Posts Tagged ‘Θέατρο

22
Φεβ
12

Λάκης Παπαστάθης – Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα

Ολιγοσέλιδα προσωπικά ντοκιμαντέρ

Υπάρχει μια αντίληψη την οποία πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα και οι ειδικοί του κινηματογράφου, που λέει πως το ντοκιμαντέρ είναι η τέχνη κυρίως του πραγματικού. Λες και η πραγματικότητα μιλάει από μόνη της, πως είναι τέχνη από μόνη της, και δεν έχεις παρά να την κινηματογραφήσεις απλώς! Μέγα λάθος. Πιστεύω ότι το ντοκιμαντέρ είναι τέχνη αυστηρότατα προσωπική, που απαιτεί τη λεπτότατη συνάντηση του ρευστού της ζωής με το βλέμμα του κινηματογραφιστή. Δεν σε σώζει το τρομερό, το εντυπωσιακό θέμα, ούτε πιθανόν οι τρομερές πληροφορίες και τα σοκ που περιέχει, γιατί αυτή η ταπεινή τέχνη δεν είναι τηλεγράφημα με εντυπωσιακές ειδήσεις, δεν είναι πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες. Ζητάει απ’ τον κινηματογραφιστή το άνοιγμα της ψυχής του, που θα επιλέξει και θα ανασυνθέσει την πραγματικότητα, δίνοντας στην οθόνη σχήματα, αρμούς, ήχους και ψιθύρους ενός πνευματικού οικοδομήματος που δεν υπήρχε πριν, ούτε στη ζωή, ούτε μέσα του.

Το έξω και το μέσα χτίζονται προϊούσης της δημιουργικής διαδικασίας και το έργο εκπλήσσει και τον ίδιο το σκηνοθέτη, γιατί αυτό που κάνει είναι μια νέα πραγματικότητα που στέκεται από μόνη της, όταν η άλλη πραγματικότητα της ζωής έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Αυτό άλλωστε είναι και η ποίηση. Είναι δηλαδή αυτό που μένει στην ψυχή μας και στο βλέμμα μας, όταν τα γεγονότα που τη γέννησαν φεύγουν βιαστικά. Η ποίηση καθιστά ορατό αυτό, που στην καθημερινότητά μας δε φαίνεται. Άρα και στο ντοκιμαντέρ βλέπουμε αυτό που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει

….γράφει ο Λάκης Παπαστάθης στις Σκέψεις για ένα μελλοντικό μάθημα σε υποψήφιους ντοκιμαντερίστες, στην ιστοσελίδα του (εδώ, στην κατηγορία «Βιβλία – Κείμενα») και οι μινιατούρες των κειμένων που συνεχίζει να εκδίδει σε συλλογές διηγημάτων δικαιώνουν αλλά και επαληθεύουν τα λόγια του. Πράγματι, τα ολιγοσέλιδα γραπτά του αποτυπώνουν στιγμές που από τη μια μοιάζουν να αναβλύζουν από το προσωπικό του ημερολόγιο κι από την άλλη να στιγμιοτυπώνουν πλάνα και καρέ από την κοινή μας κινηματογραφική, θεατρική και σε κάθε περίπτωση καλλιτεχνική ιστορία και μικροϊστορία. Όταν λοιπόν ο ίδιος παραθέτει προ των ιστοριών του μικρά υπότιτλα που επιθυμούν μια κουβέντα μαζί μας, εκεί που μας ρωτά «Τι κάνει το κείμενο αυτό διήγημα και όχι ιστορική μαρτυρία;» η απάντηση – τουλάχιστο η δική μου ως αναγνώστη – είναι, τίποτα δεν κάνει αυτό το κείμενο (και πολλά άλλα) αποκλειστικά διήγημα αλλά είναι ταυτόχρονα και μαρτυρία, που όταν αφορά πρόσωπα και γεγονότα της πολιτισμικής μας ιστορίας, γίνεται και ιστορική.

«Κύτταρο» μπουάτ λοιπόν, 1973, κι ένας ολόκληρος «θίασος σκιών» επί σκηνής, με ρεμπέτικες φωτογραφίες του Η. Πετρόπουλου, ζωγραφιές του Πεντζίκη, εικόνες των Βαλκανικών πολέμων, κινούμενα σχέδια του Κυριτσόπουλου, Καραγκιόζη, πολυθέαμα πρωτοφανέρωτο. Η Σωτηρία Μπέλλου τραγουδάει με αεροπλάνα και βαπόρια αλλιώς: η παλιά ηχογράφηση έλεγε σ’ αυτό τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… αλλά εκείνη είχε μάθε να λέει σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… Το Τμήμα Λογοκρισίας καλεί τον Διονύση Σαββόπουλο: Δεν έχουμε καθαρά φουρνάρικε, κύριε Σαββόπουλε; Τι εννοείτε; Γιατί τρώμε βρώμικο ψωμί; Μήπως φταίει το αλεύρι ή εννοείτε κάτι άλλο; Άλλαξέ το. Τελικά ο τόπος γίνεται κόσμος κι όταν χρόνια μετά ο Παπαστάθης παραδέχεται στον ίδιο τον συνθέτη: Προτιμώ το σ’ αυτόν τον κόσμο, γίνεται πιο συμπαντικό το τραγούδι…Λες το φασιστόμουτρο να έκανε καλό στο τραγούδι χωρίς να το θέλει;

Τις ίδιες μέρες κάποιοι ξεκινούσαν ένα Ελεύθερο Θέατρο, όνομα αυθόρμητο κι αληθές, καθώς έβλεπαν το θέατρο ακριβώς σαν κίνηση ελευθερίας, κι ένας ελευθεριακός παράδεισος βλασταίνει στο Άλσος Παγκρατίου: παραστάσεις με συμβολικές παραβολές άλλου τόπου και χρόνου, κατάργηση της εξουσίας του σκηνοθέτη, ομαδική συγγραφή και σκηνοθεσία, απουσία υπογραφών στα κείμενα, συμμετοχή όλων με προσθαφαιρέσεις λόγων, ανατροπή αρχετύπων του ελληνικού μελοδραματισμού, ο Τυχοδιώκτης του Χουρμούζη να κυκλοφορεί στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας του 75 σαν νεκραναστημένο φάντασμα. Κι εσύ χτενίζεσαι, μια ζωή Γκόλφω!  («Άλσος Παγκρατίου»).

Αυτές οι συζητήσεις, κάτω από την ψωραλέα ακακία, στο μισοσκόταδο, σαν να είχαν κάτι από αρχαία συμπόσια. Ακουγόταν λόγος προφορικός και ελεύθερος, που δεν στερεωνόταν με τη γραφή. Εκείνος δεν μιλούσε σαν δοκιμιογράφος, ούτε σαν σοφός, αλλά σαν μουσικός και ποιητής. Οι σκέψεις του είχαν πάντα κάτι ρευστό, συγκινητικό και ερωτικό. Όταν τον άκουγες ενεργοποιούσες το είναι σου για να επωφεληθείς από τα λεγόμενά του. Μια ευθεία πιο κάτω στην κατηφόρα, αναμένει ο «Μαγεμένος αυλός» όπου σύχναζε εκείνος, σαν «πρύτανης ενός προφορικού πανεπιστημίου του καφενείου, που λειτουργούσε μόνο τις βραδινές ώρες με επιλεγμένους ακροατές» και ταυτόχρονα μια ευκαιρία να γραφτεί το σπάνιο περιστατικό της συγχώρεσης του επίδοξου κλέφτη φίλου του.

Αλλά η πένα των πλάνων του συγγραφέα εστιάζει και στους ταπεινούς, «άσημους» ή άγνωστους της θεατρικής πάλης, όπως «Ο αντικαταστάτης του Τειρεσία», που αληθινά τυφλός από τα εικοσιπέντε του από έκρηξη στα νταμάρια, τώρα δεν κουράζεται ποτέ, γιατί δεν χρειάζεται να προσποιηθεί γιατί έχει μέσα του τον χώρο του θεάτρου και των γύρω τόπων. Αλλά δεν θα μείνει για πολύ· θα αποχωρήσει για να επιστρέψει στα φιστίκια του, αφήνοντας τη θέση σε κάποιον που θα αξίζει να διδαχτεί να μάθει να παίζει τον τυφλό. Άλλος, απόμαχος της σκηνής, ήρωας, παλεύει με τους χαλαρωμένους αρμούς μιας μνήμης όπου πηγαινοέρχονται μορφές από την αρχαία τραγωδία και «πραγματικές και επινοημένες από την τέχνη υπάρξεις» που ζουν πλέον μόνιμα δίπλα του, φτάνει στο σημείο, σε παράσταση των Βακχών το Ευρυπίδη, να μην αναγνωρίζει πια τι σημαίνει αναπαράσταση στο θέατρο, να πιστεύει πως ό,τι βλέπει είναι πραγματικό, να μην μπορεί να αντέξει την ακραία ένταση της σκηνής («Το μάρμαρο ζεστό από τον ήλιο»).

Εκείνη που «Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα» πρωταγωνιστεί στο μεγαλύτερο διήγημα και εκπροσωπεί τον κόσμο του σκηνοθέτη, που μας εισάγει στην ξάγρυπνη προετοιμασία της, έξι μήνες πριν την Επίδαυρο. Η ηρωίδα αρχίζει να παρατηρεί τους ανθρώπους, κυρίως τις γυναίκες (Ήξερε πως στην καθημερινότητα κρύβονταν βασίλισσες έστω και αν ζούσαν στο λαϊκό ή τον μικροαστικό κόσμο) και ν’ αναζητά το αρχαίο μέτρο που διαλύθηκε στη μετάφραση, τους ποιητές που πρέπει να φέρουμε απ’ τον Άδη γιατί τους χρειάζεται σήμερα η πόλη, την τραγωδία που δεν χρειάζεται εφέ, μόνο τον λόγο, τον ρυθμό, τον ήχο, το μέτρο και το νόημα των λέξεων. Και στην Επίδαυρο, πλέον, αντιμέτωπη με το σκοτάδι της, το μυστηριακό, το πιο συγκινητικό σκοτάδι της ζωής της, «αναγκαίο πέρασμα της ψυχής της από το σήμερα στα κείμενα της αρχαιότητας», φαντάζεται το μέλλον του ρόλου της όταν η αυλαία πέφτει, σκέφτεται πως «το φως και τότε ίδιο θα ’ταν», το βράδυ στο ξενοδοχείο μιλάει στην ίδια την Κλυταιμνήστρα και δεν σταματάει ν’ αναζητά το πρόσωπο αυτής της φοβερής γυναίκας που η σκιά της τώρα περιπλανιέται στο καμαρίνι της. Να μετατρέψει τις πληροφορίες σε υλικό θεατρικής ερμηνείας. Σε ρυθμούς, σε κινήσεις, στον τόνο της φωνής αλλά και σε κάτι άλλο, που δεν έχει όνομα…

Πώς να γεφυρώσω το χάος, τα χρόνια που μας χωρίζουν. /Σαν να κολυμπάμε μέσα τους, να πηγαίνουμε και να ερχόμαστε σε αργή κίνηση, όπως στα όνειρα. Μπορεί η ψυχή μας να το αντέξει;

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 200.

Στις φωτογραφίες: Ο συγγραφέας μαζί με τον Αλέξη και την Αρτεμούλα Δαμιανού, που χρηματοδοτούσε τα όνειρα του συντρόφου της. Δ. Σαββόπουλος και Λ. Παπαστάθης σε αντιμέτωπα προφίλ στο Κύτταρο. Στιγμιότυπο από την παράσταση «Η ιστορία του Αλή Ρέτζο» του Πέτρου Μάρκαρη, το έργο με το οποίο το Ελεύθερο Θέατρο κατήργησε τον σκηνοθέτη. Ο συνθέτης των μαγικών αυλών. “Έκθετοι στις αμφιθυμίες του χορού”. Στιγμιότυπο από την παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν (1982) και από τον Αγαμέμνωνα του Αισχύλου από το Θέατρο Μηχανή (Βαλέρια Χριστοδουλίδου, 2012).

ΥΓ. «Η Κλυταιμνήστρα έζησε εφτά ή δώδεκα χρόνια με τον Αίγισθο στο παλάτι, έκανε τρία παιδιά μαζί του. Αυτά δεν τα ’γραψε η ιστορία. Όταν φτάνει ο Ορέστης της, θα ξεπερνούσε τα σαράντα, σίγουρα. Και είχε το μισό δίκιο με το μέρος της.»

Δημοσίευση και σε mic.gr.

21
Φεβ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Έλενα Πέγκα

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα, Εκδόσεις Άγρα, 2011. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει σαν αφετηρία μέρη που βρέθηκα, πρόσωπα και σώματα που συνάντησα, σκέψεις που έκανα, αλλά δεν θεωρώ αυτά καθοριστικά στο γράψιμο του με την έννοια πως αντί για αυτά θα μπορούσαν να είναι άλλα.  Η διάθεση με ενδιέφερε, η ματιά πάνω σε όλα, οι αντιθέσεις, το μπανάλ που αίφνης γίνεται δραματικό, το άσχημο που γίνεται όμορφο, το εξημερωμένο που γίνεται άγριο και βίαιο.

Αυτή τη συλλογή μικρών ιστοριών την αποκαλώ νουβέλα  γιατί νιώθω πως η μία ιστορία συμπληρώνει την άλλη και πως όλες μαζί αποτελούν τα κεφάλαια ενός βιβλίου. Διαρκώς μεταβαλλόμενα σκηνικά, κατακερματισμός, ένας κόσμος ταυτοχρονικός.

Σχετικά με τον τίτλο.  Η ζώνες μας προστατεύουν στην οδήγηση, στην ορειβασία, στις πτήσεις, και μας περιορίζουν.  Επίσης, οι ζώνες κρατούν τα ρούχα πάνω στο σώμα μας, ώστε αυτά να μην μας φύγουν.  Παπούτσια, τσάντες, ζώνες.  Η ζώνη είναι το πιο παράξενο αξεσουάρ.  Και το δέρμα είναι η επιφάνεια ενός σώματος.   Μέσα από την επιφάνεια αυτή το ζώο άνθρωπος εισπράττει καταρχήν τα ερεθίσματα του κόσμου που κατοικεί με το σώμα του.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΕΖΑ

1997: ΣKOYΩΣ – ΣTIΓMEΣ ANTPIKEΣ KAI ΓYNAIKEIEΣ, νουβέλα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα. Aποσπάσματα έχουν μεταφραστεί στα Σουηδικά και Γερμανικά, και εκδοθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της κάθε χώρας.

 1986: AYTH ΘEPINH, διήγημα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα.

ΘΕΑΤΡΙΚΑ & το ανέβασμά τους

2011: ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, μονόλογος για έναν άντρα ηθοποιό και 15 άντρες εθελοντές. Εκδόθηκε στο Βερολίνα από την Queich Verlag στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά.  Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο του 2011.

2009: ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ, βασισμένο στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ανέβηκε στην Αθήνα, στο Θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και παραγωγή Γιώργου Λυκιαρδόπουλου. Tο ίδιο έργο σε παραλλαγή είχε ξανανέβει στην Αθήνα το 1999 με μεγάλη επιτυχία.

2006: ΠOIOI EINAI OI KAINOYPΓIOI MAΣ ΦIΛOI; ανέβηκε από το KΘBE σε σκηνοθεσία Aleksandr Popovski στην Θεσσαλονίκη Nοέμβριο, Δεκέμβριο, Iανουάριο 2007 στο Mικρό Θέατρο της Mονής Λαζαριστών.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Τον Μάη του 2009, το ίδιο έργο, μεταφρασμένο στα Αγγλικά, παρουσιάστηκε σε αναλόγιο στο Λονδίνο, στο Bates Theatre, Covent Garden. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά και στα Γαλλικά.

2003: H NELLY’S BΓAZEI BOΛTA TON ΣKYΛO THΣ, ανέβηκε για 19 παραστάσεις σε συνσκηνοθεσία της συγγραφέως με τον Γρηγόρη Aποστολόπουλο στο Δημοτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ANETON, ως επίσημη συμμετοχή ΔHMHTPIA 2003.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tον Δεκέμβρη του 2005 παίχτηκε στα Hνωμένα Aραβικά Eμιράτα, ως επίσημη συμμετοχή της Eλλάδας στο Διεθνές Φεστιβάλ Mονολόγων της Φουτζέηρα. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά.

2002: OTAN XOPEYOYN OI GO-GO DANCERS, ανέβηκε στον χώρο tribal BOOZE σε σκηνοθεσία της συγγραφέως, στην Aθήνα, για 35 παραστάσεις. Παίχτηκε στην Kομοτινή, και στην Θεσσαλονίκη, Θέατρο AXIΛΛEION, για 11 παραστάσεις. Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tο ίδιο έργο μεταφράστηκε στα Oλλανδικά και παίχτηκε από λλανδικό θίασο στο Φεστιβάλ Verse Waar της Oλλανδίας, και εκδόθηκε στα Oλλανδικά σε ανθολογία σύγχρονων ευρωπαϊκών έργων, από το Film and Theatre Press, Holland.

2000: 3-0-1 METAΦOPEΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη.Aνέβηκε από το Eθνικό Θέατρο (Πειραματική Σκηνή) σε σκηνοθεσία της συγγραφέως.  Παίχτηκε για 32 παραστάσεις.

1999: TA KAINOYPΓIA POYXA TOY AYTOKPATOPA, έργο βασισμένο στο γνωστό παραμύθι του Xανς Kρίστιαν Άντερσεν, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Oξύ. Aνέβηκε σε συνσκηνοθεσία Kωνσταντίνου Pήγου, Mάνθου Σαντοριναίου, και της συγγραφέως στο κλαμπ +Soda της Aθήνας. Παίχτηκε για 3 μήνες (sold out) και έδωσε μια παράσταση στη Θεσσαλονίκη.

1998: H KAITE KOΛΛBITΣ ΠAPOYΣIAZEI MIA ΣYNTOMH IΣTOPIA THΣ MONTEPNAΣ TEXNHΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά, σε ανάθεση της αμερικανίδας σκηνοθέτιδας Sherry Teitelbaum.  Παρουσιάστηκε στο Nada Theater της Nέας Yόρκης. Στα ελληνικά, παίχτηκε για έναν μήνα στο Θέατρο Φούρνος, της Aθήνας, σε σκηνοθεσία Mάνθου Σαντοριναίου.

1997: BAΛΣ EΞITAΣION, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Έργο με τραγούδια & μουσική, γράφτηκε σε ανάθεση του Θεάτρου του Nότου της Aθήνας & του ΔHΠEΘE Bόλου.  Σε σκηνοθεσία Γιάννη Xουβαρδά κ Έφης Θεοδώρου παίχτηκε 6 εβδομάδες στην Aθήνα, 2 στον Bόλο. Tαξιδεψε για 2 παραστάσεις στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας.

1999: GORKY’S WIFE, έργο στα αγγλικά, παίχτηκε για 4 εβδομάδες στη Nέα Yόρκη, σε παραγωγή του The Present Company Theater και σκηνοθεσία της αμερικανίδας Julia Barclay.   Tο ίδιο έργο είχε ανέβει στο 18ο Bay Area Playwrights’ Festival στο Θέατρο Magic στο Σαν Φρανσίσκο, το 1995. Tο 2005 στα ελληνικά παρουσιάστηκε στο Aναλόγιο 2005 στο Θέατρο Άλεκτον και εκδόθηκε σε ειδική έκδοση του Aναλογίου. Το 2011 ανέβηκε στα ελληνικά στο Studio Kinitiras στην Αθήνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μου αρέσει να γράφω τις νύχτες και προτιμώ όταν δουλεύω να είμαι ή να νιώθω μόνη. Γι’ αυτό μου αρέσει να δουλεύω τον Αύγουστο στην Αθήνα που είναι ήσυχη. Οι ιδέες μου έρχονται ξαφνικά, σα να με επισκέπτονται. Αν και συνήθως κάνω έρευνα σχετικά με το θέμα που με απασχολεί.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο στη δημιουργικότητά σας;

Ναι θα συνεχίσω. Το θέατρο διεκδικεί αναπόφευκτα μεγαλύτερο μερίδιο καθώς με την ιδιότητα μου ως σκηνοθέτης περνώ άπειρο χρόνο σε πρόβες και ανεβάσματα έργων. Αγαπώ πολύ την πράξη του Θεάτρου, την πρακτική του πλευρά.

Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας πάνω στη σκηνή, σε έργο δικό σας ή άλλων; Το δοκιμάσατε, θα τα δοκιμάζατε;

Έχω σπουδάσει υποκριτική και στα νεανικά μου χρόνια έπαιζα.  Σιγά σιγά άρχισα και να γράφω και να σκηνοθετώ και σταμάτησα να παίζω.  Τώρα έχω μείνει πίσω ως ηθοποιός, έτσι θα έπαιζα πάλι μόνο σε κάτι ειδικό, εκτάκτως.

Με ποιο τρόπο εμπλακήκατε στη συγγραφή κινηματογραφικού σεναρίου; Πώς ήταν η εμπειρία; Θα υπάρξει συνέχεια;

Θαυμάζω τον Λάκη Παπαστάθη και όταν μου πρότεινε να συνεργαστούμε στην ταινία Το Μόνον Της Ζωής του Ταξίδειον δέχτηκα και ήταν ωραία.  Δύσκολα θα ξαναέγραφα σενάριο, το βρίσκω πολύ τεχνικό και περιοριστικό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό για μένα είναι η απομόνωση. Δεν έχω τελετουργία. Αρχίζω να γράφω, σταματώ, ξαναρχίζω, σταματώ, σκέφτομαι.  Έτσι μπορούν να περάσουν μέρες και νύχτες. Προτιμώ την ησυχία. Ακούω μουσική άλλες ώρες. Από Μπαχ και Μοντεβέρντι έως πάνκ-ροκ. Μου αρέσει και να χορεύω.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι δεν γράφω ποίηση.  Είναι ένα απαιτητικό είδος με μακριά ιστορία που δεν το κατέχω.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί.  Καλβίνο, Μπολάνο, Μάρκες, Μόρισον, Γούλφ, Ντυράς, Μπέκετ, Ίψεν, Μουρακάμι, Καριλ Τσέρτσιλ, Ταχτσής, Ευριπίδης, Σαπφώ, Σαίκσπηρ,

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Εραστής Της Λαίδη Τσάτερλυ, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, Ξενοδοχείο Ίρις, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Το Κουρδιστό Πουλί και πολλά θεατρικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δύσκολοι Έρωτες του Καλβίνο, Πουτάνες και Φόνισσες του Μπολάνο αλλά και του John Cheever.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Αναγνωστάκη, ο Στάικος, ο Ξανθούλης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κάποιοι από τους ήρωες μου βασίζονται σε πρόσωπα που γνώρισα.  Ενθουσιάζομαι όταν μαθαίνω νέα τους.  Κάποιοι το ξέρουν πως έγιναν ήρωες μου, κάποιοι όχι.  Μια φορά την μέρα που θα έκανε πρεμιέρα στο Κρατικό ένα έργο μου με ήρωα τον Όγκι από τα Σκόπια, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο πραγματικός Όγκι.  Το είχε μάθει και με πήρε από τον Καναδά.   

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πολλοί.  Τόσοι πολλοί στις αρχαίες τραγωδίες, στον Σαίκσπηρ, η Εντα Γκάμπλερ, η Νόρα στο Κουκλόσπιτο, ο/η Ορλάντο της Γουλφ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξένα σπίτια.

Πώς βιοπορίζεστε;

Το Θέατρο είναι πιο αποδοτικό από την πεζογραφία.  Επίσης, διδάσκω. Έχω εργαστεί και στο Θέατρο σε θέσεις άλλες όχι μόνο ως καλλιτέχνης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν γνωρίζω καλά τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν το έχω σκεφτεί.  

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή

Ναι παρακολουθώ. Ζούσα στη Νέα Υόρκη χρόνια και με γοήτευε η εκεί πρωτοπορία. Θαυμάζω την Ανν Μπογκαρτ, τον Ταντάσι Σουζούκι, τον Πήτερ Μπρουκ. Μου αρέσει ο ανεξάρτητος κινηματογράφος.  Επίσης, μου αρέσει πολύ ο σύγχρονος χορός, γι’ αυτό και έχω συνεργαστεί επί σειρά ετών με τον Κωνσταντίνο Ρήγο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Oliver Sacks – Ο Άνθρωπος Που Μπέρδεψε την Γυναίκα του με Ένα Καπέλο.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα θεατρικό με Υπερήρωες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την! 

- «Τι ανεβάζετε αυτόν τον καιρό;» – Το Χέρι του Τιμ Κράουτς στο Θέατρο Του Νέου Κόσμου κάθε Δευτέρα και Τρίτη!

Στις φωτογραφίες σκηνές από τα έργα: Νάρκισσος, 3-1-0 μεταφορές, Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα, Η Νelly’s βγάζει βόλτα το σκύλο της και η αφίσα από Το χέρι του Τιμ Κράους

Σημ. Πανδοχείου: τηρήθηκε η γραφή της φιλοξενούμενης.

26
Ιαν
12

Ευγένιος Τριβιζάς – Ο Τζιμ το Τζιτζίκι

…και η συμμορία του μονόφθαλμου τυφλοπόντικα

Θίασος ’81

Δυο λαλίστατα μυρμήγκια μαζεύουν και μαζεύουν και μαζεύουν όχι ένα ούτε δυο αλλά σαράντα σπόρους ροδιού για το χειμώνα ενώ ένα χαμογελαστό τζιτζίκι παραδίπλα απορεί κι ομολογεί: Και μόνο που τα βλέπω παθαίνουν υπερκόπωση τα μάτια μου. Αυτός είναι αοιδός σωστός και τραγουδοποιός χαρωπός, ικανός να σκαρώσει στο άψε σβήσε τραγούδι για τους πάντες.  Εδώ ο παραδοσιακός μύθος του τζίτζικα και του μέρμηγκα δεν έχει την καθιερωμένη, διδακτική εξέλιξη, αλλά ανατρέπεται σε μια εναλλακτική εκδοχή που όλοι σκεφτόμασταν μικροί: μήπως και το να αποταμιεύεις σ’ όλη σου τη ζωή σε στερεί ακριβώς από αυτή; Ή όπως τραγουδά ο τζίτζικας στο πρώτο ρεφραίν που εμπνέεται από τους εργατικότατους μέρμηγκες: Να Τζι Κανείς ή Να Μη Τζι;

Τα μυαλά σου και μια ψείρα του απαντούν εκείνοι και συνεχίζουν να ξεχειλίζουν το κίτρινο μονόκυκλο, δίνοντας ραντεβού για το χειμώνα, βέβαιοι πως αν κάποιος χρειαστεί τον άλλον, αυτός θα είναι ο τζίτζικας. Απ’ τα μέρη περνούν δυο τροφαντές κότες, ένας ντελάλης σκύλος κι ένας μονόφθαλμος τυφλοπόντικας με την ασύλληπτη συμμορία του αλλά κι ένας δαιμόνιος κυνηγός ταλέντων. Ο τελευταίος, μια απολαυστική γοτθική φιγούρα, έχει ήδη εντοπίσει τις φωνητικοσυνθετικές ικανότητες του τζιτζικιού και θέλει να τον μεταλλάξει σε σούπερ σταρ του ζωολογικού στερεώματος. Ο ίδιος άλλωστε καθιέρωσε τον Λάρι το μουλάρι και τον Συλβέστρο τον Αστακό Μαέστρο, όχι αστεία. Απ’ όλα αυτά τα άσματα, γκαρίσματα, βελάσματα ο φαντασιώδης ιμπρεσάριος μπορεί να βγάλει θαύματα: τζιτζιβιάσου για ν’ αλλάξει η θωριά σου! Το συμβόλαιο είναι ακαταμάχητο και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων γρύλο μπάτλερ, λιμπελούλα καμαριέρα και προσωπικό πεταλωτή κι ο Τζιμ Τζιτζερόμ είναι πλέον έτοιμος για τα φώτα της σκηνής.

Αλλά ο αιωνόβιος χειμώνας έχει αρχίσει και τα μυρμήγκια αντιλαμβάνονται πως δεν αρκεί μόνο η μάσα στη ζωή. Στο χειμερινό τους καταφύγιο βασιλεύει η ανία και λείπει η διασκέδαση. Ακόμα κι αν έξω βρέχει, η έλλειψη των φίλων είναι πολύ πιο δυσβάσταχτη. Η είδηση της συναυλίας του Τζιμ τους δίνει νόημα κι είναι έτοιμοι να ανταλλάξουν ένα μεγάλο μέρος των αποταμιευμένων σπόρων με το πολυπόθητο εισιτήριο. Ο μονόφθαλμος τυφλοπόντικας θα εκμεταλλευτεί την κοσμοσυρροή έξω από τη συναυλία και θα κλέψει τα ρόδια. Αλλά εκείνα τα ρόδια ήταν ωραία και μεγάλα, λίγο αλλιώτικα από τ’ άλλα: αποτελούσαν την τελευταία λέξη στην κηπουρική, ήταν δηλαδή μεταλλαγμένα. Τα διαφήμιζε το κοτοπόλιταν, τα υποστήριζε το ένα μυρμήγκι και τώρα κάποιοι θα την πληρώσουν! Ωραία θα ήταν να γέμιζαν οι αλάνες αρακά και μελιτζάνες αλλά τι είδους;

Ο «ποιητής παραμυθιών» και  «μαιτρ ανατροπών» Εύγε – Ευγένιος χρωματίζει ένα ακόμα παραμύθι που αλληγορίζει χωρίς ν’ αλλοιθωρίζει. για την φιλία και την υπεροψία, την άκυρη ζωή χωρίς τέχνη και μουσική, τις χαρές της συνύπαρξης και των φυσικών τροφών. Η ωραία μουσική της σκηνικής περιπέτειας είναι εμφανής από τα πρώτα δευτερόλεπτα (Γιάννη Ζουγανέλη υπογράφοντος) ιδίως στο τραγούδι που τιτλοφορεί το έργο αλλά σε μια σειρά ακόμα τραγουδιών που χαρακτηρίζουν όλη την παράσταση ιδίως στο πρώτο μέρος [το δισκάκι διανέμεται μαζί με το πρόγραμμα]. Στο τέλος όλα τα ζώα ενώνονται στο δικό τους σούπερ γκρουπ και στη δική τους νέα γνωστική φιλία. Άρα: Να τζι κανείς, να τζει!

Σκηνοθ. Νανά Νικολάου, μουσ. Γιάννης Ζουγανέλης, σκην. – κοστ.: Λαμπρινή Καρδαρά, χορογρ. Αρετή Μώκαλη, φωτ.: Μελίνα Μάσχα, βοηθ. σκηνοθ.: Πελαγία Αγγελίδου. Παίζουν, αυτοσχεδιάζουν, χορεύουν, τραγουδούν και μας ρωτάνε στα ίσια οι: Πελαγία Αγγελίδου, Γιάννης Πολιτάκης, Θοδωρής Πετρόπουλος, Δημήτρης Μόσχος, Δημήτρης Γαλάνης, Στάλλα Μαγγανά, Θοδωρής Αρεστός. / Λεωφ.Αλεξάνδρας 74/ 210-6424414 και 210-6424424 / Κυριακές 12:00 / 90΄ (με το διάλειμμα).

23
Ιαν
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 49 (Δεκέμβριος 2010)

Antonin Artaud. Εξέγερση και ουτοπία.

Να στοχάζεσαι δίχως την παραμικρή παύση, χωρίς κανένα ρήγμα, δίχως καμιά ενέδρα εντός της νόησης, χωρίς εκείνα τα μασκαρέματα στα οποία σε υποβάλλουν και σε υποχρεώνουν και στα οποία μέχρι και το μεδούλι σου είχε ίσαμε τώρα συνηθίσει, απ’ την παράδοση και την αδράνεια…[Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 72]

1946 και ο Αντονέν Αρτώ έχει αποκτήσει ελευθερία κινήσεων από τους γιατρούς του, ύστερα από εγκλεισμό εννέα χρόνων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, έχοντας υποστεί 58 ηλεκτροσόκ. Οι «Φίλοι του Αντονέν Αρτώ» θα οργανώσουν εκδήλωση στο θέατρο Sarah Bernard αλλά θα του απαγορευτεί η είσοδος, από φόβο για νέο σκάνδαλο σαν κι εκείνα που πάντα συνόδευαν τις εμφανίσεις του: ο άνθρωπος προς τιμήν του οποίου γίνεται η εκδήλωση ξεροσταλιάζει στο κρύο μπροστά στις πόρτες του θεάτρου, βηματίζοντας νευρικά, ενώ η καλή κοινωνία των Παρισίων απολαμβάνει τις αναγνώσεις των κειμένων του. Φυσιογνωμικά δεν έχει καμιά σχέση με τον όμορφο άνδρα που θαύμαζε ο κόσμος δεκαπέντε χρόνια πριν. Εξακολουθεί να παρουσιάζει μια υπέρμετρη ζωτικότητα και να μην αποχωρίζεται ποτέ τα 406 τετράδιά του, που έχει αρχίσει να μουντζουρώνει στο απομονωμένο περιβάλλον του ασύλου το 1945 και τα οποία θα τον συντροφεύσουν μέχρι το θάνατό του. Η επιστροφή του Αρτώ, του Μωμού γίνεται ερήμην του.

Λίγους μήνες αργότερα, το 1947, στην περίφημη διάλεξη στην κατάμεστη αίθουσα του Vieux – Colombier διαβάζει με πάθος τα κείμενά του στο κοινό, όπου παρευρίσκονται και οι Gide, Breton, Camus. Όταν με μια αδέξια κίνηση τα φύλλα γλιστράνε απ’ τα χέρια του, αδυνατεί να τα βάλει σε τάξη και χωρίς το κείμενό του γίνεται επιθετικός, αυτοσχεδιάζει, απαριθμώντας ένα ένα όσα του επέβαλλαν…Η ομιλία του γίνεται ολοένα και πιο ασυνάρτητη και αποσπασματική, μέχρι τη στιγμή που ανέβηκε ο Gide στη σκηνή, για να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει… Πριν κλείσει χρόνος, ο Μωμός θα βρεθεί νεκρός στα πόδια του κρεβατιού του από υπερβολική δόση ένυδρης χλωράλης.

Η πρώτη κρίση κατάθλιψης σε νεαρή ηλικία σηματοδότησε την αρχή μιας πενταετούς οδύσσειας σε σανατόρια και οι θεραπείες με αρσενικό, υδράργυρο και βισμούθιο τον οδήγησαν στον εθισμό στα ναρκωτικά. Ακόμα και οι ερωτικές του σχέσεις ήταν ταραχώδεις εξαιτίας της εξάρτησής του από το λάβδανο. Όμως το πνεύμα του παρουσίαζε μια παροιμιώδη διαύγεια, ορατή ακόμα και στις προσωπικές του επιστολές, που επιχρωμάτιζε με μια ιδιάζουσα λογοτεχνικότητα. Στο Παρίσι από κομπάρσος και υποβολέας αναδεικνύεται σε ηθοποιό για όλους τους ρόλους. Όμορφος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, θα προσελκύσει γρήγορα το ενδιαφέρον των σουρεαλιστών, θα γίνει εξαρχής ενεργός μέλος της ομάδας αλλά και, μαζί με τον Breton, ένας απ τους πιο αυστηρούς της κριτικούς. Οραματιστής και αυταρχικός, θέλει να κατευθύνει αυτή την ουτοπία σε πορεία πιο απόλυτη. Αρνείται να τον ορίσει το λογοτεχνικό κίνημα, θεωρεί ότι πρόκειται για μια εξέγερση που μπορεί να προσφέρει καινούργια «μέσα δράσης», να γίνει «η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του». Το 1926 προγράφεται έπειτα από μια συγκέντρωση της ομάδας με θέμα την προσχώρηση στο κομμουνιστικό κόμμα κι εξεγερμένος από το σοκ του αποκλεισμού γράφει τους Βαρβάρους και τη Μεγάλη Νύχτα.

Το θέατρο δεν εξαπατά (με) τη ζωή, δεν την μιμείται, δεν την απεικονίζει, έχει στόχο να την συνεχίσει γράφει στο μανιφέστο του «Θεάτρου Alfred Jarry» που ίδρυσε μαζί με τους Roger Vitrac και Robert Aron. Κατά την διάρκεια της παράστασης του Ονείρου του Strindberg ανεβαίνει ως σκηνοθέτης στη σκηνή και προσβάλλει κατάμουτρα το αριστοκρατικό κοινό. Αργότερα θα σκηνοθετήσει με δαιμόνια εφευρετικότητα το περίφημο Βιτρακικό Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία (Victor ou les enfants au pouvoir). Αλλά ήδη κόχλαζε μέσα του μια ακόμα πιο νέα αντίληψη περί θεάτρου, ένα μεγάλο μέρος της οποίας θα καταγραφεί στη συλλογή Το θέατρο και το είδωλό του. Το «Θέατρο της Σκληρότητας» ήταν γεγονός, όπως και η κινηματογραφική του εμπειρία από το 1922 έως 1935 ως κομπάρσος ή σε δεύτερους ρόλους σε είκοσι περίπου ταινίες.

Αλλά το «Θέατρο της Σκληρότητας» επικρίνεται, η ερμηνεία του κρίνεται ακραία, οι παραστάσεις σταματούν. «Μας έκανε να νοιώθουμε το στεγνό και καυτό λαιμό του, την οδύνη, τον πυρετό, την πυρά των σπλάχνων του. Ζούσε ένα μαρτύριο. Ούρλιαζε. Παραληρούσε» έγραψε η Αναΐς Νιν με την οποία είχε σύντομη ερωτική σχέση. Η απογοήτευσή του διοχετεύεται στη μύηση στα Ταρό και στην αστρολογική ερμηνεία και στην αναχώρηση για το Μεξικό όπου δίνει διαλέξεις υπεράσπισης του ινδιάνικου πολιτισμού. Εκεί γράφει Τα Επαναστατικά Μηνύματα, αναζητά ναρκωτικές ουσίες, ζει εξ ανάγκης στο διαβόητο μπορντέλο La Maison de Ruth, φεύγει με άλογο για την Chihuahua και διαβιώνει με τους αυτόχθονες. Επιστρέφοντας στο Παρίσι δεν έχει σταθερό κατάλυμα: άλλοτε φιλοξενείται σε σπίτια, άλλοτε κοιμάται κάτω από γέφυρες, αρνούμενος κάε βοήθεια. Ακόμα και η επαιτεία είναι πνευματώδης: Εσείς και οι άνθρωποι του είδους σας μ’ έχετε αρκετά κατατρέξει τόσα χρόνια για να μου το ξεπληρώσετε με πέντε φράγκα αποζημίωσης!

Στην ομιλία του στο Maison d’ art θα παρεκτραπεί για άλλη μια φορά, έχοντας χάσει τις σημειώσεις του, με τα χέρια του να σείονται από ηλεκτρικά ρίγη και τις κόρες των ματιών του γυρισμένες προς τα μέσα. Η ομιλία θα τελειώσει επώδυνα: τον περιμένουν οι αρχές για να τον συνοδέψουν μέχρι τα σύνορα. Η νέα του ιδεοληψία τον ταξιδεύει στην Ιρλανδία προς αναζήτηση των πηγών των κέλτικων παραδόσεων. Οι κατηγορίες για αλητεία και διατάραξη της δημόσιας τάξης τον οδηγούν με ζουρλομανδύα στην πτέρυγα φρενοβλαβών στο νοσοκομείο της Χάβρης. Υπό μια έννοια ολόκληρη η ζωή του θα εκτυλιχθεί στη σκιά της ιατρικής επιτήρησης αλλά τώρα έφτασε η σειρά των μεγάλων ψυχιατρικών ασύλων. Το 1938 ο Jacques Lacan θα γνωματεύσει πως ο ποιητής είναι οριστικά χαμένος για τη λογοτεχνία. Ο Αρτώ θα γνωρίσει από πρώτο χέρι διάφορες θεραπείες συχνά σε άθλιες συνθήκες υγιεινής ως και το ηλεκτροσόκ, που τότε βρίσκεται ακόμα σε δοκιμαστική φάση.

Το ηλεκτροσόκ με γεμίζει απελπισία, μου κλέβει τη μνήμη μου, με μεταμορφώνει σ’ έναν απόντα που έχει συνείδηση της απουσίας του και παρατηρεί το εαυτό του για βδομάδες να κυνηγάει το είναι του, όπως ένας νεκρός δίπλα σ’ έναν ζωντανό που δεν είναι πια ο εαυτός του.

Πώς να κατανοήσουμε τον Αρτώ όταν ακόμα και ο ίδιος αναζητά τον εαυτό του, όταν το ίδιο του το έργο είναι μια συνεχής δυναμική απώθησης, αυτοαναίρεσης και κριτικής πάνω σε ό,τι ο ίδιος έγραψε και σκέφτηκε; Και πώς να ερμηνευτεί η εξέγερσή του όταν δεν είναι τόσο παρούσα στο περιεχόμενο του έργου του όσο στο ύφος του; Πόσον μάλλον όταν το εξεγερσιακό ξέσπασμα που αποπνέει αυτή η γραφή δεν προσποιείται ότι είναι αποτελεσματικό μέσα στο χρόνο αλλά αντιθέτως ζητά να εκτονωθεί άμεσα την ίδια στιγμή που εκφράζεται, γιατί βρίσκει το νόημά του στο παρόν, στην εφήμερη στιγμή που βιώνουμε ωμή. Η λογική του Αρτώ δεν ψάχνει να μεταδώσει ιδέες αλλά ενδόμυχες δυνάμεις.

Όλες αυτές οι σελίδες σέρνονται σαν τα παγάκια στο πνεύμα. Ας μου συγχωρεθεί η απόλυτη ελευθερία μου. Αρνούμαι να προκρίνω κάποια απ’ τις στιγμές αυτού που είμαι. Δεν αναγνωρίζω στο πνεύμα κάποιο σχέδιο. [L’ Ombilic des Limbes, 1925, εδώ σ. 65]

Σε αντίθεση με την πιο φιλοσοφική και αργότερα πολιτική ερμηνεία της εξέγερσης από τους σουρεαλιστές, ο «ηθοποιός» Αρτώ την προσεγγίζει με πιο έντονα βιωμένο τρόπο, τρόπο ενσαρκωμένο. Όταν ο Μπρετόν και οι φίλοι του εγγράφονταν στο κομμουνιστικό κόμμα ή οργάνωναν διαμαρτυρίες σε χώρους τέχνης, εκείνος προσπαθούσε να εντάξει τον σουρεαλισμό όχι μόνο σε γραπτά και εικαστικά έργα αλλά και στην ίδια του την ύπαρξη. Στην προσωποποιημένη του φιλοσοφία το ζήτημα της εξέγερσης δεν ήταν μόνο παρόν στην τέχνη αλλά, κυρίως, στην καθημερινότητά του. Ο Αρτώ, ανικανοποίητος, χωρίς αμφιβολία, από τις τεχνητές χαρές που προσφέρει το θέατρο, μετέφερε τις θεατρικές του δυνατότητες στη ζωή· έζησε πραγματικά τον ήρωά του και αναλώθηκε από αυτόν. Έγινε ο ίδιος θέατρο.

Η εξέγερση του Αρτώ ήταν μια πραγματική κραυγή ενός ανθρώπου που υπέφερε από ένα σύστημα που τον έκλεινε σε ψυχιατρικά ιδρύματα, ενός ανθρώπου που αναζητούσε να καταλάβει την υποταγή των ατόμων στους κοινωνικούς μηχανισμούς και να κατανοήσει γιατί ο άνθρωπος δεν διαμαρτύρεται ενώ υποφέρει. Καθίσταται έτσι ένας προφήτης των δικών μας καιρών, ενσαρκώνοντας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο της εποχής του τα χαρακτηριστικά του νεώτερου ανθρώπου που ανδρώθηκε από την δεκαετία του ’60 και μετά, εντός των συνθηκών του ύστερου καπιταλισμού και της κοινωνίας του θεάματος, του ανθρώπου που βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη με την κοινωνία γιατί η ίδια η κοινωνία βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη μαζί του – του ανθρώπου παρία εντός της κοινωνίας, του έγκλειστου στο απέραντο φρενοκομείο της, του έρμαιου στην ψυχική και υλική της βία, του αναλώσιμου εξαρτήματος, του απελπιστικά μοναχικού μαζικού ανθρώπου, που αδυνατεί να επικοινωνήσει όχι μόνο με οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Το δύσκολο είναι να βρει κανείς τη θέση του και ν’ αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον εαυτό του. Το όλον βρίσκεται θαμμένο μες στη διαρκή χιονόπτωση των υλικών πραγμάτων, σ’ εκείνο το διανοητικό λατομείο που συγκεντρώνεται και στενεύει γύρω από εκείνο ακριβώς το σημείο που πρέπει τώρα ν’ ανακαλύψεις… [Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 73]

Το ολοκληρωμένο αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποίηση, δοκίμια και επιστολές από τον Αρτώ και τα κείμενα των Maurice Blanchot («Αρτώ») και J.M.G. Le Clézio («Αντονέν Αρτώ ή Το μεξικάνικο όνειρο»). Πρόσθετα κείμενα, επιλογή, μεταφράσεις, σημειώσεις, βιβλιογραφία: Ήλιος Chailly, Ζ.Δ. Αϊνάλης, Ειρήνη Παπαδοπούλου. Στα της υπόλοιπης ύλης, στα διηγήματα οι Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Κατερίνα Τόλια, Ηρώ Νικοπούλου, στην ποίηση οι Στέλλα Αλεξοπούλου, Χρίστος Δάλκος, Έλσα Λιαροπούλου, Γιάννης Στρούμπας, Δημήτρης Κούνδουρος, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Κωνσταντίνα Βάρσου, Ανδρέας Ρούσσης, Νανά Τσόγκα, Άντα Κλαμπατσέα και Θοδωρής Βοριάς, μελετήματα από τους Πέγκυ Καρπούζου (Τα όρια του σώματος στον Αόρατο άνθρωπο του H.G.Wells), Λουκά Κούσουλα (Ο ποιητής και ο φιλόσοφος) κ.ά.

Όπως πάντα, επικοινωνία με το Πλανόδιον και πλήθος κειμένων εδώ.

02
Ιαν
12

Αύγουστος Στρίντμπεργκ – Ο χορός του θανάτου

Θέατρο Άλμα – Κεντρική Σκηνή

Danse Macabre για δύο

Έχεις θυμώσει μαζί μου γιατί δεν πέθανα χθες το βράδυ. Έχω θυμώσει μαζί σου γιατί δεν πέθανες τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, γιατί δεν πέθανες πριν γεννηθώ.

Σε ένα απομονωμένο νησί του αρχιπελάγους της Στοκχόλμης (μια «συνθήκη» γνωστή σ’ εμάς από τα έργα του Μπέργκμαν) ο Λοχαγός Έντγκαρ και η γυναίκα του Αλίς  συμπληρώνουν αισίως και απαισίως εικοσιπέντε χρόνια έγγαμου βίου. Η κοινή τους ζωή μεταφράζεται απευθείας από τους ίδιους σε μια κόλαση, με μόνη απολύτρωση την αναμονή του θανάτου. Στις λιγότερο σκληρές στιγμές τους φιλονικούν για τα ίδια θέματα: το θέατρο που παράτησε και τις συγγένειες που ξερίζωσε εκείνη, την απομόνωση από την τοπική κοινωνά που επέλεξε εκείνος (μια κοινωνία ηλιθίων, όπως δεν παραλείπει να τονίζει) ή χασμουριούνται επιδεικτικά, ως υπενθύμιση της ατέλειωτης ανίας τους. Στις καλύτερες δε εκλάμψεις τους, επιστρατεύουν σαρκασμό και ειρωνεία προς κατατρόπωση αλλήλων.

Φθινόπωρο κι απ’ έξω κι από μέσα…Εικοσιπέντε χρόνια δυστυχία και κακομοιριά…Μόλις ερχόταν σ’ αυτό το σπίτι ένα ξένος γινόμασταν κι οι δυο πολύ ευτυχισμένοι…Υπάρχει ελπίδα να βρει κανείς την ησυχία του μετά θάνατο; Καλύτερα η εκμηδένιση!

Σ’ αυτό το σπίτι όπου μυρίζει δηλητηριώδης αέρας και όπου κάποτε υπήρχαν παιδιά (που κι αυτά είχαν πάρει το χρώμα της φυλακής) καταφτάνει ο Κουρτ,  ξάδελφος της Αλίς και φίλος του Έντγκαρ, για να αναλάβει το λοιμοκαθαρτήριο της περιοχής, και όπως είναι φυσικό, διαταράσσει την αρρωστημένη αλλά παγιωμένη ισορροπία του ζεύγους. Ο Κουρτ ενδύεται την αμήχανη ιδιότητα του εξομολόγου και των δυο αλλά σύντομα αποκτά και δεινότερη θέση, εκείνη του άμεσα εμπλεκόμενου. Ο καθένας προσπαθεί να τον πάρει με το μέρος του, χρησιμοποιώντας το δικό του όπλο: η Αλίς την αναθέρμανση μιας καταπιεσμένης αμοιβαίας ερωτικής έλξης, ο Έντγκαρ την επίκληση των ματαιωμένων πατρικών του αισθημάτων του Κουρτ αλλά και μια ιδιότυπη ομηρεία του ίδιου του γιου. Στο τέλος ο Κουρτ αντιλαμβάνεται έντρομος την βαθύτερη στάση του Ένγκαρ: Σα να ’θελε να τρυπώσει μέσα μου, να ζήσει τη ζωή μου. Βύζαινε ενδιαφέρον για τη ζωή από τη δική μου ύπαρξη. Σωστός ανθρωποφάγος.

Καθώς ο πόλεμος οδηγείται προς τα αποκορύφωμά του, ο καθένας αναζητά το πιο τρωτό σημείο του άλλου και η συμμαχία του παράνομου ζεύγους αποδεικνύεται τραγικά εύθραυστη σε σχέση με την συμπαγή σαρκοβόρα σχέση των αργυρών συμβίων. Ο καταλύτης Κουρτ στο τέλος θα υποστεί μεγαλύτερη ταπείνωση και θα φύγει τρέχοντας, μονολογώντας: Όταν ήρθα εδώ νόμιζα πως ήμουν μια σταλιά καλύτερος από σας αλλά τώρα βλέπω πως είμαι χειρότερος. Και οι επαν-εναπομείναντες μόνοι θα συνεχίσουν να μη γνωρίζουν αν η ζωή είναι κωμωδία ή τραγωδία, θα αναρωτηθούν αν όλη αυτή η φασαρία είναι η μοίρα του ανθρώπου και θα αποδεχτούν πως τους είναι γραφτό να βασανίζουν ο ένας τον άλλον.

Κι αν γελάσουν αυτοί μαζί μας θα γελάσουμε κι εμείς μαζί τους!

Για τον Στρίντμπεργκ η ζωή αποτελεί έναν συνεχή εφιάλτη ενοχών και αποτυχιών. Ο ίδιος ταλαιπωρήθηκε από οδυνηρή ιδιωτική ζωή, κυρίως στον έγγαμο βίο του. Σ’ αυτό το πεδίο άλλωστε μετέφερε τις περισσότερες φορές τα υπαρξιακά του άλγη. Ο Χορός του Θανάτου (Danse Macabre, Dance of Death, Danza Macabra, Totentanza) ανήκει στα αυθεντικότερα νατουραλιστικά του δράματα και είναι μια αλληγορία σχετικά με την καθολικότητα του θανάτου, που ενώνει τους πάντες, ανεξαρτήτως διακρίσεων. Η φιλοσοφία επικράτησε την τελευταία περίοδο του Μεσαίωνα, με ρίζες πιθανώς στην εξάπλωση της Μαύρης Πανώλης στην Ευρώπη και υπενθύμιζε πόσο εύθραυστη είναι η ζωή και πόσο μάταιες οι δόξες της.

Στον Στριντμπεργκικό Χορό του Θανάτου η παρουσία της μουσικής είναι έντονη· η ένωσή της με την έννοια του δράματος αποτελούσε άλλωστε μέγιστη ανησυχία του δραματουργού, που επιθυμούσε να μεταφέρει την ιδέα της «Μουσικής Δωματίου» στο Δράμα. Έτσι κινητήρια έμπνευση στο έργο έδωσε τόσο το Danse Macabre του Γάλλου συνθέτη και οργανίστα Camille Saint-Saëns [1874] που ενέπνευσε σειρά καλλιτεχνών όσο και το ομώνυμο ποίημα του Γάλλου συμβολιστή ποιητή Henri Cazalis που ενέπνευσε τον συνθέτη.

Το πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει, εκτός από χρονολόγιο του Στρίντμπεργκ: κείμενο του Ιωάννη Χρυσάφη [1873 – 1932], που υπήρξε ο μεταφραστής του έργου στις εκδ. Ελευθερουδάκη [1930], στοιχεία  για τον ίδιο, κείμενο της Άννας Στερεοπούλου για το έργο σε σχέση με τις άλλες τέχνες (και ιδίως τη μουσική), του Κνουτ Χάμσουν για τον Στρίντμπεργκ και αποσπάσματα παλαιότερων κριτικών.

Παίζουν: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Κατερίνα Μαραγκού, Νίκος Αλεξίου. / Μτφ. : Ιωάν. Ε. Χρυσάφης, σκηνοθ.: Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, σκην.: Απόστολος Βέττας, κοστ.: Γιάννης Μεντζικώφ, φωτ.: Νίκος Καβουκίδης, μουσ.: Άννα Στερεοπούλου. / Τε: 19.00, Πε: 19.00, Πα – Σα: 21.00, Κυ: 19.00. / Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15 –17 / 210-5220100

Η χαλκογραφία Death and the Maiden είναι του Edvard Munch [1894]

19
Δεκ
11

Μπρένταν Μπήαν – Ένας Όμηρος

Αμαξοστοιχία – Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ» – Θεατρικό Βαγόνι

Ένα κτίριο στο Δουβλίνο – δεν το βλέπουμε αλλά το φανταζόμαστε: γκρίζο, υγρό, μισοκατεστραμμένο. Εδώ πόρνες και τραβεστί δέχονται τους πελάτες τους, εδώ πρώην επαναστάτες του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού ζουν ανάμεσα σ’ ένα  ασπροπρόσωπο παρελθόν και σ’ ένα μέλλον που δεν ήρθε ποτέ. Ο άντρας που νοικιάζει τα δωμάτια είναι καθηλωμένος σε αμαξίδιο αλλά έχει ακόμα την επανάσταση στα λόγια του. Και το ’χει να υπερηφανεύεται για την στιγμή πως χτυπήθηκε τρία μίλια έξω απ’ το Μούλιγκαν. Η γυναίκα δίπλα του σαρκάζει τις αντιφάσεις των ιστοριών του και μετά πότε αγκαλιάζονται λάγνα, πότε ο ένας σπρώχνει βίαια τον άλλον μακριά.

Μεταξύ των ενοίκων του μικρόκοσμου της ανοχής βρίσκεται (κρύβεται;) ένας πρώην λογαχός του IRA, διατηρώντας ακόμα το στρατιωτικό του ανάστημα, την ανάλογη ορολογία κι ένα σταθερό (ή μισότρελο;) βλέμμα ίσια μπροστά, που κάποιες φορές μοιάζει να επικοινωνεί σ’ ένα εκτός πραγματικότητας επίπεδο με τον πρώην συμπολεμιστή του. Ο ιδιόρρυθμος κύκλος κλείνει με μια μαύρη τραβεστί που ερωτοτροπεί μ’ έναν φαινομενικά άβουλο πελάτη – ένοικο, μια συχνή επισκέπτρια, που σπαρταράει μεταξύ Καθολικής θρησκοληψίας  και ευάλωτης γυναικείας φύσης και την σιωπηλή καμαριέρα.

Μήπως αυτό το μέρος, εκτός από κατάλυμα απόκληρων είναι και κατάλυμα αποσυρμένων, καταρρακωμένων πρώην επαναστατών; Ή επαναστατών που ακόμα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη; Όλα μαζί και οπωσδήποτε και το τελευταίο, εφόσον εδώ θα φέρουν έναν Άγγλο στρατιώτη ως αιχμάλωτο, για να ζητήσουν την αναβολή της εκτέλεσης ενός «δικού τους», το επόμενο πρωί στις φυλακές του Μπέλφαστ. Η παρουσία του νεαρού Άγγλου αναταράσσει την λιμνάζουσα καθημερινότητα του σπιτιού. Η ομήγυρη τού δηλώνει υπεύθυνη για την ηθική του ακεραιότητα και του αναφέρει τις βιαιότητες των άγγλων από την αρχή της Ιστορίας. Εκείνος δηλώνει άγνοια για τα τωρινά και απόσταση για τα παλαιότερα (ο καθένας έκανε κάτι στους άλλους εκείνο τον καιρό). – Εγώ δεν έκανα τίποτα, επιμένει. Είναι πόλεμος, του απαντούν.

Η ερωτική έλξη με την νεαρή καμαριέρα είναι άμεση, σχεδόν ακαριαία. Ο κύκλος γύρω τους στενεύει, τους ακολουθεί σαν χορός τραγωδίας, αλλά συχνά οι όροι αντιστρέφονται. Ανάμεσα σε τόσες κατατρυπημένες υπερηφάνειες ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης; Τι συμβαίνει όταν και οι δυο πλευρές έχουν το ίδιο πρόσωπο και την ίδια διάθεση για ζωή; Κόβεται το δίκιο στη μέση; Τι είναι δυνατότερο, ο έρωτας ή η πολιτική; Ανάμεσα σε ανταγωνισμό πατριωτικών τραγουδιών και εμψυχωτικών εμβατηρίων, μεταξύ προπαγάνδας (τον συμπαθούν, τον βεβαιώνουν πως δεν θα τον σκοτώσουν, πως πρόκειται για πολεμικό ελιγμό) και μπλόφας (εκείνος είναι βέβαιος πως τον παραπλανούν κι αισθάνεται ήδη την τρύπα της σφαίρας στο κεφάλι του), ανάμεσα στις διαθλασμένες κουβέντες του ποτού, της συμφιλίωσης πάνω απ’ τα μπουκάλια και των άσεμνων χορών (σε μια απόλυτα μπρεχτική και φασμπιντερική σκηνή) μπορεί ν’ ανθίσει ένας έρωτας; Και ποιο είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να τον σταματήσει;

Ο Μπρένταν Μπίαν (1923 – 1964) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους Ιρλανδούς θεατρικούς συγγραφείς, με ιδιαίτερη θέση ανάμεσα σ’ εκείνους που στα έργα τους ακολουθούσαν τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα τους (Conor Mc Pherson, Brian Friel, Martin Mc Donagh), μιας χώρας το θέατρο της οποίας παραμένει χώρος έκθεσης των προβλημάτων της και εξωτερίκευσης του συσσωρευμένου της θυμού για όσα υπέστη. Ανθρωπος γεμάτος ένταση και ορμή, με ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία, με μια μόνιμα στραβομουτσουνιασμένη έκφραση κι ένα μπουκάλι στο χέρι (που άλλωστε τον πέθανε στην ηλικία των 41), συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού κατά των Βρετανών, με συνέπεια να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε φυλάκιση 9 ετών. Όπως είναι γνωστό οι Βρετανοί αποχώρησαν το 1922, ύστερα από 700 χρόνια, ξεχνώντας να παραδώσουν το [πλουσιότερο] 1/6 της χώρας στα βόρεια, με αποτέλεσμα τη συνέχιση του αγώνα των Ιρλανδών.

Το ένθερμο επαναστατικό του θέατρο συνδυάζεται εδώ ιδανικά με την αποστασιοποιημένη μπρεχτική θάμπωση, τον ρεαλιστικό λυρισμό, την καμπαρέ αισθητική, μια εξπρεσιονιστική σωματικότητα. Στη μικρή σκηνή δεν υπάρχει κέντρο και απόκεντρο – σε κάθε της σημείο μπορεί να κορυφώνονται τα μικροδράματα των χαρακτήρων. Το κείμενο ανθίζει και διανθίζεται με τα τραγούδια, που ερμηνεύονται από τους ηθοποιούς πολυφωνικά, a capella ή με τη συνοδεία οργάνων, τα οποία παίζουν οι ίδιοι επί σκηνής. Ένα τραγούδι μπορεί να ταιριάξει παντού, να συνεχίσει μετά την τελευταία λέξη μιας φράσης, να ξεκινήσει την πρώτη της επόμενης, να συνοψίσει την ιστορία ή να της δώσει μια νέα εικόνα.

Στην αρχική τους μορφή αυτά τα τραγούδια ήταν απλώς ποιήματα, μέχρι που τα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης το 1962 για την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα από το Κυκλικό Θέατρο της Αθήνας σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και μετάφραση, όπως και τώρα, Βασίλη Ρώτα και Βούλας Δαμιανάκου. Το μουσικό θέμα για το «Γελαστό παιδί» (που αναφέρεται στον Μάικλ Κόλλινς – The Laughing Boy) χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Ζ του Κώστα Γαβρά και βέβαια όλα τα τραγούδια αποτελούν σημαντικό κομμάτι της μουσικής του συνθέτη, ο οποίος για την φετινή παράσταση συνέθεσε δύο νέα τραγούδια (Έχω μια αγάπη και Όταν ο Σωκράτης στην παλιά Ελλάδα), τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο πρωτότυπο κείμενο αλλά δεν είχαν έως τώρα μελοποιηθεί.

To πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει κείμενο για το Ιρλανδικό Ζήτημα (Αντι-αποικιακός αγώνας σε ευρωπαϊκό έδαφος), χρονολόγιο των κυριότερων ιστορικών γεγονότων του ιρλανδικού 20ού αιώνα, και δισέλιδες λημματοποιημένες εισαγωγές στην Ιρλανδία εν γένει και τον Ιρλανδικό Πολιτισμό (Θέατρο, Λογοτεχνία, κλπ.).

Μτφ. Βασίλης Ρώτας – Βούλα Δαμιανάκου, σκηνοθ.: Τατιάνα Λύγαρη, σκην. – κοστ.: Ντόρα Λελούδα – Δανάη Κουρέτα, μουσ.: Μουσική Μίκης Θεοδωράκης, ενορχ. – διασκευή: Γιάννης Σαμπροβαλάκης, χορογρ.: Ζωή Χατζηαντωνίου, φωτ.: Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, βοηθ. σκηνοθ.: Αλκυώνη Βαλσάρη. / Παίζουν (αλφαβ.): Μιχάλης Αφολαγιάν, Εβελίνα Αραπίδη, Θανάσης Βλαβιανός, Δάφνη Καφετζή, Παναγιώτης Κλίνης, Κωνσταντίνος Κωτσαδάμ, Βασίλης Πουλάκος, Κωστής Τζανοκωστάκης, Έλενα Χατζηαυξέντη και ο μουσικός Απόστολος Θεοδοσίου. / Τε – Σα: 21.00, Κυ: 19.00. Κάθε Πέμπτη στις 20.00: πρόγραμμα Intro: γνωριμία με την Ιρλανδία και τον έργο από τη θεατρολόγο – ηθοποιό Σοφία Γαλανάκη σε μια ημίωρη διαδραστική «ξενάγηση» [ελεύθ. είσ.] / Σιδηροδρομικός Σταθμός Ρουφ, Λεωφ. Κωνσταντινουπόλεως, Προαστιακός Ρουφ / 210 52.98.922 / www.totrenostorouf.gr

[Brendan Behan, The Hostage, 1958]

ΥΓ. Στο πρώτο σιδηροδρομικό κάθισμα ακριβώς απέναντί μου (η σκηνή βρίσκεται στη μέση του βαγονιού, με τα καθίσματα εκατέρωθέν της) διέκρινα την Βούλα Δαμιανάκου. Οι εκφράσεις του προσώπου της, από το χαμόγελο ως την συγκίνηση και τον συλλογισμό, αποτελούσαν από μόνες τους κομμάτι της παράστασης και της αλήθειας της.

17
Δεκ
11

Μάρτιν Μακντόνα – Μοναξιά στην άγρια δύση

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη – Κεντρική Σκηνή

Στον τοίχο το λάβαρο της Bohemian F.C. Dubliners, στα ηχεία νεορόκ μπαλάντες για την κατάθλιψη, ψηλά στη γωνία ένας φωτισμένος σταυρός, στο ακατάστατο «καθιστικό» δυο πολυθρόνες. Βρισκόμαστε στο πατρικό σπίτι δύο Ιρλανδών αδελφών, του Κόλμαν και του Βαλέν. Μόλις έχουν γυρίσει από την κηδεία του πατέρα τους που σκοτώθηκε σε ατύχημα κι από τις πρώτες τους κουβέντες αντιλαμβανόμαστε τις μονομανίες τους: ο Κόλμαν πηγαίνει στις κηδείες για να τρώει, ο Βαλέν έχει έμμονη ιδέα με θρησκευτικά αγαλματάκια που αγοράζει σωρηδόν. Αλλά η μεγαλύτερή τους μανία είναι κοινή: βρίσκονται σε μόνιμο μάλωμα, σε διαρκή κόντρα. Τσακώνονται για το ουίσκυ, τα πατατάκια, την καινούργια κουζίνα και τα περιοδικά του Βαλέν. Σ’ αυτά συναντιούνται κάθε φορά για να αλληλοσπαραχθούν: για τον Βαλέν είναι η επίδειξη της ανωτερότητάς του, άρα για τον Κόλμαν η ευκαιρία να τον ταράξει. Εκεί άλλωστε επενδύουν τα κενά τους: ο παρασιτικός Κόλμαν διασκεδάζει με την «παράτυπη» οικειοποίησή τους, ο κτητικός Βαλέν επισφραγίζει την ιδιοκτησία του με μαρκαδόρο.

Ο συχνός επισκέπτης τους ιερέας Γουέλς προσπαθεί κάθε φορά να τους συμφιλιώσει, να τους υποδείξει μια λιγότερο μίζερη καθημερινότητα. Αλλά βουτηγμένος ως το κεφάλι στο αλκοόλ, πνίγεται στην ίδια του την αδυναμία να βοηθήσει, ένας παραπαίων επισκέπτης χωρίς καμιά πειθώ, κανένα αποτέλεσμα. Κάθε φορά μαλώνετε, είναι το μοναδικό κοινό σημείο που έχετε μεταξύ σας. Αν δεν μπορείτε να τα βρείτε ως αδέλφια πώς μπορεί να υπάρξει ειρήνη στον κόσμο; Καταντάει έτσι μια πρόσθετη καρικατούρα στο σαρκοβόρο σπίτι και υπομένει σιωπηλά τους σαρκασμούς που του αναλογούν. Το ίδιο και οι προσπάθειες της νεαρής Γκερλήν (πόζες, κυκλοθυμία, επιθέσεις αγάπης) μένουν ακαρποφόρητες: ούτε εκείνη γνωρίζει τον τρόπο.

Εδώ μαθαίνει κανείς να πίνει ή το έχετε μερικοί μέσα σας;  

Έξω από το σπίτι τα πράγματα δεν είναι καλύτερα: δολοφονίες (κάποιος σκότωσε με τσεκούρι την γυναίκα του, κάποιος έλιωσε με τη μασιά τα μυαλά της μάνας του), αυτοκτονίες. Ωραία ενορία έχεις φτιάξει παπά ειρωνεύονται τον εκπρόσωπο του Θεού. Ο Θεός δεν έχει καμιά αρμοδιότητα σ’ αυτή την πόλη, απαντά εκείνος.  Κάθε τόσο αναγκάζεται να φύγει για να συνδράμει την οικογένεια ενός ακόμη αυτόχειρα προτού επιστρέψει συντετριμμένος: Ο πατέρας του μ’ έσυρε μεθυσμένο από το μπαρ για να πω μια προσευχή. Είμαι ένας απαράδεκτος ιερέας σε μια απαράδεκτη ενορία. Σ’ αυτή την άσχημη γη, οι ζώντες κακοτυχίζουν τους αυτόχειρες για την κόλαση που τους περιμένει, αυτούς και τους επόμενους.

Παραδόξως τα δυο αδέλφια συμμαχούν ταχύτατα όταν πρόκειται να κοροϊδέψουν ή να ειρωνευτούν τον ιερέα ή όταν είναι να καταφερθούν εναντίον των οπαδών της αντίπαλης ομάδας. Κοίτα που σ’ αυτό συμφωνούμε… Αλλά σ’ αυτό τον απελπισμένο ένα μονόδρομο πρωτοφανούς αντιπαλότητας οι ακρότητες δεν είναι μακριά: τα αγαλματάκια θα ψηθούν στο φούρνο κι οι δυο ομόαιμοι θα πιαστούν πολλές φορές στα χέρια. Κάποιος από τους δυο έχει σκοτώσει τον πατέρα τους, κάποιος από τους δυο αγόρασε τη σιωπή του – ένα μυστικό κοινό σε όλους, εκτός από τον ιερέα, που συντρίβεται ακόμα μια φορά.

Δεν σας επηρέασαν καθόλου τα λόγια μου, ήταν το στοίχημα της ζωής μου, τους γράφει ο ιερέας, στο δικό του πλέον γράμμα αυτοχειρίας. Οι αδελφοί σαστίζουν, η κρυφά ερωτευμένη Γκερλήν σπαράζει. Τώρα τους περιμένει ένα τελευταίο στοίχημα: αν μάθουν να ζητούν συγνώμη, η ψυχή του θα ζει ελαφρωμένη στον παράδεισο. Αν όχι, θα υποφέρει στην κόλαση για την οποία τόσο καιρό συζητούσαν. Κι έτσι αρχίζει ένα ιδιόμορφο παιχνίδι αποκαλύψεων κατά το οποίο ο καθένας τους εναλλάξ αρχίζει να παραδέχεται οτιδήποτε έκανε στον άλλον και το οποίο κορυφώνεται σε συνταρακτικές αποκαλύψεις για σκληρές πράξεις, που αποδεικνύεται πως άλλαξαν δραματικά τη ζωή τους. Η αρχική κάθαρση (Είχε δίκιο ο ιερέας ωραίο πράγμα να ζητάς συγνώμη) κλιμακώνεται σε νέες, τραγικές εντάσεις. Ο αγώνας της συγνώμης ξαναγίνεται αιματηρός. Είναι φανερό: τα αδέλφια δεν μπορούν να κατακτήσουν μια κανονική σχέση, όμως η κληρονομιά του ιερέα τους άφησε κάτι: ίσως την συνειδητοποίηση πως ακόμα κι ο αλληλοσπαραγμός τους είναι μια επικοινωνία αγάπης. Το ψέλλισε άλλωστε κάποια στιγμή ο Κόλμαν:  Δεν θα το ’κανα γιατί θα ’μουν μόνος μου, θα βαριόμουνα, θα μου ’λειπες.

Ποια είναι η βασικότερη αρετή του έργου; Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα θρυμματίζεται κάθε φορά από ένα αστείο που σπάει κόκαλα, μια ατάκα όπου αδυνατείς να συγκρατήσεις το γέλιο σου· σα να αναρωτιούνται οι ίδιοι οι αυτουργοί (κι εμείς οι θεατές μαζί τους) αν το τραγικό μπορεί να σπάσει τόσο εύκολα με το γελοίο και το αστείο ή αν τα περικλείει εξαρχής μέσα του. Η φιγούρα του ιερέα θυμίζει πολλές μορφές κινηματογραφικές και λογοτεχνικές μορφές (θυμήθηκα τον ανήμπορο ιερέα του εξαιρετικού βιβλίου του Andrew O’ Hagan Να είσαι κοντά μου), ο Κόλμαν μπορεί γίνεται αντιπαθής μέχρι να συναντηθείς με το σαν μικρού παιδιού βλέμμα του, το σπαστικό τραύλισμα του Βαλμέν μάς θυμίζει τα δικά μας ψυχοσυναισθηματικά τραυλίσματα, η Γκερλήν εκπροσωπεί έναν ολόκληρο κόσμο.

Ο ιρλανδικής καταγωγής Μάρτιν Μακντόνα (γενν. 1970) εκτός από θεατρικός συγγραφέας είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Αν και μόνιμος κάτοικος Λονδίνου θεωρείται από τους πιο ταλαντούχους Ιρλανδούς θεατρικούς συγγραφείς. Από πατέρα οικοδόμο και μητέρα παραδουλεύτρα, εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκαέξι του για να ασχοληθεί με την συγγραφή. Έστελνε αλλεπάλληλα σενάρια στο BBC που απορρίπτονταν το ένα μετά το άλλο αλλά τελικά έφτασε ως το σημείο να είναι ο μοναδικός συγγραφέας μετά τον Σαίξπηρ που είδε τέσσερα έργα του να παίζονται ταυτόχρονα σε κεντρικά θέατρα του Λονδίνου. Από ταινίες: Six Shooters (μικρού μήκους, βραβ. με Όσκαρ) και Αποστολή στη Μπρυζ. Η Μοναξιά στην Άγρια Δύση αποτελεί το τρίτο μέρος της Leenane Trilogy [The Beauty Queen of Leenane/1996, A Skull in Connemara/1997] και προφανώς στέκεται αύταρκες και αυτόνομο.

Ακόμα κι όταν νοιώθεις λύπη ή μοναξιά είσαι καλύτερα από εκείνους που είναι πεθαμένοι, έχεις ακόμα λίγες πιθανότητες ευτυχίας, είσαι ακόμα εδώ. Κι αυτό είναι σαν να το ξέρουν οι νεκροί και να σου εύχονται καλή τύχη.

Παίζουν: Τίτος Λίτινας, Γιώργος Πολυχρονόπουλος, Πέτρος Γούτης, Μελίνα Χιλέλη. Μτφ.: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, βοηθ. σκηνοθ.: Αντωνία Διονυσίου, σκην. – κοστ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, φωτ.: Lato B. / Σπ. Τρικούπη 34 & Κουντουριώτου, Εξάρχεια, τηλ. 210-8253489/Δε-Τρ.: 21.15/120΄ [Για το ειδικό πρόγραμμα κατά τις ημέρες εορτών επικοινωνήστε με το θέατρο].

[Martin McDonagh, The lonesome west, 1997]

Δημοσίευση και εδώ.

12
Δεκ
11

Charles Ludlam – Η Κατάρα της Ίρμα Βεπ

Θέατρο Ροές

Είσαι η ζωντανή διακωμώδηση των ιδανικών σου. Ειδάλλως, τα ιδανικά σου είναι πολύ χαμηλά.  / Η κατάπτωση (bathos, το αντίθετο του pathos [κορύφωση]) είναι ό,τι προτίθεται να είναι λυπηρό, αλλά λόγω υπερβολικής έκφρασης γίνεται κωμικό. Η κορύφωση (pathos) είναι ό,τι προτίθεται να είναι κωμικό, αλλά λόγω υπερβολικής έκφρασης γίνεται λυπηρό Μερικά πράγματα μπορεί να μοιάζουν αντίθετα, είναι όμως διαφορετικές εντάσεις του ίδιου πράγματος (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, αρ. 1 και 5).

Στη σκηνή μπροστά μας ένα σαλόνι με γκριζοασπρόμαυρους χρωματισμούς, μια τεράστια ως το πανύψηλο ταβάνι βιβλιοθήκη, αινιγματικές πολυθρόνες, μια ευτραφής κυρία στο κάδρο, ένα βάζο με φλόγα, τρεις μυστηριώδεις πόρτες, ο ήχος της βροχής και η αντανάκλαση του κεραυνού. Αυτό που θα συμβεί εδώ σε λίγη ώρα είναι αδιανόητο, είναι π.π.π. – πέραν πάσης περιγραφής. Αλλά πρέπει να πάμε πέρα από αυτό το πέραν και να προσπαθήσουμε να το περιγράψουμε.

Μιλάμε για μια ευφυέστατη, απολαυστική σάτιρα σωρείας θεατρικών και κινηματογραφικών ειδών και στιλ – από την ελισαβετιανή δραματουργία και το βικτωριανό μελόδραμα ως το γκροτέσκο κι από την παρωδία και την λογοτεχνία του φανταστικού και του τρόμου ως τον χιτσκοκικό κινηματογράφο. Εδώ ο Δράκουλας ξαναζεί, ο Φρανκεστάιν βρίσκει ένα ζεστό σπιτικό, κι οι λύκοι αισθάνονται ασφαλείς. Εδώ ο Μπάστερ Κήτον σκάει ένα χαμόγελο κι οι Αδελφοί Μαρξ ετοιμάζονται να ξαναβγούν στη σκηνή. Εδώ τα κόμικς ζουν την τιμητική τους, το γκόθικ είναι στο στοιχείο του και στοιχειώνει κάθε αστοιχείωτο. Εδώ ο Πόε κυκλοφορεί σαν την άδικη…κατάρα (αν και δεν πρέπει να λέγονται ειδικά τώρα τέτοιες λέξεις) και ανάμεσα στους ανατριχιαστικούς θορύβους (μέχρι και το κοκκινωπό φυτό στριγκλίζει όταν του ρίξεις κρυφά το άθλιο κρασί που σου σέρβιραν) ακούγεται κι εκείνος του μολυβιού του Χίτσκοκ. Εδώ το Αλλόκοτο παίρνει σάρκα και οστά κι επίσης μερικές περούκες.

Το έργο είναι γραμμένο για δυο ηθοποιούς και …οκτώ χαρακτήρες, τους οποίους καλούνται να εναλλάσσουν με φρενήρεις ρυθμούς. Αντιλαμβάνεστε ότι μιλάμε για την έσχατη δοκιμασία ενός ηθοποιού, που δεν οφείλει απλώς να ταλαντώνεται από το ένα φύλο στο άλλο και την μία περσόνα στην άλλη (και μάλιστα σε χαρακτήρες τουλάχιστον ιδιόρρυθμους και «ψυχικά ιδιαίτερους») αλλά και να το κάνει σε κλάσματα δευτερολέπτου, καθώς τρυπώνει στην μία πόρτα ως ένας και βγαίνει από την άλλη ως άλλος. Ακριβώς: Μόνο γιορτές δεν θα ’χουμε απόψε!

Τι συμβαίνει λοιπόν; Βρισκόμαστε στην απομονωμένη οικία Μάντακρεστ όπου ζει συντετριμμένος από τον θάνατο της γυναίκας του Λαίδη Ίρμα o Έντγκαρ, αποφεύγοντας την δεύτερή του σύζυγο Λαίδη Άλμπα (ήδη φανερό στην εξαιρετική σκηνή με τον ταχύτατο ψεύτικο συν-οργασμό τους πάνω απ’ τα ρούχα). Η παρουσία της νεκρής Λαίδης είναι καταπιεστική, δεν τολμούν ούτε να φιληθούν μπροστά στο κάδρο της, όπου μια φλογίτσα καίει αιώνια. Οικιακοί στυλοβάτες η οικονόμος Τζέιν Τουίσντεν (διαβάζει Καζαμία, Σταυροφορίες, Αναρίθμητα Εγχειρίδια για Κυρίες!), εφιαλτική παρουσία που εντοπίζει με κακία και με μόνιμα μισόκλειστο μάτι κάθε διαφορά ανάμεσα στις δυο Κυρίες, Ως εδώ βρισκόμαστε μέχρι τον λαιμό στην νουβέλα Ρεβέκκα της Δάφνης ντι Μωριέ, με τις περιπέτειες της δεύτερης γυναίκας του κυρίου Maxim de Winter, που ζει κάτω από τη σκιά της πρώτης κυρίας de Winter, Rebecca, που πέθανε με μυστηριώδη τρόπο. Η πρώτη τετράδα συμπληρώνεται με τον υπηρέτη Ίγκορ Άντεργουντ με το ένα ξύλινο πόδι (το αληθινό του αναπαύεται κάπου έξω, σε στομάχι λύκου). Η δεύτερη πρέπει να μείνει ακατονόμαστη.

Περί φάρσας πρόκειται, όχι περί κατηχητικού. Να επιδεικνύετε ηδονιστικό υπολογισμό. Να τεστάρετε μια επικίνδυνη ιδέα, ένα θέμα που απειλεί να σας καταστρέψει ολόκληρο το σύστημα αξιών. Να φέρεστε στο υλικό με τρελά φαρσικό τρόπο, χωρίς όμως να χάνετε τη σοβαρότητα του θέματος Να δείχνετε πως το παράδοξο καταλαμβάνουν το μυαλό. Να αυτοτρομάζεστε (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, Οδηγίες χρήσεως).

Άνθρωποι χαμαιλέοντες με ψυχισμούς ποταπούς παίζονται και περιπαίζονται από υποκριτές πολυπρισματικούς που μιλούν με χίλιους τρόπους, στόμφους, χειρονομίες, υπερβολές και αναστεναγμούς σε εξαιρετικά υποκριτικά σόλο. Όταν κάποια στιγμή η Οικία χαρακτηρίζεται ως παράδεισος για μισάνθρωπους και καταφύγιο από τις κακές γλώσσες καταλαβαίνουμε πως αυτός είναι ο παράδεισος για τις δικές τους κακές γλώσσες και το καταφύγιο για τους ιδανικούς μισανθρώπους που είναι οι ίδιοι. Ακόμα και τα πιο παράλογα πλοκάμια της πλοκής έχουν την δική τους λογική και τις δικές τους συναρπαστικές σκηνές (όπως η ξαφνική χαμηλόφωνη ερμηνεία ή τα σχόλια που υπονομεύουν τους ίδιους τους ρόλους ή οι κραυγαλέοι αιγυπτιακοί χοροί στα έγκατα της ανασκαφής) και τα δικά τους αμέτρητα λογοπαίγινια. Όλες οι αναφορές απορροφώνται στη χοάνη του εφιαλτικού σαλονιού, μασκαρεμένες βέβαια με cross dressing (θεατρικό – και όχι μόνο – στοιχείο που συνάρπαζε τον Λάντλαμ, γι’ αυτό και έθετε ως όρο για τα δικαιώματα του έργου να παίζεται μόνο από άντρες).

Όπως τόσοι και τόσοι ισχυρίζονται ότι πιστεύουν στο Θεό, και τον ακυρώνουν με κάθε τους πράξη, έτσι και οι άλλοι που λένε πως δεν πιστεύουν, με την κάθε τους πράξη στηρίζουν την πίστη (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, αρ. 3).

Στο τέλος και μετά από μια ακόμα αβυσσαλέα ανατροπή – την καλύτερη όλων – το ζεύγος αναγαλλιάζει αγκαλιαζόμενο σε αργή κίνηση, μπροστά στη νέα του ζωή: Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας – αλλά την έβδομη μέρα θα αναπαυτούμε. Ιδού ο Άνθρωπος που ως Θεός δημιουργεί την Ζωή του, επηρεάζει άλλες Ζωές και γράφει για Όλες μαζί. Τελειώσαμε; Όχι! Στον αποχαιρετισμό προς το κοινό επιτέλους ανοίγει το πίσω μέρος της σκηνής και βλέπουμε τι συνέβαινε και πώς δυο αφανείς σκηνίτες έκαναν τις πενήντα εφτά αστραπιαίες αλλαγές κοστουμιών των 8 χαρακτήρων. Και μετά το χαμόγελό μας ελαφρώς παγώνει καθώς οι Δύο πλησιάζουν στα καθίσματά μας για να μας διαολοστείλουν – πάντα με το ευπρεπές χαμόγελο της εποχής τους.

Ο Charles Ludlam (1943 – 1987) ωθήθηκε στην σκηνοθεσία όταν διέκρινε ο ίδιος και οι καθηγητές του πόσο υπερβολικός είναι ως ηθοποιός! Επηρεασμένος από τις παραστάσεις του Living Theater Ίδρυσε το ανεπανάληπτο Ridiculous Theatre Company για να στεγάσει το δικό του όραμα Αμερικανικής θεατρικής κωμωδίας, ως σύνθεσης «πνεύματος, παρωδίας, φάρσας, μελοδράματος και σάτιρας». Το πρώτο του έργο Big Hotel ήταν επηρεασμένο από το κόμικς και τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, ήδη από το 1966! Το έργο ανέβηκε την χρονιά που γράφτηκε (1984) στο off – off-Broadway (σε μικρότερες του off-Broadway σκηνές) στο Greenwich Village/NYC με τον ίδιο τον συγγραφέα στον ρόλο της/των Λαίδης και έκτοτε παίχτηκε αμέτρητες φορές με τη μέγιστη επιτυχία. Πέθανε από AIDS αφήνοντας 29 έργα και τη συχνή φράση «κανενός δεν του έχουν υποσχεθεί το αύριο».

Παίζουν: Γεράσιμος Γεννατάς, Αντώνης Λουδάρος. Μτφ. Λάκης Λαζόπουλος,  Άκης Σακελλαρίου, Κων/νος Αρβανιτάκης, Μαριλένα  Παναγιωτοπούλου, σκηνοθ.: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, βοηθ. σκηνοθ.: Γιώργος Τσάμης, κοστ.: Clare Bracewell, μακιγ.: Άγγελος Μέντης, περούκες: Χρόνης Τζίμας, σκην.: Λίλη Πεζανού, μουσ. επιμ.: Κώστας Σουρβάνος, παραγ.: Άκης Σακελλαρίου. / Πα – Κυ: 21.00 / Ιάκχου 16, Γκάζι, 210 3474312 / 120΄ / [The Mystery of Irma Vep, 1984]

Στις τελευταίες δυο φωτογραφίες: ο συγγραφέας και το πορτρέτο του ως Λαίδης Άλμπα από την Suki Weston.  Δημοσίευση και εδώ.

10
Δεκ
11

Νόελ Κάουαρντ – Ιδιωτικές ζωές

Θεατρικός Οργανισμός S.Τ.Ε.P., Θέατρο Άλμα, Β΄ Σκηνή

Στο Κολοσσαίο του Έρωτα

Όπως όλοι, κάποια στιγμή ας ζήσουμε την επιπολαιότητά μας και ας οικτίρουμε τους φτωχούς φιλοσόφους, ας σαλπίσουν οι τρομπέτες κι ας κροταλίσουν οι ροκάνες, ας χαρούμε τη γιορτή όσο κρατάει, σαν μικρά σκανταλιάρικα σχολιαρόπαιδα, ας φυλάξουμε τη γλύκα της στιγμής. Ας φιληθούμε, αγάπη μου, πριν σαπίσει το σώμα σου και σκουλήκια αρχίσουν να πετάγονται απ’ τις κόγχες των ματιών σου.

Αν συμφωνήσουμε πως ο Κάουαρντ είναι ένας απολαυστικά αιχμηρός θεατρογράφος, τότε οι Ιδιωτικές Ζωές του αποτελούν ένα αληθινό αντιπροσώπευμα της πένας του. Και μια πένα τόσο γλυκοδηλητηριώδης, δεν θα μπορούσε να μην έχει διαλέξει ως αγαπημένο της θέμα το ίδιο το γλυκό δηλητήριο ή το δηλητηριώδες γλυκό του έρωτα. Τον οποίο συνεχίζουμε να αναζητούμε για να καταβροχθίσουμε και να μας καταβροχθίσει – εν γνώσει μας. Περί αλληλοκαταβρόχθισης λοιπόν ο λόγος, αλλά όχι δραματικής ή μελοδραματικής· το αντίθετο: αν μιλάμε για ερωτικό κανιβαλισμό, τότε ας φανεί και η γελοία, η κωμική, ακόμα και η ξεκαρδιστική του πλευρά.

Πιάνεις λίγο το κλειδί, να βγάλω την αλυσίδα με την μπάλα απ’ το πόδι μου, να σου φέρω το πλεκτό που φτιάχνω για σένα και το λαμπαντέρ στο κεφάλι;

Η ιδέα βέβαια βασίζεται σ’ έναν γνώριμο διαχρονικό πυρήνα: ένα πρώην θυελλωδώς ερωτευμένο και νυμφευμένο ζευγάρι (Έλιοτ και Αμάντα) συναντιέται απροσδόκητα στο ίδιο ξενοδοχείο, όπου έχουν πάει για τον μήνα του μέλιτος με τους νέους πλέον συντρόφους τους (Σίμπιλ και Βίκτορ αντίστοιχα). Προτού αντιληφθούν την διαβολική συνύπαρξη, αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και απέχθειας ο καθένας από τον πρώην εραστή του, ενώ μόλις την αντιληφθούν καταλαμβάνονται από ένταση και επιθυμία φυγής. Όταν όμως, τσακωμένοι με τους νυν συζύγους, βρεθούν δίπλα δίπλα στο μπαλκόνι, τους περιμένει η αντίστροφη [ανα]μέτρηση. Κι ήδη από τη στιγμή που η Αμάντα μπουσουλάει προσεκτικά στα τέσσερα για να περάσει το κράσπεδο προς το πλευρά του Έλιοτ, είναι διάχυτο στην ατμόσφαιρα πως μια άλλου είδους ριψοκίνδυνη ακροβασία έχει ξεκινήσει.

Όλη αυτή η ιστορία μοιάζει με φτηνό αστείο. Γιατί η ευτυχία δεν διαρκεί. Πόσο θα κρατήσει η αδυσώπητη αγάπη μας;

Το πρώην ζεύγος αντιλαμβάνεται την άλλοτε αόρατη και τώρα εκκωφαντικά ορατή ροπή που στέλνει τον έναν κατευθείαν στην αγκάλη του άλλου. Έχουν λυτές τις ρόμπες τους, έτοιμοι για περιπτύξεις, λυτές και τις ζώνες τους, πανέτοιμοι για καυγά. Έχουν άλυτα ζητήματα και μισοτελειωμένες ζήλειες, τη μία είναι έτοιμοι να ξαναζήσουν δεύτερο έρωτα, την άλλη βασανίζονται από το άπιστο παρελθόν.

Ήμουν το νίτρο κι ήταν η γλυκερίνη στον δοκιμαστικό σωλήνα του γάμου μας…

λένε για τις προηγούμενες ιστορίες τους, ενώ στην ουσία ξέρουν πως η φράση είναι κομμένη και ραμμένη για τους ίδιους. Καθώς η κάθε κουβέντα είναι έτοιμη να αρπάξει φωτιά και να τους κάψει, συνάπτουν την ιερή συμφωνία κάθε φορά που είναι έτοιμοι να κατασπαραχθούν να ψελλίζουν μια μαγική λέξη, μια συνθηματική φράση (Όλιβερ Τουίστ, αργότερα σκέτο Τουίστ!), συμφωνία που επιτρέπει πλέον ελεύθερα στον καθένα να ταράζει ο ένας τον άλλον και να κατόπιν να σβήνει μονομερώς τη φωτιά! Φυσικά θα βγουν στην δική τους παρανομία: δραπετεύουν μαζί. Αλλά στον κόσμο των ιδιωτικών ζωών τίποτα δεν είναι παράνομο ή ανήθικο. Ο καθένας ορίζει την ιδιωτική του ζωή όπως θέλει, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν.

Ας μείνουμε μαζί κι ας μην ξαναμιλήσουμε ποτέ για μας.

Η επόμενη (και απολαυστικότερη) πράξη τους βρίσκει σε παρισινό καταφύγιο (με διακριτική παρουσία της πόλης μέσα από την μουσική, την περιγραφή της θέας κ.ά.): από τη μια ευδαιμονία, από την άλλη η αγωνία για τη στιγμή που θα αναλάβουν τις ευθύνες τους ενώπιον των παρατημένων τους συζύγων – και στη γωνία έτοιμες οι άγριες φιλονικίες τους ξανά. Ο καθένας είναι πανέτοιμος να πληγώσει τον εγωισμό του άλλου. Πότε ερωτική κλινοπάλη, πότε αλληλοσπαραγμός, πάντα στα όρια. Σε μια απολαυστική σκηνή εκείνος γρατζουνάει βίαια τον δίσκο που συνοδεύει τον οργιαστικό της χορό. Και σε μια άλλη αλληλοδέρνονται και αλληλοφτύνονται σε μια σχεδόν τραγικογελοία απαθανάτιση του ίδιου του έρωτα. Σε μια τέτοια στιγμή εισέρχονται έκπληκτοι οι σύζυγοι…

Άρα τα αρνητικά συναισθήματα βγαίνουν στην επιφάνεια επειδή ήμασταν ερωτευμένοι! Στο διάολο ο έρωτας!

Οι «Ιδιωτικές ζωές» καθιέρωσαν τον Κάουαρντ, ως έναν «απολαυστικά τολμηρό» θεατρικό συγγραφέα, που πάντα γέμιζε τις θεατρικές πλατείες ενώ το έργο θεωρήθηκε από τα πλέον «καλότυχα», εφόσον πάντα έφερνε την επιτυχία. Στο πρώτο ανέβασμα του έργου τον ρόλο του Έλιοτ τον είχε αναλάβει ο ίδιος! Ο περίφημος φλεγματικός Άγγλος δεν χαρίζει κάστανα σε τρόπους και ευγένειες, γδύνει τις συντηρητικές υποκρισίες και φωνάζει μέσα από τις κρεβατοκάμαρες και τα καθιστικά πως εδώ θα γελοιποιηθούν και θα υμνηθούν όλα. Αλλά πάντα, πάντα πίσω από την πόζα του υπάρχει ωραία πρόζα κι ο καθένας από τους τέσσερις ρόλους έχει την δική του γοητεία (με προεξάρχοντες βέβαια εκείνους της Αμάντα και του Έλιοτ αλλά και με υπογειότατες φορτίσεις των άλλων δυο) και παίζεται ως του αξίζει. Άλλωστε αυτοί ο κακομαθημένοι εγωιστές και ευέξαπτοι εραστές δεν είναι χειρότεροι από εμάς. Έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι άνθρωποι είναι απολύτως φυσιολογικοί στις προσωπικές, ιδιωτικές ζωές τους, όλα είναι θέμα συγκυριών. Είμαστε ανίσχυροι μπροστά στις επιθυμίες του σύμπαντος. Μια σπίθα τη σωστή στιγμή, ή τη λάθος αν αυτό προτιμάς, μπορεί να πυροδοτήσει την έκρηξη και τότε, είμαστε όλοι ικανοί για όλα…

Η τρίτη και τελευταία πράξη είναι αφιερωμένη σε ένα πανδαιμόνιο ερωτικών αψιμαχιών αλλά και συμμαχιών. Αντί οι νυν απατημένοι να ζητήσουν το λόγο από τους άπιστους, φτάνουν στο σημείο να υπερασπίζεται ο καθένας τον δικό του! Ούτως ή άλλως στο Κολοσσαίο – όπως χαρακτηρίζεται κάποια στιγμή – του Έρωτα, όλα επιτρέπονται. Στο τέλος φτάνουν να τσακώνονται οι ίδιοι, καθώς οι ξαναφιλιωμένοι εραστές φιλιούνται στο φόντο. Αλλά στο τέλος φαίνεται πως κι αυτοί καταλήγουν να κάνουν τα ίδια – και χειρότερα, δηλαδή και καλύτερα!

Κάποια πράγματα που μας φαίνονται βουνό, όταν είμαστε ευτυχισμένοι δεν μας προβληματίζουν καθόλου τελικά.

Παίζουν: Θάλεια Ματίκα, Τάσος Ιορδανίδης, Ορέστης Τζιόβας, Νικολέττα Κοτσαηλίδου. Μτφ.: Πέτρος Φιλιππίδης, Χρήστος Σιμαρδάνης, σκηνοθ.: Πέτρος Φιλιππίδης, σκην.: Γιώργος Γαβαλάς, ενδυμ.: Ιωάννα Τιμοθεάδου, κοστ.: Βασίλης Ζούλιας, χορογρ.: Ελπίδα Νίνου – Φιλιππίδη, φωτ.: Μπάμπης Αρώνης, μουσ. επιμ.: Ιάκωβος Δρόσος, σκηνοθ. trailer : Αλέξανδρος Ζαρμπής. / Τε: 19:30, Πε-Σα: 21:15, Κυ: 19:30 / Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17 / 210-5220100 / 95΄/[Noel Coward – Private lives, 1930]

Σημ.: Το αρχικό παράθεμα προέρχεται από το κείμενο του έργου, όπως δημοσιεύεται στο θεατρικό πρόγραμμα της παράστασης, εκδ. Εξάντας, σ. 79. Στην τρίτη φωτογραφία ο Noel Coward ως Elyot με την Gertrud Lawrence στην παράσταση του 1931.

04
Δεκ
11

Πτούσκινα Ναντιέζντα Μιχάιλοβνα – Abnormal

«Δημιουργοί» – Θέατρο Δημήτρη Ποταμίτη

Φιλική συμμετοχή

Καθώς περιμένουμε στο φουαγιέ του θεάτρου, ένας βιαστικός άντρας εισέρχεται ορμητικά και παραγγέλνει μεγαλόφωνα στο μπαρ έναν καφέ. Είναι ώρα αιχμής και προφανώς δικαιολογείται η τυχαία τριβή με μια μεγαλύτερή του γυναίκα. Αλλά όχι: η γυναίκα φαίνεται πως έχει προμελετήσει το θορυβώδες τους συναπάντημα και δεν έχει καθόλου χρόνο για χάσιμο. Μετά τις πρώτες φράσεις του ζητάει να κοιμηθούν μαζί, μια και μόνη φορά, αυτό το βράδυ. Ο κομψός και «πολιτισμένος» άντρας προσπαθεί με ευγένεια να της εξηγήσει τον παραλογισμό. Εκείνη επιμένει, αυτό που ζητάει είναι αδύνατο να αναβληθεί. Σήμερα θα τελειώσει η όποια σεξουαλική της ζωή και παρακαλεί για μια φιλική συμμετοχή. Τα έχει κανονίσει όλα: πρέπει να συλλάβει έναν γιο, όχι κόρη, γιατί «εδώ οι γυναίκες δεν περνάνε και τόσο καλά» – το εδώ είναι η μετακομμουνιστική Ρωσία. Και αποφασίσατε να αποχαιρετήσετε την σεξουαλική σας ζωή μαζί μου;

Η φράση

Το προοίμιο μας έπιασε στην αναμονή, καθώς διαδραματίστηκε ακριβώς μπροστά μας, στην αναμονή της εισόδου μας. Πώς θα αλλάξει η σκηνή για να οδηγηθούμε στον κατεξοχήν χώρο του θεάτρου; Μ’ ένα παρατεταμένο φιλί, με το οποίο θα τους βρούμε να το συνεχίζουν στη μέση της σκηνής – νωρίτερα μια δική της φράση, θα τον έχει ξυπνήσει από τον κόσμο της λογικής, μια φράση που τον απογειώνει. Θα το μεγαλώσω έτσι ώστε να σας αγαπάει.

Η συμφωνία

Οι συνθήκες τώρα αλλάζουν. Αν εκείνη μπορεί να διαπραγματεύεται τέτοιες καταστάσεις, μήπως θα μπορούσε να βοηθήσει σε μια κρίσιμη επαγγελματική συμφωνία με τους Ολλανδούς επιχειρηματίες που θα συναντήσει σε λίγο ο άντρας; Και πράγματι, πίσω από τα παρασκήνια συντελείται ένας θρίαμβος που μαθαίνουμε σύντομα: η διαπραγματεύσεις στέφθηκαν με επιτυχία, καθώς οι δυο τους υποκρίθηκαν το τρελά ερωτευμένο ζευγάρι. Υπάρχει φαίνεται τόση λίγη αληθινή αγάπη στον κόσμο, που όταν την συναντάς θες υποσυνείδητα να την προστατεύσεις. Μια πολύ επικίνδυνη πρόβα δηλαδή.

Η ένωση

Τώρα είναι αυτός πρόθυμος για την συμφωνία, τώρα θέλει αυτός το ρομάντζο της μιας νύχτας, τώρα είναι ο ίδιος που μιλάει για την αναγέννηση ξεχασμένων συναισθημάτων· μόνο που εκείνη, στην επίμονη ματιά του, διακρίνει ήδη μια θλίψη. Όσο οι δυνάμει εραστές πολυλογούν ενθουσιασμένοι, άλλο τόσο αδυνατούν να διακρίνουν την ευτυχία από την θλίψη, το παιχνίδι από την πραγματικότητα. Μπορώ όπως κι εσείς να μιλάω για ένα πράγμα και να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό.

Η πληγή

Σε χώρο που μοιάζει αποθηκευτικός, με άδεια καφάσια και μεταλλικά βαρέλια μπύρας, στα μετόπισθεν της «επιχείρησης», αργά το βράδυ, η γυναίκα ευθυγραμμίζει το τσιγάρο της με το κοινό, με τον καπνό της να σχηματίζει μια κατακόρυφη ευθεία που τεμαχίζει το ημίφως. Αλλά σα να τεμαχίζει και το ίδιο της το παρελθόν και να αγγίζει πλέον την πληγή που την κράτησε μακριά από τον κόσμο τόσα χρόνια. Μια παλιά αγάπη, που κράτησε μόλις μια βδομάδα. Προλάβαμε να αγαπηθούμε αλλά δεν προλάβαμε να συνηθίσουμε ο ένας τον άλλον.Κι ο εκείνος ο εραστής μοιάζει με τον άντρα που επέλεξε ανάμεσα στο ανώνυμο ρωσικό πλήθος και προσέγγισε τόσο άγαρμπα κι απελπισμένα. Η ιστορία συγκολλείται σιγά σιγά…

Η ευτυχία

…και η ευτυχία μοιάζει δυνατή· τουλάχιστον κυκλοφορεί φευγαλέα στον άχαρο χώρο. Και περιλαμβάνει το μέλλον σμίξιμο, την γέννηση ενός παιδιού που θα ανατραφεί για να τον αγαπήσει, τις συναντήσεις τους να γυρίσουν τον κόσμο, ένα ταξίδι στην Ολλανδία που πάντα ονειρεύονταν. Κι όμως ανά πάσα στιγμή αυτή η ιστορία αγάπης είναι έτοιμη να αυτοαναφλεχθεί, να λήξει ως ουδέποτε γεννηθείσα. Στα χάσματα της σιωπής μοιάζει μακρινή – και τότε ακούγεται από πίσω μια ambient μουσική, σαν να ηχούν οι ιδανικές λέξεις όταν τα χείλη στεγνώνουν. Δώστε μου ένα φιλί αποχαιρετισμού.

…αδύνατη

Είσαι μια αναπάντεχη γιορτή για μένα …της φωνάζει ο στιγμιαία ευτυχής, κι έχει ήδη, ασυναίσθητα, υπογράψει το τέλος της. Βλέπετε, η ίδια η λέξη γιορτή περικλείει την συντομία της – το τέλος ενυπάρχει στην ουσία της. Το ταξίδι που ονειρεύονται κι οι δυο, αξίζει να τους χαροποιεί ως ένα όντως όνειρο: φευγαλέο και απραγματοποίητο. Καθώς σηκώνεται από το πάτωμα που τους φιλοξένησε, οι κόκκοι καφέ που εκείνη παιχνιδιάρικα είχε χώσει στο στήθος του μέσα απ’ το πουκάμισό του διασκορπίζονται παντού. Φεύγει για λίγο, δεν αντιλαμβάνεται το τέλος. Εκείνη δεν θα τον περιμένει: η ίδια που τον απογείωνε, η ίδια οφείλει να τον προσγειώσει. Το τραγούδι που της άφησε για πρόσκαιρη συντροφιά πρέπει να αλλάξει. Θα σκορπίσει το μήνυμά της μέσα του, θα του μιλήσει για την ευτυχία που πάντα αναχωρεί. Ιδίως γι’ αυτούς που την στέρησαν από τον εαυτό τους και άργησαν να την αναζητήσουν. Και τώρα ούτε στην προηγούμενή τους ζωή μπορούν να επιστρέψουν. Τώρα το δικό τους ρέκβιεμ για ένα όνειρο θα ακουστεί μόλις πατηθεί το κουμπί του κασετοφώνου.

Δυο ξανά από ένας

Οι δυο ηθοποιοί αναγκάζονται να κινηθούν μέσα από αλλεπάλληλες κυκλοθυμίες και να διατρέξουν μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων που συχνά βρίσκονται μίλια μακριά το ένα απ’ το άλλο. Ο άντρας θα κινηθεί από τις εκφράσεις της αλαζονείας και της αυτάρκειας ως και της συνειδητοποίησης, του κλυδωνισμού, του διλήμματος και του ξυπνήματος. Η γυναίκα θα ζωγραφίσει με το πρόσωπό της τα σχήματα της μοναξιάς, της θλίψης, της αξιοπρέπειας, της μετάνοιας, του νέου της δοσίματος. Και, αναγκαστικά, της αποδοχής.

Ρέκβιεμ για ένα άλλο όνειρο

Η παράσταση θα πραγματοποιείται έως και ανήμερα των Χριστουγέννων, καθώς το θέατρο «Δημήτρης Ποταμίτης» κλείνει οριστικά την αυλαία του μετά από 38 χρόνια συνεπούς θεατρικής πορείας. Υπήρξε το πρώτο θέατρο που δημιουργήθηκε στην Αθήνα εκτός κέντρου, το 1973 από τον αείμνηστο Δημήτρη Ποταμίτη ως «Θέατρο Έρευνας», ενώ το 2004 πήρε τη σημερινή του ονομασία από το Γιώργη Κοντοπόδη και τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο, που ανέλαβαν από κοινού τη διεύθυνση του χώρου. Σύντομα θα ανακοινωθεί ο καινούργιος χώρος που θα στεγάσει τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του Γιώργη Κοντοπόδη.

 Παίζουν: Μαρία Αλιφέρη, Γιώργης Κοντοπόδης, σκηνοθ. – μουσ. επένδ.: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, σκην. – κοστ: Γιώργης Κοντοπόδης, μτφ.: Παυλίνα Γαλανοπούλου / 90΄/ Τετάρτη (λαϊκ. απογ.) 19:15, Πε-Σα: 21:15, Κυρ: 19:15 / Ιλισίων 21 & Κερασούντος, Ζωγράφου, 2155001300




 

Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Blog Stats

  • 183,325 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 46 other followers