Posts Tagged ‘Θέατρο



16
Νοε
11

Ιστορίες Metroπάθειας

Studio Μαυρομιχάλη

Στο Τουριστικό αξιοθέατο του Graig Pospisil μια αφελής, σχεδόν παραμυθιασμένη τουρίστρια φαίνεται έτοιμη να συναρπαστεί με οποιοδήποτε θέαμα ικανό επαληθεύσει την αναμενόμενη μυθολογία της πόλης. Έτσι ακόμα και ο νέος ηθοποιός που έχει καταλήξει σε απεγνωσμένο κυνηγό … οντισιόν φαντάζει στα μάτια της ως μυθοποιημένος ήρωας. Κι έτσι ασυναίσθητα τον ωθεί να παίξει τον ρόλο που εκείνη έχει έτοιμο για τον ίδιο, ακόμα και να ξαπλώσει στα καθίσματα του μετρό της Νέας Υόρκης, σαν εξαθλιωμένος μεθυσμένος για να φωτογραφηθεί. Όταν η επικοινωνία είναι εξαρχής ασύμβατη, ένα ψεύτικο σενάριο αποδεικνύεται ως έσχατη δυνατότητα προσέγγισης. Αλλά, πάλι, πόσο πιο πλαστό μπορεί να είναι ένα σενάριο που υφαίνεται ανάμεσα σε δυο αγνώστους μέσα στο μετρό, σε σύγκριση μ’ εκείνο της οντισιόν που χάσκει μπροστά στο τσαλακωμένο χαρτί του ηθοποιού;

Στην ιστορία του David Riedy Δεν φταις εσύ τρεις φίλοι (ένας άντρας, δυο γυναίκες) ανακοινώνουν στο τέταρτο μέλος της παρέας (μια γυναίκα) πως δεν θέλουν να το ξαναδούν. Επιλέγουν το μετρό ως «ουδέτερο» έδαφος για την αποφυγή δυσάρεστων αντιδράσεων και για την επιθυμητή ταχύτητα: γρήγορο βαγόνι, γρήγορο ξεκαθάρισμα. Επικαλούνται μια αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε φιλία διαρκεί ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κι εδώ έληξε. Η αρχική επιχειρηματολογία (ασυμφωνία γούστων, ο τρόπος που επιλέγει να περνάει τα Σαββατοκύριακά της) γίνεται ολοένα και σκληρότερη: εγκαλείται ως βαρετή, ως λάτρης των ρομαντικών ταινιών, ως κολλημένη στα ίδια στέκια και την ίδια ρουτίνα. Η εφιαλτική όμως φράση προέρχεται από τον – θεωρητικά – πιο ψύχραιμο της παρέας: τώρα με τον ερχομό του μωρού, έχουμε χώρο μόνο για έναν φίλο. Αναρωτιέμαι: πλησιάζει καμιά εποχή όπου η οικονομική ή η ψυχική κατάσταση του καθενός θα επιτρέπει όριο φίλων; Και, ακόμα, ποιο είναι το μίνιμουμ απαιτούμενης σύμπτωσης γούστων; Γιατί τα χάρτινα επιχειρήματα στο τέλος γίνονται μπούμερανγκ κατά των ίδιων! Κι αν κάτσουμε να βρούμε τις διαφορές κι όχι τις ομοιότητες, τότε όλοι θα έπρεπε να ξεγράψουμε όλους….

Σ’ ένα βαγόνι βρίσκονται δυο άντρες μόνοι· ο ένας διαβάζει το (πηγμένο στα post χαρτάκια) βιβλίο Πώς Να Κάνεις Φίλους κι αρχίζει να εφαρμόζει τις συμβουλές του στον ανόρεχτο συνεπιβάτη. Γίνεται ευγενικός, επίμονος, πιεστικός, καταπιεστικός. Ποιος οφείλει να υποχωρήσει, ποια ανάγκη είναι μεγαλύτερη; της ιδιωτικότητας ή της επικοινωνίας; Ποια σκηνή είναι πιο φορτισμένη; Η τρομερή στιγμιαία χορογραφία όπου ο αθέλητα μοναχικός τραβάει απεγνωσμένα τον ηθελημένα μοναχικό μην κατέβει από το βαγόνι ή όταν τού εξομολογείται «Είσαι ό,τι πιο κοντινό έχω σε φίλο εδώ και πέντε χρόνια»; Ακόμα κι όταν μια φράση – πέντε λέξεις, οδηγούν τα πράγματα σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, ένα είναι βέβαιο: στην Κοινωνία της Μετροπάθειας μερικοί άνθρωποι επικοινωνούν – έστω με άκομψο ή μηδενικό τρόπο – μόνο με τους συνεπιβάτες τους. Αλλά οι μοναχικότητες είναι καθολικές (David Riedy, Όλα αυτά που θέλεις).

Στο Άδειο βαγόνι του Anthony P. Pennino βρίσκεται επιβάτης ένας ήρεμος, σκωπτικός, γήινος… Ιησούς, που αντιλαμβάνεται πως οι υπηρεσίες του δεν είναι πλέον απαραίτητες στον δυτικό κόσμο και πώς ονοματίζεται μόνο όταν πρέπει να αναλάβει βάρη. Και την οικονομική κρίση στο τέλος σ’ εμένα θα την φορτώσουν, μονολογεί ή μάλλον διαλογίζεται με τον δύσπιστο συνεπιβάτη του. Ένα θεατρικό παιχνίδισμα αντανακλά τα άπειρα καθρεφτίσματα της αναπαράστασης: ο ίδιος μας πληροφορεί για απόδραση τροφίμων φρενοκομείου αλλά και το ενδεχόμενο να στριμωχτεί σε μια off Broadway (και εντός Εξαρχείων!) ιστορία… Και λίγο πριν την μπορχεσιανή αυτοαναφορικότητα θα έχει προλάβει να μας θυμίσει: Δεν υπάρχουν αναπάντητες προσευχές· όλες οι προσευχές εισακούονται, απλά η απάντηση είναι «όχι». Αν ήταν να εισακούονται, όλος ο κόσμος θα φορούσε πάνες…

Οι ιστορίες συνεχίζονται σε νέα βαγόνια, με κάθε λογής ανθρώπους: τις δεσποινίδες που επιθυμώντας τον ίδιο άντρα προτιμούν να συμφωνήσουν πως ανήκει σε όλες, ως η τελευταία αχτίδα φωτός που δικαιούνται στη ζωή τους – αναρωτιέται κανείς αν και αυτό το υποχωρητικό διαμοίρασμα αποτελεί την δική τους ιδιόμορφη επαφή  κι αν ο Άλαν τους τελειώσει, πρέπει να βρεθεί κοινός αντικαταστάτης… (David Riedy, Διεκδικώντας τον Άλαν), το ζευγάρι που επικοινωνεί μέσω του αλληλοσπαραγμού του αλλά προτιμά να τον συνεχίσει αντί να σωθεί από μια εξωτερική απειλή (Timothy Braun, Κάποτε χορεύαμε) και τέλος το εξαιρετικό ζεύγος της άστεγης με την ατζέντισσα (Stephen O’ Rourke, Ατζέντης). Εδώ συνομιλεί το τραγούδι της πρώτης με τα πλήκτρα της δεύτερης, σε μια από τις πιο παράλογες αντιστικτικές εικόνες των σύγχρονων μέσων. Και αναρωτηθείτε, τι μπορεί να συμβεί όταν η τελευταία τής προτείνει να συνεργαστούν, προς ένα ολοκαίνουργιο νούμερο επαιτείας στοχεύοντας σ’ ένα νεανικότερο κοινό;

Οι επτά αυτοτελείς ιστορίες των πέντε αμερικανών θεατρικών συγγραφέων εμπνέονται και εκκινούν από το απόλυτο α-τοπο της σύγχρονης μεγαλούπολης: τους ίδιους τους συρμούς και τις αποβάθρες του μετρό. Από εκεί περνούνε όλοι, άρα εμείς και οι άλλοι, κοινώς εμείς που είμαστε οι άλλοι για τους δικούς μας άλλους. Ακόμα κι αν όλοι αυτοί είναι βυθισμένοι στον προσωπικό τους κόσμο και μοιάζουν απροσπέλαστοι, όλοι έχουν σχισμές ανοιχτές για επικοινωνία· μια επικοινωνία που μπορεί να λάμψει όσο κι ένα ταχύτατη διάσχισμα ενός συρμού μπροστά στα μάτια μας. Όλοι οι ηθοποιοί αλλάζουν αντίθετα πρόσωπα και χαρακτήρες σε μια διαρκή εναλλαγή διαθέσεων και δυνατοτήτων και σε κάθε ιστορία αντιλαμβάνεται κανείς τα άπειρα ενδεχόμενα γέννας νέων ιστοριών αλλά και το πόσο εύκολα θα μπορούσαμε να είμαστε ο καθένας απ’ όλους αυτούς τους χαρακτήρες.

Μτφ. – διασκευή: Βασίλης Καρφής, Ιπποκράτης Τροβάς, Κώστας Τσάχρας, σκηνοθ.: Βασίλης Καρφής, βοηθ. σκηνοθ.: Κατερίνα Μπιλάλη, παίζουν: Ελένη Αγγελάκη, Γιάννης Δρίτσας, Κατερίνα Μπιλάλη, Θάνος Κοντογιώργης, Κατερίνα Σαβράνη, Ιπποκράτης Τροβάς, σκηνικά: Πέννυ Γκούση, κοστ.: Ελισάβετ Σχοινά, φωτ.: Στέφανος Κοπανάκης, μακιγ. – ειδ. εφέ: Μαρία Παπά / Τε, Πε, Κυ 21.30/ 90΄ /Μαυρομιχάλη 134.

Το Πανδοχείο ζήτησε από τις ηθοποιούς Κατερίνα Μπιλάλη (και βοηθός σκηνοθέτη), Κατερίνα Σαβράνη και Ελένη Αγγελάκη και τον σκηνοθέτη Βασίλη Καρφή να αφήσουν προσωπικά τους σημειώματα στη ρεσεψιόν και ιδού:

Κατερίνα Μπιλάλη: Πολλά τέταρτα της ζωής μας θα μπορούσαν να γίνουν αυτοτελείς ιστορίες χωρίς ξεκάθαρη αρχή και τέλος. Αλλά και πολλά από τα όνειρά μας…Αυτή ήταν η σκέψη μου μετά την ανάγνωση αυτών των επτά ιστοριών. Ιστορίες γήινες, ανήλιαγες, αέρινες, νεφελώδεις, υπόγειες, εκτυφλωτικές. Γιατί μέσα από τις αντιθέσεις βρίσκεται και το κίνητρο για να συνθέσεις και να απολαύσεις…

Βασίλης Καρφής: Πάντα αναρωτιόμουν πόσες και πόσες περιπέτειες δεν πέθαναν πριν ακόμα δημιουργηθούν, μόνο και μόνο επειδή δεν ειπώθηκε μια λέξη, δυο λόγια την κατάλληλη στιγμή, που θα άνοιγαν διάπλατα τις πύλες της επικοινωνίας και θα μας έκαναν πραγματικά ορατούς στους άλλους, με όλες μας τις αδυναμίες και τα προτερήματα, χωρίς συμβάσεις. Κάποιες απαντήσεις ένιωσα να μου δίνουν αυτά τα κείμενα όταν ήρθαν στα χέρια μου. Επτά μικρά δράματα γεμάτα ενέργεια και μαύρο χιούμορ. Ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που είχαν την τύχη να συνυπάρξουν για λίγο μέσα σ’ ένα βαγόνι του μετρό και να βρουν τον εαυτό τους. Όταν ειπωθεί η κατάλληλη λέξη, την κατάλληλη στιγμή, πολλά μπορούν ν’ αλλάξουν. Προς το καλύτερο ή το χειρότερο, δεν έχει σημασία, αρκεί να είναι αλήθεια, και οι ήρωες μας εδώ το τολμήσανε.

Κατερίνα Σαβράνη: Μέσα στα υπόγεια τούνελ του μετρό, καθισμένοι ή όρθιοι, περνάμε όλοι μας λίγο έως πολύ κάποιο χρόνο από τη μέρα μας. Εκεί μέσα στα φωτεινά βαγόνια των τρένων διαδραματίζονται καθημερινά ιστορίες, σκέψεις, όνειρα, καβγάδες, δράματα…χωρισμοί. Όλοι μας έχουμε κρυφακούσει ,άθελα μας, κουβέντες που γίνονται στο διπλανό κάθισμα! Κι αν τύχει καμιά βλάβη και μείνουμε κλεισμένοι μέσα για λίγο περισσότερο από το κανονικό ξαφνικά γινόμαστε για λίγα λεπτά φίλοι ή εχθροί με τους δίπλα!

Πάνω από 4.300.000 άνθρωποι χρησιμοποιούν το μετρό στη Νέα Υόρκη! Πάνω από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι περνούν το τουρνικέ ανά έτος!

Έχετε ποτέ σκεφτεί πως σε κάθε βαγόνι συμβαίνει κάτι? Την ώρα που εσύ αδιάκριτα κοιτάζεις τον απέναντι σου και σου περνάνε από το μυαλό διάφορες ιστορίες, έχεις σκεφτεί πόσοι έχουν ή κάνουν το ίδιο για σένα?

Μάλλον αυτό είναι που λέμε το μετρό έχει μπει στην καθημερινότητα και στη ζωή μας… αν τα βαγόνια είχαν φωνή θα έγραφαν αυτή την παράσταση… Απλές καθημερινές σκέψεις και στιγμές ανθρώπων που βρίσκονται στο μετρό πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από κάπου.

Ελένη  Αγγελάκη: Κάθε ρόλος είναι ένα ταξίδι

Μια μάχη – μια πρόκληση – μια συνάντηση

Πολλές συναντήσεις – πολλές συγκρούσεις

Με τα μέσα

με τα έξω

 με τους άλλους

με το ίδιο σου τον εαυτό

Οι ιστορίες metroπάθειας ήταν, για μένα σαν ηθοποιό,

ένα ταξίδι περίεργο, προκλητικό όσο και ριψοκίνδυνο

μέσα σε μια συσκευασία συμπυκνωμένου προϊόντος πρέπει να χωρέσει ο όγκος, η ποιότητα, η ουσία  του ‘μεγάλου μεγέθους’

μέσα σε ένα ρούχο ‘Μade in USA’πρέπει να νοιώσεις τόσο άνετα όσο θα ένοιωθες με ένα ‘παπούτσι από τον τόπο σου’

μέσα σε  ένα φαινομενικά πολύχρωμο ‘ευκολόπεπτο’ και ρηχό χαμόγελο πρέπει να χωρέσουν

σκιές, μυστικά, μοναξιά, πόνος, ανασφάλειες, φόβος, απόρριψη, ελπίδα, απογοήτευση  … όλα τα γκρίζα καρέ από τις ζωές των ανθρώπων που συναντιούνται μέσα σε αυτό το βαγόνι

που συναντιούνται μέσα μας

μέσα σε αυτό το ταξίδι που αρχίζει και τελειώνει σε κάθε παράσταση

μέσα σε αυτό το ταξίδι που κάνει πάντα τις ίδιες στάσεις

μα ποτέ ακριβώς το ίδιο ‘δρομολόγιο’….

08
Νοε
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 64. Όλια Λαζαρίδου

Τα θέατρα θα έπρεπε να είναι ονειροδρόμια

Πως δημιουργήθηκε το Κορίτσι – Μπαταρία… recharged; Πώς σκεφτήκατε να χωρέσετε σε μια ώρα κάτι από τον εαυτό σας;  

Δεν το σκέφτηκα, το έγραψα. Προφανώς κάποια στιγμή ήρθε η ώρα του. Δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας. Ήταν σαν ένα ποτάμι που κάποια στιγμή έχει αρκετό νερό και ξεχειλίζει η κοίτη του και το αποτέλεσμα ήταν αυτό που γράφτηκε. Κάπως έτσι πρέπει να έγινε!

Άρα από το κείμενο επί σκηνής θα αναβλύσει μια ζωή ενδιαφέρουσα, συναρπαστική;

Δεν είναι συναρπαστική η ζωή μας, δεν είναι συναρπαστική η ζωή των ανθρώπων. Η ζωή μας είναι η ζωούλα μας, μια δική μας φωτιά που της βάζουμε κάρβουνο. Η ζωή μας είναι στενή, τα περιθώριά της είναι στενά. Δεν είναι όπως όταν είμαστε μικροί που νομίζαμε ότι είναι κάτι το συναρπαστικό! Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι είναι στενός ο δρόμος, ότι δεν έχει άπειρες επιλογές. Λίγα έχεις να κάνεις και το καλύτερο που έχεις να προσπαθήσεις είναι αυτά τα λίγα να τα κάνεις καλά και σε βάθος. Αλλά το πλάτος της δεν είναι άπειρο όπως νομίζαμε.

Γι’ αυτό και για να αποκτήσει κανείς τη γεύση του συναρπαστικού γίνεται καλλιτέχνης, για να μπορέσει αυτές τις πολύ λίγες στιγμές, που είναι χώμα, χώμα, χώμα κι ένα διαμαντάκι…χώμα, χώμα, χώμα, χώμα… κι ένα διαμαντάκι…Και για να κρατήσει αυτές τις στιγμές – διαμαντάκια, εκεί είναι η δουλειά της τέχνης, που τις υμνεί, για να θυμόμαστε ότι υπήρξανε κι αυτές μέσα στη χωματίλα. Κάπως έτσι το νοιώθω: αυτές οι στιγμές που εξέχουν από τη γενική μουντάδα της καθημερινότητας είναι που έχουν προσπαθήσει να ζήσουν σ’ αυτό το κείμενο. Υπήρχανε π.χ. στιγμές – αναφέρεται μέσα στο κείμενο – που είπα, την ώρα που την ζούσα, «αυτή τη στιγμή δεν θα την ξεχάσω ποτέ»· και όντως δεν την ξέχασα…

Κάποιοι λένε μέσα τους η ζωή μου είναι πολύ βαρετή, ενώ των άλλων! των ηθοποιών!… Όχι, για όλους μας είναι βαρετή, για όλους πεπερασμένη. Είναι η μοίρα της ανθρώπινης συνθήκης…

Αφήσατε κάτι απ’ τη ζωή σας έξω από το «ωριαίο» αυτό κείμενο, συνειδητά ή ξεχνώντας το;

Εννοείται! Το κείμενο αυτό δεν είναι αυτοβιογραφικό. Είναι ποιητικό, μια αλληγορία, μια παραβολή, σαν κι εκείνες που μιλάνε για την ουσία, αλλά μ’ ένα τρόπο πλάγιο και γι’ αυτό είναι και πιο αληθινές. Δεν πιστεύω στις αυτοβιογραφίες, δεν μπορεί κάποιος να βάλει σ’ ένα κείμενο όλη του τη ζωή και τον εαυτό του μέσα. Κι ούτε είναι τα γεγονότα που απαρτίζουν τη ζωή μας αλλά το προσωπικό πνεύμα που είναι κάτι πολύ ρευστό, που δε φυλακίζεται. Είναι πολύ διαφορετικό το ποίημα του κάθε ανθρώπου, μοναδικό. Κι αυτό μπορεί να υπάρχει και σ’ ένα θραύσμα του. Οπότε υπ’ αυτή την έννοια πολλά πράγματα έχω αφήσει απ’ έξω αλλά την ουσία την έχω κρατήσει.

Σήμερα ο εαυτός σας αποτελείται από κομμάτια κι απομεινάρια απ’ όλους τους ρόλους που υπήρξατε;

Καθόλου. Αυτό είναι μύθος, δεν ισχύει, πιστεύω είναι παραφιλολογία της δουλειάς μας. Το ανάποδο αισθάνομαι: ότι είμαστε ένα παζλ από πάρα πολλά αντιφατικά πράγματα που δεν έχουμε την ευκαιρία στην καθημερινότητα να τα εκδηλώσουμε όλα, τα περιέχουμε όμως.

Όχι μόνο οι ηθοποιοί αλλά όλοι μας;

Ακριβώς. Δηλαδή με τα παιδιά του 18 ΑΝΩ κάναμε μια παράσταση στις φυλακές ανηλίκων Αυλώνα και σκεφτόμουν ότι μια τρίχα μας χωρίζει, που νομίζουμε ότι είμαστε εμείς άλλο κι αυτοί άλλο. Δεν είναι αλήθεια αυτό… κι ίσως η δουλειά του ηθοποιού ήταν που με οδήγησε ν’ ακούσω αυτές τις πολλές αντιφατικές φωνές που περιέχουμε μέσα μας κι ας μην τους δίνουμε φωνή στην καθημερινότητα, δεν τις αφήνουμε προς τα έξω. Με βοήθησε αυτό να το καταλάβω, ότι τα πράγματα που νομίζουμε μακριά από μας, τα τοποθετούμε εκεί επειδή φοβόμαστε το ακραίο, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ψήγματα που έχουμε ήδη μέσα μας.

Άρα πώς θα χαρακτηρίζατε το κείμενο της παράστασης;

Είναι ένα ποίημα, που είναι φτιαγμένο με τη λογική του μακριού τραγουδιού, σαν μπαλάντα.

Αφήνεστε στα χέρια του σκηνοθέτη; Τι συμβαίνει όταν υπάρχει διαφωνία, όταν ο ρόλος σας μιλάει «διαφορετικά»;

Συμβαίνει διαμάχη, απλώς το ωραίο είναι ότι υπάρχει κάτι τρίτο, το τρίτο πράγμα στο οποίο βλέπουμε κι οι δύο, οπότε και μεταξύ μας να έχουμε διαφωνία, το ότι κι οι δυο μπορούμε να κοιτάμε προς αυτό το τρίτο, είναι κάτι ωραίο, δίνει ένα σεβασμό και μια ευγένεια σ’ αυτή τη διαμάχη.

Και στην ουσία μέσα σ’ αυτό το «ουδέτερο» έδαφος μπορεί να διυλίζονται οι απόψεις;

Ακριβώς, ναι μεν μπορεί οι δυο να διαφωνούμε, αλλά υπάρχει αυτό που μας υπερβαίνει και τους δυο και οδηγεί στο τελικό αποτέλεσμα.

Έχοντας αναμετρηθεί με τόσα πολλά και διαφορετικά είδη κειμένων, σκεφτήκατε ποτέ την συγγραφή λογοτεχνίας ή θεατρικού έργου;

Μπορεί στο μέλλον. Νοιώθω ότι έχω δημιουργικότητα που κατά καιρούς κατευθύνεται σε διάφορα πράγματα. Μ’ αρέσει γενικά να παίζω με τα κουβαδάκια μου, το έχω αυτό το παιδικό… Ζωγραφίζω κιόλας, χωρίς να σημαίνει ότι τα κάνω όλα καλά. Οπότε μπορεί αύριο να μου έρθει να γράψω κάτι· αυτή τη στιγμή δε το σκέφτομαι αλλά δεν το αποκλείω. Κατά καιρούς έγραψα πεζά για το μπλογκ μου, που τα πήρε ο Ευριπίδης (σημ. Ευρυπίδης Λασκαρίδης, σκηνοθέτης της παράστασης) και τα έβαλε στο κείμενο της παράστασης.

Έχετε μπει ποτέ, ως ηθοποιός στην πρόκληση να μεταπλάσετε έναν χαρακτήρα σε κάτι διαφορετικό από τα εσκαμμένα, ή έστω να τον στρέψετε προς έναν άλλο δρόμο και σαν δικό σας παιχνίδι;

Μόνο αυτό κάνω. Δεν υπάρχει αντικειμενικός ρόλος, οι ρόλοι είμαστε εμείς. Ένας ρόλος είναι ένα πρόσωπο που ανάλογα με κάποια συγκεκριμένη δράση δοσμένη αντιδρά με τον πλούτο των συναισθημάτων του. Μ’ αυτή την έννοια εμείς είμαστε οι ρόλοι. Εξαρτάται και πώς δουλεύεις. Μ’ ενδιαφέρει και ο θεατής και εγώ να ερευνούμε τι είναι η ανθρώπινη ψυχή, τι είναι ένας άνθρωπος. Δεν μ’ ενδιαφέρει να είμαι ένας βιρτουόζος που παίζει ωραία και με δεξιοτεχνία τους ρόλους τους. Οι ρόλοι είμαι εγώ, υπό συνθήκες δοσμένες από έναν συγγραφέα. Κάθε φορά σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ στη θέση του χαρακτήρα; Αν εγώ ήμουν π.χ. ο Άμλετ, ο πρίγκιπας στη Δανία που είχε να αντιμετωπίσει όλα εκείνα, τι θα έκανα;

Υπήρξε ρόλος που ένοιωσες ότι σε πηγαίνει εντελώς αλλού, σε μέρη που δεν φανταζόσασταν; Σε τι βαθμό συνέβη;

Εννοείται, μα αυτό ελπίζεις: ότι πάει να σου μάθει αυτά που δεν ξέρεις, κι όχι μόνο να επιβεβαιώσεις αυτά που ξέρεις. Ξεκινάς από κάπου που ξέρεις, ελπίζοντας ότι θα σ’ απογειώσει σε πράγματα άγνωστα, σε δυσκολίες άγνωστες…

Άσχετα από το καλλιτεχνικό, επειδή πιστεύω πάρα πολύ στον αγώνα της ανθρώπινης ψυχής, στην πνευματική διάσταση της ανθρώπινης παρουσίας. Κι όταν το πιστεύεις αυτό, γνωρίζεις ότι πρέπει ν’ αγωνιστείς, ότι υπάρχουν τρόποι ν’ αγωνιστείς. Κι επειδή αυτό μ’ έχει απασχολήσει, είμαι αρκετά εξοικειωμένη με τα «σκοτεινά» σημεία που λέτε, δεν είμαι αθώα ως προς αυτό, δεν τα έχω μάθει απ’ τους ρόλους.

Άρα ο αγώνας σας δεν είναι εντός της υποκριτικής.

Όχι, δεν είμαι μια αγωνίστρια της υποκριτικής. Προσπαθώ να είμαι μια ξύπνια και παρούσα ψυχή της ζωής. Όχι της υποκριτικής, γιατί είμαι τεμπέλα, δεν είμαι ταμένη ηθοποιός. Απλά θέλω να καταλάβω…

Και τι νόημα έχει το θέατρο; Για εσας, για εμάς;

Εμένα είναι η έκφραση της δημιουργικότητάς μου. Για τον θεατή θα έπρεπε να είναι ο ποιητικός τόπος όπου θα μπαίνει και θα ονειρεύεται, να βλέπει ξύπνια όνειρα. Πόσα πράγματα μέσα στη ζωή μας δίνουν την ποιητική διάσταση της ύπαρξής μας; Η καθημερινότητα είναι χωματίλα. Τα θέατρα θα έπρεπε να είναι ονειροδρόμια, να μας απογειώνουν στα όνειρα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας θεατρικός συγγραφέας;

Γιώργος Διαλεγμένος, Δημήτρης Κεχαΐδης. Και Λούλα Αναγνωστάκη, εννοείται.

Ακούτε μουσική όταν διαβάζετε και γενικά δουλεύετε έναν ρόλο; Τι είδους;

Ναι, γιατί ο λόγος είναι ρυθμός. Και μ’ αρέσει, έχω έντονες σχέσεις με τη μουσική. P.J.Harvey, Nick Cave, Radiohead, L.Cohen, Γ. Αγγελάκα, Θ. Παπακωνσταντίνου. Με τα χρόνια πηγαίνω περισσότερο σε μουσικές συναυλίες παρά σε θέατρο. Και μακάρι κάτι από την αμεσότητα που υπάρχει στο άκουσμα της μουσικής να υπήρχε στις θεατρικές παραστάσεις. Το ζηλεύω.

Τι ακολουθεί μετά το Κορίτσι Μπαταρία; 

Υπάρχει ένα σχέδιο μη ανακοινώσιμο. Δεν θα είναι μονόλογος όπως αυτό, δεν θα ξανακάνω μονόλογο. Θέλω να βρεθώ με άλλους στη σκηνή και να μοιράζομαι.

Δημοσίευση και εδώ. Παρουσίαση της παράστασης (από την οποία προέρχεται η προτελευταία φωτογραφία – αφίσα) εδώ.

08
Νοε
11

Όλια Λαζαρίδου – Κορίτσι μπαταρία….recharged

“Προσωρινός”

Τι ακούς από το παρελθόν σου, Όλια; Στο σπίτι μας ακούγαμε Σαρλ Αζναβουρ, Ζακ Μπρελ, Ρενάτο Καροζόνε – αργότερα έφτασε η ώρα του Γιάννη Πάριου. Τα κενά της θεωρίας του Μαρξ συμπληρώνονταν με στίχους του Καζαντζίδη, που χώρισε τον κόσμο στα δυο: σ’ εκείνους που τον άκουγαν και σ’ εκείνους που δεν τον άκουγαν. Κι εκείνη η λέξη… «αναμνήσεις», συνώνυμη των «μεγάλων». Σ’ εκείνο το σπίτι δεν πονούσε ποτέ κανείς, τα μεγάλα δράματα απουσίαζαν, δεν βγαίνανε ποτέ στα μάτια ή τα χείλη, αλλά κατοικούσαν στα ερέβη του στομαχιού και της κοιλιάς, συνεχίζει η ωραία μνημωμένη. Πού να κρυφτεί κανείς. Στο θυρωρείο, που δεν είναι κανενός. Μέσα στο θερμό καπέλο του αμπαζούρ. Κάτω από το τραπέζι. Στα όνειρα για πέδιλα με λίγο τακούνι, για φυγή με το Stella Maris, για κρύψιμο σε κάποια αγκαλιά. Ένας άλλος κόσμος βρισκόταν απ’ έξω. Τον καταλάβαιναν οι σφυριές στην καρδιά, τον έδειχνε ένα τζουκ μποξ σε κάποια παραθέριση, τα αυτοκίνητα στην Βασιλίσσης Σοφίας που έτρεχαν για αλλού. Σαν Άλογα. Ή μήπως εννοεί σαν ά-λογα;

Ένα ισόγειο πολυκατοικίας, μια μεγάλη τζαμαρία με φόντο τον δρόμο πίσω από το Ναυτικό Νοσοκομείο. Σε αυτούς τους δρόμους και τους παραδρόμους αναφέρεται η ηρωίδα, αυτοί την τραβούσαν έξω, αυτοί την μαγνήτιζαν μακριά από την περίκλειστη ασφάλεια του οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος, αυτοί εξακολουθούν να την χαρακώνουν και να την καθορίζουν. Αυτοί οι δρόμοι την τράβηξαν μακριά από τον συντηρητικό σε αισθήματα μπουλβάρ οικογενειακό κόσμο. Και ο λόγος της (που πρωτοακούστηκε για στο 1ο Low Budget Festival του Σπίρτου και παίχτηκε σε τρεις «εξαντλημένες» παραστάσεις) βρίσκει πλέον το ιδανικό του σκήνωμα.

Τουλάχιστον έξω η βία είναι φανερή, δεν κρύβεται. Χίλιες φορές να σφαχτώ για να σας ξεχάσω. Αν η σφαγή μας είναι αναπόφευκτη, ας είναι προσωπική, ας την διαλέγουμε εμείς. Και μια μέρα ίσως να τα καταφέρω να σας αγαπήσω ξανά, έναν έναν κι όλους μαζί. Και τελικά ο ουρανός μας προστατεύει; Η ηρωίδα μοιράζεται πως όταν κοιτούσε τ’ αστέρια τα θεωρούσε τρυπίτσες σ’ ένα τεράστιο μαύρο πανί. Τι εκτυφλωτικό κρύβεται από πίσω; Μια κρεμάστρα σφηνωμένη στο σβέρκο της, για τα ρούχα που μας φοράνε γι’ αυτό που δεν είμαστε.  Βροχή έξω, πίσω της. Κουρτίνες μπροστά. Κάποια στιγμή βρίσκεται σχεδόν εγκλωβισμένη ανάμεσα στα δύο. Έτσι χάνονται οι άνθρωποι απ’ τη ζωή μας; Κι όμως, θα ξεπροβάλλει από την κουρτίνα.

Αν κάποτε ξανασυναντηθούμε θα μ’ αναγνωρίσεις; Ο έρωτας στην Σόλωνος και Σίνα. Το μαύρο της φουστάνι, η αναπόδραστη συνάντηση, η οριακή γνωριμία. Μπορεί ο έρωτας να υπάρξει για μας; Θα μάθουμε να κοιμόμαστε δίπλα δίπλα χωρίς να μας τρομάζουν οι αρχαίες φωνές στον ύπνο; Στα χείλη της το αλάτι από την υγρασία του λαιμού του. Μια νύχτα που είδαν το ίδιο όνειρο. Εραστές, εραστής. Η επιθυμία ν’ ανοίξω τα σωθικά της να τον κρύψει μέσα. Μνήμες, μνήματα, μνημεία….Κάποια θεία που σημείωνε με ασημένιο μολυβάκι την σειρά των καβαλιέρων της στο Ξενοδοχείο Ακταίον του Φαλήρου. Τα αντικείμενα των νεκρών και οι καπνοί των φευγάτων. Η μοναχική γυναίκα με τις παλιές ακτινογραφίες που απαιτεί να τις δει ένας γιατρός, σαν σε ερωτικό ραντεβού. Το ξύπνημα στο καπό μιας παλιάς Τογιότα. Οι στιγμές που κάηκαν σαν το παλιόχαρτο. Οι στιγμές όπου… Είμαι κάτι λιγότερο από σκουπιδοσακούλα, ένα χαρτί που τσαλακώθηκε και πετάχτηκε πριν διαβαστεί.

Το «ρομαντικό mini live», για να κλέψω την τρίλεξο υποτιτλισμό του σκηνοθέτη Ευριπίδη Λασκαρίδη (που σμιλεύει με ιπποτικό σεβασμό το πλαστικό σώμα της διαρκώς αναβράζουσας ηθοποιού), ακροβατεί σε λεπτό σκοινί πάνω απ’ τους γκρεμούς του δραματικού και του τρυφερού, του ευτράπελου και του οριακού. Ψίθυροι, στίχοι, ποιήματα, τραγουδίσματα, σκέψεις, μνήμες και μνήματα, αλήθειες, ψέματα, χύμες και υπαινιγμοί, θραύσματα από ένα μπλογκ. Αλλαγμένες φωνές από το ίδιο πρόσωπο, για να μην ξεχνάμε τα πολλά μας πρόσωπα. Χορός, άλλοτε τρέκλισμα, άλλοτε ένα ίσιο βλέμμα ευθεία μπροστά.

Συχνά αυτό το ποιητικό, μονολογικό, αισθαντικό, προσωπικογενές κείμενο κατρακυλάει ανεπαίσθητα σε τραγούδι – άλλωστε όσο το έγραφε δεν σταμάτησε να έχει την αίσθηση ενός τραγουδιού. Από πίσω υπόκωφοι ηλεκτρονικοί ήχοι – ένας απ’ αυτούς μοιάζει με τον ήχο ενός καρδιογραφήματος,  αργού, ευάλωτου. Παίζονται ζωντανά από τους δυο μουσικούς – σκηνικούς παρόντες. Στο βάθος οι Blue Valentines των Tom Waits και οι Picolissime Serenate των Renato Carosone. Και το φως που εμείς παίρνουμε στη σκηνή από εσάς…

Εδώ η μαγεία βγαίνει από το τίποτα, η προσωπική ιστορία γίνεται καθολική, το παράθυρο θα μας δείχνει πάντα έξω, τις άλλες όψεις, τις άλλες δυνατότητες. Η ηρωίδα έχει πάντα πόρτες και παράθυρα μπροστά της και η Όλια αδυνατεί να μείνει στη σκηνή. Πίσω της είναι ο δρόμος– και δε σταματάει να μπαινοβγαίνει ακόμα και στην παράσταση, χωρίς καν κάτι ζεστό στην πλάτη της. Δεν το χρειάζεται, γιατί παραμένει θερμή και θερμασμένη, σαν «διαπλανητική μπαταρία» που φορτίζεται και επαναφορτίζεται μόνο όταν βρεθεί στη δίνη των ηλεκτρικών πόλων. Ακόμα και των αντίθετων.

Κείμενο – ερμηνεία: Όλια Λαζαρίδου, σκηνοθεσία: Ευριπίδης Λασκαρίδης, live μουσική: Γιώργος Πούλιος – Κωνσταντίνος Τσιώλης, σκηνικά, αφίσα: Μυρτώ Σταμπούλου, κοστούμια & make-up: Πλάτων Λούβαρης, φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου, βοηθοί σκηνοθέτη: Ελένη Ζαραφίδου και Ελευθερία Γιαμβριά, οργάνωση παραγωγής: Αθηνά Στυλιανίδου, φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου, παραγωγή: Apocalypsis /60΄/Πέ – Κυρ/ «ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ», Δεινοκράτους 103, Κολωνάκι / 6949556389. Το έργο προγραμματίστηκε αρχικά για 10 παραστάσεις αλλά παρατείνεται για 2 ακόμα βδομάδες.

Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλιδου (1, 3, 4), Σπύρος Σταβέρης (2).  Στην επόμενη ανάρτηση, συνομιλία με την Όλια Λαζαρίδου. Δημοσίευση και εδώ.

12
Απρ
11

Χιλέλ Μίτελπουνκτ – Σκουλήκια (Driver/Painter)

 Θέατρο Λόγου και Τέχνης 104 των εκδόσεων Καστανιώτη

Μια καλοντυμένη γυναίκα, ευπρεπής και άκαμπτη, μπαίνει με μια βαλίτσα στο χέρι σ’ ένα βρώμικο, σχεδόν παρατημένο σπίτι. Την λένε Μίρα και ήρθε να μείνει στο σπίτι του αδελφού της Άλεξ, τέσσερις μήνες μετά τον θάνατό του. Πάνω στο τραπέζι και δίπλα σε μισοάδειο μπουκάλι κοιμάται ο Άαρον, πρώην οδηγός φορτηγών, που ζει και εργάζεται στη φάρμα του φίλου του Άλεξ. Ο τελευταίος τον είχε σώσει από την δραματική αμνησία ενός ατυχήματος, όταν έριξε το φορτηγό του σ’ έναν τοίχο. Μαζί ξεκίνησαν μια βιοτεχνία μεταξιού: τα σκουλήκια είναι πανταχού παρόντα/απόντα στον περίγυρο του σπιτιού. Η Μίρα πιστεύει ότι το σπίτι της ανήκει: εκεί μεγάλωσε, εκεί επιστρέφει για να πεθάνει από ανίατη ασθένεια. Ο Άλεξ ισχυρίζεται ότι το έχει αγοράσει απ’ τον συνέταιρο φίλο του και δεν μπορεί να παρατήσει την αυτοσχέδια επιχείρησή του.

Δυο απόλυτα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, ο φορτηγατζής και η ζωγράφος, θα πρέπει να πολεμήσουν γι’ αυτό που θεωρούν σπίτι τους. Δυο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες θα πρέπει να συμβιώσουν μέχρι να καταλήξουν σε μια λύση. Εκείνη έζησε στον πλούτο, εκείνος στο απόλυτο τίποτα. Εκείνη συνομιλεί με το πρότυπό της, τον Μιχαήλ Άγγελο, εκείνος με τις ραδιοφωνικές φωνές. Εκείνη ασκεί την τέχνη της ζωγραφικής, εκείνος καταγράφει τις μικρές, ταπεινές του αλήθειες σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο σημειωματάριο. Συγκρούονται, φιλονικούν, εκτοξεύουν επιχειρήματα και απειλές. Εκείνη τρεμουλιάζει σε κάθε διαμάχη, αποκαλύπτει εμμονές και παθολογίες. Για εκείνον ακόμα και η φιλονικία μαζί της είναι μια ευπρόσδεκτη συζήτηση. Γιατί είναι ούτως ή άλλως ένα ανθρώπινο ερείπιο, που τρεκλίζει μέσα στην τρώγλη του, καταφαγωμένος από τη μοναξιά. Οι επιθέσεις εναλλάσσονται. Όταν ο ένας κινείται απειλητικά προς την επικράτεια του άλλου, ο άλλος λουφάζει αμυνόμενος και οπισθοχωρεί σιωπηλός. Κάποια στιγμή η γροθιά του θα φτάσει ελάχιστα χιλιοστά πριν το πρόσωπό της, αλλά θα συγκρατηθεί, απόλυτα αξιοπρεπής μέσα στην αθλιότητά του. Τα μάτια του παραμένουν διαρκώς μισόκλειστα, σα να τον ενοχλεί το φως της ζωής.

Και κάποια στιγμή ο Άαρον αρχίζει να εξομολογείται. Υπερηφανεύεται που επιβίωσε μετά την αυτοκτονική κούρσα κι επανέφερε τη μνήμη του. Που «ό,τι ξέρει, το ξέρει απ’ το ραδιόφωνο». Ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνει τις γλώσσες, του αρκεί ν’ ακούει τους ανθρώπους να τις μιλάνε κι έτσι νοιώθει λιγότερη μοναξιά. Και η καλύτερη ώρα της μέρας το μοναχικό του φαγητό στο άθλιο εστιατόριο των φορτηγόδρομων. Εκείνη αρνείται να παραδεχτεί πως δεν είναι παρά μια φαντασμένη ζωγράφος, άφραγκη και καταχρεωμένη, που «ήρθε εδώ μετά από 25 χρόνια έχοντας μαζί της ένα τεράστιο τίποτα». Αλλά θα παραδεχτεί πως της μένει λίγος καιρός ζωής και πως θέλει να τον αφιερώσει στην ύστατη ζωγραφική της.

Μπορούν αυτοί οι τόσο διαφορετικοί κόσμοι να «συνυπάρξουν»; Να ζήσουν κάτω από την ιδία «στέγη», μοιραζόμενοι τα κοινά, αποδιώχνοντας τις διαφορές; Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Χιλέλ Μίτελπουνκτ (1949) είναι εβραϊκής καταγωγής για να αντιληφθούμε πως το έργο του δεν αγγίζει τις πλέον βαθιές ανθρώπινες σχέσεις (ακόμα και τον έρωτα) αλλά και εκτοξεύεται σε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές σφαίρες. Ποιος ορίζει μια διεκδικούμενη επικράτεια, τι ανήκει σε ποιον και από πότε, ποιες πράξεις είναι νομικές, ηθικές ή ανθρώπινες, τι είναι δίκαιο και τι άδικο; Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Athens Review of Books ο Άμος Όζ (βλ. εδώ) έλεγε: «Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο δίκιο και στο δίκιο, ανάμεσα σε δυο λαούς που διεκδικούν το ίδιο οικόπεδο, που ανήκει και στους δυο. Πρόκειται για μια τραγωδία με την αρχαία σημασία της λέξης. Η μόνη λύση είναι η ίδια λύση που βρήκε η Τσεχοσλοβακία, να χωριστεί ειρηνικά σε δυο κράτη έχοντας βέβαια επίγνωση πως ο ιστορικός συμβιβασμός θα είναι επώδυνος και στις δυο πλευρές και η μοιρασιά της χώρας θα είναι δύσκολη και τρομακτική».

Η Μίρα ακόμα και στην κατάρρευσή της θα παραμείνει καλλιτέχνης και θα μεταδώσει τα μυστικά της στον Άαρον. Θα προσπαθήσει να τον μάθει «να μην ταυτίζεται και να ζει τη ζωή των άλλων», «να μην ζει την αρρώστιά της αντί για εκείνη». Θα βρεθεί «με καλή παρέα, μέρος πια το σημειωματάριού του». Κι εκείνος θα γίνει τα δικά της μάτια, χέρια και πόδια, σε μια τελευταία αλλά απόλυτα συντριπτική νίκη της ζωής τους. Οι δυο ηθοποιοί τιμούν επί μιάμιση ώρα δυο τραγικούς και τραγικά δύσκολους ρόλους.

Παίζουν: Τάσος Νούσιας, Μαρλένε Καμίνσκι, σκηνοθ.: Μάνος Πετούσης, μτφ., βοηθ. σκηνοθ. και μουσ.: Κωνσταντίνος Καγιάννης, σκην. – κουστ.: Κώστας Μπότσος, φωτ.: Ανδρέας Μπελής / Θεμιστοκλέους 104, 210 3826185 / Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο με όλα τα στοιχεία των συντελεστών και της παράστασης εδώ./ Τετ-Πέμ.-Παρ. 21:15 έως 7/5, σε Θεσσαλονίκη από 18-28/5.

 [Hillel Mittelpunkt - Driver/Painter, 1988]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

24
Φεβ
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 40. Μαρλέν Σαΐτη

Η ερμηνεία σας στη “Νόρα Μετά” υπήρξε ιδιαίτερα φορτισμένη. Πώς αισθανθήκατε το ρόλο, τι σας προβλημάτισε, τι σας οδήγησε σε μια τέτοια έντονη βίωση;

Το έργο δόθηκε από μια διαφορετική οπτική γωνία από το κλασσικό έργο όπου η ηρωίδα είναι ανυποψίαστη για το τι γίνεται. Δεν μπορούσα λοιπόν να αφήσω αυτή την αναταραχή στο συρτάρι και να την βγάζω όταν οι εντάσεις είναι οφθαλμοφανείς π.χ. όταν διαβάζει ο άντρας της το γράμμα κι αυτή τρελαίνεται. Όχι, η ηρωίδα μας ξεκινάει ξέροντας ήδη τι έχει συμβεί. Είναι σα να μιλάει στις ψυχές όλων των θεατών που έρχονται κάθε μέρα σα να τους λέει «ξέρω ότι κι εσείς έχετε ένα πρόβλημα». Η δική μας ηρωίδα περνάει τον δικό της Γολγοθά. Δεν μπορούσα να την αφήσω στην ανεμελιά της. Βλέπω ότι μιλάμε για μια γυναίκα η οποία ήδη ξέρει το τέλος. Εύλογο ερώτημα: γιατί το ξαναβιώνει; Η επανάληψη είναι απαραίτητη διότι λειτουργεί ως μία μορφή κάθαρσης από την οποία αντλέι δύναμη για την επόμενη μέρα.

Η δυσκολία του ρόλου σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπειριών με ώθησε στο να κάνω εκτενή έρευνα που πέραν της σχετικής βιβλιογραφίας και επικεντρώθηκε στο να μιλήσω με πολλές γυναίκες. Γυναίκες πονεμένες που έχουν προσφέρει πολλά και εισπράτουν αχαριστία και αποπομπή. Εντύπωση μου έκανε η προσπάθεια πολλών γυναικών που με νύχια και με δόντια προσπαθούν να κρατήσουν το μικρόκοσμο της οικογένειας.

Όπως γράψαμε στην σχετική παρουσίαση, εμπλουτίσατε την ερμηνεία σας με μια ιδιαίτερη σωματικότητα, με μια συγκλονιστική, προσωπική γλωσσολογία σώματος. Επρόκειτο για σκηνοθετική οδηγία ή για δική σας επιλογή;

Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, φτιάχνεται εκείνη τη στιγμή και ο κάθε άνθρωπος το καθετί το δικαιολογεί και το εισπράττει διαφορετικά, ανάλογα με τις εμπειρίες του, τη ματιά του, τα διαβάσματά του… Όσον αφορά τη γλωσσολογία του σώματος που αναφέρεις, σύμφωνα με τη σκηνοθετική οδηγία η Νόρα βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση λόγω φόρτισης: τρέχει, φεύγει από τη μια κούκλα και πάει στην άλλη, ανεβαίνει στο μπαούλο, ξανακάθεται κάτω, τρέχει να κρυφτεί… Αυτό το πήρα και το εξέλιξα όσον αφορά τα πολυεπίπεδα που έχει το κάθε σώμα: την τάση προς τα εμπρός (επιθετική), προς τα πίσω (αμυντική), την κορδωμένη στάση (υπερηφάνεια, γείωση). Αυτή η κοπέλα έχει περάσει τόσα πολλά που δεν νομίζω πως θα μπορούσε να έχει τόσο ξεκάθαρους αυτούς τους τρεις άξονες, οπότε προσπάθησα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του ρόλου και της ιστορίας που αφηγείται, να πειραματιστώ με διάφορα επίπεδα. Έτσι δε θα μπορούσα να αφήσω το σώμα μου ξύλινο ή να είναι απλώς το σώμα μιας δεσποσύνης. Σεβόμενη την σκηνοθετική οδηγία και τις δεσμεύσεις της αποφάσισα να εξελίξω τα όρια του ρόλου. Καθώς εξελίσσεις το ρόλο, το ίδιο το σώμα λειτουργεί πλέον μόνο του.

Η Νόρα Μετά βασίζεται στο κείμενο της Ιψενικής Νόρας αλλά μεταλλάσσεται σε νέο έργο, δια χειρός Νίκου Καμτσή, για να παρακολουθήσει τη Νόρα…μετά. Μπορούμε να επεμβαίνουμε σε έργα παγιωμένα στο χρόνο; Σας γοητεύει η ιδέα της συνέχισης της ζωής τους/των χαρακτήρων τους; Σκέφτεστε κάποιο έργο που θα σας ενδιέφερε να δείτε …Μετά;

Σε έργα παγιωμένα στο χρόνο η επέμβαση είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, ίσως δυσκολότερο από την συγγραφή ενός έργου από την αρχή και απαιτεί ταλέντο και ιδιαίτερη δημιουργικότητα. Όταν το αποτέλεσμα είναι επιτυχές, τότε η συνέχιση της ζωής των χαρακτήρων για μένα είναι ιδιαίτερα γοητευτική.

Μπαίνετε άραγε και εσείς, ως ηθοποιός σε μια τέτοια πρόκληση; Να μεταπλάσετε ένα κείμενο ή έναν χαρακτήρα στο μετά, στο σήμερα ή έστω να τον στρέψετε προς έναν άλλο δρόμο και σαν δικό σας παιχνίδι;

Ναι, στην διαδικασία να βρω το ρόλο μου, στη διαδρομή. Από εκεί και πέρα σαν ηθοποιό στη παρούσα περίοδο δε με αφορούν τα «πειράματα».

Πιθανώς αυτό ενδιαφέρει πολύ περισσότερο τους σκηνοθέτες;

Εδώ πράγματι έχουμε διαφορά σκηνοθέτη – ηθοποιού: για έναν ηθοποιό δεν έχει σημασία αν ένας ρόλος έχει χιλιοπαιχτεί, γιατί έχει χιλιοπαιχτεί από άλλους. Η σχέση του ρόλου με τον ηθοποιό έχει μια μοναδικότητα. Τη μοναδικότητα της δικής του ερμηνείας όπως αυτός και μόνον αυτός τη βιώνει. Όταν ένας σκηνοθέτης πάρει ένα κείμενο, έχει δει το όραμα των άλλων σκηνοθετών. Είναι, νομίζω, διαφορετική η σκοπιά και γι’ αυτό ίσως έλκεται με νέες αναγνώσεις και θέλει να βάλει το δικό του στίγμα, τη δική του υπογραφή.

Εσείς αφήνεστε στα χέρια του σκηνοθέτη; Τι συμβαίνει όταν υπάρχει διαφωνία, όταν ο ρόλος σας μιλάει «διαφορετικά»;

Αυτή είναι μια εξαιρετική ερώτηση. Η επιλογή μου είναι να αφήνομαι αλλά αυτό έχει το μειονέκτημα να περιορίζει τον ηθοποιό στα όρια τα οποία έχει ο σκηνοθέτης. Η ύπαρξη διαφωνίας ηθοποιού-σκηνοθέτη πιστεύω ότι είναι μία γόνιμη σχέση. Γιατί όπως δεν είναι απριόρι ότι η σκηνοθετική άποψη έιναι η καλύτερη δυνατή το ίδιο συμβαίνει και με τη διάθεση που έχει ο ηθοποιός απέναντι στο ρόλο.

Ο καθένας βγάζει τη δημιουργικότητά του, αλλά στο δικό του κομμάτι. Θα είναι, πιθανώς, πολλαπλάσια δουλειά να ικανοποιήσει το όραμά του και να σκάψει και τα υποκριτικά βάθη του ηθοποιού.

Συμφωνώ.

Ρόλος που θα ονειρευόσασταν να παίξετε ή να πειραματιστείτε πάνω του;

Πάντα μ’ ενδιέφερε πολύ το αυτοβιογραφικό στοιχείο, να παίξω τη ζωή μιας μεγάλης προσωπικότητας και επίσης να ερμηνεύσω τραγικούς χαρακτήρες. Στο θέατρο ειδικότερα, Δοξα τω Θεό, μέχρι στιγμής έχω αγγίξει αρκετά πράγματα και με οδηγεί το ενστικτό μου.

Επιστρέφοντας στη Νόρα: η διαφορετικότητά της μεταφράζεται ως παράνοια, η προσωπική της γνώμη ως ψυχοπάθεια.

Εξαρτάται ποιος από το περιβάλλον της τη κρίνει και πως αυτός ερμηνεύει τη διαφορετικότητά της αποδίδοντας τις έννοιες της παράνοιας ή της ψυχοπάθειας. Η τρέλα δε παίζεται και πολλές φορές αυτοί που θεωρούνται κοινωνικά σωστοί είναι οι συντελεστές της κατάστασης που βρίσκεται η Νόρα.

Βέβαια με τους σύγχρονους πλέον ψυχιατρικούς όρους, οι αρσενικοί χαρακτήρες του έργου αποτελούν κλινικές περιπτώσεις. Σκέφτομαι όμως πως τόσα χρόνια μετά τη Νόρα η γυναίκα ετεροκαθορίζεται. Ο κόσμος δεν διδάχτηκε τίποτε από τον Ίψεν, από το θέατρο; Το θέατρο βρίσκεται απλώς εκεί για να εντοπίζουμε τους εαυτούς μας και να ανακουφιζόμαστε για ένα δίωρο;

Ακόμα και ο Ίψεν δε θα μπορούσε απόλυτα να εξαλείψει τους κοινωνικούς ετεροκαθορισμούς. Έιναι όμως από τους πρώτους που μπόρεσε να τους καταγγείλει, και ουσιαστικά να αποτελέσει την αφετηρία στην εξέλιξη της γυναικείας ανεξαρτησίας. Το θέατρο πιστεύω, ακόμα και ως απλή ψυχαγωγική διαδικασία, δρα παιδευτικά σε πάρα πολλές εκφάνσεις της προσωπικότητάς μας και του είναι μας και κατά συνέπεια, δεν είναι απλή διαδικασία ανακούφισης.

Τρέμω με την ιδέα πως το Κουκλόσπιτο της Νόρας, η συρρίκνωση όλου του κόσμου της στον οικιακό μικρόκοσμο σήμερα είναι πλέον καθολική. Το σπίτι γίνεται το φρούριό μας, το έξω τρομάζει, η τηλεόραση γίνεται το μοναδικό μας παράθυρο, ενίοτε και πόρτα. Υπάρχει άραγε αυτή η δια-φυλική, δια-χρονική διάσταση στο έργο;

Σαφώς και ξεπερνάει τα γυναικεία δικαιώματα. Και ο άντρας θα σκεφτεί τον δικό του το ρόλο – στην οικογένεια, στην κοινωνία. Αλλά ούτε η Νόρα είναι αθώα, εφόσον χρησιμοποιεί τον γιατρό για να καταφέρει αυτό που θέλει. Το έργο εκφράζει μια γενικότερη φιλοσοφία που παρουσιάζεται τόσο στο πρόλογο όσο και στον επίλογο. Εκεί η ηρωίδα κοιτάει κατάματα τον θεατή και λέει «ζητάς απ’ τον ήλιο να λάμψει πιο πολύ και καίγεσαι», «τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις τη σιωπή, χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία». Οι έννοιες αυτές αγγίζουν το καθένα ανεξάρτητα από το επίπεδο της παιδείας του μιλώντας στις ψυχές όλων των ανθρώπων. Ανοίγοντας τα μάτια μας στο πρόβλημα του διπλανού μας, δεν αντλούμε μόνο δύναμη αλλά αντιμετωπίζουμε καλύτερα και το δικό μας πρόβλημα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος που θα έρθει στην παράσταση, θα βρει ένα κομμάτι που τον αφορά.

Είστε ευχαριστημένη από τις ελληνικές θεατρικές εκδόσεις; Τι σας λείπει;

Οι επιλογές των ελληνικών θεατρικών εκδόσεων περιορίζονται κατά κύριο λόγο στις εκδόσεις Δωδώνη, Κάκτος,Ύψιλον, Επικαιρότητα. Ειδικά για το Κουκλόσπιτο στην έρευνά μου βρήκα μόνο 2 μεταφράσεις όπου ο λόγος ήταν παρωχημένος. Το κείμενο που μας έφερε ο κ. Καμτσής έτοιμο ήταν σε καθαρό και στρωτό λόγο. Στην Ελλάδα στο θέατρο οι μεταφράσεις γίνονται κατόπιν αναθέσεων για τα καινούρια έργα. Έχω τη τύχη να μπορώ να δουλεύω με έργα από την Αμερική και από την Ισπανία στην αγγλική τους έκδοση και δε χρειάζεται να χρησιμοποιώ ελληνικές μεταφράσεις.

Διαβάζετε θέατρο ή για το θέατρο; Κάποιες εκδόσεις άξιες αναφοράςνα αναφερθούν;

Μου αρέσει να διαβάζω καινούργια θεατρικά έργα και βιβλία για την υποκριτική. Έχω μια μεγάλη βιβλιοθήκη που ανατρέχω συνέχεια. Ενδεικτικά:
Acting, The First Six Lessons by Richard Boleslavsky
On Method Acting by Edward Dwight Easty
Acting in Film by Michael Caine
The Intent to Live by Larry Moss
On the Technique of Acting by Michael Chechov

Στην Αμερική υπάρχει ένα φοβερό βιβλιοπωλείο, το Samuel French, εξαιρετικό για το θέατρο, για τον κινηματογράφο και για την τηλεόραση. Εκεί λοιπόν βρίσκω παρά πολλά έργα. Βρήκα διασκευές πάνω στη Νόρα κι έτσι διάβασα διάφορες εκδοχές. Δε σημαίνει πως μου άρεσαν όλες, έχει όμως ενδιαφέρον να βλέπεις διαφορετικές παραμέτρους. Μακάρι και στην Ελλάδα να υπήρχε ένα τέτοιο βιβλιοπωλείο.

Πότε διαβάζει ένας ηθοποιός; Αν υποθέσουμε πως μελετά τον ρόλο του και διαβάζει για το θεατρικό έργο όπου συμμετέχει, πότε μένει χρόνος να επεκταθεί αλλού;

Την εποχή που διαβάζω ένα ρόλο, δεν διαβάζω τίποτε άλλο. Ξεκινάω την έρευνά μου, ψάχνω άλλες παρουσιάσεις, σκηνοθετικές απόψεις, εντρυφώ σε φιλοσοφικές θεωρίες που αναφέρονται στο έργο, στον πολιτισμό της περιόδου, είμαι απόλυτα αποροφημένη και διοχετεύω την ενέργειά μου αποκλειστικά εκεί. Όταν οι παραστάσεις μπουν στη πορεία τους, ηρεμώ και κάνω τα διαβάσματά μου.

Το βράδυ που είδα την παράσταση η Αθήνα είχε βραχυκυκλώσει για άλλη μια φορά κι εσείς βρεθήκατε ακινητοποιημένη, μακριά από το θέατρο. Μου φάνηκε αδιανόητη η εικόνα: η Νόρα ξέμεινε στο Ζάππειο σε απόλυτα περιοριστικές συνθήκες αλλά μετά από λίγο οφείλει να αιωρηθεί πάνω στη σκηνή.

Πράγματι ήταν μια δύσκολη παράσταση για μένα, επειδή χρειάζομαι τουλάχιστον μιάμιση ώρα πριν από κάθε παράσταση για να προετοιμαστώ. Βέβαια την απόδοση ενός ρόλου ανεξάρτητα από το πόσες φορές έχει παιχτεί προσπαθώ να την έχω σε επίπεδο ακραίο. Δε μπορώ βέβαια κάθε μέρα να είμαι η ίδια. Παίζω με τα δάκρυα μου, τα συναισθήματά μου, με όλο μου το είναι.

Προηγούμενοι ρόλοι;
Στο θέατρο από τότε που ήρθα στην Ελλάδα πριν τρία χρόνια: Βερολίνο 1989, Ιστορίες μιας πόλης, από το βιβλίο του Δημήτρη Γκενεράλη, σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη, (Απλό Θέατρο, Νέα Σκηνή). Έπειτα ήρθε Το Φεγγάρι που Ματώνει, του Νίκολας Καζάν (Θέατρο Τόπος Αλλού). Και μετά ο μονόλογος, Ιφιγένεια της Ευρυπίδου, της Σοφίας Διονυσοπούλου (Θέατρο Φούρνος) που γράφτηκε επηρεασμένος από τα Δεκεμβριανά του 2008.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας θεατρικός συγγραφέας;

Ο Βασίλης Κατσικονούρης.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος ρόλος σας μετά την ολοκλήρωση των παραστάσεων; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ρόλοι που περισσότερο μαθαίνεις τα νέα τους είναι αυτοί που γίνονται στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο, άρα ενδέχεται κάποιος να έρθει και να σου πει ότι σε είχε δει. Έναν ρόλο που έχει τελειώσει, συνήθως τον κλειδώνω, τον αφήνω, του ξεφεύγω, πάω για άλλα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Με τις ίδιες δυσκολίες που βιοπορίζονται όλοι οι ηθοποιοί.

Παρουσίαση της παράστασης: εδώ.

30
Ιαν
11

η ΝόΡΑ…ΜΕΤά

Θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ

Χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία, τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις την σιωπή. Μπογιατίζεσαι γιατί δεν αντέχεις τον καθρέφτη. Βρίσκεις την τέχνη για σωσίβιο και κρατιέσαι για να μη σε ρουφήξει ο βυθός…

Η Ιψενική Νόρα τα είχε βροντήξει κι είχε φύγει. Για πάντα; Αν ξαναβλέπαμε τον μύθο της με τα σημερινά μας μάτια, στην καμένη αυτή εποχή των «επαναστατικών αποτυχιών και των υπαρξιακών απογοητεύσεων»; Αν ξαναμπούμε σ’ ένα Κουκλόσπιτο «πειραγμένο» πώς θα είναι η Νόρα τώρα, δηλαδή μετά – θα έκανε το ίδιο;

Να ’την λοιπόν ξανά παγιδευμένη στο Σπίτι. Εύθραυστη, ευάλωτη, εξαρτημένη, ετεροκαθορισμένη. Πάντα ξυπόλητη γιατί είναι αδύνατο να φύγει. Κι ας πρέπει αυτά τα πόδια δεν πρέπει μόνο να χορεύουν αλλά και να μάθουν να κλωτσούν και να φεύγουν. Αλλά με γυμνά πόδια πώς να περπατήσεις; Η λεωφόρος είναι καυτή και τα μονοπάτια γεμάτα τσουκνίδες. Και άλλωστε με τι στηρίγματα, αφού κανόνες, θεοί και ιδέες δεν είναι δικές της, είναι αλλονών. Γύρω της τρεις ανδρικές φιγούρες που καθορίζουν αποκλειστικά την ζωή της: σύζυγος Τόρβαλτ (και δυνάστης και εκπρόσωπος των καθιερωμένων αξιών), γιατρός (και πολιορκητής και τροφοδότης της φιλαρέσκειάς της), πιστωτής (και προσωποποίηση της απειλής) – όλοι συνεχώς παρόντες σε κάθε σκηνή, ακόμα και απόμερα, προβάλλοντες έμμεσα τις δικές τους επιθυμίες. Τι της μένει να κάνει αφού αυτή ποτέ δεν θα γίνει αυτή;

Παραλογισμένη να παίζει και να ξαναπαίζει το ίδιο έργο σ’ ένα pop up σκηνικό, να θεριεύει τους άντρες σε τεράστιες τερατικές μαριονέτες ή να τους τυποποιεί σε φύλλα τράπουλας, αγαπημένο της παιχνίδι μαζί με τα μικρά μοντελικά σπιτάκια που επιπλώνει με ανθρωπάκια προτού τους βάλει φωτιά. Αφού και στο δικό της Κουκλόσπιτο εκείνη αποτελεί έγκλειστο διακοσμητικό στοιχείο. Ένας καθρέφτης και μια κάσκα κομμωτηρίου είναι ό,τι έχει μάθει πως της χρειάζεται. Η ζωή της είναι μια μακέτα παράστασης, κι εκείνη μια μηχανική κούκλα που παίζει με τον εαυτό της κι άλλες κούκλες, μια κούκλα η ίδια για όλους, μια ανθρώπινη καρικατούρα. Μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας, κυκλοθυμία, γονίδια, απώλεια μνήμης, διαταραχές ψυχικής οργάνωσης, κρίση ταυτότητας, αυτοκτονικές τάσεις, φόβος εγκατάλειψης, μονολογεί ο γιατρός σε κάθε της φράση. Η μόνη της αταξία είναι μπροστά του να ψιθυρίζει: «να πάνε να γαμηθούνε όλοι τους».

Το Σπίτι έχει ρόλους προδιαγεγραμμένους για τον καθένα. Η Νόρα πρέπει να αποτελεί συζυγική σκιά, οικοκυρά μητρότητας, μηχανή ανατροφής. Μόνο που πιο κάτω από το σάπιο έδαφος των ρόλων υπάρχει δεύτερο ύπουλο υπέδαφος: το σύστημα του προτεσταντικού ασκητισμού. Η αδιάκοπη εργασία ελκύει την θεϊκή εύνοια και γίνεται αυτοσκοπός, το επάγγελμα μετατρέπεται σε ηθική δραστηριότητα και οι ευσυνείδητοι εργάτες εργάζονται για την δόξα του καλού Θεού – όλως τυχαίως με χαμηλά ημερομίσθια. Οι νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας μεταποιούνται σε θεϊκές επιταγές, τη θέση του Ναού καταλαμβάνει η Τράπεζα, οι νόμοι της χρηματοπιστωτικής οικονομίας αντικαθιστούν τις δέκα εντολές. Αλίμονο σε όποιον τους καταπατήσει, και πόσο μάλλον αν είναι γυναίκα… Η παρεκκλίνουσα Νόρα δανείστηκε χρήματα με εγγύηση ένα πλαστογραφημένο ομόλογο για να σώσει τον Τόρβαλτ, ξεπερνώντας τα επιτρεπτά όρια: φερόμενη ως άντρας. Θα υποστεί τις συνέπειες, ποινικές, χριστιανικές αλλά και παγανιστικές εφόσον θα αρνηθεί τη Χάρη αποδεχόμενη την πτώση.

Η Νόρα αποδίδεται με μια συγκλονιστική γλωσσολογία σώματος. Τα γυμνά της πόδια έχουν το δικό τους λεξιλόγιο, το σώμα κινείται διαρκώς χαμηλωμένο, σχεδόν σα να σέρνεται, σα να θέλει απεγνωσμένα να βρει μια δική της ζωτική επικράτεια. Άλλοτε μοιάζει να αιωρείται προς κάθε κατεύθυνση, λες και πασχίζει να πετάξει από έναν αποπνικτικό κόσμο που δεν επέλεξε. Προσπαθώντας στο τέλος να φύγει, βάζει παπούτσια αλλά έχουν όλα καρφιά και την κρατούν στο πάτωμα. Όμως ακόμα κι αν ο Τόρβαλτ της λέει πως έξω δεν υπάρχει τίποτα και πως εδώ μέσα είναι όλα, οικογένεια, ηθική, προορισμός, καθήκον, Θεός, εγώ εκείνη είναι σίγουρη: Το σπίτι δεν με χωράει πια, δεν έχει μέρος να κρυφτώ εδώ μέσα. Έξω η μεγάλη λεωφόρος πυρωμένη από τον ήλιο. Αυτή θα περπατήσω για να μου κάψει τα πόδια, να βγάλω άλλο δέρμα, καινούργιο.

Το άψογο πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει ολόκληρο το κείμενο, τις διαφορετικές οπτικές πέντε θεατρολόγων και άλλα κείμενα. Κάπου εκεί διαβάζω πως ο αναρχικός ατομιστής Ίψεν θεωρούσε υπέρτατη αλήθεια της ζωής την ελευθερία και πως όλοι έχουν το δικαίωμα να επαναστατούν ενάντια στους θρησκευτικούς, ηθικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς. Και σκέφτομαι πως αν οι Νόρες, εκείνη και ετούτη, αποτελούσαν μια πρώιμη κραυγή για τα γυναικεία δικαιώματα, σήμερα σφαδάζουν για όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλες οι πλαστογραφημένες προσωπικότητες πρέπει να ελευθερωθούν και οι πλαστογραφίες μιας ολόκληρης ζωής να λήξουν.

Μτφρ. και δραματουργική επιμ.: Νίκος Καμτσής – Έρικ Λάρσον, Σκηνοθ.: Νίκος Καμτσής, σκην.: Νίκος Καμτσής – Μίκα Πανάγου, Κοστ.: Μίκα Πανάγου, μους.: Χρήστος Ξενάκης, κούκλες – ομοιώματα – ειδικές κατασκευές: Djordje Petrovic, κιν.-χορογρ.: Ναταλία Στυλιανού. / Παίζουν: Μαρλέν Σαΐτη, Νίκος Αλεξίου, Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Γιώργος Κροντήρης, Γεωργία Μαυρογεώργη / 100΄ / Πε – Σα: 21:00, Κυ: 19:30 / Κεφαλληνίας 17 & Κυκλάδων, Αθήνα, 210 – 8656004, 8624392 / http://www.topos-allou.gr/.

Δημοσίευση και σε mic.gr.

12
Ιαν
11

Ντάριο Φο – Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού

Θέατρο «Αλέκος Αλεξανδράκης»

Ελάχιστες σημερινές παραστάσεις σε αποχαιρετούν με σφιγμένο στομάχι, κι ας είναι πειστικές, κι ας αποτελούν τέλεια δείγματα μιας σκληρής εποχής όπως αυτή. Που δεν σε αφήνουν απλώς προβληματισμένο (συμπληρώνοντας έναν ούτως ή άλλως καθημερινό προβληματισμό) αλλά σου καρφώνουν ύπουλα το ερώτημα: πόσο πιο Άδικη μπορεί να είναι η Δικαιοσύνη; Αυτή η παράσταση ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία: είναι σπαρταριστή κωμωδία αλλά σου παγώνει το γέλιο στα χείλη. Ρίχνει σαν πολυβόλο τις σπαρταριστές ατάκες αλλά δεν τολμάς να σκεφτείς ότι αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συμβαίνουν. Άρα τι κάνουμε, σοβαρεύουμε ή ξεκαρδιζόμαστε;

O Φο πάντα προτείνει την εναλλαγή σοβαρού και αστείου. Υπήρξε ανέκαθεν ενοχλητικός και ανεπιθύμητος σε κάθε εξουσία ήδη από την δεκαετία του ’50, οπότε και ακυρώθηκε η ραδιοφωνική του εκπομπή στη RAI (Κοκορίκο, με σατιρικούς μονολόγους που μετέτρεπαν βιβλικές ιστορίες σε πολιτική σάτιρα) κι αργότερα απαγορεύτηκε κάθε εμφάνισή του στο κανάλι για τα επόμενα 15 χρόνια. Στη συνέχεια κινούνταν διαρκώς κυνηγημένος και απειλούμενος, η θεατρική του ομάδα δεν έβρισκε θέατρο να παίξει, αντιμετώπισε τις λογοκρισίες όλου του κόσμου αλλά δεν υποτάχθηκε ποτέ. Αντίθετα, όσα και να τράβηξε, τους έπαιρνε πάντα τα σώβρακα, μετατρέποντας ακόμα και τις πραγματικές του συλλήψεις σε πνευματικές συλλήψεις πνευματωδών έργων. Ο Φο γνωρίζει πως δεν υπάρχει υποταγή του χιούμορ σε καμία αρχή και σε κανένα νόμο. Η συνεχής επιβολή του νόμου πάνω στον ίδιο και στον Γελωτοποιό του τον έκανε ατρόμητο απέναντί του. «Από εδώ και πέρα η γλώσσα μου θα τρυπάει και θα καθαρίζει σα μαχαίρι, θα ξαναδώσει το δικαίωμα στο γέλιο».

Κάπως έτσι μετατρέπει τις πάσης φύσεως αντίξοες συνθήκες σε απολαυστική διασκέδαση ο «τυχαίος» σχιζοφρενής πρωταγωνιστής που εξαπατά τον κόσμο παριστάνοντας διάφορους κοινωνικούς ρόλους και συνεπώς μπαινοβγαίνει στα αστυνομικά τμήματα, έχοντας όμως την ασφάλεια του ακαταλόγιστου. Του αρέσει να παίζει θέατρο, κι επειδή «το θέατρό του είναι το θέατρο της πραγματικότητας,» θέλει οι «συνάδελφοι ηθοποιοί» να είναι πραγματικοί άνθρωποι, να παίζουν στα έργα του αλλά χωρίς να το ξέρουν. Κάποια στιγμή βρίσκεται μόνος του σε ένα γραφείο, όπου αναμένεται η ανάκριση για τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού».

Τα (και πραγματικά) γεγονότα: Τέλη του 1969 το ιταλικό κράτος μέσω μυστικών υπηρεσιών και ακροδεξιών κύκλων, στο πλαίσιο της «στρατηγικής της έντασης» (συνομωσία δυσφήμησης αναρχικών και εργατικών οργανώσεων μέσω απόδοσης κατευθυνόμενων τρομοκρατικών ενεργειών σε αυτούς), πυροδότησε μια βόμβα στην τράπεζα στην πλατεία Φοντάνα στο Μιλάνο σκοτώνοντας 19 άτομα. Για την βόμβα συνελήφθησαν οι αναρχικοί Πιέτρο Βαλπρέντα και Τζιουζέπε «Πίνο» Πινέλι. Ο δεύτερος εκπαραθυρώθηκε από τον τέταρτο όροφο – οι αυτόπτες μάρτυρες είδαν την πτώση 12 και 2 αλλά το ασθενοφόρο είχε δεχτεί κλήση…5 λεπτά νωρίτερα… Ο πρώτος φορτώθηκε την ιστορία, δικάστηκε, φυλακίστηκε, απελευθερώθηκε με κλονισμένη υγεία, έγινε σύμβολο σαν τους Σάκο και Βαντσέτι. Στην αποτεφρωτική του κηδεία παίχτηκαν κλασική και τζαζ μουσική και αναρχικά τραγούδια, όπως το είχε ζητήσει.

Πίσω στο έργο: ο τρελός εκμεταλλεύεται και προσποιείται τον δικαστικό που έρχεται να ερευνήσει το θέμα, απλά και μόνο για να διασκεδάσει. Αλλά ακόμα κι αυτός διακρίνει την βρωμιά κι εκεί αρχίζει το πρώτο μεγάλο πανηγύρι: μαζεύει τους μπλεγμένους αστυνομικούς και τους ψαρώνει, ξεγυμνώνει, εκθέτει, τρομάζει, ταπώνει, μπερδεύει, πανικοβάλλει, εξαναγκάζει σε αναπαράσταση των συμβάντων, σε αλληλοκατηγορίες, σε γελοιοποίηση. Ειρωνεύεται την ξαφνική τους φιλαλήθεια, τους κάνει να μην γνωρίζουν πότε σοβαρολογεί και πότε κοροϊδεύει, να παίξουν τρενάκι όλοι μαζί, να τραγουδήσουν την bandiera rossa – όλα με την αμυδρή υπόσχεση πως μόνο έτσι θα τους σώσει και θα σωθούν. Ακόμα κι όταν τους λέει «Εγώ στη θέση σας θα πήδαγα απ’ το παράθυρο» εκείνοι το σκέφτονται.

Στο δεύτερο μέρος ο τρελός κυριολεκτικά «αφιερώνει». Εισέρχεται ως διαφορετικά μεταμφιεσμένος αξιωματούχος, μονόφθαλμος, μονόχειρ και μονομανής, κι αρχίζει με γλώσσα ροδάνι και τρυπάνι, να δουλεύει αυτή τη φορά την δημοσιογράφο, αλλά με τρόπο χειρουργικά μελετημένο και κοφτερό, οδηγώντας εκείνη στην αλήθεια και τα πάντα στο χάος. Ο Σ. Παπαδόπουλος ενσαρκώνει αγρίως κωμικά τον αεικίνητο και διαρκώς ομιλούντα σχιζοφρενή, που τελικά είναι ο λογικότερος και δικαιότερος μεταξύ απατεώνων. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο της Κομούνας στο Μιλάνο το 1970 και ο τρόπος που αντιμετώπισε το αληθινό εκείνο γεγονός βοήθησε στην καθοδήγηση της κοινής γνώμης για την διαλεύκανση πολιτικών και άλλων εγκλημάτων της ίδιας περιόδου. Για την ιστορία (και παραπλεύρως του έργου): το 1972 ο ύποπτος επιθεωρητής Καλαμπρέζι δολοφονείται από πυρά αγνώστων, όπως νωρίτερα κι ο ταξιτζής που ενοχοποίησε τον Βαλπρέντα, το 1988 κάποιοι βολικοί συνελήφθησαν ως υπαίτιοι, το 2001 ένα δικαστήριο καταδίκασε τρία άτομα για εκείνη την εκπαραθύρωση, ο τέταρτος ανήκε στην CIA και την γλίτωσε.

Σημ.: Καθημερινά 30 θέσεις για την παράσταση προσφέρονται σε ανέργους. Κυψέλης 54, Αθήνα, τηλ. 7707227, 8827000. Παίζουν: Σπύρος Παπαδόπουλος, Κώστας Αποστολάκης, Αντώνης Καρυστινός, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Στέλιος Πέτσος, Δήμητρα Στογιάννη. / Σκηνοθ. Σπύρος Παπαδόπουλος, μτφ. Άννα Βαρβαρέσου, σκην. – κοστ. Σάββας Πασχαλίδης, μουσ.- τραγ. Κίτρινα ποδήλατα, φωτ. Ανδρέας Μπέλλης.

[Dario Fo - Morte accidentale di un anarchico, 1970]

Πρώτη δημοσίευση: micgr, εδώ.

07
Νοε
10

Λογοτεχνείο, αρ. 75

Auguste Strindberg, Απόκρυφο ημερολόγιο, μτφ. Κατερίνα Σουμπασάκου, περιοδικό Η Λέξη, αφιέρωμα Το ημερολόγιο, τ. 59-60 (Νοέμβρης  – Δεκέμβρης 1986), σ. 1174 (χωρίς περαιτέρω ενδείξεις).

[25, 26, 27, 28 Σεπτεμβρίου]

Το παρελθόν μου; Μπορεί κανείς να ξεμπερδέψει τα νήματα της ζωής ενός ποιητή; Έχει κανείς το δικαίωμα να μετανοιώσει για το παρελθόν από το οποίο άντλησε μαθήματα; Και από το γεγονός ότι δεν έβγαλε τον εαυτό του στη σκηνή; Ζήσαμε όπως μπορέσαμε – όχι όπως το θελήσαμε! Το να σέρνεται κανείς στη λάσπη, όπως εγώ, είναι από μόνο του μια τιμωρία! Ό,τι κακό έχω κάνει, στο μεγαλύτερο μέρος του, το έκανα από άγνοια και σε στιγμή πάθους – όπως και άλλα πολλά! Και μήπως δεν τιμωρήθηκα αρκετά; (Δες «Στη Δαμασκό», Τρίτο Μέρος).

Στον Μανόλη Ξεξάκη

02
Μαρ
10

Σήλα Στήβενσον – Δρόμος μακρύς

 

Θέατρο Ορφέας. Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς

Σ’ ένα διήγημα του Κάρλος Φουέντες απ’ το Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μια μητέρα αλληλογραφεί με τον δολοφόνο της κόρης της, με την επιθυμία να του γνωρίσει ποια πραγματικά ήταν. Τόσο εκείνη όσο και ο φυλακισμένος συναντήθηκαν στον κοινό δρόμο προς μια νέα ζωή. Εδώ είναι ο γιος της οικογένειας εκείνος που δολοφονήθηκε από μια νεαρή γυναίκα και ήδη από την έναρξη – που κατακλύζεται από μια επαναληπτική, βιομηχανική μουσική – τα τρία εναπομείναντα μέλη (μητέρα – πατέρας – δεύτερος γιος) και η αυτουργός μονολογούν για την δραματική μεταλλαγή της ζωής τους.

Πώς χειρίζεται κανείς κάτι τέτοιο; Η μητέρα είναι σαστισμένη και οργισμένη, θέλει να εξαφανίσει από προσώπου γης την γυναίκα. Διατηρεί την στάχτη του νεκρού, βλέπει ανταύγειες μέσα της, βέβαιη πως εκείνος λάμπει ακόμα κι έτσι. Κρατάει τα ρούχα του γιατί δεν αποκλείει την επιστροφή του. Ο πατέρας εκπλήσσεται με την χολή που βγαίνει απ’ το στόμα του, αισθάνεται παγιδευμένος στον εαυτό του, δεν τον αναγνωρίζει. Ήλπιζε πως υπάρχει κάποιο κατάλληλο χάπι για την περίσταση αλλά τίποτα…η μόνη λύση είναι να τρέχει συνεχώς. Πρώτα σαν άσκηση, μετά σαν λαχανιαστή πανικόβλητη φυγή απ’ τις σκέψεις, μέχρι να στραφεί εξαντλημένος στο ποτό. Δεκάδες ερωτήματα τρυπούν την σκέψη τους. Τι γίνεται όταν σε μαχαιρώνουν; εκκρίνεται αδρεναλίνη όπως λένε, σαρώνουν οι ορμόνες; Αν είναι τώρα με τον Θεό, όπως του λένε, γιατί ο Θεός δεν τον προστάτεψε προηγουμένως; Γιατί ο κόσμος αλλάζει πεζοδρόμιο και κανείς δεν ξέρει τι να σου πει, μόνο ρίχνει κλεφτές ματιές οίκτου; Και οι ειδικοί που καλούνται να βοηθήσουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Μαλάκες που πίνουν το τσάι τους και σε ρωτάνε πώς νοιώθεις. Ζουν από τη θλίψη σου.

Μόνο ο γιος προσπαθεί να κρατηθεί την επιφάνεια, αντιλαμβανόμενος πως δεν μπορεί για πολύ να συνεχιστεί η ζωή σ’ αυτό το καταθλιπτικό μαυσωλείο. Προσπαθεί να τους ξυπνήσει, φωνάζει πως η ζωή πρέπει να συνεχιστεί, να μην κάνει ένας νεκρός κουμάντο στη ζωή μας! Πως η αυτουργός λες κι έχει πάρει τη θέση του, έγινε κομμάτι απ’ την ζωή τους, μόνο που δεν έχει μετακομίσει σπίτι τους. Όταν η μητέρα συνειδητοποιήσει πως είναι πλέον αναπόσπαστα δεμένη με εκείνη, τολμάει το ατόλμητο. Αν εκείνος είναι περισσότερο παρών από ποτέ – και εντελώς απών, τότε ίσως εκείνη πρέπει να μετατραπεί σε κάτι άλλο. Ο δρόμος προς την συνάντησή τους θα είναι μακρύς και δύσβατος.

Η Βρετανίδα συγγραφέας (που ξεκίνησε με θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο του BBC και συνέχισε προς το σανίδι το 1996 με το επιτυχές The memory of water/Η μνήμη του νερού κ.ά.) βεβαιώθηκε πως οι περισσότεροι από τους κρατούμενους είχαν υποστεί σημαντική ζημιά πολύ προτού καταλήξουν τελικά στη φυλακή (προερχόμενοι συνήθως από ένα χαοτικό και δηλητηριώδες κοκτέιλ δραματικών συγκυριών) και συμμετείχε στον αγώνα ορισμένων να κατανοήσουν και να αντιληφθούν τα εγκλήματά τους. Ο Μακρύς Δρόμος γράφτηκε μετά από πολύχρονη έρευνα στις φυλακές του Λονδίνου και σε συνεργασία με το Πρόγραμμα της Συγχώρεσης του αγγλικού Υπουργείου Δικαιοσύνης (άσχετο με θρησκείες και εκκλησίες) που λειτουργεί σε φυλακές, σχολεία, κοινότητες επανένταξης, ενδιαφερόμενες ομάδες κ.λπ. και επικεντρώνεται στην πρακτική, όχι θεωρητική, συγχώρηση, συμφιλίωση και επίλυση διαφορών. Στο σχετικό σάιτ περιλαμβάνονται οι ιστορίες που ακούγονται στις εκδηλώσεις τους ή εξομολογούνται οι ίδιοι οι κρατούμενοι.

Σ’ ένα τέτοιο έργο, που γράφτηκε για να παιχτεί και στις φυλακές, εξ ου και η συχνή κι επιτατική στροφή προς το κοινό, όπου καίει συνεχώς το ερώτημα πώς μπορεί τελικά να λειτουργήσει η συγχώρεση για τους κρατούμενους και πώς να ξεκινήσει μια νέα ζωή για «θύτες» και «θύματα», το σκηνικό ενός απλού τραπεζιού ήταν αρκετό, καθώς το έργο εναλλασσόταν ανάμεσα στο σπίτι τους και στη φυλακή της (οι όροι μπορούν και να αντιστραφούν), οι ηθοποιοί υπήρξαν ως την άκρη πειστικοί και το κείμενο μοίραζε γερές μαχαιριές στο μυαλό.

Σκηνοθ. Χρήστος Καρχαδάκης, μτφ.: Δημήτρης Μοθωναίος – Βάσια Παναγοπούλου, σκην. – κοστ.: Μυρτώ Αναστασοπούλου, φωτ.: Κατερίνα Μαραγκουδάκη, βοηθ. σκηνοθ. Αρσένης Γρίμμας. / Παίζουν (αλφαβ.): Κατερίνα Διδασκάλου, Χρήστος Καρτέρης, Μέλπω Κωστή, Αγγελική Λάμπρη, Χριστόδουλος Στυλιανού. / Θέατρο Ορφέας, Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς / Δευτ – Τρ. 21:15 / 90΄ / (Sheilagh Stephenson, The Long Road, 2008).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
09
Φεβ
10

Γιώργος Παλούμπης – ΠΑΚΜΑΝ

Καλλιτεχνικός Οργανισμός Coyot
Θέατρο Χώρα – Σκηνή Μικρή Χώρα

Κόκκινοι και Πράσινοι στο Πέναλτυ, επαρχιακά ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια στο Επείγον, φυλακισμένοι και έμποροι ναρκωτικών στο Νο 44…και η ανελέητη (ενίοτε και σπαρταριστή) θεατρογράφηση του σήμερα από τον Γιώργο Παλούμπη (που έχει σκηνοθετήσει από Σέπαρντ και Πίντερ ως Τερζάκη και Κεχαΐδη) συνεχίζεται. Τώρα το στόχαστρο διευρύνεται ακόμα περισσότερο: σειρά έχουν οι 30, 30+. To ΠΑΚΜΑΝ γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε αποκλειστικά στη διάρκεια των προβών, εφόσον ο συγγραφέας ακολούθησε την προσωπική του μέθοδο: έγραψε μόνο την αρχή, κι άφησε τους ηθοποιούς να πάνε προς τη συνέχεια και το τέλος αυτοσχεδιάζοντας. Όμως ήταν ακριβώς οι αντιδράσεις του καθενός με βάση τα προβλήματα και τις παθογένειες της ζωής τους που έβγαλαν το έργο.

Παρακολουθούμε στη σκηνή ταυτόχρονα τρία διαμερίσματα, όχι μόνο σε χωριστές πράξεις αλλά και ταυτόχρονα, εύρημα ομολογουμένως εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς τα τεκταινόμενα στο ένα μπορεί να συμπληρώνουν ή να αντιτίθενται με του άλλου, ακόμα κι όταν τα πρόσωπα συνδιαλέγονται τηλεφωνικώς ή απλώς υπάρχουν, δείχνοντας παραλληλίες και χάσματα. Στο πρώτο σπίτι το ζεύγος είναι λαμπερό και αξιοζήλευτο, μόνο που το κινητό τους αποτελεί πλέον προέκταση του χεριού, οι διαφορές στην περί ζωής άποψη ανεβαίνουν αργά στην επιφάνεια, και η αίγλη του free attitude που τους καλύπτει σιγά σιγά διατρυπάται από τα καθοριστικά μυστικά που κρύβει ο ένας απ’ τον άλλον. Άλλοι δυο άνθρωποι πηγαινοέρχονται στο διαμέρισμα: η αδελφή της γυναίκας κι ένας φίλος του άντρα, υποτιθέμενα ιδιόρρυθμοι, αλλά όχι περισσότερο χαμένοι από το φωτεινό ζεύγος, που τους βλέπει ως πρόχειρο πεδίο πειραματισμού εφόσον έχουν επιλέξει το μοντέλο της μοναξιάς. Παραδόξως όταν μιλάνε οι «περίεργοι», αποστομώνονται «οι κανονικοί».

Εδώ έχουμε ένα έργο που δεν είναι έργο, αλλά η πραγματικότητα. Ο θεατής δεν σκέφτεται ούτε στιγμή πως παρακολουθεί γραμμένο κείμενο – μάλλον του έχει ανοιχτεί ένα παράθυρο στα 3 σπίτια. Μιλάμε για τον πλέον άμεσο ρεαλισμό και καθώς όλα αυτά συμβαίνουν τώρα, τα στόματα περνάνε όλες οι έννοιες του κυριολεκτικού σήμερα: απολύσεις, επαγγελματικοί ανταγωνισμοί, Χαρδαβέλλας, μεσημεριανάδικα, πιστωτικές, δόσεις, facebook. Ήχοι κινητών, κοινωνικές υποχρεώσεις, άγχος κι ο καθένας με το κρυφό του κόλλημα. Πώς άραγε είναι ο «κανονικός άνθρωπος»; Να το ψάξουμε στο Google. Παραδόξως τόσο άμεσα παροντικά έργα αποτελούν την εξαίρεση κι όχι τον κανόνα στη σύγχρονη ελληνική θεατρογραφία.

Ο νεοέλλην τριαντάρης (plus) υποτιμά το παρόν, βλέπει το μέλλον σα μαύρη τρύπα, θέλει να ξεχάσει το παρελθόν, συνεπώς πού βρίσκεται η ζωή του και πού πατάει; Σε μια αενάως επαναληπτική φάση όπου όλοι ζουν τα ίδια αλλά τους χωρίζουν χάη; «Όλες οι (πολυάριθμες ομολογουμένως) συνταρακτικές ιστορίες σήμερα είναι μάλλον οι εξαιρέσεις σε μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα όπου τα πάντα τρέχουν χωρίς να έχουν καμιά ιδιαίτερη σημασία» γράφει ο δημιουργός στο πρόγραμμα της παράστασης. Όταν βγουν στην επιφάνεια οι επιθυμίες του καθενός, οι ασυμβατότητες είναι απόλυτες. Κι όχι μόνο: «η πραγματικότητα του καθένα είναι εντελώς διαφορετική από του διπλανού του. Ως εκ τούτου οι πραγματικότητες όλων μας διαρκώς συγκρούονται με των υπόλοιπων. Είναι αναπόφευκτο».

Ιδού το διάγραμμα της φθίνουσας αριθμητικής: 4 άνθρωποι, 3 διαμερίσματα, 2 οπτικές, 1 σύμπτωση – και 0 συνεννόηση. Άραγε ποια είναι τα δικά μας και τα δικά σας ΠΑΚΜΑΝ που τρώνε αργά αλλά σίγουρα την καθημερινή μας ζωή;

Κείμενο – σκηνοθ.: Γιώργος Παλούμπης, Σκην.-κοστ.: Λουκία Μινέτου, φωτ.: Βασίλης Κλωτσοτήρας. Παίζουν: Mάνος Κανναβός, Θάνος Αλεξίου, Εκάβη Ντούμα, Ειρήνη Μαργαρίτη. / Τετ. – Σαβ.: 21.00, Κυρ. 19.00/ 87΄/Αμοργού 18-20, Κυψέλη/www.choratheater.gr, www.coyot.gr.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,836 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers