Αρχείο για την κατηγορία 'Δοκίμιο'

03
Μάι
12

Edward W. Said – Αναστοχασμοί για την εξορία

Το ευαγγέλιο της ανεστιότητας

1. Η μη αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού

Στο πρώτο του βιβλίο, που είχε ως αντικείμενο τον «Τζόζεφ Κόνραντ και την μυθοπλασία της αυτοβιογραφίας», ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) χρησιμοποιούσε τον συγγραφέα ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου η ζωή και το έργο αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο ενός πλάνητος που γίνεται επιτυχημένος συγγραφέας σε μια επίκτητη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτινάξει την αίσθηση της αποξένωσης από τη νέα του, έστω και θαυμαστή, πατρίδα. Πράγματι: από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται κανείς στη γραφή του, νιώθει απαραγνώριστη την αύρα του εκτοπισμού, της αστάθειας και της ιδιορρυθμίας. Κανείς δεν μπορούσε να αναπαραστήσει το πεπρωμένο του αποπροσανατολισμού καλύτερα από τον Conrad…Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως το έργο του συνίσταται ουσιαστικά στην εμπειρία της εξορίας και της αποξένωσης που δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ενώ όσο τέλεια και να μπορούσε να εκφράσει κάτι, πάντα θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα μόνο κατά προσέγγιση εκφράζει αυτό που ήθελε να πει ή ότι η έκφραση ήλθε πάρα πολύ αργά…

2. Ενοχλητικά απροσδιόριστος

Βρισκόμαστε σε ένα από τα δεκάδες δοκιμιακά κείμενα του Σαΐντ που περιλαμβάνονται στον 800σέλιδο αυτόν τόμο, που όμως δεν έχει ως αντικείμενο την περίπτωση του Κόνραντ (σε αυτόν αφιερώνει ένα άλλο κείμενο που επίσης δημοσιεύεται εδώ) αλλά στην ίδια του τη ζωή. Πώς κάνει την σύνδεση; Αναγνωρίζοντας πως όλα όσα είχε ζήσει, τα είχε ζήσει ο Conrad πριν από αυτόν, με την διαφορά βέβαια πως εκείνος ήταν ένας Ευρωπαίος που μετακινήθηκε στην Ευρώπη. Ο Σαΐντ αντίθετα γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, βρέθηκαν με την οικογένειά του ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, έλαβε την παιδεία του σε αποικιακά, αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και τελικά πήγε στις ΗΠΑ. Ενοχλητικά απροσδιόριστος, με μητρική γλώσσα τα αραβικά και σχολική τα αγγλικά, και με την αίσθηση «πως βρισκόταν εκτός τόπου, ότι στεκόταν σε λάθος γωνία, σε ένα μέρος που έμοιαζε να του ξεγλιστρά τη στιγμή που προσπαθούσε να το ορίσει ή να το περιγράψει».

Μολονότι με είχαν μάθει να πιστεύω και να σκέφτομαι σαν Άγγλος, με είχαν επίσης εκπαιδεύσει να δέχομαι την ιδέα πως ήμουν ένας ξένος, ένας μη Ευρωπαίος Άλλος, ο οποίος είχε μάθει από τους ανωτέρους του να γνωρίζει ποια είναι η θέση του και να μη φιλοδοξεί να γίνει Βρετανός. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Εμάς και σε Αυτούς ήταν γλωσσική, πολιτισμική, φυλετική και εθνοτική. […] Όντας συγχρόνως έγχρωμος και αγγλικανός, βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς εμφύλιου πολέμου.

Όταν ο Σαΐντ πήγε το 1963 στη Νέα Υόρκη για να διδάξει στο Κολούμπια (ενώ στο μεταξύ η οικογένειά του μετακόμισε στον Λίβανο) ο περίγυρός του θεωρούσε πως είχε εξωτικό και «κάπως ακαθόριστο αραβικό υπόβαθρο». Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει να σταθεί εκτός του πλαισίου που κάλυπτε τους συγχρόνους του. Μπορεί να ένοιωθε ζήλεια για φίλους που είχαν ως γλώσσα τη μία ή την άλλη, είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος όλη τους τη ζωή και που πραγματικά ανήκαν κάπου, αλλά εξοικειώθηκε έγκαιρα με το γεγονός ότι δεν θα ανήκε ποτέ σ’ αυτές τις κατηγορίες. Άλλωστε πάντοτε ελκυόταν από ισχυρογνώμονες αυτοδίδακτους και κάθε λογής απροσάρμοστους, με τρόπο σκέψης άκρως ατομικιστικό και αμίμητο, με εκφραστικά μέσα εκκεντρικά, λεπτοδουλεμένα και αυτοσυνείδητα: Conrad, Vico, Adorno, Swift, Hopkins, Auerbach, Gould.

3. Εντός μη ύπαρξης και μη ιστορίας

Η συλλογική συνέχεια είναι γνωστή: Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν ως πρόσφυγες και να συμφιλιωθούν με το εκμηδενισμένο τους παρόν, ακολουθώντας την ίδια πορεία με την πρώτη γενιά Παλαιστινίων προσφύγων, που είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα εργασίας ή μετακίνησης, συχνά περιορισμένοι σε στρατόπεδα όπως τα Σάμπρα και Σατίλα της Βηρυτού, που 34 χρόνια αργότερα έγιναν τόποι σφαγής. Ο ίδιος εκπονούσε το έργο του σε μια σφαίρα σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητική, στη μη ύπαρξη και στη μη ιστορία. Αναπόφευκτα στράφηκε στην γραφή ως κατασκευή πραγματικοτήτων και ασφαλώς προσανατολίστηκε στον κόσμο της εξουσίας και των αναπαραστάσεων που υποδεικνύουν μια πραγματικότητα και συγχρόνως σβήνουν άλλες.

Ο Σαΐντ άρχισε να έχει εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές: χαρακτηριζόταν ναζί από τον Εβραϊκό Αμυντικό Σύνδεσμο και υπέρ το δέον φιλελεύθερος από την άκρα αριστερά, εφόσον υποστήριξε την ιδέα της συνύπαρξης Ισραηλινών Εβραίων και Παλαιστινίων Αράβων. Για πολλούς φίλους, ως Παλαιστίνιος, ήταν ένα είδος μυθολογικού όντος, κάτι σαν τον μονόκερω, ενώ μετά την Ιντιφάντα άρχισε να παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου που συρόταν από δω και από κει για μια δήλωση των δέκα δευτερολέπτων. Από τα κείμενά του στον αραβικό Τύπο και παρά την αντιθρησκευτική του πολιτική χαρακτηρίζεται ως υπερασπιστής του Ισλάμ και απολογητής της τρομοκρατίας.

4. Ο ακηδεμόνευτος διανοούμενος και η αποδοχή του ασυμβίβαστου

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους λαούς και τις ταυτότητες που απειλούνται με εξαφάνιση ή καθυποτάσσονται επειδή θεωρούνται κατώτερης φύσεως· άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μεγαλοποιούμε ένα παρελθόν που έχει επινοηθεί για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του παρόντος. […] Έχοντας ο ίδιος χάσει μια πατρίδα, δίχως μάλιστα ελπίδα να την ξανακερδίσω άμεσα, δεν βρίσκω ιδιαίτερη παρηγοριά στην «καλλιέργεια ενός νέου κήπου» ή στην επιδίωξη της ένταξης σε άλλον οργανισμό. Έμαθα από τον Adorno ότι η συμφιλίωση που επιτυγχάνεται εξαναγκαστικά είναι πράξη δειλίας και ψεύδους: προτιμότερη είναι μια χαμένη υπόθεση….

Η πρισματική ιδιότητα της γραφής κάποιου, όταν αυτός δεν ανήκει πλήρως σε ένα στρατόπεδο ή δεν είναι φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση· έχω αποδεχτεί την αδυνατότητα συμφιλίωσης των διαφόρων αλληλοσυγκρουόμενων ή τουλάχιστον ατελώς εναρμονισμένων πτυχών του στοιχείου που φαίνεται πως αντιπροσωπεύω. Υπάρχει μια φράση του Gunter Grass που περιγράφει τη δύσκολη αυτή θέση: πρόκειται για τη θέση του «ακηδεμόνευτου διανοούμενου».

5. Οι χαμένες υποθέσεις και το αλύτρωτο μυθιστόρημα

Υπάρχει ένας προστάτης άγιος των χαμένων υποθέσεων, ο Άγιος Ιούδας, που είχε την ατυχία να τον συνδέουν με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, οπότε και επονομάστηκε Ιούδας ο Κρυφός, που αποτελεί το σύμβολο όλων εκείνων που δεν έχουν καταφέρει να διακριθούν, εκείνων που είδαν τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες, εκείνων που οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί. Ο Jude the Obscure [Τζουντ ο αφανής] του Thomas Hardy προοριζόταν ακριβώς να λειτουργήσει ως σφοδρή επίθεση σε κάθε ανάλογη παραμυθία. Ο Τζουντ κυριεύεται από την ιδέα πως πρέπει να προσπαθήσει να κατακτήσει την μάθηση, την επιτυχία, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή – εντούτοις στο διάβα του δε βρίσκει παρά ατυχίες, απογοητεύσεις και μπλεξίματα και οδηγείται σε απελπιστικό ξεπεσμό. Οποτεδήποτε επιχειρεί να βελτιώσει τη μοίρα του, έρχεται αντιμέτωπος με απίστευτες αντιστάσεις. Ο Hardy φροντίζει ώστε τόσο οι περιστάσεις όσο και οι αδυναμίες του Τζουντ να υπονομεύουν οτιδήποτε κάνει. Δεν είναι μόνο ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον κόσμο, είναι επίσης ότι κάθε ανάμνηση ή ίχνος που έχει απομείνει από έναν προηγούμενο κόσμο είτε λοιδορεί χωρίς συναίσθηση τη δυστυχία του ατόμου είτε είναι σκοπίμως μη λυτρωτικό, μη θεραπευτικό [σ. 774].

Ιδού λοιπόν, γράφει ο Σαΐντ στο κείμενο Περί χαμένων υποθέσεων,  ένα κοινό στοιχείο των Cervantes, Flaubert και Hardy: οι ώριμες αφηγήσεις τους προς τα τέλη της σταδιοδρομίας τους (τη στιγμή που αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συνοψίσει και να προβεί σε κρίσεις όσον αφορά την επιτυχία των νεανικών ονείρων και φιλοδοξιών) εκθέτουν ειρωνικά την απόκλιση μεταξύ πραγματικότητας και απώτερου σκοπού. Είτε συμμορφώνεται κανείς προς τις άθλιες συνήθειες του κόσμου, είτε εξοντώνεται – όπως ο Τζουντ, η Έμμα Μποβαρύ και ο Δον Κιχώτης. Και το μυθιστόρημα προσφέρει ακριβώς μια αφήγηση χωρίς λύτρωση.

6. Υπερόριες λογοτεχνίες, μάταιοι εθνικισμοί

Μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστου αφιερώνεται στην αντιστάθμιση της αποπροσανατολιστικής απώλειας μέσω της δημιουργίας ενός νέου κόσμου προς κυριάρχηση. Δεν είναι παράξενο που τόσο πολλοί εξόριστοι είναι μυθιστοριογράφοι, σκακιστές, πολιτικοί ακτιβιστές και διανοούμενοι. Καθεμιά από αυτές τις ασχολίες απαιτεί ελάχιστη επένδυση σε αντικείμενα και επιβραβεύει την κινητικότητα και την ικανότητα. Ο νέος κόσμο του εξόριστου, κατά τρόπον αρκετά λογικό, είναι ένας κόσμος αφύσικος και εξωπραγματικός – ιδιότητα που προσεγγίζει τη μυθοπλασία. Ο Georg Lukács στο έργο του Η θεωρία του μυθιστορήματος, ισχυρίζεται με ακαταμάχητη πειθώ ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος που έχει δημιουργηθεί από την εξωπραγματικότητα της φιλοδοξίας και της φαντασίας, αποτελεί την κατεξοχήν μορφή «υπερβατικής ανεστιότητας». [σ. 297]

Η εξορία είναι, γράφει ο Σαΐντ συναρπαστική ως σκέψη αλλά φρικτή ως εμπειρία. Είναι η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν τόπο, στον εαυτό του και στην πραγματική του πατρίδα. Ενώ μάλιστα αληθεύει ότι στη λογοτεχνία και την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε ηρωικές, ρομαντικές, ένδοξες ή και θριαμβευτικές στιγμές από τη ζωή του εξόριστου, κατ’ ουσίαν πρόκειται απλώς για προσπάθειες με σκοπό την υπέρβαση της συντριπτικής θλίψης της αποξένωσης. Τα επιτεύγματα της εξορίας υποσκάπτονται διαρκώς από την απώλεια ενός πράγματος που έχει μείνει πίσω για πάντα. [σ. 286]

Τίθεται εδώ το ερώτημα: αν η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας, πως έχει μετατραπεί τόσο εύκολα σε στοιχείο που επηρεάζει ή και εμπλουτίζει την σύγχρονη κουλτούρα; Ειδικά η νεότερη δυτική κουλτούρα είναι, σε μεγάλο βαθμό, έργο εξόριστων, αυτοεξόριστων και προσφύγων. Ο George Steiner έχει γράψει ότι ένα ολόκληρο είδος της δυτικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα είναι «υπερόρια» [extraterritorial] λογοτεχνία – μια λογοτεχνία από εξόριστους για εξόριστους. Πολύ περισσότερο η εποχή μας, με τις σύγχρονες μορφές πολέμου, τον ιμπεριαλισμό και τις εθνοκαθάρσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η κατεξοχήν εποχή του εξόριστου, του εκτοπισμένου και του μαζικού μετανάστη.

Ο εθνικισμός είναι ο ισχυρισμός ότι υπάγεσαι και ανήκεις σε έναν τόπο, έναν λαό, μια κληρονομιά. Με τον καιρό οι επιτυχημένοι εθνικισμοί θεωρούν πως μόνο οι ίδιοι είναι κάτοχοι της αλήθειας και αποδίδουν το ψεύδος και την κατωτερότητα στους ξένους. Ακριβώς πέραν του συνόρου ανάμεσα σε «εμάς» και τους «ξένους» βρίσκεται η επικίνδυνη επικράτεια του μη ανήκειν…Η εξορία, αντίθετα με τον εθνικισμό, είναι μια κατάσταση ασυνεχούς ύπαρξης – οι εξόριστοι αποκόπτονται από ρίζες, τόπο, παρελθόν. Το πιο παράξενο από τα δεινά που περνάει ένας εξόριστος είναι να εξορίζεται από εξόριστους: το 1982 οι Παλαιστίνοι άρχισαν ξανά να εκδιώκονται από τους προσφυγικούς τους καταυλισμούς στο Λίβανο, έχοντας ήδη διωχθεί από τον τόπο τους το 1948, πασχίζοντας τώρα να ανασυστήσουν μια εθνική ταυτότητα στην εξορία.

Ο Σαΐντ δεν περιορίζεται στην καταγραφή των σχετικών ιδεών αλλά διαπερνά συγκεκριμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις λογοτεχνών και κειμένων: τα ποιήματα του Mahmoud Darwish (το έργο του οποίου αποτελεί μια επική προσπάθεια μετουσίωσης των στίχων της απώλειας στο επ’ αόριστον αναβληθέν δράμα της επιστροφής, το διήγημα Έημυ Φόστερ του Joseph Conrad (το πιο ασυμβίβαστο κείμενο απεικόνισης της εξορίας που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα, με την εμμονή του αυτοεξόριστου στο πεπρωμένο του), το Minima Moralia, την αυτοβιογραφία του Theodor Adorno που γράφτηκε στην εξορία και που έγραφε πως το μόνο «σπίτι» που υφίσταται πλέον, αν και εύθραυστο και ευάλωτο είναι η γραφή. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση του εξόριστου είναι κατά τη σύγχρονη εποχή η κατάσταση που βρίσκεται πλησιέστερα στην τραγωδία.

7. Απόδημες κοινότητες και ετερογενείς κουλτούρες

Ο τόμος περιλαμβάνει 46 δοκίμια που γράφτηκαν από το 1967 έως το 1998 και δημοσιεύτηκαν στα Times Literary Supplement, New Statesman, The Nation, London Review of Books, Granta, Partisan Review, Modern Language Notes, Raritan: A Quarterly Review, Critical Inquiry, The Hudson Review, σε θεματικούς τόμους, ως εισαγωγές εκδόσεων κ.ά., μαζί μ’ ένα εκδιδόμενο για πρώτη φορά. Η γνώριμη ευρύτατη θεματολογία του (πολιτική, εξορία, αποικιοκρατία, λογοτεχνία, θεωρία, κριτική) εμπλουτίζεται με κείμενα για τους Eric Hobsbawm, Ernest Hemingway, E.M. Cioran, T.E. Lawrence [της Αραβίας], George Orwell, Nagib Mahfouz Michel Foucault, V.S. Naipul, Georg Lukács, Herman Melville, Maurice Merleau – Ponty, R.P. Blackmur, Georges Poulet, E.D.Hirsch, John Berger, την αραβική πρόζα μετά το 1948 κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η συναρπαστική εκτεταμένη εισαγωγή έχει ως τίτλο Κριτική και εξορία, καθώς γράφεται, όπως και όλα τα κείμενα, στη Νέα Υόρκη πολλά στοιχεία της οποίας προήλθαν από τις απόδημες κοινότητες (Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων Ανατολικοευρωπαίων και μη, Αφρικανών, Μεσανατολιτών, Απωανατολιτών, κατοίκων των νησιών της Καραϊβικής) ενώ σήμερα παραμένει πόλη μεταναστών και εξόριστων ταυτόχρονα αλλά και συμβολικό κέντρο της παγκοσμιοποιημένης υστεροκαπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια είναι η «άλλη» Νέα Υόρκη, των κοινοτήτων, της τριτοκοσμικής διασποράς, την πολιτικής των εκπατρισμένων, των πολιτιστικών συζητήσεων που τον ενέπνευσε να ζήσει εδώ και α γράψει σε πείσμα του ρατσισμού εναντίον όλων των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών, παραδόσεων και λαών, να προβεί σε κριτική ανάλυση του ευρωκεντρισμού και να φωνάξει πόσο ανεπαρκής είναι η πολιτική της ταυτότητας και πόσο εσφαλμένη η απόδοση προτεραιότητας σε μια συγκεκριμένη παράδοση έναντι όλων των άλλων. Ο Σαΐντ στάθηκε πάνω απ’ όλα στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι κουλτούρες συνίστανται πάντοτε από μεικτούς, ετερογενείς, ακόμα και αλληλοαναιρούμενους λόγους.

Πλήρης τίτλος: Αναστοχασμοί για την εξορία και άλλα δοκίμια λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας. Εκδ. Scripta, 2006, [Πολιτιστική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, 860 σελ. [Reflections on Exile and Other Literary and Cultural Essays, 2001]

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα, καθημερινά στιγμιότυπα από την συμβίωση Παλαιστινίων – Ισραηλινών, Παλαιστίνιοι  (1948) και Βόσνιοι πρόσφυγες, στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων σε Ιορδανία και Λίβανο και οι J. Conrad, T. Hardy και T. Adorno.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr υπό τον τίτλο Ένας Παλαιστίνιος στην Αμερική.

30
Απρ
12

Τζούλια Κρίστεβα – Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη

Το θρήσκευμα της αμφισβήτησης

Η παρούσα συλλογή περιλαμβάνει μια γραμμένη επί τούτου εισαγωγή, συνεντεύξεις με τον Καρμίνε Νοντζέλι και την Κλερ Φολσέντ [εφημερίδα Paris Notre Dame της Επισκοπής του Παρισιού], δυο γραπτές καταθέσεις  στην εφημερίδα La Croix, όλα των ετών 2005 – 2006 κι ένα κείμενο – καρπό μιας διάλεξης στον καθεδρικό ναό της Νοτρ Νταμ του Παρισιού, στο πλαίσιο ενός διαλόγου μεταξύ πίστης και σύγχρονης σκέψης [διαλέξεις της Σαρακοστής]. Ακριβώς το ερώτημα της θέσης της θρησκείας στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες απασχολεί εδώ την βουλγαρικής καταγωγής Γαλλίδα φιλόσοφο, ψυχαναλύτρια, σημειολόγο και μυθιστοριογράφο.

Στους σύγχρονους ζοφερούς καιρούς που η μηδενιστική σιγουριά των μεν συναντάται με τον φονταμενταλιστικό ενθουσιασμό των δε, σε μια εποχή που η γνωστική μας ικανότητα αδιαφορεί για την εσωτερική εμπειρία, η Κρίστεβα, ικανοποιώντας, όπως εξομολογείται, την ανάγκη της να θέτει τα πάντα υπό αμφισβήτηση, επανέρχεται  στην θρησκευτική πίστη, η οποία σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα είχε αντικατασταθεί από τον ιδεολογικό ενθουσιασμό, «αυτό το ναρκωτικό που μας βοηθάει να ζούμε, καθότι θεμελιώνει την ικανότητά μας να υπάρχουμε…μιλώντας», μια ανάγκη που είναι προ-πολιτική και προ-θρησκευτική, ριζωμένη στα ανθρώπινα ψυχικά βάθη.

Γοητευμένη από τον χριστιανισμό αλλά ουδέποτε πιστή του και οπωσδήποτε μακριά από την ειρωνεία του Τζέιμς Τζοις – που όταν ρωτήθηκε γιατί προτιμά τον καθολικισμό από τον προτεσταντισμό, απάντησε: «γιατί θέλετε να αποκηρύξω μια ανοησία που έχει λογικό ειρμό για χάρη μιας εντελώς ασυνάρτητης ανοησίας;»-, η φιλόσοφος μάς υπενθυμίζει την έννοια του «πιστεύω» ως «εκλαμβάνω ως αληθές» και το περιεχόμενο της πίστης ως μιας αλήθειας που μας παρασύρει ορμητικά, μιας αλήθειας στην οποία δεν μπορούμε να μη προσχωρήσουμε, που μας σαγηνεύει και θεωρούμε ζωτική και αδιαμφισβήτητη ακόμα κι αν γνωρίζουμε πως θα διαψεύσει κάθε μας προσδοκία.

Το γεγονός ότι η Κρίστεβα δεν πιστεύει οφείλεται σε περίπλοκους, όπως γράφει, φιλοσοφικούς λόγους. Το να ζητάει κανείς από τον Θεό να παίξει τον ρόλο ενός πανίσχυρο παυσίπονο είναι από μόνο του ένα είδος μηδενισμού. Σε αντίθεση με τον Φρόιντ, όμως, δεν ισχυρίζεται ότι η θρησκεία είναι απλά και μόνο μια αυταπάτη και μια πηγή νευρώσεων. Αντίθετα, επιθυμεί να αναγνωρίσει ότι η ιστορία του χριστιανισμού προετοιμάζει τον ανθρωπισμό, με την έννοια ότι αποτελεί την μοναδική θρησκεία που αγγίζει τα όρια της εξόδου από το θρησκευτικό, ειδικά – αλλά και όχι μόνο – όταν αναγκάζει τον ίδιο τον Θεό να υποφέρει μέχρι θανάτου. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός θεός που υποφέρει και πεθαίνει πριν αναστηθεί.

Η ψυχαναλυτική εμπειρία και η ίδια της η ζωή την έπεισαν ότι η ευτυχία δεν είναι παρά το πένθος της οδύνης, όπως δηλώνει η ίδια, παραφράζοντας το «η δόξα είναι το απαστράπτον πένθος της ευτυχίας» της Μαντάμ ντε Σταέλ. Η εξορία που βίωσε στα είκοσι τέσσερα της χρόνια ήταν μια επώδυνη δοκιμασία, ακόμα και κάτω από την φαινομενική όψη της «επιτυχημένης ενσωμάτωσης». Η νευρολογικής φύσης ασθένεια του γιού της την έφερε «κοντά στον κόσμο ατόμων με αναπηρία, ο οποίος είναι ακόμη πολύ απομονωμένος μέσα στην γεμάτη αδελφοσύνη Δημοκρατία μας». Το να διατείνεται κανείς ότι δεν έχει γνωρίσει την οδύνη, αναφέρει, είναι απλούστατα σα να την αρνείται. Η ψυχική μας ζωή περιέχει ένα σωρό παραλλαγές της: γέννηση, αποχωρισμός, απογοήτευση, στερήσεις.

Από την άλλη πλευρά, η διαιώνιση του συνδρόμου του παραδείσου, ειδικότερα στην εξιδανίκευση του αστικού ζευγαριού (ιδίως όπως απεικονίζεται από τις σαπουνόπερες ή τα λαϊκά περιοδικά), έχει γίνει ένας από τους πυλώνες της παγκοσμιοποιημένης ηθικής. Αυτές οι θεαματικές παραλλαγές του υπερβολικά κοσμικού παραδείσου κρύβουν μια εγγενή θρησκευτικότητα: είναι η ορατή εκκοσμικευμένη όψη της βαθειάς ανάγκης για πίστη.

Στο ερώτημα τι ακολουθεί και τι κρύβεται κάτω από τις «συγκρούσεις των θρησκειών» η Κρίστεβα διαφωνεί βέβαια με την άποψη ότι οι πυρομανείς έφηβοι καθίστανται ανίκανοι να καλύψουν την ανάγκη τους για ιδανικότητα με ένα θρησκευτικό ένδυμα, ιδίως μετά τον [γαλλικό] διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. Υποστηρίζει, αντίθετα, ότι η εγκληματικότητα των «μειονεκτούντων εφήβων» φανερώνει μια πολύ πιο ριζοσπαστική φάση του μηδενισμού και την ανυπαρξία ιδανικών προσαρμοσμένων στους σύγχρονους καιρούς και στην πολυπλοκότητα των ψυχών. Η απουσία ενός αισθητού και υπεραισθητού κόσμου που διαθέτει τη δύναμη της επιβολής (για τα οποία μας είχαν προειδοποιήσει ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ) κι ο γενικότερος αφανισμός της θεϊκής εξουσίας δεν οδηγούν υποχρεωτικά στον μηδενισμό, ούτε βέβαια στο συμμετρικό του αντίθετο, τον φονταμενταλισμό.

Η εναλλακτική λύση στην ανοδική πορεία της θρησκευτικότητας, όπως και στον αντίθετό της στενόμυαλο μηδενισμό έρχεται από άλλους τόπους σκέψης: τη λογοτεχνία και τη συγγραφή, που συνιστούν μια γλωσσική εμπειρία εγκάρσια στις ταυτότητες (φύλου, κρατικές, εθνικές, ηθικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές). Αμφότερες καταστρέφουν το μεταφυσικό δίδυμο «λογική εναντίον πίστης», δημιουργούν μια επικίνδυνη, ιδιόμορφη και μοιράσιμη γνώση της επιθυμίας για συναίσθηση και μας καλούν να διαμορφώσουμε έναν ερμηνευτικό, κριτικό και θεωρητικό λόγο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Τζένη Κωνσταντίνου, σ. 158 [Julia Kristeva, Bisogno di credere: Un punto di vista laico, 2006].

Υπό δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

23
Μαρ
12

Συλλογικό – Η δική μας Αμερική. Η αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα

[επιμ. Έλενα Μαραγκού – Θεοδώρα Τσιμπούκη]

Η μερική Αμερική

Ο πολυσέλιδος πρόλογος των επιμελητριών είναι σαφής: η πολιτισμική σχέση Ελλάδας και Αμερικής δεν εμφανίζεται στην ελληνική βιβλιογραφία με την συχνότητα που θα άρμοζε στο αντικείμενο, πολύ δε περισσότερο όσον αφορά διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις στη μελέτη των πολλαπλών διαδικασιών μέσω των οποίων η ελληνική κουλτούρα αλληλοεμπλέκεται, αλληλοτροφοδοτείται και συνδιαλέγεται με την αμερικανική. Και τελικά αυτό που συμβαίνει είναι μια σχέση υποτέλειας ή ένας γόνιμος διάλογος; Φυσικά η μανιασμένη διατράνωση της ανωτερότητας του αμερικανικού τρόπου ζωής εκ μέρους των αμερικανών είναι δεδομένη και εκφράζεται ιδανική με τα λόγια του Pinter: Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιδοθεί σε μια αδιάκοπη, συστηματική, αδίστακτη και εντελώς κυνική άσκηση ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ την ίδια στιγμή φορούν τη μάσκα του εκπροσώπου της παγκόσμιας ηθικής τάξης. Αλαζονική, αδιάφορη, με έκδηλη περιφρόνηση προς το διεθνές δίκαιο, υποτιμώντας και χειραγωγώντας τα Ηνωμένα Έθνη, είναι πλέον  πιο επικίνδυνη δύναμη που υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Η υπεραπλούστευση όμως που θέλει την Αμερική ως πολιτισμικό εισβολέα αποτελεί μια γενικευμένη εδώ και αλλού αντίληψη που συσκοτίζει, τονίζεται στην εισαγωγή, την πολυφωνία και την πολυμέρεια της αμερικανικής κουλτούρας.

Στη χώρα μας το αντιαμερικανικό αίσθημα γιγαντώθηκε μεταπολιτευτικά για ευνόητους λόγους. Τόσο αριστερές και δεξιές αντιλήψεις εμμένουν σε γνωστά συγκεκριμένα στερεότυπα τα οποία λειτουργούν ως ιδεολογικά φίλτρα που εμποδίζουν την κατανόηση των περίπλοκων ιστορικοκοινωνικών μηχανισμών που δημιουργούν την αμερικανική πολιτισμική παραδοξότητα. Σε κάθε περίπτωση ο «αντιαμερικανισμός» σχοινοβατεί ανάμεσα σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα και σε συλλογικό φαντασιακό συντηρούμενο από ιδεολογικές αντιφάσεις. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν η παρούσα συλλογική έκδοση επιχειρεί να αναδείξει «την πολυπολιτισμική βάση και τα πλουραλιστικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού πολιτισμού και της αμερικανικής κοινωνίας», επιβεβαιώνοντας και τα λόγια του Edward Said πως καμιά κουλτούρα δεν λειτουργεί ως αυτόνομη και αυτάρκης αφού στην πραγματικότητα αφομοιώνει περισσότερα “ξένα” στοιχεία απ’ όσα αποκλείει και πως κάθε πολιτισμός είναι υβριδικός, ετερογενής και μη μονολιθικός.

Πώς άρχισε να διαμορφώνεται η «αμερικανική ταυτότητα»; Ένα σύντομο διάγραμμα όσων επιχείρησαν να την αποτυπώσουν περιλαμβάνει την συστηματική μελέτη της αμερικανικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής και την κριτική της «τυραννίας της πλειοψηφίας» και της άποψης πως «η αλήθεια βρίσκεται από την πλευρά των περισσοτέρων» από τον Αλέξις ντε Τοκβίλ, τον αισθητισμό και τις επιφυλάξεις του ταξιδευτή της Όσκαρ Ουάιλντ, τον ορατό κίνδυνο της κυριαρχίας του όχλου που διείδε ο Φρόιντ, την συναφή δυσπιστία των Σαρτρ και ντε Μποβουάρ για την αποστέρηση της εσωτερικότητας και τον αμερικανικό ίλιγγο του Μπερνάρ Ανρί Λεβύ που αναστοχάστηκε την στερεότυπη ευρωπαϊκή άποψη περί αμερικανικού φονταμενταλισμού, νεοσυντηρητισμού για ένα ετερόκλητο πορτρέτο του «πληθυντικού έθνους». Ένας άλλος κοινότοπος ισχυρισμός υπογραμμίζει την πολυσυλλεκτική πληθυσμιακή σύνθεση των ΗΠΑ ως στοιχείο μοναδικότητας και βασικό επιχείρημα της «αμερικανικής εξαιρετικότητας» [american exeptionalism]

Στον αντίποδα, η νέα διεθνική τάση εξετάζει την Αμερική στο πλαίσιο της παγκόσμιας μεταναστευτικής ιστορίας αρνούμενη την αποκλειστικότητα της ιδιότητάς της ως του μοναδικού «έθνους μεταναστών» και ακυρώνοντας την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η αφομοίωση των διαφόρων εθνοτικών ομάδων υπήρξε πλήρης. Ακριβώς πάνω στον άξονα του μεταναστευτικού χαρακτήρα του αμερικανικού έθνους αναπτύσσεται σήμερα ένας σύνθετος διάλογος με κύριο αίτημα το «δικαίωμα στη διαφορετικότητα». Κάπως έτσι και η μεταφορική εικόνα της χοάνης [melting spot] που σημασιοδοτεί μια εκούσια και πλήρη αφομοίωση αντικαταστάθηκε από εκείνη του μωσαϊκού, που συμβολίζει την διατήρηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εθνοτικών ομάδων.

Ο Γιώργος Βέης (Μανχάταν: Η ποιητική του χρόνου), που έζησε κι εργάστηκε έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, μας κοινοποιεί κομμάτια από το ημερολόγιο της Ανατολικής Ακτής και της εποχής όπου διάβαζε εξαντλητικά αμερικανική λογοτεχνία, κι από διπλό αντίτυπο το Walden του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, έναν εσωτερικό οδηγό που σπάνια έσφαλλε και τον μυούσε στην εντοπιότητα και «την ιθαγένεια εκείνη που τίμησαν οι Γουόλτ Γουίτμαν και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ». Στο Μανχάταν ο ποιητής (που όπως πάντα εδώ παραθέτει τους στίχους που γράφτηκαν στις οικείες περιστάσεις) βίωσε προοδευτικά την πορεία απεξάρτησης από τον μαθηματικό χρόνο, ενθυμούμενος τον Τζορτζ Στάινερ: Σκοτώνουμε τον χρόνο αντί, μέσα στα όριά του, να νιώθουμε σαν στο σπίτι μας και δανειζόμενος τα μάτια του Σελίν, του συγγραφέα που υπογράμμισε τον ερωτισμό του Μανχάταν όσο ελάχιστοι: Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη ορθή. …στους τόπους μας είναι ξάπλα οι πόλεις, πλαγιάζουν στο τοπίο, περιμένουν τον ταξιδιώτη, ενώ τούτη δω, η Αμερικάνα, δεν λίγωνε, όχι, στεκόταν ντούρα, εκεί…

Τι είναι όμως η Αμερική για τον ανήσυχο νέο που μεγαλώνει στην επαρχιακή Ελλάδα στα δεύτερα μισά του ’60 και τα πρώτα του ’70; Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης (Η μικρή μου Αμερική) σ’ ένα από τα πάντα ενδιαφέροντα αυτοβιογραφικά του κείμενα θυμάται το συσσίτιο της αμερικανικής βοήθειας στο δημοτικό: Στα κουτιά με τη σκόνη γάλακτος αναγράφονται επιγραφές με μαύρα γράμματα, σαν στρατιωτικά προστάγματα που δεκαετίες μετά θα τα βλέπω σαν γουρχολικές λετριστικές απεικονίσεις. Οτιδήποτε εκμυστηρευτικό γράφεται στην αγγλική γλώσσα και η δική του Αμερική είναι φτιαγμένη από αγγλικές φράσεις, κακομεταφρασμένες προτάσεις, διαλυμένα βιβλία, δανεισμένα κείμενα, ρούχα ενός λήξαντος βεστιαρίου κι αργότερα με τα διαβάσματα, με τις θάλασσες του Μέλβιλ, τις σκοτεινές κόχες του Χόθορν, τις απέραντες γλωσσικές εκτάσεις του Φόκνερ, τα μεθυσμένα βήματα του Χέμινγουεϊ,  επιβεβαιώνοντας πως «η αληθινή επίδραση ενός άλλου πολιτισμού είναι απόλυτα προσωπική υπόθεση»

Η εικόνα των ΗΠΑ στη μυθοπλασία, στα δημοσιογραφικά και δοκιμιακά κείμενα απασχολεί τη Σώτη Τριανταφύλλου που διαπιστώνει την σθεναρή αντίσταση της Ευρώπης στις αμερικανικές σπουδές εξαιτίας μιας αμφιθυμίας δικαιολογημένης σε πολιτικό επίπεδο αλλά εντελώς ασυνάρτητης σε πολιτισμικό, με αποτέλεσμα τη βαθιά μας άγνοια για τις ΗΠΑ. Η συγγραφέας υποστηρίζει πως αντίθετα από ό,τι πιστεύει η ελληνική αριστερά (που δεν είναι καθόλου «επαναστατική» αλλά μια μικροαστική φασιστοειδής παράταξη) οι αμερικανικές σπουδές δεν είναι δάκτυλος του αμερικανικού Πενταγώνου και παρατηρεί τον αντιαμερικανισμό ως κυρίως αμερικανικό φαινόμενο που βασίστηκε στο μύθο και την πραγματικότητα της βαρβαρότητας και συνοδεύτηκε από τον στο μύθο και την σχετική πραγματικότητα της Γης της Επαγγελίας και του αυτοδημιούργητου πολίτη.

Η Αμερική είναι η αυθεντική έκδοση της νεωτερικότητας, εμείς [η Ευρώπη] είμαστε η μεταγλωττισμένη ή με υπότιτλους έκδοση. Η Αμερική εξορκίζει το ζήτημα της καταγωγής, δεν καλλιεργεί προέλευση ή μυθική αυθεντικότητα δεν έχει παρελθόν ούτε αυθεντική αλήθεια. Επειδή δεν έχει γνωρίσει τη συσσώρευση του χρόνου, ζει σε μια αέναη επικαιρότητα. Επειδή δεν έχει γνωρίσει την αργή και από αιώνα σε αιώνα συσσώρευση της αρχής της αλήθειας, ζει στην αέναη επικαιρότητα των σημείων…

έγραφε ο Jean Braudrillard [Αμερική] και βρισκόμαστε ήδη στην επικράτεια τεσσάρων συνομιλητών που επιλέγει ο Χρήστος Χρυσόπουλος για το κομμάτι του America is what ’u make of it. Η λόγια Αριστερά, ο πραγματισμός και οι προσλαμβάνουσες της αμερικανικής πολυμέρειας. Στους τομείς της ανθρώπινης διάνοιας και στο πολιτισμικό τοπίο η Αμερική δεν αποτελεί μια συμπαγή οντότητα αλλά ένα πληθυντικό φαινόμενο με πολυάριθμες διαφορετικές εκφάνσεις – μια Αμερική όχι ως κατηγορία αλλά μάλλον ως συνάρτηση. Ακολουθώντας τον λόγο του Cornell West διαπιστώνουμε πως ό,τι σήμερα προσλαμβάνουμε ως «αμερικανικό» δεν διαθέτει μια καταγωγική γενετική αφετηρία αλλά απλώς και μόνο προέρχεται από την Αμερική, πράγμα που οδηγεί στο ζήτημα επιλογής ποια Αμερική καταδικάζουμε και με ποια συνομιλούμε. Οι Richard Rotry και Laura (R.) Jackson συμπληρώνουν την τετράδα των συνομιλητών.

Η ενότητα των λογοτεχνών συμπληρώνεται με Ιδέες για διηγήματα από την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Στους τομείς των μαζικών μέσων και της ποπ κουλτούρας εξετάζονται θέματα όπως οι αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα (Μελένια Αρούχ), η αμερικανική μουσική στην Ελλάδα, 1954-2000 (Νίκος Μποζίνης) και οι επιρροές του αμερικανικού φιλμ νουάρ στον ελληνικό κινηματογράφο. Στην κατηγορία «Λογοτεχνία, Γλώσσα, Σκέψη» αφιερώνονται κείμενα για τους αμερικανισμούς στην ελληνική γλώσσα (Σοφία Ζευγώλη), τις θεατρικές διαδρομές από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα, από το 1960 στο 2000 (Κωνσταντίνος Μπλατάνης), την αμερικανική εμπειρία του Α.Ρ. Ραγκαβή (Έρη Σταυροπούλου) και τον αμερικανικό πραγματισμό σε σχέση με την ελληνική φιλοσοφία.

Στο κεφάλαιο των Ιστορικών Επιρροών ερευνώνται οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 (Σμάτη Γεμεντζή – Μαλαθούνη) και η επιρροή των ΗΠΑ στη μεταπολεμική Ελλάδα και γενικότερα οι αλληλεπιδράσεις πολιτικής και πολιτισμού (Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου). Τέλος οι Ευρυδίκη Αντουζλάτου – Ρετσίλα, Κωνσταντίνα Δριακοπούλου και Κωνσταντίνος Β. Πρώιμος ερευνούν τα του Χώρου της Τέχνης με αντίστοιχη θεματολογία την Αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα, την πορεία του graffiti από την Νέα Υόρκη στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και την αμφίσημη σχέση του Γιάννη Κουνέλη με τον βορειοαμερικανικό μινιμαλισμό.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 600, με σύντομα βιογραφικά των συγγραφέων και 16σέλιδο με εικονογραφικό υλικό (γκράφιτι – έργα τέχνης) σε γυαλιστερό χαρτί.

Στις εικόνες: Alexis de Toqueville, Henry David Thoreau, Jean Braudrillard, Cornell West και στα ενδιάμεσα οι λογοτέχνες – οδηγοί μας στην δική τους Αμερική: J.D. Salinger, Charles Bukowski, W. Faukner, William Burroughs, Kurt Vonnegut Jr.

Δημοσίευση και σε mic.gr, σε συντομότερη μορφή.

12
Μαρ
12

Λίζυ Τσιριμώκου – Εσωτερική ταχύτητα. Δοκίμια για τη λογοτεχνία

Η αυτοκτονία αποτελεί αναντίλεκτα έναν από τους πιο ενδιαφέροντες τόπους στην ευρεία περιοχή της λογοτεχνικής θανατογραφίας. Δεν υπάρχει λογοτεχνική παράδοση, μικρή ή μεγάλη, που να μη διαθέτει αυτοκτονολογικά κείμενα, ενώ η σύγχρονη συστηματική της προσέγγιση από ψυχαναλυτική, κοινωνιολογική και θεματολογική σκοπιά, αλλά και από την ιστορία των ιδεών, έχει διαμορφώσει ιδιαίτερη ερευνητική περιοχή, την αυτοκτονολογία [suicidology, suicidologie]. Η συγγραφέας – θεωρητικός της λογοτεχνίας βέβαια ενδιαφέρεται για την αυτοκτονία ως λογοτεχνικό μοτίβο, για την διάθλασή της αυτοκαταστροφικής χειρονομίας στα λογοτεχνικά κείμενα. Έτσι στο Φάσμα της αυτοχειρίας επιχειρείται ένα σύντομο διάγραμμα της νεοελληνικής λογοτεχνικής της «πορείας», από την θεωρητική συνηγορία της αυτοκτονίας από τον Κάλβο και το σημάδι της στις απαρχές του νεοελληνικού μυθιστορήματος με τον Λέανδρο το Π. Σούτσου μέχρι την τριανδρία του νεοελληνικού διηγήματος, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη και Μητσάκη. Το μελέτημα εστιάζει ακριβώς στα αντίστοιχα κείμενά τους, στις Συνέπειες της παλαιάς ιστορίας, στον Αυτοκτόνο και τον Αυτόχειρα, αλλά και στην φυσική απόληξή τους, το ποιητικό αφήγημα του Ρώμου Φιλύρα, Ο θεατρίνος της ζωής.

Μεταξύ χαράς και πένθους εξετάζεται ένα κείμενο του Μιχαήλ Μητσάκη, μια από τις ελάχιστες επιτάφιες ελεγειακές σελίδες του κατεξοχήν εραστή της πολύβουης καθημερινής κίνησης, σε συνομιλία με Το νεκροταφείο των Αθηνών του Δημητρίου Βικέλα και Το παράπονο του νεκροθάπτου του Εμμανουήλ Ροΐδη. Υπό την συκήν λοιπόν γινόμαστε μάρτυρες μιας σπάνιας συνύπαρξης, σ’ έναν απόμερο ναΐσκο, σφηνωμένο στο βράχο του Λυκαβηττού, στις παρυφές της λαϊκής συνοικίας της Νεάπολης: στην ίδια επιτάφια στήλη γειτνιάζουν το ονοματεπώνυμο της νεκρής γραίας του μνήματος κι εκείνα των οκτώ ζωντανών κορασίδων που τα συμπλήρωσαν με μολυβδοκόνδυλο μαζί με την δέσμευση για την άκρα μέχρι τάφου φιλία τους. Ένα βήμα πιο κάτω, μας περιμένει η Νεκρομαντική τέχνη, εδώ η επιτάφια καβαφική ποίηση, ενώ λίγο πριν, το πιστόλι και το δηλητήριο ερευνά την αρσενική και «θηλυκή» αυτοχειρία, όπως αποτυπώνονται στον Βέρθερο του Γκαίτε και στην Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.

…μέναμε κολλητά σχεδόν στη Βαγγελίστρα, από την πίσω φυσικά μεριά. Ένας χωματένιος δρόμος χώριζε την κουζίνα μας από τα μνήματα. Όταν κουραζόμουνα από το παιχνίδι, πηδούσα τη μάντρα κι ώρες ολόκληρες στεκόμουν αμίλητος πλάι σε γυναίκες που έκλαιγαν δικούς τους, μπροστά σε μαύρα, άσπρα ή γκρίζα κάγκελα. Το χρώμα έδειχνε την ηλικία, που σπάνια ήταν γραμμένη στο σταυρό. Στη δική μας μεριά δεν υπήρχαν μνήματα χτισμένα, από πέτρα ή μάρμαρο γράφει ο Δημήτρης Μαρωνίτης κι ένα άλλο τριμερές σώμα κειμένων αφορά την πόλη και την διάθλασή της σε κείμενα, θέμα για το οποίο η γράφουσα διατηρεί μια «ευαισθησία»: Λογοτεχνία της πόλης/Πόλεις της λογοτεχνίας. Στα Παράθυρα στον μέσα χώρο τα γραπτά του Δ.Μ. [από την αντιστασιακή Συνέχεια του Κέδρου και αλλού] που εστιάζουν σε μια αλλοτινή Θεσσαλονίκη χωρίς ίχνος ρηχής νοσταλγίας και γλυκερής αισθηματολογίας ενεργοποιούν ξανά το ερώτημα τι είναι λογοτεχνία, δηλαδή τέχνη του λόγου, και τι όχι, ποια είναι τα όρια του στοχαστικού ή δοκιμιακού λόγου και ποια τα αντίστοιχα του δημιουργικού ή λογοτεχνημένου λόγου.

Ένας σύντομος Αναγνωστικός περίπατος στην πόλη ξεκινά με τις συμβουλές του μανιακού περιπατητή/flâneur και λάτρη των εφευρετικών διαδρομών της πόλης, Georges Perec και καταλήγει στον Ν.Γ. Πεντζίκη, γνήσιο απόγονο της ευφάνταστης ταξιθεσίας ενός Καισάριου Δαπόντε. Ακούγεται και γράφεται συχνά ότι η κάθε πόλη είναι ένα μυθιστόρημα, λογοτεχνικό γένος άλλωστε αδιανόητο χωρίς την ύπαρξη των πόλεων, που αντικατέστησαν το συλλογικό ακρόαμα (π.χ. το παραμύθι) με την πράξη της μοναχικής ανάγνωσης. Η εγγραφή της Αθήνας στο σώμα της ελληνικής αστικής λογοτεχνίας υπήρξε μονοπωλιακή, όπως ακριβώς και με το Παρίσι ή το Λονδίνο στις αντίστοιχες κουλτούρες, μέχρι τον 20ό αιώνα, οπότε και διακρίθηκε η ευκρινής οντότητα της Θεσσαλονίκης στην λογοτεχνική παραγωγή, της μόνης άλλωστε πόλης που συνέδεσε το όνομά της με διακριτό λογοτεχνικό ρεύμα, την περιλάλητη μεσοπολεμική «Σχολή Θεσσαλονίκης».

Στο επίκεντρο της θεματικής ενότητας «Μυθοπλασία και ιστορία» τίθεται ο Άρης Αλεξάνδρου, με τρία επιμέρους κείμενα: Δρόμοι σημείων αδιέξοδοι. Η καφκική ηχώ στο περιφερόμενο Κιβώτιο, Το τελευταίο τσιγάρο και Ο συνήθης ύποπτος. Το τελευταίο εξετάζει την πρόσληψη του έργου του από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια στον πολλαπλώς αιρετικό και αποσυνάγωγο συναγωνιστή του, εστιάζοντας καταρχήν στο ποιητικό του τοπίο, άρα και αναδεικνύοντας την ποιητική του παραγωγή, που επισκιάστηκε από την κεραυνοβολία του Κιβωτίου· μια ποίηση που στοιχειοθετεί μια ιδιότυπη συνέχεια της καβαφικής και σεφερικής «ποιητικής πεζότητας»: μόνο πρόσεξε μην κλάψεις/ όπως βουρκώνουμε τα μάτια των ποιητών/που έχουν έτοιμο το δάκρυ.  Η «λευκή γραφή» του Κιβωτίου, ουδέτερη και αποστεγνωμένη, εξαντλεί μια και μοναδική ιδέα: την τραγική ενοχοποίηση του επιζώντος. Ο Ραυτόπουλος υποστήριξε την άποψη της διαθλασμένης αυτοβιογραφίας που προσπαθούσε να περισώσει ό,τι μπορούσε από μια ρημαγμένη προσωπική και συλλογική ζωή σε μια αφήγηση που ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει…

Μια άλλη τριάδα μελετημάτων αφορά Όψεις του Καρυωτακικού λυρισμού (δυο εκ των οποίων αγγίζουν και την λυρική μουσολογία και ποιητική αλχημεία του αυτόχειρα ποιητή και του Μπωντλαίρ) και ιδού ορισμένοι από τους υπόλοιπους τίτλους: Ιστορία λογοτεχνίας και ιστορική ποιητική, Πολυπολιτισμικές σπουδές και συγκριτική γραμματολογία στη στροφή του αιώνα, Δημόσιες βιβλιοσυστάσεις, Μικρά συγκριτολογικά, κ.ά. Αντί επιλόγου, ένα πυκνότατο κείμενο για το μέλλον της μνήμης: την αυτοβιογραφία και το απομνημόνευμα. Ακριβώς τη μνήμη μας έχει νωρίτερα ξεσηκώσει και το σύντομο μελέτημα Το παιχνίδι στη λογοτεχνία / η λογοτεχνία ως παιχνίδι. H παρούσα συστέγαση μικρών και μεγάλων μελετημάτων εικοσαετούς πανεπιστημιακής θητείας προσφέρει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ευρεία θεματολογία αλλά και μας ωθεί, ως οφείλει κάθε σχετικό σώμα μελετών, να αναζητήσουμε οι ίδιοι τα κείμενα και να τα διαβάσουμε με νέα ματιά.

Εκδ. Άγρα, 2000, σελ. 433, με ευρετήριο κύριων ονομάτων.

Στις φωτογραφίες: Μιχαήλ Μητσάκης, Ζωρζ Περέκ, Άρης Αλεξάνδρου και Καίτη Δρόσου, Κώστας Καρυωτάκης. 

09
Φεβ
12

Τζίνα Πολίτη – Η δοκιμασία της ανάγνωσης

Ευφρόσυνα αναγνωστικά παίγνια

Οι λέξεις! Θα ’πρεπε κανείς ν’ ακούει τις λέξεις και όχι τους ανθρώπους. Οι λέξεις ήταν ελεύθερες, ανήκαν σε όλους – εφόσον κανείς δεν έβλεπε το στόμα που τις πρόφερε. (Καίη Τσιτσέλη, The Hungry Man)

Η διχασμένη μεταξύ δυο «μητέρων – γλωσσών» Τσιτσέλη τυγχάνει εδώ ενός πλήρους σχεδιάσματος ανάγνωσης των διηγημάτων της, σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες μελέτες του τομιδίου. Χρησιμοποιώντας ως ερμηνευτικό μοντέλο την Φαινομενολογία του Πνεύματος (Χέγκελ) η Πολίτη εντοπίζει την νοστογεφσκική επίδραση στους αφηγηματικούς τρόπους αναπαράστασης της συντετριμμένης συνείδησης (που δημιουργείται από την επίγνωση του εαυτού ως διαιρεμένης φύσης σε συνεχή διαμάχη) και στην διαλεκτική σχέση αφέντη/δούλου που συνέχει όλο το έργο της. Στα μετά την μακρόχρονη σιωπή της «αντιδιηγήματα» η πάλη τους μετατίθεται στην ίδια την γραφή (που η μεταμοντέρνα στροφή προσωποποίησε ακυρώνοντας το πρόσωπο), μετωνυμία της οποίας αποτέλεσε η περίφημη «κυκλική» κάρτα που προκάλεσε σύγχυση στον συντάκτη της με την απουσία αρχής και τέλους και τον μαγνητισμό της προς ένα αβυσσαλέο κέντρο (στο αφήγημα Ευθυγράμμιση).

Στις «Ειδολογικές και ιδεολογικές παραμέτρους στο μυθιστόρημα Το 10 του Καραγάτση» η Πολίτη εκκινεί από την θέση πως τα λογοτεχνικά είδη είναι εξαρχής ιδεολογικά φορτισμένα και μπορούν να ιδωθούν ως κωδικοποιημένοι τρόποι ερμηνείας της πραγματικότητας και της Ιστορίας. Οι αισθητικές αντιθέσεις του 10 αντανακλούν ιδεολογικές και κοινωνικές αντιφάσεις της εποχής. Η πανοπτική ματιά του αφηγητή σαν κινούμενη κάμερα (αναπαραστατικός κώδικας του μοντερνισμού) διακόπτεται από την συστηματική χρήση εξιστορήσεων παρελθοντικών συμβάντων («αναλήψεων»), με αποτέλεσμα ο άνευ «κυρίαρχης πλοκής» εικοσιτετράωρος χρόνος του αφηγήματος να «τακτοποιείται» τελικά σε γραμμική χρονική ακολουθία, δημιουργώντας ένα δίπολο πρωτοπορίας/παράδοσης. Επιπρόσθετα, κτίσματα και όροφοι «αναλογούν» σε συγκεκριμένη ταξική – κοινωνική διαστρωμάτωση αλλά και διαφορετικά μυθιστορηματικά είδη: κωμικό – ηρωικό για το ισόγειο των εργατών (που εμφανίζονται ως ακίνδυνο λούμπεν – προλεταριάτο χωρίς ταξική συνείδηση, αλλά με έμφαση στον βιολογικό νόμο της γενετήσιας ορμής), αστικός ρεαλισμός και ρομαντικό μελόδραμα για τον όροφο των αστών και των μικροαστών αντίστοιχα, ενώ δεν λείπουν οι εγγεγραμμένοι στην αστική ιδεολογία μύθοι της κοινωνικής επιτυχίας και του φιλάνθρωπου καπιταλισμού.

Οι «Σκέψεις για την ποιητική της μετάβασης» (περιόδου όπου ο ιστορικός χρόνος μοιάζει διστακτικός μεταξύ «παλαιού» και «νέου») επικεντρώνονται στα περί Ιουλιανού καβαφικά ποιήματα και στον Ιουλιανό του Καζαντζάκη, όπου η απώλεια της όρασης ακυρώνει την ύπαρξη και το νόημα του κόσμου. Τα μάτια που ξεριζώνονται από το άγαλμα του Διονύσου και την εικόνα της Παναγίας χάνουν το φαντασιακό τους νόημα και μετατρέπονται σε αγοραίο αντικείμενο. Αμφισβητούνται έτσι οι αξιολογικοί όροι των δυο θρησκευτικών συστημάτων και κάθε μύθος αλλαγής ή προόδου. Το μεικτό είδος του κωμικού στοιχείου μέσα στην τραγωδία αποτελεί βασικό όρο της εν λόγω ποιητικής καθώς προβάλει την οπτική των απλών ανθρώπων που γνωρίζουν πως καμιά ουσιαστική «αλλαγή» δεν θα υπάρξει στην ζωή τους. Όμως η συλλογική λαϊκή φωνή γελοιοποιεί την εξουσία και είναι περισσότερο διαβρωτική απ’ οποιαδήποτε πυρά.

O James Joyce απορροφά ένα μεγάλο μέρος από την φιλοπαίγμονα διάθεση της μελετήτριας. «Το “κωμικώλον του πιπερωμένου” και η “προαντωνυμική κωμικηδεία”» αναφέρεται στην σχέση του με την ψυχανάλυση και στην αντανάκλαση του Finnegans Wake στην «παρα(ευ)φροσύνη» του. Αν η διασπορά του υποκειμένου επιφέρει καίριο πλήγμα στην αστική ιδεολογία της ατομικότητας, η παρωδία προκαλεί ανάλογη ζημιά σε κάθε αναπαράσταση. Η εμφάνιση του «γελωτοποιού» δημιουργεί ένα ζωηρό ετερογλωσσικό παιχνίδι που στρέφεται κατά των επίσημων γλωσσών πόσο μάλλον όταν ανακατασκευάζει τους εξουσιαστικούς λόγους διακωμωδώντας την φρασεολογία τους και αφαιρώντας την ισχύ τους. Ο ψυχαναλυτικός λόγος τελικά απορροφάται στο λογοτεχνικό είδος της απομυθοποιητικής παρωδίας. Σε άλλο κείμενο η αναζήτηση του μυστηριώδους Άντρα με το Μacintosh [αδιάβροχο] στα κειμενικά χνάρια της Οδύσσειας οδηγεί στην αποκάλυψη της παράλλαξης του περιπλανώμενου Λόγιου Τσιγγάνου και της συνένωσής του με τους Στήβεν Δαίδαλος και Λεοπόλδο Μπλουμ σε ομούσια τριάδα!

Ο τόμος των δεκατριών ερεθιστικών αναγνωστικών δοκιμών περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μια εφαρμοσμένη στην μεταπολεμική πεζογραφία γενεαλογία του ανδρικού και του γυναικείου λόγου (ιδίως στις δέλτους των Μ. Κρανάκη, Τ. Μιλλιέξ, Γ. Χειμωνά), ενώ «Ηη ρητορική της πόλης» παρακολουθεί την υποταγή του περί αυτής εγκωμιαστικού λόγου στην υποκειμενικότητα και την «ιδιοτροπία» του εσωτερικού βλέμματος αλλά και την οριστική μετάπλαση των σχετικών λέξεων σε εικόνες και στιγμιότυπα, με απρόσμενες ιδεολογικές σημάνσεις. Στις παιγνιωδέστερες σελίδες της η συγγραφέας αναλαμβάνει την ευθύνη ενός απολαυστικού προσωπικού και διακειμενικού λόγου: ένα επίμετρο περί Ντέιβιντ Λοτζ κι ένα Γράμμα της Αντιγόνης προς την Ισμήνη («αιώνες τώρα οι Αντίγονοι με σκηνοθετούν, με καρφώνουν πάνω στις σταυρωτές ερμηνείες τους») παρωδούν ακριβώς ανάλογες θεωρητικές μελέτες, κλείνοντας τον κύκλο ιδανικά.

Εκδ. Άγρα, 2010, σελ. 227.

 Στις φωτογραφίες: Καίη Τσιτσέλη, James Joyce (από τον Barry Maguire), Τζίνα Πολίτη και εικόνα από την παράσταση του Ιουλιανού στο Εθνικό Θεάτρο (1959, σκηνοθ. Κωστή Μιχαηλίδη): Νέλλη Αγγελίδου (Μαρίνα), Στέλιος Βόκοβιτς (Ιουλιανός) και Λυκούργος Καλλέργης (Γραφιάς).

31
Ιαν
12

José Ortega Y Gasset – Αισθητικό τρίπτυχο

Λόγος πάντα γόνιμος

Είναι λάθος να παρουσιάζεται το μυθιστόρημα – και αναφέρομαι κυρίως στο σύγχρονο – σαν ένα απέραντο σύμπαν από το οποίο μπορούν να εξάγονται ες αεί νέες φόρμες. Θα ήταν καλύτερα να το φανταστούμε σαν ένα ορυχείο τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων. Υπάρχει στο μυθιστόρημα ένας ορισμένος αριθμός πιθανών θεμάτων. Οι εργάτες των πρώτων χρόνων βρήκαν με ευκολία νέα κομμάτια, νέες μορφές, νέα θέματα. Οι σημερινοί συνειδητοποιούν, απεναντίας, ότι δεν απομένουν παρά μόνο μικρές και βαθιές λίθινες φλέβες…

… έγραφε ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ μόλις το 1925 περί το μυθιστόρημα στοχαζόμενος [Ιδέες για το μυθιστόρημα, τρίτο και τελευταίο μέρος του παρόντος τρίπτυχου]. Ο ίδιος βέβαια τόνιζε πως ποτέ δεν μπορούμε να πούμε με μαθηματική ακρίβεια ότι ένα είδος έχει πλήρως αναλωθεί, παρά μόνο εμπειρικά, με ικανοποιητική προσέγγιση. Όμως είναι σχεδόν αδύνατο, τόνιζε, να βρει κανείς νέα θέματα κι αυτός είναι ο πρώτος παράγοντας της τεράστιας αντικειμενικής δυσκολίας που προϋποθέτει η σύνθεση «ενός αποδεκτού μυθιστορήματος στο ύψος των μοντέρνων καιρών». Για κάποιο καιρό τα μυθιστορήματα μπόρεσαν να υπάρξουν μόνο χάρη στο νεωτερισμό των θεμάτων τους. Όσο εκείνα εξαντλούνταν, μεγάλωνε κι η απαίτηση για θέματα «πιο νέα», μέχρις ότου κορεσθεί η ικανότητα του αναγνώστη να εκπλήσσεται. Εν τούτοις το αναπόφευκτο φαινόμενο δεν έπρεπε να απογοητεύει τους συγγραφείς. Κάθε έργο τελειότερο από το προηγούμενο, υποστήριζε, ακυρώνει το τελευταίο και όλα τα υπόλοιπα της ίδιας κατηγορίας και «εκμηδενίζει λεγεώνες έργων που άλλοτε έχαιραν εκτίμησης».

Δεν ήταν όμως ο πρώτος. Ήδη το 1882 ο Στίβενσον σημείωνε πως οι βρετανοί αναγνώστες περιφρονούσαν ελαφρώς τις περιπέτειες και θεωρούσαν πως ήταν πολύ περίτεχνο να γραφτεί ένας μυθιστόρημα χωρίς πλοκή, ή έστω, με στοιχειώδη πλοκή. Σαράντα περίπου χρόνια μετά ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ επιχειρούσε να τεκμηριώσει την παρατήρηση του Στίβενσον, υποστηρίζοντας ότι το μυθιστόρημα δράσεως έχει εξαντλήσει πλέον τις δυνατότητές του, ότι είναι πια πολύ δύσκολο να επινοήσει κανείς μια περιπέτεια ικανή να ερεθίσει την ανώτερη ευαισθησία μας και ότι τον 20ό αιώνα η σκυτάλη περνά στο «ψυχολογικό» μυθιστόρημα που εστιάζει στους χαρακτήρες. Ο μεγάλος Μπόρχες εξέφρασε την απόλυτη διαφωνία του: Όλοι μας μουρμουρίζουμε θλιμμένα ότι ο αιώνας μας δεν είναι ικανός να υφάνει ενδιαφέρουσες πλοκές· κανείς δεν τολμά να αναρωτηθεί μήπως, αν σε κάτι υπερέχει ο παρών αιώνας από τους προηγούμενους, αυτό δεν είναι άλλο απ’ τις πλοκές… Οι ενδιαφέρουσες ενστάσεις του Μπόρχες δημοσιεύτηκαν στον Πρόλογό του στο βιβλίο Η εφεύρεση του Μορέλ (1940) του καλού του φίλου και συνεργάτη Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες που περιλαμβάνεται εδώ ως παράρτημα.

Ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ (1833 – 1925) υπήρξε εμβληματικός στοχαστής του 20ού αιώνα, μαζί με τον Miguel de Unamuno ένας από τους δυο Ισπανούς με διακριτή θέση στην ιστορία της Φιλοσοφίας των νεωτέρων χρόνων, όπως τονίζει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής, παρουσιάζοντας και τις γενικότερες φιλοσοφικές του θέσεις αλλά και τις θεματικές του πολιτικού και κοινωνικού του έργου. Η χρησιμοποίηση μιας γλώσσας προσιτής αλλά και γοητευτικής και ειδών «φιλοσοφικώς» ανορθόδοξων, όπως η δημοσιογραφία, το δοκίμιο και η διάλεξη, πάντα με λογοτεχνικές αρετές, τον ανέδειξε σε λαμπρό στυλίστα της ισπανικής γλώσσας και του παρείχε πρόσβαση σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ο ισπανός στοχαστής τήρησε πλήρη συνέπεια έργων και λόγων αλλά και μια τίμια στάση απέναντι στη χώρα του. Εξέφρασε την αντίθεσή του στις δικτατορίες των Πρίμο ντε Ριβέρα και Φράνκο και εγκατέλειψε την Ισπανία για να ζήσει στο Μπουένος Άιρες και τη Λισαβόνα.

Το παρόν Τρίπτυχο εστιάζει, βέβαια, σε θέματα λογοτεχνίας και τέχνης, που τον απασχόλησαν σε μεγάλο βαθμό, κυρίως όσον αφορά την αισθητική, την θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας και της μετάφρασης, το θέατρο, τα εικαστικά αλλά και την τέχνη του ζην». Το πρώτο μέρος [Ο απανθρωπισμός της τέχνης] βυθοσκοπεί σε προβληματικές της νεωτερικής ή «μοντέρνας» καλλιτεχνικής δημιουργίας και της πρόσληψής της, μιας τέχνης που ιστορικά ανάγεται στους Debussy, Mallarme και στον Κυβισμό, όσον αφορά την μουσικη, την ποίηση και τα εικαστικά αντίστοιχα, αλλά που από κοινωνιολογικής σκοπιάς είναι εξ αρχής αντιδημοτική, αποκλείοντας τη μεγάλη πλειονότητα του κοινού να την απολαύσει και να την κατανοήσει, αφήνοντάς το με αίσθηση ταπείνωσης και εχθρότητας προς αυτήν.

Ο συγκεκριμένος «απανθρωπισμός» αφορά την αποποίηση κάθε προσωπικού τόνου αλλά και παρασιτικού λυρισμού ή στόμφου, της – ρομαντικής προέλευσης – «τοξίνωσης» της καρδιάς που είχε καταγγείλει ήδη ο Poe. Όσον αφορά τη λογοτεχνία, ο Ορτέγκα αναφέρει, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα του Luigi Pirandello και του βιβλίου του Sei personaggi in cerca d’ autore [Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, 1921], όπου ο συγγραφέας καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή μας σε χαρακτήρες ως χαρακτήρες· δηλαδή ως ιδέες ή καθαρά σχήματα, αντί να πασχίζει, όπως στο ρεαλιστικό ή νατουραλιστικό θέατρο, να παρουσιάσει άτομα «ζωντανά» σε δράματα ανθρώπινα.

Το δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος αφορά Σκέψεις για τον Δον Κιχώτη και περιλαμβάνει εν σπέρματι όλα τα θέματα του ορτεγκιανού στοχασμού και τις απαρχές του προβληματισμού του σχετικά με το μυθιστόρημα ως «ενός ορυχείου τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων». Εδώ προκρίνεται η «μυθιστορηματικότητα» έναντι του χαρακτήρα του Δον Κιχώτη και γενικότερα διατυπώνεται η προαναφερθείσα θέση του, πως όταν επέλθει η εξάντληση του θεματικού υλικού των μυθιστορημάτων, ο αναγνώστης θα εστιάζει όλο και περισσότερο στην ψυχολογία των χαρακτήρων και λιγότερο στις αντίστοιχες ιστορίες και πλοκές· θέση που προκάλεσε την αντίθεση του Μπόρχες και προκάλεσε μια συζήτηση – σταθμό στη σύγχρονη θεωρία του μυθιστορήματος. Τελικά στην ιστορία του σύγχρονου μυθιστορήματος, ο Proust και το Nouveau Roman επιβεβαιώνουν την ορτεγκιανή διάγνωση, ενώ η Δίκη του Κάφκα, το Στρίψιμο της βίδας του Henry James, το λατινοαμερικανικό book και οι Μυθοπλασίες του Μπόρχες δικαιώνουν τον τελευταίο.

Εκδ. Printa, 2011, σελ. 311, μτφ.: Αλίκη Βασώνη, Αγγελική Μαυρομάττη, Ειρήνη Οικονόμου, Τατιάνα Φραγκούλια, Ελίνα Χέλμη, (αναλυτική) εισαγωγή και επιμ. Βίκτωρ Ιβάνοβις. Σε παράρτημα το εξασέλιδο κείμενο του Μπόρχες σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. [José Ortega Y Gasset, Le deshumanización del Arte (1925), Meditaciones del Quijote (1914), Ideas sobre la novella (1925)]. Στην τελευταία φωτογραφία η πρώτη έκδοση του Μορέλ, με τον περίφημο Μπορχικό Πρόλογο – Αντίλογο.

26
Ιουν
11

Ιγνάσιο Ραμονέ – Πόλεμοι του 21ου αιώνα. Νέοι φόβοι και νέες απειλές

Ο ισπανικής καταγωγής Ιγνάσιο Ραμονέ (1943) είναι διευθυντής της Le Monde Diplomatique και συγγραφέας εξαιρετικών δοκιμιακών βιβλίων σχετικά με όψεις της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής κατάστασης. Οι τίτλοι δυο άλλων έργων του – H Γεωπολιτική του Χάους και Μάρκος: η εξεγερμένη αξιοπρέπεια (εκδ. Πόλις και Εικοστού Πρώτου αντίστοιχα) – είναι ενδεικτικοί της ζεματιστής του θεματολογίας, όπως άλλωστε και το παρόν βιβλίο, ένα σύντομο, απλά γραμμένο πλήρες διάγραμμα  ενός αόρατου, μέχρι πρόσφατα, χάρτη νέων «πολέμων», φόβων και απειλών.

Το πρώτο βασικό σύγχρονο γεωπολιτικό γνώρισμα που διακρίνει ο συγγραφέας είναι η έκφραση της στρατιωτικής υπεροχής όχι πια μέσω εδαφικών κατακτήσεων (που είναι οικονομικά δαπανηρές και μεντιακά καταστροφικές) αλλά με άλλους, αφανέστερους τρόπους. Πρωταγωνιστές της επέκτασης δεν είναι πλέον τα κράτη αλλά οι επιχειρήσεις, τα συγκροτήματα, οι ιδιωτικοί χρηματιστικοί και βιομηχανικοί όμιλοι (κυρίως απ’ το τρίγωνο ΗΠΑ-ΕΕ-Ιαπωνία). Αλλοτινές θεμελιώδεις γεωπολιτικές έννοιες (κράτος, εξουσία, κυριαρχία, δημοκρατία, σύνορα) δεν έχουν πια την ίδια σημασία. Σε πλανητική κλίμακα πρωταγωνιστούν πλέον οι ενώσεις κρατών, οι παγκόσμιες επιχειρήσεις, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) παγκόσμιας εμβέλειας. Με το πέρασμα στο τεχνολογικό και ψηφιακό στάδιο η «δεύτερη καπιταλιστική επανάσταση» είναι γεγονός. Η αγορά, που έχει την τάση να διαχειρίζεται όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει αλώσει και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, άσχετα αν οι υπερβολές της επικοινωνίας φυλακίζουν το πνεύμα. Η κατακτητική επιχείρηση της παγκοσμιοποίησης έχει οδηγήσει στη στενότερη δυνατή αλληλεξάρτηση των οικονομιών όλων των χωρών. Όπως αναγραφόταν σε αφίσα που γέμισε τους διαδρόμους δεκάδων ευρωπαϊκών αεροδρομίων: Καπιταλιστές όλων των χωρών ενωθείτε!

Η χρηματιστική παγκοσμιοποίηση δημιούργησε ένα δικό της υπερεθνικό κράτος, με δικούς του μηχανισμούς, δίκτυα επιρροής και μέσα δράσης. ΔΝΤ, Διεθνής Τράπεζα, ΟΟΣΑ [Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης], ΠΟΕ [Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου]. Πρόκειται για παγκόσμιο κράτος με υπερεθνικές εξουσίες πέρα από κάθε έλεγχο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ενώ οι υφιστάμενες κοινωνίες απομένουν χωρίς εξουσία. Είναι πλέον φανερό: η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν κατευθύνεται από τα κράτη. Τα προνόμιά τους, μπροστά στις εταιρείες κολοσσούς, χάνονται το ένα μετά το άλλο. Οι εταιρείες γίνονται γίγαντες και τα κράτη νάνοι.

Η συρρίκνωση του ρόλου των ενεργών δημοσίων παραγόντων, ξεκινώντας από τα κοινοβούλια, είναι πλέον δεδομένη. Οι παραδοσιακές αντι-εξουσίες (κόμματα, συνδικάτα, ΜΜΕ) μοιάζουν ελάχιστα αποτελεσματικές: είναι λιγότερο αξιόπιστες, υπερβολικά γενικευτικές, πολύ τοπικές και συχνότατα συνένοχες. Οι αληθινοί κύριοι του κόσμου δεν είναι εκείνοι που κρατούν την επίφαση της πολιτικής εξουσίας αλλά αυτοί που ελέγχουν τις χρηματιστικές αγορές, τους μεντιακούς ομίλους, τις λεωφόρους της επικοινωνίας, τις πληροφορικές βιομηχανίες, τις γενετικές τεχνολογίες και πάνω από όλους το παγκόσμιο διευθυντήριο των 4 οργανισμών, «η πραγματική κυβέρνηση του κόσμου».

Στο πολιτικο-ιδεολογικό πεδίο, η άνοδος των νεοφασισμών συνυπάρχει με την φθορά της αριστεράς. Τυπικό παράδειγμα της πνευματικής παραίτησης της σοσιαλδημοκρατίας: ο Χαβιέ Σολάνα και άλλα επιφανή της στελέχη αδιαφόρησαν για το γεγονός ότι οι βομβαρδισμοί της Σερβίας θα προκαλούσαν το θάνατο πολλών αθώων και την καταστροφή μιας ολόκληρης χώρας. Αποφάσισαν χωρίς την παραμικρή διεθνή νομιμοποίηση και χωρίς καν να είναι ικανοί να εμποδίσουν την επέκταση των βαλκανικών συγκρούσεων. Τουλάχιστο η Μάντλεν Ολμπράιτ, πρώην υπουργός εξωτερικών του Κλίντον το είχε δηλώσει απροκάλυπτα: Το δίκτυο CNN είναι το δέκατο έκτο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Ο Ραμονέ δίνει μεγάλη έμφαση στην 11η Σεπτεμβρίου, που πρόσφερε στις ΗΠΑ έναν αντίπαλο που είχε στερηθεί από το 1991 με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Η τρομοκρατία ταυτίζεται με τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, σε μια μοντέρνα εκδοχή του μακαρθισμού. Ο όρος τρομοκρατία είναι βέβαια βολικότατα ασαφής και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει αδιακρίτως όσους καταφεύγουν, δίκαια ή άδικα, στη βία για να αλλάξουν μια πολιτική τάξη. Η 11/9 δεν έπληξε μόνο σε ζωές και υλικές ζημιές αλλά και τα σύμβολα της αυτοκρατορικής ηγεμονίας αλλά και στο πεδίο των μίντια. Με ένα είδος τηλεοπτικού πραξικοπήματος ο Μπιν Λάντεν κατέλαβε τις οθόνες και επέβαλε τις εικόνες του, θέτοντας στην υπηρεσία του όλες τις τηλεοράσεις των ΗΠΑ για να αποδείξει μέσα στα αμερικανικά σπίτια την ευάλωτη πλευρά της υπερδύναμης. Συνεπώς όλα είναι έτοιμα για την εμφάνιση ενός «Μεντιακού Μεσσιανισμού», ενός είδους ηλεκτρονικού προφήτη που θα έχει πρόσβαση σε όλες τις οθόνες του κόσμου για να μεταδώσει το μήνυμά του. Ο Ραμονέ έχει ιδιαίτερα επεκταθεί στο θέμα στο βιβλίο του Η Τυραννία της Επικοινωνίας (La Tyrannie de la communication, στα ελλ. Η τυραννία των ΜΜΕ, εκδ. Πόλις).

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται στη Μέση Ανατολή και τον νέο της εκατονταετή πόλεμο. Από την αποκάλυψη του θεμελιακού ψεύδους του αποικιακού συνθήματος «μια γη χωρίς λαό για ένα λαό χωρίς γη» ως την παροιμιώδη αναποφασιστικότητα των ΗΠΑ απέναντι στην αδιαλλαξία των ισραηλινών αρχών ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα υπάρχει ολοφάνερη αρνησιδικία της διεθνούς κοινότητας απέναντι στα στοιχειώδη δικαιώματα των Παλαιστινίων. Σε κάθε άλλη περιοχή του κόσμου, μια ανάλογη κατάσταση θα είχε προκαλέσει την αγανάκτηση των διανοουμένων, που σε άλλες περιπτώσεις εθνοτικών – θρησκευτικών συγκρούσεων, όπως στη Βοσνία, το Κόσοβο ή την Τσετσενία είναι λαλίστατοι. Η πολιτική λύση της συνύπαρξης δυο κρατών είναι μονόδρομος.

Οικολογικές καταστροφές τεράστιου μεγέθους, μαζικές εκδασώσεις, ξέφρενη παραγωγιστική πολιτική με υπερκατανάλωση φυτοφαρμάκων και ρυπογόνων ουσιών, σιωπηλές συμφορές (ενδεικτικά: στη Γαλλία θάνατος 10.000 εργατών το χρόνο από αμίαντο) είναι ορισμένες μόνο από τις όψεις ενός Οικοσυστήματος σε Κίνδυνο, που ο Ραμονέ παρουσιάζει με στοιχεία και αριθμούς. Σε άλλο κεφάλαιο (Γεωπολιτική της Πείνας) παρατηρεί πως, ενώ ποτέ άλλοτε τα διαθέσιμα διατροφικά προϊόντα δεν ήταν τόσο άφθονα, η πείνα εξακολουθεί να θερίζει πληθυσμούς ολόκληρους, γιατί απλούστατα αποτελεί πολιτικό όπλο. Στο εξής, κανένας λιμός δεν είναι τυχαίος. Μια αληθινή στρατηγική πείνας μπορεί να καθοδηγείται από ηγέτες ή οργανώσεις που η λήξη του ψυχρού πολέμου άφησε χωρίς έσοδα. Δεν είναι πλέον οι εχθρικοί ή προς κατάκτηση λαοί εκείνοι που λιμοκτονούν αλλά οι ίδιοι πληθυσμοί εκείνων που θέλουν να τους εκμεταλλευτούν προς όφελος τους. Ο Αμάρτια Σεν είχε ήδη γράψει: ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα της τρομερής ιστορίας της πείνας, είναι ότι ποτέ δεν σημειώθηκε σοβαρός λιμός σε καμία χώρα με δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης και με σχετικά ελεύθερο τύπο. Διόλου άσχετο και το κεφάλαιο για την Γεωγραφία του AIDS (: Η Πανούκλα των Φτωχών).

Οι ιστορικοί των νοοτροπιών θα διακρίνουν διαφορετικούς φόβους μέσα στη νέα χιλιετία: λιγότερο πολιτικο – στρατιωτικής τάξης (συγκρούσεις, διωγμοί, πόλεμοι) και περισσότερο οικονομικού – κοινωνικού χαρακτήρα (χρηματιστηριακές καταρρεύσεις, υπερπληθωρισμός, χρεωκοπίες επιχειρήσεων, μαζικές απολύσεις, αβεβαιότητα, νέα φτώχια) καθώς και βιομηχανικής και οικολογικής φύσεως (διαταραχές περιβάλλοντος, μολύνσεις κάθε είδους), αλλά και προσωπικού επιπέδου (ποιότητα διατροφής, γενετική μηχανική κλπ.).

Κι όμως, στον επίλογό του ο Ραμονέ δεν είναι απαισιόδοξος. Μια διεθνής κοινωνία πολιτών, που συγκεντρώνει δεκάδες ΜΚΟ, συλλογικά όργανα και δίκτυα από πολλές χώρες, αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενεργητική. Όσοι αντιστέκονται έχουν πειστεί ότι ο σκοπός της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι η καταστροφή του συλλογικού και η οικειοποίηση της δημόσιας και κοινωνικής σφαίρας από την αγορά και τον ιδιωτικό τομέα. Αν η φιλελεύθερη ιδεολογία κατασκευάζει μια εγωιστική κοινωνία, τότε είναι απολύτως απαραίτητο να επαναφέρουμε το συλλογικό στοιχείο σε κάθε μορφή της ζωής μας. Οι διαδηλωτές οικοδομούν μια νέα αντι-εξουσία προς ένα χώρο παγκόσμιας εκπροσώπησης όπου η διεθνής κοινωνία των πολιτών θα κατέχει κεντρική θέση. Όπως συμβαίνει με τους «Ονειρευτές του απόλυτου»: Στο Πόρτο Αλέγκρε, μια εμβληματική πόλη της νότιας Βραζιλίας αποτέλεσε ένα είδος κοινωνικού εργαστηρίου με συμμετοχικό προϋπολογισμό των κατοίκων των συνοικιών, που μπορούν να παρακολουθούν αναλυτικά την εξέλιξη των εργασιών και τη διαδρομή των χρηματικών κονδυλίων. Ένα επιτυχημένο πολιτικό πείραμα σε ατμόσφαιρα πλήρους δημοκρατικής ελευθερίας.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2003, μτφ. Στάθης Γκίνης, 235 σελ. με δισέλιδη βιβλιογραφία (Ignacio Ramonet, Guerres de XXIe siècle, 2002).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις φωτογραφίες: Νομάδας στην Αμερική, Ανήλικες Πόρνες στο Μπαγκλαντές, Εκλεισμένοι στη Γάζα, Παλιά και Νέα Σαγκάη.

19
Απρ
10

Olivier Rolin – Τοπία καταγωγής. Αφηγήματα. Hemingway, Nabokov, Borges, Michaux, Kawabata

Αρκούσε μια φράση από το μυθιστόρημά του Μερόη, πως τα τοπία της παιδικής ηλικίας ποτέ κανείς δεν θα εγκαταλείπει οριστικά μέχρι το τέλος της ζωής του, για να εμπνεύσει τον συγγραφέα για το βιβλίο. Μπορεί αυτή η υποψία αλήθειας να εφαρμοστεί στη λογοτεχνία; Μπορεί η υπογραφή της καταγωγής τους να ανιχνευτεί στο συγγραφικό έργο σαν «απολιθωμένη ακτινοβολία»; Με αυτά τα ερωτήματα στο νου εν έτει 1999 διάλεξε πέντε συγγραφείς γεννημένους το 1899, στις πέντε άκρες του κόσμου και ξεκίνησε για το Μαραντί, το Σικάγο, την Αγία Πετρούπολη, στο Μπουένος Άιρες, τις Βρυξέλες και την Οσάκα, έχοντας ως αποσκευές κάμποσες χιλιάδες σελίδες, αλλά και την φαντασίωση της περιπλανητικής, εκλεκτικής και τυχοδιωκτικής πλευράς ενός διάπλου που όμως θα ανέβαινε ενάντια στο ρεύμα του ποταμού (έργου) για να φτάσει στις πηγές.

Και πού βρίσκονται άραγε οι πηγές του Χέμινγκουέυ; Σε Ιστορικές Εταιρίες, σε Ιδρύματα με το όνομά του ή στο μουσείο του, που έχει «κάτι το θλιβερά επαρχιώτικο»; Ή μήπως στο σαλέ της οικογένειας δίπλα στη λίμνη, ή στο Red Fox Inn, στον ξύλινο μώλο, στο ινδιάνικο νεκροταφείο; Πού ανεφύη ο έρωτας του αδελφού για την αδελφή με τα αντρόγυνα κοντά μαλλιά; Στο Όουκ Πάρκ που ο Edgar Rice Burroughs στα πρόθυρα της κατάρρευσης είχε σκιτσάρει στο πίσω μέρος παλαιών φακέλων την πρώτη ιστορία του Ταρζάν; Ή στα μέρη που το κυνήγι της πέστροφας χορηγούσε απόκρυφες απολαύσεις, εφόσον άλλωστε «όλο του το έργο ήταν η αφήγηση ενός πολύωρου και πρωτόγονου ψαρέματος»;

Είναι σύμπτωση ότι ο Ναμπόκοφ γεννήθηκε στον ίδιο δρόμο που είχε σπίτι ο εραστής της Άννα Καρένινα; Πιθανώς αλλά από εκεί αρχίζει η δική του αναζήτηση, περνώντας από τις κλινάμαξες με τις οποίες ήταν παθιασμένος (τόσα τρένα πια κινήθηκαν κατά μήκος των γραμμών του) στις βιβλιοθήκες (της Άντας και τις άλλες) «που συνταιριάζουν ευρυμάθεια και ερωτισμό», όπου φως αναβλύζει ακατάπαυστα από τους παλαιούς καιρούς, ίσως και στην πιο αινιγματική και πένθιμη πόλη του κόσμου, την Αγία Πετρούπολη που παγώνει τα φιλιά, προτού επιστρέψουμε στα ναμποκοφικά πάθη, τις πεταλούδες και το σκάκι.

Πού θα αναζητήσουμε τον Μπόρχες; Στις azotea – στις ταράτσες του Μπουένος Άιρες, αφού σ’ εκείνη του σπιτιού στο Παλέρμο κρυφά ανεβασμένος διάβαζε τα απαγορευμένα βιβλία και σε μια άλλη, της βιβλιοθήκης όπου ήταν χαμηλόβαθμος υπάλληλος έγραψε κάποιες ιστορίες του; Πώς θα βρούμε πια τις τεράστιες εγκυκλοπαίδειες, τις εικόνες των οποίων ο ίδιος ντροπαλά παραδεχόταν πως δεν ξέχασε ποτέ, αυτός «που δεν μπορεί να θυμηθεί, χωρίς να μπερδευτεί, το μέτωπο ή το χαμόγελο μιας γυναίκας»; Τα προφανή – οι comparditos, οι διασταυρώσεις στους λαβυρίνθους κι ένα μεγάλο όνειρο, να ήταν άνθρωπος της δράσης, δεν αρκούν. Ίσως όμως αρκεί ένα αποτύπωμα τίγρης που πανικόβαλε κάποτε τον πληθυσμό του Ροζάριο – τίγρη που ποτέ κανείς δεν είδε, κι εμείς υποπτευόμαστε πως μπορεί κι εκείνος απλά να σκάλισε τα ίχνη της στο χώμα.

Αυτό δεν είναι για μένα…οι τόμοι αυτής της εξαίρετης συλλογής αποτελούν έναν αληθινό φάκελο όπου βρίσκεται κανείς φυλακισμένος κι αυτή είναι μια από τις πιο μισητές αισθήσεις που θα μπορούσα να νιώσω κι ενάντια στην οποία πολέμησα ολόκληρη τη ζωή μου απάντησε ο Μισώ στην πρόταση του Gallimard να τον συμπεριλάβει στην περίφημη σειρά Πλειάδες (:η οριστική εκδοτική δικαίωση στην παγκόσμια λογοτεχνία). Με μια βαθιά περιφρόνηση για την χώρα καταγωγής του, ο Μισώ πάντα επιθυμούσε να βρίσκεται «αλλού», μακριά απ’ όλα και να αναζητά ένα τόπο φτιαγμένο για αναχωρήσεις. Επαναλαμβανόμενο και εμμονικό έπιπλο των ιστοριών του το κρεβάτι, και πάντα η θάλασσα, ένας χώρος χωρίς τραυματικές αποσκευές και δυστυχίες.

Με το που βρέθηκε στο Τόκυο ο Ρολέν είδε γέρους κυρίους με παναμάδες να στηρίζονται στο μπράτσο νεαρών γυναικών, ένα θέαμα αρκούντως καουαμπατικό. Και στα τοπία μέχρι την Οσάκα έψαξε τον απόηχο αλλά και τον πρόηχο του διεστραμμένου ερωτισμού του Καουαμπάτα, του ολομόναχου στον κόσμο από τα 15 του, του σωματικά αδύναμου και φοβισμένου για το θάνατο. Ίσως γι’ αυτό εκείνος είχε αποκτήσει τέτοια εμμονή με την νεότητα, την ομορφιά και τον έρωτα, ίσως εξ ου και η νοσηρή κλίση στο έργο του προς νεκρώσιμες τελετές, κηδεύσεις και αποτεφρώσεις. Και πώς συνδυάζονταν τα δύο; Να φέρεσαι σε μια κοπέλα όπως σε μια νεκρή, να την κρατάς κάτω απ’ το βλέμμα, να τη διερευνάς.

Εκδ. Άγρα, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 146 (Paysages origineles. Récits, 1999). Με μια μαυρόασπρη φωτογραφία της νεότητας του καθενός.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες: Χέμινγκουέυ, Καουαμπάτα: οι δυο αυτόχειρες της 5άδας του Ρολέν, συμπτωματικά αμφότεροι Νομπελίστες.

16
Απρ
10

Christopher Hitchens – Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα

Ο Χίτσενς ανήκει στον ευρύτερο κύκλο των σύγχρονων αθεϊστών (Ντάνιελ Ντένετ, Σαμ Χάρις, Ρίτσαρντ Ντόκινς, Μισέλ Ονφρέ) που είναι ιδιαίτερα σκληροί και ειρωνικοί στα γραπτά τους – εξ ου και η χαρακτηρισμός του ως «ρήτορα – πυγμάχου»: η γραφή του δεν φείδεται επιθετικών χαρακτηρισμών και κοσμητικών επιθέτων. Μέσα από μια ευρύτατη γκάμα φιλοσοφικών και λογοτεχνικών αναφορών και σύγχρονων και παλαιότερων ιστορικών στοιχείων ο Χίτσενς επιθυμεί να τεκμηριώσει τον τίτλο του βιβλίου του, τα βασικότερα σημεία του οποίου συνοψίζονται στα εξής:

Η θρησκεία είναι ανθρώπινο (δηλαδή ανδρικό) επινόημα. Η οργανωμένη μορφή της είναι βίαιη, συγγενική με τον ρατσισμό και τον σεχταρισμό, περιφρονεί τις γυναίκες, καταπιέζει τα παιδιά, οδηγεί σε αυταπάτες και ψυχώσεις. Το μήνυμά της είναι μήνυμα μόνιμης υποταγής και ευγνωμοσύνης. Οι θρησκείες εμφανίστηκαν όταν οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν αγράμματοι και ακόμα και σήμερα απευθύνονται πρώτα στους πολλούς, που είναι φτωχοί, αμόρφωτοι και βρίσκονται σε σύγχυση. Οι πρώτοι πατέρες της πίστης (φρόντισαν να μην υπάρχουν μητέρες) ζούσαν σε μια εποχή αβυσσαλέας άγνοιας και φόβου. Σ’ εκείνη την κλαψιάρικη νηπιακή ηλικία του ανθρώπινου είδους, κλήθηκε να ικανοποιήσει την ανάγκη για γνώση, παρηγοριά και φυσικά την επιθυμία αποφυγής του θανάτου. Παραδόξως οι τρεις βασικές μονοθεϊστικές θρησκείες χαρακτηρίζονται από έναν Παντοδύναμο που έχει την τάση να εμφανίζεται σε αγράμματα πρόσωπα στη Μέση Ανατολή (κατεξοχήν τόπο προφητών, δεισιδαιμονιών και ειδωλολατριών) και σε απελπιστικά τοπικό πλαίσιο. Αυτοί οι επαρχιώτες ή ο θεός τους, δεν φαίνεται να έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει πέρα από την έρημο και τα κοπάδια τους. Μήπως τελικά εκείνος ήταν που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους;

Ο θεός δεν δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσή του, αλλά μάλλον συνέβη το αντίθετο, κάτι που αποτελεί την ανώδυνη εξήγηση για την πληθώρα θεών και θρησκειών και την αδελφοκτονία στο εσωτερικό των δογμάτων. Άλλωστε οι ίδιοι οι ιδρυτές αδυνατούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους στα στοιχειώδη. Αν προσθέσει κανείς όλους όσους διεκδικούν καταγωγή από τον ιδρυτή μιας θρησκείας, το άθροισμά τους θα υπερέβαινε τον αριθμό των κομματιών του προφανώς εκατοντάδων μέτρων σταυρού (αν κρίνουμε από το τίμιο ξύλο που κυκλοφορεί) του Ιησού. Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας η ελευθερία απιστίας ή επιλογής θρησκείας δεν υπήρχε. Οι κατατρομαγμένοι χωριάτες της αρχαιότητας θα πίστευαν ή στον έναν ή στον άλλον θεό.

Σε όλα τα θρησκευτικά κείμενα απαντά ο αρχέγονος φόβος πως η μισή ανθρώπινη φυλή είναι διεφθαρμένη και ακάθαρτη, η επιθυμία για μικροδιευθετήσεις αντιδικιών σε αγροτικά ζητήματα και η δικαιολογία για δουλεμπόριο και εθνοκάθαρση. Άλλωστε η θρησκεία έχει κάνει πάρα πολλούς ανθρώπους να συμπεριφέρονται χειρότερα απ’ όσο οι άλλοι αλλά και να επιτρέπουν στον εαυτό τους ακριβώς αυτή τη συμπεριφορά. Οι ευσεβείς πάντα θα καίνε ο ένας τις εκκλησίες, τα τεμένη και τις συναγωγές του άλλου. Αναρίθμητες περιπτώσεις αποδεικνύουν πως η θρησκεία λειτουργεί σαν ένας τεράστιος πολλαπλασιαστής φυλετικής καχυποψίας και μίσους και δεν διαφέρει σε τίποτα από τον ρατσισμό.

Παραμένει εντυπωσιακό το ότι όλες οι θρησκείες έχουν αντισταθεί σθεναρά σε κάθε προσπάθεια να μεταφραστούν τα ιερά κείμενά τους σε γλώσσες κατανοητές. Ακόμα και σήμερα κάθε μεταγραφή του Κορανίου στην καθομιλούμενη πρέπει να τυπώνεται παράλληλα με το αραβικό πρωτότυπο κι «αυτό θα έπρεπε να γεννάει υποψίες ακόμα και σε έναν ηλίθιο». Τα Ευαγγέλια αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμα και στα βασικά, στην περιγραφή π.χ. της Σταύρωσης ή της Ανάστασης. Όλες φροντίζουν να φιμώνουν ή να εκτελούν όσους τις αμφισβητούν και αυτό αποτελεί μάλλον απόδειξη βαθιάς ανασφάλειας και αδυναμίας παρά δύναμης.

Συχνότατα οι θρησκείες αποτελούν μόνιμη απειλή για την δημόσια υγεία. Η στάση τους έναντι της ιατρικής είναι πάντα από προβληματική έως εχθρική: την καταπολεμά μαζί με την επιστήμη γιατί σπάνε το μονοπώλιό της (είναι βολικότερο να διαδίδει πως οι ασθένειες αποτελούν θεϊκή τιμωρία για τις αμαρτίες). Ιεχωβάδες και άλλοι Χριστιανοί αρνούνται επείγουσα ιατρική περίθαλψη στα παιδιά τους, μουσουλμάνοι άφησαν πληθυσμούς σακατεμένους διαδίδοντας πως το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας αποτελεί μέρος μιας … πλεκτάνης του ΟΗΕ. Σ’ ένα μεγάλο μέρος της ανιμιστικής και μουσουλμανικής Αφρικής νεαρά κορίτσια υποβάλλονται στο μαρτύριο της κλειτοριδεκτομής και πρόσδεσης του αιδοίου, ενώ τα αγόρια ακρωτηριάζονται σεξουαλικώς με την περιτομή. Ακόμα και στη Νέα Υόρκη του 21ου αιώνα λαμβάνουν χώρα πρωτόγονοι ακρωτηριασμοί με τραγικά αποτελέσματα – ελάχιστοι θα άντεχαν να διαβάσουν τις σχετικές περιπτώσεις.

Εδώ υπεισέρχεται η τερατώδης σχέση της θρησκείας με το σεξ και ο φόβος που προκαλεί η αναπαραγωγική πράξη. Η σχέση μεταξύ θρησκευτικής βαρβαρότητας και σεξουαλικής καταπίεσης είναι άμεση. Το σεξ πρέπει να χάσει την απολαυστική του πλευρά. Αναρωτιέται κανείς τι είδους θεοί είναι εκείνοι που αφού ποίησαν τα πάντα εν σοφία έδωσαν την σεξουαλική ορμή στον άνθρωπο κι ύστερα την καταδίκασαν. Όταν οι νεαροί μουσουλμάνοι στερούνται κάθε σχέση με το αντίθετο φύλο και μαθαίνουν να προτιμούν το μαρτύριο της αποχαυνωτικής μηχανικής απαγγελίας του Κορανίου, το πρόβλημά τους, γράφει ο Χίτσενς, δεν είναι ότι επιθυμούν παρθένους αλλά ότι οι ίδιοι είναι παρθένοι

Οι μονοθεϊστές παρενοχλούν συνεχώς τον θεό τους, σα να είναι κουφός – πώς όμως αυτοί, ένα απλό δημιούργημα του θεού, γνωρίζουν τις προθέσεις εκείνου αλλά και τις επιθυμίες του σχετικά με συνήθειες, διατροφή και σεξουαλική ηθική; Η θρησκεία έχει αποδειχτεί εξαιρετικά παραβατική πάνω στο ένα και μοναδικό θέμα όπου δεν θα έπρεπε αποδεικνύοντας το αυτονόητο: πως ηθική και ηθικότητα είναι εντελώς ανεξάρτητες απ’ την πίστη. Και σε τελική ανάλυση ποιοι είναι οι κληρικοί για να ερμηνεύσουν τη φύση εν γένει; Έχουν αποδειχτεί ανίκανοι γι’ αυτό. Σήμερα είναι αποδεδειγμένη η σύνδεση σωματικής και ψυχικής υγείας με την σεξουαλική λειτουργία / δυσλειτουργία.

Η εμπλοκή της θρησκείας στην πολιτική είναι εξίσου καταστροφική. Μπέλφαστ, Βηρυτός, Βελιγράδι, Ιερουσαλήμ, Βαγδάτη, Ρουάντα. Η ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη θα είχε λυθεί με ευκολία (:δύο όμορα κράτη) αν δεν είχαν ανακατευτεί ραβίνοι και μουλάδες. Οι ορθόδοξοι έκαναν γαργάρα τους αμέτρητους ομαδικούς τάφους των ομόδοξων Σέρβων εγκληματιών πολέμου Κάραζιτς και Μλάντιτς. Οι εκκλησιαστικές αρχές πάντα είναι απρόθυμες να καταδικάσουν γεγονότα όπως οι δολοφονίες των μεταφραστών του Ράσντι (ενώ αντίθετα καταδίκασαν το έργο του!) και σπάνια παρεμβαίνουν σε περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης, δουλείας ή γενοκτονίας. Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Γκάντι, Μορμόνοι, ψευτομεσσίες: η θρησκεία πάντα χρησιμοποιήθηκε για εδραίωση εξουσίας.

Διόλου τυχαία σε όλες τις τυραννίες, οι τύραννοι ήταν και θεοί ή επικεφαλής εκκλησιών, ενώ τα ολοκληρωτικά καθεστώτα χρησιμοποίησαν τους όρους της θρησκείας: δουλική εξύμνηση του τέλειου ηγέτη, επιτήρηση και αποποίηση κάθε ιδιωτικότητας και ατομικότητας (και στο σεξ), καταγγελίες και τιμωρίες. Άλλοτε συμβάδισαν αρμονικά (ο φασισμός πήγαινε παρέα με την ρωμαιοκαθολική εκκλησία, που άλλωστε οργάνωσε και την διαφυγή των ναζιστών στην Λατινική Αμερική, το απαρτχάιντ κραύγαζε τις χριστιανικές του αρχές), άλλοτε απλώς την αντικατέστησε (σταλινισμός). Κάθε άπιστος θεωρήθηκε τρελός, εξ ου και ο εγκλεισμός των διαφωνούντων της Σοβιετικής Ένωσης σε φρενοκομεία.

Από τις χιλιάδες εγκαταλελειμμένες σήμερα θρησκείες του παρελθόντος έτυχε να ριζώσει ο χριστιανισμός, αφού πέρασε διάφορες ιουδαϊκές μεταλλάξεις και υιοθετήθηκε για τους γνωστούς πολιτικούς λόγους από τον Κωνσταντίνο. Μια δυο στρατιωτικές νίκες των αντιπάλων – όπως στην περίπτωση του Λίνκολν στο Αντιέταμ – «και δεν θα ήμασταν όμηροι τοπικών διενέξεων που έλαβαν στην Ιουδαία και την Αραβία προ αμνημονεύτων χρόνων». Το ισλάμ βασίζεται στην εβραϊκή και χριστιανική θρησκεία, απ’ όπου τσιμπολόγησε αμέτρητες σκόρπιες παραγράφους, αλλά και σε πλήθος άλλων αρχαιοελληνικών, ινδικών, περσικών κ.ά. στοιχείων. Οι φανατικοί του ενηλικιώνονται μαθαίνοντας να θεωρούν υποδεέστερα τα θηλυκά μέλη της οικογένειας, χωρίς ποτέ να έχουν συζητήσει, πόσο μάλλον σχετιστεί με κάποια γυναίκα – κατάσταση εξ ορισμού παθολογική. Στο ιερούς τόπους του Θιβέτ, μια μοναστική μονάδα εκλεκτών περιφέρεται και φλυαρεί στο επέκεινα σε εξωτικό και πολυτελές περιβάλλον, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσμός βρίσκεται σε καθεστώς δουλείας και τρόμου.

Η θρησκεία πάντα χαρακτηρίζεται από μια απωθημένη επιθυμία να δει τα πάντα να διαλύονται και να ερειπώνονται, εξ ου και η εμμονή με τις Δεύτερες Παρουσίες και τις Αποκαλύψεις. Το 2000 ήταν «ένα ακόμα οδόμετρο για ηλίθιους», ενώ με κάθε αφορμή πλήθη εύπιστων ανεγκέφαλων ξεπουλούν τα υπάρχοντά τους ή παραδίδουν τις γυναίκες τους στον ηγέτη ενόψει κάποια επερχόμενης Καταστροφής. Όμως κάτι που δεν έχει φυσική εξήγηση, δε σημαίνει πως έχει και υπερφυσική. Σ’ αυτό τον κόσμο τίποτα δεν είναι παράξενο. Οι φυσικές «θεομηνίες» σίγουρα δεν συνιστούν παραβιάσεις των νόμων της φύσης, αλλά μάλλον οφείλονται στις αναπόφευκτες διακυμάνσεις στο εσωτερικό τους. Η ιδέα βέβαια πως οι συμφορές συνιστούν θεϊκή τιμωρία είναι πάντα χρήσιμη και χρησιμοποιείται με κάθε ευκαιρία ακόμα και σήμερα (δίδυμοι πύργοι, τυφώνας Κατρίνα). Σήμερα ακόμα και το μικρότερο απ’ τα παιδιά μου γνωρίζει περισσότερα για την φυσική τάξη απ’ ότι οι «Πατέρες» γράφει ο Χίτσενς και αναρωτιέται: Γιατί δεν είναι ευτυχισμένοι όσοι πιστεύουν πως κάποιος πανάγαθος και παντοδύναμος δημιουργός τους έπλασε και τώρα τους επιτηρεί ακόμα κι όταν κοιμούνται; Μήπως τελικά αυτός ο δημιουργός δεν είναι κάποιος, αλλά μια συνεχής διαδικασία μεταλλαγών με πολύ περισσότερα τυχαία στοιχεία απ’ όσο θα ήθελε η ματαιοδοξία των πιστών;

Η Εκκλησία πάντα προτιμούσε τους αθώους και τους ανυπεράσπιστους για πειραματικούς σκοπούς και φυσικά επιδιώκει να μονοπωλήσει τα παιδιά στο ξεκίνημα της ζωής τους. Το ασχημάτιστο παιδικό μυαλό πάντα ήταν το ιδανικότερο πεδίο εφαρμογής των μεθόδων της. Όσοι εφάρμοσαν τέτοιες ασκήσεις ηθικής τρομοκρατίας στα παιδιά είναι εμφανώς διεστραμμένοι. Εκείνοι που κήρυξαν τον φόβο και το μίσος σε αμέτρητης παιδικές ζωές πρέπει να είναι ευγνώμονες που η κόλαση που κήρυτταν ήταν απλώς ένα από τα πολλά πρόστυχα ψέμματά τους και δεν έχουν σταλεί εκεί για να σαπίσουν. Δεδομένου όλων όσων αποκαλύπτονται σήμερα, φρίττει κανείς όταν σκέφτεται τι μπορεί να συνέβαινε παλαιότερα όταν η εκκλησία ήταν υπεράνω κριτικής.

Η χρησιμότητα της θρησκείας ανήκει στο παρελθόν, τα θεμελιώδη βιβλία της περιέχουν κατάφωρα ψεύδη, συντηρούνταν με την ψέμα, τον φόβο, την άγνοια και την ενοχή. Η εποχή των προφητών, των μεγάλων θεολόγων και των θαυμάτων είναι μακριά. Ακόμα κι η τέχνη της ανάστασης πέθανε, εκτός αν εξ αρχής οι πηγές ήταν αναξιόπιστες. Οι επιστήμες της κειμενικής κριτικής, της αρχαιολογίας, της φυσικής και της μοριακής βιολογίας έχουν δείξει ότι οι θρησκευτικοί μύθοι είναι ψευδείς και επινοημένοι από τον άνθρωπο κι έχουν επιτύχει να παρουσιάσουν καλύτερες εξηγήσεις. Μάλιστα η ίδια η θρησκεία ερμηνεύεται πλέον με όρους «φυσικής επιστήμης». Τα φαινόμενα εξηγούνται με βιολογικούς όρους και στο ψυχολογικό πεδίο είναι προτιμότερο οι άνθρωποι να πιστεύουν σε κάτι από το να μην πιστεύουν σε τίποτα. Αλλά μάλλον απλώς πιστεύουν στην πίστη.

Τι αντιπροτείνει ο Χίτσενς; Σαφώς η θρησκευτική πίστη δεν θα εκλείψει ποτέ, ή τουλάχιστο όχι προτού οι άνθρωποι ξεπεράσουν το φόβο του αγνώστου, του θανάτου και τους ενός για τον άλλο. Οι άνθρωποι είναι πάντα ελεύθεροι να ιδρύουν ή να ακολουθούν τη θρησκεία που τους ταιριάζει, ικανοποιεί ή κολακεύει. Αρκεί να μην κάνουν τόση φασαρία οι ιεροκήρυκες που ισχυρίζονται ότι ο δικός τους Μεσσίας και κανενός άλλου είναι εκείνος που οφείλει να δέχεται ο κόσμος με δουλοπρέπεια και δέος. Αρκεί να αφήσουν ήσυχους εκείνους που δεν «πιστεύουν» – πράγμα που ποτέ δεν κάνουν. Οι υπερασπιστές της ας συνεχίσουν να βασίζονται αποκλειστικά στην πίστη τους, όμως να έχουν το θάρρος ακριβώς αυτό να παραδεχτούν. Το αίσθημα δικαιοσύνης ας το επιβάλλει η συνείδηση, όχι κάποια θεϊκή οργή.

Η ανάγκη για θαυμασμό και μυστήριο ικανοποιείται άριστα με μουσική, τέχνη, λογοτεχνία, ανθρώπινη επικοινωνία, φιλία, ψυχαγωγία. Η μελέτη της λογοτεχνίας μπορεί να αντικαταστήσει την παθητική εμμονή στα παραποιημένα και χαλκευμένα ιερά κείμενα και στις φανταστικές ηθικολογικές ιστορίες τους. Άλλωστε οι σπουδαίοι λογοτέχνες αντιμετωπίζουν τα μεγάλα ηθικά διλήμματα πολύ καλύτερα. Στον Σαίξπηρ υπάρχει πολύ περισσότερη ηθική υπεροχή απ’ όσο στο Ταλμούδ ή στο Κοράνι ή στο οποιοδήποτε χρονικό διενέξεων μεταξύ πρωτόγονων φυλών. Μπορούμε να ζούμε ηθικά χωρίς τη θρησκεία και κανένα μέρος της γης δεν μπορεί να είναι «ιερότερο» από τα υπόλοιπα. Κάθε στάση που δηλώνει υποταγή και παράδοση ανήκει στην προϊστορία του ανθρώπινου είδους.

Θα περίμενε κανείς ο συγγραφέας να έχει ζήσει σε απόσταση από τις θρησκείες, αλλά όχι: υπήρξε αγγλικανός, σπούδασε σε σχολείο μεθοδιστών, μεταστράφηκε λόγω γάμου στην Ορθοδοξία, ξαναπαντρεύτηκε από ραββίνο. Σήμερα εργάζεται ως συνεργάτης περιοδικών (Vanity Fair) και έκτακτος καθηγητής «φιλελεύθερων σπουδών»: προφανώς ο δικός του θεός είναι η τύχη, εφόσον όλα αυτά του παρέχουν τα προς το ζην!

Εκδ. Scripta, 2008, μτφ. Δέσποινα Ρισσάκη, επιμ. Άρης Μπερλής, 352 σελ., με βιβλιογραφικές παραπομπές του συγγραφέα (God is not Great: How Religion Poisons Everything, 2007).

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή): εδώ. – Στις φωτογραφίες, ναοί των πολυθεϊστών, εβραίων, ορθοδόξων, καθολικών, μουσουλμάνων και μια επιτάφια περιφορά στη Σαραγόσα.

29
Οκτ
08

Μαρκ Άξελροντ – Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ

Ο Καμύ έφτιαξε κονιάκ με το όνομά του, ο Πόε, ο Κάφκα, ο Στρίντμπεργκ, η Μπλίξεν άνοιξαν καφέ, η Γουλφ εστιατόριο, ο Κίπλινγκ μαγαζί με είδη κάμπινγκ, ο Χ.Κ. Άντερσεν παραμυθένιο ντελικατέσεν στην Κοπεγχάγη. Ο Καζανόβα των (σ)εξαιρετικών κατορθωμάτων άφησε ρητή εντολή στη διαθήκη του να μετατραπεί το σπίτι του σε εστιατόριο για «στιχοπλόκους και για κείνους που τα χείλη τους έχουν ανάγκη τα απομεινάρια από χαυνωτικές μέρες που πέρασαν στο κρεβάτι». Η Κολέτ και η συμβία της άνοιξαν φαγάδικο στη Μινεσότα για «να βρούν λύτρωση στην πολυτέλεια των ευρείων αντιλήψεων», μακριά από τις κακές παριζιάνικες γλώσσες. Το εστιατόριο του Φελίνι στη Ρώμη μοιάζει με σκηνικό των ταινιών του, οι δε γυμνές σερβιτόρες επιθεωρούνται επισταμένα από τον Μ. Μαστρογιάννι.

Το πιστέψατε; Αποκλείετε το ενδεχόμενο όλα αυτά να μην συνέβησαν ποτέ αλλά να μπορούσαν κάλλιστα να έχουν συμβεί; Τι σημασία έχει εφόσον το ερώτημα παραμένει: Τι θα ωθούσε τους συγκεκριμένους συγγραφείς να φτιάξουν τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αν το αποφάσιζαν; Γιατί οι συγκεκριμένες επωνυμίες καταστημάτων, φαγητών, ποτών, αξεσουάρ με ονόματα συγγραφέων, καλλιτεχνών και άλλων φημισμένων όντως υπάρχουν ανά τον κόσμο και για του λόγου το αληθές περιλαμβάνεται η σχετική φωτογραφία και αναφέρεται η ακριβής τους τοποθεσία.

Με ποιο τρόπο όμως ετούτος ο συλλέκτης εμπορικών επωνυμιών φτιάχνει τις μικρές του τρισέλιδες ή τετρασέλιδες ιστορίες; Με οδηγό την φαντασία του, τα στοιχεία που γνωρίζουμε για τους τιμώμενους ή μήπως με βάση του πώς τους σκεφτόμαστε σήμερα; Ο καλλιτέχνης είναι το έργο του ή το αποτύπωμά του στη εκάστοτε συγκυρία; Όλοι αυτοί οι καταδικασμένοι σε τέχνη και γραφή πίστευαν πως θα σωθούν αποκτώντας συνηθέστερο επάγγελμα και καθημερινή πελατεία; Μήπως στην πραγματικότητα όλοι τους αποδείχτηκαν ακατάλληλοι έως αποτυχημένοι επιχειρηματίες (γιατί όντως υπήρξαν κάποιοι που το δοκίμασαν), πιθανώς σύμφωνα με κάποιον άγραφο κανόνα; Σε τελευταία ανάλυση, τόσο εκείνοι όσο κι εμείς που τους διαβάσαμε το ίδιο αδύναμοι και άβουλοι είμαστε απέναντι στο αδιανόητο της ζωής και των συστατικών της, έτσι δεν είναι;

Φυσικά ο Άξελροντ δεν κατασκευάζει απλώς εκ του μηδενός αυτές τις εξωφρενικές, ξεκαρδιστικές και πέρα για πέρα πειστικές ιστορίες. Ως καθηγητής Αγγλικής και Συγκριτικής Φιλολογίας σε Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και μαέστρος του Κέντρου Δημιουργικής Γραφής Τζον Φάουλς έχει τη δυνατότητα να τις πλάθει με στοιχεία αληθινά ή αληθοφανή αλλά και με υπόγειες αναφορές πολλές από τις οποίες ως απλοί αναγνώστες ίσως χάνουμε αλλά ενίοτε μυριζόμαστε. Σκαρώνει 44 ψευδο-δοκιμιακές, διηγηματικές και φαντασιακές βινιέτες με αυτοσαρκαστική αμερικάνικη γραφή να θυμίζει από Φίλιπ Ροθ μέχρι …. Γούντι Άλεν, με στοιχεία μαύρης σάτιρας, nonsense και σκληρής κοροϊδίας για την εμπορευματική μας στάση απέναντι σε κάθε πολιτιστικό προϊόν. Και ο Μπόρχες, εκτός από την διεύθυνση του γραφείου ταξιδίων που του παραχωρείται, χαμογελάει πίσω από την πόρτα γιατί βλέπει πως ένας ακόμα επίγονος τον βγάζει λευκοπρόσωπο.

Ας ξεκινήσει λοιπόν το παιχνίδι! Ποιοι βρήκαν την γαλήνηαπό τα γράμματα σε αμπελώνες, βιβλιοπωλεία, φούρνους ή εταιρείες ντέτεκτιβ; Ποιοι παραμένουν σήμερα καλοφάγωτοι, έχοντας δώσει όνομα σε μπισκότα, σοκολάτες και πάστες; Πώς φαντάζεστε το Στέκι του Ιησού στις Βρυξέλλες; Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια αποθήκη ονόματι Μπέκετ κάπου στο Νόργουιτς; Τι μαγαζί θα έφτιαχναν οι Μπουκόφσκι και Τουλούζ Λωτρέκ για να συναναστρέφονται συνεχώς με τις αγαπημένες τους γυναίκες; (Αν σκεφτήκατε κατάστημα εσωρούχων χάσατε).

Στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας προσφέρει στον εαυτό του μια ανάλογη εναλλακτική. Και όπως καταλαβαίνετε, η επιχείρηση «Παιχνίδια Αξελροντ» είναι η δική του απωλεσθείσα εδέμ. Να μια σύμπτωση συγγραφέα και κοινού θνητού: στα μονοψήφια χρόνια μου ονειρευόμουν κι εγώ να έχω ένα μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών αλλά να είχε κι εκείνες τις τράπουλες με τα χαρακτηριστικά αυτοκινήτων, φορτηγών και τρένων. Υπέρ Ατού!

O Αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος Μαρκ Άξελροντ έχει ήδη 4 μυθιστορήματα, 1 συλλογή διηγημάτων και 3 βιβλία κριτικής. Mark Axelrod – Borges’ Travel, Heminqway’s Garage – Secret Stories, 2004. / Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ – Απόκρυφες ιστορίες, μετφ. Παντελής Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Νάρκισσος, 2005, σελ. 222.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092



 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers