Αρχείο για την κατηγορία 'Λογοτεχνικά κ.ά. Περιοδικά'



06
Ιαν
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50 (Ιούνιος 2011)

Αμερικανικό Μπονζάι [Flash fiction]. 43 Μικρά Διηγήματα Αμερικανών Συγγραφέων. Μια ανθολογία.

Μια φορά με είχε ληστέψει ένας στιβαρός λευκός άντρας με καφέ σακάκι. Μου είχε δείξει τα δυο δόντια που του είχαν μείνει στο στόμα και η σκανδάλη ενός μικρού αυτόματου τυλιγμένου με ταινία στόχευε την καρδιά μου. Του έδωσα όλα τα χρήματα, αλλά δεν φοβήθηκα καθόλου. Καταλάβαινα κοιτάζοντάς τον πως ήταν ακριβώς σαν εμένα. Θα μπορούσα να πεθάνω πίσω από αυτό τον πάγκο και αυτός απλά θα έφευγε κρυμμένος στο ίδιο του το δέρμα, με μερικά δολάρια για ξόδεμα. Είμασταν όλοι ένα πράγμα. Έτσι του έδωσα τα λεφτά, νιώθοντας πλουσιότερος αμέσως… [Tom Hawkins, The wedding night]

Εδώ λοιπόν ξεκινάει η ανθολογιακή πανδαισία του μικρού διηγήματος, του μπονζάι, τα βασικά στοιχεία των οποίου αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά αναπτύσσονται και στον μυθοπλασμένο πρόλογο του επιμελητή Βασίλη Μανουσάκη: αυτά τα διηγήματα μινιατούρες προτρέπουν τον αναγνώστη να διαβάσει λίγο και να σκεφτεί πολύ, τον παρακινούν να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την ιστορία, τι προηγήθηκε και τι έπεται εκείνου του στιγμιότυπου, έχοντας γεννηθεί από μια ανάγκη να γίνονται όλα πολύ γρήγορα, να επιθυμούν οι αναγνώστες να διαβάσουν λίγα αλλά να προσλαμβάνουν πολλά. Προφανώς αυτές οι κειμενικές αστραπές έχουν πάρει κάτι από τον Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο επιμελητής διάβασε κι αξιολόγησε πάνω από 1000 διηγήματα – μινιατούρες κι επέλεξε τα καλύτερα με βάση το ενδιαφέρον της ιστορίας και του τρόπου γραφής, την έκταση (από μια παράγραφος ως τρεις σελίδες) και τον απόηχο που αφήνει η κάθε ιστορία και τα νοήματα που καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Πλέον, δε νιώθει ανώτερος από τις χρυσές ακτές. Αναρωτιέται πόσες από τις συντρόφους του που κοιμούνταν μαζί, ξαγρυπνούν όπως αυτός και ήσυχα προσπαθούν να κοιτάζουν μέσα από δωμάτια πολυώροφων κτιρίων όπου οι κουρτίνες των πελώριων παραθύρων είναι ανοιχτές. Παράθυρα για γίγαντες, ταξινομημένα για να ανοίγουν προς τον ορίζοντα της πόλης που αναβοσβήνει. Φθονεί εκείνους που ακόμη κοιμούνται γαλήνια αλλά και τους λυπάται που χάνουν εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν κατονομάζονται…. [Stuart Dybek, Gold coast]. Εδώ, «μουδιασμένοι απ’ τη σιωπή που μεγάλωνε ανάμεσά τους», δυο άνθρωποι ξυπνούν ταυτόχρονα σε ξενοδοχειακό δωμάτιο, «τη στιγμή που επικρατεί η μεταλλαγή της νύχτας, με το αύριο ήδη φωτεινό πίσω της» και βλέπουν μαζί «τις αντανακλάσεις τόπων που στην πραγματικότητα δεν είναι τόποι», καθώς επιπλέουν σαν φωτεινό στρώμα αφρού, πάνω στην επιφάνεια κάποιου ποταμού. Τώρα πλέον θα έχουν δει αυτό τον ουρανό μόνο επειδή ήταν μαζί, σαν κάτι περισσότερο που θα έχουν να θυμούνται.

Ο Ray Bradbury [I see you never] καταθέτει λιτή πλην διαπεραστική ιστορία απέλασης όπως κατοπτρίζεται στα μάτια ενός παιδιού, ο Langston Hughes την απολαυστική ιστορία μιας γηραιάς κυρίας που επιλέγει ως επίπληξη στον επίδοξο ληστή της την τρυφερότερη πλην αυστηρή της φροντίδα [Thank you, M’ am] και ο Chuck Palahniuk προσφέρει την πιο φορτισμένη ιστορία του τόμου [Escort]: ο αφηγητής αναλαμβάνει στην εκκλησία του ως «υποχρέωση καλής πράξης» την υποχρέωση να είναι συνοδός σ’ ένα άσυλο όπου νέοι άνθρωποι χωρίς ασφάλεια ζωής πήγαιναν για να πεθάνουν. Σου ζητούσαν να είσαι διακριτικός στο πήγαινε-έλα σου γιατί οι γείτονες δεν ήξεραν τι συνέβαινε στο τεράστιο παλιό σπίτι του δρόμου…Τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν AIDS, αλλά το σπίτι δεν έκανε διακρίσεις. Μπορούσες να έρθεις εδώ και να πεθάνεις από οτιδήποτε.

Το πρώτο ραντεβού του έχει μόνο ένα πόδι και λίγους μήνες ζωής. Ο αφηγητής συνοδεύει αυτόν και τη μητέρα του σε τόπους με θέα και σε μουσεία. Επιστρέφοντας σπίτι του, δηλαδή κάτω από φορτηγά, τα προβλήματά του δεν έμοιαζαν και πολύ χάλια: ολόκληρη η ζωή του έμοιαζε με θαύμα αντί για σφάλμα. Συνεχίζει ως συνοδός, κρατώντας τα χέρια των ραντεβού του με τις ώρες «μέχρι που ένας άλλος συνοδός ερχόταν για να τον σώσει ή μέχρι που δεν είχε πια καμία σημασία». Οι μητέρες τους του δωρίζουν κάποιες φορές κουβέρτες με παλιομοδίτικα τετράγωνα και ζιγκ ζαγκ σχέδια κι εκείνος τις στοιβάζει στην άκρη του καναπέ κι αργότερα στη σοφίτα, αρνούμενος να τις χρησιμοποιήσει ή να τις αποχωριστεί, χωρίς να ξέρει τι τον φοβίζει περισσότερο, «να πετάξει όλα αυτά τα νεκρά παιδιά ή να κοιμηθεί μαζί τους».

Max Apple, Aimee Mender, Ray Bradbury, Rob Carney, Amy L. Clark, Lydia Davis (πρώην σύζυγος του Paul Auster, αν έχει σημασία η πληροφορία), Carol Edelstein, Zdravka Evtimova, Robert Fox (με ένα Παραμύθι εντός μετρό, γιατί εκεί πλέον εξυφαίνονται και τα παραμύθια), Jack Handey, Lee Harrington, Tom Hazuka, Amy Hempel, Robert Kelly, Michael Knight, Marilyn Krysl, Mary Morris, Joyce Carol Oates, David Ordan, Lon Otto, Pamela Painter, Francine Prose, Mat Rittenhouse, Bruce Holland Rogers, Chuck Rosenthal, Samantha Schoech, Steven Schutzman, Don Shea, Sam Shepard, James Still, Peter Taylor, Alison Townsend, John Updike, Tom Whalen, Tennessee Williams, Tobias Wolff και Allen Woodman συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Δεν είναι γούστο εφηβικό να πετάς μέρα μεσημέρι τις ηλιόλουστες μέρες, ούτε καν στην Καλιφόρνια. Αυτό που ήθελε το αγόρι ήταν κάτι άλλο: να πετάει αργά τη νύχτα, χαμηλά, ξυστά στο έδαφος, μέσα στις πόλεις, να γεφυρώνει γοργά με κομψά τόξα τα κτίρια. Πολύ αργά τη νύχτα· την ώρα που τα κορίτσια κρεμάνε τα ρούχα τους και αναστενάζουν στα παράθυρά τους ρουφώντας τον πηχτό αέρα… [Charles Baxter, The cliff]

Η καθιερωμένη ύλη βρίσκεται παρούσα, με ποίηση από τους Τασούλα Καραγεωργίου, Αναστ. Α. Αντύπα, Άννα Αφεντουλίδου, Βαγγέλη Πεταλά, Αντώνη Περαντωνάκης και Ελένη Σιγαλού, δυο πεζά από τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, κριτικές και δοκίμια. Και είναι αδύνατο να μην επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες, που κοσμούνται από δώδεκα ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη, όλα με θέμα την υπέργηρη μητέρα του. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα δει δημοσιευμένα· ακολούθησε τη γηραιά μούσα του ένα μήνα περίπου μετά την δική της εκδημία. Ιδού ένα Αντίδωρο: Μπορεί/ήδη από έφηβος/να μη σε ακολουθώ στις εκκλησίες/να μη νηστεύω/να μην κοινωνώ· όμως όταν γυρίζεις κάθε Κυριακή/από της θείας λειτουργίας/την ζηλευτή ηρεμία/πάντοτε παίρνω από τα χέρια σου/το λευκό αντίδωρο-/είδος αρχαίου μαστού γαλακτοφόρου/που έχει από τόσα χρόνια κοιμηθεί.

[287 σελ.] Επιμέλεια: Βασίλης Μανουσάκης. Με σύντομα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων και των μεταφραστών. Προηγούμενα τεύχη και τόμοι του Πλανοδίου, planodion@otenet.gr και 210-2284403. Όπως πάντα η ιστοσελίδα τροφοδοτείται συνεχώς με ιστορίες μπονζάι.

Σημ. Πανδοχείου: Ο επιμελητής ορθότατα αναγράφει και τα ονόματα των συγγραφέων και τους τίτλους τόσο σε λατινικό όσο και σε ελληνικό αλφάβητο. Εδώ χάριν συντομίας επιλέγουμε το πρωτότυπο.

Στις φωτογραφίες: και πάλι αναγνώστες πιθανότατα μικρών διηγημάτων, που όπως αναφέρθηκε [ξανά εδώ], διαβάζονται σε οποιαδήποτε περίσταση και παντού, σε μια καθισιά και σε κάθε στάση.  Η εικονογράφηση του εξώφυλλου και πάλι από την Ηρώ Νικοπούλου.

05
Ιαν
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 51 (Δεκέμβριος 2011)

Ελληνικό Μπονζάι. 48 Μικρά Διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων. [Πρώτο Μέρος (1/2)]

Η σύντομη πεζογραφική φόρμα του υπέρμικρου διηγήματος έχει ως βασικά χαρακτηριστικά την πλοκή και τον μικρό αριθμό λέξεων. Το διηγηματικό αυτό υποείδος καθιερώθηκε με την ανθολογία Flash Fiction του 1992 και γνώρισε ταχύτατη διάδοση σε χώρες και γλώσσες, ανθίζοντας σε σχετικές ανθολογίες και ιστολόγια, διεκδικώντας συν τοις άλλοις και τους προγόνους του (από Μπόρχες και Κάφκα μέχρι Τσέχωφ και …Αίσωπο). Απέναντί σε όρους όπως Micro Fiction, Sudden Fiction, Nano Fiction, Short Short Story, Micro Story, Fast Fiction, Postcard Fiction, Relato Telefonico (= Τηλεφωνική ιστορία), Relato de taza de café (= Ιστορία φλιτζανιού του καφέ) κ.ά., το περιοδικό Πλανόδιον εισηγείται και εγκαινιάζει τον όρο  Μπονζάι, την τέχνη της αισθητικής σμίκρυνσης των δέντρων ή της ανάπτυξη ξυλωδών φυτών σε σχήμα δέντρου, εντός δοχείων, έναν όρο με πλήρη αναλογικότητα με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είδους: συνοπτικότητα αφηγηματικών λειτουργιών, οργανικότητα μερών προς το σύνολο και ενσυνείδητο συγγραφικό αυτοπεριορισμό.

Η διπλή εισαγωγή του Γιάννη Πατίλη είναι πλήρως κατατοπιστική: Οι Ιστορίες Μπονζάι αποτελούν μυθοπλασίες των οποίων η μικρή ή και πολύ μικρή έκταση αποτελεί ουσιώδη σκοπό της καλλιτεχνικής βούλησης που τις παρήγαγε. Δεν αποτελούν δηλαδή απλώς και μόνο «μικρά» διηγήματα αλλά διηγήματα για τα οποία η συνειδητή επιδίωξης της βραχύτητάς τους αποτελεί τον πρώτο sine qua non παράγοντα του είδους τους. Ταυτόχρονα, και σε αντιστοιχία προς το υπαινισσόμενο είδος των φυτών μπονζάι, στο μικρό μέγεθος των ποίων εξεικονίζεται η φυτική ολότητα του δέντρου, τόσο η συγγραφική σύλληψη όσο και η αναγνωστική τους πρόσληψη (πρέπει να) υπηρετείται από την ιδέα ενός παρόντος ή εξυπακουόμενου αφηγηματικού όλου.

Στο κείμενό του αναπτύσσονται τα επιμέρους στοιχεία του είδους, από την  «καταγωγή» του ως και το περιεχόμενό του: η διάδοση του καθημερινού τύπου και ιδίως των λογοτεχνικών περιοδικών κατά τον 19ο αι. (με κλασικό παράδειγμα τον Α. Παπαδιαμάντη), η αναγωγή από τον Ε.Α. Πόου του ποσοτικού κριτηρίου σε ποιοτικό, η προσθήκη από τον ίδιο του κριτηρίου της ισχυρής εντύπωσης (effect) στην ψυχή του αναγνώστη, η συντομία για την εξασφάλιση του αισθήματος της ολότητας και της ενότητας κ.ά. Ο Πόου επιχείρησε να ορίσει και το μέγεθος της συντομίας: στην εντυπωσιακή του μεταφορά το σχετικό κείμενο πρέπει να μπορεί να διαβαστεί in one sitting – σε μια μόνο ανάγνωση, μονορούφι, σε μια καθισιά.

Σήμερα, εδώ και δυο δεκαετίες, το είδος αυτό τείνει να γίνει ο κανόνας της σύγχρονης πεζογραφικής λογοτεχνικής έκφρασης, αυτή τη φορά μέσω του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου τύπου (του Διαδικτύου) που ανοίγει διάπλατα το δρόμο και για ένα δεύτερο και προς μια εντονότερη ανάδυση της ελάσσονος λογοτεχνίας, μιας λογοτεχνίας που ταιριάζει στην πολιτιστική πολυείδεια των ημερών μας και προϋποθέτει συγγραφέα και αναγνώστη εκτός κυρίαρχης ομάδας, γλώσσας, κουλτούρας, λογοτεχνικού κανόνα, αγοράς.

Το Πλανόδιον έχει ξεκινήσει μια συστηματική διερεύνηση του μικρού διηγήματος, πρώτα με τη δημιουργία (Απρίλιος 2010) μιας ιστοσελίδας αποκλειστικά αφιερωμένης στο είδος, πρωτότυπο ή μεταφρασμένο [Ιστορίες Μπονζάι, κατόπιν με το αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι 50ό τεύχος (Ιούνιος 2011) και τώρα με το πρώτο μέρος της ελληνικής ανθολογίας, που περιλαμβάνει τόσο ανέκδοτα κείμενα γνωστών λογοτεχνών όσο και πληθώρα κειμένων νέων λογοτεχνικών φωνών, που επιλέχθηκαν από έναν μεγάλο αριθμό συμμετοχών στο κέλευσμα του περιοδικού, πάντα στο όριο των 750 λέξεων. Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις όσον αφορά την συχνότερη θεματολογία και μορφή των κειμένων με εξίσου ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Τα συγκινησιακότερα κείμενα, προσφέρουν κατά τη γνώμη μου ο Κώστας Μαυρουδής [[Έχουν περάσει δεκαετίες…]], για το άτυπο μάτι της αφής, που μπορεί να περιγράψει ένα μαγικό τοπίο μέχρι να διακρίνει την ράτσα και το χρώμα ενός σκύλου, προς μέγιστη, σχεδόν στα όρια της ύβρεως, έκπληξη των μη τυφλών – τουλάχιστον όσον αφορά τα ορατά τους μάτια, και ο Αργύρης Χιόνης. Στο απομεσήμερο ενός φαύνου του τελευταίου ένας εξηντάρης άντρας, αφού απολαύσει το σώμα της εικοσιτριάχρονης φίλης του, συντρίβεται από τη σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος και βιαιοπραγεί πάνω της υπό την απεγνωσμένη επωδό Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τοσ’ ωραία;! Η σύνθεση του Ντεμπισί και το ποίημα του Μαλαρμέ για το Απομεσήμερο θα ενίσχυαν για άλλη μια φορά την ελλιπή του στύση.

Αργότερα, αφού θα έχει σβήσει το πορτατίφ και η εικόνα της εργαζόμενης μητέρας και συζύγου θα εξαϋλώνεται πάνω στα ριγέ σεντόνια, μπορεί να φαντασιωθεί, μέχρι την τρομώδη καταβύθιση στον πρώτο ύπνο, το φίνο λευκό ύφασμα πάνω στο κορμί του…Στο Μικρό ερωτικό της Δώρας Κασκάλη ένα λευκό πουκάμισο ενσαρκώνει και ενσαρκώνεται ως ερωτικότατη φαντασίωση μιας γυναίκας, καθώς …σχηματίζεται στις άκρες των χειλιών της ένα φευγαλέο χαμόγελο, στη σκέψη ότι κάτι τέτοια άσπρα πουκάμισα είναι φτιαγμένα για να τα αποχωρίζεται κανείς βίαια, συσκευές ηδονής που έχουν εφευρεθεί μόνο για να αποθεώνονται τα σώματα. Η ματαιωμένη προσφορά του αντικαθίσταται με προσγείωση της επιθυμίας της σε πιο βέβαιες πλην ανονείρευτες εκδοχές. Στην ξένη του Μάνθου Αγγέλη η υπάλληλος απογραφής που επισκέπτεται μια εξηντάχρονη γυναίκα δεν είναι παρά η εγκαταλειμμένη της κόρη και η απογραφή είναι η μόνη περίσταση όπου μπορεί να θέσει τις καίουσες ερωτήσεις και «να την κάνει να μιλήσει, να σπάσει, να τα παραδεχτεί», σε μια δίκη που η κατηγορούμενη σε μια δίκη που αγνοούσε.

Άρις Αλεβίζος, Διαμαντής Αξιώτης, Τάσος Γουδέλης, Φίλιππος Δρακονταειδής, Αντώνης Ζέρβας, Κατερίνα Ζούπα, Σπύρος Θεριανός, Τάσος Καλούτσας, Μάνος Καλπαδάκης, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Ηλίας Κεφάλας, Μάνος Κοντολέων, Ζέτα Κουντούρη, Νάγια Κουτρουμάνη, Μαρία Κώτσια, Ελένη Λαδιά, Γιώργης Μανουσάκης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Δημήτρης Μίγγας, Σοφία Μούτση, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Θάνος Ξηρός, Γιάννης Παλαβός, Παυλίνα Παμπούδη, Ξένια Παπαδημητρίου, Άκης Παπαντώνης, Μανώλης Πρατικάκης, Πάνος Πρωτοπαπάς, Ανδρέας Ρούσσης, Γιώργος Ρωμανός, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Περικλής Σφυρίδης, Λεωνίδας Τούρλας, Νίκη Τρουλλινού, Θοδωρής Τσάκωνας, Ελένη Φακάλου, Φίλιππος Φιλίππου (σε μια σαδομαζοχιστική στιγμιότυπο βρόμικου ρεαλισμού), Όλγα Φουντέα, Πέτρος Φούρναρης, Νάνσυ Χαριτωνίδου, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Νατάσα Χατζιδάκι και Α.Κ. Χριστοδούλου συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Η ίδια δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η μητέρα προστάτευε το γιό της. Φοβάμαι πως νόμιζε, αλλά δεν τον προστάτευε. Ξεχνά, όμως, κάτι ώρες που ενώ ήταν μαζί του στο σπίτι, ο νους της ήταν στα υλικά που δούλευε στο εργαστήρι της, γιατί επειγόταν να τους δώσει μορφή. Έκανε μάλιστα το λάθος, παραβλέποντας την ευφυΐα και την ήσυχη φύση του, να νομίσει πως το παιδάκι είχε ήδη τη μορφή που του έδωσε με το νου της, μια παραλλαγή της δικής της, που της πήρε ελάχιστο χρόνο να την συλλάβει. [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ο μικρός Ορέστης ή Φυγή που σκοτώνει, σ. 634]

Στα εκτός αφιερώματος πεζά οι Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Σταμάτης Πολενάκης, Άνθεια Βέρνη και Ηλίας Αλεβίζος και στην ποίηση οι Γιώργος Βέης, Λάμπρος Καψετάκης, Αθηνά Παπαδάκη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Θεοδόσης Κοντάκης,  Μάρκος Καλεώδης, Ιωσήφ Βεντούρας, κ.ά. πολλά. Μεταξύ των δοκιμίων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δια χειρός Κώστα Βραχνού σύσταση του Alberto Caraco, του ιδιοφυή στοχαστή και στυλίστα, αταξινόμητου «καταραμένου», μελετητή και πολέμιου των θρησκειών, κατήγορου του έρωτα και αμοραλιστή μισάνθρωπου κοσμοκαλόγερου που κραύγαζε για την παράνοια της τεκνοποιΐας και παραμένει σήμερα εντελώς άγνωστος εκτός Γαλλίας. Έγραφε ο Caraco στη Σύνοψη του χάους, ένα δείγμα φιλοσοφικής λιβελογραφίας κατά της ζωής και των ανθρώπων, στη γραμμή των de Maistre, Bloy, Lautréamont, Nietzsche, Pessoa, Lovecraft, Céline, Bataille, Cioran:

Τείνουμε προς τον θάνατο όπως το βέλος στο στόχο και δεν αστοχούμε ποτέ, ο θάνατος είναι η μόνη μας βεβαιότητα και πάντα ξέρουμε ότι πρόκειται να πεθάνουμε, δεν έχει σημασία πότε και πού, δεν έχει σημασία ο τρόπος. Γιατί η αιώνια ζωή είναι ένας παραλογισμός, η αιωνιότητα δεν είναι η ζωή, ο θάνατος είναι η ανάπαυση που επιδιώκουμε…Εμείς, που δεν ικανοποιούμαστε με λόγια, συναινούμε στον αφανισμό μας και επιδοκιμάζουμε αυτή μας τη συναίνεση, δεν επιλέξαμε  να γεννηθούμε και δεν θεωρούμε εαυτούς τυχερούς που δεν θα επιβιώσουμε πουθενά απ’ αυτή τη ζωή, η οποία μας επιβλήθηκε μάλλον παρά μας δόθηκε, ζωή γεμάτη ανησυχίες και οδύνες, προβληματικές ή κακές χαρές. Το να είναι ένας άνθρωπος ευτυχής τι αποδεικνύει; Η ευτυχία είναι μεμονωμένη περίπτωση…

Επιμέλεια: Γιάννης Πατίλης, Ηρώ Νικοπούλου, Βασίλης Μανουσάκης. Η Ηρώ Νικοπούλου φιλοτέχνησε και το υπέροχο έργο του εξώφυλλου. [287 σελ.] / Στις φωτογραφίες, ιδανικοί αναγνώστες για να διαβάσουν τις ιστορίες μπονζάι, ακριβώς σε μια καθισιά, κατά την διατύπωση του Πόου. / Στην αυριανή ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Πλανόδιου, αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι.

24
Δεκ
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 524 (Δεκέμβριος 2011)

Ο εικαστικός Παπαδιαμάντης

Δεκέμβρης, ο μήνας των εικόνων και της μεγάλης εορτής, στοιχείων δηλαδή που αμφότερα κοσμήθηκαν από το μελάνι του Παπαδιαμάντη. Και ιδού η ιδανική χειμερινή περίσταση για ένα αφιέρωμα που θέτει τα σχετικά και πάντα ενδιαφέροντα ερωτήματα. Ποιες οπτικές και εικαστικές οπτικές αναφορές εντοπίζονται στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη; Ποιο ήταν το καλλιτεχνικό – ζωγραφικό κλίμα της εποχής του, με ποιους συνομιλούσε ο συγγραφέας, πώς επηρέασε την νεότερη γενιά των εικαστικών; Ποιος πολιτισμός διαμόρφωσε την ποιητική του, ποιες εικόνες σαγήνευαν τις λέξεις του; Ο Δεκεμβριάτικος φάκελος, υπό την επιμέλεια του Γιάννη Ν. Μπασκόζου, περιλαμβάνει κείμενα από τους Μάνο Στεφανίδη, Ίριδα Κρητικού και Γιώργο Ν. Περαντωνάκη.

Αν κάποιοι πίνακες του Γύζη παραπέμπουν κατευθείαν στο Σολωμό, τότε ακριβοδίκαια το πλείστον της ηθογραφίας της σχολής του Μονάχου (Λύτρας, Γύζης, Ιακωβίδης, Σαββίδης, Λεμπέσης) αναφέρεται στον Παπαδιαμάντη, γράφει ο Μάνος Στεφανίδης. Μια ολόκληρη γενεαλογία της νοσταλγίας και μια μεταφυσική της μικρής ιδιαίτερης πατρίδας γεννιέται τόσο στους καμβάδες των μετοίκων της βαυαρικής πρωτεύουσας όσο και στα λερωμένα χειρόγραφα του κοσμοκαλόγερου του Αγίου Ελισσαίου. Και μόνο η αναφορά στην κοινή θεματολογία τους, είναι αρκετή:

γιαγιάδες και παππούδες που τιθασεύουν, κουρεύουν ή κανακεύουν άτακτους εγγονούς και γλυκύτατες εγγονές, χριστουγεννιάτικοι ψάλτες που καλαντίζουν τα σπίτια κάτω απ’ την Ακρόπολη, νησιώτες που θρηνούν γύρω από ένα κερί το χαμό του αγαπημένου ναυτικού, κορίτσια που λιβανίζουν ή μοιράζουν στην εξώθυρα της εκκλησίας άνθη του Επιταφίου, χοροί και γιορτάσια στο ύπαιθρο, Νυμφίοι που εμφανίζονται αιφνίδια εν τω μέσω εκπάγλου νυκτός, γέροντες που ερωτοτροπούν, λιτανείας προσκυνητών, Μήδειες εωσφορικές…

Μόνο που τον κυρ Αλέξανδρο δεν ξέρεις πού να τον κατατάξεις. Η ταμπέλα «ηθογραφία» μοιάζει με παντελόνι χωρίς μπατζάκια κι όλα του τα αφηγήματα με εισαγωγή ή σημειώσεις για εκείνο το μεγάλο κείμενο που δεν έγραψε ποτέ. Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνο ο εμπνευστής εκείνης της ηθογραφίας που αναχαράζει μια χαρισάμενη ζωή, ούτε ο τυπολάτρης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ο ίδιος είναι από τους πιο ενημερωμένους καλλιτεχνικά διανοούμενους της εποχής του, ιδίως όσον αφορά τα σύγχρονά του κινήματα, ταυτόχρονα με την εμφάνισή τους στην Εσπερία, χωρίς να ακολουθήσει μόδες ούτε να παρασυρθεί από συρμούς.

Το τεύχος των 144 σελίδων συμπληρώνεται από οδηγό βιβλίων για τα Χριστούγεννα, συνομιλία με τον Φίλιππο Φιλίππου κ.ά. Και προτού ευχηθούμε καλά Χριστούγεννα και ακόμα καλύτερες παπαδιαμαντικές αναγνώσεις, γαληνεύουμε για άλλη μια φορά στο παρηγορητικό άκουσμα της φράσης του από τους Εμπόρους των Εθνών: Η αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος.

Στις φωτογραφίες: ο κατά Εγγονόπουλον και κατά Κόντογλου Παπαδιαμάντης και μια στιγμή από την μουσική παράσταση Όνειρο στο Κύμα στο Πορφυρογένειο Ίδρυμα Αγριάς (2010).

01
Δεκ
11

Εντευκτήριο τεύχος 94 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2011)

Απ’ όλες τις αναχωρήσεις μου η πιο ανυπόμονη/αυτή που μ’ αναστάτωνε, ήταν σαν πήγαινε/να συναντήσω τη γυναίκα που αγαπούσα./Ο χρόνος μού φαινόταν όσο ποτέ αργός/όμως τον γέμιζα με προγεύσεις ευτυχίας/χωρίς να προσέχω τους χώρους, τα τοπία/χωρίς να παρατηρώ τους άλλους ταξιδιώτες/Την άφιξή μου έτρεχα ν’ αναγγείλω/απ’ τα δημόσια τηλέφωνα, δεν είχα τότε κινητά/η υποδοχή μου, πρέπει να πω, δεν ήταν πάντα/όπως την περίμενα, μα ό,τι κι αν γινόταν/το ταξίδι έμενε στη μνήμη μου ανεξίτηλο/οι χώροι, τα τοπία, εμφανίζοντας ξανά/ακόμα κι οι άγνωστοι συνταξιδιώτες./Αργότερα το σκέφτηκα πως μπορεί κι εκείνοι/να μη βρήκαν φτάνοντας ό,τι προσδοκούσαν

…γράφει ο Τίτος Πατρίκος σ’ ένα από τα οκτώ νέα ποιήματα (το συγκεκριμένο υπό τον τίτλο «Το ταξίδι και οι ταξιδιώτες») που προσφέρει στο δεύτερο συνεχόμενο Ερωτικόν τεύχος του περιοδικού, του αφιερώματος δηλαδή εις Του κορμιού τα πάθηΕδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, το πρώτο μέρος του οποίου παρουσιάσαμε αναψοκοκκινισμένοι εδώ.

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Philip Larkin, Γρηγόρης Μπέκος, Χρήστος Οικονόμου, Βισέντε Ουϊδόμπρο, Άκης Παπαντώνης, Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, Ιωάννα Ράπτη, Αρθούρος Ρεμπώ, Θοδωρής Σαμαράς, Γιαν Χένρικ Σβαν, Π.Μπ. Σέλλεϋ, Ανν Σέξτον, Μαρία Σούμπερτ, Μαρία Στασινοπούλου, Γιώργος Τούλας, Γκεόργκ Τρακλ, Γιάννης Τσίρμπας, Μισέλ Φάις και Κυριάκος Χαλκόπουλος σκορπάνε τις λέξεις τους ανάμεσα σε σώματα αγκαλιασμένα, ποθημένα, ιδρωμένα, οργασμένα κι οργωμένα. Ιδιαίτερα απολαυστικά, μεταξύ πολλών, το κείμενα του Gilbert Lascault (τις σπαρταριστές μικρές φόρμες του οποίου θυμάμαι στην παλιά έκδοση της Εστίας με τον τίτλο Ένας Ναρκοθετημένος Κόσμος), με σύγχρονες παραλλαγές του μύθου της Κοκκινοσκουφίτσας (σε μια εκ των οποίων ετοιμάζεται το 1915 να κάνει το κόκκινο σκουφάκι της σημαία μιας μελλοντικής επανάστασης), σε μτφ. Αχιλλέα Κυριακίδη, αλλά και μια μεταβιβλική ιστορία του Λευτέρη Ξανθόπουλου («Οι κουτσουλιές του Θεού»), όπου ο έρωτας περνάει φευγαλέα, όπως η σκόνη της ερήμου της Θηβαΐδας…

Το αφιέρωμα κοσμείται βέβαια από απολύτως εντός κλίματος έργα ζωγραφικής και φωτογραφίες των Αντόνιο ντε Μεσίνα, Gunter Brus, Simon Costin, Απόστολου Κιλεσσόπουλου, Γιώργου Ρόρρη, Γιώργου Μπουζιάνη, Λητώς Δούμουρα, Φράνσις Μπέικον, Ξενοφώντα Μπήτσικα, Γκαρνέ, Έντουαρντ Χόπερ, Μικελάντζελο, Hannah Wilke, Μαρίας Σούμπερτ, Διαμαντή Διαμαντόπουλου, Ροντέν, Γιάννη Στυλιανού, Γιάννη Δημητράκη, Ferdinand Hodler και Edvard Munch. Εκτός ερωτικής πεδιάς αλλά εντός εντευκτηριακού κλίματος, ένα αιρετκό δοκίμιο του Θανάση Αθανασόπουλου-Καλόμαλου («Ποιήματα, όχι ποιητές»), ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό της Νέλλης Ανδρικοπούλου στη Βαγδάτη του 1965 κι ένα άρθρο του Μιχάλη Πολυμένη για την επίδραση που άσκησε στο λογοτεχνικό έργο του Χέμινγουεϊ η εμπειρία του ως πολεμικού ανταποκριτή στη Μικρά Ασία το 1922.

Ακηδείς θαμώνες των απέραντων καφετεριών της επικράτειας· δίπλα μπετονιέρες, εκσκαφείς, φορτηγά εν αναμονή σε παραλίες, εκτελεστικά όργανα της νεοελληνικής ευδαιμονίας. Μετέωροι εργάτες δίνουν φως σε αφρο-ελβετικού μπαρόκ αυθαίρετα, διώχνοντας ένα αγροτικό που αποσύρεται στο σούρουπο. Σιλουέτες έφιππων εξερευνητών στρατοπεδεύουν στην ακτή κοντά σε ένα μάρκετ που διανυκτερεύει υπό το φως του Edward Hopper… είναι κάποια από τα λόγια που γράφει ο Μανώλης Σκούφιας για τις φωτογραφίες του Μιχάλη Κουλιέρη που καδράρονται αυτή τη φορά εντός Camera Obscura και δεν είναι η πρώτη φορά που σκέφτομαι πως πολλά σχετικά κείμενα, αλλά και τα αντίστοιχα σε καταλόγους εκθέσεων και συναφείς εκδόσεις πλησιάζουν πολύ, σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, την ποίηση.

Και τι γίνεται όταν ο έρωτας φτάσει στην φυσική του κατάληξη, που είναι το τέλος του; Ίσως να έχουμε κατά νου τις φράσεις του ήρωα του Γιώργου Αδαμίδη («Όσα μου έμαθε το σώμα του»): Δεν μ’ αρέσει ο πόνος, όπως δεν αρέσει στους πιο πολλούς. Αλλά προτιμώ να πονάω, παρά να μη νιώθω τίποτε. Έμαθα να διαχειρίζομαι τον πόνο, που κρατάει πολύ, ενώ η χαρά κρατάει λίγο· την επόμενη στιγμή δεν υπάρχει τίποτε να διαχειριστείς.

Τα έργα τέχνης προέρχονται από το διαδίκτυο, το πρώτο από τον Karl Denton και το δεύτερο από τον Άγνωστο Ρωμαίο Καλλιτέχνη. Όπως θα διακρίνει το ερωτικώς υποψιασμένο καλλιτεχνικό μάτι, επιλέξαμε έργα όπου η ταυτότητα των φύλων είναι ασαφής. Όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί είναι πιθανοί.

20
Νοε
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 523 (Νοέμβριος 2011)

Γιάννης Κορδάτος. 50 χρόνια στη σκιά της Ιστορίας

Ο Γιάννης Κορδάτος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της ελληνικής αριστεράς, γράφοντας σε έναν ιστορικό περίγυρο με πολλαπλά ιδεολογικά και επαναστατικά περιβάλλοντα. Στο σημαντικότερο έργο του, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (1924), που προκάλεσε και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, εφάρμοσε την μαρξιστική μέθοδο και υποστήριξε πως η επανάσταση του Εικοσιένα ήταν αστική, άμεσα συνδεδεμένη με τη συγκρότηση μιας ελληνικής αστικής τάξης που οφειλόταν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν αυτή κατέστη ισχυρή, επιδίωξε και την άνοδό της στην πολιτική εξουσία, επηρεασμένη από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Μετά την κατάλυση του τουρκικού ζυγού η επανάσταση συνεχίστηκε στο εσωτερικό μέτωπο, ως εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα σε αστούς και φεουδάρχες. Από το 1880 η αστική τάξη μετασχηματίστηκε σε βιομηχανική κεφαλαιοκρατική τάξη, εκμεταλλευόμενη την εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες. Απέναντι λοιπόν στην παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία ο Κορδάτος χαρακτήρισε το Εικοσιένα ως κοινωνική επανάσταση, αρνούμενος και το παπαρρηγοπούλειο σχήμα της εθνικής συνέχειας.

Το έργο του πολύ γρήγορα απορρίφθηκε από το ΚΚΕ, που ακολούθησε την ανάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1933 -1934), σύμφωνα με την οποία στην Ελλάδα παρέμεναν ακόμη ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα και συνεπώς ο αστικός μετασχηματισμός δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Συνέχισε όμως να διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και να διαπαιδαγωγεί γενιές αριστερών τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης· ενδεικτικά αναφέρεται ως ευαγγέλιο των φοιτητικών χρόνων από ήρωα – και πιθανώς alter ego – του Θωμά Σκάσση (Το ρολόι της σκιάς).

Οι αναγνώστες του μεσοπολέμου και αυτοί της μεταπολίτευσης δεν διάβαζαν το ίδιο βιβλίο και σε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα επικεντρώνει ένας εκ των αφιερωτών Παναγιώτης Στάθης («Το Εικοσιένα του Κορδάτου πριν και μετά τον πόλεμο») παρουσιάζοντας λεπτομερώς τις μείζονες διαφορές των δυο εκδόσεων. Πώς ερμηνεύεται η ριζική μεταστροφή στη θεώρηση της επανάστασης στην έκδοση του 1946 (άρα και του 1974); Η εμπειρία του πολέμου και της εθνικής αντίστασης με τις πρωτόφαντες αλλαγές, η εισβολή του λαού στο προσκήνιο, η διάχυση του συνθήματος «λαοκρατία», η εμπλοκή μεγάλων αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικές διαδικασίες και στην ένοπλη σύγκρουση, όλα συνέθεσαν ένα κλίμα που άλλαξε τις οπτικές των διανοούμενων για τη σημασία και το ρόλο του λαού στις ιστορικές εξελίξεις και οδήγησε σε λαϊκιστικά ιστοριογραφικά σχήματα, που βέβαια προσέφεραν και έναν ιδεολογικό οπλισμό απαραίτητο στις πολιτικές διαμάχες. Οι υπόλοιποι τίτλοι του αφιερώματος: Ο «μεγάλος αφηγητής» της μαρξιστικής ιστοριογραφίας (Σπύρος Κακουριώτης), Συγχρονισμοί και αναχρονισμοί στις αντιλήψεις του Γιάννη Κορδάτου (Αλέξης Ζήρας), Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: ένα ύστατο προπύργιο του μαρξισμού (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου), Ο Γιάννης Κορδάτος ως οργανωμένος κομμουνιστής (Σταύρος Παναγιωτίδης), Κείμενα και διασκευές: συγχρονικές προσεγγίσεις του διαχρονικού λόγου (Χριστιάνα Μυγδάλη).

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα, μεταξύ άλλων, τα διηγήματα των βραβευμένων του αεροπορικο – λογοτεχνικού διαγωνισμού Ταξίδι στον αέρα κι ένα κείμενο του Άθου Δημουλά για τα Νόμπελ των ποιητών. Στα μαγνητόφωνα οι Τζορτζ Πελεκάνος και Φιλίπ Κλοντέλ, δυο συγγραφείς που συνδέονται ο καθένας με τον δικό του τρόπο με τον σύγχρονο κινηματογράφο, συζητούν για τις χάρτινες και πάνινες ιστορίες τους. Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος διαπιστώνει την στροφή των σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων από την αυτάρεσκη ιδιωτικοποίηση του ’80 στην ενοχική αναμόχλευση του 2011 και από την ομφαλοσκόπηση στην αναζήτηση της συλλογικής ευθύνης. Ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια θεματολογία οδηγήσει σε λογοτεχνικά αποτελέσματα, είναι ενδεικτική της συλλογικής συνείδησης που αναζητά απαντήσεις πώς φτάσαμε εδώ σήμερα. Σε αντίθεση μάλιστα με τα βιβλία πολλών οικονομολόγων που συνήθως δεν διακρίνονται από πνεύμα αυτοκριτικής, καθώς άλλωστε οι περισσότεροι οικονομολόγοι ήταν μέχρι τώρα μέρος του συστήματος και «έπαιξαν κι έχασαν» κι αυτοί.

14
Απρ
11

Το Δέντρο, τεύχος 179 –180 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2011)

 Αφιέρωμα Γιώργος Σεφέρης [1900-1971]. Σαράντα χρόνια μετά

Το βάθεμα, η στροφή στα ενδότερα του εαυτού είναι διαμετρικά αντίθετες στον Θερβάντες και τον Σέξπιρ. Ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης αναπτύσσουν ένα νέο, πλουσιότερο «εγώ ακούγοντας ο ένας τον άλλον, ενώ ο Φάλσταφ και ο Άμλετ ακολουθούν αυτή την εξέλιξη μόνο όταν αφουγκράζονται τον εαυτό τους. […] Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο συνεχής διάλογος ανάμεσα στον Σάντσο και τον Δον Κιχώτη. Ακόμη κι όταν καυγαδίζουν, η ευγένεια δεν τους εγκαταλείπει. Ποτέ δεν παύουν να μαθαίνουν, καθώς ο ένας ακούει τον άλλον. Και ακούγοντας ο ένας τον άλλον αλλάζουν οι ίδιοι, γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ (Γιατί διαβάζουμε)…

… μας παραδίδει το εύχυμο απόσπασμα ο Κώστας Μαυρουδής αλλά δεν θα πάμε ακόμα στην στήλη του, όσο κι αν ανυπομονούμε. Προέχει το αφιέρωμα, όπου οι Νάσος Βαγενάς, Βασίλης Βασιλικός, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιάννης Ευσταθιάδης, Ηλίας Κεφάλας,  Νεκταρία Γ. Κλαπάκη, Ρόντερικ Μπίτον, Γιώργος Μπλάνας, Παυλίνα Παμπούδη, Θανάσης Χατζόπουλος κ.ά. εξετάζουν με ιδιαίτερα αποστασιοποιημένη ματιά την σεφερική ποίηση και την ευρύτερη σκιά ποιητή και ποιημάτων. Περιλαμβάνεται ακόμα μια συνομιλία του Γιάννη Παλαβού με τον Άκη Μπογιατζή [Cpt. Nefos, Libido Blume, Sigmatropic κ.ά.] για τα «Δεκαέξη χαϊκού» ως ερωτικά τραγούδια, τα οποία μελοποίησε σε δίσκο των Sigmatropic μαζί με άλλα τρία σεφερικά ποιήματα (και τα οποία βέβαια έχουμε πολλαπλώς καλύψει στο mic.gr, σε αντίθεση με τους απανταχού σεφεριστές που δεν πήραν, για άλλη μια φορά, χαμπάρι από την σπάνια αυτή περίπτωση εξαιρετικής μελοποίησης και πολλαπλών συμμετοχών).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η οπτική του Βασίλη Παπά για τον «φωτογράφο ποιητή». Ο Παπάς παρατηρεί πως ο μηχανισμός της ποίησης του Σεφέρη φαίνεται να αποζητά κάτι το χειροπιαστό για να πυροδοτηθεί. Η βιωματική εικόνα που μπορεί να αποτυπωθεί και σε φωτογραφικό ενσταντανέ τον ερεθίζει, ενώ το τοπίο τον βοηθά να οργανώσει καλύτερα την τεχνική και την πολιορκία του θέματος. Το ζήτημα εξετάζεται σε σχέση με το αναπάντητο, ακόμα, ερώτημα της σιωπής του Σεφέρη κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1946 και 1953, αυτή τη «μαύρη τρύπα» στην ποίησή του.

Μιαν έτερη πλευρά, εκείνη του παιγνιώδους ποιητή, επιλέγει ο Νίκος Δήμου. Οι ποιητές συνήθως δεν έχουν καλές σχέσεις με το χιούμορ και το παιχνίδι, τα δε παραστρατήματα ορισμένων τείνουμε να τα ξεχνάμε (π.χ. την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα Εικονοστάσια κ.λπ. του Ρίτσου, τον Μανούσο Φάσση του Αναγνωστάκη - ο δε Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου είναι μια άλλη ιστορία). Αλλά τελικά και ο Σεφέρης ήταν μέσα του αισθησιακός και φιλοπαίγμων, η δε σύντροφός του Μάρω συναίνεσε να εκδοθούν τα τολμηρά του στιχουργήματα. Καμιά σχέση δηλαδή με την σεμνότυφη κυρία Μπάιρον που κατέκαυσε το αριστουργηματικό, ως έλεγαν, ημερολόγιό του. Αλιεύω την έκτη στροφή από Το απομεσήμερο ενός φαύλου και μετράω σε πόσες σύγχρονες περιστάσεις ταιριάζει αυτό το: σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους/όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους/ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή/που στο βραχνά του παραμιλεί.

Ένα νέο αγωνιστικό έπος απολύτως αντάξιό μας: Η Εθνική Αντίσταση των σταχτοδοχείων. Αν όμως πλησιάσουμε πιο σοβαρά το αντάρτικο του καπνιστή, θα δούμε ότι αυτό που θίγεται από την απαγόρευση είναι η «ξεχωριστή» παρουσία του Νεοέλληνα, η κουλτούρα της ατομικότητας. Η συνθήκη που δεν μας επιτρέπει να δούμε τον εαυτό μας να κρίνεται και συνακόλουθα να πειθαρχεί. Ο ανυποψίαστος, δηλαδή, και απόλυτα ακαλλιέργητος ναρκισσισμός.

…. και όπως αντιλαμβάνονται οι πεπειραμένοι δενδρίτες, βρισκόμαστε ήδη στην στήλη facebook. Η οποία επιλέγει τον αντίλογο και την προσγείωση, για να μην πω τίποτε άλλο, από οιοδήποτε στοιχείο συλλογικής ή μαζικής ευδαιμονίας. Μετά την ευχάριστη έκπληξη και την ικανοποίηση για την αλλαγή στο Δήμο, να δούμε πώς πραγματοποιείται αυτό το παράδοξο ζητούμενο: να αλλάξει μια πόλη, μένοντας ίδιοι οι κάτοικοι. Διότι, ως γνωστόν, από καταβολής κόσμου κανένα όραμα, προσωπικό ή συλλογικό, δεν διαρκεί, όταν αναγκάζεται να μεταφράσει τις ιδέες σε πράξη. Υπάρχουν ακόμα μερικά δύσπεπτα «αποφθέγματα» προς μελλοντική χρήση. Όπως του Μουσολίνι: Δεν είμαι ο ιδρυτής του Φασισμού. Απλώς τον ανέσυρα από το υποσυνείδητο των Ιταλών. Προσοχή λοιπόν, γιατί το είδος είναι άμεσα ανασύρσιμο απ’ τον καθένα. Εδώ τα «αποκλείεται να συμβεί σ’ εμένα» δεν περνάνε.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα γράφει για τα Γωνιακά Σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, ο Ουμπέρτο Έκο για την Έννοια του Διανοούμενου, ο Τάσος Γουδέλης για θαυμαστά και αθαύμαστα. Διηγήματα από Ζίγκρφιντ Λεντς, Αλμπέρτο Σαλσέντο Ράμος και Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ κ.ά. συμπληρώνουν αισίως τις 208 σελίδες. Στο συνοδεύον δισκίο, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διαβάζει από τη Στροφή, το Μυθιστόρημα, τη Γυμνοπαιδία και το Τετράδιο Γυμνασμάτων.

Σημ. Το σκίτσο των Δον Κιχώτη – Σάντσο Πάντσα από τον Πάμπλο Πικάσσο.

19
Οκτ
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 511 (Οκτώβριος 2010)

 

Οι χωρισμοί σε λογικό και σε παράλογο, συνειδητό και ασυνείδητο είναι προϊόντα της δικής μας νοοτροπίας, εμείς που ζούμε την αλλοτρίωση και την ειδίκευση ως πληγές και ως αποξένωση από τον πραγματικό μας εαυτό, έγραφε ο τιμώμενος του τεύχους Νάνος Βαλαωρίτης στην εισαγωγή της ελληνικής μετάφρασης της Nadja του Μπρετόν. Ιδιότυπο σημείο αναφοράς στην ελληνική λογοτεχνία, ένας διαρκώς σύγχρονος δημιουργός – καλλιτέχνης – λογοτέχνης σε διαρκές τράνζιτ μεταξύ Ευρώπης – Αμερικής αλλά και ημισφαιρίων και παραδόσεων, καλλιεργητής όλων των ειδών γραφής, διέσχισε τις δύσκολες επικράτειες όπως η μετάφραση των άγγλων μοντερνιστών και η αμερικάνικη μπητ αλλά κυρίως εισήλθε μυητικά στον γαλλικό υπερρεαλισμό. Ο «εκ Λευκάδος ποιητής αυγερινός κι αποσπερίτης» (όπως τον αποκαλούσε ο Ανδρέας Εμπειρίκος) ανακάλυψε στον υπερρεαλισμό την ανάποδη και σκοτεινή πλευρά του κλασικού πνεύματος και κατήργησε τα στεγανά μεταξύ ξένης και ελληνικής μοντέρνας ποίησης (μπολιάζοντας γόνιμα την τελευταία με τις σπορές του). Με τα θεωρητικά του γραπτά του μπορεί ο έλληνας αναγνώστης να προσεγγίσει καλύτερα το έργο των Κάλας, Εμπειρίκου και Εγγονόπουλου και γενικώς να εισέλθει στην υπερρεαλιστική κοσμοθεωρία που μόνο να βιωθεί μπορεί. Μετράω 22 σελίδες, 3 κείμενα, 1 συνέντευξη, 1 εργοβιογραφικό σημείωμα, 9 φωτογραφίες και 2 σκίτσα.

 Το μετααφηγηματικό, ταυτοτικό χαρακτηριστικό της γραφής μου, κατά την έκφραση του Δημήτρη Ραυτόπουλου, είναι μια καλή βάση για να συνειδητοποιήσω σε ποια ειδολογικά πλαίσια κινούμαι. Προσπαθώ να παρακολουθήσω τα γεγονότα εκκινώντας από τα προτάγματα του μοντερνισμού, του αντιμυθιστορήματος, του θεάτρου του παραλόγου, της ποιητικής και κινηματογραφικής λογικής αναφέρει ο Τάσος Γουδέλης, συζητώντας με τον Γιάννη Μπασκόζο σχετικά με την φρέσκια διηγηματική του συλλογή («Η παρουσία»). Δηλωμένος πολέμιος, όπως αναφέρει, των μακροσκελών αφηγήσεων, πεπεισμένος πως ο κινηματογράφος έχει υποκλέψει «ύλη» από το μυθιστόρημα («Εάν ο Σταντάλ είχε δει σινεμά δεν θα έκανε τις εκτενείς περιγραφές που ξέρουμε»), ανοίγει ένα θύρωμα στην γραφή του: Θέλω να κρατήσω μια στάση που να καταλήγει στην περιγραφή αυτής της «δραματικής αφωνίας» απέναντι σε έναν κόσμο πολτώδη, άμορφο και αφασικό.

Η συζήτηση είναι σύντομη και πυκνή, όπως και το βιβλίο του, ενώ μια μακρύτερη συνομιλία με την Λάιονελ Σράιβερ, ακολουθεί την μορφή του δικού της. Η συγγραφέας του πολυσυζητημένου Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν διαπιστώνει πως πολύ λίγα παιδιά μεγαλώνουν με τον τρόπο που μεγάλωσε εκείνη: τεμπελιάζοντας μια καλοκαιρινή μέρα, κουλουριασμένα σε μια σκιερή γωνιά μ’ ένα βιβλίο. Ο Κέβιν εφευρίσκει μια μάσκα για κοινή θέα, ένα από τα στοιχεία που τον κάνουν ενδιαφέροντα χαρακτήρα είναι το πόσο μη αναγνωρίσιμος είναι, ο αναγνώστης αναγκάζεται να κατασκευάσει αυτό που γίνεται μέσα στο κεφάλι του, όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες. Κατά τα άλλα, λέει η Σράιβερ, υπάρχει ένα πράγμα που πουλά λιγότερο από τη λογοτεχνία στις ΗΠΑ, κι αυτό είναι η λογοτεχνία που είναι γραμμένη από κάποιον ξένο.

Ακόμη, μεταξύ άλλων, τα προεόρτια της μάχης για το Goncourt ανάμεσα στους τέσσερις πρέσβεις της γαλλικής αφήγησης (Ουελμπέκ, Αλεξάκης, Εσνόζ, Τουσέν), μια ενδιαφέρουσα φρέσκια λίστα με τα κόμικς που ζωγράφισαν την 11/9 κι ένας ερευνητικός φάκελος που ψάχνει αδιακρίτως τι κάνει ένα βιβλίο μπεστ σέλερ και τι συμπεράσματα βγάζουν πέντε εκδότες που «ευτύχησαν» να διαθέτουν κάποιο μοσχοπούλητο βιβλίο. [112 σελ.]

 

17
Σεπ
10

Περιοδικό Το Δέντρο τεύχος 175 – 176 (Καλοκαίρι 2010)

Αφιέρωμα στον Κ.Γ. Καρυωτάκη

Στην θερινή σύναξη υπό το Δέντρο 32 έλληνες συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο και την εποχή του Κ.Γ. Καρυωτάκη, η πεισιθάνατη ποίηση του οποίου γέννησε τον παραφιλολογικό μύθο του ιδανικού αυτόχειρα. Ευτυχώς τα γραπτά του αυτοκτόνου της Πρέβεζας σταδιακά αποφορτίζονται από το συγκινησιακό, παραλογοτεχνικό τους χαρακτήρα και μελετώνται για την ουσία τους.

Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της έγραφε ο Βύρων Λεοντάρης στις «Θέσεις» του το 1973 και ο Κώστας Βούλγαρης (Αγαπητέ Βύρωνα Λεοντάρη) τιμά εκείνο το κείμενο όπως του αρμόζει. Τον Καρυωτάκη δεν τον «συναντάς» παίρνοντας μια καρέκλα για να καθίσεις μαζί του, αλλά μόνο με έναν τρόπο: πέφτοντας «στο βάραθρο το αγριωπό». «Καρυωτακισμός δεν υπήρξε» ούτε θα υπάρξει ποτέ – πρόκειται για το «πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης», τονίζει ο Βούλγαρης, βλέποντας πως οι «αντιπροσωπικότητες» έχουν ήδη περίοπτη θέση τον Κανόνα και την αγορά και πως ο Καρυωτάκης έχει πλέον «ενταχθεί» και γίνει αποδεκτός σαν μια «προσωπικότητα – περίπτωση». Όμως ο Λεοντάρης προειδοποιούσε: Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα, ορίζεται σαν πραγματικότητα. Άμεσα σχετιζόμενες είναι και οι αντιρρήσεις του Κ. Β. σχετικά για την τηλεοπτική σειρά που ενέταξε τον μέχρι πρότινος αποσυνάγωγο στην εβδομαδιαία καθημερινότητα κάθε νεοελληνικού νοικοκυριού, επιτυγχάνοντας την ευρύτερη δυνατή φιλολογική, λογοτεχνική και κοινωνική συναίνεση.

Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία πράξη όμως που μου αποδίδεται τη μισώ έγραφε ο ποιητής στην τελευταία αλογόκριτη επιστολή και ο Τάσος Ψαρράς (κατά φωνή) καταθέτει ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ανίχνευσης της αποδιδόμενης χυδαίας πράξης. Αποκλείοντας το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, την μαστροπεία ή τις σχέσεις με γυναίκες ελευθερίων ηθών, οι σχετικές πηγές οδηγούν στο ενδεχόμενο της (κατηγορίας) εσχάτης προδοσίας, όπως βέβαια οριζόταν από το καθεστώς της εποχής, εξαιτίας των σχέσεων με τον Πέτρο Πικρό, υπόδικο επί εσχάτη προδοσία, και ενός γενικότερου εφιαλτικού αντικομμουνιστικού κλίματος εκβιαστών και ψευδομαρτύρων, στην σκληρή πολιτική πραγματικότητα της χώρας και ιδίως της επαρχίας.

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός (Ίδιοι άνθρωποι, άλλες εποχές…) συνδέει τις ιστορικές μορφές της Ηρωικής Τριλογίας και του Εις Ανδρέαν Κάλβον στο πρόσωπο του τελευταίου, που αποτέλεσε για τον Κ.Κ. διττό πρότυπο (του υμνητή επικών εποχών και του αντιρρησία, καταμηνυτή ιδιοτέλειας και διαφθοράς) και τώρα τον καλεί με ιδιότυπη «προτρεπτική αποτροπή» σε κοινό θρήνο. Η ποιητική της οδύνης του Θανάση Μαρκόπουλου εστιάζει στο μοτίβο της ζυγαριάς που χρησιμοποίησαν και οι Γιώργος Βαφόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, σε μια ενδιαφέρουσα τριπλή σύγκριση, ενώ η Λίτσα Χατζοπούλου επιδίδεται σε μια (κυριολεκτικά, μεταφορικά και γραμματολογικά) Ρομαντική ανάγνωση του καρυωτακικού έργου. Μεταξύ των υπό σκιά διαλεγομένων οι Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Κούλα Αδάλογλου, Γιώργος Βαρθαλίτης, Δημήτρης Δημηρούλης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Συμεών Σταμπουλού, Κώστας Στεργιόπουλος κ.ά., όπως και οι πολύ παλαιότεροι, σε χρήσιμες αναδημοσιεύσεις (Τέλλος Άγρας, Τίμος Μπαλάνος)

Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Αντιλαμβάνεται (και συχνά μεταδίδει) άλλα πράγματα, ευστοχεί για άλλη μια φορά γράφοντας ο Κώστας Μαυρουδής, κι ένας νέος χώρος αποσκευών του, η στήλη Φέισμπουκ, ξεχειλίζει με προσωπικές σκέψεις, απανθίσματα εξαιρετικών λεχθέντων (Ντε Κίρικο, Σιοράν, Μπέρνχαρντ, Μοράν) και νεότερες ή παλαιότερες συγγραφικές αποτυπώσεις, όπως το εκ της Στενογραφίας του προερχόμενο: Εκείνοι που για χρόνια κατήγγελλαν τη στρατευμένη λογοτεχνία, δεν ενοχλούνταν, περιέργως, καθόλου από το ευτράπελο της στρατευμένης Ιστορίας και της εξίσου στρατευμένης αρχαιολογίας μας.

Στο τελευταίο βαγόνι του τρένου, αποσπάσματα από το τελευταίο, αυτοβιογραφικό βιβλίο της Χέρτα Μίλερ, αναγνώσεις Μίριελ Σπαρκ και Τζον Κουτσί, η διηγηματική άποψη του Μαρκές για την Ρώμη και η παρουσίαση μιας νέας βιογραφίας του Καίστλερ (που δίνει έμφαση και σε παραγνωρισμένες πλευρές του έργου του, όπως το δημοσιογραφικό, όπου ανήκει και μια εξαιρετική μελέτη του συγγραφέα για την αδυναμία της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών να αφομοιώσουν τον «άλλον», τον μετανάστη στους κόλπους του, το 1941!). Νωρίτερα, σχεδόν στην ατμομηχανή του τεύχους, έχουν διαπιστωθεί ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις σχετικά με τις ομαδικές ποιητικές αναγνώσεις που αναιρούν την μονήρη φύση και τον ασκητικό χαρακτήρα της ποίησης και υποβιβάζουν τον αναχωρητικό της λόγο σε ένα κλίμα αναψυχής.

 

20
Ιουλ
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 509 (Ιούλιος – Αύγουστος 2010)

 

Και για να παραλλάξω την παραλλαγή ενός γνωστού ευφημισμού, στην ερώτηση «με ποιο ανάγνωσμα να ξεκινήσω το ελεύθερο θέρος που μου αναλογεί», η απάντηση είναι «με το καθιερωμένο καλοκαιρινό (Ιουλιανό συν Αυγουστιανό) τεύχος του Διαβάζω, που θα οδηγήσει στα υπόλοιπα»: σε πληθώρα επιλογών από δεκάδες εκδότες και εκατοντάδες βιβλία. Ποιος είπε ότι οι εκδόσεις στο μεταίχμιο άνοιξης – καλοκαιριού είναι ισχνές; Μπορεί να μην ισοφαρίζουν τον εκδοτικό οργασμό του φθινοπώρου, αλλά στους καταλόγους του περιοδικού βρίσκω πληθώρα τίτλων φρέσκων, ονομάτων ελκυστικών και προτάσεων υπολογίσιμων και με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εκδότες το νου σας: για όλους εμάς που διαβάζουμε προσεκτικά, οι θερινές αναγνώσεις αποτελούν οριακό βαρόμετρο των αποδόσεών σας!

Προτού κολυμπήσουμε στους τίτλους και με αφορμή το ζήτημα με το Σπίτι του Κεμάλ και τον Γιώργο Ιωάννου, ο Αλέξης Ζήρας προσπαθεί έκπληκτος να εντοπίσει τον ορθό λόγο μεταξύ πολιτικών συμφιλιωτικών τεμενάδων και εθνικιστικής παράνοιας. Κάθε φορά που η πολιτική λερώνει με την βρωμόγλωσσά της την λογοτεχνία, μπορούμε ελεύθερα να ξεκαρδιζόμαστε αλλά εδώ το πράγμα παραέγινε θλιβερό. Ίσως διόλου άσχετη η ενθύμηση στο διαπλανητικό τρισέλιδο του τεύχους και με αφορμή τα «γενέθλια» του εβδομηντάχρονου-αν-ζούσε Μπρόντσκι της απάντησής του προς την δικαστίνα Σαβέλιεβα, που τον ρώτησε γιατί δεν εργάζεται: «Δουλεύω, γράφω ποιήματα». Σκέφτομαι και μειδιώ: η θέση της στην Ιστορία κατοχυρώθηκε ακριβώς χάρη στον υπόλογο επί παρασιτική ζωή ποιητή και την βλακώδη ερώτησή της.

Στο αγαπημένο δισέλιδο κόμικς, ορέγομαι ιδιαίτερα την έκδοση ενός βιβλίου για την Jackie Ormes (φωτ.), μιας αφροαμερικανής δημιουργού που δημοσίευε strips σε εφημερίδες της δεκαετίας του ’30, δηλαδή μιας εξ’ ορισμού σπανιότητας. Οι ελκυστικές κι έξυπνες ηρωίδες της εμφανίζονταν και ιδιαίτερα πολιτικοποιημένες, σχολιάζοντας μάλιστα θέματα ρατσισμού και περιβαλλοντικής μόλυνσης. Όσο για το τιμώμενο βιβλιοπωλείο του τεύχους, τον θρυλικό Θεσσαλονίκειο Λοξία, πρώτα συγκινούμαι (υπήρξε ένας μαγικός χώρος κι ένα ιδιαίτερα αγαπητό στέκι του παρελθόντος μου) κι έπειτα ευφραίνομαι για την εξέλιξή του σε κάτι διαφορετικό αλλά πάντα πρωτότυπο. Λοξία μη ξεχνάς, εσύ μ’ έβαλες στη νύχτα και μου έσωσες τη ζωή, «προωθώντας» με τότε στο καφέ μπαρ Ερωδός, που επέλεγε σερβιτόρους-ες και μπάρμεν με βάση την – αποδεικτέα! – αγάπη τους για το διάβασμα!

 

13
Ιουλ
10

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21 (άνοιξη 2009-2010)

Αφιέρωμα Η ζωή του συγγραφέα

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ δεν ζει πια, αλλά ο Ron Rosenbaum δημοσίευσε το 1997 ένα εξαιρετικό κείμενο με αφορμή την αιφνιδιαστική άδεια που συγγραφέα σ’ έναν μικρό εκδοτικό οίκο να εκδώσει την τελευταία δημοσιευμένη νουβέλα του (Hapworth 16, 1924, που είχε εμφανιστεί στο New Yorker το 1965 κι έκτοτε κυκλοφορούσε σε χιλιοτυπωμένα φωτοαντίγραφα). Ο Rosenbaum επιχειρεί να εισχωρήσει σε αυτή την ενσυνείδητη, εσκεμμένη σιωπή – πνευματική αυταπάρνηση με δυο τρόπους. Πρώτα την συνεξετάζει σε σχέση με όλη την Ομάδα της Σιωπής (Σάλιντζερ, Πίντσον, Ουάρτον, ΝτεΛίλο), αυτή την πανίσχυρη μειονότητα της αμερικανικής κουλτούρας που αντιστέκεται στην κουλτούρα της αυτοπροβολής που έχει σαρώσει το εκδοτικό τοπίο και έμπρακτα αποδοκιμάζει τον εκκωφαντικό «λευκό θόρυβο» που παράγεται από το δίπολο «βιομηχανία – διαφήμιση». Κατόπιν εστιάζει στην ειδική περίπτωση του αποτραβηγμένου συγγραφέα, μαζί μ’ ένα προσκύνημα στο Σπίτι και στον Τοίχο του, στο ορεινό χωριό – καταφύγιο του τα τελευταία 44 χρόνια, σ’ έναν υπέροχο συνδυασμό δοκιμίου και προσωπικού οδοιπορικού, προς τιμή του τελευταίου, ίσως, ιδιωτικού προσώπου της Αμερικής.

Σ’ ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο ο Peter Conrad γράφει για τον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, τον Πορτογάλο μυθιστοριογράφο που ανακάλυψε την λογοτεχνική κλίση καθώς έφερνε στον κόσμο βρέφη και ανέτεμνε σώματα, κατά την υποχρεωτική στρατιωτική του θητεία στην Ανγκόλα των αρχών της δεκαετίας του ’70, Η απόφαση να γράψει για τους χαμένους της ζωής είχε παρθεί, ενώ η μάχη για τους ζωντανούς συνεχίστηκε αργότερα σε νοσοκομείο για παιδιά με καρκίνο. Ούτως ή άλλως η ρουτίνα της καθημερινής ιατρικής τον διαμόρφωσε ως συγγραφέα. Μέχρις εμμονής τοπικιστής της Πορτογαλίας, ο Λόμπο Αντούνες μίλησε για το Φάντο, τους στρατιώτες της Μοζαμβίκης, τους retornados της αποικιοκρατίας, μετακίνησε τα αγάλματα της Λισαβόνας σαν πιόνια σε σκακιέρα, χρησιμοποίησε τις λέξεις σαν ζώντες οργανισμούς, έγραψε μέχρι νοσηρότητας για τις αρρώστιες, έγραψε τον μονόλογο ενός τραβεστί σε νάιτ κλάμπ στο Τι μπορώ να κάνω όταν όλα καίγονται και μέχρι σήμερα καθρεφτίζει την εθνική συνείδηση της πατρίδας του αλλά και της υπενθυμίζει το ανεπιθύμητο αποικιοκρατικό και δικτατορικό παρελθόν της.

Ο Ισμαήλ Κανταρέ διηγείται την ιστορία της Ένωσης Συγγραφέων της Αλβανίας (ιδίως μεταξύ 1962 και 1967) ως ιστορία μιας κοινής γυναίκας, η οποία άλλωστε ζούσε σε παράπλευρο δρομάκι στο ίδιο ύψος με την έδρα της Ένωσης και ο Louis Menand κειμενογραφεί σχετικά με το αν πρέπει να διδάσκεται ή όχι η δημιουργική γραφή, με εκατέρωθεν εξουθενωτικά επιχειρήματα και αλλά και ενδιαφέροντα ονόματα να έχουν δημιουργήσει, περάσει, διδάξει αλλά και εκ των έσω απορρίψει ή απλώς βιοπορισθεί από τα σχετικά εργαστήρια: Τζον Μπαρθ, Τζόυς Κάρολ Όουτς, Ρέιμοντ Κάρβερ, Τόμας Γουλφ, Φίλιπ Ροθ, Τζον Ίρβινγκ, Τομπάιας Γουλφ, Ε.Α. Ντόκτοροου, Κουρτ Βόνεγκατ, Νέλσον Άλγκρεν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Άνγκους Γουίλσον, Τζον Γκάρντνερ. Ακόμα: εκτενής παρουσίαση του Truman Capote, διηγήματα των Peter Handke και Roberto Bolano, ένα μνημόνιο του Erneste Hemingway, μια συνομιλία του Mario Vargas Liosa, αλληλογραφία Virginia – προτού γίνει Wolf – με τον κύριο Wolf, δοκίμιο του Γιώργου Μπλάνα για τον E.A. Poe κ.ά.

Από τις εγχώριες συγγραφικές δυνάμεις, 9 έλληνες συγγραφείς ημερολογιογραφούν μια ημέρα από τη ζωή τους και οι Νίκη Χατζηδημητρίου και Σοφία Νικολαΐδου προσθέτουν όψεις του αβαθούς θέματος. Στο διηγηματικό μέρος, Ο Παράδεισος των Λευκών Σελίδων της Μαρίας Ευσταθιάδη (που ως τίτλος που μου φέρνει στο μυαλό τον Νόμο των Λευκών Διαστημάτων και είναι εξίσου νοσηρό) μέσα από έναν «α-τελή» λαχανιαστό μονόλογο παρουσιάζει την απωθητική αλλά τραγικά σύγχρονη εικόνα ενός ανθρώπου – γουρουνιού, που τυγχάνει συγγραφέας εμπνεόμενος από αυτές τις ιδιότητες. Τέλος η Ζυράνα Ζατέλη έχοντας για άλλη μια φορά τηρήσει το επτάχρονό της χρονοδιάγραμμα, αφοσιώνεται στο παιχνίδι των ερωτοαπαντήσεων, την στιγμή που η παλαίμαχη Olympia γραφομηχανή της έχει αφεθεί σε Ολύμπια σιωπή, προτού ξαναρχίσει το ταπ ταπ της, «σαν το ταμπούρλο της ερήμου».

Στις εικόνες: Ο Λογοτέχνης Ιατρός, ο Αποτραβηγμένος Συγγραφέας και…Εσύ Είσαι Τζ.Ντ.Σ.; (ή, αλλιώς, δεν εντοπίσαμε εμείς τον Σάλιντζερ, αυτός μας εντόπισε…)




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers