Posts Tagged ‘Εργαστήρι Συγγραφέα

28
Απρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 91. Μαρία Α. Ιωάννου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρόκειται για την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη και που αποτελείται από πολιτικοκοινωνικά ψυχογραφήματα, τα οποία εκφράζονται μέσα από το στοιχείο του παραλόγου, τον σουρεαλισμό και τα παιχνίδια της γλώσσας και της φόρμας. Είναι βιβλίο που ίσως απαιτεί περισσότερες από μία αναγνώσεις όχι γιατί είναι πολύπλοκο ή αφηρημένο αλλά γιατί η γραφή σε αρκετά σημεία είναι ελλειπτική και υπαινικτική, λειτουργώντας όπως ακριβώς κι ένας ζωγραφικός πίνακας που όσο περισσότερο τον παρατηρείς τόσο περισσότερα ανακαλύπτεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολούθησε για ένα διάστημα ο μικρός πολυέλαιος από το διήγημα “Le petit chandelier” που δυστυχώς τώρα βρίσκεται κλεισμένος σε μια αποθήκη. Με ακολουθεί εδώ και καιρό η βλεφαρίδα από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, τόσο έντονα που κάποιοι φίλοι δε με φωνάζουν πια με τ’ όνομά μου. Τέλος, το Αγρινό από το διήγημα Ovis Aries Orientalis. Το άφησα κάπου πνιγμένο με βαμβάκι στα πνευμόνια μα τον τελευταίο καιρό νιώθω έντονα την ανάγκη να συνεχίσω την ιστορία του, ίσως γιατί η ιστορία του εκφράζει μια εφιαλτική και εν μέρει διαστροφική απεικόνιση της σύγχρονης Κυπριακής κοινωνίας. Ανθρώπινοι χαρακτήρες από τα διηγήματά μου δύσκολα με ακολουθούν, είναι εγωιστές κι αυτοί, επιλέγουν μια πρόσκαιρη λογοτεχνική στιγμή και νομίζουν πως έτσι θα φτάσουν την αιωνιότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Αρχικά γράφω σκόρπιες ιδέες στο σημειωματάριό μου, στοιχεία που μου κάνουν εντύπωση διαβάζοντας μια εφημερίδα, βλέποντας μια ταινία ή περπατώντας στο δρόμο. Καταγράφω επίσης συνομιλίες αγνώστων. Νιώθω πως έτσι τους κατασκοπεύω, πως κάνω κάτι ανάρμοστο κι αυτό με φέρνει σε δημιουργική έξαρση. Γίνομαι αόρατη, δημιουργώ κόσμους κλέβοντας λέξεις και εικόνες από τη ζωή. Αυτό πάντα μου άρεσε.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο κινηματογράφος πάντα με γοήτευε και νιώθω πως η γραφή μου είναι επηρεασμένη από τις σύγχρονες κινηματογραφικές τεχνικές. Η διαφορά μιας ταινίας από ένα βιβλίο είναι πως τις περισσότερες φορές σου παρουσιάζει το θέμα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, ενώ ένα βιβλίο σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα με πολλούς τρόπους, χρησιμοποιώντας τη φαντασία σου. Γι αυτό και οι ταινίες που με γοητεύουν είναι αυτές που είτε έχουν πολύ έξυπνο σενάριο είτε αφήνουν τον θεατή να ερμηνεύσει αυτό που βλέπει με τον δικό του τρόπο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση και κλειδώνοντάς την στο συρτάρι ή στη μνήμη του υπολογιστή. Νιώθω πως η ποίηση είναι κάτι πολύ εσωτερικό, ιερό σχεδόν. Για να ξορκίσω λοιπόν τους φόβους μου προτιμώ να γράφω πεζογραφία χρησιμοποιώντας ποιητική γλώσσα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τι να την κάνεις την αιώνια νιότη άμα δε μπορείς να δεις τον κόσμο μέσα από μια αναγνωστική ή συγγραφική ματιά, άμα χαθεί η έμπνευση. Τι να την κανείς τη λογοτεχνία άμα αφαιρεθεί απ’ αυτήν ο θάνατος, η σοφία που φέρνει ο χρόνος, η ατόφια ανθρώπινη απελπισία που αποτελεί κινητήριο δύναμη αριστουργημάτων. Από την άλλη ποιος δεν επιθύμησε την αιώνια ζωή – την ψευδαίσθηση μιας πιθανής αθανασίας. Σε τελική ανάλυση δε γράφουμε για να νικήσουμε τον θάνατο; Ή τουλάχιστον για να τον καταλάβουμε;

24
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 90. Γιώργος Λίλλης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τα Ίχνη στο χιόνι ακολουθούν την ζωή ενός αγοριού από την στιγμή που οι γονείς του δολοφονούνται στην διάρκεια του εμφυλίου. Εξήντα χρόνια αργότερα ένας φοιτητής που κάνει το διδακτορικό του για τις επιπτώσεις που είχε ο πόλεμος στα παιδιά, θα ωθήσει τον ηλικιωμένο πια πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος να θυμηθεί εκείνα τα γεγονότα. Ταξιδεύουν μαζί στα ίδια μέρη και του αφηγείται όσα συνέβησαν τότε. Είναι ένα ταξίδι απολογισμού, τι χάθηκε και τι κερδήθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Ο εμφύλιος δεν είναι το κύριο θέμα του βιβλίου, έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα αυτό. Παρακολουθώ πως φθείρονται τα ιδανικά μέσα στο χρόνο. Τον ίδιο τον άνθρωπο που αγωνίζεται να σώσει την ψυχή του.

Θα μας κάνετε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο, Το Δέρμα της νύχτας, εκδόθηκε από την Οδός Πανός το 1999. Εκείνα τα ποιήματα, μαζί με την δεύτερη ποιητική συλλογή, Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων, από τις εκδόσεις του Μανδραγόρα, έχουν μόνο συναισθηματική αξία, μιας και φαίνεται ξεκάθαρα η ανωριμότητα της γραφής μου. Αργότερα έμαθα πως η ποίηση δεν είναι παρά μια επίπονη εργασία και πρέπει να την αντιμετωπίσεις με τον ανάλογο σεβασμό. Το 2003 εκδόθηκε το Σκοτάδι μετέωρος, από το Μελάνι όπου άρχισα να κατακτώ την φωνή μου.

Το 2008 από τον Κέδρο, Τα όρια του λαβύρινθου, ένα έργο που ακόμα στέκει, καθώς προστρέχω σ’ αυτό, πράγμα που δεν μπορώ να πω για τα προηγούμενα έργα μου. Με τα Όρια του λαβύρινθου τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Υπήρξαν εξ αρχής οι προθέσεις για το που ήθελα να κινηθώ γλωσσικά. Επιθυμούσα να ξεφύγω από την ήδη κατακτημένη φωνή του προηγούμενου βιβλίου, και θέλοντας να δοκιμαστώ σ’ ένα καινούριο είδος γραφής, έστρεψα την προσοχή μου σ’ έναν επίπεδο λόγο, χωρίς καλολογικά στοιχεία. Στο ενδιάμεσο μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές που εκδόθηκαν από τον Γαβριηλίδη και τον Γερμανό ποιητή Ντουρς Γκρίμπαϊν, στον Κέδρο. Κι ένα παραμύθι, Τα δυο αγαπημένα ιπποκαμπάκια, γραμμένο για την νεογέννητη τότε κόρη μου.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Θα συνεχίσω να γράφω πεζογραφία. Ερωτευμένος όμως είμαι με την ποίηση. Ήδη έχω έτοιμη μια συλλογή, που θα εκδοθεί κάποια στιγμή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όσο και να σας φανεί παράξενο, όταν έγραφα το μυθιστόρημα το έβλεπα σαν ταινία μπροστά στα μάτια μου. Η φαντασία παίζει σημαντικό ρόλο στο τρόπο που γράφω. Και η παρατήρηση. Με την ποίηση η διαδικασία είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να το εξηγήσω απόλυτα, αλλά νομίζω πως καταγράφω σκέψεις που προκαλούν τα συναισθήματά μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Στην συγγραφή του μυθιστορήματος ακολούθησα ωράριο. Από το πρωί στις εφτά, μέχρι το μεσημέρι. Γράφω απευθείας στον υπολογιστή και πάντα με μουσική υπόκρουση. Αν και μου αρέσει γενικά η ροκ, όταν γράφω ακούω σάουντρακ συνήθως. Τα ποιήματα από την άλλη, τα γράφω όταν έχω διάθεση, δεν βασίζομαι σε ωράρια, πάντα όμως με μουσική υπόκρουση. Μετά φυσικά τα επεξεργάζομαι, μια διαδικασία που παίρνει χρόνια. Για παράδειγμα τα Όρια του λαβύρινθου τα δούλευα έξι χρόνια. Το Φαγιούμ, ένα εκτενές ποίημα της συλλογής, χρειάστηκε να το γράψω πολλές φορές. Έχω στο συρτάρι, 22 διαφορετικές εκδοχές του ποιήματος. Αλλά και το μυθιστόρημα το δούλεψα πολύ. Αρχικά είχα γράψει 500 σελίδες, αλλά όταν άρχισα να το δουλεύω πέταξα κάθε τι περιττό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια. Μια σειρά ποιημάτων τα έγραψα στην Σάμο, όταν ήμουν εκεί διακοπές, αλλά αυτό έγινε κατά τύχη, απλά συνέβη γιατί εμπνεύστηκα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Μπρους Τσάτουϊν. Έζησε μια περιπετειώδη ζωή. Ζηλεύω τα ταξίδια του στην Παταγονία και την Αυστραλία.

Ασχολείστε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν θα παρουσίαζα τον εαυτό μου ως κριτικό, αλλά ως αναγνώστη. Είναι σημειώσεις που κάνω για βιβλία που με άγγιξαν, που ένιωσα μια συγγένεια, που με ώθησαν να τα μελετήσω. Είναι αλήθεια πως τώρα τελευταία δεν γράφω κριτικά σημειώματα όσο θα ήθελα, παρ΄ όλα αυτά προσπαθώ να παρακολουθώ τις νέες εκδόσεις.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Κορυφαίος. Έρμαν Έσσε. Η μεγάλη μου αγάπη. Με επηρέασε τόσο που εξαιτίας των βιβλίων του άρχισα να γράφω. Αντόνιο Ταμπούκι. Για την απλότητα και την μαγεία του. Άλμπερ Καμύ. Για την φιλοσοφική του διάσταση. Ντοστογιέφσκι, για την τραγικότητά του. Από ποιητές, ο Μοντάλε, ο Έλιοτ, ο Άσμπερυ. Κι από Έλληνες, ο Γονατάς, ο Ρίτσος, ο Ελύτης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για ποιον χτυπά η καμπάνα, του Χεμινγουέι, η Αμοργός του Γκάτσου, το Χρονικό του μοναστηριού του Σαραμάγκου, ο γλάρος Ιωνάθαν του Μπαχ, η Μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση, η Θάλασσα του Μπάνβιλ, η Τέταρτη διάσταση του Ρίτσου, το Πέρασμα του Κόρμακ Μακ Κάρθυ, το Λεξικό των Χαζάρων, του Πάβιτς, το Πράσινο σπίτι του Λιόσα, τα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Δημήτρη Χατζή και του Ίταλο Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από τους ποιητές ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Γιάννης Ευθυμιάδης, ο Σωτήρης Σελαβής, και η Γεωργία Τρούλη. Από τους πεζογράφους ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Γιώργος Ξενάριος, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Χρήστος Αστερίου, ο Μιχάλης Μοδινός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Δον Κιχώτης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παλιότερα η Ποίηση του Χάρη Βλαβιανού που έκδιδε η Νεφέλη. Έμαθα πολλούς ποιητές που αγνοούσα. Και το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη για την υψηλή του αισθητική.

Περί μετάφρασης

Μιλήστε μας για τα βιβλία που μεταφράσατε. Πώς τα ζήσατε, πώς θα τα συστήνατε στον αναγνώστη;

Δεν είμαι επαγγελματίας μεταφραστής. Μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές γιατί μου αρέσει πολύ η κουλτούρα τους. Όσο για τον Ντουρς Γκρίνμπαϊν, το βιβλίο, Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία, είναι ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ και ήθελα οπωσδήποτε να το διαβάσω και στην μητρική μου γλώσσα.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής επεμβαίνει στο κείμενο με την διαίσθησή του. Βέβαια οφείλει να αγαπήσει το κείμενο, γιατί αν δεν υπάρχει αυτή η σχέση, τότε η μετάφραση του θα είναι ψυχρή. Συνεργάστηκα με τον Γκρίνμπαϊν, γίναμε φίλοι μέσω αυτής της συνεργασίας και αυτό με βοήθησε να κατανοήσω γιατί γράφει όπως γράφει και ποιες είναι οι προθέσεις του.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Με τα ποιήματα του Έρμαν Έσσε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν χρειάζεται ο μεταφραστής να πάρει την θέση του συγγραφέα. Νομίζω ότι το ξέρει από την αρχή πως η εργασία του είναι μια αφανής υπόθεση. Και αυτό δεν είναι κακό. Η αφάνεια κρύβει ανιδιοτέλεια, αγάπη για το έργο και τον συγγραφέα.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Υπήρξα τυχερός πάνω σ’ αυτό. Η επιμελήτριά μου, η Ελένη Μπούρα με καθοδήγησε ουσιαστικά να δω τις ατέλειες του βιβλίου και να δουλέψω πάνω σ’ αυτές. Ο επιμελητής παίζει καίριο ρόλο στην ολοκλήρωση ενός έργου. Την Ελένη την εμπιστεύομαι απόλυτα. Βέβαια, πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχθείς κριτική, να είσαι διατεθειμένος να ακούσεις συμβουλή. Οι επιμελητές είναι οι αφανείς ήρωες των βιβλίων.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει διάφορες δουλειές μέχρι τώρα. Στο Αγρίνιο ασχολήθηκα με την γεωργία. Στην Γερμανία, δούλεψα στην αρχή σε κρεοπωλείο, μετά σε οικοδομές, και τα τελευταία χρόνια είμαι αρτοποιός. Όπως καταλαβαίνεται έχω μια τάση προς τις χειρωνακτικές εργασίες και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό, αν και δεν ταιριάζει με την γενική εικόνα ενός συγγραφέα όπως θέλουν να τον πλασάρουν τα μίντια. Είμαι αυτοδίδακτος γραφιάς.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω συγχρόνως τις Ιστορίες του Χαλ του Γιώργου Μητά, τον Κοχλία της Ναταλίας Κατσού, και το Χιόνι του Παμούκ, αλλά δεν γράφω τίποτα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν παρακολουθώ. Αλλά μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Με έχει εμπνεύσει η ταινία Into the Wild του Σον Πεν. Με επηρέασε βαθιά η ιστορία αυτού του νεαρού που αποφάσισε να εγκαταλείψει καριέρα για να πάει να ζήσει στην Αλάσκα. Και ο Δρόμος, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Οι Ώρες, συγκλονιστική ταινία του Στίβεν Ντάλντρι και τα 21 γραμμάρια του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Στο Facebook γνώρισα πολλούς ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα και στην συνέχεια γίναμε φίλοι. Όσο για τα blog, είναι πράγματι οάσεις πολιτισμού, γι΄ αυτό τα παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αμέσως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μήπως εγώ σας απογοήτευσα; Γιατί εσείς με τίποτα.

Εικονιζόμενοι συνομιλητές του φιλοξενούμενου: Cormac McCarthy, Bruce Chatwin, Herman Hesse, Εugenio Montale, Albert Camus.

17
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.

14
Απρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 88. Γιώργος Μητάς

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία

Η λίστα με τα αγαπημένα βιβλία φοβάμαι ότι  είναι πολύ μεγάλη, οπότε θα περιοριστώ σε κάποια που έχουν μια τελείως  δική τους θέση στην καρδιά μου, ανεξάρτητα από την λογοτεχνική τους αξία: Ο Κόμης Μοντεχρήστος, Οι περιπέτειες του Τομ Σώγερ,  Κάτω απ’ το βλέμμα του Βούδα, Ο Τελευταίος των Μοϊκανών, Δον Κιχώτης, Αλλόκοτες Ιστορίες, Ντέιβιντ Κόππερφηλντ, Ανεμοδαρμένα Ύψη, Μάρτιν Ήντεν, Ο Χθεσινός Κόσμος, Το Παιχνίδι με τις Χάντρες, Θάνατος στη Βενετία, Ερενγκαρντ – Το χρονικό μιας αποπλάνησης, Νιλς Λυν,  Οι Ευρωπαίοι, Υπερίων ή Ο Ερημίτης στην Ελλάδα, Άννα Καρένινα, Ουσία και Βάθος (The heart of the matter), Ο Αφρός των Ημερών, Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, Τέσσερα Σύγχρονα Έργα Νο, Δέκα Μικροί Νέγροι, Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, Το Τούνελ, Η Εφεύρεση του Μορέλ, Φύλλα Χλόης, Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα, Ο Θάνατος θα ’ρθει και θα ’χει τα Μάτια σου, Μη μ’ Αφήσεις Ποτέ, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου,  Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, Αιολική Γη, Λεμονοδάσος,  Οι Τέσσερις Τοίχοι.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς

Θερβάντες, Χαίλντερλιν, Γκαίτε, Λεοπάρντι, Ντίκενς, Εμιλυ Μπροντέ, Φλομπέρ, Πόε,  Τολστόυ, Χ. Τζαίημς, Ουέλς, Μάνσφηλντ, Μαν, Τσβάιχ, Έσσε, Λόντον, Μέλβιλ, Λόρκα, Κάφκα, Γκράχαμ Γκρην, Ντυ Μωριέ, Μισίμα, Κούντερα, Άιρις Μέρντοχ, Γιουρσενάρ,  Μάρκες, Μπόρχες, Μπέρνχαρντ, Ολιβιέ Ρολάν, Ουελμπέκ, Ιζιγκούρο, Ζέμπαλντ, Παδούρα, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Βενέζης, Εμπειρίκος, Πολίτης, Τσίρκας, Χατζηγιαννίδης.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω τα πεζογραφήματα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Σωτήρη Δημητρίου και τα ποιήματα του Βαγγέλη Κάσσου. Βρίσκω πολύ όμορφα τα βιβλία του Γιάννη Ατζακά, ζηλεύω τον Θείο Πέτρο και την Εικασία του Γκόλντμπαχ του Δοξιάδη ενώ πρόσφατα «ανακάλυψα»  τον Παναγιώτη Κουσαθανά, η γραφή του οποίου με καταγοήτευσε. Διαβάζω και παρακολουθώ τη δουλειά της Αμάντας Μιχαλοπούλου, του Χρήστου Χρυσόπουλου, του Μιχάλη Μοδινού, της Ερσης Σωτηροπούλου, της Βερονίκης Δαλακούρα και του Φαίδωνα Ταμβακάκη (ο οποίος έχει πολύ καιρό να μας δώσει κάτι καινούργιο!). Μια πολύ ξεχωριστή φωνή ήταν αυτή της Μαργαρίτας Καραπάνου. Υπάρχουν πολλοί νέοι – και λιγότερο νέοι-  συγγραφείς που δεν έχω προλάβει να διαβάσω, αλλά είναι στο καλεντάρι μου – ελπίζω δε πάντα στην επόμενη αναγνωστική έκπληξη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση  να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιόν θα επιλέγατε;

Η πρώτη μου σκέψη πηγαίνει στην ιδιαίτερη ζωή – την τόσο αξεχώριστη από την ποίησή της – της Εμιλυ Ντίκινσον. Η δεύτερη σε μία ακόμα Εμιλυ, τη δημιουργό του Χήθκλιφ και της Κάθριν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας / σπιτιού σας;

Το Ένα Ποτήρι Μπύρα, η τρίτη ιστορία του Χαλ, γράφτηκε εξ’ ολοκλήρου στην Ίο, σε ένα πολύ όμορφο δωμάτιο με θέα τη θάλασσα και παρέα τη Μίκα, μια υπέροχη κεραμιδόγατα, μεταξύ Ιουνίου – Σεπτεμβρίου του 2009. Όλα τα άλλα έχουν γραφτεί στο δωμάτιό μου. Γενικά, για να γράψω θέλω την ησυχία του γραφείου μου και τον υπολογιστή μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του βιβλίου σας;

Οι Ιστορίες του Χαλ είναι το πρώτο μου βιβλίο. Κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 από τις εκδόσεις Κίχλη, σε επιμέλεια Γιώτας Κριτσέλη. Είναι τρία μεγάλα διηγήματα που γεννήθηκαν τον χειμώνα του 1992, ενόσω έκανα το μεταπτυχιακό μου στην Αγγλία. Πρωταγωνιστής, πέραν των ηρώων του βιβλίου, είναι η πόλη του Χαλ, τόπος συναισθηματικής δοκιμασίας και μοναξιάς για τον (τότε) νεαρό συγγραφέα, αλλά ταυτόχρονα πεδίο μεθυστικής ελπίδας και προοπτικής. Για να κλείσει η οφειλή μου στην πόλη και τα δώρα της χρειάστηκε να περάσουν δέκα έξι ολόκληρα χρόνια (το βιβλίο γράφτηκε μεταξύ Οκτωβρίου 2008 και Σεπτεμβρίου 2009). Το ότι η κα Ρότζερς, ο Ντόναλντ, η Τζόυ και ο Στηβ, όλοι δημιουργήματα της φαντασίας, έμειναν ζωντανοί για τόσο καιρό στο μυαλό μου, ήταν η απόδειξη ότι άξιζε να τους δώσω την ευκαιρία – και αυτοί με αντάμειψαν με το μεγαλύτερο δώρο!

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας  τρόπος συγγραφής; Πως και που παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Γράφω στο γραφείο μου, στον υπολογιστή, σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας. Ιδανικά, σε μια ελεύθερη μέρα, θα περάσω με το κείμενό μου 6-8 ώρες, από το πρωί έως αργά το βράδυ, με μερικά διαλείμματα ενδιάμεσα. Οι μέρες όμως αυτές είναι ελάχιστες μέσα στη χρονιά,   παλεύω λοιπόν να αφιερώνω στη γραφή μια-δυο ώρες το βράδυ, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, ανάλογα με την ένταση και την κούραση που έχει μαζευτεί από τη δουλειά της ημέρας, και όσο πιο πολύ χρόνο μπορώ τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Αυτό βέβαια έχει δραματικές συνέπειες στην κοινωνική μου ζωή!

Οι ιδέες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, με επισκέπτονται εν κινήσει. Το ταξίδι, το νέο περιβάλλον, ο ανοίκειος τόπος, οι νέες εικόνες και η εγρήγορση της περιήγησης ή της γνωριμίας, ακόμα και η απλή έξοδος από το σπίτι, πολύ συχνά ανταμείβουν με απροσδόκητες, δυνατές εικόνες της φαντασίας, ερεθιστικές ιδέες ή γοητευτικά  πρόσωπα. Εκεί απαιτείται η καταγραφή, η αποτύπωση της έμπνευσης της στιγμής στο μικρό μπλοκ που σχεδόν πάντα κουβαλώ μαζί μου. Κάποιες φορές, η αναβολή της καταγραφής οδηγεί στο σκοτάδι ιδέες που δεν πρόλαβαν να κρατηθούν γερά από τους νευρώνες που τις «γέννησαν» – η προσπάθεια ανάκτησής τους μερικές φορές με ταλαιπωρεί για μήνες ολόκληρους.  Πιστεύω πάντως ότι οι πολύ δυνατές ιδέες γίνονται άμεσα αντιληπτές ως τέτοιες και, άπαξ και έρθουν στο φως, σπάνια χάνονται,«απαιτούν» δε τον χρόνο και τον κόπο του συγγραφέα, προκειμένου να ζωντανέψουν στο χαρτί: τελικά είναι τα θέματα, οι ιστορίες που επιλέγουν τον δημιουργό, και όχι το αντίθετο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όπως είπα, γράφω -  αλλά και διαβάζω –  σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας.  Την ώρα εκείνη είσαι μόνο εσύ και το κείμενο. Σπανιότατα, σε φάση διόρθωσης, θα βάλω μουσική σε χαμηλή ένταση. αυτή τότε θα είναι ορχηστρική, και σχεδόν πάντα τζαζ. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: η πολύχρονη, νεανική αγάπη για το ροκ και την ποπ υποχωρεί ολοένα (μένουν ελάχιστα, πολυαγαπημένα σχήματα όπως οι Smiths, οι This Mortal Coil, οι Go-Betweens, οι Tindersticks ή οι Nits, σε νοσταλγικές μουσικές ρετροσπεκτίβες),  η αγάπη για την soul και την jazz-funk παραμένει σταθερή, όπως σταθερή παραμένει και η αγάπη για την μουσική της Κούβας (το ταξίδι στη χώρα αυτή ήταν καθοριστικό).Αυτή που μεγαλώνει ολοένα είναι η αγάπη για την τζαζ, κλασική και σύγχρονη. Τέλος, διαχρονική αποδεικνύεται η σχέση με τους μεγάλους τραγουδοποιούς : ο Ντύλαν, ο Χάμιλλ, ο Κέιλ, ο Κοστέλο, ο Γουέλλερ,  με κορυφαίο όλων τον Λέοναρντ Κόεν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μεταξύ δεκάδων  αγαπημένων λογοτεχνικών χαρακτήρων, οι πρώτες μου σκέψεις πηγαίνουν στον Βέρθερο, στον παθιασμένο Μάρτιν Ήντεν, στον  τρομαχτικό Μπάρτλεμπυ (I’ d rather not!), στον φυγά / θύμα της Εφεύρεσης  του Μορέλ, στον ερωτευμένο Άχενμπαχ, στον δύσμοιρο μικρό κύριο Φρήντεμαν  και σχεδόν σε όλους τους ήρωες / ηρωίδες του Χένρυ Τζαίημς.

Σας ακολούθησαν ποτέ οι ήρωες των βιβλίων σας;  Μάθατε τα νέα τους;

Ζω ακόμα με τους ήρωες  των Ιστοριών. Μαθαίνω τη γνώμη των αναγνωστών γι’ αυτούς, τους συζητάω, συγκινούμαι, ξαναδιαβάζω τις περιπέτειές τους από το τυπωμένο κείμενο.

Αγαπημένα σας  διηγήματα.

Αυτά των Στήβενσον, Πόε, Τσέχωφ, Τζόυς,  Μάνσφηλντ, Σακί, Λάβκραφτ,  Γιουρσενάρ, Μπόρχες, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνού, Εμπειρίκου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό  περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες  λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Διαβάζω γιατί ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που αγόρασα στην εφηβεία μου – και μάλιστα το πρώτο τεύχος του! Μεγάλωσα με τα εκτενή του αφιερώματα της πρώτης περιόδου. Επίσης Η Λέξη και Το Δέντρο για την συνέπεια και την αισθητική τους, αλλά και, πιο πρόσφατα, η Ποίηση που μου γνώρισε αμέτρητους ποιητές και ποιητικά έργα / δοκίμια, σε πρώτες μεταφράσεις. Θαυμάζω επίσης την αγάπη, το σθένος και την αφοσίωση που κρύβεται πίσω από την μακρόχρονη εκδοτική περιπέτεια του Εντευκτηρίου,  του Πλανόδιου και της Οδού Πανός, ενώ καμαρώνω τους ανθρώπους που οδηγούν την Νέα Εστία προς τα 80στά γενέθλιά της!

Πως βιοπορίζεστε;

Δουλεύω σε ιατρικό τμήμα  φαρμακευτικής εταιρίας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας  ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δυστυχώς τα τελευταία  χρόνια βλέπω όλο και λιγότερο κινηματογράφο. Από τους ενεργούς σκηνοθέτες μεγάλες αδυναμίες παραμένουν ο Λόουτς, ο Γούντυ Αλλεν,  ο Ντ. Λυντς και οι Κόεν. Με το θέατρο τα έχω καταφέρει ακόμα χειρότερα – αλλά δεν είναι εύκολο να συγκρίνεις μία σημερινή θεατρική σκηνή με αυτήν π.χ. του Εμπρός της δεκαετία του 80. Παρακολουθώ ανελλιπώς τη δουλειά του Λευτέρη Βογιατζή.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε  αυτόν τον καιρό;

Διαβάζω την  καινούργια μελέτη του Νίκου Σιγάλα για τον ελληνικό υπερρεαλισμό, τις Αξιοσημείωτες Συναντήσεις του Παναγιώτη Κουσαθανά και το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, ενώ παλεύω να ολοκληρώσω  ένα μυθιστόρημα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο  αποδεικνύεται ένα εξαιρετικά χρήσιμο  εργαλείο πληροφόρησης, γνώσης και δουλειάς, ενώ προσφέρει και κάποιες τελείως νέες δυνατότητες επικοινωνίας.  Την ίδια στιγμή ευνοεί την βιαστική, αποσπασματική, αναποτελεσματική ανάγνωση / περιήγηση, ενώ βρίθει απορριμμάτων.  Η καλή του χρήση εναπόκειται λοιπόν στην παιδεία, τον αυτοέλεγχο και την αντίληψη του χρήστη. Θα χρειαστούν πιστεύω πολλά χρόνια για να εκτιμήσουμε στις πραγματικές του διαστάσεις τον τρόπο που επηρεάζει (αλλάζει) τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι έχω απαντήσει ήδη πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Αν κάποιος σας χάριζε την  αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια  της συγγραφικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Σαν πρόταση, το χάρισμα της αιώνιας νιότης ακούγεται σε πρώτο χρόνο ακαταμάχητη, ανεξαρτήτως αντιτίμου . σε δεύτερη όμως σκέψη, τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Από την άλλη, η αναγνωστική εμπειρία υπήρξε τεράστιο μέρος της δικής μου νιότης, ενώ το (προσωπικό) βίωμα του κόσμου αποκτήθηκε σε μεγάλο βαθμό σαν συνάρτηση και συνέπεια της εμπειρίας αυτής.  Όσο για την συγγραφική ιδιότητα, την τόσο πολύτιμη, χρειάστηκαν τριάντα χρόνια – και όλη μου η νιότη – για να την αποκτήσω.  Νομίζω ότι απάντησα στην ερώτησή σας!

Παρουσίαση των Ιστοριών του Χαλ εδώ. Στις εικόνες: Emily Dickinson, Herman Melville, Emily Bronte, Frantz Kafka, Katherine Mansfield, Yukio Mishima, Jack London, Iris Murdoch, W.G. Sebald, Henry James.

29
Μαρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 86. Μαρία Ξυλούρη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μακρύς o κατάλογος: Πολ Όστερ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Πέρσιβαλ Έβερετ, Λίντια Ντέιβις, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν (ειδικά της πρώτης, πιο μακάβριας περιόδου του). Δίνω μάχη με τον Τόμας Πίντσον (προφανώς, κερδίζει ο Πίντσον). Ακόμα: Αλεχάντρο Σάμπρα, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Νικόλ Κράους.

Από Έλληνες, Αντρέας Φραγκιάς, Στρατής Τσίρκας, Ζυράννα Ζατέλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Λένος Χρηστίδης· και Σώτη Τριανταφύλλου, επειδή πέρασα την εφηβεία μου με τα βιβλία της.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μακρύς κατάλογος #2: Η Ιερή Πείνα του Άνσγουορθ· Η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Όστερ (όπως και αρκετά ακόμα από τα βιβλία του Όστερ)· 2666 του Μπολάνιο· Infinite Jest του Γουάλας· Ωκεανός του Μπαρίκο· Περί τυφλότητας του Σαραμάγκου· Το κουρδιστό πουλί του Μουρακάμι· Ο Άτλας του ουρανού του Μίτσελ· Us του Κίμπολ· Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά του Φόερ· Όταν όλα καταρρέουν της Κράους.

Από ελληνικά βιβλία: Η χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· Το Πλήθος του Φραγκιά· Το διπλό βιβλίο του Χατζή· Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζατέλη· Ο άγιος της μοναξιάς της Καρυστιάνη· Οι τέσσερις τοίχοι του Χατζηγιαννίδη· Η Ανάκριση του Μαγκλίνη· το μόνιμο αντικαταθλιπτικό μου, το Λοστρέ του Χρηστίδη· Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης της Τριανταφύλλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πολλά από τα διηγήματα του Τσίρκα, του Κάρβερ και του Γουάλας. Σχεδόν όλα τα διηγήματα της Λίντια Ντέιβις, αλλά ιδίως τα πιο σύντομα – όπως, για παράδειγμα, το “Collaboration With Fly” από τη συλλογή Varieties of Disturbance:

I put that word on the page,

but he added the apostrophe.

Το Orientation του Ντανιέλ Ορόζκο. Περσινή Αρραβωνιαστικιά και Μανιώδης του καπνού της Ζατέλη. Και ζήλεψα πολλά από τα διηγήματα της συλλογής How They Were Found του Ματ Μπελ που διάβασα πρόσφατα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο Πώς τελειώνει ο κόσμος υπάρχουν αρκετά πρόσωπα που οι αναγνώστες θα θυμούνται από το Rewind· τα δύο βιβλία επικοινωνούν, αν και δεν είναι συνέχεια το ένα του άλλου. Απλώς η διαδικασία ήταν κάπως ανάποδη – το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι βιβλίο που το γράφω και το ξαναγράφω πολύ πριν γεννηθεί το Rewind, οπότε δεν μπήκαν οι ήρωες του Rewind στο Πώς τελειώνει ο κόσμος, αλλά το αντίστροφο. Το είχαν συνηθίσει, εξάλλου, να εμφανίζονται σε ό,τι κι αν έγραφα με το έτσι θέλω. Ελπίζω τώρα, που με την έκδοση του Πώς τελειώνει ο κόσμος η ιστορία τους οριστικοποιήθηκε (όσο μπορεί, τέλος πάντων, να οριστικοποιηθεί μια ιστορία), να μην ξανασυναντηθούμε.

(Ξέρω, βέβαια, πως όλα αυτά είναι παραμύθια: πλάσματα του μυαλού μου είναι, εγώ τους ελέγχω· άρα δεν μ’ ακολουθούν αυτοί, εγώ τους ακολουθώ μέχρι να ξεμπερδέψω μαζί τους. Μα αν δεν μπω στη διαδικασία να ξεγελαστώ ότι μόνοι τους τα σκέφτονται και μόνοι τους τα κάνουν, θα πρέπει να τους ελέγχω συνειδητά, και φοβάμαι ότι θα μοιάζουν με μηχανάκια.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Φλώρα από τη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· ο Φάνσοου από το Κλειδωμένο δωμάτιο και ο Έκτορ Μαν από το Βιβλίο των ψευδαισθήσεων του Όστερ· ο Αρτσιμπόλντι από το 2666 του Μπολάνιο· η Madame Psychosis από το Infinite Jest του Γουάλας· το ζευγάρι Ρότζερ και Τζέσικα από το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πίντσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχει συμβεί να γράψω στις αεροπορικές θέσεις στα καράβια από και προς την Κρήτη, ώρες που οι συνεπιβάτες κοιμούνταν του καλού καιρού· με τα χρόνια, όμως, ανέπτυξα μια δυσανεξία, τόσο στις αεροπορικές θέσεις, όσο και στο γράψιμο σε δημόσιους χώρους. Προτιμώ την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις, δοκιμές για διηγήματα, παρατηρήσεις για χαρακτήρες που δεν έχουν ακόμα όνομα ή βιβλίο, περιστατικά από τη ζωή τους. Οργανώνω τις ιστορίες μου ή σκηνές από τις ιστορίες μου στα μέσα μεταφοράς, παρατηρώντας τους συνεπιβάτες μου κι ακούγοντας μουσική. Καθετί που ακούω, βλέπω, σκέφτομαι ή διαβάζω μπορεί να είναι υλικό για βιβλίο, ακόμα κι αν δεν το αναγνωρίζω ως τέτοιο στην ώρα του.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η πρώτη γραφή γίνεται πάντα με χαρτί και στιλό – δυσκολεύομαι πολύ μπροστά στην οθόνη. Ξεκινάω τη δακτυλογράφηση μονάχα όταν το βιβλίο είναι –κατά το μεγαλύτερο μέρος του, τουλάχιστον– ολοκληρωμένο στο χειρόγραφο· μόνο μικρές παράγραφοι και φράσεις του Rewind και του Πώς τελειώνει ο κόσμος γράφτηκαν απευθείας στον υπολογιστή. Αλλά και μετά τη δακτυλογράφηση, πάλι στο χαρτί και το στιλό επιστρέφω – τυπώνω, περνάω τις διορθώσεις στο τυπωμένο, μετά τις περνάω και στο ηλεκτρονικό αρχείο, ξανατυπώνω, ξαναδιορθώνω. Στην κόλαση θα θέλω να τυπώσω και δεν θα έχω χαρτί.

Δεν επιδιώκω να δημιουργήσω μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα για να γράψω. Απλώς, αποφεύγω συστηματικά το γραφείο – είναι πιθανότερο να με βρεις να γράφω και να δακτυλογραφώ στο τραπέζι της κουζίνας ή στον καναπέ. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω ότι έχω άλλες παραξενιές – για παράδειγμα, το ότι γράφω κυρίως βραδινές ώρες έχει να κάνει με τις απαιτήσεις του οκταώρου κι όχι με δική μου προτίμηση.

Μουσική άλλοτε ακούω όταν γράφω (συχνά το ίδιο τραγούδι, ξανά και ξανά), άλλοτε όχι – τα τελευταία χρόνια, συχνότερα όχι. Αλλά είναι σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας, αφού πολλές σκηνές ή κι ολόκληρα κεφάλαια οργανώνονται στο μυαλό μου με σάουντρακ συγκεκριμένα τραγούδια. Αρκετές από τις μουσικές αναφορές του Rewind, για παράδειγμα, είναι τραγούδια που μου χρησίμευσαν στο στήσιμο κεφαλαίων του βιβλίου. Αντίστοιχα δούλεψα και στο Πώς τελειώνει ο κόσμος. Εκτός από τα τραγούδια που αναφέρονται στο βιβλίο, το σάουντρακ περιλαμβάνει το Suicide Dream 2 από How to Dress Well, και το Tonight We Fly των Divine Comedy στην εκδοχή του Νιλ Χάνον με τον Ντιουκ Σπέσιαλ.

Στο mp3 player μου αυτό τον καιρό υπάρχουν Tindersticks, Walkabouts, Wu Lyf, Tarnation, Weeknd, Μαρκ Λάνεγκαν, ΠιΤζέι Χάρβεϊ, Τόρι Έιμος και Τομ Γουέιτς, Νικ Κέιβ και Μπρους Σπρίνγκστιν.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του πρώτου σας βιβλίου (Rewind);

Ευχαρίστως, αλλά την ξενάγηση θα σας την κάνει ο Πέτρος· αυτόν ν’ ακολουθήσετε. Παρά τις φήμες που τον θέλουν πολλά κιλά μαλάκα, είναι, νομίζω, καλό παιδί.

Ναι, το στόμα της κοπέλας δίπλα του είναι ραμμένο. Αυτός της το έραψε, γιατί δεν άντεχε να την ακούει.

Σε λίγο θ’ ανέβει στο μηχανάκι του για να πάει στο πατρικό του, όπου ο πατέρας του ζει με μια γυναίκα που είναι νεκρή και ζωντανή ταυτόχρονα.

Ακολουθήστε τον, δεν κινδυνεύετε.

Νομίζω, δηλαδή.

Θα μας ανοίξετε και τα παράθυρα του δεύτερου βιβλίου σας που μόλις κυκλοφόρησε;

Το καλοκαίρι του 2000 εξαφανίζεται μια έφηβη, η Άννα· το φθινόπωρο του 2007 αυτοκτονεί ο αδελφός της, ο Δημήτρης. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι ένα περίγραμμα αυτών των δύο απουσιών· με κέντρο την εξαφάνιση της Άννας και τον θάνατο του Δημήτρη ξετυλίγεται μια σπείρα από ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι βρέθηκαν στη σκιά που άφησαν τα δύο αδέλφια φεύγοντας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα μια ανάγνωση του Infinite Jest, έναν γάτο ονόματι Χαρούκι, μια κοπέλα που τη φωνάζουν Κατσαρίδα, ταξίδια με πλοίο και ταξίδια με τρένο, λυπημένους επιβάτες λεωφορείων και τρόλεϊ, γυναίκες που ερωτεύονται κτίρια, έναν γέρο που τον επισκέπτεται η μακαρίτισσα η γυναίκα του στον ύπνο του για να του ανακοινώσει ποιος είναι για θάνατο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως κειμενογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ομολογώ ότι πλην του Διαβάζω δεν παρακολουθώ με συνέπεια κάποιο άλλο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό (αυτό να καταγραφεί σαν δική μου αδυναμία, κι όχι σαν αδυναμία των περιοδικών). Παρακολουθώ κυρίως σάιτ και μπλογκ που ασχολούνται με την αμερικάνικη λογοτεχνία (The Millions, Biblioklept, Moby Lives κ.ά.).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μάλλον τον Αντρέα Φραγκιά.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Κινηματογράφο όχι τόσο όσο παλιότερα· θέατρο σχεδόν καθόλου. Η Κόκκινη ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι είναι από τις αγαπημένες μου – ίσως επειδή την είδα ακριβώς τον καιρό που έπρεπε. Άλλη αγαπημένη μου είναι το Hedwig and the Angry Inch του Τζον Κάμερον Μίτσελ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Στη δική μου περίπτωση η ποίηση ήταν μια εφηβική αρρώστια που παρατράβηξε· στα 22-23 μου αναγκάστηκα να το παραδεχτώ και την εγκατέλειψα. Προφανώς η ποίηση δεν έχασε απολύτως τίποτα. (Όπως δεν θα έχανε κι η πεζογραφία αν σταματούσα να γράφω· απλώς την απώλειά της δεν θα την άντεχα εγώ.)

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα το Rien ne va plus της Μαργαρίτας Καραπάνου, και το Fire Season του Φίλιπ Κόνορς.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια και με άφησαν ήσυχη οι προηγούμενοι ήρωες, μπαινοβγαίνω στα σπίτια νέων και καταγράφω τα χούγια τους (με το φόβο μην κι επιστρέψει κάνας Ορέστης να μου ζητήσει τα ρέστα). Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις κι αφετηρίες ιστοριών και περιμένω να δω ποιος απ’ όλους θα με πείσει ότι η δική του ιστορία είναι πιο επείγουσα για ν’ αφοσιωθώ σ’ αυτήν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο, διαδρομή, βιβλίο, λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα στο μετρό το Last Days του Μπράιαν Έβενσον. Ο ήρωας του βιβλίου έχει πρόσφατα χάσει το χέρι του και βρίσκεται παγιδευμένος σε μια αίρεση. Για να φύγει από εκεί ζωντανός, πρέπει να διαλευκάνει έναν φόνο. Στην αίρεση όλοι είναι μανιακοί του ακρωτηριασμού· όσο περισσότερους ακρωτηριασμούς έχει κάποιος, τόσο πιο ψηλά βρίσκεται στην ιεραρχία. Μια και του λείπει μόνο ένα χέρι, ο ήρωας δεν μπορεί να μιλήσει με πιο υψηλόβαθμα στελέχη και δεν έχει πρόσβαση σε σημαντικές πληροφορίες που θα τον βοηθούσαν να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Είναι προφανές ότι έχει μόνο μια επιλογή, αν θέλει να βγει από κει μέσα: να αρχίσει να αυτοακρωτηριάζεται ώστε να ανέβει στην ιεραρχία και να συνεχίσει την έρευνα.

Διαβάζω, λοιπόν, την περιγραφή μιας συνάντησης των μελών της αίρεσης· κάθε μέλος είναι ένας κατάλογος ελλείψεων: δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο χεριού, αριστερό χέρι, μάτι. Όταν τους λείπει μάτι δεν βάζουν γυάλινο, απλώς το βλέφαρό τους είναι μόνιμα κλειστό. Ο συρμός σταματά στο Σύνταγμα κι επιβιβάζεται μια κοπέλα παραπατώντας. Έτσι όπως είμαι βουτηγμένη στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, σκέφτομαι ότι παραπατά επειδή της λείπουν δάχτυλα του ποδιού και δεν μπορεί να ισορροπήσει καλά. Έρχεται και στέκεται δίπλα μου, με στριμώχνει κιόλας με την τσάντα της σα να μην μπορεί να υπολογίσει την απόσταση από μένα (ο συρμός είναι σχεδόν άδειος, δεν είναι ότι δεν έχει χώρο να σταθεί). Κάνω λίγο στην άκρη και συνεχίζω το διάβασμα, αριστερό πόδι, δεξί πόδι, αριστερό χέρι, δάχτυλο χεριού, δάχτυλο χεριού, μισή γλώσσα, αφτί, μάτι, και εκείνη γυρνά και με ρωτάει αν πάει καλά για Ευαγγελισμό και βλέπω ότι το ένα βλέφαρό της είναι κλειστό.

Δεν έχω τολμήσει να ξαναγγίξω το βιβλίο από τότε.

(Για την ιστορία, δεν πήγαινε καλά για Ευαγγελισμό – ήμασταν στο συρμό για Άγιο Δημήτριο. Προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε με έναν κύριο ότι έπρεπε να κατέβει Ακρόπολη, να γυρίσει στο Σύνταγμα και από εκεί να πάρει τη μπλε γραμμή. Δεν καταλάβαινε. Εντέλει την πείσαμε να βγει στην Ακρόπολη. Κατέβηκε παραπατώντας πάλι, σχεδόν έπεσε πάνω σε ένα ζευγάρι. Ακόμα αναρωτιέμαι τι της συνέβαινε.)

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί βάφτισα μια ηρωίδα του καινούργιου βιβλίου Κατσαρίδα και πώς είναι το πραγματικό της όνομα. Μόνο και μόνο για να έχω τη διεστραμμένη χαρά να μην απαντήσω, όπως αρνούμαι συστηματικά ν’ απαντήσω τι περιέχουν τα κουτιά που μεταφέρει ο Πέτρος του Rewind.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αναγνωστικά μου είναι, πλέον, απαραίτητο, αφού μέσω διαδικτύου ενημερώνομαι για βιβλία και συγγραφείς και συζητάω με άλλους αναγνώστες. Συγγραφικά σου προσφέρει εξαιρετικά εργαλεία, τόσο για να εμπλουτίσεις τη δουλειά σου (είναι, για παράδειγμα, πολύ πιο εύκολο να κάνεις έρευνα πια), όσο και για να την παρουσιάσεις και να «συναντηθείς» με το κοινό. Το κλειδί, βέβαια, είναι ακριβώς η δουλειά σου: τα βιβλία είναι πάντα σημαντικότερα για έναν συγγραφέα από τη διαδικτυακή του παρουσία.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ να συζητήσω την πρόταση, καθώς δεσμεύομαι ήδη από αποκλειστικό συμβόλαιο με το διάβολο: του πούλησα την ψυχή μου σε αντάλλαγμα ενός magnum opus. (Μάλλον κορόιδο πιάστηκα, αλλά ας ζήσω λίγο ακόμα με τις ψευδαισθήσεις μου.)

Στις εικόνες: Πολ Όστερ, Αλεχάντρο Σάμπρα, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Νικόλ Κράους, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν, οι 2 αγαπημένες ταινίες, Ζοζέ Σαραμάγκου.

Προσφορά της συγγραφέως: εικαστικό του Narita (UbahnCode) για το Πώς τελειώνει ο κόσμος, βασισμένο σε φωτογραφίες του TheSkyEtc, φωτογραφία του TheSkyEtc για το Πώς τελειώνει ο κόσμος και προσωπική της φωτογραφία από τον Παναγιώτη Γαβριήλογλου.

26
Μαρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 85. Λίνα Φυτιλή

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο σας βιβλίων;

Οι νύχτες της άχρωμης  κιμωλίας, Καστανιώτης. Ένα ταξίδι σε άγνωστο προορισμό, κατά τη διάρκεια του οποίου οι επιβάτες ξεδιπλώνουν τις ιστορίες  τους, ένα υπαρξιακό ταξίδι πρωτίστως με απροσδόκητο τέλος. Τώρα είναι αργά, Απόπειρα. Όταν η νοσταλγία είναι τόσο δυνατή, που οι ήρωες ζούνε εγκλωβισμένοι στο παρελθόν τους, αναζητούν μια ευκαιρία για να ξεφύγουν. Ίσως μέσα στην ευδαιμονία του καλοκαιριού βρουν αυτή την ευκαιρία…

Αγαπημένοι σας παλιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πάρα πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς: Τόμας Μαν, Χειμωνάς, Ντοστογιέφσκι, Ταμπούκι, Κούτσι, Τζόις, Προυστ, Χάισμιθ, Καλβίνο, Άτγουντ, Έιμις, Μπαρνς, Γουλφ, Έρση Σωτηροπούλου, Τζόις, Κάφκα, Ίαν Μακ Γιούαν…

Αγαπημένα σας βιβλία.

Το μαγικό βουνό, Η θάλασσα, Δαμάζοντας το κτήνος, Ο τυφλός δολοφόνος, Ιδιωτικές συναντήσεις, Ο μαιτρ κι η Μαργαρίτα, Περί τυφλότητας, Στην ακτή, Οδυσσέας, Ο πύργος, Αόρατες πόλεις, Στην καρδιά της χώρας, όλα του Ταμπούκι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Καλβίνο, αρκετά της Σωτηροπούλου, του Χάκκα, της Ζατέλη, του προσφάτως βραβευμένου Χρήστου Οικονόμου…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Αρκετοί. Ενδεικτικά αναφέρω το Δημήτρη Σωτάκη για τους φανταστικούς κόσμους που στήνει, τον Κυριάκο Γιαλένιο για την ευαίσθητη ματιά του, τον Χρήστο Οικονόμου για το ύφος…

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε νέα τους;

Οι ήρωες με ακολουθούν σε όλη τη διάρκεια της σκέψης και της συγγραφής ενός βιβλίου. Έπειτα τους αφήνω οριστικά κι αυτοί εμένα. Θέλω να τους φαντάζομαι ελεύθερους.

Αγαπημένος ή και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του σπιτιού σας;

Όχι, αλλά θα το ήθελα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερος σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η πρώτη γραφή γίνεται συνήθως σε ένα τετράδιο. Έπειτα αναλαμβάνει ο υπολογιστής. Η μετάβαση γίνεται αυτόματα, με ένα μαγικό τρόπο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό είναι να επιλέξω το θέμα, τους ήρωες και την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Η γραφή είναι μια εγκεφαλική και σύνθετη ψυχοσυναισθηματική διαδικασία. Οι λέξεις είναι απλώς το μέσον. Όταν γράφω, θέλω ν’ ακούω τους ήχους της πόλης, συχνά γράφω με ανοιχτά παράθυρα. Άλλοτε θέλω απόλυτη ησυχία. Η μουσική με συνοδεύει το διάστημα της συγγραφής αλλά όχι τη στιγμή που γράφω. Σε κάθε βιβλίο έχω κάποιες μουσικές εμμονές. Στο Τώρα είναι αργά άκουγα συνέχεια Calexico. Γενικά ακούω από κλασσική μουσική μέχρι ρεμπέτικα, ροκ ακούσματα, ορχηστρικά, σάουντρακ από ταινίες, ανάλογα τη διάθεση πάντα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη δουλειά μου στην Εκπαίδευση.

Αγαπημένο σας λογοτεχνικό περιοδικό;

Οδός Πανός, Εντευκτήριο, Το Δέντρο, αλλά όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι αξιόλογα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία- παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;

Θα επέλεγα τον Κάφκα ή τη Βιρτζίνια Γουλφ.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θεατρικά πάντα με γοητεύει ο Λευτέρης Βογιατζής. Κινηματογραφικά τράβηξε την προσοχή μου, το προκλητικό “Κορίτσι με το τατουάζ¨.

Γράφετε ποτέ ποίηση, κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση στα δεκάξι. Στην πορεία με κέρδισε η πεζογραφία. Όταν σκεφτώ έναν ωραίο στίχο μπορώ και τον ενσωματώνω στο κείμενό μου.

Τι γράφετε τώρα;

Διανύω μια εξαιρετικά δημιουργική περίοδο. Βρίσκομαι στην ολοκλήρωση μιας σειράς διηγημάτων, ενώ μόλις ξεκίνησα ένα μυθιστόρημα. Αλλά είναι νωρίς να μιλήσω γι’ αυτό, έχω γράψει μόνο τα πρώτα δύο κεφάλαια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μου αρέσει το διαδίκτυο. Μιλάω καθημερινά με πολύ κόσμο, ανταλλάσσω απόψεις, ενημερώνομαι. Αρκεί να μπαίνει ένα όριο, για να μη χάνεται η ανθρώπινη επαφή, που φυσικά δεν υπάρχει πίσω από μία οθόνη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Κλαρίσε Λισπέκτορ “Κοντά στην άγρια καρδιά”, που μου πρότεινε ένας φίλος συγγραφέας.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Τις παρακολουθώ όσο μπορώ, είτε από εφημερίδες και περιοδικά, είτε από το ίντερνετ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο- διαδρομή- βιβλίο- λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα το Νυχτερινό στην Ινδία του Ταμπούκι, ταξιδεύοντας με υπεραστικό λεωφορείο για τον Βόλο. Στη στάση με πλησίασε ένας μεταπτυχιακός φοιτητής και με ρώτησε τι διαβάζω. Του έδειξα. Με ξαναρώτησε, αν μου έμεινε κάτι από το βιβλίο και του απάντησα “Η ατμόσφαιρά του, “γιατί η μνήμη είναι μια καταπληκτική πλαστογράφος”, όπως αναφέρει κι ο συγγραφέας. Από εκείνη τη στιγμή γίναμε φίλοι. Γενικά αγαπώ τα ταξίδια με λεωφορείο. Σ’  ένα λεωφορείο εμπνεύστηκα κάποτε τις Νύχτες της άχρωμης κιμωλίας.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Ένας μονίμως ατσαλάκωτος, από το χρόνο, άνθρωπος δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την.

Όλες οι ερωτήσεις ήταν εξαιρετικές, οπότε θα βάλω τελεία.

Στις εικόνες: Marcel Proust, J.M. Coetzee, Virginia Wolf, Antonio Tabucchi.

22
Μαρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 84. Διονύσης Μαρίνος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι χρονικές κατηγοριοποιήσεις ποτέ δεν με απασχόλησαν (ένας συγκαιρινός μπορεί να μοιάζει αναπάντεχα “παλιός” και το ανάποδο) ως εκ τούτου απαντώ ως εξής: Κάφκα, Σελίν, Φώκνερ, Χειμωνάς, Κάρβερ, Βόνεγκατ, Καμύ, Γιόσα, Μπέκετ, Μπάροουζ, Κλάους, Μούλις, Φάντε, Μπουκόφσκι και κάμποσοι άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όπως και στην προηγούμενη ερώτηση, έτσι και σε αυτήν, θα απαντήσω με το πρίσμα της λογοτεχνικής πληρότητας. Ήτοι: “Μεταμόρφωση”, “Βουή και Μανία”, “Γυμνό Γεύμα”, “Sheltering Sky”, “Η πόλη και τα σκυλιά”, “Η θλίψη του Βελγίου”, “Η ανακάλυψη του ουρανού”, “Catch 22″, και επίσης κάμποσα άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα του Χέμινγουεϊ, του Μπουκόφσκι, του Τσέχοφ, του Σάλιντζερ, του Μανέα, του Καπότε και του Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αναμφίβολα η αιρετική ματιά του Χρηστίδη και η υπερβατική γραφή (με λελογισμένα όρια) του Σωτάκη είναι άξια δείγματα της νέας σοδειάς Ελλήνων συγγραφέων. Εξαίρετο δείγμα του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος είναι και το “Στην άκρη του κόσμου”, του Γιώργου Ξενάριου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Φοβάμαι ότι τους ακολουθώ και με ακολουθούν. Πρόκειται για μια συμπεφωνημένη σκιαμαχία, στην οποία εξαρχής έχουμε δηλώσει, πως ο μοναδικός κανόνας του παιχνιδιού, θα είναι ένας: ουδείς άτρωτος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Χμ, με μια πρόχειρη σταχυολόγηση: ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο Χένρι Τσινάσκι, ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο Τζον Γιοσάριαν, όλοι της οικογενείας Σαρτόρις. Με τη βεβαιότητα πως έχω λησμονήσει εκατοντάδες.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε διάφορα σημεία του ορίζοντα, πάνω σε χαρτιά, χαρτόκουτα, πακέτα, στην παλάμη μου, στο σημειωματάριο που θα διατηρώ εδώ και 10 χρόνια. Εντέλει όπου βρω, αδιακρίτως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως ξεκινώ από την πρώτη πρόταση. Πως θα ήθελα να ήταν. Μετά αρχίζω να φτιάχνω έναν χαλαρό σκελετό και εν συνεχεία αφήνω το χάος να εισέλθει. Όταν αρχίζει να ξεφουσκώνει και όλες οι σκέψεις έχουν καταλαγιάσει, ξεκινάω την πρώτη γραφή και όπου με βγάλει. Ευτυχώς υπάρχει πάντα μια δεύτερη -ενδελεχής- ματιά που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αν και η μουσική έχει παίξει καίριο ρόλο στη ζωή μου, όταν γράφω δεν θέλω να ακούω  τίποτα. Οι νότες στη φάση της σύνθεσης, λειτουργούν διαλυτικά. Σε αποσπούν. Ωστόσο ο μουσικός παλμός υπάρχει εντός μου. Πάντως, η καλύτερη μουσική για κάποιον που γράφει, είναι ο ήχος των πλήκτρων του κομπιούτερ. Δείγμα ότι οι λέξεις είναι με το μέρος του και οι Θεοί έχουν στριμωχθεί στην άμυνα. Κατά τα λοιπά ιεροτελεστικά… κόλπα δεν υπάρχουν. Κάθεσαι, γράφεις, καπνίζεις, βαράς το κεφάλι σου, αδειάζεις το κεφάλι σου, γεμίζεις χρυσάφι, τρως άνθρακες και πάλι από την αρχή.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα “Χαμένα Κορμιά” (εκδ. Τετράγωνο) εκδόθηκε το 2011 και ήταν το βάπτισμα του πυρός. Όλα ξεκίνησαν από έναν πίνακα που άρχισα να ζωγραφίζω. Όταν τον τελείωσα συνειδητοποίησα ότι είχα φτιάξει μορφές που πάλευαν να υπάρξουν, δίχως όμως να είναι σίγουρες για το ευτυχές του εγχειρήματός τους. Ο πίνακας αυτός με στοίχειωσε με την έννοια ότι αυτές οι μορφές ήθελαν κάτι παραπάνω για να αποκτήσουν υπόσταση. Αυτήν τους την έδωσε το βιβλίο.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Τελευταία Πόλη” (εκδ. Γαβριηλίδης) το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες. Πρόκειται για μια έσχατη δυστοπία που αγγίζει τα πέρατα της ανθρώπινης αντοχής. Είναι η πορεία αυτογνωσίας και σωτηρίας μιας οικογένειας, κατά την περίοδο του πολέμου στη Βοσνία. Δεν το κρύβω, βασίζεται σε σπαράγματα αληθινών ιστοριών, με ένα τρόπο όμως – σκόπιμα- αποδραματοποιημένο και περισσότερο μυθοπλαστικό. Ο πόλεμος υπάρχει στο βάθος του κάδρου, ως υπόμνηση ενός σκληρού τέλους. Στο προσκήνιο εμφανίζονται μόνο οι ταλαντώσεις της ανθρώπινης υπόστασης και οι διαδικασίες μετάλλαξής της, σε κάτι εντελώς ξένο και άγριο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα πρώτα χρόνια έλεγα πως ασκώ το λειτούργημα του δημοσιογράφου, έπειτα από 17 χρόνια πείστηκα να λέω κάτι λιγότερο διθυραμβικό: δουλεύω ως δημοσιογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που έπιασα στα χέρια μου ήταν η “Οδός Πανός”. Ήμουν πιτσιρικάς, ριγμένος για τα καλά στο μελάνι της ροκ και νομίζω ότι με τράβηξε αυτή η ανατροπή που πρόσφερε (και συνεχίζει να προσφέρει) ο Γιώργος Χρονάς. Φυσικά το Δέντρο, το Εντευκτήριο και η Λέξη ποτέ δεν έλειψαν από τη βιβλιοθήκη μου.  Εξαίσια δείγματα αγάπης για τη λογοτεχνία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω πως ο πιο αινιγματικός όλων (τόσο με το έργο του όσο και με τη ζωή του) είναι ο Γιώργος Χειμωνάς. Ωστόσο, δεν θα το πραγματοποιούσα. Πολλές φορές η γνωριμία με το δημιουργό, εάν δεν είναι άσκοπη, ενδέχεται να λειτουργήσει επιβαρυντικά για την άποψη που έχεις για το έργο του.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος, ναι, παρακολουθώ. Προσφάτως ήμουν μια έξοχη παράσταση, έναν σπαραχτικό μονόλογο πάνω στη διαφορετικότητα. Πρόκειται για το έργο του Εμανουέλ Νταρλέ “Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ” με τον εκπληκτικό Φαίδων Καστρή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω υποπέσει και σε αυτό το αμάρτημα. Διατηρώ ένα blog (adespotosskylos.blogspot.com) το οποίο περιέχει μόνο ποίηση. Αρχικά ξεκίνησε ως παιχνίδι, ένα παιδικό παιχνίδι άσκησης και οικονομίας του λόγου. Κατέληξε πάλι ως παιδικό παιχνίδι. Σαν να βουτάω που και που μέσα στα σπλάχνα μου (και στα σπλάχνα των άλλων) και εν συνεχεία να γράφω τι είδα και τι μου έκανε εντύπωση.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη “Δουβλινιάδα” του Ενρίκε Βίλα – Μάτας.

Τι γράφετε τώρα;  

Αυτή τη στιγμή έχω περάσει τη φάση της πρώτης πρότασης και βρίσκομαι σε εκείνη του χαλαρού σκελετού. Επί της ουσίας είμαι στο δρόμο για το τρίτο μυθιστόρημά μου, αλλά με εντελώς χαλαρούς ρυθμούς.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ανάμεικτες. Υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας, αλλά και ασυδοσίας εξαιτίας της απροσχημάτιστης ανωνυμίας ενός εκάστου. Μπορείς να δηλώσεις ότι θέλεις και να μην πληρώσεις… φόρο. Από την άλλη σε όλο αυτό το ηλεκτρονικό δάσος, φύονται και καλά άνθη. Μένει να τα βρεις και να τους φερθείς με τον πρέποντα σεβασμό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Βεβαίως. Υπάρχουν κριτικοί λογοτεχνίας που αξίζει τον κόπο να τους διαβάζεις. Τόσο από τη σκοπιά του αναγνώστη, όσο και του συγγραφέα. Προσωπικά δεν ψάχνω ούτε εχθρούς, αλλά ούτε και φίλους σε μια κριτική. Η κριτική δεν είναι τίποτα άλλο από το απόσταγμα αυτών που διάβασε ένας συστηματικός αναγνώστης και ο τρόπος που μετέτρεψε το βίωμά του σε λέξεις. Οι παρουσιάσεις είναι ένα εντελώς άλλο πράγμα, περισσότερο ουδέτερο αλλά αρκετά χρηστικό.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Είμαι 17 χρονών και έχω πιάσει την πρώτη μου δουλειά. Είναι χάραμα και βρίσκομαι στο τελευταίο κάθισμα ενός λεωφορείου. Διαβάζω Χένρι Μίλερ (αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν το Sexus) και μέσα στη νύστα μου, νομίζω ότι βλέπω στο μπροστινό μου κάθισμα έναν από τους ήρωες του βιβλίου. Τρίβω τα μάτια μου, βέβαιος πως κολυμπάω στον πάτο μιας γαλάζιας παραίσθησης. Αποτέλεσμα; Έχασα τη στάση στην οποία έπρεπε να κατέβω, άργησα στη δουλειά, έφαγα κατσάδα και τελικώς ποτέ δεν διαπίστωσα αν όντως ο μπροστινός μου ήταν ένας από τους ήρωες του φίλτατου Χένρι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει ούτε η αιωνιότητα, ούτε η νιότη. Μια χαρά είμαι και έτσι. Επαναλαμβάνω: ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ψάξτε αλλού για Φάουστ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν απογοητεύομαι γιατί δεν περιμένω ποτέ κάτι να συμβεί. Έρχεται και με βρίσκει η καταιγίδα από μόνη της. Άρα μια χαρά ήταν οι ερωτήσεις.

Στις φωτογραφίες: Louis Ferninard Celine, Samuel Beckett, Harry Mulisch, Kurt Vonnegut Jr., William Burroughs, Hugo Claus, Italo Calvino.

13
Μαρ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 83. Αννίτα Παναρέτου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς, βιβλία, διηγήματα. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Προτιμώ να μην απαντήσω στις παραπάνω ερωτήσεις. Συνήθως δεν θυμόμαστε όλους τους συγγραφείς ή τα βιβλία που αγαπούμε ή που μας γοήτευσαν, με πιθανό αποτέλεσμα να δημιουργούμε άθελά μας αντιπάθειες. Εξ άλλου, εδώ και αρκετά χρόνια διαβάζω ελάχιστη αμιγή λογοτεχνία – με έχουν κερδίσει η ιστορία και οι προσωπικές μαρτυρίες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πάντα μας ακολουθεί ο εαυτός μας, ο όσος εαυτός ενσαρκώνεται ή ενσωματώνεται στους ήρωές μας. Μάλλον εκείνοι υπαινίσσονται συχνά τα νέα της ζωής μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένο δεν θυμάμαι. Το «ζηλευτός» χρειάζεται μια διευκρίνιση: εννοείτε χαρακτήρα που θα ήθελα να έχω αποδώσει συγγραφικά, ή χαρακτήρα με τον οποίο θα ήθελα η ίδια να ταυτιστώ ή να τείνω ως προσωπικότητα;

Στην πρώτη περίπτωση, ναι, υπάρχουν χαρακτήρες που θα ήθελα να είχα «πλάσει» η ίδια (πολύ πρόχειρα παραδείγματα, ο Αλέξης Ζορμπάς και η Ελένη Μπούκουρα – Αλταμούρα –παρ’ ότι και οι δύο υπήρξαν υπαρκτά πρόσωπα και όχι δημιουργήματα του Νίκου Καζαντζάκη και της Ρέας Γαλανάκη).

Αν εννοείτε το δεύτερο, και αν υποθέσουμε ότι ζηλεύω, αυτό θα αφορά υπαρκτούς και όχι λογοτεχνικούς χαρακτήρες, με την εξαίρεση, ίσως, των Ροβινσώνα Κρούσου και Φιλέα Φογκ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Ω, ναι, υπάρχει μια που θα μου μείνει αξέχαστη. Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για ανάγνωση, αλλά για λαθρανάγνωση: βρισκόμουν όρθια στο τρόλεϊ. Στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής αποφάσισα (αν και ήξερα ότι δεν μπορώ να διαβάσω μέσα σε κινούμενο όχημα) να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα που διάβαζε καθήμενος συνεπιβάτης –είχα σταθεί πάνω από το κεφάλι του και μερικοί πειρασμοί αποδεικνύονται ακατανίκητοι. Ύστερα από λίγο άρχισα να αισθάνομαι ναυτία. Έκανα δυο στάσεις υπομονή και κατέβηκα στον Ευαγγελισμό, κρατώντας το στομάχι μου στα δόντια.

Πάντως, την ανάγνωση μέσα σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο την αντιμετωπίζω ως αντίδοτο στην πιθανή ανία της διαδρομής. Την οποία –ανία- μπορώ να αντιμετωπίσω είτε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο είτε κοιτάζοντας μέσα μου. Έτσι, δεν «χαραμίζω» τη σαγήνη ενός ελκυστικού βιβλίου –στην ανάγκη προτιμώ να λύνω σταυρόλεξα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει λίγες αράδες και έχω κρατήσει σημειώσεις οπουδήποτε. Από το τρόλεϊ όταν είναι σταματημένο σε φανάρι, ως κινηματογραφικές αίθουσες σε ώρα προβολής, ακόμα και οδοιπορώντας στην εξοχή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο συνειρμικός, που –θαρρώ- είναι και ο κύριος, για να μην πω ο μόνος, τρόπος. Οι ιδέες μου είναι συγκερασμοί πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραμέτρων, απρόβλεπτων και συχνά ασύνδετων. Και συνήθως παγιδεύονται από τη λειτουργία της μνήμης, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου και του χρόνου. Ατυχώς υπάρχουν και οι αναμενόμενες απώλειες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Πρέπει να μπω στο κλίμα. Δηλαδή να προσαρμόσω τη ματιά μου και την ψυχική μου διαθεσιμότητα σε αυτό που θέλω να γράψω, έτσι ώστε να αποτελέσει το κλίμα μέσα στο οποίο ζω· έτσι ώστε διάφορα ερεθίσματα -φαινομενικά άσχετα- να βρουν τρόπο να συναφθούν και να αξιοποιηθούν. Όταν καταφέρνω να μετατρέψω τα ερεθίσματα σε αξιοποιήσιμο υλικό, τότε ξέρω ότι «το έχω». Όταν το υπό συγγραφή βιβλίο φτάσει στο σημείο να κυριεύσει και να χρωματίσει την καθημερινότητά μου, όταν νιώσω ότι με ελέγχει, τότε αισθάνομαι ότι το ελέγχω.

Η μουσική αποτελεί την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, επειδή γενικώς ακούω μουσική (αδιάκοπα, ακόμα και μέσα μου, πράγμα που γίνεται και λίγο τυραννικό, όταν μου «κολλάει» ένα τραγούδι για μια ολόκληρη μέρα και ιδίως αν το τραγούδι με εκνευρίζει, αλλά αδυνατώ να το αποδιώξω).

Κάθε φορά που γράφω, υπάρχει μια συγκεκριμένη μουσική (ή και περισσότερες, αλλά πάντα συγκεκριμένες μουσικές), με την οποία υποσυνείδητα ή συνειδητά ή κατ΄ επιλογή συσχετίζω αυτό που γράφω. Αλλά ως εκεί. Όταν γράφω και όταν διαβάζω δεν ακούω μουσική, κυρίως δεν ακούω τραγούδια με στίχους που με ταξιδεύουν, γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

Προτιμώ την ελληνική μουσική, σε κάθε της διαχρονική έκφραση, με την ξένη μουσική να ακολουθεί σε μικρή απόσταση και την κλασική να έπεται σε λίγο μεγαλύτερη.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ως ένα σημείο πρόκειται για μια αλυσιδωτή αντίδραση:

Η διδακτορική μου διατριβή, με θέμα τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου πυροδότησε το αδιάλειπτο ενδιαφέρον μου για την ελληνική ταξιδιωτική πεζογραφία, με καρπό το πεντάτομο έργο Ελληνική Ταξιδιωτική Λογοτεχνία (ευρεία εισαγωγή και ανθολόγιο κειμένων από την ομηρική Οδύσσεια ως το 1990), καθώς και τον μεταγενέστερο ομότιτλο μικρό τόμο, όπου παρακολουθείται η εξέλιξη της ελληνικής ταξιδιωτικής γραφής ως το 2000.

Η προσπέλαση, στο πλαίσιο της διατριβής μου, ολόκληρου του έργου του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου οδήγησε και στη συγγραφή της μονογραφίας Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, συνολική θεώρηση του έργου του. Η εργασία αυτή υποβλήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών, ύστερα από προκήρυξη σχετικού βραβείου λίγο μετά τον θάνατο του Παναγιωτόπουλου. Είχα σκεφτεί τότε ότι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να αξιοποιήσω το υλικό που είχα συγκεντρώσει (και που, εξαιρουμένων των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ήταν καταδικασμένο να μείνει ανεκμετάλλευτο), ενώ και το χρηματικό έπαθλο ήταν ένα ακόμα κίνητρο. Έτσι γνώρισα τον Παντελή Πρεβελάκη, μέλος της Ακαδημίας, καθώς διένυε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του.

Αυτή η αποφασιστικής σημασίας γνωριμία κατέληξε στη συγγραφή του βιβλίου Παντελής Πρεβελάκης. Οι δρόμοι του ζωντανού χρόνου.

Τα υπόλοιπα βιβλία ήταν αποτέλεσμα συμπτώσεων και προσωπικών επιθυμιών:

Χάρη στην φιλική οικογενειακή γνωριμία μας, ο βιβλιοδέτης Ανδρέας Γανιάρης μου εμπιστεύθηκε το αρχείο του πατέρα του Χρυσόστομου Γανιάρη, πρωτοποριακού εκδότη της δεκαετίας του 1920, ποιητή και βαθύτατα καλλιεργημένου, ευαίσθητου και πονεμένου ανθρώπου. Όταν ολοκλήρωσα τη μελέτη, το αρχείο δωρήθηκε από την οικογένεια στο Ε.Λ.Ι.Α., απ΄ όπου και εκδόθηκε Η ηδονή και η οδύνη των βιβλίων: Χρυσόστομου Γανιάρη βίος και έργα.

Η παρηγορία των επιστολών σου… (Ευανθία Καΐρη και Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: αλληλογραφώντας όπως θα ήθελαν) προέκυψε όταν, την εποχή που ξαναδιάβαζα την Αυτοβιογραφία της Ελισάβετ, έφτασαν στα χέρια μου τα πρακτικά ενός συνεδρίου για την Ευανθία. Οι δυο τους, συνομήλικες και σύγχρονες, μπροστά από την εποχή τους, μόνες και ουσιαστικά αδικαίωτες, θα έβρισκαν αποκούμπι και στήριγμα στη μεταξύ τους φιλία, που ποτέ δεν κατορθώθηκε. Την παραμυθία αυτής της φιλίας θέλησα να τους προσφέρω, έστω και με μια καθυστέρηση σχεδόν 180 χρόνων.

Αφορμή για Τα πορτραίτα της υπήρξε μια συνεργασία που δεν ευοδώθηκε -φτάνω να πιστεύω ότι ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της ήταν να μου προσφέρει το έναυσμα για τη συγγραφή των Πορτραίτων.

Το παιδικό αφήγημα Μια ιστορία καλοκαιρινή με ένα σκύλο, πέντε γάτες, περιβόλια κι ακρογιάλια περιγράφει τις προσωπικές μου εμπειρίες από τη θερινή συμβίωση με έξι υπέροχα ζώα. Χάρη στις χάρες τους, έζησα έναν γλυκύτατα αποκαλυπτικό Αύγουστο, είκοσι χρόνια πριν.

Και το δίγλωσσο λεύκωμα Ελλάδα, διαδρομή αιώνων προέκυψε από την ανάγκη ή την παρόρμηση να δω, συγκεντρωμένες και τυπωμένες, εικόνες και όψεις της Ελλάδας που επιχειρούν να εκδιπλώσουν ένα ελληνικό πανόραμα: πρόκειται για πλήθος ετερόκλητων κειμένων (χρονικά, ποιήματα, περιγραφές, ιστορικά τεκμήρια, άγνωστο αρχειακό υλικό, αυτοβιογραφικά αποσπάσματα) που μπερδεύονται με την προσωπική μου αφήγηση, και ζωντανεύουν και διανθίζονται από πλήθος εξαίρετων φωτογραφιών του Βελισσάριου Βουτσά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα Πορτραίτα της: Μεσοπόλεμος (πρόσφυγες του ΄22, Βενιζέλος, Μεταξάς, αναψηλάφηση της ελληνικότητας), τέχνη, εικαστική ματιά και έρωτας, αδιέξοδα, πάθος και κάθαρση, αυθεντικά γεγονότα και πρόσωπα της Αθήνας σε αγαστή –θέλω να πιστεύω- διαπλοκή.

(Σας έδωσα το κλειδί, μπορείτε να εισέλθετε).

Πώς βιοπορίζεστε;

Όχι από τα συγγραφικά μου δικαιώματα. Και, πλέον, εδώ και κάμποσο καιρό, ούτε από το ενοίκιο ενός πατρικού ακινήτου.

Επομένως κοντεύω να μη βιοπορίζομαι…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αφαιρώντας τα περί προτάσεως (η προσωπική επιλογή είναι πολύ πιθανότερο ενδεχόμενο), μου αρέσει πολύ αυτή η ερώτηση, καθώς χαρακτηρίζει τη συγγραφική μου ροπή, τόσο στα φιλολογικά όσο και στα λογοτεχνικά μου έργα.

Υπάρχουν άνθρωποι που ήδη μου κέντρισαν το ενδιαφέρον στο πλαίσιο όχι μόνο μιας φιλολογικής μονογραφίας (όπως έκανα για τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Παντελή Πρεβελάκη, Χρυσόστομο Γανιάρη), αλλά και ενός ιστορικού μυθιστορήματος (όπως έκανα με την Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου).

Επιπλέον, η μακρά ερευνητική θητεία μου σε διαφορετικά πεδία με φιλοδώρησε με τερπνές συναντήσεις:

Στην ενασχόληση με την ταξιδιωτική πεζογραφία διασταυρώθηκα με δεκάδες ταξιδιωτών και ταξιδιογράφων, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Θα μου άρεσε λοιπόν να γράψω για τον Νίκανδρο Νούκιο (συναρπαστική προσωπικότητα πλάνητος του 16ου αιώνα) ή για τον Κωνσταντίνο Γεράκη, (πρωθυπουργό του Σιάμ τον 17ο αιώνα).

Στην ενασχόληση με τη χρονογραφία (αναζητώντας στοιχεία για ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που δεν προχώρησε) διασταυρώθηκα με πολλούς, ανώνυμους και μη, χρονικογράφους, σε μια τεράστια περίοδο 5 αιώνων. Οι ομιχλώδεις μορφές τους συνιστούν συγγραφική πρόκληση.

Στην ενασχόληση με την ιστορία του ελληνισμού υπό βενετική κυριαρχία  (υλικό για ένα βιβλίο υπό συγγραφή) με συγκίνησαν οι Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανειώτης (Έλληνας ποιητής και στρατιώτης του 15ου αιώνα, που έζησε στην Ιταλία, έγραψε στα λατινικά και πορτραίτο του φιλοτεχνήθηκε από τον Boticelli), Άννα Νοταρά (θυγατέρα του Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά, πιθανώς μνηστή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η οποία, στα 1453, φυγαδεύτηκε στη Βενετία, όπου και ανέπτυξε ποικίλη ελληνοκεντρική δραστηριότητα) και Αικατερίνη Κορνάρο (βενετικής καταγωγής βασίλισσα της Κύπρου).

Ψαχουλεύοντας την τοπική μικρο-ιστορία της Ζακύνθου, της Άνδρου και της Σύρου μέσα στην ευρύτερη συγκυρία του αγώνα της παλιγγενεσίας (όταν έγραφα την Παρηγορία των επιστολών σου), στάθηκα στην περίπτωση του Θεοδοσίου Δημάδη, δασκάλου, μέλους της Φιλικής Εταιρείας, διαφωτιστή και αγωνιστή της Επανάστασης.

Τέλος, η περιδιάβαση στον χώρο της τέχνης και της πολιτικής κατά την περίοδο του μεσοπολέμου (προκειμένου να γράψω Τα πορτραίτα της) μου αποκάλυψε χαρισματικές προσωπικότητες, που μπορούν να στηρίξουν συναρπαστικά βιβλία. Παράδειγμα ο ζωγράφος Νίκος Λύτρας και ο επιχειρηματίας, βιομήχανος, καθηγητής της Ανωτέρας Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών Πειραιώς και υπουργός, Επαμεινώνδας Χαρίλαος.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει ο αγγλικός και ο αμερικάνικος κινηματογράφος. Παρ΄ όλα αυτά, μια ταινία που με γοήτευσε και μου έρχεται τώρα στο νου είναι γιαπωνέζικη –οι «Αναχωρήσεις».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Αποπειράθηκα κάποτε, αλλά εκ του αποτελέσματος έκρινα ότι θα ήταν καλύτερα να μην το κουράσω περισσότερο…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Ανασύρω από μια στοίβα βιβλίων και αποκομμάτων από εφημερίδες, πάντα με ιστορικό περιεχόμενο (για οποιαδήποτε περίοδο –ελληνικής, συνήθως- ιστορίας μου πέσει στα χέρια). Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό ονομάζεται συστηματική ανάγνωση, είναι πάντως θελκτικό και διεγερτικό.

Τι γράφετε τώρα;

Σχεδόν τίποτα – απλώς κρατώ σημειώσεις. Περνάω μια περίοδο αποδιοργάνωσης, με μύριους όσους περισπασμούς. Υπάρχουν όμως κατά νου τρία συγγραφικά σχέδια, για μια σειρά μικρών διηγημάτων, για μια σειρά μελετημάτων-δοκιμίων πάνω στην ταξιδιωτική πεζογραφία, καθώς και το φιλόδοξο σχέδιο ενός μυθιστορήματος που καλύπτει ευρύ ιστορικό φάσμα, ξεκινώντας από τους μεταβυζαντινούς χρόνους και καταλήγοντας στον 19ο αιώνα, για το οποίο, όπως ανέφερα και πιο πάνω, έχει ήδη γίνει ερευνητική προεργασία πολλών μηνών. Ελπίζω να επανακάμψω απτόητη σύντομα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Οι δυνατότητες του διαδικτύου είναι ανεκτίμητες. Τόσο για τον οποιοδήποτε φιλοπερίεργο άνθρωπο, όσο και –ακόμα περισσότερο- για έναν ερευνητή.

Υπάρχει βέβαια και η μαγεία (από λευκή, πολύχρωμη, έως μαύρη) που ονομάζεται facebook: από τη μια σκέφτομαι την εικόνα που παρουσιάζουμε, ιδίως απογεύματα ή Κυριακές, τόσοι άνθρωποι κλεισμένοι στο σπίτι τους με τα μούτρα σε μια οθόνη πληκτρολογώντας, και θλίβομαι γιατί σκέφτομαι ότι, αντί γι αυτό, θα μπορούσαμε, οι ίδιοι άνθρωποι, να είμαστε έξω, στους δρόμους, στη θάλασσα, στην Ακρόπολη. Και από την άλλη σκέφτομαι ότι είμαστε μια τόοοοοοσο μεγάλη (και σε πολλές περιπτώσεις πολύ ενδιαφέρουσα) παρέα, πράγμα αδύνατο σε άλλη περίπτωση κι αυτό μου αρέσει.

Και από τη μια αισθάνομαι ότι χάνω πολύτιμο χρόνο και ότι σκορπίζομαι, και από την άλλη ότι, με τρόπο επιλεκτικό και ελεγχόμενο, κερδίζω ανθρώπινες παρουσίες, πορείες και περιπέτειες.

Μάλλον κάποιο ισοζύγιο υπολογίζω ότι προκύπτει.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Η αιώνια, δηλαδή στατική, νιότη θα πρέπει να καταντά κάποτε πληκτική και μονότονη. Η συγγραφική ιδιότητα ποτέ. (Αν όμως μου πρότειναν μια νεότητα απλώς κάπως μεγαλύτερης διάρκειας, δεν θα το σκεφτόμουν ούτε λεπτό –χωρίς απώλεια της συγγραφικής ιδιότητας, εννοείται…)

Η επιστημονική ενασχόλησή σας με πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Εξαργυρώνεται πολλαπλώς. Απομυζώ τόσο τα πρόσωπα, όσο και τα θέματα. Τα εκμεταλλεύομαι αγρίως, σχεδόν τα λεηλατώ, για να ανακαλύψω ή και να κατασκευάσω υλικό για λογοτεχνικότερα συγγραφικά εγχειρήματα. Όταν συμβεί αυτό, ξεκινά μια αντίστροφη φορά: με εκμεταλλεύονται και με λεηλατούν εκείνα –εννοώ ότι εκμεταλλεύονται και λεηλατούν δημιουργικά τον χρόνο μου, τις διαθέσεις μου, τη νόηση, το συναίσθημα και τη βούλησή μου. Διπλή, μάλλον πολλαπλή εξαργύρωση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απόλαυσα τις ερωτήσεις σας. Δεν βρίσκω καμιά άλλη αυτή τη στιγμή.

Ευχαριστώ το Πανδοχείο για τη φιλοξενία στο αίθριό του –πραγματικά με ενέπνευσε…

10
Μαρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 82. Γιώργος Μπλάνας

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θα πρέπει όμως να είστε έτοιμοι να μπείτε στην κόλαση. Στα Στασιωτικά, ακολουθώντας την αρχαία παράδοση του ιάμβου, καθυβρίζω την απάνθρωπη αδυναμία του ανθρώπου να σταθεί στο ύψος του πεπρωμένου του. Ο Άνθρωπος θα αφανιστεί κάτω από την εξουσία του άλογου σύμπαντος έτσι κι αλλιώς. Και αντί ν’ αντικρίσει με θράσος και γενναιότητα αυτή τη συντριβή, κλαψουρίζει άθλια, θέτει τη δειλία του στην υπηρεσία ιδεολογημάτων, καθεστωτικών φιλοσοφιών, δουλικών επιστημών και σφαγιάζει τον Άλλον, προκειμένου να κερδίσει μερικά λεπτά αφόρητης επιβίωσης. Φοβάται για τη ζωή του και η ζωή του δεν του αξίζει. Στο τέλος την χάνει με τον χειρότερο τρόπο. Αιώνες αθλιότητας και ποταπών ιδεολογιών, που προσπαθούν να αφανίσουν την τρέλα της δημιουργίας, για να κάνουν χώρο στον βόρβορο κάθε λογής εξουσίας – καθημερινής ή ιστορικής, μικροσκοπικής ή μακροσκοπικής. Φυσικά, δεν σέβομαι ούτε τους κανόνες με τους οποίους γράφεται η ποίηση. Δεν με ενδιαφέρει επί του προκειμένου αν το υλικό μου είναι ποιητικό, αλλά αν είναι αποτελεσματικό. Είναι ένα έπος κομματιασμένο και θα ήμουν ευτυχής αν αργότερα πουν πως απέτυχα σε αυτό το έργο. Θα έχω πετύχει να αποδείξω πως έχω δίκιο για όλα όσα λέω εκεί μέσα. Έχει και η ποίηση το μερίδιό της στην αθλιότητα της Ιστορίας. Πρέπει να πληρώσει, να αποδιαρθρωθεί και ν’ αρχίσει από το τέλος της.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν έγραψα τα ποιήματα του βιβλίου Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή, αισθανόμουν πως είχα αποκοπεί βίαια από ένα μυθικό περιβάλλον, που είχε ζωτική σημασία για την ύπαρξή μου. Πήγαινα κι ερχόμουν μέσα σε μια πόλη απάνθρωπη. Όλα όσα είχα μάθει δεν άξιζαν τίποτα. Τα ποιήματα του βιβλίου προσπαθούν να καταγράψουν μια μυθολογία. Φαίνονται λυρικά αλλά δεν είναι. Είναι μάλλον σημειώσεις οντολογίας. Θυμάμαι πως όταν είχα στείλει κάποια ποιήματα -που δεν συμπεριέλαβα στη συλλογή – σε κάποιον γηραιό Έλληνα ποιητή, ο οποίος φημίζεται για τη μοχθηρία του και την εγωπάθειά του, μου είχα απαντήσει: «Μα αυτά μοιάζουν με τα δικά μου. Γιατί να χαραμίζετε τόσο τραγικό βάθος σε λυρικές μορφές;» Τον άκουσα. Ήταν τίμιος μαζί μου. Δεν τον συνάντησα ποτέ μέχρι σήμερα. Και σκέφτομαι πως ίσως η μοχθηρία και η εγωπάθεια να μην είναι παρά αυτό που βλέπει στον άλλον η μοχθηρία και η εγωπάθεια για να ανακουφιστεί. Έκτοτε έπαψα να έχω ενοχές για τη «μόλυνση» της ποίησής μου από τη φιλοσοφία.

Και το δεύτερο βιβλίο μου, Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου, οντολογικές σημειώσεις περιείχε – με τη μορφή ψαλμών. Μόνο που εκεί μέσα η μυθολογία μου κινδύνευε και έτρεμε, όταν προσευχόταν. Η πραγματικότητα φαινόταν να νικάει. Εξάλλου και οι πολιτικοί μου οραματισμοί κατέρρεαν.

Ίσως η Νύχτα, το τρίτο βιβλίο να ήταν μια αντίδραση, ίσως να ήταν μια έρευνα. Πρόκειται για ένα σπάραγμα έπους στο οποίο ο Descartes, εκείνη την περίφημη νύχτα πριν ανακαλύψει «τις αρχές μιας υπέρτατης επιστήμης», ονειρεύεται πως είναι ο Οδυσσέας. Προσπαθεί να επιστρέψει, αλλά έχει χαθεί μέσα σε έναν εξαρθρωμένο κόσμο, έναν κόσμο που είναι κάθε στιγμή το αντίστροφό του, έναν κόσμο τελειωτικά διαλεκτικό. Ξαφνικά επιχειρεί μια στάση φαινομενολογική, μιαν «εποχή». Και ανακαλύπτει ή νομίζει πως ανακαλύπτει την καταγωγική εμπειρία του στη φύση. Με αυτόν τον χάρτη προσπαθεί να επιστρέψει. Ο ορθός λόγος είναι φενάκη. Μόνο το σώμα και οι δεσμοί του με τη φύση και τον άλλον άνθρωπο μπορούν να έχουν σταθερότητα.

Αλλά αυτή η σταθερότητα θα αποδειχθεί εύθραυστη μπροστά στην Ιστορία. Στο  επόμενο βιβλίο, το Παράφορο! αναγκάζομαι να αναγνωρίσω την κυριαρχία της Ιστορίας επί της ψυχής, αλλά όχι και να την αποδεχθώ. Τα ιστορικά πρόσωπα που με συνεπήραν από νεαρή ηλικία, παρουσιάζονται εδώ με κάθε διάθεση να αρθρώσουν τον λόγο τους και όχι τον λόγο τής επικυρωμένης ιστορικής παρουσίας τους. Ένιωθα πως το πρόσωπό μου είχε θρυμματιστεί σαν παρωχημένο, αποσαρθρωμένο προσωπείο, ένα προσωπείο σχεδιασμένο στη βάση των επίπλαστων βεβαιοτήτων που φιλοδοξούν να ελέγξουν το πέρασμά μου από τη ζωή. Η Ιστορία είχε παγώσει στην ομαλότητα που μου επέβαλλε η εξουσία, η κάθε εξουσία. Η ζωή ακινητούσε με το κύρος του παρελθόντος: το παρόν υποδυόταν μια κλασικότητα που με καθήλωνε. Ύστερα ήρθαν τα γεγονότα της δεκαετίας του 1990 και ανέτρεψαν την κλασικότητα της ακινησίας. Ο κόσμος πρόβαλλε μπροστά μου σαν μια στιγμή στη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι κλονισμένες ισορροπίες μου έδωσαν την ευκαιρία να αποκολλήσω τα ιστορικά προσωπεία μου από τα ιδεολογικά πλαίσια, στα οποία τα είχε στερεώσει μια όποια κυρίαρχη πολιτισμική άποψη. Και άρχισα να αναζητώ τα πρόσωπα που κρύβονταν πίσω τους. Νομίζω πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να ορίσει κανείς τα νέα χαρακτηριστικά του. Ποιος είσαι; Τι είσαι; Τι κοινό έχεις ή δεν έχεις με τους ανθρώπους που έζησαν στο παρελθόν; Χρειάζονται νέες βεβαιότητες. Ήξερα, βέβαια πως το αποτέλεσμα θα ήταν η δημιουργία νέων προσωπείων. Αλλά το προσωπείο δεν είναι αναγκαστικά πάντα μια διάψευση του προσώπου. Μπορεί να σταθεί αποφασιστικά ανθρώπινο, δηλαδή αγριωπό, χωμάτινο και τελικά απελευθερωτικό.

Η Απάντησή του, είναι μια εκτενέστερη έρευνα στην κατεύθυνση του Παράφορου! Κι άλλα ιστορικά πρόσωπα, αλλά η γλώσσα έμοιαζε κάπως αγριεμένη, οι ήρωες αγανακτισμένοι και πιο επιθετικοί απέναντι στη θέση τους σε μια παράδοση, η οποία αγνόησε τη διαφορετικότητά τους και τους μετέβαλε σε σύμβολα.

Στο Επεισόδιο θέλησα να δημιουργήσω μια μικρή τραγωδία με θέμα τη μεγάλη τραγωδία των εμφυλίων στα Βαλκάνια του τέλους του 20ου αιώνα. Τα πρόσωπα είναι πλαστά: ένας εγκληματίας πολέμου με σπουδές θεολογίας, ένας μοναχός με στρατιωτικές σπουδές, μια ερωτευμένη γυναίκα, ένας μετανάστης. Και η γλώσσα τους να τρεκλίζει ανάμεσα στη φιλοσοφία, την ποίηση, την πολιτική. Κάπου στα Βαλκάνια, εκεί όπου κανένας Descartes δεν έφτασε ποτέ.

Η προηγούμενη ποιητική σας συλλογή ήταν η Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Γιατί μια Ωδή ειδικά στο συγκεκριμένο πρόσωπο; Συνομιλείτε μαζί του; Τι είδους βίο διάγει σήμερα ανάμεσά μας εκείνος ο αγωνιστής;

Ο Καραϊσκάκης, ένα πρόσωπο «λειασμένο» από την καθεστωτική ιδεολογία που εγκαθιδρύθηκε βίαια στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1840. Αποτελεί μια μαύρη τρύπα με τεράστια βαρύτητα στην Ιστορία του λαού της Ελλάδας. Υπήρξε αυτονομιστής μέχρι τέλους. Σιχαινόταν την κεντρική διοίκηση και αδιαφορούσε για τις εντολές της. Δεν είμαι βέβαιος αν είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός πως η ιδέα μιας κεντρικής διοίκησης ήταν ένας ελιγμός για τη δημιουργία μιας αποικίας.  Ωστόσο εξέφρασε μια δυναμική την οποία σήμερα θεωρούμε καταστροφική για τη χώρα, τη δυναμική της αυθαιρεσίας. Η αυθαιρεσία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Εξαρτάται από το ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον. Όταν περιστέλλουν στοιχειώδεις ελευθερίες σου, όταν σε πλήττουν στον πυρήνα της ύπαρξής σου, θα αυθαιρετήσεις. Σήμερα, η αυτονομιστική γραμμή του Καραϊσκάκη –καίτοι δεν είχε την μόρφωση ούτε του Saint Just ούτε του Hébert ώστε να την καταθέσει θεωρητικά- βρίσκεται ζωντανή μέσα στις αντιεξουσιαστικές τάσεις, οι οποίες ερωτοτροπούν με τον κοινοτικό τρόπο ζωής. Ο Καραϊσκάκης είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος ζωντανό, το ίχνος ενός ιδιάζοντος πολιτικού και πολιτισμικού συμβάντος. Γι’ αυτό και η Ωδή ακολουθεί βορτιστική τακτική. Ο ποιητικός βορτισμός –γιατί υπήρξε και ζωγραφικός και γλυπτικός- που είναι δημιούργημα του Ezra Pound, θεωρεί πως στην αρχή κάθε ποιητικής δημιουργίας βρίσκεται η συγκίνηση, όπως ακριβώς την ορίζει η ψυχολογία: μια κατάσταση διέγερσης που χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά αισθήματα, συνοδεύεται συχνά από φυσιολογικές μεταβολές και παρακινεί το υποκείμενο σε δράση. Κάθε έντονη συγκίνηση διαμορφώνει ένα θεμελιώδες διανοητικό σχήμα, μια πνευματική δομική μονάδα, η επανάληψη της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε μιαν εικόνα, υπό την έννοια ενός περίπλοκου συστήματος μορφών. Η βορτιστική «εικόνα» πλάθεται από τη συστηματική επανάληψη ενός θεμελιώδους πνευματικού στοιχείου, όμως το ποίημα δεν στηρίζεται στην παράθεση εικόνων με βάση την αναπτυσσόμενη συλλογιστική, όπου το πάθος διακοσμεί κατά κάποιον τρόπο την ανάπτυξη των ιδεών, αλλά στην ανάπτυξη εικόνων που γεννούν η μία την άλλη, ξεκινώντας από το πάντα απλησίαστο θεμελιώδες πνευματικό στοιχείο. Κατά βάση, η κίνηση των εικόνων προέρχεται από την ένταση των λέξεων, δεδομένου ότι οι λέξεις δεν είναι ερείπια μιας ψυχικής αρχαιότητας, που πρέπει να ανασκαφούν βαθύτερα, αλλά αρχαίες οντότητες που οικοδομούν συνεχώς κόσμους. Η αρχαιότητά τους είναι μία από τις μορφές που δημιουργούν, προκειμένου να χτίσουν τις προοπτικές τους. Η ηρωική προσωπικότητα του Καραϊσκάκη είναι μια δίνη που κινητοποιεί το παρόν, ανασυντάσσοντας τα γειωμένα στοιχεία του. Πράγματα που φαινομενικά δεν έχουν σχέση μεταξύ τους  συνδέονται και πυροδοτούν μια σύγχρονη δυναμική. Ολόκληρη η Ιστορία είτε είναι πάντα παρούσα είτε είναι αχρείο ιδεολόγημα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Θα ήταν κοινοτοπία να πω πως οι ιδέες με παγιδεύουν. Αλλά πραγματικά αυτό συμβαίνει, υπό την έννοια πως οι ποιητικές ιδέες παρουσιάζονται μπροστά μου ακαριαία. Φυσικά, μιλάμε για κάποιες ασυνείδητες διεργασίες που ξεπηδούν με την πρώτη ευκαιρία – παντού και πάντα. Τις αρπάζω και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι γιατί εμφανίστηκαν αυτήν ακριβώς την στιγμή, σε αυτές τις συνθήκες. Η σύνδεσή τους με την κατάσταση που βιώνω θα τους δώσει την πρώτη μορφή. Συμβαίνει κάποτε να βιώνω μια κατάσταση και ξαφνικά είτε δεν ικανοποιούμαι με το βίωμα είτε εμφανίζεται μια διαφορετική όψη του. Αν δεν ικανοποιούμαι, προσπαθώ να βρω εκείνα τα λόγια που αποκαλύπτουν την αλήθεια του βιώματος. Υποθέτω πως υπάρχει πάντα μια αλήθεια σε κάθε βίωμα. Αλλιώς δεν θα ήταν βίωμά μας, αλλά βίωμα κάποιου άλλου. Αν αυτή η αλήθεια αναδυθεί πριν προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε πάει καλά. Από εκείνη την στιγμή και έπειτα, η αλήθεια πρέπει να ρυθμοποιηθεί, να μυθοποιηθεί και να κινητοποιήσει το βίωμα. Θέλω να πω πως το έργο τέχνης, που είναι το ποίημα, πρέπει να διαθέτει την σφαιρικότητα μιας ρυθμικής ενότητας (που δεν είναι απαραίτητα ζήτημα σταθερής επανάληψης τονισμένων-άτονων συλλαβών), να έχει ενσωματώσει έναν μυθικό χρόνο και χώρο (υπό την έννοια πως κάποιος κάπου κάτι λέει συγκεκριμένα) και να απευθύνεται στον αναγνώστη με τη δύναμη του λόγου που τον αφορά άμεσα. Επειδή η ποίηση αποτελεί στοιχειακή μορφή επικοινωνίας ή τουλάχιστον στηρίζεται σε μια στοιχειακή μορφή επικοινωνίας, πριν απ’ όλα είναι κάτι που το λέει κάποιος, με τρόπο συμπαγή και ολοκληρωμένο, σε κάποιον που ενδιαφέρεται για τα λεγόμενα. Τα υπόλοιπα ανήκουν στη δύναμη με την οποία το σκοτάδι αναδεύεται στα σκοτάδια της ψυχής του ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Εργάζομαι πάντα με συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος αποτελείται από ένα πολύ γενικό σχέδιο, που εντός του τα πάντα είναι περιστασιακά. Όταν μου παρουσιαστεί μια ιδέα ποιητική, αναδύεται αυτόματα η δυνατότητα ύπαρξης ενός ποιήματος. Έχω την καρδιά του, που μπορεί να είναι η αρχή ή το τέλος. Αρχικά θα πρέπει να το σχεδιάσω πρόχειρα. Έπειτα θα πρέπει να σκεφτώ τον τρόπου ή τους τρόπους με τους οποίους αυτό που θέλω να γράψω με αφορά, γιατί καταπιάστηκα με αυτό, γιατί αυτή η ιδέα μου ανήκει, αφού δεν την επεξεργάστηκα συνειδητά. Αυτή η ενδοσκόπηση θα μου δώσει το υπόλοιπο υλικό του ποιήματος. Στη συνέχεια και αφού καταγράψω το υλικό που μου φαίνεται ενδιαφέρον, έχω μπροστά μου ένα πιθανό ποίημα. Θα επανέρχομαι για αρκετό καιρό σε αυτό και θα το στρογγυλεύω. Όλα αυτά τα στάδια μπορούν να ολοκληρωθούν με ενέργειες μεθοδικές ή τυχαίες – κατά κύριο λόγο τυχαίες. Σκέπτομαι το ποίημα συχνά, κάνοντας άλλες δουλειές. Οι τυχαίες και οι ασυνείδητες διαδικασίες έχουν για μένα μεγάλη σημασία· αλλά, αφού ολοκληρώσουν το έργο τους, γίνομαι πολύ αυστηρός κριτής – ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Είναι κάτι που το έμαθα από τους αρχαίους λυρικούς και τραγικούς και δεν μπορώ να ξεφύγω – δεν θέλω ίσως να ξεφύγω.

Όταν γράφω λειτουργεί μόνο η αίσθηση της όρασης. Ακόμα και αν υπάρχει μουσική, δεν την ακούω. Ακούω όμως όλες τις άλλες ώρες μουσική.

Οι μουσικές προτιμήσεις μου: το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι, η alternative και experimental μουσική, Meredith Monk ας πούμε ή  Calexico ή Tom Waits και ο Handel, ο Zelenka, ο Poulenc, ο Satie, ο Cesar Frank, o Shostakovich, ο Glass, ο Cage,  ο Nyman, ο Reich…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Κάθε ποίημα σε πολύ διαφορετικά μέρη, με πολύ διαφορετική γραφική ύλη.

Ερημικές παραλίες, δάση, σαλόνια, υπνοδωμάτια, καφενεία, κεφαλόβρυσα χωριών, νοσοκομεία, αποθήκες, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία… είναι μερικά από τα μέρη που μπορώ να θυμηθώ.

Ποια είναι η θέση της ποίησης σε τόσο δυσμενείς συνθήκες ζωής όπως οι σημερινές;

Νομίζω πως όλες οι συνθήκες ζωής, σε όλες τις ιστορικές περιόδους είναι δυσμενείς. Η ζωή είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο, ανάμεσα στις ομάδες, ανάμεσα στην ψυχή και την Ιστορία. Η ποίηση έπαιζε πάντα πολλούς ρόλους, έπαιρνε πολλές και πολύ διαφορετικές θέσεις – μέσα στην ίδια ιστορική περίοδο εννοώ. Έχει υπηρετήσει πολλούς τυράννους και έχει παρηγορήσει πολλές ψυχές. Ακόμα έχει εμπνεύσει επαναστάτες. Σήμερα νομίζω πως η θέση της είναι δίπλα στο άτομο που βιώνει την άνοδο των κοινωνιών του ελέγχου και δεν θέλει να αποδεχθεί τις ηγεμονικές απόψεις για την βελτίωση της ζωής του και της ζωής τού συνόλου. Η ποίηση μπορεί να ισχυροποιήσει την μέριμνα για τον εαυτό – που έλεγε κι ο Foucault. Γι’ αυτό βρίσκω υπέροχο το γεγονός πως όλοι προσπαθούν να γράφουν ποίηση: βελτιώνουν τον λόγο και την σκέψη τους. Όσοι «φρίττουν» με την «ανίερη» συνήθεια καθενός να θέλει να είναι ποιητής, κάνουν θεολογία. Και όταν η ποίηση γίνεται θεολογία, η θεολογία γίνεται πολιτική (ολιγαρχική). Αυτή η περίφημη ρήση πως τάχα δεν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης δεν είναι αληθής –άλλωστε ο Γερμανός ιδιοκτήτης της την πήρε πίσω- αλλά λέει πολλά άλλα πράγματα. Λέει, ας πούμε, πως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορεί να γραφεί ποίηση με τις ίδιες προϋποθέσεις που γραφόταν πριν. Το ποίημα δεν είναι πια μόνο μια μορφή συναισθηματικής χρήσης της γλώσσας -έστω και «supreme»- αλλά μια μορφή ευθύνης απέναντι στην ύπαρξη. Το ποίημα πρέπει να προσφέρει μιαν αλήθεια. Δεν μπορεί να κρύβεται πια στο καβούκι της αισθητικής. Η αισθητική σήμερα είναι θεολογία. Είναι η πολιτική του θεοποιημένου εμπορεύματος. Το έργο τέχνης δεν είναι ωραίο, είναι κεραυνοβόλο, συγκλονιστικό και χίλια δυο ακόμα, αλλά όχι ωραίο. Ωραία είναι τα προϊόντα, οι διαφημίσεις…

Η πεζογραφία σας αφήνει αδιάφορο; Θα παραμείνετε αποκλειστικά ποιητής;

Η πεζογραφία δεν με αφήνει αδιάφορο. Ίσα-ίσα την αγαπώ και νομίζω πως μπορεί να τροφοδοτεί την ποίηση με πλούτο πνευματικό και τεχνικό. Μπορεί κανείς να μάθει να γράφει ποίηση διαβάζοντας Κοσμά Πολίτη ή Μάριο Χάκα ή Καζαντζάκη ή Henry James ή Poe κι ακόμα Pynchon, Hemingway, Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό. Η ήδη κοπιαστική ενασχόλησή μου, όμως, με την ποίηση δεν μου επιτρέπει να ασχοληθώ με την πεζογραφία, που είναι επίσης πολύ κοπιαστική δουλειά με πολλές απαιτήσεις. Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει καλά. Αν παραμείνω αποκλειστικά ποιητής ή όχι, δεν το ξέρω. Πάντως δεν θα ήθελα να γράψω πεζογραφία, μεταφέροντας όλες τις συνήθειές μου από την ποίηση. Αν το κάνω κάποτε θέλω να το κάνω με τους όρους της πεζογραφίας.

Μας παρουσιάσατε σε δυο εκδόσεις την περίπτωση του Φώτη Αγγουλέ. Τι σας ώθησε στην παρουσίαση του συγκεκριμένου λογοτέχνη; Με ποιο τρόπο θα τον συστήνατε στους νέους αναγνώστες;

Ο Μάρκος Μέσκος με ώθησε. Κουβεντιάζαμε για την ψυχική δύναμη του Αγγουλέ. Αγράμματο παιδί και κατάφερε να γράψει όμορφη ποίηση. Λέγαμε και για τη δύναμη του ανθρώπου γενικά, κι έτσι αποφάσισα να κάνω την πρώτη ανθολογία. Ύστερα μου ζητήθηκε μια μονογραφία σε κάποια σειρά για τους «αφανείς», κι εγώ έδωσα ένα πεζογράφημα που αποτελείται από ψευδο-ντοκουμένα (μαρτυρίες ανύπαρκτων προσώπων, δημοσιεύματα εφημερίδων, επιστολές, αστυνομικές αναφορές…) τα οποία αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά. Όποιος νέος θέλει να δει πόσο δυνατός μπορεί να είναι ο άνθρωπος στις χειρότερες συνθήκες και με ανύπαρκτες προϋποθέσεις, ας ρίξει μια ματιά σε αυτά τα βιβλία. Η ποίηση μπορεί να ανθίσει εκεί που μόνο πέτρες και στάχτες υπάρχουν. Πραγματικά, όλα εκείνα τα ανθρωπάκια: χωροφύλακες, στρατιωτικοί, παπάδες, που βασάνισαν και καταδίωξαν τον Αγγουλέ έγιναν σκέτο λίπασμα. Ο Αγγουλές υπάρχει. Στα βιβλία που έφτιαξα γι’ αυτόν και σε άλλα. Η ποίηση θριάμβευσε.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Μπορεί ο αναγνώστης να ελπίζει σε κάποια συγκεντρωτική έκδοση;

Πέφτει στα χέρια μου ένα βιβλίο που με δονεί. Κάθομαι και γράφω μια φανταστική επιστολή στους αναγνώστες, με την οποία τους παρουσιάζω το βιβλίο και προσπαθώ να τους βοηθήσω να εντοπίσουν τη δύναμή του. Ύστερα απαλείφω τα επιστολικά στοιχεία και γίνεται… δημοσίευμα.  Σχεδόν πάντα, οι κριτικές μου είναι μια ευκαιρία να δημοσιοποιήσω τις απόψεις μου για την ποίηση, την πολιτική… τα πάντα. Για μένα η κριτική είναι παιδί της ανάγνωσης. Ανάγνωση σημαίνει αποδοχή των όρων που θέτει το κείμενο. Δεν γράφω ποτέ για βιβλία που δεν μου αρέσουν. Δεν έχει νόημα. Τα κακά βιβλία σε υποβάλουν σε μαρτύρια. Είναι σπατάλη ψυχής να μπαίνεις στο παιχνίδι τους. Εξάλλου, δεν ενοχλούμαι καθόλου από την ύπαρξή τους. Δεν θέλω να τα κατακρίνω. Κι αν κάποιος πει πως έτσι χάνεται η κοινωνική λειτουργία της κριτικής, θα πω κι εγώ πως μέχρι σήμερα η κοινωνική λειτουργία της κριτικής ήταν μια σφαγή που δεν μάτωνε. Φυσικά, θα συγκεντρώσω κάποτε τις κριτικές αυτές σε ένα βιβλίο. Ίσως πολύ σύντομα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου άλλου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μάρκο Μέσκο, αρχικά. Και θα το κάνω. Σιγά-σιγά. Όλα στον καιρό τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Descartes, ο Ezra Pound, ο William Blake, ο Dylan Thomas, ο Poe, ο Όμηρος, ο Αρχίλοχος, ο Σοφοκλής… Διαβάζω από 9 ετών λογοτεχνία, φιλοσοφία, επιστήμη…

Αγάπησα τους περισσότερους συγγραφείς. Από καθέναν κάτι πήρα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αμέτρητα, αλλά έχω τρεις «Βίβλους»: τη Βίβλο, την Ιλιάδα και τα Cantos του Ezra Pound.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το μοιρολόγι της φώκιας του Παπαδιαμάντη, The Murders of Rue Morgue του Poe…

Αγαπημένα σας ποιήματα.

Η μέρα της Λαμπρής του Σολωμού, Εις δόξαν του Κάλβου, Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, Αλαφροΐσκιωτος του Σικελιανού, Μαρία Νεφέλη του Ελύτη…

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ηρακλής του Ευριπίδη.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Διαβάζω το κείμενο, διαβάζω οτιδήποτε αφορά στον συγγραφέα και στο κείμενο και μπορώ να το εντοπίσω (το διαδίκτυο είναι πραγματικό θησαυροφυλάκιο), εξοικειώνομαι με τον συγγραφέα, και αφού τα έχω κάνει όλα αυτά, κάθομαι ένα διάστημα να εξοικειωθώ μαζί τους και να γίνουν κομμάτι της ζωής μου. Ύστερα   προχωρώ στην ερμηνεία του κειμένου και αρχίζω να διαβάζω και να φαντάζομαι πως είμαι ο συγγραφέας. Μετατρέπω τον συγγραφέα σε προσωπείο μου. Βέβαια θα μπορούσα να κάνω το αντίστροφο, αλλά -πώς να το κάνουμε;- εγώ είναι εκείνος που πρέπει να δώσει την παράσταση. Εμένα θα κατηγορήσουν οι θεατές. Και, συνήθως, αν δεν με κατηγορήσουν πως απομακρύνθηκα από τον συγγραφέα θα με κατηγορήσουν πως ήμουν τόσο κοντά του, ώστε να «στεγνώσω» τον λόγο του. Αλλά, φυσικά, ο συγγραφέας είναι μαζί μου. Πάντα. Το ξέρω. Έχουμε κουβεντιάσει πολύ μέσα στο κείμενο. Άλλωστε πιστεύω πως κάθε καλή μετάφραση οφείλει να είναι αμφιλεγόμενη. Δεν το λέω αυτό για να εντυπωσιάσω. Η μετάφραση επιτελείται σε έναν κοινωνικό τόπο ασυμμετρίας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για σωστές μεταφράσεις. Τι σημαίνει μια σωστή μετάφραση; Προχειρότητες που αγνοούν την πολυπλοκότητα μιας γλωσσικής δράσης όπως η μετάφραση.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Poe, γιατί  αντιστεκόμουν στις αλήθειες τους. Ήταν μια οδυνηρή διαδικασία. Σαν να φοβάσαι το σκοτάδι και να σε έλκει βασανιστικά.  Προσπαθείς να προκαλέσεις αυτό που θέλεις να αποφύγεις μια ώρα αρχύτερα. Έλεγα στον Poe: «Φύγε από την γλώσσα μου, δαίμονα». Και μετά ένιωθα πως είχα μιλήσει στον εαυτό μου. Και άκουγα τον Poe να μου λέει: «Δεν είμαι εγώ για σένα». Και θύμωνα και προσπαθούσα να τον παρασύρω σε άλλες όψεις της ποίησης. Και το παρέσυρα, για να διαπιστώσω πως με είχε παρασύρει εκείνος όπου ήθελε.

Το ίδιο έπαθα και με τη μετάφραση του Αίαντα του Σοφοκλή. Ο Αίας ζητούσε να συμμεριστώ την απόφασή του να πεθάνει. Τη συμμερίστηκα. Πραγματικά τη συμμερίστηκα. Αλλά τον άφησα να πεθάνει μόνος. Τον κορόιδεψα. Αλλά δεν νομίζω πως θύμωσε. Με άφησε πίσω, για να βοηθήσω τον Τεύκρο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Να καταφέρω να μεταφράσω όλη την Ιλιάδα. Με τρέφει η μετάφρασή της, μου μαθαίνει όλο και περισσότερους τρόπους έκφρασης. Είναι ζήτημα… πατριωτικό. Η πατρίδα μου είναι η ελληνική γλώσσα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Πραγματικά, δεν έχω δει πουθενά να μην αναφέρεται ή να μην σχολιάζεται η δουλειά ενός πολύ καλού μεταφραστή. Εξαιρούνται ορισμένα έντυπα που επιβάλουν αυστηρούς περιορισμούς χώρου. Κατά τα λοιπά, ισχύει πάντα η λογική του «αναφέρουμε ό,τι πουλάει!» Όπως και να έχει, οι αναγνώστες σέβονται και αγαπούν τους καλούς μεταφραστές.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράσεις, επιμέλειες…

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω μικρά λυρικά ποιήματα. Καταβάλω μια προσπάθεια να αρχίσω από το τέλος της ποίησης. Να πάω, δηλαδή, στην αρχή. Διαβάζω το Μέλμωθ ο Περιπλανώμενος του Robert Maturin, του οποίου μια συντομευμένη έκδοση –δια χειρός Hawthorne υιού- είχα μεταφράσει κάποτε. Το βιβλίο ολόκληρο είναι συγκλονιστικό και εξαιρετικά μεταφρασμένο από την κυρία Χαρά Σύρου. Μεταφράζω το Ζωή και Πεπρωμένο του Vasily Grossman και προχωρώ στη μετάφραση της τρίτης ραψωδίας της Ιλιάδας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω πολύ κινηματογράφο και θέατρο. Είμαι λάτρης των ταινιών του Lars von Trier, από το μαγικό The element of crime μέχρι την αριστουργηματική Μελαγχολία. Και ο Béla Tarr με μαγεύει. Πραγματικοί ποιητές.  Όσοι για το θέατρο, παρακολουθώ τα πάντα. Ακόμα και από τις μέτριες ή κακές παραστάσεις κάτι κερδίζω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Λίγο βαρετές, αλλά συχνά ενδιαφέρουσες. Κάποτε χυδαίες, αλλά δημοκρατία σημαίνει να αντιμετωπίζεις καταπρόσωπο και σαν ίσο τον άλλον, όπως κι αν είναι.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Πάντα, όσο μπορώ περισσότερες, σε οποιοδήποτε μέσο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και δωρεάν να μου την έδινε δεν θα την ήθελα. Τι να την κάνω; Ο αιώνια νέος άνθρωπος μοιάζει λίγο με βράχο πλάι στη θάλασσα. Γιατί είναι πάντα μελαγχολικοί οι βράχοι πλάι στη θάλασσα;

25
Φεβ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Ευγενία Μπογιάνου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

«Το μυστικό» εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Ροές. Είναι μια συλλογή διηγημάτων με κεντρικό άξονα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, καταστάσεις απώλειας, προδοσίας, εκδίκησης, πάθους στη ζωή ανθρώπων ασήμαντων και καθημερινών.

Η πρόσφατη «Κλειστή πόρτα» από τις εκδόσεις Πόλις είναι μια σειρά διηγημάτων για ανθρώπους που διασταυρώνονται μεταξύ τους χωρίς να συναντιούνται και που αποτελούν το καθημερινό μας σύμπαν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη φόρμα του διηγήματος;

Επιλέγουμε τις φόρμες ή μας επιλέγουν; Όπως και να έχει μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω διηγήματα. Η πυκνότητα που απαιτείται και η ένταση που πρέπει να εκδηλώνεται στην περιορισμένη έκταση του διηγήματος με γοητεύει και με προκαλεί.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φυσικά οι προτιμήσεις μου αλλάζουν κατά καιρούς, όμως μερικές αξίες παραμένουν ίδιες. Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Κάφκα, Πόε, Γουλφ, Μωπασάν, Σάμπατο, Ναμπόκοφ, Κάρβερ, Ντίκινσον, είναι μερικές από αυτές. Επίσης Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Χατζής, Κουμανταρέας, Νόλλας, Κυριακίδης, Παπαδημητρακόπουλος, Γονατάς, Πανσέληνος, Δούκα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αισθηματική αγωγή (Φλωμπέρ), Η δίκη και Η μεταμόρφωση (Κάφκα), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Περί ηρώων και τάφων (Σάμπατο), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Ναμπόκοφ), Το λευκό όρος (Σεμπρούν), Κάτω από το ηφαίστειο (Lowry), Οι υπνοβάτες (Μπροχ), Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Στο Φάρο (Γουλφ), Μπούντενμπροκ (Τόμας Μαν), Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ), Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν), Τρόμος (Μακάνιν), Ο δρόμος (Μακ Κάρθυ), Οι ξεριζωμένοι (Sebald), Δούναβης (Μάγκρις).

Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Επιτάφιος θρήνος (Γιώργος Ιωάννου), Βιοτεχνία υαλικών (Μ. Κουμανταρέας), Το πλατύ ποτάμι (Γιάννης Μπεράτης), Το τέλος της μικρής μας πόλης και Το διπλό βιβλίο (Δ. Χατζής), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Ονειρεύομαι τους φίλους μου (Νόλλας), Η βραδυπορία του καλού (Δημητρίου), Θερμά θαλάσσια λουτρά (Παπαδημητρακόπουλος), Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν  (Βαλτινός), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζ.Ζατέλη).

Είναι τόσα πολλά τελικά που θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες. Γι’αυτό σταματώ εδώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Πόε, του Κάρβερ. Ο Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόις. «Η ιστορία του περιστεριώνα μου» του Μπάμπελ. Ο Καλβίνο.

Φυσικά όλος ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, «Το γατί» του Μητσάκη, Το «Πίστομα» του Θεοτόκη, ο Μάριος Χάκκας, «Η προετοιμασία» του Γονατά, τα κομψοτεχνήματα του Παπαδημητρακόπουλου, ο Νόλλας, ο Κυριακίδης και ο Σκαμπαρδώνης.

Πάντως από τον Τσέχωφ μέχρι τα αστυνομικά διηγήματα του Χάμετ και του Τσάντλερ και από τον Παπαδιαμάντη και το Βιζυηνό μέχρι το Νόλλα και το Μηλιώνη ο δρόμος είναι πάρα πολύ μακρύς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου με το εξαιρετικό «Κάτι θα γίνει θα δεις», η Κάλια Παπαδάκη, ο Σπύρος Γιανναράς και οι λίγο παλιότεροι Ηλίας Παπαμόσχος,  Κώστας Καβανόζης και  Πέτρος Κουτσαμπασιάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο γράφω για αυτούς τους κουβαλάω πάνω μου. Μπορεί και για αρκετό καιρό. Τους εγκαταλείπω αμέσως μόλις θεωρήσω πως τους ολοκλήρωσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Γκρέγκορ Σάμσα και ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω πάντα μαζί μου χαρτί και μολύβι. Σημειώνω ιδέες, γράφω φράσεις που άκουσα ή που σκέφτηκα οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι. Την ολοκληρωμένη του μορφή όμως το κείμενο την παίρνει πάντα στο γραφείο μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν πιστεύω τόσο σε αυτό που λέγεται έμπνευση. Πιστεύω πως το πιο σημαντικό είναι η παρατήρηση. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις κινήσεις των ανθρώπων, τις χειρονομίες, τα βλέμματα, πράγματα φευγαλέα που όμως για κάποιο λόγο με συγκινούν.

Συνήθως έχω στο μυαλό μου μια εικόνα, καθώς η πρωταρχική μου ιδιότητα έχει να κάνει με τη φωτογραφία. Θέλω να φωτίσω λοιπόν αυτή την εικόνα με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να στρέψω το βλέμμα προς τα εκεί που επιλέγω εγώ, προς αυτό το κάτι, το μικρό συνήθως, που σε άλλη περίπτωση δεν θα τραβούσε την προσοχή.

Άλλοτε η αφετηρία μου είναι μια φράση που άκουσα ή κομμάτια εκφράσεων από διηγήσεις άλλων. Φράσεις που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου και που με τη σειρά μου θέλω να αφηγηθώ την ιστορία τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω συνήθως νωρίς το πρωί, στον υπολογιστή, σε απόλυτη ησυχία, με τη συνοδεία καφέ.

Ακούω κλασική μουσική και τζαζ. Ποτέ όμως γράφοντας ή διαβάζοντας.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Από τα ενεργά το «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη και η «Λέξη» του Θ. Νιάρχου και του Α. Φωστιέρη.  Σταθερές αξίες.

Από τα «μη ενεργά» ο «Εκηβόλος» του αξέχαστου Βασίλη Διοσκουρίδη. Πρωτοποριακό και κλασικό συγχρόνως.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα έγραφα για τον Μιχαήλ Μητσάκη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολλές φορές μια εικόνα ή συχνότερα ή ατμόσφαιρα μιας ταινίας μου δίνουν το ερέθισμα για να γράψω. Παρακολουθώ μετά μανίας σύγχρονο κινηματογράφο. Τελευταία ταινία που με γοήτευσε, Το λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι. Ζηλευτή απλότητα. Κανένα στολίδι. Μια απλή ιστορία ειπωμένη με την πιο χαμηλότονη τρυφερότητα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν γράφω και δεν έγραψα ποτέ ποίηση, γιατί δεν έχω την ικανότητα να το κάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

«Μπάρτλμπυ, ο γραφέας» του Μέλβιλ.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω διηγήματα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν έχω σκεφτεί να γράψω μυθιστόρημα; Ναι, το έχω σκεφτεί.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,841 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers