Αρχείο για την κατηγορία 'Ελληνική Λογοτεχνία'

28
Απρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 91. Μαρία Α. Ιωάννου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρόκειται για την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη και που αποτελείται από πολιτικοκοινωνικά ψυχογραφήματα, τα οποία εκφράζονται μέσα από το στοιχείο του παραλόγου, τον σουρεαλισμό και τα παιχνίδια της γλώσσας και της φόρμας. Είναι βιβλίο που ίσως απαιτεί περισσότερες από μία αναγνώσεις όχι γιατί είναι πολύπλοκο ή αφηρημένο αλλά γιατί η γραφή σε αρκετά σημεία είναι ελλειπτική και υπαινικτική, λειτουργώντας όπως ακριβώς κι ένας ζωγραφικός πίνακας που όσο περισσότερο τον παρατηρείς τόσο περισσότερα ανακαλύπτεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολούθησε για ένα διάστημα ο μικρός πολυέλαιος από το διήγημα “Le petit chandelier” που δυστυχώς τώρα βρίσκεται κλεισμένος σε μια αποθήκη. Με ακολουθεί εδώ και καιρό η βλεφαρίδα από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, τόσο έντονα που κάποιοι φίλοι δε με φωνάζουν πια με τ’ όνομά μου. Τέλος, το Αγρινό από το διήγημα Ovis Aries Orientalis. Το άφησα κάπου πνιγμένο με βαμβάκι στα πνευμόνια μα τον τελευταίο καιρό νιώθω έντονα την ανάγκη να συνεχίσω την ιστορία του, ίσως γιατί η ιστορία του εκφράζει μια εφιαλτική και εν μέρει διαστροφική απεικόνιση της σύγχρονης Κυπριακής κοινωνίας. Ανθρώπινοι χαρακτήρες από τα διηγήματά μου δύσκολα με ακολουθούν, είναι εγωιστές κι αυτοί, επιλέγουν μια πρόσκαιρη λογοτεχνική στιγμή και νομίζουν πως έτσι θα φτάσουν την αιωνιότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Αρχικά γράφω σκόρπιες ιδέες στο σημειωματάριό μου, στοιχεία που μου κάνουν εντύπωση διαβάζοντας μια εφημερίδα, βλέποντας μια ταινία ή περπατώντας στο δρόμο. Καταγράφω επίσης συνομιλίες αγνώστων. Νιώθω πως έτσι τους κατασκοπεύω, πως κάνω κάτι ανάρμοστο κι αυτό με φέρνει σε δημιουργική έξαρση. Γίνομαι αόρατη, δημιουργώ κόσμους κλέβοντας λέξεις και εικόνες από τη ζωή. Αυτό πάντα μου άρεσε.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο κινηματογράφος πάντα με γοήτευε και νιώθω πως η γραφή μου είναι επηρεασμένη από τις σύγχρονες κινηματογραφικές τεχνικές. Η διαφορά μιας ταινίας από ένα βιβλίο είναι πως τις περισσότερες φορές σου παρουσιάζει το θέμα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, ενώ ένα βιβλίο σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα με πολλούς τρόπους, χρησιμοποιώντας τη φαντασία σου. Γι αυτό και οι ταινίες που με γοητεύουν είναι αυτές που είτε έχουν πολύ έξυπνο σενάριο είτε αφήνουν τον θεατή να ερμηνεύσει αυτό που βλέπει με τον δικό του τρόπο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση και κλειδώνοντάς την στο συρτάρι ή στη μνήμη του υπολογιστή. Νιώθω πως η ποίηση είναι κάτι πολύ εσωτερικό, ιερό σχεδόν. Για να ξορκίσω λοιπόν τους φόβους μου προτιμώ να γράφω πεζογραφία χρησιμοποιώντας ποιητική γλώσσα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τι να την κάνεις την αιώνια νιότη άμα δε μπορείς να δεις τον κόσμο μέσα από μια αναγνωστική ή συγγραφική ματιά, άμα χαθεί η έμπνευση. Τι να την κανείς τη λογοτεχνία άμα αφαιρεθεί απ’ αυτήν ο θάνατος, η σοφία που φέρνει ο χρόνος, η ατόφια ανθρώπινη απελπισία που αποτελεί κινητήριο δύναμη αριστουργημάτων. Από την άλλη ποιος δεν επιθύμησε την αιώνια ζωή – την ψευδαίσθηση μιας πιθανής αθανασίας. Σε τελική ανάλυση δε γράφουμε για να νικήσουμε τον θάνατο; Ή τουλάχιστον για να τον καταλάβουμε;

26
Μαρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 85. Λίνα Φυτιλή

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο σας βιβλίων;

Οι νύχτες της άχρωμης  κιμωλίας, Καστανιώτης. Ένα ταξίδι σε άγνωστο προορισμό, κατά τη διάρκεια του οποίου οι επιβάτες ξεδιπλώνουν τις ιστορίες  τους, ένα υπαρξιακό ταξίδι πρωτίστως με απροσδόκητο τέλος. Τώρα είναι αργά, Απόπειρα. Όταν η νοσταλγία είναι τόσο δυνατή, που οι ήρωες ζούνε εγκλωβισμένοι στο παρελθόν τους, αναζητούν μια ευκαιρία για να ξεφύγουν. Ίσως μέσα στην ευδαιμονία του καλοκαιριού βρουν αυτή την ευκαιρία…

Αγαπημένοι σας παλιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πάρα πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς: Τόμας Μαν, Χειμωνάς, Ντοστογιέφσκι, Ταμπούκι, Κούτσι, Τζόις, Προυστ, Χάισμιθ, Καλβίνο, Άτγουντ, Έιμις, Μπαρνς, Γουλφ, Έρση Σωτηροπούλου, Τζόις, Κάφκα, Ίαν Μακ Γιούαν…

Αγαπημένα σας βιβλία.

Το μαγικό βουνό, Η θάλασσα, Δαμάζοντας το κτήνος, Ο τυφλός δολοφόνος, Ιδιωτικές συναντήσεις, Ο μαιτρ κι η Μαργαρίτα, Περί τυφλότητας, Στην ακτή, Οδυσσέας, Ο πύργος, Αόρατες πόλεις, Στην καρδιά της χώρας, όλα του Ταμπούκι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Καλβίνο, αρκετά της Σωτηροπούλου, του Χάκκα, της Ζατέλη, του προσφάτως βραβευμένου Χρήστου Οικονόμου…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Αρκετοί. Ενδεικτικά αναφέρω το Δημήτρη Σωτάκη για τους φανταστικούς κόσμους που στήνει, τον Κυριάκο Γιαλένιο για την ευαίσθητη ματιά του, τον Χρήστο Οικονόμου για το ύφος…

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε νέα τους;

Οι ήρωες με ακολουθούν σε όλη τη διάρκεια της σκέψης και της συγγραφής ενός βιβλίου. Έπειτα τους αφήνω οριστικά κι αυτοί εμένα. Θέλω να τους φαντάζομαι ελεύθερους.

Αγαπημένος ή και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του σπιτιού σας;

Όχι, αλλά θα το ήθελα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερος σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η πρώτη γραφή γίνεται συνήθως σε ένα τετράδιο. Έπειτα αναλαμβάνει ο υπολογιστής. Η μετάβαση γίνεται αυτόματα, με ένα μαγικό τρόπο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό είναι να επιλέξω το θέμα, τους ήρωες και την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Η γραφή είναι μια εγκεφαλική και σύνθετη ψυχοσυναισθηματική διαδικασία. Οι λέξεις είναι απλώς το μέσον. Όταν γράφω, θέλω ν’ ακούω τους ήχους της πόλης, συχνά γράφω με ανοιχτά παράθυρα. Άλλοτε θέλω απόλυτη ησυχία. Η μουσική με συνοδεύει το διάστημα της συγγραφής αλλά όχι τη στιγμή που γράφω. Σε κάθε βιβλίο έχω κάποιες μουσικές εμμονές. Στο Τώρα είναι αργά άκουγα συνέχεια Calexico. Γενικά ακούω από κλασσική μουσική μέχρι ρεμπέτικα, ροκ ακούσματα, ορχηστρικά, σάουντρακ από ταινίες, ανάλογα τη διάθεση πάντα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη δουλειά μου στην Εκπαίδευση.

Αγαπημένο σας λογοτεχνικό περιοδικό;

Οδός Πανός, Εντευκτήριο, Το Δέντρο, αλλά όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι αξιόλογα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία- παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;

Θα επέλεγα τον Κάφκα ή τη Βιρτζίνια Γουλφ.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θεατρικά πάντα με γοητεύει ο Λευτέρης Βογιατζής. Κινηματογραφικά τράβηξε την προσοχή μου, το προκλητικό “Κορίτσι με το τατουάζ¨.

Γράφετε ποτέ ποίηση, κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση στα δεκάξι. Στην πορεία με κέρδισε η πεζογραφία. Όταν σκεφτώ έναν ωραίο στίχο μπορώ και τον ενσωματώνω στο κείμενό μου.

Τι γράφετε τώρα;

Διανύω μια εξαιρετικά δημιουργική περίοδο. Βρίσκομαι στην ολοκλήρωση μιας σειράς διηγημάτων, ενώ μόλις ξεκίνησα ένα μυθιστόρημα. Αλλά είναι νωρίς να μιλήσω γι’ αυτό, έχω γράψει μόνο τα πρώτα δύο κεφάλαια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μου αρέσει το διαδίκτυο. Μιλάω καθημερινά με πολύ κόσμο, ανταλλάσσω απόψεις, ενημερώνομαι. Αρκεί να μπαίνει ένα όριο, για να μη χάνεται η ανθρώπινη επαφή, που φυσικά δεν υπάρχει πίσω από μία οθόνη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Κλαρίσε Λισπέκτορ “Κοντά στην άγρια καρδιά”, που μου πρότεινε ένας φίλος συγγραφέας.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Τις παρακολουθώ όσο μπορώ, είτε από εφημερίδες και περιοδικά, είτε από το ίντερνετ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο- διαδρομή- βιβλίο- λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα το Νυχτερινό στην Ινδία του Ταμπούκι, ταξιδεύοντας με υπεραστικό λεωφορείο για τον Βόλο. Στη στάση με πλησίασε ένας μεταπτυχιακός φοιτητής και με ρώτησε τι διαβάζω. Του έδειξα. Με ξαναρώτησε, αν μου έμεινε κάτι από το βιβλίο και του απάντησα “Η ατμόσφαιρά του, “γιατί η μνήμη είναι μια καταπληκτική πλαστογράφος”, όπως αναφέρει κι ο συγγραφέας. Από εκείνη τη στιγμή γίναμε φίλοι. Γενικά αγαπώ τα ταξίδια με λεωφορείο. Σ’  ένα λεωφορείο εμπνεύστηκα κάποτε τις Νύχτες της άχρωμης κιμωλίας.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Ένας μονίμως ατσαλάκωτος, από το χρόνο, άνθρωπος δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την.

Όλες οι ερωτήσεις ήταν εξαιρετικές, οπότε θα βάλω τελεία.

Στις εικόνες: Marcel Proust, J.M. Coetzee, Virginia Wolf, Antonio Tabucchi.

22
Μαρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 84. Διονύσης Μαρίνος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι χρονικές κατηγοριοποιήσεις ποτέ δεν με απασχόλησαν (ένας συγκαιρινός μπορεί να μοιάζει αναπάντεχα “παλιός” και το ανάποδο) ως εκ τούτου απαντώ ως εξής: Κάφκα, Σελίν, Φώκνερ, Χειμωνάς, Κάρβερ, Βόνεγκατ, Καμύ, Γιόσα, Μπέκετ, Μπάροουζ, Κλάους, Μούλις, Φάντε, Μπουκόφσκι και κάμποσοι άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όπως και στην προηγούμενη ερώτηση, έτσι και σε αυτήν, θα απαντήσω με το πρίσμα της λογοτεχνικής πληρότητας. Ήτοι: “Μεταμόρφωση”, “Βουή και Μανία”, “Γυμνό Γεύμα”, “Sheltering Sky”, “Η πόλη και τα σκυλιά”, “Η θλίψη του Βελγίου”, “Η ανακάλυψη του ουρανού”, “Catch 22″, και επίσης κάμποσα άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα του Χέμινγουεϊ, του Μπουκόφσκι, του Τσέχοφ, του Σάλιντζερ, του Μανέα, του Καπότε και του Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αναμφίβολα η αιρετική ματιά του Χρηστίδη και η υπερβατική γραφή (με λελογισμένα όρια) του Σωτάκη είναι άξια δείγματα της νέας σοδειάς Ελλήνων συγγραφέων. Εξαίρετο δείγμα του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος είναι και το “Στην άκρη του κόσμου”, του Γιώργου Ξενάριου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Φοβάμαι ότι τους ακολουθώ και με ακολουθούν. Πρόκειται για μια συμπεφωνημένη σκιαμαχία, στην οποία εξαρχής έχουμε δηλώσει, πως ο μοναδικός κανόνας του παιχνιδιού, θα είναι ένας: ουδείς άτρωτος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Χμ, με μια πρόχειρη σταχυολόγηση: ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο Χένρι Τσινάσκι, ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο Τζον Γιοσάριαν, όλοι της οικογενείας Σαρτόρις. Με τη βεβαιότητα πως έχω λησμονήσει εκατοντάδες.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε διάφορα σημεία του ορίζοντα, πάνω σε χαρτιά, χαρτόκουτα, πακέτα, στην παλάμη μου, στο σημειωματάριο που θα διατηρώ εδώ και 10 χρόνια. Εντέλει όπου βρω, αδιακρίτως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως ξεκινώ από την πρώτη πρόταση. Πως θα ήθελα να ήταν. Μετά αρχίζω να φτιάχνω έναν χαλαρό σκελετό και εν συνεχεία αφήνω το χάος να εισέλθει. Όταν αρχίζει να ξεφουσκώνει και όλες οι σκέψεις έχουν καταλαγιάσει, ξεκινάω την πρώτη γραφή και όπου με βγάλει. Ευτυχώς υπάρχει πάντα μια δεύτερη -ενδελεχής- ματιά που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αν και η μουσική έχει παίξει καίριο ρόλο στη ζωή μου, όταν γράφω δεν θέλω να ακούω  τίποτα. Οι νότες στη φάση της σύνθεσης, λειτουργούν διαλυτικά. Σε αποσπούν. Ωστόσο ο μουσικός παλμός υπάρχει εντός μου. Πάντως, η καλύτερη μουσική για κάποιον που γράφει, είναι ο ήχος των πλήκτρων του κομπιούτερ. Δείγμα ότι οι λέξεις είναι με το μέρος του και οι Θεοί έχουν στριμωχθεί στην άμυνα. Κατά τα λοιπά ιεροτελεστικά… κόλπα δεν υπάρχουν. Κάθεσαι, γράφεις, καπνίζεις, βαράς το κεφάλι σου, αδειάζεις το κεφάλι σου, γεμίζεις χρυσάφι, τρως άνθρακες και πάλι από την αρχή.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα “Χαμένα Κορμιά” (εκδ. Τετράγωνο) εκδόθηκε το 2011 και ήταν το βάπτισμα του πυρός. Όλα ξεκίνησαν από έναν πίνακα που άρχισα να ζωγραφίζω. Όταν τον τελείωσα συνειδητοποίησα ότι είχα φτιάξει μορφές που πάλευαν να υπάρξουν, δίχως όμως να είναι σίγουρες για το ευτυχές του εγχειρήματός τους. Ο πίνακας αυτός με στοίχειωσε με την έννοια ότι αυτές οι μορφές ήθελαν κάτι παραπάνω για να αποκτήσουν υπόσταση. Αυτήν τους την έδωσε το βιβλίο.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Τελευταία Πόλη” (εκδ. Γαβριηλίδης) το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες. Πρόκειται για μια έσχατη δυστοπία που αγγίζει τα πέρατα της ανθρώπινης αντοχής. Είναι η πορεία αυτογνωσίας και σωτηρίας μιας οικογένειας, κατά την περίοδο του πολέμου στη Βοσνία. Δεν το κρύβω, βασίζεται σε σπαράγματα αληθινών ιστοριών, με ένα τρόπο όμως – σκόπιμα- αποδραματοποιημένο και περισσότερο μυθοπλαστικό. Ο πόλεμος υπάρχει στο βάθος του κάδρου, ως υπόμνηση ενός σκληρού τέλους. Στο προσκήνιο εμφανίζονται μόνο οι ταλαντώσεις της ανθρώπινης υπόστασης και οι διαδικασίες μετάλλαξής της, σε κάτι εντελώς ξένο και άγριο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα πρώτα χρόνια έλεγα πως ασκώ το λειτούργημα του δημοσιογράφου, έπειτα από 17 χρόνια πείστηκα να λέω κάτι λιγότερο διθυραμβικό: δουλεύω ως δημοσιογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που έπιασα στα χέρια μου ήταν η “Οδός Πανός”. Ήμουν πιτσιρικάς, ριγμένος για τα καλά στο μελάνι της ροκ και νομίζω ότι με τράβηξε αυτή η ανατροπή που πρόσφερε (και συνεχίζει να προσφέρει) ο Γιώργος Χρονάς. Φυσικά το Δέντρο, το Εντευκτήριο και η Λέξη ποτέ δεν έλειψαν από τη βιβλιοθήκη μου.  Εξαίσια δείγματα αγάπης για τη λογοτεχνία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω πως ο πιο αινιγματικός όλων (τόσο με το έργο του όσο και με τη ζωή του) είναι ο Γιώργος Χειμωνάς. Ωστόσο, δεν θα το πραγματοποιούσα. Πολλές φορές η γνωριμία με το δημιουργό, εάν δεν είναι άσκοπη, ενδέχεται να λειτουργήσει επιβαρυντικά για την άποψη που έχεις για το έργο του.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος, ναι, παρακολουθώ. Προσφάτως ήμουν μια έξοχη παράσταση, έναν σπαραχτικό μονόλογο πάνω στη διαφορετικότητα. Πρόκειται για το έργο του Εμανουέλ Νταρλέ “Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ” με τον εκπληκτικό Φαίδων Καστρή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω υποπέσει και σε αυτό το αμάρτημα. Διατηρώ ένα blog (adespotosskylos.blogspot.com) το οποίο περιέχει μόνο ποίηση. Αρχικά ξεκίνησε ως παιχνίδι, ένα παιδικό παιχνίδι άσκησης και οικονομίας του λόγου. Κατέληξε πάλι ως παιδικό παιχνίδι. Σαν να βουτάω που και που μέσα στα σπλάχνα μου (και στα σπλάχνα των άλλων) και εν συνεχεία να γράφω τι είδα και τι μου έκανε εντύπωση.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη “Δουβλινιάδα” του Ενρίκε Βίλα – Μάτας.

Τι γράφετε τώρα;  

Αυτή τη στιγμή έχω περάσει τη φάση της πρώτης πρότασης και βρίσκομαι σε εκείνη του χαλαρού σκελετού. Επί της ουσίας είμαι στο δρόμο για το τρίτο μυθιστόρημά μου, αλλά με εντελώς χαλαρούς ρυθμούς.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ανάμεικτες. Υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας, αλλά και ασυδοσίας εξαιτίας της απροσχημάτιστης ανωνυμίας ενός εκάστου. Μπορείς να δηλώσεις ότι θέλεις και να μην πληρώσεις… φόρο. Από την άλλη σε όλο αυτό το ηλεκτρονικό δάσος, φύονται και καλά άνθη. Μένει να τα βρεις και να τους φερθείς με τον πρέποντα σεβασμό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Βεβαίως. Υπάρχουν κριτικοί λογοτεχνίας που αξίζει τον κόπο να τους διαβάζεις. Τόσο από τη σκοπιά του αναγνώστη, όσο και του συγγραφέα. Προσωπικά δεν ψάχνω ούτε εχθρούς, αλλά ούτε και φίλους σε μια κριτική. Η κριτική δεν είναι τίποτα άλλο από το απόσταγμα αυτών που διάβασε ένας συστηματικός αναγνώστης και ο τρόπος που μετέτρεψε το βίωμά του σε λέξεις. Οι παρουσιάσεις είναι ένα εντελώς άλλο πράγμα, περισσότερο ουδέτερο αλλά αρκετά χρηστικό.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Είμαι 17 χρονών και έχω πιάσει την πρώτη μου δουλειά. Είναι χάραμα και βρίσκομαι στο τελευταίο κάθισμα ενός λεωφορείου. Διαβάζω Χένρι Μίλερ (αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν το Sexus) και μέσα στη νύστα μου, νομίζω ότι βλέπω στο μπροστινό μου κάθισμα έναν από τους ήρωες του βιβλίου. Τρίβω τα μάτια μου, βέβαιος πως κολυμπάω στον πάτο μιας γαλάζιας παραίσθησης. Αποτέλεσμα; Έχασα τη στάση στην οποία έπρεπε να κατέβω, άργησα στη δουλειά, έφαγα κατσάδα και τελικώς ποτέ δεν διαπίστωσα αν όντως ο μπροστινός μου ήταν ένας από τους ήρωες του φίλτατου Χένρι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει ούτε η αιωνιότητα, ούτε η νιότη. Μια χαρά είμαι και έτσι. Επαναλαμβάνω: ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ψάξτε αλλού για Φάουστ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν απογοητεύομαι γιατί δεν περιμένω ποτέ κάτι να συμβεί. Έρχεται και με βρίσκει η καταιγίδα από μόνη της. Άρα μια χαρά ήταν οι ερωτήσεις.

Στις φωτογραφίες: Louis Ferninard Celine, Samuel Beckett, Harry Mulisch, Kurt Vonnegut Jr., William Burroughs, Hugo Claus, Italo Calvino.

10
Μαρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 82. Γιώργος Μπλάνας

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θα πρέπει όμως να είστε έτοιμοι να μπείτε στην κόλαση. Στα Στασιωτικά, ακολουθώντας την αρχαία παράδοση του ιάμβου, καθυβρίζω την απάνθρωπη αδυναμία του ανθρώπου να σταθεί στο ύψος του πεπρωμένου του. Ο Άνθρωπος θα αφανιστεί κάτω από την εξουσία του άλογου σύμπαντος έτσι κι αλλιώς. Και αντί ν’ αντικρίσει με θράσος και γενναιότητα αυτή τη συντριβή, κλαψουρίζει άθλια, θέτει τη δειλία του στην υπηρεσία ιδεολογημάτων, καθεστωτικών φιλοσοφιών, δουλικών επιστημών και σφαγιάζει τον Άλλον, προκειμένου να κερδίσει μερικά λεπτά αφόρητης επιβίωσης. Φοβάται για τη ζωή του και η ζωή του δεν του αξίζει. Στο τέλος την χάνει με τον χειρότερο τρόπο. Αιώνες αθλιότητας και ποταπών ιδεολογιών, που προσπαθούν να αφανίσουν την τρέλα της δημιουργίας, για να κάνουν χώρο στον βόρβορο κάθε λογής εξουσίας – καθημερινής ή ιστορικής, μικροσκοπικής ή μακροσκοπικής. Φυσικά, δεν σέβομαι ούτε τους κανόνες με τους οποίους γράφεται η ποίηση. Δεν με ενδιαφέρει επί του προκειμένου αν το υλικό μου είναι ποιητικό, αλλά αν είναι αποτελεσματικό. Είναι ένα έπος κομματιασμένο και θα ήμουν ευτυχής αν αργότερα πουν πως απέτυχα σε αυτό το έργο. Θα έχω πετύχει να αποδείξω πως έχω δίκιο για όλα όσα λέω εκεί μέσα. Έχει και η ποίηση το μερίδιό της στην αθλιότητα της Ιστορίας. Πρέπει να πληρώσει, να αποδιαρθρωθεί και ν’ αρχίσει από το τέλος της.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν έγραψα τα ποιήματα του βιβλίου Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή, αισθανόμουν πως είχα αποκοπεί βίαια από ένα μυθικό περιβάλλον, που είχε ζωτική σημασία για την ύπαρξή μου. Πήγαινα κι ερχόμουν μέσα σε μια πόλη απάνθρωπη. Όλα όσα είχα μάθει δεν άξιζαν τίποτα. Τα ποιήματα του βιβλίου προσπαθούν να καταγράψουν μια μυθολογία. Φαίνονται λυρικά αλλά δεν είναι. Είναι μάλλον σημειώσεις οντολογίας. Θυμάμαι πως όταν είχα στείλει κάποια ποιήματα -που δεν συμπεριέλαβα στη συλλογή – σε κάποιον γηραιό Έλληνα ποιητή, ο οποίος φημίζεται για τη μοχθηρία του και την εγωπάθειά του, μου είχα απαντήσει: «Μα αυτά μοιάζουν με τα δικά μου. Γιατί να χαραμίζετε τόσο τραγικό βάθος σε λυρικές μορφές;» Τον άκουσα. Ήταν τίμιος μαζί μου. Δεν τον συνάντησα ποτέ μέχρι σήμερα. Και σκέφτομαι πως ίσως η μοχθηρία και η εγωπάθεια να μην είναι παρά αυτό που βλέπει στον άλλον η μοχθηρία και η εγωπάθεια για να ανακουφιστεί. Έκτοτε έπαψα να έχω ενοχές για τη «μόλυνση» της ποίησής μου από τη φιλοσοφία.

Και το δεύτερο βιβλίο μου, Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου, οντολογικές σημειώσεις περιείχε – με τη μορφή ψαλμών. Μόνο που εκεί μέσα η μυθολογία μου κινδύνευε και έτρεμε, όταν προσευχόταν. Η πραγματικότητα φαινόταν να νικάει. Εξάλλου και οι πολιτικοί μου οραματισμοί κατέρρεαν.

Ίσως η Νύχτα, το τρίτο βιβλίο να ήταν μια αντίδραση, ίσως να ήταν μια έρευνα. Πρόκειται για ένα σπάραγμα έπους στο οποίο ο Descartes, εκείνη την περίφημη νύχτα πριν ανακαλύψει «τις αρχές μιας υπέρτατης επιστήμης», ονειρεύεται πως είναι ο Οδυσσέας. Προσπαθεί να επιστρέψει, αλλά έχει χαθεί μέσα σε έναν εξαρθρωμένο κόσμο, έναν κόσμο που είναι κάθε στιγμή το αντίστροφό του, έναν κόσμο τελειωτικά διαλεκτικό. Ξαφνικά επιχειρεί μια στάση φαινομενολογική, μιαν «εποχή». Και ανακαλύπτει ή νομίζει πως ανακαλύπτει την καταγωγική εμπειρία του στη φύση. Με αυτόν τον χάρτη προσπαθεί να επιστρέψει. Ο ορθός λόγος είναι φενάκη. Μόνο το σώμα και οι δεσμοί του με τη φύση και τον άλλον άνθρωπο μπορούν να έχουν σταθερότητα.

Αλλά αυτή η σταθερότητα θα αποδειχθεί εύθραυστη μπροστά στην Ιστορία. Στο  επόμενο βιβλίο, το Παράφορο! αναγκάζομαι να αναγνωρίσω την κυριαρχία της Ιστορίας επί της ψυχής, αλλά όχι και να την αποδεχθώ. Τα ιστορικά πρόσωπα που με συνεπήραν από νεαρή ηλικία, παρουσιάζονται εδώ με κάθε διάθεση να αρθρώσουν τον λόγο τους και όχι τον λόγο τής επικυρωμένης ιστορικής παρουσίας τους. Ένιωθα πως το πρόσωπό μου είχε θρυμματιστεί σαν παρωχημένο, αποσαρθρωμένο προσωπείο, ένα προσωπείο σχεδιασμένο στη βάση των επίπλαστων βεβαιοτήτων που φιλοδοξούν να ελέγξουν το πέρασμά μου από τη ζωή. Η Ιστορία είχε παγώσει στην ομαλότητα που μου επέβαλλε η εξουσία, η κάθε εξουσία. Η ζωή ακινητούσε με το κύρος του παρελθόντος: το παρόν υποδυόταν μια κλασικότητα που με καθήλωνε. Ύστερα ήρθαν τα γεγονότα της δεκαετίας του 1990 και ανέτρεψαν την κλασικότητα της ακινησίας. Ο κόσμος πρόβαλλε μπροστά μου σαν μια στιγμή στη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι κλονισμένες ισορροπίες μου έδωσαν την ευκαιρία να αποκολλήσω τα ιστορικά προσωπεία μου από τα ιδεολογικά πλαίσια, στα οποία τα είχε στερεώσει μια όποια κυρίαρχη πολιτισμική άποψη. Και άρχισα να αναζητώ τα πρόσωπα που κρύβονταν πίσω τους. Νομίζω πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να ορίσει κανείς τα νέα χαρακτηριστικά του. Ποιος είσαι; Τι είσαι; Τι κοινό έχεις ή δεν έχεις με τους ανθρώπους που έζησαν στο παρελθόν; Χρειάζονται νέες βεβαιότητες. Ήξερα, βέβαια πως το αποτέλεσμα θα ήταν η δημιουργία νέων προσωπείων. Αλλά το προσωπείο δεν είναι αναγκαστικά πάντα μια διάψευση του προσώπου. Μπορεί να σταθεί αποφασιστικά ανθρώπινο, δηλαδή αγριωπό, χωμάτινο και τελικά απελευθερωτικό.

Η Απάντησή του, είναι μια εκτενέστερη έρευνα στην κατεύθυνση του Παράφορου! Κι άλλα ιστορικά πρόσωπα, αλλά η γλώσσα έμοιαζε κάπως αγριεμένη, οι ήρωες αγανακτισμένοι και πιο επιθετικοί απέναντι στη θέση τους σε μια παράδοση, η οποία αγνόησε τη διαφορετικότητά τους και τους μετέβαλε σε σύμβολα.

Στο Επεισόδιο θέλησα να δημιουργήσω μια μικρή τραγωδία με θέμα τη μεγάλη τραγωδία των εμφυλίων στα Βαλκάνια του τέλους του 20ου αιώνα. Τα πρόσωπα είναι πλαστά: ένας εγκληματίας πολέμου με σπουδές θεολογίας, ένας μοναχός με στρατιωτικές σπουδές, μια ερωτευμένη γυναίκα, ένας μετανάστης. Και η γλώσσα τους να τρεκλίζει ανάμεσα στη φιλοσοφία, την ποίηση, την πολιτική. Κάπου στα Βαλκάνια, εκεί όπου κανένας Descartes δεν έφτασε ποτέ.

Η προηγούμενη ποιητική σας συλλογή ήταν η Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Γιατί μια Ωδή ειδικά στο συγκεκριμένο πρόσωπο; Συνομιλείτε μαζί του; Τι είδους βίο διάγει σήμερα ανάμεσά μας εκείνος ο αγωνιστής;

Ο Καραϊσκάκης, ένα πρόσωπο «λειασμένο» από την καθεστωτική ιδεολογία που εγκαθιδρύθηκε βίαια στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1840. Αποτελεί μια μαύρη τρύπα με τεράστια βαρύτητα στην Ιστορία του λαού της Ελλάδας. Υπήρξε αυτονομιστής μέχρι τέλους. Σιχαινόταν την κεντρική διοίκηση και αδιαφορούσε για τις εντολές της. Δεν είμαι βέβαιος αν είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός πως η ιδέα μιας κεντρικής διοίκησης ήταν ένας ελιγμός για τη δημιουργία μιας αποικίας.  Ωστόσο εξέφρασε μια δυναμική την οποία σήμερα θεωρούμε καταστροφική για τη χώρα, τη δυναμική της αυθαιρεσίας. Η αυθαιρεσία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Εξαρτάται από το ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον. Όταν περιστέλλουν στοιχειώδεις ελευθερίες σου, όταν σε πλήττουν στον πυρήνα της ύπαρξής σου, θα αυθαιρετήσεις. Σήμερα, η αυτονομιστική γραμμή του Καραϊσκάκη –καίτοι δεν είχε την μόρφωση ούτε του Saint Just ούτε του Hébert ώστε να την καταθέσει θεωρητικά- βρίσκεται ζωντανή μέσα στις αντιεξουσιαστικές τάσεις, οι οποίες ερωτοτροπούν με τον κοινοτικό τρόπο ζωής. Ο Καραϊσκάκης είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος ζωντανό, το ίχνος ενός ιδιάζοντος πολιτικού και πολιτισμικού συμβάντος. Γι’ αυτό και η Ωδή ακολουθεί βορτιστική τακτική. Ο ποιητικός βορτισμός –γιατί υπήρξε και ζωγραφικός και γλυπτικός- που είναι δημιούργημα του Ezra Pound, θεωρεί πως στην αρχή κάθε ποιητικής δημιουργίας βρίσκεται η συγκίνηση, όπως ακριβώς την ορίζει η ψυχολογία: μια κατάσταση διέγερσης που χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά αισθήματα, συνοδεύεται συχνά από φυσιολογικές μεταβολές και παρακινεί το υποκείμενο σε δράση. Κάθε έντονη συγκίνηση διαμορφώνει ένα θεμελιώδες διανοητικό σχήμα, μια πνευματική δομική μονάδα, η επανάληψη της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε μιαν εικόνα, υπό την έννοια ενός περίπλοκου συστήματος μορφών. Η βορτιστική «εικόνα» πλάθεται από τη συστηματική επανάληψη ενός θεμελιώδους πνευματικού στοιχείου, όμως το ποίημα δεν στηρίζεται στην παράθεση εικόνων με βάση την αναπτυσσόμενη συλλογιστική, όπου το πάθος διακοσμεί κατά κάποιον τρόπο την ανάπτυξη των ιδεών, αλλά στην ανάπτυξη εικόνων που γεννούν η μία την άλλη, ξεκινώντας από το πάντα απλησίαστο θεμελιώδες πνευματικό στοιχείο. Κατά βάση, η κίνηση των εικόνων προέρχεται από την ένταση των λέξεων, δεδομένου ότι οι λέξεις δεν είναι ερείπια μιας ψυχικής αρχαιότητας, που πρέπει να ανασκαφούν βαθύτερα, αλλά αρχαίες οντότητες που οικοδομούν συνεχώς κόσμους. Η αρχαιότητά τους είναι μία από τις μορφές που δημιουργούν, προκειμένου να χτίσουν τις προοπτικές τους. Η ηρωική προσωπικότητα του Καραϊσκάκη είναι μια δίνη που κινητοποιεί το παρόν, ανασυντάσσοντας τα γειωμένα στοιχεία του. Πράγματα που φαινομενικά δεν έχουν σχέση μεταξύ τους  συνδέονται και πυροδοτούν μια σύγχρονη δυναμική. Ολόκληρη η Ιστορία είτε είναι πάντα παρούσα είτε είναι αχρείο ιδεολόγημα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Θα ήταν κοινοτοπία να πω πως οι ιδέες με παγιδεύουν. Αλλά πραγματικά αυτό συμβαίνει, υπό την έννοια πως οι ποιητικές ιδέες παρουσιάζονται μπροστά μου ακαριαία. Φυσικά, μιλάμε για κάποιες ασυνείδητες διεργασίες που ξεπηδούν με την πρώτη ευκαιρία – παντού και πάντα. Τις αρπάζω και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι γιατί εμφανίστηκαν αυτήν ακριβώς την στιγμή, σε αυτές τις συνθήκες. Η σύνδεσή τους με την κατάσταση που βιώνω θα τους δώσει την πρώτη μορφή. Συμβαίνει κάποτε να βιώνω μια κατάσταση και ξαφνικά είτε δεν ικανοποιούμαι με το βίωμα είτε εμφανίζεται μια διαφορετική όψη του. Αν δεν ικανοποιούμαι, προσπαθώ να βρω εκείνα τα λόγια που αποκαλύπτουν την αλήθεια του βιώματος. Υποθέτω πως υπάρχει πάντα μια αλήθεια σε κάθε βίωμα. Αλλιώς δεν θα ήταν βίωμά μας, αλλά βίωμα κάποιου άλλου. Αν αυτή η αλήθεια αναδυθεί πριν προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε πάει καλά. Από εκείνη την στιγμή και έπειτα, η αλήθεια πρέπει να ρυθμοποιηθεί, να μυθοποιηθεί και να κινητοποιήσει το βίωμα. Θέλω να πω πως το έργο τέχνης, που είναι το ποίημα, πρέπει να διαθέτει την σφαιρικότητα μιας ρυθμικής ενότητας (που δεν είναι απαραίτητα ζήτημα σταθερής επανάληψης τονισμένων-άτονων συλλαβών), να έχει ενσωματώσει έναν μυθικό χρόνο και χώρο (υπό την έννοια πως κάποιος κάπου κάτι λέει συγκεκριμένα) και να απευθύνεται στον αναγνώστη με τη δύναμη του λόγου που τον αφορά άμεσα. Επειδή η ποίηση αποτελεί στοιχειακή μορφή επικοινωνίας ή τουλάχιστον στηρίζεται σε μια στοιχειακή μορφή επικοινωνίας, πριν απ’ όλα είναι κάτι που το λέει κάποιος, με τρόπο συμπαγή και ολοκληρωμένο, σε κάποιον που ενδιαφέρεται για τα λεγόμενα. Τα υπόλοιπα ανήκουν στη δύναμη με την οποία το σκοτάδι αναδεύεται στα σκοτάδια της ψυχής του ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Εργάζομαι πάντα με συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος αποτελείται από ένα πολύ γενικό σχέδιο, που εντός του τα πάντα είναι περιστασιακά. Όταν μου παρουσιαστεί μια ιδέα ποιητική, αναδύεται αυτόματα η δυνατότητα ύπαρξης ενός ποιήματος. Έχω την καρδιά του, που μπορεί να είναι η αρχή ή το τέλος. Αρχικά θα πρέπει να το σχεδιάσω πρόχειρα. Έπειτα θα πρέπει να σκεφτώ τον τρόπου ή τους τρόπους με τους οποίους αυτό που θέλω να γράψω με αφορά, γιατί καταπιάστηκα με αυτό, γιατί αυτή η ιδέα μου ανήκει, αφού δεν την επεξεργάστηκα συνειδητά. Αυτή η ενδοσκόπηση θα μου δώσει το υπόλοιπο υλικό του ποιήματος. Στη συνέχεια και αφού καταγράψω το υλικό που μου φαίνεται ενδιαφέρον, έχω μπροστά μου ένα πιθανό ποίημα. Θα επανέρχομαι για αρκετό καιρό σε αυτό και θα το στρογγυλεύω. Όλα αυτά τα στάδια μπορούν να ολοκληρωθούν με ενέργειες μεθοδικές ή τυχαίες – κατά κύριο λόγο τυχαίες. Σκέπτομαι το ποίημα συχνά, κάνοντας άλλες δουλειές. Οι τυχαίες και οι ασυνείδητες διαδικασίες έχουν για μένα μεγάλη σημασία· αλλά, αφού ολοκληρώσουν το έργο τους, γίνομαι πολύ αυστηρός κριτής – ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Είναι κάτι που το έμαθα από τους αρχαίους λυρικούς και τραγικούς και δεν μπορώ να ξεφύγω – δεν θέλω ίσως να ξεφύγω.

Όταν γράφω λειτουργεί μόνο η αίσθηση της όρασης. Ακόμα και αν υπάρχει μουσική, δεν την ακούω. Ακούω όμως όλες τις άλλες ώρες μουσική.

Οι μουσικές προτιμήσεις μου: το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι, η alternative και experimental μουσική, Meredith Monk ας πούμε ή  Calexico ή Tom Waits και ο Handel, ο Zelenka, ο Poulenc, ο Satie, ο Cesar Frank, o Shostakovich, ο Glass, ο Cage,  ο Nyman, ο Reich…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Κάθε ποίημα σε πολύ διαφορετικά μέρη, με πολύ διαφορετική γραφική ύλη.

Ερημικές παραλίες, δάση, σαλόνια, υπνοδωμάτια, καφενεία, κεφαλόβρυσα χωριών, νοσοκομεία, αποθήκες, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία… είναι μερικά από τα μέρη που μπορώ να θυμηθώ.

Ποια είναι η θέση της ποίησης σε τόσο δυσμενείς συνθήκες ζωής όπως οι σημερινές;

Νομίζω πως όλες οι συνθήκες ζωής, σε όλες τις ιστορικές περιόδους είναι δυσμενείς. Η ζωή είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο, ανάμεσα στις ομάδες, ανάμεσα στην ψυχή και την Ιστορία. Η ποίηση έπαιζε πάντα πολλούς ρόλους, έπαιρνε πολλές και πολύ διαφορετικές θέσεις – μέσα στην ίδια ιστορική περίοδο εννοώ. Έχει υπηρετήσει πολλούς τυράννους και έχει παρηγορήσει πολλές ψυχές. Ακόμα έχει εμπνεύσει επαναστάτες. Σήμερα νομίζω πως η θέση της είναι δίπλα στο άτομο που βιώνει την άνοδο των κοινωνιών του ελέγχου και δεν θέλει να αποδεχθεί τις ηγεμονικές απόψεις για την βελτίωση της ζωής του και της ζωής τού συνόλου. Η ποίηση μπορεί να ισχυροποιήσει την μέριμνα για τον εαυτό – που έλεγε κι ο Foucault. Γι’ αυτό βρίσκω υπέροχο το γεγονός πως όλοι προσπαθούν να γράφουν ποίηση: βελτιώνουν τον λόγο και την σκέψη τους. Όσοι «φρίττουν» με την «ανίερη» συνήθεια καθενός να θέλει να είναι ποιητής, κάνουν θεολογία. Και όταν η ποίηση γίνεται θεολογία, η θεολογία γίνεται πολιτική (ολιγαρχική). Αυτή η περίφημη ρήση πως τάχα δεν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης δεν είναι αληθής –άλλωστε ο Γερμανός ιδιοκτήτης της την πήρε πίσω- αλλά λέει πολλά άλλα πράγματα. Λέει, ας πούμε, πως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορεί να γραφεί ποίηση με τις ίδιες προϋποθέσεις που γραφόταν πριν. Το ποίημα δεν είναι πια μόνο μια μορφή συναισθηματικής χρήσης της γλώσσας -έστω και «supreme»- αλλά μια μορφή ευθύνης απέναντι στην ύπαρξη. Το ποίημα πρέπει να προσφέρει μιαν αλήθεια. Δεν μπορεί να κρύβεται πια στο καβούκι της αισθητικής. Η αισθητική σήμερα είναι θεολογία. Είναι η πολιτική του θεοποιημένου εμπορεύματος. Το έργο τέχνης δεν είναι ωραίο, είναι κεραυνοβόλο, συγκλονιστικό και χίλια δυο ακόμα, αλλά όχι ωραίο. Ωραία είναι τα προϊόντα, οι διαφημίσεις…

Η πεζογραφία σας αφήνει αδιάφορο; Θα παραμείνετε αποκλειστικά ποιητής;

Η πεζογραφία δεν με αφήνει αδιάφορο. Ίσα-ίσα την αγαπώ και νομίζω πως μπορεί να τροφοδοτεί την ποίηση με πλούτο πνευματικό και τεχνικό. Μπορεί κανείς να μάθει να γράφει ποίηση διαβάζοντας Κοσμά Πολίτη ή Μάριο Χάκα ή Καζαντζάκη ή Henry James ή Poe κι ακόμα Pynchon, Hemingway, Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό. Η ήδη κοπιαστική ενασχόλησή μου, όμως, με την ποίηση δεν μου επιτρέπει να ασχοληθώ με την πεζογραφία, που είναι επίσης πολύ κοπιαστική δουλειά με πολλές απαιτήσεις. Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει καλά. Αν παραμείνω αποκλειστικά ποιητής ή όχι, δεν το ξέρω. Πάντως δεν θα ήθελα να γράψω πεζογραφία, μεταφέροντας όλες τις συνήθειές μου από την ποίηση. Αν το κάνω κάποτε θέλω να το κάνω με τους όρους της πεζογραφίας.

Μας παρουσιάσατε σε δυο εκδόσεις την περίπτωση του Φώτη Αγγουλέ. Τι σας ώθησε στην παρουσίαση του συγκεκριμένου λογοτέχνη; Με ποιο τρόπο θα τον συστήνατε στους νέους αναγνώστες;

Ο Μάρκος Μέσκος με ώθησε. Κουβεντιάζαμε για την ψυχική δύναμη του Αγγουλέ. Αγράμματο παιδί και κατάφερε να γράψει όμορφη ποίηση. Λέγαμε και για τη δύναμη του ανθρώπου γενικά, κι έτσι αποφάσισα να κάνω την πρώτη ανθολογία. Ύστερα μου ζητήθηκε μια μονογραφία σε κάποια σειρά για τους «αφανείς», κι εγώ έδωσα ένα πεζογράφημα που αποτελείται από ψευδο-ντοκουμένα (μαρτυρίες ανύπαρκτων προσώπων, δημοσιεύματα εφημερίδων, επιστολές, αστυνομικές αναφορές…) τα οποία αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά. Όποιος νέος θέλει να δει πόσο δυνατός μπορεί να είναι ο άνθρωπος στις χειρότερες συνθήκες και με ανύπαρκτες προϋποθέσεις, ας ρίξει μια ματιά σε αυτά τα βιβλία. Η ποίηση μπορεί να ανθίσει εκεί που μόνο πέτρες και στάχτες υπάρχουν. Πραγματικά, όλα εκείνα τα ανθρωπάκια: χωροφύλακες, στρατιωτικοί, παπάδες, που βασάνισαν και καταδίωξαν τον Αγγουλέ έγιναν σκέτο λίπασμα. Ο Αγγουλές υπάρχει. Στα βιβλία που έφτιαξα γι’ αυτόν και σε άλλα. Η ποίηση θριάμβευσε.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Μπορεί ο αναγνώστης να ελπίζει σε κάποια συγκεντρωτική έκδοση;

Πέφτει στα χέρια μου ένα βιβλίο που με δονεί. Κάθομαι και γράφω μια φανταστική επιστολή στους αναγνώστες, με την οποία τους παρουσιάζω το βιβλίο και προσπαθώ να τους βοηθήσω να εντοπίσουν τη δύναμή του. Ύστερα απαλείφω τα επιστολικά στοιχεία και γίνεται… δημοσίευμα.  Σχεδόν πάντα, οι κριτικές μου είναι μια ευκαιρία να δημοσιοποιήσω τις απόψεις μου για την ποίηση, την πολιτική… τα πάντα. Για μένα η κριτική είναι παιδί της ανάγνωσης. Ανάγνωση σημαίνει αποδοχή των όρων που θέτει το κείμενο. Δεν γράφω ποτέ για βιβλία που δεν μου αρέσουν. Δεν έχει νόημα. Τα κακά βιβλία σε υποβάλουν σε μαρτύρια. Είναι σπατάλη ψυχής να μπαίνεις στο παιχνίδι τους. Εξάλλου, δεν ενοχλούμαι καθόλου από την ύπαρξή τους. Δεν θέλω να τα κατακρίνω. Κι αν κάποιος πει πως έτσι χάνεται η κοινωνική λειτουργία της κριτικής, θα πω κι εγώ πως μέχρι σήμερα η κοινωνική λειτουργία της κριτικής ήταν μια σφαγή που δεν μάτωνε. Φυσικά, θα συγκεντρώσω κάποτε τις κριτικές αυτές σε ένα βιβλίο. Ίσως πολύ σύντομα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου άλλου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μάρκο Μέσκο, αρχικά. Και θα το κάνω. Σιγά-σιγά. Όλα στον καιρό τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Descartes, ο Ezra Pound, ο William Blake, ο Dylan Thomas, ο Poe, ο Όμηρος, ο Αρχίλοχος, ο Σοφοκλής… Διαβάζω από 9 ετών λογοτεχνία, φιλοσοφία, επιστήμη…

Αγάπησα τους περισσότερους συγγραφείς. Από καθέναν κάτι πήρα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αμέτρητα, αλλά έχω τρεις «Βίβλους»: τη Βίβλο, την Ιλιάδα και τα Cantos του Ezra Pound.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το μοιρολόγι της φώκιας του Παπαδιαμάντη, The Murders of Rue Morgue του Poe…

Αγαπημένα σας ποιήματα.

Η μέρα της Λαμπρής του Σολωμού, Εις δόξαν του Κάλβου, Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, Αλαφροΐσκιωτος του Σικελιανού, Μαρία Νεφέλη του Ελύτη…

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ηρακλής του Ευριπίδη.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Διαβάζω το κείμενο, διαβάζω οτιδήποτε αφορά στον συγγραφέα και στο κείμενο και μπορώ να το εντοπίσω (το διαδίκτυο είναι πραγματικό θησαυροφυλάκιο), εξοικειώνομαι με τον συγγραφέα, και αφού τα έχω κάνει όλα αυτά, κάθομαι ένα διάστημα να εξοικειωθώ μαζί τους και να γίνουν κομμάτι της ζωής μου. Ύστερα   προχωρώ στην ερμηνεία του κειμένου και αρχίζω να διαβάζω και να φαντάζομαι πως είμαι ο συγγραφέας. Μετατρέπω τον συγγραφέα σε προσωπείο μου. Βέβαια θα μπορούσα να κάνω το αντίστροφο, αλλά -πώς να το κάνουμε;- εγώ είναι εκείνος που πρέπει να δώσει την παράσταση. Εμένα θα κατηγορήσουν οι θεατές. Και, συνήθως, αν δεν με κατηγορήσουν πως απομακρύνθηκα από τον συγγραφέα θα με κατηγορήσουν πως ήμουν τόσο κοντά του, ώστε να «στεγνώσω» τον λόγο του. Αλλά, φυσικά, ο συγγραφέας είναι μαζί μου. Πάντα. Το ξέρω. Έχουμε κουβεντιάσει πολύ μέσα στο κείμενο. Άλλωστε πιστεύω πως κάθε καλή μετάφραση οφείλει να είναι αμφιλεγόμενη. Δεν το λέω αυτό για να εντυπωσιάσω. Η μετάφραση επιτελείται σε έναν κοινωνικό τόπο ασυμμετρίας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για σωστές μεταφράσεις. Τι σημαίνει μια σωστή μετάφραση; Προχειρότητες που αγνοούν την πολυπλοκότητα μιας γλωσσικής δράσης όπως η μετάφραση.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Poe, γιατί  αντιστεκόμουν στις αλήθειες τους. Ήταν μια οδυνηρή διαδικασία. Σαν να φοβάσαι το σκοτάδι και να σε έλκει βασανιστικά.  Προσπαθείς να προκαλέσεις αυτό που θέλεις να αποφύγεις μια ώρα αρχύτερα. Έλεγα στον Poe: «Φύγε από την γλώσσα μου, δαίμονα». Και μετά ένιωθα πως είχα μιλήσει στον εαυτό μου. Και άκουγα τον Poe να μου λέει: «Δεν είμαι εγώ για σένα». Και θύμωνα και προσπαθούσα να τον παρασύρω σε άλλες όψεις της ποίησης. Και το παρέσυρα, για να διαπιστώσω πως με είχε παρασύρει εκείνος όπου ήθελε.

Το ίδιο έπαθα και με τη μετάφραση του Αίαντα του Σοφοκλή. Ο Αίας ζητούσε να συμμεριστώ την απόφασή του να πεθάνει. Τη συμμερίστηκα. Πραγματικά τη συμμερίστηκα. Αλλά τον άφησα να πεθάνει μόνος. Τον κορόιδεψα. Αλλά δεν νομίζω πως θύμωσε. Με άφησε πίσω, για να βοηθήσω τον Τεύκρο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Να καταφέρω να μεταφράσω όλη την Ιλιάδα. Με τρέφει η μετάφρασή της, μου μαθαίνει όλο και περισσότερους τρόπους έκφρασης. Είναι ζήτημα… πατριωτικό. Η πατρίδα μου είναι η ελληνική γλώσσα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Πραγματικά, δεν έχω δει πουθενά να μην αναφέρεται ή να μην σχολιάζεται η δουλειά ενός πολύ καλού μεταφραστή. Εξαιρούνται ορισμένα έντυπα που επιβάλουν αυστηρούς περιορισμούς χώρου. Κατά τα λοιπά, ισχύει πάντα η λογική του «αναφέρουμε ό,τι πουλάει!» Όπως και να έχει, οι αναγνώστες σέβονται και αγαπούν τους καλούς μεταφραστές.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράσεις, επιμέλειες…

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω μικρά λυρικά ποιήματα. Καταβάλω μια προσπάθεια να αρχίσω από το τέλος της ποίησης. Να πάω, δηλαδή, στην αρχή. Διαβάζω το Μέλμωθ ο Περιπλανώμενος του Robert Maturin, του οποίου μια συντομευμένη έκδοση –δια χειρός Hawthorne υιού- είχα μεταφράσει κάποτε. Το βιβλίο ολόκληρο είναι συγκλονιστικό και εξαιρετικά μεταφρασμένο από την κυρία Χαρά Σύρου. Μεταφράζω το Ζωή και Πεπρωμένο του Vasily Grossman και προχωρώ στη μετάφραση της τρίτης ραψωδίας της Ιλιάδας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω πολύ κινηματογράφο και θέατρο. Είμαι λάτρης των ταινιών του Lars von Trier, από το μαγικό The element of crime μέχρι την αριστουργηματική Μελαγχολία. Και ο Béla Tarr με μαγεύει. Πραγματικοί ποιητές.  Όσοι για το θέατρο, παρακολουθώ τα πάντα. Ακόμα και από τις μέτριες ή κακές παραστάσεις κάτι κερδίζω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Λίγο βαρετές, αλλά συχνά ενδιαφέρουσες. Κάποτε χυδαίες, αλλά δημοκρατία σημαίνει να αντιμετωπίζεις καταπρόσωπο και σαν ίσο τον άλλον, όπως κι αν είναι.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Πάντα, όσο μπορώ περισσότερες, σε οποιοδήποτε μέσο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και δωρεάν να μου την έδινε δεν θα την ήθελα. Τι να την κάνω; Ο αιώνια νέος άνθρωπος μοιάζει λίγο με βράχο πλάι στη θάλασσα. Γιατί είναι πάντα μελαγχολικοί οι βράχοι πλάι στη θάλασσα;

05
Μαρ
12

Λογοτεχνείο, αρ. 108

Γιάννης Ρίτσος, «Όρκος», Αρίοστος ο προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, εκδ. Κέδρος, 1983, β΄ έκδ. συμπληρωμένη, σ. 39-40.

Μα τούτη η ώρα του δειλινού είναι ένα φρέσκο χρωματιστό γραμματόσημο που πρέπει να το φέρεις σα χείλη σου, να το σαλιώσεις και να το κολλήσεις στο φάκελο μιας ερωτικής επιστολής. […] Μπαίνω στην κουζίνα μου. Ετοιμάζω το απογευματινό μου τσάι. Το σερβίρω σε δυο φλιτζάνια. Γιατί, βέβαια, κάποιος πρέπει να ’ρθει. Είναι απαραίτητο. Μια ωραία λυπημένη γυναίκα, κάπως κουρασμένη. Θα χει πολύ ταξιδέψει και θα λέει άγνωστο ονόματα πόλεων, λιμανιών, ποταμών, πλοίων, οροσειρών. Κι όλα φιλικά απ’ το σχηματισμό των χειλιών της. Μεταφέρω το δίσκο στο μεγάλο δωμάτιο. Θέλω να μοιραστώ μαζί της τα χρώματα του δειλινού που λάμπου ακόμη στο ανοιχτό παράθυρο. Αν βγάλει τα παπούτσια της θα φέξουν ρόδινα τα δάχτυλα των ποδιών της. Αυτό το θέλω. Θα καθίσουμε στον ίδιο καναπέ πίνοντας το τσάι μας και κουβεντιάζοντας για κήπους και έφιππα αγάλματα. […] Και σμίξανε τα σώματά μας μες το μαβί βελούδινο βράδυ, ενώ η μισή φετίτσα λεμόνι έπλεε στο μισοπιωμένο τσάι μου όπως το μισοφέγγαρο στον αθηναϊκό ουρανό.

25
Φεβ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Ευγενία Μπογιάνου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

«Το μυστικό» εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Ροές. Είναι μια συλλογή διηγημάτων με κεντρικό άξονα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, καταστάσεις απώλειας, προδοσίας, εκδίκησης, πάθους στη ζωή ανθρώπων ασήμαντων και καθημερινών.

Η πρόσφατη «Κλειστή πόρτα» από τις εκδόσεις Πόλις είναι μια σειρά διηγημάτων για ανθρώπους που διασταυρώνονται μεταξύ τους χωρίς να συναντιούνται και που αποτελούν το καθημερινό μας σύμπαν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη φόρμα του διηγήματος;

Επιλέγουμε τις φόρμες ή μας επιλέγουν; Όπως και να έχει μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω διηγήματα. Η πυκνότητα που απαιτείται και η ένταση που πρέπει να εκδηλώνεται στην περιορισμένη έκταση του διηγήματος με γοητεύει και με προκαλεί.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φυσικά οι προτιμήσεις μου αλλάζουν κατά καιρούς, όμως μερικές αξίες παραμένουν ίδιες. Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Κάφκα, Πόε, Γουλφ, Μωπασάν, Σάμπατο, Ναμπόκοφ, Κάρβερ, Ντίκινσον, είναι μερικές από αυτές. Επίσης Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Χατζής, Κουμανταρέας, Νόλλας, Κυριακίδης, Παπαδημητρακόπουλος, Γονατάς, Πανσέληνος, Δούκα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αισθηματική αγωγή (Φλωμπέρ), Η δίκη και Η μεταμόρφωση (Κάφκα), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Περί ηρώων και τάφων (Σάμπατο), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Ναμπόκοφ), Το λευκό όρος (Σεμπρούν), Κάτω από το ηφαίστειο (Lowry), Οι υπνοβάτες (Μπροχ), Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Στο Φάρο (Γουλφ), Μπούντενμπροκ (Τόμας Μαν), Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ), Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν), Τρόμος (Μακάνιν), Ο δρόμος (Μακ Κάρθυ), Οι ξεριζωμένοι (Sebald), Δούναβης (Μάγκρις).

Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Επιτάφιος θρήνος (Γιώργος Ιωάννου), Βιοτεχνία υαλικών (Μ. Κουμανταρέας), Το πλατύ ποτάμι (Γιάννης Μπεράτης), Το τέλος της μικρής μας πόλης και Το διπλό βιβλίο (Δ. Χατζής), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Ονειρεύομαι τους φίλους μου (Νόλλας), Η βραδυπορία του καλού (Δημητρίου), Θερμά θαλάσσια λουτρά (Παπαδημητρακόπουλος), Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν  (Βαλτινός), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζ.Ζατέλη).

Είναι τόσα πολλά τελικά που θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες. Γι’αυτό σταματώ εδώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Πόε, του Κάρβερ. Ο Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόις. «Η ιστορία του περιστεριώνα μου» του Μπάμπελ. Ο Καλβίνο.

Φυσικά όλος ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, «Το γατί» του Μητσάκη, Το «Πίστομα» του Θεοτόκη, ο Μάριος Χάκκας, «Η προετοιμασία» του Γονατά, τα κομψοτεχνήματα του Παπαδημητρακόπουλου, ο Νόλλας, ο Κυριακίδης και ο Σκαμπαρδώνης.

Πάντως από τον Τσέχωφ μέχρι τα αστυνομικά διηγήματα του Χάμετ και του Τσάντλερ και από τον Παπαδιαμάντη και το Βιζυηνό μέχρι το Νόλλα και το Μηλιώνη ο δρόμος είναι πάρα πολύ μακρύς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου με το εξαιρετικό «Κάτι θα γίνει θα δεις», η Κάλια Παπαδάκη, ο Σπύρος Γιανναράς και οι λίγο παλιότεροι Ηλίας Παπαμόσχος,  Κώστας Καβανόζης και  Πέτρος Κουτσαμπασιάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο γράφω για αυτούς τους κουβαλάω πάνω μου. Μπορεί και για αρκετό καιρό. Τους εγκαταλείπω αμέσως μόλις θεωρήσω πως τους ολοκλήρωσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Γκρέγκορ Σάμσα και ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω πάντα μαζί μου χαρτί και μολύβι. Σημειώνω ιδέες, γράφω φράσεις που άκουσα ή που σκέφτηκα οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι. Την ολοκληρωμένη του μορφή όμως το κείμενο την παίρνει πάντα στο γραφείο μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν πιστεύω τόσο σε αυτό που λέγεται έμπνευση. Πιστεύω πως το πιο σημαντικό είναι η παρατήρηση. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις κινήσεις των ανθρώπων, τις χειρονομίες, τα βλέμματα, πράγματα φευγαλέα που όμως για κάποιο λόγο με συγκινούν.

Συνήθως έχω στο μυαλό μου μια εικόνα, καθώς η πρωταρχική μου ιδιότητα έχει να κάνει με τη φωτογραφία. Θέλω να φωτίσω λοιπόν αυτή την εικόνα με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να στρέψω το βλέμμα προς τα εκεί που επιλέγω εγώ, προς αυτό το κάτι, το μικρό συνήθως, που σε άλλη περίπτωση δεν θα τραβούσε την προσοχή.

Άλλοτε η αφετηρία μου είναι μια φράση που άκουσα ή κομμάτια εκφράσεων από διηγήσεις άλλων. Φράσεις που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου και που με τη σειρά μου θέλω να αφηγηθώ την ιστορία τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω συνήθως νωρίς το πρωί, στον υπολογιστή, σε απόλυτη ησυχία, με τη συνοδεία καφέ.

Ακούω κλασική μουσική και τζαζ. Ποτέ όμως γράφοντας ή διαβάζοντας.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Από τα ενεργά το «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη και η «Λέξη» του Θ. Νιάρχου και του Α. Φωστιέρη.  Σταθερές αξίες.

Από τα «μη ενεργά» ο «Εκηβόλος» του αξέχαστου Βασίλη Διοσκουρίδη. Πρωτοποριακό και κλασικό συγχρόνως.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα έγραφα για τον Μιχαήλ Μητσάκη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολλές φορές μια εικόνα ή συχνότερα ή ατμόσφαιρα μιας ταινίας μου δίνουν το ερέθισμα για να γράψω. Παρακολουθώ μετά μανίας σύγχρονο κινηματογράφο. Τελευταία ταινία που με γοήτευσε, Το λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι. Ζηλευτή απλότητα. Κανένα στολίδι. Μια απλή ιστορία ειπωμένη με την πιο χαμηλότονη τρυφερότητα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν γράφω και δεν έγραψα ποτέ ποίηση, γιατί δεν έχω την ικανότητα να το κάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

«Μπάρτλμπυ, ο γραφέας» του Μέλβιλ.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω διηγήματα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν έχω σκεφτεί να γράψω μυθιστόρημα; Ναι, το έχω σκεφτεί.

21
Φεβ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Έλενα Πέγκα

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα, Εκδόσεις Άγρα, 2011. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει σαν αφετηρία μέρη που βρέθηκα, πρόσωπα και σώματα που συνάντησα, σκέψεις που έκανα, αλλά δεν θεωρώ αυτά καθοριστικά στο γράψιμο του με την έννοια πως αντί για αυτά θα μπορούσαν να είναι άλλα.  Η διάθεση με ενδιέφερε, η ματιά πάνω σε όλα, οι αντιθέσεις, το μπανάλ που αίφνης γίνεται δραματικό, το άσχημο που γίνεται όμορφο, το εξημερωμένο που γίνεται άγριο και βίαιο.

Αυτή τη συλλογή μικρών ιστοριών την αποκαλώ νουβέλα  γιατί νιώθω πως η μία ιστορία συμπληρώνει την άλλη και πως όλες μαζί αποτελούν τα κεφάλαια ενός βιβλίου. Διαρκώς μεταβαλλόμενα σκηνικά, κατακερματισμός, ένας κόσμος ταυτοχρονικός.

Σχετικά με τον τίτλο.  Η ζώνες μας προστατεύουν στην οδήγηση, στην ορειβασία, στις πτήσεις, και μας περιορίζουν.  Επίσης, οι ζώνες κρατούν τα ρούχα πάνω στο σώμα μας, ώστε αυτά να μην μας φύγουν.  Παπούτσια, τσάντες, ζώνες.  Η ζώνη είναι το πιο παράξενο αξεσουάρ.  Και το δέρμα είναι η επιφάνεια ενός σώματος.   Μέσα από την επιφάνεια αυτή το ζώο άνθρωπος εισπράττει καταρχήν τα ερεθίσματα του κόσμου που κατοικεί με το σώμα του.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΕΖΑ

1997: ΣKOYΩΣ – ΣTIΓMEΣ ANTPIKEΣ KAI ΓYNAIKEIEΣ, νουβέλα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα. Aποσπάσματα έχουν μεταφραστεί στα Σουηδικά και Γερμανικά, και εκδοθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της κάθε χώρας.

 1986: AYTH ΘEPINH, διήγημα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα.

ΘΕΑΤΡΙΚΑ & το ανέβασμά τους

2011: ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, μονόλογος για έναν άντρα ηθοποιό και 15 άντρες εθελοντές. Εκδόθηκε στο Βερολίνα από την Queich Verlag στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά.  Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο του 2011.

2009: ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ, βασισμένο στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ανέβηκε στην Αθήνα, στο Θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και παραγωγή Γιώργου Λυκιαρδόπουλου. Tο ίδιο έργο σε παραλλαγή είχε ξανανέβει στην Αθήνα το 1999 με μεγάλη επιτυχία.

2006: ΠOIOI EINAI OI KAINOYPΓIOI MAΣ ΦIΛOI; ανέβηκε από το KΘBE σε σκηνοθεσία Aleksandr Popovski στην Θεσσαλονίκη Nοέμβριο, Δεκέμβριο, Iανουάριο 2007 στο Mικρό Θέατρο της Mονής Λαζαριστών.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Τον Μάη του 2009, το ίδιο έργο, μεταφρασμένο στα Αγγλικά, παρουσιάστηκε σε αναλόγιο στο Λονδίνο, στο Bates Theatre, Covent Garden. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά και στα Γαλλικά.

2003: H NELLY’S BΓAZEI BOΛTA TON ΣKYΛO THΣ, ανέβηκε για 19 παραστάσεις σε συνσκηνοθεσία της συγγραφέως με τον Γρηγόρη Aποστολόπουλο στο Δημοτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ANETON, ως επίσημη συμμετοχή ΔHMHTPIA 2003.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tον Δεκέμβρη του 2005 παίχτηκε στα Hνωμένα Aραβικά Eμιράτα, ως επίσημη συμμετοχή της Eλλάδας στο Διεθνές Φεστιβάλ Mονολόγων της Φουτζέηρα. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά.

2002: OTAN XOPEYOYN OI GO-GO DANCERS, ανέβηκε στον χώρο tribal BOOZE σε σκηνοθεσία της συγγραφέως, στην Aθήνα, για 35 παραστάσεις. Παίχτηκε στην Kομοτινή, και στην Θεσσαλονίκη, Θέατρο AXIΛΛEION, για 11 παραστάσεις. Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tο ίδιο έργο μεταφράστηκε στα Oλλανδικά και παίχτηκε από λλανδικό θίασο στο Φεστιβάλ Verse Waar της Oλλανδίας, και εκδόθηκε στα Oλλανδικά σε ανθολογία σύγχρονων ευρωπαϊκών έργων, από το Film and Theatre Press, Holland.

2000: 3-0-1 METAΦOPEΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη.Aνέβηκε από το Eθνικό Θέατρο (Πειραματική Σκηνή) σε σκηνοθεσία της συγγραφέως.  Παίχτηκε για 32 παραστάσεις.

1999: TA KAINOYPΓIA POYXA TOY AYTOKPATOPA, έργο βασισμένο στο γνωστό παραμύθι του Xανς Kρίστιαν Άντερσεν, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Oξύ. Aνέβηκε σε συνσκηνοθεσία Kωνσταντίνου Pήγου, Mάνθου Σαντοριναίου, και της συγγραφέως στο κλαμπ +Soda της Aθήνας. Παίχτηκε για 3 μήνες (sold out) και έδωσε μια παράσταση στη Θεσσαλονίκη.

1998: H KAITE KOΛΛBITΣ ΠAPOYΣIAZEI MIA ΣYNTOMH IΣTOPIA THΣ MONTEPNAΣ TEXNHΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά, σε ανάθεση της αμερικανίδας σκηνοθέτιδας Sherry Teitelbaum.  Παρουσιάστηκε στο Nada Theater της Nέας Yόρκης. Στα ελληνικά, παίχτηκε για έναν μήνα στο Θέατρο Φούρνος, της Aθήνας, σε σκηνοθεσία Mάνθου Σαντοριναίου.

1997: BAΛΣ EΞITAΣION, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Έργο με τραγούδια & μουσική, γράφτηκε σε ανάθεση του Θεάτρου του Nότου της Aθήνας & του ΔHΠEΘE Bόλου.  Σε σκηνοθεσία Γιάννη Xουβαρδά κ Έφης Θεοδώρου παίχτηκε 6 εβδομάδες στην Aθήνα, 2 στον Bόλο. Tαξιδεψε για 2 παραστάσεις στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας.

1999: GORKY’S WIFE, έργο στα αγγλικά, παίχτηκε για 4 εβδομάδες στη Nέα Yόρκη, σε παραγωγή του The Present Company Theater και σκηνοθεσία της αμερικανίδας Julia Barclay.   Tο ίδιο έργο είχε ανέβει στο 18ο Bay Area Playwrights’ Festival στο Θέατρο Magic στο Σαν Φρανσίσκο, το 1995. Tο 2005 στα ελληνικά παρουσιάστηκε στο Aναλόγιο 2005 στο Θέατρο Άλεκτον και εκδόθηκε σε ειδική έκδοση του Aναλογίου. Το 2011 ανέβηκε στα ελληνικά στο Studio Kinitiras στην Αθήνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μου αρέσει να γράφω τις νύχτες και προτιμώ όταν δουλεύω να είμαι ή να νιώθω μόνη. Γι’ αυτό μου αρέσει να δουλεύω τον Αύγουστο στην Αθήνα που είναι ήσυχη. Οι ιδέες μου έρχονται ξαφνικά, σα να με επισκέπτονται. Αν και συνήθως κάνω έρευνα σχετικά με το θέμα που με απασχολεί.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο στη δημιουργικότητά σας;

Ναι θα συνεχίσω. Το θέατρο διεκδικεί αναπόφευκτα μεγαλύτερο μερίδιο καθώς με την ιδιότητα μου ως σκηνοθέτης περνώ άπειρο χρόνο σε πρόβες και ανεβάσματα έργων. Αγαπώ πολύ την πράξη του Θεάτρου, την πρακτική του πλευρά.

Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας πάνω στη σκηνή, σε έργο δικό σας ή άλλων; Το δοκιμάσατε, θα τα δοκιμάζατε;

Έχω σπουδάσει υποκριτική και στα νεανικά μου χρόνια έπαιζα.  Σιγά σιγά άρχισα και να γράφω και να σκηνοθετώ και σταμάτησα να παίζω.  Τώρα έχω μείνει πίσω ως ηθοποιός, έτσι θα έπαιζα πάλι μόνο σε κάτι ειδικό, εκτάκτως.

Με ποιο τρόπο εμπλακήκατε στη συγγραφή κινηματογραφικού σεναρίου; Πώς ήταν η εμπειρία; Θα υπάρξει συνέχεια;

Θαυμάζω τον Λάκη Παπαστάθη και όταν μου πρότεινε να συνεργαστούμε στην ταινία Το Μόνον Της Ζωής του Ταξίδειον δέχτηκα και ήταν ωραία.  Δύσκολα θα ξαναέγραφα σενάριο, το βρίσκω πολύ τεχνικό και περιοριστικό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό για μένα είναι η απομόνωση. Δεν έχω τελετουργία. Αρχίζω να γράφω, σταματώ, ξαναρχίζω, σταματώ, σκέφτομαι.  Έτσι μπορούν να περάσουν μέρες και νύχτες. Προτιμώ την ησυχία. Ακούω μουσική άλλες ώρες. Από Μπαχ και Μοντεβέρντι έως πάνκ-ροκ. Μου αρέσει και να χορεύω.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι δεν γράφω ποίηση.  Είναι ένα απαιτητικό είδος με μακριά ιστορία που δεν το κατέχω.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί.  Καλβίνο, Μπολάνο, Μάρκες, Μόρισον, Γούλφ, Ντυράς, Μπέκετ, Ίψεν, Μουρακάμι, Καριλ Τσέρτσιλ, Ταχτσής, Ευριπίδης, Σαπφώ, Σαίκσπηρ,

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Εραστής Της Λαίδη Τσάτερλυ, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, Ξενοδοχείο Ίρις, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Το Κουρδιστό Πουλί και πολλά θεατρικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δύσκολοι Έρωτες του Καλβίνο, Πουτάνες και Φόνισσες του Μπολάνο αλλά και του John Cheever.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Αναγνωστάκη, ο Στάικος, ο Ξανθούλης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κάποιοι από τους ήρωες μου βασίζονται σε πρόσωπα που γνώρισα.  Ενθουσιάζομαι όταν μαθαίνω νέα τους.  Κάποιοι το ξέρουν πως έγιναν ήρωες μου, κάποιοι όχι.  Μια φορά την μέρα που θα έκανε πρεμιέρα στο Κρατικό ένα έργο μου με ήρωα τον Όγκι από τα Σκόπια, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο πραγματικός Όγκι.  Το είχε μάθει και με πήρε από τον Καναδά.   

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πολλοί.  Τόσοι πολλοί στις αρχαίες τραγωδίες, στον Σαίκσπηρ, η Εντα Γκάμπλερ, η Νόρα στο Κουκλόσπιτο, ο/η Ορλάντο της Γουλφ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξένα σπίτια.

Πώς βιοπορίζεστε;

Το Θέατρο είναι πιο αποδοτικό από την πεζογραφία.  Επίσης, διδάσκω. Έχω εργαστεί και στο Θέατρο σε θέσεις άλλες όχι μόνο ως καλλιτέχνης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν γνωρίζω καλά τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν το έχω σκεφτεί.  

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή

Ναι παρακολουθώ. Ζούσα στη Νέα Υόρκη χρόνια και με γοήτευε η εκεί πρωτοπορία. Θαυμάζω την Ανν Μπογκαρτ, τον Ταντάσι Σουζούκι, τον Πήτερ Μπρουκ. Μου αρέσει ο ανεξάρτητος κινηματογράφος.  Επίσης, μου αρέσει πολύ ο σύγχρονος χορός, γι’ αυτό και έχω συνεργαστεί επί σειρά ετών με τον Κωνσταντίνο Ρήγο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Oliver Sacks – Ο Άνθρωπος Που Μπέρδεψε την Γυναίκα του με Ένα Καπέλο.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα θεατρικό με Υπερήρωες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την! 

- «Τι ανεβάζετε αυτόν τον καιρό;» – Το Χέρι του Τιμ Κράουτς στο Θέατρο Του Νέου Κόσμου κάθε Δευτέρα και Τρίτη!

Στις φωτογραφίες σκηνές από τα έργα: Νάρκισσος, 3-1-0 μεταφορές, Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα, Η Νelly’s βγάζει βόλτα το σκύλο της και η αφίσα από Το χέρι του Τιμ Κράους

Σημ. Πανδοχείου: τηρήθηκε η γραφή της φιλοξενούμενης.

18
Ιαν
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 75. Νίκη Τρουλλινού

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σας τους λέω χωρίς σειρά αξιολόγησης, όπως μου ’ρχονται, (σωστό και δίκαιο κατά κανόνα το πρώτο φλας στο μυαλό) Ντοστογιέφσκι και Τολστόι, Τσέχωφ και άλλοι κλασσικοί, θυμάστε τα δερματόδετα ΑΠΑΝΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ; Ασήκωτα στο χέρι, ήταν για το σπίτι αυτά, για το σχολείο, στο τελευταίο θρανίο διάβασα για χρόνια ένα αξιόλογο μέρος της μεταφρασμένης παγκόσμιας και ελληνικής λογοτεχνίας, ας είναι καλά οι εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ. Στην δικτατορία έπιασα τις εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ και τα ΚΕΙΜΕΝΑ του αείμνηστου Βλάχου, είχα το χούι να τα κάνω σειρές, το ’74 πέρασα στο ΘΕΜΕΛΙΟ, αργότερα στον ΟΔΥΣΣΕΑ,  τι θυμάμαι πολύ; Βιρτζίνια Γουλφ, Χεμινγουέη, Στάιμπεκ, Χάσεκ, Κούντερα, Πούσκιν, Λέρμοντοφ,  Τρουαγιά, Αραγκόν, Έρεμπουργκ, Μπρεχτ, ύστερα  Γιόζεφ Ροτ και Φίλιπ Ροθ, Χάινριχ Μπελ, να πω εδώ για μια ‘’περίεργη ’’ αδυναμία μου:  όλοι, ή, όσους ξέρω, οι γερμανόφωνοι εβραίοι συγγραφείς του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από αυτούς των χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης…

…αλλά και μεταγενέστεροι, ακόμη και σύγχρονοι, π.χ. Ντανιέλ Κέλμαν, οι αδελφοί Μαν, ο Κανέττι, ο Ντέμπλιν, ο Μούζιλ, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα, κι άλλοι που γράφουν στα τσέχικα, Ίβαν Κλίμα και Κόχουτ, Εβραίοι της διασποράς όλοι τους, Άαρον  Άπελφελντ,  κάτι γίνεται μ΄ αυτούς, έχουν μια τρομακτική οξυδέρκεια ( δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να το ορίσω), και στην πιο απλή ιστορία ‘’σκάβουν’’ σε βάθος,  και μια ιδιαίτερη αίσθηση  της ιστορικότητας της ανθρώπινης περιπέτειας, βλέπε, ας πούμε Γ. Ροτ και το έργο του ‘’Hotel Savoy’’, Ερνέστο Σαμπάτο και Μπόρχες, Χουάν Ρούλφο, Πεσόα, από τους νέους Λατίνους ο Λ. Παδούρα, πιάνουμε τους Ιταλούς, πάει να πει, τον διηγηματογράφο Πιραντέλλο, τον Λεονάρντο Σάσα, Ίταλο Καλβίνο, Ίταλο Σβέβο, Τσέζαρε Παβέζε, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Κλάουντιο Μάγκρις, άλλη παραξενιά μου ήταν στο διάβασμα να τους παίρνω κατά χώρα, και τον συγγραφέα που με μάγευε να τον διαβάζω όλον. (ή, ότι έβρισκα).

Κάποτε κόλλησα πολύ με τον Αλμπέρ Καμύ, θέλω να τον ξαναδιαβάσω,(όταν φυσάει νοτιάς στο νησί, τον Ξένο του Καμύ θυμάμαι), τον Αντρέ Ζιντ, τον Ανρί Τρουαγιά, τον Αραγκόν, τον Έρενμπουργκ (μπορεί να τη γλίτωσε από τον Στάλιν, αλλά η ‘’Πτώση του Παρισιού’’ είναι σπουδαίο βιβλίο), Νεντίμ Γκιουρσέλ και Γιασάρ Κεμάλ (κι ας πήρε άλλος το Νόμπελ στη γείτονα Τουρκία), Θέρκας, Κιουρέισι, Μακ Γιούαν, Μπέρχαρντ Σλινκ και Χ.Μ. Ενζενσμπέργκερ, και σίγουρα ξεχνάω πολλούς, τα τελευταία χρόνια άλλωστε επιστρέφω συνεχώς σε παλιά διαβάσματα. Ενδιαφέρουσα εμπειρία: δεν είναι απλώς τεστ αντοχής του συγγραφέα, αλλά κυρίως ένα μικρό μονοπάτι στην αυτογνωσία, τα σημειωμένα με το μολύβι μου βιβλία και τα γραψίματα στο περιθώριο μού υποβάλλουν ερωτήματα για την προηγούμενη ζωή, μου δίνουν εξηγήσεις γι’ αρκετά ‘’ως εδώ…’’.

Η καταγραφή δεν έχει εύκολο τέλος, να σας πω για τους Έλληνες, γιατί πιστεύω ότι έχουμε καλή λογοτεχνία: Βαλτινός και Δούκα Μάρω, Νόλλας, Πανσέληνος, Κυριακίδης, Σκαμπαρδώνης, Κουμανταρέας, Σκάσσης, Φάις,  Τάσος Χατζητάτσης (έφυγε τόσο νωρίς), Βιζυηνός ο μέγας, Χατζής και Αξιώτη, Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, μια ιδιαίτερη αύρα έχει η λογοτεχνία των Ηπειρωτών,  δεν με ρωτάτε για ποίηση, γιατί; Εκεί είναι όλα, στον Καβάφη και τον Σεφέρη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Ά. Αλεξάνδρου, τον Καββαδία, τον Σαχτούρη, την Τζένη Μαστοράκη και τον Τσακνιά, τον Μέσκο, τον Γκανά, τον Λιοντάκη, τον Γκάτσο, τον Κώστα Ουράνη της νιότης μου, αρκετούς νεώτερους, η ποίηση είναι αραξοβόλι στα δύσκολα. Και τον Λόρκα, τον Φρανσουά Βιγιόν, τον Ζακ Πρεβέρ ( αγάπη της νιότης μου κι αυτός), την Έμιλυ Ντίκινσον, τον Μαγιακόφσκι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα αγαπημένα βιβλία είναι πολλά, θα σας πω για κάποια που με τον τρόπο τους με ‘’βασάνισαν’’, επέστρεφαν για χρόνια και μου ‘’μιλούσαν’’: ‘’Αδελφοί Καραμαζώφ’’, ήμουνα στα έντεκα, μάλλον δεν κατάλαβα τίποτα σε κείνη την πρώτη ανάγνωση, πόσα όμως χρωστάω σ’ αυτό το βιβλίο, έπεσα στην πανέμορφη παγίδα της Λογοτεχνίας, (ναι, με το λ, κεφαλαίο), Ερνέστο Σαμπάτο: περί ηρώων και τάφων. Πεσόα, το βιβλίο της ανησυχίας, Μαρσέλ Προυστ ‘’Διαβάζοντας’’ ( ακόμα παλεύω τον Χαμένο του χρόνο), Χάινριχ Μπελ: οι απόψεις ενός κλόουν. Κάφκα: η μεταμόρφωση, μ’ αυτό το μικρό αριστούργημα παιδευόμουν χρόνια, τελικώς το έκανα κεφάλαιο ‘’στο καφάσι με τις μπίρες’’ και ξέμπλεξα. Στο ίδιο μυθιστόρημα η  ηρωίδα Εριέτα είναι η αδελφή του Χανς από τις απόψεις ενός κλόουν…, Κάθριν Μάνσφιλντ, τα διηγήματα της, κάθε φορά που βλέπω μύγα να τριγυρνά την Μάνσφιλντ σκέφτομαι, έκανε στα μάτια μου το ταπεινό πλάσμα αριστούργημα της λογοτεχνίας, Μπουλγκάκοφ, ‘’ο μαιτρ και η Μαργαρίτα’’ τι βιβλίο! Χατζής και το τέλος της μικρής μας πόλης, τριγυρνώ στα Χανιά – κι όχι στα Γιάννενα- στα παλιά Ταμπακαριά κι είμαστε παρέα, Βιζυηνός, όλος! Το αμάρτημα της μητρός μου λίγο περισσότερο, Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, όχι μόνο γιατί …ερωτεύτηκα  τον Μάνο, αλλά κυρίως γιατί έμαθα να ξεχωρίζω το Ανθρωπάκι από μακριά, ή αν θέλετε, από την είσοδο ακόμη των κομματικών γραφείων, μάθημα πολύτιμο για να μην σε καταπιούν οι μηχανισμοί της Αριστεράς…

Να σας πω μιαν ιστορία; Το 1988 επιστρέφοντας με κομμένα τα φτερά  από το Βερολίνο, (κι ας είχα πάει να ‘’ βρω’’  τα φτερά του  Βιμ Βέντερς), στην παραλία της Ιεράπετρας και στα σπιτάκια της κυρίας Έρσης για διακοπές, τέλη Αυγούστου πήρα μαζί μου τον Τσίρκα, ξανά, νόμιζα τότε …τυχαία! Κλεισμένη στο δωμάτιο διάβαζα, το βιβλίο με ρουφούσε ολάκερη, άπλωσα το χέρι, θέτε από αμηχανία, θέτε για μα ξεφύγω από το βάρος μέσα μου, παιδί της Αριστεράς ήμουνα από τότε που μικρούλα ο εργάτης μπαμπάς μου μ’ έπαιρνε παρέα του στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ στη γενέθλια πόλη, τα Χανιά, με τον Μίκη στα μπαλκόνια, άλλα φτερά τα χέρια εκείνα, του πατέρα και του Μίκη,  το δάχτυλο πάτησε το κουμπί του φορητού ραδιοφώνου και βρρρ ο εκφωνητής έλεγε τις ειδήσεις, στα αραβικά, βεβαίως, τρόμαξα, κοίτα να δεις, λέω, στην Κορνίς της Αλεξάνδρειας είμαι και δεν το ξέρω. Για όσους ξέρουν τον Κρητικό Νότο τους έκανα ήδη να γελάσουν: φυσικά ειδήσεις στην αραβική γλώσσα ακούν εκεί κάτω… μόνο που οι συμπτώσεις έχουν το λόγο τους, σε δυο  καλοκαίρια ακόμα, είχα κι εγώ την διαγραφή μου στο χέρι.

Τα ημερολόγια του Σεφέρη είναι αστείρευτη πηγή γνώσεων, κυρίως όσον αφορά την Μέση Ανατολή, Άρης Αλεξάνδρου, ‘’το κιβώτιο’’, Μ. Γκανάς, ‘’Μητριά πατρίδα’’  ο Κουμανταρέας λέει πολλά στο ‘’ το show είναι των Ελλήνων’’ , Μάρω Δούκα, ‘’ το δίκιο είναι ζόρικο πολύ’’ ( ο δοσιλογισμός δεν ήταν μονόχρωμος) αλλά και της ίδιας ‘’σκούφος από πορφύρα’’ ( η Ελλάδα αναστενάζει στο νοσοκομείο Χέρφιλντ και η καμαρίλα των… Κομνηνών),  Τ. Χατζητάτσης και όλοι οι εσπερινοί του, Θωμάς Σκάσσης και ‘’Το ρολόι της σκιάς’’( είμαι κι εγώ εκεί…) ,το τελευταίο αξιοζήλευτο του Βαλτινού, ‘’ο Τελευταίος Βαρλάμης’’, Χαβιέρ Θέρκας, ‘’ οι στρατιώτες της Σαλαμίνας’’, Κλάουντιο Μάγκρις, ‘’ Στα τυφλά’’ ( βιβλίο που αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος) , τα δυο τελευταία βιβλία νομίζω ότι θα μείνουν κλασσικά για την ιστορία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, Άλφρεντ Ντέμπλιν ‘’Δεν υπάρχει συγνώμη’’,  Μακ Γιούαν και ‘’Σάββατο’’, Χρήστος Τσιόλκας, ‘’Νεκρή Ευρώπη’’, ένα σημαντικό μέρος της σύγχρονης ‘’αστυνομικής’’  λογοτεχνίας – που αδικείται κατάφωρα έτσι αποκαλούμενη, σπουδαίο πολιτικό και κοινωνικό μυθηστόρημα είναι, από τον Κόκκινο θερισμό (τότε) του Ντάσιελ Χάμμετ ως τον Αττιά και τον Ιζζό, ‘’την νοσταλγία των δράκων’’ του Κούρτοβικ ως το ‘’Γιατί αυτοκτόνησε ο Τσε’’ του Π. Μάρκαρη με κορυφαία: ‘’η νύχτα της κουκουβάγιας’’ του Λ. Σάσα, ‘’ έγκλημα στην Κεντρική Επιτροπή’’ του Μονταλμπάν και ‘’ η κομμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου’’ του Ταμπούκι .

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Χάκκας και Χατζής, σύσσωμοι, (στα νεοπλουτίστικα σπίτια του πασοκικού πάρτυ, άκουγες, αν ήθελες, το καζανάκι του Μάριου Χάκκα), Ζιζέλ Πράσινος, Θράσος Καστανάκης, Παπαδημητρακόπουλος, Ιωάννου, Καρκαβίτσας, Π. Μάρκογλου, Τόλης Καζαντζής, Σκαμπαρδώνης, Νόλλας, Τσιαμπούσης, Παπαμόσχος, Οικονόμου, δεν είναι κρυφό δα, πως στο διήγημα ‘’κατοικεί’’ το μεδούλι της ελληνικής λογοτεχνίας, επαρχιώτες οι συγγραφείς του, σχεδόν όλοι, κάτι γίνεται εδώ. Και Κάθρην Μάνσφηλντ, σταθερά, το ‘’γιούσουρι’’ του Α. Καρκαβίτσα δίπλα στο ‘’ ο γέρος και η θάλασσα ‘’ του Χεμινγουέη, Αντόνιο Ταμπούκι, ’’μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας’’, όλα τα μικρής φόρμας κείμενα του Ταμπούκι .

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, ο Οικονόμου, στο ‘’ κάτι θα γίνει, θα δεις’’ , πολύ καλό βιβλίο πραγματικά, και ο Μακριδάκης στην ‘’δεξιά τσέπη του ράσου’’.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ναι, πολλές φορές. Ίσως γιατί σχεδόν όλοι οι ήρωες ακουμπούν στην πραγματικότητα, φεύγουν μετά, παίρνουν το δικό τους δρόμο στις ατραπούς της φαντασίας μου, αλλά ξέρω τα νέα τους, πολλοί έχουν πεθάνει, άλλοι είναι μακριά, ξέρουν αυτοί, γι’ άλλους μαντεύω ή κάνω ευχές, λέω πως οι λέξεις είναι ένας τρόπος να τους φέρνουν κοντά και πίσω με το Νοτιά τα φρεσκοβαμμένα λατίνια – Ο Γκάτσος το λέει στην Αμοργό του, όχι εγώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μάλλον για τον Τσίρκα θα σας πω πάλι, κι ο καπετάνιος Άχαμπ στο Μόμπι Ντικ ζηλευτός, ο Ισμαήλ της Γαλανάκη, άντε σήμερα με δεδομένες τις συγγραφικές ευκολίες να ‘’ορθώσεις’’ τέτοιους χαρακτήρες και σε τόσες σελίδες. Δεν ξέρω, νομίζω κάποιες φορές, πως ο σωματικός κόπος ή και πόνος ακόμη, αυτό το μάτωμα των χεριών που περιέγραψε κάποιος κλασσικός, Γάλλος νομίζω, μην με ρωτήσετε όνομα τώρα, αντανακλούσε στο βάθος των χαρακτήρων που στόχευαν και πετύχαιναν. Κι αυτό είναι διαχρονικά το ΄΄κέρδος΄΄  των κλασσικών: η φόρμα τους συχνά μας κουράζει σήμερα, η λειτουργία του χρόνου τελείως διαφορετική στις μέρες μας, αλλά οι χαρακτήρες τους, ε;

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Χαρτάκια, σελίδες σκόρπιες, σελίδες ημερολογίου, ναι. Βρήκαν τη θέση τους μετά σε διηγήματα και άλλα πονήματα. Περιέργως πως γράφω αρκετά όταν είμαι μακριά από το σπίτι, πρόχειρα, και δεν βγάζω τα γράμματά μου μετά, καημός μεγάλος…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Για τρόπο δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω, ούτε αν παγιδεύονται οι ιδέες, ξέρω μόνο πως, ξαφνικά, από το πουθενά, εκεί που οδηγώ ένα παράξενο σύννεφο περνάει πάνω από το τζάμι του αυτοκινήτου, μια διαφήμιση σκισμένη και βρεγμένη σ’ έναν τοίχο, μια ματιά ασυνήθιστη σε κάποιο αεροδρόμιο, εικόνες περισσότερο παγιδεύω, αυτές κάποτε θα μου πουν την ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο, ή: δεν ξέρω πως συνέβη. Κοιτάξτε, δεν ονειρεύτηκα να γίνω συγγραφέας, ούτε το κυνήγησα, στο σχολείο η φιλόλογος μ’ έβαζε να διαβάζω κάποιες εκθέσεις μου φωναχτά στην τάξη, ντρεπόμουν, μια φορά μας πήραν και τα κλάματα, η τελευταία έκθεση πριν το απολυτήριο, 1971, – βραβείο πάντως για την αποταμίευση δεν πήρα ποτέ,- με το βιβλίο στο χέρι με ήξεραν όλοι,  κάτι κείμενα είχα, σε μια δύσκολη περίοδο, τα έδειξα, με έπεισαν φίλοι ότι αξίζουν και πήγα στο τυπογραφείο: ΕΝΑ ΜΟΛΥΒΙ ΣΤΟ ΚΟΜΟΔΙΝΟ. (1995) Διηγήματα. Ιδίοις εξόδοις, φυσικά, είχα κερδίσει καλά λεφτά από δικαστική υπόθεση, πλήρωσα. Ούτε πήγε το μυαλό μου να ψάξω εκδότη. Το αγαπώ αυτό το βιβλίο. Μου φάνηκε περίεργο που άρεσε, βρέθηκα από το πουθενά στην εκπομπή του Β. Βασιλικού, δεν το γλέντησα, το έβαλα στα πόδια, εγώ συγγραφέας, έλα καλέ τώρα, συγγραφείς είναι αυτά τα τέρατα που διαβάζω, εγώ τι δουλειά έχω δίπλα τους. Επανακυκλοφορεί από τον ΚΕΔΡΟ. Οι άνθρωποι που μ’ έσπρωξαν έχουν και οι δύο πεθάνει, κι εγώ έμεινα με το χρέος.

Ακολούθησε πολύ αργά, εφτά χρόνια μετά, το ΜΑΡΑΛ ΟΠΩΣ ΜΑΡΙΑ, (2002) πάλι διηγήματα – οι έρωτες δεν κρύβονται – έγινε πολλή κουβέντα γι’ αυτό το βιβλίο, εγκωμιαστικές κριτικές από αγνώστους (κι αυτό είχε την αξία του), βρέθηκε σε λίστα βραβείου, έχει κάνει δεύτερη έκδοση από το ΡΟΔΑΚΙΟ. Και να σκεφτείτε ότι δεν το έβγαζε κανείς, το είχαν απορρίψει  7-8 εκδότες, πήρα πολλή πίκρα, τώρα έμπαινα στο χορό! Και τώρα – νέο φρούτο – ένιωθα ευθύνη, και η συλλογή ΚΑΙ ΦΥΣΗΞΕ ΝΟΤΙΑΣ…(2006) δεν άργησε πολύ. Πάνω κει είχα τον πειρασμό και την περιέργεια, ‘’μπορώ να κινηθώ σε μεγαλύτερη φόρμα, θα τα καταφέρω;’’ Κι ήρθε το μυθιστόρημα Μ’ ΕΝΑ ΚΑΦΑΣΙ ΜΠΙΡΕΣ (2009) από τον ΚΕΔΡΟ. Είναι κάτι πολύ δικό μου κι ας μην είναι αυτοβιογραφικό, είναι ό,τι χρόνια ρουφούσα από γύρω μου, ό,τι θα ήθελα να πω ή και να φωνάξω για την ματαιωμένη μου γενιά, για τις ευθύνες της, είναι ένα βιβλίο που θα διαβάζεται ίσως και στο μέλλον – όχι, δεν είμαι καβαλημένη, μα έτσι μου φαίνεται. Ενδιάμεσα έκανα και κάνω διάφορες τρέλες, μια δουλειά για τον Ν. Καζαντζάκη, τον ταξιδιωτικό Καζαντζάκη, αυτός με μαγεύει, για ποιητές, ψάχνω αρχεία: έτσι προέκυψε το βιβλίο ‘’ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΪΖΗ, Πόσο πολύ σ’ αγάπησα’’ η ζωή της, ανθολόγιο, η αλληλογραφία της. Ξεχασμένη ποιήτρια του ’30, Κρητικιά, την τραγουδούν εδώ και χρόνια οι νέοι κι όχι μόνο.

Μπα, δεν έχω πόθους ξεκινώντας ένα βιβλίο, πίεση νιώθω, κάτι με τρώει, μπαίνω σ΄ έναν κόσμο που νομίζω ότι με περιμένει, σιγά σιγά νιώθω καλά, γράφω αν μου βγαίνει, δεν πιέζομαι, δεν έχω υποχρέωση να γράφω, ούτε να κάνω καριέρα συγγραφέα, υπάρχουν τόσα και τόσο σπουδαία βιβλία για τους αναγνώστες, αυτό είμαι πρωτίστως, αναγνώστρια, επαρκής, θέλω να ελπίζω. Ίσως γι’ αυτό – ανάποδα τις πήρα τις ερωτήσεις σας – δεν υπάρχουν τελετουργίες, ούτε ακούω μουσική όταν γράφω, όταν η πίεση δεν πάει άλλο, απλώς στρώνομαι στο χαρτί, κυρίως στο χαρτί, λιγότερο στον υπολογιστή, μου τρώει πολύ χρόνο έτσι, αλλά με βοηθάει να πετάω, και πετάω πολύ. Βεβαίως, κάπου έχετε δίκιο: υπάρχει ένα λάκτισμα για να ξεκινήσω, κάτι ιδιαίτερο, ξεχωριστό – κι αυτό αφορά κυρίως στα διηγήματα- κάτι που νομίζω πως βλέπω μόνο εγώ, μιλώντας για την τέχνη της φωτογραφίας ο Ρ. Μπαρτ το λέει punctum, το κέντρισμα να το μεταφράσουμε; Τότε γράφω όπου βρω, σε χαρτάκια και σημειωματάρια, έχω βουνό από τέτοια, περιμένουν. Περιμένουν; Υποψιάζομαι ότι έχω χάσει ουκ ολίγα.

Η μουσική, μεγάλη ιστορία. Ακούω πολύ ραδιόφωνο, κρατικό, έχω αδυναμία σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους είδη,  φτάνει να είναι στην ώρα τους: μουσικές της Μεσογείου, αμερικάνικο ροκ και μπαλάντες, γαλλικό chanson, πολύ λίγα κλασσικά κομμάτια που είμαι δεμένη συναισθηματικά μαζί τους, μεγάλωσα πάντως με Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Σαββόπουλο και τους μένω πιστή. Ισχυρίζομαι δε ότι μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για την μουσική μας παράδοση και το τραγούδι, και τις φωνές αυτού του τόπου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα βιβλία γράφονται και ‘’φεύγουν’’. Οδεύουν προς τον αναγνώστη. Αυτός έχει τον λόγο πια. Και μ’ αρέσει να τον ακούσω, ίσως γιατί… δεν γράφω γι’ αυτόν, για μένα το κάνω, κι έχω την απορία να δω, συναντηθήκαμε κάπου αυτός κι η αφεντιά μου; Είχα κάτι να του πω; Μετά το μυθιστόρημα ‘’Μ’ ένα καφάσι μπίρες’’ , κτύπησε το τηλέφωνο, μια άγνωστη γυναίκα μου είπε πως ταυτίστηκε με την ηρωίδα, σύζυγο πανεπιστημιακού, πως αυτή ήταν η καλύτερη ψυχανάλυση που έχει κάνει, και μ’ ευχαριστεί πολύ γι’ αυτό. Ένιωσα ανακούφιση κι έκλεισα την πόρτα του βιβλίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πάντως όχι από τα βιβλία !  Από την δουλειά μου. Πτυχίο Νομικής Αθηνών, έκανε τον κύκλο της η μάχιμη δικηγορία, δίδαξα αρκετά χρόνια στο ΤΕΙ Ηρακλείου, τα τελευταία ένδεκα χρόνια συντηρώ την οικογενειακή μας επιχείρηση, ξενώνας στο βουνό, τ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ. Κι ακούγεται ολίγον εξωτικόν αλλά είναι πολλή η κούραση. Τ΄ αγαπώ πάντως. Η ζωή στο χωριό – παιδί της πόλης ήμουνα – μου έδωσε πολύτιμα μαθήματα ζωής, μιαν ανάσα διαφορετική, το μέτρο των πραγμάτων και του ανθρώπου, η φύση σε μαθαίνει  ταπεινότητα και σε γαλουχεί ελπίδα, ξέρετε, ο κήπος είναι παντελώς κατεστραμμένος μετά το χιονιά, την πρώτη φορά έβαλα τα κλάματα, και σε δυο τρεις μήνες ολάνθιστος, κραταιός. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω… Και για να είμαστε προσγειωμένοι,  στις  πόλεις δίπλα πια τα χωριά, με διαδίκτυο και τις βολές μας, μην μας βλέπετε ως ξωτικά, η επιστροφή στις επαρχίες μπορεί πια να γίνει με νέους όρους, άντε, τολμήστε!!! (μπορώ να γελάσω;). Φυσικά οι συγγραφικές καριέρες στην Αθήνα κτίζονται, αλλά… αλλά το καλό βιβλίο δεν θα χαθεί. Και, ξέρετε κάτι: διάσημοι και λιγότερο  γνωστοί, όλοι μαζί θα βρεθούμε στα ράφια των βιβλιοθηκών του μέλλοντος, και οπωσδήποτε σε 2 τ.μ γης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τα μέσα της δεκαετίας του ’80,  το σπίτι της πόλης, να το φτιάξουμε, να μεγαλώσουν τα παιδιά εκεί που μεγάλωσε και ο πατέρας τους, τι ωραίο δώρο. Τραβάμε ένα σαρακοφαγωμένο ερμάρι, πίσω του ένα κρυφό, κατάκλειστο, εντειχισμένο ντουλάπι, σωρός τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης – κλεισμένα, ξεχασμένα εκεί από τον σκληρό Απρίλη του ’67, πανηγύρι! Έλεγα κάθε πρωί πως επιβλέπω τους μαστόρους και την ‘’έκανα’’ από το γραφείο,  κι εγώ χάθηκα στα κιτρινισμένα φύλλα μιας εποχής, μιας ανάτασης, μιας ακόμη ματαιωμένης ευκαιρίας. Χάρηκα που ο Τσίρκας αγαπούσε τον Καβάφη, ανακάλυψα την Ζιζέλ Πράσινος και άλλους πολλούς. Καλά, υποψιάζεστε τι κακοτεχνίες μού άφησε η εργατική τάξη – για τα δίκια της οποίας πάλευα!  Σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά διαβάζω πολλά, και εδώ πάλι να πω ότι το πείσμα ανθρώπων μεγαλουργεί, όταν θέλει, σ’ αυτή τη χώρα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;    

Αν η λέξη ‘’μονογραφία’’ δεν είναι βαρύγδουπη, έχει συμβεί ήδη,  μ’ αφορμή Συνέδρια  ή αφιερώματα σε έντυπα  κλπ. Ανταποκρίθηκα για αυτούς που αγαπώ την δουλειά, την προσφορά τους. Μιχάλη Γκανά, Χριστόφορο Λιοντάκη, Ν. Καββαδία, Λιλή Ζωγράφου, το βιβλίο για την Κατίνα Παΐζη επίσης.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ήμουν μανιακή με τον κινηματογράφο, η Άννα στο διήγημα ‘’Ιάσων από την Κολχίδα’’ τα λέει όλα, ξέρω απέξω σκηνές και σκηνές, οι εικόνες που μένουν ανεξίτηλες, ένα παράθυρο και η κουρτίνα στο άνεμο: ο ‘’Καθρέπτης’’ του Ταρκόφσκι, το κουρεμένο γυναικείο κεφάλι  στο ‘’Χιροσίμα, αγάπη μου’’, από τον Μπέργκμαν ως τους Ταβιάνι και φθάνουμε στον Καουρισμάκι και τον Φατίχ Ακίν, άστε καλύτερα, ξύνετε πληγές. Γιατί, τώρα  πια δεν βλέπω  τόσο όσο θέλω και έχω ανάγκη. Έκλεισαν τα παλιά σινεμά, αλλά έχουμε μια πολύ καλή κινηματογραφική λέσχη κάθε Δευτέρα στο Ηράκλειο .Θέατρο, ε; , κορίτσι στο υπόγειο του Κουν είδα πράματα και θάματα, τώρα Θέατρο βλέπω πάντα όταν ανεβαίνω στην Αθήνα κάμποσες φορές το χρόνο (τα καλοκαίρια μιλάμε κατά κανόνα για αρπαχτές στην επαρχία), έχω και τις προτιμήσεις μου: από χρόνια παρακολουθώ τον Μαυρίκιο, τον Λιβαθινό και τον Θεοδωρόπουλο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Σας γράφω την απάντηση και γελάω: όλοι με ποίηση ξεκινούμε, τέτοιο σαράκι, κάποιος θα πρέπει να σκύψει στο φαινόμενο και να το ερμηνεύσει, χώρα Ποιητών – ναι, κεφαλαίο το π – αλλά και γραφικών. Τα παράτησα πολύ νωρίς, η Ποίηση στέκεται πολύ ψηλά στην συνείδησή μου για να την ταλαιπωρήσω. Πάντως έχουν δημοσιευτεί αρκετά στην Ανθολογία του Παν/μίου Πατρών για τους Κρήτες του είδους, σε κρητικά έντυπα με ψευδώνυμο και μόνο πρόπερσι στο ΤΕΧΝΟΠΑΙΓΝΙΟΝ του Γ. Στεφανάκη κάτι μικρό με την υπογραφή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα για πολλοστή φορά ‘’το βιβλίο της ανησυχίας’’ του Πεσόα, το είχα ανάγκη,  το ‘’σύντομο αισθηματικό ταξίδι‘’ του Ίταλο Σβέβο, σπουδαίο βιβλίο, ‘’το ημερολόγιο της κρίσης του Π. Τσίμα’’,  τώρα κρατώ το τελευταίο του Πανσέληνου, ‘’σκοτεινές επιγραφές’’ μ’ αρέσει η γραφή του, δεν έχω γνώμη αν δεν το τελειώσω πρώτα. Μετά σειρά έχει η Σώτη Τριανταφύλλου και το τελευταίο της.

Τι γράφετε τώρα;  

Άνοιξα συρτάρια και τσάντες και τετράδια και τελειώνω κάτι παλαβό: μπορεί να το βαφτίσω ‘’η νοσταλγία των ταξιδιών‘’, ταξίδια στο τέλος μιας εποχής, όχι, καθόλου εξωτικά πράγματα, ούτε περιγραφές ντε και καλά, σκέψεις και ανθρώπινα πορτρέτα: ένας ράφτης παπλωμάτων στη Σιδώνα του εμφυλιοπολεμικού Λιβάνου, ένας χαμαμτζής στο Ουργκούπ, μια τυφλή στον καθεδρικό του Μονρεάλε, μια γυναίκα στο Σηάτλ που ψιθυρίζει στο αυτί μου τη βροχή από την Τζοκόντα του Μάνου, μια πόρνη στην Κούνταμ στράσσε, Βερολίνο του Τείχους… Θα δούμε…

Με ποιο τρόπο ασχολείστε με τον αγροτουρισμό; Η ενασχόλησή σας αυτή σας «κλέβει» συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Ο ξενώνας είναι μικρός. Σε ανθρώπινα μέτρα, με την κρίση όμως, χρειάζεται το κυνήγι του, κι ύστερα περνούν σχεδόν όλα από τα χέρια μου. Ο χρόνος είναι πρόβλημα, και κυρίως η ποιότητα του χρόνου, αν έχει κυλήσει η μέρα με συζητήσεις, επισκέψεις, πελάτες, ζημιές, ουρά στην Τράπεζα ή στην Εφορία,  το μυαλό δύσκολα μαζεύεται… Πάντως  ‘’το ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ αγαπά την λογοτεχνία’’ και από φέτος θα  κάνουμε πράγματα για την λογοτεχνία εδώ, κάτω από την πέργκολα ή και τ’ άστρα χαζεύοντας τον Ψηλορείτη, διαβάσματα, συζητήσεις, μαθήματα γραφής με καλούς συναδέλφους… στα προσεχώς οι λεπτομέρειες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σας ευχαριστώ, ήταν ήδη πολλές (μιλώ καλοπροαίρετα, φυσικά – το διαδίκτυο προσφέρεται για παρεξηγήσεις).

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύτιμο εργαλείο στο χώρο μας: ο πελάτης μου με βρήκε στο Πόρτλαντ της Δυτικής Ακτής, του άρεσε η τιμή, τύπωσε τον χάρτη από την ιστοσελίδα μου και βρέθηκε στην πόρτα! Ξέρετε, είμαστε θαυμάσια λεία στα χέρια των tour operators, και το δίκτυο μπορεί να μας  βοηθήσει. Σπουδαίο μέσο αστραπιαίας μεταφοράς της πληροφορίας, αλλά την πληροφορία εμείς με το μυαλό μας και την παιδεία μας θα την αξιολογήσουμε, χαρά πολλές φορές, μιλώ με τ’ ανίψια μου στην άλλη άκρη της Αμερικής και της Κρήτης, ‘’σαλιαρίζω’’ με τις κόρες μου,  τους στέλνω μουσικές στο FB. Φυσικά όλα τα εργαλεία θέλουν τη σωστή χρήση, είναι ακριβώς αυτό : εργαλεία. Το λέω γιατί νομίζω ότι πολύς κόσμος εγκλωβίζεται σε μια εικονική πραγματικότητα που μάλιστα την θεωρεί πραγματική. Σε μια επαφή που κατ’ επιφάσιν  είναι επαφή –κρύβει πολλή μοναξιά το μαραφέτι και η χρήση του, μπορεί να λειτουργήσει και σαν παγίδα. Κάνω κι άλλες σκέψεις όμως: η υψηλή τεχνολογία αλλάζει δραματικά τη ζωή μας χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε πολλά πράγματα, αίφνης, η οικονομική κρίση που ζούμε, η ένταση και το βάθος της, είναι άσχετα από τις ταχύτητες της τεχνολογίας; Ποιος μπορεί να ελέγξει πραγματικά τα χρηματιστήρια; Η ταχύτητα που κινείται η πληροφορία τι επιπτώσεις έχει, θετικές και αρνητικές – στη ζωή μας; Ο Δημιουργός και το δημιούργημα του, το best seller προσεχώς στις οθόνες σας! Όσο για τους κοινωνιολόγους και του ψυχαναλυτές του παρόντος, ω! χαράς ευαγγέλιο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Θα ήθελα να βλέπατε τη φάτσα μου τώρα που σας γράφω την απάντηση, δηλαδή, κοιτάξτε, ούτε τα μαλιά μου έχω βάψει , ούτε με το μέικαπ έχω πολλά πάρε δώσε, και δηλώνω ευθαρσώς τα  χρόνια μου, τα αγαπώ, όπως και τις ρυτίδες μου, είμαι το …αποτέλεσμά τους, οπότε η αιώνια νιότη μάλλον δεν ανήκει στο μενού μου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αιώνια νιότη είναι η δύναμη για δημιουργία, αλλά χωρίς συγγραφική ιδιότητα τι να το κάνω το δώρο; Αντίφαση δεν είναι;
Να ‘μαστε καλά, λοιπόν, να μεγαλώνουμε…

ΝΙΚΗ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΥ, www.agioklima.gr

Σημ.: Στις υπόλοιπες φωτογραφίες: Ναταλία Γκίνζμπουργκ, Αλμπέρ Καμύ, Έμιλυ Ντίκινσον, Φραντς Κάφκα, Στρατής Τσίρκας, Λεονάρντο Σάσα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζιζέλ Πράσινος, Ζακ Πρεβέρ, Αντόνιο Ταμπούκι, Φερνάντο Πεσσόα, μια σκηνή από την Άκρη του Ουρανου του Φατίχ Ακίν, το Διαβατήριο του Ποιητή, Ίταλο Σβέβο, Κλαούντιο Μάγκρις και μια είσοδος στον κόσμο του Αγιοκλήματος.

15
Ιαν
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 74. Δώρα Κασκάλη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι πολλοί και αντιπροσωπεύουν αναγνωστικές προτιμήσεις διαφορετικών περιόδων της ζωής μου. Πρόχειρη λίστα με τους έλληνες: Γεώργιος Βιζυηνός, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Εγγονόπουλος, Μ. Καραγάτσης, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Μάριος Χάκκας, Ανδρέας Φραγκιάς, Δημήτρης Χατζής, Άρης Αλεξάνδρου, Αργύρης Χιόνης, Άρης Φακίνος, Βασίλης Αλεξάκης, Μένης Κουμανταρέας, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Περικλής Σφυρίδης, Μάρω Δούκα, Ρέα Γαλανάκη, Θανάσης Μαρκόπουλος, Δημήτρης Δημητριάδης, Βασίλης Γκουρογιάννης και οι κάπως νεότεροι βορειοελλαδίτες διηγηματογράφοι (Τάσος Καλούτσας, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Ηλίας Παπαμόσχος). Και με τους ξένους: Σααδί, Ε.Α. Πόε, Σταντάλ, Γκυστάβ Φλωμπέρ, Φιόντορ Ντοστογιέφσκι Άντον Τσέχοφ, Μαξίμ Γκόρκι, Νικολάι Γκόγκολ, Λέων Τολστόι, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Φερνάντο Πεσσόα, Τ. Σ. Έλιοτ, Μαρσέλ Προυστ, Αλμπέρ Καμύ, Φραντς Κάφκα, Τόμας Μαν, Τζον Στάινμπεκ, Σκοτ Φιτζέραλντ, Σύλβια Πλαθ, Φρανσουάζ Σαγκάν, Γιούκιο Μισίμα, ΄Ιταλο Καλβίνο, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Ρέιμοντ Κάρβερ, Τζέφρι Ευγενίδης. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια δεν διάβασα αρκετή σύγχρονη ξένη λογοτεχνία, παρά μόνο γνωρίζω κάποια ονόματα καθαρά δημοσιογραφικά.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δεν θα είμαι αναλυτική για να μην καταχραστώ το χώρο σας. Αν βάλετε σε κάθε παραπάνω όνομα δύο με τρία έργα του, ο κατάλογος θα είναι μακρύς, ειδικά αν προστεθούν και μεμονωμένα έργα συγγραφέων. Τηλεγραφικά μόνο θα πω ορισμένα ελλήνων: Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, Λοιμός του Φραγκιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου και η τριλογία του Άρη Φακίνου (Το κάστρο της μνήμης, Κλεμμένη ζωή, Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα αναφέρω για ευνόητους λόγους κάποια διηγήματα παλιότερων συγγραφέων: «Μοσκώβ-Σελήμ» του Βιζυηνού, «Ο έρωτας στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη,  «Πίστομα» του Θεοτόκη, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Σαμπεθάι Καμπιλής» του Χατζή.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου και ειδικά για το τελευταίο βιβλίο του Κάτι θα γίνει θα δεις. Γα να μην αδικήσω τους υπόλοιπους νέους συγγραφείς, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω αρκετό χρόνο για να διαβάσω δουλειά τους. Ενημερώνομαι, όμως, από τον ηλεκτρονικό τύπο και τα περιοδικά και βλέπω με μεγάλη μου χαρά ένα δημιουργικό ξέσπασμα των σημερινών περί τα τριάντα –αλλά και νεότερων- συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Τους ήρωες των διηγημάτων της πρώτης μου συλλογής τους έχω αφήσει στις αέναες διαδρομές τους πάνω στις ξεφτισμένες θέσεις των συρμών, να ανοίγουν κουβέντα με τους περαστικούς. Όσο για τις γυναίκες του «Κάτω», μαθαίνω νέα τους από τους αναγνώστες που άρχισαν να διαβάζουν το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, και εκπλήσσομαι από όσα τους ανιστορούν ερήμην μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ναξιώτισσα Αριάγνη του ομώνυμου βιβλίου του Τσίρκα από την Τριλογία του που κατοικεί στο Κάιρο σε ένα ιδιότυπο λαβύρινθο: ανεξίθρησκη συντρέχει τους ντόπιους, γίνεται το καταφύγιο του κυνηγημένου Σιμωνίδη, ζει έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση κι όμως βασανιστικά παρόντα για 23 χρόνια με τον Γιούνες και υπερασπίζεται τη δική της πανανθρώπινη ηθική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο τρένο και μάλιστα πολλές φορές. Στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα έχω καταφέρει να γράψω ολόκληρα –σύντομα- διηγήματα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Καθετί μπορεί να ενεργοποιήσει την έμπνευση: οι άνθρωποι που συναντώ, μια είδηση στο διαδίκτυο, μια εικόνα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ένα πρόσωπο στο λεωφορείο. Παρακολουθώ ηδονοβλεπτικά τα πάντα γύρω μου. Εκείνη τη στιγμή κινητοποιείται όλος ο μηχανισμός της φαντασίας και στήνεται ο βασικός σκελετός της πλοκής. Όταν, αργότερα, καταγράφω την ιστορία στον υπολογιστή μου, πολλές φορές το κείμενο με πάει αλλού και αναθεωρώ ακόμη και ολόκληρο το οικοδόμημα που ξεκίνησα να στήνω. Αυτά προκειμένου για τα διηγήματα. Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι μια εργασία πιο συστηματική και λιγότερο παρορμητική, γι’ αυτό και δυσκολότερη για μένα που έχω συνηθίσει να γράφω στη σύντομη φόρμα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Εργάζομαι όταν και όποτε μπορώ να βρω λίγο χρόνο. Συνήθως επεξεργάζομαι εγκεφαλικά κατά τη διάρκεια της ημέρας μια βασική ιδέα με συνηθέστερη υπόκρουση το Τρίτο Πρόγραμμα που ακούγεται σταθερά στο σπίτι, αλλά και τις πρώτες κουβέντες της κόρης μου, το κλάμα του γιού μου, όλη αυτή τη μουσική του μικρόκοσμου του σπιτιού μου που παρέχει ασφάλεια, χαμόγελο και κουράγιο ακόμη και όταν η έμπνευση κάνει κοιλιά. Διαύγεια για να γράψω έχω αργά το βράδυ, μαζί όμως και με τη συσσωρευμένη κούραση από τις ημερήσιες φροντίδες.
Προτιμώ να ακούω σάουντρακ από αγαπημένες ταινίες, Philip Glass, Michael Nyman, Ryuichi Sakamoto, Zbigniew Preisner, Wim Mertens, Arvo Pärt, Sylvain Chauveau.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο Στο τρένο (εκδ. Γαβριηλίδης 2010) είναι μια συλλογή διηγημάτων με ιστορίες επιβατών, οι οποίοι στις διαδρομές τους πάνω στη γραμμή «Πύθιο-Σταθμός Λαρίσης» ζουν τα δικά τους πάθη που αποτελούν το πρωταρχικό καύσιμο της ζωής: έρωτας-σεξ-θάνατος. Το δεύτερο βιβλίο μου είναι το μυθιστόρημα Κάτω από τις ίδιες εκδόσεις, το οποίο κυκλοφόρησε λίγο πριν εκπνεύσει το 2011. Σπονδυλωτό βιβλίο, αφηγείται ιστορίες γυναικών –ζώντων και νεκρών- μέσα στο χλωρό παράδεισο ενός νησιού, καταγράφοντας τις επιθυμίες, τα ελλείμματά τους, τον αγώνα τους για επιβίωση. Στο τέλος του βιβλίου, τις μικρές ζωές τους ξεθεμελιώνει μια σαρωτική κρίση που υποχρεώνει όλες τις ηρωίδες να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή και τις επιλογές τους.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Παλαιότερα, εργάστηκα για οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.

Η υπό εκπόνηση διατριβή σας αφορά τις εκφάνσεις της ελληνικότητας στη μεταναστευτική λογοτεχνία. Πώς επιλέξατε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα, τι αφορά, ποια όρια έχετε βάλει στο θέμα σας, σε ποιο σημείο βρίσκεστε;

Σε συνεργασία με την επόπτριά μου, καθηγήτρια στο Α.Π.Θ. Μαίρη Μικέ, αποφασίσαμε να μελετήσω παραδειγματικά τη μεταναστευτική λογοτεχνία ώστε να ιχνηλατήσω τις μεταμορφώσεις της ιδέας της πατρίδας και της ελληνικότητας στα κείμενα ελλήνων που έζησαν στην αλλοδαπή και μεταφέρουν τη μεταναστευτική εμπειρία τους όσο και εκείνων που δημιουργούν στην Ελλάδα, αλλά έχουν θέμα τους μετανάστες. Χρονικά περιορίσαμε το θέμα από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τα τελευταία χρόνια η μετανάστευση και η ετερότητα ήταν ζητήματα ιδιαίτερα προσφιλή στην έρευνα. Δυστυχώς, μετά τη μελέτη ενός σημαντικού μέρους της μεταναστευτικής λογοτεχνίας, το διδακτορικό μου έμεινε λιγάκι πίσω λόγω της απόκτησης των δύο παιδιών μου. 

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Νομίζω ότι είναι δύσκολο να απαντήσω για το ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό περιοδικό. Έχω ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, ειδικά με τα περιοδικά της περιφέρειας, γιατί υπήρξαν εξαιρετικά φιλόξενα και μου διέθεσαν τις σελίδες τους για να δημοσιεύσω τα πρώτα μου διηγήματα. Η Παρέμβαση της Κοζάνης, η Εξώπολις της Αλεξανδρούπολης, στα οποία είμαι τακτική συνεργάτης, είναι αυτά που νιώθω πιο κοντινά μου. Αλλά και τα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο – ο  Γ. Κορδομενίδης εκδίδει ένα υψηλών προδιαγραφών περιοδικό- και Ένεκεν, το πάντα έγκυρο και πρωτοπόρο Πλανόδιον και το εξαιρετικό Εμβόλιμον είναι από τα περιοδικά που δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μάριο Χάκκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και θέατρο και σινεμά. Θα αναφέρω εδώ κάποιους αγαπημένους δημιουργούς: ο «Δεκάλογος» του Κισλόφσκι (ειδικά η «Μικρή ιστορία για ένα φόνο» και η «Μικρή ερωτική ιστορία»), όλες οι ταινίες του Ταρκόφσκι –παράλληλα με την ανάγνωση των «Σμιλεύοντας το χρόνο» και «Μαρτυρολόγιο»-, ο ιταλικός νεορεαλισμός (Ροσσελίνι, Ντε Σίκα), ο Φελίνι, ο Μπέργκμαν, ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Βέντερς μέχρι και την ταινία «Τα φτερά του έρωτα», οι αδερφοί Ταβιάνι, ο Νικίτα Μιχάλκοφ, ο Φρανσουά Τριφό, οι παλιότερες του Γούντι Άλεν μέχρι και την ταινία «Η Χάνα και οι αδερφές της», ο Στίβεν Φρίαρς, ο Γκας βαν Σαντ, ο Αρονόφκσι, ο Ιναρίτου, ο Λαρς φον Τρίερ. Από τα μαθητικά μου χρόνια παρακολουθούσα με προσήλωση τις ταινίες του Γκοντάρ και του Φελίνι στην κρατική τηλεόραση και ως φοιτήτρια υπήρξα φανατική σινεφίλ. Απωθημένο μου εξακολουθεί να είναι η σκηνοθεσία, ενώ είχα και μια σύντομη θητεία στην «Πειραματική Σκηνή της Τέχνης» ως βοηθός σκηνοθέτη. Όποτε κατεβαίνω στην Αθήνα συνήθως παρακολουθώ τις παραστάσεις του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», του «Επί Κολωνώ» και του «Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτή την περίοδο δοκιμάζω τις δυνάμεις και τις αντοχές μου στην ποίηση. Είμαι σε μια διαδικασία μαθητείας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Προσπαθώ να επιστρέψω στα καθαρά επιστημονικά μου διαβάσματα που αφορούν στην εθνική ταυτότητα. Τώρα μελετώ το βιβλίο του Στάθη Γουργουρή «Έθνος-όνειρο».

Τι γράφετε τώρα;  

Μια σειρά διηγημάτων με κοινό θεματικό άξονα την τρίτη ηλικία. Ήδη ένα διήγημα εξ αυτών θα αναρτηθεί στο one story, τη σελίδα που επιμελείται ο Γιάννης Φαρσάρης (http://www.onestory.gr/).

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όλες οι ερωτήσεις σας ήταν εξαιρετικές!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Από το 2007 διατηρώ ένα λογοτεχνικό μπλογκ, το οποίο υπήρξε και η αιτία για να ασχοληθώ συστηματικότερα με τη γραφή. Σήμερα πλέον υπολειτουργεί ελλείψει χρόνου, ωστόσο είναι πάντοτε μια καλή εξάσκηση για τη σύντομη φόρμα που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Για τα δυο μου βιβλία άνοιξα ισάριθμα μπλογκ, τα οποία ενημερώνω με εκδηλώσεις, κριτικές, αλλά και αποσπάσματα. Πρόσφατα άνοιξα κι ένα λογαριασμό στο facebook.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Η λογοτεχνία αιχμαλωτίζει κάτι από την αιώνια νιότη της στιγμής. Ήδη εμείς που μετέχουμε στο θαύμα της, δεν κερδίζουμε μια κάποια αθανασία; Αυτό μου είναι αρκετό.

Στις φωτογραφίες: ένα Συνεργείο Επισκεπτών (στον σιδηροδρομικό σταθμό του Πυθίου, αφετηρία των εμπνευστικών τραίνων της συγγραφέα, φωτ. Ελένης Κεχαγιόγλου), η Βεντερική Αλίκη περιμένει την δική της αναχώρηση, το κορίτσι του Ταρκοφσκικού Καθρέφτη ήδη ταξιδεύει, τα παιδιά του Ταβιανικού Χάους ετοιμάζονται για μια στιγμή που κάποτε θα κάνουν λογοτεχνία, οι δυο Κυσλοφκικοί ήρωες ρέουν την Μικρή Ερωτική τους Ιστορία κι ένα βαγόνι: για κάποιους, μια μήτρα της γραφής.

Ηλεκτρονικά επισκεπτήρια: εδώ κι εκεί.

19
Νοε
11

Γιάννης Κιουρτσάκης – Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη

Στοχασμός στο κέντρο του κόσμου

«H Νέα Υόρκη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο είδος της κριτικής και της ερμηνείας που έχω μέχρι σήμερα εφαρμόσει. Ανήσυχη, ταραχώδης, αέναα διαφορετική, αδιαπέραστη και αφομοιωτική, είναι σήμερα η πρωτεύουσα μιας εποχής. Η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…η περιθωριακότητα και η μοναξιά του «ξένου», του outsider, υπερισχύουν της αίσθησης της απλής διαβίωσης στην πόλη αυτή» (Έντουαρντ Σαΐντ, Αναστοχασμοί για την Εξορία, Εισαγωγή, εκδ. Scripta, 2006, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου). Αν αυτή ήταν η εικόνα ενός «ξένου» στις αρχές της νέας χιλιετίας, ποιες είναι οι αντίστοιχες σκέψεις ενός επισκέπτη από μιαν άλλη Ανατολή στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της και πώς καταγράφονται στα τέλη της;

Ο Κιουρτσάκης επέλεξε την σωματική συνάντηση με την πόλη, βέβαιος για την αξία της γνώσης των αισθήσεων και της πρωτογενούς εμπειρίας (προπάντων σε μια εποχή όπου ακλόνητες ιδέες και βεβαιότητες συχνά αποκαλύπτονται διάτρητες), στοιχεία άλλωστε της ιδιότητάς του ως χωρικού αλλά και μελετητή της Προφορικής Παράδοσης και της Καρναβαλικής Γλώσσας. Οι εν θερμώ ταξιδιωτικές σημειώσεις, εμπλουτισμένες με μεταγενέστερες σκέψεις και ψυχραιμότερες ματιές κεντώνται σ’ ένα δοκίμιο ημερολογιακής τεχνικής,  στοχαστικής πυκνότητας και ταξιδιογραφικής σαφήνειας. Ο συγγραφέας δεν δέχεται τίποτε ως δεδομένο, παρά μόνο αναρωτιέται, πιθανολογεί, προτείνει, και ξανά αμφιβάλλει. Αποφεύγει τον αβασάνιστο τυφλό αντιαμερικανισμό, πόσο μάλλον όταν η Αμερική βρίσκεται μέσα μας κι ο κόσμος έχει εσωτερικεύσει το χρησιμοθηρικό πνεύμα του αμερικανικού καπιταλισμού, σε μια παράλληλη συνύπαρξη αμερικανοποίησης και αντιαμερικανισμού.

Ο Νέος Άνθρωπος της Αμερικής υπήρξε ο κατακτητής του «μακριά» από κάθε πατρίδα ή εαυτό. Το «αλλού» της υπήρξε ουσιώδης πυρήνας της αμερικανικής εμπειρίας. Η ορμητική κίνηση προς τα εμπρός, η ακαταμάχητη ροπή προς την υπέρβαση των ηθικών και υλικών ορίων δημιούργησε έναν πολιτισμό χωρίς προηγούμενο, έναν αντίστροφο νόστο στην πατρίδα του μέλλοντος αλλά και την δυσεξήγητη για μας συλλογικότητα του αμερικανικού ονείρου. Το αγγλοσαξονικό, προτεσταντικό ήθος και, κυρίως, η ερμηνεία του το μετέφρασαν με αμοραλιστικούς όρους ως τα όρια της εγκληματικότητας, δημιουργώντας την Αμερική που στο ένα χέρι κραδαίνει το σταυρό και στο άλλο το πιστόλι. Μόνο που στους ηλεκτρονικούς χρηματοπιστωτικούς καιρούς της ολοκληρωτικής εξαΰλωσης του πλαστικού χρήματος, οι αλλοτινοί γκάγκστερ είναι άχρηστοι και τα πολυβόλα αντικαταστάθηκαν από τα πλήκτρα.

Εδώ οι μετανάστες μνημείωσαν χειροποίητα την παρουσία τους, με αδάμαστη θέληση να υπομείνουν τα πάνδεινα για να πραγματώσουν την διαφυγή απ’ τη μοίρα, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά το δικό τους χνάρι: «εκείνο που ένιωθαν ως παράδοση προτού το πούνε Ιστορία». Μήπως επειδή όταν δεν νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο όπου ζεις, δεν παίρνεις τίποτε ως δεδομένο και υπερβαίνεις κάθε συμβατική σκέψη ή φόβο; Στα σημερινά όμως χρόνια του καθολικού ξεριζωμού και της γενικευμένης ατοπίας, «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα κι εμείς  επιστρέφουμε ως τουρίστες στον τόπο όπου οι πρόγονοί μας αποβιβάζονταν ως μετανάστες». Θαυμάζουμε τα έργα που δημιούργησαν οι άνθρωποι του χθες ανάμεσα σε δύο κατακτήσεις ή δύο πολέμους, ενίοτε και μέσα στον όλεθρο ή τη σφαγή.  «Τι θα θαυμάζουν από την ψυχή μας οι επιγενόμενοι, σε πεντακόσια ή χίλια χρόνια»;

Σ’ ένα κυριολεκτικά μετα-φυσικό τοπίο χτισμένων ρεματιών και εικονικών παραστάσεων, «πώς να ζήσεις μια αληθινή ζωή μέσα στην ακατάπαυστη ροή προσώπων, πραγμάτων, εικόνων και λέξεων που εμφανίζονται στιγμιαία και περνούν και φεύγουν, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μη συνέβησαν ποτέ»; Όταν ο πνευματικός βίος της Αμερικής περιχαρακώνεται (σε γειτονιές, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) και τα ομογενοποιημένα προϊόντα της αναπαράγονται σ’ έναν «θανάσιμο εγκλωβισμό στο Ίδιο», πώς να ελπίζεις ότι μαζί με την συρρίκνωση των πολιτικών ή ταξικών χασμάτων θα μειωθούν οι πνευματικές αποστάσεις και το βαθύτατο υπαρξιακό της πρόβλημα;

Σε αυτή τη μηχανή που οργώνει τις ψυχές και ανακυκλώνει τους ανθρώπους σε απορρίμματα, σε τούτο το αεικίνητο εργαστήριο της μετάλλαξης του ανθρώπου, της παντοκρατορίας των αριθμών, του απόλυτου συγχρονισμού σε ομαδική ζωή και της νίκη της πληροφορίας ενάντια στη γνώση, όπου η υπέρβαση, η προσαρμογή και η αντίσταση αποτελούν καθημερινούς μοχλούς λειτουργίας του αναρωτιέται κανείς: Μοιράζονται άραγε όλοι έναν κοινό βίο, ή απλά συνυπάρχουν αποκλεισμένοι σ’ ένα αόρατο, ιδεατό γκέτο; Πώς θα ξαναβρούν τα παιδιά των μεταναστών (δηλαδή και όλοι οι Αμερικανοί) μέσα στον πολυφυλετικό, πολυεθνικό, πολυγλωσσικό χυλό του τις δικές τους γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις;

Ο συγγραφέας εξαρχής αντιμετώπισε την Νέα Υόρκη «όχι σαν κουρδισμένος υπήκοος της παγκοσμιοποιημένης επαρχίας, αλλά σαν πολίτης του κόσμου ή σαν ένας πρώην χωρικός που νιώθει την ψυχή του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του αλλοτινού του εαυτού» που συνταράχτηκε από την ιδέα ενός πλανητικού χωριού (που καμιά άλλη πόλη δεν προεικονίζει τόσο καθαρά) κι από εικόνες όπως εκείνη του ζεύγους αστέγων που πλαγιάζουν κάθε νύχτα συντροφιά με το σκυλί τους, τον καφέ και τα βιβλία τους στην εσοχή κάποιου μαγαζιού. Ίσως σε τέτοια μαθήματα ορίων να βρίσκεται ένα κλειδί ώστε η υπέρτατη κοσμόπολη να γίνει ο ιδεατός κοινός τόπος των ανθρώπων, το νέο οικουμενικό χωριό που είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers