Αρχείο για την κατηγορία 'Φασισμός'

12
Μάι
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου

Το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης

Έχασα μια πατρίδα και δε με νοιάζει, τα νιάτα μου πέρασαν σαν αστραπή μέσα σε μάχες, εξορίες και φυλακές, αλλά ο τελικός απολογισμός με γεμίζει περηφάνια. Και ζω έντονα γιατί όλες μου οι ενέργειες, όλα μου τα όνειρα, όλες μου οι λαχτάρες, είναι γεμάτα από την παρουσία αυτού που μου λείπει: του Σέρχιο Λέιβα, το φίλου μου, του συντρόφου μου, του αδελφού μου. [σ. 181]

Το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της «δοκιμιακής» – μη μυθοπλαστικής γραφής αλλά και της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του Σεπούλβεδα, συνεπώς και της γενικότερης θεματολογίας της συγκεκριμένης συλλογής: οι κοινωνικοί αγώνες στέκουν δίπλα στις σπουδαίες προσωπικές σχέσεις, καθώς αμφότερα, άρρηκτα μεταξύ τους δεμένα, πλέκουν τη ζωή του ίδιου και των συντρόφων του. Το κομμάτι προέρχεται από το κείμενο Σύντομη ιστορία ενός άξιου ανθρώπου, από το οποίο και κλέψαμε τη φράση του τίτλου μας – το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης ενεργοποιείται βέβαια με την επέτειο των τριάντα χρόνων «από το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που σκότωσε για πάντα την χιλιανή δημοκρατία».

Ο Σεπούλβεδα ήταν 23 χρονών τη βροχερή 11η Σεπτεμβρίου 1973 και σήμερα γράφει εν θερμώ, στα 53 του πλέον, κοιτάζοντας για άλλη μια φορά τον κατάλογο των απωλειών του: εκεί πρώτος πρώτος βρίσκεται ο φίλος του Σέρχιο Λέιβα. Μαζί διέσχισαν την έρημο Ατακάμα στην καρότσα ενός καμιονιού, μιλώντας για το μέλλον που θα έφτιαχναν μόλις γίνονταν πολίτες μιας ελεύθερης ηπείρου. Ο ίδιος ο Βίκτορ Χάρα, ο μέγας ραψωδός του χιλιανού έπους του είχε εκφράσει την στενοχώρια του γιατί ο Λέιβα δεν ηχογραφούσε τα τραγούδια του παρά άφηνε το ταλέντο του μέσα στο τσαλακωμένο τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Αλλά ο Λέιβα είχε και γι’ αυτό απάντηση: πρώτα θα έφτιαχνε μια χαρούμενη όπερα όπου δεν θα υπήρχε λύπη ή στεναγμός.

Την ημέρα του πραξικοπήματος άρπαξε απ’ τους στρατιωτικούς ένα πεντακοσαράκι Φίατ αρματωμένο με πυροβόλα κι απ’ την ανοιχτή του στέγη τους σημάδευε με το μυδραλιοβόλο. Πολέμησε για πέντε μέρες, πήδηξε το φράχτη της αργεντινής πρεσβείας όπου κατάσχεσε τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων που είδε με μεγάλη έκπληξη στα χέρια των συντρόφων του, ξαναβγήκε στους αγώνες του δρόμου και όταν ετοιμαζόταν να πηδήξει έναν ακόμα φράχτη τον σημάδεψε ο χωροφύλακας Βιγιάλμπα. Μη στενοχωριέσαι αδελφέ, του είπε ο Λέιβα, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του, πυροβολείς και την κάνεις. Χρόνια αργότερα ο Σεπούλβεδα συνάντησε τον χωροφύλακα για να του πει ότι εκείνος σκότωσε τον αδελφό του. O στρατιώτης ήταν ένα ερείπιο – δυο χρόνια μετά την δολοφονία είχε χάσει το μυαλό του και διώχθηκε απ’ το σώμα.

Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στους σχολικούς χάρτες, αλλά στην αθέατη περιοχή των μεγάλων λησμονημένων που, εκτός απ’ τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, μιλούν χίλιες άλλες γλώσσες. Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στην υδρόγειο σφαίρα, αλλά στη σφαίρα της αβεβαιότητας. […] Αυτή η άλλη στεριά βροντοφώναζε πως υπήρχε χώρος για τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει πως αυτοί οι «πάντες» εποφθαλμιούσαν τον δικό της χώρο.  [σ. 10-11]

Στη διάρκεια των χιλίων ημερών της κυβέρνησης του Αγιέντε και του συλλογικού ονείρου, γράφει ο Σεπούλβεδα, «ανακαλύψαμε τον άλλον, αυτόν που ήταν εδώ πριν από μας, τους Λατινοαμερικανούς, κι επιστρέψαμε στους μαπούτσε [αυτόχθονες της Χιλής] ένα μέρος απ’ την κλεμμένη γη τους». Ο συγγραφέας προβληματίζεται για την «αβέβαιη» πατρίδα της Λατινικής Αμερικής, της οποίας έχουν κλέψει ακόμα και το όνομά της και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει μόνο ως επικράτεια «αποκλεισμών, απειλών, διαφθοράς, εισβολών, στρατιωτικών και τραπεζικών πραξικοπημάτων, διαρπαγών και καπιταλιστικού κυνισμού».

Οι σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (δηλαδή σε κάθε χρόνο κι εποχή) γράφτηκαν σε τρία μαύρα σημειωματάρια moleskin από τον Ιανουάριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004 και διατρέχουν ολόκληρο το σύμπαν του Σεπούλβεδα, από την εξέγερση των ιθαγενών του Τσιάπας («Δεν εξεγέρθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία, αλλά για να πουν: υπάρχουμε») και το παλαιστινιακό ζήτημα μέχρι την κινηματογραφική ταινία που γύρισε κάτω απ’ τη βροχή αλλά και τον εκτυφλωτικό ήλιο των Άνδεων, με τρία βαγόνια επιβατηγού τρένου ως καμαρίνια, δυο φορτηγά ως τροχήλατα κελιά που και τους φίλους που έπαυαν να είναι φίλοι και άρχισαν να γίνονται ένα μέρος της ιστορίας του, της φρικτής ιστορίας τόσων χιλιανών … [Nowhere, 2001, βασισμένη σε δικό του διήγημα].

Ο Σεπούλβεδα διαπιστώνει πως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων δεν φορούν στολές και δεν ανήκουν σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές και πως το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάντησε να λύνεται με …αποζημιώσεις, ενώ βλέποντας στις ΗΠΑ να έχουν εξαφανιστεί οι φωτογραφίες των νεκρών που απανθρακώθηκαν στην ιρακινή έρημος κατά την επιχείρηση «Θύελλα της ερήμου» αλλά και γενικότερα οι εικόνες από τους πολέμους του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν να μην υπάρχουν σε κανένα αρχείου του Τύπου και να έχουν σβηστεί από το διαδίκτυο, είναι πλέον απόλυτος: η μοίρα των νεκρών είναι η μοναξιά και η λήθη.

Στο κάτω κάτω γι’ αυτό γράφω: για να γνωρίζομαι με ομοιοπαθείς.

Ο λόγος και η γραφή έχουν βέβαια κυρίαρχη θέση στις σκέψεις του Χιλιανού, που ομολογεί για άλλη μια φορά πως δεν μπορεί να έχει άλλη πατρίδα από τη γλώσσα του, καθώς οι λέξεις «πατρίδα», «κοιτίδα», «γενέτειρα», ή είναι συνώνυμα ενός τόπου γιορτινού και χαρούμενου, ή μια σειρά φθόγγων χωρίς νόημα. Τα λόγια και ο λόγος αναφέρονται στην κοινοτοπία και το μπανάλ του σύγχρονου λόγου, ένα μπανάλ που τείνει να διαστρέφει το πραγματικό βάρος των λέξεων γιατί αισθάνεται την απειλή της τάξης που εγκαθιστούν οι λέξεις, καθώς και του κατ’ εξοχήν καρπού τους, του Λόγου, που μας φυλάει απ’ το να πέσουμε στην άβυσσο, μας βοηθάει να είμαστε γενναίοι μπροστά στις αντιξοότητες και να δυσπιστούμε στον πρώτο κανάγια που προσπαθεί να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στις Μνήμες ισπανικών εξομολογείται πως για τον ίδιο δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από μια σύναξη ισπανόφωνων που μαζεύονται απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Το να διαπιστώνεις ότι ο ανεξάντλητος γλωσσικός τους θησαυρός έδεσε μια χαρά με τις σύγχρονες πραγματικότητες και η ενσωμάτωση ακόμα και αμερινδικών εκφράσεων, του γεννά την ευτυχή αίσθηση πως ανήκει σε μια κουλτούρα που δεν τη βρίσκεις στα μουσεία, αλλά σε μια κουλτούρα του σήμερα, που διαμορφώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε μια εξαίσια, αέναη συγκολλητική διαδικασία. [σ. 19-23]

Ένα δισέλιδο κείμενο αφιερώνεται στον Ρομπέρτο Μπολάνιο και στα συναισθήματά του στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Εδώ αντιδιαστέλλεται ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας που έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί μια επώδυνη αλήθεια πως δεν έλαβε ποτέ μέρος φανερά, πανηγυρικά, στους αγώνες που έδωσε η γενιά του για αλλαγή της χιλιανής κοινωνίας με τον «μεγάλο προβοκάτορα» Χ.Λ. Μπόρχες. Και το πιο προσωπικό κομμάτι του τόμου (Παιδικά χρόνια) διασώζει τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του προς τον ίδιο: Μη στενοχωριέσαι. Όταν ήμουν στη φυλακή της Αλμερίας, ορκίστηκα να ζήσω, όχι για να δω τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. [σ. 220]

Εκδ. Opera, 2004, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 245, με δεκασέλιδες σημειώσεις [Luis Sepúlveda, Moleskin, 2004]

Δημοσίευση και σε mic.gr

16
Απρ
12

Jean Améry – Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση. Απόπειρες ενός εκμηδενισμένου να υπερβεί το ανυπέρβλητο

Γι’ αυτό και επαναλαμβάνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο: δεν υπάρχει «νέα πατρίδα». Πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας και της νιότης. Όποιος τη χάσει, παραμένει μετέωρος, ακόμα και αν κάποια στιγμή, ζώντας σε ξένους τόπους, μάθει να μην τρεκλίζει πια σαν μεθυσμένος, αλλά να πατά το πόδι του στο έδαφος με όσο το δυνατόν λιγότερο φόβο. [σ. 101]

Η αδιανόητη βιογραφία

Ο Jean Améry είναι ο Hans Maier, με το επίθετο αναγραμματισμένο· είναι ο Αυστροεβραίος συγγραφέας και στοχαστής που γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, εντάχθηκε στον περιβόητο Κύκλο της, αλλά είδε την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και βίωσε τον αχαλίνωτο αντισημιτισμό και την έξαρση του ναζισμού, συνειδητοποιώντας το αβάσταχτο φορτίο της εβραϊκής του ταυτότητας. Κατέφυγε στο Βέλγιο το 1939 αλλά συνελήφθη ως … ανεπιθύμητος Γερμανός αλλοδαπός και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στον γαλλικό Νότο. Εκδόθηκε στους Γερμανούς, κλείστηκε σε στρατόπεδο, δραπέτευσε, εντάχθηκε στην Αντίσταση, συνελήφθη, βασανίστηκε από την Γκεστάπο κι έζησε σε Άουσβιτς, Μπούχενβαλντ και Μπέργκεν – Μπέλζεν. Μετά την λήξη του πολέμου εργάστηκε ως πολιτικός αρθρογράφος και έγραψε κείμενα για λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφο. Ύστερα από είκοσι χρόνια σιωπής, το 1964 στη δίκη των εγκληματιών του Άουσβιτς μίλησε ανοιχτά για όσα υπέστη από το Τρίτο Ράιχ. Τότε έγραψε και το πρώτο σχετικό δοκίμιο. Αυτοκτόνησε το 1978. Η σύζυγός του (για την οποία κρατήθηκε στη ζωή τα δυο πιο δύσκολα χρόνια του) πέθανε το 1944, στα 28 της, αδυνατώντας να αντέξει στην εξορία.

Διερευνώντας την υπόσταση του θύματος

Ο Αμερύ στέκεται μπροστά στο αναπάντητο ερώτημα πώς ήταν ποτέ δυνατόν «αυτό» που συντελέστηκε από το 1933 έως το 1945 να προήλθε από ένα γερμανικό έθνος υψηλής νοημοσύνης, βιομηχανικής αξιοσύνης και απαράμιλλου πολιτισμικού πλούτου, του έθνους «των ποιητών και των στοχαστών». Οι ερμηνείες περί γερμανικής ιδιοσυγκρασίας ή γερμανικού πνεύματος (Λούθηρος, Κλάιστ, Χάιντεγκερ) ή οικονομικής κρίσης είναι μονοαιτιακές και αποτυχημένες. Πώς μπορεί να διαφωτιστεί η έκρηξη του ακραίου Κακού στη Γερμανία ενός Κακού που αυτό που το διαφοροποιούσε από άλλες περιπτώσεις (Στάλιν, δικτατορίες και τάγματα θανάτου σε Λατινική Αμερική, Πνομ Πενχ, σοσιαλιστικός τρίτος κόσμος) ήταν η εσωτερική λογική και ο απεχθής ορθολογισμός του;

Επιθυμεί το βιβλίο να θεωρηθεί ως μαρτυρία για τον πραγματικό φασισμό και μια έκκληση στη γερμανική νεολαία να ασκηθεί στην ενδοσκόπηση, αλλά επιθυμεί να διαβαστεί και από τους νέους της Αριστεράς και τους αντιφασίστες που με αφορμή το Παλαιστινιακό ζήτημα φωνάζουν «θάνατος στο εβραϊκό έθνος», μια ιαχή που μοιάζει με «μια από τις κακόγουστες φάρσες της παγκόσμιας Ιστορίας». Το αρχικό του σχέδιο για μια στοχαστική δοκιμιακή εργασία οδήγησε, όπως γράφει στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, σε μια προσωπική ομολογία κατατεμαχισμένη από τον διαλογισμό, για να καταλήξει στην διερεύνηση της υπόστασης του θύματος. Απλώς περιγράφω την κατάσταση ενός εκμηδενισμένου, αυτό είναι όλο, προσθέτει, για να καταλήξει: Για τους Γερμανούς που στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν νιώθουν ή δεν νιώθουν πια να τους αφορούν οι πράξεις του Τρίτου Ράιχ, πολύ ευχαρίστως να τους πω κάποια πράγματα που μέχρι τώρα ίσως να μην τους τα έχουν αποκαλύψει.

«Πνεύμα επί ξύλου κρεμάμενο»

Το πρώτο συγκλονιστικό δοκίμιο του τόμου αφορά την θέση του διανοούμενου στο Άουσβιτς (ορίζοντας τον διανοούμενο ως άνθρωπο που ζει μέσα σε ένα σύστημα πνευματικών αναφορών με την ευρεία σημασία του όρου και διαθέτει μια καλώς ανεπτυγμένη αισθητική συνείδηση) όπου βρίσκεται αναγκασμένος να θέσει υπό δοκιμασία την αποτελεσματικότητα του πνεύματός του ή ακόμα και να το αναγνωρίσει ως άκυρο. Όσοι ανήκαν σε διανοητικά επαγγέλματα την είχαν άσχημα στα εργοτάξια: κατέληγαν σε ομάδες χειρωνακτικής εργασίας και σε θέσεις που απαιτούσαν σωματική δεινότητα και σθένος. Στο ίδιο το στρατόπεδο αντιμετωπίζονταν με την ίδια περιφρόνηση από τους συγκρατούμενούς τους. Η εκλεπτυσμένη εκφορά του λόγου τους έπρεπε να προσαρμοστεί σε εντελώς νέες γλωσσικές συνθήκες. Πόσο χρήσιμη ήταν για ένα κρατούμενο η καλλιέργεια του πνεύματος στον αγώνα για επιβίωση; Η ιδιαίτερη φύση του Άουσβιτς (ως αυτοσχέδιου στρατοπέδου που απαρτιζόταν από ολότελα απολιτικούς Εβραίους και Πολωνούς και διοικούνταν από Γερμανούς κακοποιούς, σε αντίθεση με το Νταχάου) έκανε ακόμα πιο άγρια την αντιπαράθεση του πνεύματος με την αγριότητα.

Η πνευματική κάθοδος

Ο Αμερύ απαριθμεί τα σταδιακά βήματα προς την νέα κατάσταση. Κάθε πνευματική έκφραση αποτελεί απαγορευμένη πολυτέλεια. Η μνήμη κάποιων στίχων δεν είναι πλέον σε θέση να υπερβούν την πραγματικότητα. Ένας πολύτιμος πνευματικός σύντροφος είναι ανύπαρκτος σε ολόκληρο το στρατόπεδο. Αργότερα παύει κανείς να πιστεύει στην πραγματικότητα του πνευματικού κόσμου, πόσο μάλλον ένας Εβραίος διανοούμενος γαλουχημένος με τις αξίες του γερμανικού πνεύματος: οτιδήποτε κι αν δοκίμαζε να επικαλεστεί δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στον εχθρό. Η πνευματική και αισθητική του κληρονομία είχε περιέλθει στην κυριότητα του τελευταίου. Μπορεί ο Thomas Mann να [φέρεται πως] είπε στις ΗΠΑ: Ο γερμανικός πολιτισμός βρίσκεται εκεί όπου βρίσκομαι εγώ αλλά ήταν μακριά. Εδώ το άτομο ήταν εξαναγκασμένο να εγκαταλείψει ολόκληρη τη γερμανική κουλτούρα και στερούνταν την πνευματική του υπόσταση. Το πνεύμα υποτασσόταν αναπόφευκτα στην πραγματικότητα.

Στο στρατόπεδο, και ιδίως στο Άουσβιτς, η ορθολογική – αναλυτική σκέψη λοιπόν όχι μόνο δεν προσέφερε την παραμικρή βοήθεια αλλά οδηγούσε κατευθείαν σε μια τραγική διαλεκτική της αυτοκαταστροφής. […] Ο καλλιεργημένος άνθρωπος δεν έπαιρνε τόσο εύκολα ως δεδομένες τις αδιανόητες συνθήκες όσο ο ακαλλιέργητος. Το γεγονός ότι είχε μάθει επί μακρόν να θέτει υπό αμφισβήτηση τα φαινόμενα της καθημερινής πραγματικότητας, του απαγόρευε να αποδεχτεί την πραγματικότητα του στρατοπέδου, καθώς ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με καθετί που ο ίδιος θεωρούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή πιθανό και ανθρωπίνως εφικτό. [σ. 37]

Ο ξεψυχισμένος λόγος

Ποιες ήταν οι αρχικές «άμυνες» ενός τέτοιου ανθρώπου; Η αρχική άρνηση της λογικής των Ες Ες και η εσωτερική αντίσταση με ψιθυριστά ξόρκια όπως «κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει», στο τέλος κατέληγαν σε αποδοχή όχι μόνο της λογικής αλλά και του συστήματος των αξιών των Ες Ες. Ο βαθύτερος σεβασμός που άλλοτε έτρεφε για τον θεσμό της εξουσίας εξαφανίζεται, αφήνοντας ένα κενό. Στο βιβλίο του Οι λέξεις ο Jean – Paul Sartre έγραφε ότι χρειάστηκε τριάντα ολόκληρα χρόνια για να απαλλαγεί από τον παραδοσιακό φιλοσοφικό ιδεαλισμό. Στην περίπτωση του Αμερύ η ίδια διαδικασία συντελέστηκε σε πολύ λιγότερο χρόνο: μερικές βδομάδες στο στρατόπεδο ήταν αρκετές για να απομυθοποιήσουν κάθε σχετικό φιλοσοφικό απόθεμα. Τα λόγια του Karl Kraus από τα πρώτα χρόνια του Κακού είναι χαρακτηριστικά: Ο λόγος ξεψύχησε μόλις εμφανίστηκε εκείνος ο κόσμος.

Παραμυθίες πιστών και ιδεολόγων

Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να στηριχτεί ούτε στην έσχατη «πνευματική» βοήθεια: εισήλθε στο κατώφλι των στρατοπέδων ως αγνωστικιστής κι άφησε την Κόλαση πίσω του και πάλι ως αγνωστικιστής· δεν ακολουθούσε καμία θρησκεία και καμία συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Εκεί λοιπόν που στις κρίσιμες στιγμές η πολιτική ή θρησκευτική πίστη αποτελούσε για άλλους ανεκτίμητη βοήθεια, εκείνος και οι διανοούμενοι του ανθρωπιστικού σκεπτικισμού πάσχιζαν μάταια να επικαλεστούν τους εφέστιους θεούς των γραμμάτων, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Η πίστη και η ιδεολογία παρείχε ένα σταθερό σημείο στον κόσμο και το βασίλειο των πιστών τους δεν ήταν το εδώ και το σήμερα αλλά το αύριο και το αλλού: η βασιλεία των ουρανών, η ουτοπία του μαρξισμού. Τα βασανιστήρια και ο θάνατος ισοδυναμούσαν με τα πάθη του Κυρίου ή το αυτονόητο πολιτικό μαρτύριο. Κι όλοι περιφρονούσαν τους μη πιστούς. Η νοημοσύνη και η μόρφωσή σας είναι άχρηστες εδώ μέσα. Εμείς ζούμε με τη βεβαιότητα πως ο Θεός μας θα πάρει εκδίκηση για μας, του είπε ένας θρησκευόμενος Εβραίος. Εμείς όχι μόνο δεν τρέμουμε αλλά ακόμα κι αν πεθάνουμε σαν τα σκυλιά ξέρουμε ότι ύστερα από εμάς οι σύντροφοι θα στήσουν όλη τη συμμορία στον τοίχο, του είπε ο μαρξιστής.

Βασανιστήρια, η πεμπτουσία του συστήματος

Το δεύτερο κείμενο σχεδόν αιμορραγεί από το θέμα των βασανιστηρίων που πραγματεύεται. Ο Αμερύ είναι πεπεισμένος πως στην περίπτωση του Τρίτου Ράιχ ο βασανισμός δεν αποτελούσε συμβεβηκός αλλά πεμπτουσία του συστήματος. Οι βασανιστές είχαν πρόσωπα συνηθισμένα, του σωρού, που τελικά μετατρέπονταν όντως σε γκεσταπίτικα πρόσωπα και τότε το Κακό επικάλυπτε και υπερέβαινε την κοινοτοπία. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται κανενός είδους «κοινοτοπία του Κακού» και όσο για την Hannah Arredt, η οποία έγραψε σχετικά στο βιβλίο της για τον Eichmann, εν γνώριζε παρά μόνο εξ ακοής τον στυγνό αυτό εχθρό του ανθρώπου και τον είχε δει μόνο πίσω από το τζάμι του γυάλινου κλουβιού. […] Όταν η εμπειρία αποκτάται κάτω από ακραίες συνθήκες, καλό είναι να μη γίνεται λόγος για κοινοτοπία, διότι στο οριακό εκείνο σημείο παύει κάθε αφαιρετική διαδικασία αλλά και κάθε προσπάθεια της φαντασίας να πλησιάσει έστω κατά προσέγγιση την πραγματικότητα. [σ. 64]

Ο συγγραφέας διατυπώνει μια φοβερή τυπολογία των συναισθημάτων και των σκέψεων του βασανιζόμενου: Το πρώτο χτύπημα τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι είναι αβοήθητος, πως κανείς δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει ως εδώ κάτω. Αμέσως χάνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αυτό που ονομάζεται ως εμπιστοσύνη στον κόσμο. Τα σύνορα του σώματος, δηλαδή του Εγώ, παραβιάζονται και βιάζονται. Όταν παύουμε να ελπίζουμε σε οποιαδήποτε βοήθεια, η παραβίαση της σωματικής μας οντότητας μετατρέπεται σε μια πράξη υπαρξιακού μηδενισμού.

Για τον Αμερύ ο θεσμός των βασανιστηρίων αποτελεί την πεμπτουσία του εθνικοσοσιαλισμού – μέσα τους συμπυκνώνεται όλη η υπόσταση του Τρίτου Ράιχ, όσο κι αν αποτέλεσαν πάγια τακτική άλλων συστημάτων. Αντιτίθεται στους πολιτικούς φενακισμούς της μεταπολεμικής περιόδου σύμφωνα με τους οποίους ο κομμουνισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελούν παρά δύο όχι και τόσο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος και συμφωνεί με τον Τόμας Μάνν που κάποτε είπε πως όσο φριχτός κι αν εμφανίζεται κατά καιρούς ο κομμουνισμός, δεν παύει να αισθητοποιεί μια ιδέα του ανθρώπου, ενώ ο χιτλερικός φασισμός δεν υπήρξε καν ιδέα, αλλά μια άθλια ανοσιουργία. Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν διαπνεόταν από ιδέες αλλά διέθετε ένα ολόκληρο οπλοστάσιο από συγκεχυμένες και διεστραμμένες αντιλήψεις, υπήρξε μέχρι σήμερα το μοναδικό πολιτικό σύστημα του εικοστού αιώνα που ανέδειξε σε βασική του αρχή την κυριαρχία του αντι – ανθρώπου. Και οι βασανιστές βασάνιζαν με την ήσυχη συνείδηση του ανοσιουργού.

Η σαδιστική «κοσμοθεωρία» του εθνικοσοσιαλισμού

Και καθώς ο συγγραφέας προβαίνει σε μια όσο γίνεται αντικειμενική και λακωνική περιγραφή των βασανισμών του αισθάνεται εγκλωβισμένος στην δίνη του μεταφορικού λόγου. Όταν ο πόνος είναι αυτός που είναι, τι μπορεί να ειπωθεί πέρα από αυτό; Οι συναισθηματικές αξίες δεν περιγράφονται με λόγια και το πώς του πόνου εξαντλεί τα όρια της γλωσσικής επικοινωνίας. Θα μπορούσε τουλάχιστον να εξηγηθεί το τι του πόνου; Όποιος κατακυριεύεται από τους πόνους των βασανιστηρίων, γνωρίζει το σώμα του όπως ποτέ πριν. Ο βασανισμένος δεν υφίσταται πλέον παρά μόνο ως σώμα και τίποτε άλλο. Επαληθεύεται έτσι αυτό που ο Τόμας Μανν περιέγραψε στο Μαγικό βουνό, ότι δηλαδή όσο βαθύτερα υποτάσσεται το ανθρώπινο σώμα στα μαρτύρια τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η σωματική υπόσταση του ανθρώπου.

Αλλά ποιοι ήταν οι δήμιοι του; Ήταν, άραγε, πέρα από αποκτηνωμένους μικροαστούς και κατώτερους υπαλλήλους, και σαδιστές; Κατά την τεκμηριωμένη άποψή του δεν επρόκειτο για σαδιστές με τους όρους της σεξουαλικής παθολογίας, αλλά μάλλον με τα κριτήρια της φιλοσοφίας του Μαρκησίου ντε Σαντ. Οι βασανιστές του κινούνταν στα όρια μιας σαδιστικής φιλοσοφίας και ο εθνικοσοσιαλισμός γενικότερα έφερε τη σφραγίδα περισσότερο του σαδισμού παρά ενός ολοκληρωτισμού. Εδώ συμφωνεί με τις απόψεις του Μπατάιγ, που ερμήνευε το σαδισμό από τη σκοπιά της υπαρξιακής ψυχολογίας: της ακραίας άρνησης του άλλου ως αποκήρυξης των αρχών της κοινωνίας και της πραγματικότητάς της. Η επιθυμία των συγκεκριμένων σαδιστών ήταν να καταργήσουν τον κόσμο αρνούμενοι τον συνάνθρωπό τους. Ο δήμιος γίνεται κύριος πάνω στη ζωή και στο θάνατο του άλλου και πραγματώνεται μέσα από την εξόντωσή του. Η εξουσία του πάνω στη σάρκα και το πνεύμα ανατρέπει έναν ολόκληρο κοινωνικό κόσμο.

Όποιος υπέκυψε σε βασανιστήρια παραμένει παντοτινά ξένος στον κόσμο. Το όνειδος της συντριβής δεν εξαλείφεται. Η εμπιστοσύνη στον κόσμο, που ως έναν βαθμό είχε ήδη κλονιστεί με το πρώτο χτύπημα, για να καταρρεύσει ολοκληρωτικά μέσα από τα βασανιστήρια, ουδέποτε αποκαθίσταται. Η εμπειρία του συνανθρώπου ως αντι-ανθρώπου παραμένει μέσα στο θύμα του βασανισμού με τη μορφή συμπυκνωμένου τρόμου, στρώντας του τη θέα σε έναν κόσμο που διέπεται από την αρχή της ελπίδας. [σ. 88]

Πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; 

Είχα χάσει το Εγώ μου και, μαζί, το δικαίωμα να ζω μέσα στο Εμείς. Δεν είχα ούτε διαβατήριο, ούτε παρελθόν, μήτε χρήματα, μήτε ιστορία.

Η ερώτηση του τίτλου του τρίτου δοκιμίου απαντάται με σαφήνεια. Η εξορία του Αμερύ δεν συγκρινόταν με τον εθελούσιο εξοστρακισμό όσων ξεριζώθηκαν από το Τρίτο Ράιχ για λόγους αποκλειστικά ιδεολογικούς: εκείνος και οι όμοιοί του δεν είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν (ούτε και τη δύναμη να το κάνουν σήμερα) – η δική του νοσταλγία ισοδυναμούσε με αποξένωση από τον εαυτό τους. Ξαφνικά το παρελθόν τους κατέρρεε και κανείς δεν ήξερε πλέον ποιος ήταν. Το όνομά του είχε χάσει κάθε νόημα, οι φίλοι εξαλείφονταν, οι ειδυλλιακές εικόνες της φύσης γίνονταν ανυπόφορες στη μνήμη. Άλλοι βρήκαν την πατρίδα σε υποκατάστατα όπως το χρήμα, ή η υπόληψη.

Ο Χάινριχ Μαν βρήκε καταφύγιο στην πατρίδα της φήμης, οι αυτοεξόριστοι Γερμανοί συγγραφείς αισθάνονταν πως εκπροσωπούσαν την φωνή της «γνήσιας Γερμανίας». Για εκείνον όμως και για τους «ανώνυμους» ομοίους του δεν ίσχυε τίποτα ανάλογο: δεν ήταν οι θεματοφύλακες ενός αόρατου μουσείου του γερμανικού πνεύματος αλλά απλοί κυνηγημένοι. Ενώ κάθε Γερμανός πρόσφυγας από την Ανατολική Ευρώπη γνώριζε ότι ο τόπος του είχε πέσει στα χέρια μιας ξένης δύναμης. εκείνοι δεν είχαν χάσει τον τόπο τους αλλά κάτι χειρότερο: ήταν αναγκασμένοι να συνειδητοποιήσουν ότι ουδέποτε υπήρξε δικός τους – οτιδήποτε σχετιζόταν μ’ αυτόν δεν ήταν παρά μια υπαρξιακή παρανόηση.

Τελικά πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; Όσο λιγότερη είναι σε θέση να κουβαλήσει. Χρειάζεται να έχεις πατρίδα προκειμένου να πάψεις να την έχεις ανάγκη. Πατρίδα σημαίνει ασφάλεια – όπως μαθαίνουμε τη μητρική γλώσσα χωρίς να γνωρίζουμε τη γραμματική της, κατά τον ίδιο τρόπο βιώνουμε το οικείο περιβάλλον της πατρίδας. Η μητρική γλώσσα και η πατρίδα μεγαλώνουν μαζί μας, μέσα μας, καλλιεργώντας μια τόσο γερή αίσθηση οικειότητας, η οποία εγγυάται την ασφάλειά μας. [σ. 100]. Ο Αμερύ αναφέρει ένα φοβερό περιστατικό, κατά το οποίο ένας Γερμανός των Ες Ες χτυπάει την πόρτα του κρησφύγετου της αντιστασιακής ομάδας όπου ανήκε ο συγγραφέας, οργισμένος επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον θόρυβο. Ακούγοντας τα γερμανική γλώσσα του αξιωματικού ο Αμερύ γράφει: Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα μια για πάντα ότι η πατρίδα ήταν χώρα του εχθρού.

Μνησικακίες – Αποκαλυπτήρια

Στο τέταρτο δοκίμιο – ο τόμος ολοκληρώνεται με ένα ακόμα κείμενο με τίτλο Η αναγκαιότητα και η αδυνατότητα να είσαι Εβραίος ­– ο Αμερύ προβαίνει σε ένα ακόμα συγκλονιστικό αποκαλυπτήριο ψυχής. Θα μιλήσει, όπως γράφει, ως θύμα και θα εξετάσει τις μνησικακίες του. Εφόσον ούτε μπορώ ούτε θέλω να τις ξεφορτωθώ, πρέπει να μάθω να συνυπάρχω μαζί τους, ενώ συγχρόνως έχω καθήκον να τις αιτιολογήσω σε εκείνους ενάντια στους οποίους στρέφονται. Πώς να τον εγκαταλείψουν αυτές οι μνησικακίες όταν βλέπει στην δημόσια σκηνή της Δυτικής Γερμανίας να παρελαύνουν «προσωπικότητες» που συνέπραξαν με τους βασανιστές και να γερνούν πλήρεις σεβασμού; Πώς λειτουργούν αυτές οι μνησικακίες; Τον καρφώνουν στο σταυρό του ρημαγμένου του παρελθόντος, εγείρουν την παράλογη απαίτηση να ανακληθεί το ανέκκλητο, φράζει την έξοδο προς το μέλλον. Αξιώνουν από τον εγκληματία να συνειδητοποιήσει την ηθική αλήθεια του εγκλήματος και να βρεθεί αντιμέτωπος με την αλήθεια της κτηνωδίας του. Τη στιγμή της εκτέλεσής του να ποθήσει, όπως ακριβώς κι ο ίδιος, να γυρίσει πίσω το χρόνο και να μην αφήσει να συμβούν όσα συνέβησαν.

Όσο εκείνος απέφευγε να μιλήσει ακόμα και τη γερμανική γλώσσα, τη γλώσσα του, επινοώντας ένα ψευδώνυμο με ρομανικό ηχόχρωμα, η Γερμανία πανηγύριζε τη μεγαλειώδη νεκρανάσταση της ισχύος της, σε αγαστή σύμπνοια με τους υπερατλαντικούς στρατιώτες. Ο παρίας Γερμανία πολιορκήθηκε στενά από μνηστήρες – πρόθυμους συνεταίρους στο παιχνίδι της ισχύος. Ο Γερμανοί που θεωρούσαν τους εαυτούς τους έθνος θυμάτων, επιθυμούσαν να υπερβούν, όπως ήταν της μόδας να λέγεται, το παρελθόν του Τρίτου Ράιχ, χωρίς να πληχθεί ιδιαίτερα η ψυχική τους ισορροπία. Όσο πιο δύσκολο είναι για τον ίδιο να ατενίσει το μέλλον με καθαρό βλέμμα, τόσο πιο εύκολο φαίνεται πως είναι για τους χθεσινούς του διώκτες. Το κοινωνικό σύνολο αρκείται να κοιτάζει μπροστά διαβεβαιώνοντας ότι ποτέ δεν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο.

Η ανηθικότητα της συγχώρεσης

Έχοντας πίσω μου δυο δεκαετίες αναστοχασμού πάνω σε όσα υπέστην πιστεύω πως είμαι σε θέση να αντιληφθώ πόσο ανήθικες ηχούν έννοιες όπως συγχώρηση και λήθη όταν επιβάλλονται με το ζόρι από την κοινωνία.

Ο Αμερύ υποστηρίζει πως τα περί συγχώρεσης δεν έχουν μόνο εξω- ηθικό αλλά και αντι – ηθικό χαρακτήρα. «Ό,τι έγινε, έγινε»: η ρήση είναι τόσο αληθινή όσο και εχθρική προς την ηθική και το πνεύμα. Επαναφέρει το ζήτημα συλλογική ενοχή (ταμπού όχι μόνο σήμερα αλλά ήδη από το 1946). Στη δική του συνείδηση τα εγκλήματα του καθεστώτος αποτυπώθηκαν ως συλλογικές πράξεις του έθνους. Αναρίθμητα άτομα που απαρτίζουν τον γερμανικό λαό ήξεραν με απόλυτη ακρίβεια τι συνέβαινε γύρω τους και τι συνέβαινε σε εμάς, διότι όπως εμείς, γεύονταν και αυτοί τη μυρωδιά της καμένης σάρκας από το γειτονικό στρατόπεδο εξόντωσης, ενώ κάποιοι μάλιστα φορούσαν ρούχα τα οποία είχαν αφαιρεθεί την προηγούμενη μέρα από τα νεοφερμένα θύματα στις αποβάθρες διαλογής. Όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουργούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του. Εργάτες, μικροαστοί, ακαδημαϊκοί…δεν υπήρχε καμιά διαφορά. [σ. 142]

Διαθήκη και χρέος του γερμανικού έθνους

Τι προτείνει ο Αμερύ; Πρώτα απ’ όλα η γερμανική νεολαία δεν μπορεί να επικαλείται τον Γκαίτε, τον Σίλερ, τον Μπετόβεν και να αφήνει απ’ έξω τον Χίμμλερ. Είναι αδιανόητο να διεκδικείς για λογαριασμό σου τις εθνικές παραδόσεις όταν είναι έντιμες αλλά να τις αποποιείσαι όταν ενσαρκώνουν την ανεντιμότητα. Στη γερμανική Ιστορία και στη γερμανική παράδοση συγκαταλέγονται εφεξής ο Χίτλερ και οι πράξεις του. Στο απέναντι στρατόπεδο πρέπει να ξυπνήσει ένα αίσθημα αυτοδυσπιστίας. Να εισαχθούν ορισμένα βιβλία γύρω από το Άουσβιτς (γεωγραφική, ιστορική και πολιτική έννοια που προκαλεί αλλεργία στο αναγνωστικό κοινό) ως υποχρεωτική διδακτική ύλη στα σχολεία. Το γερμανικό έθνος οφείλει να ενσωματώσει το ανεπιθύμητο κομμάτι στην ιστορική του ταυτότητα. Να διαφυλάξει τη γνώση ότι η κυριαρχία της αχρειότητας δεν τερματίστηκε χάρη στους Γερμανούς. Να κατανοήσει ότι η συγκατάθεσή του στο Τρίτο Ράιχ ισοδυναμούσε με την απόλυτη άρνηση της ίδιας του της καλύτερης καταγωγής.

Οι Γερμανοί οφείλουν να αποκηρύξουν για πάντα καθετί που επιτέλεσαν κατά την περίοδο της βαθιάς του εξαχρείωσης και να προβούν σε πνευματική πολτοποίηση όχι μόνο των βιβλίων αλλά και οποιασδήποτε εκδήλωσης έλαβε χώρα κατά την φοβερή δωδεκαετία. Να σταματήσει η υπεροψία ενός έθνους που αστράφτει από ικανοποίηση που του δίνουν η ήσυχη συνείδηση και η ευνόητη χαρά ότι τα κατάφερε και πάλι, αυτή τη φορά όχι επικαλούμενο ηρωισμούς στο πεδίο της μάχης αλλά την μοναδική στον κόσμο παραγωγικότητά του. Στα όνειρά του, βλέπει Γερμανούς να έρχονται και να παίρνουν τα όργανα βασανισμού από τα χέρια των βασανιστών και να προστατεύουν οι ίδιοι τα κατατσακισμένα θύματα.

Ένα τόσο συγκλονιστικό βιβλίο, μια τόσο σπάνια γλώσσα κι ένα τόσο ζωντανό, βαθύ πνεύμα. Κι όμως, αυτό το πνεύμα δεν ήταν αρκετό να τον κρατήσει στη ζωή.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Γιάννης Καλλιφατίδης, σελ. 275. Περιλαμβάνονται: πρόλογος στην πρώτη έκδοση του 1966, πρόλογος στην νέα έκδοση του 1977 και ως επίμετρο δύο κείμενα του W.G.Sebald (Η απώλεια της πατρίδας – Ο Jean Améry και η Αυστρία και Jean Améry και Primo Levi), 14σέλιδη εργογραφία του συγγραφέα και 45σέλιδες σημειώσεις του μεταφραστή [Jenseits von schuld und sühne. Bewältigungsversuche eines überwältigten, 1966].

13
Φεβ
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Η τρέλα του Πινοτσέτ

Αφήγηση: αντίσταση

Δεν έχω πρόθεση να χαθώ μέσα στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στον μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτόν της γραφής, αυτό το χαράκωμα όπου έφτασα όταν πια όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί, και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τόπος για αντίσταση. Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», και σ’ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα […] κατά της απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης. [σ. 122]

O Σεπούλβεδα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Πινοτσέτ κι αμέσως έσπευσε να τηλεφωνήσει στην σύντροφό του, ευχόμενος να μάθει πρώτα από εκείνον την είδηση που θα την χαροποιούσε αλλά και θα την γύριζε στην κόλαση της Βίγια Γκριμάλντι και στα νιάτα τους που κόπηκαν στα δυο. Από την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 και τα χρόνια του Πινοτσέτ, της χιλιανής Δεξιάς, του Κίσιντζερ, των βασανισμών, των εξαφανίσεων και του Κακού μεσολάβησε ένας μακρύς, ατέλειωτος αγώνας, που δεν άφησε την δικτατορία σε χλωρό κλαρί. Η Αντίσταση επί δεκαεπτά χρόνια υπενθύμιζε στο δικτάτορα πως είχε να αντιμετωπίσει μια αξιοπρέπεια εμπνευσμένη από τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τα λόγια του «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ».

Γράφω γιατί αναγνωρίζω στη γλώσσα μου τη μοναδική δυνατή πατρίδα, αφού η επικράτειά της δε γνωρίζει όρια και ο σφυγμός της είναι μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ο άγγλος ασθενής

Ο Πινοτσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο την εποχή του δεύτερου μεταδικτατορικού «δημοκρατικού» προέδρου της Χιλής, Εδουάρδο Φρέι, που άφησε άθικτους τους νόμους της δικτατορίας και που ανέλαβε να υπερασπιστεί λυσσαλέα τον τύραννο ώστε να μην εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν όμως επέστρεψε στη Χιλή με δόξα και τιμή δεν είχε υπολογίσει ότι το παράδειγμα του δικαστή Βαλτάσαρ Γκαρθόν θα το ακολουθούσαν και άλλοι χιλιανοί δικαστικοί κι ότι οι δικηγόροι του θα αναγκάζονταν να προσφύγουν στο αθλιότερο των τεχνασμάτων: να τον ανακηρύξουν παράφρονα, για να αποφύγει για μια ακόμα φορά τη δικαιοσύνη.

Το παραθυράκι που άνοιξε στη νομιμότερη των ελπίδων, να δικαστεί για τα προφανέστατα εγκλήματά του έκλεισε για μια ακόμα φορά. Η έκδοσή του στην Ισπανία, με όλες τις εγγυήσεις που είχαν στερηθεί τα θύματά του, δεν επιτεύχθηκε.  Ο Σεπούλβεδα δεν θα γευτεί την «ευτυχία του να δει τον τύραννο να ψελλίζει δικαιολογίες σαν γυναικούλα». Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, κρατούμενος. Του προσφέρω αυτό που εγώ δεν είχα ποτέ, που κανένα από τα θύματά του δεν είχε ποτέ: του πληρώνω ένα συνήγορο υπεράσπισης και του εγγυώμαι μια δίκαιη δίκη, με πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς του.

Το εμβόλιο της αμνησίας

To χιλιανό παρελθόν μεταξύ 1973 και 1989 επιχειρείται να διαγραφεί από τις μνήμες χάρη σ’ ένα αποτρόπαιο διάταγμα και στη βίαιη επιβολή της αμνησίας «δια λόγους εθνικής ασφαλείας». Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχτηκε πως η άρση της ασυλίας του δικτάτορα δήθεν συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική ειρήνη στη Χιλή και τη νεαρή «δημοκρατία» της· δημοκρατία που μοιάζει με θλιβερή φάρσα όσο ο Πινοτσέτ διατηρεί την έδρα του ισόβιου γερουσιαστή. Με αυτό τον τρόπο όμως παραμένει ορθάνοιχτο το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, την μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω τω τριών ατόμων, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, το χαφιεδισμό ως πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του «Κάτι θα ’χει κάνει» που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο· τότε που αρκούσε μια υποψία ή ένα «κάρφωμα» για να φυλακιστείς, να εξοριστείς ή να εξοντωθείς,

Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων, γιατί η λέξη είναι όντως μια θεμελιώδης πράξη και όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται.

Δημοκρα- τι;

Όσο ο Πινοτσέτ και οι 531 ένστολοι που αναφέρονται στην Έκθεση Ρέτιγκ [από το όνομα του Raul Rettig που ηγήθηκε των ερευνών για τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις] ως βασανιστές, απαγωγείς και δολοφόνοι άνω των τεσσάρων χιλιάδων Χιλιανών δεν τιμωρούνται, η κοινωνική ειρήνη παραμένει για τους Χιλιανούς μια ουτοπία. Η δημοκρατική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι μια αμείωτη δουλικότητα μπροστά στην οικονομική και την στρατιωτική εξουσία. Η δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση μεταβατική, μια παραχώρηση εκ μέρους αυτών που κατέχουν την εξουσία, ένα κενό ατιμωρησίας.

…όσο η Χιλή δεν ανακτά τον τελευταίο των εξαφανισμένων, όσο εξακολουθεί να αγνοεί πότε πέθανε, πώς πέθανε, ποιοι τον σκότωσαν και, πάνω απ’ όλα, πού είναι τα λείψανά του, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή, κι είναι χρέος των έντιμων ανθρώπων να την κρατούν καθαρή κι ανοιχτή, γιατί αυτή η πληγή είναι η ιστορική μας μνήμη.

Οι μνήμονες

Αν όμως κάποιοι – κατονομαζόμενοι εδώ, γιατί ο Σεπούλβεδα μιλάει πάντα με ονόματα – προτίμησαν να εμβολιαστούν με το κρατικό βάλσαμο της αμνησίας, χιλιάδες έμειναν κρατημένοι απ’ τη ζωή χάρη και μόνο στην άσκηση της μνήμης, γνωρίζοντας γιατί βρέθηκαν εξόριστοι, διατηρώντας την επίγνωση όλων όσων έκαναν κι όσων μπορούσαν να κάνουν και δεν έκαναν, αναγνωρίζοντας τους τους ενόχους της χιλιανής τραγωδίας, ορκιζόμενοι πως κάποια μέρα θα δέχονταν την τιμωρία που τους άξιζε…

Μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης […] Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε – όλα τα είχαμε, εκτός από τα όπλα.

Ο Σεπούλβεδα διανθίζει τα σύντομα κείμενά του με μνήμες από αξέχαστα πρόσωπα και περιστατικά. Αναφέρεται στην στράτευσή του στην προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αγιέντε, την GAP [Gringo de Amigos Personales – Ομάδα Προσωπικών Φίλων], θυμάται περιστατικά όπως όταν, υπό τις διαταγές του ποιητή Σέρχιο Λέιβα που δολοφονήθηκε το 1973, απέτρεψαν με τα όπλα το να δηλητηριαστούν με τοξίνες βορειοαμερικανικής προέλευσης πολλά υδρευτικά αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τα οποία τροφοδοτούσαν το Σαντιάγο με λαχανικά.

Η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική

Το βιβλίο περιλαμβάνει είκοσι δύο άρθρα του που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου, διαβάστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Χιλής και τυπώθηκαν σε φυλλάδια που μοιράστηκαν στους δρόμους της κατά τις ημέρες που ο «τρελός» ήταν κρατούμενος στο Λονδίνο· άρθρα «αγκιτατόρικα και ανατρεπτικά, γιατί η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική».

Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες.

Όσο, κάθε φορά που γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση, παραλείπεται να αναφερθεί ότι η πειραματική φάση αυτού του άδικου σχεδίου διευθέτησης των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε με πειραματόζωα δυο νοτιοαμερικανικές χώρες που είχαν υποστεί κτηνώδεις δικτατορίες, έργο εμπνευστών του ίδιου σχεδίου, κι όσο οι ένστολοι θρασύδειλοι κρύβονται στις τρύπες τους ή μεταμφιέζονται σε νομιμόφρονες «πολίτες» ο γκρίζος χιλιανός ουρανός της θα βρέχει ακόμα ακαθαρσίες, ο Σεπούλβεδα δεν θα πάψει να τονίζει: Ο εφιάλτης μας δεν τελείωσε. Ο δικός σας μόλις άρχισε.

 Σημ. Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. Κατά μια μέγιστη ειρωνεία της Ιστορίας, πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου [2006] Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκδ. Opera, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 126 [Luis Sepúlveda, La locura de Pinochet, 2001]

Ένα τραγούδι για την περίσταση: εδώ.

29
Οκτ
11

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια

Ο ιδανικός λογοτέχνης

Ο Αλμπέρτο Μέντεθ (Ρώμη, 1941) έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Ιταλία κι επιστρέφοντας στην πατρίδα του την Ισπανία σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία, έγινε ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Ciencia Nueva. Στρατευμένος αριστερός, υπήρξε θύμα της λογοκρισίας για την εκδοτική του δραστηριότητα και διώχθηκε από το καθεστώς του Φράνκο για την δημόσια έκφραση των ιδεών του. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε προς το τέλος της ζωής του. Το παρόν βιβλίο είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα. Ολοκληρώθηκε λίγο πριν το θάνατό του και τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας. Μετά θάνατον φυσικά. Πρόκειται για μυθιστόρημα υποδειγματικό, με λογοτεχνικότατη γραφή, εναλλασσόμενους τρόπους αφήγησης και αληθινή ποίηση. Αφάνταστα τρυφερό και αφάνταστα σκληρό. Διηγείται την ιστορία τεσσάρων ηττών, μια για κάθε έτος μεταξύ 1939-1942.

Πρώτη ήττα

Τι είδους θάνατο άραγε επιλέγει ο λοχαγός Αλεγκρία όταν διασχίζει το πεδίο της μάχης κραυγάζοντας «Είμαι ένας παραδομένος»; Εδώ και τρία χρόνια αυτός ο νέος, που θύμιζε περισσότερο ασκούμενο συμβολαιογράφο παρά στρατιώτη, παρατηρούσε ως διαχειριστής εφοδίων τον ρακένδυτο εχθρό με τα πολιτικά ρούχα [που μάχεται λες και βοηθά κάποιον γείτονά του να φροντίσει έναν άρρωστο συγγενή] και είχε καταλάβει πως ο δικός του στρατός σύντομα θα εξοντώσει τις πολιτείες τους. Αρχικά σκέφτεται πως ένας στρατός που δεν έχει ψυχή στρατού πρέπει να ηττηθεί. Αργότερα θα ορίσει την πράξη του ως μια ανάποδη νίκη. Δεν θέλησε να λιποτακτήσει από τους φρανκιστές αλλά να παραδοθεί: να παραμείνει εχθρός των δημοκρατικών παραδεχόμενος όμως την ήττα του. Είχε καταταχθεί στις δυνάμεις των πραξικοπηματιών για να υπερασπιστεί αυτά που ήταν πάντοτε δικά του. Ο δικός του πόλεμος έγκειτο στο να διανέμει και να τακτοποιεί ό,τι ήταν αναγκαίο ώστε οι άλλοι να σκοτώνουν έναν εχθρό που δεν είδε ποτέ του από κοντά. Αιχμάλωτος πλέον του Ένδοξου Εθνικού Στρατού καταδικάζεται ως ένοχος προδοσίας. Τους δηλώνει πως ο πραγματικός λόγος της προδοσίας του ήταν επειδή η πλευρά του δεν θέλησε να κερδίσει τον πόλεμο κατά του Λαϊκού Μετώπου αλλά να τους σκοτώσουν.

Στο υπόστεγο των καταδικασμένων σε θάνατο ο Αλεγκρία έγραψε τρεις επιστολές: προς την αρραβωνιαστικιά του (Δεν είχα χρόνο να κάνω σχέδια, γιατί η φρίκη ματαίωσε το μέλλον μου, αλλά να είσαι σίγουρη ότι εσύ θα ήσουν η σπονδυλική στήλη των πλάνων μου), στους γονείς τους και προς τον Φράνκο (αυτά που έχω δει εγώ οι άλλοι τα έχουν ζήσει και συνεπώς είναι αδύνατο να παραμείνουν ξεχασμένα ανάμεσα στα λευκόκρινα). Θα είχε εγκλιματιστεί στον δίχως συναισθηματικές εξάρσεις θάνατο αλλά υπέφερε επειδή η ζωή του εξαρτιόταν από την τυχαιότητα του να βρίσκεσαι ή όχι στη γωνία που είχε επιλεγεί για να καθοριστεί ποιοι θα πέθαιναν. Δεν δεχόταν το τυχαίο, χρειαζόταν την τάξη.

Κάποια μέρα ήρθε η σειρά του να ανέβει στο φορτηγό· ένα σιωπηλό σφίξιμο στο χέρι τον εισήγαγε στην κοινότητα των χαμένων. Όταν ώρες αργότερα ανέκτησε τις αισθήσεις του, ήταν θαμμένος σε ομαδικό τάφο, χωμένος ανάμεσα σε νεκρούς και χώμα. Κι όταν άκουσε τον δικό του θρήνο, κατάλαβε ότι ήταν ζωντανός. Αργότερα θα αναφερόταν σ’ εκείνη τη στιγμή σαν να επρόκειτο για γέννα. Είχε αίματα παντού, αλλά το χώμα είχε καυτηριάσει την πληγή της σφαίρας. Στην πεδιάδα όπου τον βρήκαν έτρεμε σαν ετοιμοθάνατος και σερνόταν σαν σκουλήκι. Εκείνους τους καιρούς μόνο οι νεκροί δεν προκαλούσαν φόβο. Η ντροπή για την αποφορά του τον κρατούσε σιωπηλό – ίσως ήταν κι αυτός ένας τρόπος να μη δώσει εξηγήσεις. Όταν τον περιέθαλψαν ξεκίνησε για το χωριό του. Η θηριώδης προσπάθειά του να διασχίσει τα δυο βουνά που υψώνονταν εκεί για να χωρίσουν την Ισπανία στα δυο ήταν ένας ακόμα τρόπος γα να αγνοήσει τα διαχωριστικά όρια, για να δείξει ότι ήθελε πάντα να βρίσκεται και στα δυο μέρη. Στη θέα των στρατιωτών σκεφτόταν: Αυτοί είναι που κέρδισαν τον πόλεμο; Όχι, αυτοί θέλουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους όπου δεν θα φτάσουν ως τροπαιούχοι στρατιωτικοί αλλά ως όντα ξένα προς τη ζωή, ως απόντες από την ίδια τους την εστία και σιγά σιγά θα μετατραπούν σε ηττημένη σάρκα…

Ποιου το μέρος πρέπει να πάρει ένας στρατιώτης που κερδίζει έναν πόλεμο και ταυτόχρονα τον χάνει; Και πως είναι δυνατό να μπορέσει ο ίδιος να συνεχίσει να ζει;

Δεύτερη ήττα

Γενικό Αρχείο της Χωροφυλακής, κίτρινος φάκελος, ένδειξη αποθανών άγνωστος. 26 σελίδες που βρέθηκαν, δίπλα στο σκελετό ενός ενήλικα άντρα και το γυμνό κορμάκι ενός μωρού. Η Έλενά του πέθανε στον τοκετό, το μωρό έμεινε ζωντανό, η δραπέτευση στη Γαλλία είναι αδύνατη. Κρατά το χέρι του μικρού κι όταν αισθάνεται τα δάχτυλα του να τον χαϊδεύουν φοβάται την μετατροπή της αίσθησης σε ανάμνηση. Έχασαν έναν πόλεμο, δεν πρέπει να προσφέρουν ακόμα μια νίκη (τη σύλληψή τους) στους φασίστες. Αν ο θεός για τον οποίο μου έχουν μιλήσει ήταν ένας καλός θεός, θα μας επέτρεπε να επιλέξουμε το παρελθόν μας.

Αυτό το μωρό συνελήφθη πάνω στην κάψα του φόβου. Ευτυχώς ο θάνατος δεν είναι μεταδοτικός, ενώ η ήττα είναι. Όσο κι αν υποφέρει, συνεχίζει να βυζαίνει με λαχτάρα. Η ζωή τού επιβαλλόταν με κάθε μέσο. Σιγά σιγά καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Πιο πριν ήταν κάτι το περίεργο μέσα στην καλύβα· τώρα όλη η καλύβα στρέφεται γύρω από αυτό. Η απόλυτη εξάρτησή του από αυτόν του δίνει την αίσθηση πως είναι σημαντικός.

Θυμάται το ήσυχο φτωχό χωριό του να μη νοιάζεται για τίποτα εκτός από το φόβο που το έκανε να κλείσει τα μάτια όταν σκότωσαν τον δάσκαλό του, έκαψαν όλα τα βιβλία του και εξόρισαν για πάντα τους ποιητές που εκείνος απήγγελλε από μνήμης. Ο ίδιος αισθάνεται ένας ποιητής δίχως στίχους. Θυμάται τον πόλεμό του: Με μολύβι και χαρτί ρίχτηκα στο πεδίο της μάχης και από το σώμα μου ανάβλυσαν, κατά χιλιάδες, λέξεις που παρηγόρησαν τους τραυματίες· από αυτή όμως την παρηγοριά πους σχεδίαζα ξεπήδησαν κτηνώδεις στρατηγοί που δικαιολόγησαν την ύπαρξη τραυματιών.

Αν χάσω την οργή μου, τι θα μου μείνει; Ακόμα και η θλίψη μου έχει στερεοποιηθεί από το κρύο. Μου έχει μείνει μόνο ο φόβος που τόσο με φόβιζε. Αν συνεχίσουν στην καλύβα, θα πεθάνουν κι οι τρεις, το παιδί, η αγελάδα κι αυτός. Αν κατέβουν στην κοιλάδα, θα πεθάνουν κι οι τρεις. Δεν θυμάται πλέον τα ποιήματα που απήγγελλε στους στρατιώτες. Με την πείνα το πρώτο πράγμα που πεθαίνει είναι η μνήμη. Πόσο ατέλειωτος είναι ο χρόνος δίχως ένα φιλί; Όταν χάνει το μολύβι η σιωπή είναι αβάσταχτη. Όταν μετά από μέρες το ξαναβρίσκει κάτω από καυσόξυλα, νοιώθει πως ανακτά το χάρισμα του λόγου. Αλλά όλα θα τελειώσουν όταν τελειώσει το τετράδιο. Γι’ αυτό και αρχίζει να γράφει αραιότερα. Η τελευταία λέξη που θα γράψει θα είναι «μελαγχολία». Αλλά θα έχει προλάβει να βαφτίσει έτσι, με το μολύβι, τον μικρό «Ραφαέλ».

Τρίτη ήττα

Ο καθηγητής τσέλου Χουαν Σένρα είπε ναι και, δίχως να το ξέρει, έσωσε προσωρινά τη ζωή του. Ο μικροκαμωμένος συνταγματάρχης Εϊμάρ (με μια πανοπλία παράσημα που μάλλον θωρακίζουν παρά δοξάζουν το στήθος του) τον ανακρίνει με αγωνία για τον χαμένο του γιο. Ο φόβος που αναβλύζει από το κρύο του πουλόβερ καταφέρνει να κρατά όρθιο τον αιχμάλωτο σε μια άδεια αίθουσα που κάποτε ήταν σχολική. Ο γραμματέας κάθεται σε θρανίο, σε στάση μαθητή, στον τοίχο μια φωτογραφία του στρατηγού Φράνκο, χαμογελαστή και κτηνώδης. Άλλοι τρεις στρατιώτες – φρουροί στο βάθος «όρθιοι σαν ακίνητες από την κούραση μορφή, δίχως τίποτα το επικό».

Ο Σένρα είναι κομμουνιστής και οργανωτής των λαϊκών φυλακών. Δεν γνώρισε ποτέ το γιο του συνταγματάρχη· λέει ψέματα για να παρατείνει τη ζωή του. Σε μια κατάσταση ημισυνείδησης, βάζει μια δόση αλήθειας στις απαντήσεις του, προσπαθώντας να αναδομήσει τις δίχως μνήμη απαντήσεις του, κερδίζοντας κάθε φορά μια ακόμα μέρα επιβίωσης. Ο Εδουάρδο Λόπεθ οργανωτής της ζωής των κρατουμένων (που δεν παρηγορούνταν αλλά ευγνωμονούσαν το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος που επιδίωκε να κρατήσει ζωντανές εκείνες τις νεκρές ψυχές) τον αντιμετωπίζει με καχυποψία: μήπως τους μαρτυρά πράγματα; Ο Σένρα αναρωτιέται: Πώς είναι δυνατόν κάποιοι πεθαμένοι να ζητούν εξηγήσεις από άλλους πεθαμένους;

Ο Χουαν συνεχίζει το παρατεταμένο και συμπαγές ψέμα που προέκυψε σε μια στιγμή συμπόνιας και μετατράπηκε σε στήριγμα ζωής. Οι ιστορίες που επινοεί φωτίζουν το πρόσωπο εκείνης της μητέρας, καθώς τα απολιθώματα του ψεύδους αντικαθιστούν την ωμότητα των γεγονότων. Όταν θα φτάσει η σειρά του για εκτέλεση, γνωρίζει πως θα προσέλθει ατάραχος στο ραντεβού. Η βεβαιότητα πως δεν μπορεί κανείς να σκοτώσει έναν ήδη πεθαμένο τού δίνει απροσδόκητο θάρρος. Στην επιστολή προς την αδελφή του θα γράψει: Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, αλλά όταν λάβεις αυτό το γράμμα θα με έχουν εκτελέσει. Προσπάθησα να τρελαθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με όλη αυτή τη θλίψη. Ανακάλυψα ότι η γλώσσα που ονειρεύτηκα, για να επινοήσω έναν κόσμο πιο αξιαγάπητο, είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα των νεκρών.

Στο τέλος, κουρασμένος με τα δυο όντα που του μιλούσαν και του φέρονταν σαν να ήταν οι ιδιοκτήτες του, θα τους πει ότι θυμήθηκε την αλήθεια: πως ο γιος τους είχε εκτελεστεί δίκαια, γιατί ήταν ένας εγκληματίας, όχι ένας εγκληματίας πολέμου, χαρακτηρισμός υποκειμενικός που εξαρτάται από το στρατόπεδο στο οποίο ανήκει κανείς, αλλά ένας κοινός εγκληματίας, ένας δολοφόνος αμάχων. Το πρόσωπο των γονέων παγώνει: η φευγαλέα προσωπογραφία του γιου τους είχε πλέον τα χρώματα της αλήθειας. Κανείς δε λέει ψέματα για να πεθάνει. Η τελευταία σκέψη που τον καθησύχασε ήταν πως από το πρόσωπο του συνταγματάρχη θα εξαφανιζόταν για πάντα εκείνη η έκφραση ατιμώρητης ικανοποίησης.

Τέταρτη ήττα

Τρεις διαφορετικοί αφηγητές πλέκουν και ξεπλέκουν την τελευταία τραγική ιστορία (με πλάγια γράμματα ο ιερέας, με έντονα γράμματα ο τότε μικρός Λορένθο, με κανονικά γράμματα ο συγγραφέας). Ο ιερέας εξομολογείται πως εντάχθηκε σ’ ένα άσημο τάγμα για να ξεχάσει τις τερατώδεις πράξεις του και να δει το φως, να ξεφύγει από την ύπαρξη του κακού. Θυμάται την προσοχή που του προκάλεσε ο μαθητής του Λορένθο: δεν συμμεριζόταν το μαχητικό (: φρανκικό) πνεύμα των συμμαθητών του. Του ζητούσαν να δείξει την αγάπη για την πατρίδα του κι εκείνος τους απαντούσε με τη σιωπή του. Ο πατέρας του παιδιού, Ρικάρντο Μάθο, είχε διοργανώσει το 2ο Διεθνές Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937 και αναφερόταν στα αρχεία ως εξαφανισθείς. Ο ιερέας αρχίζει να παρακολουθεί εφιαλτικά τον Λορένθο και να πιέζει ασφυκτικά την χήρα μητέρα του. Αν με απορρίπτει θα ήταν τόσο ηλίθια όσο το άγαλμα που απορρίπτει το βάθρο του

Ο Λορένθο σήμερα ανασυνθέτει τις αναμνήσεις του: αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι είχε έναν πατέρα που κρυβόταν σε μια ντουλάπα. Δεν μπορεί να ξεχάσει τα παράθυρα που παραμόνευαν διαρκώς τις ζωές τους, την διαρκές κρύψιμο του πατέρα του, εκείνο το εύθραυστο κομμάτι της οικογενειακής τους γαλήνης. Όταν το ασανσέρ σταματούσε στον τρίτο, δεν πάγωνε απλώς ο χρόνος αλλά πέτρωνε ο αέρας μέχρι ν’ ακουστεί ο ήχος του κουδουνιού σε κάποιο από τα άλλα διαμερίσματα του ορόφου. Η σιωπή αποτελούσε μέρος της συζήτησής τους. Μόνο τα πρωινά κυκλοφορούσε αθόρυβα μες το σπίτι (τόσο αθόρυβα που τρόμαζε κι εκείνον και την μητέρα του), αφού απέναντι ο κινηματογράφος Αλγέρι ήταν άδειος.

Η μητέρα του Έλενα εργαζόταν ως μεταφράστρια, αλλά τις μεταφράσεις στην πραγματικότητα τις έκανε εκείνος, αρχικά αθόρυβα στο χέρι κι αργότερα χτυπώντας τη γραφομηχανή, μόνο όταν εκείνη βρισκόταν σπίτι και τις κάλυπτε με τον θόρυβο της ραπτομηχανής. Ακόμα και στις ερωτικές τους αγκαλιές έπρεπε να ανασύρουν τα πάθη που ήταν καταχωνιασμένα στις γωνιές του φόβου. Το δόσιμό τους ήταν δίχως αναστεναγμούς, δίχως κραυγές, δίχως σ’ αγαπώ. Σε μια οικογενειακή ρουτίνα που έκρυβε επιμελώς την τραχύτητα του φόβου, ο μικρός θυμάται: ήμουν αναγκασμένος να κρύβω όλα όσα μου μάθαινε ο πατέρας μου στο σπίτι και να εξωραΐζω όλα όσα συνέβαιναν στον δρόμο, όταν βρισκόμουν σπίτι.

Ο Ρικάρντο ήταν κατάπληκτος με τη σκέψη πως κάποιος ήθελε να τον σκοτώσει όχι για κάτι που έχει κάνει, αλλά για κάτι που σκέφτεται. Όταν ύστερα από τρία χρόνια πολιορκίας η πόλη ανέκτησε τη ρουτίνα της κι όλοι συμπεριφέρονταν σα να μην είχαν χάσει τον πόλεμο, είδε πως οι παλιοί του φίλοι δεν αισθάνονταν πλέον να τους συνδέει η ήττα αλλά η διάθεσή τους να ξεχάσουν το παρελθόν. Άρχισε να μαραζώνει, να κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του, οι λέξεις έπαψαν να είναι σημαντικές. Ακόμα κι όταν ήταν μόνος στο σπίτι, παρέμενε ατέλειωτες ώρες κλεισμένος στην ντουλάπα. Η ζωή του άρχισε να μοιάζει με τον αέρα: υπήρχε αλλά δεν έπιανε χώρο.

Η οικογένεια σχεδίαζε να δραπετεύσει κι ο ιερέας να έρθει αργά το βράδυ στο σπίτι. Όταν οι τριγμοί του ασθματικού ασανσέρ σταμάτησαν στον τρίτο, το παιδί που έχει στη μνήμη του ο Λορένθο θυμάται το χτύπημα του κουδουνιού και την τρομερή προσπάθεια του πατέρα να κρύψει τα χαρτιά και να κυλήσει αθόρυβα στην ντουλάπα του. Οι διηγήσεις των τριών συγκλίνουν σ’ ένα συνταρακτικό αποκορύφωμα.

Τι να γράψει κανείς μετά από τέτοιες ιστορίες ήττας; Κάθε επίλογος θα χτυπάει σαν κούφιος. Ας τηρηθεί εδώ η στάση που κράτησαν τουλάχιστο δύο από τους κεντρικούς χαρακτήρες και πολύ περισσότεροι από τους άλλους: σιωπή.

Εκδ. Πάπυρος, 2008, [σειρά LETRAS - Ισπανόφωνοι και Πορτογαλόφωνοι Συγγραφείς], μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 200, με τρισέλιδο πρόλογο του μεταφραστή (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Στις φωτογραφίες: ο συγγραφέας, λεωφορείο – βιβλιοθήκη της Ισπανικής Δημοκρατίας (Bibliobus generalitat republicana, 1938), οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, ένα γραμματόσημα άξιο για πολλά φτυσίματα, ξανά ο συγγραφέας, η αφίσα και μια φωτογραφία από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, σε σκηνοθεσία José Luis Cuerda (Los girasoles ciegos (2008)).

20
Ιουλ
11

Αργεντινή 1978

1.

Λένε για την παιδική ηλικία, πως κρύβονται μέσα της, όπως στο φρούτο τα κουκούτσια, οι πρώτες μνήμες από οτιδήποτε μας χρωματίζει τη ζωή, ενθυμήσεις με ασάλευτη θέση στο κουτί των ανεκτίμητων στιγμών μας. Κρύβονται σε οπισθογωνίες ασφαλείς, παμπρώτες σ’ έδαφος παρθενικό, απαραμέριστες από τις επόμενες. Αλλά ποιος μπορεί ν’ αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι πράγματι τόσο μοναδικές ώστε ν’ αναπνέουν μέσα από κάθε επόμενο μνημικό υπόστρωμα; Και τι σημασία έχει; Τόσα χρόνια ταξιδευτής των σελίδων και σταθμευτής σ’ εκείνες που γραφολογούν την παιδικότητα, το γνωρίζω καλά αυτό το παράξενο είδος συγκίνησης που μοιράζεσαι με τον συγγραφέα: τους κρυφούς διαλόγους για μια εποχή που ξαναζείτε εκ του ασφαλούς, την ανακουφιστική αίσθηση πως επιβιώσατε απ’ τα βάσανά της, πως έστω καταφέρατε και βρεθήκατε μέχρι εδώ σήμερα, μακριά από παιδικά δράματα κι εφηβικούς καταποντισμούς. Αλλά σπανίως βρισκόμουν πρόσωπο με πρόσωπο με την δική μου εκείνη εποχή – κι εδώ δεν υπήρχε συγγραφέας. Έπρεπε ο ίδιος να πάρω τη θέση του και να προσκαλέσω κάποιον άλλον αναγνώστη. Ενδιαφέρεται κανείς;

Ήταν Ιούνιος του 1978, ο μήνας του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου στην Αργεντινή, λίγο πριν κλείσω τα δέκα μου, ηλικία που μου φαίνεται μικρή τώρα που διατηρώ την αίσθηση πως τα έζησα μεγάλος, έστω μεγαλύτερος. Θυμάμαι την προσμονή της σπουδαίας διοργάνωσης: ένα αθλητικό περιοδικό σε φτηνό χαρτί αφιέρωνε από ένα δισέλιδο στις ομάδες σ’ έναν πρώτο χορό των χωρών μπροστά στα μάτια μου. Οι φωτογραφίες ήταν μαυρόασπρες, αλλά ήδη μάντευα χρώματα και συνδυασμούς. Πλησίαζε το παιχνίδι των καλύτερων, η συνάντηση των ικανότερων, ο δικαιότερος των διαγωνισμών. Άρχισα να διαβάζω για την θεομάκρινη Αργεντινή και τα εύηχα των σταδίων ονόματα: Μπουένος Άιρες Μονουμεντάλ, Μαρ ντε λα Πλάτα, Ροζάριο, Κόρδοβα, Μεντόζα. Και λίγες γραμμές για τον δικτάτορα στρατηγό που διαφέντευε τη χώρα· στο κακοτυπωμένο του πορτρέτο είδα ένα καχεκτικό πρόσωπο με γελοίο μουστάκι και πεταχτά αυτιά. Διασπαρμένα σχόλια μιλούσαν για την περίοδο του τρόμου, με μια βιασύνη μη βρεθούν εκτός θέματος, με την αίσθηση πως τώρα δεν μας αφορούν αυτά, οι προβολείς στρέφονται αλλού, η γιορτή αρχίζει κι οι τύραννοι δεν πολεμούν τα λατρευτά θεάματα. Άλλωστε το όνομα Βιντέλα ήταν μελωδιστό κι εκείνος έμοιαζε με καρτούν.

Οι τηλεοπτικές αναμεταδόσεις από την λευκόμαυρη οθόνη άρχιζαν νωρίς το απόγευμα και τελείωναν αργά το βράδυ. Και πριν από την πρώτη απογευματινή λήψη, με το θερινό φως ακόμα τυφλωτικό, παιζόταν το σήμα των αγώνων: δυο ημικυκλούμενες ρίγες (αργότερα θα έβλεπα πως ήταν το γαλάζιο του αργεντινού έθνους) αγκάλιαζαν την μπάλα με τα ασπρόμαυρα πολυγωνάκια, την αναπόκτητη μπάλα των παιδικών μου ονείρων, ενώ ακουγόταν ο αξέχαστος ύμνος του Μουντιάλ: μια μελωδία καρφωτική, ένας ανατατικός ρυθμός που μ’ αγαλλίαζε αγκαλιάζοντας με μια ανάλαφρη μουσική «της εποχής», μια ανέμελη, απόμακρη χορωδία που αργότερα τραγουδούσε το δικό της έπος προτού τα πνευστά ξεσπάσουν στο δικό τους, σε διαδοχικές ανεβαστικές κλίμακες· μια μελωδία που με συνεπήρε, που μου φώναζε πως εδώ κάτω, σε άλλα ημισφαίρια κι άλλα ηπειρομόρια, μακριά απ’ την γκριζωμένη σου Κυψέλη και την αθάλασση γειτονιά σου, εμείς ζούμε ένα αθλοπρεπές πανηγύρι και γιορτάζουμε με τραγουδιστή συλλογικότητα μιαν άλλη ζωή. Και δε με χωρούσε ο τόπος…

Θυμάμαι την αίσθηση των αγώνων· μια πλουμιστή σύναξη τόσο διαφορετική απ’ όσα είχα μέχρι τότε δει. Τόσες χώρες (και ποιο παιδί δεν έχει παίξει με τις πρωτεύουσες ή τις σημαίες;), τόσοι εθνικοί ύμνοι σε περιδεή σιωπή, τόσα χρώματα στις φανέλες – μπλε Ιταλοί, πορτοκαλί Ολλανδοί, κόκκινοι Ισπανοί, πορφυροί Ούγγροι, κίτρινοι Σουηδοί, πράσινοι Μεξικανοί, λευκοί Γάλλοι, μαύροι Σκωτσέζοι, κυπαρισσί Ιρανοί – λες και κάθε κράτος καλοδιάλεξε τα δικά του χρωματο-σώματα για τα τεραίν του παραδείσου. Θυμάμαι τη γεύση του ανεπίστροφου: κάθε γκολ γραφόταν οριστικά σε ιστορικά τετράδια κι έμοιαζε μικρό σκαλί προς την κορφή – πόσο μάταιοι μου φαίνονταν μετά οι πανηγυρισμοί στα εθνικά ματς, στα παράμερα συνοικιακά γήπεδα!

Η πρώτη μου έλξη από την αργεντίνικη ομάδα: πρόσωπα σκαμμένα σαν ινδιάνικα γλυπτά, σώματα κάπως κοντά και παχιά, δυο τρεις θεόρατες αλογόμορφες φυσιογνωμίες, ονόματα εύηχα σαν τοπωνύμια υπερνότιων πόλεων, σαν ετικέτες εξωτικών γλυκών από την άκρη του κόσμου: Ταραντίνι, Γκαλβάν,  Γκαλλιέγκο και μια τριάδα μακρυμάλληδων μυστακοφόρων με τραγουδιστά επίθετα: Λούκε, Βίλλα, Λαρόσα· πολύ αργότερα θα μάθαινα πως οι περισσότεροι προφέρονταν διαφορετικά. Διατηρώ ακόμα την εικόνα του προπονητή τους Λουί Σεζάρ Μενόττι: ένας ψηλόλιγνος μακρυμάλλης με καμπαρντίνα, ένας ώριμος πανωραίος της εποχής, συνεχώς αγέλαστος κι αενάως καπνίζων. Ένας Λουδοβίκο Καίσαρα στο θρόνο του Άγχους.

Οι αγώνες της Εθνικής Αργεντινής ήταν κατάμεστοι: έπαιζε μπροστά στον λαό της. Ηρωισμοί και νταηλίκια επιδοκιμάζονταν απ’ τις ιαχές· οι παίκτες έδιωχναν το χέρι της συγνώμης ύστερα από σκληρό μαρκάρισμα του αντιπάλου προτού αντιχαρίσουν λίγο αργότερα ανάλογη σκληρότητα· στις αψιμαχίες πλησίαζαν αγέρωχοι το πρόσωπο του εχθρού με την αλαζονεία ενός λαϊκού ήρωα. Και σε κάθε ευκαιρία γίνονταν αποθεούμενοι θεαματατζήδες με ντρίπλες και τακουνάκια, ανθρωπομάχοι σε κολοσσαίο επιβίωσης. Είχα ήδη σκοπεύσει στο αντιγραφικό μου εγκεφαλογράφηματον πλέον εξημμένο όλων, μικρόσωμο μα αγριεμένο Ντανιέλ Μπερτόνι. Στην επόμενη σχολική χρονιά θα γινόμουν κι εγώ Μπερτόνι απέναντι στους δικούς μου αντιπάλους.

Η Οικοδέσπουσα Οικοδέσποινα προχωρούσε αγχωμένα αλλά σταθερά σε αγώνες που έμοιαζαν οριακοί κι ανεπίστρεπτοι. Στον τελευταίο των ημιτελικών ομίλων αγώνα κατά του Περού είχε την πολύτιμη γνώση πως της αρκούσε διαφορά τεσσάρων γκολ – είχε κανονιστεί η Βραζιλία να παίξει νωρίτερα – κι ένας συντριπτικός εξάσφαιρος θρίαμβος την καλωσόρισε στην αρένα του ονείρου. Σκεφτόμουν την δοκιμασία της σαν καθαρτήριο λουτρό, με τις κλιματοψυχολογικές διαβαθμίσεις των έξι λουτηρίων τερμάτων, απ’ την αγωνία στην ελπίδα κι απ’ την ανακούφιση στον θρίαμβο, με παραληρούσα θεατή μια χώρα ολοκληρωτική.

Είναι αδύνατο να ξεχάσω τη νύχτα του τελικού, 25 Ιουνίου 1978, το δέος που ένιωσα όταν είδα το «Εστάδιο Μονουμεντάλ»: τις κατακλυσμένες κερκίδες σχεδόν κάθετες στον αγωνιστικό χώρο, τα άπειρα χαρτάκια που χιόνιζαν την ατμόσφαιρα. Ήταν ένα ζεστό ελληνικό βράδυ, καθόμασταν στη βεράντα με τον πατέρα μου – συνθεατή των αναμεταδόσεων, διδάσκαλο στην ταχυδακτυλουργία του αγωνίσματος, σύντροφο στο μοναδικό πράγμα που μας ένωσε ποτέ – στην ίδια βεράντα όπου άρχισαν οι έλξεις κι οι θέλξεις μ’ όλα ετούτα. Έχω ακόμα στο μυαλό μου ένα περιστατικό που με γοήτευσε με την αύρα του απρόοπτου. Με την είσοδο στο γήπεδο ο αζτεκόμορφος αρχηγός των Αργεντινών που λεγόταν Πασαρέλα – αντιλαμβανόμουν τι σημαίνει να είσαι αρχηγός σε τέτοιες ώρες, σχεδόν ένοιωθα το βάρος του κόσμου στους ώμους του – διαμαρτυρήθηκε για τον επίδεσμο στο χέρι του Ολλανδού αντιπάλου Ρενέ βαν ντε Κέρκοφ. Κουνούσε το χέρι του αρνητικά, απαιτούσε την απομάκρυνση του παίκτη· ο μυστηριώδης βραχίονας έθετε σε κίνδυνο την ομάδα. Βρέθηκα στη θέση και των δυο: τοπικός ήρωας που επιδείκνυε με τη γλώσσα του σώματος την επιθυμία να προστατεύσει τους άντρες του, ύποπτος κι απολογούμενος ενώπιον λαοπνιγμένου σταδίου. Η Ολλανδική ομάδα απείλησε με αποχώρηση, οι συνεχείς διαβουλεύσεις μού επέτειναν την έξαψη της μάχης, η γάζα άλλαξε κι ο αγώνας ξεκίνησε.

Πέρασαν 39 λεπτά αγχωμένου θεάματος μέχρι να σκοράρει με τρόπο υπέροχο και γι’ αυτό απερίγραπτο ο αγέρωχος Μάριο Κέμπες. Τα χέρια του αγκάλιασαν νοητά έναν κόσμο φτιαγμένο από σημαίες κι ιαχές. Οι Ολλανδοί ισοφάρισαν λίγα λεπτά πριν τη λήξη κι έχασαν σίγουρο γκολ στα τελευταία δευτερόλεπτα: η μπάλα κυλούσε στο τέρμα αλλά σταμάτησε στο δοκάρι. Αναρωτήθηκα για το απειροελάχιστο εκείνο εκατοστό που χωρίζει τα πράγματα που συμβαίνουν από εκείνα που δε συμβαίνουν, το αν από το τετέλεσται. Το στάδιο βουβάθηκε και μετά αναστέναξε. Στην παράταση ο καλπαστής Κέμπες σκόραρε ακόμα πιο θεαματικά, με αλησμόνητο συνδυασμό θάρρους, ρίσκου, ικανότητας, τύχης κι ίσως αναγκαιότητας – αργότερα δεν θα έπαυα ν’ αναρωτιέμαι με ποια σειρά αποτελούν υποψήφια υλικά της επιτυχίας – κι ο θρίαμβος σφραγίστηκε με τον δικό μου Μπερτόνι! Η άξια πρωταθλήτρια σήκωνε το τρόπαιο από τα χέρια του περιλάμποντος Βιντέλα, ο κόσμος στο Μπουένος Άιρες κατέκλυζε τους δρόμους.

2.

Χρόνια μετά, έχοντας περάσει από άλλες δεκαετίες, άρχισα να συμφιλιώνομαι με το αναπόφευκτο άλγος του νόστου, επιθυμώντας να ψάξω ένα παρελθόν εξιδανικευμένο, να ψαύσω πρωταρχικές μαγεύσεις μιας ζωής που άλλες τις κράτησε κι άλλες τις ξέχασε. Ήταν θέμα χρόνου να ξαναβρεθώ πίσω στη δική μου Αργεντινή του 1978 – και το διαδίκτυο υποσχόταν να με ταξιδέψει άμεσα. Πρώτα αναζήτησα και βρήκα τη μουσική, την Melodia Oficial del Muntial ’78, σύνθεση που γράφτηκε από τον Έννιο Μορρικόνε! Και χαμογέλασα με μια μικρή απογοήτευση για τον ύμνο που τελικά δεν ήταν γέννημα γηγενές αλλά παραγγελία στον μάστορα μουσουργό του έπους και της ευδαιμονίας. Ας είναι. Βρήκα και την αργή εκτέλεση, με τα τρυφερά, μελαγχολικά μουρμουρητά μιας γυναίκας κι άρχισα τις αναζητήσεις, που ξεδίπλωσαν μιαν άλλη Αργεντινή, ένα εφιαλτικό Μουντιάλ.

Η παρουσία του δικτάτορα άρχισε να απλώνεται παντού· εκεί που αρχικά παρέμενε ένας δευτερεύων ρόλος στο περιθώριο της ιστορίας μου, μια σκιά στην άκρη της κορνίζας, άρχισε να καταλαμβάνει όλο το κάδρο, να μαυρίζει όλους τους ήλιους. Τα προηγούμενα χρόνια οι γνώσεις μου σταδιακά σχημάτιζαν μιαν άλλη εικόνα, με τη βοήθεια και της λογοτεχνίας που αρνείται τη λήθη. Αλλά τώρα αποκτούσαν σαφές περίγραμμα οι θολές γραμμές μιας ύποπτης παρουσίας που η παιδική σκέψη είχε μικρύνει, είχε παραμερίσει. Να έφταιγαν οι λιγοστές δυνατότητες ενημέρωσης, η αδιάφορη εφημερίδα του πατέρα μου, τα μυστηριωμένα μισόλογα των αθλητικογράφων;

Ο Ραφαέλ Χόρχε Βιντέλα κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα το 1976 και υπήρξε βασικός ενορχηστρωτής του Βρώμικου Πολέμου, της επιχείρησης ενάντια σε κάθε αντίθετη πολιτική σκέψη. Ακόμα και μια απλή υποψία συμπάθειας προς την αριστερά έπρεπε να εξολοθρευτεί. Η χούντα διήρκεσε έως το 1983 και περιελάμβανε χιλιάδες παράνομες συλλήψεις, βασανισμούς, εξαφανίσεις, θανατώσεις. Ο απολογισμός του Proceso de Reorganizacion Nacional είναι περίπου 2.300 πολιτικές δολοφονίες, 10.000 συλλήψεις και 30.000 αγνοούμενοι. Ιδιαίτερο κεφάλαιο αποτελούσαν οι απαγωγές παιδιών των συλληφθέντων, ορισμένα από τα οποία γεννήθηκαν στους χώρους των βασανιστηρίων, οι υιοθεσίες τους από καθεστωτικές οικογένειες, οι «πτήσεις θανάτου», με τις οποίες οι ναρκωμένοι συλληφθέντες ρίχνονταν στον ποταμό Ρίο ντε λα Πλάτα και στον Ατλαντικό.

Καθώς η Αργεντινή αποτελούσε ήδη καταφύγιο για χιλιάδες φυγάδες – θύματα πολιτικών διώξεων, κυρίως Χιλιανούς και Ουρουγουανούς, ο Βιντέλα δήλωνε πως «πρέπει να θανατωθούν όσοι άνθρωποι απαιτείται ώστε η χώρα να είναι ξανά ασφαλής» ενώ άλλος συνορχηστρωτής υπολόγιζε πως «είναι απαραίτητο να σκοτωθούν 50.000 άνθρωποι, με δεδομένα περίπου 5.000 λάθη». Οι ομάδες θανάτου προήλθαν από τις ένοπλες δυνάμεις και την αστυνομία και εκπαιδεύτηκαν από τις Αμερικανικές και Γαλλικές Μυστικές Υπηρεσίες. Ό,τι δεν προλάβαιναν οι κρατικές αρχές ολοκλήρωνε η προϋπάρχουσα αστυνομική δύναμη Alianza Anticommunista Argentina (ΑΑΑ). Ευρύτερη ασπίδα όλων αποτελούσε η Επιχείρηση Κόνδωρ, συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών Αργεντινής, Βολιβίας, Χιλής, Παραγουάης και Ουρουγουάης με τη συνδρομή και των υπολοίπων λατινοαμερικανικών χωρών σ’ ένα εκτεταμένο σχέδιο καταστολής κατά πασών αντιφωνούντων. Σε κοντινή απόσταση από το Μνημειακό Μονουμεντάλ βρισκόταν η Escuela de Mecánica de la Armada, η περίτρομη ESMA, που λειτούργησε ως χώρος συγκέντρωσης, εγκλεισμού και βασανισμού. Οι κρατούμενοι μπορούσαν να ακούν τις ιαχές από το στάδιο, ενώ προτρέπονταν από τους φρουρούς να συμμετάσχουν στους πανηγυρισμούς. Σε μικρότερα στάδια καίγονταν άλλοι συλληφθέντες…

Η διοργάνωση του Μουντιάλ αποτελούσε ιδανική ευκαιρία για την δικτατορία να ξεγελάσει τον κόσμο με λαμπρές εικόνες μιας χώρας όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα έμεναν ακαταπάτητα. Οι τρομερές αστυνομικές επιχειρήσεις με τις βίαιες αρπαγές ανύποπτων πολιτών μειώθηκαν σημαντικά εκείνο το μήνα, για τα μάτια τυχόν αδιάκριτων επισκεπτών. Αν οι Αγώνες καθάριζαν το πρόσωπο της Αργεντινής προς τα έξω, η κατάκτηση του τροπαίου ήταν ακόμα πιο απαραίτητη για την πλήρη ικανοποίηση του απλού λαού, στη γνώριμη επωδό: ένα δοξαστικό κύπελλο θα σταχτίσει εκατομμύρια μάτια.

Ενόψει του κρίσιμου ημιτελικού η Αργεντινή συμφώνησε τον ελλιμενισμό προς το Περού 35.000 τόνων δημητριακών, οικονομικές παροχές στη χώρα και πλούσιες παροχές στους ανώτερους αξιωματούχους της περουβιανής αποστολής. Ο αρχηγός των αγώνων Λακόστε κανόνισε ώστε η Βραζιλία ν’ αγωνιστεί νωρίτερα, για να γνωρίζουν οι Αργεντινοί πόσα τέρματα χρειάζονταν για να την ξεπεράσουν. Πριν το παιχνίδι ο Βιντέλα (συνοδευόμενος σύμφωνα με μια άποψη από τον Χένρυ Κίσινγκερ, που ούτως ή άλλως μπροστά στις κάμερες ευχήθηκε ολόψυχα καλή επιτυχία στην Αργεντινή) επισκέφθηκε τα αποδυτήρια των Περουβιανών για να τους μιλήσει περί…. Λατινοαμερικανικής Αλληλεγγύης. Οι περισσότεροι παίκτες δεν είχαν δει ποτέ τους στρατηγό από κοντά, πόσο μάλλον δικτάτορα, κι ίσως ένοιωσαν κάτι από τον τρόμο που τον συνόδευε· μπορεί για λίγα δευτερόλεπτα τα υπόγεια αποδυτήρια να τους φάνηκαν χώροι κράτησης. Τους βλέπω προσεκτικά στον αγώνα να κυνηγούν τους Αργεντινούς χωρίς να τους παίρνουν τη μπάλα, σαν κυνηγητό παιδιών στις αλάνες που έπαιζαν μικροί. Κανείς δεν ρισκάρει τη ζωή του, όλοι θέλουν να τους περιμένει η οικογένεια στο σπίτι. Ο τερματοφύλακας Κιρόγκα χορογραφεί την ίδια του την ταπείνωση εκτινασσόμενος στο βρόντο. Φαντάζομαι πως καθένα από τα έξι τέρματα έδινε περισσότερη ανακούφιση στους ηττούμενους… Ολοένα και περισσότερα έγγραφα βλέπουν το φως: δωροδοκίες παικτών, απειλές, ανάμιξη κολομβιανής μαφίας.

Ο τελικός (25 Ιουνίου 1978) μετατράπηκε σε θέατρο ψυχολογικής πίεσης για τους αντιπάλους. Οι Αργεντινοί καθυστέρησαν να μπουν στον αγωνιστικό χώρο, αφήνοντάς τους μόνους ενώπιων χιλιάδων θεατών. Η διαμαρτυρία για τον επίδεσμο ήταν προμελετημένη, για να προκαλέσει αμυντικά συναισθήματα και άγχος. Κάποιοι παίκτες κοιτάζονται συνωμοτικά, μειδιούν. Ο διαιτητής Γκονέλα απολαμβάνει μια πρόσθετη ημίωρη βασιλεία. Δίπλα στις ανελέητες εικόνες και οι προσωπικές μου απομυθοποιήσεις. Συνειδητοποιώ πως εκεί δεν ήταν καλοκαίρι αλλά χειμώνας· ο ήλιος ήταν ψυχρός και μελαγχολικός. Ο τελικός δεν γινόταν βράδυ αλλά ένα κρύο, ημισκότεινο, συννεφιασμένο μεσημέρι. Ξεκίνησε στις 15.00 κι όλα τελείωσαν στις 17.45, οπότε και γράφτηκε στο ταμπλώ ARGENTINA CAMPEON! Ο Βιντέλα παρέδωσε το κύπελλο στον Πασαρέλα με κατάθερμη συναδελφική χειραψία. Τον βλέπω στη φωτογραφία να στρέφεται με υψωμένους αντίχειρες σε κάποιον. Χιλιάδες Αργεντινοί ξεχύθηκαν στους δρόμους, σε θελητή ή αθέλητη εικόνα ενός λαού ευτυχισμένου. Υπήρχαν άραγε σ’ εκείνο το ανθρώπινο ξέχυμα κάποιοι που βρήκαν την μοναδική ευκαιρία να βγουν έξω να εκτονωθούν, καθώς κάθε δημόσια εκδήλωση ήταν απαγορευμένη, άλλοι που έβγαιναν να ξεσπάσουν από τον έντρομο εγκλεισμό του σπιτιού τους, κάποιοι που μπορούσαν να συναντηθούν και να συνεργαστούν στην αντίστασή τους;

Στα διαδικτυακά βίντεο οι παίκτες μιλάνε για όσα έζησαν. Άλλοι διατείνονται πως δε γνώριζαν, πως είχαν αφοσιωθεί στον υπέρτατο σκοπό, άλλοι αφήνουν αιχμές αλλά κανείς δε διανοείται να πουλήσει το Όνειρο των Ηρώων. Μέχρι σήμερα εξαργυρώνουν διηγήσεις των στιγμών του μεγαλείου – ποιος δε θα το ’θελε; «Εμείς δεν σκοτώσαμε ούτε βασανίσαμε ούτε απαγάγαμε κανέναν κι είναι οδυνηρό να μας συνδέουν με όλα αυτά» δήλωσε ο τερματοφύλακας Ουμπάλντο Φιγιόλ. Κι ίσως έχει δίκιο. Σε πρόσφατο διαφημιστικό σποτ βλέπω πρώτα τις πλάτες τους με τα νούμερα στις φανέλες. Θυμάμαι ακόμα ποιο ανήκε σε ποιον· το 16 στον Ορτίζ, το 14 στον Λούκε, το 4 στον δικό μου Μπερτόνι. Τα σώματα στρέφονται προς εμάς τραγουδώντας κωμικοτραγικά για ένα τηλεοπτικό πακέτο κι είναι γερασμένα, σχεδόν αγνώριστα απ’ το πάχος. Η ζωή, αν είσαι τυχερός και δεν στην αρπάξουν, συνεχίζεται. Ξαναβλέπω τον Μπερτόνι τριάντα χρόνια νωρίτερα έξω απ’ το Κυβερνητικό Ανάκτορο· με την άγνοια και την δουλικότητα του απλού στρατιώτη μιλάει «για την υποστήριξη του κυρίου Βιντέλα προς την ομάδα σ’ όλα τα στάδια της προετοιμασίας». Στάδια και «στάδια» από τα οποία ίσως όλοι κάποια στιγμή κληθούμε να περάσουμε…

Ο αριστερός Μενόττι κρατήθηκε στην Εθνική ως μόνος ικανός να φέρει σε πέρας το κυπελλόμορφο όνειρο. Η ειρωνεία θα συνάρπαζε τον Μπόρχες, αν δεν αποστρεφόταν την πολιτική: ένας φασίστας που υποχωρεί μπροστά στον αριστερό ή ένας αριστερός που υποχωρεί μπροστά στο φασίστα; Εκτός αν το ποδόσφαιρο «ενώνει» ή υπογράφει ανακωχές κι ένας σιωπηλός αντιφρονών παραγκωνίζει την πολιτική μπροστά στην ανένοχη αγαλλίαση χιλιάδων απλών ανθρώπων. Στον τελικό ο ψευδονομαζόμενος «Κοκαλιάρης» – Ελ Φλάκο – ζήτησε απ’ τους παίκτες μπαίνοντας στον αγωνιστικό χώρο να μην κοιτάξουν προς τους δικτάτορες αλλά στην απέναντι πλευρά, όπου βρίσκονταν «οι απλοί αργεντίνοι, οι καθημερινοί παλαιστές του βίου». Ένας διασωθείς στο κατεστραμμένο μου εικονοστάσι;

O τελευταίος στρατιωτικός «Πρόεδρος» Ρεϊνάλντο Μπινιόνε οργάνωσε την καταστροφή κάθε εγγράφου σχετικού με τον Βρώμικο Πόλεμο και παραχώρησε αμνηστία σε οποιονδήποτε εμπλεκόμενο στρατιωτικό. Τα σπίτια και οι περιουσίες των συλληφθέντων δεν επιστράφηκαν ποτέ. Πολλά παιδιά που αρπάχτηκαν από τους γονείς τους εξακολουθούν να μη γνωρίζουν την αλήθεια. O Ραούλ Αλφονσίν εισήγαγε τον Νόμο της Τελείας και την αρχή Perdon y Ovlido (Συγχώρεση και Λησμοσύνη), που εφάρμοσε και ο Κάρλος Μένεμ ελευθερώνοντας κάθε φυλακισμένο. Η Αμνηστία αποτελεί τον ιδανικό δρόμο προς την Αμνησία.

Οι Νόμοι της Αμνηστίας ανακλήθηκαν το 2005 από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αργεντινής. Πέρσι ο Βιντέλα προσήχθη σε δίκη για την εκτέλεση 31 ανθρώπων. Ένας αριθμός τόσο μικρός μπροστά στις 30.000, αλλά και τόσο μεγάλος καθώς τα πρόσωπα τώρα αποκτούν όνομα και πρόσωπο, απογόνους κι αφημένους. Στο δικαστήριο ο ίδιος δήλωσε με τη γνώριμη βλακώδη έπαρση των δικαζόμενων πραξικοπηματιών και ολίγη επιρροή από λαϊκά μυθιστορήματα πως αναλαμβάνει πλήρη την ευθύνη των πράξεών του, ζητώντας την απαλλαγή κάθε κατωτέρου που υπάκουε τις διαταγές του. Ένας υπέργηρος σε ψευδοηρωίζουσες «αυτοθυσίες» μπροστά στην ειρωνεία της ισόβιας καταδίκης, ένας στρατιωτικός που δεν τιμά ούτε τον δικό του κώδικα, που δεν αποδέχτηκε τις συνέπειες μετά την «αποκατάσταση αλλά προτιμά τώρα την ανάληψη προ της Ανάληψης…

Μόλις πέρσι ο Γιόχαν Κρόιφ αποκάλυψε πως αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διοργάνωση (στοιχείο που είχε αποδοθεί σε πολιτική διαφωνία, ρήξη με τους σπόνσορες ή προσωπική ιδιορρυθμία) εξαιτίας μιας απόπειρας απαγωγής και απειλής κατά της οικογένειάς του στην Βαρκελώνη που άλλαξε την οπτική του και επηρέασε σημαντικά την απόφασή του. Μένω μακριά από τις νέες αναρωτήσεις πώς θα ήταν ο τελικός αν συμμετείχε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου και τι θα συνέβαινε αν η Αργεντινή δεν έπαιρνε το Κύπελλο. Θα έβγαινε και πάλι κερδισμένη από την Αλλοιωμένη Γιορτή.

3.

Από τότε, σε κάθε νέο και πάντα αμήχανο Ιούνιο, επιστρέφω στα αργεντινά στάδια μιας εποχής ολοένα και πιο μακρινής, μουσειώδους και σχεδόν γραφικής, αλλά πολύ αγαπημένης, γιατί εκεί βρίσκω την δική μου παιδικότητα, γεμάτη έκπληκτα μάτια κι ελπιδοφόρες ματιές για τον ανατέλλοντα κόσμο. Μένω μπερδεμένος ανάμεσα στη μαγεία που χάθηκε και σ’ εκείνη που δεν υπήρξε, στο ειδυλλιακό που τελικά ποτέ δεν ήταν ειδυλλιακό αλλά στα δικά μου μάτια αποτελούσε κορύφωμα ζωής. Κι αν για μένα ο μήνας εκείνος ήταν ένα βάπτισμα σε μερικές μέχρι και σήμερα καταλογογραφημένες χαρές, για χιλιάδες ανθρώπους ήταν ένας εφιάλτης, μια κορυφαία ειρωνεία αληθινότερη και χειρότερη απ’ τις μπορχεσιανές. Χιλιάδες Αργεντίνοι ευτυχούσαν για το κύπελλο, δεκάδες χιλιάδες βαπτίζονταν σ’ εφιάλτη άτελο κι ανελέητο. Αμέτρητες ψυχές εκστασιούσαν την συμπαντική νίκη της χώρας τους, ακόμα περισσότερες υπέφεραν την ίδια στιγμή στα μπουντρούμια της διαβρωτικής αγωνίας. Άλλοι έβρισκαν τον παράδεισο στις κερκίδες, άλλοι την κόλαση στα τσιμέντα των κρατητηρίων, σ’ έναν άλλο Τελικό για την δική τους ζωή κι αξιοπρέπεια.

Η Μελωδία του Μουντιάλ είναι για μένα, πια, διπλής όψης, χωρίς να μου απαντά ποιες υποσχέσεις της ολοκληρώθηκαν ευδαίμονες και ποιες παρέμειναν δαίμονες. Αν την ακούσω με τα παλιά μου αυτιά με ζεσταίνει με τον ήλιο της, μου πλησιάζει το καλοκαίρι, μου υπόσχεται θεάματα ευφρόσυνα και νίκες ευγενείς. Γνωρίζοντας πλέον εκείνα που συνέβαιναν τόσο μακριά και τόσο κοντά στις γιορτές, γλυκοπικρίζει και πικρίζει, με ειρωνεύεται και με φοβίζει. Στην τελετή έναρξης, μετά τον μικροφωνικό αντίλαλο του δικτάτορα, οι σκοποί του ύμνου και του ψυχοπλάνου εμβατηρίου του Martin Darre παιγμένοι από την στρατιωτική μπάντα τώρα ακούγονται διαφορετικοί, πιο κοντά στον σκοπό τους. Σαν τη μουσική ενός μελαγχολικού εφιάλτη, που δεν καθόρισε τη ζωή μου – ήμουν πολύ μακριά γι’ αυτό – αλλά με το στάλαγμα μιας αναπότρεπτης αλήθειας μού καταστάλαξε κάτι από τον πόνο του αιώνιου ανθρώπινου δράματος.

Αλλά δεν μπορώ τίποτα να κάνω, παρά να περιμένω να τελειώσει ο μήνας, ώστε να ξανακλειστούν όλα τούτα στο κουτάκι των μνημών. Και κάθε τέσσερα χρόνια σε κάθε νέο Μουντιάλ, με πρόσωπα και τεχνικές μιας υπερμοντέρνας εποχής – όπως και τότε ήταν «μοντέρνα» όλα εκείνα -, μένω σχεδόν απαθής, ο δέκτης μου μοιάζει εικονικός, τα στάδια απόμακρα. Το άλμπουμ με τα γυαλιστερά αυτοκόλλητα με τα πρόσωπα των παικτών έχει πια χαθεί, αλλά σχεδόν το βλέπω, το ξεφυλλίζω, το μυρίζω. Μένουν οι μικρές ιντερνετικές οθόνες, για να βλέπω και να ξαναβλέπω τους αγώνες ξεθωριασμένους και θαμπούς, μαζί με τα ντοκιμαντέρ μιας Ιστορίας Παράλληλης.

Κι αναρωτιέμαι αν ο Βιντέλα πραγματικά πίστεψε πως είχε την Αποστολή της Διεργασίας ή απλά ξέχυσε ένα δηλητηριώδες μίσος που ποιος ξέρει ποιες άλλες Διεργασίες τού καλλιέργησαν· αν στο βάθος του κελιού του έχει έστω μια μικρή αμφιβολία. Αναρωτιέμαι για το πέρασμα του Μπόρχες – τον βλέπω να περιμένει μ’ έκφραση σεβασμού μαζί με τον Σάμπατο την χειραψία του δικτάτορα –από την ερώτηση για τον εξαφανισμένο συγγραφέα Αρόλντο Κόντι στην σιωπηρή έγκριση του καθεστώτος. Αν ο εμπνευστής του σλόγκαν των αγώνων, του «Derechos Y Humanos» – ευθείς και ανθρώπινοι-, που αντηχεί και σαν «Derechos Humanos»ανθρώπινα δικαιώματα – ήταν κάποιος λογοτέχνης που βάπτισε την πένα του σε μελάνι κόκκινο. Αν ο σπουδαίος συνθέτης που του αναθέτουν τον Ύμνο των Ύμνων διχάστηκε ανάμεσα στην άρνηση και στη σκέψη πως η μουσική είναι υπεράνω όλων. Αν το Κύπελλο δώρισε το γλυκύτερο άλλοθι σε μια χούντα ή την ξέχωρη ευτυχία σε ανθρώπους απλούς, την ψευδαίσθηση που δικαιούνται ακόμα και οι κυνηγημένοι. Αν οι παίκτες συμφιλιώθηκαν με την πλάνη, ηρεμούν τη μνήμη τους με το χάδι πως δεν γνώριζαν ή δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, πως η δική τους αποστολή ήταν άλλη, καθαρή κι αμόλυντη. Αναρωτιέμαι τι περιθώρια αντίστασης είχε ο καθένας, τι μερίδιο έχουμε στο δικαίωμα του φόβου, σε ποιες περιπτώσεις αποτελεί η σιωπή συνενοχή, συμμετοχή;

Κι εκεί δίνω πια τον δικό μου αγώνα, να συνθέσω όλες τις παράλληλες ιστορίες, μήπως σχηματίσουν την ιστορία ολόκληρη, την ειπωμένη και την κρυμμένη, γιατί πλέον αποτελεί και δικό μου κομμάτι, μια μαύρη τρύπα στο καταπράσινο λιβάδι που εις ολόκληρον κάποτε μου ανήκε. Μα δεν μπορώ να πλησιάσω τα πρόσωπα που βρέθηκαν στα φώτα ή σκοτείνιαζαν πίσω τους, να μου πουν αληθινά, μακριά από τον φόβο και τα βλέμματα, αν γνώριζαν και τι, με ποιους τάσσονταν, πώς ένοιωθαν τότε και σήμερα, αν θα άλλαζαν τη στάση τους, αν θ’ αντάλλαζαν τις χαρές τους.

Και δεν έχω άλλη δυνατότητα από το γίνω ο ίδιος όλοι, κλεμμένο παιδί που μεγαλώνει άψογα σε ζεστό στρατιωτικό σπίτι λίγο προτού μάθει την αλήθεια, εραστής που έχασε για πάντα την αγαπημένη του χωρίς να μάθει ποτέ τι απέγινε, μια Εξαφανισμένη, μια απλή φωτογραφία στο τεράστιο πόστερ των desaparecidos. Κάποιος που έμαθε να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο κι αδυνατεί να μην αγωνιστεί γι’ αυτόν, αναποφάσιστος μεταξύ δράσης και σωτηρίας, μεταξύ οράματος κι υποταγής. Ζαρώνω φοβισμένος  μπροστά στις στολές στους δρόμους, ή γίνομαι αυτοπρόσωπος στρατοφορεμένος ο ίδιος, ερεθισμένος της εξουσίας, εκπαιδευμένος του μίσους. Γίνομαι έγκλειστος που αγωνιά για τα πρόσωπα που αγάπησα κι ίσως δεν ξαναδώ, γονέας που αδυνατεί να βρει τον αρπαγμένο του βλαστό, μισοναρκωμένος αιχμάλωτος πριν την κάθετη πτώση προς τον ποταμό, αξιωματικός που εκτελεί διαταγές κι ελπίζει να ξεχάσει, αδρεναλωμένος παίκτης που παίζει για την χώρα του που υπάρχει πέρα από εξουσίες, ο κατασκευαστής του μικρού Γκάουτσο μασκότ που θα γεμίσει τα σπίτια ένοχων, συμμέτοχων, αμέτοχων κι αθώων, ο χωρίς χέρια φίλαθλος που αγκάλιασε τον Ταραντίνι στη φωτογραφία που βάφτισαν El Abrazo del Alma.

Και κάθε φορά καταλήγω στην πλατεία όπου κάθε Πέμπτη μέχρι σήμερα χρόνια συγκεντρώνονται οι Madres de Plaza de Mayo· οι Μητέρες κι οι Γιαγιάδες που τότε εκλιπαρούσαν για μια ύστατη ελπίδα, να μάθουν αν ζουν και πού βρίσκονται οι δικοί τους decaparecidos, και τώρα δεν ζητάνε παρά να γνωρίσουν το πώς και πού πέθαναν, που χάθηκαν τα σώματά τους, ποια παιδιά ζουν ακόμα στην άγνοια της δικής τους αρπαγής. Και τρέμω με τη σκέψη πως θα μπορούσε η ζωή να με ρίξει σε οποιονδήποτε σώμα, ή κόσμο, να με γεννήσει αγωνιστή ή διώκτη, εξουσιαστή ή εξαφανισμένο, να με μεγαλώσει στην μια πλευρά ή στην άλλη – και συνεχίζω να ψάχνω απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν γνωρίζω ακόμα.

Σημ.: Alianza Anticommunista Argentina: Αντικομμουνιστική Συμμαχία της Αργεντινής. Desaparecidos: Εξαφανισμένοι. El Abrazo del Alma: Το αγκάλιασμα της καρδιάς. El Proceso de Reorganizacion Nacional: Διεργασία Εθνικής Αναδιοργάνωσης. Escuela de Mecánica de la Armada: Σχολή Μηχανικών Ναυτικού.

Το παραπάνω αφήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011).

Στις φωτογραφίες: Το σήμα του Μουντιάλ 1978. Το άλμπουμ της Panini. Το τεύχος του επίσημου προγράμματος των αγώνων. Η Εθνική Αργεντινής. Ο Λουί Σεζάρ Μενόττι. Οι Κερκίδες του Τελικού. Ο Μάριο Κέμπες. Ένας από τους πολλούς δίσκους με τα τραγούδια και τα εμβατήρια των αγώνων. Ο Ραφαέλ Χόρχε Βιντέλα. Ένα Κέντρο Μνήμης (Ροζάριο). Ένας γενναίος αστυνομικός, καταφέρνει να νικήσει τις μητέρες και τις γιαγιάδες της Plaza del Mayo. Η παράταξη των ομάδων του τελικού. Η τριανδρία της δικτατορίας πανηγυρίζει (και ανακουφίζεται με) το τρίτο τέρμα. Απόκομμα θριαμβεύουσας εφημερίδας. Ο Πασαρέλα με το τρόπαιο στην κορυφή του κόσμου. Ξανά ο Καπνιστής Προπονητής. Ο λαός του Μπουένος Άιρες στους δρόμους μετά τον Τελικό. Ο Βιντέλα πιστώνεται τη νίκη κάνοντας το σήμα της …σε ποιόν άραγε; Ο Βιντέλα στο εδώλιο του δικαστηρίου (Πού πήγε εκείνο το αγέρωχο βλέμμα;).  Τυπικό αναγγελτήριο Εξαφάνισης. Κι άλλο σήμα των αγώνων: σχεδόν σαν ειρωνεία προοιωνίζεται ο θρίαμβος της Αργεντινής. Φωτογραφίες των Desaparecidos. Μπόρχες και Σάμπατο στην συνάντηση με τον Βιντέλα. O γκαουτσίτο, η μασκώτ του Μουντιάλ. Κείμενο των Μητέρων και Συζύγων των Desaparecidos με τα ονόματα των Εξαφανισμένων και μοναδική παράκληση: την Αλήθεια.

Μουσικά αρχεία: O Ύμνος του Μουντιάλ 1978 (Ennio Morricone – Melodia oficial del mundial 78) εδώ και εδώ. Το Εμβατήριο του Μουντιάλ 1978 (Martin Darre – Marcha oficial del mundial 78) εδώ και εδώ (φωνητική εκτέλεση), εδώ (εκτέλεση με γυναικεία φωνητικά), εδώ (ημιφωνητική εκτέλεση), εδώ (οργανική εκτέλεση).

16
Σεπ
08

Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού

Σε μια «ιδανική βιβλιοθήκη» αναμφισβήτητα έχουν θέση το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν, τα «Κάντος» του Έζρα Πάουντ, η «Παρακμή της Δύσης» του Όσβαλντ Σπένγκλερ, τα βασικά έργα των Νίτσε και Χάιντεγκερ, ενώ από μια «διευρυμένη» μορφή της δεν θα έλειπαν ούτε βιβλία των Ζορζ Μπατάιγ, Μορίς Μπλανσό, Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, Κ. Γκ. Γιούνγκ. Η συγκέντρωση των παραπάνω σε ενιαίο τμήμα συχνά στοιχειοθετεί την άτυπη κατηγορία «έργα που ασπάστηκαν τον φασισμό, φλέρταραν με αυτόν ή χρησιμοποιήθηκαν ως θεωρητικές και φιλοσοφικές βάσεις του». Αυτή η απλουστευτική υπόθεση αποτελεί μία από τις παραμέτρους συζήτησης ενός πάντοτε ακανθώδους και πολυπλόκαμου ζητήματος, εκείνου της σχέσης της κορυφαίας διανόησης και σκέψης με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες.

Ο Ρίτσαρντ Γουόλιν, γνωστός αμερικανός ιστορικός των ιδεών και καθηγητής της Ιστορίας του City University of New York συγκεντρώνει τα παραπάνω ονόματα στο δικό του ερμηνευτικό ράφι για να υποστηρίξει μια ευρύτερη θεωρητική κατασκευή: την άμεση επιρροή των αντίθετων ιδεών του Διαφωτισμού («αντι-Διαφωτισμού») και συνακόλουθα της ακροδεξιάς πολιτικής σκέψης στην μεταπολεμική γαλλική διανόηση, τον μεταμοντερνισμό και τον μεταδομισμό. Επιθυμώντας να συντάξει την «αρχαιολογία της μεταμοντέρνας θεωρίας», χαρτογραφεί τη γενεαλογία της και εντοπίζει τις πηγές της στις προ-φασιστικές θεωρίες του Μεσοπολέμου.

Για τον Γουόλιν η δυσπιστία του μεταμοντερνισμού για την αντικειμενική «αλήθεια», τον «ορθό λόγο», το «αίτιον», τον ανθρωπισμό και τη φιλελεύθερη δημοκρατία και η αντιμετώπισή τους ως μηχανισμών καταπίεσης που συνεπάγονται περιορισμούς και απαγορεύσεις αποτελούν στην ουσία μετάγγιση των βασικών θέσεων των Νίτσε και Χάιντεγκερ και ολόκληρης της παράδοσης της γερμανικής Kulturkritik του 20ού αιώνα. Ηπαραπάνω παράδοση αποτέλεσε και τον πυρήνα της μεταδομιστικής θεωρίας (Φουκώ, Ντερριντά, Λυοτάρ, Μπρωντιγιάρ), που με τον τρόπο αυτό κληρονομούσε στοιχεία της ευρωπαϊκής δεξιάς σκέψης. Συνεπώς τίθεται και ζήτημα εαν ο μεταδομισμός και ο μεταμοντερνισμός αποτελούν κινήματα της πολιτικής Αριστεράς, εφόσον αυτή υπήρξε πάντοτε ορθολογική και οικουμενική, υπέρμαχος της δημοκρατίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Γουόλιν αναπτύσσει το συλλογισμό του σε δύο βασικά τμήματα, όπου διερευνά την πνευματική κληρονομιά τριών Γερμανών (Νίτσε, Γιουνγκ, Γκάνταμερ) και δύο Γάλλων (Μπατάιγ, Μπλανσό) στοχαστών, σε δύο αντίστοιχες παρεκβάσεις για την σύγχρονη Δεξιά των παραπάνω χωρών, καθώς και σε εκτενή πρόλογο και συμπεράσματα.

Είναι ευνόητο πως το πλήθος ιστορικών στοιχείων και πληροφοριών παρουσιάζεται με ελκυστικό τρόπο και διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η διερεύνηση των θεωρητικών βάσεων του φασισμού, όπου υπάρχουν, έχει το ενδιαφέρον της και είναι πάντα ένα ζήτημα ανοιχτό. Η ιδιαίτερη όμως επιμονή του Γουόλιν σε ορισμένες θέσεις και η συνεχής επανάληψή τους φαίνεται να του στερεί την απαιτούμενη ψύχραιμη και αντικειμενικότερη θεώρηση των δεδομένων του. Δημιουργείται συχνά η εντύπωση πως έχει ήδη διαμορφώσει άποψη και έχει αποφανθεί προτού διατρέξει ολόκληρο το υλικό του, πως τα συμπέρασματά του έχουν προηγηθεί της έρευνας.

Είναι ενδεικτικό ότι θέση συμπεράσματος επέχει ένα μικρό δοκίμιο για την εικόνα της Αμερικής στην σύγχρονη σκέψη. Εδώ ο Γουόλιν, υπερασπιζόμενος την σκέψη της Αμερικανικής Ηπείρου (που ταυτίζει με τις έννοιες της πολιτικής νεωτερικότητας, του ατομικισμού, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του φιλελευθερισμού) στηλιτεύει την ιδέα της Αμερικής ως δυστοπικής χώρας ανίκανης να δημιουργήσει πολιτισμό και ασκεί απροκάλυπτη κριτική στους εκφραστές της, όπως οι Μπρωντριγιάρ και Ζίζεκ, συχνά με αμφίβολα επιχειρήματα. Ενδεικτικό παράδειγμα: «Το 1991 ο Μπρωντριγιάρ έγραψε ένα μικρό βιβλίο με τον έξυπνο τίτλο «Ο πόλεμος του Κόλπου δεν έγινε ποτέ», στο οποίο υποστήριζε ότι ο αληθινός πόλεμος είχε πολύ μικρότερη σημασία από την προσομοίωσή του στα ΜΜΕ. Ο «αληθινός» πόλεμος ήταν ο αγώνας για την κατάκτηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, με «στρατηγούς» τους συμβούλους των καναλιών, τους κατασκευαστές εικόνας … Αν όμως ο πόλεμος δεν συνέβη ποτέ, τότε γιατί να γράψει κανείς ένα βιβλίο γι’ αυτόν; … Αφού τα «ανάφορα» έχουν πεθάνει, γιατί να προσθέσουμε ακόμα ένα μετασχόλιο στο πλήθος των νεκρών;» (σ. 485).

Εξίσου συζητήσιμο μοιάζει το σημείο αιχμής του Γουόλιν, πως η εξύμνηση της διαφοράς και της ετερότητας που υποστηρίζει ο μεταμοντερνισμός εις βάρος του ορθού λόγου «μπορεί να διολισθήσει σε έναν νέο πνευματικό φυλετισμό, ενώ η παρουσίαση των πολιτισμών ως κλειστών μονάδων οδηγεί στον εθνοκεντρισμό και αποκλείει τον κοσμοπολιτισμό» (σ. 455), χωρίς να διαφοροποιεί με επιστημονικά κριτήρια την ταύτιση της πολιτιστικής διαφοροποίησης (που προκρίνει ο μεταμοντερνισμός) με την φυλετική (που υποστηρίζει η άκρα Δεξιά). Εξάλλου, η μονόπλευρη και αποκλειστική θεώρηση του ανορθολογισμού ως αμιγώς αρνητικού στοιχείου και όχι αντιστικτικού παράγοντα στις ιδεοπλαστικές διεργασίες και στην ίδια την συγκρότηση του ορθού λόγου πιθανώς υπογραμμίζει την δυνατότητα του Γουόλιν να αναλύει ως ιστορικός των ιδεών και όχι ως φιλόσοφος – γι’ αυτό και η κριτική έχει αναφερθεί σε επιχειρήματα που στέκουν από ιστορική μόνο άποψη ενώ χωλαίνουν θεωρητικά και φιλοσοφικά. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός πως η κριτική του αφορά την γαλλική διανόηση ενώ το αντίστοιχο βρετανικό κομμάτι περνάει στο απυρόβλητο.

Ακόμα κι έτσι όμως, η εν λόγω κατασκευή σαφώς προσφέρει νέες αφορμές για προβληματισμό, διάλογο και αντιπαράθεση, τη στιγμή άλλωστε που ο συγγραφέας της (δηλώνοντας ως πρότυπά του τους Αντόρνο και Χάμπερμας) τονίζει με κάθε ευκαιρία πως τίθεται υπέρ της δημόσιας συζήτησης.

Συντεταγμένες: Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό, μτφρ. Μ. Φιλιππάκου, εκδόσεις Πόλις, σελ. 570.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15 (φθινόπωρο 2008). Φάκελος Ολοκληρωτισμός.

Στις φωτογραφίες: Σπένγκλερ, Σελίν, Χάιντεγκερ, Μπλανσό, Λα Ροσέλ.

15
Ιουν
08

Αρτ Σπίγκελμαν – MAUS: Η ιστορία κάποιου που επέζησε.

Ι. Ο πατέρας μου αιμορραγεί ιστορία
ΙΙ. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματά μου

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αρτ Σπίγκελμαν, Στοκχόλμη, 1948, Κορυφαία προσωπικότητα των εναλλακτικών κόµικς, συνδημιουργός του Arcade (1975), ιδρυτής του πρωτοποριακά πειραματικού Raw (1980) και αργότερα του Little Lit. Επί χρόνια συνεργάτης του New Yorker και σχεδιαστής ορισμένων προκλητικών εξώφυλλων του New Yorker (βλ. παθιασμένο φιλί Εβραίου ραβίνου και αφροαμερικανής μαύρης), παραιτήθηκε λόγω ελέγχου πάνω στο έργο του. Ζώντας ελάχιστα τετράγωνα μακριά από το Ground Zero της 11/9, δήλωσε πως, μετά την επίθεση, συνειδητοποίησε ότι «ξόδευε άσκοπα το χρόνο του κάνοντας οτιδήποτε άλλο εκτός από κόμικς». Σήμερα εξακολουθεί να ζει στη Νέα Υόρκη με την οικογένειά του.

Ήρωες: Βλάντεκ Σπίγκελμαν: πατέρας του συγγραφέα – σχεδιαστή. Άνθρωπος «κοινός» και πραγματιστής προσγειωμένος, με επίγνωση του προσφυγικού χαρακτήρα του εβραϊσμού του και με ενοχές για την αγωνία της επιβίωσης που υπερισχύει των πάντων. Βιώνει τον πόλεμο και τα αδιανόητα καθέκαστα και βγαίνει ζωντανός από το Άουσβιτς. Ο ίδιος Βλάντεκ;

Αρτ Σπίγκελμαν : δεν είναι απλώς ο απόγονος ενός επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος αλλά και ένας νευρωτικός αδιε-ξοδεμένος νεοϋορκέζος που πασχίζει να βρει τη δική του έξοδο κινδύνου /τον δικό του δρόμο μεταξύ ζωής και τέχνης. Κυνηγημένος και ο ίδιος από άλλα φαντάσματα του παρελθόντος του, όπως η αυτοκτονία της μητέρας του (που περιγράφεται σε ένα διαφορετικής τεχνοτροπίας εμβόλιμο τετρασέλιδο κόμικς με τίτλο Κρατούμενος στον πλανήτη Κόλαση), επιχειρεί το δύσκολο: την οριστική βαθιά «συνομιλία με τον πατέρα». Ο πρώτος θύμα της Ιστορίας, ο δεύτερος θύμα των συνεπειών της.

Πλοκή: Η συνομιλία τους είναι δύσκολη γιατί αφενός διακόπτεται από την πραγματική καθημερινότητα (συνεπώς εδώ έχουμε ιδιαίτερα έξυπνη διπλή αφήγηση του τότε και του τώρα), αφετέρου πρέπει και οι δύο να ξεπεράσουν πολλαπλά ψυχολογικά εμπόδια ώστε να φτάσουν στον πυρήνα της διήγησής τους. Ο γιος άλλωστε δεν μπορεί να μείνει απλός ακροατής – πρέπει ο ίδιος να εμπνεύσει τον πατέρα του να βάλει την ζωή του σε λέξεις.

Θέλγητρα: Κάπως (και) έτσι πρέπει να γράφεται η Ιστορία: βιογραφώντας τους καθημερινούς ανθρώπους και την αναπότρεπτη μεταστροφή των βίων τους υπό το βάρος της. Αυτή την «μικροϊστορία» των προσώπων που βιώνουν την απώλεια των πάντων δεν φοβήθηκε να γραφοζωγραφίσει ο Σπίγκελμαν, αγγίζοντας μάλιστα το ύστατο «θέμα – αγκάθι» – γι αυτό και το Maus έχει θεωρηθεί ως ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία των κόμικς.

Είπαμε Ιστορία; Στην περίπτωση του Maus, το σύνηθες ερώτημα της ταξινόμησης είναι δυσκολότερο από ποτέ: πρόκειται για ιστορία, βιογραφία, αυτοβιογραφία, πρόζα ή κόμικς; Η επιτροπή που του έδωσε το Πούλιτζερ το 1992 πάντως είχε μπερδευτεί τόσο πολύ το ενέταξε σε ειδική κατηγορία! Ο Γιάννης Κουκουλάς σε μια ακόμα πλήρη εισαγωγή του απαντά καταφατικά σε όλα, προσθέτοντας και τα: αληθινό ντοκουμέντο, πολεμική ανταπόκριση, φιλοσοφικός στοχασμός, κοινωνικό δράμα, δημοσιογραφική έρευνα. Όποτε χρειαστεί επιχειρήματα και γι αυτά, εδώ είμαι.

Εργαστήρι: Ποτέ άλλοτε η τεχνική του ζωομορφισμού δεν ήταν τόσο κατάλληλη για την συγκεκριμένη περίσταση. Η ευφυής εικονογραφική αντιστοίχιση λαών και ζωικών μορφών (Εβραίοι – ποντίκια, Γερµανοί – γάτες, Πολωνοί – γουρούνια, Αµερικανοί – σκυλιά, Γάλλοι – βάτραχοι), εκτός από το προφανές παιχνίδισμα με στερεότυπα, δίνει ιδιαίτερα αλλόκοτο και κωμικοτραγικό χαρακτήρα στην ιστορία και δείχνει το μόνιμο κόμπλεξ της διαφορετικότητας. Ακόμη, φανταστείτε: μια τέτοια διπλή ιστορία δεν αρκείται σε συναρπαστικά κάδρα αλλάδιανθίζεται με χάρτες, αναφορές σε καίρια γεγονότα, φωτογραφίες, σχεδιαγράμματα και κατόψεις των χώρων της αγωνίας.

Συντεταγμένες: Art Spiegelman, MAUS: Α Survivor’s Tale: My Father Bleeds History. Στα ελληνικά: MAUS: H ιστορία κάποιου που επέζησε. Ι. Ο πατέρας μου αιμορραγεί ιστορία, μτφρ. Σάββας Μιχαήλ, 171 σελ., ΙΙ. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματά μου, μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 138. Lettering σε αμφότερα Παυλίδα Καλλίδου, εκδόσεις Zoobus 2007 και 2008 αντίστοιχα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

13
Ιουν
08

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Μακρινό αστέρι

Να πας να σκοτωθείς, είπε, σε μια τέτοια κοινωνικη στιγμή είναι περιττό. Το καλύτερο είναι να μεταμορφωθείς σε ποιητή. (σ. 107)

Η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία γονιμοποιείται πάνω στις ρίζες μιας πλούσιας παράδοσης. Αλλά όσο κι αν ο Χιλιανός Ρομπέρτο Μπολάνιο, τροφοδοτείται από το εύφορο έδαφός της, άλλο τόσο διαφοροποιείται, αποτελώντας μια ιδιάζουσα περίπτωση. Η σύντομη ζωή και το έργο του καθορίστηκαν δραματικά από τις πολιτικές συγκυρίες της χώρας του. Πώς μπορεί, άλλωστε, κανείς να λογοτεχνήσει σε μια χώρα ανεπηρέαστος από το πρόσφατο τραγικό πολιτικό παρελθόν της, σε μια ήπειρο τα αλλεπάλληλα φασιστικά καθεστώτα της οποίας την εκτροχίασαν από την ίδια την Ιστορία; Στο Μακρινό Αστέρι όμως δεν κυριαρχεί η σκληρή ή κωμικοτραγική μορφή του τυρράνου, όπως συνέβαινε στα τυπικά μυθιστορήματα του «δικτάτορα» (Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας – Ο κύριος Πρόεδρος, Αλέχο Καρπεντιέ – El Recurso Del Metodo, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος – Hijo de Hombre, Yo el Supremo, Ο κατήγορος, Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η γιορτή του τράγου), ούτε η προβολή του μέσω μαγικού ρεαλισμού, από τον οποίο ο Μπολάνιο απείχε παρασάγγας.

Το κεντρικό «εφιαλτικό» πρόσωπο εδώ αφενός αποτελεί απλό γρανάζι του καθεστώτος, αφετέρου ενεργεί στο περιθώριο της αφήγησης. Χρησιμοποιώντας την διπλή και τόσο αντιφατική ταυτότητα του ποιητή και του στρατιωτικού πιλότου, αποτελεί μια απόμακρη και αμφιλεγόμενη μορφή που προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα στο περιβάλλον του. Στον ζοφερό του κόσμο οι ποιήτριες θανατώνονται, οι πολιτικοί αντίπαλοι εξαφανίζονται, ο βασανισμός και ο θάνατος αναγορεύονται σε ύψιστα καλλιτεχνικά ιδεώδη. Φορέας μιας απάνθρωπης ιδεολογίας, αναζητά την αισθητική του έκφραση μέσω ποιητικής αλλά και … εναέριας γραφής, γράφοντας με τον καπνό του αεροσκάφους στίχους στον ουρανό (όπου χωρία της Βίβλου εναλάσσονται με φράσεις θεοποίησης του θανάτου – φυσικά όχι του δικού του). Με τις επιδεικτικές αυτές ουρανογραφίες ηρωοποιείται αλλά και μυθοποιείται λόγω της εξαφάνισής του, αφού έχει νωρίτερα προσελκύσει γυναίκες ως μέλος λογοτεχνικών εργαστηρίων.

Αυτό το φευγαλέο πρόσωπο αναζητούν δυο πρόσωπα, προσπαθώντας να συγκεντρώσουν το διεσπαρμένο με ανατριχιαστική μεθοδικότητα και ποικίλα ετερώνυμα λογοτεχνικό του έργο. Ο ανώνυμος αφηγητής και ο εκλεκτός φίλος του έχουν βιώσει την αβάσταχτη θλίψη της πραγματικότητας επί Πινοσέτ, έχουν δει τους φίλους τους να εξαφανίζονται και νέους ενοικιαστές να μένουν στα διαμερίσματά τους. Στην πορεία των αναζητήσεών τους (γνώριμο μοτίβο του συγγραφέα) συναντιούνται κυριολεκτικά ή μεταφορικά με πρόσωπα, οι μικρές βιογραφίες των οποίων, εγκιβωτιζόμενες στη διήγηση, φωτίζουν αμυδρά την έρευνά τους, λειτουργώντας και ως ιδιότυπες λογοτεχνικές παραβολές για τα πολλαπλά πρόσωπα της χώρας.

Η αφήγηση υπονομεύεται συνεχώς από τον συγγραφέα, που ξεδιπλώνει την ιστορία του με υπαινιγμούς, βασιζόμενος σε φήμες και εικασίες. Σε αυτή την ιστορία όλα είναι δύσκολα να εξηγηθούν. Η υπόγεια, εύστοχη ειρωνία είναι διάχυτη παντού, το ίδιο και η λογοτεχνία, με πρόσωπα υπαρκτά, αναφορές στις αναγνώσεις των ηρώων και πλήθος βιβλιογραφικών στοιχείων, δημιουργώντας ένα παράλληλο λογοτεχνικό σύμπαν εκδοτικών οίκων, περιοδικών, φανζίν, εκδόσεων. Οι εκλεκτές συγγένειες με τους Κορτάσαρ, Ονέτι, Λίμα και, κυρίως, Μπόρχες είναι εμφανείς.

Αυτό το «τυπικά» αστυνομικό και βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα, γεμάτο μελαγχολική ατμόσφαιρα, «αποστασιοποιημένη» στάση αλλά και παθιασμένη αναζήτηση της αλήθειας, αγγίζει ένα θέμα που σπάνια γνωρίζει την λογοτεχνική του διαπραγμάτευση. Αν η σχέση του ολοκληρωτισμού με την τέχνη έχει, ως ένα βαθμό, καταδειχτεί, εκείνη με την λογοτεχνία παραμένει ανεξερεύνητη. Οι φίλοι που τον αναζητούν ίσως διαπνέονται από την ασίγαστη επιθυμία να φτάσουν στον πυρήνα των δεινών, να ανακαλύψουν τους αρχικούς υπαίτιους και τον μηχανισμό της υποστήριξής τους, να εντοπίσουν την πηγή και το δρόμο του Κακού.

Αποτελεί, άραγε αυτός ο «ήρωας» την εικόνα της χώρας και ηπείρου του; Κατά πόσο δικαιούται να φέρει την ιδιότητα του ποιητή; Οι λογοτεχνικές αναζητήσεις καθαγιάζουν τα βρώμικα χέρια; Μπορεί ένας βασανιστής να αντιμετωπίζει το έργο του ως τέχνη; Οφείλει η λογοτεχνία να έχει κάποιο ηθικό ή πνευματικό ιδεώδες; Μήπως τα στρατιωτάκια των πραξικοπημάτων υπήρξαν απλώς παραμελημένοι ρομαντικοί ή ανίκανοι ποιητές; Μήπως απλώς αναζητούν την πνευματική και αισθητική ολοκλήρωση της ιδεολογίας τους ή την δική τους προσωπική αναγνώριση; Ενδέχεται ο σύγχρονος εκδοτικός κόσμος να έχει στοιχεία ολοκληρωτισμού;

Ο Μπολάνιο (1953 – 2003) υπήρξε καθολικά αποδεκτός από αναγνώστες, κριτικούς αλλά και τους ομότεχνούς του, που τον αναγόρευσαν ως τον σημαντικότερο συγγραφέα της γενιάς του. Αυτοεξορίστηκε για δεύτερη φορά από την Χιλή, καθώς η άφιξή του για συμμετοχή στο όραμα του Αλιέντε συνέπεσε με το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Μετά το Μεξικό, το Ελ Σαλβαδόρ και την Γαλλία, βρήκε την συγγραφική του Ιθάκη στο παραθαλάσσιο Μπλάνες, κοντά στην Βαρκελώνη. Έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα, το μνημειώδες (πάνω από χίλιες σελίδες) 2666 αλλά και την Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (επέκταση του τελευταίου κεφαλαίου της οποίας αποτελεί το παρόν). Η ελληνική μετάφραση της Αγγελικής Αλεξοπούλου περιλαμβάνει σημειώσεις και εργοβιογραφία.

Ακούγοντας τους αγαπημένους του Μπολάνιο Inti – Illimani, το Χιλιανό συγκρότημα που μετά το πραξικόπημα του απαγορεύτηκε δια παντός η είσοδος στη χώρα, συγκινούμαι. Σκέφτομαι πόσα ακόμα θα απολαμβάναμε από την πένα του αν δεν έφευγε τόσο νωρίς και πως, όσο κι αν οι κατά τα άλλα «ευαίσθητοι» δολοφόνοι των δικτατοριών κρύβονται με άλλο όνομα σε κάθε γωνιά του κόσμου, το φως της γραφής θα τυφλώνει το σκοτάδι τους.

Συντεταγμένες: Roberto Bolano (με ~ πάνω από το n), Estrella Distante, [Distant Star] 1996. Στα ελληνικά: εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση και οχτασέλιδη εισαγωγή: Αγγελική Αλεξοπούλου, 203 σελ., με σημειώσεις και εργοβιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14, (καλοκαίρι 2008).




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,836 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers