Αρχείο για την κατηγορία 'Πολιτική'

12
Μάι
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου

Το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης

Έχασα μια πατρίδα και δε με νοιάζει, τα νιάτα μου πέρασαν σαν αστραπή μέσα σε μάχες, εξορίες και φυλακές, αλλά ο τελικός απολογισμός με γεμίζει περηφάνια. Και ζω έντονα γιατί όλες μου οι ενέργειες, όλα μου τα όνειρα, όλες μου οι λαχτάρες, είναι γεμάτα από την παρουσία αυτού που μου λείπει: του Σέρχιο Λέιβα, το φίλου μου, του συντρόφου μου, του αδελφού μου. [σ. 181]

Το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της «δοκιμιακής» – μη μυθοπλαστικής γραφής αλλά και της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του Σεπούλβεδα, συνεπώς και της γενικότερης θεματολογίας της συγκεκριμένης συλλογής: οι κοινωνικοί αγώνες στέκουν δίπλα στις σπουδαίες προσωπικές σχέσεις, καθώς αμφότερα, άρρηκτα μεταξύ τους δεμένα, πλέκουν τη ζωή του ίδιου και των συντρόφων του. Το κομμάτι προέρχεται από το κείμενο Σύντομη ιστορία ενός άξιου ανθρώπου, από το οποίο και κλέψαμε τη φράση του τίτλου μας – το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης ενεργοποιείται βέβαια με την επέτειο των τριάντα χρόνων «από το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που σκότωσε για πάντα την χιλιανή δημοκρατία».

Ο Σεπούλβεδα ήταν 23 χρονών τη βροχερή 11η Σεπτεμβρίου 1973 και σήμερα γράφει εν θερμώ, στα 53 του πλέον, κοιτάζοντας για άλλη μια φορά τον κατάλογο των απωλειών του: εκεί πρώτος πρώτος βρίσκεται ο φίλος του Σέρχιο Λέιβα. Μαζί διέσχισαν την έρημο Ατακάμα στην καρότσα ενός καμιονιού, μιλώντας για το μέλλον που θα έφτιαχναν μόλις γίνονταν πολίτες μιας ελεύθερης ηπείρου. Ο ίδιος ο Βίκτορ Χάρα, ο μέγας ραψωδός του χιλιανού έπους του είχε εκφράσει την στενοχώρια του γιατί ο Λέιβα δεν ηχογραφούσε τα τραγούδια του παρά άφηνε το ταλέντο του μέσα στο τσαλακωμένο τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Αλλά ο Λέιβα είχε και γι’ αυτό απάντηση: πρώτα θα έφτιαχνε μια χαρούμενη όπερα όπου δεν θα υπήρχε λύπη ή στεναγμός.

Την ημέρα του πραξικοπήματος άρπαξε απ’ τους στρατιωτικούς ένα πεντακοσαράκι Φίατ αρματωμένο με πυροβόλα κι απ’ την ανοιχτή του στέγη τους σημάδευε με το μυδραλιοβόλο. Πολέμησε για πέντε μέρες, πήδηξε το φράχτη της αργεντινής πρεσβείας όπου κατάσχεσε τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων που είδε με μεγάλη έκπληξη στα χέρια των συντρόφων του, ξαναβγήκε στους αγώνες του δρόμου και όταν ετοιμαζόταν να πηδήξει έναν ακόμα φράχτη τον σημάδεψε ο χωροφύλακας Βιγιάλμπα. Μη στενοχωριέσαι αδελφέ, του είπε ο Λέιβα, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του, πυροβολείς και την κάνεις. Χρόνια αργότερα ο Σεπούλβεδα συνάντησε τον χωροφύλακα για να του πει ότι εκείνος σκότωσε τον αδελφό του. O στρατιώτης ήταν ένα ερείπιο – δυο χρόνια μετά την δολοφονία είχε χάσει το μυαλό του και διώχθηκε απ’ το σώμα.

Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στους σχολικούς χάρτες, αλλά στην αθέατη περιοχή των μεγάλων λησμονημένων που, εκτός απ’ τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, μιλούν χίλιες άλλες γλώσσες. Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στην υδρόγειο σφαίρα, αλλά στη σφαίρα της αβεβαιότητας. […] Αυτή η άλλη στεριά βροντοφώναζε πως υπήρχε χώρος για τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει πως αυτοί οι «πάντες» εποφθαλμιούσαν τον δικό της χώρο.  [σ. 10-11]

Στη διάρκεια των χιλίων ημερών της κυβέρνησης του Αγιέντε και του συλλογικού ονείρου, γράφει ο Σεπούλβεδα, «ανακαλύψαμε τον άλλον, αυτόν που ήταν εδώ πριν από μας, τους Λατινοαμερικανούς, κι επιστρέψαμε στους μαπούτσε [αυτόχθονες της Χιλής] ένα μέρος απ’ την κλεμμένη γη τους». Ο συγγραφέας προβληματίζεται για την «αβέβαιη» πατρίδα της Λατινικής Αμερικής, της οποίας έχουν κλέψει ακόμα και το όνομά της και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει μόνο ως επικράτεια «αποκλεισμών, απειλών, διαφθοράς, εισβολών, στρατιωτικών και τραπεζικών πραξικοπημάτων, διαρπαγών και καπιταλιστικού κυνισμού».

Οι σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (δηλαδή σε κάθε χρόνο κι εποχή) γράφτηκαν σε τρία μαύρα σημειωματάρια moleskin από τον Ιανουάριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004 και διατρέχουν ολόκληρο το σύμπαν του Σεπούλβεδα, από την εξέγερση των ιθαγενών του Τσιάπας («Δεν εξεγέρθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία, αλλά για να πουν: υπάρχουμε») και το παλαιστινιακό ζήτημα μέχρι την κινηματογραφική ταινία που γύρισε κάτω απ’ τη βροχή αλλά και τον εκτυφλωτικό ήλιο των Άνδεων, με τρία βαγόνια επιβατηγού τρένου ως καμαρίνια, δυο φορτηγά ως τροχήλατα κελιά που και τους φίλους που έπαυαν να είναι φίλοι και άρχισαν να γίνονται ένα μέρος της ιστορίας του, της φρικτής ιστορίας τόσων χιλιανών … [Nowhere, 2001, βασισμένη σε δικό του διήγημα].

Ο Σεπούλβεδα διαπιστώνει πως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων δεν φορούν στολές και δεν ανήκουν σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές και πως το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάντησε να λύνεται με …αποζημιώσεις, ενώ βλέποντας στις ΗΠΑ να έχουν εξαφανιστεί οι φωτογραφίες των νεκρών που απανθρακώθηκαν στην ιρακινή έρημος κατά την επιχείρηση «Θύελλα της ερήμου» αλλά και γενικότερα οι εικόνες από τους πολέμους του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν να μην υπάρχουν σε κανένα αρχείου του Τύπου και να έχουν σβηστεί από το διαδίκτυο, είναι πλέον απόλυτος: η μοίρα των νεκρών είναι η μοναξιά και η λήθη.

Στο κάτω κάτω γι’ αυτό γράφω: για να γνωρίζομαι με ομοιοπαθείς.

Ο λόγος και η γραφή έχουν βέβαια κυρίαρχη θέση στις σκέψεις του Χιλιανού, που ομολογεί για άλλη μια φορά πως δεν μπορεί να έχει άλλη πατρίδα από τη γλώσσα του, καθώς οι λέξεις «πατρίδα», «κοιτίδα», «γενέτειρα», ή είναι συνώνυμα ενός τόπου γιορτινού και χαρούμενου, ή μια σειρά φθόγγων χωρίς νόημα. Τα λόγια και ο λόγος αναφέρονται στην κοινοτοπία και το μπανάλ του σύγχρονου λόγου, ένα μπανάλ που τείνει να διαστρέφει το πραγματικό βάρος των λέξεων γιατί αισθάνεται την απειλή της τάξης που εγκαθιστούν οι λέξεις, καθώς και του κατ’ εξοχήν καρπού τους, του Λόγου, που μας φυλάει απ’ το να πέσουμε στην άβυσσο, μας βοηθάει να είμαστε γενναίοι μπροστά στις αντιξοότητες και να δυσπιστούμε στον πρώτο κανάγια που προσπαθεί να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στις Μνήμες ισπανικών εξομολογείται πως για τον ίδιο δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από μια σύναξη ισπανόφωνων που μαζεύονται απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Το να διαπιστώνεις ότι ο ανεξάντλητος γλωσσικός τους θησαυρός έδεσε μια χαρά με τις σύγχρονες πραγματικότητες και η ενσωμάτωση ακόμα και αμερινδικών εκφράσεων, του γεννά την ευτυχή αίσθηση πως ανήκει σε μια κουλτούρα που δεν τη βρίσκεις στα μουσεία, αλλά σε μια κουλτούρα του σήμερα, που διαμορφώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε μια εξαίσια, αέναη συγκολλητική διαδικασία. [σ. 19-23]

Ένα δισέλιδο κείμενο αφιερώνεται στον Ρομπέρτο Μπολάνιο και στα συναισθήματά του στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Εδώ αντιδιαστέλλεται ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας που έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί μια επώδυνη αλήθεια πως δεν έλαβε ποτέ μέρος φανερά, πανηγυρικά, στους αγώνες που έδωσε η γενιά του για αλλαγή της χιλιανής κοινωνίας με τον «μεγάλο προβοκάτορα» Χ.Λ. Μπόρχες. Και το πιο προσωπικό κομμάτι του τόμου (Παιδικά χρόνια) διασώζει τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του προς τον ίδιο: Μη στενοχωριέσαι. Όταν ήμουν στη φυλακή της Αλμερίας, ορκίστηκα να ζήσω, όχι για να δω τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. [σ. 220]

Εκδ. Opera, 2004, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 245, με δεκασέλιδες σημειώσεις [Luis Sepúlveda, Moleskin, 2004]

Δημοσίευση και σε mic.gr

25
Απρ
12

David Grossman – Γράφοντας μες στο σκοτάδι

Η αξιακή αναβάθμιση του κόσμου

Οι άγνωστοι σύμμαχοι

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γράφουμε οι συγγραφείς στο Ισραήλ, την Παλαιστίνη, στην Τσετσενία, στο Σουδάν, στη Νέα Υόρκη ή στο Κονγκό. Καμιά φορά, μετά από πολλές ώρες μόχθου στο γραφείο μου, σηκώνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι πως την ίδια τούτη στιγμή, κάποιος συγγραφέας, εντελώς άγνωστός μου, στη Δαμασκό, στην Τεχεράνη, τη Ρουάντα ή το Δουβλίνο, καταγίνεται μ’ αυτή την τόσο παράξενη, τόσο αλλόκοτη, τόσο υπέροχη τέχνη, παλεύοντας να δημιουργήσει μέσα σε μια πραγματικότητα γεμάτη βία, αλλοτρίωση, αδιαφορία και μαρασμό. Τον βλέπω σαν έναν μακρινό σύμμαχο: χωρίς να γνωριζόμαστε υφαίνουμε μαζί έναν μίτο, που, αν και άυλος, έχει εντούτοις την απίστευτη δύναμη να διαμορφώσει συνειδήσεις, να δώσει φωνή σ’ αυτόν που δεν έχει και να πραγματοποιήσει το τικούν, με την καβαλιστική έννοια του όρου – να αναβαθμίσει, δηλαδή, αξιακά, τον κόσμο. [σ. 114]. Ο Γκρόσμαν (Ιερουσαλήμ, 1945) αποτελεί μια τις πιο γνωστές φιλειρηνικές συγγραφικές φωνές της χώρας του, μαζί με τον Άμος Οζ και τον Αβραάμ Γεοσούα. Το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται βέβαια αποτελεί το γνωστό χρόνιο πολιτικό πρόβλημα που αποτελεί εδώ ένα από τα αντικείμενα των έξι δοκιμιακών και εξομολογητικών κειμένων.

Ταυτότητα με «διπλά βιβλία»

Ο Γκρόσμαν προβληματίζεται για την γεγονός ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονται αντιμέτωποι σχεδόν επί έναν αιώνα με μια σκληρή διαμάχη· όταν βλέπει μια χώρα και μια κοινωνία να διχάζονται ανάμεσα στις θεμελιακές τους αξίες και στην πολιτική συγκυρία, δημιουργώντας ένα χάσμα, μια ταυτότητα με «διπλά βιβλία». Αντιλαμβάνεται την «υποκειμενική θεώρηση του κόσμου» τους, την αυτοεικόνα τους που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα. Οι λέξεις πλέον δεν περιγράφουν την πραγματικότητα αλλά την θολώνουν και την περιπλέκουν, ενώ αφήνουν μεγάλα τμήματά της ανονομάτιστα, με την ελπίδα πως θα σβήσουν. Η επίσκεψή του στο στρατόπεδο προσφύγων Ντέισε τον έφερε σ’ ένα κόσμο που ήταν ανήμπορος να περιγράψει επειδή του έλειπαν οι λέξεις. Έχοντας την επίγνωση πως δεν σκοτώνουμε μονάχα τους Παλαιστίνιους σ’ αυτή την αντιπαράθεση, αναρωτήθηκα για ποιο λόγο συναινούμε όχι μονάχα στο έγκλημα μα και στην αυτοκτονία. [σ. 31]

Η γλώσσα της διένεξης

Ακριβώς λοιπόν μια τέτοια ζωή μες στο βίαιο, ακραίο πλαίσιο μιας πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής διαμάχης, ο συγγραφέας αισθάνεται εγκλωβισμένος σ’ έναν κόσμο που στενεύει όλο και περισσότερο, ανοίγοντας ένα χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στο χαοτικό του περιβάλλον· «ένα κενό που έρχεται γρήγορα να το γεμίσει η απάθεια, ο κυνισμός και η απελπισία». Η «επιφάνεια» της ψυχής συρρικνώνεται, η ικανότητά μας να συμμεριστούμε τον πόνο του άλλου εξασθενεί. Στο τέλος περιβάλλουμε τον εαυτό μας με αλλεπάλληλα προστατευτικά στρώματα που καταλήγουν να μας πνίξουν.

Και η γλώσσα; Όταν χρησιμοποιείται από τους πολίτες της διένεξης γίνεται όλο και πιο επιφανειακή· μετατρέπεται σταδιακά σε μια σειρά από δοσμένα σχήματα και συνθήματα, αρχίζοντας απ’ αυτά που εφευρίσκουν οι διάφοροι άμεσα εμπλεκόμενοι μηχανισμοί: ο στρατός, η αστυνομία, τα υπουργεία. Ο λόγος τους αναπαράγεται από τα μέσα και γίνεται ακόμα πιο πονηρός και παραπλανητικός. Κι όσο η κατάσταση φαίνεται αδιέξοδη, τόσο η γλώσσα γίνεται πιο κοινότοπη και ο δημόσιος λόγος φτωχαίνει, περιοριζόμενος στις αιώνιες αλληλοκατηγορίες, στα γνωστά κλισέ, στις προκαταλήψεις και τις γενικεύσεις.

Ελευθερία μέσα στην αυθαιρεσία

Η θέση μου ως προς το «αμετάβλητο» άλλαξε κατά τι: δεν αντιμετωπίζω πια την αυθαιρεσία και της προκαταλήψεις που με κρατούσαν δέσμιο άλλοτε, πριν από τη γραφή. Διέκρινα φωτοσκιάσεις σε ορισμένες καταστάσεις που μου φαίνονταν παγιωμένες, αιώνιες, μονολιθικές, κάτι σαν θεϊκή ή ανθρώπινη καταδίκη. Δίνοντας τους τα δικά μου ονόματα και τους δικούς μου ορισμούς, απέκτησα ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας κινήσεων, τη δυνατότητα να δράσω πάνω ή κόντρα σ’ αυτό που άλλοτε με παρέλυε από φόβο και απόγνωση. Δεν ήμουν πια θύμα. [σ. 20]

Η παραπάνω θέση αφορά «την αυθαιρεσία που εισβάλλει βίαια στη ζωή ενός ατόμου», θέμα με οποίο ασχολούνται, κατά παραδοχή του, τα περισσότερα βιβλία του. Αφιερώνοντας το πρώτο κείμενο του βιβλίου στα βιβλία που τον διάβασαν, ο συγγραφέας θυμάται πώς ένιωθε κάτω από την ακτινοβολία ενός λογοτεχνικού έργου ιδιαίτερα ερεθιστικού για το πνεύμα: την Μεταμόρφωση του Κάφκα, τον Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του, του Τόμας Μαν, θυμάται τη στιγμή που άρπαξε τις Περιπέτειες του Μοτλ, του γιου του Πέισι του ψάλτη του Σαλόμ Αλεϊχέμ και σκαρφάλωσε στο αγαπημένο του μέρος, στο περβάζι του παραθύρου, για να το διαβάσει. Έξω από εκείνο το παράθυρο οι κάτοικοι ζούσαν στα ασμπεστόνιμ (προκατασκευασμένα παραπήγματα από αμίαντο), νεαρά ζευγάρια ρίχνονταν στη ζωή με άγρια αισιοδοξία, επιζήσαντες των Εκτοπισμών και της Εξόντωσης γυρνούσαν στους δρόμους σαν σκιές. Ο συγγραφέας σήμερα αντιλαμβάνεται πως οκτάχρονος αναγνώστης τότε, το 1962, ένιωθε πως εξερευνούσα μιας terra incognita που ήταν συνάμα Γη της Επαγγελίας και σφραγιζόταν καταλυτικά από το υπόρρητο του κειμένου. Ακόμα και η δυσνόητη γλώσσα με το μυστήριο και τον εξωτισμό των λέξεων τον έκανε να την θεωρεί ως «κορμό με την δική του οντότητα».

Ανάγνωση, μια διπλή πρακτορεία

Κι έτσι ο νεαρός αναγνώστης χρηματίζει διπλός πράκτορας, πηγαινοερχόμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί. Κάποια εβραϊκή, διασπορική χορδή δονείται μέσα του, μαθητεύει στην ανθρώπινη συμπόνια, αντιλαμβάνεται πως οι έξι εκατομμύρια δολοφονημένοι είναι οι άνθρωποί του κι επιφορτίζεται με την ανεπιθύμητη ευθύνη να τους θυμάται. Κάθε παιδί έχει την πρώτη του εμπειρία του θανάτου. Οι δικοί μου πρώτοι νεκροί ήταν οι ήρωες από τα διηγήματα του Σαλομ Αλεϊχέμ – που δεν μπορούσα πια να τα διαβάσω αλλά ούτε και να μην τα διαβάσω. … Η ανάγνωση ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω τον αβάσταχτο πόνο. Κάθε φορά, το κείμενο με γύριζε στο τεράστιο μέγεθος της απώλειας, που, ταυτόχρονα, γινόταν λιγότερο δυσβάσταχτη. Σήμερα ξέρω ότι στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα ότι τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος σον κόσμο όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους. [σ. 18]

Ο Σουλτς και η εσωτερική γραμματική

Η περίπτωση του σπάνιου πολωνοεβραίου συγγραφέα Μπρούντο Σουλτς αποτέλεσε πολύτιμη πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για τον Γκρόσμαν που έγραψε βιβλίο ειδικά γι’ αυτόν. Ο Σουλτς είχε μετατρέψει την μικρή, κοινότοπη ζωή του σε θαυμαστή μυθολογία και είχε συγκρίνει την ανθρώπινη γλώσσα μ’ ένα μυθικό όφι που διαμελίστηκε σε μύρια κομμάτια, τις λέξεις, οι οποίες δεν είναι πια παρά απλά εργαλεία επικοινωνίας, παρόλο που εξακολουθούν «να αναζητούν η μια την άλλη μες στο σκοτάδι». Όταν έμαθε την τραγική ιστορία του ο συγγραφέας έμεινε ξεκρέμαστος, ανάμεσα στην πάλλουσα ζωή που εκείνος περιέγραφε και στην ιδέα να ζει κανείς σ’ έναν κόσμο όπου η γλώσσα επέτρεπε τις τερατώδεις φράσεις που έγραψαν για το τέλος του.

Το βιβλίο της εσωτερικής γραμματικής αφορά την κλειστοφοβία, τον εγκλωβισμό μέσα στις λέξεις των άλλων, εμπνεόμενο κι αυτό από την έκφραση το Σουλτς για την ασφυξία μες «στα τείχη της πλήξης που μας περιβάλλουν». Ο ήρωάς του Ααρών επιθυμώντας να διαφύγει από την σωματική γραφειοκρατία που του επιβάλλουν, διαισθάνεται πως ο μόνος δρόμος να εκφράσει την ελευθερία του και τη σεξουαλικότητά του είναι η γλώσσα, όχι όμως χρησιμοποιώντας τις λέξεις όπως τις χρησιμοποιούν οι άλλοι, με αδιαφορία, χωρίς διάκριση ή ακρίβεια. Κατασκευάζει ένα νοσοκομείο για άρρωστες λέξεις, όπως τις θεραπεύει και τις αποτοξινώνει από την καθημερινότητα, σε μια περίπλοκη διαδικασία καθαρμού.

Η ευεργεσία της γραφής

Ο Γκρόσμαν έχασε τον γιό του στην διάρκεια του δεύτερου Ισραηλινολιβανικού πολέμου και η συνείδηση της τραγωδίας του θανάτου του υπήρξε πανταχού παρούσα κατά την συγγραφή του παρόντος βιβλίου. Και μόνο το γεγονός της γραφής όμως του εξασφάλιζε κάποιον χώρο, έναν άγνωστο έως τότε πνευματικό τόπο, όπου ο θάνατος δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η μονοδιάστατη άρνηση της ζωής. Ανακαλώντας την αναμφισβήτητη αλήθεια της Ναταλία Γκίνζμπουρκ, που με αφορμή το έργο της μετά από μια μεγάλη προσωπική τραγωδία έγραψε πως οι πραγματικές περιστάσεις επηρεάζουν βαθύτατα αυτό που γράφουμε αλλά ταυτόχρονα η γραφή, ως δια μαγείας, μας κάνει να ξεχνάμε τις ιδιάζουσες περιστάσεις του βίου, ο συγγραφέας είναι βέβαιος: «όταν γράφουμε νιώθουμε τον κόσμο να κινείται, μεστός από δυνατότητες», «δεν κλείνει γύρω μας, δεν στενεύει, απεναντίας· ανοίγει προς το μέλλον».

Οι σωστές και ακριβείς λέξεις λειτουργούν σαν αντίδοτο, σαν ένα μέσο καθαρισμού από τις ρυπαρότητες των βιαστών της γλώσσας. Και με την ίδια τη γραφή ξαναγίνεται αυτό που ήταν κάποτε, ο εαυτός του προτού τον «εθνικοποιήσουν» και τον επιτάξουν η διαμάχη, οι κυβερνήσεις, η τραγωδία. Ξαφνικά δεν είναι καταδικασμένος στην ασφυκτική διχοτομία, στο σκληρό δίλημμα του να είσαι ή το θύμα ή ο θύτης· μπορεί να ταυτιστεί με τα βάσανα και τα δίκαια του εχθρού, χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά του.

Όταν γράφω ονοματίζω με τον τρόπο μου έναν κόσμο αφιλόξενο και ανοίκειο. Τον δαμάζω, κατά κάποιο τρόπο. Επιστρέφω από την εξορία και την ξενότητα στην εστία μου. Επιφέρω, έτσι, μιαν αλλαγή, έστω και αμυδρή, σ’ αυτό που μέχρι τώρα μου φαινόταν αμετάβλητο. […]. Γράφω ακόμα και για το ανεπανόρθωτο. Γι’ αυτό που δεν έχει παρηγοριά. Κι ακόμα και τότε, ανεξήγητα, οι συνθήκες του βίου μου δεν με πνίγουν σε σημείο να παραλύω. […] Όταν γράφουμε ο κόσμος δεν μας περιορίζει [σ. 118, 119, 120].

Οι τίτλοι των υπόλοιπων κειμένων: Σκέψεις γύρω από την ειρήνη ή Η επιθυμία να γνωρίσεις τον Άλλον εκ των ένδον, Μες στο πετσί της Γκιζέλα, Στη μνήμη του Ιτσζάκ Ράμπιν, Ατομική γλώσσα και μαζική γλώσσα. Η προέλευση των κειμένων είναι από άλλες εκδόσεις (Συγγραφείς και ποιητές: οι πηγές της έμπνευσης), συνέδρια (40ό συνέδριο γαλλόφωνων εβραίων διανοούμενων με θέμα Penser et bâtir la paix au Proche Orient), διαλέξεις (στο Εθνικό Συνέδριο Βιβλιοθηκονόμων) λόγους (στην μνήμη του Ράμπιν, στην πλατεία Ράμπιν) και ανακοινώσεις (στο Arthur Miller Pen’s World Voices Festival και στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου).

Εκδ. Scripta, [Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], 2011, μτφ. από τα Εβραϊκά Μάγκυ Κοέν, σελ.  141, με εργογραφία του συγγραφέα  [Writing in the dark, 2008]. Στο τέλος καθενός από τα έξι κεφάλαια παρατίθενται πλούσιες σημειώσεις της μεταφράστριας.

17
Οκτ
11

Slavoj Žižek – Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα

Φαρσωδία

Tίτλοι τέλους. Όχι, λάθος.

Στις 9 Νοεμβρίου 1989 η πτώση του Τείχους του Βερολίνου ανήγγειλε την «ευτυχισμένη δεκαετία του ’90» και την πραγμάτωση της ουτοπίας του «Τέλους της Ιστορίας» (με τα λόγια του Φράνσις Φουκουγιάμα), την επαλήθευση ότι η έλευση μιας παγκόσμιας φιλελεύθερης κοινότητας. Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεωρήθηκε νικήτρια. Το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους 12 χρόνια μετά έβαλε τέλος σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε μια εποχή νέων τειχών (πέριξ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάμεσα σε ΗΠΑ – Μεξικό, σε Ισραήλ και Δυτική Όχθη, στο εσωτερικό εθνικών κρατών). Καμιά Ιστορία δεν τελείωσε, ίσα ίσα.

Τίτλοι αρχής

Ο Μαρξ άρχισε την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη με μια διόρθωση της ιδέας του Χέγκελ ότι η ιστορία κατ’ ανάγκην επαναλαμβάνεται, προσθέτοντας: τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλην σαν φάρσα. Την δεκαετία του 1960 ο Χέρμπερτ Μαρκούζε πρόσθεσε τη δική του προέκταση: κάποιες φορές η κωμική επανάληψη μπορεί να είναι πιο τρομερή από την αρχική τραγωδία. Η μαρξιστική προσθήκη στην εγελιανή ιδέα της ιστορικής επανάληψης επαληθεύεται πολλάκις στο βιβλίο του Ζίζεκ, στο οποίο άλλωστε χάρισε τον τίτλο.

Ευρώπη, το προπύργιο των ποιών;

Το 2007 επτά τυνήσιοι ψαράδες πέρασαν από δίκη στη Σικελία για το έγκλημα ότι είχαν σώσει σαράντα αφρικανούς μετανάστες από βέβαιο θάνατο στη θάλασσα («συνέργεια σε παράνομη μετανάστευση»), προφανώς για να αποθαρρυνθούν τα πληρώματα άλλων πλοίων να κάνουν το ίδιο. Η ίδια δικαιοσύνη δεν παρενέβη σε περιπτώσεις άλλων ψαράδων που χτύπησαν τους μετανάστες με ραβδιά για να πνιγούν. Η έννοια του homo sacer – αυτού που αποκλείεται από την πολιτική τάξη και μπορεί να φονευθεί ατιμωρητί – την οποία έχει εισηγηθεί ο Giorgio Agamben λειτουργεί πλήρως στην καρδιά της ίδιας εκείνης Ευρώπης που θεωρεί εαυτήν ως το υπέρτατο προπύργιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής βοήθειας. Αρκεί βέβαια να είσαι δικός μας. Αν όχι, βρες μια τρύπα να κρυφτείς.

Ο ηγέτης – απατεώνας

Η εικόνα του Μπερλουσκόνι ως «ανθρώπινου, πολύ ανθρώπινου» ηγέτη δεν είναι άσχετη με τα παραπάνω. Η σύγχρονη Ιταλία αποτελεί ένα είδος πειραματικού εργαστηρίου όπου προδιαγράφεται το μέλλον μας. Αν το σημερινό πολιτικό σκηνικό είναι μοιρασμένο ανάμεσα στην επιτρεπτική – φιλελεύθερη τεχνοκρατία και στον φονταμενταλιστικό λαϊκισμό, ο Μπερλουσκόνι χρησιμοποιεί και τα δυο ταυτόχρονα· άρχει δια της κυνικής υπονόμευσης του ηθικού αλλά και της αξιοπρέπειας με την οποία συνδέεται το ύψιστο αξίωμα του κράτους. Το στοίχημά του είναι ότι ο λαός θα ταυτιστεί μαζί του, εφόσον υποδύεται την εικόνα του μέσου Ιταλού: «Είμαι ένας από εσάς, ολίγον διεφθαρμένος, έχω μπερδέματα με το νόμο, τσακώνομαι με τη σύζυγό μου, με ελκύουν άλλες γυναίκες». Ο πομπώδης τρόπος του μοιάζει με το γελοία οπερατικό όνειρο ενός φτωχού. Δεν πρέπει να μας ξεγελάσει: πίσω από το προσωπείο του κλόουν κρύβεται ένας αριστοτεχνικός χειρισμός της κρατικής εξουσίας κι αν γελάμε υπερβολικά μαζί του παίζουμε το παιχνίδι του. Βέβαια η τεχνοκρατική διοίκηση και το προσωπείο του κλόουν δεν αρκούν· χρειάζεται κάτι περισσότερο, κι αυτό είναι ο φόβος. Φόβος για ένα δικέφαλο τέρας, του μετανάστες και τους κομμουνιστές.

Σοκ (και λίγο δέος)

Η επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ στηρίχτηκε στην ιδέα ότι, ύστερα από την εφαρμογή της πολεμικής στρατηγικής «σοκ και δέος», η χώρα θα μπορούσε να οργανωθεί ως παράδεισος της ελεύθερης αγοράς, αφού ο τραυματισμένος λαός δεν θα προέβαλλε καμιά αντίσταση και αλλά, έχοντας μετατραπεί ήδη σε μια ιδεολογική tabula rasa, θα ήταν έτοιμος να αποδεχτεί τη νέα τάξη πραγμάτων. Μήπως λοιπόν και η παρούσα οικονομική κατάρρευση χρησιμοποιηθεί σαν ένα «σοκ» που θα δημιουργήσει τις κατάλληλες ιδεολογικές συνθήκες για περαιτέρω φιλελεύθερη θεραπεία; Μερικές από τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που τείναμε να θεωρούμε σαδιστικές ενέργειες αντιδημοκρατικών καθεστώτων, στην πραγματικότητα είτε διαπράχθηκαν με την πρόθεση να τρομοκρατηθεί ο πληθυσμός είτε χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να προλειανθεί το έδαφος για την εισαγωγή ριζικών «μεταρρυθμίσεων» υπέρ της ελεύθερης αγοράς μας θυμίζει η Ναόμι Κλάιν (Το δόγμα του σοκ)

Έτσι κι αλλιώς άλλοι φταίνε

Πιθανώς το κύριο καθήκον της κυρίαρχης ιδεολογίας (με παλιομοδίτικους μαρξιστικούς όρους) είναι ακριβώς να επιβάλει μιαν αφήγηση η οποία θα επιρρίψει την ευθύνη για την κατάρρευση όχι στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα καθεαυτό, αλά σε δευτερεύουσες και συγκυριακές παρεκκλίσεις (π.χ. διαφθορά των μεγάλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, φορολογικά συστήματα και φοροδιαφυγές). Ομοίως στην εποχή του Υπαρκτού Σοσιαλισμού οι αμύντορες της σοσιαλιστικής ιδεολογίας υποστήριξαν ότι η αποτυχία των «λαϊκών δημοκρατιών» ήταν η αποτυχία μιας μη αυθεντικής εκδοχής σοσιαλισμού, όχι της ιδέας καθαυτήν, καταλήγοντας ότι τα καθεστώτα τους έχρηζαν ριζικών μεταρρυθμίσεων παρά ανατροπής και κατάλυσης. Η απατηλή, επικίνδυνη μοιρολατρική πεποίθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, ακόμα και αν δεν είναι ο καλύτερος δυνατός, είναι ο λιγότερο κακός, οπότε οποιαδήποτε ριζική αλλαγή θα κάνει τα πράγματα απλώς χειρότερα.

Αυτοπαραμύθιασμα

Οι Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ παρουσιάζουν με έξοχο τρόπο μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ολοκαυτώματος από την οπτική γωνία ενός άμεσα αναμεμειγμένου Γερμανού, προτείνοντας μια μυθιστοριοποιημένη ναζιστική εκδοχή του Πρίμο Λέβι και προσφέροντας ένα καίριο φροϋδικό δίδαγμα: πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να καταπολεμούμε την δαιμονοποίηση του Άλλου είναι να τον θεωρήσουμε ολόπλευρα ως πρόσωπο με υποκειμενικό βάθος και να ακούσουμε την ιστορία του. Μπορούμε να δεχτούμε ότι οι λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής αντισταθμίζουν τις φρικαλεότητες της κυριαρχίας κάποιου; Ο πλούτος του εσωτερικού βίου εδώ είναι μια απάτη:  Οι ιστορίες που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας προκειμένου να αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε είναι ένα ψεύδος και χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν την αληθινή ηθική διάσταση των πράξεών μας – η αλήθεια βρίσκεται μάλλον έξω, σε αυτά που πράττουμε. (σ. 66). Το αφόρητο στην περίπτωση των ναζί εκτελεστών δεν είναι οι τερατωδίες που διέπραξαν, όσο το πόσο «πολύ ανθρώπινοι» παρέμεναν ενόσω τις διέπρατταν.

Η ίδια στρατηγική ιδεολογικού «εξανθρωπισμού» αποτελεί κομβικό συστατικό της αυτοπαρουσίασης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων: καθώς οι στρατιώτες παρουσιάζονται ως συνηθισμένοι άνθρωποι, καλλιεργείται η ψευδής ιδέα ότι παρά τις πολιτικές μας διαφορές είμαστε όλοι κατά βάση ανθρώπινα πλάσματα με τις ίδιες αγάπες και έγνοιες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ντοκιμαντέρ Tsahal του Κλοντ Λαντσμάν, με στρατιώτες να υποδύονται τον «συνηθισμένο, ανθρώπινο εαυτό τους», για να δώσουν ανθρώπινο πρόσωπο στις πράξεις τους και με ειρωνικό αποκορύφωμα την εμφάνιση του Αριέλ Σαρόν ως φιλειρηνικού αγρότη (!). Παρόμοια διαδικασία «εξανθρωπισμού» παρατηρείται βέβαια και στις μπλοκμπάστερ ταινίες όπου οι αρχικά μονοδιάστατοι ήρωες παρουσιάζουν καταλεπτώς τις αβεβαιότητες, τις αδυναμίες, τους φόβους τους (όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ούλρικε Μάινχοφ στο Der Baader Meinhof Komplex).

Ζήσε την εμπειρία, ζήσε την εμπειρία, ζήσε την εμπειρία, ζήσε την….

Το «νέο πνεύμα» του καπιταλισμού περιλαμβάνει και την περίπτωση του «πολιτιστικού καπιταλισμού»: ο κύριος λόγος για τον οποίο αγοράζουμε εμπορεύματα δεν είναι ούτε η ωφελιμότητά τους ούτε πλέον  έκφραση κοινωνικού κύρους αλλά για να αποκομίσουμε την εμπειρία που παρέχουν, να προσδώσουμε νόημα στη ζωή μας. Αν εκείνο που πραγματικά μετράει είναι η εμπειρία, γιατί να μην επιδιώκουμε μόνο αυτήν παρακάμπτοντας τη χονδροειδή οδό της πραγματικότητας, όπως ακριβώς στη δυστοπική Ολική επαναφορά μπορούσε κανείς να αγοράσει τις αναμνήσεις ενός ταξιδιού;

Η επιχείρηση Στάρμπακς γνωρίζει καλά το παιχνίδι όταν παρουσιάζει τις καφετέριές της ως υποκατάστατα κοινότητας, το δε πρόγραμμά της Ethos Water («κάθε φορά που αγοράζεις το νερό μας υποστηρίζεις ανθρωπιστικά προγράμματα στην Αφρική, την Λατινική Αμερική» κ.λπ.), το οποίο βέβαια παραλείπει να αναφέρει ότι το νερό που πουλάνε κοστίζει ακριβότερα από οπουδήποτε αλλού, είναι ενδεικτικό της ενσωμάτωσης της κληρονομιάς του ’68: αυτό που μετράει είναι η «αυθεντική εμπειρία». Κάπως έτσι και ο Τσε Γκεβάρα έχει καταστεί «το κατεξοχήν μεταμοντέρνο ίνδαλμα» εκφράζοντας συγχρόνως τα πάντα και τίποτα, κοινώς οτιδήποτε θέλουμε να εκφράσει. Ως συνήθως η ακίνδυνη οσιοποίηση συνδυάζεται με το αντίθετό της, με την αισχρή εμπορευματοποίηση: μια αυστραλιανή εταιρεία λάνσαρε πρόσφατα το παγωτό «Cherry Guevara» εστιάζοντας – που αλλού; – στη «γευστική εμπειρία».

Επιτρέπεται;

Ο Ζαν-Κλοντ Μιλνέρ αντιλαμβάνεται με μεγάλη οξυδέρκεια πώς το κατεστημένο κατόρθωσε να εξουδετερώσει όλες τις απειλητικές συνέπειες του ’68 ικανοποιώντας τις διεκδικήσεις νέων δικαιωμάτων υπό τύπον απλώς «αδειών»: η «επιτρεπτική κοινωνία» [permissive society] απλώς διευρύνει τα όρια αυτού που επιτρέπεται να κάνουν τα υποκείμενα, χωρίς να τους δίνει καμιά επιπλέον εξουσία. Όπως γράφει ο Μιλνέρ ένα δικαίωμα δίνει πρόσβαση στην άσκηση μιας εξουσίας εις βάρος μιας άλλης εξουσίας, ενώ μια άδεια δεν μειώνει την εξουσία εκείνου που την παραχωρεί. Κάπως έτσι συμβαίνει με τα δικαιώματα του διαζυγίου, της άμβλωσης, του γάμου των ομοφυλοφίλων. Εδώ κρύβεται το «μυστικό της γαλήνης που επικράτησε στη Γαλλία την τελευταία τεσσαρακονταετία». Ενώ ο Μάης στόχευε σε μια συνολική πολιτικοποιημένη δράση, το πνεύμα του μεταλλάχθηκε στην κατεξοχήν μορφή κοινωνικής παθητικότητας: την αποπολιτικοποιημένη ψευδοδραστηριότητα.

Ζητούνται επαναστάτες, πληροφορίες εντός

Για ποιο λόγο όμως η εργατική τάξη δεν ολοκληρώνει το πέρασμα από το καθ’ εαυτήν στο δι’ εαυτήν και δεν συγκροτείται ως επαναστατικός δρων; Το πρόβλημα αυτό στάθηκε το βασικό κίνητρο για τη στροφή στην ψυχανάλυση, που επιστρατεύτηκε ακριβώς για να εξηγήσει τους ασύνειδους λιμπιντικούς μηχανισμούς που εμποδίζει την άνοδο μιας ταξικής συνείδησης, μηχανισμού που είναι εγγεγραμμένοι στο ίδιο το Είναι/Κοινωνική Κατάσταση της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό τον λόγο, ο δυτικός μαρξισμός αποδύθηκε σε μια διαρκής αναζήτηση άλλων κοινωνικών δρώντων – επαναστατικών υποκειμένων – αναπληρωτών της απρόθυμης εργατικής τάξης: χωρικών του Τρίτου Κόσμου, φοιτητών, διανοούμενων κλπ κλπ. Εδώ κάθε φορά αναζητείται το «δυναμικό οργής» των απογοητευμένων και όλες οι επιτυχημένες σοσιαλιστικές επαναστάσεις ακολούθησαν το ίδιο πρότυπο: εκμεταλλευόμενες μια τοπική ευκαιρία σε μια ακραία και κρίσιμη κατάσταση.

Διακρίνονται από Αριστερά: Losers και Μαχητές

Ο Ζίζεκ θυμάται την σκωπτική φράση του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο προς τους φρανκιστές στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα το 1936: Θα νικήσετε, αλλά δεν θα πείσετε. Και αναρωτιέται: Είναι η Αριστερά καταδικασμένη να συνεχίσει να παίζει το ρόλο εκείνων που πείθουν αλλά εξακολουθούν μολαταύτα να ηττώνται (και που είναι ιδιαίτερα πειστικοί στο να εξηγούν εκ των υστέρων τους λόγους της αποτυχίας τους); Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να πει η σημερινή Αριστερά στον θριαμβεύοντα παγκόσμιο καπιταλισμό; Αν έχει μέχρι σήμερα σπιλώσει εκείνους που κατέχουν την εξουσία μήπως θα έπρεπε πλέον να τους ευνουχίσει;

O Ζίζεκ εδώ είναι απόλυτος. Διαφωνεί με το «Έπειτα από την τραγωδία του ολοκληρωτισμού του εικοστού αιώνα κάθε συζήτηση περί επιστροφής στον κομμουνισμό δεν μπορεί παρά να είναι αστεία» και υποστηρίζει πως αν ο κομμουνισμός είναι μια «αιώνια» ιδέα, τότε πρέπει να επανεφευρίσκεται σε κάθε νέα ιστορική κατάσταση. Στην ερώτηση – τίτλο πρόσφατης επιφυλλίδας του Έρικ Χόμπσμπαουμ: «Ο σοσιαλισμός απέτυχε, ο καπιταλισμός χρεοκόπησε. Τι ακολουθεί;» απαντάει «Ο κομμουνισμός» και πασχίζει να βρει ένα νέο τρόπο ύπαρξης αυτής της Ιδέας. Άλλωστε εξαρχής έχει παραδεχτεί πως οι αναλύσεις του είναι στρατευμένες και «μεροληπτικές», γιατί η αλήθεια γίνεται προσπελάσιμη μόνο όταν κανείς συντάσσεται με τη μια πλευρά.

Η ισότητα μεταξύ λευκών και μαύρων που προβάλλεται ως μέρος του Αμερικανικού Ονείρου και αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο πολιτικοηθικό αξίωμα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 υποστηριζόταν μόνο από τους κομμουνιστές των ΗΠΑ, ενώ η προτίμηση της Εκκλησίας στους μοναρχικούς θεσμούς είναι αδιαμφισβήτητη. Όλα τα στοιχεία που σήμερα ταυτίζουμε με την ελευθερία και τη φιλελεύθερη δημοκρατία κατακτήθηκαν μέσα από έναν μακρύ και δύσκολο αγώνα από πλευράς των κατώτερων τάξεων και κάθε άλλο παρά «φυσική» συνέπεια των καπιταλιστικών σχέσεων.

Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, 226 σελ. [First as tragedy, then as farce, 2011].

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

13
Οκτ
11

Slavoj Žižek – Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί

Βία; Μη, (τ)Ζίζ!

Εσείς το κάνατε αυτό; Όχι, εσείς το κάνατε αυτό

Στο μυαλό μας βία αποτελούν οι εγκληματικές και τρομοκρατικές πράξεις, τα επεισόδια κατά της δημόσιας τάξης, οι διεθνείς συρράξεις· δηλαδή πρόκειται για την άμεσα ορατή «υποκειμενική» βία, που διαπράττεται από έναν σαφώς προσδιορίσιμο δρώντα. Μας διαφεύγουν τα περιγράμματα του φόντου που προκαλούν τέτοια ξεσπάσματα, η «συμβολική» βία που ενσαρκώνεται στη γλώσσα, η «συστημική» βία. Αν η «εμφανής» πρώτη βία αποτελεί διατάραξη της «φυσιολογικής», ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, η δεύτερη, η αντικειμενική βία, ενυπάρχει σε αυτή τη «φυσιολογική» κατάσταση των πραγμάτων και αθέατη συντηρεί ακριβώς εκείνο το μηδενικό επίπεδο. Χρησιμοποιεί αδιόρατες μορφές καταναγκασμού και συντηρεί σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, καθώς και απειλές επιβολής της. Μόνο που όταν η «φιλελεύθερη στάση» καταπολεμά την άμεση/ ιδεολογική βία (ρατσισμός, διακρίσεις με βάση το φύλο κλπ.) αποσπά την προσοχή μας από τις άλλες μορφές βίας και την αληθινή καρδιά του προβλήματος. Άρα η απάντηση σ’ εκείνους που ρωτούσαν τους αριστερούς για τις λεηλασίες στα παρισινά προάστια Εσείς το κάνατε αυτό; είναι ίδια με εκείνη που έδωσε ο Πικάσο όταν του έκαναν την ίδια ερώτηση για την Γκερνίκα κι εκείνος απάντησε Όχι, εσείς το κάνατε αυτό.

Η πολιτική του φόβου

H πολιτική σήμερα παίρνει μια νέα μορφή και γίνεται μεταπολιτική (: ισχυρίζεται ότι έχει αφήσει πίσω της τους παλιούς ιδεολογικούς αγώνες και εστιάζει στη διοίκηση από ειδήμονες) βιοπολιτική (: ορίζει ως βασικό της σκοπό την ασφάλεια και την ευημερία). Φυσικά η «αποπολιτικοποιημένη» τεχνοκρατική διαχείριση δεν είναι δυνατό να ασκήσει εξουσία παρά μέσω του φόβου και της (ανάγκης) άμυνας απέναντι σε μια πιθανή παρενόχληση ή καταπίεση. Έτσι χρησιμοποιείται ο φόβος των μεταναστών, του εγκλήματος, του κράτους, της περιβαλλοντικής καταστροφής.

Από το 2006 και μετά η αντιμεταναστευτική πολιτική έγινε κυρίαρχη τάση και αποκόπηκε ο ομφάλιος λώρος που τη συνέδεε με την Άκρα Δεξιά. Τα μεγάλα κόμματα θεώρησαν πλέον αποδεκτό να τονίσουν ότι οι μετανάστες είναι φιλοξενούμενοι που πρέπει να συμμορφωθούν με τις πολιτισμικές αξίες της κοινωνίας που τους φιλοξενεί: «Δική μας είναι η χώρα, ή την αγαπάτε ή φεύγετε». Η φιλελεύθερη ανεκτικότητα και ο σεβασμός της ετερότητας συνυπάρχουν με τον ιδεοληπτικό φόβο μήπως μας παρενοχλήσουν – άρα η ανεκτικότητα συμπίπτει με το αντίθετό της. Αναδύεται λοιπόν στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού το  θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα να μη μας παρενοχλούν, να παραμένουμε σε απόσταση ασφαλείας από τους άλλους. Και δεν υπάρχει πιο έντονη αντίθεση από αυτήν ανάμεσα στο σεβασμό για το ευάλωτο του άλλου και στην υποβάθμισή του σε απλώς «γυμνή ζωή».

Οι Φιλάνθρωποι Απάνθρωποι

Στη φιλελευθεροκομμουνιστική ηθική, το ανελέητο κυνήγι του κέρδους αντισταθμίζεται από τη φιλανθρωπία. Σ’ έναν υπερεγωτικό εκβιασμό γιγαντιαίων διαστάσεων, οι ανεπτυγμένες χώρες συνδράμουν τις υπανάπτυκτες, με ανθρωπιστική βοήθεια, δάνεια κ.ο.κ., και με τον τρόπο αυτό αποφεύγουν το κομβικό ζήτημα, δηλαδή τη συνενοχή και τη συνυπευθυνότητά τους για την ελεεινή κατάσταση των υπανάπτυκτων. [σ.34] Και ποιοι είναι οι νέοι φιλελεύθεροι κομμουνιστές; Μα οι συνήθεις ύποπτοι: Μπιλ Γκέιτς (στο πρότυπο του «πρώην χάκερ που τα κατάφερε»), Τζορτζ Σόρος (ο συνδυασμός της αδίστακτης χρηματοοικονομικής κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης και του αντίδοτού της, του ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος για τις καταστροφικές της επιπτώσεις), οι διευθύνοντες σύμβουλοι των Google, IBM, eBay, Intel, οι φιλόσοφοι που ψωμίζονται στις αυλές τους (Τόμας Φρίντμαν), ο γκουρού της μεταμοντέρνας Αριστεράς Τόνι Νέγκρι, που επαινεί τον μετανεωτερικό ψηφιακό καπιταλισμό ως περιέχοντα όλα τα στοιχεία του κομμουνισμού.

Η επικαλούμενη μεταστροφή από τους θεσμούς στα άτομα (που επανέρχονται στο προσκήνιο ως πολίτες μιας νέας ψηφιακής δημοκρατίας), αυτή η υποτιθέμενη νέα κυβερνοδημοκρατία στην οποία εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να επικοινωνούν και να αυτοοργανώνονται, άμεσα συγκαλύπτει μια σειρά από ανησυχητικά χάσματα. Ο τυπικός χρήστης του Παγκόσμιου Ιστού σήμερα καθισμένος μόνος μπροστά σε μια οθόνη, είναι όλο και περισσότερο μια μονάδα που δεν έχει καμιά άμεση επαφή με την πραγματικότητα και συναντά μόνο εικονικά ομοιώματα, έστω και εμβυθισμένος σε ένα παγκόσμιο επικοινωνιακό δίκτυο. Ο Ζίζεκ συνδέει ευφυώς την κατάσταση με τον οπωσδήποτε αποενοχοποιημένο και απαραίτητο αυνανισμό.

Ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι ξέρω, γι’ αυτό δεν ξέρω

Μας είναι πιο δύσκολο να βασανίσουμε ένα συγκεκριμένο άτομο από το να εγκρίνουμε εκ του μακρόθεν τη ρίψη μιας βόμβας που ενδεχομένως θα προκαλέσει τον επώδυνο θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Θα προτιμούσαμε να πατήσουμε ένα κουμπί που θα σκοτώσει δεκάδες ανθρώπους παρά να πυροβολήσουμε εξ επαφής. Ο Τσόμσκι έχει ήδη υποδείξει την υποκρισία στο να ανεχόμαστε τον αφηρημένο – ανώνυμο σφαγιασμό χιλιάδων ανθρώπων, ενώ καταδικάζουμε μεμονωμένες περιπτώσεις παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Γιατί ο Κίσινγκερ που διέταξε τον βομβαρδισμό της Καμπότζης που σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να θεωρείται λιγότερο εγκληματίας από τους υπεύθυνους των Δίδυμων Πύργων; Η επιλεκτική λήθη απορρέει από μια χειρονομία φετιχιστικής αυταπάρνησης: «Ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι ξέρω, γι’ αυτό δεν ξέρω».

«Καλός οικογενειάρχης»

«Ένας εχθρός είναι κάποιος την ιστορία του οποίου δεν έχεις ακούσει» αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας…γιατί οι εξαιρέσεις είναι αμέτρητες, όπως κι οι ακραίοι εγκληματίες. Η Χάνα Άρεντ έχει γράψει για το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στον τρόπο που οι ναζιστές βίωναν τον εαυτό τους και στη φρίκη των πράξεών τους. Γι’ αυτό και εκπλήσσει η θερμή ανθρωπιά που έδειχναν για την οικογένειά τους στυγνοί εγκληματίες της ανθρωπότητας. Η ιστορία που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας, προκειμένου να τον αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε είναι ένα ψεύδος – η αλήθεια βρίσκεται έξω, σε αυτά που πράττουμε.

Τόσο κοντά, όσο μακριά

Εκείνοι που εννοούν την παγκοσμιοποίηση ως μια ευκαιρία να γίνει η Γη ένας χώρος που θα φέρει κοντά όλη την ανθρωπότητα, συχνά δεν κατορθώνουν να αντιληφθούν τη σκοτεινή πλευρά της πρότασής τους. Όπως το έθεσε ο Πέτερ Σλότερνταϊκ «Περισσότερη επικοινωνία σημαίνει καταρχάς περισσότερη σύγκρουση». Γι’ αυτό και η στάση «τού να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον» πρέπει να συμπληρωθεί με τη στάση τού «να μην μπαίνουμε ο ένας στο δρόμου του άλλου», να τηρούμε μια δέουσα απόσταση, εφαρμόζοντας έναν νέο «κώδικα διακριτικότητας». Ιδού μια άλλη, λιγότερο ελκυστική πτυχή της παγκοσμιοποίησης: στο «παγκόσμιο πληροφοριακό» χωριό μια άσημη εφημερίδα στη Δανία προκαλεί βίαιο αναβρασμό σε μακρινές μουσουλμανικές χώρες. Ίσως μια δόση αποξένωσης είναι αναγκαία για την ειρηνική συνύπαρξη. Μερικές φορές η αποξένωση δεν αποτελεί πρόβλημα, αλλά λύση. [σ. 75]

Προάστια 2005

Ο Ζίζεκ εντάσσει τις ταραχές στα παρισινά προάστια το 2005 στην σύγχρονη μεταϊδεολογική εποχή: το εξεγερμένο πλήθος δεν προέβαλε συγκεκριμένες διεκδικήσεις, δεν υπήρχε κανένα πρόγραμμα πίσω από τους φλεγόμενους δρόμους. Ιδού το ιδεολογικοπολιτικό αδιέξοδο ενός κόσμου που αυτοπροβάλλεται ως κοινωνία της επιλογής αλλά στον οποίο η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική είναι η τυφλή εκτόνωση. Είναι θλιβερό το γεγονός ότι η αντίθεση στο σύστημα δεν μπορεί να εκφραστεί με μια ρεαλιστική πρόταση ή ένα θετικό πρόταγμα αλλά με ένα άνευ νοήματος ξέσπασμα. Η βία των εξεγερμένων στρεφόταν αποκλειστικά εναντίον αυτών των ίδιων και των ομοίων τους. Αυτά που πυρπόλησαν αποτελούσαν μέρος των σκληρά κερδισμένων αποκτημάτων εκείνων ακριβώς των στρωμάτων από τα οποία προέρχονταν. Επαληθεύεται εδώ ο λακανικός όρος «παρορμητική κινητοποίηση σε δράση», η οποία δεν μπορεί να μεταφραστεί σε λόγο ούτε σε σκέψη.

Οι ταραχές ήταν απλώς μια άμεση προσπάθεια των εξεγερμένων να καταστούν ορατοί. Μια κοινωνική ομάδα θεωρούσε εαυτήν αποκλεισμένη από τον καθαυτό πολιτικό και κοινωνικό χώρο κι ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία της, να δείξει ότι αποτελεί ένα πρόβλημα που δεν μπορεί πλέον να αγνοείται. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν απαραίτητη η βία. Αν είχαν οργανώσει μια μη βίαιη πορεία διαμαρτυρίας, το μόνο που θα είχαν καταφέρει θα ήταν να τους αναφέρουν σε μια σύντομη σημείωση, στο τέλος μιας σελίδας….

Οι τρομοκράτες θεοί

Στον αντίποδα βρίσκονται οι άμεσα τρομοκρατικές ενέργειες και οι βομβιστικές επιθέσεις εν ονόματι της θρησκείας. Ο Αντρέ Γλικσμάν στο βιβλίο του Ο Ντοστογιέφσκι στο Μανχάταν χρησιμοποιώντας τη φράση του Ντοστογιέφκσι Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε όλα επιτρέπονται. Λάθος! Το δίδαγμα της σύγχρονης τρομοκρατίας είναι ότι, αν υπάρχει Θεός, τότε όλα, ακόμα και το να ανατινάζεις εκατοντάδες αθώους παρατυχόντες, επιτρέπονται σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι ενεργούν άμεσα, εξ ονόματός, ως όργανα της βούλησής τους, αφού, ασφαλώς, ένας άμεσος σύνδεσμος με τον Θεό νομιμοποιεί την παραβίαση οποιουδήποτε ορίου.

Τιμωρητέα κράτη

Με αφορμή την ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη ο Ζίζεκ επιμένει ότι τα κυρίαρχα κράτη δεν εξαιρούνται πλέον από τις ηθικές κρίσεις αλλά αντιμετωπίζονται ως ηθικοί δρώντες οι οποίοι πρέπει να τιμωρούνται για τα εγκλήματά τους, όσο διαφιλονικούμενο κι αν παραμένει το ποιος απονέμει τη δικαιοσύνη και το ποιος κρίνει τον κρίνοντα. Η μεσοανατολική διαμάχη μας φέρνει ακριβώς αντιμέτωπους με την ευθραυστότητα και τη διαπερατότητα  του ορίου που χωρίζει την «άνομη» κρατική ισχύ από τη «νόμιμη» κρατική εξουσία. Και στις δυο πλευρές υπάρχει η παθολογική προσκόλληση στη γη, από την οποία απορρέει το δικαίωμα να επιστρέψει κανείς σε αυτήν ακόμα κι έπειτα από χιλιάδες χρόνια – μια άρνηση της απεδαφοποίησης που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό. Το κράτος του Ισραήλ παρότι συνεχώς «νικηφόρο» εξακολουθεί να στηρίζεται στην εικόνα των Εβραίων ως θυμάτων για να νομιμοποιήσει την πολιτική της ισχύος. Ο Άρθουρ Κέσλερ έχει ήδη επισημάνει: Αν η δύναμη διαφθείρει, το αντίστροφο είναι επίσης αλήθεια· ο κατατρεγμός διαφθείρει τα θύματα, αν και ίσως με πιο αδιόρατους και τραγικούς τρόπους.

///

Ο λόγος του Ζίζεκ είναι γνωστός: δεν τον βαριέσαι ποτέ, χρησιμοποιεί διαρκώς αναφορές από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τρέχουσα πολιτική, τη σύγχρονη ζωή και τις επιστήμες που καλά γνωρίζει, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Αποκαθηλώνει κάθε καθιερωμένη βεβαιότητα ακόμα και τις πιο «προοδευτικές» απόψεις, συχνά χωρίς να βασίζει τη σκέψη του σε ατράνταχτα επιχειρήματα αλλά στις πρακτικές τους αποτυπώσεις, για να υποδείξει τις μαύρες τρύπες τους και τα συμφέροντα που πάντα βρίσκονται εκεί μέσα. Η βιβλιογραφία του περιλαμβάνει Adorno, Brecht, Kant, Kierkegaard, Lacan, Carl Schmitt, Terry Eagleton, John Gray αλλά και λογοτέχνες, όπως οι W. G. Sebald, Primo Levi, George Orwell, Jose Saramago. Σε κάθε περίπτωση είναι απόλαυση να τον διαβάζεις και να αναθεωρείς σχεδόν τα πάντα.

Εκδ. Scripta, 2010, μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, 289 σελ., με βιβλιογραφία και πολυσέλιδο ευρετήριο [Violence. Six sideways reflections, 2008-2009]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

09
Σεπ
11

Μικαέλ Λεβί & Ολιβιέ Μπεζανσενό – Che Guevara. Μια φλόγα που καίει ακόμα

Το βιβλίο ξεκινά από το τέλος, Μια νύχτα κάπου στη Βολιβία, σε δάσος ανεξερεύνητο κι ελλιπώς καταγεγραμμένο, με τον Τσε στερημένο από φάρμακα απέναντι στον αποπνικτικό του συνοδοιπόρο, το άσθμα, αλλά με το σημειωματάριο πορείας πάντα μαζί του, γεμάτο ποιήματα των Neruda, León Felipe, Guillén. Μετά την πεντάμηνη αναμονή στην Πράγα και την αποδοχή της αποτυχίας του Κονγκό το παρόν είναι αβέβαιο όσο ποτέ: ο εντεκάμηνος ανταρτοπόλεμος  της βολιβιανής οδύσσειας του 1966, ανάμεσα σ’ έναν εχθρικό αγροτικό πληθυσμό που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ειδοποιήσει το στρατό – σε αντίθεση με τη Σιέρα Μαέστρα, που στεκόταν δίπλα τους, η αντίδραση του ΚΚ Βολιβίας, που θεωρούσε απαράδεκτο ένας μη-Βολιβιανός να καθοδηγεί εξέγερση σε αυτά τα εδάφη και σε κάθε περίπτωση άκουγε μόνο τη φωνή του σοβιετικού της αφεντικού.

Ο άνθρωπος που διηύθυνε την κουβανική επανάσταση από το 1956 μέχρι το 1965 και που οραματιζόταν να γίνει η κορδιλιέρα των Άνδεων σαν τη Σιέρα Μαέστρα τώρα βρίσκεται με 17 μόνο μάχιμους αντάρτες, χλωμούς σαν το κερί, με σάκους τριάντα  κιλών – ο δικός του ήταν σωστό βιβλιοπωλείο. Οι Κουβανικές αναμνήσεις έρχονται κι επανέρχονται: τα δυο περίφημα ταξίδια με μοτοσικλέτα όπου έζησε την εκμετάλλευση και τις ανισότητες, την θεριστική λεηλασία της United Fruit Company και τις εξαθλιωμένες συνοικίες της Λα Παζ, έμαθε την υπόγεια ιστορία των απελευθερωτικών κινημάτων του Tupac Amaru (1745) και του Simón Bolivar (1825), είδε στην κορυφή του Μάτσου Πίτσου ότι οι Ινδιάνοι των Άνδεων δεν είχαν ποτέ πάψει να αγωνίζονται κατά της καταστροφής του πολιτισμού τους, αισθάνθηκε την αιώνια σκιά των προκολομβιανών πολιτισμών στα μεθυστικά τοπία. Το ιουλιανό βράδυ του 1955 που γνώρισε τον Φιντέλ και συζήτησαν όλη τη νύχτα ως την αυγή, οπότε και γνώριζε πως είχε γίνει αγωνιστής της κουβανικής επανάστασης, το αντάρτικο, η νίκη, τα υπουργεία, η διεύθυνση της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, όπου με χαρά αψήφησε τις διεθνείς αγορές εκδίδοντας χαρτονομίσματα υπογεγραμμένα με το ψευδώνυμό του και με τη μορφή του Camilo Cienfuegos. Τι θα έμενε απ’ όλα αυτά; Σήμερα, 40 χρόνια μετά, τι μένει απ’ όλα αυτά;

Υπάρχουν πολλές βιογραφίες του Ernesto Guevara de la Serna αλλά ετούτη εστιάζει στις ιδέες, τις αξίες, τις προτάσεις και τα όνειρά του, επιχειρώντας να συλλάβει την εξέλιξη του πολιτικού του στοχασμού, να τον επαναναγνώσει κριτικά, να εντοπίσει την συμβολή του στο σήμερα. Ο πολυμεταφρασμένος Λεβί είναι διευθυντής κοινωνιολογικών ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας κι έχει ασχοληθεί εκτενώς με τον μαρξισμό στη Λατινική Αμερική και τη «θεολογία της απελευθέρωσης». Ο Μπεζανσενό είναι στέλεχος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας (Ligue communiste révolutionnaire – LCR) και υποψήφιός της στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2002 και 2007, υποστηριζόμενος από ευρύτερα κόμματα της γαλλικής αριστεράς. Αμφότεροι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, άρα – δηλώνουν – έχουν διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες του Γκεβαρικού Έργου.

Η επιθυμία του Τσε ήταν να ελευθερώσει την ανθρωπότητα από το «αόρατο κλουβί» όπου η κοινωνία φυλακίζει τον άνθρωπο και τον κάνει λύκο για το συνάνθρωπό του. Η πορεία του επιταχύνθηκε από το υποστηριγμένο από τις ΗΠΑ στρατιωτικό πραξικόπημα στη Γουατεμάλα το 1954 – υπήρξε άμεσος μάρτυρας της ανατροπής του προέδρου Jacobo Árbenz και είδε την ανεπάρκεια του πασιφισμού του. Η μεξικάνικη εξορία του αργότερα τού παρείχε την ευκαιρία να διαβάσει πολλά έργα της μαρξιστικής – λενινιστικής βιβλιογραφίας και να συζητήσει μαχητικά με τους Κουβανούς πρόσφυγες που ετοιμάζονταν να ελευθερώσουν την Κούβα από τη δικτατορία του Μπατίστα. Κι εδώ η μεγάλη διαφορά: ο δικός του δρόμος του προς τον μαρξισμό είναι αδιαχώριστος από εκείνα τα πρόσωπα που συνάντησε καθ’ οδόν· υπήρξε καρπός αναγνώσεων, συζητήσεων και εμπειριών. Ο Τσε δεν βρήκε τις απαντήσεις του στα αναγνώσματα του «μαρξισμού της πρόσοψης και του σκηνικού των Ρώσων», όπως τον αποκαλεί ο Paco Ignacio Taibo II, αλλά προτίμησε να κάνει λάβαρό του μια ρήση του Κουβανού ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί: Κάθε πραγματικός άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται στο δικό του μάγουλο το χτύπημα που δόθηκε στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Χαρακτηριστική είναι η απάντησή του σε κάποια γυναίκα που τον ρωτούσε αν είναι συγγενείς: Αν είστε ικανή να τρέμετε από αγανάκτηση κάθε φορά που γίνεται μια αδικία στον κόσμο, τότε είμαστε σύντροφοι, κι αυτό είναι σημαντικότερο.

Ο μαρξισμός για τον Τσε είναι μια ιδεολογία που δεν επιβάλλεται αλλά ένας οδηγός δράσης. Δεν έχει τίποτα το δογματικό, οι ιδέες δεν είναι απαρασάλευτες, κριτική ασκείται ακόμα και στον ίδιο τον Μαρξ. Ο καθένας εντάσσεται σε αυτό το ρεύμα ιδεών ελεύθερα, μέσα από την ίδια του τη σκέψη. Οι επαναστάσεις δεν γίνονται κατόπιν διαταγής. Ο ίδιος παραδεχόταν ότι οι επαναστάτες δεν είχαν κατ’ ανάγκην όλες τις σωστές απαντήσεις σε όλα τα θέματα. Έχοντας όμως εντρυφήσει σε ολόκληρο το μαρξιστικό έργο εντόπισε μια παλιά μαρξιστική ιδέα: η χειραφέτηση του καθενός θα είναι δικό του έργο. Ο Χοσέ Μαρτί έλεγε: ο καλύτερος τρόπος να πεις είναι να κάνεις. Βέβαια μια τέτοια ταυτολογία αποτελούσε ενοχλητική νύξη για την αναβλητική και παθητική διεθνή αριστερά.

Σε κάθε περίπτωση αυτός ο αντιδογματικός μαρξισμός είναι αδιαχώριστος από ηθικές αξίες, σε αντίθεση με τα σταλινικά οικονομικά δόγματα περί «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων». Μ’ αυτήν ακριβώς την ηθική χροιά αποκόπηκε ριζικά από την ορθόδοξη και ψυχρή εκδοχή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» των ανατολικών χωρών. Ο κομμουνισμός είναι φαινόμενο της συνείδησης και όχι μόνο της παραγωγής. Το κλειδί της μεταμόρφωσης βρίσκεται στην παιδεία, στην εκμάθηση του κριτικού πνεύματος, στην απόκτηση όπλων και δεξιοτήτων, που ο Malcolm X (με τον οποίον για άλλη μια φορά έφτανε στα ίδια συμπεράσματα) τις συγκρίνει με όπλα.

Και η βία; Η συγκεκριμένη εποχή ήταν σημαδεμένη από τη βία πολυάριθμων δικτατοριών – βασανισμοί, εκτελέσεις, εξαφανίσεις. Έπρεπε να γίνεται χρήση της έστω και από αντίδραση στην υπαρκτή κτηνωδία; Ο Τσε προτιμούσε να δώσει ο ίδιος διαταγές για τις εκτελέσεις πολλών δεκάδων δημίων και στελεχών του καθεστώτος Μπατίστα αντί να οχυρωθεί πίσω από κατώτερους. Όλες οι μαρτυρίες της εποχής, και από τα δυο στρατόπεδα, συμφωνούν ότι επέδειξε πάντα το μεγαλύτερο σεβασμό για τη ζωή και προτίμησε τις «νόμιμες» εκτελέσεις για να αποφύγει τις εκτελέσεις δια συνοπτικών διαδικασιών και τα μαζικά λιντσαρίσματα. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πολιτικού σχεδίου και πολεμικών υποχρεώσεων μοιάζει λεπτή, όπως και το θέμα της δημοκρατικής οργάνωσης των αντάρτικων κινημάτων. Την αναζήτηση της ισορροπίας μεταξύ δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας συνοψίζει το έμβλημα του Στρατού των Ζαπατίστας: Ο καθένας υπακούει διοικώντας.

Κάθε απελευθέρωση συναντά αυτό το δίλημμα. Η απελευθέρωση της Γαλλίας και άλλων χωρών στιγματίστηκε από τις εκτελέσεις χιλιάδων δοσίλογων. Οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα προτίμησαν να δώσουν αμνηστία στους ανθρώπους της δικτατορίας Σομόζα. Η γενναιοδωρία τους, που έχει παραμείνει υποδειγματική, δεν ανταποδόθηκε: πολλοί παλιοί της σομοζικής εθνοφρουράς που αφέθηκαν ελεύθεροι μπήκαν στις γραμμές των Κόντρα, αντεπαναστατικής δύναμης οπλισμένης από τις ΗΠΑ, που πολλαπλασίασε τις εκτελέσεις αμάχων. (σ. 51)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο για την Γκεβαρική κληρονομιά στη Λατινική Αμερική, όπου μια ολιγαρχία εγκατεστημένη στην εξουσία για πολλούς αιώνες μονοπωλεί τους πόρους κι απομυζά τους λαούς. Εδώ το ερώτημα είναι αν είναι δυνατό να αλλάξουν αυτές οι λατινοαμερικανικές κοινωνίες χωρίς επανάσταση, κάτι που υποστηρίζεται από την «ρεαλιστική» Αριστερά της Λατινικής Αμερικής, όπως έγραψε κι ο Jorge Castañeda (Η αφοπλισμένη ουτοπία). Μόνο που λίγους μήνες μετά, στο νοτιοανατολικό Μεξικό, στην Τσιάπας, οι χωρικοί Ζαπατίστας πήραν τα όπλα για να πουν Ya basta! στη νέα παγκόσμια τάξη, επαληθεύοντας τη φράση Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης των οπλισμένων ουτοπιστών για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN) δήλωναν ότι προέρχονταν από τον γκεβαρισμό! O Castañeda βέβαια διαψεύστηκε εν μέρει: ότι οι Ζαπατίστας δεν έχουν ως στόχο να πάρουν την εξουσία, αλλά να προκαλέσουν την αυτοοργάνωση των καταπιεσμένων. Αλλά ένοπλα.

Ακόμα σημαντικότερη είναι η επίδραση του γκεβαρισμού σε πολλά μαζικά κοινωνικά κινήματα, όπως το MST, το Κίνημα των Χωρίς Γη στη Βραζιλία, τους Αργεντινούς piqueteros, τους Βολιβιανούς εργάτες, τους ιθαγενείς Μαπούτσε στη Χιλή, τους Μάγια στη Γουατεμάλα. Ένα ολόκληρο δίκτυο από έδρες Che Guevara κινείται γύρω από το πανεπιστήμιο των Μητέρων της πλατείας Μαΐου στο Μπουένος Άιρες. Και είναι σήμερα βέβαια γνωστή η περίπτωση του Έβο Μοράλες στη Βολιβία, που στην πρώτη του ομιλία ως πρόεδρου απέτισε φόρο τιμής στους προγόνους που αγωνίστηκαν (Tupak Katari, Σιμόν Μπολιβάρ, Τσε), ενώ μεταξύ μελών της κυβέρνησής του υπάρχουν αγωνιστές που πολέμησαν πλάι στον Τσε. Ο Ούγκο Τσάβες, επανέφερε βασικά στοιχεία του γκεβαρικού προγράμματος στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, ενώ στην Κούβα, με τις εργασίες του Carlos Tablada, το βιβλίο μαρτυρία του Orlando Borrego, τις μελέτες του Fernardo Martinez Heredia και τα φλοβερά κείμενα της Celia Hart και πάνω απ’ όλα με την έκδοση του ανέκδοτου σημειωματαρίου του το 2006, η σκέψη του Γκεβάρα ζει στο πολιτικό και πνευματικό διάλογο της χώρας. Και στον υπόλοιπο κόσμο, στο πλήθος κοινωνικών φόρουμ και στις εκφράσεις μιας εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης (altermondialisme).

Η πρόσληψη του γκεβαρισμού σήμερα διαφοροποιείται πολλαπλά από εκείνη των χρόνων της φωτιάς, μεταξύ 1960 και 1979, όταν άνθισε ένα αντάρτικο κίνημα που επικαλείτο τον Τσε. Πρόκειται για εικοσαετία πλήρους υποταγής της Λατινικής Αμερικής στην κυριαρχία της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας, που συνήθιζε είτε να παρεμβαίνει άμεσα, στέλνοντας στρατό είτε να υποκινεί στρατιωτικά πραξικοπήματα. Το σχετικό κεφάλαιο δεν ξεχνάει όλους εκείνους που αγωνίστηκαν εναντίον της τραγικής εκείνης συγκυρίας. Αν ο γκεβαρισμός ηττήθηκε παντού στο Νότιο Κώνο, η επιρροή του στις κεντροαμερικανικές χώρες υπήρξε πιο αποτελεσματική (ανατροπή δικτατορίας Σομόζα το 1979 στη Νικαράγουα αλλά και Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης Φαραμπούντο Μαρτί στο Σαλβαδόρ και Στρατός των Φτωχών Ανταρτών στη Γουατεμάλα, που δεν ανέτρεψαν καθεστώτα αλλά διαπραγματεύτηκαν συμφωνίες και αφύπνισαν συνειδήσεις).

Όσο κι αν σκέψη του Τσε έχει όρια και είναι εν μέρει ημιτελής και ανολοκλήρωτη, ξαναδίνει στην ατομικότητα κεντρική θέση στην πολιτική. Η τραγική και αιματηρή εμπειρία της καρικατούρας του σταλινισμού και του υπαρκτού σοσιαλισμού μπορεί να κατέστησε αναξιόπιστη για μια ολόκληρη γενιά την ιδέα κάθε σοσιαλισμού και να έσβησε τις φλόγες του, αλλά «οι ανθρακιές του Τσε καίνε ακόμα». Σήμερα που Ανατολή και Δύση δεν αναμετρώνται μετωπικά αλλά βρίσκονται συμφιλιωμένες πάνω στην πλάτη των χωρών του Νότου, με τις δικτατορίες να είναι περισσότερο οικονομικές παρά στρατιωτικές, η πολιτική, ανατρεπτική και ρομαντική εποποιία του Τσε εξακολουθεί να αποτελεί φυτώριο ιδεών και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.

Στο πλουσιότατο παράρτημα περιλαμβάνονται βιογραφικά στοιχεία, εκλογή βιβλιογραφίας του Τσε αλλά και έργων για τον Τσε καθώς και δυο κείμενα, του Daniel Bensaid και του υποδιοικητή Μάρκος, που γράφει: Τα ξαναδιάβασα, όλα, από τον Pablo Neruda, στον Julio Cortázar, Walt Whitman Juan Rulfo. Χαμένος κόπος, αδιάκοπα η εικόνα του Τσε με το ονειροπόλο βλέμμα του στο σχολείο του Λα Χιγκουέρα, διεκδικούσε τη θέση της ανάμεσα στα χέρια μου. Από τη Βολιβία μας είχαν έλθει τα μισόκλειστα μάτια του κι εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο που ιστορούσε όσα είχαν γίνει και υποσχόταν όσα μέλλονταν να γίνουν.

Εκδ. Φαρφουλάς, 2008, μτφ. Νίκος Σταμπάκης, σελ. 173, με δεκασέλιδες σημειώσεις και τριαντακοντασέλιδο παράρτημα (Olivier Besancenot – Michael Löwy, Che Guevara, Une braige qui brûle encore, 2007).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Στις άλλες φωτογραφίες: Ο Υποδιοικητής, ο πρεσβύτερος συγγραφέας και η Φλόγα.

26
Ιουν
11

Ιγνάσιο Ραμονέ – Πόλεμοι του 21ου αιώνα. Νέοι φόβοι και νέες απειλές

Ο ισπανικής καταγωγής Ιγνάσιο Ραμονέ (1943) είναι διευθυντής της Le Monde Diplomatique και συγγραφέας εξαιρετικών δοκιμιακών βιβλίων σχετικά με όψεις της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής κατάστασης. Οι τίτλοι δυο άλλων έργων του – H Γεωπολιτική του Χάους και Μάρκος: η εξεγερμένη αξιοπρέπεια (εκδ. Πόλις και Εικοστού Πρώτου αντίστοιχα) – είναι ενδεικτικοί της ζεματιστής του θεματολογίας, όπως άλλωστε και το παρόν βιβλίο, ένα σύντομο, απλά γραμμένο πλήρες διάγραμμα  ενός αόρατου, μέχρι πρόσφατα, χάρτη νέων «πολέμων», φόβων και απειλών.

Το πρώτο βασικό σύγχρονο γεωπολιτικό γνώρισμα που διακρίνει ο συγγραφέας είναι η έκφραση της στρατιωτικής υπεροχής όχι πια μέσω εδαφικών κατακτήσεων (που είναι οικονομικά δαπανηρές και μεντιακά καταστροφικές) αλλά με άλλους, αφανέστερους τρόπους. Πρωταγωνιστές της επέκτασης δεν είναι πλέον τα κράτη αλλά οι επιχειρήσεις, τα συγκροτήματα, οι ιδιωτικοί χρηματιστικοί και βιομηχανικοί όμιλοι (κυρίως απ’ το τρίγωνο ΗΠΑ-ΕΕ-Ιαπωνία). Αλλοτινές θεμελιώδεις γεωπολιτικές έννοιες (κράτος, εξουσία, κυριαρχία, δημοκρατία, σύνορα) δεν έχουν πια την ίδια σημασία. Σε πλανητική κλίμακα πρωταγωνιστούν πλέον οι ενώσεις κρατών, οι παγκόσμιες επιχειρήσεις, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) παγκόσμιας εμβέλειας. Με το πέρασμα στο τεχνολογικό και ψηφιακό στάδιο η «δεύτερη καπιταλιστική επανάσταση» είναι γεγονός. Η αγορά, που έχει την τάση να διαχειρίζεται όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει αλώσει και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, άσχετα αν οι υπερβολές της επικοινωνίας φυλακίζουν το πνεύμα. Η κατακτητική επιχείρηση της παγκοσμιοποίησης έχει οδηγήσει στη στενότερη δυνατή αλληλεξάρτηση των οικονομιών όλων των χωρών. Όπως αναγραφόταν σε αφίσα που γέμισε τους διαδρόμους δεκάδων ευρωπαϊκών αεροδρομίων: Καπιταλιστές όλων των χωρών ενωθείτε!

Η χρηματιστική παγκοσμιοποίηση δημιούργησε ένα δικό της υπερεθνικό κράτος, με δικούς του μηχανισμούς, δίκτυα επιρροής και μέσα δράσης. ΔΝΤ, Διεθνής Τράπεζα, ΟΟΣΑ [Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης], ΠΟΕ [Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου]. Πρόκειται για παγκόσμιο κράτος με υπερεθνικές εξουσίες πέρα από κάθε έλεγχο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ενώ οι υφιστάμενες κοινωνίες απομένουν χωρίς εξουσία. Είναι πλέον φανερό: η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν κατευθύνεται από τα κράτη. Τα προνόμιά τους, μπροστά στις εταιρείες κολοσσούς, χάνονται το ένα μετά το άλλο. Οι εταιρείες γίνονται γίγαντες και τα κράτη νάνοι.

Η συρρίκνωση του ρόλου των ενεργών δημοσίων παραγόντων, ξεκινώντας από τα κοινοβούλια, είναι πλέον δεδομένη. Οι παραδοσιακές αντι-εξουσίες (κόμματα, συνδικάτα, ΜΜΕ) μοιάζουν ελάχιστα αποτελεσματικές: είναι λιγότερο αξιόπιστες, υπερβολικά γενικευτικές, πολύ τοπικές και συχνότατα συνένοχες. Οι αληθινοί κύριοι του κόσμου δεν είναι εκείνοι που κρατούν την επίφαση της πολιτικής εξουσίας αλλά αυτοί που ελέγχουν τις χρηματιστικές αγορές, τους μεντιακούς ομίλους, τις λεωφόρους της επικοινωνίας, τις πληροφορικές βιομηχανίες, τις γενετικές τεχνολογίες και πάνω από όλους το παγκόσμιο διευθυντήριο των 4 οργανισμών, «η πραγματική κυβέρνηση του κόσμου».

Στο πολιτικο-ιδεολογικό πεδίο, η άνοδος των νεοφασισμών συνυπάρχει με την φθορά της αριστεράς. Τυπικό παράδειγμα της πνευματικής παραίτησης της σοσιαλδημοκρατίας: ο Χαβιέ Σολάνα και άλλα επιφανή της στελέχη αδιαφόρησαν για το γεγονός ότι οι βομβαρδισμοί της Σερβίας θα προκαλούσαν το θάνατο πολλών αθώων και την καταστροφή μιας ολόκληρης χώρας. Αποφάσισαν χωρίς την παραμικρή διεθνή νομιμοποίηση και χωρίς καν να είναι ικανοί να εμποδίσουν την επέκταση των βαλκανικών συγκρούσεων. Τουλάχιστο η Μάντλεν Ολμπράιτ, πρώην υπουργός εξωτερικών του Κλίντον το είχε δηλώσει απροκάλυπτα: Το δίκτυο CNN είναι το δέκατο έκτο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Ο Ραμονέ δίνει μεγάλη έμφαση στην 11η Σεπτεμβρίου, που πρόσφερε στις ΗΠΑ έναν αντίπαλο που είχε στερηθεί από το 1991 με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Η τρομοκρατία ταυτίζεται με τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, σε μια μοντέρνα εκδοχή του μακαρθισμού. Ο όρος τρομοκρατία είναι βέβαια βολικότατα ασαφής και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει αδιακρίτως όσους καταφεύγουν, δίκαια ή άδικα, στη βία για να αλλάξουν μια πολιτική τάξη. Η 11/9 δεν έπληξε μόνο σε ζωές και υλικές ζημιές αλλά και τα σύμβολα της αυτοκρατορικής ηγεμονίας αλλά και στο πεδίο των μίντια. Με ένα είδος τηλεοπτικού πραξικοπήματος ο Μπιν Λάντεν κατέλαβε τις οθόνες και επέβαλε τις εικόνες του, θέτοντας στην υπηρεσία του όλες τις τηλεοράσεις των ΗΠΑ για να αποδείξει μέσα στα αμερικανικά σπίτια την ευάλωτη πλευρά της υπερδύναμης. Συνεπώς όλα είναι έτοιμα για την εμφάνιση ενός «Μεντιακού Μεσσιανισμού», ενός είδους ηλεκτρονικού προφήτη που θα έχει πρόσβαση σε όλες τις οθόνες του κόσμου για να μεταδώσει το μήνυμά του. Ο Ραμονέ έχει ιδιαίτερα επεκταθεί στο θέμα στο βιβλίο του Η Τυραννία της Επικοινωνίας (La Tyrannie de la communication, στα ελλ. Η τυραννία των ΜΜΕ, εκδ. Πόλις).

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται στη Μέση Ανατολή και τον νέο της εκατονταετή πόλεμο. Από την αποκάλυψη του θεμελιακού ψεύδους του αποικιακού συνθήματος «μια γη χωρίς λαό για ένα λαό χωρίς γη» ως την παροιμιώδη αναποφασιστικότητα των ΗΠΑ απέναντι στην αδιαλλαξία των ισραηλινών αρχών ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα υπάρχει ολοφάνερη αρνησιδικία της διεθνούς κοινότητας απέναντι στα στοιχειώδη δικαιώματα των Παλαιστινίων. Σε κάθε άλλη περιοχή του κόσμου, μια ανάλογη κατάσταση θα είχε προκαλέσει την αγανάκτηση των διανοουμένων, που σε άλλες περιπτώσεις εθνοτικών – θρησκευτικών συγκρούσεων, όπως στη Βοσνία, το Κόσοβο ή την Τσετσενία είναι λαλίστατοι. Η πολιτική λύση της συνύπαρξης δυο κρατών είναι μονόδρομος.

Οικολογικές καταστροφές τεράστιου μεγέθους, μαζικές εκδασώσεις, ξέφρενη παραγωγιστική πολιτική με υπερκατανάλωση φυτοφαρμάκων και ρυπογόνων ουσιών, σιωπηλές συμφορές (ενδεικτικά: στη Γαλλία θάνατος 10.000 εργατών το χρόνο από αμίαντο) είναι ορισμένες μόνο από τις όψεις ενός Οικοσυστήματος σε Κίνδυνο, που ο Ραμονέ παρουσιάζει με στοιχεία και αριθμούς. Σε άλλο κεφάλαιο (Γεωπολιτική της Πείνας) παρατηρεί πως, ενώ ποτέ άλλοτε τα διαθέσιμα διατροφικά προϊόντα δεν ήταν τόσο άφθονα, η πείνα εξακολουθεί να θερίζει πληθυσμούς ολόκληρους, γιατί απλούστατα αποτελεί πολιτικό όπλο. Στο εξής, κανένας λιμός δεν είναι τυχαίος. Μια αληθινή στρατηγική πείνας μπορεί να καθοδηγείται από ηγέτες ή οργανώσεις που η λήξη του ψυχρού πολέμου άφησε χωρίς έσοδα. Δεν είναι πλέον οι εχθρικοί ή προς κατάκτηση λαοί εκείνοι που λιμοκτονούν αλλά οι ίδιοι πληθυσμοί εκείνων που θέλουν να τους εκμεταλλευτούν προς όφελος τους. Ο Αμάρτια Σεν είχε ήδη γράψει: ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα της τρομερής ιστορίας της πείνας, είναι ότι ποτέ δεν σημειώθηκε σοβαρός λιμός σε καμία χώρα με δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης και με σχετικά ελεύθερο τύπο. Διόλου άσχετο και το κεφάλαιο για την Γεωγραφία του AIDS (: Η Πανούκλα των Φτωχών).

Οι ιστορικοί των νοοτροπιών θα διακρίνουν διαφορετικούς φόβους μέσα στη νέα χιλιετία: λιγότερο πολιτικο – στρατιωτικής τάξης (συγκρούσεις, διωγμοί, πόλεμοι) και περισσότερο οικονομικού – κοινωνικού χαρακτήρα (χρηματιστηριακές καταρρεύσεις, υπερπληθωρισμός, χρεωκοπίες επιχειρήσεων, μαζικές απολύσεις, αβεβαιότητα, νέα φτώχια) καθώς και βιομηχανικής και οικολογικής φύσεως (διαταραχές περιβάλλοντος, μολύνσεις κάθε είδους), αλλά και προσωπικού επιπέδου (ποιότητα διατροφής, γενετική μηχανική κλπ.).

Κι όμως, στον επίλογό του ο Ραμονέ δεν είναι απαισιόδοξος. Μια διεθνής κοινωνία πολιτών, που συγκεντρώνει δεκάδες ΜΚΟ, συλλογικά όργανα και δίκτυα από πολλές χώρες, αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενεργητική. Όσοι αντιστέκονται έχουν πειστεί ότι ο σκοπός της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι η καταστροφή του συλλογικού και η οικειοποίηση της δημόσιας και κοινωνικής σφαίρας από την αγορά και τον ιδιωτικό τομέα. Αν η φιλελεύθερη ιδεολογία κατασκευάζει μια εγωιστική κοινωνία, τότε είναι απολύτως απαραίτητο να επαναφέρουμε το συλλογικό στοιχείο σε κάθε μορφή της ζωής μας. Οι διαδηλωτές οικοδομούν μια νέα αντι-εξουσία προς ένα χώρο παγκόσμιας εκπροσώπησης όπου η διεθνής κοινωνία των πολιτών θα κατέχει κεντρική θέση. Όπως συμβαίνει με τους «Ονειρευτές του απόλυτου»: Στο Πόρτο Αλέγκρε, μια εμβληματική πόλη της νότιας Βραζιλίας αποτέλεσε ένα είδος κοινωνικού εργαστηρίου με συμμετοχικό προϋπολογισμό των κατοίκων των συνοικιών, που μπορούν να παρακολουθούν αναλυτικά την εξέλιξη των εργασιών και τη διαδρομή των χρηματικών κονδυλίων. Ένα επιτυχημένο πολιτικό πείραμα σε ατμόσφαιρα πλήρους δημοκρατικής ελευθερίας.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2003, μτφ. Στάθης Γκίνης, 235 σελ. με δισέλιδη βιβλιογραφία (Ignacio Ramonet, Guerres de XXIe siècle, 2002).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις φωτογραφίες: Νομάδας στην Αμερική, Ανήλικες Πόρνες στο Μπαγκλαντές, Εκλεισμένοι στη Γάζα, Παλιά και Νέα Σαγκάη.

21
Απρ
11

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Μνήμη της φωτιάς. Ι. Η ΑΡΧΗ.

Κατά αμνησίας

Στο «Σημείο Εκκίνησης» ο συγγραφέας δηλώνει τις κακές του σχέσεις με το μάθημα της Ιστορίας, μιας επινόησης ούτως ή άλλως κάποιων άλλων, μιας οντότητας που έχει πάψει να αναπνέει, έχει φυλακιστεί στα μουσεία κι έχει θαφτεί με στεφάνια. Σ’ αυτή την Ιστορία επιθυμεί να ξαναδώσει ανάσα, ελευθερία, λόγο. Αδιάφορος για τα ειδολογικά σύνορα του πονήματός του και τους «τελωνοφύλακες της λογοτεχνίας» ο Γκαλεάνο δεν φιλοδοξεί να γράψει ένα αντικειμενικό έργο αλλά μια προσωπική ανάγνωση υπαρκτών ντοκουμέντων. Η Μνήμη της Φωτιάς αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας και χωρίζεται σε δυο μέρη: στους μύθους των πρώτων κατοίκων της προκολομβιανής Αμερικής («Οι πρώτες φωνές») και στην αμερικανική ιστορία από το 1492 – 1700 («Γηραιός νέος κόσμος»). Κάθε κείμενο έχει δυο βασικές σημάνσεις: στην αρχή σημειώνεται ο τόπος και ο χρόνος του περιστατικού και στο τέλος ένας αριθμός που παραπέμπει στη αναγραφόμενη στο τέλος βιβλιογραφία 227 πηγών – κειμένων.

Ως Κέντρο αυτής της Ιστορίας επιλέγεται η Λατινική Αμερική, από την οποία «όλους αυτούς τους αιώνες δεν άρπαζαν μόνο τον πλούτο της αλλά σφετερίστηκαν τη μνήμη της», καταδικάζοντάς την σε αμνησία. Πολύ περισσότερο στην περίπτωση της πολύπαθης ηπείρου είναι ορατή η ιστορία της Κατάκτησης και της εξαφάνισης ολόκληρων λαών και πολιτισμών μέσω προαιώνιων θεσμών και μηχανισμών. Γι’ αυτό και δεν επιστρατεύτηκε μόνο ο γνωστός Ανώτατος Θεός – τιμωρός που δεν αγαπάει αλλά μισεί τους ανθρώπους αλλά κι ένας ακόμα αιώνιος, παγκόσμιος θεός που δεν αναφέρεται σε κείμενα ή τραγούδια και βασιλεύει τον κόσμο ορίζοντας αφέντες και σκλάβους και αποφασίζοντας ο ίδιος για όλους– ο θεός του Φόβου. Κι όμως, ήταν μόλις 1515 όταν ο Τόμας Μουρ στην προκυμαία της Αμβέρσας συνάντησε ή επινόησε τον Ραφαέλ Χιθλοντέι που ισχυρίζεται πως ανακάλυψε το νησί της Ουτοπίας σε κάποια ακτή της Αμερικής, όπου δεν γνωρίζουν την αρπαγή (δημιούργημα του φόβου), ούτε ξέρουν τι θα πει πείνα, ο λαός εκλέγει και καθαιρεί τους ηγεμόνες του και η θρησκεία δεν προσβάλλει τη λογική και αποτρέπει τις ανώφελες ταπεινώσεις και τον βίαιο προσηλυτισμό.

Τέσσερα χρόνια μετά ο Μιχαήλ Άγγελος θα σημείωνε κάτω από έργο του: Το αίμα του Χριστού πωλείται με το κουτάλι. Άλλωστε συγχωροχάρτια, αφορισμοί, τίτλοι ευγένειας είχαν όλα την τιμή τους. Ευτυχώς που παπικό διάταγμα του 1537 αποφάνθηκε πως οι Ινδιάνοι είναι πράγματι ανθρώπινες υπάρξεις, που διαθέτουν λογική και ψυχή, αλλά σχεδόν έναν αιώνα αργότερα δεν έλεγαν να εγκαταλείψουν τα έθιμά τους, γι’ αυτό και το 1625 απαγορεύονται οι «νοσηροί» χοροί των Ινδιάνων της Γουατεμάλας που άλλωστε ξοδεύουν τα λεφτά για φτερά, ρούχα και μάσκες και χάνουν πολύτιμο χρόνο σε γιορτές και μεθύσια, με αποτέλεσμα να μην αποδίδουν στη δουλειά τους, να μην πληρώνουν φόρους και να μην μπορούν να συντηρήσουν τα σπίτια τους.

Σύμφωνα με την «Μαρτυρία του πουριτανού Τζον Άντερχιλ από το Κονέκτικατ, για τη σφαγή των Ινδιάνων Πεκότ» η θέα του αίματος και των νεκρών κορμιών των Ινδιάνων (που αγνοούσαν παντελώς την άφιξη του στρατού του) στάθηκε τρομερή δοκιμασία για τους στρατιώτες του. Τουλάχιστον ο Θεός τους είχε απαλλάξει από τον οίκτο και ο Λόγος του καθοδήγησε τις πράξεις τους, προς τη σωτηρία λαών που είχαν βυθιστεί στην αμαρτία (1637). Περισσότερο έκπληκτος ο Φρανσίθκο ντε Άβιλα διαπιστώνει πως ούτε ένας από τις χιλιάδες Ινδιάνους που ανέκρινε δεν βρέθηκε να μην είναι αιρετικός, συνεπώς η καταστροφή ναών και κεφαλιών υπήρξε ενδεδειγμένη ώστε ο αέρας της χριστιανικής πίστης να εξαγνίσει το Περού (1641). Εξάλλου την ίδια σχεδόν εποχή (1647) ο ταγματάρχης δον Μαρτίν ντε Μουχίκα ανακοινώνει την απαγόρευση ενός παιχνιδιού των Ινδιάνων της Χιλής διότι με το να τρέχουν πίσω από μια μπάλα εξασκούνται στον πόλεμο και συχνά προκαλούνται καβγάδες ενώ είναι απαράδεκτο να θεωρούν πως λίγα φτερά τους φέρνουν τύχη. «Η πρώτη φωνή διαμαρτυρίας» του δομινικανού μοναχού Αντόνιο ντε Μοντεσίνος που κατήγγελε από τον άμβωνα τη γενοκτονία των Ινδιάνων (1511), έκπληκτος για το ανεφάρμοστο «Αγαπάτε αλλήλους», δεν ακούστηκε ποτέ, όπως και κάθε επόμενη.

Ο συγγραφέας (που έζησε εξόριστος στην Αργεντινή (1973-1977) κι αργότερα στην Ισπανία (1977-1985) προτού επιστρέψει στην Ουρουγουάη) άντλησε από ένα αστείρευτο υλικό: επίσημες και λαϊκές πηγές, συλλογές μύθων και θρύλων, παραδόσεις και παραμύθια, τοπικές ιστορίες, ιερά κείμενα, λαογραφικές έρευνες, ανθρωπολογικές μελέτες, πανεπιστημιακές διατριβές για πολιτισμούς και θεσμούς, λαϊκές βιογραφίες, ποιητικές ανθολογίες, αλλά και εκδόσεις σπουδαίων λογοτεχνών, όπως οι Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (Leyendas de Guatemala), Αλέχο Καρπεντιέρ (El arma y la sombra, ελλ. Η άρπα και η σκιά), Μπενζαμίν Περέ (Anthologie des mythes, légends et contes populaires d’ Amerique), Αλφόνσο Ρέγιες (Medallones), Αουγκούστο Ρόα Μπάστος (Las culturas condemadas) και Οράσιο Σάλας (La Espana Barocca).

Εκδ. Πάπυρος, [Σειρά Letras. Ισπανόφωνοι και πορτογαλόφωνοι συγγραφείς], 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 429, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Memoria del fuego. I. LOS NACIMIENTOS, 1982)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη μάσκα: από την φυλή Haida των γηγενών της βορειοδυτικής Αμερικής.

27
Οκτ
10

Τέρρυ Ήγκλετον – Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική

 Το νόημα μιας άξιας ζωής

Ένας καθολικός ιρλανδικής καταγωγής, σε μια προτεσταντική Αγγλία, με προέλευση από την εργατική τάξη, στην καρδιά ενός θεσμού της άρχουσας τάξης (το Οξφορδιανό Πανεπιστημιακό Άβατο) και με επαναστατικές μαρξιστικές ιδέες: οι ταυτοτικές «αντιφάσεις» όχι μόνο δεν βραχυκύκλωσαν τον Τέρρυ Ήγκλετον αλλά και τον ενέπνευσαν προς την διεύρυνση της προσωπικότητας, της ιδεολογίας, των λογοτεχνικών και πολιτικών του απόψεων. Ο παρών τόμος αποτελεί ιδανική χειραψία γνωριμίας και πρόσκληση εισαγωγής στο έργο του, καθώς περιλαμβάνει κείμενα από και για τον περίφημο θεωρητικό, ή, καλύτερα, αντι-θεωρητικό, εφόσον εξέθεσε την κενότητα και την έλλειψη χρησιμότητας ενός μεγάλου μέρους της κριτικής θεωρίας.

Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται η μια από τις τρεις διαλέξεις που έδωσε στην Αθήνα (που αφορά την τέχνη της ποίησης) και έξι, αμετάφραστα στα ελληνικά, κείμενά του για διανοούμενους, κλασσικούς του 20ού αιώνα και σύγχρονους (Ζακ Ντεριντά, Τ.Σ.Ελιοτ, Εριχ Άουερμπαχ κ.ά.), ενώ, επιπρόσθετα, ο ίδιος απαντά στις καίριες ερωτήσεις του Δημήτρη Δημηρούλη. Στην δεύτερη ενότητα οι Γιάννης Βαρουφάκης, Αθηνά Bογιατζόγλου, Κώστας Βούλγαρης, Ρένα Δούρου, Τάκης Καγιαλής, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Γιώργος Μέρτικας, Νίκολας Ρο, Νικόλας Σεβαστάκης και Ευκλείδης Τσακαλώτος παρουσιάζουν απόψεις για το έργο (ή με αφορμή αυτού) που κατέθεσαν σε δυο συνεχόμενα αφιερώματα στο ένθετο «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής.

Αποτελώντας, κατά τον φίλο του Ταρίκ Άλι, ένα είδος διττής ύπαρξης, ο Ήγκλετον (Σάλφορντ, 1943) έμαθε να απολαμβάνει μια ζωή στην κόψη, στο σημείο τομής διαφορετικών κόσμων, ενώ, πολύ περισσότερο, στο λογοτεχνικό πεδίο ελίχθηκε με δεξιοτεχνία ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, απόψεις και πολιτικές και επεδίωξε το φαινομενικά αδύνατο: την διατήρηση της εξάρτησης από τον αγγλικό εμπειρισμό, τον επιτονισμό της ιρλανδικής «ιδιαιτερότητάς» του, την συντήρηση της βιωματικής του σχέσης με τον καθολικισμό και την προώθηση ενός δικής του επινόησης ριζοσπαστικού μαρξισμού. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «όλες οι κατηγορίες μπορούν να είναι ανοικτές, πορώδεις και διαπερατές».

Χάρη στον Ήγκλετον αναγνωρίστηκαν πολλά ξεχασμένα λογοτεχνικά κείμενα, υποδείχθηκαν νέοι τρόπο ανάγνωσης των ήδη αναγνωρισμένων, φωτίστηκαν οι δευτερεύοντες μυθιστορηματικοί χαρακτήρες και αναδείχθηκε το έργο γυναικών συγγραφέων και συγγραφέων έγχρωμων ή προερχόμενων από την εργατική τάξη. Είχε άλλωστε επισημάνει τον αποκλεισμό των μελών της από την απόλαυση της λογοτεχνίας: «[οι εργαζόμενοι] όντας φιμωμένοι για γενιές, έχουν διδαχθεί να θεωρούν τη λογοτεχνία μια ελιτίστικη δραστηριότητα που ξεπερνά τα όρια της αντίληψής τους» (από την «Εισαγωγή στη Θεωρία της Λογοτεχνίας»).

Όμως πέρα από τις λέξεις της πολιτικής ο Ήγκλετον επιμένει (ιδίως στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο The Gatekeeper: A Memoir (2001)) στον άμεσο μετασχηματισμό της θεωρίας σε «υλική δύναμη». Βέβαιος πως η αριστερά δεν έχει μόνο τα καλύτερα οράματα αλλά και τον μεγαλύτερο ρεαλισμό, αντλεί αισιοδοξία από τις δυο σύγχρονες επαναστάσεις που συνέβησαν χωρίς πολλή αιματοχυσία (την πτώση του απαρτχάιντ και του σταλινισμού). Στις αιτιάσεις περί επανάστασης της πολυθρόνας το «κακό παιδί» της Οξφόρδης και «ο γνωστότερος βρετανός αντάρτης πανεπιστημιακός» απαντά πως πάντα υποστήριζε περιθωριακές απόψεις μέσα στα μεγάλα ιδρύματα και πως δεν υπάρχει καμία καθαρή και καθαρά ασυμβίβαστη θέση. Αξιώνοντας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, να δρα ως δημόσιος διανοούμενος έχει πάντα ως οδοδείκτη πνευματικής και πολιτικής πορείας την επίτευξη μιας εύλογης δικαιοσύνης. Πρόκειται για στοιχείο που τον συνδέει τόσο με τον Έντουαρντ Σαΐντ όσο και με τον Σλαβόι Ζίζεκ, στους οποίους αφιερώνει εγκωμιαστικά κείμενα: αμφότεροι διαπερνούσαν τα σύνορα κάθε είδους κουλτούρας αλλά περισσότερο από τους απεγνωσμένους προσδιορισμούς ταυτοτήτων τους ενδιέφερε η καθολική απονομή της δικαιοσύνης.

Στο Νόημα της Ζωής (The Meaning of Life, 2007) ο Ήγκλετον προχωρά ένα βήμα πιο πέρα Στην κοινωνία μας, γράφει, έχει επικρατήσει η ιδανική «εικόνα» του αυτόνομου ατόμου. Για τους συντηρητικούς φιλελεύθερους, ο «άλλος» όχι μόνο δεν είναι απαραίτητος για να υπάρχει «εγώ», αλλά αποτελεί απειλή για την ύπαρξή μας. Όμως το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται εντός του ατόμου μας αλλά διαβιεί στις σχέσεις των ανθρώπων. Το ζητούμενο είναι η ανοικοδόμηση μιας κοινωνίας που να θυμίζει ένα μουσικό συγκρότημα τζαζ όπου οι μουσικοί «…αυτοσχεδιάζουν, διαισθανόμενοι όμως ο ένας τον άλλο, παράγοντας έτσι μια σύνθετη αρμονία, που προέρχεται όχι από κάποια κεντρικά σχεδιασμένη παρτιτούρα αλλά από την ελεύθερη μουσική έκφραση του κάθε μουσικού, που όμως έχει ως προϋπόθεση την ελεύθερη έκφραση των υπολοίπων».

Εκδ. Το Πέρασμα, 2009, επιμέλεια – πρόλογος Ρένα Δούρου, σελ. 187.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 23 (φθινόπωρο 2010)

07
Οκτ
10

Régis Debray – Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου

Η βιβλική μεταϊστορία

Μέρος Α΄

Ο αλλοτινός «ψηλαφιστής μιας θρησκείας εγκόσμιας σωτηρίας» (θυμίζουμε: φίλος και συνεργάτης του Τσε Γκεβάρα) οργώνει τους βιβλικούς τόπους σε μια ιδιότυπη αποστολή διερεύνησης των περιπετειών της μεγάλης θεολογικής υπόσχεσης. Εικονοπλαστικές περιγραφές, συζητήσεις με πρόσωπα κάθε άποψης και ταυτότητας και προσωπικές περιπλανήσεις μεταπλάθονται σε συναρπαστικό δοκιμιακό, πολιτικό, φιλοσοφικό και ταξιδιωτικό λόγο (που προλογίζεται από απαραίτητο εισαγωγικό και κριτικό σημείωμα του Σταύρου Ζουμπουλάκη). Τι απέγιναν οι Γραφές στην χώρα των τριών μονοθεϊσμών, των κληρονομικών μεσσιανισμών και του μέγιστου μίσους στην ελάχιστη επιφάνεια, όπου τρεις φωνές μοιάζουν να λένε η μια στην άλλη «δεν έχεις θέση εδώ»;

Το επιχείρημα της παλαιότητας συνεπάγεται την κυριαρχία στο παρόν. Το εκρηκτικό βραχυκύκλωμα χρονολόγησης και διεθνούς δικαίου (που θα ανάγκαζε πολλούς πληθυσμούς στον κόσμο να μετοικήσουν) εξηγεί γιατί η αρχαιολογία εδώ μυρίζει μπαρούτι. Το Ισραήλ κατατρυπά τη γη, ταυτίζει πηγές κι εξαφανίζει κάθε εχθρική προϊστορία. Οι χριστιανοί αναζητούν την επαλήθευση της βιβλικής αφήγησης σε χαλίκια και παπύρους. Οι μηδαμινές αρχαιολογικές πληροφορίες για τα πρωτοχριστιανικά χρόνια αναπληρώνονται από παραχαράξεις και οι βιβλικοί λόγοι συρράπτονται στα θραύσματα των σκαμμάτων: μια σχολαστική υψηλή ραπτική. Οι πιστοί μοιάζουν δεμένοι περισσότερο με τις τελετουργίες παρά με το δόγμα τους. Η θρησκεία περισσότερο δηλώνει την ταυτότητα της ομάδας παρά την αλήθεια ενός αισθήματος. Οι κληροδοτημένες χειρονομίες βαρύνουν περισσότερο από τις ιδέες.

Η βιομηχανία της μνήμης μετατρέπει τους βιβλικούς μη-τόπους σε «αυτόματους πωλητές του παγκοσμιοποιημένου μεταφυσικού. Ο επιμνημόσυνος τουρισμός μας επιστρέφει σε πηγές περισσότερο πλαστές παρά γνήσιες. Το λίκνο της χριστιανικής πίστης θεάται μόνο μέσα από τις επανειλημμένες επεμβάσεις της ενηλικίωσής της, Η σηματοδότηση ανθεί, το σημαινόμενο φθίνει. Τα μνημεία – πολυκαταστήματα της πίστης είναι για την ανάμνηση του Ιησού ό, τι είναι η φλυαρία για τον λόγο. Το μυθικό λειτουργεί με χρονοκαθυστέρηση. Ο προσκυνητές δημιούργησαν τον Άγιο Τόπο, όχι το αντίστροφο. Η Ιστορία αντικαθίσταται από μια εύπλαστη και πολυδύναμη μεταϊστορία.

Η τριπρόσωπη Πόλη μοιάζει με βιομηχανική έκθεση περιφράξεων και εμποδίων διέλευσης. Παντού κυριαρχεί η αγωνία του σωστού συνθήματος, της λάθος πινακίδας και του κλειστού περάσματος. Καμία άλλη πόλη δεν είναι τόσο κατακερματισμένη και οριοθετημένη. Η αποθέωση της τειχολογίας συμβαδίζει με την ταυτοτική σηματοδότηση: το ομοίωμα του ηγέτη κάθε κοινότητας γίνεται τελωνείο και πυξίδα ταυτόχρονα. Φωτογραφίες αγνοουμένων ή νεκρών στα μπάζα ή τους ηλεκτρικούς στύλους, αυτοσχέδια μνημεία, σημαίες στους αγρούς και τις σκεπές: μια έκρηξη εμβλημάτων, ένας αγιογραφικός ενθουσιασμός. Ο φόβος της όσμωσης δημιουργεί γωνίες λήψης που επιτρέπουν την απάλειψη των έτερων πλεοναζόντων πλησιαστών. Η κοινότητα και το τηλεοπτικό της κανάλι συνοψίζει τον μικρόκοσμο του καθενός, ενώ συχνά η εσωτερική ειρήνη εξαγοράζεται μ’ έναν εξωτερικό εχθρό ή με την υποχώρηση της δημοκρατίας.

Το Ισραήλ, σε μόνιμη κατάσταση εργοταξίου και προώθησης των συνόρων, δεν αναδεικνύει πόλεις αλλά μεγάλους άξονες κυκλοφορίας: οι μύθοι του χτίζονται με την μπουλντόζα, ο Μωυσής συμβαδίζει με το Κατερπίλλαρ. Χάρη στην τακτική του τετελεσμένου γεγονότος δεν αποτελούν οι ισραηλινοί εποικισμοί στίγματα ενός παλαιστινιακού φόντου, αλλά το αντίστροφο. Οι αναφορές των οργανισμών αγνοούν κάθε αξιολογική κρίση και προσωπική μαρτυρία. Ένα «μακελειό» καταχωρίζεται ως «συμβάν», η στατιστική μοιάζει πιο αξιόπιστη από τις φθαρμένες λέξεις. Καμιά σύγκρουση δεν είναι τόσο τεκμηριωμένη και χαρτογραφημένη. Οι λογιστές τους πένθους και της σφαγής γνωρίζουν πως τα μακροπρόθεσμα σενάρια αποτελούν ανυψωτές ηθικού και εργοδοτούν διπλωμάτες, μέσα και πολλές φάμπρικες απασχόλησης.

Ο Ντεμπρέ αισιοδοξεί παρατηρώντας την δικτύωση των προσφυγικών στρατοπέδων. Το Διαδίκτυο υποκαθιστά την εδαφική ένωση, παρακάμπτει τη λογοκρισία και οδηγεί σε μια εύπλαστη αντίληψη του ιερού. Η μεταφορά του ΟΗΕ («η τελευταία ασφάλεια, μαζί με τους Μ.Κ.Ο., πριν από την αυτοκτονία μιας κοινωνίας») στην πόλη, η επινόηση μιας πολιτικής οχυρώσεων και μιας ηθικής συνόρων και η λύση των δυο κρατών με μεγάλες εκατέρωθεν παραιτήσεις είναι απαραίτητες, όπως και η πεποίθηση πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον διάλογο ανάμεσα στις κουλτούρες και την συνύπαρξη ταυτοτήτων. Απαιτείται ένα «αυτοί» για να ζήσει ένα «εμείς». Η πολλαπλότητα των κόσμων και το ψηφιδωτό των πίστεων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ζωής.

Μέρος Β΄

Η σημειολογία της Αγίας Χώρας
Σπίτια μισοτελειωμένα, εντύπωση ενός διαρκούς «υπό κατασκευή», ανοιχτοί τοίχοι, κατασκηνώσεις μέσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, οικογένειες που κατασκηνώνουν μέσα στο μισογκρεμισμένο σπίτι τους, πάνω στα ερείπια. Στους τοίχους φωτογραφίες των νεκρών εφήβων ή κόκκινα τριαντάφυλλα αντί για τα πρόσωπα των κοριτσιών. Μια κοινωνία που εξαθλιώνεται και σαπίζει ζωντανή από έλλειψη δουλειάς, ελπίδας και εξαερισμού. Σμήνη παιδιών στη Αντ Ντεϊράτ, στην Δυτική Όχθη, υποδέχονται με κραυγές ενθουσιασμού τα σκουπιδιάρικα των εποίκων, για να βοηθήσουν στο οικογενειακό τσουκάλι: ο σκουπιδοτενεκές ως μέσο ταπείνωσης του εχθρού.

Η ειδωλολατρία της δύναμης
Στο Ισραήλ η θρησκεία είναι ένθετη στο έθνος και αντιστρόφως. Η συναγωγή κυριεύει τον στρατώνα και ο στρατώνας την κυβέρνηση. Εβραίοι εγκαταστάθηκαν άνευ όρων σ’ αυτή τη γη που τους είναι συγχρόνως ξένη και από τα πανάρχαια χρόνια πατρίδα τους. H επιστροφή ενός λαού στη γη του είναι νόμιμη, αλλά μπορεί να γίνεται δια του βίαιου διωγμού και της κατοχής ενός άλλου λαού; Εδώ εφαρμόζεται η εθνοκάθαρση και ανάγονται ως βασικοί δικαιικοί κανόνες το status quo και οι «νέες πραγματικότητες που ισχύουν επί τόπου». Ο Ντεμπρέ τονίζει πως αυτό το κράτος κινδυνεύει πρωτίστως από τον εαυτό του, από την «προσχώρηση στην ειδωλολατρία της δύναμης», στη δεισιδαιμονία της ισχύος. Είναι αξιοσημείωτο πως η αμερικανική εβραϊκή κοινότητα γίνεται όλο και πιο επιφυλακτική απέναντι στην πολιτική της ασταμάτητης φιλοπολεμικής τους δραστηριότητας, σε αντίθεση με την Γαλλία, στα λάθη της οποίας συχνά επανέρχεται ο συγγραφέας.

Οξύμωρα και υποκρισίες
Ενώ η Αμερική είναι η μεγαλύτερη χορηγός του Ισραήλ, η Ευρώπη είναι η πρώτη στην παροχή βοήθειας στην Παλαιστίνη: αφιερώνει εκατομμύρια ευρώ και τους καλύτερους εμπειρογνώμονες για την κατασκευή ενός σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας, ενός αεροδρομίου ή ενός επιστημονικού εργαστηρίου αλλά οι ίδιες χώρες δεν διαμαρτύρονται όταν η ισραηλινή αεροπορία ισοπέδωσε αυτές τις πολυδάπανες επενδύσεις σε τρία λεπτά! (σ. 372). Έτσι το Ισραήλ επωφελείται πρώτο από την βοήθεια προς την Παλαιστίνη, αφού η Ευρώπη πληρώνει στη θέση του τα έξοδα κατοχής που βαρύνουν τον κατακτητή. Από την άλλη, Παλαιστίνιοι κάνουν ουρά σε κάποιο check point για να τους προσλάβουν με τη μέρα στο χτίσιμο του τείχους που θα περικλείσει το χωριό τους. Ή νεαρές εργάτριες ράβουν τις στολές της Τσαχάλ.

Διασκέψεις και διάλογοι πραγματοποιούνται εκτός πεδίου πυροβολισμών και καρδιάς του προβλήματος. Η υποκρισία αποτελεί το απαραίτητο λιπαντικό για τους μηχανισμούς και των δύο. Όλοι επικρότησαν τις «συμφωνίες της Γενεύης» που δεν ισχύουν πλέον, λίγοι τις διάβασαν. Μεγάλες προσδοκίες, κανένα αποτέλεσμα. Οι ισραηλινές κυβερνήσεις μεριμνούν για τη χορήγηση τριμηνιαίας δόσης αναλγητικών (μονομερή πλάνα αποχώρησης, μερικές διαλύσεις εποικισμών, εξαγγελίες απραγματοποίητες). Η δημοσιότητα ζει στην επικαιρότητα και δεν έχει μνήμη. Είκοσι νεκροί στη Γάζα είναι σαν διακόσιους στην Βαγδάτη: ένα πλάνο, τρία δευτερόλεπτα, και περνάμε στην κλήρωση του λόττο.

Η εκβιομηχάνιση του συμβολικού

Δέκα χιλιάδες διδάκτορες για τον Πλάτωνα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι για τον Ιησού. Οι ιδέες και οι πράξεις μετράνε λιγότερο από την σιλουέτα που έχει εντυπωθεί.

Οι Άγιοι Τόποι σύντομα δεν θα είναι η Λούρδη που φοβόταν ο Φλωμπέρ αλλά μια νέα Ντίσνεϋλαντ – επισκέψιμα πνευματικά πάρκα αναψυχής με πάρκινγκ. Τα μνημεία μένουν όρθια μόνο χάρη στις αφηγήσεις με τις οποίες τα τεκμηριώνουμε, τη λάμψη μιας κοινής μνήμης που προβάλλουμε επάνω τους. Οι μυθικές πόλεις αποτελούν σημάδια μιας υπόσχεσης που απολαμβάνεις εκ του μακρόθεν. Τελικά τι είναι ο Ιορδάνης της γεωγραφίας μπροστά στον Ιορδάνη του προσωπικού μας χάρτη, των ονείρων μας για τον υμνωδό με τον ξύλινο σταυρό; Μόνον εκείνος είναι ωραίος γιατί δεν υπάρχει (σ. 136). Ευκολότερα μιλάς γι’ αυτόν παρά τον βλέπεις. Η Βηθανία της Βάπτισης είναι ένα εγκαταλειμμένο σημείο στο μέσο ενός ναρκοπεδίου. Τα κάμπινγκ της Άνω Γαλιλαίας, το φαστ-φουντ στη Ναζαρέτ, οι εργατικές κατοικίες στην κορυφή του Όρους των Ελαιών, τα ηχεία που ουρλιάζουν στην Εμμαούς εμποδίζουν κάθε επιστροφή στο παρελθόν, το οποίο ανασκευάζεται στη βάση των νοσταλγών του παρόντος.

Αυτό που πιστεύουμε ότι ήταν η εποχή του Χριστού είναι στην πραγματικότητα η εποχή των Βυζαντινών, που ήταν οι πρώτοι που προσδιόρισαν την τοποθεσία των ipsissimi loci της Γέννησης και των Αγίων Παθών. Στα αλλεπάλληλα στρώματα του υπεδάφους στοιβάζονται οι ευσεβείς φαντασιώσεις της οικουμενικής χριστιανοσύνης. Δελεαστικά φυλλάδια και προσκλήσεις σε τετραχρωμία μας καλούν σε επιστροφή σ’ αυτό που μας διαβεβαιώνουν πως είναι η αφετηρία μας. Καθώς τα λείψανα της πόλης στριμώχνουν τις εποχές και τους θεούς τον έναν πάνω στον άλλον, η ζωτική τέχνη της προχρονολόγησης και του αναχρονισμού αναλαμβάνει μια παντομίμα κουλτούρας, όπως οι γραφείς της φυλής που διηγούνται την ιστορία από εμπρός προς τα πίσω για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της στιγμής. Οι πρόγονοί μας, γράφει ο Ντεμπρέ, είχαν υπερεπάρκεια μνήμης και πενιχρότητα τόπων. Εμείς έλλειμμα μνήμης και πλεόνασμα τόπων. Δεν διαβάζουμε τις Γραφές, αλλά το προχρονολογημένο σκηνικό τους μας έχει γίνει πιο οικείο. Παραγνωρίζουμε ότι στην πραγματικότητα βρίσκονται μέσα μας, ότι είναι οι δικές μας αναμνήσεις και ελπίδες.

«Θεολογικές» και «λαϊκές» συλλογικότητες
Ένας τραγικός ποιητής θα χειροκροτούσε την ενότητα δράσης, τόπου και χρόνου. Πρωταγωνιστής ο Θεός, τόπος δυο τετραγωνικά χιλιόμετρα, επίδικο αντικείμενο η ίδια η αιωνιότητα. O Ντεμπρέ νοιώθει άβολα με την λατρευτική υστερία, τις ευσεβείς απάτες, «τα ασφαλιστικά συμβόλαια των σαλών του Θεού». Οι μονοθεϊστικές θρησκείες εξαγγέλλουν την συναδέλφωση και προκαλούν σφαγές στο όνομά τους. Αυτά που λέει ο Μπιν Λάντεν, περιέχονται στο Syllabus, την παπική εγκύκλιο του 1869!

Σε κάθε άνθρωπο, ας είναι και άθεος, υπάρχει ένας μουσουλμάνος, ένας χριστιανός και ένας εβραίος εν υπνώσει, που μια αναλυτική παρουσίαση μπορεί να τον ξυπνήσει φέρνοντας στην επιφάνεια ορισμένες αλλεργίες ή ενδόμυχες τάσεις που δεν υποψιαζόταν μέχρι τότε. Όλοι γνωρίζουν ότι η Βίβλος, το Κοράνι, ακόμα και τα Ευαγγέλια περιέχουν τα πάντα και τα αντίθετά τους, και ότι για κάθε μειλίχια παραίνεση των Γραφών αντιστοιχεί, τρεις σελίδες παρακάτω, μια άδεια για φόνο. (σ. 470, 472)

Οι χριστιανοί Άραβες διπλά παραμερισμένοι: στην πατρίδα ως χριστιανοί και στο εξωτερικό ως Άραβες. Οι Μαρωνίτες και οι κόπτες της Αιγύπτου αποδεικνύονται τα δυο πιο σταθερά αγκυροβόλια του ανατολικού χριστιανισμού. Δημιουργείται όμως η εντύπωση πως οι Χριστιανοί περισσότερο ενδιαφέρονται για την κλειδοκρατορία παρά για τον κίνδυνο οριστικής εξαφάνισης του χριστιανισμού στην περιοχή.

Το φράγμα των επτακοσίων χιλιομέτρων μοιάζει με την υπογραφή ενός μοιραίου πεπρωμένου «άπαξ και συγκροτηθούμε σε θίασο, εταιρεία, εκκλησία, σχολή, λέσχη, στοά, κόμμα, εθνότητα, έθνος ή κοινότητα». Εκεί όπου υπάρχει ένας εκλεκτός, υπάρχει και ένας απόβλητος. Ή απλώς «Μια εθνική μνήμη είναι η διαχείριση από κοινού μερικών βολικών παραλείψεων που θα έβλαπταν το ηθικό του έθνους». (σ. 257)

Τίτλοι τέλους (;)
Ο Ντεμπρέ είναι βέβαιος πως κάποια μέρα αυτό το σκουριασμένο καζάνι θα αυτοκαταστραφεί. Οι επιχειρήσεις αυτοκτονίας και οι απαγωγές ομήρων θα συνεχίζονται χωρίς τελειωμό, παρασυρμένες από μια τυφλή και νεανική παλίρροια, έναν ξέφρενο άνεμο συλλογικής και αυτοκτονικής ζωτικότητας. Όμως ελπίζει, καθώς το διαδίκτυο γίνεται εξισωτής δυνάμεων και νευρώνων, ευνοεί όσους έχουν χαμηλότερη μόρφωση, ενώνει τους εξόριστους, κάνει τις αποφάσεις συλλογικές και αφαιρεί από τα κράτη τον έλεγχο της αλήθειας, ελπίζει βλέποντας ένα εικονικό παλαιστινιακό μουσείο και γνωρίζοντας πως σε δέκα χρόνια από τώρα, όλοι, συμπεριλαμβανομένων των Βεδουίνων, θα είναι δικτυωμένοι. Εάν υπάρχει ένας μετα-ισλαμισμός, οφείλει πολλά στις δορυφορικές κεραίες και στους φορητούς υπολογιστές. Στον 21ο αιώνα όλοι μας θα έχουμε μια σύνθετη ταυτότητα και τόσο το καλύτερο. Ή όπως λέει ένας από τους συνομιλητές του: Είμαι Άραβας, μουσουλμανικής κουλτούρας, χριστιανικής θρησκείας, βυζαντινής μνήμης, σε εβραϊκό περιβάλλον. Είμαι όλα αυτά μαζί. Είμαι η ιστορία αυτού του τόπου εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Δεν μ’ αρέσουν οι ταυτότητες. Απλώς εντάσσομαι.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Άννα Καρακατσούλη, σελ. 516.

Πρώτη δημοσίευση: Α’ Μέρος : Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ). Β΄ Μέρος: αποκλειστικά εδώ στο Πανδοχείο.

Στις φωτογραφίες: Το Φράγμα των Επτακοσίων Χιλιομέτρων. Εξωτερικός (εξαεριζόμενος) τοίχος σπιτιού στη Γάζα. Πολύχρωμο «μνημείο» κατασκευασμένο από βλήματα που εκτοξεύτηκαν από άλλα βλήματα. Κόπτης μοναχός που μοιάζει με Σεκιούριτι. Η Οδός των Δακρύων (που δεκαπλασιάστηκε και περνάει μέσα από τουριστικά μαγαζιά). Ένα κορίτσι στη Γάζα. Κι ένας εγγυημένος τρόπος να θωρακίσεις την πόρτα σου.

19
Μαρ
10

Ράσελ Μπανκς – American Darling

Στην καρδιά του (σύγχρονου αφρικανικού) σκότους

O τρόπος ταξινόμησης των συμμαχιών μας, που από πολύ νωρίς συγκρούονται μεταξύ τους, ο τρόπος που ξεδιαλύνουμε και αξιολογούμε την αφοσίωσή μας σε αυτές σύμφωνα με την προτεραιότητά τους μέσα μας, έχει σχέση με τη δόμηση του ίδιου μας του εαυτού… Ποιους και τι θα υπερασπιστούμε και στο όνομα ποιών συμφερόντων είμαστε πρόθυμοι να θυσιαστούμε αποκαλύπτοντας την πραγματική φύση του εαυτού μας αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Οι φράσεις του Μπανκς από την Περιοδική έκδοση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων (Αουτονταφέ, 3/4 (2004), εκδ. Άγρα, μτφ. Έφης Φρυδά), αντανακλούν επακριβώς την δίνη των κρίσιμων διλημμάτων στην οποία βρίσκεται συνεχώς η ηρωίδα του.

Η 59χρονη Χάνα Μάσγκρεϊβ, κλείνοντας δεκαετία σε μια βιολογική φάρμα μαζί με μια ομάδα γυναικών αφηγείται στον αναγνώστη μια ζωή όπου πράγματι βρέθηκε πολύ συχνά μπροστά ενώπιον καθοριστικών έως δραματικών επιλογών. Ο ταραχώδης βίος της εκκινεί από την εμπλοκή της σε βομβιστικές επιθέσεις ενός πυρήνα της Weather Underground. Ζώντας έτσι ώστε μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα οποιαδήποτε μαρτυρία για την παροντική της ζωή να μπορεί να σβηστεί, η φυγόδικη Χάνα δεν δυσκολεύεται να εγκαταλείψει την ερωμένη της και να βρεθεί στην Λιβερία, στα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Ως Ντόον Κάρινγκτον πλέον, καλείται να απασχοληθεί σε ένα εργαστήριο πλάσματος, όπου χιμπαντζήδες – πειραματόζωα μολύνονται με ασθένειες που στέλνονται από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για τυπική συμπαιγνία μιας πολυεθνικής φαρμακευτικής εταιρείας που συλλέγει δεδομένα για υποστήριξη προϊόντων, ενός ιδρύματος που εξασφαλίζει κονδύλια και μιας χώρας που ανταλλάσσει την πρόσβαση στην πανίδα της με αποστολή ιατρικού προσωπικού, εξοπλισμού και προμηθειών. Η ανθηρή βιομηχανία των χιμπαντζήδων με την αιχμαλωσία των μωρών (συνεπώς θανάτωση της μητέρας και της ομάδας ενηλίκων που το προστάτευε), την παράνομη πώληση στις αγορές της δυτικής Αφρικής και την λαθραία αποστολή σε εργαστήρια της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αποτελεί μια μόνο ενδεικτική μορφή της απομύζησης του εγχώριου πλούτου από την Δύση.

Η θητεία της σε αυτό το λαμαρινένιο παράπηγμα – ψυχιατρείο ετοιμοθάνατων ζώων «που απέπνεαν λύπη με κάθε τους ανάσα» της δίνει ένα νέο προσανατολισμό ζωής. Το εργαστήριο έχει χρεωθεί στον Γούντροου Σουντιάτα, υφυπουργό Δημόσιας Υγείας και μελλοντικό σύζυγο και πατέρα των παιδιών της, ο οποίος διατηρεί την τριπλή ιδιότητα του απόγονου μιας Λιβεριανής φυλής, του διακόνου μιας Χριστιανικής Εκκλησίας και του μέλους της κυβερνητικής ελίτ, ενσαρκώνοντας τις αντιφατικές πολιτισμικές ταυτότητες με τις οποίες καλείται να εναρμονιστεί ο σύγχρονος Αφρικανός. Το ίδιο μετέωρη ανάμεσα σε διαφορετικές, μη αλληλένδετες ταυτότητες – Χάνα, Ντόον, πρώην πολιτική ακτιβίστρια, σύζυγος κυβερνητικού αξιωματούχου, μητέρα, λευκή «κυρά» – είναι και εκείνη (έχοντας δυο ονόματα ένοιωθα ανώνυμη, έχοντας πάνω από ένα παρελθόν ένοιωθα πως δεν είχα παρελθόν), βιώνοντας επιπρόσθετα την αντιστροφή της φυλετικής μυθολογίας, όπου ό,τι ήταν μειονότητα στην πατρίδα της εδώ αποτελούσε πλειονότητα που την καταχώριζε ως λευκή Αμερικανίδα: «το λευκό δέρμα ηχεί σαν κρότος, ηχηρό και πρόδηλο». Η διχασμένη της ύπαρξη χαρακτηρίζεται από βαθιά σύγχυση αναγκών και επιθυμιών, πολύ περισσότερο καθώς βρίσκεται στην ευνοημένη πλευρά της κοινωνικής ανισότητας.

Η Λιβερία υπήρξε το πρώτο ανεξάρτητο κράτος της Αφρικής, με θεσμούς που ακολουθούσαν το πρότυπο των ΗΠΑ, με τις οποίες συνδεόταν με βαθιές σχέσεις, έχοντας αποτελέσει τον ιδανικό εκπρόσωπο των θρησκευτικών, οικονομικών και φυλετικών τους συμφερόντων. Η αποστολή απελεύθερων σκλάβων στην δυτική Αφρική, «στην γη των προγόνων τους» και η εφαρμογή του συστήματος επιτήρησης των φυτειών του Νότου και της Καραϊβικής είχε δημιουργήσει μια ενδιάμεση αστική τάξη, δημιουργώντας πρόσθετο ρήγμα στην κοινωνική συνοχή των γηγενών. Η Ντόον βρίσκεται εκ των πραγμάτων μέσα στον κυκλώνα οριακών πολιτικών καταστάσεων. Ολόκληρη η χώρα αποτελεί κέντρο συναλλαγής, όπου το ξεπούλημα πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας σε ξένες εταιρείες, η παραχώρηση πελώριων δασών και η κλοπή δωρεών, εμβασμάτων και κονδυλίων από τα Ηνωμένα Έθνη, την Παγκόσμια Τράπεζα και ανθρωπιστικούς οργανισμούς έχουν υποχρεώσει τις φυλετικές ομάδες σε εγκατάλειψη του πολιτισμού τους και εγκατάσταση κοντά στις επιχειρήσεις. Γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της αλυσίδας του «αφρικανικού συνδρόμου»: η μεταμόρφωση του προέδρου – ανδρείκελου σε τύραννο με ψευδαισθήσεις μεγαλείου, που έχει ξεχάσει ποιος είναι το πραγματικό αφεντικό στη χώρα, οδηγεί στην πείνα και την εξαθλίωση των πολιτών, την πτώση του ηθικού του στρατού, την απροθυμία και αναξιοπιστία του μέχρι την συνομωσία για την ανατροπή του.

Η Ντόον νοιώθει εγκλωβισμένη σε μια δραματική πολιτική συγκυρία που μοιάζει απελπιστικά ανεπανόρθωτη, «μόνιμη και αδιασάλευτη σαν γενετικός κώδικας». Ανήμπορη να προσφέρει οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια, αποστρέφει το βλέμμα της απ’ ότι δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αλλάξει. Αναγνωρίζει τον εαυτό της μόνο όταν βρίσκεται με τους δια βίου έγκλειστους χιμπαντζήδες, με τους οποίους δημιουργεί μια μοναδική σχέση εμπιστοσύνης, ονομάζοντάς τους «ονειρευτές» από τον επιστημονικά διαπιστωμένο «ονειρικό χρόνο» της ζωής τους, όπου το καθετί αντιμετωπίζεται σαν να βλέπεται για πρώτη φορά, χωρίς συνείδηση παρελθόντος ή μέλλοντος. Η επιθυμία για παρόμοια εκ μέρους της συνειδησιακή λειτουργία είναι προφανής.

Ο «αφρικανικός τρόπος στρατηγικής επιβίωσης» υποχρεώνει τον σύζυγό της να υποταχθεί στον νέο ηγέτη Σάμουελ Ντόου (που εκτέλεσε τον προηγούμενο πρόεδρο Γουίλιαμ Τόλμπερτ και τους υπουργούς του), προτρέποντας τη σύζυγό του να εγκαταλείψει τη χώρα και την οικογένειά της. Η επιστροφή στην Αμερική σε μια ακόμα νέα ζωή φαντάζει ως το πραγματικό Αμερικανικό Όνειρο: να αλλάζεις σχήμα, να εξαφανίζεσαι και να επανεμφανίζεσαι ως κάποιος άλλος, να μπορείς να επιζήσεις από τον ηθελημένο φόνο του προσωπικού σου παρελθόντος. Η καταφυγή στον πατρικό «ξενώνα» ή στην πρώην σύντροφό της δεν προσφέρουν τη γαλήνη που συνεπάγεται μια οριστική επιλογή. Η επιστροφή στην πολιτική δράση είναι μονόδρομος: η συμμετοχή στην απόδραση του φυλακισμένου Τσαρλς Τέιλορ (μετέπειτα προέδρου της Λιβερίας), που υπόσχεται να ανατρέψει τον Ντόου και να εγκαθιδρύσει μια σοσιαλιστική δημοκρατία «τρίτου δρόμου» βασισμένη στην φυλετική οργάνωση, μοιάζει με εξιλέωση από τα χρόνια πολιτικής παθητικότητας και επάνοδο στις συγκινήσεις και την δράση. Ή πιθανώς ο μόνος τρόπος να μην κατρακυλήσει στον κυνισμό και την απόγνωση; Το ξέσπασμα ενός άγριου εμφύλιου φυλετικού πολέμου με τρεις αντιμαχόμενες δυνάμεις, τo τραγικό τέλους του Γούντροου, η εξαφάνιση των γιών της, η βίαιη εκτέλεση του Ντόου και οι οριακές συνθήκες άλογης καταστροφής και αγριοτήτων χωρίς καμία πολιτική σκοπιμότητα καθιστούν την δεύτερη βεβιασμένη φυγή της αναπόφευκτη. Η κυκλικότητα του μύθου ολοκληρώνεται με μια τελευταία επιστροφή «δέκα χρόνια και μια ζωή αργότερα», ένα παραισθητικό ταξίδι ενοχής, μια επίσκεψη στον τόπο του εγκλήματος, ένα κάλεσμα από τους χιμπαντζήδες και όχι από τη μνήμη του συζύγου, ούτε από τους γιους της, η ανάγκη να δεχτεί την αυστηρή, τελική τους ετυμηγορία και να απαντήσει σε βασανιστικά ερωτήματα και κυρίως αν η φυγή από την αγριότητα και την τρέλα του πολέμου δεν κάλυπτε παρά μια ακόμα απόδραση.

Ο Μπανκς εντάσσει σε μια συναρπαστική αφηγηματική ρυθμική την εναλλαγή παροντικού και παρελθοντικού μυθοπλαστικού χρόνου, την ενσωμάτωση στοιχείων όπως τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα ή το προσωπικό οικογενειακό παρελθόν, αλλά και πρόσθετες, έκκεντρες του μύθου, συναρπαστικές σελίδες για τα γηρατειά, τα κίνητρα του ακτιβισμού, τον αφρικανικό πολιτισμό. Η εξομολογητική διάθεση της ηρωίδας συχνά διοχετεύεται σε μια υποθετική ή πραγματική επιστολογραφία, ενώ πολλές σκηνές είναι ιδιαίτερα υποβλητικές, όπως εκείνες στο εργαστήριο – ερειπιώνα νεκρών ζώων (που θυμίζουν αντίστοιχες του Τζόναθαν Κόου στο Τι ωραίο πλιάτσικο!).

Ο συγγραφέας με πειστικότατο τρόπο δημιουργεί μια ηρωίδα που σταδιακά βουλιάζει στην παθητικότητα, αδυνατεί να ταξινομηθεί ως σύζυγος και μητέρα και δεν διστάζει να εγκαταλείπει την ζωή της για χάρη μιας άλλης. Ανεξάρτητα από το αν η αφοσίωση σε αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η ισότητα είχαν ως τίμημα την ψυχρότητα και την απόσταση από αυτούς που την αγαπούσαν ή αν η προδοσία και η λιποταξία όντως αποτελούν το βασικό μοτίβο της ζωής της, οι σχέσεις της πάντα χαρακτηρίζονται από «μια διάζευξη, μια πανίσχυρη, κρυφή σύγκρουση» που μεταφράζεται ως ικανότητα φυγής με αξιοσημείωτη ευκολία. Καθώς η Χάνα – Ντόον διαρκώς φαντασιώνεται εναλλακτικές ζωές ή αισθάνεται πως εκτελεί έναν ρόλο σε θεατρικά έργα επινόησης άλλων, η επίγνωση του τέλους της προσωπικής της ιστορίας μοιάζει με μια μαύρη σκιά που ξεθωριάζει προτού γίνει λευκή (Η ζωή μου έχει γίνει μια σειρά από ατέρμονες στιγμές. Δεν έχει πλέον πλοκή). Τα δύο άκρα του οράματός της δεν ευοδώνονται ποτέ: δεν κατορθώνει να αλλάξει ούτε μια φράση στην ιστορία της Λιβερίας ή του εαυτού της.

Εκδόσεις Πόλις, 2008, σελ. 577, μτφ.: Τάκης Κιρκής (Russell Banks, The Darling, 2004)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 595, 19.3.2010 (και εδώ).  Oι δυο φωτογραφίες, από Λιβερία.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,834 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers