Posts Tagged ‘Εργαστήρι Συγγραφέα

21
Φεβ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Έλενα Πέγκα

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα, Εκδόσεις Άγρα, 2011. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει σαν αφετηρία μέρη που βρέθηκα, πρόσωπα και σώματα που συνάντησα, σκέψεις που έκανα, αλλά δεν θεωρώ αυτά καθοριστικά στο γράψιμο του με την έννοια πως αντί για αυτά θα μπορούσαν να είναι άλλα.  Η διάθεση με ενδιέφερε, η ματιά πάνω σε όλα, οι αντιθέσεις, το μπανάλ που αίφνης γίνεται δραματικό, το άσχημο που γίνεται όμορφο, το εξημερωμένο που γίνεται άγριο και βίαιο.

Αυτή τη συλλογή μικρών ιστοριών την αποκαλώ νουβέλα  γιατί νιώθω πως η μία ιστορία συμπληρώνει την άλλη και πως όλες μαζί αποτελούν τα κεφάλαια ενός βιβλίου. Διαρκώς μεταβαλλόμενα σκηνικά, κατακερματισμός, ένας κόσμος ταυτοχρονικός.

Σχετικά με τον τίτλο.  Η ζώνες μας προστατεύουν στην οδήγηση, στην ορειβασία, στις πτήσεις, και μας περιορίζουν.  Επίσης, οι ζώνες κρατούν τα ρούχα πάνω στο σώμα μας, ώστε αυτά να μην μας φύγουν.  Παπούτσια, τσάντες, ζώνες.  Η ζώνη είναι το πιο παράξενο αξεσουάρ.  Και το δέρμα είναι η επιφάνεια ενός σώματος.   Μέσα από την επιφάνεια αυτή το ζώο άνθρωπος εισπράττει καταρχήν τα ερεθίσματα του κόσμου που κατοικεί με το σώμα του.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΕΖΑ

1997: ΣKOYΩΣ – ΣTIΓMEΣ ANTPIKEΣ KAI ΓYNAIKEIEΣ, νουβέλα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα. Aποσπάσματα έχουν μεταφραστεί στα Σουηδικά και Γερμανικά, και εκδοθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της κάθε χώρας.

 1986: AYTH ΘEPINH, διήγημα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα.

ΘΕΑΤΡΙΚΑ & το ανέβασμά τους

2011: ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, μονόλογος για έναν άντρα ηθοποιό και 15 άντρες εθελοντές. Εκδόθηκε στο Βερολίνα από την Queich Verlag στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά.  Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο του 2011.

2009: ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ, βασισμένο στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ανέβηκε στην Αθήνα, στο Θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και παραγωγή Γιώργου Λυκιαρδόπουλου. Tο ίδιο έργο σε παραλλαγή είχε ξανανέβει στην Αθήνα το 1999 με μεγάλη επιτυχία.

2006: ΠOIOI EINAI OI KAINOYPΓIOI MAΣ ΦIΛOI; ανέβηκε από το KΘBE σε σκηνοθεσία Aleksandr Popovski στην Θεσσαλονίκη Nοέμβριο, Δεκέμβριο, Iανουάριο 2007 στο Mικρό Θέατρο της Mονής Λαζαριστών.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Τον Μάη του 2009, το ίδιο έργο, μεταφρασμένο στα Αγγλικά, παρουσιάστηκε σε αναλόγιο στο Λονδίνο, στο Bates Theatre, Covent Garden. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά και στα Γαλλικά.

2003: H NELLY’S BΓAZEI BOΛTA TON ΣKYΛO THΣ, ανέβηκε για 19 παραστάσεις σε συνσκηνοθεσία της συγγραφέως με τον Γρηγόρη Aποστολόπουλο στο Δημοτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ANETON, ως επίσημη συμμετοχή ΔHMHTPIA 2003.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tον Δεκέμβρη του 2005 παίχτηκε στα Hνωμένα Aραβικά Eμιράτα, ως επίσημη συμμετοχή της Eλλάδας στο Διεθνές Φεστιβάλ Mονολόγων της Φουτζέηρα. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά.

2002: OTAN XOPEYOYN OI GO-GO DANCERS, ανέβηκε στον χώρο tribal BOOZE σε σκηνοθεσία της συγγραφέως, στην Aθήνα, για 35 παραστάσεις. Παίχτηκε στην Kομοτινή, και στην Θεσσαλονίκη, Θέατρο AXIΛΛEION, για 11 παραστάσεις. Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tο ίδιο έργο μεταφράστηκε στα Oλλανδικά και παίχτηκε από λλανδικό θίασο στο Φεστιβάλ Verse Waar της Oλλανδίας, και εκδόθηκε στα Oλλανδικά σε ανθολογία σύγχρονων ευρωπαϊκών έργων, από το Film and Theatre Press, Holland.

2000: 3-0-1 METAΦOPEΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη.Aνέβηκε από το Eθνικό Θέατρο (Πειραματική Σκηνή) σε σκηνοθεσία της συγγραφέως.  Παίχτηκε για 32 παραστάσεις.

1999: TA KAINOYPΓIA POYXA TOY AYTOKPATOPA, έργο βασισμένο στο γνωστό παραμύθι του Xανς Kρίστιαν Άντερσεν, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Oξύ. Aνέβηκε σε συνσκηνοθεσία Kωνσταντίνου Pήγου, Mάνθου Σαντοριναίου, και της συγγραφέως στο κλαμπ +Soda της Aθήνας. Παίχτηκε για 3 μήνες (sold out) και έδωσε μια παράσταση στη Θεσσαλονίκη.

1998: H KAITE KOΛΛBITΣ ΠAPOYΣIAZEI MIA ΣYNTOMH IΣTOPIA THΣ MONTEPNAΣ TEXNHΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά, σε ανάθεση της αμερικανίδας σκηνοθέτιδας Sherry Teitelbaum.  Παρουσιάστηκε στο Nada Theater της Nέας Yόρκης. Στα ελληνικά, παίχτηκε για έναν μήνα στο Θέατρο Φούρνος, της Aθήνας, σε σκηνοθεσία Mάνθου Σαντοριναίου.

1997: BAΛΣ EΞITAΣION, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Έργο με τραγούδια & μουσική, γράφτηκε σε ανάθεση του Θεάτρου του Nότου της Aθήνας & του ΔHΠEΘE Bόλου.  Σε σκηνοθεσία Γιάννη Xουβαρδά κ Έφης Θεοδώρου παίχτηκε 6 εβδομάδες στην Aθήνα, 2 στον Bόλο. Tαξιδεψε για 2 παραστάσεις στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας.

1999: GORKY’S WIFE, έργο στα αγγλικά, παίχτηκε για 4 εβδομάδες στη Nέα Yόρκη, σε παραγωγή του The Present Company Theater και σκηνοθεσία της αμερικανίδας Julia Barclay.   Tο ίδιο έργο είχε ανέβει στο 18ο Bay Area Playwrights’ Festival στο Θέατρο Magic στο Σαν Φρανσίσκο, το 1995. Tο 2005 στα ελληνικά παρουσιάστηκε στο Aναλόγιο 2005 στο Θέατρο Άλεκτον και εκδόθηκε σε ειδική έκδοση του Aναλογίου. Το 2011 ανέβηκε στα ελληνικά στο Studio Kinitiras στην Αθήνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μου αρέσει να γράφω τις νύχτες και προτιμώ όταν δουλεύω να είμαι ή να νιώθω μόνη. Γι’ αυτό μου αρέσει να δουλεύω τον Αύγουστο στην Αθήνα που είναι ήσυχη. Οι ιδέες μου έρχονται ξαφνικά, σα να με επισκέπτονται. Αν και συνήθως κάνω έρευνα σχετικά με το θέμα που με απασχολεί.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο στη δημιουργικότητά σας;

Ναι θα συνεχίσω. Το θέατρο διεκδικεί αναπόφευκτα μεγαλύτερο μερίδιο καθώς με την ιδιότητα μου ως σκηνοθέτης περνώ άπειρο χρόνο σε πρόβες και ανεβάσματα έργων. Αγαπώ πολύ την πράξη του Θεάτρου, την πρακτική του πλευρά.

Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας πάνω στη σκηνή, σε έργο δικό σας ή άλλων; Το δοκιμάσατε, θα τα δοκιμάζατε;

Έχω σπουδάσει υποκριτική και στα νεανικά μου χρόνια έπαιζα.  Σιγά σιγά άρχισα και να γράφω και να σκηνοθετώ και σταμάτησα να παίζω.  Τώρα έχω μείνει πίσω ως ηθοποιός, έτσι θα έπαιζα πάλι μόνο σε κάτι ειδικό, εκτάκτως.

Με ποιο τρόπο εμπλακήκατε στη συγγραφή κινηματογραφικού σεναρίου; Πώς ήταν η εμπειρία; Θα υπάρξει συνέχεια;

Θαυμάζω τον Λάκη Παπαστάθη και όταν μου πρότεινε να συνεργαστούμε στην ταινία Το Μόνον Της Ζωής του Ταξίδειον δέχτηκα και ήταν ωραία.  Δύσκολα θα ξαναέγραφα σενάριο, το βρίσκω πολύ τεχνικό και περιοριστικό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό για μένα είναι η απομόνωση. Δεν έχω τελετουργία. Αρχίζω να γράφω, σταματώ, ξαναρχίζω, σταματώ, σκέφτομαι.  Έτσι μπορούν να περάσουν μέρες και νύχτες. Προτιμώ την ησυχία. Ακούω μουσική άλλες ώρες. Από Μπαχ και Μοντεβέρντι έως πάνκ-ροκ. Μου αρέσει και να χορεύω.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι δεν γράφω ποίηση.  Είναι ένα απαιτητικό είδος με μακριά ιστορία που δεν το κατέχω.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί.  Καλβίνο, Μπολάνο, Μάρκες, Μόρισον, Γούλφ, Ντυράς, Μπέκετ, Ίψεν, Μουρακάμι, Καριλ Τσέρτσιλ, Ταχτσής, Ευριπίδης, Σαπφώ, Σαίκσπηρ,

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Εραστής Της Λαίδη Τσάτερλυ, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, Ξενοδοχείο Ίρις, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Το Κουρδιστό Πουλί και πολλά θεατρικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δύσκολοι Έρωτες του Καλβίνο, Πουτάνες και Φόνισσες του Μπολάνο αλλά και του John Cheever.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Αναγνωστάκη, ο Στάικος, ο Ξανθούλης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κάποιοι από τους ήρωες μου βασίζονται σε πρόσωπα που γνώρισα.  Ενθουσιάζομαι όταν μαθαίνω νέα τους.  Κάποιοι το ξέρουν πως έγιναν ήρωες μου, κάποιοι όχι.  Μια φορά την μέρα που θα έκανε πρεμιέρα στο Κρατικό ένα έργο μου με ήρωα τον Όγκι από τα Σκόπια, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο πραγματικός Όγκι.  Το είχε μάθει και με πήρε από τον Καναδά.   

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πολλοί.  Τόσοι πολλοί στις αρχαίες τραγωδίες, στον Σαίκσπηρ, η Εντα Γκάμπλερ, η Νόρα στο Κουκλόσπιτο, ο/η Ορλάντο της Γουλφ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξένα σπίτια.

Πώς βιοπορίζεστε;

Το Θέατρο είναι πιο αποδοτικό από την πεζογραφία.  Επίσης, διδάσκω. Έχω εργαστεί και στο Θέατρο σε θέσεις άλλες όχι μόνο ως καλλιτέχνης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν γνωρίζω καλά τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν το έχω σκεφτεί.  

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή

Ναι παρακολουθώ. Ζούσα στη Νέα Υόρκη χρόνια και με γοήτευε η εκεί πρωτοπορία. Θαυμάζω την Ανν Μπογκαρτ, τον Ταντάσι Σουζούκι, τον Πήτερ Μπρουκ. Μου αρέσει ο ανεξάρτητος κινηματογράφος.  Επίσης, μου αρέσει πολύ ο σύγχρονος χορός, γι’ αυτό και έχω συνεργαστεί επί σειρά ετών με τον Κωνσταντίνο Ρήγο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Oliver Sacks – Ο Άνθρωπος Που Μπέρδεψε την Γυναίκα του με Ένα Καπέλο.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα θεατρικό με Υπερήρωες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την! 

- «Τι ανεβάζετε αυτόν τον καιρό;» – Το Χέρι του Τιμ Κράουτς στο Θέατρο Του Νέου Κόσμου κάθε Δευτέρα και Τρίτη!

Στις φωτογραφίες σκηνές από τα έργα: Νάρκισσος, 3-1-0 μεταφορές, Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα, Η Νelly’s βγάζει βόλτα το σκύλο της και η αφίσα από Το χέρι του Τιμ Κράους

Σημ. Πανδοχείου: τηρήθηκε η γραφή της φιλοξενούμενης.

17
Φεβ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 80. Δημήτρης Στεφανάκης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Φρούτα Εποχής το 2000 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Οι τεχνητοί τρόποι διαφυγής του σύγχρονου ανθρώπου με φόντο τον θρίαμβο του φωτός και της Μεσογείου. Όταν η Μύκονος γίνεται λογοτεχνικός προορισμός.

Λέγε με Καΐρα. Η νοσταλγία της χαμένης Ελλάδας του ΄50 και του ΄60 θέτει αναπάντητα πολιτικά ερωτήματα και όχι μόνο.

Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία: Αθηναϊκό μυθιστόρημα. Ένας κύκλος αίματος και παρανοήσεων για ένα κόσμο που αρνείται επίμονα ν’ αλλάξει.

Μέρες Αλεξάνδρειας: Η τοιχογραφία του εικοστού αιώνα. Η πόλη του Καβάφη καλειδοσκόπιο του κοσμοπολιτισμού στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλίο που με σύστησε στο ευρωπαϊκό κοινό και που μου χάρισε εσχάτως δύο διεθνή βραβεία, το Prix Méditerranée Etranger και το βραβείο Καβάφη.

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι. Επιστροφή στη Μύκονο με κεντρικό ήρωα τον Καμύ.

Θα πολεμάς με τους Θεούς. Ένα κοντινό μυθιστορηματικό πλάνο στον Λεωνίδα, τον πρώτο ήρωα της Ιστορίας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή μου. Είμαι δύσπιστος σ’ αυτό που γράφει το χέρι. Αφήνω που ο γραφικός μου χαρακτήρας γίνεται όλο και πιο δυσανάγνωστος ακόμα και από μένα τον ίδιο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η διαδικασία είναι περίπου ίδια κάθε φορά. Θα σας πω μόνο ότι το τελικό στάδιο της συγγραφής του μυθιστορήματος αποδεικνύεται πάντα το πιο εύκολο απ’ όλα.

Η μουσική που επιλέγω εξαρτάται συνήθως από το θέμα. Προτιμώ πάντως κλασική μουσική ή όπερα.

Οι προτιμήσεις μου; Μικρές δημιουργίες για πιάνο: Σονάτες, πρελούδια, αυτοσχεδιασμοί. Σούμπερτ, Μπετόβεν, Σοπέν, Ντεμπυσύ αλλά και Μπαχ και Μότσαρτ ή Ραχμάνινοφ.

Άριες από τις όπερες του Πουτσίνι.

Πιανίστες της τζαζ όπως ο Μπιλ Έβανς, ο Κηθ Τζάρετ

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Κάποιες φορές ναι. Κατά κανόνα πάντως γράφω στο σπίτι.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Το έχω κάνει ήδη κι εννοώ το Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι με ήρωα τον Καμύ.

Αν το έκανα ξανά θα σκεφτόμουν τον Ντοστογιέφσκι.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ντοστογιέφσκι, Τολστόι Μπαλζάκ, Προυστ, Τζόυς, Βιρτζίνια Γουλφ, Μούζιλ, Κάφκα, Καμύ,

Σωλ Μπέλοου, Τζον Μπάνβιλ, Χαβιέρ Μαρίας, Κλαούντιο Μάγκρις από τους σύγχρονους.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αδελφοί Καραμαζόφ, Ο Ξανακερδισμένος χρόνος, Άννα Καρένινα, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, Ο ξένος, Η Θάλασσα, Το πρόσωπό σου αύριο, Μικρόκοσμοι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχοφ, του Κάφκα, του Τζόυς και του Χεμινγουέη

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πιστεύω σε δυο τρεις νέους λογοτέχνες μας.  Περιμένω απλώς τη συνέχεια.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ, ο Ντιμίτρι Καραμάζοφ και η Άννα Καρένινα

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω το Εντευκτήριο  για την διαχρονικότητά του,  το Book’s Journal για το στυλ του και την Κλεψύδρα γιατί συμμετέχω κι εγώ στην προσπάθεια. Επίσης την Οδό Πανός. Όμως τα καλά λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα είναι πολλά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προσπαθώ να μεταφέρω το πρωτότυπο στο δικό μας γλωσσικό περιβάλλον χωρίς να «τραυματίσω» τα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλευε ανέκαθεν ο Φόρστερ γιατί συνήθως χρησιμοποιεί τις λέξεις με την τέταρτη ή πέμπτη σημασία τους. Με έθελξε ο Μπέλοου και ο Απντάικ αλλά και ο ιστορικός Τομ Χόλλαντ με τα άρτια Αγγλικά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ο Χέρτσογκ  του Μπέλλοου είναι πραγματικό αριστούργημα. Γερτρούδη και Κλαύδιος του Απντάικ είναι μια ανατροπή της σαιξπηρικής ματιάς, γραμμένο από ένα μεγάλο μαιτρ της λογοτεχνίας. Η Κάρμεν του Μεριμέ αλλά και η Περσική φωτιά του Τομ Χόλλαντ αξίζει να διαβαστούν, όπως και το Καφέ με τον Πλάτωνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα πω μόνο πως η μετάφραση είναι πραγματικό σχολειό για τον λογοτέχνη. Για αυτό και μόνο νομίζω πως αξίζει να καταπιαστεί με αυτή κάθε επίδοξος συγγραφέας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Εργάζομαι πολύ, συνδυάζοντας τα ενδιαφέροντά μου με την εργασία και την εξέλιξή μου. Θα επαναλάβω αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν: «Η λογοτεχνία είναι μόχθος». Η μουσική που επιλέγω είναι αυτή που ήδη προανέφερα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα μ’ ενδιέφερε να μεταφράσω την σύγχρονη αγγλόφωνη λογοτεχνία στις καλύτερες στιγμές της (Μπάνβιλ, Μπαρνς, Μακ Γιούαν, Έιμις) και κάποιους κλασικούς γάλλους συγγραφείς.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν είναι εύκολο να ανατραπεί η εκδοτική και αναγνωστική νοοτροπία δεκαετιών. Είναι σίγουρα άδικο να περιθωριοποιείται ο μεταφραστής, αλλά αυτό γίνεται κατά κόρον στην Ελλάδα και δεν βλέπω πώς μπορεί ν’ αλλάξει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Ο καλός επιμελητής είναι αναντικατάστατος. Η ποιότητα της συνεργασίας εξαρτάται από την ποιότητα συγγραφέα και επιμελητή και βέβαια από την καλή πρόθεση αμφοτέρων.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Οι ήρωες των καλών βιβλίων πάντα μας ακολουθούν είτε τα γράφουμε εμείς είτε τα μεταφράζουμε.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τα βιβλία μου.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω πολλά πράγματα μαζί. Γράφω και ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα για το σκοτεινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Με ενθουσίασε η ιδέα του the Artist.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο διευκολύνει, υπό όρους,  την μετάδοση της γνώσης και υποκαθιστά ένα μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας. «Μέτρον άριστον» όπως σε όλα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ταυτίζω την αιώνια νιότη με την αιώνια πλήξη. Προτιμώ να κρατήσω την εμπειρία του χρόνου που περνά και τις άλλες μου ιδιότητες.

04
Φεβ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 78. Τεύκρος Μιχαηλίδης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Tο πρώτο μου μη σχολικό βιβλίο είχε τίτλο «Μαθηματικά Επίκαιρα –  Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα» και περιλάμβανε 33 δοκίμια, γραμμένα από το Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Αύγουστο του 2004, τα οποία συνέδεαν την τρέχουσα επικαιρότητα με τα μαθηματικά. Για παράδειγμα η κατάκτηση του Euro 2004 συνδέθηκε με τα ημικανονικά πολύεδρα του Αρχιμήδη, η παράδοση του «δακτυλιδιού» στον ΓΑΠ με την οικογένεια Bernoulli που αριθμούσε επτά πρωτοκλασάτους μαθηματικούς, η σύλληψη στελεχών της 17 Νοέμβρη με την ασυμμετρία κλπ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2004.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» είναι μια αστυνομική ιστορία που εκτυλίσσεται στις αρχές του εικοστού αιώνα, στο Παρίσι της Belle Epoque και στην Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων και του Εθνικού Διχασμού. Κινητήρια δύναμη, συνδετικός κρίκος των αστυνομικών και ιστορικών τεκταινόμενων είναι το θεώρημα της μη πληρότητας του Γκέντελ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2006 και μεταφράστηκε στα Ιταλικά, Ισπανικά. Αγγλικά, Γαλλικά, Κορεάτικά και Κινέζικα.

Ακολούθησε, το 2009 το «Αχμές, γιος του φεγγαριού» μια απολύτως φανταστική βιογραφία του Αχμές, ενός Αιγύπτιου γραφέα που συνέταξε γύρω στα 1650 π. Χ. το πρώτο ενυπόγραφο μαθηματικό εγχειρίδιο, ένα πάπυρο με 84 λυμένα προβλήματα, που ανακαλύφθηκε σ’ ένα τάφο γύρω στα 1850 μ.Χ. Για το συγγραφέα δεν είναι, τίποτα γνωστό πέρα από το όνομά του. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος πρόσφατα (Νοέμβρης 2011) κυκλοφόρησε το «Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού»

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ο κύριος λόγος που γράφω είναι ότι θέλω να ταξιδέψω. Στη μαυρίλα της Ελλάδας των τελευταίων δυο χρόνων, χρειαζόμουν μια τονωτική ένεση. Το μυαλό μου πήγε στις διακοπές, σε καλοκαιριάτικους έρωτες, σε αγαπημένα τραγούδια της νιότης. Κάπως έτσι χωρίς καλά καλά να το καταλάβω βρέθηκε γραμμένο το βιβλίο, το πρώτο ερωτικό – μαθηματικό μυθιστόρημα μια και τα μαθηματικά παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή. Τα κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που μας επιβάλλουν οι κυβερνήσεις των δυο τελευταίων χρόνων και μου μας γυρνούν πίσω στον εργασιακό μεσαίωνα έφεραν τη σκέψη μου στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα κι αυτό έδεσε πολύ καλά με τη Σέριφο, τόπο διακοπών το 1970 αλλά  και τόπο επαναστατικών κινητοποιήσεων το 1916.

Η Σέριφος και η πρόσφατη ιστορία της αποτελούσαν, μέχρι σήμερα, – διορθώστε με αν κάνω λάθος – ανεκμετάλλευτο λογοτεχνικό υλικό. Πώς σας δημιουργήθηκε η σχετική έμπνευση; Διαβάσατε, ταξιδέψατε;

Από τη στιγμή που επέλεξα τη Σέριφο – τόπο της πρώτης νεανικής μου εξόρμησης – ως κέντρο της δράσης, ήταν φυσικό να ασχοληθώ με όλες τις πτυχές της ιστορίας της. Δεν έχω κι εγώ υπόψη μου άλλη αφηγηματική προσπάθεια με κέντρο τη Σέριφο, αυτό όμως μάλλον δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στην επιλογή μου.

Η λογοτεχνία σας κυκλοφορεί στα ανεξάντλητα μαθηματικά και αστυνομικά πεδία. Σας γοήτευσαν αναπόδραστα οι δυο χώροι; Σκέφτεστε καθόλου να αποδράσετε;

Τα μαθηματικά είναι η ζωή μου, η μία και μοναδική επιλογή σπουδών και επαγγέλματος που έκανα από τα 15 μου και δεν την άλλαξα ποτέ. Οι ιστορίες είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση: Να τις ακούω, να τις διαβάζω, να τις αφηγούμαι, να τις γράφω. Κι αυτό είναι μια πολύ παλιά και όχι αναγκαστικά συνειδητή επιλογή μου. Δεν σκέφτομαι να αποδράσω. Αν αποδράσω, πρώτα θα το κάνω και μετά θα το συνειδητοποιήσω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Σχεδόν παντού. Στις ουρές, στο αυτοκίνητο, λίγο πριν κοιμηθώ και ξανά το πρωί μόλις ξυπνήσω, στις διακοπές. Όταν μου έρχεται μια ιδέα, σπεύδω να κάνω την αναγκαία έρευνα και καθώς μαζεύω το υλικό στήνεται κι η ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Όταν  εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Γενικώς αγαπώ τη μουσική των sixties, ελληνική και ξένη, τη τζαζ και την ελαφρή κλασική μουσική

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Αμέ! Σε αεροδρόμια, σε καράβια, σε ξενοδοχεία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Δε νομίζω ότι θα έγραφα πραγματική βιογραφία. Οι αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτές όπου οι φανταστικοί μου ήρωες συναντιούνται και αλληλεπιδρούν με πραγματικά πρόσωπα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Πέρα από τις πρώτες εφηβικές μου απόπειρες, ποτέ. Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να εκφραστώ μέσω της ποίησης.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Jane Austin, Betty Smith, Alexandre Dumas, Mika Waltari

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πέρα από τα έργα των πιο πάνω, Το μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia, H λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Jean-Michel Guenassia, Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας του Jean – Claude Izzo.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Αμερικάνος του Παπαδιαμάντη, The Pit and the Pendulum  του Edgar Allan Poe.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί ή μάλλον πολλές: Αθηνά Κακούρη, Λία Μεγάλου Σεφεριάδη, Τιτίνα Δανέλλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ιωάννα Μπουρατζοπούλου, Μάρω Δούκα, Ευγενία Φακίνου

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ηρωίδα στην Ιδιαιτέρα της Ελιάνας Χουρμουζιάδου, ο Byron στο Winds of War.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω περιστασιακά αλλά δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Με τους περισσότερους συγγραφείς που έχω μεταφράσει μας συνδέει μια ειλικρινής σχέση φιλίας. (Andrew Crumey, Eli Maor, Marcus du Sautoy, και με τον Denis Guedj όσο ήταν ακόμα εν ζωή)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Περισσότερο με δυσκόλεψε το Οι μεγάλες εξισώσεις του εικοστού αιώνα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) όπου χρειάστηκε να μεταφράσω δοκίμια κορυφαίων φυσικομαθηματικών του εικοστού αιώνα από μια ευρύτατη γκάμα κλάδων της επιστήμης.
Μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφερε το Θεώρημα του Παπαγάλου, όχι μόνο γιατί ήταν το πρώτο μου αλλά γιατί με ταξίδεψε πολλαπλά στο χώρο και το χρόνο.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα αστέρια της Βερενίκης του Ντενί Γκετζ είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε Έλληνας. Η απόδραση από το χρόνο του Gregory Benford είναι επίσης ένα συναρπαστικό βιβλίο. Η βιογραφία του Αϊνστάιν του Isaacson εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και στο επιστημονικό και στο προσωπικό επίπεδο.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Νομίζω ότι όλα τα βιβλία που έχω μεταφράσει ήταν ιδιαιτέρως αξιόλογα. Όλα μου έχουν δώσει από κάτι.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να κάνω κάποτε μια εκτενώς υπομνηματισμένη μετάφραση κάποιου από τα λογοτεχνικά έργα της λεγόμενης επιστημονικής επανάστασης. Για παράδειγμα το Somnium του Kepler ή κάποιο από τα έργα του Cyrano de Bergerac. Χρειάζεται όμως πολύς  χρόνος και αυτή τη στιγμή έχω άλλες προτεραιότητες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι λογικό. Το έργο ανήκει στο συγγραφέα. Η δουλειά του μεταφραστή είναι σημαντική αλλά δε μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του συγγραφέα. Ωστόσο νομίζω ότι το όνομά του έχει θέση στο εξώφυλλο του βιβλίου που έχει μεταφράσει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Όλοι έχουν τη θέση τους στην πυραμίδα παραγωγής ενός βιβλίου. Ιδανικό είναι να στοχεύουν όλοι στην παραγωγή του καλύτερου δυνατού βιβλίου, άσχετα με το από ποια και πόσα χέρια έχει περάσει. Η συνεργασία μου με τους επιμελητές υπήρξε κατά κανόνα άψογη, με μία μόνο εξαίρεση στην οποία ο επιμελητής με αντιμετώπισε ανταγωνιστικά και έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα να αναδείξει την ανεπάρκειά μου και όχι να παραχθεί ένα σωστό βιβλίο. Αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο να κυκλοφορήσει με  πολλά λάθη επιμέλειας και εγώ να σταματήσω κάθε συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Βλέπετε όμως πόσο αναδεικνύεται το κακό και σκεπάζει το καλό! Είχα πάνω από τριάντα άψογες συνεργασίες με επιμελητές και διορθωτές κι εγώ θυμάμαι ακόμα τη μία και μοναδική ατυχή συνεργασία κι ας συνέβη πριν δέκα χρόνια!

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Ο μισθός μου ως εκπαιδευτικού, τα δικαιώματα από τα βιβλία μου και οι αμοιβές από τις μεταφράσεις μου εξασφαλίζουν δόξα τω Θεώ μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε μέχρι πρόσφατα. Τα τελευταία δύο χρόνια το 90% των εσόδων μου πάει σε άμεσους και έμμεσους φόρους, δηλαδή σε νεοκλασσικά και πισίνες νυν και τέως υπουργών. Θα δούμε…

Το εκπαιδευτικό σας λειτούργημα σάς απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;  

Θεωρώ ότι η βασική μου εργασία είναι αυτή του εκπαιδευτικού. Από αυτήν «κλέβω» ώρες για τη συγγραφή που είναι κατά βάση η ψυχαγωγία μου.

Ως εκπαιδευτικός – μαθηματικός έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε στους μαθητές σας για την λογοτεχνία;

Συχνά.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω ένα νέο μυθιστόρημα (τη συγγραφή του οποίου διέκοψα γιατί ένιωσα την ανάγκη να γράψω τα Τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού), Πρόσφατα ολοκλήρωσα τη μετάφραση ενός σημαντικού βιβλίου (Naming Infinity). Παράλληλα σχεδιάζω δυο τρεις ακόμα ιστορίες που θα αρχίζω να τις δουλεύω αργότερα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει πολύ ο James Ivory. To Radio Days του Woody Allen είναι μια ταινία που δεν ξεχνώ. Από τις ελληνικές ταινίες βλέπω και ξαναβλέπω ευχαρίστως το Προξενιό της Άννας, το Πέπερμιντ, το Happy Day, τις Μέρες του 36 και το Θίασο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Δεν έχω όμως χρόνο για να συμμετέχω στο Facebook και το Tweeter ή να γράφω στα διάφορα blog. (Παρόλο που έχω λογαριασμούς σε όλα αυτά τα διαδικτυακά μέσα).

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της νεότητάς μου διαβάζοντας. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τη νεότητα χωρίς αναγνωστική ιδιότητα. Κάντε μου όμως μια συγκεκριμένη προσφορά και θα το συζητήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τι γνώμη έχετε για τους υπουργούς που ισχυρίζονται ότι ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το διαβάσουν;
Πρόκειται για τακτικό ελιγμό. Όλοι τους έχουν διαβάσει μνημόνιο. Όμως ανάμεσα στο χαρακτηρισμό «προδότης» που θα αποδώσει η ιστορία σε όσους μας έβαλαν στο μνημόνιο και το χαρακτηρισμό «αφελής», «ανεύθυνος», «τεμπέλης» ή ακόμα και «βλαξ»  που επισύρει η δήλωση «το ψήφισα αλλά δεν το διάβασα» επιλέγουν ορθότατα να αποσείσουν από επάνω τους τον πρώτο. Φοβούμαι ότι θα τα καταφέρουν.

27
Ιαν
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 77. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Μετά χαράς. Δεν πρόκειται τόσο για ένα ταξίδι απ’ την Αγγλία στην Τουρκία όπως υποστηρίζει ο τίτλος του, αλλά για μία πάλη, ή ένα παιχνίδι ίσως, να συμβιβάσω τις δυο γλώσσες στις οποίες γράφω: τ’ Αγγλικά και τα Ελληνικά. Κι ύστερα, για μια ερωτική ιστορία ― από αυτές που όλοι έχουμε και κάπως πρέπει να ξορκίσουμε. Είναι όμως και μια τιμή για μένα, καθότι βρίσκεται κάτω από τη σκέπη των εκδόσεων Πόλις.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αναλόγως σε ποια φόρμα εργάζομαι. Όταν πρόκειται για ποίηση, η σύλληψη των ιδεών γίνεται συνήθως σε απρόσμενες στιγμές: κατά τη διάρκεια μιας βόλτας ή ενός μπάνιου στη θάλασσα, πετώντας με το αεροπλάνο, παρακολουθώντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Πολλές φορές σε κάποιο καφέ. Συνήθως κατά μόνας. Σπανιότερα μέσα από συζητήσεις. Απ’ το πουθενά ξεφυτρώνει κάποια φράση και «κολλάει» στο μυαλό, επαναλαμβάνεται αυτοβούλως σαν ρεφρέν από τραγούδι και αργότερα μόνον βρίσκει τη θέση που της αρμόζει στο χαρτί. Έχω ένα σωρό μικρά σημειωματάρια όπου καταγράφονται τέτοιες ιδέες, φράσεις, ή προπλάσματα ποιημάτων, μην τυχόν και  τα ξεχάσω.
Η δουλειά, φυσικά, γίνεται στο σπίτι. Στον υπολογιστή. Εκεί μπαίνει το παζλ στη θέση του, είτε είναι ποίημα, είτε είναι πεζό. Αδυνατώ να θεωρήσω κάτι ολοκληρωμένο εάν δεν το έχω διαβάσει επανειλημμένα και κάτω από συνθήκες πλήρους ησυχίας και νηφαλιότητας (πνευματικής και μη).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμία ιδιαίτερη τελετουργία πλην του καφέ που μονίμως συνοδεύει τη συγγραφική μου πράξη. Η μουσική είναι συνήθως απούσα διότι μ’ εμποδίζει ν’ αφουγκραστώ τον εγγενή ρυθμό ενός ποιήματος ή ενός πεζού.
Σε παλαιότερες εποχές η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της συγγραφής ― νομίζω ότι έφταιγε ο χειμαρρώδης ενθουσιασμός της μετεφηβικής ηλικίας. Τώρα πια, όχι και  τόσο.
Ούτε στην ανάγνωση τη χρησιμοποιώ πλέον, πλην σε ελάχιστες. Τότε, επιλέγω είτε κάτι άγνωστο (ώστε να μην αποσπάται η προσοχή μου κι αρχίσω να σφυρίζω συνοδεία μουσικής) είτε κάτι επαναλαμβανόμενο και μινιμαλιστικό (Φίλιπ Γκλας, λ.χ.) που, για κάποιο λόγο, νιώθω πως με ωθεί παραπέρα στη δουλειά μου. Συνήθως δίνω μεγάλη προσοχή στην ενορχήστρωση της μουσικής που ακούω (προκλασική, αλλά και πολλές τζαζ ηχογραφήσεις της ECM) με αποτέλεσμα να αδυνατώ να συνδυάσω τη συγγραφή με την ακρόαση.

Από τις ωραιότερες ανακαλύψεις μου τώρα τελευταία ― στα απαραίτητα διαλείμματα από τη συγγραφή ― είναι διάφοροι ιντερνετικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κλασικής μουσικής, ιδιαιτέρως από χώρες με των οποίων τις γλώσσες δεν είμαι εξοικειωμένη: ανάμεσα σε γνώριμα κομμάτια, χαίρομαι ν’ ακούω τους εκφωνητές να μιλούν Ουγγρικά στο Ράδιο Μπαρτόκ, π.χ. : με μαγεύει ο άγνωστος ρυθμός της γλώσσας, έτσι όπως ψάχνω να την τοποθετήσω ανάμεσα στα Φινλανδικά και τα Κορεάτικα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μονίμως! Σε καφέ, σε μπαρ, σε τραίνα (τι υπέροχο το ταξίδι με τραίνο!), αεροπλάνα, αεροδρόμια, νοσοκομεία, πάνω σε καπώ αυτοκινήτων, όπου μπορείτε να φανταστείτε. Αλλά η τελική επεξεργασία γίνεται πάντα και μόνο στον υπολογιστή, σε μέρος ήσυχο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τον Αμερικανό ποιητή Φρανκ Ο’ Χάρα. Έχω την εντύπωση ότι έζησε τη ζωή του με τον ίδιο ανάλαφρο και, συνάμα, βαρυσήμαντο τρόπο που διαβάζονται τα ποιήματά του: η Νέα Υόρκη τη δεκαετίας του ’50, η δουλειά του ως μελετητής εκθέσεων στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, οι επιπόλαιοι δεσμοί του με νεαρά αγόρια, οι δυνατές φιλίες που διατηρούσε με τον Άσμπερυ και τον Ντε Κούνινγκ μεταξύ άλλων, ο θαυμασμός του για τον Τζάκσον Πόλοκ ― όλα αυτά είναι βιογραφικά στοιχεία που μ’ εξιτάρουν, ασχέτως της αγάπης που τρέφω για την ποίησή του. Υφίστανται, βεβαίως, ήδη μονογραφίες πάνω στο έργο και τη ζωή του, αλλά στην Ελλάδα ο Ο’ Χάρα είναι σχετικά άγνωστος. Θα μου έδινε μεγάλη χαρά να μεσολαβήσω ώστε να γίνει γνωστότερος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Θα ήθελα να μπορώ να κάνω το ίδιο και με τον Τζάκσον Πόλοκ, αλλά νιώθω πως οι λέξεις είναι παραπλανητικές στην περιγραφή της δύναμης της ζωγραφικής του. Συν τοις άλλοις, η ζωή του, αντιθέτως με του Ο’ Χάρα, δε συνάδει με το μεγαλείο της τέχνης του: ο Ο’Χάρα δημιούργησε λόγω της ζωής που ζούσε• ο Πόλοκ παρ’ όλη τη ζωή που ζούσε. Ίσως, όμως, καλύτερα έτσι, γιατί θα έχω την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ και με τον Πόλοκ μέσω του Ο’ Χάρα, αν ποτέ το αποφασίσω.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Paul Auster, Knut Hamsun, Jens Christian Grøndahl, Peter Høeg, Patrick Modiano, Martin Amis, Jean Echenoz, Joseph Conrad, Herman Hesse, Jeanette Winterson, Tim Parks, Philip Roth, Gore Vidal.
Από ποιητές: Frank O’Hara, Adrienne Rich, e.e. cummings, Carol Ann Duffy, Richard Siken, Frederick Seidel, Walt Whitman, Wendy Cope, Billy Collins, Adam Zagajewski, Eugenio Mondale, Τάσος Λειβαδίτης, Μιχάλης Αναγνωστάκης κι ο Τούρκος Orhan Veli Kanık. Παλεύω, επίσης, μονίμως, με τον T.S. Elliot, την Elizabeth Bishop και τον Ανδρέα Κάλβο.
Τέλος, είμαι μόνιμη και περιχαρής αναγνώστης των φιλοσοφικών δοκιμίων του παλιού μου καθηγητή, πολιτικού φιλοσόφου John Gray, των περιπατητικών στοχασμών του W.G. Sebald και της μεγάλης μου φοιτητικής αγάπης, του Φρειδερίκου Νίτσε.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

(Σκέφτομαι τα βιβλία στα οποία επανέρχομαι πάντα με χαρά και ανανεωμένη προσμονή:)
Mrs. Dalloway (V. Woolf), Πείνα (K. Hamsun), Η Δίκη (Κafka), The New York Trilogy (P. Auster), The Man Who Was Thursday (G.K. Chesterton), Cosmopolis (De Lillo), Το Δέρμα (Κ. Μαλαπάρτε), Κάτω από τον τροχό (H. Hesse), City (Al. Barricco), Straw Dogs (John Gray), Darkness Visible (William Styron), The Great Gatsby (F. Scott Fitzgerald), Crush (Richard Siken), Ragtime (E.L. Doctorow), Ο Γύρος του Θανάτου (Θ. Κοροβίνης), Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση (J. Améry). Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι να διαβάζω πάνω από πενήντα φορές το «Moonfleet» του J. Meade Falkner. Καιρός να ξανασυναντηθούμε• δεν ξέρω τι θα προκύψει!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Σαφώς. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Γιώργος Ζαρκαδάκης, ο Θωμάς Κοροβίνης, η Έρση Σωτηροπούλου με τη «Φάρσα», η Λένα Κιτσοπούλου στιγμές στιγμές, η Κάλλια Παπαδάκη, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Στην ποίηση, ο Νάσος Βαγενάς, ο πρώιμα χαμένος Γιάννης Βαρβέρης, ο νεαρός Νίκος Βιολάρης, ο Γιάννης Δούκας, ο Κωστής Γκιμοσούλης, ο Χάρης Βλαβιανός, οι μικρές φόρμες του Πάνου Κυπαρίσση και ο Σταμάτης Πολενάκης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αμοραλιστής Τομ Ρίπλεϋ, της Πατρίσια Χάισμιθ. Βαριέται να σκοτώνει, αλλά αν χρειαστεί, θα το κάνει κι αυτό… Υπέροχη σύλληψη ενός γοητευτικότατου ψυχοπαθούς: μια ζωή δίχως συναισθηματισμούς.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Εργάζομαι με λιγότερο συστηματικό τρόπο απ’ όσο θα ήθελα. Έχω, φυσικά, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με έναν ορισμένο αριθμό σελίδων ανά ημέρα, αλλά συνήθως πάει στράφι… Πλην λίγων περιπτώσεων, όταν αποφασίσω πια, με το καλό, να καθίσω και ν’ ασχοληθώ με μία μετάφραση, το κάνω πυρετωδώς: εργάζομαι πολύ περισσότερες ώρες απ’ ό,τι υπολόγιζα, βγάζοντας πολύ περισσότερες σελίδες ανά την ημέρα, έχοντας φυσικά λιγότερο περιθώριο χρόνου. Έτσι η μετάφραση μού θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφω πεζογραφία, ή ακόμα και τον τρόπο που έγραφα κάποτε τις μεταπτυχιακές διατριβές: βυθίζομαι έντονα μέσα στον κόσμο του συγγραφέα και δε βγαίνω για αέρα μέχρι να τελειώσει το εγχείρημα. Μοιάζει λίγο με τον έρωτα• έχει αυτόν τον ενθουσιασμό που σε κάνεις να θες να διαβάσεις και να μυηθείς στα του κειμένου άγνωστα: τη ζωή του συγγραφέα, τις ιστορικές και γεωγραφικές συντεταγμένες της πλοκής, κλπ. Ίσως να είναι καλό αυτό, εν τέλει, διότι έτσι το κείμενο αποκτά μία σφιχτοδεμένη προσωπική ταυτότητα: ο μεταφραστής έχει ριψοκινδυνεύσει, κατά κάποιον τρόπο,  την πνευματική του γαλήνη κι άρα το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ρίσκο.

Ιδεατά, ο μεταφραστής πρέπει να θαυμάζει και ν’ αγαπά το κείμενο που καλείται να μεταφράσει. Επειδή αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, φτάνει να υπάρχει μία σχέση σεβασμού ανάμεσα στους δύο «γονείς». Ο μεταφραστής υποχρεούται να μεταφέρει όσο πιο κομψά γίνεται το έργο του συγγραφέα στη μητρική του γλώσσα, ει δυνατόν δίχως να δίνεται ποτέ η εντύπωση ότι το αποτέλεσμα είναι προϊόν μετάφρασης. Στο δίλημμα, δηλαδή, μεταξύ αυθεντικότητας και ομορφιάς, ψηφίζω ομορφιά. Αλλά, για να το ξεκαθαρίσω: αναφέρομαι μόνο στην πεζογραφία. Η ποίηση είναι άλλο ζήτημα. Κι αυτό έχει να κάνει, νομίζω, με το ρυθμό. Άλλο να μεταφράσεις ένα πεζογράφημα από μέτρο 4/4 σε 6/8 λόγω του διαφορετικού ρυθμού της γλώσσας, κι άλλο ν’ αλλάξεις το τέμπο ενός ποιήματος…

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θα έλεγα ότι δυσκολεύτηκα (ηδονικά, όμως!) περισσότερο στο βιβλίο της Melanie Wallace, «Blue Horse Dreaming»: ήταν τόσο δαντελωτά γραμμένο, διανθισμένο μ’ ένα λεξιλόγιο λεπτών αποχρώσεων κι εντόνων συγκινήσεων. Είναι γενικά δύσκολο ν’ αποφύγεις τους συναισθηματισμούς στην ελληνική γλώσσα: οι λέξεις βρίθουν «βάρους». Ενώ το βιβλίο της Wallace ήταν ένα καταπληκτικό δείγμα αγγλικής ακριβολογίας και συναισθηματικής αποστασιοποίησης, παρ’ όλο που περιέγραφε έναν βούρκο βιαιότητας, ανηθικότητας και τρέλας.
Όσο για τη μετάφραση που ευχαριστήθηκα περισσότερο, αυτή βρίσκεται στον αντίποδα όσων συνήθως κάνω: μου ζητήθηκε να μεταφράσω δυο διηγήματα συγγραφέων των εκδ. Πόλις στ’ Αγγλικά, ώστε να σταλούν σε διεθνείς διαγωνισμούς. Η χαρά και μόνο ότι καλούμουν να πλάσω εγώ την λεπτεπίλεπτη και κοφτερή Αγγλική γλώσσα, ήταν από μόνη της υπεραρκετή.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εν τη απουσία (για την ώρα) σχεδίου έκδοσης του βιβλίου της Γουάλας, θα πρότεινα με μεγάλη μου χαρά το «Some kind of Grace» («Χάρις κι Εξιλέωσις») του Ρόμπιν Τζένκινς, που θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο από τις εκδόσεις Πόλις. Ο Τζένκινς ― ένας γίγαντας της σκοτσέζικης λογοτεχνίας ― είναι ένας πραγματικός μάστορας της γλώσσας: ελπίζω να μην έχω φανεί κατώτερη των προσδοκιών μεταφέροντας το βιβλίο του στα Ελληνικά, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του, αγγλική έκδοση. Πρόκειται για την ιστορία ενός πρώην Βρετανού διπλωμάτη που επιστρέφει στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του ’50 για ν’ ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση δύο φίλων του, χριστιανών ιεραποστόλων, και βρίσκεται στη δίνη πανταχόθεν φυσάμενων ραδιουργιών και δογματισμών, εταιρικών συμφερόντων και  πνευματικής πενίας.  Αυτό που μ’ έθελξε περισσότερο είναι το πόσο εύστοχος παραμένει ακόμα και σήμερα ο σχολιασμός των σχέσεων του δυτικού κόσμου με τη Μέση Ανατολή: από τις χλιδάτες δεξιώσεις της Βρετανικής Πρεσβείας μέχρι την πανταχού παρούσα φτώχεια και την επικρατούσα δεισιδαιμονία, τίποτα δε μοιάζει να έχει αλλάξει τα τελευταία εξήντα χρόνια στο Αφγανιστάν, πλην της πυρπόλησης των γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμυάν (που τόσο έξοχα περιγράφει ο Τζένκινς) από τους Ταλιμπάν και της αντικατάστασης των βρετανικών αποχρώσεων της αποικιοκρατικής υπεροψίας από αμερικανικές. Θεωρώ ότι είναι ένα μικρό διαμάντι «κατασκοπευτικής» μυθιστορίας, γλωσσοπλασίας και ιστορικού σχολιασμού.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Σαφώς και υπάρχουν! Από ποιητές, οι προαναφερθέντες Φρανκ Ο’ Χάρα και Αντριέν Ριτς. Ίσως κι ο Ρίτσαρν Σάικεν (αν θαυμάζω υπερβολικά τη μουσικότητά του ώστε να την αμαυρώσω μεταφράζοντάς τον). Θα ήθελα να μπορώ να μεταφράσω τον Πέτερ Χόε, ειδικά το πρώτο του βιβλίο, την «Αντίληψη του εικοστού αιώνα» (Forestilling om det tyvende århundrede)• αλλά δε μιλάω Δανέζικα… Ίσως από τα –παραπλήσια- Νορβηγικά μια μέρα… Αντί για συγκεκριμένους συγγραφείς, θ’ αναφέρω τρία βιβλία που αγάπησα: Τα προσφατα «Lamb» της Bonnie Nadzam και «Open City» του Αμερικανο-Νιγηριανού Teju Cole, και τη (θρυλική στη Νορβηγία) τριλογία του Gunnar Staalesen «1900/1950/1999» όπου, με πρόσχημα την ιστορία ενός φόνου (που συμβαίνει την 1/1/1900 κι εξιχνιάζεται την 31/12/1999) παρελαύνει όλη η ιστορία του 20ου αιώνα μέσα από τα μάτια διαφορετικών κατοίκων στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Θα το θεωρούσα μεγάλη τιμή, επίσης, να μεταφέρω το σύνολο του έργου του Κνουτ Χάμσουν στα Ελληνικά, όπως και να μεταφράσω εκ νέου τα δοκίμια του Πωλ Βαλερύ για την ποίηση. Δε χορταίνω να τα διαβάζω…. Αλλά αυτά στο (πολύ) μέλλον. Τέλος, καιρός κάποια στιγμή ν’ ασχοληθώ και με την αντίθετη εργασία: τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα Αγγλικά: τους διεθνώς παραμελημένους Ηλία Βενέζη και Κοσμά Πολίτη• την ποίηση του Ουράνη.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σωστά στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα. Όσο ονειρεμένη και να είναι μια μετάφραση του Σαίξπηρ, δεν παύει να είναι Σαίξπηρ: η σύλληψη, η ιδιοφυΐα είναι όλη δική του. Φυσικά κι ένας «άψογος» μεταφραστής του Σαίξπηρ πρέπει να χαίρει μιας κάποιας αναγνώρισης (όπως, επίσης, και οι εσκεμμένες επιλογές που έκανε), αλλά σπάνια ξεπερνά ο μεταφραστής το συγγραφέα. Δύο εξαιρέσεις γνωρίζω σ’ αυτόν του κανόνα: τις μεταφράσεις (αποδόσεις) των ποιημάτων του Nazim Hikmet από το Γιάννη Ρίτσο και τις αγγλικές μεταφράσεις του Orhan Pamuk από την Maureen Freely. Ο πρώτος δεν μιλούσε τουρκικά κι ουσιαστικά «γέννησε» εκ νέου ποιήματα παραπλήσια με του Χικμέτ ― καλύτερα, δε, από τα αρχικά. Η δεύτερη είναι εξ’ ολοκλήρου υπεύθυνη για το Νόμπελ του Παμούκ: όταν ο πρόεδρος της Σουηδικής ακαδημίας κατηγορήθηκε για πολιτική μεροληψία υπέρ του Τούρκου συγγραφέα, κατέστησε σαφές ότι η επιλογή έγινε καθαρά με λογοτεχνικά κριτήρια. Η σύγκριση της εξαιρετικής μετάφρασης της Freely μα τα ασθμαίνοντα κείμενα στο πρωτότυπο δείχνει την πραγματική πηγή της λογοτεχνικής τους αξίας.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Βαργκ Βέουμ με ακολουθεί συνεχώς! Τώρα τελευταία, δε, κάνει τη μία εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη μετά την άλλη. Αν κι εγώ τον είχα φανταστεί λίγο διαφορετικά, λίγο περισσότερο σαν τον ίδιο τον Στόλεσεν κι όχι σαν το γοητευτικό Trond Espen Seim… Ο Άξελ Βίντινγκ επίσης. Είναι το alter ego του πολύ αγαπητού μου μουσικού Ketil Bjørnstad: μεγάλωσε κι έγινε ένας εξαιρετικός συνθέτης κι ερμηνευτής της jazz. Συν τοις άλλοις, υπάρχει κι ένα τρίτο και τελευταίο μέρος των περιπετειών του, που παραμένει για την ώρα αμετάφραστο. Οψόμεθα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον «Δρυ», το εφηβικό alter ego του καλού μου, πια, φίλου Ιζζέτ Τζελάσιν: εγκατέλειψε την Κων/πολη και ζει μια όμορφη και ήσυχη ζωή στο Όσλο.

Ο χαρακτήρας που αγάπησα περισσότερο, όμως, (και τη ζωή του οποίου ζήλεψα και λίγο) ήταν ο Τζων Μικλάουντ, του Ρόμπιν Τζένκινς: πάντα είχα αδυναμία στους ατρόμητους λάτρεις του κοσμοπολιτισμού, των ταξιδιών και της περιπέτειας. Ο Τζων με «συνόδευσε» για αρκετούς μήνες μετά το τέλος του βιβλίου, καθώς μου έδωσε την αφορμή να μελετήσω αυτό που οι Βρετανοί ονομάζουν «Το Μεγάλο Παιχνίδι»: τις αποικιοκρατικές συγκρούσεις μεταξύ Βρετανών και Ρώσων για τον έλεγχο της Κεντρικής Ασίας. Είναι μια πτυχή της ιστορίας για την οποία γνώριζα ελάχιστα πράγματα και η οποία ― λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εμπλοκή της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα πράγματα ― μ’ έκανε να δω τον 1ο Π.Π. μ’ ένα εντελώς νέο μάτι.

Περί αδιακρισίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Ζαν Μισέλ Γκενασιά (εκδ. Πόλις). Την τριλογία Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ (εκδ. Μέδουσα). Ξαναδιαβάζω, για δεύτερη φορά (back to back, που λένε) το «Οpen City» του Teju Cole. Ανάλογα το κέφι μου!
Γράφω ποίηση, με σκοπό την έκδοση μιας δεύτερης ποιητικής συλλογής στα Ελληνικά. Μερικά ποιήματα είναι έτοιμα και θα «φύγουν» για δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Στα υπόλοιπα κάτι λείπει, όπως λέμε χαριτολογώντας με το Γιάννη Δούκα: ένα χέρι εδώ, ένα πόδι εκεί• μερικά έχουν δυο μύτες, δυο αυτιά, κ.ο.κ. Χρήζουν εγχείρισης. Συνεχίζω να γράφω και στ’ Αγγλικά. Αυτό δε σταματάει ποτέ.

Ακονίζω τις δυνάμεις μου μ’ ένα πεζό κείμενο που ξεκίνησε από διήγημα, έγινε νουβέλα και ξανακόπηκε σε διήγημα. Επίσης μη-έτοιμο. Δε μου προκαλεί το ίδιο άγχος όσο τα ποιήματα όμως. Θέλει χρόνο για να ωριμάσει.

Μεταφράζω τη συνέχεια της «Λέσχης των Νέων Πιανιστών» του Ketil Bjørnstad για τις εκδόσεις Πόλις, με τίτλο «Το Ποτάμι». Επίσης, τα «21 τραγούδια αγάπης» της Adrienne Rich, από την ποιητική της συλλογή «The dream of a common language». Ξανά…Τις προάλλες, έσβησα άθελά μου το file με την υπάρχουσα μετάφραση κι έπρεπε να ξεκινήσω απ’ την αρχή. Μεγαλεία…

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είδα πρόσφατα το Λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι κι ενθουσιάστηκα με την αισθητική και τον ανθρωπισμό του. Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Α Single Man» του Τομ Φορντ: ήταν μια υπενθύμιση ότι στην άρτια εκτελεσμένη τέχνη δε χωράει τίποτα το περιττό.

Στο σινεμά έχω ορισμένους σύγχρονους σκηνοθέτες που αγαπώ και παρακολουθώ, ασχέτως εάν ορισμένες ταινίες τους μ’ έχουν απογοητεύσει. Ποιος καλλιτέχνης είναι, εξάλλου, μονίμως καλός; Είναι συνήθως σκοτεινοί και λίγο καφκικοί: David Lynch, Darren Aronovksy, David Fincher, Christopher Nolan, Nuri Bilge Ceylan, Christopher Boe, Lars Von Trier. Στέκονται όλοι πάνω στους ώμους των γιγάντων Ingmar Bergman και Akira Kurosawa. Με το θέατρο τα πήγαινα πολύ καλύτερα όσο ζούσα στην Αγγλία… Αγαπούσα ιδιαίτερα τα ευφυέστατα θεατρικά έργα του David Hare και της Yasmina Reza.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την αιώνια νιότη, όχι. Την εκτενή νιότη, ίσως. Τη μεταφραστική μου ιδιότητα, γιατί όχι; Την αναγνωστική, ασφαλώς και όχι. Τη συγγραφική, δε, με τίποτα.

Στις φωτογραφίες: Frank O’ Hara, John Gray, Adrienne Rich, Jens Christian Grøndahl, Patrick Modiano, Teju Cole, Gunnar Staalesen, Ketil Bjørnstad, David Hare, Kaurismaki/Havre.

20
Ιαν
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 76. Νίκος Δ. Πλατής

Ωραία λοιπόν, κατακτήσατε με το μελανοφόρο σας σπαθί την ιδιότητα του θεματικού λεξικογράφου. Πώς σκεφτήκατε όμως ένα λεξικό που… παίζει με τον θάνατο (Presto o tardi /το λεξικάκι που… παίζει με το θάνατο, εκδ. Νεφέλη, 2011, παρουσίαση εδώ);

Λόγω ηλικίας, μάλλον. Μετά τα 50 κάνεις κάποιες σκέψεις που πριν δεν έκανες. Με κείνο και με τ’ άλλο, πάντως, σκέφτηκα πως αν κατάφερνα να φτιάξω ένα βιβλίο για τον θάνατο που θα το ξεφυλλίζει περιχαρής ο αναγνώστης, γελώντας εδώ κι εκεί, θα είχα επιτύχει μία κάποια (μικρούλα, τόση δα) ρωγμή στην όλη θανατοπληξία. Είμαι… ρωγμώδης τύπος, από χαρακτήρα. Η ιδέα να κοντραριστώ με το απόλυτο ταμπού, έμοιαζε συναρπαστική (από δημιουργικής απόψεως, κυρίως).

Πότε πρωτοσυλλάβατε την ιδέα;

Προ χρόνων. Έτσι, τυχαία! Μια όμορφη χειμωνιάτικη νύχτα που βολτάριζα στην ακτή της Πειραϊκής με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, μαγεμένος από το κοντράστ του λευκού του σώματος των ανεμοπορούντων γλάρων στον κατάμαυρο ουρανό. Χαίρονταν τη ζωή τους, ήσαν ευτυχισμένοι, με μια ταπεινότητα και μια σοφία που με συνάρπασε.

Αποφασίζετε λοιπόν να συντάξετε ένα τέτοιο λεξικό. Πώς οργανώνετε το υλικό σας;

Με λεξικιστικό τρόπο. Εν πρώτοις, στήνω τον βασικό πυρήνα του λεξικού, κάνω την πρώτη λημματοποίηση δηλαδή (τις λέξεις-τίτλους των λημμάτων του). Το πρωταρχικό INDEX. Στη συνέχεια, αναζητώ παντού και… παντείω τρόπω τις σχετικές πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, ήχους και βίντεο) που αφορούν τα λήμματα αυτά.  Διαβάζω, φωτογραφίζω, σερφάρω στο ίντερνετ, τηλεφωνώ, ξεφυλλίζω σώματα παλιών εφημερίδων, επινοώ νέα λήμματα, βλέπω ταινίες σχετικές και τσεκάρω τις σκηνές που θα κάνω στοπ καρέ, ζαλίζω με ερωτήματα γνωστούς και φίλους (ειδικούς και μη), τρέχω σε νεκροταφεία, μνημόσυνα και κηδείες,  κοιμάμαι και ψελλίζω… ακατάληπτα λόγια,  κι όλο αυτό το… συνονθύλευμα αποθηκεύεται σ’ ένα αρχείο του υπολογιστή μου (με πολλούς υποφακέλλους). Ακολούθως αποδελτιώνω αυτές τις πληροφορίες, τις… ανακατεύω, τις επεξεργάζομαι… καταλλήλως και αφού περάσουν, στο μεταξύ, 4 με 5 χρόνια δουλειάς συστηματικής, βγάζω όπως ο ταχυδακτυλουργός το λαγό από το ημίψηλο καπέλο του, εμφανίζω το PRESTO O TARDI / το λεξικάκι που… παίζει με τον θάνατο! Όλο το εγχείρημα περιέχεται, πλέον, σε δύο κομπιουτερικούς φακέλλους. Ένας των 26,5 ΜΒ (όπου το βασικό κείμενο σκηνοθετημένο μαζί με τις φωτογραφίες και τις αναλογούσες λεζάντες) και ένας φάκελλος των 311 ΜΒ (το αρχείο με τις φωτογραφίες).

Η συλλογή του υλικού σας ήταν εύκολη;

Όχι, καθόλου! Υπάρχει, ασφαλώς, ένα ατέλειωτο κοίτασμα πληροφοριών που αφορούν στα του θανάτου. Εγώ, όμως, δεν μάζευα ό,τι έβρισκα μπροστά μου. Οι πληροφορίες μου έπρεπε να ανταποκρίνονται σε κάποιες προδιαγραφές, σ’ ένα κριτήριο. Εμένα μ’ ενδιέφερε να προσεγγίσω τον θάνατο με τρυφερό, γλυκόπικρο και χιουμοριστικό τρόπο. Και με δεδομένο το ό,τι είμαστε αναλώσιμοι, δεν υπάρχει άλλη όχθη, ούτε κι επιστροφή.

Ποια ήταν η πιο ευφορική στιγμή της λημματογράφησης;  

Όταν πια είχα τιθασεύσει το υλικό μου, είχα πάρει… το κολάι του. Οπότε δεν είχα παρά να κάτσω να γράψω και να συνθέσω λόγο και εικόνα, να αναδείξω το θέμα μου.

Σε ποιο λήμμα χάσατε, έστω και στιγμιαία, το χαμόγελό σας;

Στο λήμμα: ορφανός γονιός. Εξ όσων γνωρίζω δεν υπάρχει λέξη σε καμία γλώσσα που να είναι ειδικά αφιερωμένη σ’ αυτόν, ίσως γιατί δεν θα μπορούσε σε μια λέξη να χωρέσει τόση απόλυτη οδύνη, ενώ υπάρχουν λέξεις για κείνους που απώλεσαν τους γονείς τους (ορφανά), τον σύζυγό τους (χήρες, χήροι) κ.τλ.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής άλλαξαν καθόλου οι απόψεις σας για τον θάνατο;

Όχι, απλώς άλλαξαν γενιά. Άλλες έγιναν τρίτης και κάποιες άλλες απόψεις μου έγιναν τέταρτης γενιάς. Όσο ασχολείσαι μ’ ένα θέμα τόσο πιο βαθιά μπαίνεις μέσα σ’ αυτό.

Ήταν τελικά για σας ένα παιχνίδι με τον θάνατο το βιβλίο σας αυτό; Αισθάνεστε υπεράνω του θανάτου;

Πως θα μπορούσα κάτι τέτοιο;! Η έννοια του θανάτου  δεν είναι κάποιο παιχνίδι με τις λέξεις. Μπορεί  το  PRESTO O TARDI / να είναι ένα  λεξικό που… παίζει με τον θάνατο,  εγώ όμως (ο συγγραφέας του) δεν είμαι υπεράνω του όλου θέματος.  Και για να εξηγούμαι. Δηλώνω απλά ότι είμαι υπεράνω σε ό,τι έχει να κάνει με τον δικό μου θάνατο.  Δεν με πειράζει που κάποτε δεν θα υπάρχω (όπως δεν με πείραζε που δεν υπήρχα και πριν γεννηθώ).  Και δηλώνω κατηγορηματικά πως είμαι … υποκάτω του θανάτου των δικών μου ανθρώπων. Είμαι υποκείμενος (όπως όλοι μας) στο βαθύ πόνο του θανάτου, δεν αισθάνομαι (ούτε θα ήθελα να είμαι) υπεράνω του θέματος της απώλειας.

Εν τέλει, τι; Τι ακριβώς είναι το PRESTO O TARDI, πέρα από ένα χαρούμενο βιβλίο;

Σκοπός του βιβλίου μου είναι να απαλύνει το φόβο, να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το αναπόφευκτο του θανάτου, εξορκίζοντας την κρατούσα θανατοπληξία με το γέλιο, τη σκέψη, τη φιλοσοφική καρτερία και τη συμπόνια.

Έχετε στις αρχειοθήκες σας υλικό για πιθανά μελλοντικά λεξικά; Ή πρώτα επιλέγετε ένα θέμα κι ύστερα αρχίζετε την συγκομιδή;

Συνήθως, δεν επιλέγω εγώ τα θέματά μου, αυτά… επιλέγουν εμένα. Δεν είναι κομπασμός αυτό, αλλά μια… εμπειρική διαπίστωση. Στο σκληρό δίσκο μου υπάρχουν εν… τη γενέσει (και τη αναπτύξει) τους τρία θεματικά λεξικά. Το «Index Maledictus / το βρωμολεξικό», το «Κολοκοτρωνέικο λεξικό» και το «Γελαστικό λεξικό».

Σε ποιους προσφιλείς σας νεκρούς (οικείους σας, ή λογοτέχνες ή καλλιτέχνες ή ό,τι άλλο) θα θέλατε να στείλετε ένα αντίτυπο;

Στην «κυρά-Γιώτα» (την πεθερά μου), στον ευθυμογράφο ιστορικό (και δάσκαλό μου) Νίκο Τσιφόρο. Στον μέγα φιλόσοφο Επίκουρο. Και στον  σκηνοθέτη του «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» Λιουις Μπουνιουέλ. Στην μεν πρώτη γιατί είχε μια εξαιρετική αξιοπρέπεια θανάτου (όταν κατάλαβε πως έκλεισε ο κύκλος της, απλώς τα… μάζεψε κι έφυγε). Στον δε Τσιφόρο διότι με φράσεις του τύπου: «τα σανίδωσε ο Γοδεφρίδος» και «ο κύριος Λουδοβίκος ντε Σαμπλίτ, άρχοντας της Βουργουνδίας, πάει απόθανε, λόγω θανάτου […]» μ’ εξοικείωσε λεκτικά και νοητικά με τα του θανάτου, με εύθυμο, γελαστικό τρόπο. Στον μέγα Επίκουρο, επειδή η φιλοσοφία του δεν προοριζόταν για τους συνήθεις… εστέτ της σκέψης, αλλά στους απλούς, καθημερινούς, ανθρώπους, επειδή ήταν παρηγορητικός ο λόγος του γι’ αυτούς (“Κανένας δεν καταλήγει στο βάραθρο και στα σκοτεινά Τάρταρα» ), αλλά και γιατί έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, εν τέλει: « η ζωή δεν δίνεται σε κανέναν ως ιδιοκτησία – δίνεται για προσωρινή χρήση».

Και στον Σπανιόλο μπουρζουά Μπουνιουέλ επειδή παρέμεινε μέχρι τέλους χαριτωμένος και δημιουργικός, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει κάτι από το υποδόριο χιούμορ του. Είναι αυτός που, λίγο πριν το θάνατό του, έγραψε πως: «[…] παρόλο το μίσος μου για την πληροφόρηση, θα μ’ άρεσε να μπορούσα, κάθε δέκα χρόνια, να σηκώνομαι μέσα από τους νεκρούς, να προχωράω μέχρι ένα περίπτερο μ’ εφημερίδες και ν’ αγοράζω μερικές. Δεν θα ζητούσα τίποτε περισσότερο. Με τις εφημερίδες μου κάτω από τη μασχάλη, χλωμός, προχωρώντας σύρριζα στους τοίχους, θα ξαναγύριζα στο νεκροταφείο και θα διάβαζα για τις καταστροφές του κόσμου, πριν ξανακοιμηθώ, ικανοποιημένος, στο ασφαλές καταφύγιο του τάφου μου».

Σημ. Μη διανοηθεί κανείς πως ο Νίκος Πλατής έχει διαφύγει των καθιερωμένων ερωτήσεων του Αιθρίου. Τις έχει ήδη απαντήσει, σε κρυφίως ενσωματωμένο αίθριο εδώ.  Στις φωτογραφίες: η τέχνη της αναπαράστασης [τίνος άραγε;] για την Dia de los Muertos στο Μεξικό, o κατεξοχήν ματαιογράφος φιλόσοφος και ο Σπανιόλος που κοιτούσε τον Θάνατο κάπως έτσι.

18
Ιαν
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 75. Νίκη Τρουλλινού

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σας τους λέω χωρίς σειρά αξιολόγησης, όπως μου ’ρχονται, (σωστό και δίκαιο κατά κανόνα το πρώτο φλας στο μυαλό) Ντοστογιέφσκι και Τολστόι, Τσέχωφ και άλλοι κλασσικοί, θυμάστε τα δερματόδετα ΑΠΑΝΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ; Ασήκωτα στο χέρι, ήταν για το σπίτι αυτά, για το σχολείο, στο τελευταίο θρανίο διάβασα για χρόνια ένα αξιόλογο μέρος της μεταφρασμένης παγκόσμιας και ελληνικής λογοτεχνίας, ας είναι καλά οι εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ. Στην δικτατορία έπιασα τις εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ και τα ΚΕΙΜΕΝΑ του αείμνηστου Βλάχου, είχα το χούι να τα κάνω σειρές, το ’74 πέρασα στο ΘΕΜΕΛΙΟ, αργότερα στον ΟΔΥΣΣΕΑ,  τι θυμάμαι πολύ; Βιρτζίνια Γουλφ, Χεμινγουέη, Στάιμπεκ, Χάσεκ, Κούντερα, Πούσκιν, Λέρμοντοφ,  Τρουαγιά, Αραγκόν, Έρεμπουργκ, Μπρεχτ, ύστερα  Γιόζεφ Ροτ και Φίλιπ Ροθ, Χάινριχ Μπελ, να πω εδώ για μια ‘’περίεργη ’’ αδυναμία μου:  όλοι, ή, όσους ξέρω, οι γερμανόφωνοι εβραίοι συγγραφείς του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από αυτούς των χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης…

…αλλά και μεταγενέστεροι, ακόμη και σύγχρονοι, π.χ. Ντανιέλ Κέλμαν, οι αδελφοί Μαν, ο Κανέττι, ο Ντέμπλιν, ο Μούζιλ, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα, κι άλλοι που γράφουν στα τσέχικα, Ίβαν Κλίμα και Κόχουτ, Εβραίοι της διασποράς όλοι τους, Άαρον  Άπελφελντ,  κάτι γίνεται μ΄ αυτούς, έχουν μια τρομακτική οξυδέρκεια ( δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να το ορίσω), και στην πιο απλή ιστορία ‘’σκάβουν’’ σε βάθος,  και μια ιδιαίτερη αίσθηση  της ιστορικότητας της ανθρώπινης περιπέτειας, βλέπε, ας πούμε Γ. Ροτ και το έργο του ‘’Hotel Savoy’’, Ερνέστο Σαμπάτο και Μπόρχες, Χουάν Ρούλφο, Πεσόα, από τους νέους Λατίνους ο Λ. Παδούρα, πιάνουμε τους Ιταλούς, πάει να πει, τον διηγηματογράφο Πιραντέλλο, τον Λεονάρντο Σάσα, Ίταλο Καλβίνο, Ίταλο Σβέβο, Τσέζαρε Παβέζε, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Κλάουντιο Μάγκρις, άλλη παραξενιά μου ήταν στο διάβασμα να τους παίρνω κατά χώρα, και τον συγγραφέα που με μάγευε να τον διαβάζω όλον. (ή, ότι έβρισκα).

Κάποτε κόλλησα πολύ με τον Αλμπέρ Καμύ, θέλω να τον ξαναδιαβάσω,(όταν φυσάει νοτιάς στο νησί, τον Ξένο του Καμύ θυμάμαι), τον Αντρέ Ζιντ, τον Ανρί Τρουαγιά, τον Αραγκόν, τον Έρενμπουργκ (μπορεί να τη γλίτωσε από τον Στάλιν, αλλά η ‘’Πτώση του Παρισιού’’ είναι σπουδαίο βιβλίο), Νεντίμ Γκιουρσέλ και Γιασάρ Κεμάλ (κι ας πήρε άλλος το Νόμπελ στη γείτονα Τουρκία), Θέρκας, Κιουρέισι, Μακ Γιούαν, Μπέρχαρντ Σλινκ και Χ.Μ. Ενζενσμπέργκερ, και σίγουρα ξεχνάω πολλούς, τα τελευταία χρόνια άλλωστε επιστρέφω συνεχώς σε παλιά διαβάσματα. Ενδιαφέρουσα εμπειρία: δεν είναι απλώς τεστ αντοχής του συγγραφέα, αλλά κυρίως ένα μικρό μονοπάτι στην αυτογνωσία, τα σημειωμένα με το μολύβι μου βιβλία και τα γραψίματα στο περιθώριο μού υποβάλλουν ερωτήματα για την προηγούμενη ζωή, μου δίνουν εξηγήσεις γι’ αρκετά ‘’ως εδώ…’’.

Η καταγραφή δεν έχει εύκολο τέλος, να σας πω για τους Έλληνες, γιατί πιστεύω ότι έχουμε καλή λογοτεχνία: Βαλτινός και Δούκα Μάρω, Νόλλας, Πανσέληνος, Κυριακίδης, Σκαμπαρδώνης, Κουμανταρέας, Σκάσσης, Φάις,  Τάσος Χατζητάτσης (έφυγε τόσο νωρίς), Βιζυηνός ο μέγας, Χατζής και Αξιώτη, Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, μια ιδιαίτερη αύρα έχει η λογοτεχνία των Ηπειρωτών,  δεν με ρωτάτε για ποίηση, γιατί; Εκεί είναι όλα, στον Καβάφη και τον Σεφέρη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Ά. Αλεξάνδρου, τον Καββαδία, τον Σαχτούρη, την Τζένη Μαστοράκη και τον Τσακνιά, τον Μέσκο, τον Γκανά, τον Λιοντάκη, τον Γκάτσο, τον Κώστα Ουράνη της νιότης μου, αρκετούς νεώτερους, η ποίηση είναι αραξοβόλι στα δύσκολα. Και τον Λόρκα, τον Φρανσουά Βιγιόν, τον Ζακ Πρεβέρ ( αγάπη της νιότης μου κι αυτός), την Έμιλυ Ντίκινσον, τον Μαγιακόφσκι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα αγαπημένα βιβλία είναι πολλά, θα σας πω για κάποια που με τον τρόπο τους με ‘’βασάνισαν’’, επέστρεφαν για χρόνια και μου ‘’μιλούσαν’’: ‘’Αδελφοί Καραμαζώφ’’, ήμουνα στα έντεκα, μάλλον δεν κατάλαβα τίποτα σε κείνη την πρώτη ανάγνωση, πόσα όμως χρωστάω σ’ αυτό το βιβλίο, έπεσα στην πανέμορφη παγίδα της Λογοτεχνίας, (ναι, με το λ, κεφαλαίο), Ερνέστο Σαμπάτο: περί ηρώων και τάφων. Πεσόα, το βιβλίο της ανησυχίας, Μαρσέλ Προυστ ‘’Διαβάζοντας’’ ( ακόμα παλεύω τον Χαμένο του χρόνο), Χάινριχ Μπελ: οι απόψεις ενός κλόουν. Κάφκα: η μεταμόρφωση, μ’ αυτό το μικρό αριστούργημα παιδευόμουν χρόνια, τελικώς το έκανα κεφάλαιο ‘’στο καφάσι με τις μπίρες’’ και ξέμπλεξα. Στο ίδιο μυθιστόρημα η  ηρωίδα Εριέτα είναι η αδελφή του Χανς από τις απόψεις ενός κλόουν…, Κάθριν Μάνσφιλντ, τα διηγήματα της, κάθε φορά που βλέπω μύγα να τριγυρνά την Μάνσφιλντ σκέφτομαι, έκανε στα μάτια μου το ταπεινό πλάσμα αριστούργημα της λογοτεχνίας, Μπουλγκάκοφ, ‘’ο μαιτρ και η Μαργαρίτα’’ τι βιβλίο! Χατζής και το τέλος της μικρής μας πόλης, τριγυρνώ στα Χανιά – κι όχι στα Γιάννενα- στα παλιά Ταμπακαριά κι είμαστε παρέα, Βιζυηνός, όλος! Το αμάρτημα της μητρός μου λίγο περισσότερο, Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, όχι μόνο γιατί …ερωτεύτηκα  τον Μάνο, αλλά κυρίως γιατί έμαθα να ξεχωρίζω το Ανθρωπάκι από μακριά, ή αν θέλετε, από την είσοδο ακόμη των κομματικών γραφείων, μάθημα πολύτιμο για να μην σε καταπιούν οι μηχανισμοί της Αριστεράς…

Να σας πω μιαν ιστορία; Το 1988 επιστρέφοντας με κομμένα τα φτερά  από το Βερολίνο, (κι ας είχα πάει να ‘’ βρω’’  τα φτερά του  Βιμ Βέντερς), στην παραλία της Ιεράπετρας και στα σπιτάκια της κυρίας Έρσης για διακοπές, τέλη Αυγούστου πήρα μαζί μου τον Τσίρκα, ξανά, νόμιζα τότε …τυχαία! Κλεισμένη στο δωμάτιο διάβαζα, το βιβλίο με ρουφούσε ολάκερη, άπλωσα το χέρι, θέτε από αμηχανία, θέτε για μα ξεφύγω από το βάρος μέσα μου, παιδί της Αριστεράς ήμουνα από τότε που μικρούλα ο εργάτης μπαμπάς μου μ’ έπαιρνε παρέα του στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ στη γενέθλια πόλη, τα Χανιά, με τον Μίκη στα μπαλκόνια, άλλα φτερά τα χέρια εκείνα, του πατέρα και του Μίκη,  το δάχτυλο πάτησε το κουμπί του φορητού ραδιοφώνου και βρρρ ο εκφωνητής έλεγε τις ειδήσεις, στα αραβικά, βεβαίως, τρόμαξα, κοίτα να δεις, λέω, στην Κορνίς της Αλεξάνδρειας είμαι και δεν το ξέρω. Για όσους ξέρουν τον Κρητικό Νότο τους έκανα ήδη να γελάσουν: φυσικά ειδήσεις στην αραβική γλώσσα ακούν εκεί κάτω… μόνο που οι συμπτώσεις έχουν το λόγο τους, σε δυο  καλοκαίρια ακόμα, είχα κι εγώ την διαγραφή μου στο χέρι.

Τα ημερολόγια του Σεφέρη είναι αστείρευτη πηγή γνώσεων, κυρίως όσον αφορά την Μέση Ανατολή, Άρης Αλεξάνδρου, ‘’το κιβώτιο’’, Μ. Γκανάς, ‘’Μητριά πατρίδα’’  ο Κουμανταρέας λέει πολλά στο ‘’ το show είναι των Ελλήνων’’ , Μάρω Δούκα, ‘’ το δίκιο είναι ζόρικο πολύ’’ ( ο δοσιλογισμός δεν ήταν μονόχρωμος) αλλά και της ίδιας ‘’σκούφος από πορφύρα’’ ( η Ελλάδα αναστενάζει στο νοσοκομείο Χέρφιλντ και η καμαρίλα των… Κομνηνών),  Τ. Χατζητάτσης και όλοι οι εσπερινοί του, Θωμάς Σκάσσης και ‘’Το ρολόι της σκιάς’’( είμαι κι εγώ εκεί…) ,το τελευταίο αξιοζήλευτο του Βαλτινού, ‘’ο Τελευταίος Βαρλάμης’’, Χαβιέρ Θέρκας, ‘’ οι στρατιώτες της Σαλαμίνας’’, Κλάουντιο Μάγκρις, ‘’ Στα τυφλά’’ ( βιβλίο που αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος) , τα δυο τελευταία βιβλία νομίζω ότι θα μείνουν κλασσικά για την ιστορία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, Άλφρεντ Ντέμπλιν ‘’Δεν υπάρχει συγνώμη’’,  Μακ Γιούαν και ‘’Σάββατο’’, Χρήστος Τσιόλκας, ‘’Νεκρή Ευρώπη’’, ένα σημαντικό μέρος της σύγχρονης ‘’αστυνομικής’’  λογοτεχνίας – που αδικείται κατάφωρα έτσι αποκαλούμενη, σπουδαίο πολιτικό και κοινωνικό μυθηστόρημα είναι, από τον Κόκκινο θερισμό (τότε) του Ντάσιελ Χάμμετ ως τον Αττιά και τον Ιζζό, ‘’την νοσταλγία των δράκων’’ του Κούρτοβικ ως το ‘’Γιατί αυτοκτόνησε ο Τσε’’ του Π. Μάρκαρη με κορυφαία: ‘’η νύχτα της κουκουβάγιας’’ του Λ. Σάσα, ‘’ έγκλημα στην Κεντρική Επιτροπή’’ του Μονταλμπάν και ‘’ η κομμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου’’ του Ταμπούκι .

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Χάκκας και Χατζής, σύσσωμοι, (στα νεοπλουτίστικα σπίτια του πασοκικού πάρτυ, άκουγες, αν ήθελες, το καζανάκι του Μάριου Χάκκα), Ζιζέλ Πράσινος, Θράσος Καστανάκης, Παπαδημητρακόπουλος, Ιωάννου, Καρκαβίτσας, Π. Μάρκογλου, Τόλης Καζαντζής, Σκαμπαρδώνης, Νόλλας, Τσιαμπούσης, Παπαμόσχος, Οικονόμου, δεν είναι κρυφό δα, πως στο διήγημα ‘’κατοικεί’’ το μεδούλι της ελληνικής λογοτεχνίας, επαρχιώτες οι συγγραφείς του, σχεδόν όλοι, κάτι γίνεται εδώ. Και Κάθρην Μάνσφηλντ, σταθερά, το ‘’γιούσουρι’’ του Α. Καρκαβίτσα δίπλα στο ‘’ ο γέρος και η θάλασσα ‘’ του Χεμινγουέη, Αντόνιο Ταμπούκι, ’’μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας’’, όλα τα μικρής φόρμας κείμενα του Ταμπούκι .

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, ο Οικονόμου, στο ‘’ κάτι θα γίνει, θα δεις’’ , πολύ καλό βιβλίο πραγματικά, και ο Μακριδάκης στην ‘’δεξιά τσέπη του ράσου’’.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ναι, πολλές φορές. Ίσως γιατί σχεδόν όλοι οι ήρωες ακουμπούν στην πραγματικότητα, φεύγουν μετά, παίρνουν το δικό τους δρόμο στις ατραπούς της φαντασίας μου, αλλά ξέρω τα νέα τους, πολλοί έχουν πεθάνει, άλλοι είναι μακριά, ξέρουν αυτοί, γι’ άλλους μαντεύω ή κάνω ευχές, λέω πως οι λέξεις είναι ένας τρόπος να τους φέρνουν κοντά και πίσω με το Νοτιά τα φρεσκοβαμμένα λατίνια – Ο Γκάτσος το λέει στην Αμοργό του, όχι εγώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μάλλον για τον Τσίρκα θα σας πω πάλι, κι ο καπετάνιος Άχαμπ στο Μόμπι Ντικ ζηλευτός, ο Ισμαήλ της Γαλανάκη, άντε σήμερα με δεδομένες τις συγγραφικές ευκολίες να ‘’ορθώσεις’’ τέτοιους χαρακτήρες και σε τόσες σελίδες. Δεν ξέρω, νομίζω κάποιες φορές, πως ο σωματικός κόπος ή και πόνος ακόμη, αυτό το μάτωμα των χεριών που περιέγραψε κάποιος κλασσικός, Γάλλος νομίζω, μην με ρωτήσετε όνομα τώρα, αντανακλούσε στο βάθος των χαρακτήρων που στόχευαν και πετύχαιναν. Κι αυτό είναι διαχρονικά το ΄΄κέρδος΄΄  των κλασσικών: η φόρμα τους συχνά μας κουράζει σήμερα, η λειτουργία του χρόνου τελείως διαφορετική στις μέρες μας, αλλά οι χαρακτήρες τους, ε;

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Χαρτάκια, σελίδες σκόρπιες, σελίδες ημερολογίου, ναι. Βρήκαν τη θέση τους μετά σε διηγήματα και άλλα πονήματα. Περιέργως πως γράφω αρκετά όταν είμαι μακριά από το σπίτι, πρόχειρα, και δεν βγάζω τα γράμματά μου μετά, καημός μεγάλος…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Για τρόπο δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω, ούτε αν παγιδεύονται οι ιδέες, ξέρω μόνο πως, ξαφνικά, από το πουθενά, εκεί που οδηγώ ένα παράξενο σύννεφο περνάει πάνω από το τζάμι του αυτοκινήτου, μια διαφήμιση σκισμένη και βρεγμένη σ’ έναν τοίχο, μια ματιά ασυνήθιστη σε κάποιο αεροδρόμιο, εικόνες περισσότερο παγιδεύω, αυτές κάποτε θα μου πουν την ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο, ή: δεν ξέρω πως συνέβη. Κοιτάξτε, δεν ονειρεύτηκα να γίνω συγγραφέας, ούτε το κυνήγησα, στο σχολείο η φιλόλογος μ’ έβαζε να διαβάζω κάποιες εκθέσεις μου φωναχτά στην τάξη, ντρεπόμουν, μια φορά μας πήραν και τα κλάματα, η τελευταία έκθεση πριν το απολυτήριο, 1971, – βραβείο πάντως για την αποταμίευση δεν πήρα ποτέ,- με το βιβλίο στο χέρι με ήξεραν όλοι,  κάτι κείμενα είχα, σε μια δύσκολη περίοδο, τα έδειξα, με έπεισαν φίλοι ότι αξίζουν και πήγα στο τυπογραφείο: ΕΝΑ ΜΟΛΥΒΙ ΣΤΟ ΚΟΜΟΔΙΝΟ. (1995) Διηγήματα. Ιδίοις εξόδοις, φυσικά, είχα κερδίσει καλά λεφτά από δικαστική υπόθεση, πλήρωσα. Ούτε πήγε το μυαλό μου να ψάξω εκδότη. Το αγαπώ αυτό το βιβλίο. Μου φάνηκε περίεργο που άρεσε, βρέθηκα από το πουθενά στην εκπομπή του Β. Βασιλικού, δεν το γλέντησα, το έβαλα στα πόδια, εγώ συγγραφέας, έλα καλέ τώρα, συγγραφείς είναι αυτά τα τέρατα που διαβάζω, εγώ τι δουλειά έχω δίπλα τους. Επανακυκλοφορεί από τον ΚΕΔΡΟ. Οι άνθρωποι που μ’ έσπρωξαν έχουν και οι δύο πεθάνει, κι εγώ έμεινα με το χρέος.

Ακολούθησε πολύ αργά, εφτά χρόνια μετά, το ΜΑΡΑΛ ΟΠΩΣ ΜΑΡΙΑ, (2002) πάλι διηγήματα – οι έρωτες δεν κρύβονται – έγινε πολλή κουβέντα γι’ αυτό το βιβλίο, εγκωμιαστικές κριτικές από αγνώστους (κι αυτό είχε την αξία του), βρέθηκε σε λίστα βραβείου, έχει κάνει δεύτερη έκδοση από το ΡΟΔΑΚΙΟ. Και να σκεφτείτε ότι δεν το έβγαζε κανείς, το είχαν απορρίψει  7-8 εκδότες, πήρα πολλή πίκρα, τώρα έμπαινα στο χορό! Και τώρα – νέο φρούτο – ένιωθα ευθύνη, και η συλλογή ΚΑΙ ΦΥΣΗΞΕ ΝΟΤΙΑΣ…(2006) δεν άργησε πολύ. Πάνω κει είχα τον πειρασμό και την περιέργεια, ‘’μπορώ να κινηθώ σε μεγαλύτερη φόρμα, θα τα καταφέρω;’’ Κι ήρθε το μυθιστόρημα Μ’ ΕΝΑ ΚΑΦΑΣΙ ΜΠΙΡΕΣ (2009) από τον ΚΕΔΡΟ. Είναι κάτι πολύ δικό μου κι ας μην είναι αυτοβιογραφικό, είναι ό,τι χρόνια ρουφούσα από γύρω μου, ό,τι θα ήθελα να πω ή και να φωνάξω για την ματαιωμένη μου γενιά, για τις ευθύνες της, είναι ένα βιβλίο που θα διαβάζεται ίσως και στο μέλλον – όχι, δεν είμαι καβαλημένη, μα έτσι μου φαίνεται. Ενδιάμεσα έκανα και κάνω διάφορες τρέλες, μια δουλειά για τον Ν. Καζαντζάκη, τον ταξιδιωτικό Καζαντζάκη, αυτός με μαγεύει, για ποιητές, ψάχνω αρχεία: έτσι προέκυψε το βιβλίο ‘’ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΪΖΗ, Πόσο πολύ σ’ αγάπησα’’ η ζωή της, ανθολόγιο, η αλληλογραφία της. Ξεχασμένη ποιήτρια του ’30, Κρητικιά, την τραγουδούν εδώ και χρόνια οι νέοι κι όχι μόνο.

Μπα, δεν έχω πόθους ξεκινώντας ένα βιβλίο, πίεση νιώθω, κάτι με τρώει, μπαίνω σ΄ έναν κόσμο που νομίζω ότι με περιμένει, σιγά σιγά νιώθω καλά, γράφω αν μου βγαίνει, δεν πιέζομαι, δεν έχω υποχρέωση να γράφω, ούτε να κάνω καριέρα συγγραφέα, υπάρχουν τόσα και τόσο σπουδαία βιβλία για τους αναγνώστες, αυτό είμαι πρωτίστως, αναγνώστρια, επαρκής, θέλω να ελπίζω. Ίσως γι’ αυτό – ανάποδα τις πήρα τις ερωτήσεις σας – δεν υπάρχουν τελετουργίες, ούτε ακούω μουσική όταν γράφω, όταν η πίεση δεν πάει άλλο, απλώς στρώνομαι στο χαρτί, κυρίως στο χαρτί, λιγότερο στον υπολογιστή, μου τρώει πολύ χρόνο έτσι, αλλά με βοηθάει να πετάω, και πετάω πολύ. Βεβαίως, κάπου έχετε δίκιο: υπάρχει ένα λάκτισμα για να ξεκινήσω, κάτι ιδιαίτερο, ξεχωριστό – κι αυτό αφορά κυρίως στα διηγήματα- κάτι που νομίζω πως βλέπω μόνο εγώ, μιλώντας για την τέχνη της φωτογραφίας ο Ρ. Μπαρτ το λέει punctum, το κέντρισμα να το μεταφράσουμε; Τότε γράφω όπου βρω, σε χαρτάκια και σημειωματάρια, έχω βουνό από τέτοια, περιμένουν. Περιμένουν; Υποψιάζομαι ότι έχω χάσει ουκ ολίγα.

Η μουσική, μεγάλη ιστορία. Ακούω πολύ ραδιόφωνο, κρατικό, έχω αδυναμία σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους είδη,  φτάνει να είναι στην ώρα τους: μουσικές της Μεσογείου, αμερικάνικο ροκ και μπαλάντες, γαλλικό chanson, πολύ λίγα κλασσικά κομμάτια που είμαι δεμένη συναισθηματικά μαζί τους, μεγάλωσα πάντως με Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Σαββόπουλο και τους μένω πιστή. Ισχυρίζομαι δε ότι μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για την μουσική μας παράδοση και το τραγούδι, και τις φωνές αυτού του τόπου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα βιβλία γράφονται και ‘’φεύγουν’’. Οδεύουν προς τον αναγνώστη. Αυτός έχει τον λόγο πια. Και μ’ αρέσει να τον ακούσω, ίσως γιατί… δεν γράφω γι’ αυτόν, για μένα το κάνω, κι έχω την απορία να δω, συναντηθήκαμε κάπου αυτός κι η αφεντιά μου; Είχα κάτι να του πω; Μετά το μυθιστόρημα ‘’Μ’ ένα καφάσι μπίρες’’ , κτύπησε το τηλέφωνο, μια άγνωστη γυναίκα μου είπε πως ταυτίστηκε με την ηρωίδα, σύζυγο πανεπιστημιακού, πως αυτή ήταν η καλύτερη ψυχανάλυση που έχει κάνει, και μ’ ευχαριστεί πολύ γι’ αυτό. Ένιωσα ανακούφιση κι έκλεισα την πόρτα του βιβλίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πάντως όχι από τα βιβλία !  Από την δουλειά μου. Πτυχίο Νομικής Αθηνών, έκανε τον κύκλο της η μάχιμη δικηγορία, δίδαξα αρκετά χρόνια στο ΤΕΙ Ηρακλείου, τα τελευταία ένδεκα χρόνια συντηρώ την οικογενειακή μας επιχείρηση, ξενώνας στο βουνό, τ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ. Κι ακούγεται ολίγον εξωτικόν αλλά είναι πολλή η κούραση. Τ΄ αγαπώ πάντως. Η ζωή στο χωριό – παιδί της πόλης ήμουνα – μου έδωσε πολύτιμα μαθήματα ζωής, μιαν ανάσα διαφορετική, το μέτρο των πραγμάτων και του ανθρώπου, η φύση σε μαθαίνει  ταπεινότητα και σε γαλουχεί ελπίδα, ξέρετε, ο κήπος είναι παντελώς κατεστραμμένος μετά το χιονιά, την πρώτη φορά έβαλα τα κλάματα, και σε δυο τρεις μήνες ολάνθιστος, κραταιός. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω… Και για να είμαστε προσγειωμένοι,  στις  πόλεις δίπλα πια τα χωριά, με διαδίκτυο και τις βολές μας, μην μας βλέπετε ως ξωτικά, η επιστροφή στις επαρχίες μπορεί πια να γίνει με νέους όρους, άντε, τολμήστε!!! (μπορώ να γελάσω;). Φυσικά οι συγγραφικές καριέρες στην Αθήνα κτίζονται, αλλά… αλλά το καλό βιβλίο δεν θα χαθεί. Και, ξέρετε κάτι: διάσημοι και λιγότερο  γνωστοί, όλοι μαζί θα βρεθούμε στα ράφια των βιβλιοθηκών του μέλλοντος, και οπωσδήποτε σε 2 τ.μ γης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τα μέσα της δεκαετίας του ’80,  το σπίτι της πόλης, να το φτιάξουμε, να μεγαλώσουν τα παιδιά εκεί που μεγάλωσε και ο πατέρας τους, τι ωραίο δώρο. Τραβάμε ένα σαρακοφαγωμένο ερμάρι, πίσω του ένα κρυφό, κατάκλειστο, εντειχισμένο ντουλάπι, σωρός τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης – κλεισμένα, ξεχασμένα εκεί από τον σκληρό Απρίλη του ’67, πανηγύρι! Έλεγα κάθε πρωί πως επιβλέπω τους μαστόρους και την ‘’έκανα’’ από το γραφείο,  κι εγώ χάθηκα στα κιτρινισμένα φύλλα μιας εποχής, μιας ανάτασης, μιας ακόμη ματαιωμένης ευκαιρίας. Χάρηκα που ο Τσίρκας αγαπούσε τον Καβάφη, ανακάλυψα την Ζιζέλ Πράσινος και άλλους πολλούς. Καλά, υποψιάζεστε τι κακοτεχνίες μού άφησε η εργατική τάξη – για τα δίκια της οποίας πάλευα!  Σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά διαβάζω πολλά, και εδώ πάλι να πω ότι το πείσμα ανθρώπων μεγαλουργεί, όταν θέλει, σ’ αυτή τη χώρα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;    

Αν η λέξη ‘’μονογραφία’’ δεν είναι βαρύγδουπη, έχει συμβεί ήδη,  μ’ αφορμή Συνέδρια  ή αφιερώματα σε έντυπα  κλπ. Ανταποκρίθηκα για αυτούς που αγαπώ την δουλειά, την προσφορά τους. Μιχάλη Γκανά, Χριστόφορο Λιοντάκη, Ν. Καββαδία, Λιλή Ζωγράφου, το βιβλίο για την Κατίνα Παΐζη επίσης.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ήμουν μανιακή με τον κινηματογράφο, η Άννα στο διήγημα ‘’Ιάσων από την Κολχίδα’’ τα λέει όλα, ξέρω απέξω σκηνές και σκηνές, οι εικόνες που μένουν ανεξίτηλες, ένα παράθυρο και η κουρτίνα στο άνεμο: ο ‘’Καθρέπτης’’ του Ταρκόφσκι, το κουρεμένο γυναικείο κεφάλι  στο ‘’Χιροσίμα, αγάπη μου’’, από τον Μπέργκμαν ως τους Ταβιάνι και φθάνουμε στον Καουρισμάκι και τον Φατίχ Ακίν, άστε καλύτερα, ξύνετε πληγές. Γιατί, τώρα  πια δεν βλέπω  τόσο όσο θέλω και έχω ανάγκη. Έκλεισαν τα παλιά σινεμά, αλλά έχουμε μια πολύ καλή κινηματογραφική λέσχη κάθε Δευτέρα στο Ηράκλειο .Θέατρο, ε; , κορίτσι στο υπόγειο του Κουν είδα πράματα και θάματα, τώρα Θέατρο βλέπω πάντα όταν ανεβαίνω στην Αθήνα κάμποσες φορές το χρόνο (τα καλοκαίρια μιλάμε κατά κανόνα για αρπαχτές στην επαρχία), έχω και τις προτιμήσεις μου: από χρόνια παρακολουθώ τον Μαυρίκιο, τον Λιβαθινό και τον Θεοδωρόπουλο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Σας γράφω την απάντηση και γελάω: όλοι με ποίηση ξεκινούμε, τέτοιο σαράκι, κάποιος θα πρέπει να σκύψει στο φαινόμενο και να το ερμηνεύσει, χώρα Ποιητών – ναι, κεφαλαίο το π – αλλά και γραφικών. Τα παράτησα πολύ νωρίς, η Ποίηση στέκεται πολύ ψηλά στην συνείδησή μου για να την ταλαιπωρήσω. Πάντως έχουν δημοσιευτεί αρκετά στην Ανθολογία του Παν/μίου Πατρών για τους Κρήτες του είδους, σε κρητικά έντυπα με ψευδώνυμο και μόνο πρόπερσι στο ΤΕΧΝΟΠΑΙΓΝΙΟΝ του Γ. Στεφανάκη κάτι μικρό με την υπογραφή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα για πολλοστή φορά ‘’το βιβλίο της ανησυχίας’’ του Πεσόα, το είχα ανάγκη,  το ‘’σύντομο αισθηματικό ταξίδι‘’ του Ίταλο Σβέβο, σπουδαίο βιβλίο, ‘’το ημερολόγιο της κρίσης του Π. Τσίμα’’,  τώρα κρατώ το τελευταίο του Πανσέληνου, ‘’σκοτεινές επιγραφές’’ μ’ αρέσει η γραφή του, δεν έχω γνώμη αν δεν το τελειώσω πρώτα. Μετά σειρά έχει η Σώτη Τριανταφύλλου και το τελευταίο της.

Τι γράφετε τώρα;  

Άνοιξα συρτάρια και τσάντες και τετράδια και τελειώνω κάτι παλαβό: μπορεί να το βαφτίσω ‘’η νοσταλγία των ταξιδιών‘’, ταξίδια στο τέλος μιας εποχής, όχι, καθόλου εξωτικά πράγματα, ούτε περιγραφές ντε και καλά, σκέψεις και ανθρώπινα πορτρέτα: ένας ράφτης παπλωμάτων στη Σιδώνα του εμφυλιοπολεμικού Λιβάνου, ένας χαμαμτζής στο Ουργκούπ, μια τυφλή στον καθεδρικό του Μονρεάλε, μια γυναίκα στο Σηάτλ που ψιθυρίζει στο αυτί μου τη βροχή από την Τζοκόντα του Μάνου, μια πόρνη στην Κούνταμ στράσσε, Βερολίνο του Τείχους… Θα δούμε…

Με ποιο τρόπο ασχολείστε με τον αγροτουρισμό; Η ενασχόλησή σας αυτή σας «κλέβει» συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Ο ξενώνας είναι μικρός. Σε ανθρώπινα μέτρα, με την κρίση όμως, χρειάζεται το κυνήγι του, κι ύστερα περνούν σχεδόν όλα από τα χέρια μου. Ο χρόνος είναι πρόβλημα, και κυρίως η ποιότητα του χρόνου, αν έχει κυλήσει η μέρα με συζητήσεις, επισκέψεις, πελάτες, ζημιές, ουρά στην Τράπεζα ή στην Εφορία,  το μυαλό δύσκολα μαζεύεται… Πάντως  ‘’το ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ αγαπά την λογοτεχνία’’ και από φέτος θα  κάνουμε πράγματα για την λογοτεχνία εδώ, κάτω από την πέργκολα ή και τ’ άστρα χαζεύοντας τον Ψηλορείτη, διαβάσματα, συζητήσεις, μαθήματα γραφής με καλούς συναδέλφους… στα προσεχώς οι λεπτομέρειες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σας ευχαριστώ, ήταν ήδη πολλές (μιλώ καλοπροαίρετα, φυσικά – το διαδίκτυο προσφέρεται για παρεξηγήσεις).

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύτιμο εργαλείο στο χώρο μας: ο πελάτης μου με βρήκε στο Πόρτλαντ της Δυτικής Ακτής, του άρεσε η τιμή, τύπωσε τον χάρτη από την ιστοσελίδα μου και βρέθηκε στην πόρτα! Ξέρετε, είμαστε θαυμάσια λεία στα χέρια των tour operators, και το δίκτυο μπορεί να μας  βοηθήσει. Σπουδαίο μέσο αστραπιαίας μεταφοράς της πληροφορίας, αλλά την πληροφορία εμείς με το μυαλό μας και την παιδεία μας θα την αξιολογήσουμε, χαρά πολλές φορές, μιλώ με τ’ ανίψια μου στην άλλη άκρη της Αμερικής και της Κρήτης, ‘’σαλιαρίζω’’ με τις κόρες μου,  τους στέλνω μουσικές στο FB. Φυσικά όλα τα εργαλεία θέλουν τη σωστή χρήση, είναι ακριβώς αυτό : εργαλεία. Το λέω γιατί νομίζω ότι πολύς κόσμος εγκλωβίζεται σε μια εικονική πραγματικότητα που μάλιστα την θεωρεί πραγματική. Σε μια επαφή που κατ’ επιφάσιν  είναι επαφή –κρύβει πολλή μοναξιά το μαραφέτι και η χρήση του, μπορεί να λειτουργήσει και σαν παγίδα. Κάνω κι άλλες σκέψεις όμως: η υψηλή τεχνολογία αλλάζει δραματικά τη ζωή μας χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε πολλά πράγματα, αίφνης, η οικονομική κρίση που ζούμε, η ένταση και το βάθος της, είναι άσχετα από τις ταχύτητες της τεχνολογίας; Ποιος μπορεί να ελέγξει πραγματικά τα χρηματιστήρια; Η ταχύτητα που κινείται η πληροφορία τι επιπτώσεις έχει, θετικές και αρνητικές – στη ζωή μας; Ο Δημιουργός και το δημιούργημα του, το best seller προσεχώς στις οθόνες σας! Όσο για τους κοινωνιολόγους και του ψυχαναλυτές του παρόντος, ω! χαράς ευαγγέλιο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Θα ήθελα να βλέπατε τη φάτσα μου τώρα που σας γράφω την απάντηση, δηλαδή, κοιτάξτε, ούτε τα μαλιά μου έχω βάψει , ούτε με το μέικαπ έχω πολλά πάρε δώσε, και δηλώνω ευθαρσώς τα  χρόνια μου, τα αγαπώ, όπως και τις ρυτίδες μου, είμαι το …αποτέλεσμά τους, οπότε η αιώνια νιότη μάλλον δεν ανήκει στο μενού μου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αιώνια νιότη είναι η δύναμη για δημιουργία, αλλά χωρίς συγγραφική ιδιότητα τι να το κάνω το δώρο; Αντίφαση δεν είναι;
Να ‘μαστε καλά, λοιπόν, να μεγαλώνουμε…

ΝΙΚΗ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΥ, www.agioklima.gr

Σημ.: Στις υπόλοιπες φωτογραφίες: Ναταλία Γκίνζμπουργκ, Αλμπέρ Καμύ, Έμιλυ Ντίκινσον, Φραντς Κάφκα, Στρατής Τσίρκας, Λεονάρντο Σάσα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζιζέλ Πράσινος, Ζακ Πρεβέρ, Αντόνιο Ταμπούκι, Φερνάντο Πεσσόα, μια σκηνή από την Άκρη του Ουρανου του Φατίχ Ακίν, το Διαβατήριο του Ποιητή, Ίταλο Σβέβο, Κλαούντιο Μάγκρις και μια είσοδος στον κόσμο του Αγιοκλήματος.

15
Ιαν
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 74. Δώρα Κασκάλη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι πολλοί και αντιπροσωπεύουν αναγνωστικές προτιμήσεις διαφορετικών περιόδων της ζωής μου. Πρόχειρη λίστα με τους έλληνες: Γεώργιος Βιζυηνός, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Εγγονόπουλος, Μ. Καραγάτσης, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Μάριος Χάκκας, Ανδρέας Φραγκιάς, Δημήτρης Χατζής, Άρης Αλεξάνδρου, Αργύρης Χιόνης, Άρης Φακίνος, Βασίλης Αλεξάκης, Μένης Κουμανταρέας, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Περικλής Σφυρίδης, Μάρω Δούκα, Ρέα Γαλανάκη, Θανάσης Μαρκόπουλος, Δημήτρης Δημητριάδης, Βασίλης Γκουρογιάννης και οι κάπως νεότεροι βορειοελλαδίτες διηγηματογράφοι (Τάσος Καλούτσας, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Ηλίας Παπαμόσχος). Και με τους ξένους: Σααδί, Ε.Α. Πόε, Σταντάλ, Γκυστάβ Φλωμπέρ, Φιόντορ Ντοστογιέφσκι Άντον Τσέχοφ, Μαξίμ Γκόρκι, Νικολάι Γκόγκολ, Λέων Τολστόι, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Φερνάντο Πεσσόα, Τ. Σ. Έλιοτ, Μαρσέλ Προυστ, Αλμπέρ Καμύ, Φραντς Κάφκα, Τόμας Μαν, Τζον Στάινμπεκ, Σκοτ Φιτζέραλντ, Σύλβια Πλαθ, Φρανσουάζ Σαγκάν, Γιούκιο Μισίμα, ΄Ιταλο Καλβίνο, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Ρέιμοντ Κάρβερ, Τζέφρι Ευγενίδης. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια δεν διάβασα αρκετή σύγχρονη ξένη λογοτεχνία, παρά μόνο γνωρίζω κάποια ονόματα καθαρά δημοσιογραφικά.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δεν θα είμαι αναλυτική για να μην καταχραστώ το χώρο σας. Αν βάλετε σε κάθε παραπάνω όνομα δύο με τρία έργα του, ο κατάλογος θα είναι μακρύς, ειδικά αν προστεθούν και μεμονωμένα έργα συγγραφέων. Τηλεγραφικά μόνο θα πω ορισμένα ελλήνων: Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, Λοιμός του Φραγκιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου και η τριλογία του Άρη Φακίνου (Το κάστρο της μνήμης, Κλεμμένη ζωή, Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα αναφέρω για ευνόητους λόγους κάποια διηγήματα παλιότερων συγγραφέων: «Μοσκώβ-Σελήμ» του Βιζυηνού, «Ο έρωτας στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη,  «Πίστομα» του Θεοτόκη, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Σαμπεθάι Καμπιλής» του Χατζή.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου και ειδικά για το τελευταίο βιβλίο του Κάτι θα γίνει θα δεις. Γα να μην αδικήσω τους υπόλοιπους νέους συγγραφείς, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω αρκετό χρόνο για να διαβάσω δουλειά τους. Ενημερώνομαι, όμως, από τον ηλεκτρονικό τύπο και τα περιοδικά και βλέπω με μεγάλη μου χαρά ένα δημιουργικό ξέσπασμα των σημερινών περί τα τριάντα –αλλά και νεότερων- συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Τους ήρωες των διηγημάτων της πρώτης μου συλλογής τους έχω αφήσει στις αέναες διαδρομές τους πάνω στις ξεφτισμένες θέσεις των συρμών, να ανοίγουν κουβέντα με τους περαστικούς. Όσο για τις γυναίκες του «Κάτω», μαθαίνω νέα τους από τους αναγνώστες που άρχισαν να διαβάζουν το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, και εκπλήσσομαι από όσα τους ανιστορούν ερήμην μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ναξιώτισσα Αριάγνη του ομώνυμου βιβλίου του Τσίρκα από την Τριλογία του που κατοικεί στο Κάιρο σε ένα ιδιότυπο λαβύρινθο: ανεξίθρησκη συντρέχει τους ντόπιους, γίνεται το καταφύγιο του κυνηγημένου Σιμωνίδη, ζει έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση κι όμως βασανιστικά παρόντα για 23 χρόνια με τον Γιούνες και υπερασπίζεται τη δική της πανανθρώπινη ηθική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο τρένο και μάλιστα πολλές φορές. Στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα έχω καταφέρει να γράψω ολόκληρα –σύντομα- διηγήματα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Καθετί μπορεί να ενεργοποιήσει την έμπνευση: οι άνθρωποι που συναντώ, μια είδηση στο διαδίκτυο, μια εικόνα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ένα πρόσωπο στο λεωφορείο. Παρακολουθώ ηδονοβλεπτικά τα πάντα γύρω μου. Εκείνη τη στιγμή κινητοποιείται όλος ο μηχανισμός της φαντασίας και στήνεται ο βασικός σκελετός της πλοκής. Όταν, αργότερα, καταγράφω την ιστορία στον υπολογιστή μου, πολλές φορές το κείμενο με πάει αλλού και αναθεωρώ ακόμη και ολόκληρο το οικοδόμημα που ξεκίνησα να στήνω. Αυτά προκειμένου για τα διηγήματα. Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι μια εργασία πιο συστηματική και λιγότερο παρορμητική, γι’ αυτό και δυσκολότερη για μένα που έχω συνηθίσει να γράφω στη σύντομη φόρμα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Εργάζομαι όταν και όποτε μπορώ να βρω λίγο χρόνο. Συνήθως επεξεργάζομαι εγκεφαλικά κατά τη διάρκεια της ημέρας μια βασική ιδέα με συνηθέστερη υπόκρουση το Τρίτο Πρόγραμμα που ακούγεται σταθερά στο σπίτι, αλλά και τις πρώτες κουβέντες της κόρης μου, το κλάμα του γιού μου, όλη αυτή τη μουσική του μικρόκοσμου του σπιτιού μου που παρέχει ασφάλεια, χαμόγελο και κουράγιο ακόμη και όταν η έμπνευση κάνει κοιλιά. Διαύγεια για να γράψω έχω αργά το βράδυ, μαζί όμως και με τη συσσωρευμένη κούραση από τις ημερήσιες φροντίδες.
Προτιμώ να ακούω σάουντρακ από αγαπημένες ταινίες, Philip Glass, Michael Nyman, Ryuichi Sakamoto, Zbigniew Preisner, Wim Mertens, Arvo Pärt, Sylvain Chauveau.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο Στο τρένο (εκδ. Γαβριηλίδης 2010) είναι μια συλλογή διηγημάτων με ιστορίες επιβατών, οι οποίοι στις διαδρομές τους πάνω στη γραμμή «Πύθιο-Σταθμός Λαρίσης» ζουν τα δικά τους πάθη που αποτελούν το πρωταρχικό καύσιμο της ζωής: έρωτας-σεξ-θάνατος. Το δεύτερο βιβλίο μου είναι το μυθιστόρημα Κάτω από τις ίδιες εκδόσεις, το οποίο κυκλοφόρησε λίγο πριν εκπνεύσει το 2011. Σπονδυλωτό βιβλίο, αφηγείται ιστορίες γυναικών –ζώντων και νεκρών- μέσα στο χλωρό παράδεισο ενός νησιού, καταγράφοντας τις επιθυμίες, τα ελλείμματά τους, τον αγώνα τους για επιβίωση. Στο τέλος του βιβλίου, τις μικρές ζωές τους ξεθεμελιώνει μια σαρωτική κρίση που υποχρεώνει όλες τις ηρωίδες να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή και τις επιλογές τους.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Παλαιότερα, εργάστηκα για οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.

Η υπό εκπόνηση διατριβή σας αφορά τις εκφάνσεις της ελληνικότητας στη μεταναστευτική λογοτεχνία. Πώς επιλέξατε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα, τι αφορά, ποια όρια έχετε βάλει στο θέμα σας, σε ποιο σημείο βρίσκεστε;

Σε συνεργασία με την επόπτριά μου, καθηγήτρια στο Α.Π.Θ. Μαίρη Μικέ, αποφασίσαμε να μελετήσω παραδειγματικά τη μεταναστευτική λογοτεχνία ώστε να ιχνηλατήσω τις μεταμορφώσεις της ιδέας της πατρίδας και της ελληνικότητας στα κείμενα ελλήνων που έζησαν στην αλλοδαπή και μεταφέρουν τη μεταναστευτική εμπειρία τους όσο και εκείνων που δημιουργούν στην Ελλάδα, αλλά έχουν θέμα τους μετανάστες. Χρονικά περιορίσαμε το θέμα από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τα τελευταία χρόνια η μετανάστευση και η ετερότητα ήταν ζητήματα ιδιαίτερα προσφιλή στην έρευνα. Δυστυχώς, μετά τη μελέτη ενός σημαντικού μέρους της μεταναστευτικής λογοτεχνίας, το διδακτορικό μου έμεινε λιγάκι πίσω λόγω της απόκτησης των δύο παιδιών μου. 

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Νομίζω ότι είναι δύσκολο να απαντήσω για το ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό περιοδικό. Έχω ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, ειδικά με τα περιοδικά της περιφέρειας, γιατί υπήρξαν εξαιρετικά φιλόξενα και μου διέθεσαν τις σελίδες τους για να δημοσιεύσω τα πρώτα μου διηγήματα. Η Παρέμβαση της Κοζάνης, η Εξώπολις της Αλεξανδρούπολης, στα οποία είμαι τακτική συνεργάτης, είναι αυτά που νιώθω πιο κοντινά μου. Αλλά και τα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο – ο  Γ. Κορδομενίδης εκδίδει ένα υψηλών προδιαγραφών περιοδικό- και Ένεκεν, το πάντα έγκυρο και πρωτοπόρο Πλανόδιον και το εξαιρετικό Εμβόλιμον είναι από τα περιοδικά που δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μάριο Χάκκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και θέατρο και σινεμά. Θα αναφέρω εδώ κάποιους αγαπημένους δημιουργούς: ο «Δεκάλογος» του Κισλόφσκι (ειδικά η «Μικρή ιστορία για ένα φόνο» και η «Μικρή ερωτική ιστορία»), όλες οι ταινίες του Ταρκόφσκι –παράλληλα με την ανάγνωση των «Σμιλεύοντας το χρόνο» και «Μαρτυρολόγιο»-, ο ιταλικός νεορεαλισμός (Ροσσελίνι, Ντε Σίκα), ο Φελίνι, ο Μπέργκμαν, ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Βέντερς μέχρι και την ταινία «Τα φτερά του έρωτα», οι αδερφοί Ταβιάνι, ο Νικίτα Μιχάλκοφ, ο Φρανσουά Τριφό, οι παλιότερες του Γούντι Άλεν μέχρι και την ταινία «Η Χάνα και οι αδερφές της», ο Στίβεν Φρίαρς, ο Γκας βαν Σαντ, ο Αρονόφκσι, ο Ιναρίτου, ο Λαρς φον Τρίερ. Από τα μαθητικά μου χρόνια παρακολουθούσα με προσήλωση τις ταινίες του Γκοντάρ και του Φελίνι στην κρατική τηλεόραση και ως φοιτήτρια υπήρξα φανατική σινεφίλ. Απωθημένο μου εξακολουθεί να είναι η σκηνοθεσία, ενώ είχα και μια σύντομη θητεία στην «Πειραματική Σκηνή της Τέχνης» ως βοηθός σκηνοθέτη. Όποτε κατεβαίνω στην Αθήνα συνήθως παρακολουθώ τις παραστάσεις του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», του «Επί Κολωνώ» και του «Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτή την περίοδο δοκιμάζω τις δυνάμεις και τις αντοχές μου στην ποίηση. Είμαι σε μια διαδικασία μαθητείας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Προσπαθώ να επιστρέψω στα καθαρά επιστημονικά μου διαβάσματα που αφορούν στην εθνική ταυτότητα. Τώρα μελετώ το βιβλίο του Στάθη Γουργουρή «Έθνος-όνειρο».

Τι γράφετε τώρα;  

Μια σειρά διηγημάτων με κοινό θεματικό άξονα την τρίτη ηλικία. Ήδη ένα διήγημα εξ αυτών θα αναρτηθεί στο one story, τη σελίδα που επιμελείται ο Γιάννης Φαρσάρης (http://www.onestory.gr/).

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όλες οι ερωτήσεις σας ήταν εξαιρετικές!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Από το 2007 διατηρώ ένα λογοτεχνικό μπλογκ, το οποίο υπήρξε και η αιτία για να ασχοληθώ συστηματικότερα με τη γραφή. Σήμερα πλέον υπολειτουργεί ελλείψει χρόνου, ωστόσο είναι πάντοτε μια καλή εξάσκηση για τη σύντομη φόρμα που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Για τα δυο μου βιβλία άνοιξα ισάριθμα μπλογκ, τα οποία ενημερώνω με εκδηλώσεις, κριτικές, αλλά και αποσπάσματα. Πρόσφατα άνοιξα κι ένα λογαριασμό στο facebook.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Η λογοτεχνία αιχμαλωτίζει κάτι από την αιώνια νιότη της στιγμής. Ήδη εμείς που μετέχουμε στο θαύμα της, δεν κερδίζουμε μια κάποια αθανασία; Αυτό μου είναι αρκετό.

Στις φωτογραφίες: ένα Συνεργείο Επισκεπτών (στον σιδηροδρομικό σταθμό του Πυθίου, αφετηρία των εμπνευστικών τραίνων της συγγραφέα, φωτ. Ελένης Κεχαγιόγλου), η Βεντερική Αλίκη περιμένει την δική της αναχώρηση, το κορίτσι του Ταρκοφσκικού Καθρέφτη ήδη ταξιδεύει, τα παιδιά του Ταβιανικού Χάους ετοιμάζονται για μια στιγμή που κάποτε θα κάνουν λογοτεχνία, οι δυο Κυσλοφκικοί ήρωες ρέουν την Μικρή Ερωτική τους Ιστορία κι ένα βαγόνι: για κάποιους, μια μήτρα της γραφής.

Ηλεκτρονικά επισκεπτήρια: εδώ κι εκεί.

20
Δεκ
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 72. Αχιλλέας Κυριακίδης

Περί γραφής και ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φλομπέρ, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Μπόρχες, Σάμπατο, Φόκνερ, Κορτάσαρ, Μάρκες, Περέκ, Εσνόζ, Κάλβος, Βιζυηνός, Σεφέρης, Σινόπουλος, Χειμωνάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η αισθηματική αγωγή (Φλομπέρ), Ο ηλίθιος (Ντοστογιέφσκι), Η δίκη (Κάφκα), Μυθοπλασίες (Μπόρχες), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Το κουτσό (Κορτάσαρ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Ζωή οδηγίες χρήσεως (Περέκ), Προπαντός όχι Σοπέν (Εσνόζ), Το αμάρτημα της μητρός μου (Βιζυηνός), Τρία κρυφά ποιήματα (Σεφέρης), Το γκρίζο φως (Σινόπουλος), Οι χτίστες (Χειμωνάς), Το στρίψιμο της βίδας (Τζέιμς), Ανατολικά της Εδέμ (Στάινμπεκ), Κάτω από το ηφαίστειο (Λόουρι), Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα (Μπουλγκάκοφ), Τέσσερα κουαρτέτα (Έλιοτ), Πέδρο Πάραμο (Ρούλφο), Εννέα ιστορίες (Σάλιντζερ), Ασκήσεις ύφους (Κενό), Τζαστίν (Ντάρελ), Το τούνελ (Σάμπατο), Το αστείο (Κούντερα), Η θεία Χούλια και ο γραφιάς (Λιόσα), Νερό καμένο (Φουέντες), Λολίτα (Ναμπόκοφ), Σκυλίσια χρόνια (Γκρας), Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης… (Καλβίνο), Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (Σεπούλβεδα), Μετάξι (Μπαρίκο), Η μικρή Μπιζού (Μοντιανό),

Καθένας (Ροθ), Ο Λόγος (Κινιάρ), Ακυβέρνητες πολιτείες (Τσίρκας), Τρεις γυναίκες (Πολίτης), Το φύλλο-Το πηγάδι-Το αγγέλιασμα (Βασιλικός), 12 ποιήματα για τον Καβάφη (Ρίτσος), Ζητείται ελπίς (Σαμαράκης), Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου), Η κάθοδος των εννιά (Βαλτινός), Το μονόγραμμα (Ελύτης), Η συντεχνία (Βαγενάς), Χαίρε ποτέ (Δημουλά), Ο ωραίος λοχαγός (Κουμανταρέας), Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου), Γυάλινα Γιάννενα (Γκανάς), Από το στόμα της παλιάς Remington (Πάνου), Ο θάνατος το στρώνει (Βαρβέρης), Ο κακός αέρας (Καλοκύρης), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζατέλη), Με γεμάτο στόμα (Ευσταθιάδης), Η πηγάδα (Δούκα), Μ’ ένα στεφάνι φως (Μαστοράκη), Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές (Σωτηροπούλου), Το γονίδιο της αμφιβολίας (Παναγιωτόπουλος), Απόντος του παραλήπτου (Χατζηδημητρίου), Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Μαυρουδής), Οικογενειακές ιστορίες (Γουδέλης).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Μπάρτελμπι, ο γραφιάς» (Μέλβιλ), «Περιγραφή ενός αγώνα» (Κάφκα), «Ο Νότος» (Μπόρχες), «Οι νεκροί» (Τζόις), «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα» (Σάλιντζερ), «Μίριαμ» (Τρούμαν Καπόουτι), «Γράμματα από τη μαμά» (Κορτάσαρ), «Δύσκολο να σου τύχει καλός άνθρωπος» (Ο’ Κόνορ), «H απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρας και της άσπλαχνης γιαγιάς της» (Μάρκες), «Αυτά ήταν κάποτε παλάτια» (Φουέντες), «Αν δεν έχεις πού να κλάψεις» (Σεπούλβεδα), «Το νερό της βροχής» (Καραγάτσης), «Σήμα κινδύνου» (Σαμαράκης), «Σαμπεθάι Καμπιλής» (Χατζής), «Το αρμένισμα» (Κουμανταρέας), «Πολυξένη» (Νόλλας),  «Επιτάφιος θρήνος» (Ιωάννου), «Θερμά θαλάσσια λουτρά» (Παπαδημητρακόπουλος), «Η πηγάδα» (Δούκα), «Καλοκαιρινός κινηματογράφος» (Πανσέληνος), «Κάθε ξημέρωμα ήμουν εκεί» (Διβάνη), «Σαββατιάτικες δουλειές» (Ηλιοπούλου), «Ένα κουβέρ» (Ευσταθιάδης), «Ο τελευταίος Βαρλάμης» (Βαλτινός).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ευάριθμοι (αλφαβητικά): Δημήτρης Αθηνάκης, Μιχάλης Γεννάρης, Γιάννης Δούκας, Βασίλειος Δρόλιας, Κατερίνα Έσσλιν, Δήμητρα Κολλιάκου, Έλενα Μαρούτσου, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Χρήστος Οικονόμου, Βασιλική Πέτσα, Μαργαρίτα Φρανέλη και (λίιιιγο παλαιότερος) Θανάσης Χειμωνάς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Καθότι ακραιφνής διηγηματογράφος, διαθέτω ήρωες που όχι μόνο η γραφτή ζωή τους είναι μικρού μήκους, αλλά και δεν είναι γραφτό τους να μετεμψυχώνονται από διήγημα σε διήγημα. Στη χάση και στη φέξη, τους επισκέπτομαι. Όσοι δεν έτυχε να πεθάνουν στο διήγημά τους, καλά είναι.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μπουβάρ και ο Πεκισέ. Ο Μίσκιν. Ο Μπάρτελμπι. Ο Ιωσήφ Κ. Οι Κόμπσον. Ο ήρωας του «Νότου» (Μπόρχες). Ο Σίμορ Γκλας. Ο Χάμπερτ Χάμπερτ. Οι Μπουενδία. Ο Μπάρτελμπουθ. Και, πάνω απ’ όλους, ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Δεν γράφω παρά μόνο σε τόπους εκτός του γραφείου μου/σπιτιού μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η ευκολία μεταφοράς των εργαλείων της συγγραφής –όσο βαριές κι αν είναι η μνήμη (ή η λήθη) και η ιδέα, δεν παύουν να είναι κατηγορίας πτερού– με κάνει να θεωρώ κάθε σημείο της πόλης ευάλωτο στις εκπορθητικές μου διαθέσεις και ιδεώδες για να στήσω το μικρό και απαραβίαστο ιδιωτικό μου γραφείο: γράφω όταν οδηγώ κι όταν με οδηγούν λεωφορεία και τρένα· γράφω όταν είμαι μόνος και, κατά προτίμηση, όταν δεν είμαι μόνος· γράφω στο φως και στο σκοτάδι· γράφω στο σπίτι, ανάμεσα σε δύο τρυφερότητες, και στο γήπεδο, ανάμεσα σε δύο ιαχές. Δε με εμπνέει η ηρεμία, αλλά ο σάλος, οι κουβέντες των ανθρώπων γύρω μου που εκπνέουν λέξεις κι ας μην τις καταλαβαίνω, η μυρωδιά της παρουσίας του άλλου, ο πάταγος των αισθημάτων του. Αργότερα, με πληκτρισμούς, θα γίνει η καθέλκυση της ιδέας που έχει πια μορφωθεί σ’ ένα διήγημα…

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο γράφω ένα διήγημα, δεν έχει διόλου να κάνει με οργανώσεις χώρου, διευθετήσεις χρόνου, προκατακλυσμιαίες προφυλάξεις και άλλες ρυθμίσεις, παρά με ορμέμφυτες διαδικασίες, με τη σχεδόν ενδοκρινή δημιουργία ενός είδους κάλυκα, θήκης, κάτι σαν κουκούλι, μέσα στο οποίο αυτή η περίφημη «ιδέα για ένα διήγημα» θα περάσει τη –συνήθως μακρόχρονη– νυμφική της φάση: στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στην παύση ανάμεσα σε δύο μουσικές, στον πρώτο ύπνο. Κι ύστερα, όταν έρθει η ώρα, πιάνω μολύβι και χαρτί, διαλέγω ένα café, το πιο πολυσύχναστο (ποτέ δεν ήμουν «χημικός» του δοκιμαστικού σωλήνα, ποτέ δεν ήθελα το περιβάλλον μου αποστειρωμένο απ’ την ανθρώπινη φωνή), κι αφήνω να ξετυλιχτεί μπροστά μου η φαντασμαγορία της έκδυσης. Καίτοι έχω συχνά την αίσθηση ότι όλο αυτό διαδραματίζεται σχεδόν ερήμην μου, εξίσου συχνά διακατέχομαι κι  απ’ τη βεβαιότητα ότι, τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο ενδόμυχο, πιο πεισματικά και εγωιστικά ιδιωτικό, απ’ την καλλιτεχνική πράξη.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπαχ, Μότσαρτ, Χέντελ, Μπάρτοκ, Βέμπερν, Σοστακόβιτς, Μπιτλς, Ντίλαν, Μπρελ, Γκέιμπριελ, Θεοδωράκης.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Η απάντησή μου αφορά συνοπτικά όλα μου τα βιβλία, εκτός από τις 3 συλλογές δοκιμίων (7 συλλογές διηγημάτων και 2 νουβέλες). Κατά τον Μπόρχες («Οι τέσσερις κύκλοι»), τέσσερις είναι όλες κι όλες οι ιστορίες τις οποίες, «στο χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες»: η αφήγηση της υπεράσπισης μιας πολιορκούμενης πολιτείας από «γενναίους άνδρες», της επιστροφής του πολεμιστή, μιας αναζήτησης και της θυσίας ενός θεού. Αν θεωρήσει κανείς ότι, ακόμα και στην τελευταία ιστορία, ο (όποιος) θεός, προκειμένου να θυσιαστεί, πρέπει πρώτα να εξανθρωπιστεί, εύκολα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατ’ ουσίαν, ένα είναι το κεντρικό θέμα κάθε μυθοπλασίας: ο Άνθρωπος· αυτός που, κατά τη μεγαλοφυή διατύπωση του Αραγκόν, είναι «η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο λέγεται Κωμωδία (Πόλις, 2010) και πραγματεύεται τρεις-τέσσερις ζωές απ’ αυτές που θα μπορούσε να έχει ζήσει ένας Έλληνας της γενιάς μου. Η Κωμωδία είναι νουβέλα· μ’ άλλα λόγια, το μακροσκελέστερο κείμενό μου μετά το μικρό μυθιστόρημα Ο Ναπολέων Αστός σε νέες περιπέτειες του 1974. Φανατικός θιασώτης και θεράπων της μικρής φόρμας (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο), υποχρεώθηκα από το ίδιο το θέμα να αναπτυχθώ πέρα απ’ τις οικείες μου διαστάσεις, επιχειρώντας, ωστόσο, να εξορκίσω την παράβαση (ή να εξευμενίσω το θεό της μικρής φόρμας) με τις δύο πρώτες λέξεις της νουβέλας: «Καίριο και περιεκτικό».

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο» (γιατί είναι αείφυλλο κι αγαπώ τους εκδότες του), το «Εντευκτήριο» (γιατί είναι πάντα θαλπερό κι αγαπώ τον εκδότη του), το «δε(κατα)» (γιατί αγαπώ τον εκδότη του). Όσο για «μη ενεργά», νοσταλγώ το κύρος της «Επιθεώρησης Τέχνης», το μεράκι του «Τραμ», το κύρος και το μεράκι του «Χάρτη».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον άγνωστο στην Ευρώπη αμερικανό στοχαστή και λογοτέχνη Κρίστιαν Γκρέινβιλ (Christian Grainville). Θα το κάνω κάποτε.

Παλαιότερα διαβάζαμε και κείμενά σας όσον αφορά τον σύγχρονο κινηματογράφο. Έχετε σταματήσει να γράφετε τέτοια κείμενα; Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω εκδώσει ένα βιβλίο με αμιγώς κινηματογραφικά κείμενα [Η συνέχεια επί της οθόνης (1984)] και δύο συλλογές δοκιμίων [Ψευδομαρτυρίες (1998), Μικρή περιοχή (2007)], μεγάλο μέρος των οποίων καλύπτουν σπουδές για συγκεκριμένους (αγαπημένους) σκηνοθέτες ή/και συγκεκριμένες (αγαπημένες) ταινίες. Όμως, δεν είμαι μόνο παθητικός εραστής του κινηματογράφου (κατά την περίφημη Σαρτζετάκεια διάκριση των ομοφυλοφίλων), αλλά και γόνιμα ενεργητικός: έχω γυρίσει 10 δέκα ταινίες μικρού μήκους και 2 τηλεταινίες πάνω σε λογοτεχνικά έργα. Λατρεύω τον κινηματογράφο (τον Ταρκόφσκι, τον Ουέλς, τον Ρενουάρ, τον Μιζογκούτσι, τον Κιούμπρικ, τον Γκοντάρ, τον Ντράγιερ, τον Κιαροστάμι, τον Κισλόφσκι κ.ά., καθώς και αρκετούς μεγάλους «ελάσσονες» όπως, π.χ., τον Πέκινπα ή τον Πάκουλα), κι ο κινηματογράφος μού το… ανταπέδωσε επηρεάζοντας βαθιά τη γραφή μου. Από την άλλη, παραβάτης και, ταυτόχρονα, θύμα τού «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν», όταν γράφω, σκέφτομαι με εικόνες, κι όταν σκηνοθετώ, με λέξεις…

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προτιμώ να απαντήσω με κάποιους… μεταχειρισμένους αφορισμούς μου: 1. Ενώ η αφήγηση είναι μια διαδικασία μετάβασης απ’ το εγώ στον άλλον (κι ας μη φαίνεται), η μετάφραση φαίνεται σαν διαδικασία έκπτωσης απ’ τον άλλον στο εγώ (κι ας μην είναι). 2. Μόνο όταν η μετάφραση δεν φαίνεται ότι είναι μετάφραση, μόνο τότε αξιώνεται να μπει στη χορεία των πρωτοτύπων, εκεί όπου η αυθαιρεσία της έμπνευσης βρίσκει τον δάσκαλό της στο αισθητικό αποτέλεσμα. 3. Κάθε πνευματική και καλλιτεχνική εργασία είναι μοναχική· σε τούτη δω, πάντως, έχεις και μια «φωνή» να σου κρατάει συντροφιά. 4. Η μετάφραση είναι σαν τον έρωτα ή το φόνο: χρειάζονται (τουλάχιστον) δύο. 5. Ο μεταφραστής πρέπει να είναι ο ίδιος συγγραφέας, πρέπει να ξέρει τι κοστίζει η μάχη με την ίδια σου τη γλώσσα.

6. Δε θα με τιμούσε και πολύ αν κάποιος διατεινόταν ότι με αναγνώριζε πίσω απ’ τη μετάφραση οποιουδήποτε κειμένου, ενώ κάτι τέτοιο θα με κολάκευε αν είχε να κάνει με έναν συγκεκριμένο συγγραφέα· δηλαδή, να με αναγνωρίσει, λ.χ., πίσω απ’ τη μετάφραση ενός ανησυχητικού διηγήματος του Μπόρχες ή μιας ανήσυχης ακροβασίας του Περέκ. 7. Όλα τα βιβλία είναι μεταφραστέα, αλλά δεν είναι όλα μεταφράσιμα. 8. Η μετάφραση δεν συνιστά παρά αυτό που αποτελεί και τη θεμελιώδη προϋπόθεση της επιτυχίας της: μια δημιουργική ανάγνωση. 9. «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ» φέρεται να είπε ο Φλομπέρ. «Ο Φλομπέρ είμαι εγώ» (πρέπει να μπορεί να) λέει ο μεταφραστής του. 10. Ο μεταφραστικός μόχθος δεν είναι παρά η αγωνία του μεταφραστή ν’ απαντήσει σε ερωτήματα μεταφρασεολογίας που θέτει η ίδια η πράξη της μετάφρασης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η βράβευση (από το ΕΚΕΜΕΛ) της μετάφρασής μου του μυθιστορήματος του Πατρίκ Μοντιανό Au café de la jeunesse perdue (Στο café της χαμένης νιότης, εκδ. Πόλις) ήταν μια μοναδικά ευχάριστη έκπληξη, ίσως γιατί μου απέδειξε ότι δεν είμαι ο «τρελός του (μεταφραστικού) χωριού» που πιστεύει ότι δεν υπάρχουν «εύκολα» και «δύσκολα» πρωτότυπα, κι ότι αυτό που (πρέπει να) ζυγίζεται περισσότερο στην αποτίμηση μιας μετάφρασης είναι ο βαθμός προσέγγισης του ύφους τού συγγραφέα τον οποίο δεξιώνεται η γλώσσα-στόχος. Στην ερώτησή σας, λοιπόν, ως προς το σε ποιο ή ποια από τα πάμπολλα βιβλία που έχω μεταφράσει «τα βρήκα μπαστούνια», απαντώ πως το βιβλίο του Μοντιανό (αυτού του μείζονος σύγχρονου γάλλου συγγραφέα που επιμένει με μινιμαλιστική ταπεινότητα να πραγματεύεται τις εμμονές του με το χρόνο, με τη μνήμη και, κυρίως, τη λήθη, με το επώδυνο αποτύπωμα της Ιστορίας στην ατομική συνείδηση) θα έπαιρνε επάξια μια θέση στην απάντησή μου, μαζί με τη νουβέλα του Πασκάλ Κινιάρ La Raison (Ο Λόγος, εκδ. Μελάνι), ένα βιβλίο-ναρκοπέδιο για μεταφραστές, και το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Γκαρνέτ Lady Into Fox (Από γυναίκα, αλεπού, εκδ. Opera), όπου κάτω από μια «ύπουλα» στρωτή και ακαδημαϊκή αφήγηση κρύβεται η αποθέωση του βρετανικού understatement. Όσο για τις «ηδονές» που ρωτάτε, απαντώ ευθέως ότι μία από τις ευτυχέστερες περιόδους της ζωής μου ήταν εκείνο το δεκάμηνο που αναμετριόμουν με το La Vie mode d’emploi του Ζορζ Περέκ (Ζωή οδηγίες χρήσεως, εκδ. Ύψιλον).

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Χάρηκα κάθε βιβλίο που έχω μεταφράσει, καθένα για διαφορετικό λόγο: άλλο για το δέος που μου ενέπνεε το πρωτότυπο, άλλο για το τρελό γαμήλιο γλέντι μετά από το προξενιό των δύο γλωσσών, άλλο για τις δυσκολίες του, άλλο για τις ύποπτες ευκολίες του. Ωστόσο, παρά τις 100 περίπου μεταφράσεις μου που κυκλοφορούν, εξακολουθούν να με στοιχειώνουν κάποια μεταφραστικά απωθημένα· μ’ άλλα λόγια, βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει: Η αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι, Το κουτσό του Κορτάσαρ και, σαν τρελός, Η βουή και το πάθος του Φόκνερ… Να εξομολογηθώ, επίσης, ότι διατηρώ μια τρυφερή σχέση με όσα βιβλία πρόκειται «να μου δοθεί η χάρη» να μεταφράσω και που μπορεί να μην έχουν γραφτεί ακόμα…

Σας γνωρίσαμε και ως μεταφραστή του Μπόρχες, τόσο στις εξαιρετικές εκδόσεις Ύψιλον όσο και στις μετέπειτα συλλογές των Ελληνικών Γραμμάτων. Πως ξεκίνησε η σχέση σας με τον Μπόρχες, πως ήταν η εμπειρία της μετάφρασής του, πώς είναι η σχέση σας σήμερα;

Όπως συμβαίνει σε/με κάθε ξένο συγγραφέα που ολόκληρο ή μεγάλο μέρος του έργου του επισκέπτεται τη γλώσσα μας, έτσι και ο Μπόρχες πέρασε μέσα από περιπέτειες παρερμηνειών, παρεξηγήσεων και παρανοήσεων ώσπου, τη δεκαετία του 1980, να συναντηθεί με τους ανθρώπους που τον δεξιώθηκαν μετ’ ελέου και φόβου. Ανάμεσά τους, ο Δημήτρης Καλοκύρης, ο Τάσος Δενέγρης, ο Νάσος Βαγενάς. Σε ό,τι με αφορά, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ενώ η ζωή μου έπλεε σε πελάγη ρεαλιστικής ευτυχίας κι ενώ ήμουν ήδη «σημαδεμένος» από διάφορα παιδικά αναγνώσματα, εφηβικές αποκαλύψεις και ώριμες ανακαλύψεις (Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Βιζυηνός, Σεφέρης, Τσίρκας, Ντάρελ, Φλομπέρ, Βασιλικός κ.ά.), μου χαρίστηκε από έναν αμερικανό φίλο ένα βιβλιαράκι των Εκδόσεων Penguin, στη σειρά Modern Classics. Συγγραφέας με διπλό όνομα (Jorge Luis Borges), τίτλος μονολεκτικός (Labyrinths), και στο εξώφυλλο λεπτομέρεια από τον ιλιγγιώδη και «αρτσιμπολντίζοντα» πίνακα Αβάνα (!) του… κουβανού ζωγράφου Πορτοκαρέρο. Παρακάμπτοντας έναν βαρύγδουπο Πρόλογο του Αντρέ Μορουά, άρχισα να διαβάζω, ολοένα και πιο έκθαμβος, ολοένα και πιο αμήχανος, τα κείμενα του μικρού τόμου, προσπαθώντας να εικάσω, πίσω από τις αυστηρές, ακριβείς, οξύγωνες αγγλικές λέξεις, την κρυφή γοητεία του πρωτοτύπου, γραμμένου σε μια γλώσσα που σωστά τη φανταζόμουν συνυφασμένη από γάργαρα λατινικά και την αραβική των ερήμων και της ραθυμίας.

Το πρώτο κείμενο αυτής της ανθολογίας πεζών και δοκιμίων του Μπόρχες από διάφορες συλλογές του ήταν ένα κυριολεκτικά διαστημικό ταξίδι σ’ έναν τόπο εξορίας κάθε ρασιοναλισμού και κάθε κανόνα ορθόδοξης αφηγηματικής τεχνικής. Στον πλανήτη αυτόν, του διηγήματος με τον επιστημονικοφανή, παράδοξα γοητευτικό και γοητευτικά παράδοξο τίτλο «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius», εγκαταστάθηκα για τα καλά και διαμένω έκτοτε, αφού πρώτα φρόντισα ν’ αποκτήσω τα Άπαντα του συγγραφέα στο πρωτότυπο και ν’ αξιοποιήσω τη γνώση μου άλλων λατινογενών ιδιωμάτων για να αυτοδιδαχθώ τη συναρπαστική γλώσσα του Αργεντινού. Δεν ξέρω πώς μπορώ να επεκταθώ (τι βλάσφημο ρήμα όταν μιλάς για έναν συγγραφέα με τόσο ευγενή φειδώ των λέξεων!) στον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η ζωή μου μετά από εκείνη τη μετωπική σύγκρουση που κονιορτοποίησε όλες μου τις αυτάρεσκες βεβαιότητες. Ούτε ξέρω πώς μπορώ να εξηγήσω τι είναι αυτό τελοσπάντων που με κρατάει, εκόντα, δεσμώτη του, και γυροφέρνω στο λαβύρινθό του σαν μακάριος Μινώταυρος.

Ξαναγυρίζω στην κεραυνοβόλα «γνωριμία» μας. Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, σε μια απότομη στροφή της ηλικίας μου, η ζωή μου εκτροχιάστηκε, κι αυτό που με βοήθησε να βγω αλώβητος απ’ τα συντρίμμια δεν ήταν άλλο από την περιπετειώδη εκστρατεία μετάφρασης των δύο αρχετυπικών βιβλίων του Μπόρχες που, άλλωστε, συνιστούσαν και τον βασικό κορμό του Labyrinths: τη συλλογή διηγημάτων Ficciones (Μυθοπλασίες) και τη συλλογή δοκιμίων Otras inquisiciones (Διερευνήσεις) – δύο μεταφράσματα, που αγκαλιάστηκαν αμέσως και εκδόθηκαν από τον γενναιόδωρο Θανάση Χαρμάνη των εκδόσεων Ύψιλον/βιβλία. The rest is history (για να κλείσω με μια αγγλική έκφραση που δεν μεταφράζεται αναίμακτα).

Μας συστήσατε, μεταξύ άλλων, και τον εξαιρετικό λατινοαμερικανό συγγραφέα Λουίς Σεπούλβεδα. Ποια η σχέση σας με τον ίδιο και την λογοτεχνία του;

Πράγματι, εξαιρετικός – και χαλκέντερος. Οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο του στον αγαπημένο μου Γιώργο Μυρεσιώτη των Εκδόσεων Opera. Όσο για τη σχέση μου με τον άνθρωπο, έχω να πω ότι ο Σεπούλβεδα αποπνέει την ίδια λεβεντιά, αισιοδοξία και αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο που έχουν όλα τα βιβλία του. Έχουμε αναπτύξει μια τρυφερή φιλική σχέση (δε θα ξεχάσω ότι ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που μου έστειλαν ένα μήνυμα συμπαράστασης σε μια κρίσιμη περιπέτεια υγείας μου) – μια σχέση, όμως, που διανθίζεται και με μια ωραιότατη, αντάξια των βιβλίων του παρεξήγηση: από την πρώτη στιγμή που με γνώρισε, βλέποντας την εκ γενετής σπασμένη μύτη μου με θεώρησε παλαίμαχο μποξέρ και δεν έχει πάψει να ονειρεύεται ένα ταξίδι των δυο μας στη Νότια Αμερική, να μεθοκοπάμε σε όλα τα καπηλειά της χιλιανής Παταγονίας και να αντιστεκόμαστε με την πυγμή μας σε κάθε επίδοξο κονκισταδόρ. Μια τέτοια παρεξήγηση, δε νομίζω ότι έχει κανένας το δικαίωμα να τη λύσει.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θέλω να κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε κάποια βιβλία που τα αγάπησα τρελά και τα μετέφρασα με τη λαχτάρα να τα δω τυπωμένα, αλλά δεν ευτύχησαν να διαβαστούν από πολλούς: Το χειρόγραφο της Σαραγόσας (Γιαν Ποτότσκι, εκδ. Ψυχογιός), Νερό καμένο (Κάρλος Φουέντες, εκδ. Άγρα), Πφιτς (Άντριου Κρούμι, εκδ. Πόλις), Ιδιωτική πινακοθήκη (Ζορζ Περέκ, εκδ. Ύψιλον), Ο αλγόριθμος της μελαγχολίας (Κάρλο Φραμπέτι, εκδ. Opera), Η μικρή Μπιζού (Πατρίκ Μοντιανό, εκδ. Πόλις), Συνοπτική ιστορία του παντός (Ζαν ντ’ Ορμεσόν, εκδ. Καστανιώτης), Ο κλέφτης της νοσταλγίας (Ερβέ Λε Τελιέ, εκδ. Opera), Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Ρις Χιουζ, εκδ. Πόλις).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Επειδή η μετάφραση είναι μια απασχόληση που, από τη φύση της, απαιτεί μεθοδικότητα, είναι προφανές ότι αυτή θα καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος (αν όχι όλο σε ορισμένες περιπτώσεις) ενός ιδεατού ημερήσιου προγράμματος εργασίας μου. Πρόκειται, συνεπώς, για προτεραιότητα που δεν είναι ουσιαστική, αλλά έχει να κάνει και με το γεγονός ότι μου είναι αδιανόητο να καθίσω στο γραφείο μου μεταξύ 9 και 11 για να γράψω ένα διήγημα! Το πιο δύσκολο (ίσως το μόνο δύσκολο) πράγμα σε μια μετάφραση είναι η απόδοση του ύφους τού πρωτοτύπου. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο απ’ το ν’ αντικαταστήσεις μια λέξη ή, αν θέλετε, ένα κειμενικό περιεχόμενο μ’ ένα άλλο, μιας άλλης γλώσσας – κουτσά στραβά, εύστοχα ή όχι, αυτό θα γίνει. Τα λεξικά να ’ν’ καλά. Το δύσκολο είναι να βρεις στη γλώσσα σου ένα τέτοιο γλωσσικό και συντακτικό «σχήμα», ώστε να προσομοιάσεις όσο μπορείς καλύτερα και να προσεγγίσεις όσο μπορείς περισσότερο το αντίστοιχο σύστημα του πρωτοτύπου. Δεν μπορείς να μεταφράζεις Μπόρχες και να έχεις στο οπλοστάσιό σου μόνο την αίσθηση μιας γλώσσας λαϊκής, όπως δεν μπορείς και να μεταφράζεις Κενό ή Περέκ και να μη πετάξεις στα σκουπίδια όποια ακαδημαϊκή τήβεννο κουβαλάς στη σκευή σου. Το Νερό καμένο του Φουέντες, λ.χ., αποτελείται από τέσσερα διηγήματα που ναι μεν έχουν έναν κοινό άξονα, αλλά θαρρείς και είναι γραμμένα από τέσσερις διαφορετικούς συγγραφείς! Μεταφράζοντάς το, αισθάνθηκα την ανάγκη να γίνω κι ο ίδιος… τέσσερις διαφορετικοί μεταφραστές, έτσι ώστε τα ελληνικά π.χ. του τρίτου διηγήματος, που ο κεντρικός του ήρωας είναι ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης, να μην έχουν σχέση με τη γλώσσα του τέταρτου, όλοι οι ήρωες του οποίου είναι αγράμματοι, κομπιναδόροι και μαγκάκια…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Μα ο μεταφραστής είναι εξ ορισμού στο περιθώριο! Η μετάφραση δεν παύει να είναι ένας μετά-λόγος, ανεξάρτητα από χαριτωμένους αφορισμούς τύπου «Το πρωτότυπο αδικεί τη μετάφραση» (Μπόρχες) ή χαρισματικές μεταγραφές που σχεδόν αυτονομούν το μετάφρασμα (Λόρκα, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, μτφρ. Νίκος Γκάτσος). Όσο για τις κριτικές, δε νομίζω ότι έχετε δίκιο ως προς το αν γίνονται συχνά ή σπάνια. Γίνονται, κι αυτό έχει σημασία. Απλώς, δε συμφωνώ καθόλου με γενικές αφοριστικές φράσεις, είτε θετικές («Ωραία η μετάφραση του/της τάδε») είτε, κυρίως, αρνητικές, όπως εκείνη κάποιου κ. Γουλανδρή που με συνοπτικές διαδικασίες καταδίκασε στο πυρ το εξώτερον την αριστουργηματική μετάφραση του Penser/Classer (Ζορζ Περέκ, Σκέψη/Ταξινόμηση, εκδ. Άγρα) από τη Λίζυ Τσιριμώκου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Μόνο 3 φορές δέχτηκα (τις 2, αναγκάστηκα να δεχτώ) να επιμεληθεί κάποιος πρωτότυπο βιβλίο μου ή μετάφρασμά μου. Και στις τρεις, η συνεργασία με τις επιμελήτριες ήταν εξαιρετική, ακριβώς γιατί ήταν εξαιρετικές και οι ίδιες: Πόπη Βουτσινά, Αρετή Μπουκάλα, Μάρω Ταυρή. Στην τρίτη περίπτωση, όμως, έζησα μια τραυματική εμπειρία με τον εκδοτικό οίκο, χωρίς η επιμελήτρια να φέρει γι’ αυτό την παραμικρή ευθύνη.

Η ενασχόλησή σας με τη μετάφραση σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Η σχέση «συγγραφέας-μεταφραστής» είναι, θα έλεγα, μάλλον ετεροβαρής: τίποτα δεν επιβάλλει σ’ έναν συγγραφέα να είναι και μεταφραστής, ενώ ένας [καλός] μεταφραστής επιβάλλεται να είναι [καλός] συγγραφέας. Ο μεταφραστής ενός κειμένου, μόνο αν είναι και ο ίδιος συγγραφέας, μπορεί να διαγνώσει πόσο πάσχισε ο συγγραφέας του κειμένου να διατυπώσει το λόγο του έτσι όπως τον διατύπωσε, με το συγκεκριμένο ύφος και τον συγκεκριμένο ρυθμό, και να τον αποδώσει όσο πλησιέστερα μπορεί με τα τερτίπια της δικής του γλώσσας. Από την άλλη, ασφαλώς ο μεταφραστής-Κυριακίδης έχει επηρεάσει τον συγγραφέα-Κυριακίδη· πάντως, όχι περισσότερο απ’ όσο κάθε συγγραφέας επηρεάζεται από τα αναγνώσματα, δεδομένου ότι, όπως ανέκαθεν πίστευα, η μετάφραση δεν μπορεί να οριστεί παρά ως η κατ’ εξοχήν δημιουργική ανάγνωση. Ευτυχώς, δεν βιοπορίζομαι από τη μετάφραση, πράγμα που σημαίνει ότι ποτέ δεν μετέφρασα κάτι καταναγκαστικά – νομίζω ότι αυτό είναι ένα μαρτύριο το οποίο εύχομαι να μην υποστώ στον αρμόδιο Κύκλο της Κόλασης, αυτόν των συγγραφέων.

Αδιακρισίες

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Φυσικά και έχω γράψει ποίηση! Για τι με περάσατε;

Τι γράφετε, τι μεταφράζετε και τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω δύο νουβέλες ταυτόχρονα. Είναι τόσο ωραία η παλινδρόμηση (ίσως η λέξη είναι αδόκιμη, αλλά δεν βρίσκω άλλη) από τη μία στην άλλη!

Τέσσερις μεταφράσεις μου είναι στο τυπογραφείο [Ζιλμπέρ Λασκό, Η Κοκκινοσκουφίτσα, παντού (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Ιστορίες από δω κι από κει (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Τελευταία νέα από το Νότο (εκδ. Opera), Ζαν Εσνόζ, Αστραπές (εκδ. Πόλις)], ενώ έχω αρχίσει τη μετάφραση του τελευταίου βιβλίου ενός αγαπημένου μου «ουλιπιανού» συγγραφέα, του Ερβέ Λε Τελιέ, το Electrico W (εκδ. Opera). Θα ακολουθήσει αυτή του μυθιστορήματος Tinta (Μελάνι), ενός σύγχρονου σπιρτόζου ισπανού λογοτέχνη, του Φερνάντο Τρίας ντε Μπες (εκδ. Opera).

Διάβασα τα εξαιρετικά διηγήματα της Έρσης Σωτηροπούλου [Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (εκδ. Πατάκη)], διαβάζω με προϊούσα αγαλλίαση το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου [Τα παιδιά του Κάιν (εκδ. Μεταίχμιο)] και απολαμβάνω αργά αργά, φράση φράση, το μυθιστόρημα Op Oloop, γραμμένο από την τελευταία ανακάλυψη της παγκόσμιας λογοτεχνικής γραμματείας, τον αργεντινό συγγραφέα Χουάν Φιγιόι [Juan Filloy (1894-2000)], που έζησε όλη του τη μακραίωνη ζωή στην κωμόπολη Ρίο Κουάρτο της Αργεντινής κι έγραψε, μεταξύ άλλων, 6000 παλίνδρομα (!) και καμιά πενηνταριά μυθιστορήματα που οι τίτλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, αποτελούνται από 7 και μόνον γράμματα!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε νομίζω… Απλώς, εύχομαι να μη μου είχατε κάνει την επόμενη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή μεταφραστικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Στις φωτογραφίες (από το φωτογραφικό άλμπουμ του συγγραφέα): 1. Σκοτεινός. 2. Στα γυρίσματα της μικρού μήκους ταινίας του Jazz (1995).  3. Πλάνο από την ταινία Καβάφης (1994) του Γιάννη Σμαραγδή, όπου υποδύεται έναν έμπορο που έχει έρθει ν’ αγοράσει τα κοσμήματα της μητέρας Καβάφη. 4. Με τον Γιώργο Γιαννόπουλο, σε ένα πλάνο από την ταινία του Νίκου Γραμματικού, Η εποχή των δολοφόνων (όπου συνεργάστηκε και στο σενάριο). 5. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες. 6. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και τον Νάσο Βαγενά, στο Ρέθυμνο.

Στις επόμενες φωτογραφίες (από τον δικό μας κατασκοπικό φακό): Εσνόζ στο κλιμακοστάσιο, Κορτάσαρ στο δρόμο, Μοντιανό στο καθιστικό, Φώκνερ στο αλσύλλιο, Μπόρχες στο μνημείο: εκλεκτικοί συγγενείς συγγραφείς περιμένουν τον κ. Α.Κ. για την καθιερωμένη μηνιαία τους συνάντηση. Ενώ εκείνος δεν βιάζεται καθόλου στα γυρίσματα της τελευταίας του μικρού μήκους ταινίας Μετά τον χαρακτηριστικό ήχο (2009) με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο.  Και ονειρεύεται μια βιογραφία του Κρίστιαν Γκρέινβιλ (δεξιά στην προτελευταία φωτογραφία, με τον σκηνοθέτη και φίλο του Άρθουρ Πεν (1962).

11
Δεκ
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 69. Χρήστος Οικονόμου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη σειρά (αν θυμάμαι καλά) που τους πρωτοδιάβασα:  Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιούλιος Βερν, Νίκος Καζαντζάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, J.D. Salinger, Jack London, John Steinbeck, Κ.Π. Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Τάκης Σινόπουλος, Emily Dickinson, Herman Melville, Άντον Τσέχοφ, Raymond Carver, Flannery O’ Connor, Μιχάλης Γκανάς, Robert Frost, Μάρω Δούκα, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σοφία Νικολαΐδου, Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ισαάκ Μπάμπελ, Cormac McCarthy, Tim O’Brien, Lorrie Moore, Willy Vlautin.  Μ’ αρέσουν τα βιβλία που έχει γράψει ο Dee Brown για τους Ινδιάνους και την αμερικανική Δύση και τα ταξιδιωτικά (και όχι μόνο) του Bill Bryson.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Αγία Γραφή.  Τα παραμύθια του Άντερσεν.  Ό,τι έχει γράψει ο Cormac McCarthy.  Η Μυστηριώδης Νήσος του Ιουλίου Βερν.  Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου.  Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου του Σωτήρη Δημητρίου.  Το ασημόχορτο ανθίζει του Βασίλη Γκουρογιάννη.  Η Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα.  Ο Καπετάν Μιχάλης και Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη.  Ο Φύλακας στη Σίκαλη του J.D. Salinger.  Τα Σταφύλια της Οργής του John Steinbeck.  Winesburg, Ohio του Sherwood Anderson.  The Things They Carried του Tim O’Brien.  A Good Scent from a Strange Mountain του Robert Olen Butler.  True Tales of American Life, σε επιμέλεια Paul Auster.  Τα τρία μυθιστορήματα του Willy Vlautin.  Legend of a Suicide του David Vann.  Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη συζήτηση του Κωνσταντίνου Θέμελη με τον Κωστή Παπαγιώργη (Η ανάποδη των ανθρώπων), απ’ όπου και η φράση – χαρακιά του Παπαγιώργη:  «Ήθελα να γράφω με τη φυσικότητα που ένας άνθρωπος κιτρινίζει όταν φοβάται».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Εντελώς ενδεικτικά:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:  «Στο Χριστό στο Κάστρο», «Ο Αμερικάνος», «Η Σταχομαζώχτρα», «Έρως – Ήρως», «Τ’ Αστεράκι» (και πολλά άλλα — ποιο να πρωτοδιαλέξω). 

Raymond Carver:  «A Serious Talk» (“On the way, he saw the pies lined up on the sideboard.  He stacked them in his arms, all six, one for every ten times she had ever betrayed him” — τόση πίκρα σε δέκα λέξεις), «What We Talk about When We Talk about Love», «Lemonade» (ποίημα ή διήγημα, είναι ένα από τα σπαρακτικότερα πράγματα που έχω διαβάσει), «The Calm» — θα μπορούσα να γράφω τίτλους μέχρι αύριο.

Άντον Τσέχοφ:  «Το βιολί του Ρόθτσιλντ» και «Καημός».

Λέων Τολστόι:  «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος».

Jack London:  «To Build a Fire».

O Henry:  «The Gift of the Magi».

Ernest Hemingway:  «A Clean, Well-Lighted Place».

Flannery O’Connor:  «The Life You Save May Be Your Own» (“In the darkness, Mr. Shiftlet’s smile stretched like a weary snake waking up by a fire” — ασύλληπτη παρομοίωση).

Ambrose Bierce:  «An Occurrence at Owl Creek Bridge».

Tim O’Brien:  «The Things They Carried» (“First Lieutenant Jimmy Cross carried letters from a girl named Martha” — κάθε φορά που διαβάζω αυτή τη φράση βουρκώνω) και «How to Tell a True War Story».

Αντώνης Σουρούνης:  «Μια γιαπωνέζικη πυρκαγιά» (“Εγώ παρακάλεσα την κόρη μου.  Παίξε, της είπα, γιατί ο Έλληνας φίλος μας θα είναι πολύ λυπημένος”).

Γιώργος Σκαμπαρδώνης:  «Ο χωματόδρομος» (“Όταν όλα είναι βαριά, χωρίς νόημα, όπως απόψε, και ο Άγγελος ο Χορταριάς νιώθει στη ράχη του να γαντζώνεται εκείνη η μεγάλη κίτρινη στενοχώρια…”).

Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος:  «Στον σταθμό» και «Ο οβολός» (“Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!»).

Robert Olen Butler:  «Love» (“I was once able to bring fire from heaven” — πώς να μην αγαπήσεις ένα διήγημα που αρχίζει με αυτή τη φράση).

Ισαάκ Μπάμπελ:  «Γκυ ντε Μωπασσάν» (“Κανένα σίδερο δεν μπορεί να διαπεράσει και να παγώσει την ανθρώπινη καρδιά με τη δύναμη μιας τελείας βαλμένης στη σωστή θέση”).

Lorrie Moore:  «People Like That Are the Only People Here:  Canonical Babbling in Peed Onk».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Γιάννης Παλαβός, Κάλλια Παπαδάκη, Βασιλική Πέτσα, Σπύρος Γιανναράς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι μόνοι που με (παρ)ακολουθούν είναι οι άνθρωποι που δεν έχω γράψει ακόμα κάτι γι’ αυτούς.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο μολυβένιος στρατιώτης του Άντερσεν, ο Γκρέγκορ Σάμσα από τη Μεταμόρφωση, ο Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο χαρτί όχι.  Στο μυαλό μου γράφω όπου να ‘ναι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω με μολύβι και χαρτί.  Γράφω συνήθως τη νύχτα.  Γράφοντας και ξαναγράφοντας προσπαθώ να καταλάβω και να νιώσω τι γράφω.  Προσπαθώ να γράφω με καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά.  Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω γιατί θέλω ν’ ακούω αυτά που γράφω.  Το ίδιο και όταν διαβάζω — θέλω ν’ ακούω αυτά που διαβάζω.  Τον υπόλοιπο καιρό ακούω διάφορα πράγματα:  μπαρόκ, ηπειρώτικα, Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά, Μαρίκα Παπαγκίκα, Ρόζα Εσκενάζυ, Robert Johnson, The Doors, Tom Waits, Syd Barrett, Joy Division, Wipers, PJ Harvey, Nirvana, Soundgarden, The Smashing Pumpkins, 16 Horsepower, Uncle Tupelo, Richmond Fontaine, και άλλα πολλά.

Μπορούμε να έχουμε μια μικρή εισαγωγή στα δυο βιβλία σας. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.

Έχω γράψει δυο συλλογές διηγημάτων (και μερικά σκόρπια):  Η γυναίκα στα κάγκελα (2003) και Κάτι θα γίνει, θα δεις (2010).  Δεν μ’ αρέσει πολύ να μιλάω γι’ αυτά που έχω γράψει.

Ασχολείστε και με την μετάφραση λογοτεχνίας (ενδεικτικά: Orlando Figes – Ο χορός της Νατάσας. Μια πολιτισμική ιστορία της Ρωσίας, Tobias Wolff – Ο κλέφτης του στρατοπέδου, Michael Arditti – Ο εχθρός του καλού). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν ξέρω αν είναι συγγραφικός ή όχι, πάντως χρόνο μου κλέβουν πολύ οι μεταφράσεις.  Όταν μεταφράζω, η μεγάλη μου έγνοια είναι να μην προδώσω τον συγγραφέα και να μην παραπλανήσω τον αναγνώστη.  Έχω πάντοτε στο μυαλό μου ότι μια μετάφραση θεωρείται επιτυχημένη όταν δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι το βιβλίο γράφτηκε εξαρχής στη δική του γλώσσα.  Και, φυσικά, θυμάμαι πάντοτε τον αφορισμό του Robert Frost:  Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη μετάφραση.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Και τον μεταφραστή με τον επιμελητή;

Η δική μου σχέση με τον συγγραφέα που μεταφράζω είναι αυτή που προανέφερα:  προσπαθώ να μην τον προδώσω.  Έχω συνεργαστεί με τέσσερις ή πέντε επιμελήτριες, για κείμενα που έχω γράψει ή μεταφράσει.  Όλες μου πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια και με γλίτωσαν από αρκετά στραβοπατήματα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Γράφω σε μια εφημερίδα και ενίοτε μεταφράζω βιβλία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να γράψω μια ιστορία για τον Ιησού Χριστό, που να εκτυλίσσεται τις μέρες που μεσολάβησαν ανάμεσα στη Σταύρωση και την Ανάστασή Του.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Caribou Island του David Vann και το Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη της Τζούλιας Κρίστεβα.

06
Δεκ
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 68. Σταύρος Σταυρόπουλος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπέκετ, Χειμωνάς, Κάφκα, Πεσσόα, και αρκετοί άλλοι. Δεν έχει νόημα, νομίζω, η παράθεση ενός καταλόγου, μιας συγκεκριμένης σορτ λίστ ή ενός τοπ 10 αγαπημένων μου συγγραφέων. Η λογοτεχνία δεν είναι facebook για να κάνεις απλώς ένα like. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: μια παγίδα, μια εσωτερική φυλακή, μια εξιλέωση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ισχύει η προηγούμενη απάντησή μου. Ας πω όμως, απολύτως ενδεικτικά, δυο ελληνικούς τίτλους: «Ο γιατρός ινεότης» του Γιώργου Χειμωνά και «Η γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν διαβάζω συχνά διηγήματα. Επομένως, η άποψή μου για το είδος δεν είναι βαρύνουσα. Ούτε καν ενδιαφέρουσα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν θα ήταν σωστό να το απαντήσω αυτό. Θα δυσαρεστούσα πολλούς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στα βιβλία που γράφω παρακολουθώ απλώς τον εαυτό μου. Δεν θέλω να διασκευάσω την «Αποκάλυψη», να προχωρήσω την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ ή να επινοήσω μια ιστορία εμπνευσμένη από κάποια τραγωδία του Ευριπίδη. Επομένως, οι ήρωές μου συρρικνώνονται απελπιστικά σε αυτούς που είμαι, άρα, με ακολουθούν παντού και πάντοτε. Αναγκαστικά, μαθαίνω και τα νέα τους αφού  με αφορούν άμεσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Φάνης, στον «Οργισμένο Βαλκάνιο» του Νίκου Νικολαίδη: Αφελής, ονειροπόλος, φλεγόμενος, αντικαθεστωτικός, ένας μικρός Τσε του ροκ εν ρολ. Και βέβαια, ο Άμλετ, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, με τεράστιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Θα ήθελα να μιλούσα σαν τον πρίγκιπα της Δανίας και να οδηγούσα την μηχανή του Φάνη, «χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μες στο απομεσήμερο…»

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει παντού. Σε πάγκους διάφορων μπαρ, σε χαρτοπετσέτες, σε παιδικές εκδηλώσεις, σε ξενοδοχεία, σε Σαββατοκύριακα στην εξοχή, στη θάλασσα, σε ημίχρονα ποδοσφαιρικών αγώνων, σε σκαλιά εκκλησίας, κατά την διάρκεια του φαγητού, οδηγώντας, σε συναυλίες, σε πακέτα τσιγάρων, σε αποδείξεις μαγαζιών, σε συνεργεία, στο κρεβάτι, παντού. Δεν με κινεί ο χώρος για να γράψω, αλλά η επιθυμία να γράψω. Και η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί οπουδήποτε.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Έχω μια ονειροπαγίδα κρεμασμένη μονίμως πάνω απ’ το κεφάλι μου, κάτι σαν φωτοστέφανο της ψυχής. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν αόρατο εργοστασιακό χώρο, όπου παρασκευάζονται – και προστατεύονται  οι εικόνες και οι ιδέες. Είναι κάτι, νομίζω, τόσο απλό όσο το βλέμμα. Το κακό είναι ότι αιχμαλωτίζει μόνο εικόνες καταστροφής. Δηλαδή, την πραγματικότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το γράψιμο είναι, ούτως ή άλλως, τελετουργία. Μια μυστική τελετή του μυαλού. Χρειάζεται μόνο να μείνεις προσηλωμένος στον άνθρωπο που αποτελείς. Και να τον εμπιστευθείς. Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω. Με μουσική δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο εκτός από μουσική. Έχω πει ότι αν ο David Bowie δεν έγραφε το Rock’n’roll suicide, ίσως δεν γινόμουν συγγραφέας. Οπότε, καταλαβαίνετε και τι μουσική ακούω… Άλλωστε, από κει ξεκίνησαν όλα.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Θα πω επιγραμματικά: Το «Διαμελίζομαι» (Βασδέκης 1983, 1990) περιέχει όλο εκείνο το αφελές εγχείρημα του ρίσκου της έκθεσης, όταν είσαι ακόμα παιδί. Αποτελεί, απλά, την συνειδητοποίηση μιας κραυγής, το πρώτο βιαστικό βήμα. «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» (Απόπειρα 2002, 2004) είναι η γραφή της αθωότητας μιας γενιάς που φετιχοποίησε τις αντιφάσεις της, και ο ατέλειωτος έρωτας με την μουσική. Το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (Απόπειρα 2005) είναι η αθωότητα της γραφής που άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε, αποδεχόμενη τον εαυτό της, και η ζωή μέσω της μουσικής. Το «Φως γυναίκας» (Αστάρτη 2004) είναι το φως της ποίησης που αγκαλιάζει ένα γυμνό γυναικείο σώμα. Το «Οι άλλοι που είμαι» (Μεταίχμιο 2007) μοιάζει με στενογραφημένες σημειώσεις για την άγραφη ιστορία του βλέμματος – κάτι σαν στοχασμός πάνω στο αόρατο σκηνικό των ίδιων των λέξεων.

Στο «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν» (Ελληνικά Γράμματα 2008) παρουσιάζονται οι ήρωες μιας καθημερινότητας που επελαύνει, για να μας θυμίσουν ποιοι είμαστε και κυρίως, πώς φτάσαμε ως εδώ.  Το «Unplugged» (Ελληνικά Γράμματα 2008) είναι ένα συλλεκτικό δώρο. Το «Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις» (Μεταίχμιο 2009) είναι σαν να έβγαλε κάποιος την πραγματικότητα απ’ τη τσέπη του βιαστικά και να την πέταξε στη θάλασσα για να απαλλαγεί απ’ το βάρος της. Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια» (Απόπειρα 2010, 2011) είναι ένας δημόσιος διασυρμός της ιδέας του μυθιστορήματος, ένας θεματικός τάφος για όλες τις φορμαλιστικές καταχρήσεις του είδους, που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Στο «Πιο νύχτα δεν γίνεται» (Οξύ 2011) διαπιστώνεται ένα φυσικό τέλος, ένα όριο. Υπάρχει η εικόνα μιας βιβλικής καταστροφής, οι λέξεις καταρρέουν. Σε κάθε περίπτωση, για όλα, αφορμή είναι η ποίηση. Και σκοπός, αυτό το «μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου» του Βιζυηνού.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Νομίζω ότι πάντα επικρατούν οι λέξεις. Οι λέξεις βασιλεύουν. Είναι αυτές που οδηγούν τελικά ένα κείμενο, το προϋποθέτουν, αποφασίζουν για την πεζόμορφη ή την ποιητική του ανέλιξη. Μ’ αρέσει πάντως αυτή η ταλάντευση ανάμεσα στα είδη. Τίποτα δεν σου ανήκει την  ίδια στιγμή που σου ανήκουν όλα. Όποιο και να ισχύει δεν έχεις τίποτα να εξαγοράσεις. Κρύβει μια γοητευτική αντίφαση, όπως η ζωή μας, ενώ συγχρόνως αποτελεί και μια δήλωση, έστω υποφωτισμένη: Δεν θέλω να επωμιστώ ή να υποστώ το βάρος και την ταυτότητα καμιάς ταμπέλας.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Κοιτάξτε, το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» είναι ένα βιβλίο οριακό, οι άνθρωποι δρουν ως πρώην πρόσωπα. Τους έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα της ζωής. Ουσιαστικά, ζουν τον θάνατό τους, χωρίς να τον κατονομάζουν. Υπάρχει ένας πόλεμος βλεμμάτων, εικόνων, σιωπών. Και ο λόγος που βάφει. Που παρακολουθεί τα ίχνη της καταστροφής, της εκθεμελίωσης. Είναι ένα πολύ φιλόδοξο εγχείρημα, μια απογραφή ενός ιστορικού κύκλου. Ενός καιρού των ανθρώπων. Που τελειώνει.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι σε μια τράπεζα.

Ασχολείστε επισταμένα με την παρουσίαση λογοτεχνίας και μάλιστα με έναν ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Είναι λάθος αυτό, τουλάχιστον ως προς το «επισταμένα». Δεν πιστεύω καθόλου στην αναγκαιότητα της κριτικής, ούτε θεωρώ την αρθρογραφία και την κριτικογραφία μου αυτονόητη συνέχεια ή συμπλήρωμα του έργου μου. Αντιθέτως. Είναι μια αναγκαστική διαδικασία συμμετοχής στα πράγματα, το θεωρώ μάλιστα τιμωρία. Κατά κάποιο τρόπο, η κριτική είναι τα «μαγειρεία» της λογοτεχνίας. Στο στρατό, αν υποπέσεις σε κάποιο παράπτωμα, για να σε παραδειγματίσουν περνάς απ’ τα μαγειρεία. Το θέμα είναι να μην μείνεις εκεί.

Δυστυχώς, η κριτική έχει καταντήσει αλληλογραφία μεταξύ φίλων. Προσπαθώ να διατηρήσω έναν προσωπικό τόνο, για να αισθάνομαι σε περιβάλλον βιβλίου. Σε κάθε περίπτωση, είναι χρόνος που αφαιρείται από το κυρίως συγγραφικό έργο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά. Τα θεωρώ ανιαρά και απολύτως προβλέψιμα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν θα την έγραφα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, φυσικά. Τουλάχιστον, όποτε μου δίδεται η δυνατότητα. Θεωρώ, ακόμη και σήμερα, αξεπέραστη την σκηνή του διαλόγου ανάμεσα σε σκηνοθέτη και παραγωγό, στην ταινία του Βιμ Βέντερς, «Κατάσταση πραγμάτων». Είναι μια σκηνή δρόμου μέσα σε ένα πουλμανάκι – καταφύγιο, όπου οι δυο άνδρες συνομιλούν – ουσιαστικά μονολογούν – σκάβοντας τα έγκατα της ψυχής τους. Παρά την αβάσταχτη μοναξιά του λόγου τους, αυτά τα κατακλυσμικά θραύσματα μονολόγου συγχωνεύονται σ’ ένα πελώριο «μαζί». Είναι καταπληκτικό αυτό, πέρα απ’ όλα όσα θίγονται. Είναι καταπληκτικός ο τρόπος που επικοινωνούν χωρίς να ακούν ο ένας τον άλλον, χωρίς καν να κοιτάζονται. Μια μαγική σκηνή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τίποτα. Ξεφυλλίζω απλώς κάποιες σελίδες – από διαφορετικά βιβλία. Τις διατρέχω με τα μάτια μου. Μοιάζει περισσότερο με κολύριο παρά με ανάγνωση. Αισθάνομαι ότι είμαι κοντά στο τέλος κάποιου κύκλου. Δεν ξέρω τι θα προκύψει μετά. Μπορεί και να μείνει μόνο το τέλος.

Τι γράφετε τώρα; 

Ένα ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Μετά». Πρόκειται για το μετά της νύχτας, το μετά της καταστροφής, το μετά το τέλος. Κάποτε βρίσκεσαι με τα κόκκαλα στο χέρι, ο νεκρός είναι ήδη γεγονός. Θα πρέπει να αποφασίσεις αν θα τα πλύνεις με κρασί ή αν θα τα πετάξεις. Είναι, θέλω να πιστεύω, η φυσική συνέχεια του «Πιο νύχτα δεν γίνεται».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν αρχίσω με τις ερωτήσεις, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Οι ερωτήσεις είναι το σημείο που τα καταφέρνω καλύτερα. Στις απαντήσεις δυσκολεύομαι – γιατί μάλλον δεν υπάρχουν.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι γενικότερα;

Έχω μόνο ένα blog το οποίο χειρίζομαι, σχεδόν σε καθημερινή βάση, με μεγάλη δυσκολία. Δεν θέλω να εξοικειωθώ περισσότερο. Συνεχίζω να ακούω μουσική από βινύλια και καμιά φορά γράφω επιστολές που στέλνω με το ταχυδρομείο. Νομίζω ότι έτσι υπερασπίζομαι μια εποχή ήδη νεκρή. Αλλά, όλοι κάτι δεν νομίζουν;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Με χαρά και ανακούφιση. Είναι πολύ σπουδαίο να είσαι νέος. Αντίθετα, δεν θεωρώ και τόσο σπουδαίο το να είσαι συγγραφέας. Απλώς, γερνάς γρηγορότερα. Έχοντας επιβαρύνει τον εαυτό σου με μια επιπλέον ματαιοδοξία.

Σημ.:  Το ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ. Επίσης, 10 πιθανοί λόγοι για τους οποίους ο έρωτας απουσιάζει, ένα παλαιότερο κείμενο του συγγραφέα, στο συγγενές μας mic.gr, εδώ.




 

Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Blog Stats

  • 183,325 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 46 other followers