, αλλά επιθυμεί να διαβαστεί και από τους νέους της Αριστεράς και τους αντιφασίστες που με αφορμή το Παλαιστινιακό ζήτημα φωνάζουν «θάνατος στο εβραϊκό έθνος», μια ιαχή που μοιάζει με «μια από τις κακόγουστες φάρσες της παγκόσμιας Ιστορίας». Το αρχικό του σχέδιο για μια στοχαστική δοκιμιακή εργασία οδήγησε, όπως γράφει στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, σε μια προσωπική ομολογία κατατεμαχισμένη από τον διαλογισμό, για να καταλήξει στην διερεύνηση της υπόστασης του θύματος. Απλώς περιγράφω την κατάσταση ενός εκμηδενισμένου, αυτό είναι όλο, προσθέτει, για να καταλήξει: Για τους Γερμανούς που στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν νιώθουν ή δεν νιώθουν πια να τους αφορούν οι πράξεις του Τρίτου Ράιχ, πολύ ευχαρίστως να τους πω κάποια πράγματα που μέχρι τώρα ίσως να μην τους τα έχουν αποκαλύψει.

«Πνεύμα επί ξύλου κρεμάμενο»

Το πρώτο συγκλονιστικό δοκίμιο του τόμου αφορά την θέση του διανοούμενου στο Άουσβιτς (ορίζοντας τον διανοούμενο ως άνθρωπο που ζει μέσα σε ένα σύστημα πνευματικών αναφορών με την ευρεία σημασία του όρου και διαθέτει μια καλώς ανεπτυγμένη αισθητική συνείδηση) όπου βρίσκεται αναγκασμένος να θέσει υπό δοκιμασία την αποτελεσματικότητα του πνεύματός του ή ακόμα και να το αναγνωρίσει ως άκυρο. Όσοι ανήκαν σε διανοητικά επαγγέλματα την είχαν άσχημα στα εργοτάξια: κατέληγαν σε ομάδες χειρωνακτικής εργασίας και σε θέσεις που απαιτούσαν σωματική δεινότητα και σθένος. Στο ίδιο το στρατόπεδο αντιμετωπίζονταν με την ίδια περιφρόνηση από τους συγκρατούμενούς τους. Η εκλεπτυσμένη εκφορά του λόγου τους έπρεπε να προσαρμοστεί σε εντελώς νέες γλωσσικές συνθήκες. Πόσο χρήσιμη ήταν για ένα κρατούμενο η καλλιέργεια του πνεύματος στον αγώνα για επιβίωση; Η ιδιαίτερη φύση του Άουσβιτς (ως αυτοσχέδιου στρατοπέδου που απαρτιζόταν από ολότελα απολιτικούς Εβραίους και Πολωνούς και διοικούνταν από Γερμανούς κακοποιούς, σε αντίθεση με το Νταχάου) έκανε ακόμα πιο άγρια την αντιπαράθεση του πνεύματος με την αγριότητα.

Η πνευματική κάθοδος

Ο Αμερύ απαριθμεί τα σταδιακά βήματα προς την νέα κατάσταση. Κάθε πνευματική έκφραση αποτελεί απαγορευμένη πολυτέλεια. Η μνήμη κάποιων στίχων δεν είναι πλέον σε θέση να υπερβούν την πραγματικότητα. Ένας πολύτιμος πνευματικός σύντροφος είναι ανύπαρκτος σε ολόκληρο το στρατόπεδο. Αργότερα παύει κανείς να πιστεύει στην πραγματικότητα του πνευματικού κόσμου, πόσο μάλλον ένας Εβραίος διανοούμενος γαλουχημένος με τις αξίες του γερμανικού πνεύματος: οτιδήποτε κι αν δοκίμαζε να επικαλεστεί δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στον εχθρό. Η πνευματική και αισθητική του κληρονομία είχε περιέλθει στην κυριότητα του τελευταίου. Μπορεί ο Thomas Mann να [φέρεται πως] είπε στις ΗΠΑ: Ο γερμανικός πολιτισμός βρίσκεται εκεί όπου βρίσκομαι εγώ αλλά ήταν μακριά. Εδώ το άτομο ήταν εξαναγκασμένο να εγκαταλείψει ολόκληρη τη γερμανική κουλτούρα και στερούνταν την πνευματική του υπόσταση. Το πνεύμα υποτασσόταν αναπόφευκτα στην πραγματικότητα.

Στο στρατόπεδο, και ιδίως στο Άουσβιτς, η ορθολογική – αναλυτική σκέψη λοιπόν όχι μόνο δεν προσέφερε την παραμικρή βοήθεια αλλά οδηγούσε κατευθείαν σε μια τραγική διαλεκτική της αυτοκαταστροφής. […] Ο καλλιεργημένος άνθρωπος δεν έπαιρνε τόσο εύκολα ως δεδομένες τις αδιανόητες συνθήκες όσο ο ακαλλιέργητος. Το γεγονός ότι είχε μάθει επί μακρόν να θέτει υπό αμφισβήτηση τα φαινόμενα της καθημερινής πραγματικότητας, του απαγόρευε να αποδεχτεί την πραγματικότητα του στρατοπέδου, καθώς ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με καθετί που ο ίδιος θεωρούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή πιθανό και ανθρωπίνως εφικτό. [σ. 37]

Ο ξεψυχισμένος λόγος

Ποιες ήταν οι αρχικές «άμυνες» ενός τέτοιου ανθρώπου; Η αρχική άρνηση της λογικής των Ες Ες και η εσωτερική αντίσταση με ψιθυριστά ξόρκια όπως «κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει», στο τέλος κατέληγαν σε αποδοχή όχι μόνο της λογικής αλλά και του συστήματος των αξιών των Ες Ες. Ο βαθύτερος σεβασμός που άλλοτε έτρεφε για τον θεσμό της εξουσίας εξαφανίζεται, αφήνοντας ένα κενό. Στο βιβλίο του Οι λέξεις ο Jean – Paul Sartre έγραφε ότι χρειάστηκε τριάντα ολόκληρα χρόνια για να απαλλαγεί από τον παραδοσιακό φιλοσοφικό ιδεαλισμό. Στην περίπτωση του Αμερύ η ίδια διαδικασία συντελέστηκε σε πολύ λιγότερο χρόνο: μερικές βδομάδες στο στρατόπεδο ήταν αρκετές για να απομυθοποιήσουν κάθε σχετικό φιλοσοφικό απόθεμα. Τα λόγια του Karl Kraus από τα πρώτα χρόνια του Κακού είναι χαρακτηριστικά: Ο λόγος ξεψύχησε μόλις εμφανίστηκε εκείνος ο κόσμος.

Παραμυθίες πιστών και ιδεολόγων

Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να στηριχτεί ούτε στην έσχατη «πνευματική» βοήθεια: εισήλθε στο κατώφλι των στρατοπέδων ως αγνωστικιστής κι άφησε την Κόλαση πίσω του και πάλι ως αγνωστικιστής· δεν ακολουθούσε καμία θρησκεία και καμία συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Εκεί λοιπόν που στις κρίσιμες στιγμές η πολιτική ή θρησκευτική πίστη αποτελούσε για άλλους ανεκτίμητη βοήθεια, εκείνος και οι διανοούμενοι του ανθρωπιστικού σκεπτικισμού πάσχιζαν μάταια να επικαλεστούν τους εφέστιους θεούς των γραμμάτων, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Η πίστη και η ιδεολογία παρείχε ένα σταθερό σημείο στον κόσμο και το βασίλειο των πιστών τους δεν ήταν το εδώ και το σήμερα αλλά το αύριο και το αλλού: η βασιλεία των ουρανών, η ουτοπία του μαρξισμού. Τα βασανιστήρια και ο θάνατος ισοδυναμούσαν με τα πάθη του Κυρίου ή το αυτονόητο πολιτικό μαρτύριο. Κι όλοι περιφρονούσαν τους μη πιστούς. Η νοημοσύνη και η μόρφωσή σας είναι άχρηστες εδώ μέσα. Εμείς ζούμε με τη βεβαιότητα πως ο Θεός μας θα πάρει εκδίκηση για μας, του είπε ένας θρησκευόμενος Εβραίος. Εμείς όχι μόνο δεν τρέμουμε αλλά ακόμα κι αν πεθάνουμε σαν τα σκυλιά ξέρουμε ότι ύστερα από εμάς οι σύντροφοι θα στήσουν όλη τη συμμορία στον τοίχο, του είπε ο μαρξιστής.

Βασανιστήρια, η πεμπτουσία του συστήματος

Το δεύτερο κείμενο σχεδόν αιμορραγεί από το θέμα των βασανιστηρίων που πραγματεύεται. Ο Αμερύ είναι πεπεισμένος πως στην περίπτωση του Τρίτου Ράιχ ο βασανισμός δεν αποτελούσε συμβεβηκός αλλά πεμπτουσία του συστήματος. Οι βασανιστές είχαν πρόσωπα συνηθισμένα, του σωρού, που τελικά μετατρέπονταν όντως σε γκεσταπίτικα πρόσωπα και τότε το Κακό επικάλυπτε και υπερέβαινε την κοινοτοπία. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται κανενός είδους «κοινοτοπία του Κακού» και όσο για την Hannah Arredt, η οποία έγραψε σχετικά στο βιβλίο της για τον Eichmann, εν γνώριζε παρά μόνο εξ ακοής τον στυγνό αυτό εχθρό του ανθρώπου και τον είχε δει μόνο πίσω από το τζάμι του γυάλινου κλουβιού. […] Όταν η εμπειρία αποκτάται κάτω από ακραίες συνθήκες, καλό είναι να μη γίνεται λόγος για κοινοτοπία, διότι στο οριακό εκείνο σημείο παύει κάθε αφαιρετική διαδικασία αλλά και κάθε προσπάθεια της φαντασίας να πλησιάσει έστω κατά προσέγγιση την πραγματικότητα. [σ. 64]

Ο συγγραφέας διατυπώνει μια φοβερή τυπολογία των συναισθημάτων και των σκέψεων του βασανιζόμενου: Το πρώτο χτύπημα τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι είναι αβοήθητος, πως κανείς δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει ως εδώ κάτω. Αμέσως χάνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αυτό που ονομάζεται ως εμπιστοσύνη στον κόσμο. Τα σύνορα του σώματος, δηλαδή του Εγώ, παραβιάζονται και βιάζονται. Όταν παύουμε να ελπίζουμε σε οποιαδήποτε βοήθεια, η παραβίαση της σωματικής μας οντότητας μετατρέπεται σε μια πράξη υπαρξιακού μηδενισμού.

Για τον Αμερύ ο θεσμός των βασανιστηρίων αποτελεί την πεμπτουσία του εθνικοσοσιαλισμού – μέσα τους συμπυκνώνεται όλη η υπόσταση του Τρίτου Ράιχ, όσο κι αν αποτέλεσαν πάγια τακτική άλλων συστημάτων. Αντιτίθεται στους πολιτικούς φενακισμούς της μεταπολεμικής περιόδου σύμφωνα με τους οποίους ο κομμουνισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελούν παρά δύο όχι και τόσο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος και συμφωνεί με τον Τόμας Μάνν που κάποτε είπε πως όσο φριχτός κι αν εμφανίζεται κατά καιρούς ο κομμουνισμός, δεν παύει να αισθητοποιεί μια ιδέα του ανθρώπου, ενώ ο χιτλερικός φασισμός δεν υπήρξε καν ιδέα, αλλά μια άθλια ανοσιουργία. Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν διαπνεόταν από ιδέες αλλά διέθετε ένα ολόκληρο οπλοστάσιο από συγκεχυμένες και διεστραμμένες αντιλήψεις, υπήρξε μέχρι σήμερα το μοναδικό πολιτικό σύστημα του εικοστού αιώνα που ανέδειξε σε βασική του αρχή την κυριαρχία του αντι – ανθρώπου. Και οι βασανιστές βασάνιζαν με την ήσυχη συνείδηση του ανοσιουργού.

Η σαδιστική «κοσμοθεωρία» του εθνικοσοσιαλισμού

Και καθώς ο συγγραφέας προβαίνει σε μια όσο γίνεται αντικειμενική και λακωνική περιγραφή των βασανισμών του αισθάνεται εγκλωβισμένος στην δίνη του μεταφορικού λόγου. Όταν ο πόνος είναι αυτός που είναι, τι μπορεί να ειπωθεί πέρα από αυτό; Οι συναισθηματικές αξίες δεν περιγράφονται με λόγια και το πώς του πόνου εξαντλεί τα όρια της γλωσσικής επικοινωνίας. Θα μπορούσε τουλάχιστον να εξηγηθεί το τι του πόνου; Όποιος κατακυριεύεται από τους πόνους των βασανιστηρίων, γνωρίζει το σώμα του όπως ποτέ πριν. Ο βασανισμένος δεν υφίσταται πλέον παρά μόνο ως σώμα και τίποτε άλλο. Επαληθεύεται έτσι αυτό που ο Τόμας Μανν περιέγραψε στο Μαγικό βουνό, ότι δηλαδή όσο βαθύτερα υποτάσσεται το ανθρώπινο σώμα στα μαρτύρια τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η σωματική υπόσταση του ανθρώπου.

Αλλά ποιοι ήταν οι δήμιοι του; Ήταν, άραγε, πέρα από αποκτηνωμένους μικροαστούς και κατώτερους υπαλλήλους, και σαδιστές; Κατά την τεκμηριωμένη άποψή του δεν επρόκειτο για σαδιστές με τους όρους της σεξουαλικής παθολογίας, αλλά μάλλον με τα κριτήρια της φιλοσοφίας του Μαρκησίου ντε Σαντ. Οι βασανιστές του κινούνταν στα όρια μιας σαδιστικής φιλοσοφίας και ο εθνικοσοσιαλισμός γενικότερα έφερε τη σφραγίδα περισσότερο του σαδισμού παρά ενός ολοκληρωτισμού. Εδώ συμφωνεί με τις απόψεις του Μπατάιγ, που ερμήνευε το σαδισμό από τη σκοπιά της υπαρξιακής ψυχολογίας: της ακραίας άρνησης του άλλου ως αποκήρυξης των αρχών της κοινωνίας και της πραγματικότητάς της. Η επιθυμία των συγκεκριμένων σαδιστών ήταν να καταργήσουν τον κόσμο αρνούμενοι τον συνάνθρωπό τους. Ο δήμιος γίνεται κύριος πάνω στη ζωή και στο θάνατο του άλλου και πραγματώνεται μέσα από την εξόντωσή του. Η εξουσία του πάνω στη σάρκα και το πνεύμα ανατρέπει έναν ολόκληρο κοινωνικό κόσμο.

Όποιος υπέκυψε σε βασανιστήρια παραμένει παντοτινά ξένος στον κόσμο. Το όνειδος της συντριβής δεν εξαλείφεται. Η εμπιστοσύνη στον κόσμο, που ως έναν βαθμό είχε ήδη κλονιστεί με το πρώτο χτύπημα, για να καταρρεύσει ολοκληρωτικά μέσα από τα βασανιστήρια, ουδέποτε αποκαθίσταται. Η εμπειρία του συνανθρώπου ως αντι-ανθρώπου παραμένει μέσα στο θύμα του βασανισμού με τη μορφή συμπυκνωμένου τρόμου, στρώντας του τη θέα σε έναν κόσμο που διέπεται από την αρχή της ελπίδας. [σ. 88]

Πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; 

Είχα χάσει το Εγώ μου και, μαζί, το δικαίωμα να ζω μέσα στο Εμείς. Δεν είχα ούτε διαβατήριο, ούτε παρελθόν, μήτε χρήματα, μήτε ιστορία.

Η ερώτηση του τίτλου του τρίτου δοκιμίου απαντάται με σαφήνεια. Η εξορία του Αμερύ δεν συγκρινόταν με τον εθελούσιο εξοστρακισμό όσων ξεριζώθηκαν από το Τρίτο Ράιχ για λόγους αποκλειστικά ιδεολογικούς: εκείνος και οι όμοιοί του δεν είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν (ούτε και τη δύναμη να το κάνουν σήμερα) – η δική του νοσταλγία ισοδυναμούσε με αποξένωση από τον εαυτό τους. Ξαφνικά το παρελθόν τους κατέρρεε και κανείς δεν ήξερε πλέον ποιος ήταν. Το όνομά του είχε χάσει κάθε νόημα, οι φίλοι εξαλείφονταν, οι ειδυλλιακές εικόνες της φύσης γίνονταν ανυπόφορες στη μνήμη. Άλλοι βρήκαν την πατρίδα σε υποκατάστατα όπως το χρήμα, ή η υπόληψη.

Ο Χάινριχ Μαν βρήκε καταφύγιο στην πατρίδα της φήμης, οι αυτοεξόριστοι Γερμανοί συγγραφείς αισθάνονταν πως εκπροσωπούσαν την φωνή της «γνήσιας Γερμανίας». Για εκείνον όμως και για τους «ανώνυμους» ομοίους του δεν ίσχυε τίποτα ανάλογο: δεν ήταν οι θεματοφύλακες ενός αόρατου μουσείου του γερμανικού πνεύματος αλλά απλοί κυνηγημένοι. Ενώ κάθε Γερμανός πρόσφυγας από την Ανατολική Ευρώπη γνώριζε ότι ο τόπος του είχε πέσει στα χέρια μιας ξένης δύναμης. εκείνοι δεν είχαν χάσει τον τόπο τους αλλά κάτι χειρότερο: ήταν αναγκασμένοι να συνειδητοποιήσουν ότι ουδέποτε υπήρξε δικός τους – οτιδήποτε σχετιζόταν μ’ αυτόν δεν ήταν παρά μια υπαρξιακή παρανόηση.

Τελικά πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; Όσο λιγότερη είναι σε θέση να κουβαλήσει. Χρειάζεται να έχεις πατρίδα προκειμένου να πάψεις να την έχεις ανάγκη. Πατρίδα σημαίνει ασφάλεια – όπως μαθαίνουμε τη μητρική γλώσσα χωρίς να γνωρίζουμε τη γραμματική της, κατά τον ίδιο τρόπο βιώνουμε το οικείο περιβάλλον της πατρίδας. Η μητρική γλώσσα και η πατρίδα μεγαλώνουν μαζί μας, μέσα μας, καλλιεργώντας μια τόσο γερή αίσθηση οικειότητας, η οποία εγγυάται την ασφάλειά μας. [σ. 100]. Ο Αμερύ αναφέρει ένα φοβερό περιστατικό, κατά το οποίο ένας Γερμανός των Ες Ες χτυπάει την πόρτα του κρησφύγετου της αντιστασιακής ομάδας όπου ανήκε ο συγγραφέας, οργισμένος επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον θόρυβο. Ακούγοντας τα γερμανική γλώσσα του αξιωματικού ο Αμερύ γράφει: Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα μια για πάντα ότι η πατρίδα ήταν χώρα του εχθρού.

Μνησικακίες – Αποκαλυπτήρια

Στο τέταρτο δοκίμιο – ο τόμος ολοκληρώνεται με ένα ακόμα κείμενο με τίτλο Η αναγκαιότητα και η αδυνατότητα να είσαι Εβραίος ­– ο Αμερύ προβαίνει σε ένα ακόμα συγκλονιστικό αποκαλυπτήριο ψυχής. Θα μιλήσει, όπως γράφει, ως θύμα και θα εξετάσει τις μνησικακίες του. Εφόσον ούτε μπορώ ούτε θέλω να τις ξεφορτωθώ, πρέπει να μάθω να συνυπάρχω μαζί τους, ενώ συγχρόνως έχω καθήκον να τις αιτιολογήσω σε εκείνους ενάντια στους οποίους στρέφονται. Πώς να τον εγκαταλείψουν αυτές οι μνησικακίες όταν βλέπει στην δημόσια σκηνή της Δυτικής Γερμανίας να παρελαύνουν «προσωπικότητες» που συνέπραξαν με τους βασανιστές και να γερνούν πλήρεις σεβασμού; Πώς λειτουργούν αυτές οι μνησικακίες; Τον καρφώνουν στο σταυρό του ρημαγμένου του παρελθόντος, εγείρουν την παράλογη απαίτηση να ανακληθεί το ανέκκλητο, φράζει την έξοδο προς το μέλλον. Αξιώνουν από τον εγκληματία να συνειδητοποιήσει την ηθική αλήθεια του εγκλήματος και να βρεθεί αντιμέτωπος με την αλήθεια της κτηνωδίας του. Τη στιγμή της εκτέλεσής του να ποθήσει, όπως ακριβώς κι ο ίδιος, να γυρίσει πίσω το χρόνο και να μην αφήσει να συμβούν όσα συνέβησαν.

Όσο εκείνος απέφευγε να μιλήσει ακόμα και τη γερμανική γλώσσα, τη γλώσσα του, επινοώντας ένα ψευδώνυμο με ρομανικό ηχόχρωμα, η Γερμανία πανηγύριζε τη μεγαλειώδη νεκρανάσταση της ισχύος της, σε αγαστή σύμπνοια με τους υπερατλαντικούς στρατιώτες. Ο παρίας Γερμανία πολιορκήθηκε στενά από μνηστήρες – πρόθυμους συνεταίρους στο παιχνίδι της ισχύος. Ο Γερμανοί που θεωρούσαν τους εαυτούς τους έθνος θυμάτων, επιθυμούσαν να υπερβούν, όπως ήταν της μόδας να λέγεται, το παρελθόν του Τρίτου Ράιχ, χωρίς να πληχθεί ιδιαίτερα η ψυχική τους ισορροπία. Όσο πιο δύσκολο είναι για τον ίδιο να ατενίσει το μέλλον με καθαρό βλέμμα, τόσο πιο εύκολο φαίνεται πως είναι για τους χθεσινούς του διώκτες. Το κοινωνικό σύνολο αρκείται να κοιτάζει μπροστά διαβεβαιώνοντας ότι ποτέ δεν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο.

Η ανηθικότητα της συγχώρεσης

Έχοντας πίσω μου δυο δεκαετίες αναστοχασμού πάνω σε όσα υπέστην πιστεύω πως είμαι σε θέση να αντιληφθώ πόσο ανήθικες ηχούν έννοιες όπως συγχώρηση και λήθη όταν επιβάλλονται με το ζόρι από την κοινωνία.

Ο Αμερύ υποστηρίζει πως τα περί συγχώρεσης δεν έχουν μόνο εξω- ηθικό αλλά και αντι – ηθικό χαρακτήρα. «Ό,τι έγινε, έγινε»: η ρήση είναι τόσο αληθινή όσο και εχθρική προς την ηθική και το πνεύμα. Επαναφέρει το ζήτημα συλλογική ενοχή (ταμπού όχι μόνο σήμερα αλλά ήδη από το 1946). Στη δική του συνείδηση τα εγκλήματα του καθεστώτος αποτυπώθηκαν ως συλλογικές πράξεις του έθνους. Αναρίθμητα άτομα που απαρτίζουν τον γερμανικό λαό ήξεραν με απόλυτη ακρίβεια τι συνέβαινε γύρω τους και τι συνέβαινε σε εμάς, διότι όπως εμείς, γεύονταν και αυτοί τη μυρωδιά της καμένης σάρκας από το γειτονικό στρατόπεδο εξόντωσης, ενώ κάποιοι μάλιστα φορούσαν ρούχα τα οποία είχαν αφαιρεθεί την προηγούμενη μέρα από τα νεοφερμένα θύματα στις αποβάθρες διαλογής. Όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουργούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του. Εργάτες, μικροαστοί, ακαδημαϊκοί…δεν υπήρχε καμιά διαφορά. [σ. 142]

Διαθήκη και χρέος του γερμανικού έθνους

Τι προτείνει ο Αμερύ; Πρώτα απ’ όλα η γερμανική νεολαία δεν μπορεί να επικαλείται τον Γκαίτε, τον Σίλερ, τον Μπετόβεν και να αφήνει απ’ έξω τον Χίμμλερ. Είναι αδιανόητο να διεκδικείς για λογαριασμό σου τις εθνικές παραδόσεις όταν είναι έντιμες αλλά να τις αποποιείσαι όταν ενσαρκώνουν την ανεντιμότητα. Στη γερμανική Ιστορία και στη γερμανική παράδοση συγκαταλέγονται εφεξής ο Χίτλερ και οι πράξεις του. Στο απέναντι στρατόπεδο πρέπει να ξυπνήσει ένα αίσθημα αυτοδυσπιστίας. Να εισαχθούν ορισμένα βιβλία γύρω από το Άουσβιτς (γεωγραφική, ιστορική και πολιτική έννοια που προκαλεί αλλεργία στο αναγνωστικό κοινό) ως υποχρεωτική διδακτική ύλη στα σχολεία. Το γερμανικό έθνος οφείλει να ενσωματώσει το ανεπιθύμητο κομμάτι στην ιστορική του ταυτότητα. Να διαφυλάξει τη γνώση ότι η κυριαρχία της αχρειότητας δεν τερματίστηκε χάρη στους Γερμανούς. Να κατανοήσει ότι η συγκατάθεσή του στο Τρίτο Ράιχ ισοδυναμούσε με την απόλυτη άρνηση της ίδιας του της καλύτερης καταγωγής.

Οι Γερμανοί οφείλουν να αποκηρύξουν για πάντα καθετί που επιτέλεσαν κατά την περίοδο της βαθιάς του εξαχρείωσης και να προβούν σε πνευματική πολτοποίηση όχι μόνο των βιβλίων αλλά και οποιασδήποτε εκδήλωσης έλαβε χώρα κατά την φοβερή δωδεκαετία. Να σταματήσει η υπεροψία ενός έθνους που αστράφτει από ικανοποίηση που του δίνουν η ήσυχη συνείδηση και η ευνόητη χαρά ότι τα κατάφερε και πάλι, αυτή τη φορά όχι επικαλούμενο ηρωισμούς στο πεδίο της μάχης αλλά την μοναδική στον κόσμο παραγωγικότητά του. Στα όνειρά του, βλέπει Γερμανούς να έρχονται και να παίρνουν τα όργανα βασανισμού από τα χέρια των βασανιστών και να προστατεύουν οι ίδιοι τα κατατσακισμένα θύματα.

Ένα τόσο συγκλονιστικό βιβλίο, μια τόσο σπάνια γλώσσα κι ένα τόσο ζωντανό, βαθύ πνεύμα. Κι όμως, αυτό το πνεύμα δεν ήταν αρκετό να τον κρατήσει στη ζωή.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Γιάννης Καλλιφατίδης, σελ. 275. Περιλαμβάνονται: πρόλογος στην πρώτη έκδοση του 1966, πρόλογος στην νέα έκδοση του 1977 και ως επίμετρο δύο κείμενα του W.G.Sebald (Η απώλεια της πατρίδας – Ο Jean Améry και η Αυστρία και Jean Améry και Primo Levi), 14σέλιδη εργογραφία του συγγραφέα και 45σέλιδες σημειώσεις του μεταφραστή [Jenseits von schuld und sühne. Bewältigungsversuche eines überwältigten, 1966].

14
Απρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 88. Γιώργος Μητάς

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία

Η λίστα με τα αγαπημένα βιβλία φοβάμαι ότι  είναι πολύ μεγάλη, οπότε θα περιοριστώ σε κάποια που έχουν μια τελείως  δική τους θέση στην καρδιά μου, ανεξάρτητα από την λογοτεχνική τους αξία: Ο Κόμης Μοντεχρήστος, Οι περιπέτειες του Τομ Σώγερ,  Κάτω απ’ το βλέμμα του Βούδα, Ο Τελευταίος των Μοϊκανών, Δον Κιχώτης, Αλλόκοτες Ιστορίες, Ντέιβιντ Κόππερφηλντ, Ανεμοδαρμένα Ύψη, Μάρτιν Ήντεν, Ο Χθεσινός Κόσμος, Το Παιχνίδι με τις Χάντρες, Θάνατος στη Βενετία, Ερενγκαρντ – Το χρονικό μιας αποπλάνησης, Νιλς Λυν,  Οι Ευρωπαίοι, Υπερίων ή Ο Ερημίτης στην Ελλάδα, Άννα Καρένινα, Ουσία και Βάθος (The heart of the matter), Ο Αφρός των Ημερών, Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, Τέσσερα Σύγχρονα Έργα Νο, Δέκα Μικροί Νέγροι, Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, Το Τούνελ, Η Εφεύρεση του Μορέλ, Φύλλα Χλόης, Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα, Ο Θάνατος θα ’ρθει και θα ’χει τα Μάτια σου, Μη μ’ Αφήσεις Ποτέ, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου,  Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, Αιολική Γη, Λεμονοδάσος,  Οι Τέσσερις Τοίχοι.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς

Θερβάντες, Χαίλντερλιν, Γκαίτε, Λεοπάρντι, Ντίκενς, Εμιλυ Μπροντέ, Φλομπέρ, Πόε,  Τολστόυ, Χ. Τζαίημς, Ουέλς, Μάνσφηλντ, Μαν, Τσβάιχ, Έσσε, Λόντον, Μέλβιλ, Λόρκα, Κάφκα, Γκράχαμ Γκρην, Ντυ Μωριέ, Μισίμα, Κούντερα, Άιρις Μέρντοχ, Γιουρσενάρ,  Μάρκες, Μπόρχες, Μπέρνχαρντ, Ολιβιέ Ρολάν, Ουελμπέκ, Ιζιγκούρο, Ζέμπαλντ, Παδούρα, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Βενέζης, Εμπειρίκος, Πολίτης, Τσίρκας, Χατζηγιαννίδης.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω τα πεζογραφήματα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Σωτήρη Δημητρίου και τα ποιήματα του Βαγγέλη Κάσσου. Βρίσκω πολύ όμορφα τα βιβλία του Γιάννη Ατζακά, ζηλεύω τον Θείο Πέτρο και την Εικασία του Γκόλντμπαχ του Δοξιάδη ενώ πρόσφατα «ανακάλυψα»  τον Παναγιώτη Κουσαθανά, η γραφή του οποίου με καταγοήτευσε. Διαβάζω και παρακολουθώ τη δουλειά της Αμάντας Μιχαλοπούλου, του Χρήστου Χρυσόπουλου, του Μιχάλη Μοδινού, της Ερσης Σωτηροπούλου, της Βερονίκης Δαλακούρα και του Φαίδωνα Ταμβακάκη (ο οποίος έχει πολύ καιρό να μας δώσει κάτι καινούργιο!). Μια πολύ ξεχωριστή φωνή ήταν αυτή της Μαργαρίτας Καραπάνου. Υπάρχουν πολλοί νέοι – και λιγότερο νέοι-  συγγραφείς που δεν έχω προλάβει να διαβάσω, αλλά είναι στο καλεντάρι μου – ελπίζω δε πάντα στην επόμενη αναγνωστική έκπληξη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση  να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιόν θα επιλέγατε;

Η πρώτη μου σκέψη πηγαίνει στην ιδιαίτερη ζωή – την τόσο αξεχώριστη από την ποίησή της – της Εμιλυ Ντίκινσον. Η δεύτερη σε μία ακόμα Εμιλυ, τη δημιουργό του Χήθκλιφ και της Κάθριν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας / σπιτιού σας;

Το Ένα Ποτήρι Μπύρα, η τρίτη ιστορία του Χαλ, γράφτηκε εξ’ ολοκλήρου στην Ίο, σε ένα πολύ όμορφο δωμάτιο με θέα τη θάλασσα και παρέα τη Μίκα, μια υπέροχη κεραμιδόγατα, μεταξύ Ιουνίου – Σεπτεμβρίου του 2009. Όλα τα άλλα έχουν γραφτεί στο δωμάτιό μου. Γενικά, για να γράψω θέλω την ησυχία του γραφείου μου και τον υπολογιστή μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του βιβλίου σας;

Οι Ιστορίες του Χαλ είναι το πρώτο μου βιβλίο. Κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 από τις εκδόσεις Κίχλη, σε επιμέλεια Γιώτας Κριτσέλη. Είναι τρία μεγάλα διηγήματα που γεννήθηκαν τον χειμώνα του 1992, ενόσω έκανα το μεταπτυχιακό μου στην Αγγλία. Πρωταγωνιστής, πέραν των ηρώων του βιβλίου, είναι η πόλη του Χαλ, τόπος συναισθηματικής δοκιμασίας και μοναξιάς για τον (τότε) νεαρό συγγραφέα, αλλά ταυτόχρονα πεδίο μεθυστικής ελπίδας και προοπτικής. Για να κλείσει η οφειλή μου στην πόλη και τα δώρα της χρειάστηκε να περάσουν δέκα έξι ολόκληρα χρόνια (το βιβλίο γράφτηκε μεταξύ Οκτωβρίου 2008 και Σεπτεμβρίου 2009). Το ότι η κα Ρότζερς, ο Ντόναλντ, η Τζόυ και ο Στηβ, όλοι δημιουργήματα της φαντασίας, έμειναν ζωντανοί για τόσο καιρό στο μυαλό μου, ήταν η απόδειξη ότι άξιζε να τους δώσω την ευκαιρία – και αυτοί με αντάμειψαν με το μεγαλύτερο δώρο!

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας  τρόπος συγγραφής; Πως και που παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Γράφω στο γραφείο μου, στον υπολογιστή, σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας. Ιδανικά, σε μια ελεύθερη μέρα, θα περάσω με το κείμενό μου 6-8 ώρες, από το πρωί έως αργά το βράδυ, με μερικά διαλείμματα ενδιάμεσα. Οι μέρες όμως αυτές είναι ελάχιστες μέσα στη χρονιά,   παλεύω λοιπόν να αφιερώνω στη γραφή μια-δυο ώρες το βράδυ, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, ανάλογα με την ένταση και την κούραση που έχει μαζευτεί από τη δουλειά της ημέρας, και όσο πιο πολύ χρόνο μπορώ τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Αυτό βέβαια έχει δραματικές συνέπειες στην κοινωνική μου ζωή!

Οι ιδέες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, με επισκέπτονται εν κινήσει. Το ταξίδι, το νέο περιβάλλον, ο ανοίκειος τόπος, οι νέες εικόνες και η εγρήγορση της περιήγησης ή της γνωριμίας, ακόμα και η απλή έξοδος από το σπίτι, πολύ συχνά ανταμείβουν με απροσδόκητες, δυνατές εικόνες της φαντασίας, ερεθιστικές ιδέες ή γοητευτικά  πρόσωπα. Εκεί απαιτείται η καταγραφή, η αποτύπωση της έμπνευσης της στιγμής στο μικρό μπλοκ που σχεδόν πάντα κουβαλώ μαζί μου. Κάποιες φορές, η αναβολή της καταγραφής οδηγεί στο σκοτάδι ιδέες που δεν πρόλαβαν να κρατηθούν γερά από τους νευρώνες που τις «γέννησαν» – η προσπάθεια ανάκτησής τους μερικές φορές με ταλαιπωρεί για μήνες ολόκληρους.  Πιστεύω πάντως ότι οι πολύ δυνατές ιδέες γίνονται άμεσα αντιληπτές ως τέτοιες και, άπαξ και έρθουν στο φως, σπάνια χάνονται,«απαιτούν» δε τον χρόνο και τον κόπο του συγγραφέα, προκειμένου να ζωντανέψουν στο χαρτί: τελικά είναι τα θέματα, οι ιστορίες που επιλέγουν τον δημιουργό, και όχι το αντίθετο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όπως είπα, γράφω -  αλλά και διαβάζω –  σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας.  Την ώρα εκείνη είσαι μόνο εσύ και το κείμενο. Σπανιότατα, σε φάση διόρθωσης, θα βάλω μουσική σε χαμηλή ένταση. αυτή τότε θα είναι ορχηστρική, και σχεδόν πάντα τζαζ. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: η πολύχρονη, νεανική αγάπη για το ροκ και την ποπ υποχωρεί ολοένα (μένουν ελάχιστα, πολυαγαπημένα σχήματα όπως οι Smiths, οι This Mortal Coil, οι Go-Betweens, οι Tindersticks ή οι Nits, σε νοσταλγικές μουσικές ρετροσπεκτίβες),  η αγάπη για την soul και την jazz-funk παραμένει σταθερή, όπως σταθερή παραμένει και η αγάπη για την μουσική της Κούβας (το ταξίδι στη χώρα αυτή ήταν καθοριστικό).Αυτή που μεγαλώνει ολοένα είναι η αγάπη για την τζαζ, κλασική και σύγχρονη. Τέλος, διαχρονική αποδεικνύεται η σχέση με τους μεγάλους τραγουδοποιούς : ο Ντύλαν, ο Χάμιλλ, ο Κέιλ, ο Κοστέλο, ο Γουέλλερ,  με κορυφαίο όλων τον Λέοναρντ Κόεν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μεταξύ δεκάδων  αγαπημένων λογοτεχνικών χαρακτήρων, οι πρώτες μου σκέψεις πηγαίνουν στον Βέρθερο, στον παθιασμένο Μάρτιν Ήντεν, στον  τρομαχτικό Μπάρτλεμπυ (I’ d rather not!), στον φυγά / θύμα της Εφεύρεσης  του Μορέλ, στον ερωτευμένο Άχενμπαχ, στον δύσμοιρο μικρό κύριο Φρήντεμαν  και σχεδόν σε όλους τους ήρωες / ηρωίδες του Χένρυ Τζαίημς.

Σας ακολούθησαν ποτέ οι ήρωες των βιβλίων σας;  Μάθατε τα νέα τους;

Ζω ακόμα με τους ήρωες  των Ιστοριών. Μαθαίνω τη γνώμη των αναγνωστών γι’ αυτούς, τους συζητάω, συγκινούμαι, ξαναδιαβάζω τις περιπέτειές τους από το τυπωμένο κείμενο.

Αγαπημένα σας  διηγήματα.

Αυτά των Στήβενσον, Πόε, Τσέχωφ, Τζόυς,  Μάνσφηλντ, Σακί, Λάβκραφτ,  Γιουρσενάρ, Μπόρχες, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνού, Εμπειρίκου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό  περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες  λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Διαβάζω γιατί ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που αγόρασα στην εφηβεία μου – και μάλιστα το πρώτο τεύχος του! Μεγάλωσα με τα εκτενή του αφιερώματα της πρώτης περιόδου. Επίσης Η Λέξη και Το Δέντρο για την συνέπεια και την αισθητική τους, αλλά και, πιο πρόσφατα, η Ποίηση που μου γνώρισε αμέτρητους ποιητές και ποιητικά έργα / δοκίμια, σε πρώτες μεταφράσεις. Θαυμάζω επίσης την αγάπη, το σθένος και την αφοσίωση που κρύβεται πίσω από την μακρόχρονη εκδοτική περιπέτεια του Εντευκτηρίου,  του Πλανόδιου και της Οδού Πανός, ενώ καμαρώνω τους ανθρώπους που οδηγούν την Νέα Εστία προς τα 80στά γενέθλιά της!

Πως βιοπορίζεστε;

Δουλεύω σε ιατρικό τμήμα  φαρμακευτικής εταιρίας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας  ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δυστυχώς τα τελευταία  χρόνια βλέπω όλο και λιγότερο κινηματογράφο. Από τους ενεργούς σκηνοθέτες μεγάλες αδυναμίες παραμένουν ο Λόουτς, ο Γούντυ Αλλεν,  ο Ντ. Λυντς και οι Κόεν. Με το θέατρο τα έχω καταφέρει ακόμα χειρότερα – αλλά δεν είναι εύκολο να συγκρίνεις μία σημερινή θεατρική σκηνή με αυτήν π.χ. του Εμπρός της δεκαετία του 80. Παρακολουθώ ανελλιπώς τη δουλειά του Λευτέρη Βογιατζή.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε  αυτόν τον καιρό;

Διαβάζω την  καινούργια μελέτη του Νίκου Σιγάλα για τον ελληνικό υπερρεαλισμό, τις Αξιοσημείωτες Συναντήσεις του Παναγιώτη Κουσαθανά και το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, ενώ παλεύω να ολοκληρώσω  ένα μυθιστόρημα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο  αποδεικνύεται ένα εξαιρετικά χρήσιμο  εργαλείο πληροφόρησης, γνώσης και δουλειάς, ενώ προσφέρει και κάποιες τελείως νέες δυνατότητες επικοινωνίας.  Την ίδια στιγμή ευνοεί την βιαστική, αποσπασματική, αναποτελεσματική ανάγνωση / περιήγηση, ενώ βρίθει απορριμμάτων.  Η καλή του χρήση εναπόκειται λοιπόν στην παιδεία, τον αυτοέλεγχο και την αντίληψη του χρήστη. Θα χρειαστούν πιστεύω πολλά χρόνια για να εκτιμήσουμε στις πραγματικές του διαστάσεις τον τρόπο που επηρεάζει (αλλάζει) τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι έχω απαντήσει ήδη πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Αν κάποιος σας χάριζε την  αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια  της συγγραφικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Σαν πρόταση, το χάρισμα της αιώνιας νιότης ακούγεται σε πρώτο χρόνο ακαταμάχητη, ανεξαρτήτως αντιτίμου . σε δεύτερη όμως σκέψη, τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Από την άλλη, η αναγνωστική εμπειρία υπήρξε τεράστιο μέρος της δικής μου νιότης, ενώ το (προσωπικό) βίωμα του κόσμου αποκτήθηκε σε μεγάλο βαθμό σαν συνάρτηση και συνέπεια της εμπειρίας αυτής.  Όσο για την συγγραφική ιδιότητα, την τόσο πολύτιμη, χρειάστηκαν τριάντα χρόνια – και όλη μου η νιότη – για να την αποκτήσω.  Νομίζω ότι απάντησα στην ερώτησή σας!

Παρουσίαση των Ιστοριών του Χαλ εδώ. Στις εικόνες: Emily Dickinson, Herman Melville, Emily Bronte, Frantz Kafka, Katherine Mansfield, Yukio Mishima, Jack London, Iris Murdoch, W.G. Sebald, Henry James.

12
Απρ
12

Κρίστοφερ Μέριλ – Ταξίδι στον Άθω

Ο σκεπτόμενος προσκυνητής

Α. Η πολλαπλή απόδραση

Ο συγγραφέας δεν κρύβει τους λόγους πίσω από προσκύνημά του: γύρισε συντετριμμένος από τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, που κάλυψε δημοσιογραφικά και με το οδοιπορικό Only the Nails Remain. Scenes from the Balkan Wars. Ο Μέριλ έφυγε πολεμικός ανταποκριτής εν μέρει για να ξεχρεώσει κι εν μέρει για την συγκίνηση της καταγραφής της ιστορίας εν τη γενέσει της. Πρόσθετοι παράγοντες τον ώθησαν στα δυο προσκυνηματικά του ταξίδια: σοβαρά προβλήματα υγείας που του κλόνισαν βεβαιότητες και που παρά το ξεπέρασμά τους συνεχίζουν να καραδοκούν, ο κλονισμός του …γάμου του (εν μέρει εξαιτίας των συνεχών μετακομίσεων από πολιτεία σε πολιτεία λόγω της δουλειάς του), η συγγραφική ματαιοδοξία, η επιθυμία να περιγράψει για την γυναίκα του και την κόρη του τις διαστάσεις ενός τόπου που θα παραμείνει αθέατος γι’ αυτές, η αναζήτηση νέας προοπτικής ζωής.

Το ενδιαφέρον βέβαια που αποκτά η ματιά του είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν είναι πιστός με την παραδοσιακή έννοια, δεν είναι ορθόδοξος αλλά προτεστάντης, δεν ανήκει στην ανατολική παράδοση αλλά έχει διαμορφωθεί με την λογική και την ηθική της Δύσης. Στέκεται ορθάνοιχτος σε οτιδήποτε νέο αλλά και δεν προτίθεται να αφεθεί στην αβασάνιστη πίστη. Δεν ωραιοποιεί αλλά ούτε και κρίνει – τον ενδιαφέρει να διεισδύσει στον αθωνικό κόσμο και να τον κατανοήσει με μια μεταρομαντική ευαισθησία, όπως εύστοχα γράφει στον πρόλογό του ο Α. Βιστωνίτης: το Άγιο Όρος είναι για τον Μέριλ τόπος προσωπικής απελευθέρωσης και όχι τοπίο εξιδανικεύσεων· αναζητά την αθωνική εμπειρία ως πεδίο αναφοράς για να κρίνει τα γεγονότα στον σύγχρονο κόσμο, ως κώδικα αναγνώρισης του κόσμου και αναθεώρησης και ερμηνείας του δικού του παρελθόντος, ως κάθαρση και αναβαθμό στην πορεία της δικής του αυτοσυνειδησίας.

Β. Ο ποιητής στο Όρος

Αυτό λοιπόν είναι το κλειδί της ανάγνωσης του συγκεκριμένου ταξιδιωτικού – προσκυνητικού βιβλίου. Από τη μία ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση με βάση τα προσωπικά του ποιητικά και λογοτεχνικά διαβάσματα, από την άλλη όμως φροντίζει να κάνει ένα γερό πέρασμα στην βασική ορθόδοξη γραμματεία. Τα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούν γι’ αυτόν αποκάλυψη, όπως η ηδονή και η καθοδήγηση που πάντα αποκόμιζε από την ποίηση, ενώ στη βάση μιας διανοητικής, πνευματικής και σωματικής εξάντλησης ανακαλύπτει ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες νέα ενέργεια, νόημα, προορισμό. Είναι εμφανές πως το βιβλίο περιλαμβάνει όλα τα αφηγηματικά είδη, συνεχίζοντας την παράδοση των εξαιρετικών ταξιδογράφων (Μπρους Τσάτουιν, Πάτρικ Λι Φέρμορ,  Πωλ Θερού, Νιλ Άσερσον κ.ά.):

Ιστορικά στοιχεία, θεολογικές πηγές, αισθητικές περιγραφές και λογοτεχνικές αναγνώσεις εναλλάσσονται με προσωπικό ημερολόγιο, αυτοβιογραφική έκφραση και ζωντανές συνομιλίες με μοναχούς και επισκέπτες, όλα στην κατάλληλη ισορροπία αλλά και με σκεπτικιστική, έως (αυτό)ειρωνική αποστασιοποίηση. Στην επιλεγμένη βιβλιογραφία του συγγραφέα διακρίνεται ακριβώς αυτή η ποικιλία πηγών και αναφορών: η ποίηση των Elizabeth Bishop, Robert Frost, George Herbert, Alexander Pope, Rainer Maria Rilke, Wallace Stevens, Philip Larkin, [Πηγαίνοντας στην εκκλησία], τα κείμενα των Joseph Brodsky, Dino Buzzati, Simone Weil και οι περιηγήσεις του Robert Curzon, William Dalrymple, Philipp Serard, Athos, mountain of silence συνυπάρχουν με πλήθος θεολογικών, εκκλησιαστικών και πατερικών κειμένων.

Σε κάποιες σελίδες ο Μέριλ μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου, καθώς αναπόφευκτα εγκλωβίζεται στις δικές του παραστάσεις: βλέπει την πλατεία των Καρυών σαν εγκαταλελειμμένο σκηνικό ταινίας (δεν έχει δει προφανώς πλατείες ελληνικών χωριών), ψάχνει συμφωνίες και διαφορές στα έργα του Μανουήλ Πανσέληνου με του Μαρκ Ρόθκο (ο δρόμος της λύτρωσης εναντίον του αναπότρεπτου της θνητότητας), ο ρυθμός του σήμαντρου του θυμίζει τις τυμπανοκρουσίες των τελετουργικών χορών των … Ινδιάνων σε καταυλισμούς κοντά στη Σάντα Φε και διατυπώνει μερικούς τραβηγμένους παραλληλισμούς με τους υπερρεαλιστές και απόψεις του Μπρετόν.

Γ. H ποιητική του χριστιανισμού

Καθώς λοιπόν επιχειρεί να προσεγγίσει την αθωνική πραγματικότητα πρώτα με το δικό του πνευματικό υπόβαθρο, αναζητά την ποιητική του χριστιανισμού που πέρασε μέσα από τον μυστικό αγώνα των ελισαβετιανών ποιητών να διεισδύσουν μέσω της αμφιβολίας και της πίστης στο μυστήριο της γέννησης, του έρωτα και του θανάτου, προσπάθεια που επαναλήφθηκε τρεις αιώνες αργότερα στα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ.Σ. Έλιοτ και ως ένα σημείο από τον Τσέλσαφ Μίλος, όπως τονίζει ο Α. Βιστωνίτης, προσθέτοντας: Μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τη γαλήνη χωρίς την αίσθηση του περιορισμού; Πώς περνάει κανείς από την απλή πίστη στη θρησκεία, η οποία ως μυητική διαδικασία είναι βεβαίως πολύ πιο σύνθετη και απείρως πολυπλοκότερη από αυτό που προβάλλει η οργανωμένη εκκλησία;

Ένας άλλος μείζων σέρβος ποιητής, ο Βάσκο Πόπα, ξεκίνησε την δική του ποιητική εξερεύνηση των σερβικών θρύλων με μια επίσκεψη στη Μονή Χιλανδαρίου, μια τολμηρή λογοτεχνική αναζήτηση για κάποιον που ζούσε σε κομμουνιστική χώρα το 1950, και εκφράστηκε με τον ύμνο στην «μαύρη Τρίχερη Μητέρα»: Άπλωσε το τρίτο χέρι σου σε μένα/Άσε με να κοιμηθώ σε μια φωλιά από στίχους//Έρχομαι απ’ το δρόμο/Νηστικός και σκονισμένος/Ποθώντας έναν κόσμο διαφορετικό. Ο Οκτάβιο Παζ θεωρούσε πως με την ποίηση επιστρέφουμε στις αρχές και πως στην εποχή της νεωτερικότητας η αναζήτηση του νοήματος θα μας οδηγήσει στην αναγέννηση ή στο πρωταρχικό χάος. Η διαρκής αναζωπύρωση όμως των θρησκευτικών, εθνικών και φυλετικών παθών και οι συνακόλουθες συγκρούσεις σε Βοσνία, Σομαλία, Ρουάντα και αλλού μας θυμίζουν ότι το χάος ανήκει στα βασικά χαρακτηριστικά της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων…

Δ. Οι εμπόλεμες θρησκείες

«Κατά κάποιο τρόπο η επιτυχία δεν ταιριάζει στη Χριστιανοσύνη», σχολιάζει ο Τζον Άπνταικ «και στο στοιχείο της βρίσκεται όταν είναι στις επάλξεις – στη λαθραία επιβίωση στις κατακόμβες ή σε λειτουργίες με λιγοστούς πιστούς σε θνήσκουσες ενορίες της επαρχίας και των αστικών κέντρων. Η αβέβαιη, περιθωριακή και χλευασμένη ύπαρξή της λειτουργεί ως είδωλο για τη δική μας ύπαρξη, κάτω από οποιαδήποτε προσωρινή επίφαση ευτυχίας» [σ. 87]

Από τις Σταυροφορίες και την Ιερά Εξέταση ως τα πογκρόμ των Ρώσων και τις σφαγές των βόσνιων μουσουλμάνων από τους Σέρβους, ούτε οι ορθόδοξοι χριστιανοί έχουν επιδείξει ανεκτικότητα σε όσους διαφέρουν. Ο πολεμοκάπηλος κλήρος της Σερβικής Εκκλησίας, γράφει, πρέπει να απολογηθεί για το πάθος με το οποίο παρακίνησαν το ποίμνιό τους να στραφεί εναντίον των γειτόνων τους βάσει σχεδίου του Μιλόσεβιτς και για τις ευλογίες που προσέφεραν στους παραστρατιωτικούς (να προσθέσω την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση του Αρκάν). Σε κάθε περίπτωση μια ανίερη συμμαχία μεταξύ εθνικισμού και θρησκείας είναι ενδημική στην Ανατολική Εκκλησία – εδώ θυμάται και την ρουμανική φασιστική Μαύρη Φρουρά με τον Μιρσέα Ελιάντ. Μπορεί να λείπει η κοσμική επιδειξιομανία του Χριστιανισμού (π.χ. τηλε-ευαγγελιστές της Αμερικής) αλλά είναι αμέτρητες οι φορές που ακόμα και οι θεολογικές διενέξεις στην ουσία αφορούν την εξουσία. Τα πάντα ξεκινούν με την πίστη και τελειώνουν με τη  πολιτική, όπως είπε ο γάλλος ποιητής Σαρλ Πεγκί.

Η βαλκανική σύγκρουση που έζησε από πρώτο χέρι δεν είχε φυλετική βάση – δεν υπάρχουν φυλετικές διαφορές μεταξύ Κροατών, Σέρβων και Βόσνιων. Ένας θρησκευτικός εμφύλιος πόλεμος εκτυλισσόταν σε μια κατεξοχήν κοσμική χώρα. Είναι γνωστή η γιουγκοσλαβική πολιτική κομμουνιστικής συναδέλφωσης που κάλυψε πρόχειρα τις διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες των ρωμαιοκαθολικών Κροατών, τον ορθόδοξων Σέρβων και των μουσουλμάνων Βόσνιων. Το μόνο που χώριζε έναν λαό με κοινή γλώσσα, παραδόσεις και έθιμα ήταν η διαφορετική θρησκευτική «πίστη». Ο συγγραφέας αναφέρει συχνά την έκπληξή του για τον σεβασμό που απολάμβαναν στους κόλπους της Ορθοδοξίας οι Μλάντιτς και Κάρατζιτς. Τουλάχιστον όλοι οι μοναχοί του Χιλανδαρίου, εκτός από δυο, επέλεξαν να κρυφτούν στις γύρω σπηλιές όταν ο Μιλόσεβιτς επισκέφτηκε τη μονή.

Ε. Μυθοποιήσεις και απομυθοποιήσεις

Το κριτικό του μάτι βέβαια βρίσκεται πάντα σε επιφυλακή: βλέπει πλαγιές γεμάτες πλαστικές σακούλες σκουπιδιών, μεγάλα μπιτόνια, κομμάτια ξύλων και σιδερικά, κοινώς μπάζα από γειτονικές μονές ως και αυτοσχέδιες χωματερές και απορεί πως μπορεί κανείς να λατρεύει το Θεό και να ρυπαίνει την Πλάση. H πολύτιμη σιωπή συχνά εξαφανίζεται από ηχητικά τείχη αλυσοπρίονων, κομπρεσέρ και οικοδομικών εργασιών στη φύση (κάποιο κελί) ή στις μονές. Κάποιες εικόνες του μοιάζουν απρόσμενες: καρτοτηλέφωνα και διαδίκτυο στις μονές και μοναχοί να λένε ανέκδοτα αμέσως μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, να επιδεικνύουν προχωρημένο επιχειρηματικό πνεύμα ή να τον προειδοποιούν να έχει πάντα μαζί του όλα τα τιμαλφή.

Η διάνοιξη όλο και περισσότερων δρόμων μεταξύ των μονών έχει καθιερώσει τις διαδρομές με …ταξί ενώ στα φορτηγά των ξυλοκόπων και των άλλων εργατών που τον μεταφέρουν με ωτοστόπ ακούγεται συχνότερα η ροκ παρά οποιαδήποτε άλλη μουσική. Στο τραπέζι ενός ερημίτη βλέπει περισσότερα τεύχη περιοδικών για το ψαροντούφεκο (συχνός τρόπος ψαρέματος των μοναχών) παρά ιερά βιβλία. Η επιθυμία ενός ψαριού μονοπωλεί για μέρες τις κουβέντες ενός ερημίτη. Καθώς τα θαύματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αθωνικής φαντασίας, οι μοναχοί τα αφηγούνται μεταξύ τους σαν κουτσομπολιά. Σε άλλη μονή ένας Αλβανός του ζητάει λεφτά για το φαγητό και για άλλες διευκολύνσεις και τον κυνηγάει ακόμα και κατά την αναχώρησή του (οπότε ο Μ. τον διαολοστέλνει).

Εκείνο όμως που τον ενοχλεί περισσότερο είναι οι διαρκείς «ορθόδοξοι περιορισμοί και απαγορεύσεις» που υφίσταται: μοναχοί τον διώχνουν με φωνές από τα καθολικά ενώ παραδόξως αδιαφορούν για την απαγόρευση του καπνίσματος που ισχύει, υποτίθεται, σε όλα τα μοναστήρια. Συχνά διαπιστώνει μια γενικότερη απόκλιση μεταξύ χριστιανικών ιδεωδών και αγιορείτικης συνήθειας και ιδίως την καθημερινή σύγκρουση ανάμεσα στην βιβλική προτροπή να προσφέρεται φιλοξενία σε όλους (για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να εμφανιστεί ο Μεσσίας σε κάποιο μοναστήρι και να μην τον αναγνωρίσουν) και στην πρακτική εφαρμογή της. Η εχθρική αντιμετώπιση γίνεται απροκάλυπτη όταν παραδέχεται το δόγμα του ή το διαπιστώνουν οι ίδιοι: καθώς στο διαμονητήριό του έγραφε επάγγελμα συγγραφέας οι μοναχοί είχαν πληροφορηθεί από το διαδίκτυο (!) για το βιβλίο του σχετικά με τους πρόσφυγες των Βαλκανίων και ήταν εχθρικοί – συχνά του αρνήθηκαν και την διανυκτέρευση! Άλλοι προτίμησαν με τα λόγια να τον βάλουν στη θέση του σχετικά με τη δολιότητα των αλλόθρησκων Βαλκανίων.

ΣΤ. Μεταξύ γαλήνης και ταραχής

Όλα τούτα βέβαια τα αντιμετωπίζει με στωικότητα και δεν τα αφήνει να του μετριάσουν την συγκίνηση από τον ανέγγιχτο από την νεωτερικότητα τόπο με την ανάλλαχτη τάξη και το χιλιετές παρελθόν αδιασάλευτων λατρευτικών εθίμων και πανάρχαιου τρόπου ζωής. Αφήνεται να βιώσει την επιβράδυνση του χρόνου στον Άθω και την ρύθμισή του από την πίστη και τον κύκλο των εποχών, να θαυμάσει τους αμέτρητους αθλητές του πνεύματος, να ζηλέψει τους μοναχούς που νέκρωσαν το παρελθόν τους και ζουν μια δεύτερη ζωή, να αισθανθεί πως βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης.

Από την άλλη, ο πόλεμος μοιάζει να τον στοιχειώνει παντού: ακούει τον ήχο των πυροβολισμών στο Σεράγεβο, κάποιες εγκαταλελειμμένες σκήτες του θυμίζουν το συνηθισμένο θέαμα των ισοπεδωμένων χωριών σε Βοσνία και Κροατία, εικόνες από κατεστραμμένες εκκλησίες και καραβάνια προσφύγων έρχονται απρόσκλητες το νου του. Το αισθητήριό του εντοπίζει ακόμα κι έναν πρώην στρατιώτη Σέρβο της Βοσνίας – το ράσο σύμφωνα με την παράδοση μπορούσε να τον σώσει, ακόμα κι αν είχε διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο πόλεμος που «αντικατέστησε την ποίηση» στη ζωή του εδώ δεν μοιάζει παρά μια στιγμή στην Ιστορία. Σε κάθε περίπτωση επιθυμεί να βιώσει τον «καιρόν του σιγάν» (όπως έγραψε ο συγγραφέας του Εκκλησιαστή), κι ας τον κάνει η σιωπή να θυμάται την περίπτωση του Πάουλ Τσέλαν και την γνωστή μετα – Άουσβιτς φράση του Αντόρνο.

Ζ. Ανατολική όραση με δυτικό μάτι

Η ανατολική παράδοση ποτέ δεν προέβη σε αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ θεολογίας και μυστικισμού, μεταξύ της προσωπικής εμπειρίας των θείων μυστηρίων και του δόγματος, γράφει ο Βλαντιμίρ Λόσκι, μελετητής της Ρωσικής Εκκλησίας και ακριβώς την θεμελιώδη διαφορά των δυο διαφορετικών θεάσεων επιχειρεί να κατανοήσει ο συγγραφέας. Στην Ορθοδοξία η ενόραση υπερισχύει της λογικής: η απευθείας επαφή με το Θεό έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια λογική απόδειξη της ύπαρξής του. Μακριά από τον δυτικό σκεπτικισμό εδώ υπερισχύουν το πέταγμα της φαντασίας, τα μη βλεπόμενα, η αντεστραμμένη λογική.

Ο Μέριλ προβληματίζεται πάνω στην έριδα των Ησυχαστών: από τη μία η βεβαιότητα του Γρηγορίου Παλαμά ότι μπορεί η εμπειρία την ώρα της προσευχής να οδηγήσει στη θέαση του Θείου Φωτός, ότι είναι τελικά δυνατό η ουσία του Θεού να είναι αόρατη αλλά οι ενέργειές Του είναι πανταχού παρούσες – από την άλλη η via negativa και η αποφατική θεολογία του Βαρλαάμ, που αναρωτιόνταν πώς  είναι δυνατόν ο Θεός να είναι απροσπέλαστος στις αισθήσεις αλλά ταυτόχρονα να φανερώνεται μέσα από την προσευχή και η βεβαιότητα πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει την ιερή ουσία του Θεού. Ακριβώς όπως ο ποιητής ανοίγει διάλογο με τη γλώσσα, βυθοσκοπώντας τη συλλαβή προς συλλαβή, έτσι και ο ησυχαστής με κάθε του ανάσα απευθύνει μια παράκληση στον Θεό. Για τους θρησκευτικούς ποιητές – ο άγιος Ιωάννης του Σταυρού, η Σορ Ζουάνα Ινές ντε λα Κρουζ, ο Τζον Νταν και ο Τζορτζ Χέρμπερτ – η έμπνευση είναι ένα άλλο όνομα για τη θεϊκή εισροή Του. [σ. 75]

 Η. Το άδειασμα στην έρημο

Με ρωτάτε πώς να προσευχηθεί κανείς σε κάποιον που δεν υπάρχει, γράφει ο Τσέλσαβ Μίλος σ’ ένα ποίημά του και στη συνέχεια εξηγεί ότι η προσευχή στήνει τη γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο και τον άλλο, γέφυρα που θα την περπατήσουμε ακόμα και αν δεν υπάρχει απέναντι ακτή. Η ώθηση που χρειάζεται ο συγγραφέας στην προσωπική του λοιπόν περιήγηση στη «δυναμική της πίστης» ή στην κατά Γέητς «επινόηση της αιωνιότητας» μπορεί να κρύβεται σε αυτή τη φράση ή στα ρητά των αναχωρητών της ερήμου, εκείνα τα «πρότυπα πνευματικής και λογοτεχνικής βραχυλογίας», που γράφτηκαν σε τοπία απαλλαγμένα από οποιονδήποτε συνειρμό και μίλησαν για την κένωσιν, το άδειασμα του εγώ. Οι ερημίτες της εναλλακτικής πολιτείας του Θεού του δείχνουν ένα παραμελημένο μονοπάτι, έναν τρόπο σκέψης ταυτόχρονα μεταφορικό και διεισδυτικό, που σε κάθε στροφή μια νέα θέα του έκανε νόημα να συνεχίσει την εξερεύνηση. Ίσως κάτι τέτοιο να είναι το Χαροποιόν πένθος, μια φράση που έπλασε ο Ιωάννης της Κλίμακος και με την οποία περιγράφουν οι ορθόδοξοι θεολόγοι τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Μαθητεύοντας στη σιωπή απέκτησα έμμονες ιδέες για το ανείπωτο, την κρυφή ζωή των πραγμάτων, τα κενά που ορίζουν το πώς κατανοούμε τον κόσμο. Η συγγραφή ήταν ο δικός μου τρόπος να ανοίγω μια συζήτηση, πρώτα με τον εαυτό μου και στη συνέχεια με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Μολονότι στα χρόνια της μαθητείας μου ζούσα με το φόβο της λευκής σελίδας, δεν είχα μάθει να αντιμετωπίζω τις νεκρές περιόδους όπως τα κενά ανάμεσα στις στροφές ενός ποιήματος ή τη στιγμή της σιγής στο τέλος της μέρας, που εξυμνείται στον Εσπερινό. Από σιωπή σε σιωπή: έτσι περιγράφουν οι ποιητές την αναμέτρησή τους με τη γλώσσα. Πώς όμως να περιγράψω αυτό που δεν μπορούσα πλέον να ακούσω – τη μουσική της σιωπής;  [σ 152]

Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005, μτφ. Νίκος Κούτρας, σελ. 391. Με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη, με τρεις φωτογραφίες του Fred Boissonnas και τέσσερις του Τάκη Τλούπα, γλώσσάρι, πίνακα εικόνων και επιλεγμένη βιβλιογραφία [Christopher Merrill, Things of the Hidden God: Journey to the Holy Mountain (2005)]

11
Απρ
12

Λογοτεχνείο, αρ. 111

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 100, 101, 123 (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Η σιωπή είναι ένας χώρος, μια κοιλότητα όπου καταφεύγουμε για να προφυλαχτούμε αλλά στην ουσία δεν είμαστε ποτέ ασφαλείς. Η σιωπή δεν τελειώνει, σπάει. Η βασική της ιδιότητα είναι ότι θρυμματίζεται εύκολα· το αδιόρατο επιθήλιο που την περιβάλλει είναι διαφανές: αφήνει να περάσουν όλα τα βλέμματα.

Ξαφνικά βρήκε κάποια ομοιότητα ανάμεσα στη γραφή και τα χάδια, ανάμεσα στις λέξεις και τα συναισθήματα, ανάμεσα στη μνήμη και τη συνενοχή.

Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός. Η γλώσσα των ονείρων μου μού είναι όλο και πιο κατανοητή. Μιλάω για αγαπόνεια, όταν θέλω να δείξω τρυφερότητα, ενώ απαλοτέλεια είναι η περίεργη εκείνη ιδιότητα όλων όσοι μου μιλούν με τρυφερότητα. Λοφότητα, απεστήθος, ονειρόφανος, υψηλοπολώ είναι λέξεις που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι που εμφανίζονται στα όνειρά μου για να μου μιλήσουν για τοπία που νοσταλγώ και για μέρη που βρίσκονται πέρα από τα κάγκελα. Ονομάζουν κεζβέλ ό,τι παράγει μουσικούς ήχους και λυκονία το σφύριγμα του ανέμου. Λένε φραγοναντία για να μιλήσουν για τον ήχο του νερού στα ρυάκια. Μου αρέσει να μιλάω σε αυτή τη γλώσσα.

[Οι φωτογραφίες από την βασισμένη στο βιβλίο ταινία του José Luis Cuerda]

07
Απρ
12

Πάνος Θεοδωρίδης – Ύμνοι εναντίον γυναικών

Γυναικογραφίας το (ηλεκτρονικόν) αναγνωσματάριον

Παράλληλα με την ενάσκηση της ποίησης, ανακάλυψα μια ιδιαίτερη λειτουργία, ενίοτε βασανιστική, που με κρατούσε ανήσυχο και εν εγρηγόρσει. Ήταν αδύνατο να ανεχτώ ήχο, μέλος, μέλισμα, μελωδία, θόρυβο, ακόμη και το κρακ ενός κλαδιού που λύγιζε από το χιόνι […] που δεν είχε επεξηγηματικά λόγια, λεζάντες, λεκτικές επεξηγήσεις, σχόλια, εγγράμματες ψηφίδες. Πάσχιζα να βρω λόγια στα πάντα. Καθώς η βασική ηχητική μου πηγή ήταν το ραδιόφωνο, ακούγοντας ένα τραγούδι που δεν ήξερα τη γλώσσα των στίχων του ή απλώς μου ξέφευγαν και δεν προλάβαινα να τα αντιγράψω, ασκήθηκα να πλάθω δικά μου. Σε κομμάτια ινστρουμένταλ ήταν πιο απλό: στιχουργούσα αμέσως, είτε εκ του προχείρου ή μετά από αλλεπάλληλες προσχώσεις. [Το όγδοο πλοκάμι, σ. 223]

Αφού λοιπόν μετέτρεψε τη βυζαντιακή καθημερινότητα σε άρτια λογοτεχνημένη ζωή στο Θεόπαιδο και την διαμοίρασε σε σπαρταρώδεις ιστορίες στο Τι εφύλαγε αυτός ο χαμαιδράκων;, αφού ιστ-οριακά ιστόρησε το μακεδονικό ηχομυθιστόρημα στον Καπετάν Άγρα και μελλόντησε για όλα όσα μας περιμένουν στις Επετείους, αφού μετέτρεψε την νοσταλγία σε νοσταρχία (νόστου αρχη(γία)) με το Ροκ των Μακεδόνων και την ερωτογραφία σε ερωτογραφή στην Δεξιά Ερωμένη κι αφού στιχούργησε Ποιήματα που θα χαθούν στην ομίχλη, εμπνεύστηκε Στην αγκαλιά της Ντεζιρέ, συνέγραψε Αιγυπτιακή Νουβέλα, συνέταξε Αναφορά στον Άγγελο κι έβαλε λέξεις σε φωτογραφίες και φωτογραφικά βιβλία…

…. ο συγγραφέας εξαφανίστηκε από την εκδοτική λογοδιάρροια των «ομοτέχνων» ουχί όμως από τις πολεμίστρες της αυτοκρατορίας των λέξεων. Τελευταίο του πόστο τα ποστ, ήτοι το αρμένικο αρμένισμα σε τρεχούμενα και στάσιμα νερά με ιστιολογιοφόρο. Από τα εβλογημένα λοιπόν βλογ Πετεφρής, Ηνωμένα Βουστάσια κ.ά., ο ΠΘ, ήτοι ΠειΘήνιος Τέκτων των λέξεων, ΠοΘολόγος Ιατρός της έλλειψής μας για λογοτεχνία – λογοτεχνία, δηλαδή ιστορίες με αριστοτεχνικά σκαλισμένες λέξεις, άρα και τελικά Αρχιτέκτων κάθε Πάλλουσας Θεολογίας … του έρωτος φυσικά, αφού λοιπόν όλα τούτα, συγκεντρώνει τα ποστάλια του σε τομίδιο τσεπωτό.

Και βέβαια ο τίτλος ορίζει τις συντεταγμένες της τρέχουσας ιστορικοτοπογραφικής λογοτεχνίας του: υμνοφόρα κείμενα για τις γυναίκες που όρισαν, καθόρισαν και περιόρισαν την ζωή του, την προχώρησαν και της δώρισαν τα καλύτερα, την ζόρισαν ή την εξόρισαν σε άλλες και άλλα. Στα ολιγοσελίδια πορτρέτα γυναικών περιλαμβάνονται συλλέκτριες αδέσποτων πόθων, όσες τον μάγευσαν εικαστικώς ή πλαισίωσαν οπτικώς τον βίον του, όσες εσήκωσαν την λιβιδώ κι άλλες που εκύτταξε (το γράφω οπωσδήποτε με ύψιλον και δυο ταυ, για νύξη της επιβάθυνσης του βλέμματος) ή επόθησε όπως η έμορφη Σαββατοπρωινιάτικη δεσποσύνη Πατριάρχου Ιωακείμ και Τσιμισκή που με μικρά πηδηματάκια προσπαθούσε να κερδίσει μπουκέτο απείραχτο από την ορόφωση της βλάστησης μιας μπουκαμβίλιας…

κι έτσι μόνον εξηγείται γιατί βρισκόταν χαμογελαστή στην οξεία γωνία, όριο Διαγωνίου, αντί να κάνει στράκες με το δεξί και να της φέρνουν τα μουνούχια σερμπέτια, μαστίχες, καφέδες, ταούκ κιοκτσού, παγωμένο αριάνι πάνω σε σινί και κάτω από κουνουπιέρες, ενώ οι αραπάδες να της κάνουνε αέρα με φτερά στρουθοκαμήλου, πλην ενός πιτσιρικά, που θα τον ξεχώριζε γιατί την έκανε να γελάει και τον είχε να της πλένει τα δοντάκια με τη γλώσσα του, μυρωμένη με πικρό δεντρολίβανο. [Ο Μπουγκενβίγ στην Κόλαση, σ. 71]

Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ επιχειρείται να σημειωθεί «κάτι από την αίσθηση της γυναικείας γυναίκας», ότι εδώ παρελαύνουν γραπτώς και γραφικώς οι έμορφες της αισθητικής του, οι δικές του θέαινες και γλυκομμάτες, οι φοβούσες και οι εκταίες, εκείνες που είναι εσαεί μονοθελήτισσες ενώ θα γεράσουν κόπτισσες κι οπωσδήποτε του σχολείου οι απωθημένες: η επιδειξιομανής Κλωθώ της έκτης δημοτικού, η έφηβη συμμαθήτρια που έγινε κατάξανθη με οξυζενέ στα μαλλιά της και το τι τράβηξε δεν περιγράφεται αλλά καμιά δε χαμογελούσε τόσο ξένοιαστα στην πόλη αλλά κι εκείνη για την οποία μπορούσες να χάσεις ολόκληρη Κυριακή αναζητώντας την στις βόλτες, μέχρι να την δεις να κάθεται με κάποιον χώρια στο λεωφορείο, γνωρίζοντας όμως πως πήγαιναν ραντεβού στη Σαλονίκη, να φάνε πάστα Σεράνο και να ματσαλευτούν στα πρόθυρά του Σέιχ Σου κι έπειτα αυτός να βγάλει το μαντίλι του να απομακρύνει από τα σώματά τους την παράνομη εκτόξευση.

Ο αυτουργός συγγραφέας βέβαια υμνεί τιτθία, νεφράκια και πάκια, μαγεύεται από τα ανομοιόμορφα μάτια και την απαισιόδοξη κρέμαση των χειλών και πενθεί επειδή γεννήθηκε σε έναν κόσμο με στεατοπυγικές γυναίκες κρεατωμένες που είχαν μικρά άκρα, στρουμπουλά, και τώρα ο κόσμος είναι γεμάτος ξυλάγγουρες με πατούσα νούμερο 43. Ενθυμείται αλληλοτρυπώματα σε μασχάλες, θήλεα που κράτησε σκαλωμένα υποκάτω του, που εγλώσσευσε τρυφερά και δόκιμα, έχοντας αποκτήσει πείρα με εκατοντάδες φιλιά από σινεμάδες και πίνακες, που πίεσε το σώμα του χαλκομανία επάνω τους, που βίνησε ή εγεύτηκε την ζέστα του(ς) την γλυκαντική, που έβαζε την ώρα των τρυφερισμάτων να διαβάζουν (λογοτεχνία, λεξικά, γλωσσικούς οδηγούς) συνυπολογίζοντας ως κριτήριο το ενδεχόμενο να δουλέψει το εσωτερικό τους πολυοργασμικό πλέγμα.

Όμως τα δεκάδες κειμενίδια δεν αναλώνονται αποκλειστικά στο βιογυναικομάνι του. Μπορεί μια απλή ενθύμηση να «ξανοίγει» (δηλαδή και να ανοίγει προς τα έξω αλλά και να κοιτάζει, με την κρητική σημασία) στις διαδρομές μιας ολόκληρης ζωής κι ειδικά στα σταυροδρόμια όπου τέμνονται οι παιδοεφηβικές αναμνήσεις με την μνημογραφία – τοπογραφία Γιαννιτσών, Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής:  τα χαρτονάκια των ποδοσφαιριστών και η κυριακάτικη βόλτα, το τελετουργικό μπάνιο της κοινότητας και το υπερποθητό αυτοκινητάκι με το κλειδί του κουρδίσματος στον γκώλο (φερμένο εξ Αμερικής, ανύπαρκτο σε εγχώρια μαγαζιά), το σημάδι με φλόμπερ στα φυλλαράκια της λεύκας και πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ όλα η ιερότητα της παρέας:

Ήμουν οργανωμένος εκ γενετής στην ομάδα των παιδιών που βρισκόταν γύρω μου. Αν ζούσα στο Τσαλή ή στη Σκύδρα, άλλες ομάδες θα υπηρετούσα, το ίδιο αφοσιωμένα. Οι κινήσεις της παρέας και της γειτονιάς είχαν αξιακή βάση που σχετίζονταν με τις δεξιότητες και της ανημπόριες μας. Ακριβώς σε τέτοιες παρέες και συμμορίες ο ίδιος ήταν θεωρητικώς υπεύθυνος για την συμπεριφορά των άλλων όπως κι εκείνοι ήταν αλληλοχρέως υπεύθυνοι για τη δική του. Τα κορίτσια των εχθρών τους ήταν «θεωρητικώς και πανδημικώς μελλοντικές τους ταχυγκόμενες». Αντίθετα, το κορίτσι που αγαπούσε κάποιος από την παρέα γινόταν θεά Μύλιττα κι απαγορευόταν ακόμα και η φαντασίωσις. «Η παρέα ήταν ο διαμορφωτής μας»

Πέρα από την πλουσιοτάτη ιστοριογραφία, εδώ ευδοκιμεί και απολαυστική λεξοπλοκή, καθότι ο συγγραφέας έχει «το ετυμολογείον πάντα φρέσκο» και την νοηματική σύνθεση συλλαβών παλιά του τέχνη κόσκινο. Αλλά κι ένα τρίτο στοιχείο πρωτοτυπεί και πρωτοτυπώνει και πρωτοτρυπώνει στους Ύμνους: μιλάμε για κατεξοχήν ηλεκτρονικό λογοτεχνείο. Συγκεντρώνω τις διάσπαρτες παραδοχές του [κυρίως στα: Με το HTML στον κήπο και Ονειροπνίχτης]: γράφει κατευθείαν στο κουτί της ανάρτησης, κινδυνεύοντας βέβαια ανά πάσα στιγμή κάτι να κολλήσει ή να κρασάρει. Δεν υπάρχει κανένα κείμενο σε αρχείο, σε word, πουθενά. Το δάχτυλο άρα και το χέρι του έχει πιο στενή σχέση με την οθόνη παρά με το μυαλό του. // Το άσπρο χαρτί, α, ήταν ολότελα διαφορετικό. Ήταν φρένο στα πάντα. Στην έμπνευση, στην ακεφιά, στο θάνατο. Ήταν καθρέφτης… Κάποιες φορές τα κείμενα αφήνονται χωρίς κατακλείδα, ορφανά – ανοιχτά σε σχολιασμό: «αυτό για τους άμαθους σημαίνει ότι» κρατάει «τα καλύτερα επιχειρήματα εκτός βασικού κειμένου, “για την κουβέντα”».

Ας περιοριστούμε σε τρία ενδεικτικά κομψοτεχνήματα. Στην ωραία Πορτουγκέζ μια παρέα Βαλκανίων που συνεδριάζεται προσεγγίζεται με τους κώδικες της χερσονήσου (και βεβαίως με τα γιόβανε) και εμπλουτίζεται από ιδιότυπη Πορτουγκέζα που δεν έψαχνε σώνει και ντε ένα στίχο πίσω από καθετί που έβλεπε και που κυρίως ήταν η Ενοδία, η Λόλα Μόντεζ, η τρελή του Σαγιό, η Λολίτα και μαζί η Ούμα Θέρμαν. H πρόσκληση του συγγραφέα προς την κουστωδία των συμβαλκανίων για επέκταση της συναστρίας με νυχτερινή εξόρμηση καταλήγει τραγέλαφος: όχι τόσο επειδή καταφτάνουν ντυμένοι πια ωσάν γαμπροί (άρα σαφώς λιγότερο καλοντυμένοι) όσο εξαιτίας άγαρμπου και αθέλητου χειρονομίας που αφήνει τέζα την κυρία. Τόσο πικρό, τόσο σπαρταριστό.

Η μόνη της ζωής μου παρουσία της Ρίτα Κούλιτζ αποτελεί έτερο υπόδειγμα παθητηρίου κείμενου. Εδώ προς αναζήτηση φιλικού – μας τονίζεται – γεύματος με θήλεια ύπαρξη σε εγγλέζικες πολιτείες, εντοπίζεται ξανθούλα γειτόνισσα, με κοινό παρελθόν την ανταλλαγή ακεφιών στο ποτοπωλείο και το πλυντήριο. Στο αμήχανον γεύμα [=Μια φίλη μου μού έλεγε πως είσαι Πολωνός, αλλά ένας Πολωνός δε λέει κάθε τρεις και μία no problem] η νεαρά εκδηλώνει την αδυναμία της Ρίτα Κούλιτζ που ο συνδαιτημόνας της βέβαια, όπως όλοι μας, την γνωρίζει ως μακροσάγονη ηγερία του εκλεκτού μας Κρις Κριστόφερσον. Αλλά πάντα υπάρχει αυτό που ονομάζω εκ των υστέρων ωφέλεια: Μετά, μόνος μου, είδα το βλέμμα της σερβιτόρας και είχε λειρί, πρόκληση και γελάκι. Τη ρώτησα πότε σχολάει, μου είπε ότι έχει φίλο, της έσωσα συγχαρητήρια και της είπα ότι ένας παρ’ όλιγον Πολωνός περαστικός, που ξέρει τη Ρίτα Κούλιτζ  δεν μπορεί μεν να συγκριθεί με έναν Γιορκσίαρτζη καραμπουζουκλή, αλλά δεν αφήνει και ίχνη. Δεν ήταν σαφώς φίλη μου, αλλά με έβαλε να της τάξω ότι δεν θα της άφηνα κανένα σημάδι, πράγμα που τήρησα με ευλάβεια. [σ. 153]

Από την σχετική τοπογράφηση βέβαια δεν θα μπορούσε να λείπει κι ένας κατάλογος των δωματίων όπου έζησε, σε μια εποχή που τα ραντεβού ακριβώς ήταν επισκέψεις στο δωμάτιο κι όχι οι απόμεροι ακάλυπτοι, συνεπώς το πρώτο μέλημα, το βγάλσιμο του παλτού έστω και στο αθέρμαστο δωμάτιο αποτελούσε αποκαλυπτήριο ενδότερων εικαστικών· ένα παλτό βέβαια που δεν αφηνόταν ποτέ στο ντιβάνι που έμενε διαθέσιμο για μελλοντική λειτουργία ως ευνή. Αλλιώς, υπαίθριες παγωνιές. Είτε εδώ είτε εκεί, η τελετή περιελάμβανε μούχτι, μουντάρισμα σε γυμνά μέλη, έναν αδιάσπαστο ειρμό περιπεπλεγμένων χεριών και άχνες θερμής ανάσας.

Ο Βιγόν στο φράχτη Αλλατίνη εμπνέεται από το σοβαντισμένο ημιτοίχιο του φράχτη όπου το μελλοντικό ζεύγος ατένισε την επερχόμενη ένωση. Η βραδιά που αρχικώς εξελίχθηκε σε τραγέλαφο (με μαζικές τράκες για είσοδο στο κλαμπ και διακοπείσα ημιδιαδρομή ταξί λόγω περιορισμένου μπάτζετ) καταλήγει στην θριαμβική σκέψη του αφηγητή πως αποτελούν πλέον «μέρος του φρι σίνεμα». Πολύ όμορφα όλα για να είναι αληθινά: η χαμογελαστή και δήθεν υπεράνω κορασίδα δεν επανήλθε ποτές. Μια άλλη σειρά αδιανόητων εξωερωτικών ιστοριών εστιάζει σε στοιχεία, όπως τα επιζωγραφισμένα από τη μάνα του παπούτσια σε περίοπτη φωτογραφία του ώστε να είναι του γούστου της (! – Στιχουργώντας στην άκρη του μοιραίου καιρού), ένα καρφωμένο για ώρα τζάμι στην πλάτη του κατά την διάρκεια πολιορκητικού χορού (ΑΦΞ), τα μπλου τζην σε εύστοχη αποκαθήλωση (Bull jean).

Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε καυλότητες και κρεβατικά, βατέματα έναντι φιλοξενίας και ιψενικές υστερίες, υποσχετικά χαμόγελα και ιδανικά της κινκωσύνης, θεωρητικές «κοινοκτημοσύνες γυναικείου σώματος και πνεύματος», την προτίμηση της Κόλμη, της Χαθήκαμε και της Φακμί Νάου από την Σιζκόν, την Ζιγοζγκόν και την εξάδελφή τους την Ντονγκώ, την αναζήτηση παλιάς εράστριας στο γκούγκλισμα (στον Αόμματο, ένα ακόμα κομψογράφημα),  ο συγγραφέας ως «νοσηρός καταγραφέας του βίου του» φτιάχνει λαμπρώς καμωμένες σελίδες που επιθυμεί να τις αντιμετωπίζουμε μόνο ως αποικία λέξεων. Άλλωστε, αρχίζεις και τα κάνεις λογοτεχνία όταν απελπίζεσαι πως αυτά που σκέφτηκες δε θα γίνουν. Άλλωστε παρά και την ύστατη εντρύφηση στο σκάκι «ακόμα κι όταν παίζει με τον εαυτό του χάνει συστηματικά». Άλλωστε «ο έρωτας πολύ σπάνια είναι φιλάνθρωπος». Το μόνο που μένει είναι «η πλουσιοπάροχη φαντασία που μπροστά της δεν μετρά καμιά πραγματική εμπειρία».

Άφησα την παιδικότητα και μαζί με άφησε κι εκείνη και προχώρησα με τις διαθέσιμες ορμόνες μου σε έναν κόσμο που με καλούσαν να υπάρξω και να προσποιηθώ. Στην ουσία, το μόνο που ήθελα ήταν να παραμείνω μέσα στο παραγκάκι του ακάλυπτου πίσω από το σπίτι του Μπίλη και να το κάνω περίπτερο, να πουλάω μπαζούκες σαν τον Τσαμπάζη ή να βρω μια μελλοντική χήρα, όπως τη χήρα την περιπτερού πίσω από του Αχτσόγλου και να πουλάω καραγκιόζηδες στην πιτσιρικαρία και τσιγάρα από την κούτα στα αλάνια. Κι όταν θα γινόμουνα πολύ μεγάλης ηλικίας, δηλαδή κάπου σαράντα, να αποθάνω. Χωρίς έτερο ίχνος και ερώτηση…[Το γενικό τρακάρισμα, σ. 93-94]

Εκδ. Ιανός, 2011 [Δεκέμβριος όμως -  άρα να υπολογιστεί παρακαλώ για την καλλίστων του 2012 λίστα], σελ. 315.  Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr με υπότιτλον “Ηλεκτρονική συνταγογράφηση δεκάδων ευαγγελίων που ευαγγελίζονται των αρρένων τις χαρές και τις λύπες”.

Ερωτήσεις στον Υμνητή εναντίον Γυναικών

Κείμενα απευθείας λοιπόν από ευθείες αναρτήσεις. Αυτό σημαίνει πως όσο αναρτάτε, – και αναρτάτε συχνά και καταιγιστικά – θα έχουμε και εκδοθείσα λογοτεχνία;

Η ανάρτηση είναι ένα βολικό φίλτρο. Το κείμενο δεν σταλίζει στο συρτάρι, αλλά παραμένει συνεχώς εκτεθειμένο. Προσωπικά με έσωσε από την πτωχαλαζονεία.

Με τις θήλειες χαρακτερέσσες λοιπόν τελειώσατε; Μας τις λογοτεχνήσατε όλες;

Όχι. Τις πιο δραματικές τις φυλάγω για τον «Παράδεισο», ένα κείμενο που θα με απασχολήσει προσεχώς. Από κάποιο γραφειάκι της Κόλασης, εννοείται…

Αν δεχτούμε πως εκχειλίζετε πλέον όλα τα αξιοδιάβαστα (για εμάς) ή αξιόγραπτα (έστω προς δική σας εύφρανση) του βίου σας, δικαιούμαστε, φρονώ, να ζητήσουμε και πλήρες δελτίο γραπτών συμβάντων σε ανασκαφές, αναστηλώσεις, ιστορικές έρευνες και εν γένει ενός οριστικού τοπογραφικού του βίου σας. Τέτοιες έρευνες είναι πάντα αξιοδιήγητες αλλά οι εμπλεκόμενοι δεν τις λογοτεχνούν ποτέ.

Μόνον μια αντίστιξη αυτού του τοπογραφικού με προτάσεις ή παραγράφους που λανθάνουν στα «λογοτεχνικά» μου κείμενα θα έδινε λύση σε πολλών απορίες. Το δελτίο που αναζητάτε, είναι πιθανό να λανθάνει σε κάποιο από τα χιλιάδες δημοσιευμένα γραπτά μου. Εκεί, στην πυκνή δημοσίευση, ο συγγραφέας είναι ασφαλής. Υπάρχει και η λύση της ολιγογραφίας βέβαια, αλλά χρειάζεται πολλήν την φιλοδοξίαν. Η δική μου προέλευση είναι από ένα θεωρητικά σιδερόφραχτο άσυλο. Δεν έχω αυτοεκτίμηση και καταθλίβομαι συχνά. Γι’ αυτό είμαι σαρκαστικός και χιουμορίστας. Γιά την τελευταία σας πρόταση, έχω ένσταση, καθώς έχω «λογοτεχνήσει» ακόμη και τον τηλεφωνικό κατάλογο.

Κατόπιν θα έχουμε το θάρρος να αιτήσουμε να συνθέσετε ένα μεγάλο βυζαντινό μυθιστόρημα, όπως δηλαδή που επιτέλους όπως δηλαδή συνέβη σε μικρή κλίμακα με το Θεόπαιδο και ο Χαμαιδράκοντα χωρίς το μονοκόμματο, δύσκαμπτο, δακρύβρεχτο και εθνοσωτήριο στιλ των τυπικών σύγχρονων «μυθιστορημάτων Βυζαντίου».

Αυτό το μυθιστόρημα στήνεται από το 2003 και είναι η «Εσπανιόλα».

Σε Πανδοχείο όπου διανυκτερεύσατε μας τάξατε καμιά εκατοστή ποστ για το πώς, πότε, γιατί και με ποία τιμήματα και επιβραβεύματα γράφτηκαν τα βιβλία σας. Έκτοτε αναρτήματα γράφτηκαν πολλά όχι όμως για το θέμα. Μας κοροϊδεύετε;

Εσείς με κοροϊδεύετε και δεν σας αδικώ. Έχω την εντύπωση πως δεν έχω γράψει έως σήμερα απολύτως κανένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Απεναντίας, το χω παρακάνει με τα αυτοαναφορικά. Μη μου αγχώνεστε, προλαβαίνω. Έτσι που το έχω σχεδιάσει, θα γράφω και πεθαμένος.

Στa ιστολόγιά σας ασκείται, κατά την απόλυτα πανδοχειακή μας άποψη, η ηλεκτρονική λογοτεχνία ως οφείλει να ασκείται: με πληθώρα εικόνων, φωτογραφικών, προσωπικών τεκμηρίων και άλλων εικονιδίων. Προσθέτετε δε και άλλα «συνοδευτικά», από διαδικτυακά αλιεύματα έως επί τούτου τραβηγμένες φωτογραφίες. Σας διασκεδάζει το είδος; Σκεφτήκατε ποτέ την χαρτοποιημένη συνδυαστική λόγου και εικόνας έκδοση;

Όχι, δεν με διασκεδάζει. Με ηρεμεί. Θεωρώ αυτήν την αναφορική σχέση, πηγή κάθε στοχασμού. Δεν έχω όμως καιρό. Μου χρειάζονται συνεργάτες, σύμμαχοι, ομού στην τρέλα. Κάθε μέρα «χάνω» μερικά διηγήματα και κάθε μήνα, τουλάχιστον ένα μυθιστόρημα. Εάν είχα γραμματέα, θα έχανα λιγότερα. Ξέρετε πως γράφω με δυό δάχτυλα και έφτασα σε ημερήσιες 68 σελίδες; Άφησα τον εαυτό μου να ξεχειλίσει και έσπασαν τα υδραυλικά. Τρέχω πίσω από τις λέξεις μου. Αλλά θα χρειαζόμουνα μιάς μορφής υπαγόρευση, προκειμένου να δώσω τυποτεχνικές αρτιότητες.

Η τακτή ηλεκτρονική γραφή σας παρέχει την δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας, επαφής με αντιδράσεις των αναγνωστών σας και τις παρελκόμενες ανατροφοδοτήσεις;  Σας αφαιρεί την πολύχρονη ταλαιπωρία πάνω από τη λευκή σελίδα; Εν τέλει τι κερδίζετε και τι χάνετε;

Ποια λευκή σελίδα; Μόλις ανταμώσω μια, ευθύς την συμπληρώνω. Χάνω πολλά. Την έκπληξη, την τυχαιότητα, την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Κερδίζω τον ύπνο μου. Αυτοί που με σιχαίνονται στο διαδίκτυο είναι καλύτεροί μου.

Και μια «εσωτερική» ερώτηση κοινής διαστροφής που μπορεί να παραμείνει προσωπική και μη δημοσιεύσιμη: Ποιος είναι ο αγαπημένος σας «γνωστός» βυζαντινός ναός; Άγνωστος; Τείχος; Τοιχογραφία; Αρχαιολογική τοποθεσία;

Δημοσιεύστε την. Γνωστός ναός: Το Κιλισέ τζαμί στην Πόλη. Ο άγνωστος: ο ναός στο Καστρί του Στρυμόνα, 13ος, με πτυχωτό τυφλό τρούλλο στον νάρθηκα, τριγυρισμένος από μια βασιλική του 19ου αιώνα. Όλα τα τείχη, κάθε εποχής. Ορφάνι, Μαυρούδα, κάτι ίχνη χαλκιδικών πόλεων, η κορυφή στο Χωρύγι (Κιρέτς). Δεν συμπαθώ τις τοιχογραφίες, αλλά τα εικονογραφημένα χειρόγραφα. Αρχαιολογικός τόπος: όποιος δεν έχει δεχτεί τις θωπείες του ΕΣΠΑ…

Εικόνες: Α. Από τα ιστολόγια του συγγραφέα: έκτυπη σε τσιγαρόκουτο προσωπογραφία του συγγραφέα, ο ίδιος (1970) σε Αγία Μαρίνα Ρεντίνας (1868/9), πριν το κάστρο, μετά βαρείας Ζενίτ 6, μορφή γλυκιάς ροκ εντ ρολλ εκδίκησης, βουστάσιο σήμα κατατεθέν του ημιφερώνυμου ιστολογίου, τo «χειρόγραφο» από το Ηχομυθιστόρημα του καπετάν Άγρα, τυπωμένο σε εκτυπωτή ακίδας με τους τόνους περασμένους από πάνω (κείμενο του 1987, αντίγραφο του 1993) και σκαρίφημα της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες εδώ.

Β. Επιλογές του Πανδοχέως, και πάντα σε άμεση συνάρτηση με τα γραφέντα και διαβασθέντα: γυμνό του Αλαίν Ντεραίν (που ο συγγραφέας είδε στην Αρετού, εξ ου και φερώνυμο κείμενο), ξυπόλυτη, παπουτσωμένη και γυμνωμένη αναγνώστρια των Ύμνων, Ewa Aulin στο Candy του Christian Marquand (1968) που κυκλοφορούσε ως ξεκούδουνη απορούσα κυνηγός ηδονών, που τις εκλάμβανε ως πνευματικές αξίες, Ρίτα Κούλιτζ, 4 αντικριστοί του Λουστάλ και μια του φρι σίνεμα: η ανάσανη Τζην.

04
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 87. Γρηγόρης Κονδύλης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Επειδή τα δύο τελευταία χρόνια μεταφράζω κυρίως σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία —την οποία πρέπει να πω ότι λατρεύω— τα περισσότερα βιβλία ανήκουν σε σειρές (από τριλογίες ώς δεκαλογίες) και οι χαρακτήρες, το ύφος, οι ιδιαιτερότητες του συγγραφέα είναι γνωστοί τόποι. Αν τώρα σε κάποια περίπτωση συναντιέμαι με κάποιον-α συγγραφέα που δεν έχω μεταφράσει ξανά, ή δεν έχω διαβάσει παλιότερα, βουτάω απευθείας στα βαθιά. Αναγκάζομαι βέβαια, πολλές φορές να επιστρέψω και να διορθώσω κάτι, αλλά χαίρομαι πραγματικά την πορεία στον καινούργιο και άγνωστο τόπο που ανοίγεται μπροστά μου.

Στα συγκεκριμένα βιβλία θα έλεγα πως η σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εμένα και στον συγγραφέα είναι μάλλον σχέση ανάμεσα σε μένα και στους χαρακτήρες του. Συνήθως στοιχηματίζω με τον ίδιο μου τον εαυτό ότι ο τάδε και ο δείνα χαρακτήρας θα κάνει το ένα ή το άλλο πράγμα, θα φερθεί όπως περιμένω και συμβαίνει να έχω αρκετές φορές δίκιο. Τις περισσότερες φορές αυτό δημιουργεί μια έξαψη που πάει πολύ μακρύτερα από το έργο της μετάφρασης, πλησιάζει μάλλον το έργο μιας οιονεί συγγραφής, κάτι που με οδηγεί αναπόφευκτα στην κατανόηση της σκέψης του συγγραφέα. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια ανάποδη πορεία που πάει από τους χαρακτήρες, τις πράξεις τους, στη συγγραφή, στον συγγραφέα και τέλος στη μετάφραση. Είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι ιδιαίτερα, απλώς συμβαίνει. Έτσι λειτουργώ και σε μερικά καλογυρισμένα θρίλερ μυστηρίου, όπου —λόγω εμπειρίας από τις χιλιάδες ταινίες που έχω δει— προλαβαίνω να καταλάβω που το πάει ο σκηνοθέτης. Μια κίνηση εδώ, μια αλλαγή έκφρασης εκεί, μία λέξη παραπέρα… και η παρακολούθηση γίνεται διασκέδαση και πνευματική σπαζοκεφαλιά.

Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει με δοκίμια, φιλοσοφικά ή άλλα, όπου ρίχνομαι με τα μούτρα στην κατά λέξη μετάφραση, αρχικά, για να την “εξελληνίσω” μετά. Πιστεύω ότι ειδικά στα δοκίμια ισχύει πάντα ότι πρέπει να μεταφράζει με την ψυχρή γραφίδα της ακρίβειας στα χέρια του πάθους, για να παραφράσω τον Ράσελ.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις που με δυσκόλεψαν ήταν το Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ —η οποία έγινε μετά πολλών εμποδίων, μετακόμιση από την Αθήνα στην επαρχία, αλλαγές στον τρόπο και στον ρυθμό ζωής, προσπάθεια προσαρμογής, κ.λπ.—, το Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ, το Φλέγομαι  του Τούρμπγιερν Σέβε, το Σκληρά παιχνίδια για σκληρά αγόρια του Γουίλ Σελφ. Τις μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφεραν τα τρία πρώτα. Ο Στάινερ για την πυκνότητα των νοημάτων και τις υπέροχες σκέψεις του, ο Ρέι Μονκ επειδή έκανε την καλύτερη βιογραφία που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα του αγαπημένου μου φιλοσόφου και ο Σέβε επειδή έδωσε κατά τη γνώμη μου μια υποδειγματική μυθιστορηματική βιογραφία του εξίσου αγαπημένου μου ποιητή Μαγιακόφσκι σε πρώτο πρόσωπο. Πολλά μπορεί να πει κανείς για τις ηδονές και τις απολαύσεις που αποκόμισα από τις μεταφράσεις αυτών των βιβλίων. Πάντως οι μεγαλύτερες απολαύσεις σε όλα αυτά ήταν η δυσκολία και ο όγκος τους. Στα δύο πρώτα —Βιτγκενστάιν και Βαβέλ— ήταν σημαντική η συνεισφορά και η βοήθεια από τον Κωστή Κωβαίο και τον Άρη Μπερλή αντιστοίχως. Τους οφείλω πολλά. Στις ηδονές πρέπει πάντως να συμπεριλάβω και τις πολύτιμες συμβουλές τους.

Όσο για το βιβλίο του Σελφ, η ηδονή βρισκόταν στη δυσκολία της γλώσσας.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Λογοτεχνικά οπωσδήποτε τα Φλέγομαι (SCRIPTA), Σίλας Μάρνερ της Τζορτζ Έλιοτ (Μαΐστρος), Madame Terror του Γιαν Γκιγιού (Ορφέας), Ένας ατέλειωτος σουηδικός χειμώνας του Λέιφ Πέρσον (Ψυχογιός), Οι απόκληροι του Σεμ-Σάντμπεργ (Πατάκης) και τα βιβλία του Άρνε Νταλ από το Μεταίχμιο για όποιον αγαπάει το καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Για άλλα: Οπωσδήποτε τον Βιτγκενστάιν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ (SCRIPTA), το Μετά τη Βαβέλ του Τζορτζ Στάινερ (SCRIPTA), Ο μαγικός φανός του Μπέργκμαν (Ποταμός), Τρία κείμενα για την Ουτοπία των More, Bacon και Neville.

Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δουλεύω αρκετές ώρες την ημέρα, από δέκα έως δώδεκα ώρες, περίπου, ακούω μουσική, κυρίως κλασική, αλλά και τζαζ-μπλουζ ή παλιό μπλουζ, Ντίλαν (αν και εκεί υποχρεώνομαι να ξανακούσω την ποίησή του, οπότε χάνομαι μερικές φορές στους στίχους του, αντί να χαθώ στη μετάφραση), Τομ Γουέιτς, Βαν Μόρισον.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος μεταφραστής δεν θα ήθελε να μεταφράσει το Finnegans Wake; Ή όλο το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μ’ εκείνες τις λεπτές αποχρώσεις του λόγου του; Ή ακόμη τον κλασικό σουηδό Sven Delblanc με την υπέροχη ανάλυση των χαρακτήρων και την πρωτοποριακή γραφή του;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Όταν μπαίνουμε στο Amazon.com βλέπουμε το όνομα του μεταφραστή δίπλα στο όνομα του συγγραφέα. Μάλλον τον υπολογίζουν περισσότερο εκεί τον μεταφραστή. Όταν διαβάζω κριτικούς που δεν αναφέρονται ποτέ στον μεταφραστή θέλω να τους ρωτήσω το εξής απλό (μια και μιλούν για χειμαρρώδη λόγο, και πολλά τέτοια): «Στα ελληνικά το έγραψε το βιβλίο αυτός ο καλός συγγραφέας;;;» Για ποιον λόγο συμβαίνει; Δεν ξέρω. Ίσως να μην γνωρίζουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ίσως να αναμηρυκάζουν ήδη μασημένη τροφή που προσφέρει ο εκδοτικός οίκος διανθίζοντας τα κείμενα που τους δίνουν με διάφορα καλολογικά στοιχεία. Ίσως να βαριούνται. Ίσως να μην θέλουν. Μου έχει τύχει να αναφέρουν τον επιμελητή ως μεταφραστή σε έργο που είχα μεταφράσει. Αυτό δεν ισχύει ωστόσο για όλους τους κριτικούς. Τι να προτείνω; Αναβάθμιση της δουλειάς του μεταφραστή, με αναφορές στο έργο του, με προβολή του ονόματός του στο εξώφυλλο, μια ελάχιστη προσφορά στον κόπο και στον μόχθο του που συνήθως —και ειδικότερα σήμερα— τον αγοράζουν σε εξευτελιστικές τιμές. Κι αυτό το λέω επειδή το κόστος να είσαι μεταφραστής είναι μεγάλο: υπολογιστές, αναβαθμίσεις, βλάβες, αγορά θεματικών βιβλίων, συνεχής ενημέρωση, ΤΕΒΕ (σκεφτείτε έναν μεταφραστή να βγάζει 3-4.000 σε 4-6 μήνες και να δίνει για ασφάλεια στον ΟΑΕΕ 1.500 και πλέον), πληρωμή παρόχου διαδικτύου, και άλλα πολλά. Ίσως να έχουμε όλοι δίκιο. Κριτικοί, εκδοτικοί οίκοι και μεταφραστές. Αλλά τότε δεν θα έπρεπε να μεταφράζονται βιβλία. Κάποιοι ματώνουν πραγματικά για να διαβάζουμε σήμερα μεταφρασμένα βιβλία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Το ιδανικό είναι να μπορείς να συνεργάζεσαι με τον ίδιο διορθωτή. Όσες φορές συνεργάστηκα με τον Παντελή Μπουκάλα και με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Αλλά αποδείχτηκαν καλοί και κάποιοι διορθωτές που εργάζονταν μόνιμα για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους. Συνέβαινε όμως και το αντίθετο. Θυμάμαι κάποτε πόσον κόπο είχα κάνει να βρω μια σημασία που δεν ήταν καθόλου αυτή που έλεγε η λέξη με την πρώτη ματιά. Τα κατάφερα. Και —ω του θαύματος!— πήγε η διορθώτρια και την άλλαξε χωρίς να με ρωτήσει, γράφοντας αυτό που θα έγραφε ο καθένας που δεν το είχε ψάξει βαθύτερα. Εσείς ξέρετε μια άλλη σημασία της λέξης not; Τέλος πάντων, η λύση είναι συνεργασία, συνεργασία, συνεργασία.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ω, ναι! Ακόμη με ακολουθούν ο Βίτγκενσταϊν, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπέργκμαν, ο Γιούχανσον, ο Πολ Γελμ. Καλά είναι… έχετε τους χαιρετισμούς τους…

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Διαβάζω πολλή σκανδιναβική λογοτεχνία, παλιά και σύγχρονη, όπως και αγγλόφωνη λογοτεχνία, σε όλο το εύρος της. Εννοώ από κλασικούς μέχρι σημερινούς. Με ξεκουράζει πάντως πολύ η ανάγνωση του φιλοσοφικού δοκιμίου.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δες την επόμενη απάντηση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα το καταλάβετε από τα παρακάτω.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνήθως διαβάζω ξένους συγγραφείς, αλλά μου αρέσουν πολλοί παλιοί έλληνες λογοτέχνες. Έχω ωστόσο προλάβει να διαβάσω τους καλούς Σώτη Τριανταφύλλου, Ίκαρο Μπαμπασάκη, Αργυρώ Μαντόγλου, Ευγενία Φακίνου, Θάνο Κονδύλη, Μουρσελά (τον συγκαταλέγετε στους νέους;), τον άρτι εκλιπόντα Νίκο Θέμελη… και μερικούς άλλους, δεν θυμάμαι τώρα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ισμαήλ, αφηγητής στο Μόμπι Ντικ σε μετάφραση Χριστοδούλου. Αμ εκείνος ο Ρασκόλνικοφ, είναι να τον ξεχνάς; Ούτε τον Βιργίλιο στην υπέροχη μετάφραση του Κεντρωτή στο Βιργιλίου θάνατος. Οπωσδήποτε τον Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη σίκαλη. Κι ακόμη με στοιχειώνουν ο Κέρουακ με τον Κάσιντι. Τώρα τελευταία πέθανε και ο Λούης του Μουρσελά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω το περιοδικό Σημειώσεις του φίλου μου του Λυκιαρδόπουλου. Γιατί το προτιμώ; Ε, κάπου εκεί μέσα συναντώνται οι τροχιές μας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας βιβλία — δυστυχώς ή ευτυχώς… Κι αυτό το λέω επειδή δεν ξέρω πόσο θα αντέξω ακόμη με αυτές τις άτιμες τιμές που δίνουν για το 16σέλιδο. Ξέρεις, κάθε φορά που ρίχνουν κι άλλο τις τιμές οι εκδότες νιώθω “να την κάνω σιγά-σιγά”.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σίγουρα τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μαγιακόφσκι, τον Νίκο Ζαχαριάδη… Έχουν εκείνη την αχλή του μυστηρίου που σε γοητεύει.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο. Επιτρέψτε μου να πω ότι με έναν γρήγορο υπολογισμό έχω δει πάνω από 5.000 ταινίες. Λατρεύω τον Κόπολα, τον Φασμπίντερ, τον Μπέργκμαν, τον Μπου Βίντεμπεργ, τον αγαπημένο μου Αγγελόπουλο (πόσο άδικα χάθηκε και πόσο αναπάντεχα), τον Κουστουρίτσα.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ναι, ναι, αλίμονο. Σιγά μη δεν το έκανα. Έχω δημοσιεύσει εργασίες μου, σχετικά με τη φιλοσοφία της γλώσσας, σε γλωσσολογικά περιοδικά, κάποια χρονογραφήματα σε άλλα και κάποιες σκέψεις στον ιστολόγιό μου Consideratio, εδώ και πολύ καιρό. Έχω αρχίσει να γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, και μετά τα παράτησα… είναι και ο βιοπορισμός που δεν σε αφήνει.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ και μεταφράζω Λέιφ Πέρσον, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω ποτέ όταν ταξιδεύω, προτιμώ να συζητώ. Πιστεύω ότι η ανάγνωση δεν θέλει παρέα, μοναξιά θέλει, ρωτήστε και τον Στάινερ, θα συμφωνήσει.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπέροχες, ευτυχώς που υπάρχει και το διαδίκτυο. Πληρώνεις κάτι χοντρά λεφτά τον ΟΤΕ αλλά έχεις μια πληροφόρηση η οποία θέλει οπωσδήποτε μεγάλη προσοχή στο ψάξιμο. Δεν είναι όλα έγκυρα. Κάτι ανάλογο με τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπητέ Λάμπρο, καλά τα πήγες. Άσε που εγώ απάντησα και σε ερωτήσεις που δεν έκανες. Οπότε δεν παραπονιέμαι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οι φαουστικές μου αναζητήσεις περιορίζονται στο γεγονός ότι έχουμε ημερομηνία λήξης, πράγμα που είναι καλό… Τι θα έκανε άραγε ο κόσμος με έναν Γρηγόρη ξερόλα από τα χρόνια; Οπότε, δεν θα πάρω, ευχαριστώ. Όσο για τις μεταφράσεις ή τις αναγνώσεις μου δεν πρόκειται να τις χάσω όσο ζω. Μόνο που θα ευχόμουν να μπορούσα να μεταφράζω περισσότερο από χόμπι, παρά από ανάγκη. Και αυτό θα ευχόμουν να είχαν την δυνατότητα να κάνουν όλοι οι μεταφραστές, Χαϊλάντερ και μη…

31
Μαρ
12

Λογοτεχνείο, αρ. 110

William Burroughs – Allen Ginsberg, Οι επιστολές του Γιαχέ, εκδ. Απόπειρα, 2010, εισαγ. – επιμ. Oliver Harris, μτφ. Γιώργος Γούτας, σ. 134-136 [The Yage Letters Redux,1963/2006].

To Γιαχέ είναι ταξίδι στο χωροχρόνο. Το δωμάτιο μοιάζει να τρέμει και να πάλλεται από κίνηση. Το αίμα κι η ουσία πάμπολλων φυλών, Νέγρων, Πολυνήσιων, Μογγόλων, Ορεσίβιων, Νομάδων της Ερήμου, Πολύγλωσσων της Εγγύς Ανατολής, Ινδιάνων και Ινδών  – φυλών νέων που επίκειται η σύλληψις και η γέννησίς τους, συνδυασμοί που δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμα διατρέχει το κορμί σου. Μεταναστεύσεις, απίθανα ταξίδια μέσ’ από ερήμους και ζούγκλες και βουνά (στάσις και θάνατος σε περίκλειστες ορεινές κοιλάδες όπου φυτά ξεπετάγονται μέσα απ΄το πουλί συ και πελώρια οστρακόδερμα επωάζονται μέσα στο σώμα και σπάζουν το κέλυφός του για να βγουν), διασχίζοντας πάνω σε μονόξυλο με πλαϊνό πλωτήρα τον Ειρηνικό ως το Νησί του Πάσχα. Η Σύνθετος Πόλη όπου το σύνολο των εκδοχών του ανθρωπίνου είδους βρίσκεται καταγής αραδιασμένο σε μια πελώρια βουβή αγορά.

Όλα τα σπίτια της Πόλης είναι μεταξύ τους ενωμένα. Σπίτια από χορτόπλινθες με Ορεσίβιους Μογγόλους να βλεφαρίζουν τα μισόκλειστα μάτια τους στο άνοιγμα της πόρτας που καπνίζει, σπίτια από μπαμπού και ξύλο τικ, σπίτια από πλίθρες, πέτρα, και κόκκινο τούβλο, σπίτια των Μαορί και του Νοτίου Ειρηνικού, σπίτια πάνω σε δέντρα και σπίτια σε ποταμόβαρκες, ξύλινα σπίτια 30 μέτρα μάκρος που στεγάζουν ολόκληρες φυλές, σπίτια από παλιόκουτες κι αυλακωτές λαμαρίνες με γέρους τυλιγμένους σε κουρέλια που σαπίζουν να μονολογούν και να προσπαθούν να βράζουν παστίλιες οινοπνεύματος, τεράστιες σκαλωσιές από σκουριασμένο σίδερο 60 μέτρα ύψος που ορθώνονται μέσ’ από βάλτους και σκουπίδια με διαμερίσματα επισφαλής κατασκευασμένα σε πολυώροφος πλατφόρμες κι αιώρες που ταλαντεύονται πάνω από το κενό.

30
Μαρ
12

Νόρμαν Μανέα – Οκτώβρης, οχτώ το πρωί

Η ζωή σε σαρκοφάγους

Εκείνη έφευγε πάντα Δευτέρα με δάκρυα αποχαιρετισμού και γύριζε Παρασκευή, όπως αρμόζει σε ταξιδευτές που επιστρέφουν από τον άλλο κόσμο. Ή πάλι, πριν από την Παρασκευή, τη μέρα της επιστροφής της, αυτός ο αχανής, ο τεφρός ουρανός θα γκρεμιζόταν πάνω μας για να μας καταπιεί ή για να μας λυτρώσει, αυτός ο ουρανός που περιμέναμε μια και καλή να κάνει κάποτε κάτι, ώστε όλα να τελειώσουν. Ποια είναι η γυναίκα που εμφανίζεται μέσα από τις πάχνες της στέπας σαν οπτασία, έχοντας καταφέρει να πάρει άδεια ώστε να δουλέψει στα γύρω χωριά; – πώς θα μπορούσε άλλωστε να δραπετεύσει; Και ποιοι ήταν εκείνοι της το επέτρεψαν υποκύπτοντας στις παρακλήσεις της με κυνική μεγαθυμία – ένα παιχνίδι που έπαιζε κανείς μόνο και μόνο για να το διακόπτει ξαφνικά με ακόμα μεγαλύτερη αναλγησία;

Η επιστροφή της γυναίκας που έπλεκε για τους χωρικούς σήμαινε, κάθε φορά, για όσους ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν τον αγώνα για επιβίωση, ανανέωση της ελπίδας, μια επιπλέον αναστολή. Εκείνη τη φορά έφερε μαζί της ένα πλεχτό, περιζήτητο αγκάλιασμα για τις κρύες νύχτες με τα ψειριασμένα σκεπάσματα, αλλά το πολύχρωμο πουλόβερ προοριζόταν για την Μάρα: ένα κοριτσάκι που βρέθηκε τυχαία ανάμεσα στην οικογένεια, που τώρα αισθάνεται υποχρέωση να την κρατήσει στη ζωή – κι ο μικρός αφηγητής μένει απλά να το θαυμάζει με τις ώρες.

Όμως σ’ εκείνη τη ζωή του πυρετού και των θανάτων, το κοριτσάκι που κάποτε «φώλιαζε στην αγκαλιά του για προστατευτεί από την παγωνιά του σπιτιού» πεθαίνει. Είναι σειρά του αφηγητή να φορέσει το πουλόβερ, ανεπιθύμητο πια: τα μανίκια του κρέμονται από τους ώμους του ξεψυχισμένα. Δεν τον προστατεύει, δεν τον ζεσταίνει: αυτό έφερε την αρρώστια μαζί του. Τώρα του μένει το σφιχταγκάλιασμα των μανικιών του, για την ανάμνηση των χεριών της που κουλουριάζονταν στο σώμα του να ζεσταθούν.  Και το ερώτημα ανυπομονησία επιτάχυνε το θάνατό της. Από τη στέπα οι ανεμοθύελλες όλο και σίμωναν για να επιλέξουν το θύμα τους. Το αδηφάγο τους ουρλιαχτό κατέπνιγε την αίσθηση του φόβου. Πώς ν’ ακουστεί το λυπημένο, το συνεσταλμένο μου, το ένοχο αναφιλητό; Το πλεχτό»)

Από τις πρώτες σελίδες γίνεται φανερό πως σ’ αυτό το σώμα διηγημάτων ο Μανέα επανέρχεται σε γραφή φασματική, φευγαλέα, με χρόνους δυνητικούς και παρατατικούς, με εκφράσεις και στίξεις που προσπαθούν να μεταδώσουν κάτι από το κλίμα μιας αιώνιας ανησυχίας και την αίσθηση ενός μακρόσυρτου φόβου. Οι μέρες των ηρώων κυλούν «λευκές» και «στραφταλίζουν να τους τρομάξουν». Ελπίζαμε πως ο φόβος στοίχειωνε τις μέρες και τις νύχτες μας – φόβος για τους ανθρώπους, τις ψείρες, τις στολές, την πείνα – θα αποδεικνυόταν τελικά ανυπόστατος, γιατί εμείς θα ήμασταν πάντα τρεις, ίσως και τέσσερις. Ήδη βρισκόμαστε στο δεύτερο διήγημα («Μπορεί να ήμασταν τρεις»), όπου ελλειπτικά περιγράφεται η απόδραση μιας ομάδας ανθρώπων που δεν αγωνίζονται μονάχα να ξεφύγουν από τον τόπο τους αλλά και από την ντροπή, την αηδία και τους φόβους μέσα στους οποίους έμαθαν να ζουν και να εξευτελίζονται. Άραγε θα αποδράσουν από τους τελευταίους;

Στα «κουβάρια από μαλλί ξεθωριασμένο» ο αφηγητής διηγείται τις συνεχείς του επιστροφές σε περιοχές όπου άλλοτε διώκονταν, πλημμυρισμένες τώρα από αγνώστους, όπου οι επιστροφείς ζουν πλέον παγιδευμένοι ανάμεσα στην ασφάλεια και την πλήξη στο εσωτερικό του σπιτιού και στην κακία των έξω χώρων. Τελικά πνίγει την απελπισία του στο ριψοκίνδυνο παιχνίδι της κλοπής των γοητευτικών ζωηρόχρωμων κουβαριών τα οποία κλέβει ανάλογα με το είδος των περιορισμών που του επιβάλλουν.

Στο βήμα ο τιμώμενος απήγγελλε τον λόγο του. Ο χωρισμός στα δύο του εαυτού του γινόταν εύκολα. Κάποιος άλλος ήταν που στεκόταν εκεί μπροστά του και απήγγελλε το ίδιο αξιολύπητο λογύδριο. Είχε εθιστεί σ’ αυτό που του συνέβαινε. [σ. 57] «Η ακριβής ώρα» έχει ως κεντρικό της χαρακτήρα της ίδιες τις λέξεις. Εδώ ένας καταστηματάρχης που δεν υποχρεώθηκε να φύγει από την πατρίδα αντιλαμβάνεται την σπουδαιότητά τους για την επιβίωσή του. Οι λέξεις θα γίνουν καύκαλο ασφάλειας αλλά και επικίνδυνο παιχνίδι σε τυχόν απρόσεκτο στόμα· έτοιμες πάντα να προστατεύσουν, να κρύψουν, να εκθέσουν…

Έχει αναπτύξει μια μέθοδο σε σχέση με τις λέξεις, μια κάποια εξοικείωση· τώρα ταυτίζει τα αντικείμενα με τ’ όνομά τους, και τις καταστάσεις επίσης, και τις διαθέσεις και τις λειτουργίες, ακόμα και όταν οι λέξεις παραμένουν σε απόσταση, πράγμα που τις κάνει να μοιάζουν ασαφείς, αντιφατικές. Πάντα, αν είναι δυνατόν, το κάνει ψάχνοντας την προέλευσή τους, επιχειρώντας να τις αντικαταστήσεις, χωρίς όμως να διαταράξει την ισορροπία, το χάος και την ομίχλη απ’ τα οποία προέκυψαν. Απ’ όπου κι εκείνος προέκυψε… [σ. 73]. Οι λέξεις καταδυναστεύουν με την παρουσία ή την απουσία τους την ζωή ενός δασκάλου που κάποτε «υπέκυψε» («Ο παιδαγωγός»). Με λέξεις υποχρεώνεται να επιβιώσει στα θρανία ο αφηγητής στο «Πορτρέτο μιας κίτρινης βερικοκιάς». Μέσα σ’ ένα μελαγχολικό εφιαλτικό όνειρο, βρίσκεται σε μεγάλη πλέον ηλικία μαζί με τους παλιούς του φίλους, υπόχρεοι όλοι τους σε κρίσιμες και αγχωτικές εξετάσεις.

Αντίθετα, κάθε λάθος λέξη μπορεί να είναι επικίνδυνη σε όλους όσοι ζουν στο καταθλιπτικό συγκρότημα πολυκατοικίας («Ο μεσότοιχος»), υπό τον έλεγχο του επόπτη που κάνει ερωτήσεις, κρατά σημειώσεις και δέχεται εξηγήσεις για τα πάντα: σε ποιο διαμέρισμα, για ποιο λόγο, για πόσην ώρα. Ο επόπτης ελέγχει καθημερινά το ποίμνιό του: τον ρυθμό βαδίσματός σου, κάποιο δισταγμό, το ελάχιστο δείγμα κακοκεφιάς. Ποιος είναι αυτός που αρνήθηκε να προσφέρει την αναλογούμενη σ’ αυτόν εθελοντική εργασία προτιμώντας να πληρώσει το πρόστιμο των είκοσι λεβ; Ποιος αρνήθηκε την πρόταση να γράψει περί ηθικής και δικαιοσύνης στην εφημεριδούλα του κτηρίου;

Οι κάτοικοι κρυφοκοιτάζουν από τις κλειδαρότρυπες και ακούνε τα πάντα μέσα από τις λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο μεσοτοιχίες. Ουρές για το τυρί, για φάρμακα, για φακούς, για κουμπιά, για τηλεοράσεις. Μια ουρά εδώ, μια άλλη παρακάτω: βιβλία, λαμπτήρες, λουκέτα, παπούτσια, ματογυάλια, κι έτσι ακριβώς ως να νυχτώσει. Το λυκόφως ανακουφίζει απ’ την εξάντληση. Ανεβαίνουν απ’ το κλιμακοστάσιο, τυποποιημένα κτίρια, τσιμεντένια κουτιά, οι ώρες που απόμειναν περνούν χαζεύοντας: πολυθρόνα, τηλεόραση, θερμοσίφωνας, σιδέρωμα, η νυχτερινή σαρκοφάγος. [σ. 195]

Διαμερίσματα σαρκοφάγοι, η ζωή ως σαρκοφάγος, σ’ ένα «κράτος» με δικτάτορα σαρκοφάγο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Ισμήνη Καπάνταη, σελ. 227 [Norman Manea, October, Eight O’ Clock, 1992].

…Εδώ το βίντεο των τελευταίων στιγμών της  σύλληψης του ζεύγους Τσαουσέσκου. Η κραυγή της πανικόβλητης Έλενας Τσαουσέσκου όταν συνειδητοποιεί τι την περιμένει, προκαλεί έκπληξη. Προφανώς απέφευγε να φανταστεί πως αντίστοιχες κραυγές πανικού έβγαζαν χιλιάδες άλλοι συνάνθρωποί της στα χρόνια της δικτατορίας της. Και εξαιτίας της.  Τουλάχιστον πρόλαβε να ζήσει την δόξα της νομισματικής της αποτύπωσης. Αν και με τις ίδιες περίπου αναλογίες πρέπει να κόπηκε και το αληθινό της κεφάλι. 

29
Μαρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 86. Μαρία Ξυλούρη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μακρύς o κατάλογος: Πολ Όστερ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Πέρσιβαλ Έβερετ, Λίντια Ντέιβις, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν (ειδικά της πρώτης, πιο μακάβριας περιόδου του). Δίνω μάχη με τον Τόμας Πίντσον (προφανώς, κερδίζει ο Πίντσον). Ακόμα: Αλεχάντρο Σάμπρα, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Νικόλ Κράους.

Από Έλληνες, Αντρέας Φραγκιάς, Στρατής Τσίρκας, Ζυράννα Ζατέλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Λένος Χρηστίδης· και Σώτη Τριανταφύλλου, επειδή πέρασα την εφηβεία μου με τα βιβλία της.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μακρύς κατάλογος #2: Η Ιερή Πείνα του Άνσγουορθ· Η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Όστερ (όπως και αρκετά ακόμα από τα βιβλία του Όστερ)· 2666 του Μπολάνιο· Infinite Jest του Γουάλας· Ωκεανός του Μπαρίκο· Περί τυφλότητας του Σαραμάγκου· Το κουρδιστό πουλί του Μουρακάμι· Ο Άτλας του ουρανού του Μίτσελ· Us του Κίμπολ· Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά του Φόερ· Όταν όλα καταρρέουν της Κράους.

Από ελληνικά βιβλία: Η χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· Το Πλήθος του Φραγκιά· Το διπλό βιβλίο του Χατζή· Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζατέλη· Ο άγιος της μοναξιάς της Καρυστιάνη· Οι τέσσερις τοίχοι του Χατζηγιαννίδη· Η Ανάκριση του Μαγκλίνη· το μόνιμο αντικαταθλιπτικό μου, το Λοστρέ του Χρηστίδη· Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης της Τριανταφύλλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πολλά από τα διηγήματα του Τσίρκα, του Κάρβερ και του Γουάλας. Σχεδόν όλα τα διηγήματα της Λίντια Ντέιβις, αλλά ιδίως τα πιο σύντομα – όπως, για παράδειγμα, το “Collaboration With Fly” από τη συλλογή Varieties of Disturbance:

I put that word on the page,

but he added the apostrophe.

Το Orientation του Ντανιέλ Ορόζκο. Περσινή Αρραβωνιαστικιά και Μανιώδης του καπνού της Ζατέλη. Και ζήλεψα πολλά από τα διηγήματα της συλλογής How They Were Found του Ματ Μπελ που διάβασα πρόσφατα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο Πώς τελειώνει ο κόσμος υπάρχουν αρκετά πρόσωπα που οι αναγνώστες θα θυμούνται από το Rewind· τα δύο βιβλία επικοινωνούν, αν και δεν είναι συνέχεια το ένα του άλλου. Απλώς η διαδικασία ήταν κάπως ανάποδη – το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι βιβλίο που το γράφω και το ξαναγράφω πολύ πριν γεννηθεί το Rewind, οπότε δεν μπήκαν οι ήρωες του Rewind στο Πώς τελειώνει ο κόσμος, αλλά το αντίστροφο. Το είχαν συνηθίσει, εξάλλου, να εμφανίζονται σε ό,τι κι αν έγραφα με το έτσι θέλω. Ελπίζω τώρα, που με την έκδοση του Πώς τελειώνει ο κόσμος η ιστορία τους οριστικοποιήθηκε (όσο μπορεί, τέλος πάντων, να οριστικοποιηθεί μια ιστορία), να μην ξανασυναντηθούμε.

(Ξέρω, βέβαια, πως όλα αυτά είναι παραμύθια: πλάσματα του μυαλού μου είναι, εγώ τους ελέγχω· άρα δεν μ’ ακολουθούν αυτοί, εγώ τους ακολουθώ μέχρι να ξεμπερδέψω μαζί τους. Μα αν δεν μπω στη διαδικασία να ξεγελαστώ ότι μόνοι τους τα σκέφτονται και μόνοι τους τα κάνουν, θα πρέπει να τους ελέγχω συνειδητά, και φοβάμαι ότι θα μοιάζουν με μηχανάκια.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Φλώρα από τη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· ο Φάνσοου από το Κλειδωμένο δωμάτιο και ο Έκτορ Μαν από το Βιβλίο των ψευδαισθήσεων του Όστερ· ο Αρτσιμπόλντι από το 2666 του Μπολάνιο· η Madame Psychosis από το Infinite Jest του Γουάλας· το ζευγάρι Ρότζερ και Τζέσικα από το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πίντσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχει συμβεί να γράψω στις αεροπορικές θέσεις στα καράβια από και προς την Κρήτη, ώρες που οι συνεπιβάτες κοιμούνταν του καλού καιρού· με τα χρόνια, όμως, ανέπτυξα μια δυσανεξία, τόσο στις αεροπορικές θέσεις, όσο και στο γράψιμο σε δημόσιους χώρους. Προτιμώ την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις, δοκιμές για διηγήματα, παρατηρήσεις για χαρακτήρες που δεν έχουν ακόμα όνομα ή βιβλίο, περιστατικά από τη ζωή τους. Οργανώνω τις ιστορίες μου ή σκηνές από τις ιστορίες μου στα μέσα μεταφοράς, παρατηρώντας τους συνεπιβάτες μου κι ακούγοντας μουσική. Καθετί που ακούω, βλέπω, σκέφτομαι ή διαβάζω μπορεί να είναι υλικό για βιβλίο, ακόμα κι αν δεν το αναγνωρίζω ως τέτοιο στην ώρα του.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η πρώτη γραφή γίνεται πάντα με χαρτί και στιλό – δυσκολεύομαι πολύ μπροστά στην οθόνη. Ξεκινάω τη δακτυλογράφηση μονάχα όταν το βιβλίο είναι –κατά το μεγαλύτερο μέρος του, τουλάχιστον– ολοκληρωμένο στο χειρόγραφο· μόνο μικρές παράγραφοι και φράσεις του Rewind και του Πώς τελειώνει ο κόσμος γράφτηκαν απευθείας στον υπολογιστή. Αλλά και μετά τη δακτυλογράφηση, πάλι στο χαρτί και το στιλό επιστρέφω – τυπώνω, περνάω τις διορθώσεις στο τυπωμένο, μετά τις περνάω και στο ηλεκτρονικό αρχείο, ξανατυπώνω, ξαναδιορθώνω. Στην κόλαση θα θέλω να τυπώσω και δεν θα έχω χαρτί.

Δεν επιδιώκω να δημιουργήσω μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα για να γράψω. Απλώς, αποφεύγω συστηματικά το γραφείο – είναι πιθανότερο να με βρεις να γράφω και να δακτυλογραφώ στο τραπέζι της κουζίνας ή στον καναπέ. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω ότι έχω άλλες παραξενιές – για παράδειγμα, το ότι γράφω κυρίως βραδινές ώρες έχει να κάνει με τις απαιτήσεις του οκταώρου κι όχι με δική μου προτίμηση.

Μουσική άλλοτε ακούω όταν γράφω (συχνά το ίδιο τραγούδι, ξανά και ξανά), άλλοτε όχι – τα τελευταία χρόνια, συχνότερα όχι. Αλλά είναι σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας, αφού πολλές σκηνές ή κι ολόκληρα κεφάλαια οργανώνονται στο μυαλό μου με σάουντρακ συγκεκριμένα τραγούδια. Αρκετές από τις μουσικές αναφορές του Rewind, για παράδειγμα, είναι τραγούδια που μου χρησίμευσαν στο στήσιμο κεφαλαίων του βιβλίου. Αντίστοιχα δούλεψα και στο Πώς τελειώνει ο κόσμος. Εκτός από τα τραγούδια που αναφέρονται στο βιβλίο, το σάουντρακ περιλαμβάνει το Suicide Dream 2 από How to Dress Well, και το Tonight We Fly των Divine Comedy στην εκδοχή του Νιλ Χάνον με τον Ντιουκ Σπέσιαλ.

Στο mp3 player μου αυτό τον καιρό υπάρχουν Tindersticks, Walkabouts, Wu Lyf, Tarnation, Weeknd, Μαρκ Λάνεγκαν, ΠιΤζέι Χάρβεϊ, Τόρι Έιμος και Τομ Γουέιτς, Νικ Κέιβ και Μπρους Σπρίνγκστιν.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του πρώτου σας βιβλίου (Rewind);

Ευχαρίστως, αλλά την ξενάγηση θα σας την κάνει ο Πέτρος· αυτόν ν’ ακολουθήσετε. Παρά τις φήμες που τον θέλουν πολλά κιλά μαλάκα, είναι, νομίζω, καλό παιδί.

Ναι, το στόμα της κοπέλας δίπλα του είναι ραμμένο. Αυτός της το έραψε, γιατί δεν άντεχε να την ακούει.

Σε λίγο θ’ ανέβει στο μηχανάκι του για να πάει στο πατρικό του, όπου ο πατέρας του ζει με μια γυναίκα που είναι νεκρή και ζωντανή ταυτόχρονα.

Ακολουθήστε τον, δεν κινδυνεύετε.

Νομίζω, δηλαδή.

Θα μας ανοίξετε και τα παράθυρα του δεύτερου βιβλίου σας που μόλις κυκλοφόρησε;

Το καλοκαίρι του 2000 εξαφανίζεται μια έφηβη, η Άννα· το φθινόπωρο του 2007 αυτοκτονεί ο αδελφός της, ο Δημήτρης. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι ένα περίγραμμα αυτών των δύο απουσιών· με κέντρο την εξαφάνιση της Άννας και τον θάνατο του Δημήτρη ξετυλίγεται μια σπείρα από ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι βρέθηκαν στη σκιά που άφησαν τα δύο αδέλφια φεύγοντας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα μια ανάγνωση του Infinite Jest, έναν γάτο ονόματι Χαρούκι, μια κοπέλα που τη φωνάζουν Κατσαρίδα, ταξίδια με πλοίο και ταξίδια με τρένο, λυπημένους επιβάτες λεωφορείων και τρόλεϊ, γυναίκες που ερωτεύονται κτίρια, έναν γέρο που τον επισκέπτεται η μακαρίτισσα η γυναίκα του στον ύπνο του για να του ανακοινώσει ποιος είναι για θάνατο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως κειμενογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ομολογώ ότι πλην του Διαβάζω δεν παρακολουθώ με συνέπεια κάποιο άλλο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό (αυτό να καταγραφεί σαν δική μου αδυναμία, κι όχι σαν αδυναμία των περιοδικών). Παρακολουθώ κυρίως σάιτ και μπλογκ που ασχολούνται με την αμερικάνικη λογοτεχνία (The Millions, Biblioklept, Moby Lives κ.ά.).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μάλλον τον Αντρέα Φραγκιά.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Κινηματογράφο όχι τόσο όσο παλιότερα· θέατρο σχεδόν καθόλου. Η Κόκκινη ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι είναι από τις αγαπημένες μου – ίσως επειδή την είδα ακριβώς τον καιρό που έπρεπε. Άλλη αγαπημένη μου είναι το Hedwig and the Angry Inch του Τζον Κάμερον Μίτσελ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Στη δική μου περίπτωση η ποίηση ήταν μια εφηβική αρρώστια που παρατράβηξε· στα 22-23 μου αναγκάστηκα να το παραδεχτώ και την εγκατέλειψα. Προφανώς η ποίηση δεν έχασε απολύτως τίποτα. (Όπως δεν θα έχανε κι η πεζογραφία αν σταματούσα να γράφω· απλώς την απώλειά της δεν θα την άντεχα εγώ.)

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα το Rien ne va plus της Μαργαρίτας Καραπάνου, και το Fire Season του Φίλιπ Κόνορς.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια και με άφησαν ήσυχη οι προηγούμενοι ήρωες, μπαινοβγαίνω στα σπίτια νέων και καταγράφω τα χούγια τους (με το φόβο μην κι επιστρέψει κάνας Ορέστης να μου ζητήσει τα ρέστα). Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις κι αφετηρίες ιστοριών και περιμένω να δω ποιος απ’ όλους θα με πείσει ότι η δική του ιστορία είναι πιο επείγουσα για ν’ αφοσιωθώ σ’ αυτήν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο, διαδρομή, βιβλίο, λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα στο μετρό το Last Days του Μπράιαν Έβενσον. Ο ήρωας του βιβλίου έχει πρόσφατα χάσει το χέρι του και βρίσκεται παγιδευμένος σε μια αίρεση. Για να φύγει από εκεί ζωντανός, πρέπει να διαλευκάνει έναν φόνο. Στην αίρεση όλοι είναι μανιακοί του ακρωτηριασμού· όσο περισσότερους ακρωτηριασμούς έχει κάποιος, τόσο πιο ψηλά βρίσκεται στην ιεραρχία. Μια και του λείπει μόνο ένα χέρι, ο ήρωας δεν μπορεί να μιλήσει με πιο υψηλόβαθμα στελέχη και δεν έχει πρόσβαση σε σημαντικές πληροφορίες που θα τον βοηθούσαν να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Είναι προφανές ότι έχει μόνο μια επιλογή, αν θέλει να βγει από κει μέσα: να αρχίσει να αυτοακρωτηριάζεται ώστε να ανέβει στην ιεραρχία και να συνεχίσει την έρευνα.

Διαβάζω, λοιπόν, την περιγραφή μιας συνάντησης των μελών της αίρεσης· κάθε μέλος είναι ένας κατάλογος ελλείψεων: δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο χεριού, αριστερό χέρι, μάτι. Όταν τους λείπει μάτι δεν βάζουν γυάλινο, απλώς το βλέφαρό τους είναι μόνιμα κλειστό. Ο συρμός σταματά στο Σύνταγμα κι επιβιβάζεται μια κοπέλα παραπατώντας. Έτσι όπως είμαι βουτηγμένη στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, σκέφτομαι ότι παραπατά επειδή της λείπουν δάχτυλα του ποδιού και δεν μπορεί να ισορροπήσει καλά. Έρχεται και στέκεται δίπλα μου, με στριμώχνει κιόλας με την τσάντα της σα να μην μπορεί να υπολογίσει την απόσταση από μένα (ο συρμός είναι σχεδόν άδειος, δεν είναι ότι δεν έχει χώρο να σταθεί). Κάνω λίγο στην άκρη και συνεχίζω το διάβασμα, αριστερό πόδι, δεξί πόδι, αριστερό χέρι, δάχτυλο χεριού, δάχτυλο χεριού, μισή γλώσσα, αφτί, μάτι, και εκείνη γυρνά και με ρωτάει αν πάει καλά για Ευαγγελισμό και βλέπω ότι το ένα βλέφαρό της είναι κλειστό.

Δεν έχω τολμήσει να ξαναγγίξω το βιβλίο από τότε.

(Για την ιστορία, δεν πήγαινε καλά για Ευαγγελισμό – ήμασταν στο συρμό για Άγιο Δημήτριο. Προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε με έναν κύριο ότι έπρεπε να κατέβει Ακρόπολη, να γυρίσει στο Σύνταγμα και από εκεί να πάρει τη μπλε γραμμή. Δεν καταλάβαινε. Εντέλει την πείσαμε να βγει στην Ακρόπολη. Κατέβηκε παραπατώντας πάλι, σχεδόν έπεσε πάνω σε ένα ζευγάρι. Ακόμα αναρωτιέμαι τι της συνέβαινε.)

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί βάφτισα μια ηρωίδα του καινούργιου βιβλίου Κατσαρίδα και πώς είναι το πραγματικό της όνομα. Μόνο και μόνο για να έχω τη διεστραμμένη χαρά να μην απαντήσω, όπως αρνούμαι συστηματικά ν’ απαντήσω τι περιέχουν τα κουτιά που μεταφέρει ο Πέτρος του Rewind.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αναγνωστικά μου είναι, πλέον, απαραίτητο, αφού μέσω διαδικτύου ενημερώνομαι για βιβλία και συγγραφείς και συζητάω με άλλους αναγνώστες. Συγγραφικά σου προσφέρει εξαιρετικά εργαλεία, τόσο για να εμπλουτίσεις τη δουλειά σου (είναι, για παράδειγμα, πολύ πιο εύκολο να κάνεις έρευνα πια), όσο και για να την παρουσιάσεις και να «συναντηθείς» με το κοινό. Το κλειδί, βέβαια, είναι ακριβώς η δουλειά σου: τα βιβλία είναι πάντα σημαντικότερα για έναν συγγραφέα από τη διαδικτυακή του παρουσία.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ να συζητήσω την πρόταση, καθώς δεσμεύομαι ήδη από αποκλειστικό συμβόλαιο με το διάβολο: του πούλησα την ψυχή μου σε αντάλλαγμα ενός magnum opus. (Μάλλον κορόιδο πιάστηκα, αλλά ας ζήσω λίγο ακόμα με τις ψευδαισθήσεις μου.)

Στις εικόνες: Πολ Όστερ, Αλεχάντρο Σάμπρα, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Νικόλ Κράους, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν, οι 2 αγαπημένες ταινίες, Ζοζέ Σαραμάγκου.

Προσφορά της συγγραφέως: εικαστικό του Narita (UbahnCode) για το Πώς τελειώνει ο κόσμος, βασισμένο σε φωτογραφίες του TheSkyEtc, φωτογραφία του TheSkyEtc για το Πώς τελειώνει ο κόσμος και προσωπική της φωτογραφία από τον Παναγιώτη Γαβριήλογλου.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers