Αρχείο για την κατηγορία 'Χιούμορ'

19
Ιαν
12

Νίκος Δ. Πλατής – Presto o tardi. Το λεξικάκι που …παίζει με τον θάνατο

Η Λεξικοτεχνία του Αναπότρεπτου

Πίσω ολοταχώς

Την επόμενη ζωή μου θέλω να τη ζήσω ανάποδα. Ξεκινάς από νεκρός – Έτσι το γλιτώνεις αυτό. Μετά ξυπνάς σε ένα γηροκομείο και αισθάνεσαι κάθε μέρα και καλύτερα. Σε πετάνε έξω γιατί δεν είσαι πλέον γέρος. Πηγαίνεις και εισπράττεις την σύνταξή σου και μετά όταν αρχίσεις να δουλεύεις σου δίνουν δώρο ένα χρυσό ρολόι και κάνουν πάρτι για σένα την πρώτη μέρα στη δουλειά. Δουλεύεις τα επόμενα 40 χρόνια μέχρι να γίνεις νέος και να χαρείς τη ζωή. …Μετά είσαι έτοιμος για το γυμνάσιο, πας στο δημοτικό, γίνεσαι παιδί, παίζεις. Δεν έχεις ευθύνες, γίνεσαι βρέφος μέχρι τη στιγμή που γεννιέσαι. Μετά περνάς εννιά μήνες κολυμπώντας σ’ ένα πολυτελές σπα με όλα τα κομφόρ, κεντρική θέρμανση και πλήρη εξυπηρέτηση, μεγαλύτερο χώρος κάθε μέρα και – Νάτο! Τελειώνεις σαν ένας οργασμός…

έγραφε ο Γούντι Άλλεν σε μια παλιά έκδοση, πάνω σε μια υπόθεση ζωής που λογοτέχνησαν πολλοί, όπως ο Τζον Μπάνβιλ και ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ (Μπέντζαμιν Μπάτον) και βρισκόμαστε μόλις στο γράμμα άλφα, στο λήμμα αντίστροφη γέννηση, σ’ ένα ακόμα θεματικό λεξικό του ακούραστου λεξικογράφου των ωραίων και των ουσιωδών. Προφανώς βρισκόμαστε σ’ ένα παρθένο λογοτεχνικό είδος, που δεν εξαντλεί απλώς πλήρως τους όρους ενός λεξικού αλλά και αγκαλιάζει επιστημονικά πεδία και κατηγορίες, και πάνω απ’ όλα λογοτεχνεί τα λήμματα και λημματοποιεί τις ιστορίες, σε μια απολαυστική μυθοπλασματική και φωτογραφική λευκωματοειδή κατασκευή που σε εισάγει αφενός σ’ έναν ολόκληρο κόσμο, δημιουργώντας την αίσθηση πως κλεφτοκοίταξες – όσο κρατάει ο χρόνος ανάγνωστης ενός λήμματος! – εκατοντάδες πλευρές του, αφετέρου σε περιμένει για να διαβαστεί παραπάνω από μια, δύο, τρεις φορές. Αυτά ήταν πάντα τα χαρακτηριστικά των λεξικών του Πλατή (Μπαχαρικό, Μαύρο, Αθωνικό, Σεξουαλικό, Γατολογικό), μαζί με ένα ανελέητο χιούμορ, αυτά χαρακτηρίζουν και το παρόν, που στριμώχνει το θάνατο στην γωνία των λημμάτων, ξορκίζοντας την κατάρα του, φωτίζοντας γαλήνια, γλυκά, πικρά, γλυκόπικρα, φιλοσοφημένα, ξεκαρδιστικά και πάντα τρυφερά (ενίοτε στο ίδιο λήμμα!) τις αναθεματισμένες του όψεις.

Fiction/Non-Fiction

Είχα μαζί μου ογδόντα δύο χιλιάδες λιρέτες, και δε έπρεπε πλέον να τις δώσω σε κανένα! Ήμουν νεκρός, ήμουν νεκρός: δεν είχα πλέον χρέη, δεν είχα πλέον σύζυγο, δεν είχα πλέον πεθερά: κανέναν! Ελεύθερος! Ελεύθερος! Τι παραπάνω ζητούσα; ευτυχούσε ο μακαρίτης Ματίας Πασκάλ, προσποιούμενος στον νεκρό στο αξέχαστο πιραντελλικό δημιούργημα του 1904. Φυσικά η λογοτεχνία υπήρξε η κατεξοχήν χώρα ερεύνησης και καταγραφής του αναπότρεπτου, από τον Θάνατο του Ιβάν Ιλιτς, την έξοχη τολστοϊκή πραγματεία γύρω από τη σημασία της ζωής και τον θάνατο, μέχρι τους Νεκρούς ενός 22χρονου Τζέημς Τζόις και την ιστορία μιας γιορτής που της μέλλεται να γίνει κι αυτή μια σκιά στο αχανές υπόγειο του χρόνου κι από το περίφημο Νεκρονομικόν του Αμπντούλ Αλχαζρέντ (ή μήπως του ίδιου του Λάβκραφτ;) ως τις πνευματιστικές σκηνές του Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ. Δεν μπορούν να λείπουν και αξέχαστοι χαρακτήρες, όπως οι κάτοικοι της Μικρής μας Πόλης του Θόρντον Γουάιλντερ, που ζουν στις μνήμες κάποιου μόνο (μιας και οι ίδιοι έχουν πεθάνει) ή η Αιμιλία του Μάριου Χάκκα («Περίπτωση θανάτου») που ζήτησε τριαντάφυλλα όχι στο χειρουργείο και για τον τάφο της αλλά για τον κήπο της, για να διατηρηθεί η ομορφιά του.

Με σκοτώνετε σας παρακαλώ;

Οι κατά βούληση ψευδείς νεκροί δεν έχουν τελειωμό, όπως ο Νεστραδίν Χότζας, που έβαζε την γυναίκα του να διαδίδει τον θάνατό του «ίσως συγκινηθεί κανένας και της δώσει καμιά βοήθεια» [εδώ θυμάμαι και τον Πρίγκιπα του Μήτσου Κασόλα]. Στρέφοντας το βλέμμα μας στο πανί παίζουν ήδη πλάνα της μαύρης κωμωδίας Σκοτώστε με παρακαλώ, του Olias Barco, που εμπνεύστηκε το σενάριο από την κλινική ευθανασίας Dignitas που λειτουργεί εδώ και χρόνια στην Ελβετία.

Το έργο της ιατρικής είναι η αποκατάστασης της υγείας και η καταπράυνση των πόνων όχι μόνο όταν η καταπράυνση αυτή μπορεί να οδηγήσει στη θεραπεία αλλά και όταν  μπορεί να εξασφαλίσει έναν εύκολο και γαλήνιο θάνατο έγραφε ο Φράνσις Μπέικον, που δημιούργησε τον όρο ευθανασία, ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα ζωής και θανάτου, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στο ίδιο λήμμα και η συγκινητική εξομολόγηση του Michael Cane πως ζήτησε ο ίδιος από τους γιατρούς να βοηθήσουν τον πατέρα του που έπασχε από καταληκτική νόσο να πεθάνει, ώστε να απαλλαγεί από τους αφόρητους πόνους (κάτι που συνέβη το 1955 και αποκάλυψε 35 χρόνια μετά, αφού πέθανε η μητέρα του, ώστε να μην το μάθει ποτέ).

Τι κάνει ο άνθρωπος για να….

…μείνει στην αθανασία! Αθάνατος με δόλο κατέστη βέβαια ο Ηρόστρατος με την πυρπόληση του Αρτεμισίου και αμελώς ο Μαύσωλος που απέκτησε ιδιόκτητη λέξη (μαυσωλείο) χάρη στον τάφο του. Μια ενδιαφέρουσα πάντως τοπικής εμβέλειας περίπτωση εντοπίζεται στην κασέτα με τη φωνή του Βαγγέλη, που από το μεγάφωνο του περιπλανώμενου Ντάτσουν ανθοπωλείου που οδηγούσε στα χρόνια του 70 διαλαλούσε την πραμάτειά του. Εκείνη η ατέρμονη ηχογράφηση συνέχισε να ακούγεται και μετά θάνατον, με οδηγό πλέον τον γιό του – «η εμπορική εκδοχή της αθανασίας», σχολιάζει ο αποθησαυριστής. Και πώς να αγνοηθούν όλοι όσοι οδήγησαν τον γύρο του θανάτου, το γνωστό ακροβατικό πανηγυριώτικο θέαμα που ήκμασε στα χρόνια του ’70 κι επιβιώνει ακόμα σε Θεσσαλο – μακεδονικο – θρακικά πανηγύρια. [Να ομολογήσω εδώ όμως πως κάποτε λέγαμε έτσι κι ένα γυράδικο στη Θεσσαλονίκη: κάθε φορά που το τιμούσαμε ως πελάτες αισθανόμασταν κι ένα βήμα πλησιέστερα στο αναπόφευκτο].

Εγεγραμμένα μέλη

… και είμαστε ήδη σε ενδιαφέρουσες θανατώδεις, θανατερές και θανάσιμες μορφές, όπως ο ζώνεκρος (ο νεκρός που ζει και βασιλεύει, ενίοτε κατοικοεδρεύοντας και σε στίχο του Καρούζου), ο πλέον χιουμοριστικός τυμβωρύχος Μάρτι Φέλντμαν ή αλλιώς Ίγκορ, ο Μακαρίτης του Θησαυρού του Μακαρίτη και η ομιλούσα νεκροκεφαλή στην Χωματερή του Λέανδρου (ένας υπαίθριος, άμισθος ψυχαναλυτής των απόκληρων κάποιου ημεδαπού σκουπιδότοπου) και βέβαια νεκρόφιλοι, τυμβωρύχοι και νεκροπομποί, αυτόχειρες και βρικόλακες. Η ομορφότερη εικόνα όμως αποτυπώνεται στο λήμμα για τον Λευκάδιο Χερν, τον … Ελληνοϊρλανδό εθνικό ποιητή της Ιαπωνίας, η ευγενέστατη σαμουράι ψυχή του οποίου είχε την αρμόζουσα αποδημία: τη στιγμή της ταφής δυο παιδιά απελευθέρωσαν πουλιά αλλά και όλοι οι γείτονές του τα δικά τους, συμβολίζοντας το πέταγμά της.

Τόποι άτοποι

Ο καθένας εξ άλλου θα μπορούσε να βρεθεί σ’ ένα τέτοιο μέρος και πολύ γρήγορα καταλαβαίνεις ότι στο τέλος μένεις εδώ, γιατί η νεκρή ζώνη σου είναι απλούστατα μια ανάγκη. Νιώθεις αδύνατο σχεδόν να ζεις ακόμα, κι όμως συνεχίζεις· αδύνατο να βρεις ανθρώπους, κι όμως τους συναντάς. Αραιά και πού, βέβαια… Τους συναντάς και είσαι σίγουρος πως είναι απόλυτα μόνοι. Μένουν μόνοι κι όταν ακόμη συνδέονται ή όταν συνδεθούν κάποτε μεταξύ τους. Ναι, αυτό το τελευταίο το αισθάνεσαι τότε, δεν το διευκρινίζεις όμως ολότελα. Το μαθαίνεις αργότερα, πολύ αργότερα, όταν σκύβεις μονάχος μέσ’ στις αναμνήσεις, σα ν’ ανοίγεις κάποιον εγκαταλειμμένο τάφο γράφει ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης στη Νεκρή ζώνη, για τον μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας τόπου που ελάχιστοι περιέγραψαν τόσο …απερίγραπτα.

Ποιο είναι άραγε το πιο χαρούμενο νεκροταφείο; Ίσως εκείνο στο Μαραμούρες της Ρουμανίας, στο μικρό χωριό Σαπνίντζα, όπου οι τάφοι είναι στολισμένοι με μπλε ξυλόγλυπτους σταυρούς, διανθισμένους με ποιήματα που περιγράφουν τις ζωές και τα ποιήματα των «ενοίκων», πιθανώς από τα ελάχιστα μέρη του κόσμου όπου το γέλιο μοιάζει να νικάει τον θάνατο. Και ποιος είναι η …ατμοσφαιρικότερη διαδρομή; Προφανώς εκείνη που διέρχεται της οδού Ελένης Ζωγράφου, του θεσσαλονίκειου δρόμου των τεσσάρων νεκροταφείων, που έχει στα δεξιά της το Κοινοτικό της Ευαγγελίστριας και μετά το αρχαϊκό Ανατολικό και στ’ αριστερά των Διαμαρτυρομένων και μετά το Αρμένικο. [Και ξανά εδώ να ομολογήσω πως αυτή ακριβώς ήταν μια από τις διαδρομές που ακολουθούσα ανηφορίζοντας για την ανωπολίτικη μονοκατοικία της Οδού Αχιλλέως, ενδιαίτημα τετραετούς ενοίκησης]. Στην τοπογραφία του θανάτου σαφώς έχουν θέση τα νεκροταφεία των πλοίων (τόποι γλυκιάς θλίψης αλλά και υψηλής τοξικότητας), η Κούλουρη όπου πάει η ψυχή μας, και του κόσμου οι νεκροπόλεις.

Γραφεία [Ηλεκτρονικών] Τελετών

Ο παράδεισος των χαμένων sites έχει απέξω την ταμπέλα archive.org: εκεί η φερώνυμη «αμερικανική μη κυβερνητική υπηρεσία» αρχειοθετεί οτιδήποτε ανεβαίνει στο www και μπορεί κανείς να ανακαλύψει στο ψηφιακό του χωματερή οποιαδήποτε εξαφανισμένη ιστοσελίδα! Ένα πιο «χειροπιαστό» ψηφιακό νεκροταφείο βρίσκεται στην πόλη Γκουιγιού στην Καντώνα της Νότιας Κίνας και είναι ίσως το μεγαλύτερο του πλανήτη – ο ανεπτυγμένος άλλωστε δυτικός μας πολιτισμός φροντίζει να σπρώχνει στα κρυφά τα τοξικά του απόβλητα κάτω από το φτηνό χαλί των υπο-ανάπτυξη χωρών. Και ποια ηλεκτρονική υπηρεσία θα μας προσφέρει τον δικό μας ηλεκτρονικό θάνατο; Η Μηχανή Αυτοκτονίας Web 2.0, που εμφανίστηκε στο διαδίκτυο στα τέλη του 2009 και στον ενάμιση περίπου μήνα της πρωταρχικής της λειτουργίας προκάλεσε περισσότερους από 1.000 εικονικούς θανάτους (διακόπτοντας αμετάκλητα περισσότερες από 80.000 «φιλίες» στο facebook), διαγράφει σταδιακά τα προφίλ, μέχρι την πλήρη κατάργηση της ιντερνετικής οντότητας του αυτόχειρα.

Άρα;

Ήταν όλα άγνωστα! Μόνο το σπιτάκι του ήταν το ίδιο, άθλιο όπως πάντα, άδειο και χωρίς τζάμια, μέσα κατοικούσε ο άνεμος. Και πού ήταν η Χάνε, η γυναίκα του; Σιγά σιγά άρχισε να τον πλημμυρίζει η φρίκη. Η παλιά ταβέρνα, όπου πάντοτε μπορούσες να μάθεις τα απαραίτητα, δεν υπήρχε πουθενά. Χαμένος και μόνος, ταραγμένος, φοβισμένος και περιτριγυρισμένος από άγνωστα παιδιά, ρώτησε για τους παλιούς του φίλους. Του έδειξα το νεκροταφείο και ανασήκωσαν τους ώμους έγραφε ο Μαξ Φρις στον Στίλερ κι ίσως μια τόσο γήινη εικόνα περιμένει όλους μας.

Αλλά ελάχιστοι θα μπορούσαν, σε αντίστοιχη περίσταση, να επιδείξουν το θάρρος και το χαμόγελο του αξέχαστου Φορτίνο Σαμάνο, του Μεξικανού υπολογαχού του  Ζαπάτα, που εκτελέστηκε το 1917 από τον ομοσπονδιακό στρατό. Δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεσή του ζήτησε ένα τσιγάρο και πόζαρε ακουμπισμένος σε ένα πέτρινο τοίχο, χαμογελώντας άφοβα στο φακό του Agustin Victor-Casasola. Λες και καπνίζοντας το τελευταίο τσιγάρο μπροστά στις κάννες που τον σημαδεύουν σκέφτεται πως δεν είναι παρά…ό,τι δεν έζησε, πως θα μετεμψυχωθεί και θα γίνει η βροχή που θα ’ρθει να δροσίσει αγνώστων γυναικών το κορμί… Από εδώ δεν εμπνεύστηκε και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου τον δικό του Σαμάνο σχεδόν ένα αιώνα μετά;

Τίτλοι τέλους, ίσως και νέας αρχής

Αθάνατο νερό και Γκραν Γκινιόλ, αποβιωτήρια και επιτύμβια, επιθανάτιος ρόγχος και «ξαφνικός θάνατος», κόκκινο χιόνι και νεκρή φύση, νεκροπόλεις και επιτύμβια, ρέκβιεμ και φαγιούμ, ο θάνατος της τέχνης κατά την ακραία ντανταϊστική αντίληψη ιδίως του Μαρσέλ Ντυσάν, η δεύτερη κηδεία του (ψεύτικου αυτή τη φορά, κέρινου) Πόε, ώστε να παρευρεθούν περισσότεροι από τους δέκα της πρώτης και το απόλυτα νεκρό μέρος (: το παρελθόν), όλα έχουν ιστορίες να διηγηθούν. Κατά τα άλλα, το περίφημο «Ο δόκτωρ Λίβινγκστον, υποθέτω…!» ειπώθηκε στον …σκελετό του και το αλτσχάιμερ έχει και τα …καλά του, κάνεις κάθε μέρα ένα σωρό καινούργιες γνωριμίες [άρα ακόμα κι ο Συλβέστρος μπορεί ν’ αγαπήσει τον Τουίτι, όπως στη σχετική γελοιογραφία].

Και φυσικά οι νεκροί δεν ζουν μόνο στα βουλγαρικά θερινά ψυχοσάββατα (όπου οι τάφοι κοκκινίζουν από τα κεράσια – προσφορές στους ξαπλωμένους), στις δικές μας Αναστάσεις ή στην Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. Ο αληθινός τους τάφος είναι οι καρδιές των ζωντανών, όπως αναγράφεται και στο νεκροταφείο Σεν – Πιερ, κοιμητήριο της Αιξ-αν-Προβάνς.

Εκδ. Νεφέλη, 2011, σελ. 237.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και στο mic.gr. Στην επόμενη ανάρτηση, ο Νίκος Πλατής δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις, υπό το εκτυφλωτικό φως του Αιθρίου του Πανδοχείου. Μέχρι τότε, ξαναθυμόμαστε δυο θεμελιώδεις περί θανάτου σοφίες που μας πρόσφερε αφειδώς το ροκ εντ ρολλ: ο κύριος John Cale μίλησε για τις ελάχιστες διαφορές μεταξύ Dead or Alive και οι Nomads για την αναπότρεπτη αλήθεια: Knowledge comes with death’s release.

Στις φωτογραφίες:  από την Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. Ο Μάλκολμ Λόουρυ ήταν κάπου δίπλα / Η υπέροχη τέχνη των Φαγιούμ. / Καλλιτέχνημα από την Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. / Η κηδεία του Λευκάδιου Χερν. / Ένα νεκροταφείο πλοίων όαση … ζωής για τις καμήλες. / Το χαρούμενο νεκροταφείο. / Και μετά σου λέει μπαρ με ζωντανή μουσική…/ Το απέθαντο χαμόγελο του Φορτίνο Σαμάνο. / Το περίφημο εξώφυλλο (και δίσκος) των Dead Can Dance, The Garden of the Arcane Delights. / Φαγιούμ ξανά. / Όπως πάντα η επιλογή των φωτογραφιών από τον Πανδοχέα. Για τις φωτογραφίες του λεξικού κοπιάστε … presto o tardi [αργά ή γρήγορα].

26
Φεβ
09

Νίκος Πλατής – Ουαλικό λεξικό του σεξ

Για να πλουτίσετε το σεξιλόγιό σας!

Ο Νίκος Πλατής (Πειραιάς, 1951) είναι ο ιδανικός λεξικογράφος των πραγμάτων που θέλγουν κι εμπνέουν, πρώτα τον ίδιο, μα και πολλούς από εμάς. Τα θεματικά του λεξικά διαβάζονται ροφηματοειδώς από το άλφα έως το ωμέγα, κυριολεκτικά. Μετά τα Πεζικό οικολογικό λεξικό (Πυρ-Αίας, 1996), Blackout – Το μαύρο λεξικό (Άγρα, 1999), Αθωνικό λεξικό (Άγκυρα, 2001), Γενειάδος εγκώμιον (Opera, 2002), και Μπαχαρικό λεξικό (Κέδρος, 2003), κι ενώ έχει εκδόσει πάσης φύσεως λογοτεχνία από το 1973 κι έπειτα (ενδεικτικά: Το γαλάζιο παραμύθι της γαλαζιανής περαχώρας (Χαρακίρι, 1975), Χάρτινοι Θρύλοι (Ars Longa, 1986), Νυχτολόγιο (Underground, 2003), Οκτώ ανατριχιαστικές ιστορίες με επτά γάτες κι έναν Αθηναίο σκύλο (2007) και το περίφημο Κάμα τσούχτρα (Εξάντας, 1983/83/04)), έχει συντάξει ένα πλήρες Λεξικό του Σεξ που βαφτίστηκε Ουαλικό και όχι Libido Λεξικό όπως ήταν ο αρχικός τίτλος, επειδή… η απάντηση βρίσκεται στην αυτοανακριτική απολαυστική εισαγωγή.

Δεν μπορώ να φανταστώ πόση δουλειά χρειάστηκε ο λημματάρχης μας κατά την διάρκεια της τετραετούς σύνταξής του, πέρα από την πρακτική εξάσκηση βεβαίως…Μπορώ όμως να χαρώ που το καταιγιστικό τελικό αποτέλεσμα αλατίζεται με πλείστες δια – λημματικές συνδέσεις, προσωπικές του εμπειρίες, ατάκες από αγαπημένες ή θείες, και εν γένει μια πολύ ορθάνοιχτη εξομολογητική διάθεση. Αν, όπως γράφει, αυτή η οικοτεχνία του περιλαμβάνει την ομάδα των ονείρων του, τότε θα βρεθούμε όλοι στο τεραίν, Νικόλαε!

Προς το παρόν εδώ μέσα συνευρίσκονται ο Απολιναίρ, ο Νταλί και η Γκαλά, η πορνοποιήτρια Ελεφαντίνη και η εταίρα Ερμάνοσα (με πρακτικές οδηγίες να δώσουμε έναν θείο προσανατολισμό στη σωματική ηδονή), οι μυραλείφτες των θερμών και οι μουσουλμανίδες αγαπώσες, διαφθορείς, διονυσιαστές κι ερωτοδιωματάρες, γκέι μύγες, η Λούλου, η Λολίτα, η Λόλα κι η Λούλα (του Ραπτόπουλου), το τρίγωνο του Ίψεν και το κουαρτέτο του Δουμά, οι γκέισες της Άνω Πόλης κι η Ευδοκία, η Λίντα Λαβλεϊς, και το μοντέλο Μ 732 της φουσκωτής Bangkok Lady, θρυλικές πόρνες, μαντάμ και τραβεστί, ο Δρ Σεξ Άλφρεντ Κίνσεϋ, ο Γιώργης Μελίκης με τα αντρικά μουνάτα του, ο Όσιμα, ο Μανάρα κι o Φασμπίντερ, η Γραμματέας, οι θλιμμένες πουτάνες του Μαρκές, η ακτιβίστρια Λεόνα Γιόχανσον που οργάσθηκε δημοσίως παρέα με έναν του συγκροτήματος Fuck for Forest, οι επιβάτες του Shortbus, η Σάνδη κι ο Σαντ, η καμαριέρα του Μιρμπώ, η Ντρούνα και η Ιρέν του Αραγκόν και το Μουνί της, ο φανατικός του αγοραίου έρωτα και βορά στο θεό της σύφιλης κυρ Μωπασάν.

Μαθαίνουμε υπέροχες λέξεις όπως η αισθησιαρχία, αφροδισιασμός, ενήβωση, ερωτιδεύς, ευπαρεύν(ε)ια (ταυτόχρονος οργασμός), ηδονοθήκη, λαγνομανία, κάθυγρος, σπερματομαντεία, φωνοσπασμία του οργασμού και ωαγωγοί, κλίσεις όπως η αγαλματο-, βλεφαρο- , στοματο- ή λεξι – λαγνεία, επιστημονικούς όρους όπως η ερωτοπάθεια, η σατυρίαση και η τσοντογραφία, και λεκτικά επινοήματα όπως ο κοινομουνισμός (από την μετάφραση του Βολανάκη στις Εκκλησιάζουσες!).

Περιδιαβαίνουμε ξενοδοχεία, μπουρδέλα, πορνοσινεμά και καφέ σαντάν, τα Αράπικα της Αλεξάνδρειας, τα Καλυβάκια της Ερμούπολης και τους Φούρνους του Πεκίνου, τα περίφημα Βούρλα της Δραπετσώνας (γνωστά από το Καραγάτσειο 10) με τον ολοδικό τους αστυνομικό σταθμό, αρχαία βαλανεία και δεικτήρια (ναι, τόποι προς δείξιν πράγματος), την Βηρυτό του ’70 και το αεροπλανοφόρο Ρούσβελτ (όπου μπαινοβγαίνουν 30 πόρνες με εξάμηνη σύμβαση συν δυνατότητα ανανέωσης), τα Τάνγκο μπουρδέλα του Μαλτέζε, The House of the Rising Sun και το Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών. Άξια λήμματα του Λεξικού φράσεις όπως Ααα (αχ)!, Θεέ μου, ο άντρας μου!, Θέλετε το στόμα μου;, πληροφορίες για μύριες αρχαίες τελετές κι αιρέσεις, το βούτυρο του Μάρλον Μπράντο και το οργάσματρο του Γούντι Άλλεν, εγχειρίδια μαστιγώματος ή Πουτανικής Τέχνης, το περίφημο ωμέγα με υπογεγραμμένη του Χριστιανόπουλου.

Ξανανοίγονται για λίγο το Ερωτικόν του Γιατρομανωλάκη και το Φετίχ του Αρανίτση, το Γαβριέλλα η ζωή μου της Γαβριέλα Ουσάκοβα, η Γκαμιανί του ντε Μυσσέ, το Εγκώμιον ωρίμων γυναικών του Βιζίνσεϋ, οι 11.000 βέργες του Απολιναίρ, ο Εραστής της Ντιράς κι ο Έρωτας στα κόπρια του Παπαδιαμάντη, η Venus in furs, η Ταβέρνα του Ζολά και η Ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, η Παλατινή Ανθολογία και το Μπουντουάρ του Ντε Σαντ, το Μυστικό Ημερολόγιο του Πούσκιν, το Πηγάδι της μοναξιάς της Ράντκλιφ Χωλ, ο Εμπειρίκος κι ο Παζολίνι, ο Ζενέ κι η Κολέτ, ο Μίλλερ κι ο Σιμενόν, ο Κρατίνος κι ο Ρουφίνος, κι οι δεκάδες ανώνυμοι ερωτογραφείς.

Κι όλα ετούτα εικονογραφούνται πλουσιοπαρόχως και ποικιλοτρόπως με γελοιογραφίες, πίνακες, προσωπογραφίες, ασπρόμαυρες καλλιτεχνικότατες αλλά και … οικογενειακές φωτογραφίες, κινηματογραφικές σκηνές, λιθογραφίες και ξυλογραφίες, κόμικς (Αλτάν, Ταμπουρίνι, η Φωτεινή της νύχτας κ.ά.), πρωτοσέλιδα, διαφημίσεις, καρτ ποστάλ, γκραβούρες και χαρακτικά, εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων (σε ποιο πόζαρε ο Γκουζγκούνης;), μια σελίδα απ’ το μπλοκάκι ενός μαγαζάτορα sex shop, προσωπογραφίες.

Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως ένα τόσο ευρύ θέμα δεν μπορεί να καλύπτει μόνο τις αποκλειστικά ευχάριστες, ηδονικές ή ξεκαρδιστικές πλευρές του. Δεν είναι δυνατό να αποφευχθούν και τα δυσάρεστα λήμματα, εφόσον ακριβώς το λεξικό αποτελεί έναν πλήρη και αληθινό χάρτη του Σεξ του Παρελθόντος αλλά και του Παρόντος. Γι’ αυτό και ο τόμος αποτελεί ταυτόχρονα και μια εικονογραφημένη Ιστορία της Ερωτικής Ορολογίας, Μυθολογίας, Λογοτεχνίας, Γεωγραφίας και Τέχνης, μια προσωπική Ανθολογία και πάνω απ’ όλα μια θαυμαστή Εγκυκλοπαίδεια του Ωραιότερου (αλλά και Αστειότερου, για όσους έχουν την ατυχία να αγνοούν την ευτράπελη πλευρά του) Πράγματος του Κόσμου!

Συντεταγμένες: Νίκος Πλατής – Ουαλικό λεξικό του σεξ. Με τα παντός είδους μυστικά και όλα τ’ άλλα σχετικά για τον σαρκικό έρωτα ανθρώπων, αλλά και ζώων (ομαλών τε και ανωμάλων). Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 788.

Λέγε τώρα:

Λεξικά Μαύρου Χρώματος, Γενειάδας, Μπαχαρικών, Σεξ. Τι μας περιμένει στη συνέχεια Λεξικογράφε των Ωραίων;

Ευχαριστώ για την προσφώνηση (μου θυμίζει το «Οι βασιλείς των ορέων» του Έντμοντ Αμπού, αυτό το «Λεξικογράφε των Ωραίων», όμορφα ακούγεται). Επανέρχομαι στο ερώτημά σου, αγαπητέ Λάμπρο. Για τα επόμενα τρία χρόνια σάς περιμένω… στη γωνία με τρία, ακόμα, βιβλία μου: Το «Γατικό Λεξικάκι», το «Presto o Tardi (το λεξικάκι που παίζει με το θάνατο)» και (το… παιδάκι του Presto), το «…Αντί στεφάνου». Το «Γατικό» είναι το τελευταίο ογκώδες λεξικό μου (τρίδυμο, ας πούμε, με το «Μπαχαρικό» και το «Ουαλικό»). Το «Presto o Tardi» είναι το πρώτο από τα «μικρής» έκτασης λεξικά μου. Το «…Αντί στεφάνου» είναι μια… μαύρη ανθολογία. Το «Γατικό Λεξικάκι» θα κυκλοφορήσει το ερχόμενο φθινόπωρο, από τις εκδόσεις «Κέδρος». Τα άλλα δύο γράφονται ακόμα…

Ποιο λεξικό θα ήθελες να συντάξεις αλλά το βλέπεις από αδύνατο έως ουτοπικό να γίνει;

Το «Λεξικό του τίποτα»..! Μπα, αστειεύομαι! Δεν έχω λεξικογραφικά… απωθημένα. Κάθε άλλο, μάλιστα, είμαι πλήρης λεξιλαγνικών και λεξικογραφικών ημερών. Μετά από 20 περίπου χρόνια συνεχούς, καθημερινής, συστηματικής ενασχόλησης με τα διάφορα λέξικά μου θα έλεγα, μάλλον, πως έπαθα οβερντόουζ και…πρέπει να μπω σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης, να βγω… καθαρός στη ζωή μου, να ζήσω και κάτι άλλο συγκλονιστικό· ένα ιστορικό μυθιστόρημα ας πούμε, να γράψω στίχους αμανετζίδικων (ή τζαζ) τραγουδιών, να ερωτευτώ καμιά κομψή κυρία με ωραίο μακρύ λαιμό και παθιάρικο βλέμμα ή και να μην κάνω τίποτα απολύτως (δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα, τώρα που το καλοσκέφτομαι)…

Έχεις συγκεκριμένο τρόπο συγκέντρωσης και οργάνωσης των λημμάτων; Ανοίγεις λίγο την κουρτίνα να δούμε το εργαστήρι σου;

Ναι, βέβαια! Αντλώ (ως… τρελός υπό το φως της πανσελήνου) πληροφορίες από παντού (βιβλιοθήκες, αρχεία διάφορα, ζωντανές μαρτυρίες, κινηματογραφικές ταινίες, καρτούν, μουσεία, ιντερνέτ, γκράφιτι, εφημερίδες, σκουπιδοτενεκέδες, παντός είδους περιοδικά, κουβέντες ανθρώπων στο μετρό κ.τλ.). Τις αποδελτιώνω και στη συνέχεια τις επεξεργάζομαι, τις κτίζω. Υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα για την παραγωγή του κάθε λεξικού μου. Κάθε μέρα ξέρω τι πρέπει να παράξω, δεν δουλεύω στην τύχη (αν πάλι, κάποιες μέρες… εκτραχηλιστώ, τις αμέσως επόμενες μου βγαίνει κατά τα κοινώς λεγόμενα…ο πάτος, μέχρι να ξανάρθω πάλι στα ίσια μου). Τα λήμματα μου είναι σκηνοθετημένα. Όταν λόγου χάρη έχω ένα σερί από κάπως «βαριά» λήμματα (θεματολογικά), βάζω ανάμεσά τους ένα πιο χαλαρό λήμμα, ένα «κείμενο ανάσας» ή γελαστικό, δεν θέλω να τον βαρύνω τον αναγνώστη πέραν του δέοντος (είναι για μένα τα βιβλία μου μια ψυχαγωγική παράσταση, και ως εκ τούτου πρέπει να αισθάνεται κανείς χαλαρά και άνετα διαβάζοντάς τα).

Τι θα απαντήσεις στους παραπονεμένους πως έμειναν τα βίτσια τους εκτός λημμάτων;

Να συνεχίσουν απτόητοι. Οι… ρεπόρτερ του «Ουαλικού λεξικού του Σεξ» θα τους ανακαλύψουν κι αυτούς, και θα τους… αποκαταστήσουν σε κάποια μελλοντική έκδοση.

Οι φάκελοί μας σε έχουν εκδιδόμενο από το 1973. Είναι σωστοί; Μπορούμε να έχουμε λίγα λόγια για την κάθε σου στάση ή έστω για κάποιες από αυτές;

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν το «Περίπτωση αχρωματοψίας». Κυκλοφόρησε πριν από 36 χρόνια, στα 1973 δηλαδή (άρα είναι σωστό το…φακέλωμα σας κι αρκούντως αποκαλυπτικό του μη νεαρού της ηλικίας μου). Με λίγα λόγια η περαιτέρω συγγραφική μου πορεία (επιλεκτικά, όχι αναλυτικά). 1976: Το «Γκουντ μπάι μίστερ Παπ» (μια μυθιστορία πανικού) ήταν το πρώτο μου βιβλίο που εξαντλήθηκε (800 αντίτυπα σε 2-3 μήνες μέσα, βοήθησε το γεγονός ότι ήταν πόκετ και έμπαινε εύκολα στις τσέπες των κλεπτομανών βιβλιόφιλων).

1983: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εξάντας» το «Κάμα Τσούχτρα», είναι το βιβλίο που με έκανε ευρέως γνωστό. Έγινε μπεστ σέλερ, για κάποιες… στιγμές μάλιστα πήρε και την πρωτιά από τις «Ώρες ευθύνης» του πρώην πρωθυπουργού «μας» που την ίδια εποχή …έσπαζαν τα ταμεία των βιβλιοπωλείων. Το «Κάμα Τσούχτρα» ήταν, κατ’ ουσίαν, το … παρθενικό μου λεξικό (άμα δεις τη δομή του, θα το καταλάβεις, κι εγώ εκ των υστέρων το αντελήφθην).

1999: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άγρα» το «Black Out/Το Μαύρο Λεξικό» μου. Ήταν για μένα μεγάλη χαρά η συνεργασία μου με τον καλύτερο εκδοτικό μας οίκο, δεν συνέχισα όμως με την «Άγρα», γιατί έχει πολύ αργούς χρόνους παραγωγής, πρέπει να περιμένεις χρόνια για να βγει το βιβλίο σου, κι εγώ είμαι και παραγωγικός συγγραφέας και …επαγγελματίας («ζω» από τα συγγραφικά δικαιώματα, τρόπον τινά).

2004: Κυκλοφορεί από τον «Κέδρο» το «Μπαχαρικό Λεξικό»: «Ένα παρ’ ολίγον σοφό βιβλίο κουζινικού, γιατροσοφιστικού, λογοτεχνικού, λαογραφικού, (ελαφρώς) βιοχημικού και (στο έπακρο) ιστορικού περιεχομένου», σύμφωνα με τον υπότιτλό του. Στα βιβλιοπωλεία διχάστηκαν,τριχάστηκαν μάλλον, δεν ήξεραν που να το βάλουν ακριβώς· άλλοι το έβαζαν στα λεξικά, άλλοι στην ελληνική λογοτεχνία, και άλλοι στα κουζινοβιβλία, έγινε όμως επιτυχία, ακόμα και σήμερα συνεχίζουν να γράφουν κριτικές παρουσιάσεις γι’ αυτό, εξακολουθεί να έχει μία σταθερή ροή πωλήσεων, φοιτητές κάποιας σχολής το…έχουν υπό μάλης για κάποιο μάθημά τους…

Εδώ αγαπούμε τις λίστες, όσο εσύ τα λήμματα. Η ερώτηση του Λίσταρχου λοιπόν: μερικοί τίτλοι αγαπημένων σου μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ποιημάτων.

Γιάννη Βλαχογιάννη «Της τέχνης τα φαρμάκια» (διήγημα), Στρατή Δούκα «Η ιστορία ενός αιχμάλωτου» (ένα σπουδαίο αφήγημα, σωστό λεκτικό ντοκιμαντέρ), Εμμανουήλ Ροΐδης «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» (η… Βίβλος, ας πούμε, της δημοσιοϋπαλληλίας), Μάριου Χάκκα «Περίπτωση θανάτου» και «Οι άφαντοι» (δύο εξαιρετικά διηγήματα), Νίκος Τσιφόρος (κυρίως οι ατμοσφαιρικές πικροφιλοσοφέ εισαγωγές του), Ηλίας Βενέζης «Γαλήνη», «Αιολική γη» (μα και τ’ άλλα του). Αυτά μου έρχονται πρόχειρα.
«Διαχρονικές» αγάπες μου: Παπαδιαμάντης, Πιραντέλο, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ντέιβιτ Λόουτζ, Ίρβιν Γιάλομ, Κωστάκης Καβάφης, Λιουις Στίβενσον, Αρκάς, Φίλιπ Ντικ, Τζέιμς Ελρόι, Καραγάτσης, Αλμπέρ Καμί…
Πρόσφατες μου ανακαλύψεις: Τζόις Κάρολ Όουτς («Η κόρη του νεκροθάφτη»), Μαξ Φρις («Στίλερ»), Percival Everet («Αμερικάνικη έρημος», «Πληγωμένοι»), Λουκρήτιος («Για την φύση των πραγμάτων»), Απ. Δοξιάδης-Χρ. Παπαδημητρίου(«Logicomix)».

Και, για να μην μας απολύσει ο εκδότης του mic.gr, αγαπημένες μουσικές;

Εν γένει τα σάουντρακ (όλα της Καραϊνδρου, «Paris-Texas» «The Hours», «Pulp Fiction», λόγου χάρη) . Είναι τα συμφωνικά κομμάτια, η… κλασική μουσική της εποχής μας (ο Μπετόβεν, ο Μπραμς και ο Μόζαρτ αν έγραφαν μουσική στις μέρες μας δεν θα έγραφαν παρά για τον κινηματογράφο). Μ’ αρέσουν όμως και οι: Μανού Ντιμπάνκο, Κινγκ Σάνι Αντέ, Τσιτσάνης, Πουλικάκος, Μάνος Χατζιδάκης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, διάφοροι έθνικ μουσικοί κ.ά. Πρόσφατα «ανακάλυψα» ένα ενδιαφέροντα δικό μας τζαζίστα (τον Κοντραφούρη), καθώς και κάτι πιτσιρικάδες στο Παγκράτι (τους “Night On Earth”), το κομμάτι τους «Ντεκαντάνς» είναι καταπληκτικό· αν είχα την δυνατότητα να βάλω και ήχους και μουσικές στο «Ουαλικό Λεξικό του Σεξ» σίγουρα θα ήταν από τις πλέον αγαπημένες μου επιλογές…

 Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

04
Νοε
08

Εμμανιέλ Πιερά – Βιομηχανία του σεξ και του τηγανητού ψαριού

Δύο δεκαοχτάχρονες δίδυμες αδελφές, η Γκαέλ και η Γκουεναέλ, ναυτικοί σε ψαροχώρι της Βρετάνης αναπτύσσουν ένα εντονότατο ερωτικό αισθητήριο πλημμυρισμένο περιέργεια και φιλομάθεια. Όμως το περιβάλλον όπου ζουν είναι το πλέον ακατάλληλο για την ικανοποίηση της ακόρεστης δίψας τους για μόρφωση. Η μύησή τους στον κόσμο του σεξ γίνεται από άθλια πρόσωπα με ακόμα πιο άθλιους τρόπους (βιασμός ανάμεσα σε ψαροκασέλες ή αυνανισμός με ένα μουγκρί) και οι ταχυδρομικές παραγγελίες των σεξουαλικών γκάτζετς τίποτα τις αφήνουν ανικανοποίητες (οι πολλαπλές μπίλιες της γκέισας ερμάτιζαν το δίχτυ για τον μπακαλιάρο, το λιπαντικό κατέληξε να λιπαίνει την τροχαλία της τράτας). Έχοντας εντρυφήσει στις απείρως παραλλασσόμενες μεθόδους αναπαραγωγής των θαλάσσιων ειδών περιμένουν κάτι τουλάχιστον εξίσου συναρπαστικό.Αποκαρδιωμένες (ή καλύτερα αποσωματισμένες) από την αντιστοιχία σπέρματος και εγκεφάλου των διαθέσιμων ανδρών της παραθαλάσσιας βρετονικής πανίδας οι νεαρές αυνανίστριες εγκαταλείπουν το άνυδρο ερωτικά υδάτινο περιβάλλον τους και αναχωρούν για την πόλη του φωτός, και ερωτικού όπως ελπίζουν. Αν τα ψάρια ασκούνται όλα τα είδη σεξουαλικότητας όπως έχουν δει και μελετήσει, τότε το Παρίσι θα είναι ο δικός τους ωκεανός οργίων, ο τόπος όπου η πλούσια θεωρητική τους κατάρτιση θα συμπληρωθεί όπως πρέπει από την πρακτική της ολοκλήρωση. Εκεί τις περιμένει ο εξάδελφος Γιαν, ιδιοκτήτης sex shop (ενδιαφέρουσα η σύνδεση των πωλούμενων items με την νοσταλγία του γενέθλιου τόπου) και μέντορας πρόθυμος να αραδιάσει μπροστά τους ολόκληρο τον χάρτη του έκλυτου Παρισιού και των απανταχού λαγνότοπών του.Εκεί θα δοκιμάσουν ή θα πλησιάσουν σε απόσταση οργασμού «ανωμαλίες» και «παρεκκλίσεις» όπως την επιδειξιομανία κατ’ οίκον (στο μπαλκόνι ή σε ντελιβεράδες πίτσας, υδραυλικούς και πυροσβέστες) αλλά και σε μοναστήρια, το μπανιστήρι και την ουρο-κοπρο-λαγνεία. Σειρά έχουν η ζωοφιλία, η νεκροφιλία, ο σαπφισμός, η αιμομιξία, η αμφιφυλία, ο σαπφισμός και φυσικά ο φετιχισμός, ο σαδομαζοχισμός, οι πληρωμένοι έρωτες και τα ομαδικά όργια. Θα εξαντλήσουν την λίστα πασών των δυνατοτήτων σεξουαλικής συνεύρεσης; Αν όμως το κανονικό και το φυσιολογικό είναι βαρετά και προβλέψιμα, όπως φοβούνται, ποιος εγγυάται πως δεν θα ακολουθήσουν και τα άλλα;

Πρόκειται για το τρίτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου … δικηγόρου Εμμανιέλ Πιερά, ειδικού των πνευματικών δικαιωμάτων, μελετητή της ιστορίας των ηθών και της λογοκρισίας (αξιοσημείωτα έργα του: Le sexe et la loi (Το σεξ και ο νόμος), Le Livre des livres erotiques (Η βίβλος των ερωτικών βιβλίων), Le Livre noir de la censure (Η μαύρη βίβλος της λογοκρισίας)) αλλά και αφοσιωμένου ερωτογράφου και επιμελητή δυσεύρετων έργων παρόμοιας φύσης.

Ο ερωτογράφος μας με κομψευόμενο τρόπο και έξυπνα λογοπαίγνια τολμά μια εκ όψεως πρωτότυπη συσχέτιση: η ερήμωση των βυθών εξαιτίας της τρομακτικής βιομηχανοποίησης της αλιείας, με πλοία – εργοστάσια έξω από τα χωρικά ύδατα και πάνω από τα κοπάδια των ψαριών να αποθηκεύουν χιλιάδες τόνους ψάρια, καθαρισμένα, πακεταρισμένα κι έτοιμα για κατανάλωση, δεν έχει και μεγάλες διαφορές από την αντίστοιχη εξάπλωση της πορνοβιομηχανίας. Και εδώ η λίμπιντο συσκευάζεται, η ερωτική επιθυμία καταναλώνεται μηχανικά και μαζικά, οι αισθήσεις περνούν σε τέταρτη μοίρα. Στους ναούς της ερωτικής βιομηχανίας (από τα νυχτερινά κέντρα ως το διαδίκτυο) τα πάντα προσφέρονται από επαγγελματίες, αρκεί να πληρώσεις. Στο τέλος τρως άγευστο ψάρι και κάνεις άψυχο σεξ.

Από την άλλη, αν τέλος πάντων το σεξ έχει ήδη λογοτεχνηθεί, τότε κάποιος πρέπει να σχεδιάσει και την σύγχρονη γεωχαρτογραφία βίτσιων, εμπορευμάτων και γηπέδων του έρωτα αλλά και να ξεγυμνώσει (τι ειρωνεία) την κατάντια της. Υπάρχει και μια ακόμα πικρότερη αλήθεια: οι φαντασιώσεις συχνά αποδεικνύονται κατώτερες των προσδοκιών, η λαγνεία δεν είναι πάντα όπως την περιγράφουν οι ερωτομανείς συγγραφείς, ο πόθος είναι ισχυρότερος από την πραγματοποίησή του. Βέβαια στο τέλος οι αδελφές θα την βρουν τη λύση, αλλά νωρίτερα θα έχουν πει: υπήρχε μια απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που διεγείρει στο χαρτί και αυτό που απογοητεύει στην πραγματικότητα. (σ. 49).

Emmanuel Pierrat – L’ industrie du sexe et du poisson pane, 2004 / Εκδόσεις Άγρα, 2008, μετφ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 169.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092. Στις φωτογραφίες: Οι Milo Manara και Guido Crepax έχουν ήδη κομικογραφήσει φιλομαθείς δεσποινίδες.
09
Μάι
08

Ντέιβιντ Σεντάρις – Γυμνός

«To κολέγιο είναι το καλύτερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί μου έλεγε ο πατέρας μου», και είχε δίκιο, γιατί εκεί ανακάλυψα τα ναρκωτικά, το ποτό και το κάπνισμα. (σ. 37)

Συμβαδίζει σήμερα το γέλιο με την ανάγνωση; Μπορεί το χιούμορ ή η παρωδία να αποτελούν στοιχεία πολλών μυθιστορημάτων ή διηγημάτων, μπορεί συχνά να χαμογελάμε διαβάζοντας, αλλά, προσωπικά, δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που γέλασα δυνατά μπροστά σε ανοιχτές σελίδες. Πώς κατάφερε ο Ντέιβιντ Σεντάρις να γεμίσει ρυτίδες το μουτρωμένο μούτρο μου;

Λέγεται πως δεν έχει σημασία το τι λες αλλά πώς το λες, όμως έχω την εντύπωση πως, ειδικά στις περιπτώσεις γέλιου, πρέπει και οι ίδιες οι ιστορίες να έχουν κωμικά στοιχεία. Από ποια δεξαμενή ιστοριών, λοιπόν, αντλεί ο Σεντάρις τέτοιες αξιογέλαστες καταστάσεις; Πως μπόρεσε αυτός ο σύγχρονος ξεκαρδιστής να γράψει τρεις σχετικές συλλογές διηγημάτων χωρίς να χρειαστεί ούτε να ταξιδέψει ούτε να γνωρίσει άπειρους ανθρώπους ή να κατεβάσει τις ιστορίες απ’ το μυαλό του; Φαίνεται πως δεν χρειάστηκε πολύ να ψάξει: έμεινε στο πατρικό του σπίτι και κοίταξε γύρω του. Τι περισσότερο χρειάζεσαι από δυο γονείς, πέντε αδέλφια και δώρο τη γιαγιά; Πόσο μάλλον ζουν όταν όλοι μαζί σε μια τυπική συνοικία της Βόρειας Καρολίνας και είναι ικανότατοι εκπρόσωποι μεσοαστικής αμερικανικής οικογένειας με πρόσθετες ελληνικές αντιλήψεις λόγω καταγωγής (από την πλευρά του πατέρα) και ιδιαίτερη έφεση σε οτιδήποτε θρησκόληπτο και συντηρητικό;

Τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί να ζω χρόνια και ζαμάνια μακριά από την «οικογενειακή εστία», όμως πάντα έχω ένα συρτάρι ξεκαρδιστικών αφηγήσεων – πόσο μάλλον άλλοι φίλοι που δεν έφυγαν ή επέστρεψαν σε αυτήν. Αν για πολλούς το σπίτι είναι ο ορισμός της κόλασης, για άλλους είναι απλώς ο απόλυτος σουρεαλισμός.

Φυσικά δεν πρόκειται για παρθενογεννημένη ιδέα του Σεντάρις: πριν από αυτόν πολλοί μεν συνέγραψαν ευτράπελα οικογενειακά χρονικά, λίγοι όμως πέτυχαν ένα άρτιο λογοτεχνικό αποτέλεσμα, πόσο μάλλον να τα μοσχοπουλήσουν! Ενώ εδώ, φανταστείτε: μια συνηθισμένη οικογενειακή ζωή να γίνεται το πιο ευανάγνωστο αλλά και ξεκαρδιστικό λογοτέχνημα!

Σε αυτές τις δεκαεπτά πρωτοπρόσωπες ιστορίες το χιούμορ μοιράζεται σε κατάλληλες δόσεις καυστικότητας, σκληρότητας και γλυκύτητας. Ακόμα και οι λεπτές καταστάσεις και τα πιο ευαίσθητα θέματα, που οι politically correct αντιλήψεις κρατούν εκτός λογοτεχνίας, εδώ βρίσκουν την ιδανική τους αντιμετώπιση: ανελέητη διακωμώδηση και ειλικρινή τρυφερότητα – με βάρος στην πρώτη! Μάλλον αυτή είναι η μαγική ισορροπία με την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τους συγγενείς μας, όσο κι αν μας εξοργίζουν. Δύσκολος συνδυασμός, αλλά επιτεύξιμος. Συνεπώς, παράλληλα με τα πάσης φύσεως «ελαφρά» και ευτράπελα συμβάντα, εδώ γελοποιούνται μα δεν γελοιοποιούνται οι εφηβικές φοβίες και νευρώσεις (που σε άλλες περιπτώσεις αποτελούν το σύνηθες μοτίβο μιας βαρετής διήγησης), η συνειδητοποίηση της ομοφυλοφιλίας (περνώντας όμως γενεές δεκαοκτώ και τα δικά της πρότυπα), η εθελοντική εργασία σε ένα ψυχιατρείο ή η εμφάνιση μιας σοβαρής ασθένειας, ακόμα και οι αιμομικτικές τάσεις!

Πώς είναι όμως να θέτεις στο κέντρο της προσοχής κάποια υπαρκτά και αναγνωρίσιμα (έστω στον μικρόκοσμό τους) πρόσωπα; Δεν αντέδρασε αυτή η αδιανόητη οικογένεια με την συγγραφική της έκθεση σε εκατομμύρια αναγνώστες; Μια από τις συνηθισμένες ερωτήσεις στις συνεντεύξεις του είναι αν του μιλάει ακόμα η οικογένειά του! Παραδόξως δεν αυτοκτόνησαν, αργότερα μάλιστα το συνήθισαν. Άλλωστε ο Σεντάρις στρέφει τις περισσότερες φορές το μολυβένιο στόχαστρό του στον ίδιο του τον εαυτό, προτιμώντας να γίνει αυτός υποκείμενο έκθεσης και μείωσης παρά οποιοσδήποτε άλλος.

Όπως συμβαίνει με τέτοιες απόλυτες περιπτώσεις, η υποδοχή της κριτικής είναι ντουμπλ φας: οι μεν χαιρετούν εγκάρδια το πνεύμα του Μαρκ Τουέιν, οι δε φωνάζουν «φτάνει με τα οικογενειακά ανέκδοτα, τρία βιβλία είναι υπεραρκετά, ας δούμε την αξία του σε κανένα μυθιστόρημα». Μερικές ιστορίες του, πάλι, είναι τόσο εξωφρενικές ώστε η δυσπιστία αντικαθιστά το αβίαστο χαχανητό. Όμως το 51χρονο αυτό παιδί έχει μεγάλο ταλέντο στο είδος του, τελεία και παύλα. Αφήστε που πάνω απ’ όλα είναι ένα βαθύτατα αισιόδοξο βιβλίο από πολλές απόψεις: ναι, μπορείς να βγεις σώος και νορμάλ ακόμα και κάτω από τέτοιες συνθήκες, χωρίς ένα βουνό κόμπλεξ ή κανέναν ανεπανόρθωτο ευνουχισμό.

O ελληνικής μακροκαταγωγής Αμερικανός συγγραφέας σήμερα ζει στο Παρίσι και συνεχίζει τις αναγνώσεις ιστοριών του σε Ευρώπη και Αμερική (σε θέατρα, κλαμπ κλπ. – μια διαδεδομένη πρακτική έξω). Κάπως έτσι γνωρίστηκε με έναν ραδιοφωνικό παραγωγό του National Public Radio και, συνακόλουθα, με μερικά εκατομμύρια ακροατών, μεταξύ των οποίων κι ένας εκδότης και ούτω καθεξής… Επιβιώνει με τις πωλήσεις των βιβλίων, την ραδιοφωνική εκπομπή και τις αναγνώσεις. Οι κινηματογραφιστές τον περιτριγυρίζουν για τα δικαιώματα των έργων του – προς το παρόν απέρριψε πρόταση του Γουέιν Γουάνγκ και σκέφτεται άλλη του Τζέισον «Juno» Ράιτμαν. Αγαπημένες του πένες οι Richard Yates (Revolutionary Road, Eleven Kinds of Loneliness), Tobias Wolff (The Night in Question) και η Susan Sheehan (του New Yorker). Έχοντας επιβιώσει και από μια επταετία ναρκωτικών (από τα 20 ως τα 27), επιμένει πως η ζωή όλων των ανθρώπων μπορεί να γίνει μυθιστόρημα αν τη δει κανείς από τη κατάλληλη οπτική γωνία.

Συνεταγμένες: David Sedaris, Naked, 2006. Ελληνική μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά, εκδόσεις Μελάνι, 2007, σελ. 406. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορούν και τα Μια σχεδόν φυσιολογική οικογένεια και Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15414




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,836 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers