Αρχείο για την κατηγορία 'Λογοτεχνικά κ.ά. Περιοδικά'

20
Φεβ
12

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 526 (Φεβρουάριος 2012)

Όψεις της κρίσης. Ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφικός στοχασμός.

Η σημερινή κρίση φέρνει ξανά στην επικαιρότητα δύο κείμενα ελλήνων στοχαστών (που όλως τυχαίως διέπρεψαν στο εξωτερικό;) που επεσήμαναν έγκαιρα τις παθογένειες και τις αγκυλώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που επέβαλε τον παραγκωνισμό του φιλοσοφείν, που από τέχνη βίου που πραγματώνει την συνάφεια θεωρίας και πράξης αναγνωρίστηκε ως θεωρητική σπουδή ανίκανη να επέμβει πρακτικά επί του ιστορικού γίγνεσθαι κι έτσι, όταν η φιλοσοφική σκέψη αναμετριόταν καιρό τώρα με τις «ασθένειες» της νεοελληνική δημοκρατίας κανείς δεν διέθετε ευήκοα ώτα. Το κείμενο του Νίκου Ταγκούλη αφορά ακριβώς τον «νεωτερικό «μύθο» της κρίσης» στο παραπάνω πλαίσιο και εντός του ευρύτερου αφιερώματος του τεύχους.

Ο Κώστας Αξελός έθετε (Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας) ήδη στα τριάντα του τα ερωτήματα που θέτουμε σήμερα κατόπιν εορτής. Η σύγχρονη Ελλάδα τρέφεται με τη δυτική σκέψη αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν»…κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα – της σκέψης, της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης – δεν βλέπουν το φως της ημέρας. Στην έλλειψη δημιουργικής φαντασίας του νεοέλληνα έρχονται να προστεθούν οι αυταπάτες της αυτοσυνείδησης του έθνους, όπως ο ελληνοκεντρισμό που ουδέποτε πραγματώθηκε σε πολιτικό, πολιτισμικό ή αισθητικό επίπεδο. Η ελληνοκεντρική αντίληψη ήταν αυτή που επέτρεψε τον νεοέλληνα από την αυτοσυνειδησία. Δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει ένα νέο άνοιγμα στον κόσμο, παρά τον άφησε να επαναπαύεται στον μιμητισμό και στην προγονοπληξία.

Το δεύτερο κείμενο, που επίσης επανεκδόθηκε την χρονιά που μας πέρασε και μας θυμίζει ο μελετητής είναι Οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας του Παναγιώτη Κονδύλη που εστίασε, μεταξύ άλλων, στην εξής αντίθεση: ενώ στην υπόλοιπη Δύση η εμφάνιση της αστικής κουλτούρας συνδέθηκε στη συλλογική συνείδηση ως το αντίπαλο δέος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, στον ελλαδικό χώρο ετέθη στον αντίποδα της εργατικής τάξης. Η φερόμενη ως αστική τάξη δεν διέρρηξε στο ελάχιστο τους δεσμούς της με το φεουδαρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης και διατήρησε το πατριαρχικό σχήμα εξουσίας (σχέση πατέρα – γιου, πολιτικού – ψηφοφόρου, υπακοής – προστασίας), ενώ το κράτος διογκώθηκε με την είσοδο μιας μεγάλης μάζας υπαλλήλων χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με σοβαρές επιπτώσεις στην λειτουργία της κρατικής μηχανής, που εφεξής προσκρούει στην αγραμματοσύνη, τη στενοκεφαλιά, την κουτοπονηριά και την συμπλεγματικότητα.

Ο Λευτέρης Καλοσπύρος αναζητά «τα πρόσωπα της νεοελληνικής παρακμής» και τα εντοπίζει μέσα σε τέσσερα λογοτεχνικά έργα (Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δ. Χατζή, Βιοτεχνία υαλικών του Μ. Κουμανταρέα, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά και Εις τον πάτον της εικόνας Μ. Δούκα) που συνθέτουν άτυπα ακριβώς μια μικρή ιστορία της νεοελληνικής παρακμής, ο Γιάννης Δούκας εστιάζει στους στίχους του Λευτέρη Πούλιου, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στην «ελληνική πεζογραφία μπροστά στην κρίση (τώρα και άλλοτε)» και οι Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ιωάννα Μπουραζοπούλου και Μάκης Καραγιάννης για την πώς βλέπουν την κρίση στο έργο τους.

Στα μηνιαία του Οξύτονα ο Αλέξης Ζήρας βλέπει στο πρόσωπο του Γ. Γραμματικάκη έναν από τους ελάχιστους ακαδημαϊκούς που δεν είναι περιχαρακωμένος στη φοβική ή στη συμφεροντολογική αυτάρκεια των εκατοντάδων συναδέλφων του αλλά διατυπώνει δημόσιο λόγο και υπογραμμίζει την ανάγκη να βγούμε από την αδράνεια, την αυτοκαταστροφική λογική και την απόδοση ευθυνών στο πολιτικό και μόνο σύστημα. Αντί η κρίση να φέρει στη χώρα την σοβαρότητα και την ευθύνη, έχει εκτραπεί σε μια περιδίνηση περί το μηδέν, σε μια αφόρητη φλυαρία με λίγο περιεχόμενο. Αρνούμαι στο εξής να ακούσω όσους επαγγέλλονται διαρκώς την «σωτηρία» μας. Με εξοργίζουν εκείνο που δήθεν υπερασπίζονται τα ιερά και όσια του τόπου – ή την εθνική κυριαρχία μας – ενώ είμαστε οι Έλληνες που τον παραδώσαμε στο μπετόν και την ασχήμια. Δεν με συγκινεί πια ο θρήνος των συνδικαλιστών και των λογής «εκπροσώπων»: την εξουσία τους υπερασπίζονται μόνο, για την δική τους βολή ενδιαφέρονται….

Ο Γιάννης Μπασκόζος, τέλος, μοιράζεται μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Αλέξη Πανσέληνο, για το «πώς λίγες εκατοντάδες που ήρθαν από την εξορία κατάφεραν να υποτάξουν στην αντιδημοκρατική νοοτροπία τους τις γενιές που είχαν μεγαλώσει με το ροκ αλλά και με τον θαυμασμό στους αγώνες της αριστεράς» αλλά και για τις Σκοτεινές Επιγραφές του:  Η απώλεια της Χλόης, η αίσθηση του ανθρώπου που φεύγει από πλάι σου, που εν μέρει το αισθάνεσαι και σαν προδοσία, ξυπνάει μέσα σου και τις αναμνήσεις της σχέσης, μιας σχέσης που, όπως ξέρουμε, ποτέ δεν είναι η πλήρης κατάκτηση του άλλου. Πάντοτε ο άλλος είναι ένα σύμπαν που από ένα σημείο και μετά δεν κατακτιέται. Αυτή είναι και η βάσανος του έρωτα και η διαρκής προσπάθεια του έρωτα για την κατάκτηση του άλλου. Για άλλους τελειώνει με έναν συμβιβασμό και για άλλους παραμένει μια εσαεί αναζήτηση. Όλες οι σχέσεις είναι η προσπάθεια προσέγγισης δύο μοναχικών ανθρώπων, που παραμένουν μοναχικοί. Ακουμπάνε ο ένας τον άλλον, αγγίζουν σημεία, αλλά μένει ανέγγιχτος ο πυρήνας του καθενός. [120 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Κ. Αξελός, Π. Κονδύλης.

12
Φεβ
12

Poetix, τεύχος 5 (άνοιξη – καλοκαίρι 2011)

Πώς δεν αυτοκτονώ μπρος σ’ έναν καθρέφτη/και δεν εξαφανίζομαι για να ξαναφανώ στη θάλασσα/όπου ένα μεγάλο πλοίο θα με περιμένει/με τα φώτα αναμμένα;/Πώς δεν βγάζω τις φλέβες μου/Και δεν φτιάχνω μ’ αυτές μια σκάλα/για να αποδράσω στην άλλη πλευρά της νύχτας;

… έγραφε στο ποίημα «Το ξύπνημα» η αργεντινή Αλεχάντρα Πισαρνίκ, μια από τις πλέον πρωτότυπες ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική. Ποιήματά της μεταφράζονται εδώ από την γνώστρια του έργου της Αμαλία Ρούβαλη, που μας κοινωνεί και με τρισέλιδη εισαγωγή στην εξαιρετική της περίπτωση:  γεννημένη το 36 και αυτόχειρας στα 36, παιδί ρωσοεβραίων μεταναστών, άρα με έλλειψη εθνικών ριζών και έντονη βίωση του αισθήματος της εξορίας, αναχωρήτρια στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 60 που έζησε καταθλιπτικά, πάμπτωχα και ευτυχισμένα, φίλη του Χούλιο Κορτάσαρ και παρέα των Μπονφουά και Μισώ, μεταφράστριά τους αλλά και των Αντονέν Αρτώ και Αιμέ Σεζαιρέ, με ποίηση εμμονής στο σκοτάδι και τη νύχτα, στην οποία άλλωστε ζούσε σχεδόν αποκλειστικά, και την οποία θεωρούσα πραγμάτωση της ζωής, σε αντίθεση με το φώς – άρνησή της. Στα ποιήματά της ήδη ανιχνεύονταν δείγματα απελπισίας, εμμονών και παραληρημάτων, αλλά και, αργότερα, σε κάποια πεζά, σαδισμού, χυδαιολογίας και διαστροφής. Η αδυναμία αληθινής επικοινωνίας με τον έξω κόσμο ήταν φανερή. Το γράψιμο αντί να ισχυροποιεί το εγώ της και ενισχύει την προσωπικότητά της, έκανε το πρώτο ευθραυστότερο και αποδόμησε τη δεύτερη, όπως γράφει η μεταφράστρια.

Ένα 13σέλιδο ασθματικό κείμενο με τον τίτλο «Το ποιητικώς υπάρχειν και το ζην επικινδύνως» δια χειρός Άνταμ Κιρς αναφέρεται στον Ντύλαν Τόμας, με αφορμή και την επανέκδοση της βιογραφίας του από τον Πωλ Φέρις. Οι θρυλικές του απαγγελίες με την βαρύτονη φωνή, το λιβάνισμα απ’ τις αυλές και οι καταχρήσεις του, η συμμετοχή του στην άγρια συναλλαγή του σταρ σύστεμ που επιθυμούσε να χορτάσει τις φαντασιώσεις των αναγνωστών του και οι παραξενιές ως δικαιολογία για την μεγαλοφυΐα του (ή αντίστροφα; αναρωτιέμαι…) χαρακτηρίζουν αυτή την «ιδιάζουσα αμερικανική μορφή διασημότητας» ως «πρόδρομο των ροκ σταρ».

Τελικά ορίζεται ο ποιητής; Ποιητής γίνεται κάποιος και μόνο από το γεγονός ότι γράφει ποιήματα; Ο Ντίνος Σιώτης («Ο ποιητής στον κόσμο του;») συλλογίζεται για την ύπαρξη των ποιητών σε μια εποχή απίστευτης ενίσχυσης του εγωισμού, παγκοσμιοποιημένης μοναξιάς και υπαρξιακής ύφεσης. Ποιητής, γράφει, είναι εκείνος που γράφει για να κατανοήσει πρωτίστως τον εαυτό του, τον ρόλο του στη ζωή, την ίδια τη ζωή. Τον αυθεντικό ποιητή τον ενδιαφέρει η αλήθεια, η εσωτερική αλήθεια, η αλήθεια της ψυχής, όχι η δική του αλήθεια, όχι ο ιδιωτισμός του, αλλά η δημόσια, η κοινή αλήθεια που μπορεί να είναι ανήσυχη, συναρπαστική και αντισυμβατική. Ο ποιητής αναψηλαφεί συνεχώς τις αιώνιες αξίες, τις μεταφυσικές συνισταμένες τους, την περιρρέουσα πραγματικότητα και δεν τρέχει πίσω από την προσωπική του πραγματικότητα, βυθισμένος στα δικά του βιώματα, συνήθως αλαζονικά και αυτάρεσκα, επιβεβαιώνοντας, άλλωστε, την εικόνα που έχει σχηματιστεί στην εγχώρια κοινωνία γι’ αυτούς.

Βρέθηκα μια φορά σε ιδιωτικό λύκειο και έμεινα άναυδος από τη στάση των μαθητών και των μαθητριών που περίμεναν να έρθουν αντιμέτωποι με κάποιον όχι σαν εμένα. Νόμιζαν ότι εγώ θα παρουσίαζα τον ποιητή Ντίνο Σιώτη. Είχαν στο  νου τους κάποιον μακρυμάλλη, αξύριστο, με κασκόλ ριγμένο ατημέλητα στον λαιμό, με ύφος αφρόντιστο, βλέμμα απλανές, που κάπνιζε, ίσως να του έλειπε και κανένα δόντι, που πιθανόν ζούσε σε καμιά τρώγλη.

Χωρίς την ανάγνωση των μεγάλων και σπουδαίων ποιητών ποιήματα δεν γράφεται καλή πίεση, ούτε βέβαια χωρίς βιώματα, ή, όπως το θέτει ο Οκτάβιο Παζ, «πρέπει να ζούμε τα ποιήματα προτού γράψουμε». Αν ζεις στον κόσμο σου και όχι στον κόσμο, τότε ζεις για τον τίτλο του ποιητή και όχι για την ουσιαστική ποιητική ταυτότητα. Ποίηση έχουμε όταν τα πράγματα της ψυχής μας διαπερνούν, μας ενοχλούν και μας αποκαλύπτουν υπερβάσεις. Στο βασίλειο των λέξεων βρίσκονται τα ποιήματα που περιμένουν να γραφτούν, λέει σ’ ένα ποίημά του πάλι ο Οκτάβιο Παζ. Ποίημα είναι μια σύνθεση που φτάνει στα άκρα της γλώσσας, ξεπερνά το υπαρκτό και κοιτάζει τη ζωή από την άλλη πλευρά, καταλήγει ο Ντίνος Σιώτης.

Ακόμα: ποιήματα από Έιμυ Κλάμπιτ, Ραμόν Λόπες Βελάρδε, Γιόργκεν Λετ, Γιώργο Μπλάνα, Μάνο Στεφανίδη, Άννα Πετροπούλου, εκτενή κείμενα από Λίζα Ρος Σπάαρ [Υπερθέρμανση της παγκόσμιας ποίησης], Έλεν Βέντλερ [Σημειώσεις πάνω σ’ ένα ποίημα], Τζέι Παρίνι [Οι σχέσεις των ποιητών έχουν να κάνουν με κάτι περισσότερο από το άγχος], παλαιότερες συνεντεύξεις με Γιάννη Βαρβέρη και Έκτορα Κακναβάτο κείμενα από Χρήστο Οικονόμου, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, Γιάννη Παλαβό,  συνομιλία μεταξύ Ζέφης Δαράκη και Έλσας Κορνέτης και μεταξύ Δημήτρη Καλοκύρη και Γιάννη Ζέρβα, εκτεταμένες κριτικές αλλά και «μικρογεύματα». Ο Ρήγας Καππάτος, τέλος, μεταφράζει William Wordsworth και Edgar Alan Poe [Το κοράκι, Οι καμπάνες], αφιερώνοντας και ειδικό κείμενο για την μετάφραση των τελευταίων.

Έχω την ιδέα ότι κάθε ποιητής άξιος του ονόματός του είναι σε αντιδικία με το σύμπαν. Αυτό σημαίνει πως είναι ανατρεπτικός. Γιατί κόσμος δεν είναι ο κάλλιστος των δυνατών κόσμων, δεν είναι καλλιεπής έλεγε ο Νίκος Καρούζος εικοσιένα χρόνια πίσω. Αναρωτιέμαι σήμερα ποιοι ποιητές είναι σε αντιδικία με αυτό τον κόσμο. [240 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Alejandra Pizarnik, Dylan Thomas.

25
Ιαν
12

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 525 (Ιανουάριος 2012)

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2011 έφυγε πλήρης ημερών ο George Whitman, ο θρυλικός ιδρυτής του Shakespeare & Co, ενός βιβλιοπωλείου στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού, πνευματικό ορόσημο της πόλης από το 1948. Ένα μεγάλο ταξίδι του άλλαξε τη φιλοσοφία ζωής, όπως και για τόσους άλλους: στη δική του περίπτωση ήταν οι όλες χώρες της Λατινικής Αμερικής που γύρισε με κάθε τρόπο και με ελάχιστα χρήματα. Η γενναιοδωρία και η φιλοξενία που του έδειξαν οι λατινοαμερικανοί τον σημάδεψαν οριστικά: η επιθυμία του να την ανταποδώσει στους ταξιδιώτες – ανθρώπους των γραμμάτων από όλο τον κόσμο ήταν καθοριστική. Και πώς να ξεχνούσε και το στίχο του Yeats: Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι…

Στο βιβλιοπωλείο το έχουν μείνει, κοιμηθεί, φάει, γράψει και δουλέψει πάνω από 40.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και συγγραφείς: Henry Miller, Anais Nin, Samuel Beckett, James Baldwin, Lawrence Durrell, William Burroughs. Ο φίλος του Lawrence Ferlinghetti άνοιξε ένα αντίστοιχης φιλοσοφίας βιβλιοπωλείο στο San Francisco. Έτσι το παλιό μανάβικο στην Rue de la Bucherie με τα χαρακτηριστικά δέντρα με τα μικρά ροζ λουλούδια έγινε ένας μοναδικός τόπος συγκέντρωσης, με αναρίθμητες ιστορίες και μια σπάνια κοινοβιακή φιλοσοφία ζωής και πνεύματος – και το προς μνήμη του Whitman δισέλιδο του τεύχους μάς θυμίζει πως μας περιμένει πάντα – έστω τους πιο τυχερούς.

Ο Αλαίν ντε Μποτόν συζητάει για το βιβλίο του Μια βδομάδα στο αεροδρόμιο και στην εμπειρία της εβδομαδιαίας του διαμονής στο Χίθροου – αυτός κι αν είναι τυχερός!: “Παρά την εξάντληση του ταξιδιώτη, οι αισθήσεις του βρίσκονται σε εγρήγορση, καταγράφοντας τα πάντα – το φως, τη σηματοδότησης, το χρώμα των δερμάτων, τους μεταλλικούς ήχους, τις διαφημίσεις – τόσο έντονα λες και είναι νεογέννητο… Εδώ βλέπεις την παγκοσμιοποίηση, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις διαλυμένες οικογένειες, το σύγχρονο μεγαλείο σε δράση…Τα αεροδρόμια είναι εξαιρετικά μέρη για να παρακολουθείς τον κόσμο χωρίς να κινδυνεύεις να αντιληφθούν ότι τους κατασκοπεύεις….Είναι μέρη όπου η υψηλή τεχνολογία συναντά την καταναλωτική κοινωνία – όπου νοιώθουμε την παρουσία του τεράστιου συλλογικού νου του σύγχρονου κόσμου”.

Και πώς δικαιολογεί την συνεργασία λογοτεχνίας και επιχείρησης, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο του ανατέθηκε από την εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο το συγκεκριμένο βιβλίο; “Οι συγγραφείς είναι πολύτιμοι μάρτυρες των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο. Τους χρειαζόμαστε στα αεροδρόμια, αλλά και στα νοσοκομεία, στις τράπεζες, στα σουπερμάρκετ, στα σχολεία. Θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναφορά στη συναισθηματική ζωή να μην είναι η μοναδική επιλογή που τους αφήνουμε”.

Για τον συγγραφέα το πιο συναρπαστικό σχετικό αφήγημα θα το έγραφε ο Ντάντλεϋ Μάστερς, που πέρασε τριάντα χρόνια στο αεροδρόμιο γυαλίζοντας παπούτσια: “Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στην καθημερινή ζωή. Αυτό που κάνει έναν συγγραφέα δεν είναι η ποιότητα του υλικού αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύει. Γι’ αυτό μερικές φορές πχ κάποιος που έχει δει τα πάντα, όπως ένας πρωθυπουργός για παράδειγμα, να μην μπορεί να γράψει καθόλου καλά…” Και πέρα από τη βαθιά διχασμένη κοινωνία που μας αποκαλύπτουν ολοκάθαρα οι χώροι των αεροδρομίων, “την ίδια στιγμή μας προσκαλούν να ονειρευτούμε έναν τέλειο κόσμο κάπου αλλού. Μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με την ιδέα των εναλλακτικών πραγματικοτήτων και την έννοια της σχετικότητας. Μας ταρακουνούν ώστε να θυμηθούμε ότι ο κόσμος είναι πιο παράξενος, συναρπαστικός και ποικιλόμορφος απ’ ότι τον φανταζόμαστε όταν βρισκόμαστε σε οικείο περιβάλλον…”

Στον φάκελο του τεύχους, που τιτλοφορείται «Τι Διαβάσαμε το 2011. Τάσεις και προεκτάσεις», η ελληνική πεζογραφική και ποιητική παραγωγή του έτους συντομογραφείται από τους Γιώργο Ξενάριο και Γιάννη Δούκα αντίστοιχα. Η Έρη Σταυροπούλου μιλάει για την περιπέτεια της ανασύστασης του μέχρι τώρα αγνώστου χειρογράφου της Διδώς Σωτηρίου (Τα Παιδιά του Σπάρτακου), παρουσιάζονται πρόσφατες εκδόσεις των Τζέφρυ Ευγενίδη, Τζον Λε Καρέ, Ρομπέρτο Μπολάνιο κ.ά.

Και μια ιστορία από τον Βασίλη Βασιλικό, αφηγημένη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο: “Κάποτε στη Χούντα κάποιοι καταγγείλανε μια οικογένεια ως αντιστασιακούς. Οι αστυνομικοί πάνε για εξακρίβωση. Κτυπάνε την πόρτα: Ασφάλεια, ανοίξτε! Το ζευγάρι κοιτάει μήπως έχει κάτι ενοχοποιητικό και ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη το Ζ. Δεν προλαβαίνουν να το κρύψουν και το ρίχνουν μέσα στη σούπα, μια κακαβιά που έβραζε στο μάτι της κουζίνας. Οι ασφαλίτες κάνουν έλεγχο, δεν βρίσκουν τίποτα και ενώ ετοιμάζονται να φύγουν τους μυρίζει η σούπα. «Δοκιμάστε», τους προτρέπουν οι ιδιοκτήτες. Οι ασφαλίτες νιώθουν άσχημα που τους ταλαιπώρησαν και δοκιμάζουν από ευγένεια. «Ωραία είναι, μάλλον έχει πολλά μελανούρια» αποφαίνονται…”

Γιατί εκτός από την αιώνια ανθρώπινη αντίσταση υπάρχει και η απολαυστική ταπείνωση των απανταχού ανθρωπακίων.

23
Ιαν
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 49 (Δεκέμβριος 2010)

Antonin Artaud. Εξέγερση και ουτοπία.

Να στοχάζεσαι δίχως την παραμικρή παύση, χωρίς κανένα ρήγμα, δίχως καμιά ενέδρα εντός της νόησης, χωρίς εκείνα τα μασκαρέματα στα οποία σε υποβάλλουν και σε υποχρεώνουν και στα οποία μέχρι και το μεδούλι σου είχε ίσαμε τώρα συνηθίσει, απ’ την παράδοση και την αδράνεια…[Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 72]

1946 και ο Αντονέν Αρτώ έχει αποκτήσει ελευθερία κινήσεων από τους γιατρούς του, ύστερα από εγκλεισμό εννέα χρόνων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, έχοντας υποστεί 58 ηλεκτροσόκ. Οι «Φίλοι του Αντονέν Αρτώ» θα οργανώσουν εκδήλωση στο θέατρο Sarah Bernard αλλά θα του απαγορευτεί η είσοδος, από φόβο για νέο σκάνδαλο σαν κι εκείνα που πάντα συνόδευαν τις εμφανίσεις του: ο άνθρωπος προς τιμήν του οποίου γίνεται η εκδήλωση ξεροσταλιάζει στο κρύο μπροστά στις πόρτες του θεάτρου, βηματίζοντας νευρικά, ενώ η καλή κοινωνία των Παρισίων απολαμβάνει τις αναγνώσεις των κειμένων του. Φυσιογνωμικά δεν έχει καμιά σχέση με τον όμορφο άνδρα που θαύμαζε ο κόσμος δεκαπέντε χρόνια πριν. Εξακολουθεί να παρουσιάζει μια υπέρμετρη ζωτικότητα και να μην αποχωρίζεται ποτέ τα 406 τετράδιά του, που έχει αρχίσει να μουντζουρώνει στο απομονωμένο περιβάλλον του ασύλου το 1945 και τα οποία θα τον συντροφεύσουν μέχρι το θάνατό του. Η επιστροφή του Αρτώ, του Μωμού γίνεται ερήμην του.

Λίγους μήνες αργότερα, το 1947, στην περίφημη διάλεξη στην κατάμεστη αίθουσα του Vieux – Colombier διαβάζει με πάθος τα κείμενά του στο κοινό, όπου παρευρίσκονται και οι Gide, Breton, Camus. Όταν με μια αδέξια κίνηση τα φύλλα γλιστράνε απ’ τα χέρια του, αδυνατεί να τα βάλει σε τάξη και χωρίς το κείμενό του γίνεται επιθετικός, αυτοσχεδιάζει, απαριθμώντας ένα ένα όσα του επέβαλλαν…Η ομιλία του γίνεται ολοένα και πιο ασυνάρτητη και αποσπασματική, μέχρι τη στιγμή που ανέβηκε ο Gide στη σκηνή, για να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει… Πριν κλείσει χρόνος, ο Μωμός θα βρεθεί νεκρός στα πόδια του κρεβατιού του από υπερβολική δόση ένυδρης χλωράλης.

Η πρώτη κρίση κατάθλιψης σε νεαρή ηλικία σηματοδότησε την αρχή μιας πενταετούς οδύσσειας σε σανατόρια και οι θεραπείες με αρσενικό, υδράργυρο και βισμούθιο τον οδήγησαν στον εθισμό στα ναρκωτικά. Ακόμα και οι ερωτικές του σχέσεις ήταν ταραχώδεις εξαιτίας της εξάρτησής του από το λάβδανο. Όμως το πνεύμα του παρουσίαζε μια παροιμιώδη διαύγεια, ορατή ακόμα και στις προσωπικές του επιστολές, που επιχρωμάτιζε με μια ιδιάζουσα λογοτεχνικότητα. Στο Παρίσι από κομπάρσος και υποβολέας αναδεικνύεται σε ηθοποιό για όλους τους ρόλους. Όμορφος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, θα προσελκύσει γρήγορα το ενδιαφέρον των σουρεαλιστών, θα γίνει εξαρχής ενεργός μέλος της ομάδας αλλά και, μαζί με τον Breton, ένας απ τους πιο αυστηρούς της κριτικούς. Οραματιστής και αυταρχικός, θέλει να κατευθύνει αυτή την ουτοπία σε πορεία πιο απόλυτη. Αρνείται να τον ορίσει το λογοτεχνικό κίνημα, θεωρεί ότι πρόκειται για μια εξέγερση που μπορεί να προσφέρει καινούργια «μέσα δράσης», να γίνει «η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του». Το 1926 προγράφεται έπειτα από μια συγκέντρωση της ομάδας με θέμα την προσχώρηση στο κομμουνιστικό κόμμα κι εξεγερμένος από το σοκ του αποκλεισμού γράφει τους Βαρβάρους και τη Μεγάλη Νύχτα.

Το θέατρο δεν εξαπατά (με) τη ζωή, δεν την μιμείται, δεν την απεικονίζει, έχει στόχο να την συνεχίσει γράφει στο μανιφέστο του «Θεάτρου Alfred Jarry» που ίδρυσε μαζί με τους Roger Vitrac και Robert Aron. Κατά την διάρκεια της παράστασης του Ονείρου του Strindberg ανεβαίνει ως σκηνοθέτης στη σκηνή και προσβάλλει κατάμουτρα το αριστοκρατικό κοινό. Αργότερα θα σκηνοθετήσει με δαιμόνια εφευρετικότητα το περίφημο Βιτρακικό Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία (Victor ou les enfants au pouvoir). Αλλά ήδη κόχλαζε μέσα του μια ακόμα πιο νέα αντίληψη περί θεάτρου, ένα μεγάλο μέρος της οποίας θα καταγραφεί στη συλλογή Το θέατρο και το είδωλό του. Το «Θέατρο της Σκληρότητας» ήταν γεγονός, όπως και η κινηματογραφική του εμπειρία από το 1922 έως 1935 ως κομπάρσος ή σε δεύτερους ρόλους σε είκοσι περίπου ταινίες.

Αλλά το «Θέατρο της Σκληρότητας» επικρίνεται, η ερμηνεία του κρίνεται ακραία, οι παραστάσεις σταματούν. «Μας έκανε να νοιώθουμε το στεγνό και καυτό λαιμό του, την οδύνη, τον πυρετό, την πυρά των σπλάχνων του. Ζούσε ένα μαρτύριο. Ούρλιαζε. Παραληρούσε» έγραψε η Αναΐς Νιν με την οποία είχε σύντομη ερωτική σχέση. Η απογοήτευσή του διοχετεύεται στη μύηση στα Ταρό και στην αστρολογική ερμηνεία και στην αναχώρηση για το Μεξικό όπου δίνει διαλέξεις υπεράσπισης του ινδιάνικου πολιτισμού. Εκεί γράφει Τα Επαναστατικά Μηνύματα, αναζητά ναρκωτικές ουσίες, ζει εξ ανάγκης στο διαβόητο μπορντέλο La Maison de Ruth, φεύγει με άλογο για την Chihuahua και διαβιώνει με τους αυτόχθονες. Επιστρέφοντας στο Παρίσι δεν έχει σταθερό κατάλυμα: άλλοτε φιλοξενείται σε σπίτια, άλλοτε κοιμάται κάτω από γέφυρες, αρνούμενος κάε βοήθεια. Ακόμα και η επαιτεία είναι πνευματώδης: Εσείς και οι άνθρωποι του είδους σας μ’ έχετε αρκετά κατατρέξει τόσα χρόνια για να μου το ξεπληρώσετε με πέντε φράγκα αποζημίωσης!

Στην ομιλία του στο Maison d’ art θα παρεκτραπεί για άλλη μια φορά, έχοντας χάσει τις σημειώσεις του, με τα χέρια του να σείονται από ηλεκτρικά ρίγη και τις κόρες των ματιών του γυρισμένες προς τα μέσα. Η ομιλία θα τελειώσει επώδυνα: τον περιμένουν οι αρχές για να τον συνοδέψουν μέχρι τα σύνορα. Η νέα του ιδεοληψία τον ταξιδεύει στην Ιρλανδία προς αναζήτηση των πηγών των κέλτικων παραδόσεων. Οι κατηγορίες για αλητεία και διατάραξη της δημόσιας τάξης τον οδηγούν με ζουρλομανδύα στην πτέρυγα φρενοβλαβών στο νοσοκομείο της Χάβρης. Υπό μια έννοια ολόκληρη η ζωή του θα εκτυλιχθεί στη σκιά της ιατρικής επιτήρησης αλλά τώρα έφτασε η σειρά των μεγάλων ψυχιατρικών ασύλων. Το 1938 ο Jacques Lacan θα γνωματεύσει πως ο ποιητής είναι οριστικά χαμένος για τη λογοτεχνία. Ο Αρτώ θα γνωρίσει από πρώτο χέρι διάφορες θεραπείες συχνά σε άθλιες συνθήκες υγιεινής ως και το ηλεκτροσόκ, που τότε βρίσκεται ακόμα σε δοκιμαστική φάση.

Το ηλεκτροσόκ με γεμίζει απελπισία, μου κλέβει τη μνήμη μου, με μεταμορφώνει σ’ έναν απόντα που έχει συνείδηση της απουσίας του και παρατηρεί το εαυτό του για βδομάδες να κυνηγάει το είναι του, όπως ένας νεκρός δίπλα σ’ έναν ζωντανό που δεν είναι πια ο εαυτός του.

Πώς να κατανοήσουμε τον Αρτώ όταν ακόμα και ο ίδιος αναζητά τον εαυτό του, όταν το ίδιο του το έργο είναι μια συνεχής δυναμική απώθησης, αυτοαναίρεσης και κριτικής πάνω σε ό,τι ο ίδιος έγραψε και σκέφτηκε; Και πώς να ερμηνευτεί η εξέγερσή του όταν δεν είναι τόσο παρούσα στο περιεχόμενο του έργου του όσο στο ύφος του; Πόσον μάλλον όταν το εξεγερσιακό ξέσπασμα που αποπνέει αυτή η γραφή δεν προσποιείται ότι είναι αποτελεσματικό μέσα στο χρόνο αλλά αντιθέτως ζητά να εκτονωθεί άμεσα την ίδια στιγμή που εκφράζεται, γιατί βρίσκει το νόημά του στο παρόν, στην εφήμερη στιγμή που βιώνουμε ωμή. Η λογική του Αρτώ δεν ψάχνει να μεταδώσει ιδέες αλλά ενδόμυχες δυνάμεις.

Όλες αυτές οι σελίδες σέρνονται σαν τα παγάκια στο πνεύμα. Ας μου συγχωρεθεί η απόλυτη ελευθερία μου. Αρνούμαι να προκρίνω κάποια απ’ τις στιγμές αυτού που είμαι. Δεν αναγνωρίζω στο πνεύμα κάποιο σχέδιο. [L’ Ombilic des Limbes, 1925, εδώ σ. 65]

Σε αντίθεση με την πιο φιλοσοφική και αργότερα πολιτική ερμηνεία της εξέγερσης από τους σουρεαλιστές, ο «ηθοποιός» Αρτώ την προσεγγίζει με πιο έντονα βιωμένο τρόπο, τρόπο ενσαρκωμένο. Όταν ο Μπρετόν και οι φίλοι του εγγράφονταν στο κομμουνιστικό κόμμα ή οργάνωναν διαμαρτυρίες σε χώρους τέχνης, εκείνος προσπαθούσε να εντάξει τον σουρεαλισμό όχι μόνο σε γραπτά και εικαστικά έργα αλλά και στην ίδια του την ύπαρξη. Στην προσωποποιημένη του φιλοσοφία το ζήτημα της εξέγερσης δεν ήταν μόνο παρόν στην τέχνη αλλά, κυρίως, στην καθημερινότητά του. Ο Αρτώ, ανικανοποίητος, χωρίς αμφιβολία, από τις τεχνητές χαρές που προσφέρει το θέατρο, μετέφερε τις θεατρικές του δυνατότητες στη ζωή· έζησε πραγματικά τον ήρωά του και αναλώθηκε από αυτόν. Έγινε ο ίδιος θέατρο.

Η εξέγερση του Αρτώ ήταν μια πραγματική κραυγή ενός ανθρώπου που υπέφερε από ένα σύστημα που τον έκλεινε σε ψυχιατρικά ιδρύματα, ενός ανθρώπου που αναζητούσε να καταλάβει την υποταγή των ατόμων στους κοινωνικούς μηχανισμούς και να κατανοήσει γιατί ο άνθρωπος δεν διαμαρτύρεται ενώ υποφέρει. Καθίσταται έτσι ένας προφήτης των δικών μας καιρών, ενσαρκώνοντας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο της εποχής του τα χαρακτηριστικά του νεώτερου ανθρώπου που ανδρώθηκε από την δεκαετία του ’60 και μετά, εντός των συνθηκών του ύστερου καπιταλισμού και της κοινωνίας του θεάματος, του ανθρώπου που βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη με την κοινωνία γιατί η ίδια η κοινωνία βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη μαζί του – του ανθρώπου παρία εντός της κοινωνίας, του έγκλειστου στο απέραντο φρενοκομείο της, του έρμαιου στην ψυχική και υλική της βία, του αναλώσιμου εξαρτήματος, του απελπιστικά μοναχικού μαζικού ανθρώπου, που αδυνατεί να επικοινωνήσει όχι μόνο με οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Το δύσκολο είναι να βρει κανείς τη θέση του και ν’ αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον εαυτό του. Το όλον βρίσκεται θαμμένο μες στη διαρκή χιονόπτωση των υλικών πραγμάτων, σ’ εκείνο το διανοητικό λατομείο που συγκεντρώνεται και στενεύει γύρω από εκείνο ακριβώς το σημείο που πρέπει τώρα ν’ ανακαλύψεις… [Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 73]

Το ολοκληρωμένο αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποίηση, δοκίμια και επιστολές από τον Αρτώ και τα κείμενα των Maurice Blanchot («Αρτώ») και J.M.G. Le Clézio («Αντονέν Αρτώ ή Το μεξικάνικο όνειρο»). Πρόσθετα κείμενα, επιλογή, μεταφράσεις, σημειώσεις, βιβλιογραφία: Ήλιος Chailly, Ζ.Δ. Αϊνάλης, Ειρήνη Παπαδοπούλου. Στα της υπόλοιπης ύλης, στα διηγήματα οι Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Κατερίνα Τόλια, Ηρώ Νικοπούλου, στην ποίηση οι Στέλλα Αλεξοπούλου, Χρίστος Δάλκος, Έλσα Λιαροπούλου, Γιάννης Στρούμπας, Δημήτρης Κούνδουρος, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Κωνσταντίνα Βάρσου, Ανδρέας Ρούσσης, Νανά Τσόγκα, Άντα Κλαμπατσέα και Θοδωρής Βοριάς, μελετήματα από τους Πέγκυ Καρπούζου (Τα όρια του σώματος στον Αόρατο άνθρωπο του H.G.Wells), Λουκά Κούσουλα (Ο ποιητής και ο φιλόσοφος) κ.ά.

Όπως πάντα, επικοινωνία με το Πλανόδιον και πλήθος κειμένων εδώ.

06
Ιαν
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50 (Ιούνιος 2011)

Αμερικανικό Μπονζάι [Flash fiction]. 43 Μικρά Διηγήματα Αμερικανών Συγγραφέων. Μια ανθολογία.

Μια φορά με είχε ληστέψει ένας στιβαρός λευκός άντρας με καφέ σακάκι. Μου είχε δείξει τα δυο δόντια που του είχαν μείνει στο στόμα και η σκανδάλη ενός μικρού αυτόματου τυλιγμένου με ταινία στόχευε την καρδιά μου. Του έδωσα όλα τα χρήματα, αλλά δεν φοβήθηκα καθόλου. Καταλάβαινα κοιτάζοντάς τον πως ήταν ακριβώς σαν εμένα. Θα μπορούσα να πεθάνω πίσω από αυτό τον πάγκο και αυτός απλά θα έφευγε κρυμμένος στο ίδιο του το δέρμα, με μερικά δολάρια για ξόδεμα. Είμασταν όλοι ένα πράγμα. Έτσι του έδωσα τα λεφτά, νιώθοντας πλουσιότερος αμέσως… [Tom Hawkins, The wedding night]

Εδώ λοιπόν ξεκινάει η ανθολογιακή πανδαισία του μικρού διηγήματος, του μπονζάι, τα βασικά στοιχεία των οποίου αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά αναπτύσσονται και στον μυθοπλασμένο πρόλογο του επιμελητή Βασίλη Μανουσάκη: αυτά τα διηγήματα μινιατούρες προτρέπουν τον αναγνώστη να διαβάσει λίγο και να σκεφτεί πολύ, τον παρακινούν να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την ιστορία, τι προηγήθηκε και τι έπεται εκείνου του στιγμιότυπου, έχοντας γεννηθεί από μια ανάγκη να γίνονται όλα πολύ γρήγορα, να επιθυμούν οι αναγνώστες να διαβάσουν λίγα αλλά να προσλαμβάνουν πολλά. Προφανώς αυτές οι κειμενικές αστραπές έχουν πάρει κάτι από τον Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο επιμελητής διάβασε κι αξιολόγησε πάνω από 1000 διηγήματα – μινιατούρες κι επέλεξε τα καλύτερα με βάση το ενδιαφέρον της ιστορίας και του τρόπου γραφής, την έκταση (από μια παράγραφος ως τρεις σελίδες) και τον απόηχο που αφήνει η κάθε ιστορία και τα νοήματα που καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Πλέον, δε νιώθει ανώτερος από τις χρυσές ακτές. Αναρωτιέται πόσες από τις συντρόφους του που κοιμούνταν μαζί, ξαγρυπνούν όπως αυτός και ήσυχα προσπαθούν να κοιτάζουν μέσα από δωμάτια πολυώροφων κτιρίων όπου οι κουρτίνες των πελώριων παραθύρων είναι ανοιχτές. Παράθυρα για γίγαντες, ταξινομημένα για να ανοίγουν προς τον ορίζοντα της πόλης που αναβοσβήνει. Φθονεί εκείνους που ακόμη κοιμούνται γαλήνια αλλά και τους λυπάται που χάνουν εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν κατονομάζονται…. [Stuart Dybek, Gold coast]. Εδώ, «μουδιασμένοι απ’ τη σιωπή που μεγάλωνε ανάμεσά τους», δυο άνθρωποι ξυπνούν ταυτόχρονα σε ξενοδοχειακό δωμάτιο, «τη στιγμή που επικρατεί η μεταλλαγή της νύχτας, με το αύριο ήδη φωτεινό πίσω της» και βλέπουν μαζί «τις αντανακλάσεις τόπων που στην πραγματικότητα δεν είναι τόποι», καθώς επιπλέουν σαν φωτεινό στρώμα αφρού, πάνω στην επιφάνεια κάποιου ποταμού. Τώρα πλέον θα έχουν δει αυτό τον ουρανό μόνο επειδή ήταν μαζί, σαν κάτι περισσότερο που θα έχουν να θυμούνται.

Ο Ray Bradbury [I see you never] καταθέτει λιτή πλην διαπεραστική ιστορία απέλασης όπως κατοπτρίζεται στα μάτια ενός παιδιού, ο Langston Hughes την απολαυστική ιστορία μιας γηραιάς κυρίας που επιλέγει ως επίπληξη στον επίδοξο ληστή της την τρυφερότερη πλην αυστηρή της φροντίδα [Thank you, M’ am] και ο Chuck Palahniuk προσφέρει την πιο φορτισμένη ιστορία του τόμου [Escort]: ο αφηγητής αναλαμβάνει στην εκκλησία του ως «υποχρέωση καλής πράξης» την υποχρέωση να είναι συνοδός σ’ ένα άσυλο όπου νέοι άνθρωποι χωρίς ασφάλεια ζωής πήγαιναν για να πεθάνουν. Σου ζητούσαν να είσαι διακριτικός στο πήγαινε-έλα σου γιατί οι γείτονες δεν ήξεραν τι συνέβαινε στο τεράστιο παλιό σπίτι του δρόμου…Τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν AIDS, αλλά το σπίτι δεν έκανε διακρίσεις. Μπορούσες να έρθεις εδώ και να πεθάνεις από οτιδήποτε.

Το πρώτο ραντεβού του έχει μόνο ένα πόδι και λίγους μήνες ζωής. Ο αφηγητής συνοδεύει αυτόν και τη μητέρα του σε τόπους με θέα και σε μουσεία. Επιστρέφοντας σπίτι του, δηλαδή κάτω από φορτηγά, τα προβλήματά του δεν έμοιαζαν και πολύ χάλια: ολόκληρη η ζωή του έμοιαζε με θαύμα αντί για σφάλμα. Συνεχίζει ως συνοδός, κρατώντας τα χέρια των ραντεβού του με τις ώρες «μέχρι που ένας άλλος συνοδός ερχόταν για να τον σώσει ή μέχρι που δεν είχε πια καμία σημασία». Οι μητέρες τους του δωρίζουν κάποιες φορές κουβέρτες με παλιομοδίτικα τετράγωνα και ζιγκ ζαγκ σχέδια κι εκείνος τις στοιβάζει στην άκρη του καναπέ κι αργότερα στη σοφίτα, αρνούμενος να τις χρησιμοποιήσει ή να τις αποχωριστεί, χωρίς να ξέρει τι τον φοβίζει περισσότερο, «να πετάξει όλα αυτά τα νεκρά παιδιά ή να κοιμηθεί μαζί τους».

Max Apple, Aimee Mender, Ray Bradbury, Rob Carney, Amy L. Clark, Lydia Davis (πρώην σύζυγος του Paul Auster, αν έχει σημασία η πληροφορία), Carol Edelstein, Zdravka Evtimova, Robert Fox (με ένα Παραμύθι εντός μετρό, γιατί εκεί πλέον εξυφαίνονται και τα παραμύθια), Jack Handey, Lee Harrington, Tom Hazuka, Amy Hempel, Robert Kelly, Michael Knight, Marilyn Krysl, Mary Morris, Joyce Carol Oates, David Ordan, Lon Otto, Pamela Painter, Francine Prose, Mat Rittenhouse, Bruce Holland Rogers, Chuck Rosenthal, Samantha Schoech, Steven Schutzman, Don Shea, Sam Shepard, James Still, Peter Taylor, Alison Townsend, John Updike, Tom Whalen, Tennessee Williams, Tobias Wolff και Allen Woodman συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Δεν είναι γούστο εφηβικό να πετάς μέρα μεσημέρι τις ηλιόλουστες μέρες, ούτε καν στην Καλιφόρνια. Αυτό που ήθελε το αγόρι ήταν κάτι άλλο: να πετάει αργά τη νύχτα, χαμηλά, ξυστά στο έδαφος, μέσα στις πόλεις, να γεφυρώνει γοργά με κομψά τόξα τα κτίρια. Πολύ αργά τη νύχτα· την ώρα που τα κορίτσια κρεμάνε τα ρούχα τους και αναστενάζουν στα παράθυρά τους ρουφώντας τον πηχτό αέρα… [Charles Baxter, The cliff]

Η καθιερωμένη ύλη βρίσκεται παρούσα, με ποίηση από τους Τασούλα Καραγεωργίου, Αναστ. Α. Αντύπα, Άννα Αφεντουλίδου, Βαγγέλη Πεταλά, Αντώνη Περαντωνάκης και Ελένη Σιγαλού, δυο πεζά από τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, κριτικές και δοκίμια. Και είναι αδύνατο να μην επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες, που κοσμούνται από δώδεκα ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη, όλα με θέμα την υπέργηρη μητέρα του. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα δει δημοσιευμένα· ακολούθησε τη γηραιά μούσα του ένα μήνα περίπου μετά την δική της εκδημία. Ιδού ένα Αντίδωρο: Μπορεί/ήδη από έφηβος/να μη σε ακολουθώ στις εκκλησίες/να μη νηστεύω/να μην κοινωνώ· όμως όταν γυρίζεις κάθε Κυριακή/από της θείας λειτουργίας/την ζηλευτή ηρεμία/πάντοτε παίρνω από τα χέρια σου/το λευκό αντίδωρο-/είδος αρχαίου μαστού γαλακτοφόρου/που έχει από τόσα χρόνια κοιμηθεί.

[287 σελ.] Επιμέλεια: Βασίλης Μανουσάκης. Με σύντομα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων και των μεταφραστών. Προηγούμενα τεύχη και τόμοι του Πλανοδίου, planodion@otenet.gr και 210-2284403. Όπως πάντα η ιστοσελίδα τροφοδοτείται συνεχώς με ιστορίες μπονζάι.

Σημ. Πανδοχείου: Ο επιμελητής ορθότατα αναγράφει και τα ονόματα των συγγραφέων και τους τίτλους τόσο σε λατινικό όσο και σε ελληνικό αλφάβητο. Εδώ χάριν συντομίας επιλέγουμε το πρωτότυπο.

Στις φωτογραφίες: και πάλι αναγνώστες πιθανότατα μικρών διηγημάτων, που όπως αναφέρθηκε [ξανά εδώ], διαβάζονται σε οποιαδήποτε περίσταση και παντού, σε μια καθισιά και σε κάθε στάση.  Η εικονογράφηση του εξώφυλλου και πάλι από την Ηρώ Νικοπούλου.

05
Ιαν
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 51 (Δεκέμβριος 2011)

Ελληνικό Μπονζάι. 48 Μικρά Διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων. [Πρώτο Μέρος (1/2)]

Η σύντομη πεζογραφική φόρμα του υπέρμικρου διηγήματος έχει ως βασικά χαρακτηριστικά την πλοκή και τον μικρό αριθμό λέξεων. Το διηγηματικό αυτό υποείδος καθιερώθηκε με την ανθολογία Flash Fiction του 1992 και γνώρισε ταχύτατη διάδοση σε χώρες και γλώσσες, ανθίζοντας σε σχετικές ανθολογίες και ιστολόγια, διεκδικώντας συν τοις άλλοις και τους προγόνους του (από Μπόρχες και Κάφκα μέχρι Τσέχωφ και …Αίσωπο). Απέναντί σε όρους όπως Micro Fiction, Sudden Fiction, Nano Fiction, Short Short Story, Micro Story, Fast Fiction, Postcard Fiction, Relato Telefonico (= Τηλεφωνική ιστορία), Relato de taza de café (= Ιστορία φλιτζανιού του καφέ) κ.ά., το περιοδικό Πλανόδιον εισηγείται και εγκαινιάζει τον όρο  Μπονζάι, την τέχνη της αισθητικής σμίκρυνσης των δέντρων ή της ανάπτυξη ξυλωδών φυτών σε σχήμα δέντρου, εντός δοχείων, έναν όρο με πλήρη αναλογικότητα με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είδους: συνοπτικότητα αφηγηματικών λειτουργιών, οργανικότητα μερών προς το σύνολο και ενσυνείδητο συγγραφικό αυτοπεριορισμό.

Η διπλή εισαγωγή του Γιάννη Πατίλη είναι πλήρως κατατοπιστική: Οι Ιστορίες Μπονζάι αποτελούν μυθοπλασίες των οποίων η μικρή ή και πολύ μικρή έκταση αποτελεί ουσιώδη σκοπό της καλλιτεχνικής βούλησης που τις παρήγαγε. Δεν αποτελούν δηλαδή απλώς και μόνο «μικρά» διηγήματα αλλά διηγήματα για τα οποία η συνειδητή επιδίωξης της βραχύτητάς τους αποτελεί τον πρώτο sine qua non παράγοντα του είδους τους. Ταυτόχρονα, και σε αντιστοιχία προς το υπαινισσόμενο είδος των φυτών μπονζάι, στο μικρό μέγεθος των ποίων εξεικονίζεται η φυτική ολότητα του δέντρου, τόσο η συγγραφική σύλληψη όσο και η αναγνωστική τους πρόσληψη (πρέπει να) υπηρετείται από την ιδέα ενός παρόντος ή εξυπακουόμενου αφηγηματικού όλου.

Στο κείμενό του αναπτύσσονται τα επιμέρους στοιχεία του είδους, από την  «καταγωγή» του ως και το περιεχόμενό του: η διάδοση του καθημερινού τύπου και ιδίως των λογοτεχνικών περιοδικών κατά τον 19ο αι. (με κλασικό παράδειγμα τον Α. Παπαδιαμάντη), η αναγωγή από τον Ε.Α. Πόου του ποσοτικού κριτηρίου σε ποιοτικό, η προσθήκη από τον ίδιο του κριτηρίου της ισχυρής εντύπωσης (effect) στην ψυχή του αναγνώστη, η συντομία για την εξασφάλιση του αισθήματος της ολότητας και της ενότητας κ.ά. Ο Πόου επιχείρησε να ορίσει και το μέγεθος της συντομίας: στην εντυπωσιακή του μεταφορά το σχετικό κείμενο πρέπει να μπορεί να διαβαστεί in one sitting – σε μια μόνο ανάγνωση, μονορούφι, σε μια καθισιά.

Σήμερα, εδώ και δυο δεκαετίες, το είδος αυτό τείνει να γίνει ο κανόνας της σύγχρονης πεζογραφικής λογοτεχνικής έκφρασης, αυτή τη φορά μέσω του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου τύπου (του Διαδικτύου) που ανοίγει διάπλατα το δρόμο και για ένα δεύτερο και προς μια εντονότερη ανάδυση της ελάσσονος λογοτεχνίας, μιας λογοτεχνίας που ταιριάζει στην πολιτιστική πολυείδεια των ημερών μας και προϋποθέτει συγγραφέα και αναγνώστη εκτός κυρίαρχης ομάδας, γλώσσας, κουλτούρας, λογοτεχνικού κανόνα, αγοράς.

Το Πλανόδιον έχει ξεκινήσει μια συστηματική διερεύνηση του μικρού διηγήματος, πρώτα με τη δημιουργία (Απρίλιος 2010) μιας ιστοσελίδας αποκλειστικά αφιερωμένης στο είδος, πρωτότυπο ή μεταφρασμένο [Ιστορίες Μπονζάι, κατόπιν με το αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι 50ό τεύχος (Ιούνιος 2011) και τώρα με το πρώτο μέρος της ελληνικής ανθολογίας, που περιλαμβάνει τόσο ανέκδοτα κείμενα γνωστών λογοτεχνών όσο και πληθώρα κειμένων νέων λογοτεχνικών φωνών, που επιλέχθηκαν από έναν μεγάλο αριθμό συμμετοχών στο κέλευσμα του περιοδικού, πάντα στο όριο των 750 λέξεων. Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις όσον αφορά την συχνότερη θεματολογία και μορφή των κειμένων με εξίσου ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Τα συγκινησιακότερα κείμενα, προσφέρουν κατά τη γνώμη μου ο Κώστας Μαυρουδής [[Έχουν περάσει δεκαετίες…]], για το άτυπο μάτι της αφής, που μπορεί να περιγράψει ένα μαγικό τοπίο μέχρι να διακρίνει την ράτσα και το χρώμα ενός σκύλου, προς μέγιστη, σχεδόν στα όρια της ύβρεως, έκπληξη των μη τυφλών – τουλάχιστον όσον αφορά τα ορατά τους μάτια, και ο Αργύρης Χιόνης. Στο απομεσήμερο ενός φαύνου του τελευταίου ένας εξηντάρης άντρας, αφού απολαύσει το σώμα της εικοσιτριάχρονης φίλης του, συντρίβεται από τη σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος και βιαιοπραγεί πάνω της υπό την απεγνωσμένη επωδό Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τοσ’ ωραία;! Η σύνθεση του Ντεμπισί και το ποίημα του Μαλαρμέ για το Απομεσήμερο θα ενίσχυαν για άλλη μια φορά την ελλιπή του στύση.

Αργότερα, αφού θα έχει σβήσει το πορτατίφ και η εικόνα της εργαζόμενης μητέρας και συζύγου θα εξαϋλώνεται πάνω στα ριγέ σεντόνια, μπορεί να φαντασιωθεί, μέχρι την τρομώδη καταβύθιση στον πρώτο ύπνο, το φίνο λευκό ύφασμα πάνω στο κορμί του…Στο Μικρό ερωτικό της Δώρας Κασκάλη ένα λευκό πουκάμισο ενσαρκώνει και ενσαρκώνεται ως ερωτικότατη φαντασίωση μιας γυναίκας, καθώς …σχηματίζεται στις άκρες των χειλιών της ένα φευγαλέο χαμόγελο, στη σκέψη ότι κάτι τέτοια άσπρα πουκάμισα είναι φτιαγμένα για να τα αποχωρίζεται κανείς βίαια, συσκευές ηδονής που έχουν εφευρεθεί μόνο για να αποθεώνονται τα σώματα. Η ματαιωμένη προσφορά του αντικαθίσταται με προσγείωση της επιθυμίας της σε πιο βέβαιες πλην ανονείρευτες εκδοχές. Στην ξένη του Μάνθου Αγγέλη η υπάλληλος απογραφής που επισκέπτεται μια εξηντάχρονη γυναίκα δεν είναι παρά η εγκαταλειμμένη της κόρη και η απογραφή είναι η μόνη περίσταση όπου μπορεί να θέσει τις καίουσες ερωτήσεις και «να την κάνει να μιλήσει, να σπάσει, να τα παραδεχτεί», σε μια δίκη που η κατηγορούμενη σε μια δίκη που αγνοούσε.

Άρις Αλεβίζος, Διαμαντής Αξιώτης, Τάσος Γουδέλης, Φίλιππος Δρακονταειδής, Αντώνης Ζέρβας, Κατερίνα Ζούπα, Σπύρος Θεριανός, Τάσος Καλούτσας, Μάνος Καλπαδάκης, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Ηλίας Κεφάλας, Μάνος Κοντολέων, Ζέτα Κουντούρη, Νάγια Κουτρουμάνη, Μαρία Κώτσια, Ελένη Λαδιά, Γιώργης Μανουσάκης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Δημήτρης Μίγγας, Σοφία Μούτση, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Θάνος Ξηρός, Γιάννης Παλαβός, Παυλίνα Παμπούδη, Ξένια Παπαδημητρίου, Άκης Παπαντώνης, Μανώλης Πρατικάκης, Πάνος Πρωτοπαπάς, Ανδρέας Ρούσσης, Γιώργος Ρωμανός, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Περικλής Σφυρίδης, Λεωνίδας Τούρλας, Νίκη Τρουλλινού, Θοδωρής Τσάκωνας, Ελένη Φακάλου, Φίλιππος Φιλίππου (σε μια σαδομαζοχιστική στιγμιότυπο βρόμικου ρεαλισμού), Όλγα Φουντέα, Πέτρος Φούρναρης, Νάνσυ Χαριτωνίδου, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Νατάσα Χατζιδάκι και Α.Κ. Χριστοδούλου συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Η ίδια δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η μητέρα προστάτευε το γιό της. Φοβάμαι πως νόμιζε, αλλά δεν τον προστάτευε. Ξεχνά, όμως, κάτι ώρες που ενώ ήταν μαζί του στο σπίτι, ο νους της ήταν στα υλικά που δούλευε στο εργαστήρι της, γιατί επειγόταν να τους δώσει μορφή. Έκανε μάλιστα το λάθος, παραβλέποντας την ευφυΐα και την ήσυχη φύση του, να νομίσει πως το παιδάκι είχε ήδη τη μορφή που του έδωσε με το νου της, μια παραλλαγή της δικής της, που της πήρε ελάχιστο χρόνο να την συλλάβει. [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ο μικρός Ορέστης ή Φυγή που σκοτώνει, σ. 634]

Στα εκτός αφιερώματος πεζά οι Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Σταμάτης Πολενάκης, Άνθεια Βέρνη και Ηλίας Αλεβίζος και στην ποίηση οι Γιώργος Βέης, Λάμπρος Καψετάκης, Αθηνά Παπαδάκη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Θεοδόσης Κοντάκης,  Μάρκος Καλεώδης, Ιωσήφ Βεντούρας, κ.ά. πολλά. Μεταξύ των δοκιμίων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δια χειρός Κώστα Βραχνού σύσταση του Alberto Caraco, του ιδιοφυή στοχαστή και στυλίστα, αταξινόμητου «καταραμένου», μελετητή και πολέμιου των θρησκειών, κατήγορου του έρωτα και αμοραλιστή μισάνθρωπου κοσμοκαλόγερου που κραύγαζε για την παράνοια της τεκνοποιΐας και παραμένει σήμερα εντελώς άγνωστος εκτός Γαλλίας. Έγραφε ο Caraco στη Σύνοψη του χάους, ένα δείγμα φιλοσοφικής λιβελογραφίας κατά της ζωής και των ανθρώπων, στη γραμμή των de Maistre, Bloy, Lautréamont, Nietzsche, Pessoa, Lovecraft, Céline, Bataille, Cioran:

Τείνουμε προς τον θάνατο όπως το βέλος στο στόχο και δεν αστοχούμε ποτέ, ο θάνατος είναι η μόνη μας βεβαιότητα και πάντα ξέρουμε ότι πρόκειται να πεθάνουμε, δεν έχει σημασία πότε και πού, δεν έχει σημασία ο τρόπος. Γιατί η αιώνια ζωή είναι ένας παραλογισμός, η αιωνιότητα δεν είναι η ζωή, ο θάνατος είναι η ανάπαυση που επιδιώκουμε…Εμείς, που δεν ικανοποιούμαστε με λόγια, συναινούμε στον αφανισμό μας και επιδοκιμάζουμε αυτή μας τη συναίνεση, δεν επιλέξαμε  να γεννηθούμε και δεν θεωρούμε εαυτούς τυχερούς που δεν θα επιβιώσουμε πουθενά απ’ αυτή τη ζωή, η οποία μας επιβλήθηκε μάλλον παρά μας δόθηκε, ζωή γεμάτη ανησυχίες και οδύνες, προβληματικές ή κακές χαρές. Το να είναι ένας άνθρωπος ευτυχής τι αποδεικνύει; Η ευτυχία είναι μεμονωμένη περίπτωση…

Επιμέλεια: Γιάννης Πατίλης, Ηρώ Νικοπούλου, Βασίλης Μανουσάκης. Η Ηρώ Νικοπούλου φιλοτέχνησε και το υπέροχο έργο του εξώφυλλου. [287 σελ.] / Στις φωτογραφίες, ιδανικοί αναγνώστες για να διαβάσουν τις ιστορίες μπονζάι, ακριβώς σε μια καθισιά, κατά την διατύπωση του Πόου. / Στην αυριανή ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Πλανόδιου, αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι.

24
Δεκ
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 524 (Δεκέμβριος 2011)

Ο εικαστικός Παπαδιαμάντης

Δεκέμβρης, ο μήνας των εικόνων και της μεγάλης εορτής, στοιχείων δηλαδή που αμφότερα κοσμήθηκαν από το μελάνι του Παπαδιαμάντη. Και ιδού η ιδανική χειμερινή περίσταση για ένα αφιέρωμα που θέτει τα σχετικά και πάντα ενδιαφέροντα ερωτήματα. Ποιες οπτικές και εικαστικές οπτικές αναφορές εντοπίζονται στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη; Ποιο ήταν το καλλιτεχνικό – ζωγραφικό κλίμα της εποχής του, με ποιους συνομιλούσε ο συγγραφέας, πώς επηρέασε την νεότερη γενιά των εικαστικών; Ποιος πολιτισμός διαμόρφωσε την ποιητική του, ποιες εικόνες σαγήνευαν τις λέξεις του; Ο Δεκεμβριάτικος φάκελος, υπό την επιμέλεια του Γιάννη Ν. Μπασκόζου, περιλαμβάνει κείμενα από τους Μάνο Στεφανίδη, Ίριδα Κρητικού και Γιώργο Ν. Περαντωνάκη.

Αν κάποιοι πίνακες του Γύζη παραπέμπουν κατευθείαν στο Σολωμό, τότε ακριβοδίκαια το πλείστον της ηθογραφίας της σχολής του Μονάχου (Λύτρας, Γύζης, Ιακωβίδης, Σαββίδης, Λεμπέσης) αναφέρεται στον Παπαδιαμάντη, γράφει ο Μάνος Στεφανίδης. Μια ολόκληρη γενεαλογία της νοσταλγίας και μια μεταφυσική της μικρής ιδιαίτερης πατρίδας γεννιέται τόσο στους καμβάδες των μετοίκων της βαυαρικής πρωτεύουσας όσο και στα λερωμένα χειρόγραφα του κοσμοκαλόγερου του Αγίου Ελισσαίου. Και μόνο η αναφορά στην κοινή θεματολογία τους, είναι αρκετή:

γιαγιάδες και παππούδες που τιθασεύουν, κουρεύουν ή κανακεύουν άτακτους εγγονούς και γλυκύτατες εγγονές, χριστουγεννιάτικοι ψάλτες που καλαντίζουν τα σπίτια κάτω απ’ την Ακρόπολη, νησιώτες που θρηνούν γύρω από ένα κερί το χαμό του αγαπημένου ναυτικού, κορίτσια που λιβανίζουν ή μοιράζουν στην εξώθυρα της εκκλησίας άνθη του Επιταφίου, χοροί και γιορτάσια στο ύπαιθρο, Νυμφίοι που εμφανίζονται αιφνίδια εν τω μέσω εκπάγλου νυκτός, γέροντες που ερωτοτροπούν, λιτανείας προσκυνητών, Μήδειες εωσφορικές…

Μόνο που τον κυρ Αλέξανδρο δεν ξέρεις πού να τον κατατάξεις. Η ταμπέλα «ηθογραφία» μοιάζει με παντελόνι χωρίς μπατζάκια κι όλα του τα αφηγήματα με εισαγωγή ή σημειώσεις για εκείνο το μεγάλο κείμενο που δεν έγραψε ποτέ. Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνο ο εμπνευστής εκείνης της ηθογραφίας που αναχαράζει μια χαρισάμενη ζωή, ούτε ο τυπολάτρης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ο ίδιος είναι από τους πιο ενημερωμένους καλλιτεχνικά διανοούμενους της εποχής του, ιδίως όσον αφορά τα σύγχρονά του κινήματα, ταυτόχρονα με την εμφάνισή τους στην Εσπερία, χωρίς να ακολουθήσει μόδες ούτε να παρασυρθεί από συρμούς.

Το τεύχος των 144 σελίδων συμπληρώνεται από οδηγό βιβλίων για τα Χριστούγεννα, συνομιλία με τον Φίλιππο Φιλίππου κ.ά. Και προτού ευχηθούμε καλά Χριστούγεννα και ακόμα καλύτερες παπαδιαμαντικές αναγνώσεις, γαληνεύουμε για άλλη μια φορά στο παρηγορητικό άκουσμα της φράσης του από τους Εμπόρους των Εθνών: Η αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος.

Στις φωτογραφίες: ο κατά Εγγονόπουλον και κατά Κόντογλου Παπαδιαμάντης και μια στιγμή από την μουσική παράσταση Όνειρο στο Κύμα στο Πορφυρογένειο Ίδρυμα Αγριάς (2010).

01
Δεκ
11

Εντευκτήριο τεύχος 94 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2011)

Απ’ όλες τις αναχωρήσεις μου η πιο ανυπόμονη/αυτή που μ’ αναστάτωνε, ήταν σαν πήγαινε/να συναντήσω τη γυναίκα που αγαπούσα./Ο χρόνος μού φαινόταν όσο ποτέ αργός/όμως τον γέμιζα με προγεύσεις ευτυχίας/χωρίς να προσέχω τους χώρους, τα τοπία/χωρίς να παρατηρώ τους άλλους ταξιδιώτες/Την άφιξή μου έτρεχα ν’ αναγγείλω/απ’ τα δημόσια τηλέφωνα, δεν είχα τότε κινητά/η υποδοχή μου, πρέπει να πω, δεν ήταν πάντα/όπως την περίμενα, μα ό,τι κι αν γινόταν/το ταξίδι έμενε στη μνήμη μου ανεξίτηλο/οι χώροι, τα τοπία, εμφανίζοντας ξανά/ακόμα κι οι άγνωστοι συνταξιδιώτες./Αργότερα το σκέφτηκα πως μπορεί κι εκείνοι/να μη βρήκαν φτάνοντας ό,τι προσδοκούσαν

…γράφει ο Τίτος Πατρίκος σ’ ένα από τα οκτώ νέα ποιήματα (το συγκεκριμένο υπό τον τίτλο «Το ταξίδι και οι ταξιδιώτες») που προσφέρει στο δεύτερο συνεχόμενο Ερωτικόν τεύχος του περιοδικού, του αφιερώματος δηλαδή εις Του κορμιού τα πάθηΕδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, το πρώτο μέρος του οποίου παρουσιάσαμε αναψοκοκκινισμένοι εδώ.

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Philip Larkin, Γρηγόρης Μπέκος, Χρήστος Οικονόμου, Βισέντε Ουϊδόμπρο, Άκης Παπαντώνης, Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, Ιωάννα Ράπτη, Αρθούρος Ρεμπώ, Θοδωρής Σαμαράς, Γιαν Χένρικ Σβαν, Π.Μπ. Σέλλεϋ, Ανν Σέξτον, Μαρία Σούμπερτ, Μαρία Στασινοπούλου, Γιώργος Τούλας, Γκεόργκ Τρακλ, Γιάννης Τσίρμπας, Μισέλ Φάις και Κυριάκος Χαλκόπουλος σκορπάνε τις λέξεις τους ανάμεσα σε σώματα αγκαλιασμένα, ποθημένα, ιδρωμένα, οργασμένα κι οργωμένα. Ιδιαίτερα απολαυστικά, μεταξύ πολλών, το κείμενα του Gilbert Lascault (τις σπαρταριστές μικρές φόρμες του οποίου θυμάμαι στην παλιά έκδοση της Εστίας με τον τίτλο Ένας Ναρκοθετημένος Κόσμος), με σύγχρονες παραλλαγές του μύθου της Κοκκινοσκουφίτσας (σε μια εκ των οποίων ετοιμάζεται το 1915 να κάνει το κόκκινο σκουφάκι της σημαία μιας μελλοντικής επανάστασης), σε μτφ. Αχιλλέα Κυριακίδη, αλλά και μια μεταβιβλική ιστορία του Λευτέρη Ξανθόπουλου («Οι κουτσουλιές του Θεού»), όπου ο έρωτας περνάει φευγαλέα, όπως η σκόνη της ερήμου της Θηβαΐδας…

Το αφιέρωμα κοσμείται βέβαια από απολύτως εντός κλίματος έργα ζωγραφικής και φωτογραφίες των Αντόνιο ντε Μεσίνα, Gunter Brus, Simon Costin, Απόστολου Κιλεσσόπουλου, Γιώργου Ρόρρη, Γιώργου Μπουζιάνη, Λητώς Δούμουρα, Φράνσις Μπέικον, Ξενοφώντα Μπήτσικα, Γκαρνέ, Έντουαρντ Χόπερ, Μικελάντζελο, Hannah Wilke, Μαρίας Σούμπερτ, Διαμαντή Διαμαντόπουλου, Ροντέν, Γιάννη Στυλιανού, Γιάννη Δημητράκη, Ferdinand Hodler και Edvard Munch. Εκτός ερωτικής πεδιάς αλλά εντός εντευκτηριακού κλίματος, ένα αιρετκό δοκίμιο του Θανάση Αθανασόπουλου-Καλόμαλου («Ποιήματα, όχι ποιητές»), ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό της Νέλλης Ανδρικοπούλου στη Βαγδάτη του 1965 κι ένα άρθρο του Μιχάλη Πολυμένη για την επίδραση που άσκησε στο λογοτεχνικό έργο του Χέμινγουεϊ η εμπειρία του ως πολεμικού ανταποκριτή στη Μικρά Ασία το 1922.

Ακηδείς θαμώνες των απέραντων καφετεριών της επικράτειας· δίπλα μπετονιέρες, εκσκαφείς, φορτηγά εν αναμονή σε παραλίες, εκτελεστικά όργανα της νεοελληνικής ευδαιμονίας. Μετέωροι εργάτες δίνουν φως σε αφρο-ελβετικού μπαρόκ αυθαίρετα, διώχνοντας ένα αγροτικό που αποσύρεται στο σούρουπο. Σιλουέτες έφιππων εξερευνητών στρατοπεδεύουν στην ακτή κοντά σε ένα μάρκετ που διανυκτερεύει υπό το φως του Edward Hopper… είναι κάποια από τα λόγια που γράφει ο Μανώλης Σκούφιας για τις φωτογραφίες του Μιχάλη Κουλιέρη που καδράρονται αυτή τη φορά εντός Camera Obscura και δεν είναι η πρώτη φορά που σκέφτομαι πως πολλά σχετικά κείμενα, αλλά και τα αντίστοιχα σε καταλόγους εκθέσεων και συναφείς εκδόσεις πλησιάζουν πολύ, σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, την ποίηση.

Και τι γίνεται όταν ο έρωτας φτάσει στην φυσική του κατάληξη, που είναι το τέλος του; Ίσως να έχουμε κατά νου τις φράσεις του ήρωα του Γιώργου Αδαμίδη («Όσα μου έμαθε το σώμα του»): Δεν μ’ αρέσει ο πόνος, όπως δεν αρέσει στους πιο πολλούς. Αλλά προτιμώ να πονάω, παρά να μη νιώθω τίποτε. Έμαθα να διαχειρίζομαι τον πόνο, που κρατάει πολύ, ενώ η χαρά κρατάει λίγο· την επόμενη στιγμή δεν υπάρχει τίποτε να διαχειριστείς.

Τα έργα τέχνης προέρχονται από το διαδίκτυο, το πρώτο από τον Karl Denton και το δεύτερο από τον Άγνωστο Ρωμαίο Καλλιτέχνη. Όπως θα διακρίνει το ερωτικώς υποψιασμένο καλλιτεχνικό μάτι, επιλέξαμε έργα όπου η ταυτότητα των φύλων είναι ασαφής. Όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί είναι πιθανοί.

20
Νοε
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 523 (Νοέμβριος 2011)

Γιάννης Κορδάτος. 50 χρόνια στη σκιά της Ιστορίας

Ο Γιάννης Κορδάτος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της ελληνικής αριστεράς, γράφοντας σε έναν ιστορικό περίγυρο με πολλαπλά ιδεολογικά και επαναστατικά περιβάλλοντα. Στο σημαντικότερο έργο του, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (1924), που προκάλεσε και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, εφάρμοσε την μαρξιστική μέθοδο και υποστήριξε πως η επανάσταση του Εικοσιένα ήταν αστική, άμεσα συνδεδεμένη με τη συγκρότηση μιας ελληνικής αστικής τάξης που οφειλόταν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν αυτή κατέστη ισχυρή, επιδίωξε και την άνοδό της στην πολιτική εξουσία, επηρεασμένη από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Μετά την κατάλυση του τουρκικού ζυγού η επανάσταση συνεχίστηκε στο εσωτερικό μέτωπο, ως εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα σε αστούς και φεουδάρχες. Από το 1880 η αστική τάξη μετασχηματίστηκε σε βιομηχανική κεφαλαιοκρατική τάξη, εκμεταλλευόμενη την εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες. Απέναντι λοιπόν στην παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία ο Κορδάτος χαρακτήρισε το Εικοσιένα ως κοινωνική επανάσταση, αρνούμενος και το παπαρρηγοπούλειο σχήμα της εθνικής συνέχειας.

Το έργο του πολύ γρήγορα απορρίφθηκε από το ΚΚΕ, που ακολούθησε την ανάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1933 -1934), σύμφωνα με την οποία στην Ελλάδα παρέμεναν ακόμη ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα και συνεπώς ο αστικός μετασχηματισμός δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Συνέχισε όμως να διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και να διαπαιδαγωγεί γενιές αριστερών τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης· ενδεικτικά αναφέρεται ως ευαγγέλιο των φοιτητικών χρόνων από ήρωα – και πιθανώς alter ego – του Θωμά Σκάσση (Το ρολόι της σκιάς).

Οι αναγνώστες του μεσοπολέμου και αυτοί της μεταπολίτευσης δεν διάβαζαν το ίδιο βιβλίο και σε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα επικεντρώνει ένας εκ των αφιερωτών Παναγιώτης Στάθης («Το Εικοσιένα του Κορδάτου πριν και μετά τον πόλεμο») παρουσιάζοντας λεπτομερώς τις μείζονες διαφορές των δυο εκδόσεων. Πώς ερμηνεύεται η ριζική μεταστροφή στη θεώρηση της επανάστασης στην έκδοση του 1946 (άρα και του 1974); Η εμπειρία του πολέμου και της εθνικής αντίστασης με τις πρωτόφαντες αλλαγές, η εισβολή του λαού στο προσκήνιο, η διάχυση του συνθήματος «λαοκρατία», η εμπλοκή μεγάλων αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικές διαδικασίες και στην ένοπλη σύγκρουση, όλα συνέθεσαν ένα κλίμα που άλλαξε τις οπτικές των διανοούμενων για τη σημασία και το ρόλο του λαού στις ιστορικές εξελίξεις και οδήγησε σε λαϊκιστικά ιστοριογραφικά σχήματα, που βέβαια προσέφεραν και έναν ιδεολογικό οπλισμό απαραίτητο στις πολιτικές διαμάχες. Οι υπόλοιποι τίτλοι του αφιερώματος: Ο «μεγάλος αφηγητής» της μαρξιστικής ιστοριογραφίας (Σπύρος Κακουριώτης), Συγχρονισμοί και αναχρονισμοί στις αντιλήψεις του Γιάννη Κορδάτου (Αλέξης Ζήρας), Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: ένα ύστατο προπύργιο του μαρξισμού (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου), Ο Γιάννης Κορδάτος ως οργανωμένος κομμουνιστής (Σταύρος Παναγιωτίδης), Κείμενα και διασκευές: συγχρονικές προσεγγίσεις του διαχρονικού λόγου (Χριστιάνα Μυγδάλη).

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα, μεταξύ άλλων, τα διηγήματα των βραβευμένων του αεροπορικο – λογοτεχνικού διαγωνισμού Ταξίδι στον αέρα κι ένα κείμενο του Άθου Δημουλά για τα Νόμπελ των ποιητών. Στα μαγνητόφωνα οι Τζορτζ Πελεκάνος και Φιλίπ Κλοντέλ, δυο συγγραφείς που συνδέονται ο καθένας με τον δικό του τρόπο με τον σύγχρονο κινηματογράφο, συζητούν για τις χάρτινες και πάνινες ιστορίες τους. Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος διαπιστώνει την στροφή των σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων από την αυτάρεσκη ιδιωτικοποίηση του ’80 στην ενοχική αναμόχλευση του 2011 και από την ομφαλοσκόπηση στην αναζήτηση της συλλογικής ευθύνης. Ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια θεματολογία οδηγήσει σε λογοτεχνικά αποτελέσματα, είναι ενδεικτική της συλλογικής συνείδησης που αναζητά απαντήσεις πώς φτάσαμε εδώ σήμερα. Σε αντίθεση μάλιστα με τα βιβλία πολλών οικονομολόγων που συνήθως δεν διακρίνονται από πνεύμα αυτοκριτικής, καθώς άλλωστε οι περισσότεροι οικονομολόγοι ήταν μέχρι τώρα μέρος του συστήματος και «έπαιξαν κι έχασαν» κι αυτοί.

14
Απρ
11

Το Δέντρο, τεύχος 179 –180 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2011)

 Αφιέρωμα Γιώργος Σεφέρης [1900-1971]. Σαράντα χρόνια μετά

Το βάθεμα, η στροφή στα ενδότερα του εαυτού είναι διαμετρικά αντίθετες στον Θερβάντες και τον Σέξπιρ. Ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης αναπτύσσουν ένα νέο, πλουσιότερο «εγώ ακούγοντας ο ένας τον άλλον, ενώ ο Φάλσταφ και ο Άμλετ ακολουθούν αυτή την εξέλιξη μόνο όταν αφουγκράζονται τον εαυτό τους. […] Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο συνεχής διάλογος ανάμεσα στον Σάντσο και τον Δον Κιχώτη. Ακόμη κι όταν καυγαδίζουν, η ευγένεια δεν τους εγκαταλείπει. Ποτέ δεν παύουν να μαθαίνουν, καθώς ο ένας ακούει τον άλλον. Και ακούγοντας ο ένας τον άλλον αλλάζουν οι ίδιοι, γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ (Γιατί διαβάζουμε)…

… μας παραδίδει το εύχυμο απόσπασμα ο Κώστας Μαυρουδής αλλά δεν θα πάμε ακόμα στην στήλη του, όσο κι αν ανυπομονούμε. Προέχει το αφιέρωμα, όπου οι Νάσος Βαγενάς, Βασίλης Βασιλικός, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιάννης Ευσταθιάδης, Ηλίας Κεφάλας,  Νεκταρία Γ. Κλαπάκη, Ρόντερικ Μπίτον, Γιώργος Μπλάνας, Παυλίνα Παμπούδη, Θανάσης Χατζόπουλος κ.ά. εξετάζουν με ιδιαίτερα αποστασιοποιημένη ματιά την σεφερική ποίηση και την ευρύτερη σκιά ποιητή και ποιημάτων. Περιλαμβάνεται ακόμα μια συνομιλία του Γιάννη Παλαβού με τον Άκη Μπογιατζή [Cpt. Nefos, Libido Blume, Sigmatropic κ.ά.] για τα «Δεκαέξη χαϊκού» ως ερωτικά τραγούδια, τα οποία μελοποίησε σε δίσκο των Sigmatropic μαζί με άλλα τρία σεφερικά ποιήματα (και τα οποία βέβαια έχουμε πολλαπλώς καλύψει στο mic.gr, σε αντίθεση με τους απανταχού σεφεριστές που δεν πήραν, για άλλη μια φορά, χαμπάρι από την σπάνια αυτή περίπτωση εξαιρετικής μελοποίησης και πολλαπλών συμμετοχών).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η οπτική του Βασίλη Παπά για τον «φωτογράφο ποιητή». Ο Παπάς παρατηρεί πως ο μηχανισμός της ποίησης του Σεφέρη φαίνεται να αποζητά κάτι το χειροπιαστό για να πυροδοτηθεί. Η βιωματική εικόνα που μπορεί να αποτυπωθεί και σε φωτογραφικό ενσταντανέ τον ερεθίζει, ενώ το τοπίο τον βοηθά να οργανώσει καλύτερα την τεχνική και την πολιορκία του θέματος. Το ζήτημα εξετάζεται σε σχέση με το αναπάντητο, ακόμα, ερώτημα της σιωπής του Σεφέρη κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1946 και 1953, αυτή τη «μαύρη τρύπα» στην ποίησή του.

Μιαν έτερη πλευρά, εκείνη του παιγνιώδους ποιητή, επιλέγει ο Νίκος Δήμου. Οι ποιητές συνήθως δεν έχουν καλές σχέσεις με το χιούμορ και το παιχνίδι, τα δε παραστρατήματα ορισμένων τείνουμε να τα ξεχνάμε (π.χ. την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα Εικονοστάσια κ.λπ. του Ρίτσου, τον Μανούσο Φάσση του Αναγνωστάκη - ο δε Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου είναι μια άλλη ιστορία). Αλλά τελικά και ο Σεφέρης ήταν μέσα του αισθησιακός και φιλοπαίγμων, η δε σύντροφός του Μάρω συναίνεσε να εκδοθούν τα τολμηρά του στιχουργήματα. Καμιά σχέση δηλαδή με την σεμνότυφη κυρία Μπάιρον που κατέκαυσε το αριστουργηματικό, ως έλεγαν, ημερολόγιό του. Αλιεύω την έκτη στροφή από Το απομεσήμερο ενός φαύλου και μετράω σε πόσες σύγχρονες περιστάσεις ταιριάζει αυτό το: σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους/όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους/ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή/που στο βραχνά του παραμιλεί.

Ένα νέο αγωνιστικό έπος απολύτως αντάξιό μας: Η Εθνική Αντίσταση των σταχτοδοχείων. Αν όμως πλησιάσουμε πιο σοβαρά το αντάρτικο του καπνιστή, θα δούμε ότι αυτό που θίγεται από την απαγόρευση είναι η «ξεχωριστή» παρουσία του Νεοέλληνα, η κουλτούρα της ατομικότητας. Η συνθήκη που δεν μας επιτρέπει να δούμε τον εαυτό μας να κρίνεται και συνακόλουθα να πειθαρχεί. Ο ανυποψίαστος, δηλαδή, και απόλυτα ακαλλιέργητος ναρκισσισμός.

…. και όπως αντιλαμβάνονται οι πεπειραμένοι δενδρίτες, βρισκόμαστε ήδη στην στήλη facebook. Η οποία επιλέγει τον αντίλογο και την προσγείωση, για να μην πω τίποτε άλλο, από οιοδήποτε στοιχείο συλλογικής ή μαζικής ευδαιμονίας. Μετά την ευχάριστη έκπληξη και την ικανοποίηση για την αλλαγή στο Δήμο, να δούμε πώς πραγματοποιείται αυτό το παράδοξο ζητούμενο: να αλλάξει μια πόλη, μένοντας ίδιοι οι κάτοικοι. Διότι, ως γνωστόν, από καταβολής κόσμου κανένα όραμα, προσωπικό ή συλλογικό, δεν διαρκεί, όταν αναγκάζεται να μεταφράσει τις ιδέες σε πράξη. Υπάρχουν ακόμα μερικά δύσπεπτα «αποφθέγματα» προς μελλοντική χρήση. Όπως του Μουσολίνι: Δεν είμαι ο ιδρυτής του Φασισμού. Απλώς τον ανέσυρα από το υποσυνείδητο των Ιταλών. Προσοχή λοιπόν, γιατί το είδος είναι άμεσα ανασύρσιμο απ’ τον καθένα. Εδώ τα «αποκλείεται να συμβεί σ’ εμένα» δεν περνάνε.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα γράφει για τα Γωνιακά Σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, ο Ουμπέρτο Έκο για την Έννοια του Διανοούμενου, ο Τάσος Γουδέλης για θαυμαστά και αθαύμαστα. Διηγήματα από Ζίγκρφιντ Λεντς, Αλμπέρτο Σαλσέντο Ράμος και Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ κ.ά. συμπληρώνουν αισίως τις 208 σελίδες. Στο συνοδεύον δισκίο, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διαβάζει από τη Στροφή, το Μυθιστόρημα, τη Γυμνοπαιδία και το Τετράδιο Γυμνασμάτων.

Σημ. Το σκίτσο των Δον Κιχώτη – Σάντσο Πάντσα από τον Πάμπλο Πικάσσο.




 

Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Blog Stats

  • 183,325 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 46 other followers