Posts Tagged ‘Λογοτεχνικά Περιοδικά



24
Δεκ
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 524 (Δεκέμβριος 2011)

Ο εικαστικός Παπαδιαμάντης

Δεκέμβρης, ο μήνας των εικόνων και της μεγάλης εορτής, στοιχείων δηλαδή που αμφότερα κοσμήθηκαν από το μελάνι του Παπαδιαμάντη. Και ιδού η ιδανική χειμερινή περίσταση για ένα αφιέρωμα που θέτει τα σχετικά και πάντα ενδιαφέροντα ερωτήματα. Ποιες οπτικές και εικαστικές οπτικές αναφορές εντοπίζονται στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη; Ποιο ήταν το καλλιτεχνικό – ζωγραφικό κλίμα της εποχής του, με ποιους συνομιλούσε ο συγγραφέας, πώς επηρέασε την νεότερη γενιά των εικαστικών; Ποιος πολιτισμός διαμόρφωσε την ποιητική του, ποιες εικόνες σαγήνευαν τις λέξεις του; Ο Δεκεμβριάτικος φάκελος, υπό την επιμέλεια του Γιάννη Ν. Μπασκόζου, περιλαμβάνει κείμενα από τους Μάνο Στεφανίδη, Ίριδα Κρητικού και Γιώργο Ν. Περαντωνάκη.

Αν κάποιοι πίνακες του Γύζη παραπέμπουν κατευθείαν στο Σολωμό, τότε ακριβοδίκαια το πλείστον της ηθογραφίας της σχολής του Μονάχου (Λύτρας, Γύζης, Ιακωβίδης, Σαββίδης, Λεμπέσης) αναφέρεται στον Παπαδιαμάντη, γράφει ο Μάνος Στεφανίδης. Μια ολόκληρη γενεαλογία της νοσταλγίας και μια μεταφυσική της μικρής ιδιαίτερης πατρίδας γεννιέται τόσο στους καμβάδες των μετοίκων της βαυαρικής πρωτεύουσας όσο και στα λερωμένα χειρόγραφα του κοσμοκαλόγερου του Αγίου Ελισσαίου. Και μόνο η αναφορά στην κοινή θεματολογία τους, είναι αρκετή:

γιαγιάδες και παππούδες που τιθασεύουν, κουρεύουν ή κανακεύουν άτακτους εγγονούς και γλυκύτατες εγγονές, χριστουγεννιάτικοι ψάλτες που καλαντίζουν τα σπίτια κάτω απ’ την Ακρόπολη, νησιώτες που θρηνούν γύρω από ένα κερί το χαμό του αγαπημένου ναυτικού, κορίτσια που λιβανίζουν ή μοιράζουν στην εξώθυρα της εκκλησίας άνθη του Επιταφίου, χοροί και γιορτάσια στο ύπαιθρο, Νυμφίοι που εμφανίζονται αιφνίδια εν τω μέσω εκπάγλου νυκτός, γέροντες που ερωτοτροπούν, λιτανείας προσκυνητών, Μήδειες εωσφορικές…

Μόνο που τον κυρ Αλέξανδρο δεν ξέρεις πού να τον κατατάξεις. Η ταμπέλα «ηθογραφία» μοιάζει με παντελόνι χωρίς μπατζάκια κι όλα του τα αφηγήματα με εισαγωγή ή σημειώσεις για εκείνο το μεγάλο κείμενο που δεν έγραψε ποτέ. Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνο ο εμπνευστής εκείνης της ηθογραφίας που αναχαράζει μια χαρισάμενη ζωή, ούτε ο τυπολάτρης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ο ίδιος είναι από τους πιο ενημερωμένους καλλιτεχνικά διανοούμενους της εποχής του, ιδίως όσον αφορά τα σύγχρονά του κινήματα, ταυτόχρονα με την εμφάνισή τους στην Εσπερία, χωρίς να ακολουθήσει μόδες ούτε να παρασυρθεί από συρμούς.

Το τεύχος των 144 σελίδων συμπληρώνεται από οδηγό βιβλίων για τα Χριστούγεννα, συνομιλία με τον Φίλιππο Φιλίππου κ.ά. Και προτού ευχηθούμε καλά Χριστούγεννα και ακόμα καλύτερες παπαδιαμαντικές αναγνώσεις, γαληνεύουμε για άλλη μια φορά στο παρηγορητικό άκουσμα της φράσης του από τους Εμπόρους των Εθνών: Η αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος.

Στις φωτογραφίες: ο κατά Εγγονόπουλον και κατά Κόντογλου Παπαδιαμάντης και μια στιγμή από την μουσική παράσταση Όνειρο στο Κύμα στο Πορφυρογένειο Ίδρυμα Αγριάς (2010).

01
Δεκ
11

Εντευκτήριο τεύχος 94 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2011)

Απ’ όλες τις αναχωρήσεις μου η πιο ανυπόμονη/αυτή που μ’ αναστάτωνε, ήταν σαν πήγαινε/να συναντήσω τη γυναίκα που αγαπούσα./Ο χρόνος μού φαινόταν όσο ποτέ αργός/όμως τον γέμιζα με προγεύσεις ευτυχίας/χωρίς να προσέχω τους χώρους, τα τοπία/χωρίς να παρατηρώ τους άλλους ταξιδιώτες/Την άφιξή μου έτρεχα ν’ αναγγείλω/απ’ τα δημόσια τηλέφωνα, δεν είχα τότε κινητά/η υποδοχή μου, πρέπει να πω, δεν ήταν πάντα/όπως την περίμενα, μα ό,τι κι αν γινόταν/το ταξίδι έμενε στη μνήμη μου ανεξίτηλο/οι χώροι, τα τοπία, εμφανίζοντας ξανά/ακόμα κι οι άγνωστοι συνταξιδιώτες./Αργότερα το σκέφτηκα πως μπορεί κι εκείνοι/να μη βρήκαν φτάνοντας ό,τι προσδοκούσαν

…γράφει ο Τίτος Πατρίκος σ’ ένα από τα οκτώ νέα ποιήματα (το συγκεκριμένο υπό τον τίτλο «Το ταξίδι και οι ταξιδιώτες») που προσφέρει στο δεύτερο συνεχόμενο Ερωτικόν τεύχος του περιοδικού, του αφιερώματος δηλαδή εις Του κορμιού τα πάθηΕδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, το πρώτο μέρος του οποίου παρουσιάσαμε αναψοκοκκινισμένοι εδώ.

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Philip Larkin, Γρηγόρης Μπέκος, Χρήστος Οικονόμου, Βισέντε Ουϊδόμπρο, Άκης Παπαντώνης, Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, Ιωάννα Ράπτη, Αρθούρος Ρεμπώ, Θοδωρής Σαμαράς, Γιαν Χένρικ Σβαν, Π.Μπ. Σέλλεϋ, Ανν Σέξτον, Μαρία Σούμπερτ, Μαρία Στασινοπούλου, Γιώργος Τούλας, Γκεόργκ Τρακλ, Γιάννης Τσίρμπας, Μισέλ Φάις και Κυριάκος Χαλκόπουλος σκορπάνε τις λέξεις τους ανάμεσα σε σώματα αγκαλιασμένα, ποθημένα, ιδρωμένα, οργασμένα κι οργωμένα. Ιδιαίτερα απολαυστικά, μεταξύ πολλών, το κείμενα του Gilbert Lascault (τις σπαρταριστές μικρές φόρμες του οποίου θυμάμαι στην παλιά έκδοση της Εστίας με τον τίτλο Ένας Ναρκοθετημένος Κόσμος), με σύγχρονες παραλλαγές του μύθου της Κοκκινοσκουφίτσας (σε μια εκ των οποίων ετοιμάζεται το 1915 να κάνει το κόκκινο σκουφάκι της σημαία μιας μελλοντικής επανάστασης), σε μτφ. Αχιλλέα Κυριακίδη, αλλά και μια μεταβιβλική ιστορία του Λευτέρη Ξανθόπουλου («Οι κουτσουλιές του Θεού»), όπου ο έρωτας περνάει φευγαλέα, όπως η σκόνη της ερήμου της Θηβαΐδας…

Το αφιέρωμα κοσμείται βέβαια από απολύτως εντός κλίματος έργα ζωγραφικής και φωτογραφίες των Αντόνιο ντε Μεσίνα, Gunter Brus, Simon Costin, Απόστολου Κιλεσσόπουλου, Γιώργου Ρόρρη, Γιώργου Μπουζιάνη, Λητώς Δούμουρα, Φράνσις Μπέικον, Ξενοφώντα Μπήτσικα, Γκαρνέ, Έντουαρντ Χόπερ, Μικελάντζελο, Hannah Wilke, Μαρίας Σούμπερτ, Διαμαντή Διαμαντόπουλου, Ροντέν, Γιάννη Στυλιανού, Γιάννη Δημητράκη, Ferdinand Hodler και Edvard Munch. Εκτός ερωτικής πεδιάς αλλά εντός εντευκτηριακού κλίματος, ένα αιρετκό δοκίμιο του Θανάση Αθανασόπουλου-Καλόμαλου («Ποιήματα, όχι ποιητές»), ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό της Νέλλης Ανδρικοπούλου στη Βαγδάτη του 1965 κι ένα άρθρο του Μιχάλη Πολυμένη για την επίδραση που άσκησε στο λογοτεχνικό έργο του Χέμινγουεϊ η εμπειρία του ως πολεμικού ανταποκριτή στη Μικρά Ασία το 1922.

Ακηδείς θαμώνες των απέραντων καφετεριών της επικράτειας· δίπλα μπετονιέρες, εκσκαφείς, φορτηγά εν αναμονή σε παραλίες, εκτελεστικά όργανα της νεοελληνικής ευδαιμονίας. Μετέωροι εργάτες δίνουν φως σε αφρο-ελβετικού μπαρόκ αυθαίρετα, διώχνοντας ένα αγροτικό που αποσύρεται στο σούρουπο. Σιλουέτες έφιππων εξερευνητών στρατοπεδεύουν στην ακτή κοντά σε ένα μάρκετ που διανυκτερεύει υπό το φως του Edward Hopper… είναι κάποια από τα λόγια που γράφει ο Μανώλης Σκούφιας για τις φωτογραφίες του Μιχάλη Κουλιέρη που καδράρονται αυτή τη φορά εντός Camera Obscura και δεν είναι η πρώτη φορά που σκέφτομαι πως πολλά σχετικά κείμενα, αλλά και τα αντίστοιχα σε καταλόγους εκθέσεων και συναφείς εκδόσεις πλησιάζουν πολύ, σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, την ποίηση.

Και τι γίνεται όταν ο έρωτας φτάσει στην φυσική του κατάληξη, που είναι το τέλος του; Ίσως να έχουμε κατά νου τις φράσεις του ήρωα του Γιώργου Αδαμίδη («Όσα μου έμαθε το σώμα του»): Δεν μ’ αρέσει ο πόνος, όπως δεν αρέσει στους πιο πολλούς. Αλλά προτιμώ να πονάω, παρά να μη νιώθω τίποτε. Έμαθα να διαχειρίζομαι τον πόνο, που κρατάει πολύ, ενώ η χαρά κρατάει λίγο· την επόμενη στιγμή δεν υπάρχει τίποτε να διαχειριστείς.

Τα έργα τέχνης προέρχονται από το διαδίκτυο, το πρώτο από τον Karl Denton και το δεύτερο από τον Άγνωστο Ρωμαίο Καλλιτέχνη. Όπως θα διακρίνει το ερωτικώς υποψιασμένο καλλιτεχνικό μάτι, επιλέξαμε έργα όπου η ταυτότητα των φύλων είναι ασαφής. Όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί είναι πιθανοί.

14
Απρ
11

Το Δέντρο, τεύχος 179 –180 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2011)

 Αφιέρωμα Γιώργος Σεφέρης [1900-1971]. Σαράντα χρόνια μετά

Το βάθεμα, η στροφή στα ενδότερα του εαυτού είναι διαμετρικά αντίθετες στον Θερβάντες και τον Σέξπιρ. Ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης αναπτύσσουν ένα νέο, πλουσιότερο «εγώ ακούγοντας ο ένας τον άλλον, ενώ ο Φάλσταφ και ο Άμλετ ακολουθούν αυτή την εξέλιξη μόνο όταν αφουγκράζονται τον εαυτό τους. […] Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο συνεχής διάλογος ανάμεσα στον Σάντσο και τον Δον Κιχώτη. Ακόμη κι όταν καυγαδίζουν, η ευγένεια δεν τους εγκαταλείπει. Ποτέ δεν παύουν να μαθαίνουν, καθώς ο ένας ακούει τον άλλον. Και ακούγοντας ο ένας τον άλλον αλλάζουν οι ίδιοι, γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ (Γιατί διαβάζουμε)…

… μας παραδίδει το εύχυμο απόσπασμα ο Κώστας Μαυρουδής αλλά δεν θα πάμε ακόμα στην στήλη του, όσο κι αν ανυπομονούμε. Προέχει το αφιέρωμα, όπου οι Νάσος Βαγενάς, Βασίλης Βασιλικός, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιάννης Ευσταθιάδης, Ηλίας Κεφάλας,  Νεκταρία Γ. Κλαπάκη, Ρόντερικ Μπίτον, Γιώργος Μπλάνας, Παυλίνα Παμπούδη, Θανάσης Χατζόπουλος κ.ά. εξετάζουν με ιδιαίτερα αποστασιοποιημένη ματιά την σεφερική ποίηση και την ευρύτερη σκιά ποιητή και ποιημάτων. Περιλαμβάνεται ακόμα μια συνομιλία του Γιάννη Παλαβού με τον Άκη Μπογιατζή [Cpt. Nefos, Libido Blume, Sigmatropic κ.ά.] για τα «Δεκαέξη χαϊκού» ως ερωτικά τραγούδια, τα οποία μελοποίησε σε δίσκο των Sigmatropic μαζί με άλλα τρία σεφερικά ποιήματα (και τα οποία βέβαια έχουμε πολλαπλώς καλύψει στο mic.gr, σε αντίθεση με τους απανταχού σεφεριστές που δεν πήραν, για άλλη μια φορά, χαμπάρι από την σπάνια αυτή περίπτωση εξαιρετικής μελοποίησης και πολλαπλών συμμετοχών).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η οπτική του Βασίλη Παπά για τον «φωτογράφο ποιητή». Ο Παπάς παρατηρεί πως ο μηχανισμός της ποίησης του Σεφέρη φαίνεται να αποζητά κάτι το χειροπιαστό για να πυροδοτηθεί. Η βιωματική εικόνα που μπορεί να αποτυπωθεί και σε φωτογραφικό ενσταντανέ τον ερεθίζει, ενώ το τοπίο τον βοηθά να οργανώσει καλύτερα την τεχνική και την πολιορκία του θέματος. Το ζήτημα εξετάζεται σε σχέση με το αναπάντητο, ακόμα, ερώτημα της σιωπής του Σεφέρη κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1946 και 1953, αυτή τη «μαύρη τρύπα» στην ποίησή του.

Μιαν έτερη πλευρά, εκείνη του παιγνιώδους ποιητή, επιλέγει ο Νίκος Δήμου. Οι ποιητές συνήθως δεν έχουν καλές σχέσεις με το χιούμορ και το παιχνίδι, τα δε παραστρατήματα ορισμένων τείνουμε να τα ξεχνάμε (π.χ. την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα Εικονοστάσια κ.λπ. του Ρίτσου, τον Μανούσο Φάσση του Αναγνωστάκη - ο δε Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου είναι μια άλλη ιστορία). Αλλά τελικά και ο Σεφέρης ήταν μέσα του αισθησιακός και φιλοπαίγμων, η δε σύντροφός του Μάρω συναίνεσε να εκδοθούν τα τολμηρά του στιχουργήματα. Καμιά σχέση δηλαδή με την σεμνότυφη κυρία Μπάιρον που κατέκαυσε το αριστουργηματικό, ως έλεγαν, ημερολόγιό του. Αλιεύω την έκτη στροφή από Το απομεσήμερο ενός φαύλου και μετράω σε πόσες σύγχρονες περιστάσεις ταιριάζει αυτό το: σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους/όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους/ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή/που στο βραχνά του παραμιλεί.

Ένα νέο αγωνιστικό έπος απολύτως αντάξιό μας: Η Εθνική Αντίσταση των σταχτοδοχείων. Αν όμως πλησιάσουμε πιο σοβαρά το αντάρτικο του καπνιστή, θα δούμε ότι αυτό που θίγεται από την απαγόρευση είναι η «ξεχωριστή» παρουσία του Νεοέλληνα, η κουλτούρα της ατομικότητας. Η συνθήκη που δεν μας επιτρέπει να δούμε τον εαυτό μας να κρίνεται και συνακόλουθα να πειθαρχεί. Ο ανυποψίαστος, δηλαδή, και απόλυτα ακαλλιέργητος ναρκισσισμός.

…. και όπως αντιλαμβάνονται οι πεπειραμένοι δενδρίτες, βρισκόμαστε ήδη στην στήλη facebook. Η οποία επιλέγει τον αντίλογο και την προσγείωση, για να μην πω τίποτε άλλο, από οιοδήποτε στοιχείο συλλογικής ή μαζικής ευδαιμονίας. Μετά την ευχάριστη έκπληξη και την ικανοποίηση για την αλλαγή στο Δήμο, να δούμε πώς πραγματοποιείται αυτό το παράδοξο ζητούμενο: να αλλάξει μια πόλη, μένοντας ίδιοι οι κάτοικοι. Διότι, ως γνωστόν, από καταβολής κόσμου κανένα όραμα, προσωπικό ή συλλογικό, δεν διαρκεί, όταν αναγκάζεται να μεταφράσει τις ιδέες σε πράξη. Υπάρχουν ακόμα μερικά δύσπεπτα «αποφθέγματα» προς μελλοντική χρήση. Όπως του Μουσολίνι: Δεν είμαι ο ιδρυτής του Φασισμού. Απλώς τον ανέσυρα από το υποσυνείδητο των Ιταλών. Προσοχή λοιπόν, γιατί το είδος είναι άμεσα ανασύρσιμο απ’ τον καθένα. Εδώ τα «αποκλείεται να συμβεί σ’ εμένα» δεν περνάνε.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα γράφει για τα Γωνιακά Σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, ο Ουμπέρτο Έκο για την Έννοια του Διανοούμενου, ο Τάσος Γουδέλης για θαυμαστά και αθαύμαστα. Διηγήματα από Ζίγκρφιντ Λεντς, Αλμπέρτο Σαλσέντο Ράμος και Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ κ.ά. συμπληρώνουν αισίως τις 208 σελίδες. Στο συνοδεύον δισκίο, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διαβάζει από τη Στροφή, το Μυθιστόρημα, τη Γυμνοπαιδία και το Τετράδιο Γυμνασμάτων.

Σημ. Το σκίτσο των Δον Κιχώτη – Σάντσο Πάντσα από τον Πάμπλο Πικάσσο.

17
Σεπ
10

Περιοδικό Το Δέντρο τεύχος 175 – 176 (Καλοκαίρι 2010)

Αφιέρωμα στον Κ.Γ. Καρυωτάκη

Στην θερινή σύναξη υπό το Δέντρο 32 έλληνες συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο και την εποχή του Κ.Γ. Καρυωτάκη, η πεισιθάνατη ποίηση του οποίου γέννησε τον παραφιλολογικό μύθο του ιδανικού αυτόχειρα. Ευτυχώς τα γραπτά του αυτοκτόνου της Πρέβεζας σταδιακά αποφορτίζονται από το συγκινησιακό, παραλογοτεχνικό τους χαρακτήρα και μελετώνται για την ουσία τους.

Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της έγραφε ο Βύρων Λεοντάρης στις «Θέσεις» του το 1973 και ο Κώστας Βούλγαρης (Αγαπητέ Βύρωνα Λεοντάρη) τιμά εκείνο το κείμενο όπως του αρμόζει. Τον Καρυωτάκη δεν τον «συναντάς» παίρνοντας μια καρέκλα για να καθίσεις μαζί του, αλλά μόνο με έναν τρόπο: πέφτοντας «στο βάραθρο το αγριωπό». «Καρυωτακισμός δεν υπήρξε» ούτε θα υπάρξει ποτέ – πρόκειται για το «πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης», τονίζει ο Βούλγαρης, βλέποντας πως οι «αντιπροσωπικότητες» έχουν ήδη περίοπτη θέση τον Κανόνα και την αγορά και πως ο Καρυωτάκης έχει πλέον «ενταχθεί» και γίνει αποδεκτός σαν μια «προσωπικότητα – περίπτωση». Όμως ο Λεοντάρης προειδοποιούσε: Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα, ορίζεται σαν πραγματικότητα. Άμεσα σχετιζόμενες είναι και οι αντιρρήσεις του Κ. Β. σχετικά για την τηλεοπτική σειρά που ενέταξε τον μέχρι πρότινος αποσυνάγωγο στην εβδομαδιαία καθημερινότητα κάθε νεοελληνικού νοικοκυριού, επιτυγχάνοντας την ευρύτερη δυνατή φιλολογική, λογοτεχνική και κοινωνική συναίνεση.

Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία πράξη όμως που μου αποδίδεται τη μισώ έγραφε ο ποιητής στην τελευταία αλογόκριτη επιστολή και ο Τάσος Ψαρράς (κατά φωνή) καταθέτει ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ανίχνευσης της αποδιδόμενης χυδαίας πράξης. Αποκλείοντας το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, την μαστροπεία ή τις σχέσεις με γυναίκες ελευθερίων ηθών, οι σχετικές πηγές οδηγούν στο ενδεχόμενο της (κατηγορίας) εσχάτης προδοσίας, όπως βέβαια οριζόταν από το καθεστώς της εποχής, εξαιτίας των σχέσεων με τον Πέτρο Πικρό, υπόδικο επί εσχάτη προδοσία, και ενός γενικότερου εφιαλτικού αντικομμουνιστικού κλίματος εκβιαστών και ψευδομαρτύρων, στην σκληρή πολιτική πραγματικότητα της χώρας και ιδίως της επαρχίας.

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός (Ίδιοι άνθρωποι, άλλες εποχές…) συνδέει τις ιστορικές μορφές της Ηρωικής Τριλογίας και του Εις Ανδρέαν Κάλβον στο πρόσωπο του τελευταίου, που αποτέλεσε για τον Κ.Κ. διττό πρότυπο (του υμνητή επικών εποχών και του αντιρρησία, καταμηνυτή ιδιοτέλειας και διαφθοράς) και τώρα τον καλεί με ιδιότυπη «προτρεπτική αποτροπή» σε κοινό θρήνο. Η ποιητική της οδύνης του Θανάση Μαρκόπουλου εστιάζει στο μοτίβο της ζυγαριάς που χρησιμοποίησαν και οι Γιώργος Βαφόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, σε μια ενδιαφέρουσα τριπλή σύγκριση, ενώ η Λίτσα Χατζοπούλου επιδίδεται σε μια (κυριολεκτικά, μεταφορικά και γραμματολογικά) Ρομαντική ανάγνωση του καρυωτακικού έργου. Μεταξύ των υπό σκιά διαλεγομένων οι Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Κούλα Αδάλογλου, Γιώργος Βαρθαλίτης, Δημήτρης Δημηρούλης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Συμεών Σταμπουλού, Κώστας Στεργιόπουλος κ.ά., όπως και οι πολύ παλαιότεροι, σε χρήσιμες αναδημοσιεύσεις (Τέλλος Άγρας, Τίμος Μπαλάνος)

Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Αντιλαμβάνεται (και συχνά μεταδίδει) άλλα πράγματα, ευστοχεί για άλλη μια φορά γράφοντας ο Κώστας Μαυρουδής, κι ένας νέος χώρος αποσκευών του, η στήλη Φέισμπουκ, ξεχειλίζει με προσωπικές σκέψεις, απανθίσματα εξαιρετικών λεχθέντων (Ντε Κίρικο, Σιοράν, Μπέρνχαρντ, Μοράν) και νεότερες ή παλαιότερες συγγραφικές αποτυπώσεις, όπως το εκ της Στενογραφίας του προερχόμενο: Εκείνοι που για χρόνια κατήγγελλαν τη στρατευμένη λογοτεχνία, δεν ενοχλούνταν, περιέργως, καθόλου από το ευτράπελο της στρατευμένης Ιστορίας και της εξίσου στρατευμένης αρχαιολογίας μας.

Στο τελευταίο βαγόνι του τρένου, αποσπάσματα από το τελευταίο, αυτοβιογραφικό βιβλίο της Χέρτα Μίλερ, αναγνώσεις Μίριελ Σπαρκ και Τζον Κουτσί, η διηγηματική άποψη του Μαρκές για την Ρώμη και η παρουσίαση μιας νέας βιογραφίας του Καίστλερ (που δίνει έμφαση και σε παραγνωρισμένες πλευρές του έργου του, όπως το δημοσιογραφικό, όπου ανήκει και μια εξαιρετική μελέτη του συγγραφέα για την αδυναμία της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών να αφομοιώσουν τον «άλλον», τον μετανάστη στους κόλπους του, το 1941!). Νωρίτερα, σχεδόν στην ατμομηχανή του τεύχους, έχουν διαπιστωθεί ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις σχετικά με τις ομαδικές ποιητικές αναγνώσεις που αναιρούν την μονήρη φύση και τον ασκητικό χαρακτήρα της ποίησης και υποβιβάζουν τον αναχωρητικό της λόγο σε ένα κλίμα αναψυχής.

 

13
Μαρ
10

Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 173-174 (χειμώνας 2009 – 2010)

 

Χαμένοι στη μετάφραση

Δεν υπάρχει απόλυτη αξία σε μια εικόνα. Οι εικόνες και οι ήχοι νοηματοδοτούνται μόνο με τη χρήση, για την οποία εσύ τα προορίζεις. / Οι θόρυβοι πρέπει να γίνονται μουσική / Το κοινό δεν ξέρει τι θέλει. Επίβαλλέ του τις επιθυμίες σου, τις ανάγκες σου… (Ρομπέρ Μπρεσόν, Σημειώσεις για τον κινηματογράφο).

Πώς φτάνει σήμερα σ’ εμάς η ξένη λογοτεχνία; Σε τι είδους ελληνικά μεταφράζονται τα αξιανάγνωστα κείμενα της παγκόσμιας γραφής; Τι δείγματα πρωτότυπων, νέων, δύσκολων ή αναμενόμενων μεταφράσεων παρουσιάζουν οι έγκυροι διάκονοι του είδους; Πώς αντιμετωπίζουν το ορθάνοιχτο ζήτημα της μεταφοράς μιας ξένης γλώσσας στο δικό τους γλωσσικό ήθος; Μια απάντηση επιχειρούν να δώσουν εδώ μια ευρεία γκάμα δειγμάτων γραφής και μια συζήτηση με κάποιους εξ αυτών στο σχετικό αφιέρωμα.

Ξεκινώντας από το μνημειακό Περί μαγείας του συναρπαστικότερου φιλοσόφου της ύστερης Αναγέννησης Τζορντάνο Μπρούνο και καταλήγοντας στους μπρεσονικούς αφορισμούς μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα για το πώς υποδέχτηκαν δύσκολα, δύσβατα ή απλώς διαρκή κείμενα των Ίταλο Σβέβο, Ιβάν Μπούνιν, Ζιλιέν Γκριν, Ν.Χ. Λόρενς, Ίταλο Καλβίνο, Γκιγιέρμο Αράγια, Γκεόργκ Τρακλ, Ρεϊμόν Κενό, Ρολάν Μπαρτ, Εδουάρδο Γκαλεάνο, Τζόν Μπέργκερ, Λόρενς Ντάρελ, Ιρέν Νεμιρόβσκι, Ρεϊνάλντο Μοντέρο και άλλων οι Φίλιππος Δρακονταειδής, Σεσίλ Ιγγλέση – Μαργέλλου, Μίλτος Φραγκόπουλος, Γιώργος Δεπάστας, Έφη Καλλιφατίδη, Γιώργος Μπλάνας, Θωμάς Σκάσσης, Μπερλής, Αλέξης Καλοφωλιάς, Χίλντα Παπαδημητρίου, Γ.-Ι. Μπαμπασάκης, Νάννα Παπανικολάου, Οντέτ Βαρών Βασάρ, Άννα Παπασταύρου κ.ά.

Απόλαυσα ιδιαίτερα τον διάλογο μεταξύ Ε. Σάμπατο – Χ.Λ. Μπόρχες πάνω σε αιώνια λογοτεχνικά θέματα, το εφιαλτικό διήγημα του Γκιγιέρμο Αράγια (σεναριογράφου των ταινιών «Σκυλίσιοι έρωτες», «Βαβέλ», «21 γραμμάρια» και «Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα», που αρχίζει το βιογραφικό του λέγοντας: Δεν καπνίζω ούτε πίνω. Απεχθάνομαι όσους λένε: «Δεν εμπιστεύομαι αυτούς που δεν πίνουν αλκοόλ») και το περί διαδικτυακού έρωτα κομμάτι του Μισέλ Φέιμπερ, εμπνευσμένο απ’ το ταξίδι του στην Ουκρανία με τους «Γιατρούς χωρίς Σύνορα». Και κράτησα τη φράση του εξόριστου στην Κεντρική Ευρώπη Βελιγραδιανού ήρωα του Ντράγκαν Βέλιτς: Ζούμε αόρατα, με το βήμα των δειχτών του ρολογιού. Βιτρίνες βιβλιοπωλείων με ημερολόγια, μπλοκάκια, τετράδια πολυτελείας, μια ολόκληρη βιομηχανία υπενθυμίσεων.

Στην γαλαρία, ο Αμίν Μααλούφ δοκιμιο-γράφοντας Έναν Κόσμο Χωρίς Κανόνες επικρίνει τις περίφημες θέσεις για τις ημερομηνίες 9-11 και 11-9 (Τείχος Βερολίνου – Δίδυμοι Πύργοι) ως Τέλους της Ιστορίας και ως Πολιτισμικής Σύγκρουσης αντίστοιχα ως δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και εστιάζει στην ανικανότητα της Δύσης να δημιουργήσει κανόνες αξιών, δημοκρατίας και ευημερίας παρά την επιβολή του μοντέλου της. Πιο δίπλα ο Μάρτιν Βάλζερ προτιμάει να αντλεί από το ανεξάντλητο υλικό του απώτερου παρελθόντος: ξαναγράφει τις επιστολές του Γκέτε για μια νεαρή, ζώντας ο ίδιος εκ νέου τον έρωτά τους, θέμα που…χμ…κατέχει καλά κι έχει λογοτεχνήσει ακόμα καλύτερα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στην φωτ. ο Γάλλος Σκηνοπλάστης.
22
Φεβ
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 504 (Φεβρουάριος 2010)

 

Αφιέρωμα στον Ντον Ντελλίλο

Οι αμερικάνοι συγγραφείς πρέπει να στέκονται και να ζουν στο περιθώριο, και να είναι πιο επικίνδυνοι από ποτέ υποστήριζε ο Μπρονξογέννητος συγγραφέας των δώδεκα μυθιστορημάτων και των 2 θεατρικών του Λευκού Θορύβου και του Υπόγειου Κόσμου, τον οποίο μπορούμε εν τάχει να διατρέξουμε ολόκληρο χάρη σ’ ένα αφιέρωμα ασπροπρόσωπα επιμελημένο από τον γερό γνώστη του αμερικάνικου και εν γένει αγγλοσαξονικού μυθιστορήματος Λευτέρη Καλοσπύρο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν παρκαδόρος διάβαζε το Καθώς ψυχορραγώ του Φώκνερ και δεν έχανε λάιβ απ’ τους τιτάνες της τζαζ (που αναγνωρίζει ως μέγιστη επιρροή του, μαζί με τις ευρωπαϊκές ταινίες και τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό) ως την επιλογή ενός ροκ σταρ ως κεντρικού ήρωα στο Great Jones Street (έναν ύμνο στην κουλτούρα της ομφαλοσκόπησης του ροκ εντ ρολλ) και από την επιχείρηση διαχείρισης του άγχους (που αν υπήρχε το 2001 θα είχε γίνει σκόνη των πύργων) ως την ψυχεδελική μεσογειακή αίρεση στα εμπνευσμένα στην Ελλάδα Ονόματα και το προφητικό της Αλ Κάιντα Μάο ΙΙ, ο Ντελίλλο πήρξε ο κατεξοχήν «οπτικοακουστικός» πεζογράφος της υπερατλαντικής λογοτεχνίας, ένας συγγραφέας της κινηματογραφικής πρόσληψης της πραγματικότητας όπως γράφει ο Τάσος Γουδέλης. Εξετάζονται οι μετατροπές των πολιτικών δραμάτων σε καθημερινές αλληγορίες, οι μορφές της μαζικής υστερίας στο Υπόγειο Κόσμο, οι αποτυπώσεις συνωμοσίας, παράνοιας κι επιστήμης κι άλλες πτυχές των έργων ενός συγγραφέα που έγραψε και έπεισε πως η ιστορία είναι το άθροισμα όλων όσων δεν μας αποκαλύπτουν.

Ακόμη: φάκελος «παρεξηγημένα» χρηστικά βιβλία, απολογισμός ελληνικής πεζογραφίας 2009, συζήτηση με την Έλενα Χουζούρη σχετικά με τον αυτοεξόριστο ήρωα του πρόσφατου βιβλίου της κ.ά.

Δημοσίευση και εδώ.

02
Ιαν
10

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 47 (Δεκέμβριος 2009)

 

Η ιδέα της απούσας πόλης είναι κάτι πολύ ζωντανό για μένα. Κάθε φορά που περπατώ στο Μπουένος Άιρες ανακαλύπτω κάποιο δρόμο, κάποιο μέρος όπου έχω ζήσει στο παρελθόν, που πια δεν είναι αυτό που ήταν, που συνεχίζει να υπάρχει εκεί, διαφορετικό απ’ αυτό που ήταν. Είναι μια πόλη που πια δεν υπάρχει αλλά συνεχίζει να είναι παρούσα ως μια χαμένη προσωπικότητα.

Ακόμα κι όταν απαντάει σε ερωτήσεις ο Ρικάρντο Πίγλια [Ricardo Piglia, γεν. 1940] ανάβει πολλαπλά φωτάκια σκέψης και συνείδησης, πόσο μάλλον όταν γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα. Βέβαια είναι η μικρή φόρμα εκεί όπου έχει θαυματουργήσει αυτός ο υπέροχος Αργεντινός, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς εκείνου του Νότου και οποιουδήποτε Νότου. Στο Πλανόδιο τούτο Αφιέρωμα η Ελένη Κεφάλα συζητά μαζί του, μεταφράζει κείμενά του (όπως το εκπληκτικό Η τρελή και η ιστορία του εγκλήματος) και μας εισάγει στο έργο του, έναν κόσμο όπου δίνεται φωνή στις πιο ετερογενείς και ετερόκλητες παραδόσεις και αφηγήσεις.

Αν ο κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του, όπως είχε πει ο Μπόρχες, τότε αυτός ο Αργεντινός έχει πίσω του ολόκληρη παρέα: Κάφκα, Μεσεδόνιο, Αρλτ, Χέμινγουέι, Μπρεχτ, Ονέτι (Το Ναυπηγείο του οποίου σεναριακά μετέπλασε για ταινία) και πολλούς ακόμα. Με μια προσωπική αισθητική συγκρητιστική δυο αντίρροπων πόλων (Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Ρομπέρτο Αρλτ) οι σύντομες φόρμες του ή αλλιώς κείμενα μικρού μήκους ή αλλιώς μικροαφηγήσεις εκφράζουν «τις εναλλακτικές φωνές που θέτουν σε αμφισβήτηση τις ολοκληρωτικές αφηγήσεις». Για τον Πίγλια η έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους αφήγηση ιστοριών, η λανθάνουσα προφορικότητα του είδους (το διήγημα ως μια εφήμερη εκδοχή σε μια σειρά άπειρων δυνάμει παραλλαγών), η αφηγηματική οικονομία και η αριστοτελική αντίληψη περί αναγκαίου καθιστούν το διήγημα «ανώτερο» του μυθιστορήματος στον συλλογικό ψυχισμό. Και διατηρείται πάντα το ερεθιστικό ερώτημα: Μέχρι ποιό σημείο μπορεί να συμπυκνωθεί μια ιστορία;

Κατά τα άλλα, ο Σλοβάκος γείτονας Jan Zambor γίνεται πλέον και ψυχικός μας πλησιαστής χάρη στα εννέα ποιήματα που μεταφράζει ο Κάρολος Τσίζεκ και σε υπέροχες συνθέσεις όπως το «Μια γυναίκα απ’ τον ανώνυμο κόσμο» από την συλλογή Ένα άλογο στον οικισμό (1983), οι Τάσος Πορφύρης και Βασίλης Μανουσάκης καταθέτουν διηγήματα και όπως πάντα το κύριο σώμα βρίθει ποιημάτων (Γιάννης Δάλλας, Ιωάν. Σ. Ρώσσης, Αγγελική Σιδηρά, Γρηγορία Πούλιου κ.ά.). Ο Φώτης Τερζάκης περιδιαβαίνει Κένυα και Τανζανία στα κειμενο-φωτογραφικά Υποσαχάριά του και στο τέλος του διαδρόμου και πάντα στη θέση του ο Αρχιληξίαρχος. Αυτή τη φορά έχει εντοπίσει ένα κείμενο του Βασίλη Βασιλικού για τους μπίτνικς εν έτει 1962 και επ’ ευκαιρία ανασκοπεί τις πρώτες αντιδράσεις της ελληνικής περί αυτών κριτικής.

-Γράψε μας κάτι ακόμα, Ρικάρντο. -Ένα διήγημα πάντα διηγείται δυο ιστορίες. Η αλήθεια μιας ιστορίας εξαρτάται πάντα από ένα συμμετρικό επιχείρημα που αναπτύσσεται κρυφά. Το να τελειώνεις ένα διήγημα σημαίνει να ανακαλύπτεις το σημείο τομής που σου επιτρέπει να μπεις στην άλλη πλοκή.[238 σελ.]

Εκδότης: Γιάννης Πατίλης, planodion@otenet.gr

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

08
Δεκ
09

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19 (φθινόπωρο 2009)

Αυτά έχει η ζωή, τιτλοφορείται το φθινοπωρινό «δέκα στα δέκα/τα» τεύχος καθώς το τραγικά απρόβλεπτο και απρόβλεπτα τραγικό της κυριαρχεί στα περισσότερα κείμενά του. Το διηγηματολόγιο των (δε)κάτων είναι πάντα γεμάτο από συνεργασίες με νέα ονόματα και μπορεί κανείς να πει πως εδώ κάθε φορά βράζει νέο λογοτεχνικό αίμα. Από τους «παλιούς» συμμετέχουν οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Αρκουδέας κ.ά. Αφηγήματα από Κώστα Βούλγαρη και Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, απόσπασμα από το φρέσκο μυθιστόρημα του Κώστα Καβανόζη, o Αλέξανδρος Ίσαρης στο μαγνητόφωνο. Ο J.M. Coetzee λογοτεχνεί Καθώς μια γυναίκα γερνάει και ο Περουβιανός Javier Silva Meinel εκθέτει 7 μαυρόασπρες υποβλητικές φωτογραφίες με θέμα Τελετές από τις Άνδεις. Ανταποκρίσεις από Περού και Νέα Υόρκη, γράμμα από το Μεξικό ή Πώς οι σαπουνόπερες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Το εν λόγω κείμενο είναι απίστευτο!

Ιδιαίτερο και συζητήσιμο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστολή του Τζόναθαν Λίτελ στο περιοδικό και ο σχετικός σχολιασμός από την Guardian – αμφότερα δημοσιεύονται εδώ. Να θυμίσω πως ο Λίτελ ήταν ο βραβευμένος των (δε)κάτων για τις Ευμενίδες, το ογκώδες αμφιλεγόμενο βιβλίο με τον παραληρηματικό ήρωα – εγκληματία των SS. Αντιγράφω: Πάντα πίστευα ότι η λογοτεχνία είναι μία κατ’ εξοχήν ιδιωτική υπόθεση. Και το τι συμβαίνει ανάμεσα σε ένα συγγραφέα και το έργο του ανήκει σε μία σφαίρα εντελώς διαχωρισμένη από τη διάδραση αυτού του έργου με αυτούς που το διαβάζουν, το σχολιάζουν, το εγκωμιάζουν ή το καταδικάζουν. Η ιδιωτικότητα είναι για μένα μία θεμελιώδης προϋπόθεση για να δημιουργώ, για να εργάζομαι. Ήταν και πριν δημοσιευτεί το βιβλίο μου και παραμένει μέχρι σήμερα. Με αυτό το πνεύμα εκφράζω την ελπίδα μου ότι η αδυναμία μου να είμαι σήμερα μαζί σας θα εκληφθεί ως αυτό που είναι, μία εκδήλωση της κοινής αγάπης μας για τη λογοτεχνία. [192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

04
Δεκ
09

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχη 85 και 86

 

Τεύχος 85 (Απρίλιος – Ιούνιος 2009)

Η εξαιρετική φωτογραφία του εξωφύλλου είναι του François Delebecque, ενός από τους σπάνιους, αν όχι τους τελευταίους φωτογράφους που ασχολούνται με το ασπρόμαυρο γυμνό. 11 δείγματά του παρουσιάζονται στο ένθετο Camera Obscura που πάντα τέμνει στη μέση κάθε εντευκτηριακό τεύχος. Δυο «διεθνείς» (Haruki Murakami, William Trevor) και 5 εγχώριοι συγγραφείς από την καλύτερη πάστα που διαθέτουμε (Διαμαντής Αξιώτης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Γιάννης Καισαρίδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Σοφία Νικολαΐδου) παραδίδουν εξαιρετικά διηγήματα, με εξαίρεση την τελευταία που ξεκλέβει απόσπασμα από μελλοντικό μυθιστόρημα. Ο Σάκης Σερέφας παραδίδει το κείμενο που διάβασε στην επίσημη προβολή της ταινίας «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος διηγείται πώς γνώρισε τον Μενη Κουμανταρέα ως «πρωτοεμφανιζόμενος». Ακόμα, ποίηση Διονύση Καψάλη, Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Δήμητρας Χριστοδούλου, Βασίλη Αμαντίδη, του Σλοβάκου Jan Zambor κ.άλλων, συνεργασία Ντίνου Χριστιανόπουλου, κείμενα για τον Μπέργκμαν και για μια κοσμοπολίτικη αποεθνικοποιημένη Ευρώπη μεταναστών.

Τεύχος 86 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009)

Με αφορμή την εκατονταετία από την γέννηση του Φράνσις Μπέικον το τεύχος παρουσιάζει ένα εκλεκτό αφιέρωμα στην ζωή και το έργο του κατεξοχήν εικονογράφου του 20ού αιώνα. Βιογραφικά και εργογραφικά σημειώματα, ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, ο θάνατος και ο πόνος στις συνθέσεις του, ένα τρίπτυχο από τον Ηλία Μαγκλίνη, κείμενο του John Maybury, σκηνοθέτη της ταινίας Η αγάπη είναι ο Διάβολος: Μελέτη για ένα πορτραίτο του Φράνσις Μπέικον, προσωπική εξομολόγηση του Μίλαν Κούντερα, ο «καταραμένος» δημιουργός και η ομοφυλοφιλία, και μια φορτισμένη διήγηση του Ηλία Κουτσούκου. Δεν ήξερες ρε Ηλία, δε ρώταγες;

Κατά τα άλλα, ο Dino Buzzati ανοίγεται σε ένα λυρικότατο κείμενο περί ανώφελων καλεσμάτων σε κάποια που αγάπησε οριακά, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης δίνει φωνή σε μία ακόμα αξιόμνημη ηρωίδα, η Μαρία Κουγιουμτζή διηγηματογραφεί στη μνήμη Ν. Γ. Πεντζίκη. Ακόμα: ποίηση Γιώργη Μανουσάκη, Αλεξάνδρας Πλαστήρα, Thom Gunn (που μαζί με τον Τεντ Χιουζ και Φίλιπ Λάρκιν καταχωρούνται ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες φωνές της πρώτης σημαντικής βρετανικής μετά Έλιοτ – Ώντεν γενιάς), εξαίρετες μικρές φόρμες του Alfred Polgar, διηγήματα Νικήτα Παρίση και Joseph Kessel, διαδικτυακή παράθεση σκέψεων Φίλιππου Δρακονταειδή και Χρήστου Χρυσόπουλου με αφορμή το μυθιστόρημα του τελευταίου Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, κείμενα για τον Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς ever forever), νέα στήλη με αξιοσημείωτα αποκόμματα εφημερίδων.

Κλείνω με κομμάτι από τον Observer: Όπως έγραψε ο συγγραφέας Πωλ Μπόουλς, το κρανίο του Μπέικον έμοιαζε έτοιμο να εκραγεί από εσωτερική πίεση. Ή, ίσως το κρανίο του ήταν πιθανότερο να υγροποιηθεί, να λιώσει όπως το κερί από κάποια φαντασίωση έκρηξης που έκρυβε μέσα του. Μπορούσα να φανταστώ έναν σωρό από μπογιά παπουτσιών, μάσκαρα, ρουζ και αμμωνία να λερώνει το παχύ χαλί της Όπερας. Μετά από μερικά χρόνια σκληρής δουλειάς στη διάρκεια της ημέρας και αυτοκαταστροφικών απολαύσεων τη νύχτα, ο Μπέικον πέθανε το 1992 μετά από καρδιακή προσβολή στη Μαδρίτη. Τώρα, πάμπλουτοι έμποροι όπλων συναγωνίζονται για να αποκτήσουν τα έργα του. [208 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

27
Νοε
09

Περιοδικό Κ (Κριτική) 18 (Ιούνιος – Δεκέμβριος 2009)

 

Ποτέ, ποτέ σας δεν θα μάθετε το τι υποφέραμε/με τον μαγνήτη αυτό της κάθε συμφοράς στα μάτια/μια ολόκληρη ζωή πλάι στο μπαρούτι/και τη φωτιά να τρέχει μες στις φλέβες.
Σημαδεμένος από μια «εκ γενετής» δυσκολία, ο Σταύρος Βαβούρης έγερνε σπασμωδικα δεξιά κι αριστερά, αντιμετωπίζοντας δυσκολία στο βάδισμα, υποφέροντας σιωπηλά. Χαρακτήρας δύσκολος και ακαταλόγιστος, απομονώθηκε σταδιακά από όλους που δεν έπαψαν ποτέ να διαβάζουν την σπαρακτική του ποίηση. Εκδοτικά πλάνης και αυτοεκδιδόμενος, πάντα στις άκρες της ποιητικής σκηνής, άφησε ίχνη σε πολλούς ομότεχνους και μη, ορισμένοι από τους οποίους αναφέρονται από τον Γιάννη Βαρβέρη σε ένα ιδιότυπο προσκλητήριο. Το αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποιήματα και κείμενα (Γ. Χρονάς, Ν. Χριστιανόπουλος, Κ. Στεργιόπουλος – που έκανε την μόνη υπεύθυνη ανθολόγηση του έργου του στο βυσσινί βιβλίο του «Ερμή», 1977 – κ.ά.).

Ακόμη πέντε πολυασχολούμενοι της νεοελληνικής πεζογραφίας συζητούν για τάσεις, προτάσεις και ανατάσεις του είδους από το 1974 έως σήμερα, με ονόματα και έργα όμως, όχι ασάφειες και γενικότητες! Ακόμη, δοκίμια για Προύστ και Κάφκα, διήγημα Χριστόφορου Μηλιώνη, ανέκδοτο ποίημα Νάνου Βαλαωρίτη, επιλογές ποιημάτων Τάσου Δενέγρη και Γιώργη Παυλόπουλου από τον Γιάννη Βαρβέρη, επιστολικός διάλογος του συγγραφέα Γιάννη Κιουρτσάκη με τον Κων. Πουλή με αφορμή το βιβλίο του πρώτου και οι γνωστές χορταστικές κριτικές. [208 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,836 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers