Posts Tagged ‘Λογοτεχνικά Περιοδικά

26
Απρ
12

Διαβάζω, τεύχος 528 (Απρίλιος 2012)

Αφιέρωμα Άλκη Ζέη

Με τρυφερότητα και ρεαλισμό υποτιτλίζεται το αφιέρωμα του περιοδικού στην Άλκη Ζέη, δυο θεμελιώδη στοιχεία του πεζογραφικού της έργο, για το σύνολο του οποίου περιλαμβάνονται εδώ κρίσεις και εκτιμήσεις. Σε σχέση, ειδικότερα, με την Αρραβωνιαστικά του Αχιλλέα ο Γιάννης Παπαθεοδώρου αναρωτιέται: Πώς (ξανα)διαβάζουμε σήμερα, την εποχή των «μεγάλων καταρρεύσεων» ένα βιβλίο που βγαίνει από την εποχή των «μεγάλων διαψεύσεων»; Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για εκείνους τους «επίμονους κομπάρσους» που διηγούνται τις ιστορίες τους, όταν  η Ιστορία – έτσι, τουλάχιστον, όπως εκείνοι τη θέλησαν και τη νοηματοδότησαν – άλλαξε δραματικά σε μια κατεύθυνση που οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν φανταστεί;

Ένα πρόσθετο δεδομένο καθιστά αυτά τα ερωτήματα ακόμα πιο επιτακτικά: Οι ζωές, οι γραφές και οι μαρτυρίες των ελλήνων αριστερών πολιτών αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της νεοελληνικής κουλτούρας, ακριβώς επειδή αποτυπώνουν όχι μόνο «το βάρος της ιστορίας» αλλά τις διαρκείς απόπειρες για τη μετάπλαση αυτών των βιωμάτων σε καλλιτεχνική δημιουργία και μάλιστα συχνά με όρους αισθητικής καινοτομίας και ιδεολογικής ανανέωσης. Στην περίπλοκη σχέση λοιπόν ιστορίας και λογοτεχνίας, με αφορμή το συγκεκριμένο βιβλίο, αφιερώνει το κείμενό του ο Γ.Π. ενώ το αφιέρωμα εμπλουτίζεται με από τους Αγγελική Βουλουμάνου, Άντα Γκίβαλου, Ξένια Καλογεροπούλου, Γιάννη Κοντό, Μαρίζα Ντεκάστρο, Θανάση Νιάρχος, Τίτο Πατρίκιος και Μαρία Στασινοπούλου. Επιπλέον, δημοσιεύονται, δύο συνεντεύξεις της ίδιας, η μία από έναν Θούριο του 1975. Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος.

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης μας ξεναγεί  στην ιστορία και το ταξίδι του Μεγάλου Ανατολικού του Ανδρέα Εμπειρίκου, με αφορμή την έκδοση του Ανθολογίου του ηδονικού υπερωκεανίου. Πώς λειτούργησε ως ανθολόγος; Επιθυμώντας να υπάρχει ένας συνεκτικός ιστός, να μπορεί κανείς να διαβάσει τις πιο βαρβάτες σκηνές, τα πιο συγκλονιστικά σμιξίματα, αλλά ταυτόχρονα να παρακολουθεί και ό,τι συμβαίνει. Η βασική ιδέα ήταν να τρέξει το κείμενο, να αναγνωσθεί όλο κι ύστερα ο αναγνώστης να επανέλθει, αν επιθυμεί, στους οκτώ τόμους. Για τον συγγραφέα η ωριμότητα του αναγνώστη δεν έχει πάντα σχέση με την ηλικία του: ώριμος αναγνώστης μπορεί να είναι και ένα παιδί δεκαπέντε χρόνων, ενώ ένας εξηνταπεντάρης μπορεί να είναι ανώριμος απέναντι στον Μεγάλο Ανατολικό. Και σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιος για το εξής: Με την έκδοση του Μεγάλου Ανατολικού και του Ανθολογίου ενεργούμε (ο εκδότης, ο επιμελητής, όλοι μας) πολιτικά.

Ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος συναντά τη Μάρω Δούκα στη Στοά της Όπερας, ο Παναγιώτης Γαβριήλογλου προτείνει για μετάφραση εμβληματικά βιβλία και ολοκληρώνοντας με την …εισαγωγή, μοιραζόμαστε με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο κοινές διαπιστώσεις για το ηλεκτρονικό βιβλίο, ιδίως το γεγονός ότι πολλοί σχολιαστές μπλέκουν το μέσο με το περιεχόμενο, πιστεύοντας ότι η μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών αναγνωστών θα διευκολύνει την πρόσβαση του βιβλίου στο ευρύ κοινό. Εξασφαλίζει όμως αυτόματα η χρήση ενός νέου μέσου τη βαθύτερη σχέση του αναγνώστη με το κείμενο; Μήπως πάντα αυτό που θα ξεχωρίζει θα είναι το κείμενο, τα λόγια του συγγραφέα, οι δικές μας σκέψεις μετά την ανάγνωση; Αν θα διαβάζουμε Σαίξπηρ, Όμηρο ή Φράνζεν και Κούντερα, γράφει ο Γ.Ν.Μ. αυτό θα εξαρτηθεί από το περιεχόμενο και όχι το μέσον. Ακόμα κι αν η ψηφιακή εποχή επηρεάσει ακόμα περισσότερο την γραφή και τον τρόπο σύλληψης και απόδοσης της πραγματικότητας, το περιεχόμενο θα είναι πάντα το κέντρο της προσπάθειας του νου να κατανοήσει τι συμβαίνει γύρω του. [128 σελ.]

21
Μαρ
12

Εντευκτήριο, τεύχος 95 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011)

Αφιέρωμα Ντίνος Χριστιανόπουλος

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας/κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, /έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, /ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,//κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχίας σας,/έστω και μια φορά;/Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους; [Ανυπεράσπιστος καημός]

Με το λογοτεχνικό του έργο (ποιήματα και πεζά, δοκίμια, μελέτες και βιβλιογραφικές εργασίες), ο Ντίνος Χριστιανόπoυλος έχει κατακτήσει από νωρίς διακεκριμένη θέση στη νεοελληνική γραμματεία του 20ού αιώνα· ειδικότερα στην πνευματική ζωή της γενέτειράς του συγκροτεί από μόνος του ένα ιδιαίτερο και πλούσιο κεφάλαιο της πνευματικής της ζωής, καθώς ―εκτός από το προσωπικό του έργο― δημιούργησε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό Διαγώνιος (που άφησε βαθύ αποτύπωμα στα μεταπολεμικά μας Γράμματα) και τις «παραφυάδες» του: τις Εκδόσεις Διαγωνίου, τη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος» και το καλλιτεχνικό φυλλάδιο Κόσκινο, όπως γράφει στο ιστολόγιο του Εντευκτηρίου ο Γιώργος Κορδομενίδης.

Ο πολυπράγμων χειρώνακτας των ελληνικών γραμμάτων, που πάντα λειτουργεί με πνεύμα μελισσιού, κήδεψε εξακολουθητικά, με τον προσήκοντα σεβασμό, τους τεθνεώτες, των νεότερων χρόνων, άξιους γραφιάδες της Θεσσαλονίκης και της μακεδονικής γης ευρύτερα, πολλοί απ’ τους οποίους ήταν σπρωγμένοι στην αναγνωστική αφάνεια και την ακαδημαϊκή υπεροψία και μικρότητα γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης (Όταν το βίωμα γίνεται ποίημα πριν γραφεί). Άνθρωπος που δεν ισορροπεί αν δεν μοιράσει και δεν μοιραστεί ό,τι πολύτιμο αναβλύζει απ’ την ψυχή του, ο Χριστιανόπουλος έγκαιρα κατάλαβε πως η καλή λογοτεχνία, ιδιαιτέρως η ποίηση, γράφεται σβήνοντας, σκίζοντας, απορρίπτοντας κι έχτισε ένα έργο με ποιητικό ρεαλισμό, στεγνό, σταράτο και γυμνό. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνεις χαρακτηρίζει την ποίησή του αντι-ποιητική, γράφοντας για μια ουσία που προκύπτει τελικά από την γενική κατάσταση που εκπέμπει το ποίημα, κρυμμένη καλά στα κουφώματα…για να φτιάξει ένα μαρτυρολόγιο του εαυτού του, έναν ερωτικό Γολγοθά, και πίνει θεληματικά το όξος, που κατόπιν μετατρέπει σε γευστικό αψύ κρασί μπρούσκο.

Μα ήταν γυμνό δίχως εσέ το ταβερνάκι, /ήταν απάνθρωπα τα ξένα μάτια/και τα τραγούδια βούιζαν τόσο τρομαχτικά, /που γλίστρησα και πάλι απαρηγόρητος/στις γειτονιές της εγκατάλειψης να ξεχαστώ. [Ξένα γόνατα]

Η μορφή του Ντίνου Χριστιανόπουλου εμπνέει στη Μαρία Κουγιουμτζή «παράλληλες σκέψεις, συνειρμούς και λοξοδρομήσεις» και «αφηγήσεις ψηγμάτων από ερεθίσματα, επιρροές και σκέψεις». Η Μαρία η Αιγυπτία που τραγουδούσε ρεμπέτικα και το αθώο άγγιγμα της Αγίας Αγνής με τον Άγιο Σεβαστιανό της αποκάλυψαν τη δύναμη της σάρκας και της έσκισαν το πέπλο της άγνοιας. Το κράμα πάθους και ηθικής που κατέκλυζε την ποίηση του Χριστιανόπουλου την έμαθε να μην ενδιαφέρεται για τα ξεφωνητά της αμαρτίας αλλά για τους λυγμούς της.

Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέρφια μου·/κι αυτοί κι εμείς διαρκώς κατατρεγμένοι:/αυτοί για το ψωμί – εμείς για το κορμί,/αυτοί για λευτεριά – εμείς για έρωτα,/για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη./ Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέρφια μου,/παρόλο που κι αυτοί μας κατατρέχουν. [Κατατρεγμένοι]

Μαρία Ιατρού, Χρήστος Καββαδάς, Roberto Capel Badino, Crescenzio Sangilio, Δημήτρης Κόκορης, Περικλής Σφυρίδης, Νίκος Δαββέτας, Τάσος Καλούτσας, Παναγιώτης Σ. Πίστας, Θανάσης Μαρκόπουλος, Κωνσταντίνος Ν. Πλαστήρας, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Δημήτρης Χουλιαράκης, Άρις Γεωργίου, Νίκος Καρατζάς, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Γιώργος Κορδομενίδης, Θωμάς Κοροβίνης, Ηλίας Κουτσούκος, Σπύρος Λαζαρίδης, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιώργος Χρονάς προσφέρουν κείμενά τους για τον Ν.Χ. και το αφιέρωμα συμπληρώνεται με επιλογή επιστολογραφίας (1950 – 1954) από το αρχείο του ποιητή, με επιστολές ή μπιλιέτα που του έστειλαν ομότεχνοί του (Γιώργος Θέμελης, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Ζωή Καρέλλη, Τριαντάφυλλος Πίττας, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Μάριος Βαϊάνος, Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Δ. Π. Παπαδίτσας, Ρένος Αποστολίδης, Μίλτος Σαχτούρης, Γ. Τσιτσιμπίκος, Οδυσσέας Ελύτης, Ν. Γ. Πεντζίκης, Κ. Ι. Δεσποτόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Τ. Κ. Παπατσώνης) ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης συντάσσει κι ένα συνοπτικό όσο και τεκμηριωμένο χρονολόγιο με τους σημαντικότερους σταθμούς του έργου και της ζωής του.

Ο τελευταίος μας κοινωνεί κι ένα πολύτιμο αφηγηματικό και φωτογραφικό πεντασέλιδο για τα δέκα χρόνια «Underground Εντευκτήριο». Τόσο ωραία πράγματα σ’ εκείνο το υπόγειο, και κρίμα που ξεκίνησαν ακριβώς την εποχή που εγκατέλειπα την Θεσσαλονίκη μετά από δεκαπενταετία στην αγκάλη της.

… Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε./Τ’ αγκάθια τσιμπούν και τα τριβόλια κολνούν και προδίδουν//Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό,/δε μοιάζε τα ολοκάθαρα ρυάκια του χωριού σου.//Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε./Έχτισαν κι άλλο σπίτι, βλέπω φως στο παράθυρο./Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας./Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό./…/Εδώ δεν είναι τόπος για μας./Ακόμα κι εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.  [202 σελ.]

Στις φωτογραφίες (από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου και βέβαια από το αφιέρωμα του τεύχους): ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ταξινόμος στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (1958), με τη Ζωή Καρέλλη στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης (1959) και με τους Κάρολο Τσίζεκ και Ν.Γ. Πεντζίκη στον Άγιο Πρόδρομο Χαλκιδικής (1976, φωτ. Γιάννης Βανίδης).

20
Μαρ
12

Διαβάζω, τεύχος 527 (Μάρτιος 2012)

Αφιέρωμα: Ποίηση και Δημόσια Ανάγνωση

Ο λογοτεχνικός συγγραφέας είναι ένας ψεύτης, όταν μου μιλάει για κάποιον Γιάννη Αγιάννη ή κάποια Ναστάσια Φιλίπποβνα, γιατί τα πρόσωπα αυτά δεν υπήρξαν ποτέ. Ολόκληρη η λογοτεχνία από καταβολής είναι μια οργανωμένη απάτη που επιδεινώνει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού με το εφευρημένο πρόσωπό της. Το μόνο που ξεχωρίζει τον λογοτεχνικό συγγραφέα από τον κοινό απατεώνα είναι ότι δεν διαπράττει τις απάτες του με τη συναίνεση των θυμάτων. Κι εγώ βαρέθηκα να ανήκω πια σ’ αυτά…

… εξομολογούνταν σε παλαιά [2002], μέχρι σήμερα ανέκδοτη συνέντευξη ο Αλέξανδρος Σχινάς, ο ολιγογράφος και καίριος συγγραφέας της επιδραστικότατης Αναφοράς περιπτώσεων, που περιηγήθηκε στην Ευρώπη προτού καταλήξει στην τότε Ομοσπονδιακή Γερμανία και ταυτιστεί με την αντιδικτατορική δράση από τα μικρόφωνα της ελληνικής υπηρεσίας Deutsche Welle. Και συνεχίζει:

Εμένα μ’ ενδιαφέρει πάντα η πραγματικότητα της επιστήμης. Σήμερα, η κοσμολογία είναι μια σαγηνευτική επιστήμη που ανακινεί προβλήματα της μεταφυσικής, πώς έγινε, πού πηγαίνει, τι θα γίνει το Σύμπαν, ή η κβαντομηχανική που επεκτείνεται ως την υπόθεση συνυπάρξεως αναρίθμητων συμπάντων, ή η νευροφυσιολογία, που προσπαθεί να εξηγήσει πώς δημιουργείται η σκέψη και η αυτοσυνείδηση από την ηλεκτροχημεία του εγκεφάλου. Τέτοια ερωτήματα με δαιμονίζουν μέχρι σήμερα και δεν παίρνουν καμιά απάντηση από κανένα λογοτεχνικό βραβείο.

Φυσικά μια τέτοια μορφή αναίρεσης έχει τους λόγους της και τη σημασία της αλλά η συνομιλία με τον Κώστα Καλφόπουλο δεν περιορίζεται μόνο στην λογοτεχνία, αν και την αφορά μια ακόμα βαθιά διαπίστωση: Η ανώτερη φανταστική λογοτεχνία, παρόλο που υπάρχει και στη Γερμανία, δεν ζητιέται σήμερα, οι περισσότεροι θέλουν κάτι «ρεαλιστικό», ένα ρεαλισμός, θα ’λεγα, που αγνοεί τη μεγάλη αλήθεια, ότι το πιο ρεαλιστικό είναι εντέλει όλη αυτή η λεγόμενη ρεαλιστική πραγματικότητα, διευρυμένη, αλλοιωμένη, αποκαλυπτικά και όχι δουλικά φωτογραφημένη. Ο Σχινάς, που έφερε για πρώτη φορά την Ελλάδα στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, αναφέρει την επικράτηση το 2001 της αστείας έκφρασης «τιμώμενη χώρα» αντί της καθιερωμένης γερμανικής «κέντρο βάρους», με τα γνωστά αποτελέσματα και δηλώνει την ευρωπαϊκή του συνείδηση σε αντίθεση με την στενά ελληνική, τη συνυφασμένη με τους γνωστούς φανατικούς εναντίον γειτονικών λαών:

…υπάρχουν παντού άνθρωποι ηλίθιοι, πολιτικά και ανθρώπινα, και άνθρωποι με τους οποίους μπορώ να ανταλλάξω κάτι, όχι μόνο με τη στενή πνευματική έννοια, που έχουν μια κοινή αίσθηση του χιούμορ, είναι πολύ βασικό αυτό, και πλείστα όσα κοινά αισθήματα, και που μου είναι πολύ πιο κοντινοί απ’ όσο κάποιοι Έλληνες που διαδηλώνουν για τη μεταβάπτιση της Βορείου Μακεδονίας ή για τη χριστιανικότητα των ταυτοτήτων. Γενικότερα: το χρώμα των ανθρώπων δεν είναι για μένα λευκό ή μαύρο ή κίτρινο, αλλά γκρίζο: το χρώμα της φαιάς ουσίας.

Στο αφιέρωμα του τεύχους συνομιλούν ανά ζεύγη οι ποιητές Χάρης Βλαβιανός – Γιάννης Δούκας, και Λίνα Νικολακοπούλου – Κωνσταντίνος Βήτα και συμπεριλαμβάνονται κείμενα για τη νεότερη γενιά ποιητών στη χώρα μας, ανέκδοτα ποιήματα, η Αυτοπροσωπογραφία στα Είκοσι του Ρομπέρτο Μπολάνιο, μια εκτενής ποιητική σύνθεση της Anne Carson και μεταφράσεις ροκ ποιημάτων των Τομ Γουέιτς και Τζον Λένον. Το αφιέρωμα σχετίζεται άμεσα, όπως γράφει ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος, με την σημερινή πολιτικού χαρακτήρα αφύπνιση των διανοούμενων και τις αυξανόμενες κινήσεις που έχουν στον πυρήνα τους ανθρώπους των γραμμάτων. Ο ίδιος περνά ένα πρωινό στο Παγκράτι με τον Τίτο Πατρίκιο συζητώντας για την επικαιρότητα. [120 σελ.]

04
Μαρ
12

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27 (φθινόπωρο 2011)

Το τεύχος ξεκινάει επίσημα με μια δισέλιδη επίκληση στις δυνάμεις της ποίησης από το Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου. Συγκρατώ μια παράγραφο: Η ποίηση είναι η βιολογία του νου, η κινητήρια δύναμη των ονειροπόλων, τι εφαλτήριο εκείνων που φιλοδοξούν να πραγματοποιήσουν ένα άλμα προς μιαν άλλη διάσταση του Είναι: τη διάσταση στην οποία θα μπορούμε να ζήσουμε χωρίς το ασήκωτο φορτίο που μας κληροδότησε το παρελθόν. Είναι καιρός να τελειώσουν όλα αυτά. Στην επόμενη σελίδα ο (δε)κατοδείκτης που υποδεικνύει πως 4 στους 10 Ευρωπαίους πάσχουν από ψυχικά προβλήματα και πως 13 εκατομμύρια συγγραφείς υπάρχουν στις ΗΠΑ. Ποιο είναι άραγε πιο εφιαλτικό;

Κάποιος ανασκαλεύει σωρούς από παλιά γράμματα. Ένα παλιό γραμματόσημο, εκτός κυκλοφορίας πια, τραβάει την προσοχή του. Ε, λοιπόν, αυτό το γραμματόσημο μπορεί να του πει περισσότερα από την ανάγνωση αμέτρητων χειρογράφων σελίδων έγραψε κάποτε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, γοητευμένος από τις στοές [passages] κυρίως επειδή ήταν εκείνες βρίσκονταν υπό εξαφάνιση, δίνοντας τη θέση τους σε πολυκαταστήματα. Απέκτησαν έτσι την γοητεία του παραπεταμένου και του ξεπερασμένου, το υπόλειμμα όπου ο πολιτισμός χαράσσει και αποτυπώνει τα βαθύστερα μυστικά του. Μη ξεχνάμε άλλωστε πως ο Μπένγιαμιν ονειρευόταν να χρησιμοποιήσει την ιστορία των passages του Παρισιού για να γράψει την κρυφή ιστορία της πόλης που τον φιλοξένησε τόσα χρόνια, όπως μας θυμίζει μεταξύ άλλων ο Adam Kirsch στο πολυσέλιδο κείμενό του «Τι δίδαξαν τα ναρκωτικά στον Βάλτερ Μπένγιαμιν».

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα κομμάτια της αλληλογραφίας του Vladimir Nabokov (1942), έξι «ιστορίες του λεπτού» από τον Istvan Orkeny, νεκρολογία και παρουσίαση των βασικών βιβλίων του Patrick Leigh Fermor από τον David Mason, γράμμα του Ρήγα Καππάτου από τη Λυών, προδημοσίευση από Γιώργο Χουλιάρα κ.ά. Στην ποίηση: Ρικάρντο Αρέγκι από τη χώρα των Βάσκων, Νατάσα Χατζηδάκι, Χάρης Βλαβιανός, Γιάννης Υφαντής, Γεωργία Τρούλη, Θοδωρής Ρακόπουλος. Στο διήγημα: Μαρία Πρωτονοτάριου, Δήμητρα Κολλιάκου, Νίκη Χατζηδημητρίου, Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, Ελένη Μουσαμά, Τάσος Ψάρρης, Διονύσης Καλαβρέντζος, Αλέξανδρος Κυπριώτης, Μαρία Τσάτσου κι από τα διεθνή τερέν οι Roddy Doyle, Arthur Bradford και Tessa Hadly. Και άλλοι πολλοί.

Κατά τα άλλα η Kίνα δαπανά περισσότερα για να κάνει παρεμβάσεις στο Ίντερνετ και να μην έχουν πρόσβαση σ’ αυτό οι νέοι (βλέπε αραβική άνοιξη) παρά όσα δαπανά για τις αμυντικές της δαπάνες. Κατά τα άλλα οι έλληνες επιχειρηματίες (ιδίως Μακεδόνες) προτιμούν να κάνουν επενδύσεις στο κράτος των Σκοπίων αντί να βοηθήσουν την πατρίδα τους που βουλιάζει, ενώ κατά τα άλλα στη Μακεδονία κλαψουρίζουν για την τόσο «εχθρική» χώρα. Πώς μπορούν όμως και ζουν κι επενδύουν σε μια τόσο εχθρική χώρα; Όπως καταλάβατε βρισκόμαστε ήδη στις τελευταίες απολαυστικές – ως είθισται – σελίδες. Κάπου εκεί οι φράσεις του Μάνου Στεφανίδη: Η παρούσα κρίση είναι λιγότερο τραγωδία και περισσότερο κωμωδία, με κωμαστές σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και είναι τα μάλιστα σατυρικό δράμα με τον χορό να παίρνει τα πάνω του και τους ήρωες (φλύαρους, στόμφακες και αναποτελεσματικούς χάχακες) να γελοιοποιούνται εντός κι εκτός σκηνής. Αλλά για λίγο την πάτησαν με τους Αγανακτισμένους, που όπως έγραψε κι ο Μαρκ Μαζάουερ, πέτυχαν κάτι σημαντικό. Άσκησαν τέτοιες πιέσεις που κατάφεραν ως ένα βαθμό να επηρεάσουν τη διεθνή πολιτική ατζέντα. [σελ. 192]

Στις φωτογραφίες, το παρισινό σημειωματάριο του Walter Benjamin και μια ημιφωτισμένη έκφραση του Roddy Doyle, που μας παραδίδει εδώ ένα ωραίο διήγημα, τις Ταυρομαχίες.

Έχει ήδη κυκλοφορήσει και το [χειμωνιάτικο] 28ο τεύχος, αναμείνατε στη ρεσεψιόν.

28
Φεβ
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 53

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιοδικό Υπόστεγο, τεύχη 1 (Ιούνιος 1987), 4 (Νοέμβριος 1988), 6 (Καλοκαίρι 1992), Καβάλα.

Η αίσθηση του χειροποίητου και η υποδειγματική αισθητική της πρόσοψης: δυο από τις θεμέλιες αρετές των περιφερειακών λογοτεχνικών περιοδικών – πνευμόνων της εν τω γίγνεσθαι ελληνικής λογοτεχνίας.

27
Φεβ
12

Περιοδικό Εντευκτήριο – Ειδικό Τεύχος Δεκέμβριος 2011

Οδυσσέας Ελύτης. 100 χρόνια από τη γέννησή του

Η πολυσήμαντη παρασημαντική

Αντιλαμβάνομαι την ποίηση σαν μια πηγή αθωότητας γεμάτης από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ’ έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου· ελπίζοντας, μέσ’ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου. Μιλώ για μια σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος στην ανακάλυψη της βαθύτερής μας πραγματικότητας… [Εν λευκώ, 207]

Συγκεντρωτικός τόμος του «Εντευκτηρίου» με όλα τα κείμενα, δοκίμια και μελετήματα για τον ποιητή που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό (1990-2005) τόσο στο μεγάλο αφιέρωμα του διπλού ―και εξαντλημένου από χρόνια― διπλού τεύχους 23-24 [1993] όσο και στις «Σελίδες για τον Ελύτη» του τεύχους 70 [2005]) αλλά  και τέσσερα πρόσφατα. Η πλούσια εικονογράφηση είναι δεδομένη, το πολύτιμο διπλό περιεχόμενο ακριβό. Αν ο ποιητής μιλάει με διαισθήσεις, προκαλεί μυήσεις, ασκεί μαγεία, όπως έγραψε ο ίδιος ο Ελύτης, τότε εδώ η προσφερόμενη εδώ μέθεξη αισθήσεων και συναισθήσεων είναι ευπρόδεκτη όσο ποτέ.

Ένα τοπίο δεν είναι διόλου το άθροισμα μερικών δέντρων και βουνών αλλά μια πολυσήμαντη παρασημαντική, δεν είναι κι εκείνο διόλου το άθροισμα μερικών λέξεων – συμβόλων των πραγμάτων αλλά μια ηθική δύναμη που η ανθρώπινη διάνοια την κινητοποιεί, ωσάν να προϋπάρχει από τα πράγματα, για να δημιουργήσει ίσα ίσα, και μόνο έτσι αυτά να υπάρξουν. [«Το χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά, σ. 328-329]

Οι άνθρωποι, τα σπίτια, τα ρούχα, τα έπιπλα, όλα γίνονται μέρη ενός νοερού αρχιτεκτονήματος που, ενώ το κάθε του στοιχείο ανταποκρίνεται με απόλυτη ακρίβεια στην πραγματικότητα, το σύνολό του την ξεπερνάει σε τέτοιο βαθμό, που δε μας μένει τελικά παρά ένα αίσθημα θεϊκής τάξης και θεϊκού μυστηρίου. [Εν λευκώ, σ. 188]

Περιλαμβάνονται κείμενα των Αλέξανδρου Αργυρίου, Αλέξη Ζήρα, Ξ. Α. Κοκόλη, Γ. Π. Σαββίδη, Νικήτα Παρίση, Μαρίας Στασινοπούλου, Δανιήλ Ιακώβ, Θεόδωρου Παπαγγελή, Τζίνας Πολίτη, Πάολα Μαρία Μινούτσι, Γιάγκου Ανδρεάδη, Γιώργου Παπαντωνάκη, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Μαρίνου Πουργούρη, Λέλης Μπέη, κ.ά., καθώς και τέσσερα πρόσφατα κείμενα των Κικής Δημουλά,  Γιάννη Ευθυμιάδη και ξανά των Πάολα Μαρία Μινούτσι και Ντέιβιντ Κόνολι. Το ειδικό τεύχος ολοκληρώνεται με εκτενείς παρουσιάσεις, από τον Γιώργο Κορδομενίδη, πρόσφατων εκδόσεων για τον Ελύτη και το έργο του.

Μια αυλή σπιτιού με τα πέτρινα σκαλάκια, με τους ασβεστωμένους τοίχους, με τα γεράνια στον τενεκέ, ή ένας περίβολος μοναστηριού με το πηγάδι, με τα κελιά, με τις καμάρες, είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που γέννησε τους Απόλλωνες και τις Νίκες ή τις Θεομήτορες και τους Οσίους, παρά οι ποιμενικές σκηνές και τα ροζ αγγελάκια που έκαναν οι μετρ της Αναγεννήσεως. [Αυτοπροσωπογραφία, σ. 21-22]

…η ηλιακή μεταφυσική…

Τα πανύψηλα όρη/ας πούμε οι Άνδεις/έχουνε το αντίστοιχό τους/μέσα μας (όπως το Σύμπαν)/υποτίθεται/κάποιο άλλο από αντιύλη)/όπου όταν προχωρούμε προς την κορυφή τους/αραιώνει κι εκεί ο αέρας/τόσο που λιποθυμάς/τα ανθρώπινα όργανα δεν αντέχουνε τόση καθαρότητα [«Ο κήπος βλέπει»]

«Το ελεγείον και ο θρήνος είναι κατ’ εξοχήν φυλετικά γνωρίσματα. Ακόμη και όταν μονολογεί ο ποιητής, στην πραγματικότητα απευθύνεται στους άλλους. Γι’ αυτό και πίσω τους στήνει τα αδιάφθορα τοτέμ της φύσης μεγεθύνοντάς τα, ώστε να μπορούν να καλέσουν τις καλές δυνάμεις από τις οποίες – και μόνο – μπορεί ν’ αντλήσει παρηγορία αλλά και να προχωρήσει σε μια αυτογνωσία η οποία να μην εξαντλείται στον εαυτό της», γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης με το βλέμμα προς το Ελυτικό Κοσμοείδωλο. «Γιατί η βίωση του τοπίου στον Ελύτη», συνεχίζει, «είναι η ποιητική του αυτογνωσία. Το πεδίο αναφορά της η κοσμολογική αρμονία, το πολύχρωμο και πολύφωτο ψηφιδωτό που καλύπτει το φάσμα του χρόνου. Η καταβύθιση στο κρόνειο σκοτάδι είναι ομόλογο της έκπτωσης και της αμαρτίας και ο Ελύτης είναι ειδωλολάτρης και παγανιστής, ένας ποιητής που έχει αποφασίσει, τελευταία, όχι να μιλήσει για αλλά να φωτίσει τη νύχτα, απεικονίζοντας τα επίπεδά της και περιγράφοντας το θόλο της – γι’ αυτό και ο κύριος όγκος των μεταφορών του παραμένει οπτικός, αφού στην καρδιά της εικόνας λάμπει το φως, ακόμα και το άλλο φως, το μόνο που φανερώνει τη μορφή. Όταν μίλησε παλιότερα για ηλιακή μεταφυσική, ο Ελύτης όριζε, στην πραγματικότητα, την ίδια του τη μορφολογία».

Κι από τα χόρτα έφτιαχνα ονόματα κι από τα ονόματα γυναίκες που τις αγκάλιαζα κι ένιωθα τη μέση τους ν’ αναδίνει τρεμούλα και δροσιά σαν το τρεχούμενο νερό. Στο τέλος, έφτασα να συλλογίζομαι μονάχα κάτι, και να το βλέπω να χαράζεται με κεφαλαία στην πέτρα. [«Πρώτα πρώτα η ποίηση», Ανοιχτά Χαρτιά, σ. 15]

«Μέσα από τη μαγική χρήση της γλώσσας κινείται ολόκληρος ο μηχανισμός μαγείας που επιμένει να υπάρχει στη φύση σε πείσμα των πολιτισμών. Αν ένα μυστήριο παραμένει άλυτο και θα παραμένει εσαεί, είναι το μυστήριο της ύπαρξης και αυτού όψεις δίνει κάθε φορά ο ποιητής, χρησιμοποιώντας ως μόνη οδό τη φύση και όργανο να πορευτούμε τις αισθήσεις. Τη φύση ως σταθερή αναφορά, ως βαθύτερη και διαρκέστερη πραγματικότητα, ως λειτουργία, ως δομή, ως συμπεριφορά» γράφει η Ιουλίτα Ηλιοπούλο στο δικό της Μικρό Ιχνογράφημα.

…και η ταχύτης των λυρικών εικόνων

Ε, κατόπιν τούτων πρέπει να πάρουμε όλοι το αυτοκίνητο για μια εκδρομή ακριβώς στην Ελύτεια Φύση. Με τι αμάξι όμως και ποιον οδηγό; Μα φυσικά με τον Δημήτρη Καλοκύρη, μηχανικό αυτοκίνητο και χειροκίνητων λέξεων, που μας διασώζει πρώτα μια κατοχική συνέντευξη του ποιητή, ο οποίος μιλούσε για τις πρώτες του εξορμήσεις στην ύπαιθρη Ελλάδα με το αυτοκίνητο: Σ’ αυτό χρωστάω την πολυτιμότερη πείρα μου, την λεπτομερέστατη γνωριμία μου με την Ελλάδα…όπου μου δόθηκε η ευκαιρία ν’ αφομοιώσω έναν καινούργιον κινητικό τρόπο ερμηνείας της φύσης, μια καινούργια αντίληψη για τη ρύθμιση της ταχύτητας των λυρικών μου εικόνων.

Πιονέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμόλοφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι’ αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε μπορούσαν να δικαιολογήσουν… [«Χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά]

Κι αφού ο Καλοκύρης μας θυμίσει το στιχούργημα της τρίτης έκδοσης των Ρω του Έρωτα [«Η Alfa Romeo»] – Θαύμασα τον Παρθενώνα/και στην κάθε του κολόνα/βρήκα τον χρυσό κανόνα/Όμως σήμερα το λέω/βρίσκω το καλό κι ωραίο/σε μια σπορ Άλφα Ρομέο – μας οδηγεί και σε άλλες αποθησαυρισμένες αυτοκίνητες αισθήσεις και καταλήγει: «αργά ή γρήγορα στα κέντρα του λόγου θα τεθεί και πάλι κυκλοφοριακό ζήτημα».

«Τη μνήμη δεν την εμπιστεύομαι. Έχει τόσο μεγάλη ζήτηση, από τα προσφιλή ιδίως, που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ακριβή διαφύλαξή τους. Και συχνά αναγκάζεται, όχι μόνο να παραλείπει και να παραποιεί, αλλά, για ν’ αερίζεται κάπως ο κλειστός χώρος, την έχω δει να διαπράττει εγκλήματα, δίνοντας με τα ίδια της τα χέρια στη λήθη πολλά δυσαναπλήρωτα, τάχα προς φύλαξη. Γι’ αυτό ξαναδιάβασα όλη την ποίηση του Ελύτη, κι ας μην την είχα ξεχάσει. Και την ξαναδιάβασα όλη και πάλι, και μετά στίχο στίχο ξεχωριστά. Και ξαναπήρα όλα μαζί, όλα ωραία συσκευασμένα μέσα στη μοναδικότητά τους, όλα με τη λικνιστική πολυσημία τους, όλα ονειρευτικά, μακρόβια, επηρεαστικά…» έχει γράψει ήδη στην αρχή η Κική Δημουλά αλλά προτιμώ να το κρατήσω για το τέλος, μήπως και μείνει περισσότερο στη δική μου μνήμη.

[σ. 320]

Σημ.: Τα έργα είναι του ποιητή. Στην τελευταία φωτογραφία, με την Μαρίνα Καραγάτση στο Μπατσί της Άνδρου.

20
Φεβ
12

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 526 (Φεβρουάριος 2012)

Όψεις της κρίσης. Ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφικός στοχασμός.

Η σημερινή κρίση φέρνει ξανά στην επικαιρότητα δύο κείμενα ελλήνων στοχαστών (που όλως τυχαίως διέπρεψαν στο εξωτερικό;) που επεσήμαναν έγκαιρα τις παθογένειες και τις αγκυλώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που επέβαλε τον παραγκωνισμό του φιλοσοφείν, που από τέχνη βίου που πραγματώνει την συνάφεια θεωρίας και πράξης αναγνωρίστηκε ως θεωρητική σπουδή ανίκανη να επέμβει πρακτικά επί του ιστορικού γίγνεσθαι κι έτσι, όταν η φιλοσοφική σκέψη αναμετριόταν καιρό τώρα με τις «ασθένειες» της νεοελληνική δημοκρατίας κανείς δεν διέθετε ευήκοα ώτα. Το κείμενο του Νίκου Ταγκούλη αφορά ακριβώς τον «νεωτερικό «μύθο» της κρίσης» στο παραπάνω πλαίσιο και εντός του ευρύτερου αφιερώματος του τεύχους.

Ο Κώστας Αξελός έθετε (Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας) ήδη στα τριάντα του τα ερωτήματα που θέτουμε σήμερα κατόπιν εορτής. Η σύγχρονη Ελλάδα τρέφεται με τη δυτική σκέψη αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν»…κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα – της σκέψης, της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης – δεν βλέπουν το φως της ημέρας. Στην έλλειψη δημιουργικής φαντασίας του νεοέλληνα έρχονται να προστεθούν οι αυταπάτες της αυτοσυνείδησης του έθνους, όπως ο ελληνοκεντρισμό που ουδέποτε πραγματώθηκε σε πολιτικό, πολιτισμικό ή αισθητικό επίπεδο. Η ελληνοκεντρική αντίληψη ήταν αυτή που επέτρεψε τον νεοέλληνα από την αυτοσυνειδησία. Δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει ένα νέο άνοιγμα στον κόσμο, παρά τον άφησε να επαναπαύεται στον μιμητισμό και στην προγονοπληξία.

Το δεύτερο κείμενο, που επίσης επανεκδόθηκε την χρονιά που μας πέρασε και μας θυμίζει ο μελετητής είναι Οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας του Παναγιώτη Κονδύλη που εστίασε, μεταξύ άλλων, στην εξής αντίθεση: ενώ στην υπόλοιπη Δύση η εμφάνιση της αστικής κουλτούρας συνδέθηκε στη συλλογική συνείδηση ως το αντίπαλο δέος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, στον ελλαδικό χώρο ετέθη στον αντίποδα της εργατικής τάξης. Η φερόμενη ως αστική τάξη δεν διέρρηξε στο ελάχιστο τους δεσμούς της με το φεουδαρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης και διατήρησε το πατριαρχικό σχήμα εξουσίας (σχέση πατέρα – γιου, πολιτικού – ψηφοφόρου, υπακοής – προστασίας), ενώ το κράτος διογκώθηκε με την είσοδο μιας μεγάλης μάζας υπαλλήλων χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με σοβαρές επιπτώσεις στην λειτουργία της κρατικής μηχανής, που εφεξής προσκρούει στην αγραμματοσύνη, τη στενοκεφαλιά, την κουτοπονηριά και την συμπλεγματικότητα.

Ο Λευτέρης Καλοσπύρος αναζητά «τα πρόσωπα της νεοελληνικής παρακμής» και τα εντοπίζει μέσα σε τέσσερα λογοτεχνικά έργα (Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δ. Χατζή, Βιοτεχνία υαλικών του Μ. Κουμανταρέα, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά και Εις τον πάτον της εικόνας Μ. Δούκα) που συνθέτουν άτυπα ακριβώς μια μικρή ιστορία της νεοελληνικής παρακμής, ο Γιάννης Δούκας εστιάζει στους στίχους του Λευτέρη Πούλιου, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στην «ελληνική πεζογραφία μπροστά στην κρίση (τώρα και άλλοτε)» και οι Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ιωάννα Μπουραζοπούλου και Μάκης Καραγιάννης για την πώς βλέπουν την κρίση στο έργο τους.

Στα μηνιαία του Οξύτονα ο Αλέξης Ζήρας βλέπει στο πρόσωπο του Γ. Γραμματικάκη έναν από τους ελάχιστους ακαδημαϊκούς που δεν είναι περιχαρακωμένος στη φοβική ή στη συμφεροντολογική αυτάρκεια των εκατοντάδων συναδέλφων του αλλά διατυπώνει δημόσιο λόγο και υπογραμμίζει την ανάγκη να βγούμε από την αδράνεια, την αυτοκαταστροφική λογική και την απόδοση ευθυνών στο πολιτικό και μόνο σύστημα. Αντί η κρίση να φέρει στη χώρα την σοβαρότητα και την ευθύνη, έχει εκτραπεί σε μια περιδίνηση περί το μηδέν, σε μια αφόρητη φλυαρία με λίγο περιεχόμενο. Αρνούμαι στο εξής να ακούσω όσους επαγγέλλονται διαρκώς την «σωτηρία» μας. Με εξοργίζουν εκείνο που δήθεν υπερασπίζονται τα ιερά και όσια του τόπου – ή την εθνική κυριαρχία μας – ενώ είμαστε οι Έλληνες που τον παραδώσαμε στο μπετόν και την ασχήμια. Δεν με συγκινεί πια ο θρήνος των συνδικαλιστών και των λογής «εκπροσώπων»: την εξουσία τους υπερασπίζονται μόνο, για την δική τους βολή ενδιαφέρονται….

Ο Γιάννης Μπασκόζος, τέλος, μοιράζεται μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Αλέξη Πανσέληνο, για το «πώς λίγες εκατοντάδες που ήρθαν από την εξορία κατάφεραν να υποτάξουν στην αντιδημοκρατική νοοτροπία τους τις γενιές που είχαν μεγαλώσει με το ροκ αλλά και με τον θαυμασμό στους αγώνες της αριστεράς» αλλά και για τις Σκοτεινές Επιγραφές του:  Η απώλεια της Χλόης, η αίσθηση του ανθρώπου που φεύγει από πλάι σου, που εν μέρει το αισθάνεσαι και σαν προδοσία, ξυπνάει μέσα σου και τις αναμνήσεις της σχέσης, μιας σχέσης που, όπως ξέρουμε, ποτέ δεν είναι η πλήρης κατάκτηση του άλλου. Πάντοτε ο άλλος είναι ένα σύμπαν που από ένα σημείο και μετά δεν κατακτιέται. Αυτή είναι και η βάσανος του έρωτα και η διαρκής προσπάθεια του έρωτα για την κατάκτηση του άλλου. Για άλλους τελειώνει με έναν συμβιβασμό και για άλλους παραμένει μια εσαεί αναζήτηση. Όλες οι σχέσεις είναι η προσπάθεια προσέγγισης δύο μοναχικών ανθρώπων, που παραμένουν μοναχικοί. Ακουμπάνε ο ένας τον άλλον, αγγίζουν σημεία, αλλά μένει ανέγγιχτος ο πυρήνας του καθενός. [120 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Κ. Αξελός, Π. Κονδύλης.

25
Ιαν
12

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 525 (Ιανουάριος 2012)

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2011 έφυγε πλήρης ημερών ο George Whitman, ο θρυλικός ιδρυτής του Shakespeare & Co, ενός βιβλιοπωλείου στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού, πνευματικό ορόσημο της πόλης από το 1948. Ένα μεγάλο ταξίδι του άλλαξε τη φιλοσοφία ζωής, όπως και για τόσους άλλους: στη δική του περίπτωση ήταν οι όλες χώρες της Λατινικής Αμερικής που γύρισε με κάθε τρόπο και με ελάχιστα χρήματα. Η γενναιοδωρία και η φιλοξενία που του έδειξαν οι λατινοαμερικανοί τον σημάδεψαν οριστικά: η επιθυμία του να την ανταποδώσει στους ταξιδιώτες – ανθρώπους των γραμμάτων από όλο τον κόσμο ήταν καθοριστική. Και πώς να ξεχνούσε και το στίχο του Yeats: Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι…

Στο βιβλιοπωλείο το έχουν μείνει, κοιμηθεί, φάει, γράψει και δουλέψει πάνω από 40.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και συγγραφείς: Henry Miller, Anais Nin, Samuel Beckett, James Baldwin, Lawrence Durrell, William Burroughs. Ο φίλος του Lawrence Ferlinghetti άνοιξε ένα αντίστοιχης φιλοσοφίας βιβλιοπωλείο στο San Francisco. Έτσι το παλιό μανάβικο στην Rue de la Bucherie με τα χαρακτηριστικά δέντρα με τα μικρά ροζ λουλούδια έγινε ένας μοναδικός τόπος συγκέντρωσης, με αναρίθμητες ιστορίες και μια σπάνια κοινοβιακή φιλοσοφία ζωής και πνεύματος – και το προς μνήμη του Whitman δισέλιδο του τεύχους μάς θυμίζει πως μας περιμένει πάντα – έστω τους πιο τυχερούς.

Ο Αλαίν ντε Μποτόν συζητάει για το βιβλίο του Μια βδομάδα στο αεροδρόμιο και στην εμπειρία της εβδομαδιαίας του διαμονής στο Χίθροου – αυτός κι αν είναι τυχερός!: “Παρά την εξάντληση του ταξιδιώτη, οι αισθήσεις του βρίσκονται σε εγρήγορση, καταγράφοντας τα πάντα – το φως, τη σηματοδότησης, το χρώμα των δερμάτων, τους μεταλλικούς ήχους, τις διαφημίσεις – τόσο έντονα λες και είναι νεογέννητο… Εδώ βλέπεις την παγκοσμιοποίηση, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις διαλυμένες οικογένειες, το σύγχρονο μεγαλείο σε δράση…Τα αεροδρόμια είναι εξαιρετικά μέρη για να παρακολουθείς τον κόσμο χωρίς να κινδυνεύεις να αντιληφθούν ότι τους κατασκοπεύεις….Είναι μέρη όπου η υψηλή τεχνολογία συναντά την καταναλωτική κοινωνία – όπου νοιώθουμε την παρουσία του τεράστιου συλλογικού νου του σύγχρονου κόσμου”.

Και πώς δικαιολογεί την συνεργασία λογοτεχνίας και επιχείρησης, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο του ανατέθηκε από την εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο το συγκεκριμένο βιβλίο; “Οι συγγραφείς είναι πολύτιμοι μάρτυρες των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο. Τους χρειαζόμαστε στα αεροδρόμια, αλλά και στα νοσοκομεία, στις τράπεζες, στα σουπερμάρκετ, στα σχολεία. Θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναφορά στη συναισθηματική ζωή να μην είναι η μοναδική επιλογή που τους αφήνουμε”.

Για τον συγγραφέα το πιο συναρπαστικό σχετικό αφήγημα θα το έγραφε ο Ντάντλεϋ Μάστερς, που πέρασε τριάντα χρόνια στο αεροδρόμιο γυαλίζοντας παπούτσια: “Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στην καθημερινή ζωή. Αυτό που κάνει έναν συγγραφέα δεν είναι η ποιότητα του υλικού αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύει. Γι’ αυτό μερικές φορές πχ κάποιος που έχει δει τα πάντα, όπως ένας πρωθυπουργός για παράδειγμα, να μην μπορεί να γράψει καθόλου καλά…” Και πέρα από τη βαθιά διχασμένη κοινωνία που μας αποκαλύπτουν ολοκάθαρα οι χώροι των αεροδρομίων, “την ίδια στιγμή μας προσκαλούν να ονειρευτούμε έναν τέλειο κόσμο κάπου αλλού. Μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με την ιδέα των εναλλακτικών πραγματικοτήτων και την έννοια της σχετικότητας. Μας ταρακουνούν ώστε να θυμηθούμε ότι ο κόσμος είναι πιο παράξενος, συναρπαστικός και ποικιλόμορφος απ’ ότι τον φανταζόμαστε όταν βρισκόμαστε σε οικείο περιβάλλον…”

Στον φάκελο του τεύχους, που τιτλοφορείται «Τι Διαβάσαμε το 2011. Τάσεις και προεκτάσεις», η ελληνική πεζογραφική και ποιητική παραγωγή του έτους συντομογραφείται από τους Γιώργο Ξενάριο και Γιάννη Δούκα αντίστοιχα. Η Έρη Σταυροπούλου μιλάει για την περιπέτεια της ανασύστασης του μέχρι τώρα αγνώστου χειρογράφου της Διδώς Σωτηρίου (Τα Παιδιά του Σπάρτακου), παρουσιάζονται πρόσφατες εκδόσεις των Τζέφρυ Ευγενίδη, Τζον Λε Καρέ, Ρομπέρτο Μπολάνιο κ.ά.

Και μια ιστορία από τον Βασίλη Βασιλικό, αφηγημένη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο: “Κάποτε στη Χούντα κάποιοι καταγγείλανε μια οικογένεια ως αντιστασιακούς. Οι αστυνομικοί πάνε για εξακρίβωση. Κτυπάνε την πόρτα: Ασφάλεια, ανοίξτε! Το ζευγάρι κοιτάει μήπως έχει κάτι ενοχοποιητικό και ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη το Ζ. Δεν προλαβαίνουν να το κρύψουν και το ρίχνουν μέσα στη σούπα, μια κακαβιά που έβραζε στο μάτι της κουζίνας. Οι ασφαλίτες κάνουν έλεγχο, δεν βρίσκουν τίποτα και ενώ ετοιμάζονται να φύγουν τους μυρίζει η σούπα. «Δοκιμάστε», τους προτρέπουν οι ιδιοκτήτες. Οι ασφαλίτες νιώθουν άσχημα που τους ταλαιπώρησαν και δοκιμάζουν από ευγένεια. «Ωραία είναι, μάλλον έχει πολλά μελανούρια» αποφαίνονται…”

Γιατί εκτός από την αιώνια ανθρώπινη αντίσταση υπάρχει και η απολαυστική ταπείνωση των απανταχού ανθρωπακίων.

06
Ιαν
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50 (Ιούνιος 2011)

Αμερικανικό Μπονζάι [Flash fiction]. 43 Μικρά Διηγήματα Αμερικανών Συγγραφέων. Μια ανθολογία.

Μια φορά με είχε ληστέψει ένας στιβαρός λευκός άντρας με καφέ σακάκι. Μου είχε δείξει τα δυο δόντια που του είχαν μείνει στο στόμα και η σκανδάλη ενός μικρού αυτόματου τυλιγμένου με ταινία στόχευε την καρδιά μου. Του έδωσα όλα τα χρήματα, αλλά δεν φοβήθηκα καθόλου. Καταλάβαινα κοιτάζοντάς τον πως ήταν ακριβώς σαν εμένα. Θα μπορούσα να πεθάνω πίσω από αυτό τον πάγκο και αυτός απλά θα έφευγε κρυμμένος στο ίδιο του το δέρμα, με μερικά δολάρια για ξόδεμα. Είμασταν όλοι ένα πράγμα. Έτσι του έδωσα τα λεφτά, νιώθοντας πλουσιότερος αμέσως… [Tom Hawkins, The wedding night]

Εδώ λοιπόν ξεκινάει η ανθολογιακή πανδαισία του μικρού διηγήματος, του μπονζάι, τα βασικά στοιχεία των οποίου αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά αναπτύσσονται και στον μυθοπλασμένο πρόλογο του επιμελητή Βασίλη Μανουσάκη: αυτά τα διηγήματα μινιατούρες προτρέπουν τον αναγνώστη να διαβάσει λίγο και να σκεφτεί πολύ, τον παρακινούν να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την ιστορία, τι προηγήθηκε και τι έπεται εκείνου του στιγμιότυπου, έχοντας γεννηθεί από μια ανάγκη να γίνονται όλα πολύ γρήγορα, να επιθυμούν οι αναγνώστες να διαβάσουν λίγα αλλά να προσλαμβάνουν πολλά. Προφανώς αυτές οι κειμενικές αστραπές έχουν πάρει κάτι από τον Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο επιμελητής διάβασε κι αξιολόγησε πάνω από 1000 διηγήματα – μινιατούρες κι επέλεξε τα καλύτερα με βάση το ενδιαφέρον της ιστορίας και του τρόπου γραφής, την έκταση (από μια παράγραφος ως τρεις σελίδες) και τον απόηχο που αφήνει η κάθε ιστορία και τα νοήματα που καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Πλέον, δε νιώθει ανώτερος από τις χρυσές ακτές. Αναρωτιέται πόσες από τις συντρόφους του που κοιμούνταν μαζί, ξαγρυπνούν όπως αυτός και ήσυχα προσπαθούν να κοιτάζουν μέσα από δωμάτια πολυώροφων κτιρίων όπου οι κουρτίνες των πελώριων παραθύρων είναι ανοιχτές. Παράθυρα για γίγαντες, ταξινομημένα για να ανοίγουν προς τον ορίζοντα της πόλης που αναβοσβήνει. Φθονεί εκείνους που ακόμη κοιμούνται γαλήνια αλλά και τους λυπάται που χάνουν εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν κατονομάζονται…. [Stuart Dybek, Gold coast]. Εδώ, «μουδιασμένοι απ’ τη σιωπή που μεγάλωνε ανάμεσά τους», δυο άνθρωποι ξυπνούν ταυτόχρονα σε ξενοδοχειακό δωμάτιο, «τη στιγμή που επικρατεί η μεταλλαγή της νύχτας, με το αύριο ήδη φωτεινό πίσω της» και βλέπουν μαζί «τις αντανακλάσεις τόπων που στην πραγματικότητα δεν είναι τόποι», καθώς επιπλέουν σαν φωτεινό στρώμα αφρού, πάνω στην επιφάνεια κάποιου ποταμού. Τώρα πλέον θα έχουν δει αυτό τον ουρανό μόνο επειδή ήταν μαζί, σαν κάτι περισσότερο που θα έχουν να θυμούνται.

Ο Ray Bradbury [I see you never] καταθέτει λιτή πλην διαπεραστική ιστορία απέλασης όπως κατοπτρίζεται στα μάτια ενός παιδιού, ο Langston Hughes την απολαυστική ιστορία μιας γηραιάς κυρίας που επιλέγει ως επίπληξη στον επίδοξο ληστή της την τρυφερότερη πλην αυστηρή της φροντίδα [Thank you, M’ am] και ο Chuck Palahniuk προσφέρει την πιο φορτισμένη ιστορία του τόμου [Escort]: ο αφηγητής αναλαμβάνει στην εκκλησία του ως «υποχρέωση καλής πράξης» την υποχρέωση να είναι συνοδός σ’ ένα άσυλο όπου νέοι άνθρωποι χωρίς ασφάλεια ζωής πήγαιναν για να πεθάνουν. Σου ζητούσαν να είσαι διακριτικός στο πήγαινε-έλα σου γιατί οι γείτονες δεν ήξεραν τι συνέβαινε στο τεράστιο παλιό σπίτι του δρόμου…Τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν AIDS, αλλά το σπίτι δεν έκανε διακρίσεις. Μπορούσες να έρθεις εδώ και να πεθάνεις από οτιδήποτε.

Το πρώτο ραντεβού του έχει μόνο ένα πόδι και λίγους μήνες ζωής. Ο αφηγητής συνοδεύει αυτόν και τη μητέρα του σε τόπους με θέα και σε μουσεία. Επιστρέφοντας σπίτι του, δηλαδή κάτω από φορτηγά, τα προβλήματά του δεν έμοιαζαν και πολύ χάλια: ολόκληρη η ζωή του έμοιαζε με θαύμα αντί για σφάλμα. Συνεχίζει ως συνοδός, κρατώντας τα χέρια των ραντεβού του με τις ώρες «μέχρι που ένας άλλος συνοδός ερχόταν για να τον σώσει ή μέχρι που δεν είχε πια καμία σημασία». Οι μητέρες τους του δωρίζουν κάποιες φορές κουβέρτες με παλιομοδίτικα τετράγωνα και ζιγκ ζαγκ σχέδια κι εκείνος τις στοιβάζει στην άκρη του καναπέ κι αργότερα στη σοφίτα, αρνούμενος να τις χρησιμοποιήσει ή να τις αποχωριστεί, χωρίς να ξέρει τι τον φοβίζει περισσότερο, «να πετάξει όλα αυτά τα νεκρά παιδιά ή να κοιμηθεί μαζί τους».

Max Apple, Aimee Mender, Ray Bradbury, Rob Carney, Amy L. Clark, Lydia Davis (πρώην σύζυγος του Paul Auster, αν έχει σημασία η πληροφορία), Carol Edelstein, Zdravka Evtimova, Robert Fox (με ένα Παραμύθι εντός μετρό, γιατί εκεί πλέον εξυφαίνονται και τα παραμύθια), Jack Handey, Lee Harrington, Tom Hazuka, Amy Hempel, Robert Kelly, Michael Knight, Marilyn Krysl, Mary Morris, Joyce Carol Oates, David Ordan, Lon Otto, Pamela Painter, Francine Prose, Mat Rittenhouse, Bruce Holland Rogers, Chuck Rosenthal, Samantha Schoech, Steven Schutzman, Don Shea, Sam Shepard, James Still, Peter Taylor, Alison Townsend, John Updike, Tom Whalen, Tennessee Williams, Tobias Wolff και Allen Woodman συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Δεν είναι γούστο εφηβικό να πετάς μέρα μεσημέρι τις ηλιόλουστες μέρες, ούτε καν στην Καλιφόρνια. Αυτό που ήθελε το αγόρι ήταν κάτι άλλο: να πετάει αργά τη νύχτα, χαμηλά, ξυστά στο έδαφος, μέσα στις πόλεις, να γεφυρώνει γοργά με κομψά τόξα τα κτίρια. Πολύ αργά τη νύχτα· την ώρα που τα κορίτσια κρεμάνε τα ρούχα τους και αναστενάζουν στα παράθυρά τους ρουφώντας τον πηχτό αέρα… [Charles Baxter, The cliff]

Η καθιερωμένη ύλη βρίσκεται παρούσα, με ποίηση από τους Τασούλα Καραγεωργίου, Αναστ. Α. Αντύπα, Άννα Αφεντουλίδου, Βαγγέλη Πεταλά, Αντώνη Περαντωνάκης και Ελένη Σιγαλού, δυο πεζά από τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, κριτικές και δοκίμια. Και είναι αδύνατο να μην επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες, που κοσμούνται από δώδεκα ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη, όλα με θέμα την υπέργηρη μητέρα του. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα δει δημοσιευμένα· ακολούθησε τη γηραιά μούσα του ένα μήνα περίπου μετά την δική της εκδημία. Ιδού ένα Αντίδωρο: Μπορεί/ήδη από έφηβος/να μη σε ακολουθώ στις εκκλησίες/να μη νηστεύω/να μην κοινωνώ· όμως όταν γυρίζεις κάθε Κυριακή/από της θείας λειτουργίας/την ζηλευτή ηρεμία/πάντοτε παίρνω από τα χέρια σου/το λευκό αντίδωρο-/είδος αρχαίου μαστού γαλακτοφόρου/που έχει από τόσα χρόνια κοιμηθεί.

[287 σελ.] Επιμέλεια: Βασίλης Μανουσάκης. Με σύντομα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων και των μεταφραστών. Προηγούμενα τεύχη και τόμοι του Πλανοδίου, planodion@otenet.gr και 210-2284403. Όπως πάντα η ιστοσελίδα τροφοδοτείται συνεχώς με ιστορίες μπονζάι.

Σημ. Πανδοχείου: Ο επιμελητής ορθότατα αναγράφει και τα ονόματα των συγγραφέων και τους τίτλους τόσο σε λατινικό όσο και σε ελληνικό αλφάβητο. Εδώ χάριν συντομίας επιλέγουμε το πρωτότυπο.

Στις φωτογραφίες: και πάλι αναγνώστες πιθανότατα μικρών διηγημάτων, που όπως αναφέρθηκε [ξανά εδώ], διαβάζονται σε οποιαδήποτε περίσταση και παντού, σε μια καθισιά και σε κάθε στάση.  Η εικονογράφηση του εξώφυλλου και πάλι από την Ηρώ Νικοπούλου.

05
Ιαν
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 51 (Δεκέμβριος 2011)

Ελληνικό Μπονζάι. 48 Μικρά Διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων. [Πρώτο Μέρος (1/2)]

Η σύντομη πεζογραφική φόρμα του υπέρμικρου διηγήματος έχει ως βασικά χαρακτηριστικά την πλοκή και τον μικρό αριθμό λέξεων. Το διηγηματικό αυτό υποείδος καθιερώθηκε με την ανθολογία Flash Fiction του 1992 και γνώρισε ταχύτατη διάδοση σε χώρες και γλώσσες, ανθίζοντας σε σχετικές ανθολογίες και ιστολόγια, διεκδικώντας συν τοις άλλοις και τους προγόνους του (από Μπόρχες και Κάφκα μέχρι Τσέχωφ και …Αίσωπο). Απέναντί σε όρους όπως Micro Fiction, Sudden Fiction, Nano Fiction, Short Short Story, Micro Story, Fast Fiction, Postcard Fiction, Relato Telefonico (= Τηλεφωνική ιστορία), Relato de taza de café (= Ιστορία φλιτζανιού του καφέ) κ.ά., το περιοδικό Πλανόδιον εισηγείται και εγκαινιάζει τον όρο  Μπονζάι, την τέχνη της αισθητικής σμίκρυνσης των δέντρων ή της ανάπτυξη ξυλωδών φυτών σε σχήμα δέντρου, εντός δοχείων, έναν όρο με πλήρη αναλογικότητα με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είδους: συνοπτικότητα αφηγηματικών λειτουργιών, οργανικότητα μερών προς το σύνολο και ενσυνείδητο συγγραφικό αυτοπεριορισμό.

Η διπλή εισαγωγή του Γιάννη Πατίλη είναι πλήρως κατατοπιστική: Οι Ιστορίες Μπονζάι αποτελούν μυθοπλασίες των οποίων η μικρή ή και πολύ μικρή έκταση αποτελεί ουσιώδη σκοπό της καλλιτεχνικής βούλησης που τις παρήγαγε. Δεν αποτελούν δηλαδή απλώς και μόνο «μικρά» διηγήματα αλλά διηγήματα για τα οποία η συνειδητή επιδίωξης της βραχύτητάς τους αποτελεί τον πρώτο sine qua non παράγοντα του είδους τους. Ταυτόχρονα, και σε αντιστοιχία προς το υπαινισσόμενο είδος των φυτών μπονζάι, στο μικρό μέγεθος των ποίων εξεικονίζεται η φυτική ολότητα του δέντρου, τόσο η συγγραφική σύλληψη όσο και η αναγνωστική τους πρόσληψη (πρέπει να) υπηρετείται από την ιδέα ενός παρόντος ή εξυπακουόμενου αφηγηματικού όλου.

Στο κείμενό του αναπτύσσονται τα επιμέρους στοιχεία του είδους, από την  «καταγωγή» του ως και το περιεχόμενό του: η διάδοση του καθημερινού τύπου και ιδίως των λογοτεχνικών περιοδικών κατά τον 19ο αι. (με κλασικό παράδειγμα τον Α. Παπαδιαμάντη), η αναγωγή από τον Ε.Α. Πόου του ποσοτικού κριτηρίου σε ποιοτικό, η προσθήκη από τον ίδιο του κριτηρίου της ισχυρής εντύπωσης (effect) στην ψυχή του αναγνώστη, η συντομία για την εξασφάλιση του αισθήματος της ολότητας και της ενότητας κ.ά. Ο Πόου επιχείρησε να ορίσει και το μέγεθος της συντομίας: στην εντυπωσιακή του μεταφορά το σχετικό κείμενο πρέπει να μπορεί να διαβαστεί in one sitting – σε μια μόνο ανάγνωση, μονορούφι, σε μια καθισιά.

Σήμερα, εδώ και δυο δεκαετίες, το είδος αυτό τείνει να γίνει ο κανόνας της σύγχρονης πεζογραφικής λογοτεχνικής έκφρασης, αυτή τη φορά μέσω του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου τύπου (του Διαδικτύου) που ανοίγει διάπλατα το δρόμο και για ένα δεύτερο και προς μια εντονότερη ανάδυση της ελάσσονος λογοτεχνίας, μιας λογοτεχνίας που ταιριάζει στην πολιτιστική πολυείδεια των ημερών μας και προϋποθέτει συγγραφέα και αναγνώστη εκτός κυρίαρχης ομάδας, γλώσσας, κουλτούρας, λογοτεχνικού κανόνα, αγοράς.

Το Πλανόδιον έχει ξεκινήσει μια συστηματική διερεύνηση του μικρού διηγήματος, πρώτα με τη δημιουργία (Απρίλιος 2010) μιας ιστοσελίδας αποκλειστικά αφιερωμένης στο είδος, πρωτότυπο ή μεταφρασμένο [Ιστορίες Μπονζάι, κατόπιν με το αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι 50ό τεύχος (Ιούνιος 2011) και τώρα με το πρώτο μέρος της ελληνικής ανθολογίας, που περιλαμβάνει τόσο ανέκδοτα κείμενα γνωστών λογοτεχνών όσο και πληθώρα κειμένων νέων λογοτεχνικών φωνών, που επιλέχθηκαν από έναν μεγάλο αριθμό συμμετοχών στο κέλευσμα του περιοδικού, πάντα στο όριο των 750 λέξεων. Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις όσον αφορά την συχνότερη θεματολογία και μορφή των κειμένων με εξίσου ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Τα συγκινησιακότερα κείμενα, προσφέρουν κατά τη γνώμη μου ο Κώστας Μαυρουδής [[Έχουν περάσει δεκαετίες…]], για το άτυπο μάτι της αφής, που μπορεί να περιγράψει ένα μαγικό τοπίο μέχρι να διακρίνει την ράτσα και το χρώμα ενός σκύλου, προς μέγιστη, σχεδόν στα όρια της ύβρεως, έκπληξη των μη τυφλών – τουλάχιστον όσον αφορά τα ορατά τους μάτια, και ο Αργύρης Χιόνης. Στο απομεσήμερο ενός φαύνου του τελευταίου ένας εξηντάρης άντρας, αφού απολαύσει το σώμα της εικοσιτριάχρονης φίλης του, συντρίβεται από τη σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος και βιαιοπραγεί πάνω της υπό την απεγνωσμένη επωδό Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τοσ’ ωραία;! Η σύνθεση του Ντεμπισί και το ποίημα του Μαλαρμέ για το Απομεσήμερο θα ενίσχυαν για άλλη μια φορά την ελλιπή του στύση.

Αργότερα, αφού θα έχει σβήσει το πορτατίφ και η εικόνα της εργαζόμενης μητέρας και συζύγου θα εξαϋλώνεται πάνω στα ριγέ σεντόνια, μπορεί να φαντασιωθεί, μέχρι την τρομώδη καταβύθιση στον πρώτο ύπνο, το φίνο λευκό ύφασμα πάνω στο κορμί του…Στο Μικρό ερωτικό της Δώρας Κασκάλη ένα λευκό πουκάμισο ενσαρκώνει και ενσαρκώνεται ως ερωτικότατη φαντασίωση μιας γυναίκας, καθώς …σχηματίζεται στις άκρες των χειλιών της ένα φευγαλέο χαμόγελο, στη σκέψη ότι κάτι τέτοια άσπρα πουκάμισα είναι φτιαγμένα για να τα αποχωρίζεται κανείς βίαια, συσκευές ηδονής που έχουν εφευρεθεί μόνο για να αποθεώνονται τα σώματα. Η ματαιωμένη προσφορά του αντικαθίσταται με προσγείωση της επιθυμίας της σε πιο βέβαιες πλην ανονείρευτες εκδοχές. Στην ξένη του Μάνθου Αγγέλη η υπάλληλος απογραφής που επισκέπτεται μια εξηντάχρονη γυναίκα δεν είναι παρά η εγκαταλειμμένη της κόρη και η απογραφή είναι η μόνη περίσταση όπου μπορεί να θέσει τις καίουσες ερωτήσεις και «να την κάνει να μιλήσει, να σπάσει, να τα παραδεχτεί», σε μια δίκη που η κατηγορούμενη σε μια δίκη που αγνοούσε.

Άρις Αλεβίζος, Διαμαντής Αξιώτης, Τάσος Γουδέλης, Φίλιππος Δρακονταειδής, Αντώνης Ζέρβας, Κατερίνα Ζούπα, Σπύρος Θεριανός, Τάσος Καλούτσας, Μάνος Καλπαδάκης, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Ηλίας Κεφάλας, Μάνος Κοντολέων, Ζέτα Κουντούρη, Νάγια Κουτρουμάνη, Μαρία Κώτσια, Ελένη Λαδιά, Γιώργης Μανουσάκης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Δημήτρης Μίγγας, Σοφία Μούτση, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Θάνος Ξηρός, Γιάννης Παλαβός, Παυλίνα Παμπούδη, Ξένια Παπαδημητρίου, Άκης Παπαντώνης, Μανώλης Πρατικάκης, Πάνος Πρωτοπαπάς, Ανδρέας Ρούσσης, Γιώργος Ρωμανός, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Περικλής Σφυρίδης, Λεωνίδας Τούρλας, Νίκη Τρουλλινού, Θοδωρής Τσάκωνας, Ελένη Φακάλου, Φίλιππος Φιλίππου (σε μια σαδομαζοχιστική στιγμιότυπο βρόμικου ρεαλισμού), Όλγα Φουντέα, Πέτρος Φούρναρης, Νάνσυ Χαριτωνίδου, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Νατάσα Χατζιδάκι και Α.Κ. Χριστοδούλου συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Η ίδια δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η μητέρα προστάτευε το γιό της. Φοβάμαι πως νόμιζε, αλλά δεν τον προστάτευε. Ξεχνά, όμως, κάτι ώρες που ενώ ήταν μαζί του στο σπίτι, ο νους της ήταν στα υλικά που δούλευε στο εργαστήρι της, γιατί επειγόταν να τους δώσει μορφή. Έκανε μάλιστα το λάθος, παραβλέποντας την ευφυΐα και την ήσυχη φύση του, να νομίσει πως το παιδάκι είχε ήδη τη μορφή που του έδωσε με το νου της, μια παραλλαγή της δικής της, που της πήρε ελάχιστο χρόνο να την συλλάβει. [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ο μικρός Ορέστης ή Φυγή που σκοτώνει, σ. 634]

Στα εκτός αφιερώματος πεζά οι Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Σταμάτης Πολενάκης, Άνθεια Βέρνη και Ηλίας Αλεβίζος και στην ποίηση οι Γιώργος Βέης, Λάμπρος Καψετάκης, Αθηνά Παπαδάκη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Θεοδόσης Κοντάκης,  Μάρκος Καλεώδης, Ιωσήφ Βεντούρας, κ.ά. πολλά. Μεταξύ των δοκιμίων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δια χειρός Κώστα Βραχνού σύσταση του Alberto Caraco, του ιδιοφυή στοχαστή και στυλίστα, αταξινόμητου «καταραμένου», μελετητή και πολέμιου των θρησκειών, κατήγορου του έρωτα και αμοραλιστή μισάνθρωπου κοσμοκαλόγερου που κραύγαζε για την παράνοια της τεκνοποιΐας και παραμένει σήμερα εντελώς άγνωστος εκτός Γαλλίας. Έγραφε ο Caraco στη Σύνοψη του χάους, ένα δείγμα φιλοσοφικής λιβελογραφίας κατά της ζωής και των ανθρώπων, στη γραμμή των de Maistre, Bloy, Lautréamont, Nietzsche, Pessoa, Lovecraft, Céline, Bataille, Cioran:

Τείνουμε προς τον θάνατο όπως το βέλος στο στόχο και δεν αστοχούμε ποτέ, ο θάνατος είναι η μόνη μας βεβαιότητα και πάντα ξέρουμε ότι πρόκειται να πεθάνουμε, δεν έχει σημασία πότε και πού, δεν έχει σημασία ο τρόπος. Γιατί η αιώνια ζωή είναι ένας παραλογισμός, η αιωνιότητα δεν είναι η ζωή, ο θάνατος είναι η ανάπαυση που επιδιώκουμε…Εμείς, που δεν ικανοποιούμαστε με λόγια, συναινούμε στον αφανισμό μας και επιδοκιμάζουμε αυτή μας τη συναίνεση, δεν επιλέξαμε  να γεννηθούμε και δεν θεωρούμε εαυτούς τυχερούς που δεν θα επιβιώσουμε πουθενά απ’ αυτή τη ζωή, η οποία μας επιβλήθηκε μάλλον παρά μας δόθηκε, ζωή γεμάτη ανησυχίες και οδύνες, προβληματικές ή κακές χαρές. Το να είναι ένας άνθρωπος ευτυχής τι αποδεικνύει; Η ευτυχία είναι μεμονωμένη περίπτωση…

Επιμέλεια: Γιάννης Πατίλης, Ηρώ Νικοπούλου, Βασίλης Μανουσάκης. Η Ηρώ Νικοπούλου φιλοτέχνησε και το υπέροχο έργο του εξώφυλλου. [287 σελ.] / Στις φωτογραφίες, ιδανικοί αναγνώστες για να διαβάσουν τις ιστορίες μπονζάι, ακριβώς σε μια καθισιά, κατά την διατύπωση του Πόου. / Στην αυριανή ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Πλανόδιου, αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 216,889 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 61 other followers