Posts Tagged ‘Ελληνική Λογοτεχνία

10
Μάι
12

Ελεωνόρα Σταθοπούλου – Καλό αίμα κακό αίμα

Καλλιγραφώντας ανείπωτα δράματα

Άλλες προσευχές πιάνουν κι άλλες μένουν ανεκπλήρωτες. Όμως όλες ο Θεός τις άκουσε. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως δεν τις άκουσε. Γι’ αυτό και όταν θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία και κριθεί ο Θεός, τότε θα δώσει λόγο για τις προσευχές που αγνόησε. Ακόμα δεν μπορεί να μιλήσει. Όμως τη μέρα της απολογίας Του θα απολογηθεί για όλα. [σ. 165]

Ο Νίκος Βαλσάμος προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή βγαίνοντας από το ορφανοτροφείο, πάντα βασανισμένος απ’ τις οικογενειακές μνήμες κι άυπνος από το φόβο μην επαναληφθούν οι τραγικές στιγμές της ζωής του. Αλλά και η νέα του ζωή δεν έχει παρά ένα καθυστερημένο παιδί που παίζει στο χώμα, ένα σκυλί που ψήνεται δεμένο στο βαρέλι, ένα καμένο δάσος με την ταμπέλα «Καλώς ήλθατε» και την Μαργαρίτα που κάποτε έπαιζε μπάσκετ, τώρα να κυλά σε καροτσάκι. Την βγάζει βόλτες, την παντρεύεται, αρχίζει να πείθεται πόσο άχρηστο είναι να υποφέρεις. Αν προσκολληθεί στις γλύκες της γυναίκας του, ίσως οι σκέψεις που κατοικούν στην άβυσσο παραμείνουν εκεί.

Όσο υπάρχει ο Ιούνιος, τα τριζόνια και οι αστρικές λάμψεις εκείνη έχει απτή χαρά για τη ζωή· όσο ζει στην εξοχή, αισθάνεται πως ολόκληρο το σύμπαν κινείται αργά και δεν την προσπερνά, γιατί «είναι δέντρο πια, κι ανθίζει σαν δέντρο». Αντίθετα, για εκείνον ήταν πάντα αδύνατον να παραδοθεί στην ευτυχία, που εμπεριέχει μια κατάσταση ξενοιασιάς, καθώς από παιδί είχε μάθει να είναι σε εγρήγορση, κυκλοφορούσε μεγάλος κίνδυνος στο σπίτι, ο πατέρας απειλούσε να τους κάψει. Ο Βαλσάμος αποτάσσεται την ευτυχία: το μόνο που αξίζει είναι να πολεμάς με όλη σου τη δύναμη καρδιάς, ψυχής και διάνοιας. Γιατί γνωρίζει πως όλα μπορούν να συμβούν από τη μια στιγμή στην άλλη, όπως στη Μαργαρίτα με το γαλάζιο φόρεμα που πήγαινε προς το ζαχαροπλαστείο αλλά σταμάτησε στην άσφαλτο, όπως στην αδελφή του και τα καμένα της μαλλιά.

Εκείνος περιμένει την ημέρα που η Μαργαρίτα θα περπατήσει, εκείνη του λέει πως δεν υπάρχει τέτοια μέρα αλλά τριακόσιες εξήντα πέντε άλλες, που έχουν τη λάμψη τους και τη λύπη τους αλλά είναι ζωή και αυτό φτάνει. Στην πολλαπλώς τραγική κορύφωση της ιστορίας ο Βαλσάμος εκβιάζει τον ερχομό της σωτήριας ημέρας με ένα εμπύρετο κήρυγμα στην εκκλησία, συγκλονισμένος από την πίστη πετάει το καροτσάκι της και φτάνει στο σημείο να θυσιάσει και τα δικά του πόδια, ώστε να μοιράζονται την ίδια κατάσταση, προτού εκείνη ξαναβάλει το γαλάζιο φουστάνι να ισορροπήσει πάλι στα πόδια της, αλλά τώρα μπροστά στο κενό («Απόγνωση»).

Η Ευγενία του διηγήματος «Σύμπτωση» ζει μ’ έναν άντρα δυνάστη «εισπνέοντας κάθε μέρα δίπλα του αναθυμιάσεις δηλητηριώδεις». Κάθε φορά που ξαπλώνει δίπλα του γυρνά το κεφάλι προς την φωτισμένη πινακίδα του φαρμακείου, με γράμματα «σαν αστεράκια στον ουρανό μιας ζωής χαμένης». Για τον φαρμακοποιό είναι όμορφη, ηττημένη και κουτή, πράγμα που καμιά φορά δημιουργεί στους άντρες μια εντύπωση κυριαρχίας που μοιάζει με τον έρωτα, ενώ απεχθάνεται τους πελάτες του, καθώς ελάχιστοι αξίζουν την θεραπεία των φαρμάκων, για να συνεχίσουν μετά να διεκδικούν και να τσακώνονται, αποτελώντας ο καθένας ενόχληση για τον άλλον.

Όταν εκείνη μπαίνει βιαστική στο φαρμακείο για να ζητήσει τις απολύτως απαραίτητες σταγόνες του άντρα της, ακόμα και μετά την κακομεταχείρισή της, ο φαρμακοποιός ενισχύει την μισανθρωπία του: Το κλάμα είναι μύξες, αλάτι και νερό. Εγώ θέλω να συνεννοηθώ με το Λόγο. Μη με γυρίζεις πίσω. στη φυλακή των δακρύων, γιατί θα σου απαντήσω με το αίμα που ανεβαίνει στο κεφάλι μου και τότε δεν θα συνεννοηθούμε ποτέ. Θα πρέπει να τον βγάλει απ’ τη ζωή της, απ’ την ίδια τη ζωή, αλλιώς θα χαθεί μαζί του. Η διπλά συντετριμμένη γυναίκα δίνει τις σταγόνες στον άντρα της αλλά σε υπερβολική δόση. Ο φαρμακοποιός την περιμένει να χαρεί την ελευθερία της αλλά εκείνη τον ενημερώνει πως άφησε ένα γράμμα – ομολογία της ενοχής της στις αρχές. Κι αντιδρά ξανά: αυτό σου μαθαίνουν από την ημέρα που γεννήθηκες. Πώς είσαι ένα σκουπίδι σου μαθαίνουν. Πως δεν υπάρχει χαρά σου μαθαίνουν. Ούτε μια τόση δα χαρούλα για τα σκουπίδια…

Όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι του φαίνονται οριστικά ασύντακτοι, ασυνάρτητοι – και η ομολογία της Ευγενίας μια ανεπίτρεπτη επιλογή που του πρόσφερε βαθύτατη απογοήτευση και τον ωθεί να παντρευτεί μια νέα γυναίκα. Αλλά το σκουλήκι της πλήξης αρχίζει πάλι να τον κατατρώει κι αρχίζει ν’ αναπολεί την Ευγενία, εκείνο το παλιό είδος γυναίκας που είναι πιο πολύ μητέρες παρά ερωμένες. Και ύστερα από δέκα χρόνια εγκλεισμού της, σε μια ακαριαία επιφοίτηση, παραδέχεται γραπτώς και επιστολικώς πως εκείνος θα έπρεπε να βρίσκεται στη φυλακή, στη θέση της. Αλλά προτού τις στείλει μαθαίνει για τον θάνατό της και τελικά η απροστάτευτη γυναίκα τον προστάτευσε από την δική του καταστροφή. Τουλάχιστο το επισκεπτήριο που περίμενε μάταια στην φυλακή, τώρα θα της το προσφέρει στην τελευταία της κατοικία.

Όταν η Ιουλία έχασε τους γονείς της στην ηλικία των πέντε, η θεία της, βλέποντάς την να σηκώνει το φουστάνι της κάτω από μια μηλιά, της είπε: ή πουτάνα ή καλόγρια. Η μικρή πέρασε να δει τις καλόγριες και δεν της άρεσαν, άρα στα δεκάξι βγήκε στο πεζοδρόμιο. Στα κυριακάτικα ρεπό της σκεφτόταν πως είχε σηκώσει το φουστάνι της να δείξει πόσο είχε φουσκώσει η κοιλίτσα της απ’ τα ρεβύθια. Τώρα ολόκληρη η οικογένειά της είναι η τραβεστί Τερέζα, που μυρίζει γιασεμί. Γι’ αυτό την αγαπάνε οι άντρες την Τερέζα. Γι’ αυτό την θέλουν. Ρίχνονται πάνω της κι είναι σα να ’χωσαν τα μούτρα τους σε μια ανθοδέσμη. Και δεν τους λέει όχι σε τίποτα. Τη γδέρνουν, τη ματώνουν, μπήγουν τα δόντια στο σώμα της και τη νύχτα αποκοιμιόνται μες στα γιασεμιά. Κάτι παλιά γιασεμιά που ξεφυτρώνουν απ’ το δέρμα της με ωραία σκιούλα δροσερή και νανουρίσματα. [σ. 259]

Στα δεκαοχτώ της πηγαίνει στην εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή, όπου μυρίζει τα λουλούδια πάνω απ’ το νεκρό Χριστό και την κολόνια που ραντίζουν τους πιστούς, μια μυρωδιά από λεμόνι γλυκό και ξυνισμένο. Και σκέφτεται να φέρει στην εκκλησία το άρωμα της Τερέζας, να ευωδιάσουν οι ψυχές. Στην επόμενη Μεγάλη Παρασκευή πηγαίνει με τα κόκκινα λουστρίνια που της χάρισε η Τερέζα, σαν δυο πέταλα από παπαρούνες, να δουν οι επίτροποι πώς μυρίζει η αγάπη, να δουν πως μόνο η Τερέζα είναι καλή. Το ίδιο βράδυ περιμένει να τιναχτεί το άρωμα απ’ το μπουκάλι, να ευχαριστηθούν απ’ τον Κάτω Κόσμο εκείνοι που θα καταλάβουν ότι τους σκέφτεται. Αλλά η εκκλησία είναι μαύρη απ’ την μουτζούρα, απ’ τα πολλά κεριά που ανάψαν  χωρίς όφελος («Τερέζα»).

Και τα 18 διηγήματα της συλλογής ξεχειλίζουν από ανείπωτα σκληρές κι όμως περίτεχνα ειπωμένες ιστορίες, που καλλιγραφούν την απόλυτη σκληρότητα της ζωής όπως ακριβώς είναι, συμπληρώνοντας ένα άτυπο σύνολο εξαίρετης δραματικής, διηγηματογραφίας μαζί με το Γλυκό του Κουταλιού της Ελένης Ζαχαριάδου και τις δυο συλλογές διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή, ως πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό. Και εδώ όμως τα βαθύτατα ταχυδράματα δεν μας μαυρίζουν την ψυχή, ούτε μας σκοτεινιάζουν τους ορίζοντες, αλλά αντίθετα μας παρηγορούν με ένα αδιόρατο αλλά παχύ στρώμα της γλυκόπικρης αίσθησης πως τελικά ακόμα και η πιο τραχιά όψη της ζωής μπορεί τελικά να αποδοθεί με τις λέξεις και να προσφερθεί ως βάλσαμο τόσο σ’ όσους γνωρίζουν καλά τέτοιες οριακές καταστάσεις, όσο και σ’ εκείνους που θωρακίζονται για να τις αντιμετωπίσουν στο μέλλον τους.

Όταν η μητέρα πηγαίνει στο κομμωτήριο, γίνεται τόσο ψηλή που δεν αγαπάει κανέναν. Κι όταν έχει λεφτά, γίνεται τόσο αγέρωχη που δεν λογαριάζει κανέναν. Κι όταν ντύνεται, γίνεται τόσο εντυπωσιακή που δεν συγχωρεί κανέναν. Έτσι η Μόνικα τρυπάει στα κενά που η μητέρα δεν κάνει τίποτα απ’ τα τρία και να εκτιμά όποια μορφή αγάπης ανθίζει στο μεσοδιάστημα.«Μητέρα έχεις δυο πρόσωπα», είπε μια φορά στη Στέλλα η Μόνικα. «Το ένα με παγώνει και το άλλο με καίει. Δεν θα μπορούσες να ’σαι δροσερή;»…«Είναι μια απέραντη θάλασσα η καρδιά σου, μαμά, μα εγώ δεν ξέρω μπάνιο». [σ. 26-27]

Η συλλογή ξεκινάει με ένα εμβληματικό διήγημα (στην έκταση της νουβέλας) για την ολοκληρωτική συντριβή μιας κόρης από την μητέρα της (H μαμά μου κι εγώ), που συμπληρώνει με τη σειρά του σημαντικά κείμενα ανάλογης θεματολογίας, από την Η Κασσάνδρα και τον Λύκο ή την Μαμά της Μαργαρίτας Καραπάνου ως τη Σκύλλα και το Κουτάβι του Μιχάλη Μιχαηλίδη. Η δωδεκάχρονη Μόνικα ζει για να είναι ευχαριστημένη η μητέρα της. Τσαλακωμένη σαν το φουστάνι της, με την απορία αν η μητέρα απολαμβάνει την ντροπή της, με μια μόνιμη αίσθηση πως η  «αγέρωχη» και «μορφωμένη» μαμά την αφήνει μετεξεταστέα, όπως όταν κάποτε μικρή τόλμησε να προτιμήσει ένα παγωτό από το να εισέλθει στη σκοτεινή αξιοθέατη εκκλησία και για τρεις μέρες δεν της απηύθυνε τον λόγο. Πώς να έκανε κάτι τόσο εντυπωσιακό ώστε να της μιλήσει πάλι; Κι όμως δεν είμαι ένα παιδί για πέταμα…Θα διορθωθώ, σ’ το υπόσχομαι, και θα καμαρώνεις για μένα. Θα γίνω σπουδαία και θα σε πάρω να φύγουμε και τότε θα με πιστέψεις. Ό,τι δεν έκανε ο μπαμπάς θα το κάνω εγώ.

Η μητέρα τρελαίνεται και χάνει συχνά το κέφι της αλλά δικαιολογείται γιατί είναι ανώτερη, είναι θεά. Αρκεί όμως να μην δείχνει μπροστά της ευτυχισμένη, γιατί σύμφωνα μ’ εκείνη, η ευτυχία είναι για να τα ζώα. Όταν ένα μεγάλο αγόρι σ’ ένα παζάρι της πρόσφερε μια φλογέρα, η μικρή την έκρυψε στο εικονοστάσι της γιαγιάς, ψηλά στον τοίχο, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. «Τι θες να κάνω για σένα μαμά;», την ρωτάει κάθε φορά με αγωνία. Αλλά υπάρχουν και οι σιωπηλές ερωτήσεις: Γιατί όταν οι άντρες χτυπάνε τα παιδιά τους οι γυναίκες προτιμάν τους άντρες; Όταν ο πατέρας ζούσε μαζί τους, μόνο το μέρος του έπαιρνε.

Οι επιμέρους ενότητες διατρέχουν γρήγορα τα χρόνια μιας ζωής: η Μόνικα μεγαλώνει και συνεχίζει να ζει δίπλα στη μητέρα της, που πάντα «μιλάει άπταιστα όλες τις γλώσσες των ανθρώπων εκτός απ’ τη δική της». Η ζωή δίπλα της στερείται χαρά, η αγάπη που περίμενε δεν έφτασε ποτέ κι όλα όσα ονειρεύεται δεν γίνονται χωρίς αγάπη. Ακόμα κι όταν η μητέρα της σωριάζεται απ’ την αρρώστια, εκείνη βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά. Μήπως ο σύζυγος και πατέρας εξακολουθεί παρά την φυγή του να μολύνει τη ζωή τους; Μήπως για σένα είμαι αυτός και γι’ αυτόν είμαι εσύ, γι’ αυτό δεν είμαι απολύτως τίποτα;

Ανάμεσα στην σιωπηλή συμπαράσταση της εξίσου ανυπεράσπιστης θείας και στον πειρασμό της δολοφονίας, η Μόνικα αποδέχεται πως οι ανάγκες της δεν πρόκειται να τελειώσουν πριν την δική της ζωή. Την κοιτάζει κι αναρωτιέται γιατί δεν την μισεί αρκετά ώστε να ξεπεράσει τον φόβο της. Ακόμα κι όταν ο λόγος της πλέον ξεχύνεται χείμαρρος, η μητέρα ανοίγει στη διαπασών την τηλεόραση. Θα’ θελε να της φωνάξει: Εσύ κι όλοι οι καλοί άνθρωποι λυπηθείτε κάποτε τους φονιάδες σας.

Συνέχισε να υπάρχεις, μαμά, μαζί με τη βρύση που στάζει και μαζί με το χρόνο στο κομοδίνο σου…Γιατί αν πεθάνεις δεν θα’ μαι πια το παιδάκι κανενός και τα μαλλιά μου θ’ ασπρίσουν σε μια νύχτα. [σ. 60]

Εκδ. Εστία, 2010, σελ. 266.

28
Απρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 91. Μαρία Α. Ιωάννου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρόκειται για την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη και που αποτελείται από πολιτικοκοινωνικά ψυχογραφήματα, τα οποία εκφράζονται μέσα από το στοιχείο του παραλόγου, τον σουρεαλισμό και τα παιχνίδια της γλώσσας και της φόρμας. Είναι βιβλίο που ίσως απαιτεί περισσότερες από μία αναγνώσεις όχι γιατί είναι πολύπλοκο ή αφηρημένο αλλά γιατί η γραφή σε αρκετά σημεία είναι ελλειπτική και υπαινικτική, λειτουργώντας όπως ακριβώς κι ένας ζωγραφικός πίνακας που όσο περισσότερο τον παρατηρείς τόσο περισσότερα ανακαλύπτεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολούθησε για ένα διάστημα ο μικρός πολυέλαιος από το διήγημα “Le petit chandelier” που δυστυχώς τώρα βρίσκεται κλεισμένος σε μια αποθήκη. Με ακολουθεί εδώ και καιρό η βλεφαρίδα από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, τόσο έντονα που κάποιοι φίλοι δε με φωνάζουν πια με τ’ όνομά μου. Τέλος, το Αγρινό από το διήγημα Ovis Aries Orientalis. Το άφησα κάπου πνιγμένο με βαμβάκι στα πνευμόνια μα τον τελευταίο καιρό νιώθω έντονα την ανάγκη να συνεχίσω την ιστορία του, ίσως γιατί η ιστορία του εκφράζει μια εφιαλτική και εν μέρει διαστροφική απεικόνιση της σύγχρονης Κυπριακής κοινωνίας. Ανθρώπινοι χαρακτήρες από τα διηγήματά μου δύσκολα με ακολουθούν, είναι εγωιστές κι αυτοί, επιλέγουν μια πρόσκαιρη λογοτεχνική στιγμή και νομίζουν πως έτσι θα φτάσουν την αιωνιότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Αρχικά γράφω σκόρπιες ιδέες στο σημειωματάριό μου, στοιχεία που μου κάνουν εντύπωση διαβάζοντας μια εφημερίδα, βλέποντας μια ταινία ή περπατώντας στο δρόμο. Καταγράφω επίσης συνομιλίες αγνώστων. Νιώθω πως έτσι τους κατασκοπεύω, πως κάνω κάτι ανάρμοστο κι αυτό με φέρνει σε δημιουργική έξαρση. Γίνομαι αόρατη, δημιουργώ κόσμους κλέβοντας λέξεις και εικόνες από τη ζωή. Αυτό πάντα μου άρεσε.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο κινηματογράφος πάντα με γοήτευε και νιώθω πως η γραφή μου είναι επηρεασμένη από τις σύγχρονες κινηματογραφικές τεχνικές. Η διαφορά μιας ταινίας από ένα βιβλίο είναι πως τις περισσότερες φορές σου παρουσιάζει το θέμα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, ενώ ένα βιβλίο σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα με πολλούς τρόπους, χρησιμοποιώντας τη φαντασία σου. Γι αυτό και οι ταινίες που με γοητεύουν είναι αυτές που είτε έχουν πολύ έξυπνο σενάριο είτε αφήνουν τον θεατή να ερμηνεύσει αυτό που βλέπει με τον δικό του τρόπο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση και κλειδώνοντάς την στο συρτάρι ή στη μνήμη του υπολογιστή. Νιώθω πως η ποίηση είναι κάτι πολύ εσωτερικό, ιερό σχεδόν. Για να ξορκίσω λοιπόν τους φόβους μου προτιμώ να γράφω πεζογραφία χρησιμοποιώντας ποιητική γλώσσα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τι να την κάνεις την αιώνια νιότη άμα δε μπορείς να δεις τον κόσμο μέσα από μια αναγνωστική ή συγγραφική ματιά, άμα χαθεί η έμπνευση. Τι να την κανείς τη λογοτεχνία άμα αφαιρεθεί απ’ αυτήν ο θάνατος, η σοφία που φέρνει ο χρόνος, η ατόφια ανθρώπινη απελπισία που αποτελεί κινητήριο δύναμη αριστουργημάτων. Από την άλλη ποιος δεν επιθύμησε την αιώνια ζωή – την ψευδαίσθηση μιας πιθανής αθανασίας. Σε τελική ανάλυση δε γράφουμε για να νικήσουμε τον θάνατο; Ή τουλάχιστον για να τον καταλάβουμε;

26
Απρ
12

Διαβάζω, τεύχος 528 (Απρίλιος 2012)

Αφιέρωμα Άλκη Ζέη

Με τρυφερότητα και ρεαλισμό υποτιτλίζεται το αφιέρωμα του περιοδικού στην Άλκη Ζέη, δυο θεμελιώδη στοιχεία του πεζογραφικού της έργο, για το σύνολο του οποίου περιλαμβάνονται εδώ κρίσεις και εκτιμήσεις. Σε σχέση, ειδικότερα, με την Αρραβωνιαστικά του Αχιλλέα ο Γιάννης Παπαθεοδώρου αναρωτιέται: Πώς (ξανα)διαβάζουμε σήμερα, την εποχή των «μεγάλων καταρρεύσεων» ένα βιβλίο που βγαίνει από την εποχή των «μεγάλων διαψεύσεων»; Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για εκείνους τους «επίμονους κομπάρσους» που διηγούνται τις ιστορίες τους, όταν  η Ιστορία – έτσι, τουλάχιστον, όπως εκείνοι τη θέλησαν και τη νοηματοδότησαν – άλλαξε δραματικά σε μια κατεύθυνση που οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν φανταστεί;

Ένα πρόσθετο δεδομένο καθιστά αυτά τα ερωτήματα ακόμα πιο επιτακτικά: Οι ζωές, οι γραφές και οι μαρτυρίες των ελλήνων αριστερών πολιτών αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της νεοελληνικής κουλτούρας, ακριβώς επειδή αποτυπώνουν όχι μόνο «το βάρος της ιστορίας» αλλά τις διαρκείς απόπειρες για τη μετάπλαση αυτών των βιωμάτων σε καλλιτεχνική δημιουργία και μάλιστα συχνά με όρους αισθητικής καινοτομίας και ιδεολογικής ανανέωσης. Στην περίπλοκη σχέση λοιπόν ιστορίας και λογοτεχνίας, με αφορμή το συγκεκριμένο βιβλίο, αφιερώνει το κείμενό του ο Γ.Π. ενώ το αφιέρωμα εμπλουτίζεται με από τους Αγγελική Βουλουμάνου, Άντα Γκίβαλου, Ξένια Καλογεροπούλου, Γιάννη Κοντό, Μαρίζα Ντεκάστρο, Θανάση Νιάρχος, Τίτο Πατρίκιος και Μαρία Στασινοπούλου. Επιπλέον, δημοσιεύονται, δύο συνεντεύξεις της ίδιας, η μία από έναν Θούριο του 1975. Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος.

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης μας ξεναγεί  στην ιστορία και το ταξίδι του Μεγάλου Ανατολικού του Ανδρέα Εμπειρίκου, με αφορμή την έκδοση του Ανθολογίου του ηδονικού υπερωκεανίου. Πώς λειτούργησε ως ανθολόγος; Επιθυμώντας να υπάρχει ένας συνεκτικός ιστός, να μπορεί κανείς να διαβάσει τις πιο βαρβάτες σκηνές, τα πιο συγκλονιστικά σμιξίματα, αλλά ταυτόχρονα να παρακολουθεί και ό,τι συμβαίνει. Η βασική ιδέα ήταν να τρέξει το κείμενο, να αναγνωσθεί όλο κι ύστερα ο αναγνώστης να επανέλθει, αν επιθυμεί, στους οκτώ τόμους. Για τον συγγραφέα η ωριμότητα του αναγνώστη δεν έχει πάντα σχέση με την ηλικία του: ώριμος αναγνώστης μπορεί να είναι και ένα παιδί δεκαπέντε χρόνων, ενώ ένας εξηνταπεντάρης μπορεί να είναι ανώριμος απέναντι στον Μεγάλο Ανατολικό. Και σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιος για το εξής: Με την έκδοση του Μεγάλου Ανατολικού και του Ανθολογίου ενεργούμε (ο εκδότης, ο επιμελητής, όλοι μας) πολιτικά.

Ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος συναντά τη Μάρω Δούκα στη Στοά της Όπερας, ο Παναγιώτης Γαβριήλογλου προτείνει για μετάφραση εμβληματικά βιβλία και ολοκληρώνοντας με την …εισαγωγή, μοιραζόμαστε με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο κοινές διαπιστώσεις για το ηλεκτρονικό βιβλίο, ιδίως το γεγονός ότι πολλοί σχολιαστές μπλέκουν το μέσο με το περιεχόμενο, πιστεύοντας ότι η μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών αναγνωστών θα διευκολύνει την πρόσβαση του βιβλίου στο ευρύ κοινό. Εξασφαλίζει όμως αυτόματα η χρήση ενός νέου μέσου τη βαθύτερη σχέση του αναγνώστη με το κείμενο; Μήπως πάντα αυτό που θα ξεχωρίζει θα είναι το κείμενο, τα λόγια του συγγραφέα, οι δικές μας σκέψεις μετά την ανάγνωση; Αν θα διαβάζουμε Σαίξπηρ, Όμηρο ή Φράνζεν και Κούντερα, γράφει ο Γ.Ν.Μ. αυτό θα εξαρτηθεί από το περιεχόμενο και όχι το μέσον. Ακόμα κι αν η ψηφιακή εποχή επηρεάσει ακόμα περισσότερο την γραφή και τον τρόπο σύλληψης και απόδοσης της πραγματικότητας, το περιεχόμενο θα είναι πάντα το κέντρο της προσπάθειας του νου να κατανοήσει τι συμβαίνει γύρω του. [128 σελ.]

14
Απρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 88. Γιώργος Μητάς

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία

Η λίστα με τα αγαπημένα βιβλία φοβάμαι ότι  είναι πολύ μεγάλη, οπότε θα περιοριστώ σε κάποια που έχουν μια τελείως  δική τους θέση στην καρδιά μου, ανεξάρτητα από την λογοτεχνική τους αξία: Ο Κόμης Μοντεχρήστος, Οι περιπέτειες του Τομ Σώγερ,  Κάτω απ’ το βλέμμα του Βούδα, Ο Τελευταίος των Μοϊκανών, Δον Κιχώτης, Αλλόκοτες Ιστορίες, Ντέιβιντ Κόππερφηλντ, Ανεμοδαρμένα Ύψη, Μάρτιν Ήντεν, Ο Χθεσινός Κόσμος, Το Παιχνίδι με τις Χάντρες, Θάνατος στη Βενετία, Ερενγκαρντ – Το χρονικό μιας αποπλάνησης, Νιλς Λυν,  Οι Ευρωπαίοι, Υπερίων ή Ο Ερημίτης στην Ελλάδα, Άννα Καρένινα, Ουσία και Βάθος (The heart of the matter), Ο Αφρός των Ημερών, Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, Τέσσερα Σύγχρονα Έργα Νο, Δέκα Μικροί Νέγροι, Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, Το Τούνελ, Η Εφεύρεση του Μορέλ, Φύλλα Χλόης, Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα, Ο Θάνατος θα ’ρθει και θα ’χει τα Μάτια σου, Μη μ’ Αφήσεις Ποτέ, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου,  Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, Αιολική Γη, Λεμονοδάσος,  Οι Τέσσερις Τοίχοι.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς

Θερβάντες, Χαίλντερλιν, Γκαίτε, Λεοπάρντι, Ντίκενς, Εμιλυ Μπροντέ, Φλομπέρ, Πόε,  Τολστόυ, Χ. Τζαίημς, Ουέλς, Μάνσφηλντ, Μαν, Τσβάιχ, Έσσε, Λόντον, Μέλβιλ, Λόρκα, Κάφκα, Γκράχαμ Γκρην, Ντυ Μωριέ, Μισίμα, Κούντερα, Άιρις Μέρντοχ, Γιουρσενάρ,  Μάρκες, Μπόρχες, Μπέρνχαρντ, Ολιβιέ Ρολάν, Ουελμπέκ, Ιζιγκούρο, Ζέμπαλντ, Παδούρα, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Βενέζης, Εμπειρίκος, Πολίτης, Τσίρκας, Χατζηγιαννίδης.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω τα πεζογραφήματα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Σωτήρη Δημητρίου και τα ποιήματα του Βαγγέλη Κάσσου. Βρίσκω πολύ όμορφα τα βιβλία του Γιάννη Ατζακά, ζηλεύω τον Θείο Πέτρο και την Εικασία του Γκόλντμπαχ του Δοξιάδη ενώ πρόσφατα «ανακάλυψα»  τον Παναγιώτη Κουσαθανά, η γραφή του οποίου με καταγοήτευσε. Διαβάζω και παρακολουθώ τη δουλειά της Αμάντας Μιχαλοπούλου, του Χρήστου Χρυσόπουλου, του Μιχάλη Μοδινού, της Ερσης Σωτηροπούλου, της Βερονίκης Δαλακούρα και του Φαίδωνα Ταμβακάκη (ο οποίος έχει πολύ καιρό να μας δώσει κάτι καινούργιο!). Μια πολύ ξεχωριστή φωνή ήταν αυτή της Μαργαρίτας Καραπάνου. Υπάρχουν πολλοί νέοι – και λιγότερο νέοι-  συγγραφείς που δεν έχω προλάβει να διαβάσω, αλλά είναι στο καλεντάρι μου – ελπίζω δε πάντα στην επόμενη αναγνωστική έκπληξη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση  να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιόν θα επιλέγατε;

Η πρώτη μου σκέψη πηγαίνει στην ιδιαίτερη ζωή – την τόσο αξεχώριστη από την ποίησή της – της Εμιλυ Ντίκινσον. Η δεύτερη σε μία ακόμα Εμιλυ, τη δημιουργό του Χήθκλιφ και της Κάθριν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας / σπιτιού σας;

Το Ένα Ποτήρι Μπύρα, η τρίτη ιστορία του Χαλ, γράφτηκε εξ’ ολοκλήρου στην Ίο, σε ένα πολύ όμορφο δωμάτιο με θέα τη θάλασσα και παρέα τη Μίκα, μια υπέροχη κεραμιδόγατα, μεταξύ Ιουνίου – Σεπτεμβρίου του 2009. Όλα τα άλλα έχουν γραφτεί στο δωμάτιό μου. Γενικά, για να γράψω θέλω την ησυχία του γραφείου μου και τον υπολογιστή μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του βιβλίου σας;

Οι Ιστορίες του Χαλ είναι το πρώτο μου βιβλίο. Κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 από τις εκδόσεις Κίχλη, σε επιμέλεια Γιώτας Κριτσέλη. Είναι τρία μεγάλα διηγήματα που γεννήθηκαν τον χειμώνα του 1992, ενόσω έκανα το μεταπτυχιακό μου στην Αγγλία. Πρωταγωνιστής, πέραν των ηρώων του βιβλίου, είναι η πόλη του Χαλ, τόπος συναισθηματικής δοκιμασίας και μοναξιάς για τον (τότε) νεαρό συγγραφέα, αλλά ταυτόχρονα πεδίο μεθυστικής ελπίδας και προοπτικής. Για να κλείσει η οφειλή μου στην πόλη και τα δώρα της χρειάστηκε να περάσουν δέκα έξι ολόκληρα χρόνια (το βιβλίο γράφτηκε μεταξύ Οκτωβρίου 2008 και Σεπτεμβρίου 2009). Το ότι η κα Ρότζερς, ο Ντόναλντ, η Τζόυ και ο Στηβ, όλοι δημιουργήματα της φαντασίας, έμειναν ζωντανοί για τόσο καιρό στο μυαλό μου, ήταν η απόδειξη ότι άξιζε να τους δώσω την ευκαιρία – και αυτοί με αντάμειψαν με το μεγαλύτερο δώρο!

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας  τρόπος συγγραφής; Πως και που παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Γράφω στο γραφείο μου, στον υπολογιστή, σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας. Ιδανικά, σε μια ελεύθερη μέρα, θα περάσω με το κείμενό μου 6-8 ώρες, από το πρωί έως αργά το βράδυ, με μερικά διαλείμματα ενδιάμεσα. Οι μέρες όμως αυτές είναι ελάχιστες μέσα στη χρονιά,   παλεύω λοιπόν να αφιερώνω στη γραφή μια-δυο ώρες το βράδυ, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, ανάλογα με την ένταση και την κούραση που έχει μαζευτεί από τη δουλειά της ημέρας, και όσο πιο πολύ χρόνο μπορώ τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Αυτό βέβαια έχει δραματικές συνέπειες στην κοινωνική μου ζωή!

Οι ιδέες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, με επισκέπτονται εν κινήσει. Το ταξίδι, το νέο περιβάλλον, ο ανοίκειος τόπος, οι νέες εικόνες και η εγρήγορση της περιήγησης ή της γνωριμίας, ακόμα και η απλή έξοδος από το σπίτι, πολύ συχνά ανταμείβουν με απροσδόκητες, δυνατές εικόνες της φαντασίας, ερεθιστικές ιδέες ή γοητευτικά  πρόσωπα. Εκεί απαιτείται η καταγραφή, η αποτύπωση της έμπνευσης της στιγμής στο μικρό μπλοκ που σχεδόν πάντα κουβαλώ μαζί μου. Κάποιες φορές, η αναβολή της καταγραφής οδηγεί στο σκοτάδι ιδέες που δεν πρόλαβαν να κρατηθούν γερά από τους νευρώνες που τις «γέννησαν» – η προσπάθεια ανάκτησής τους μερικές φορές με ταλαιπωρεί για μήνες ολόκληρους.  Πιστεύω πάντως ότι οι πολύ δυνατές ιδέες γίνονται άμεσα αντιληπτές ως τέτοιες και, άπαξ και έρθουν στο φως, σπάνια χάνονται,«απαιτούν» δε τον χρόνο και τον κόπο του συγγραφέα, προκειμένου να ζωντανέψουν στο χαρτί: τελικά είναι τα θέματα, οι ιστορίες που επιλέγουν τον δημιουργό, και όχι το αντίθετο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όπως είπα, γράφω -  αλλά και διαβάζω –  σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας.  Την ώρα εκείνη είσαι μόνο εσύ και το κείμενο. Σπανιότατα, σε φάση διόρθωσης, θα βάλω μουσική σε χαμηλή ένταση. αυτή τότε θα είναι ορχηστρική, και σχεδόν πάντα τζαζ. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: η πολύχρονη, νεανική αγάπη για το ροκ και την ποπ υποχωρεί ολοένα (μένουν ελάχιστα, πολυαγαπημένα σχήματα όπως οι Smiths, οι This Mortal Coil, οι Go-Betweens, οι Tindersticks ή οι Nits, σε νοσταλγικές μουσικές ρετροσπεκτίβες),  η αγάπη για την soul και την jazz-funk παραμένει σταθερή, όπως σταθερή παραμένει και η αγάπη για την μουσική της Κούβας (το ταξίδι στη χώρα αυτή ήταν καθοριστικό).Αυτή που μεγαλώνει ολοένα είναι η αγάπη για την τζαζ, κλασική και σύγχρονη. Τέλος, διαχρονική αποδεικνύεται η σχέση με τους μεγάλους τραγουδοποιούς : ο Ντύλαν, ο Χάμιλλ, ο Κέιλ, ο Κοστέλο, ο Γουέλλερ,  με κορυφαίο όλων τον Λέοναρντ Κόεν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μεταξύ δεκάδων  αγαπημένων λογοτεχνικών χαρακτήρων, οι πρώτες μου σκέψεις πηγαίνουν στον Βέρθερο, στον παθιασμένο Μάρτιν Ήντεν, στον  τρομαχτικό Μπάρτλεμπυ (I’ d rather not!), στον φυγά / θύμα της Εφεύρεσης  του Μορέλ, στον ερωτευμένο Άχενμπαχ, στον δύσμοιρο μικρό κύριο Φρήντεμαν  και σχεδόν σε όλους τους ήρωες / ηρωίδες του Χένρυ Τζαίημς.

Σας ακολούθησαν ποτέ οι ήρωες των βιβλίων σας;  Μάθατε τα νέα τους;

Ζω ακόμα με τους ήρωες  των Ιστοριών. Μαθαίνω τη γνώμη των αναγνωστών γι’ αυτούς, τους συζητάω, συγκινούμαι, ξαναδιαβάζω τις περιπέτειές τους από το τυπωμένο κείμενο.

Αγαπημένα σας  διηγήματα.

Αυτά των Στήβενσον, Πόε, Τσέχωφ, Τζόυς,  Μάνσφηλντ, Σακί, Λάβκραφτ,  Γιουρσενάρ, Μπόρχες, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνού, Εμπειρίκου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό  περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες  λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Διαβάζω γιατί ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που αγόρασα στην εφηβεία μου – και μάλιστα το πρώτο τεύχος του! Μεγάλωσα με τα εκτενή του αφιερώματα της πρώτης περιόδου. Επίσης Η Λέξη και Το Δέντρο για την συνέπεια και την αισθητική τους, αλλά και, πιο πρόσφατα, η Ποίηση που μου γνώρισε αμέτρητους ποιητές και ποιητικά έργα / δοκίμια, σε πρώτες μεταφράσεις. Θαυμάζω επίσης την αγάπη, το σθένος και την αφοσίωση που κρύβεται πίσω από την μακρόχρονη εκδοτική περιπέτεια του Εντευκτηρίου,  του Πλανόδιου και της Οδού Πανός, ενώ καμαρώνω τους ανθρώπους που οδηγούν την Νέα Εστία προς τα 80στά γενέθλιά της!

Πως βιοπορίζεστε;

Δουλεύω σε ιατρικό τμήμα  φαρμακευτικής εταιρίας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας  ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δυστυχώς τα τελευταία  χρόνια βλέπω όλο και λιγότερο κινηματογράφο. Από τους ενεργούς σκηνοθέτες μεγάλες αδυναμίες παραμένουν ο Λόουτς, ο Γούντυ Αλλεν,  ο Ντ. Λυντς και οι Κόεν. Με το θέατρο τα έχω καταφέρει ακόμα χειρότερα – αλλά δεν είναι εύκολο να συγκρίνεις μία σημερινή θεατρική σκηνή με αυτήν π.χ. του Εμπρός της δεκαετία του 80. Παρακολουθώ ανελλιπώς τη δουλειά του Λευτέρη Βογιατζή.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε  αυτόν τον καιρό;

Διαβάζω την  καινούργια μελέτη του Νίκου Σιγάλα για τον ελληνικό υπερρεαλισμό, τις Αξιοσημείωτες Συναντήσεις του Παναγιώτη Κουσαθανά και το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, ενώ παλεύω να ολοκληρώσω  ένα μυθιστόρημα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο  αποδεικνύεται ένα εξαιρετικά χρήσιμο  εργαλείο πληροφόρησης, γνώσης και δουλειάς, ενώ προσφέρει και κάποιες τελείως νέες δυνατότητες επικοινωνίας.  Την ίδια στιγμή ευνοεί την βιαστική, αποσπασματική, αναποτελεσματική ανάγνωση / περιήγηση, ενώ βρίθει απορριμμάτων.  Η καλή του χρήση εναπόκειται λοιπόν στην παιδεία, τον αυτοέλεγχο και την αντίληψη του χρήστη. Θα χρειαστούν πιστεύω πολλά χρόνια για να εκτιμήσουμε στις πραγματικές του διαστάσεις τον τρόπο που επηρεάζει (αλλάζει) τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι έχω απαντήσει ήδη πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Αν κάποιος σας χάριζε την  αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια  της συγγραφικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Σαν πρόταση, το χάρισμα της αιώνιας νιότης ακούγεται σε πρώτο χρόνο ακαταμάχητη, ανεξαρτήτως αντιτίμου . σε δεύτερη όμως σκέψη, τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Από την άλλη, η αναγνωστική εμπειρία υπήρξε τεράστιο μέρος της δικής μου νιότης, ενώ το (προσωπικό) βίωμα του κόσμου αποκτήθηκε σε μεγάλο βαθμό σαν συνάρτηση και συνέπεια της εμπειρίας αυτής.  Όσο για την συγγραφική ιδιότητα, την τόσο πολύτιμη, χρειάστηκαν τριάντα χρόνια – και όλη μου η νιότη – για να την αποκτήσω.  Νομίζω ότι απάντησα στην ερώτησή σας!

Παρουσίαση των Ιστοριών του Χαλ εδώ. Στις εικόνες: Emily Dickinson, Herman Melville, Emily Bronte, Frantz Kafka, Katherine Mansfield, Yukio Mishima, Jack London, Iris Murdoch, W.G. Sebald, Henry James.

07
Απρ
12

Πάνος Θεοδωρίδης – Ύμνοι εναντίον γυναικών

Γυναικογραφίας το (ηλεκτρονικόν) αναγνωσματάριον

Παράλληλα με την ενάσκηση της ποίησης, ανακάλυψα μια ιδιαίτερη λειτουργία, ενίοτε βασανιστική, που με κρατούσε ανήσυχο και εν εγρηγόρσει. Ήταν αδύνατο να ανεχτώ ήχο, μέλος, μέλισμα, μελωδία, θόρυβο, ακόμη και το κρακ ενός κλαδιού που λύγιζε από το χιόνι […] που δεν είχε επεξηγηματικά λόγια, λεζάντες, λεκτικές επεξηγήσεις, σχόλια, εγγράμματες ψηφίδες. Πάσχιζα να βρω λόγια στα πάντα. Καθώς η βασική ηχητική μου πηγή ήταν το ραδιόφωνο, ακούγοντας ένα τραγούδι που δεν ήξερα τη γλώσσα των στίχων του ή απλώς μου ξέφευγαν και δεν προλάβαινα να τα αντιγράψω, ασκήθηκα να πλάθω δικά μου. Σε κομμάτια ινστρουμένταλ ήταν πιο απλό: στιχουργούσα αμέσως, είτε εκ του προχείρου ή μετά από αλλεπάλληλες προσχώσεις. [Το όγδοο πλοκάμι, σ. 223]

Αφού λοιπόν μετέτρεψε τη βυζαντιακή καθημερινότητα σε άρτια λογοτεχνημένη ζωή στο Θεόπαιδο και την διαμοίρασε σε σπαρταρώδεις ιστορίες στο Τι εφύλαγε αυτός ο χαμαιδράκων;, αφού ιστ-οριακά ιστόρησε το μακεδονικό ηχομυθιστόρημα στον Καπετάν Άγρα και μελλόντησε για όλα όσα μας περιμένουν στις Επετείους, αφού μετέτρεψε την νοσταλγία σε νοσταρχία (νόστου αρχη(γία)) με το Ροκ των Μακεδόνων και την ερωτογραφία σε ερωτογραφή στην Δεξιά Ερωμένη κι αφού στιχούργησε Ποιήματα που θα χαθούν στην ομίχλη, εμπνεύστηκε Στην αγκαλιά της Ντεζιρέ, συνέγραψε Αιγυπτιακή Νουβέλα, συνέταξε Αναφορά στον Άγγελο κι έβαλε λέξεις σε φωτογραφίες και φωτογραφικά βιβλία…

…. ο συγγραφέας εξαφανίστηκε από την εκδοτική λογοδιάρροια των «ομοτέχνων» ουχί όμως από τις πολεμίστρες της αυτοκρατορίας των λέξεων. Τελευταίο του πόστο τα ποστ, ήτοι το αρμένικο αρμένισμα σε τρεχούμενα και στάσιμα νερά με ιστιολογιοφόρο. Από τα εβλογημένα λοιπόν βλογ Πετεφρής, Ηνωμένα Βουστάσια κ.ά., ο ΠΘ, ήτοι ΠειΘήνιος Τέκτων των λέξεων, ΠοΘολόγος Ιατρός της έλλειψής μας για λογοτεχνία – λογοτεχνία, δηλαδή ιστορίες με αριστοτεχνικά σκαλισμένες λέξεις, άρα και τελικά Αρχιτέκτων κάθε Πάλλουσας Θεολογίας … του έρωτος φυσικά, αφού λοιπόν όλα τούτα, συγκεντρώνει τα ποστάλια του σε τομίδιο τσεπωτό.

Και βέβαια ο τίτλος ορίζει τις συντεταγμένες της τρέχουσας ιστορικοτοπογραφικής λογοτεχνίας του: υμνοφόρα κείμενα για τις γυναίκες που όρισαν, καθόρισαν και περιόρισαν την ζωή του, την προχώρησαν και της δώρισαν τα καλύτερα, την ζόρισαν ή την εξόρισαν σε άλλες και άλλα. Στα ολιγοσελίδια πορτρέτα γυναικών περιλαμβάνονται συλλέκτριες αδέσποτων πόθων, όσες τον μάγευσαν εικαστικώς ή πλαισίωσαν οπτικώς τον βίον του, όσες εσήκωσαν την λιβιδώ κι άλλες που εκύτταξε (το γράφω οπωσδήποτε με ύψιλον και δυο ταυ, για νύξη της επιβάθυνσης του βλέμματος) ή επόθησε όπως η έμορφη Σαββατοπρωινιάτικη δεσποσύνη Πατριάρχου Ιωακείμ και Τσιμισκή που με μικρά πηδηματάκια προσπαθούσε να κερδίσει μπουκέτο απείραχτο από την ορόφωση της βλάστησης μιας μπουκαμβίλιας…

κι έτσι μόνον εξηγείται γιατί βρισκόταν χαμογελαστή στην οξεία γωνία, όριο Διαγωνίου, αντί να κάνει στράκες με το δεξί και να της φέρνουν τα μουνούχια σερμπέτια, μαστίχες, καφέδες, ταούκ κιοκτσού, παγωμένο αριάνι πάνω σε σινί και κάτω από κουνουπιέρες, ενώ οι αραπάδες να της κάνουνε αέρα με φτερά στρουθοκαμήλου, πλην ενός πιτσιρικά, που θα τον ξεχώριζε γιατί την έκανε να γελάει και τον είχε να της πλένει τα δοντάκια με τη γλώσσα του, μυρωμένη με πικρό δεντρολίβανο. [Ο Μπουγκενβίγ στην Κόλαση, σ. 71]

Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ επιχειρείται να σημειωθεί «κάτι από την αίσθηση της γυναικείας γυναίκας», ότι εδώ παρελαύνουν γραπτώς και γραφικώς οι έμορφες της αισθητικής του, οι δικές του θέαινες και γλυκομμάτες, οι φοβούσες και οι εκταίες, εκείνες που είναι εσαεί μονοθελήτισσες ενώ θα γεράσουν κόπτισσες κι οπωσδήποτε του σχολείου οι απωθημένες: η επιδειξιομανής Κλωθώ της έκτης δημοτικού, η έφηβη συμμαθήτρια που έγινε κατάξανθη με οξυζενέ στα μαλλιά της και το τι τράβηξε δεν περιγράφεται αλλά καμιά δε χαμογελούσε τόσο ξένοιαστα στην πόλη αλλά κι εκείνη για την οποία μπορούσες να χάσεις ολόκληρη Κυριακή αναζητώντας την στις βόλτες, μέχρι να την δεις να κάθεται με κάποιον χώρια στο λεωφορείο, γνωρίζοντας όμως πως πήγαιναν ραντεβού στη Σαλονίκη, να φάνε πάστα Σεράνο και να ματσαλευτούν στα πρόθυρά του Σέιχ Σου κι έπειτα αυτός να βγάλει το μαντίλι του να απομακρύνει από τα σώματά τους την παράνομη εκτόξευση.

Ο αυτουργός συγγραφέας βέβαια υμνεί τιτθία, νεφράκια και πάκια, μαγεύεται από τα ανομοιόμορφα μάτια και την απαισιόδοξη κρέμαση των χειλών και πενθεί επειδή γεννήθηκε σε έναν κόσμο με στεατοπυγικές γυναίκες κρεατωμένες που είχαν μικρά άκρα, στρουμπουλά, και τώρα ο κόσμος είναι γεμάτος ξυλάγγουρες με πατούσα νούμερο 43. Ενθυμείται αλληλοτρυπώματα σε μασχάλες, θήλεα που κράτησε σκαλωμένα υποκάτω του, που εγλώσσευσε τρυφερά και δόκιμα, έχοντας αποκτήσει πείρα με εκατοντάδες φιλιά από σινεμάδες και πίνακες, που πίεσε το σώμα του χαλκομανία επάνω τους, που βίνησε ή εγεύτηκε την ζέστα του(ς) την γλυκαντική, που έβαζε την ώρα των τρυφερισμάτων να διαβάζουν (λογοτεχνία, λεξικά, γλωσσικούς οδηγούς) συνυπολογίζοντας ως κριτήριο το ενδεχόμενο να δουλέψει το εσωτερικό τους πολυοργασμικό πλέγμα.

Όμως τα δεκάδες κειμενίδια δεν αναλώνονται αποκλειστικά στο βιογυναικομάνι του. Μπορεί μια απλή ενθύμηση να «ξανοίγει» (δηλαδή και να ανοίγει προς τα έξω αλλά και να κοιτάζει, με την κρητική σημασία) στις διαδρομές μιας ολόκληρης ζωής κι ειδικά στα σταυροδρόμια όπου τέμνονται οι παιδοεφηβικές αναμνήσεις με την μνημογραφία – τοπογραφία Γιαννιτσών, Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής:  τα χαρτονάκια των ποδοσφαιριστών και η κυριακάτικη βόλτα, το τελετουργικό μπάνιο της κοινότητας και το υπερποθητό αυτοκινητάκι με το κλειδί του κουρδίσματος στον γκώλο (φερμένο εξ Αμερικής, ανύπαρκτο σε εγχώρια μαγαζιά), το σημάδι με φλόμπερ στα φυλλαράκια της λεύκας και πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ όλα η ιερότητα της παρέας:

Ήμουν οργανωμένος εκ γενετής στην ομάδα των παιδιών που βρισκόταν γύρω μου. Αν ζούσα στο Τσαλή ή στη Σκύδρα, άλλες ομάδες θα υπηρετούσα, το ίδιο αφοσιωμένα. Οι κινήσεις της παρέας και της γειτονιάς είχαν αξιακή βάση που σχετίζονταν με τις δεξιότητες και της ανημπόριες μας. Ακριβώς σε τέτοιες παρέες και συμμορίες ο ίδιος ήταν θεωρητικώς υπεύθυνος για την συμπεριφορά των άλλων όπως κι εκείνοι ήταν αλληλοχρέως υπεύθυνοι για τη δική του. Τα κορίτσια των εχθρών τους ήταν «θεωρητικώς και πανδημικώς μελλοντικές τους ταχυγκόμενες». Αντίθετα, το κορίτσι που αγαπούσε κάποιος από την παρέα γινόταν θεά Μύλιττα κι απαγορευόταν ακόμα και η φαντασίωσις. «Η παρέα ήταν ο διαμορφωτής μας»

Πέρα από την πλουσιοτάτη ιστοριογραφία, εδώ ευδοκιμεί και απολαυστική λεξοπλοκή, καθότι ο συγγραφέας έχει «το ετυμολογείον πάντα φρέσκο» και την νοηματική σύνθεση συλλαβών παλιά του τέχνη κόσκινο. Αλλά κι ένα τρίτο στοιχείο πρωτοτυπεί και πρωτοτυπώνει και πρωτοτρυπώνει στους Ύμνους: μιλάμε για κατεξοχήν ηλεκτρονικό λογοτεχνείο. Συγκεντρώνω τις διάσπαρτες παραδοχές του [κυρίως στα: Με το HTML στον κήπο και Ονειροπνίχτης]: γράφει κατευθείαν στο κουτί της ανάρτησης, κινδυνεύοντας βέβαια ανά πάσα στιγμή κάτι να κολλήσει ή να κρασάρει. Δεν υπάρχει κανένα κείμενο σε αρχείο, σε word, πουθενά. Το δάχτυλο άρα και το χέρι του έχει πιο στενή σχέση με την οθόνη παρά με το μυαλό του. // Το άσπρο χαρτί, α, ήταν ολότελα διαφορετικό. Ήταν φρένο στα πάντα. Στην έμπνευση, στην ακεφιά, στο θάνατο. Ήταν καθρέφτης… Κάποιες φορές τα κείμενα αφήνονται χωρίς κατακλείδα, ορφανά – ανοιχτά σε σχολιασμό: «αυτό για τους άμαθους σημαίνει ότι» κρατάει «τα καλύτερα επιχειρήματα εκτός βασικού κειμένου, “για την κουβέντα”».

Ας περιοριστούμε σε τρία ενδεικτικά κομψοτεχνήματα. Στην ωραία Πορτουγκέζ μια παρέα Βαλκανίων που συνεδριάζεται προσεγγίζεται με τους κώδικες της χερσονήσου (και βεβαίως με τα γιόβανε) και εμπλουτίζεται από ιδιότυπη Πορτουγκέζα που δεν έψαχνε σώνει και ντε ένα στίχο πίσω από καθετί που έβλεπε και που κυρίως ήταν η Ενοδία, η Λόλα Μόντεζ, η τρελή του Σαγιό, η Λολίτα και μαζί η Ούμα Θέρμαν. H πρόσκληση του συγγραφέα προς την κουστωδία των συμβαλκανίων για επέκταση της συναστρίας με νυχτερινή εξόρμηση καταλήγει τραγέλαφος: όχι τόσο επειδή καταφτάνουν ντυμένοι πια ωσάν γαμπροί (άρα σαφώς λιγότερο καλοντυμένοι) όσο εξαιτίας άγαρμπου και αθέλητου χειρονομίας που αφήνει τέζα την κυρία. Τόσο πικρό, τόσο σπαρταριστό.

Η μόνη της ζωής μου παρουσία της Ρίτα Κούλιτζ αποτελεί έτερο υπόδειγμα παθητηρίου κείμενου. Εδώ προς αναζήτηση φιλικού – μας τονίζεται – γεύματος με θήλεια ύπαρξη σε εγγλέζικες πολιτείες, εντοπίζεται ξανθούλα γειτόνισσα, με κοινό παρελθόν την ανταλλαγή ακεφιών στο ποτοπωλείο και το πλυντήριο. Στο αμήχανον γεύμα [=Μια φίλη μου μού έλεγε πως είσαι Πολωνός, αλλά ένας Πολωνός δε λέει κάθε τρεις και μία no problem] η νεαρά εκδηλώνει την αδυναμία της Ρίτα Κούλιτζ που ο συνδαιτημόνας της βέβαια, όπως όλοι μας, την γνωρίζει ως μακροσάγονη ηγερία του εκλεκτού μας Κρις Κριστόφερσον. Αλλά πάντα υπάρχει αυτό που ονομάζω εκ των υστέρων ωφέλεια: Μετά, μόνος μου, είδα το βλέμμα της σερβιτόρας και είχε λειρί, πρόκληση και γελάκι. Τη ρώτησα πότε σχολάει, μου είπε ότι έχει φίλο, της έσωσα συγχαρητήρια και της είπα ότι ένας παρ’ όλιγον Πολωνός περαστικός, που ξέρει τη Ρίτα Κούλιτζ  δεν μπορεί μεν να συγκριθεί με έναν Γιορκσίαρτζη καραμπουζουκλή, αλλά δεν αφήνει και ίχνη. Δεν ήταν σαφώς φίλη μου, αλλά με έβαλε να της τάξω ότι δεν θα της άφηνα κανένα σημάδι, πράγμα που τήρησα με ευλάβεια. [σ. 153]

Από την σχετική τοπογράφηση βέβαια δεν θα μπορούσε να λείπει κι ένας κατάλογος των δωματίων όπου έζησε, σε μια εποχή που τα ραντεβού ακριβώς ήταν επισκέψεις στο δωμάτιο κι όχι οι απόμεροι ακάλυπτοι, συνεπώς το πρώτο μέλημα, το βγάλσιμο του παλτού έστω και στο αθέρμαστο δωμάτιο αποτελούσε αποκαλυπτήριο ενδότερων εικαστικών· ένα παλτό βέβαια που δεν αφηνόταν ποτέ στο ντιβάνι που έμενε διαθέσιμο για μελλοντική λειτουργία ως ευνή. Αλλιώς, υπαίθριες παγωνιές. Είτε εδώ είτε εκεί, η τελετή περιελάμβανε μούχτι, μουντάρισμα σε γυμνά μέλη, έναν αδιάσπαστο ειρμό περιπεπλεγμένων χεριών και άχνες θερμής ανάσας.

Ο Βιγόν στο φράχτη Αλλατίνη εμπνέεται από το σοβαντισμένο ημιτοίχιο του φράχτη όπου το μελλοντικό ζεύγος ατένισε την επερχόμενη ένωση. Η βραδιά που αρχικώς εξελίχθηκε σε τραγέλαφο (με μαζικές τράκες για είσοδο στο κλαμπ και διακοπείσα ημιδιαδρομή ταξί λόγω περιορισμένου μπάτζετ) καταλήγει στην θριαμβική σκέψη του αφηγητή πως αποτελούν πλέον «μέρος του φρι σίνεμα». Πολύ όμορφα όλα για να είναι αληθινά: η χαμογελαστή και δήθεν υπεράνω κορασίδα δεν επανήλθε ποτές. Μια άλλη σειρά αδιανόητων εξωερωτικών ιστοριών εστιάζει σε στοιχεία, όπως τα επιζωγραφισμένα από τη μάνα του παπούτσια σε περίοπτη φωτογραφία του ώστε να είναι του γούστου της (! – Στιχουργώντας στην άκρη του μοιραίου καιρού), ένα καρφωμένο για ώρα τζάμι στην πλάτη του κατά την διάρκεια πολιορκητικού χορού (ΑΦΞ), τα μπλου τζην σε εύστοχη αποκαθήλωση (Bull jean).

Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε καυλότητες και κρεβατικά, βατέματα έναντι φιλοξενίας και ιψενικές υστερίες, υποσχετικά χαμόγελα και ιδανικά της κινκωσύνης, θεωρητικές «κοινοκτημοσύνες γυναικείου σώματος και πνεύματος», την προτίμηση της Κόλμη, της Χαθήκαμε και της Φακμί Νάου από την Σιζκόν, την Ζιγοζγκόν και την εξάδελφή τους την Ντονγκώ, την αναζήτηση παλιάς εράστριας στο γκούγκλισμα (στον Αόμματο, ένα ακόμα κομψογράφημα),  ο συγγραφέας ως «νοσηρός καταγραφέας του βίου του» φτιάχνει λαμπρώς καμωμένες σελίδες που επιθυμεί να τις αντιμετωπίζουμε μόνο ως αποικία λέξεων. Άλλωστε, αρχίζεις και τα κάνεις λογοτεχνία όταν απελπίζεσαι πως αυτά που σκέφτηκες δε θα γίνουν. Άλλωστε παρά και την ύστατη εντρύφηση στο σκάκι «ακόμα κι όταν παίζει με τον εαυτό του χάνει συστηματικά». Άλλωστε «ο έρωτας πολύ σπάνια είναι φιλάνθρωπος». Το μόνο που μένει είναι «η πλουσιοπάροχη φαντασία που μπροστά της δεν μετρά καμιά πραγματική εμπειρία».

Άφησα την παιδικότητα και μαζί με άφησε κι εκείνη και προχώρησα με τις διαθέσιμες ορμόνες μου σε έναν κόσμο που με καλούσαν να υπάρξω και να προσποιηθώ. Στην ουσία, το μόνο που ήθελα ήταν να παραμείνω μέσα στο παραγκάκι του ακάλυπτου πίσω από το σπίτι του Μπίλη και να το κάνω περίπτερο, να πουλάω μπαζούκες σαν τον Τσαμπάζη ή να βρω μια μελλοντική χήρα, όπως τη χήρα την περιπτερού πίσω από του Αχτσόγλου και να πουλάω καραγκιόζηδες στην πιτσιρικαρία και τσιγάρα από την κούτα στα αλάνια. Κι όταν θα γινόμουνα πολύ μεγάλης ηλικίας, δηλαδή κάπου σαράντα, να αποθάνω. Χωρίς έτερο ίχνος και ερώτηση…[Το γενικό τρακάρισμα, σ. 93-94]

Εκδ. Ιανός, 2011 [Δεκέμβριος όμως -  άρα να υπολογιστεί παρακαλώ για την καλλίστων του 2012 λίστα], σελ. 315.  Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr με υπότιτλον “Ηλεκτρονική συνταγογράφηση δεκάδων ευαγγελίων που ευαγγελίζονται των αρρένων τις χαρές και τις λύπες”.

Ερωτήσεις στον Υμνητή εναντίον Γυναικών

Κείμενα απευθείας λοιπόν από ευθείες αναρτήσεις. Αυτό σημαίνει πως όσο αναρτάτε, – και αναρτάτε συχνά και καταιγιστικά – θα έχουμε και εκδοθείσα λογοτεχνία;

Η ανάρτηση είναι ένα βολικό φίλτρο. Το κείμενο δεν σταλίζει στο συρτάρι, αλλά παραμένει συνεχώς εκτεθειμένο. Προσωπικά με έσωσε από την πτωχαλαζονεία.

Με τις θήλειες χαρακτερέσσες λοιπόν τελειώσατε; Μας τις λογοτεχνήσατε όλες;

Όχι. Τις πιο δραματικές τις φυλάγω για τον «Παράδεισο», ένα κείμενο που θα με απασχολήσει προσεχώς. Από κάποιο γραφειάκι της Κόλασης, εννοείται…

Αν δεχτούμε πως εκχειλίζετε πλέον όλα τα αξιοδιάβαστα (για εμάς) ή αξιόγραπτα (έστω προς δική σας εύφρανση) του βίου σας, δικαιούμαστε, φρονώ, να ζητήσουμε και πλήρες δελτίο γραπτών συμβάντων σε ανασκαφές, αναστηλώσεις, ιστορικές έρευνες και εν γένει ενός οριστικού τοπογραφικού του βίου σας. Τέτοιες έρευνες είναι πάντα αξιοδιήγητες αλλά οι εμπλεκόμενοι δεν τις λογοτεχνούν ποτέ.

Μόνον μια αντίστιξη αυτού του τοπογραφικού με προτάσεις ή παραγράφους που λανθάνουν στα «λογοτεχνικά» μου κείμενα θα έδινε λύση σε πολλών απορίες. Το δελτίο που αναζητάτε, είναι πιθανό να λανθάνει σε κάποιο από τα χιλιάδες δημοσιευμένα γραπτά μου. Εκεί, στην πυκνή δημοσίευση, ο συγγραφέας είναι ασφαλής. Υπάρχει και η λύση της ολιγογραφίας βέβαια, αλλά χρειάζεται πολλήν την φιλοδοξίαν. Η δική μου προέλευση είναι από ένα θεωρητικά σιδερόφραχτο άσυλο. Δεν έχω αυτοεκτίμηση και καταθλίβομαι συχνά. Γι’ αυτό είμαι σαρκαστικός και χιουμορίστας. Γιά την τελευταία σας πρόταση, έχω ένσταση, καθώς έχω «λογοτεχνήσει» ακόμη και τον τηλεφωνικό κατάλογο.

Κατόπιν θα έχουμε το θάρρος να αιτήσουμε να συνθέσετε ένα μεγάλο βυζαντινό μυθιστόρημα, όπως δηλαδή που επιτέλους όπως δηλαδή συνέβη σε μικρή κλίμακα με το Θεόπαιδο και ο Χαμαιδράκοντα χωρίς το μονοκόμματο, δύσκαμπτο, δακρύβρεχτο και εθνοσωτήριο στιλ των τυπικών σύγχρονων «μυθιστορημάτων Βυζαντίου».

Αυτό το μυθιστόρημα στήνεται από το 2003 και είναι η «Εσπανιόλα».

Σε Πανδοχείο όπου διανυκτερεύσατε μας τάξατε καμιά εκατοστή ποστ για το πώς, πότε, γιατί και με ποία τιμήματα και επιβραβεύματα γράφτηκαν τα βιβλία σας. Έκτοτε αναρτήματα γράφτηκαν πολλά όχι όμως για το θέμα. Μας κοροϊδεύετε;

Εσείς με κοροϊδεύετε και δεν σας αδικώ. Έχω την εντύπωση πως δεν έχω γράψει έως σήμερα απολύτως κανένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Απεναντίας, το χω παρακάνει με τα αυτοαναφορικά. Μη μου αγχώνεστε, προλαβαίνω. Έτσι που το έχω σχεδιάσει, θα γράφω και πεθαμένος.

Στa ιστολόγιά σας ασκείται, κατά την απόλυτα πανδοχειακή μας άποψη, η ηλεκτρονική λογοτεχνία ως οφείλει να ασκείται: με πληθώρα εικόνων, φωτογραφικών, προσωπικών τεκμηρίων και άλλων εικονιδίων. Προσθέτετε δε και άλλα «συνοδευτικά», από διαδικτυακά αλιεύματα έως επί τούτου τραβηγμένες φωτογραφίες. Σας διασκεδάζει το είδος; Σκεφτήκατε ποτέ την χαρτοποιημένη συνδυαστική λόγου και εικόνας έκδοση;

Όχι, δεν με διασκεδάζει. Με ηρεμεί. Θεωρώ αυτήν την αναφορική σχέση, πηγή κάθε στοχασμού. Δεν έχω όμως καιρό. Μου χρειάζονται συνεργάτες, σύμμαχοι, ομού στην τρέλα. Κάθε μέρα «χάνω» μερικά διηγήματα και κάθε μήνα, τουλάχιστον ένα μυθιστόρημα. Εάν είχα γραμματέα, θα έχανα λιγότερα. Ξέρετε πως γράφω με δυό δάχτυλα και έφτασα σε ημερήσιες 68 σελίδες; Άφησα τον εαυτό μου να ξεχειλίσει και έσπασαν τα υδραυλικά. Τρέχω πίσω από τις λέξεις μου. Αλλά θα χρειαζόμουνα μιάς μορφής υπαγόρευση, προκειμένου να δώσω τυποτεχνικές αρτιότητες.

Η τακτή ηλεκτρονική γραφή σας παρέχει την δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας, επαφής με αντιδράσεις των αναγνωστών σας και τις παρελκόμενες ανατροφοδοτήσεις;  Σας αφαιρεί την πολύχρονη ταλαιπωρία πάνω από τη λευκή σελίδα; Εν τέλει τι κερδίζετε και τι χάνετε;

Ποια λευκή σελίδα; Μόλις ανταμώσω μια, ευθύς την συμπληρώνω. Χάνω πολλά. Την έκπληξη, την τυχαιότητα, την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Κερδίζω τον ύπνο μου. Αυτοί που με σιχαίνονται στο διαδίκτυο είναι καλύτεροί μου.

Και μια «εσωτερική» ερώτηση κοινής διαστροφής που μπορεί να παραμείνει προσωπική και μη δημοσιεύσιμη: Ποιος είναι ο αγαπημένος σας «γνωστός» βυζαντινός ναός; Άγνωστος; Τείχος; Τοιχογραφία; Αρχαιολογική τοποθεσία;

Δημοσιεύστε την. Γνωστός ναός: Το Κιλισέ τζαμί στην Πόλη. Ο άγνωστος: ο ναός στο Καστρί του Στρυμόνα, 13ος, με πτυχωτό τυφλό τρούλλο στον νάρθηκα, τριγυρισμένος από μια βασιλική του 19ου αιώνα. Όλα τα τείχη, κάθε εποχής. Ορφάνι, Μαυρούδα, κάτι ίχνη χαλκιδικών πόλεων, η κορυφή στο Χωρύγι (Κιρέτς). Δεν συμπαθώ τις τοιχογραφίες, αλλά τα εικονογραφημένα χειρόγραφα. Αρχαιολογικός τόπος: όποιος δεν έχει δεχτεί τις θωπείες του ΕΣΠΑ…

Εικόνες: Α. Από τα ιστολόγια του συγγραφέα: έκτυπη σε τσιγαρόκουτο προσωπογραφία του συγγραφέα, ο ίδιος (1970) σε Αγία Μαρίνα Ρεντίνας (1868/9), πριν το κάστρο, μετά βαρείας Ζενίτ 6, μορφή γλυκιάς ροκ εντ ρολλ εκδίκησης, βουστάσιο σήμα κατατεθέν του ημιφερώνυμου ιστολογίου, τo «χειρόγραφο» από το Ηχομυθιστόρημα του καπετάν Άγρα, τυπωμένο σε εκτυπωτή ακίδας με τους τόνους περασμένους από πάνω (κείμενο του 1987, αντίγραφο του 1993) και σκαρίφημα της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες εδώ.

Β. Επιλογές του Πανδοχέως, και πάντα σε άμεση συνάρτηση με τα γραφέντα και διαβασθέντα: γυμνό του Αλαίν Ντεραίν (που ο συγγραφέας είδε στην Αρετού, εξ ου και φερώνυμο κείμενο), ξυπόλυτη, παπουτσωμένη και γυμνωμένη αναγνώστρια των Ύμνων, Ewa Aulin στο Candy του Christian Marquand (1968) που κυκλοφορούσε ως ξεκούδουνη απορούσα κυνηγός ηδονών, που τις εκλάμβανε ως πνευματικές αξίες, Ρίτα Κούλιτζ, 4 αντικριστοί του Λουστάλ και μια του φρι σίνεμα: η ανάσανη Τζην.

29
Μαρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 86. Μαρία Ξυλούρη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μακρύς o κατάλογος: Πολ Όστερ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Πέρσιβαλ Έβερετ, Λίντια Ντέιβις, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν (ειδικά της πρώτης, πιο μακάβριας περιόδου του). Δίνω μάχη με τον Τόμας Πίντσον (προφανώς, κερδίζει ο Πίντσον). Ακόμα: Αλεχάντρο Σάμπρα, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Νικόλ Κράους.

Από Έλληνες, Αντρέας Φραγκιάς, Στρατής Τσίρκας, Ζυράννα Ζατέλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Λένος Χρηστίδης· και Σώτη Τριανταφύλλου, επειδή πέρασα την εφηβεία μου με τα βιβλία της.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μακρύς κατάλογος #2: Η Ιερή Πείνα του Άνσγουορθ· Η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Όστερ (όπως και αρκετά ακόμα από τα βιβλία του Όστερ)· 2666 του Μπολάνιο· Infinite Jest του Γουάλας· Ωκεανός του Μπαρίκο· Περί τυφλότητας του Σαραμάγκου· Το κουρδιστό πουλί του Μουρακάμι· Ο Άτλας του ουρανού του Μίτσελ· Us του Κίμπολ· Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά του Φόερ· Όταν όλα καταρρέουν της Κράους.

Από ελληνικά βιβλία: Η χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· Το Πλήθος του Φραγκιά· Το διπλό βιβλίο του Χατζή· Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζατέλη· Ο άγιος της μοναξιάς της Καρυστιάνη· Οι τέσσερις τοίχοι του Χατζηγιαννίδη· Η Ανάκριση του Μαγκλίνη· το μόνιμο αντικαταθλιπτικό μου, το Λοστρέ του Χρηστίδη· Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης της Τριανταφύλλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πολλά από τα διηγήματα του Τσίρκα, του Κάρβερ και του Γουάλας. Σχεδόν όλα τα διηγήματα της Λίντια Ντέιβις, αλλά ιδίως τα πιο σύντομα – όπως, για παράδειγμα, το “Collaboration With Fly” από τη συλλογή Varieties of Disturbance:

I put that word on the page,

but he added the apostrophe.

Το Orientation του Ντανιέλ Ορόζκο. Περσινή Αρραβωνιαστικιά και Μανιώδης του καπνού της Ζατέλη. Και ζήλεψα πολλά από τα διηγήματα της συλλογής How They Were Found του Ματ Μπελ που διάβασα πρόσφατα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο Πώς τελειώνει ο κόσμος υπάρχουν αρκετά πρόσωπα που οι αναγνώστες θα θυμούνται από το Rewind· τα δύο βιβλία επικοινωνούν, αν και δεν είναι συνέχεια το ένα του άλλου. Απλώς η διαδικασία ήταν κάπως ανάποδη – το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι βιβλίο που το γράφω και το ξαναγράφω πολύ πριν γεννηθεί το Rewind, οπότε δεν μπήκαν οι ήρωες του Rewind στο Πώς τελειώνει ο κόσμος, αλλά το αντίστροφο. Το είχαν συνηθίσει, εξάλλου, να εμφανίζονται σε ό,τι κι αν έγραφα με το έτσι θέλω. Ελπίζω τώρα, που με την έκδοση του Πώς τελειώνει ο κόσμος η ιστορία τους οριστικοποιήθηκε (όσο μπορεί, τέλος πάντων, να οριστικοποιηθεί μια ιστορία), να μην ξανασυναντηθούμε.

(Ξέρω, βέβαια, πως όλα αυτά είναι παραμύθια: πλάσματα του μυαλού μου είναι, εγώ τους ελέγχω· άρα δεν μ’ ακολουθούν αυτοί, εγώ τους ακολουθώ μέχρι να ξεμπερδέψω μαζί τους. Μα αν δεν μπω στη διαδικασία να ξεγελαστώ ότι μόνοι τους τα σκέφτονται και μόνοι τους τα κάνουν, θα πρέπει να τους ελέγχω συνειδητά, και φοβάμαι ότι θα μοιάζουν με μηχανάκια.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Φλώρα από τη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· ο Φάνσοου από το Κλειδωμένο δωμάτιο και ο Έκτορ Μαν από το Βιβλίο των ψευδαισθήσεων του Όστερ· ο Αρτσιμπόλντι από το 2666 του Μπολάνιο· η Madame Psychosis από το Infinite Jest του Γουάλας· το ζευγάρι Ρότζερ και Τζέσικα από το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πίντσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχει συμβεί να γράψω στις αεροπορικές θέσεις στα καράβια από και προς την Κρήτη, ώρες που οι συνεπιβάτες κοιμούνταν του καλού καιρού· με τα χρόνια, όμως, ανέπτυξα μια δυσανεξία, τόσο στις αεροπορικές θέσεις, όσο και στο γράψιμο σε δημόσιους χώρους. Προτιμώ την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις, δοκιμές για διηγήματα, παρατηρήσεις για χαρακτήρες που δεν έχουν ακόμα όνομα ή βιβλίο, περιστατικά από τη ζωή τους. Οργανώνω τις ιστορίες μου ή σκηνές από τις ιστορίες μου στα μέσα μεταφοράς, παρατηρώντας τους συνεπιβάτες μου κι ακούγοντας μουσική. Καθετί που ακούω, βλέπω, σκέφτομαι ή διαβάζω μπορεί να είναι υλικό για βιβλίο, ακόμα κι αν δεν το αναγνωρίζω ως τέτοιο στην ώρα του.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η πρώτη γραφή γίνεται πάντα με χαρτί και στιλό – δυσκολεύομαι πολύ μπροστά στην οθόνη. Ξεκινάω τη δακτυλογράφηση μονάχα όταν το βιβλίο είναι –κατά το μεγαλύτερο μέρος του, τουλάχιστον– ολοκληρωμένο στο χειρόγραφο· μόνο μικρές παράγραφοι και φράσεις του Rewind και του Πώς τελειώνει ο κόσμος γράφτηκαν απευθείας στον υπολογιστή. Αλλά και μετά τη δακτυλογράφηση, πάλι στο χαρτί και το στιλό επιστρέφω – τυπώνω, περνάω τις διορθώσεις στο τυπωμένο, μετά τις περνάω και στο ηλεκτρονικό αρχείο, ξανατυπώνω, ξαναδιορθώνω. Στην κόλαση θα θέλω να τυπώσω και δεν θα έχω χαρτί.

Δεν επιδιώκω να δημιουργήσω μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα για να γράψω. Απλώς, αποφεύγω συστηματικά το γραφείο – είναι πιθανότερο να με βρεις να γράφω και να δακτυλογραφώ στο τραπέζι της κουζίνας ή στον καναπέ. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω ότι έχω άλλες παραξενιές – για παράδειγμα, το ότι γράφω κυρίως βραδινές ώρες έχει να κάνει με τις απαιτήσεις του οκταώρου κι όχι με δική μου προτίμηση.

Μουσική άλλοτε ακούω όταν γράφω (συχνά το ίδιο τραγούδι, ξανά και ξανά), άλλοτε όχι – τα τελευταία χρόνια, συχνότερα όχι. Αλλά είναι σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας, αφού πολλές σκηνές ή κι ολόκληρα κεφάλαια οργανώνονται στο μυαλό μου με σάουντρακ συγκεκριμένα τραγούδια. Αρκετές από τις μουσικές αναφορές του Rewind, για παράδειγμα, είναι τραγούδια που μου χρησίμευσαν στο στήσιμο κεφαλαίων του βιβλίου. Αντίστοιχα δούλεψα και στο Πώς τελειώνει ο κόσμος. Εκτός από τα τραγούδια που αναφέρονται στο βιβλίο, το σάουντρακ περιλαμβάνει το Suicide Dream 2 από How to Dress Well, και το Tonight We Fly των Divine Comedy στην εκδοχή του Νιλ Χάνον με τον Ντιουκ Σπέσιαλ.

Στο mp3 player μου αυτό τον καιρό υπάρχουν Tindersticks, Walkabouts, Wu Lyf, Tarnation, Weeknd, Μαρκ Λάνεγκαν, ΠιΤζέι Χάρβεϊ, Τόρι Έιμος και Τομ Γουέιτς, Νικ Κέιβ και Μπρους Σπρίνγκστιν.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του πρώτου σας βιβλίου (Rewind);

Ευχαρίστως, αλλά την ξενάγηση θα σας την κάνει ο Πέτρος· αυτόν ν’ ακολουθήσετε. Παρά τις φήμες που τον θέλουν πολλά κιλά μαλάκα, είναι, νομίζω, καλό παιδί.

Ναι, το στόμα της κοπέλας δίπλα του είναι ραμμένο. Αυτός της το έραψε, γιατί δεν άντεχε να την ακούει.

Σε λίγο θ’ ανέβει στο μηχανάκι του για να πάει στο πατρικό του, όπου ο πατέρας του ζει με μια γυναίκα που είναι νεκρή και ζωντανή ταυτόχρονα.

Ακολουθήστε τον, δεν κινδυνεύετε.

Νομίζω, δηλαδή.

Θα μας ανοίξετε και τα παράθυρα του δεύτερου βιβλίου σας που μόλις κυκλοφόρησε;

Το καλοκαίρι του 2000 εξαφανίζεται μια έφηβη, η Άννα· το φθινόπωρο του 2007 αυτοκτονεί ο αδελφός της, ο Δημήτρης. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι ένα περίγραμμα αυτών των δύο απουσιών· με κέντρο την εξαφάνιση της Άννας και τον θάνατο του Δημήτρη ξετυλίγεται μια σπείρα από ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι βρέθηκαν στη σκιά που άφησαν τα δύο αδέλφια φεύγοντας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα μια ανάγνωση του Infinite Jest, έναν γάτο ονόματι Χαρούκι, μια κοπέλα που τη φωνάζουν Κατσαρίδα, ταξίδια με πλοίο και ταξίδια με τρένο, λυπημένους επιβάτες λεωφορείων και τρόλεϊ, γυναίκες που ερωτεύονται κτίρια, έναν γέρο που τον επισκέπτεται η μακαρίτισσα η γυναίκα του στον ύπνο του για να του ανακοινώσει ποιος είναι για θάνατο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως κειμενογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ομολογώ ότι πλην του Διαβάζω δεν παρακολουθώ με συνέπεια κάποιο άλλο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό (αυτό να καταγραφεί σαν δική μου αδυναμία, κι όχι σαν αδυναμία των περιοδικών). Παρακολουθώ κυρίως σάιτ και μπλογκ που ασχολούνται με την αμερικάνικη λογοτεχνία (The Millions, Biblioklept, Moby Lives κ.ά.).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μάλλον τον Αντρέα Φραγκιά.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Κινηματογράφο όχι τόσο όσο παλιότερα· θέατρο σχεδόν καθόλου. Η Κόκκινη ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι είναι από τις αγαπημένες μου – ίσως επειδή την είδα ακριβώς τον καιρό που έπρεπε. Άλλη αγαπημένη μου είναι το Hedwig and the Angry Inch του Τζον Κάμερον Μίτσελ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Στη δική μου περίπτωση η ποίηση ήταν μια εφηβική αρρώστια που παρατράβηξε· στα 22-23 μου αναγκάστηκα να το παραδεχτώ και την εγκατέλειψα. Προφανώς η ποίηση δεν έχασε απολύτως τίποτα. (Όπως δεν θα έχανε κι η πεζογραφία αν σταματούσα να γράφω· απλώς την απώλειά της δεν θα την άντεχα εγώ.)

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα το Rien ne va plus της Μαργαρίτας Καραπάνου, και το Fire Season του Φίλιπ Κόνορς.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια και με άφησαν ήσυχη οι προηγούμενοι ήρωες, μπαινοβγαίνω στα σπίτια νέων και καταγράφω τα χούγια τους (με το φόβο μην κι επιστρέψει κάνας Ορέστης να μου ζητήσει τα ρέστα). Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις κι αφετηρίες ιστοριών και περιμένω να δω ποιος απ’ όλους θα με πείσει ότι η δική του ιστορία είναι πιο επείγουσα για ν’ αφοσιωθώ σ’ αυτήν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο, διαδρομή, βιβλίο, λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα στο μετρό το Last Days του Μπράιαν Έβενσον. Ο ήρωας του βιβλίου έχει πρόσφατα χάσει το χέρι του και βρίσκεται παγιδευμένος σε μια αίρεση. Για να φύγει από εκεί ζωντανός, πρέπει να διαλευκάνει έναν φόνο. Στην αίρεση όλοι είναι μανιακοί του ακρωτηριασμού· όσο περισσότερους ακρωτηριασμούς έχει κάποιος, τόσο πιο ψηλά βρίσκεται στην ιεραρχία. Μια και του λείπει μόνο ένα χέρι, ο ήρωας δεν μπορεί να μιλήσει με πιο υψηλόβαθμα στελέχη και δεν έχει πρόσβαση σε σημαντικές πληροφορίες που θα τον βοηθούσαν να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Είναι προφανές ότι έχει μόνο μια επιλογή, αν θέλει να βγει από κει μέσα: να αρχίσει να αυτοακρωτηριάζεται ώστε να ανέβει στην ιεραρχία και να συνεχίσει την έρευνα.

Διαβάζω, λοιπόν, την περιγραφή μιας συνάντησης των μελών της αίρεσης· κάθε μέλος είναι ένας κατάλογος ελλείψεων: δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο χεριού, αριστερό χέρι, μάτι. Όταν τους λείπει μάτι δεν βάζουν γυάλινο, απλώς το βλέφαρό τους είναι μόνιμα κλειστό. Ο συρμός σταματά στο Σύνταγμα κι επιβιβάζεται μια κοπέλα παραπατώντας. Έτσι όπως είμαι βουτηγμένη στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, σκέφτομαι ότι παραπατά επειδή της λείπουν δάχτυλα του ποδιού και δεν μπορεί να ισορροπήσει καλά. Έρχεται και στέκεται δίπλα μου, με στριμώχνει κιόλας με την τσάντα της σα να μην μπορεί να υπολογίσει την απόσταση από μένα (ο συρμός είναι σχεδόν άδειος, δεν είναι ότι δεν έχει χώρο να σταθεί). Κάνω λίγο στην άκρη και συνεχίζω το διάβασμα, αριστερό πόδι, δεξί πόδι, αριστερό χέρι, δάχτυλο χεριού, δάχτυλο χεριού, μισή γλώσσα, αφτί, μάτι, και εκείνη γυρνά και με ρωτάει αν πάει καλά για Ευαγγελισμό και βλέπω ότι το ένα βλέφαρό της είναι κλειστό.

Δεν έχω τολμήσει να ξαναγγίξω το βιβλίο από τότε.

(Για την ιστορία, δεν πήγαινε καλά για Ευαγγελισμό – ήμασταν στο συρμό για Άγιο Δημήτριο. Προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε με έναν κύριο ότι έπρεπε να κατέβει Ακρόπολη, να γυρίσει στο Σύνταγμα και από εκεί να πάρει τη μπλε γραμμή. Δεν καταλάβαινε. Εντέλει την πείσαμε να βγει στην Ακρόπολη. Κατέβηκε παραπατώντας πάλι, σχεδόν έπεσε πάνω σε ένα ζευγάρι. Ακόμα αναρωτιέμαι τι της συνέβαινε.)

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί βάφτισα μια ηρωίδα του καινούργιου βιβλίου Κατσαρίδα και πώς είναι το πραγματικό της όνομα. Μόνο και μόνο για να έχω τη διεστραμμένη χαρά να μην απαντήσω, όπως αρνούμαι συστηματικά ν’ απαντήσω τι περιέχουν τα κουτιά που μεταφέρει ο Πέτρος του Rewind.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αναγνωστικά μου είναι, πλέον, απαραίτητο, αφού μέσω διαδικτύου ενημερώνομαι για βιβλία και συγγραφείς και συζητάω με άλλους αναγνώστες. Συγγραφικά σου προσφέρει εξαιρετικά εργαλεία, τόσο για να εμπλουτίσεις τη δουλειά σου (είναι, για παράδειγμα, πολύ πιο εύκολο να κάνεις έρευνα πια), όσο και για να την παρουσιάσεις και να «συναντηθείς» με το κοινό. Το κλειδί, βέβαια, είναι ακριβώς η δουλειά σου: τα βιβλία είναι πάντα σημαντικότερα για έναν συγγραφέα από τη διαδικτυακή του παρουσία.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ να συζητήσω την πρόταση, καθώς δεσμεύομαι ήδη από αποκλειστικό συμβόλαιο με το διάβολο: του πούλησα την ψυχή μου σε αντάλλαγμα ενός magnum opus. (Μάλλον κορόιδο πιάστηκα, αλλά ας ζήσω λίγο ακόμα με τις ψευδαισθήσεις μου.)

Στις εικόνες: Πολ Όστερ, Αλεχάντρο Σάμπρα, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Νικόλ Κράους, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν, οι 2 αγαπημένες ταινίες, Ζοζέ Σαραμάγκου.

Προσφορά της συγγραφέως: εικαστικό του Narita (UbahnCode) για το Πώς τελειώνει ο κόσμος, βασισμένο σε φωτογραφίες του TheSkyEtc, φωτογραφία του TheSkyEtc για το Πώς τελειώνει ο κόσμος και προσωπική της φωτογραφία από τον Παναγιώτη Γαβριήλογλου.

26
Μαρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 85. Λίνα Φυτιλή

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο σας βιβλίων;

Οι νύχτες της άχρωμης  κιμωλίας, Καστανιώτης. Ένα ταξίδι σε άγνωστο προορισμό, κατά τη διάρκεια του οποίου οι επιβάτες ξεδιπλώνουν τις ιστορίες  τους, ένα υπαρξιακό ταξίδι πρωτίστως με απροσδόκητο τέλος. Τώρα είναι αργά, Απόπειρα. Όταν η νοσταλγία είναι τόσο δυνατή, που οι ήρωες ζούνε εγκλωβισμένοι στο παρελθόν τους, αναζητούν μια ευκαιρία για να ξεφύγουν. Ίσως μέσα στην ευδαιμονία του καλοκαιριού βρουν αυτή την ευκαιρία…

Αγαπημένοι σας παλιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πάρα πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς: Τόμας Μαν, Χειμωνάς, Ντοστογιέφσκι, Ταμπούκι, Κούτσι, Τζόις, Προυστ, Χάισμιθ, Καλβίνο, Άτγουντ, Έιμις, Μπαρνς, Γουλφ, Έρση Σωτηροπούλου, Τζόις, Κάφκα, Ίαν Μακ Γιούαν…

Αγαπημένα σας βιβλία.

Το μαγικό βουνό, Η θάλασσα, Δαμάζοντας το κτήνος, Ο τυφλός δολοφόνος, Ιδιωτικές συναντήσεις, Ο μαιτρ κι η Μαργαρίτα, Περί τυφλότητας, Στην ακτή, Οδυσσέας, Ο πύργος, Αόρατες πόλεις, Στην καρδιά της χώρας, όλα του Ταμπούκι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Καλβίνο, αρκετά της Σωτηροπούλου, του Χάκκα, της Ζατέλη, του προσφάτως βραβευμένου Χρήστου Οικονόμου…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Αρκετοί. Ενδεικτικά αναφέρω το Δημήτρη Σωτάκη για τους φανταστικούς κόσμους που στήνει, τον Κυριάκο Γιαλένιο για την ευαίσθητη ματιά του, τον Χρήστο Οικονόμου για το ύφος…

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε νέα τους;

Οι ήρωες με ακολουθούν σε όλη τη διάρκεια της σκέψης και της συγγραφής ενός βιβλίου. Έπειτα τους αφήνω οριστικά κι αυτοί εμένα. Θέλω να τους φαντάζομαι ελεύθερους.

Αγαπημένος ή και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του σπιτιού σας;

Όχι, αλλά θα το ήθελα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερος σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η πρώτη γραφή γίνεται συνήθως σε ένα τετράδιο. Έπειτα αναλαμβάνει ο υπολογιστής. Η μετάβαση γίνεται αυτόματα, με ένα μαγικό τρόπο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό είναι να επιλέξω το θέμα, τους ήρωες και την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Η γραφή είναι μια εγκεφαλική και σύνθετη ψυχοσυναισθηματική διαδικασία. Οι λέξεις είναι απλώς το μέσον. Όταν γράφω, θέλω ν’ ακούω τους ήχους της πόλης, συχνά γράφω με ανοιχτά παράθυρα. Άλλοτε θέλω απόλυτη ησυχία. Η μουσική με συνοδεύει το διάστημα της συγγραφής αλλά όχι τη στιγμή που γράφω. Σε κάθε βιβλίο έχω κάποιες μουσικές εμμονές. Στο Τώρα είναι αργά άκουγα συνέχεια Calexico. Γενικά ακούω από κλασσική μουσική μέχρι ρεμπέτικα, ροκ ακούσματα, ορχηστρικά, σάουντρακ από ταινίες, ανάλογα τη διάθεση πάντα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη δουλειά μου στην Εκπαίδευση.

Αγαπημένο σας λογοτεχνικό περιοδικό;

Οδός Πανός, Εντευκτήριο, Το Δέντρο, αλλά όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι αξιόλογα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία- παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;

Θα επέλεγα τον Κάφκα ή τη Βιρτζίνια Γουλφ.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θεατρικά πάντα με γοητεύει ο Λευτέρης Βογιατζής. Κινηματογραφικά τράβηξε την προσοχή μου, το προκλητικό “Κορίτσι με το τατουάζ¨.

Γράφετε ποτέ ποίηση, κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση στα δεκάξι. Στην πορεία με κέρδισε η πεζογραφία. Όταν σκεφτώ έναν ωραίο στίχο μπορώ και τον ενσωματώνω στο κείμενό μου.

Τι γράφετε τώρα;

Διανύω μια εξαιρετικά δημιουργική περίοδο. Βρίσκομαι στην ολοκλήρωση μιας σειράς διηγημάτων, ενώ μόλις ξεκίνησα ένα μυθιστόρημα. Αλλά είναι νωρίς να μιλήσω γι’ αυτό, έχω γράψει μόνο τα πρώτα δύο κεφάλαια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μου αρέσει το διαδίκτυο. Μιλάω καθημερινά με πολύ κόσμο, ανταλλάσσω απόψεις, ενημερώνομαι. Αρκεί να μπαίνει ένα όριο, για να μη χάνεται η ανθρώπινη επαφή, που φυσικά δεν υπάρχει πίσω από μία οθόνη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Κλαρίσε Λισπέκτορ “Κοντά στην άγρια καρδιά”, που μου πρότεινε ένας φίλος συγγραφέας.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Τις παρακολουθώ όσο μπορώ, είτε από εφημερίδες και περιοδικά, είτε από το ίντερνετ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο- διαδρομή- βιβλίο- λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα το Νυχτερινό στην Ινδία του Ταμπούκι, ταξιδεύοντας με υπεραστικό λεωφορείο για τον Βόλο. Στη στάση με πλησίασε ένας μεταπτυχιακός φοιτητής και με ρώτησε τι διαβάζω. Του έδειξα. Με ξαναρώτησε, αν μου έμεινε κάτι από το βιβλίο και του απάντησα “Η ατμόσφαιρά του, “γιατί η μνήμη είναι μια καταπληκτική πλαστογράφος”, όπως αναφέρει κι ο συγγραφέας. Από εκείνη τη στιγμή γίναμε φίλοι. Γενικά αγαπώ τα ταξίδια με λεωφορείο. Σ’  ένα λεωφορείο εμπνεύστηκα κάποτε τις Νύχτες της άχρωμης κιμωλίας.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Ένας μονίμως ατσαλάκωτος, από το χρόνο, άνθρωπος δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την.

Όλες οι ερωτήσεις ήταν εξαιρετικές, οπότε θα βάλω τελεία.

Στις εικόνες: Marcel Proust, J.M. Coetzee, Virginia Wolf, Antonio Tabucchi.

22
Μαρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 84. Διονύσης Μαρίνος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι χρονικές κατηγοριοποιήσεις ποτέ δεν με απασχόλησαν (ένας συγκαιρινός μπορεί να μοιάζει αναπάντεχα “παλιός” και το ανάποδο) ως εκ τούτου απαντώ ως εξής: Κάφκα, Σελίν, Φώκνερ, Χειμωνάς, Κάρβερ, Βόνεγκατ, Καμύ, Γιόσα, Μπέκετ, Μπάροουζ, Κλάους, Μούλις, Φάντε, Μπουκόφσκι και κάμποσοι άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όπως και στην προηγούμενη ερώτηση, έτσι και σε αυτήν, θα απαντήσω με το πρίσμα της λογοτεχνικής πληρότητας. Ήτοι: “Μεταμόρφωση”, “Βουή και Μανία”, “Γυμνό Γεύμα”, “Sheltering Sky”, “Η πόλη και τα σκυλιά”, “Η θλίψη του Βελγίου”, “Η ανακάλυψη του ουρανού”, “Catch 22″, και επίσης κάμποσα άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα του Χέμινγουεϊ, του Μπουκόφσκι, του Τσέχοφ, του Σάλιντζερ, του Μανέα, του Καπότε και του Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αναμφίβολα η αιρετική ματιά του Χρηστίδη και η υπερβατική γραφή (με λελογισμένα όρια) του Σωτάκη είναι άξια δείγματα της νέας σοδειάς Ελλήνων συγγραφέων. Εξαίρετο δείγμα του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος είναι και το “Στην άκρη του κόσμου”, του Γιώργου Ξενάριου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Φοβάμαι ότι τους ακολουθώ και με ακολουθούν. Πρόκειται για μια συμπεφωνημένη σκιαμαχία, στην οποία εξαρχής έχουμε δηλώσει, πως ο μοναδικός κανόνας του παιχνιδιού, θα είναι ένας: ουδείς άτρωτος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Χμ, με μια πρόχειρη σταχυολόγηση: ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο Χένρι Τσινάσκι, ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο Τζον Γιοσάριαν, όλοι της οικογενείας Σαρτόρις. Με τη βεβαιότητα πως έχω λησμονήσει εκατοντάδες.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε διάφορα σημεία του ορίζοντα, πάνω σε χαρτιά, χαρτόκουτα, πακέτα, στην παλάμη μου, στο σημειωματάριο που θα διατηρώ εδώ και 10 χρόνια. Εντέλει όπου βρω, αδιακρίτως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως ξεκινώ από την πρώτη πρόταση. Πως θα ήθελα να ήταν. Μετά αρχίζω να φτιάχνω έναν χαλαρό σκελετό και εν συνεχεία αφήνω το χάος να εισέλθει. Όταν αρχίζει να ξεφουσκώνει και όλες οι σκέψεις έχουν καταλαγιάσει, ξεκινάω την πρώτη γραφή και όπου με βγάλει. Ευτυχώς υπάρχει πάντα μια δεύτερη -ενδελεχής- ματιά που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αν και η μουσική έχει παίξει καίριο ρόλο στη ζωή μου, όταν γράφω δεν θέλω να ακούω  τίποτα. Οι νότες στη φάση της σύνθεσης, λειτουργούν διαλυτικά. Σε αποσπούν. Ωστόσο ο μουσικός παλμός υπάρχει εντός μου. Πάντως, η καλύτερη μουσική για κάποιον που γράφει, είναι ο ήχος των πλήκτρων του κομπιούτερ. Δείγμα ότι οι λέξεις είναι με το μέρος του και οι Θεοί έχουν στριμωχθεί στην άμυνα. Κατά τα λοιπά ιεροτελεστικά… κόλπα δεν υπάρχουν. Κάθεσαι, γράφεις, καπνίζεις, βαράς το κεφάλι σου, αδειάζεις το κεφάλι σου, γεμίζεις χρυσάφι, τρως άνθρακες και πάλι από την αρχή.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα “Χαμένα Κορμιά” (εκδ. Τετράγωνο) εκδόθηκε το 2011 και ήταν το βάπτισμα του πυρός. Όλα ξεκίνησαν από έναν πίνακα που άρχισα να ζωγραφίζω. Όταν τον τελείωσα συνειδητοποίησα ότι είχα φτιάξει μορφές που πάλευαν να υπάρξουν, δίχως όμως να είναι σίγουρες για το ευτυχές του εγχειρήματός τους. Ο πίνακας αυτός με στοίχειωσε με την έννοια ότι αυτές οι μορφές ήθελαν κάτι παραπάνω για να αποκτήσουν υπόσταση. Αυτήν τους την έδωσε το βιβλίο.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Τελευταία Πόλη” (εκδ. Γαβριηλίδης) το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες. Πρόκειται για μια έσχατη δυστοπία που αγγίζει τα πέρατα της ανθρώπινης αντοχής. Είναι η πορεία αυτογνωσίας και σωτηρίας μιας οικογένειας, κατά την περίοδο του πολέμου στη Βοσνία. Δεν το κρύβω, βασίζεται σε σπαράγματα αληθινών ιστοριών, με ένα τρόπο όμως – σκόπιμα- αποδραματοποιημένο και περισσότερο μυθοπλαστικό. Ο πόλεμος υπάρχει στο βάθος του κάδρου, ως υπόμνηση ενός σκληρού τέλους. Στο προσκήνιο εμφανίζονται μόνο οι ταλαντώσεις της ανθρώπινης υπόστασης και οι διαδικασίες μετάλλαξής της, σε κάτι εντελώς ξένο και άγριο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα πρώτα χρόνια έλεγα πως ασκώ το λειτούργημα του δημοσιογράφου, έπειτα από 17 χρόνια πείστηκα να λέω κάτι λιγότερο διθυραμβικό: δουλεύω ως δημοσιογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που έπιασα στα χέρια μου ήταν η “Οδός Πανός”. Ήμουν πιτσιρικάς, ριγμένος για τα καλά στο μελάνι της ροκ και νομίζω ότι με τράβηξε αυτή η ανατροπή που πρόσφερε (και συνεχίζει να προσφέρει) ο Γιώργος Χρονάς. Φυσικά το Δέντρο, το Εντευκτήριο και η Λέξη ποτέ δεν έλειψαν από τη βιβλιοθήκη μου.  Εξαίσια δείγματα αγάπης για τη λογοτεχνία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω πως ο πιο αινιγματικός όλων (τόσο με το έργο του όσο και με τη ζωή του) είναι ο Γιώργος Χειμωνάς. Ωστόσο, δεν θα το πραγματοποιούσα. Πολλές φορές η γνωριμία με το δημιουργό, εάν δεν είναι άσκοπη, ενδέχεται να λειτουργήσει επιβαρυντικά για την άποψη που έχεις για το έργο του.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος, ναι, παρακολουθώ. Προσφάτως ήμουν μια έξοχη παράσταση, έναν σπαραχτικό μονόλογο πάνω στη διαφορετικότητα. Πρόκειται για το έργο του Εμανουέλ Νταρλέ “Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ” με τον εκπληκτικό Φαίδων Καστρή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω υποπέσει και σε αυτό το αμάρτημα. Διατηρώ ένα blog (adespotosskylos.blogspot.com) το οποίο περιέχει μόνο ποίηση. Αρχικά ξεκίνησε ως παιχνίδι, ένα παιδικό παιχνίδι άσκησης και οικονομίας του λόγου. Κατέληξε πάλι ως παιδικό παιχνίδι. Σαν να βουτάω που και που μέσα στα σπλάχνα μου (και στα σπλάχνα των άλλων) και εν συνεχεία να γράφω τι είδα και τι μου έκανε εντύπωση.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη “Δουβλινιάδα” του Ενρίκε Βίλα – Μάτας.

Τι γράφετε τώρα;  

Αυτή τη στιγμή έχω περάσει τη φάση της πρώτης πρότασης και βρίσκομαι σε εκείνη του χαλαρού σκελετού. Επί της ουσίας είμαι στο δρόμο για το τρίτο μυθιστόρημά μου, αλλά με εντελώς χαλαρούς ρυθμούς.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ανάμεικτες. Υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας, αλλά και ασυδοσίας εξαιτίας της απροσχημάτιστης ανωνυμίας ενός εκάστου. Μπορείς να δηλώσεις ότι θέλεις και να μην πληρώσεις… φόρο. Από την άλλη σε όλο αυτό το ηλεκτρονικό δάσος, φύονται και καλά άνθη. Μένει να τα βρεις και να τους φερθείς με τον πρέποντα σεβασμό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Βεβαίως. Υπάρχουν κριτικοί λογοτεχνίας που αξίζει τον κόπο να τους διαβάζεις. Τόσο από τη σκοπιά του αναγνώστη, όσο και του συγγραφέα. Προσωπικά δεν ψάχνω ούτε εχθρούς, αλλά ούτε και φίλους σε μια κριτική. Η κριτική δεν είναι τίποτα άλλο από το απόσταγμα αυτών που διάβασε ένας συστηματικός αναγνώστης και ο τρόπος που μετέτρεψε το βίωμά του σε λέξεις. Οι παρουσιάσεις είναι ένα εντελώς άλλο πράγμα, περισσότερο ουδέτερο αλλά αρκετά χρηστικό.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Είμαι 17 χρονών και έχω πιάσει την πρώτη μου δουλειά. Είναι χάραμα και βρίσκομαι στο τελευταίο κάθισμα ενός λεωφορείου. Διαβάζω Χένρι Μίλερ (αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν το Sexus) και μέσα στη νύστα μου, νομίζω ότι βλέπω στο μπροστινό μου κάθισμα έναν από τους ήρωες του βιβλίου. Τρίβω τα μάτια μου, βέβαιος πως κολυμπάω στον πάτο μιας γαλάζιας παραίσθησης. Αποτέλεσμα; Έχασα τη στάση στην οποία έπρεπε να κατέβω, άργησα στη δουλειά, έφαγα κατσάδα και τελικώς ποτέ δεν διαπίστωσα αν όντως ο μπροστινός μου ήταν ένας από τους ήρωες του φίλτατου Χένρι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει ούτε η αιωνιότητα, ούτε η νιότη. Μια χαρά είμαι και έτσι. Επαναλαμβάνω: ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ψάξτε αλλού για Φάουστ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν απογοητεύομαι γιατί δεν περιμένω ποτέ κάτι να συμβεί. Έρχεται και με βρίσκει η καταιγίδα από μόνη της. Άρα μια χαρά ήταν οι ερωτήσεις.

Στις φωτογραφίες: Louis Ferninard Celine, Samuel Beckett, Harry Mulisch, Kurt Vonnegut Jr., William Burroughs, Hugo Claus, Italo Calvino.

13
Μαρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 83. Αννίτα Παναρέτου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς, βιβλία, διηγήματα. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Προτιμώ να μην απαντήσω στις παραπάνω ερωτήσεις. Συνήθως δεν θυμόμαστε όλους τους συγγραφείς ή τα βιβλία που αγαπούμε ή που μας γοήτευσαν, με πιθανό αποτέλεσμα να δημιουργούμε άθελά μας αντιπάθειες. Εξ άλλου, εδώ και αρκετά χρόνια διαβάζω ελάχιστη αμιγή λογοτεχνία – με έχουν κερδίσει η ιστορία και οι προσωπικές μαρτυρίες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πάντα μας ακολουθεί ο εαυτός μας, ο όσος εαυτός ενσαρκώνεται ή ενσωματώνεται στους ήρωές μας. Μάλλον εκείνοι υπαινίσσονται συχνά τα νέα της ζωής μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένο δεν θυμάμαι. Το «ζηλευτός» χρειάζεται μια διευκρίνιση: εννοείτε χαρακτήρα που θα ήθελα να έχω αποδώσει συγγραφικά, ή χαρακτήρα με τον οποίο θα ήθελα η ίδια να ταυτιστώ ή να τείνω ως προσωπικότητα;

Στην πρώτη περίπτωση, ναι, υπάρχουν χαρακτήρες που θα ήθελα να είχα «πλάσει» η ίδια (πολύ πρόχειρα παραδείγματα, ο Αλέξης Ζορμπάς και η Ελένη Μπούκουρα – Αλταμούρα –παρ’ ότι και οι δύο υπήρξαν υπαρκτά πρόσωπα και όχι δημιουργήματα του Νίκου Καζαντζάκη και της Ρέας Γαλανάκη).

Αν εννοείτε το δεύτερο, και αν υποθέσουμε ότι ζηλεύω, αυτό θα αφορά υπαρκτούς και όχι λογοτεχνικούς χαρακτήρες, με την εξαίρεση, ίσως, των Ροβινσώνα Κρούσου και Φιλέα Φογκ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Ω, ναι, υπάρχει μια που θα μου μείνει αξέχαστη. Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για ανάγνωση, αλλά για λαθρανάγνωση: βρισκόμουν όρθια στο τρόλεϊ. Στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής αποφάσισα (αν και ήξερα ότι δεν μπορώ να διαβάσω μέσα σε κινούμενο όχημα) να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα που διάβαζε καθήμενος συνεπιβάτης –είχα σταθεί πάνω από το κεφάλι του και μερικοί πειρασμοί αποδεικνύονται ακατανίκητοι. Ύστερα από λίγο άρχισα να αισθάνομαι ναυτία. Έκανα δυο στάσεις υπομονή και κατέβηκα στον Ευαγγελισμό, κρατώντας το στομάχι μου στα δόντια.

Πάντως, την ανάγνωση μέσα σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο την αντιμετωπίζω ως αντίδοτο στην πιθανή ανία της διαδρομής. Την οποία –ανία- μπορώ να αντιμετωπίσω είτε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο είτε κοιτάζοντας μέσα μου. Έτσι, δεν «χαραμίζω» τη σαγήνη ενός ελκυστικού βιβλίου –στην ανάγκη προτιμώ να λύνω σταυρόλεξα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει λίγες αράδες και έχω κρατήσει σημειώσεις οπουδήποτε. Από το τρόλεϊ όταν είναι σταματημένο σε φανάρι, ως κινηματογραφικές αίθουσες σε ώρα προβολής, ακόμα και οδοιπορώντας στην εξοχή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο συνειρμικός, που –θαρρώ- είναι και ο κύριος, για να μην πω ο μόνος, τρόπος. Οι ιδέες μου είναι συγκερασμοί πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραμέτρων, απρόβλεπτων και συχνά ασύνδετων. Και συνήθως παγιδεύονται από τη λειτουργία της μνήμης, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου και του χρόνου. Ατυχώς υπάρχουν και οι αναμενόμενες απώλειες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Πρέπει να μπω στο κλίμα. Δηλαδή να προσαρμόσω τη ματιά μου και την ψυχική μου διαθεσιμότητα σε αυτό που θέλω να γράψω, έτσι ώστε να αποτελέσει το κλίμα μέσα στο οποίο ζω· έτσι ώστε διάφορα ερεθίσματα -φαινομενικά άσχετα- να βρουν τρόπο να συναφθούν και να αξιοποιηθούν. Όταν καταφέρνω να μετατρέψω τα ερεθίσματα σε αξιοποιήσιμο υλικό, τότε ξέρω ότι «το έχω». Όταν το υπό συγγραφή βιβλίο φτάσει στο σημείο να κυριεύσει και να χρωματίσει την καθημερινότητά μου, όταν νιώσω ότι με ελέγχει, τότε αισθάνομαι ότι το ελέγχω.

Η μουσική αποτελεί την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, επειδή γενικώς ακούω μουσική (αδιάκοπα, ακόμα και μέσα μου, πράγμα που γίνεται και λίγο τυραννικό, όταν μου «κολλάει» ένα τραγούδι για μια ολόκληρη μέρα και ιδίως αν το τραγούδι με εκνευρίζει, αλλά αδυνατώ να το αποδιώξω).

Κάθε φορά που γράφω, υπάρχει μια συγκεκριμένη μουσική (ή και περισσότερες, αλλά πάντα συγκεκριμένες μουσικές), με την οποία υποσυνείδητα ή συνειδητά ή κατ΄ επιλογή συσχετίζω αυτό που γράφω. Αλλά ως εκεί. Όταν γράφω και όταν διαβάζω δεν ακούω μουσική, κυρίως δεν ακούω τραγούδια με στίχους που με ταξιδεύουν, γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

Προτιμώ την ελληνική μουσική, σε κάθε της διαχρονική έκφραση, με την ξένη μουσική να ακολουθεί σε μικρή απόσταση και την κλασική να έπεται σε λίγο μεγαλύτερη.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ως ένα σημείο πρόκειται για μια αλυσιδωτή αντίδραση:

Η διδακτορική μου διατριβή, με θέμα τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου πυροδότησε το αδιάλειπτο ενδιαφέρον μου για την ελληνική ταξιδιωτική πεζογραφία, με καρπό το πεντάτομο έργο Ελληνική Ταξιδιωτική Λογοτεχνία (ευρεία εισαγωγή και ανθολόγιο κειμένων από την ομηρική Οδύσσεια ως το 1990), καθώς και τον μεταγενέστερο ομότιτλο μικρό τόμο, όπου παρακολουθείται η εξέλιξη της ελληνικής ταξιδιωτικής γραφής ως το 2000.

Η προσπέλαση, στο πλαίσιο της διατριβής μου, ολόκληρου του έργου του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου οδήγησε και στη συγγραφή της μονογραφίας Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, συνολική θεώρηση του έργου του. Η εργασία αυτή υποβλήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών, ύστερα από προκήρυξη σχετικού βραβείου λίγο μετά τον θάνατο του Παναγιωτόπουλου. Είχα σκεφτεί τότε ότι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να αξιοποιήσω το υλικό που είχα συγκεντρώσει (και που, εξαιρουμένων των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ήταν καταδικασμένο να μείνει ανεκμετάλλευτο), ενώ και το χρηματικό έπαθλο ήταν ένα ακόμα κίνητρο. Έτσι γνώρισα τον Παντελή Πρεβελάκη, μέλος της Ακαδημίας, καθώς διένυε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του.

Αυτή η αποφασιστικής σημασίας γνωριμία κατέληξε στη συγγραφή του βιβλίου Παντελής Πρεβελάκης. Οι δρόμοι του ζωντανού χρόνου.

Τα υπόλοιπα βιβλία ήταν αποτέλεσμα συμπτώσεων και προσωπικών επιθυμιών:

Χάρη στην φιλική οικογενειακή γνωριμία μας, ο βιβλιοδέτης Ανδρέας Γανιάρης μου εμπιστεύθηκε το αρχείο του πατέρα του Χρυσόστομου Γανιάρη, πρωτοποριακού εκδότη της δεκαετίας του 1920, ποιητή και βαθύτατα καλλιεργημένου, ευαίσθητου και πονεμένου ανθρώπου. Όταν ολοκλήρωσα τη μελέτη, το αρχείο δωρήθηκε από την οικογένεια στο Ε.Λ.Ι.Α., απ΄ όπου και εκδόθηκε Η ηδονή και η οδύνη των βιβλίων: Χρυσόστομου Γανιάρη βίος και έργα.

Η παρηγορία των επιστολών σου… (Ευανθία Καΐρη και Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: αλληλογραφώντας όπως θα ήθελαν) προέκυψε όταν, την εποχή που ξαναδιάβαζα την Αυτοβιογραφία της Ελισάβετ, έφτασαν στα χέρια μου τα πρακτικά ενός συνεδρίου για την Ευανθία. Οι δυο τους, συνομήλικες και σύγχρονες, μπροστά από την εποχή τους, μόνες και ουσιαστικά αδικαίωτες, θα έβρισκαν αποκούμπι και στήριγμα στη μεταξύ τους φιλία, που ποτέ δεν κατορθώθηκε. Την παραμυθία αυτής της φιλίας θέλησα να τους προσφέρω, έστω και με μια καθυστέρηση σχεδόν 180 χρόνων.

Αφορμή για Τα πορτραίτα της υπήρξε μια συνεργασία που δεν ευοδώθηκε -φτάνω να πιστεύω ότι ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της ήταν να μου προσφέρει το έναυσμα για τη συγγραφή των Πορτραίτων.

Το παιδικό αφήγημα Μια ιστορία καλοκαιρινή με ένα σκύλο, πέντε γάτες, περιβόλια κι ακρογιάλια περιγράφει τις προσωπικές μου εμπειρίες από τη θερινή συμβίωση με έξι υπέροχα ζώα. Χάρη στις χάρες τους, έζησα έναν γλυκύτατα αποκαλυπτικό Αύγουστο, είκοσι χρόνια πριν.

Και το δίγλωσσο λεύκωμα Ελλάδα, διαδρομή αιώνων προέκυψε από την ανάγκη ή την παρόρμηση να δω, συγκεντρωμένες και τυπωμένες, εικόνες και όψεις της Ελλάδας που επιχειρούν να εκδιπλώσουν ένα ελληνικό πανόραμα: πρόκειται για πλήθος ετερόκλητων κειμένων (χρονικά, ποιήματα, περιγραφές, ιστορικά τεκμήρια, άγνωστο αρχειακό υλικό, αυτοβιογραφικά αποσπάσματα) που μπερδεύονται με την προσωπική μου αφήγηση, και ζωντανεύουν και διανθίζονται από πλήθος εξαίρετων φωτογραφιών του Βελισσάριου Βουτσά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα Πορτραίτα της: Μεσοπόλεμος (πρόσφυγες του ΄22, Βενιζέλος, Μεταξάς, αναψηλάφηση της ελληνικότητας), τέχνη, εικαστική ματιά και έρωτας, αδιέξοδα, πάθος και κάθαρση, αυθεντικά γεγονότα και πρόσωπα της Αθήνας σε αγαστή –θέλω να πιστεύω- διαπλοκή.

(Σας έδωσα το κλειδί, μπορείτε να εισέλθετε).

Πώς βιοπορίζεστε;

Όχι από τα συγγραφικά μου δικαιώματα. Και, πλέον, εδώ και κάμποσο καιρό, ούτε από το ενοίκιο ενός πατρικού ακινήτου.

Επομένως κοντεύω να μη βιοπορίζομαι…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αφαιρώντας τα περί προτάσεως (η προσωπική επιλογή είναι πολύ πιθανότερο ενδεχόμενο), μου αρέσει πολύ αυτή η ερώτηση, καθώς χαρακτηρίζει τη συγγραφική μου ροπή, τόσο στα φιλολογικά όσο και στα λογοτεχνικά μου έργα.

Υπάρχουν άνθρωποι που ήδη μου κέντρισαν το ενδιαφέρον στο πλαίσιο όχι μόνο μιας φιλολογικής μονογραφίας (όπως έκανα για τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Παντελή Πρεβελάκη, Χρυσόστομο Γανιάρη), αλλά και ενός ιστορικού μυθιστορήματος (όπως έκανα με την Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου).

Επιπλέον, η μακρά ερευνητική θητεία μου σε διαφορετικά πεδία με φιλοδώρησε με τερπνές συναντήσεις:

Στην ενασχόληση με την ταξιδιωτική πεζογραφία διασταυρώθηκα με δεκάδες ταξιδιωτών και ταξιδιογράφων, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Θα μου άρεσε λοιπόν να γράψω για τον Νίκανδρο Νούκιο (συναρπαστική προσωπικότητα πλάνητος του 16ου αιώνα) ή για τον Κωνσταντίνο Γεράκη, (πρωθυπουργό του Σιάμ τον 17ο αιώνα).

Στην ενασχόληση με τη χρονογραφία (αναζητώντας στοιχεία για ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που δεν προχώρησε) διασταυρώθηκα με πολλούς, ανώνυμους και μη, χρονικογράφους, σε μια τεράστια περίοδο 5 αιώνων. Οι ομιχλώδεις μορφές τους συνιστούν συγγραφική πρόκληση.

Στην ενασχόληση με την ιστορία του ελληνισμού υπό βενετική κυριαρχία  (υλικό για ένα βιβλίο υπό συγγραφή) με συγκίνησαν οι Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανειώτης (Έλληνας ποιητής και στρατιώτης του 15ου αιώνα, που έζησε στην Ιταλία, έγραψε στα λατινικά και πορτραίτο του φιλοτεχνήθηκε από τον Boticelli), Άννα Νοταρά (θυγατέρα του Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά, πιθανώς μνηστή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η οποία, στα 1453, φυγαδεύτηκε στη Βενετία, όπου και ανέπτυξε ποικίλη ελληνοκεντρική δραστηριότητα) και Αικατερίνη Κορνάρο (βενετικής καταγωγής βασίλισσα της Κύπρου).

Ψαχουλεύοντας την τοπική μικρο-ιστορία της Ζακύνθου, της Άνδρου και της Σύρου μέσα στην ευρύτερη συγκυρία του αγώνα της παλιγγενεσίας (όταν έγραφα την Παρηγορία των επιστολών σου), στάθηκα στην περίπτωση του Θεοδοσίου Δημάδη, δασκάλου, μέλους της Φιλικής Εταιρείας, διαφωτιστή και αγωνιστή της Επανάστασης.

Τέλος, η περιδιάβαση στον χώρο της τέχνης και της πολιτικής κατά την περίοδο του μεσοπολέμου (προκειμένου να γράψω Τα πορτραίτα της) μου αποκάλυψε χαρισματικές προσωπικότητες, που μπορούν να στηρίξουν συναρπαστικά βιβλία. Παράδειγμα ο ζωγράφος Νίκος Λύτρας και ο επιχειρηματίας, βιομήχανος, καθηγητής της Ανωτέρας Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών Πειραιώς και υπουργός, Επαμεινώνδας Χαρίλαος.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει ο αγγλικός και ο αμερικάνικος κινηματογράφος. Παρ΄ όλα αυτά, μια ταινία που με γοήτευσε και μου έρχεται τώρα στο νου είναι γιαπωνέζικη –οι «Αναχωρήσεις».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Αποπειράθηκα κάποτε, αλλά εκ του αποτελέσματος έκρινα ότι θα ήταν καλύτερα να μην το κουράσω περισσότερο…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Ανασύρω από μια στοίβα βιβλίων και αποκομμάτων από εφημερίδες, πάντα με ιστορικό περιεχόμενο (για οποιαδήποτε περίοδο –ελληνικής, συνήθως- ιστορίας μου πέσει στα χέρια). Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό ονομάζεται συστηματική ανάγνωση, είναι πάντως θελκτικό και διεγερτικό.

Τι γράφετε τώρα;

Σχεδόν τίποτα – απλώς κρατώ σημειώσεις. Περνάω μια περίοδο αποδιοργάνωσης, με μύριους όσους περισπασμούς. Υπάρχουν όμως κατά νου τρία συγγραφικά σχέδια, για μια σειρά μικρών διηγημάτων, για μια σειρά μελετημάτων-δοκιμίων πάνω στην ταξιδιωτική πεζογραφία, καθώς και το φιλόδοξο σχέδιο ενός μυθιστορήματος που καλύπτει ευρύ ιστορικό φάσμα, ξεκινώντας από τους μεταβυζαντινούς χρόνους και καταλήγοντας στον 19ο αιώνα, για το οποίο, όπως ανέφερα και πιο πάνω, έχει ήδη γίνει ερευνητική προεργασία πολλών μηνών. Ελπίζω να επανακάμψω απτόητη σύντομα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Οι δυνατότητες του διαδικτύου είναι ανεκτίμητες. Τόσο για τον οποιοδήποτε φιλοπερίεργο άνθρωπο, όσο και –ακόμα περισσότερο- για έναν ερευνητή.

Υπάρχει βέβαια και η μαγεία (από λευκή, πολύχρωμη, έως μαύρη) που ονομάζεται facebook: από τη μια σκέφτομαι την εικόνα που παρουσιάζουμε, ιδίως απογεύματα ή Κυριακές, τόσοι άνθρωποι κλεισμένοι στο σπίτι τους με τα μούτρα σε μια οθόνη πληκτρολογώντας, και θλίβομαι γιατί σκέφτομαι ότι, αντί γι αυτό, θα μπορούσαμε, οι ίδιοι άνθρωποι, να είμαστε έξω, στους δρόμους, στη θάλασσα, στην Ακρόπολη. Και από την άλλη σκέφτομαι ότι είμαστε μια τόοοοοοσο μεγάλη (και σε πολλές περιπτώσεις πολύ ενδιαφέρουσα) παρέα, πράγμα αδύνατο σε άλλη περίπτωση κι αυτό μου αρέσει.

Και από τη μια αισθάνομαι ότι χάνω πολύτιμο χρόνο και ότι σκορπίζομαι, και από την άλλη ότι, με τρόπο επιλεκτικό και ελεγχόμενο, κερδίζω ανθρώπινες παρουσίες, πορείες και περιπέτειες.

Μάλλον κάποιο ισοζύγιο υπολογίζω ότι προκύπτει.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Η αιώνια, δηλαδή στατική, νιότη θα πρέπει να καταντά κάποτε πληκτική και μονότονη. Η συγγραφική ιδιότητα ποτέ. (Αν όμως μου πρότειναν μια νεότητα απλώς κάπως μεγαλύτερης διάρκειας, δεν θα το σκεφτόμουν ούτε λεπτό –χωρίς απώλεια της συγγραφικής ιδιότητας, εννοείται…)

Η επιστημονική ενασχόλησή σας με πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Εξαργυρώνεται πολλαπλώς. Απομυζώ τόσο τα πρόσωπα, όσο και τα θέματα. Τα εκμεταλλεύομαι αγρίως, σχεδόν τα λεηλατώ, για να ανακαλύψω ή και να κατασκευάσω υλικό για λογοτεχνικότερα συγγραφικά εγχειρήματα. Όταν συμβεί αυτό, ξεκινά μια αντίστροφη φορά: με εκμεταλλεύονται και με λεηλατούν εκείνα –εννοώ ότι εκμεταλλεύονται και λεηλατούν δημιουργικά τον χρόνο μου, τις διαθέσεις μου, τη νόηση, το συναίσθημα και τη βούλησή μου. Διπλή, μάλλον πολλαπλή εξαργύρωση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απόλαυσα τις ερωτήσεις σας. Δεν βρίσκω καμιά άλλη αυτή τη στιγμή.

Ευχαριστώ το Πανδοχείο για τη φιλοξενία στο αίθριό του –πραγματικά με ενέπνευσε…

10
Μαρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 82. Γιώργος Μπλάνας

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θα πρέπει όμως να είστε έτοιμοι να μπείτε στην κόλαση. Στα Στασιωτικά, ακολουθώντας την αρχαία παράδοση του ιάμβου, καθυβρίζω την απάνθρωπη αδυναμία του ανθρώπου να σταθεί στο ύψος του πεπρωμένου του. Ο Άνθρωπος θα αφανιστεί κάτω από την εξουσία του άλογου σύμπαντος έτσι κι αλλιώς. Και αντί ν’ αντικρίσει με θράσος και γενναιότητα αυτή τη συντριβή, κλαψουρίζει άθλια, θέτει τη δειλία του στην υπηρεσία ιδεολογημάτων, καθεστωτικών φιλοσοφιών, δουλικών επιστημών και σφαγιάζει τον Άλλον, προκειμένου να κερδίσει μερικά λεπτά αφόρητης επιβίωσης. Φοβάται για τη ζωή του και η ζωή του δεν του αξίζει. Στο τέλος την χάνει με τον χειρότερο τρόπο. Αιώνες αθλιότητας και ποταπών ιδεολογιών, που προσπαθούν να αφανίσουν την τρέλα της δημιουργίας, για να κάνουν χώρο στον βόρβορο κάθε λογής εξουσίας – καθημερινής ή ιστορικής, μικροσκοπικής ή μακροσκοπικής. Φυσικά, δεν σέβομαι ούτε τους κανόνες με τους οποίους γράφεται η ποίηση. Δεν με ενδιαφέρει επί του προκειμένου αν το υλικό μου είναι ποιητικό, αλλά αν είναι αποτελεσματικό. Είναι ένα έπος κομματιασμένο και θα ήμουν ευτυχής αν αργότερα πουν πως απέτυχα σε αυτό το έργο. Θα έχω πετύχει να αποδείξω πως έχω δίκιο για όλα όσα λέω εκεί μέσα. Έχει και η ποίηση το μερίδιό της στην αθλιότητα της Ιστορίας. Πρέπει να πληρώσει, να αποδιαρθρωθεί και ν’ αρχίσει από το τέλος της.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν έγραψα τα ποιήματα του βιβλίου Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή, αισθανόμουν πως είχα αποκοπεί βίαια από ένα μυθικό περιβάλλον, που είχε ζωτική σημασία για την ύπαρξή μου. Πήγαινα κι ερχόμουν μέσα σε μια πόλη απάνθρωπη. Όλα όσα είχα μάθει δεν άξιζαν τίποτα. Τα ποιήματα του βιβλίου προσπαθούν να καταγράψουν μια μυθολογία. Φαίνονται λυρικά αλλά δεν είναι. Είναι μάλλον σημειώσεις οντολογίας. Θυμάμαι πως όταν είχα στείλει κάποια ποιήματα -που δεν συμπεριέλαβα στη συλλογή – σε κάποιον γηραιό Έλληνα ποιητή, ο οποίος φημίζεται για τη μοχθηρία του και την εγωπάθειά του, μου είχα απαντήσει: «Μα αυτά μοιάζουν με τα δικά μου. Γιατί να χαραμίζετε τόσο τραγικό βάθος σε λυρικές μορφές;» Τον άκουσα. Ήταν τίμιος μαζί μου. Δεν τον συνάντησα ποτέ μέχρι σήμερα. Και σκέφτομαι πως ίσως η μοχθηρία και η εγωπάθεια να μην είναι παρά αυτό που βλέπει στον άλλον η μοχθηρία και η εγωπάθεια για να ανακουφιστεί. Έκτοτε έπαψα να έχω ενοχές για τη «μόλυνση» της ποίησής μου από τη φιλοσοφία.

Και το δεύτερο βιβλίο μου, Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου, οντολογικές σημειώσεις περιείχε – με τη μορφή ψαλμών. Μόνο που εκεί μέσα η μυθολογία μου κινδύνευε και έτρεμε, όταν προσευχόταν. Η πραγματικότητα φαινόταν να νικάει. Εξάλλου και οι πολιτικοί μου οραματισμοί κατέρρεαν.

Ίσως η Νύχτα, το τρίτο βιβλίο να ήταν μια αντίδραση, ίσως να ήταν μια έρευνα. Πρόκειται για ένα σπάραγμα έπους στο οποίο ο Descartes, εκείνη την περίφημη νύχτα πριν ανακαλύψει «τις αρχές μιας υπέρτατης επιστήμης», ονειρεύεται πως είναι ο Οδυσσέας. Προσπαθεί να επιστρέψει, αλλά έχει χαθεί μέσα σε έναν εξαρθρωμένο κόσμο, έναν κόσμο που είναι κάθε στιγμή το αντίστροφό του, έναν κόσμο τελειωτικά διαλεκτικό. Ξαφνικά επιχειρεί μια στάση φαινομενολογική, μιαν «εποχή». Και ανακαλύπτει ή νομίζει πως ανακαλύπτει την καταγωγική εμπειρία του στη φύση. Με αυτόν τον χάρτη προσπαθεί να επιστρέψει. Ο ορθός λόγος είναι φενάκη. Μόνο το σώμα και οι δεσμοί του με τη φύση και τον άλλον άνθρωπο μπορούν να έχουν σταθερότητα.

Αλλά αυτή η σταθερότητα θα αποδειχθεί εύθραυστη μπροστά στην Ιστορία. Στο  επόμενο βιβλίο, το Παράφορο! αναγκάζομαι να αναγνωρίσω την κυριαρχία της Ιστορίας επί της ψυχής, αλλά όχι και να την αποδεχθώ. Τα ιστορικά πρόσωπα που με συνεπήραν από νεαρή ηλικία, παρουσιάζονται εδώ με κάθε διάθεση να αρθρώσουν τον λόγο τους και όχι τον λόγο τής επικυρωμένης ιστορικής παρουσίας τους. Ένιωθα πως το πρόσωπό μου είχε θρυμματιστεί σαν παρωχημένο, αποσαρθρωμένο προσωπείο, ένα προσωπείο σχεδιασμένο στη βάση των επίπλαστων βεβαιοτήτων που φιλοδοξούν να ελέγξουν το πέρασμά μου από τη ζωή. Η Ιστορία είχε παγώσει στην ομαλότητα που μου επέβαλλε η εξουσία, η κάθε εξουσία. Η ζωή ακινητούσε με το κύρος του παρελθόντος: το παρόν υποδυόταν μια κλασικότητα που με καθήλωνε. Ύστερα ήρθαν τα γεγονότα της δεκαετίας του 1990 και ανέτρεψαν την κλασικότητα της ακινησίας. Ο κόσμος πρόβαλλε μπροστά μου σαν μια στιγμή στη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι κλονισμένες ισορροπίες μου έδωσαν την ευκαιρία να αποκολλήσω τα ιστορικά προσωπεία μου από τα ιδεολογικά πλαίσια, στα οποία τα είχε στερεώσει μια όποια κυρίαρχη πολιτισμική άποψη. Και άρχισα να αναζητώ τα πρόσωπα που κρύβονταν πίσω τους. Νομίζω πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να ορίσει κανείς τα νέα χαρακτηριστικά του. Ποιος είσαι; Τι είσαι; Τι κοινό έχεις ή δεν έχεις με τους ανθρώπους που έζησαν στο παρελθόν; Χρειάζονται νέες βεβαιότητες. Ήξερα, βέβαια πως το αποτέλεσμα θα ήταν η δημιουργία νέων προσωπείων. Αλλά το προσωπείο δεν είναι αναγκαστικά πάντα μια διάψευση του προσώπου. Μπορεί να σταθεί αποφασιστικά ανθρώπινο, δηλαδή αγριωπό, χωμάτινο και τελικά απελευθερωτικό.

Η Απάντησή του, είναι μια εκτενέστερη έρευνα στην κατεύθυνση του Παράφορου! Κι άλλα ιστορικά πρόσωπα, αλλά η γλώσσα έμοιαζε κάπως αγριεμένη, οι ήρωες αγανακτισμένοι και πιο επιθετικοί απέναντι στη θέση τους σε μια παράδοση, η οποία αγνόησε τη διαφορετικότητά τους και τους μετέβαλε σε σύμβολα.

Στο Επεισόδιο θέλησα να δημιουργήσω μια μικρή τραγωδία με θέμα τη μεγάλη τραγωδία των εμφυλίων στα Βαλκάνια του τέλους του 20ου αιώνα. Τα πρόσωπα είναι πλαστά: ένας εγκληματίας πολέμου με σπουδές θεολογίας, ένας μοναχός με στρατιωτικές σπουδές, μια ερωτευμένη γυναίκα, ένας μετανάστης. Και η γλώσσα τους να τρεκλίζει ανάμεσα στη φιλοσοφία, την ποίηση, την πολιτική. Κάπου στα Βαλκάνια, εκεί όπου κανένας Descartes δεν έφτασε ποτέ.

Η προηγούμενη ποιητική σας συλλογή ήταν η Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Γιατί μια Ωδή ειδικά στο συγκεκριμένο πρόσωπο; Συνομιλείτε μαζί του; Τι είδους βίο διάγει σήμερα ανάμεσά μας εκείνος ο αγωνιστής;

Ο Καραϊσκάκης, ένα πρόσωπο «λειασμένο» από την καθεστωτική ιδεολογία που εγκαθιδρύθηκε βίαια στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1840. Αποτελεί μια μαύρη τρύπα με τεράστια βαρύτητα στην Ιστορία του λαού της Ελλάδας. Υπήρξε αυτονομιστής μέχρι τέλους. Σιχαινόταν την κεντρική διοίκηση και αδιαφορούσε για τις εντολές της. Δεν είμαι βέβαιος αν είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός πως η ιδέα μιας κεντρικής διοίκησης ήταν ένας ελιγμός για τη δημιουργία μιας αποικίας.  Ωστόσο εξέφρασε μια δυναμική την οποία σήμερα θεωρούμε καταστροφική για τη χώρα, τη δυναμική της αυθαιρεσίας. Η αυθαιρεσία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Εξαρτάται από το ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον. Όταν περιστέλλουν στοιχειώδεις ελευθερίες σου, όταν σε πλήττουν στον πυρήνα της ύπαρξής σου, θα αυθαιρετήσεις. Σήμερα, η αυτονομιστική γραμμή του Καραϊσκάκη –καίτοι δεν είχε την μόρφωση ούτε του Saint Just ούτε του Hébert ώστε να την καταθέσει θεωρητικά- βρίσκεται ζωντανή μέσα στις αντιεξουσιαστικές τάσεις, οι οποίες ερωτοτροπούν με τον κοινοτικό τρόπο ζωής. Ο Καραϊσκάκης είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος ζωντανό, το ίχνος ενός ιδιάζοντος πολιτικού και πολιτισμικού συμβάντος. Γι’ αυτό και η Ωδή ακολουθεί βορτιστική τακτική. Ο ποιητικός βορτισμός –γιατί υπήρξε και ζωγραφικός και γλυπτικός- που είναι δημιούργημα του Ezra Pound, θεωρεί πως στην αρχή κάθε ποιητικής δημιουργίας βρίσκεται η συγκίνηση, όπως ακριβώς την ορίζει η ψυχολογία: μια κατάσταση διέγερσης που χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά αισθήματα, συνοδεύεται συχνά από φυσιολογικές μεταβολές και παρακινεί το υποκείμενο σε δράση. Κάθε έντονη συγκίνηση διαμορφώνει ένα θεμελιώδες διανοητικό σχήμα, μια πνευματική δομική μονάδα, η επανάληψη της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε μιαν εικόνα, υπό την έννοια ενός περίπλοκου συστήματος μορφών. Η βορτιστική «εικόνα» πλάθεται από τη συστηματική επανάληψη ενός θεμελιώδους πνευματικού στοιχείου, όμως το ποίημα δεν στηρίζεται στην παράθεση εικόνων με βάση την αναπτυσσόμενη συλλογιστική, όπου το πάθος διακοσμεί κατά κάποιον τρόπο την ανάπτυξη των ιδεών, αλλά στην ανάπτυξη εικόνων που γεννούν η μία την άλλη, ξεκινώντας από το πάντα απλησίαστο θεμελιώδες πνευματικό στοιχείο. Κατά βάση, η κίνηση των εικόνων προέρχεται από την ένταση των λέξεων, δεδομένου ότι οι λέξεις δεν είναι ερείπια μιας ψυχικής αρχαιότητας, που πρέπει να ανασκαφούν βαθύτερα, αλλά αρχαίες οντότητες που οικοδομούν συνεχώς κόσμους. Η αρχαιότητά τους είναι μία από τις μορφές που δημιουργούν, προκειμένου να χτίσουν τις προοπτικές τους. Η ηρωική προσωπικότητα του Καραϊσκάκη είναι μια δίνη που κινητοποιεί το παρόν, ανασυντάσσοντας τα γειωμένα στοιχεία του. Πράγματα που φαινομενικά δεν έχουν σχέση μεταξύ τους  συνδέονται και πυροδοτούν μια σύγχρονη δυναμική. Ολόκληρη η Ιστορία είτε είναι πάντα παρούσα είτε είναι αχρείο ιδεολόγημα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Θα ήταν κοινοτοπία να πω πως οι ιδέες με παγιδεύουν. Αλλά πραγματικά αυτό συμβαίνει, υπό την έννοια πως οι ποιητικές ιδέες παρουσιάζονται μπροστά μου ακαριαία. Φυσικά, μιλάμε για κάποιες ασυνείδητες διεργασίες που ξεπηδούν με την πρώτη ευκαιρία – παντού και πάντα. Τις αρπάζω και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι γιατί εμφανίστηκαν αυτήν ακριβώς την στιγμή, σε αυτές τις συνθήκες. Η σύνδεσή τους με την κατάσταση που βιώνω θα τους δώσει την πρώτη μορφή. Συμβαίνει κάποτε να βιώνω μια κατάσταση και ξαφνικά είτε δεν ικανοποιούμαι με το βίωμα είτε εμφανίζεται μια διαφορετική όψη του. Αν δεν ικανοποιούμαι, προσπαθώ να βρω εκείνα τα λόγια που αποκαλύπτουν την αλήθεια του βιώματος. Υποθέτω πως υπάρχει πάντα μια αλήθεια σε κάθε βίωμα. Αλλιώς δεν θα ήταν βίωμά μας, αλλά βίωμα κάποιου άλλου. Αν αυτή η αλήθεια αναδυθεί πριν προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε πάει καλά. Από εκείνη την στιγμή και έπειτα, η αλήθεια πρέπει να ρυθμοποιηθεί, να μυθοποιηθεί και να κινητοποιήσει το βίωμα. Θέλω να πω πως το έργο τέχνης, που είναι το ποίημα, πρέπει να διαθέτει την σφαιρικότητα μιας ρυθμικής ενότητας (που δεν είναι απαραίτητα ζήτημα σταθερής επανάληψης τονισμένων-άτονων συλλαβών), να έχει ενσωματώσει έναν μυθικό χρόνο και χώρο (υπό την έννοια πως κάποιος κάπου κάτι λέει συγκεκριμένα) και να απευθύνεται στον αναγνώστη με τη δύναμη του λόγου που τον αφορά άμεσα. Επειδή η ποίηση αποτελεί στοιχειακή μορφή επικοινωνίας ή τουλάχιστον στηρίζεται σε μια στοιχειακή μορφή επικοινωνίας, πριν απ’ όλα είναι κάτι που το λέει κάποιος, με τρόπο συμπαγή και ολοκληρωμένο, σε κάποιον που ενδιαφέρεται για τα λεγόμενα. Τα υπόλοιπα ανήκουν στη δύναμη με την οποία το σκοτάδι αναδεύεται στα σκοτάδια της ψυχής του ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Εργάζομαι πάντα με συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος αποτελείται από ένα πολύ γενικό σχέδιο, που εντός του τα πάντα είναι περιστασιακά. Όταν μου παρουσιαστεί μια ιδέα ποιητική, αναδύεται αυτόματα η δυνατότητα ύπαρξης ενός ποιήματος. Έχω την καρδιά του, που μπορεί να είναι η αρχή ή το τέλος. Αρχικά θα πρέπει να το σχεδιάσω πρόχειρα. Έπειτα θα πρέπει να σκεφτώ τον τρόπου ή τους τρόπους με τους οποίους αυτό που θέλω να γράψω με αφορά, γιατί καταπιάστηκα με αυτό, γιατί αυτή η ιδέα μου ανήκει, αφού δεν την επεξεργάστηκα συνειδητά. Αυτή η ενδοσκόπηση θα μου δώσει το υπόλοιπο υλικό του ποιήματος. Στη συνέχεια και αφού καταγράψω το υλικό που μου φαίνεται ενδιαφέρον, έχω μπροστά μου ένα πιθανό ποίημα. Θα επανέρχομαι για αρκετό καιρό σε αυτό και θα το στρογγυλεύω. Όλα αυτά τα στάδια μπορούν να ολοκληρωθούν με ενέργειες μεθοδικές ή τυχαίες – κατά κύριο λόγο τυχαίες. Σκέπτομαι το ποίημα συχνά, κάνοντας άλλες δουλειές. Οι τυχαίες και οι ασυνείδητες διαδικασίες έχουν για μένα μεγάλη σημασία· αλλά, αφού ολοκληρώσουν το έργο τους, γίνομαι πολύ αυστηρός κριτής – ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Είναι κάτι που το έμαθα από τους αρχαίους λυρικούς και τραγικούς και δεν μπορώ να ξεφύγω – δεν θέλω ίσως να ξεφύγω.

Όταν γράφω λειτουργεί μόνο η αίσθηση της όρασης. Ακόμα και αν υπάρχει μουσική, δεν την ακούω. Ακούω όμως όλες τις άλλες ώρες μουσική.

Οι μουσικές προτιμήσεις μου: το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι, η alternative και experimental μουσική, Meredith Monk ας πούμε ή  Calexico ή Tom Waits και ο Handel, ο Zelenka, ο Poulenc, ο Satie, ο Cesar Frank, o Shostakovich, ο Glass, ο Cage,  ο Nyman, ο Reich…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Κάθε ποίημα σε πολύ διαφορετικά μέρη, με πολύ διαφορετική γραφική ύλη.

Ερημικές παραλίες, δάση, σαλόνια, υπνοδωμάτια, καφενεία, κεφαλόβρυσα χωριών, νοσοκομεία, αποθήκες, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία… είναι μερικά από τα μέρη που μπορώ να θυμηθώ.

Ποια είναι η θέση της ποίησης σε τόσο δυσμενείς συνθήκες ζωής όπως οι σημερινές;

Νομίζω πως όλες οι συνθήκες ζωής, σε όλες τις ιστορικές περιόδους είναι δυσμενείς. Η ζωή είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο, ανάμεσα στις ομάδες, ανάμεσα στην ψυχή και την Ιστορία. Η ποίηση έπαιζε πάντα πολλούς ρόλους, έπαιρνε πολλές και πολύ διαφορετικές θέσεις – μέσα στην ίδια ιστορική περίοδο εννοώ. Έχει υπηρετήσει πολλούς τυράννους και έχει παρηγορήσει πολλές ψυχές. Ακόμα έχει εμπνεύσει επαναστάτες. Σήμερα νομίζω πως η θέση της είναι δίπλα στο άτομο που βιώνει την άνοδο των κοινωνιών του ελέγχου και δεν θέλει να αποδεχθεί τις ηγεμονικές απόψεις για την βελτίωση της ζωής του και της ζωής τού συνόλου. Η ποίηση μπορεί να ισχυροποιήσει την μέριμνα για τον εαυτό – που έλεγε κι ο Foucault. Γι’ αυτό βρίσκω υπέροχο το γεγονός πως όλοι προσπαθούν να γράφουν ποίηση: βελτιώνουν τον λόγο και την σκέψη τους. Όσοι «φρίττουν» με την «ανίερη» συνήθεια καθενός να θέλει να είναι ποιητής, κάνουν θεολογία. Και όταν η ποίηση γίνεται θεολογία, η θεολογία γίνεται πολιτική (ολιγαρχική). Αυτή η περίφημη ρήση πως τάχα δεν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης δεν είναι αληθής –άλλωστε ο Γερμανός ιδιοκτήτης της την πήρε πίσω- αλλά λέει πολλά άλλα πράγματα. Λέει, ας πούμε, πως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορεί να γραφεί ποίηση με τις ίδιες προϋποθέσεις που γραφόταν πριν. Το ποίημα δεν είναι πια μόνο μια μορφή συναισθηματικής χρήσης της γλώσσας -έστω και «supreme»- αλλά μια μορφή ευθύνης απέναντι στην ύπαρξη. Το ποίημα πρέπει να προσφέρει μιαν αλήθεια. Δεν μπορεί να κρύβεται πια στο καβούκι της αισθητικής. Η αισθητική σήμερα είναι θεολογία. Είναι η πολιτική του θεοποιημένου εμπορεύματος. Το έργο τέχνης δεν είναι ωραίο, είναι κεραυνοβόλο, συγκλονιστικό και χίλια δυο ακόμα, αλλά όχι ωραίο. Ωραία είναι τα προϊόντα, οι διαφημίσεις…

Η πεζογραφία σας αφήνει αδιάφορο; Θα παραμείνετε αποκλειστικά ποιητής;

Η πεζογραφία δεν με αφήνει αδιάφορο. Ίσα-ίσα την αγαπώ και νομίζω πως μπορεί να τροφοδοτεί την ποίηση με πλούτο πνευματικό και τεχνικό. Μπορεί κανείς να μάθει να γράφει ποίηση διαβάζοντας Κοσμά Πολίτη ή Μάριο Χάκα ή Καζαντζάκη ή Henry James ή Poe κι ακόμα Pynchon, Hemingway, Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό. Η ήδη κοπιαστική ενασχόλησή μου, όμως, με την ποίηση δεν μου επιτρέπει να ασχοληθώ με την πεζογραφία, που είναι επίσης πολύ κοπιαστική δουλειά με πολλές απαιτήσεις. Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει καλά. Αν παραμείνω αποκλειστικά ποιητής ή όχι, δεν το ξέρω. Πάντως δεν θα ήθελα να γράψω πεζογραφία, μεταφέροντας όλες τις συνήθειές μου από την ποίηση. Αν το κάνω κάποτε θέλω να το κάνω με τους όρους της πεζογραφίας.

Μας παρουσιάσατε σε δυο εκδόσεις την περίπτωση του Φώτη Αγγουλέ. Τι σας ώθησε στην παρουσίαση του συγκεκριμένου λογοτέχνη; Με ποιο τρόπο θα τον συστήνατε στους νέους αναγνώστες;

Ο Μάρκος Μέσκος με ώθησε. Κουβεντιάζαμε για την ψυχική δύναμη του Αγγουλέ. Αγράμματο παιδί και κατάφερε να γράψει όμορφη ποίηση. Λέγαμε και για τη δύναμη του ανθρώπου γενικά, κι έτσι αποφάσισα να κάνω την πρώτη ανθολογία. Ύστερα μου ζητήθηκε μια μονογραφία σε κάποια σειρά για τους «αφανείς», κι εγώ έδωσα ένα πεζογράφημα που αποτελείται από ψευδο-ντοκουμένα (μαρτυρίες ανύπαρκτων προσώπων, δημοσιεύματα εφημερίδων, επιστολές, αστυνομικές αναφορές…) τα οποία αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά. Όποιος νέος θέλει να δει πόσο δυνατός μπορεί να είναι ο άνθρωπος στις χειρότερες συνθήκες και με ανύπαρκτες προϋποθέσεις, ας ρίξει μια ματιά σε αυτά τα βιβλία. Η ποίηση μπορεί να ανθίσει εκεί που μόνο πέτρες και στάχτες υπάρχουν. Πραγματικά, όλα εκείνα τα ανθρωπάκια: χωροφύλακες, στρατιωτικοί, παπάδες, που βασάνισαν και καταδίωξαν τον Αγγουλέ έγιναν σκέτο λίπασμα. Ο Αγγουλές υπάρχει. Στα βιβλία που έφτιαξα γι’ αυτόν και σε άλλα. Η ποίηση θριάμβευσε.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Μπορεί ο αναγνώστης να ελπίζει σε κάποια συγκεντρωτική έκδοση;

Πέφτει στα χέρια μου ένα βιβλίο που με δονεί. Κάθομαι και γράφω μια φανταστική επιστολή στους αναγνώστες, με την οποία τους παρουσιάζω το βιβλίο και προσπαθώ να τους βοηθήσω να εντοπίσουν τη δύναμή του. Ύστερα απαλείφω τα επιστολικά στοιχεία και γίνεται… δημοσίευμα.  Σχεδόν πάντα, οι κριτικές μου είναι μια ευκαιρία να δημοσιοποιήσω τις απόψεις μου για την ποίηση, την πολιτική… τα πάντα. Για μένα η κριτική είναι παιδί της ανάγνωσης. Ανάγνωση σημαίνει αποδοχή των όρων που θέτει το κείμενο. Δεν γράφω ποτέ για βιβλία που δεν μου αρέσουν. Δεν έχει νόημα. Τα κακά βιβλία σε υποβάλουν σε μαρτύρια. Είναι σπατάλη ψυχής να μπαίνεις στο παιχνίδι τους. Εξάλλου, δεν ενοχλούμαι καθόλου από την ύπαρξή τους. Δεν θέλω να τα κατακρίνω. Κι αν κάποιος πει πως έτσι χάνεται η κοινωνική λειτουργία της κριτικής, θα πω κι εγώ πως μέχρι σήμερα η κοινωνική λειτουργία της κριτικής ήταν μια σφαγή που δεν μάτωνε. Φυσικά, θα συγκεντρώσω κάποτε τις κριτικές αυτές σε ένα βιβλίο. Ίσως πολύ σύντομα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου άλλου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μάρκο Μέσκο, αρχικά. Και θα το κάνω. Σιγά-σιγά. Όλα στον καιρό τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Descartes, ο Ezra Pound, ο William Blake, ο Dylan Thomas, ο Poe, ο Όμηρος, ο Αρχίλοχος, ο Σοφοκλής… Διαβάζω από 9 ετών λογοτεχνία, φιλοσοφία, επιστήμη…

Αγάπησα τους περισσότερους συγγραφείς. Από καθέναν κάτι πήρα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αμέτρητα, αλλά έχω τρεις «Βίβλους»: τη Βίβλο, την Ιλιάδα και τα Cantos του Ezra Pound.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το μοιρολόγι της φώκιας του Παπαδιαμάντη, The Murders of Rue Morgue του Poe…

Αγαπημένα σας ποιήματα.

Η μέρα της Λαμπρής του Σολωμού, Εις δόξαν του Κάλβου, Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, Αλαφροΐσκιωτος του Σικελιανού, Μαρία Νεφέλη του Ελύτη…

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ηρακλής του Ευριπίδη.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Διαβάζω το κείμενο, διαβάζω οτιδήποτε αφορά στον συγγραφέα και στο κείμενο και μπορώ να το εντοπίσω (το διαδίκτυο είναι πραγματικό θησαυροφυλάκιο), εξοικειώνομαι με τον συγγραφέα, και αφού τα έχω κάνει όλα αυτά, κάθομαι ένα διάστημα να εξοικειωθώ μαζί τους και να γίνουν κομμάτι της ζωής μου. Ύστερα   προχωρώ στην ερμηνεία του κειμένου και αρχίζω να διαβάζω και να φαντάζομαι πως είμαι ο συγγραφέας. Μετατρέπω τον συγγραφέα σε προσωπείο μου. Βέβαια θα μπορούσα να κάνω το αντίστροφο, αλλά -πώς να το κάνουμε;- εγώ είναι εκείνος που πρέπει να δώσει την παράσταση. Εμένα θα κατηγορήσουν οι θεατές. Και, συνήθως, αν δεν με κατηγορήσουν πως απομακρύνθηκα από τον συγγραφέα θα με κατηγορήσουν πως ήμουν τόσο κοντά του, ώστε να «στεγνώσω» τον λόγο του. Αλλά, φυσικά, ο συγγραφέας είναι μαζί μου. Πάντα. Το ξέρω. Έχουμε κουβεντιάσει πολύ μέσα στο κείμενο. Άλλωστε πιστεύω πως κάθε καλή μετάφραση οφείλει να είναι αμφιλεγόμενη. Δεν το λέω αυτό για να εντυπωσιάσω. Η μετάφραση επιτελείται σε έναν κοινωνικό τόπο ασυμμετρίας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για σωστές μεταφράσεις. Τι σημαίνει μια σωστή μετάφραση; Προχειρότητες που αγνοούν την πολυπλοκότητα μιας γλωσσικής δράσης όπως η μετάφραση.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Poe, γιατί  αντιστεκόμουν στις αλήθειες τους. Ήταν μια οδυνηρή διαδικασία. Σαν να φοβάσαι το σκοτάδι και να σε έλκει βασανιστικά.  Προσπαθείς να προκαλέσεις αυτό που θέλεις να αποφύγεις μια ώρα αρχύτερα. Έλεγα στον Poe: «Φύγε από την γλώσσα μου, δαίμονα». Και μετά ένιωθα πως είχα μιλήσει στον εαυτό μου. Και άκουγα τον Poe να μου λέει: «Δεν είμαι εγώ για σένα». Και θύμωνα και προσπαθούσα να τον παρασύρω σε άλλες όψεις της ποίησης. Και το παρέσυρα, για να διαπιστώσω πως με είχε παρασύρει εκείνος όπου ήθελε.

Το ίδιο έπαθα και με τη μετάφραση του Αίαντα του Σοφοκλή. Ο Αίας ζητούσε να συμμεριστώ την απόφασή του να πεθάνει. Τη συμμερίστηκα. Πραγματικά τη συμμερίστηκα. Αλλά τον άφησα να πεθάνει μόνος. Τον κορόιδεψα. Αλλά δεν νομίζω πως θύμωσε. Με άφησε πίσω, για να βοηθήσω τον Τεύκρο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Να καταφέρω να μεταφράσω όλη την Ιλιάδα. Με τρέφει η μετάφρασή της, μου μαθαίνει όλο και περισσότερους τρόπους έκφρασης. Είναι ζήτημα… πατριωτικό. Η πατρίδα μου είναι η ελληνική γλώσσα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Πραγματικά, δεν έχω δει πουθενά να μην αναφέρεται ή να μην σχολιάζεται η δουλειά ενός πολύ καλού μεταφραστή. Εξαιρούνται ορισμένα έντυπα που επιβάλουν αυστηρούς περιορισμούς χώρου. Κατά τα λοιπά, ισχύει πάντα η λογική του «αναφέρουμε ό,τι πουλάει!» Όπως και να έχει, οι αναγνώστες σέβονται και αγαπούν τους καλούς μεταφραστές.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράσεις, επιμέλειες…

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω μικρά λυρικά ποιήματα. Καταβάλω μια προσπάθεια να αρχίσω από το τέλος της ποίησης. Να πάω, δηλαδή, στην αρχή. Διαβάζω το Μέλμωθ ο Περιπλανώμενος του Robert Maturin, του οποίου μια συντομευμένη έκδοση –δια χειρός Hawthorne υιού- είχα μεταφράσει κάποτε. Το βιβλίο ολόκληρο είναι συγκλονιστικό και εξαιρετικά μεταφρασμένο από την κυρία Χαρά Σύρου. Μεταφράζω το Ζωή και Πεπρωμένο του Vasily Grossman και προχωρώ στη μετάφραση της τρίτης ραψωδίας της Ιλιάδας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω πολύ κινηματογράφο και θέατρο. Είμαι λάτρης των ταινιών του Lars von Trier, από το μαγικό The element of crime μέχρι την αριστουργηματική Μελαγχολία. Και ο Béla Tarr με μαγεύει. Πραγματικοί ποιητές.  Όσοι για το θέατρο, παρακολουθώ τα πάντα. Ακόμα και από τις μέτριες ή κακές παραστάσεις κάτι κερδίζω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Λίγο βαρετές, αλλά συχνά ενδιαφέρουσες. Κάποτε χυδαίες, αλλά δημοκρατία σημαίνει να αντιμετωπίζεις καταπρόσωπο και σαν ίσο τον άλλον, όπως κι αν είναι.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Πάντα, όσο μπορώ περισσότερες, σε οποιοδήποτε μέσο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και δωρεάν να μου την έδινε δεν θα την ήθελα. Τι να την κάνω; Ο αιώνια νέος άνθρωπος μοιάζει λίγο με βράχο πλάι στη θάλασσα. Γιατί είναι πάντα μελαγχολικοί οι βράχοι πλάι στη θάλασσα;




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,841 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers