Archive for the 'Αστυνομική Λογοτεχνία' Category

29
Νοέ.
18

Fabio Stassi – Η χαμένη αναγνώστρια

Μυθιστορημάτων συνταγογράφηση

Είχα κολλήσει τη νόσο του Μοντάνο όπως την αποκαλούσε ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας ή τη λογοτεχνίτιδα του Χουάν Κάρλος Ονέτι. // Είχα αρρωστήσει από λογοτεχνία.  Ήξερα ότι ήταν μια ολέθρια και αθεράπευτη ασθένεια. Ξεκινάς αναλύοντας κάθε περιστατικό σαν να ήταν η υπόθεση ενός μυθιστορήματος: ερευνάς τις αποσιωπημένες έννοιες, τις εσωτερικές παραπομπές, τις πιθανές αντιφάσεις κι ύστερα αρχίζεις να χορεύεις αγκαλιά με το απίθανο, στην αρχή με μικρά βήματα, αναλύοντας τα κενά και τα υπονοούμενα, τα σημεία επαφής, τα φλας μπακ και τα σχήματα πρόληψης, το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας σκέψης κι ύστερα στροβιλίζεσαι όλο και πιο δυνατά συσχετίζοντας ξέμακρα πράγματα στον χρόνο και στο χώρο και ανακαλύπτοντας κάποιο δεσμό μεταξύ τους – όσο λεπτός και θαυμαστός κι αν είναι – ώσπου διεισδύεις στην τρομακτική αποσιώπηση της πραγματικότητας, αιωρούμενος μεταξύ αναμφίβολων και ανέφικτων πραγμάτων, κ επιτέλους αναλαμβάνεις την ευθύνη να αλλάξεις τη στίξη, να μεταβάλεις την κίνηση και να παρασυρθείς σε ένα σινεράμα υποθέσεων και απόψεων, αποκαμωμένος και ηττημένος από τις αναλογίες και τις αντιστοιχίες, παραδομένος για πάντα στην τελειωτική τρέλα της λογοτεχνίας και ανεπανόρθωτα επιλήσμων της απτής πραγματικότητας και τις εμπειρίας. // Δεν ήξερα πια τι είχα ζήσει στ’ αλήθεια και τι είχα απλώς διαβάσει… [σ. 212-213]

Ο εσώψυχος μονόλογος του Βίντσε Κόρσο περιγράφει επακριβώς την περίπτωσή του, με την διαφορά ότι η λογοτεχνίτιδά του δεν περιορίζεται για ατομική κατανάλωση αλλά επιστρατεύεται ως μια νέα επαγγελματική ιδιότητα. Αναλαμβάνει λοιπόν ειδικός βιβλιοθεραπευτής, που θα προτείνει το κατάλληλο λογοτεχνικό κείμενο ως φάρμακο σε όποιον πιστό προσέλθει. Η παρέλασή των «ασθενών» είναι από τα ελκυστικότερα μέρη του βιβλίου. Η Κάρλα, για παράδειγμα, νοιώθει πάντα εκτός τόπου και χρόνου· μόνο με το διάβασμα νιώθει καλά. Ο Κόρσο την καθησυχάζει πως τα περισσότερα λογοτεχνικά πρόσωπα πάσχουν από το ίδιο τρομακτικό αίσθημα του ασυμβίβαστου με τον κόσμο και της δίνει την κινητή γιορτή του Χέμινγουεϊ  Η πελάτισσα αποχωρεί έξαλλη με την πρόταση για ένα μεταθανάτιο έργο ενός αυτόχειρα που στην ουσία της ζητά να δεχτεί χωρίς πολλά πολλά την καθημερινή της μιζέρια. Φαίνεται πως η νέα επιστήμη δεν θα είναι ιδιαίτερα εύκολη για τον ήρωα.

Η Βέλια διώχτηκε απ’ τον άντρα της για μια νεαρότερη γυναίκα κι έμεινε με δυο παιδιά κι ένα δάνειο. Της προτείνεται Ο τζογαδόρος του Ουόλτερ Τέβις, ενός συγγραφέα ο οποίος μετά την παγκόσμια επιτυχία του βιβλίου του και της σχετικής ταινίας γράφτηκε ως σπουδαστής σε μια σχολή δημιουργικής γραφής, προτίμησε δηλαδή αυτός, ένας δάσκαλος της συγγραφής, να καθίσει στα θρανία, αν και το αλκοόλ του στέρησε είκοσι χρόνια καριέρας. Για ποιο λόγο τέτοια πρόταση; Γιατί όταν ο ήρωας τα έχει χάσει όλα, στην καρδιά της νύχτας, στο μπαρ ενός σταθμού λεωφορείων, συναντά μια γυναίκα εξίσου στιγματισμένη από την ζωή. Και μέσα από αυτή την συνάντηση θα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο, να μην ψάχνει για δικαιολογίες και να μην αισθάνεται ποτέ οίκτο.

Η Ροζάλμπα ονειρεύεται διαρκώς ότι επιστρέφει στο σπίτι της, από το οποίο όμως στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ. Της ταιριάζει το Αίμα στα μάτια της Λίνα Μερουάνε, που είχε πει ότι γράφουμε για την ατιμία μας, όχι για την τιμή μας. Η τυφλή της ηρωίδα μάλιστα, δεν κοιτάζει μπροστά αλλά πίσω, ανασυνθέτοντας το παρελθόν, σαν να το προδιαγράφει από την ανάποδη. Δεν σταματάμε ποτέ να μελετάμε το παρελθόν μας. Το παρελθόν έχουμε μπροστά μας, όχι το μέλλον. Κι αυτό γιατί το έχουμε καταλάβει ελάχιστα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθούμε να εικάσουμε, με τη μία θύμηση μετά την άλλη και με πολύ κόπο. [σ. 63]. Αν τα μυθιστορήματα καταργούν την πραγματικότητα, το κάνουν για να την εκθέσουν, για να καταλάβουμε το πραγματικό πρόσωπο των πραγμάτων [σ. 64].

Η Γκουενταλίνα καταφτάνει ολότελα σημαδεμένη στην πλάτη της κι ο Κόρσο για άλλη μια φορά ανατρέχει στην λογοτεχνία, που βρίθει από γυναίκες με σημάδια πάνω τους, προτείνοντας μια ομοιοπαθή της ηρωίδα, την Βέρα Ρίκβεν του Τζον Φάντε. Από την άλλη, ο Ζόρζε Αμάντο και η επινόηση ως ένα τρικ να ξεγελάς την πραγματικότητα, επιστρατεύονται για την περίπτωση της Μαργκερίτα, που κινδυνεύει να χάσει την δουλειά της για έναν κωμικοτραγικό λόγο Η Μελίσα υποφέρει από μια χρόνια συμβίωση με τον σύζυγό της, καθορισμένη απ’ το τηλεκοντρόλ, το πληκτρολόγιο και την μεταξύ τους σιωπή. Εκείνη καθημερινά λαχταρά να βρίσκεται κάπου αλλού, με άλλους ανθρώπους και αποφαίνεται: ο κόσμος φοβάται την αλήθεια και ο δυτικός γάμος είναι το τέλειο σύστημα για να την αποφεύγει, χωρίς να τραβάει τα βλέμματα. Ο Κόρσο της προτείνει το πρώτο διήγημα της συλλογής Οικία άλλων και άλλα διηγήματα του Σίλβιο Ντ’ Άρτσο, άλλη μια ιστορία επιθυμίας για αυτοχειρία.

Η περιορισμένη ζωή του Κόρσο μοιράζεται σε τρία ακόμα πρόσωπα. Πρώτα στον πατέρα του, η μοναδική κληρονομιά του οποίου ήταν τρία βιβλία, που έγιναν τελικά τα πιο πολύτιμά του αντικείμενα. Η μητέρα του μοιράστηκε μόνο μια νύχτα μαζί του όταν ήταν νυχτερινή ρεσεψιονίστ στη Νίκαια κι έτσι η θάλασσα «χίμηξε στην παιδική του ηλικία όπως χυμά στις ακτές της Γαλλικής Ριβιέρας»· είναι η ίδια θάλασσα που «σε μαθαίνει ν’ αγναντεύεις το κενό». Τώρα ο γιος συνομιλεί μαζί του με ανώνυμες κι ανεπίδοτες επιστολές στην ίδια διεύθυνση.

Δεύτερος συνομιλητής του είναι ο βιβλιοπώλης Εμιλιάνο Αρκάντζελι ο οποίος μαζεύει βιβλία από σπίτια αποθανόντων και λειτουργεί μια τεράστια δανειστική βιβλιοθήκη εντός του καταστήματος, πιστός στην άποψη πως το βιβλίο είναι ένα από τα ελάχιστα προϊόντα που αποκτούν αξία με τη χρήση: όσο περισσότερος κόσμος το έχει διαβάσει, τόσο περισσότερος κόσμος ενδιαφέρεται. Με την βιβλιοθηκονόμο Μάρτα μοιράζεται μια ερωτική σχέση χωρίς ραντεβού, ενώ ευτυχής μέσα στο αρχείο εφημερίδων και περιοδικών της εθνικής βιβλιοθήκης αισθάνεται πως τίποτα δεν περνάει και τίποτα δεν τελειώνει εντελώς. Αποδεσμευμένο από την απήχηση της επικαιρότητας ένα γεγονός γινόταν και πάλι γεγονός, κάτι που απλώς είχε συμβεί ή μάλλον που εξακολουθούσε να συμβαίνει. [σ. 203]

Ο βιβλιοθεραπευτής αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στις επισκέπτριες, πόσο μάλλον όταν παραμένει αιχμάλωτος από τις κοινοτοπίες και τα στερεότυπα που όλη η λογοτεχνία που διάβασε δεν κατάφερνε να ξεριζώσει. Συχνά μάλιστα οι ίδιες αποδεικνύονται πειστικά πνεύματα αντιλογίας. Αλλά όταν η γειτόνισσα και δεινή αναγνώστρια κυρία Παρόντι εξαφανίζεται μυστηριωδώς αυτός αναλαμβάνει να την αναζήτησή της με βάση την λίστα των βιβλίων που η ίδια δανειζόταν από το βιβλιοπωλείο. Έτσι ο διεστραμμένος της ανάγνωσης καλείται να βρει τις απαντήσεις σε έργα των Πολ Όστερ, Γουίλιαμ Φόκνερ, Σέργουντα Άντερσον, Φίλιπ Κ. Ντικ, Τζον Άπνταϊκ, Ρέιμοντ Τσάντλερ και Τσαρλς Μπουκόφσκι, Τζον Φάντε, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και άλλων, περιδιαβαίνοντας μια νυχτερινή Ρώμη διόλου τουριστική αλλά αρκούντως αισθαντική και συν τοις άλλοις πρόσφορη σε θρησκευτικές τελετές σαντερίας και βουντού.

Η Ηλέκτρα ισχυρίζεται πως έχει πρόβλημα με την τρισδιάστατη μορφή των πραγμάτων τα οποία της πέφτουν από τα χέρια ή εκτοξεύονται προς άλλους ανθρώπους. Έχει επίσης αλλεργία στο υπερτροφικό αντρικό εγώ και την γυναικεία ανοχή και αναρωτιέται αν μπορεί ένα μυθιστόρημα να μετριάσει αυτό το αίσθημα της δυσανεξίας. Η Άννα Μαρία Ορτέζε και ο Ζοάο Γκιμαράες Ρόζα έγραψαν την ίδια περίοδο την ίδια ιστορία αλλά σε απόσταση δέκα χιλιάδων χιλιομέτρων και χωρίς να ξέρει τίποτα ο ένας για τον άλλον. Ήρωές τους δυο μυωπικά και πολύ φτωχά παιδιά που αντέχουν την ανέχεια που τους περιβάλλει μόνο και μόνο επειδή δεν την έχουν αντικρίσει ποτέ κατάματα. Κι όταν τελικά αποκτήσουν από ένα ζευγάρι γυαλιά την είδαν και τους γέμισε απέχθεια αλλά και συγκίνηση. Το μοναδικό πράγμα που δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε από πάνω μας είναι οι αόρατοι φακοί με τους οποίους βλέπουμε τον κόσμο.

Μήπως αυτό μπορεί να το κάνει η λογοτεχνία; Και τελικά τι άλλο κάνει; Αναχαιτίζει την γοητεία του κενού και την δυσθυμία μας; Μας μαθαίνει να κοιτάζουμε τα πάντα διαφορετικά και να αναζητούμε την άλλη πλευρά των πραγμάτων; Το ερώτημα πλανάται σε όλο το σύντομο πλην απολαυστικό μυθιστόρημα του Στάσσι (Ρώμη, 1962). Σίγουρα πάντως δικαιώνεται η φράση του Τσβάιχ πως λογοτεχνία δεν είναι η ζωή αλλά η εξύμνηση της ζωής, ένας τρόπος να συλλαμβάνουμε το δράμα με πιο ξεκάθαρο και κατανοητό τρόπο.

Εκδ. Ίκαρος, 2018, μτφ. Δήμητρα Δότση, 270 σελ. [La lettrice scomparsa, 2016]. Περιλαμβάνεται τρισέλιδο παράρτημα με τις «Συμβουλές ανάγνωσης του Βίντσε».

Στις εικόνες: Lina Meruane, Joao Guimarães Rosa,Anna Maria Ortese,  και ο συγγραφέας.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, χειμώνας 2018-2019

Advertisements
20
Οκτ.
18

Βισέντε Αλφόνσο – Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου

Οι πολλαπλές υποκειμενικές πραγματικότητες

Οι φάκελοι πάντα είναι ελλιπείς. Η ανασύσταση της πραγματικότητας είναι αδύνατη, τα γεγονότα συμβαίνουν και χάνονται. Αυτό που ακολουθεί είναι ατελείς αναπαραστάσεις, απεικονίσεις φτιαγμένες από λέξεις. [σ. 70]

Ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που απόλαυσα πριν πολλά χρόνια και στις δυο αναγνώσεις ήταν το Η Ροσάουρα απόψε στις δέκα, του δυστυχώς άγνωστου στη χώρα μας Αργεντινού Μάρκο Ντενέβι [Rosaura a las diez, 1955, ελλ. έκδ. Πατάκη, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Σπυριδοπούλου, με πολύτιμο επίμετρο του Χουάν Κάρλος Μέρλο]. Με το πρόσχημα της διαλεύκανσης ενός φόνου και μέσα από διαφορετικές καταθέσεις των μαρτύρων ο συγγραφέας παρουσίαζε διαφορετικές ερμηνείες της «ορατής» πραγματικότητας, βασισμένες στην εκάστοτε αντίληψη του κάθε πρωταγωνιστή. Επρόκειτο για εκδοχές τόσο πειστικές που έμοιαζαν σχεδόν να παρουσιάζουν ισάριθμες εναλλακτικές πραγματικότητες.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά απολαμβάνω ένα ανάλογο μυθιστόρημα, αυτή τη φορά από έναν σύγχρονο Μεξικανό συγγραφέα. Φυσικά το εύρημα δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε σπάνιο στην λογοτεχνία· όμως οι ενδείξεις που απροσανατολίζουν τον αναγνώστη, η συνεχής και ανατρεπόμενη αναζήτηση της αληθοφάνειας και ο αντίρροπος αγώνας να διακρίνουμε πίσω από το «φαίνεσθαι» των πραγμάτων χρειάζονται μια ιστορία κατάλληλη, πρόσφορη σε ποικίλες οπτικές και διασπάσιμη σε κομμάτια όπως ένα παζλ που συν τοις άλλοις δίνει και διαφορετική εικόνα ανάλογα από την θέση του βλέμματος. Και απαιτείται ικανή γραφή· κι εδώ αμφότερα επιτυγχάνονται.

Το βιβλίο χωρίζεται σε εναλλασσόμενες ενότητες που αφορούν και μια διαφορετική πηγή της έρευνας: Θεραπευτική Συνεδρία (σε οκτώ μέρη), Η «τελευταία γουλιά» (σε τρία), Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου (σε πέντε), Ανοιχτός Φάκελος (σε τρία), Ad Maiorem Dei Gloriam (σε τέσσερα), Γράμμα στον Δον Μπερνάρντο (σε τρία), Ημέρα επίσκεψης (σε πέντε). Υπάρχουν ακόμα το Γράμμα από το Τοπολομπάμπο, ένα δεύτερο κείμενο για τον ίδιο τόπο, ένα δίστηλο από τον Κίτρινο Τύπο και το καταληκτικό Η συκιά και οι στάχτες. Με τον τρόπο αυτό αλλάζει και η οπτική της ιστορίας, καθώς η σε πρώτο πρόσωπο εξομολόγηση του συγγραφέα εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπες ή πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των γεγονότων με επίκεντρο διαφορετικούς κάθε φορά χαρακτήρες.

Στην Θεραπευτική Συνεδρία ο ψυχολόγος αφηγητής Αλμπέρτο Αλμπόρες θυμάται τις συνεδρίες του με τον νεαρό Ρώμο Αγιάλα, ως μέρος μιας ομάδας που θα υπερασπιστεί την αθωότητά του για τον φόνο που του αποδίδεται. Πρόκειται για την δολοφονία ενός τσιρκολάνου μάγου στο Μπαρ «Τελευταία Γουλιά», για την οποία τελικά φυλακίστηκε, και τώρα ο Αλμπόρες επιθυμεί να διαλευκάνει. Εγκαταλείπει τις συνεδρίες και επιχειρεί την συγγραφή ενός βιβλίου που θα συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, με συνεντεύξεις όλων των εμπλεκομένων, καταθέσεις από τις ανακρίσεις αλλά και προσωπικές σημειώσεις από τις δικές του μνήμες.

Ο Ρώμος είναι δίδυμος με τον Ρωμύλο, έχουν για πατέρα έναν ευυπόληπτο δικαστή, δούλευαν σ’ έναν μάγο ονόματι Μεγάλο Παδίγια σε πανηγύρια και γιορτές πολιούχων και γυρνούσαν την επικράτεια με δυο σαραβαλιασμένα τροχόσπιτα. Μαζί τους ταξίδευε και η κατά έξι χρόνια μεγαλύτερή τους Μάγδα Γκονσάλες, ερωμένη του Παδίγια, που σχετίστηκε με τον Ρωμύλο αλλά προσέλκυσε και τον Ρώμο, πρόθυμη να ζήσει μια κοινή ερωτική εμπειρία με τους αδελφούς. Η Μάγδα αποτελεί μια από τις βασικές μορφές της ιστορίας. Όταν κάνει τα μαλλιά της κοτσίδα και βάζει το λευκό της φόρεμα γίνεται η Μικρή Κάντε ή απλώς η Μικρή, που ο κόσμος λατρεύει ως θαυματουργή, τής αφιερώνει τάματα, γεμίζει τα ερημοκλήσια με εικόνες της κι έχει να λέει πως χάρη σ’ αυτήν σώθηκαν οι δικοί τους άνθρωποι από πάσης φύσεως συμφορές.

Στην διακεκομμένη ενότητα Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου Ι-V ο γερο-ρεπόρτερ Πέπε Σαμόρα ταξιδεύει στα μέρη του θρύλου της Μικρής, για την οποία φαίνεται πως όλοι έχουν να διηγηθούν κάποια θεραπεία, σωτηρία ή προφητεία. Αναζητά στοιχεία στην λεηλατημένη εκκλησία όπου εκείνη χτυπήθηκε και βιάστηκε. Στο ξωκλήσι του Σταυρού σε μια φωτογραφία της ανάμεσα στα τάματα φοράει ένα φουστάνι ίδιο με το καμένο υφασμάτινο κομμάτι που έχει στην τσέπη του. Δίπλα της, μια ζωγραφιά με το ίδιο φόρεμα, δια χειρός του σωσμένου Χουάν Μποράδο, που της υπόσχεται να επιστρέφει κάθε χρόνο την νύχτα του Αγίου Λαυρεντίου. Είναι η νύχτα όπου η γιορτή του Αγίου μετατρέπεται σε βακχική τελετή. Η μικρή θεωρούσε τον εαυτό της όργανο του Θεού· ότι δεν ήταν εκείνη που θεράπευε τους αρρώστους, αλλά ο Θεός που ενεργούσε μέσω αυτής. Για τους ντόπιους η αξία της είναι ίδια μ’ εκείνη του Σταυρού: μια απόδειξη ότι ο Θεός δεν τους έχει ξεχάσει.

Η «τελευταία γουλιά», το όνομα του μπαρ όπου έγινε ο φόνος, συγκεντρώνει ως ενότητα τις διαφορετικές αν όχι αντιφατικές καταθέσεις των θαμώνων. Ο Ανοιχτός Φάκελος περικλείει το αρχείο του ψυχοθεραπευτή, που εκ των υστέρων ομολογεί πως αν είχε αποκαλύψει όσα γνώριζε, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς· αλλά σιώπησε όχι μόνο για λόγους δεοντολογίας αλλά και από φόβο. Τα τέσσερα κεφάλαια Ad Maiorem Dei Gloriam εστιάζουν στην φαινομενικά παράπλευρη ιστορία ερωτικής μύησης του Ρώμου και των άλλων Αποστόλων σ’ ένα ιησουιτικό οικοτροφείο. Οι νέοι εντρυφούν στο Βαθύ Λαρύγγι της περίφημης Λίντα Λαβλεϊς και επιδίδονται σε όργια προετοιμασίας για την ερωτική τους πρεμιέρα κρυφά από τον κληρικό Οράσιο Πέρες Βάργκας ή, σύμφωνα με άλλο εξίσου πειστικό ενδεχόμενο, με την απόλυτη συναίνεσή του. Ποιος τόπος άλλωστε θα ήταν ασφαλέστερος και ποιος χρόνος καταλληλότερος για την σχετική εκπαίδευση; Η φωτιά στο κτίριο εκκινεί μια χιονοστιβάδα συμβάντων τελικά διόλου άσχετων με την ιστορία.

Στο τριπλό Γράμμα στον Δον Μπερνάρντο ο Ρωμύλος απευθύνεται στον πατέρα του και τον ρωτάει για τον τάφο της μητέρας του, καθώς, στοιχειωμένος από μια συγκινητική ιστορία που συνήθιζε να ακούει, τον εντοπίζει αλλά τον βρίσκει άδειο. Η Ημέρα επίσκεψης περιγράφει την σύλληψη του Ρώμου στα σύνορα επειδή στο αυτοκίνητό του βρίσκουν μια παλιά ελαιογραφία με το Μαρτύριο του Αγίου Λαυρεντίου. Πιθανώς άλλη μια παραπλάνηση του φαίνεσθαι, καθώς αναφέρονται άλλες περιπτώσεις πλαστογραφίας ή απλής αντιγραφής ενός έργου τέχνης που εξαπατούν τους ειδικούς και σίγουρα κάποιους αδαείς αστυνομικούς.

Κάθε νέα διακλαδωμένη ιστορία συνεχίζει να έχει δυο διαφορετικές εκδοχές, όπως, για παράδειγμα,  η ιστορία της Ροζάριο, της μητέρας των αδελφών. Η νοσηρή σχέση με τον πατέρα τους και οι αντιδράσεις από την πλούσια οικογένειά της είναι δεδομένα αλλά η συνέχεια της ζωής της διττή. Εξαφανίστηκε για σπουδές στην Ευρώπη ή παρέμεινε στα πάτρια με πλούσια κοινωνική προσφορά; Ένα δεύτερο, ξανά φαινομενικά άσχετο, ένθετο κεφάλαιο που εκκινεί από την ουτοπία του Άλμπερτ Όουεν στα τέλη του 19ου αιώνα και την ίδρυση μιας αντικαπιταλιστικής πόλης με πλήρη καταμερισμό της παραγωγής – ένα όνειρο που κράτησε δέκα χρόνια – φτάνει ως εδώ, καθώς, από μια μεγάλη ειρωνεία της Ιστορίας, είναι ο ίδιος ο βορειοδυτικός μεξικανικός κάμπος που διαφεντεύει ο πατέρας της Βίκτορ Ναβάρο Τσάβες. Και πρόκειται για τεράστιες εκτάσεις γης που στα αρχεία φαίνονται ως μικρές ιδιοκτησίες άλλων, ενώ προσλαμβάνονται ξένοι εργάτες που δεν έχουν οικογένεια εκεί και δεν μπορούν να οργανωθούν. Αν η Ροζάριο επιχείρησε να αναστρέψει την μεγάλη κοινωνική αδικία; Δεν θα μπορούσε ο τάφος της να είναι η τέλεια κρυψώνα για τα όπλα μιας εξέγερσης ή τα πολύτιμα έγγραφα μιας αποκάλυψης;

Όταν κάποτε φτάσει η στιγμή της τριπλής συνεύρεσης, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ρώμου, ο Ρωμύλος εμποδίζει την Μάγδα ν’ αναπνεύσει, ενώ μέσα της βρίσκεται ο δίδυμος αδελφός του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εδώ η επίκληση ενός διηγήματος του Μπόρχες («Η παρείσακτη»), όπου δυο φίλοι επιλέγουν να σκοτώσουν την γυναίκα που αμφότεροι επιθύμησαν. Θυμάμαι με συγκίνηση το διήγημα, ήταν από τα πρώτα που διάβασα στην παλιά έκδοση του Ερμή, με το πορτοκαλί εξώφυλλο και τον μονοκόμματο τίτλο «Διηγήματα». Η μπορχεσιανή πρόζα, άλλωστε, περνάει σαν σκιά τις σελίδες, μ’ όλες αυτές τις πολλαπλές διαθλάσεις της πραγματικότητας.

Όμως ο ερευνητής δέχεται και την επίσκεψη του Ρωμύλου, που ισχυρίζεται απερίφραστα πως ο Ρώμος είναι ένας μυθομανής, μιλάει αυθαίρετα για εγκλήματα και βιασμούς, οι αφηγήσεις του είναι γεμάτες σεξ και βία. Και πως ευρισκόμενος σε κατάσταση φαντασιωσικής ψευδολογίας, επιθυμεί εμμονικά να είναι άγιος, αν όχι μάρτυρας. Φυσικά ο Ρώμος σε μια επόμενη συνεδρία ανασκευάζει όλα τα εναντίον του λεγόμενα και τον οδηγεί στο υποτιθέμενο σημείο ταφής. Κάποτε η Μάγδα είχε διαπιστώσει ότι κάποια που υποτίθεται προστάτευσε χάνει με βίαιο τρόπο την ζωή της. Η σκληρή εμπειρία έγινε απελευθερωτική: συνειδητοποίησε πως δεν υπάρχει κανείς να μας προσέχει εκεί ψηλά. «Δεν ξέρετε», ομολογούσε, «πόση ανακούφιση είναι να νιώθεις πως ο Θεός είναι η παραμορφωμένη ηχώ της ίδιας μας της συνείδησης, όπως όταν βλέπουμε το καθρέφτισμά μας σε μια λακκούβα με νερό».

Έτσι ο αφηγητής αισθάνεται πως βρίσκεται μπροστά στην «κάρα του Αγίου Λαυρεντίου» και «το φαινόμενο του Λαζάρου». Η χρυσή λάρνακα με την απανθρακωμένη κάρα του Αγίου σήμερα αμφισβητείται ότι ανήκει στον άγιο. Το ερώτημα της πραγματικής της προέλευσης οδήγησε στην καθιέρωση της φράσης «η κάρα του Αγίου Λαυρεντίου», που χρησιμοποιείται για κάθε πρόβλημα λογικής για το οποίο τα στοιχεία αντιφάσκουν. Όσο για το φαινόμενο του Λαζάρου, η περιοχή του παραμένει σκοτεινή αλλά πάντα ερευνητέα: είναι το ενδεχόμενο να εφάπτονται σε κάποιο σημείο η πίστη και η επιστήμη.

Οι δίδυμοι αποτελούν εξαιρετικά ενδιαφέροντες λογοτεχνικούς χαρακτήρες που αν και αναπότρεπτα δεμένοι βρίσκονται σε μια μόνιμη αντιστικτική αντίθεση: ο ένας εξωστρεφής, ερωτικός, χωρίς συμπλέγματα, ο άλλος μοναχικός και φοβισμένος· ο Ρώμος σκαλίζει το παρελθόν, ο Ρωμύλος διαβλέπει το μέλλον· ο πρώτος αφοσιώνεται στην συντήρηση έργων τέχνης, με το βάρος του φιλοσοφικού ερωτήματος μέχρι ποιο σημείο φτάνει η επέμβαση του συντηρητή, ο δεύτερος ασχολείται με έναν μεγάλο συνεταιρισμό.

Οι συνομιλίες του Ρώμου με τον Αλμπόρες, ο οποίος τον βοηθά να ανασυστήσει, όπως λέει ο R.D.Laing, τον τρόπο να σταθεί στον κόσμο και να εκφράσει την δική του θέαση των γεγονότων, απαραίτητη συνθήκη σε οποιαδήποτε σχέση, όχι μονάχα μεταξύ ασθενούς και θεραπευτή, αποτελούν ένα από τα δυνατά κομμάτια του βιβλίου. Αλλά είναι και ο ίδιος ο ψυχολόγος που θα διδαχτεί από τον Ρώμο πως «η ανασύσταση του παρελθόντος είναι ένα παζλ που τα κομμάτια του δεν μπορούν να θηλυκώσουν», σαν τα χίλια μικρά κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη.

Η ιστορία δεν αρχίζει εκείνη τη στιγμή, όμως απ’ αυτό σημείο προτιμάς ν’ αρχίζεις να τη διηγείσαι κάθε φορά. Αν έμαθες κάτι στην εφημερίδα, είναι πως οι ιστορίες ούτε αρχίζουν ούτε τελειώνουν μόνες τους: εκείνος που τις γράφει, επιλέγει τι να κόψει και τι όχι. 

Εκδ. Ίκαρος, 2017, μτφ. Μαρία Παλαιολόγου, 248 σελ. [Vicente Alfonso, Huesos de San Lorenzo, 2015].

27
Ιον.
17

Συλλογικό – 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή. Ο άνθρωπος. Το έργο. Η εποχή. (Επιμ.) Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Δεκαοκτώ σπουδές στο μαύρο και ισάριθμες σπονδές στον εξιχνιαστή του

Το γερμανικό οικονομικό θαύμα, τα swinging 60s, η γαλλική nouvelle vague, το miracolo italiano: οι τέσσερις κυρίαρχες εκδοχές της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη των τελών της δεκαετίας του ’50, σε συνδυασμό με την διάδοση του «αμερικανικού ονείρου» επουλώνουν τα τραύματα της Ευρώπης, ενώ την ίδια περίοδο η Ελλάδα προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί από τις δικές της καταστροφές, πάντα μοιρασμένη σε «Ανατολή» και «Δύση». Σε αυτές τις συνθήκες γράφει ο Γιάννης Μαρής κι αυτό ακριβώς είναι το υπόβαθρο των ιστοριών του, όπως γράφει ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος στο δικό του Hommage στον Γιάννη Μαρή.

Εδώ ο επιμελητής του τόμου συντάσσει ένα πλήρες διάγραμμα της περίπτωσης Μαρή: ένας δημοσιογράφος που εισέρχεται ως «ξένο σώμα» στους συγγραφείς, που μεταλαμπαδεύει το «αστυνομικό» στα λογοτεχνικά δρώμενα αλλά και το εγκαθιδρύει συγγραφικά και κινηματογραφικά, που εντοπίζει έναν εγχώριο κοσμοπολιτισμό και χαρτογραφεί εκ νέου την πόλη με ένα «χρονοτοπικό» σύστημα, διαγράφει τις εμφύλιες διαμάχες και «επιστρέφει» στην σκοτεινή περίοδο της Κατοχής και ακόμα αναδεικνύει το δράμα των Ελλήνων Εβραίων.

Μα οι «νεωτερισμοί» του Μαρή δεν σταματούν εδώ: Ο επιθεωρητής Μπέκας μπορεί να συγκριθεί ισότιμα με ξένους συναδέλφους, κυρίως τον Μαιγκρέ του Σιμενόν αλλά και τον υπαστυνόμο Κολόμπο εκ των υστέρων. Στο έργο του ενσωμάτωσε ολόκληρη την ποπ κουλτούρα της εποχής αλλά και στοιχεία pulp fiction, αποϊδεολογικοποίησε τους διωκτικούς μηχανισμούς, «στοχοποίησε» το μικροαστικό νοικοκυριό και όχι τους συνήθεις υπόπτους περιθωριακούς. O Πέτρος Μάρκαρης στις «σημειώσεις πάνω στο φαινόμενο «“Γιάννης Μαρής”» γράφει για την ατυχία του συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματά του σε λάθος τόπο και χρόνο αλλά και εστιάζει στην διάρρηξη μιας παράδοσης, της μέχρι τότε καθιερωμένης μορφής του αγγλικού αστυνομικού, του «whodunit», όπου ο ντετέκτιβ έλυνε το μυστήριο μέσα από μια διανοητική διαδικασία, ενώ ο αναγνώστης τον ακολουθούσε ασθμαίνοντας από τις διάφορες παγίδες. Τώρα ο Μαρής επιλέγει ως ήρωα έναν αστυνομικό και όχι ντετέκτιβ · όχι έναν ιδιοφυή ή ιδιόρρυθμο εξιχνιαστή αλλά έναν απλό, μικροαστό επαγγελματία που κάνει την δουλειά του με ένα αίσθημα δικαιοσύνης.

Ο Άγγελος Τσιριμώκος γράφει τον πατέρα του Γιάννη Μαρή, ο Ριχάρδος Σωμερίτης για τα πρώτα χρόνια του συγγραφέα στην εφημερίδα Μάχη, ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης θυμάται την γνωριμία τους, η Αθηνά Κακούρη επιχειρηματολογεί για την ανάγκη μας για έναν τέτοιο συγγραφέα, ο Φίλιππος Φιλίππου ερευνά τις δημοσιεύσεις του στα λαϊκά περιοδικά Οικογένεια, Πρώτο και Θεατής, ο Βασίλης Βασιλικός τον τοποθετεί «ανάμεσα στον Σιμενόν και τον Καμιλλέρι», ο Νίκος Μπακουνάκης αναρωτιέται πού τελικά ανήκει, ο Στράτος Μυρογιάννης προβαίνει σε μια σπουδή σε ονόματα και χαρακτήρες,  ο Νίκος Βατόπουλος μας ξεναγεί στην Αθήνα του Γιάννη Μαρή, η Νίνα Κουλετάκη μας γνωρίζει τις γυναίκες του έργου του, ο Σταύρος Πετσόπουλος καταγράφει την εκδοτική περιπέτεια των επανεκδόσεων του έργου του στις εκδόσεις Άγρα, οι Τεύκρος Μιχαηλίδης, Γιάννης Ράγκος, Αναστάσης Σιχλιμήρης και Loic Marcou προσθέτουν τις δικές τους οπτικές πάνω σε ιδιαίτερες πλευρές του έργου του.

Επιστρέφω στον φόρο τιμής του Καλφόπουλου για να τονίσω τις πολλαπλές αναγνώσεις του Μαρή. Σε ένα πρώτο φιλολογικό πλαίσιο ο Μαρής έγραψε ευτελή λογοτεχνία, με γλώσσα απλή και πλαίσιο μανιχαϊστικό. Από την σκοπιά της λογοτεχνικής θεωρίας οι αφηγηματικές στρατηγικές είναι εξίσου απλές, με το noir στοιχείο να είναι προσαρμοσμένα στα ελληνικά δεδομένα, χωρίς δηλαδή τον αμερικανικό πρότυπο του σκληροτράχηλου ήρωα – ντετέκτιβ. Από ιδεολογική άποψη ο συγγραφέας υπηρετεί ένα «παρακμιακό» είδος και αποποιείται την μήτρα της Αριστεράς από την οποία προέρχεται, καθώς γράφει στον συντηρητικό Τύπο.

Αλλά πέρα από αυτά ο Μαρής συνδιαμόρφωσε σημαντικά στον χώρο του Τύπου, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου την δημόσια σφαίρα της εποχής, επαναδημιούργησε με μοντέρνο τρόπο ένα υποτιμημένο λογοτεχνικό είδος, όπου μάλιστα συνδύασε την ελληνοκεντρικότητα με τον κοσμοπολιτισμό, και ψυχαγώγησε ως πρωτοπόρος για τα δεδομένα της ελληνικής pulp fiction της εποχής ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό. Και όπως γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης στο δικό του κείμενο, ο Μαρής, αυτός ο αστείρευτος ως προς την πλοκή και απόλυτα ταυτισμένος με την εποχή του συγγραφέας, κατάφερε εκτός των άλλων εν μέσω πολιτικής θύελλας και πολιτικών παθών να αποκλείσει από την καθημερινότητα των ηρώων την «πολιτική» του αλλά όχι και από την ηθική τους υπόσταση.

Εκδόσεις Πατάκη, 2016, σ. 198. Στο Παράρτημα περιλαμβάνονται ανέκδοτα τεκμήρια (φωτογραφίες, χειρόγραφα και δακτυλόγραφα) από το αρχείο του συγγραφέα και το οικογενειακό αρχείο του γιου του, Άγγελου Τσιριμώκου.

Στην τελευταία φωτογραφία, το κέντρο της Αθήνας, προσφιλές σκηνικό του Γιάννη Μαρή, σε φωτογραφία του Ιάσονα Αποστολίδη, αρχές της δεκαετίας του ’50.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 218.

02
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 45 (άνοιξη 2016)

Αφιέρωμα: Έγκλημα και ατιμωρισία

Μόνο ξεκαρδιστικό γέλιο προκαλεί η δήλωση, κατά καιρούς, πολιτικών μας ανδρών ότι «σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν νόμοι και κανόνες». Δεν μας λένε όμως ότι αυτοί οι νόμοι και οι κανόνες λειτουργούν με βάση την αρχή «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Αλλιώς, πώς εξηγείται η ατιμωρησία που κατατρέχει τούτη τη χώρα από γεννέσεώς της; Μια ματιά μόνο αν ρίχνουμε κάθε μέρα στις ειδήσεις, διαπιστώνουμε το μέγεθος της ανομίας και της ατιμωρησίας. Είναι πια κοινός τόπος ότι τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα από την μεταπολίτευση και μετά ή δεν ερευνώνται ποτέ ή παραπέμπονται στις καλένδες (λέγε με Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής) για δήθεν διερεύνηση, αλλά στην πραγματικότητα για να παραγραφούν.

Αν κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο έξω από τη μικρή μας πατρίδα, αμφιβάλει κανείς ότι το μεγαλύτερο έγκλημα του 21ου αιώνα είναι, μέχρι στιγμής, η εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ; Και είναι διότι είχε ως συνέπεια την δημιουργία των τρομοκρατών του Ισλαμικού Χαλιφάτου και, κατά προέκταση, τον εμφύλιο στη Συρία και τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας ανάφλεξης – αυτά τα ομολογούν τώρα οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Και είναι ένα έγκλημα οικουμενικών διαστάσεων που παραμένει ατιμώρητο και που δεν θα διερευνηθεί ούτε θα διαλευκανθεί ποτέ…

….γράφεται στην εισαγωγή του τεύχους, ως μια μικρή υπενθύμιση σε δυο από τις αμέτρητες μορφές εγκλημάτων που διαφεύγουν της τιμωρίας στον σύγχρονο κόσμο. Θέμα πικρό πλην ερεθιστικότατο από λογοτεχνική άποψη, που προκάλεσε τριάντα δύο συγγραφείς, επιστήμονες, δημοσιογράφους και άλλους τεχνίτες του λόγου, απατηλού και μη, να καταθέσουν τις όψεις του. Σε «Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο» ο Ηλίας Κουτσούκος γράφει μια αληθοφανέστατη ιστορία παρ’ ολίγον τιμωρίας αλλά, ευτυχώς, τετελεσμένου έρωτα, ο Φίλιππος Δρακονταειδής απευθύνει επιστολή στον Σάμιουελ Μπέκετ και η Ροζίτα Σπινάσσα προσωπογραφεί την διλημματική ιστορία μιας παρένθετης μητέρας.

Τα τιμωρητέα πεζογραφούν ακόμη οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ηρώ Νικοπούλου, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Χρύσα Φάντη, Φλώρα Ορφανουδάκη, Δήμητρα Δεσύπρη, Φώτης Χρονόπουλος, Μηνάς Βιντιάδης, Γιάννης Παπαγιάννης, Ζέτα Κουντούρη κ.ά. και στιχουργούν οι  Κώστας Ζωτόπουλος, Έλσα Κορνέτη, Κώστας Κουτσουρέλης κ.ά. Μυθιστορηματικά αποσπάσματα καταθέτουν οι Sascha Arango, Miguel Bonnefoy, Δημήτρης Μαμαλούκας, ενώ στα δοκίμια εξετάζονται το έγκλημα και η ατιμωρησία στη λογοτεχνία [Ahmet Umit], η ατιμωρησία στο περιβάλλον [Bill McKibben] αλλά και περιπτώσεις λογοτεχνικών αντιπάλων [Richard Bradford] κ.ά. ενώ στα καθ’ ημάς ο Σάββας Πατσαλίδης ταξινομεί τις περιπέτειες της νέας ελληνικής θεατρικής γραφής.

Ο Ντίνος Σιώτης σε άλλο κείμενό του με τίτλο «Το ψέμα, η αλήθεια, η φόλα, η κλοπή, ο πολιτισμός» αναφέρεται στους ανθρώπους «των γραμμάτων» που έχουν λαχανιάσει στο κυνηγητό της επιτυχίας, ενίοτε συγκροτούν λογοτεχνικά τάγματα με υπηρέτες και νεοσσούς, για να λιβανίζουν ο ένας τον άλλον. Ένα άλλο ατιμώρητο έγκλημα ασκούν εκείνοι που, στυλωμένοι στην ανασφάλεια έλλειψης ταλέντου, αναζητούν δανεικά δεκανίκια στην δήθεν «διακειμενικότητα», ασκώντας πλήρη λογοκλοπή που δικαιολογούν ως νόμιμη ενσωμάτωση. Υπάρχει, τέλος, και η περίπτωση εκείνων που αρθρογραφούν κατά της εξωστρέφειας της ποίησης και των δημόσιων εκδηλώσεων, λησμονώντας ότι ακόμη και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη εξωστρεφής. Είναι άνθρωποι που ζουν στον κόσμο τους και όχι για τον κόσμο.

Μια τιμωρία γίνεται πιο κτηνώδης από τις τιμωρίες παρά από τα εγκλήματα, είπε ο Όσκαρ Γουάιλντ το 1891 αλλά φαίνεται να το αγνοούν, σκέφτομαι, τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή. Δυο χρόνια αργότερα ο Μπέντζαμιν Τάκερ είχε αλλού δίκιο: Χρειαζόμαστε πολλούς νόμους που κατασκευάζουν τους εγκληματίες και μερικούς (μόνο) που τους τιμωρούν. Ως προς την βέργα, τέλος, ο Γκορ Βιντάλ μερικές δεκαετίες μετά έβαλε τα πράγματα στην θέση τους: Είμαι υπέρ της επαναφοράς της βέργας, αλλά μόνο μεταξύ συναινούντων ενηλίκων.

[σ. 192]

Στην προτελευταία εικόνα, η περίφημη Δίκη στην ταινία The Wall [Alan Parker, 1982] και στην τελευταία το έργο της Ola Lubczynska Crime Story. Στην επόμενη ανάρτηση η παρουσίαση του τρέχοντος «θεραπευτικού» τεύχους του περιοδικού.

28
Ιαν.
16

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Γρηγόρης Αζαριάδης – Το μοτίβο του δολοφόνου

Το Μοτίβο του Δολοφόνου

Γράψτε μας για το νέο σας βιβλίο

Μετά το «Παλιοί Λογαριασμοί» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2012) και την «Τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2013), δύο αστυνομικά μυθιστορήματα που θεωρώ ότι κινούνται στον χώρο του Γαλλικού νεοπολάρ, με ανιχνεύσιμες επιρροές από Μανσέττ και Ιζζό με συνεχείς σκληρές αναφορές στα κυκλώματα διαφθοράς και διαπλοκής που ταλανίζουν την χώρα, στα τέλη του 2015 κυκλοφόρησε το τρίτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Το μοτίβο του δολοφόνου» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη).

«Το μοτίβο του δολοφόνου» είναι ένα «καθαρό» σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα. Ένας serial killer κάνει την εμφάνιση του στην σημερινή Αθήνα και σπέρνει στο διάβα του κάμποσα πτώματα. Ακολουθεί όλα τα στοιχεία που βρίσκουμε στην ανάλυση του προφίλ των serial killers. Δηλαδή, ένα συγκεκριμένο γενικευμένο μοτίβο, που συμπεριλαμβάνει καθαυτό το modus operandi των δολοφονιών, τις οκτώ βολίδες σε συγκεκριμένα σημεία στα σώματα των θυμάτων, την παντελή έλλειψη μαρτύρων, την επιλογή συγκεκριμένων καιρικών συνθηκών …μέχρι και τον προσδιορισμό των τόπων των δολοφονιών.

Αζαριάδης

Η ομάδα του Τμήματος Εγκλημάτων ζωής με επικεφαλής την αστυνόμο Τρύπη αναλαμβάνει τις έρευνες για τον εντοπισμό και την σύλληψη του δολοφόνου, μια αποστολή που αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη λόγω της έλλειψης κινήτρου των δολοφονιών, αλλά και στοιχείων από τα σημεία των φόνων. Όσο οι έρευνες αργοσέρνονται σαν χελώνες, ο δολοφόνος συνεχίζει απτόητος την δράση του φορτώνοντας με περισσότερα πτώματα τις νεκροτομικές τράπεζες του Νεκροτομείου. Θα χρειαστούν πολλοί μήνες μελέτης των στοιχείων και διασταυρώσεις με πληροφορίες από άλλες χώρες για να μπορέσει η ομάδα των αστυνομικών να πιάσει το κουβάρι από την αρχή και συνδυάζοντας τα στοιχεία που έχει τελικά στην διάθεση της να κατορθώσει να ανακαλύψει τα ίχνη του δολοφόνου. Και τότε…αρχίζει η πραγματική δράση.

Πέρα από την πλοκή και το χτίσιμο των χαρακτήρων, που αποτελούν τον ιδανικό συνδυασμό γιά να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, «Το μοτίβο του δολοφόνου» παρουσιάζει την καινοτομία της επίμονης ενδελεχούς έρευνας και την «συμμετοχή» στην τελική διαμόρφωση του μυθιστορήματος μιάς ομάδας ειδικών. Πιο συγκεκριμένα, επί 14 μήνες ένας αστυνόμος του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής, μια ιατροδικαστής προϊσταμένη συγκεκριμένης ιατροδικαστικής υπηρεσίας, ένας διακεκριμένος εγκληματολόγος και τρεις ψυχολόγοι με εμπειρία στο profiling συνεργάστηκαν με στόχο να δώσουν μια εντελώς ρεαλιστική εικόνα της διαδικασίας των ερευνών, αλλά και της πειστικής αποτύπωσης του προφίλ του δολοφόνου από τα παιδικά τραύματα και την απόρριψη μέχρι την ανεπαρκή ανάπτυξη του διαταραγμένου χαρακτήρα του.

Revolver 38 Special

Από πλευράς ύφους είναι φανερή η πρόθεση μου, κρατώντας τις επιρροές από την μεσογειακή σχολή σε χαμηλό φόντο, να πλησιάσω περισσότερο την βορειοευρωπαική πραγματικότητα, που πιστεύω ότι ταιριάζει περισσότερο σε κάποιο ζοφερό κλίμα που κυριαρχεί λόγω ακριβώς και του πρωταγωνιστικού ρόλου του serial killer.

Μοιραστείτε μαζί μας μια ιδέα ή έμπνευση που σας οδήγησε να το γράψετε.

Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας νομίζουν ότι το φαινόμενο των serial killers είναι κάτι έξω από την Ελληνική πραγματικότητα. Όπως πιστεύουν Ορθοδοξία, κλιματολογικές συνθήκες και συγκεκριμένος τρόπος ζωής λειτουργούν αποτρεπτικά στην διαμόρφωση τέτοιων φαινομένων. Αλλά, η ιστορία μας έχει αρκετά παραδείγματα. Πέραν των διαβόητων Γερμανών Ντουφτ και Μπασενάουερ, που έδρασαν επί Χούντας, υπάρχουν οι δυο (?) δράκοι Παγκρατίδης (έστω και με πολλές αμφιβολίες γιά την ενοχή του) και Παπαχρόνης. Ο Μπέσκος, ο Δαγκλής και ο Βακρινός με πέντε δολοφονίες στο ενεργητικό του.

Οι συνέπειες όμως της παγκοσμιοποίησης σε συνδυασμό με την κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης διεθνοποίησε και το έγκλημα. Σαν συνέπεια, η δράση κάποιου serial killer και στην χώρα μας ίσως να μην μοιάζει πλέον σαν ένα εντελώς απόμακρο σενάριο. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που με οδήγησαν να γράψω για το συγκεκριμένο θέμα.

Hooded Serial Killer_

Συστήστε μας σε ένα χαρακτήρα σας.

Ας μιλήσουμε για την αστυνόμο Τρύπη, την επικεφαλής της ομάδας ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής. Και μόνο η επιλογή γυναίκας στον κύριο ρόλο απαιτεί τόλμη από τον συγγραφέα, δεδομένου ότι τουλάχιστον στο Ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι πολύ σπάνιο φαινόμενο. Η πρόθεση μου όμως ήταν να δείξω ότι οι γυναίκες τα καταφέρνουν τουλάχιστον το ίδιο αποτελεσματικά με τους άντρες σε οποιοδήποτε επάγγελμα.

Η Τρύπη είναι χωρισμένη, έχει ένα παιδί και μια συνηθισμένη προσωπική ζωή πέρα από την επαγγελματική. Φοράει απλά ρούχα…τζην και πουκάμισα. Πηγαίνει στο γυμναστήριο, ακούει παλιά ροκ μουσική, πίνει ποικιλιακά κρασιά κι έχει στο γραφείο της στυλό ΜονΜπλαν. Έχει το σεξ ψηλά στην λίστα των προτεραιοτήτων της. Αφιερώνει πάρα πολλές ώρες στην διαδικασία των ερευνών μελετώντας όλα τα εναλλακτικά σενάρια. Δεν είναι ο τύπος με IQ πάνω από 160. Είναι όμως μεθοδική κι επίμονη. Αν και κρατάει τον ηγετικό ρόλο, λειτουργεί πάντα σαν ομάδα με τους υφισταμένους  της ενώ ταυτόχρονα συνεργάζεται στενά με τον διευθυντή του Τμήματος. Και προσπαθεί κινούμενη στον ανδροκρατούμενο κόσμο των αστυνομικών, να αποδείξει ακριβώς το πόσο ικανή είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή της…όσο δύσκολη κι αν είναι η σύλληψη ενός ψυχικά διαταραγμένου serial killer, ο οποίος όμως φέρεται εντελώς φυσιολογικά στην καθημερινή του ζωή.

Δώστε μας μια φωτογραφία σας που να ταιριάζει με το βιβλίο σας κι εξηγείστε μας γιατί.

Όσο κι αν έψαχνα δεν θα έβρισκα καλύτερη από την φωτογραφία του εξωφύλλου. Αποτυπώνει στον μέγιστο βαθμό το ζοφερό κλίμα και την διαταραγμένη προσωπικότητα του δολοφόνου.

Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015.

Ο Γρηγόρης Αζαριάδης στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στην Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων οι συγγραφείς παρουσιάζουν το νέο τους βιβλίο και επιλέγουν τις φωτογραφίες που ταιριάζουν με τα λόγια τους.

01
Δεκ.
15

Ian Fleming – Georges Simenon – Μποντ εναντίον Μαιγκρέ. Μια συζήτηση

BOND - MAIGRE_

Προτιμώ να απομακρύνομαι, να έχω μια απόσταση. Στέκεστε στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ. Ή στο Σανζ Ελυζέ. Προσπαθήστε να περιγράψετε αυτό που βλέπετε με εκατό λέξεις, ας πούμε. Είναι αδύνατον: είναι πολλές οι λεπτομέρειες που βλέπετε. Θα σας βγουν τρεις σελίδες. Αλλά αν είστε στην Ταγκανίκα και φαντάζεστε τον εαυτό σας μ’ ένα ποτήρι μοίρα στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ, τότε θα πιάσετε τα ουσιώδη με δυο προτάσεις. Γι’ αυτό προτιμώ να είμαι μακριά από τον τόπο της δράσης. [Σιμενόν, σ. 11]

fleming and simenon

Δέκατο έκτο βιβλίδιο της φετιχιστικής σειράς «Ο Άτακτος Λαγός» που μας προσφέρει κείμενα μινιατούρες στο μέγεθος και υπέρβαρα στην απόλαυση. Αφού λοιπόν μας έχει ήδη αποκαλύψει Το μυστικόν της Πασιφάης του Ανδρέα Εμπειρίκου, έχει προβεί στο Εγκώμιο του μακιγιάζ από τον Charles Baudelaire, έχει θέσει υπό το μικροσκόπιο Το μοτίβο της εκλογής των μικρών κουτιών του Sigmund Freud, έχει αιχμαλωτίσει την Αποφασιστική στιγμή της φωτογραφίας του Henri Cartier – Bresson, έχει προσκαλέσει έναν Ονειροφάγο [Lafcadio Hearn] κι έναν κλεπτομανή μεταφραστή [Dezso Kostolanyi], έχει περιγράψει την διαστροφή της ανάγνωσης δια χειρός Edith Wharton, την στιγμή του θανάτου του Maurice Blanchot κι Έναν Μεγάλο Ποταμό από τον Victor Segalen, μας προσκαλεί σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνομιλία. Και μάλιστα σε κατακίτρινες σελίδες, θυμίζοντάς μας κάποια παλιά φανζίν…

simenon con-la-figlia

Εταίροι διαλόγου δυο συγγραφείς που έπλασαν δυο χαρακτήρες που πλέον κινούνται αυτόνομα μέσα στις δεκαετίες της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο Ιαν Φλέμινγκ συνάντησε τον Ζορζ Σιμενόν το 1964 στον πύργο του τελευταίου, κοντά στη Λωζάννη. Η συνομιλία τους μαγνητοφωνήθηκε από τον δημοσιογράφο Γκόρντον Γιανγκ και δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά πρώτα στο λογοτεχνικό ένθετο της γαλλικής εφημερίδας Le Figaro και ύστερα στο αμερικανικό περιοδικό Harper’s Bazaar.

Τα εξώφυλλα είναι πολύ σημαντικά και οι εκδότες δεν το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό, λέει ο Φλέμινγκ και πράγματι εκφράζει την άποψη πολλών σύγχρονων αναγνωστών, φυσικά όχι για τον παρόντα οίκο. Ο Σιμενόν διαφωνεί· χάρη στην αμερικανική εμπειρία του υποστηρίζει το αντίθετο. Η κουβέντα βαθαίνει σύντομα: για τον πρώτο το «μετά το γράψιμο» είναι σημαντικό, και προβαίνει σε διαρκείς αλλαγές, σε αντίθεση με τον δεύτερο, που δεν επιτρέπει σε κανέναν να αλλάξει ούτε κόμμα· προτιμά μάλιστα μερικά λαθάκια από μια απρόσωπη διόρθωση.

if-and-bottles

Ο Βέλγος προτιμά την γραφομηχανή, γιατί δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, παρά συνεχίζεις στον ίδιο ρυθμό. Κι αυτός ακριβώς ο ρυθμός αποτελεί τον ορισμό του στυλ, και όχι η γραφή. Κάποιοι Γάλλοι κριτικοί λένε ότι δεν έχω καθόλου στυλ. Κι έχουν δίκιο. Διότι σαράντα χρόνια τώρα αγωνίζομαι να αποφύγω οτιδήποτε θυμίζει λογοτεχνία. Σκοπός μου είναι η απλότητα. Το γράψιμο δίνει στον Σιμενόν την δυνατότητα να μαθαίνει κάθε φορά κάτι καινούργιο, να φτάνει λίγο πιο μακριά, να προχωρά κάτω από το δέρμα των ανθρώπων.

Η τέχνη της γραφής και η τεχνική της έκδοσης, οι αρχικές εμπνεύσεις και οι μεταγενέστερες σκέψεις, η τέχνη του λόγου και ο λόγος της δημιουργίας, η υστεροφημία και η ανάγνωση της κριτικής, όλα αποτελούν αντικείμενο της συζήτησης. Στο ερώτημα του τρίτου της παρέας κατά πόσον οι προσωπικές εμπειρίες επηρεάζουν το γράψιμο αμφότεροι αρνούνται κάποια μεγάλη επιρροή αλλά ο Σιμενόν προσθέτει ότι «για έναν συγγραφέα όλα είναι εμπειρία. Κάθε δευτερόλεπτο που ζει». Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον μάλιστα ότι δεν ταξιδεύει ποτέ για χάρη των βιβλίων του, για να παρατηρήσει πράγματα ή να κρατήσει σημειώσεις. Αλλά είκοσι χρόνια αργότερα θυμάται διάφορα και τα χρησιμοποιεί ως υλικό για κάποιο βιβλίο.

The-Man-With-The-Golden-Gun-James-Bond-Ian-Fleming

Εγώ πλάθω τις ηρωίδες μου με τη φαντασία μου αποκλειστικά. Κι αντί να τις πλάθω υπερβολικά όμορφες, προσπαθώ πάντα να τις προικίζω με μια ιδιαιτερότητα – μια ανεπαίσθητη αναπηρία στο βάδισμα, ας πούμε, για να δείχνουν πιο πραγματικές. Διότι στην πραγματικότητα καμιά γυναίκα δεν είναι τέλεια. Αν και τ’ ομολογώ, είναι όλες αισθησιακές. [Φλέμινγκ, σ. 19]

Θα συμφωνήσουμε με τον φλεγματικό Φλέμινγκ, και θα προσθέσουμε ότι ακριβώς η μη τελειότητα κάνει κάθε γυναίκα συναρπαστική. Και θα βάλουμε το βιβλιαράκι μαζί με τους άλλους λαγούς στην τσέπη, ώστε να τα διαβάζουμε κατά την αναμονή ενός ραντεβού (ιδίως με τις δεσποινίδες και τις κυρίες(,) που πάντοτε αργούν), ενός συρμού που δεν μας ενδιαφέρει αν καθυστερεί ή ενός ποτού, που αναμφίβολα του ταιριάζει.

simenon

Εκδ. Άγρα, 2015, [Ο άτακτος λαγός – 16, σειρά Β΄], μτφ. Μαρία
Αγγελίδου, σελ. 32[πρώτη κυκλοφορία: Δεκέμβριος 2011, ως ευχετήριο βιβλίδιο εκτός εμπορίου για τους φίλους και τους συνεργάτες του εκδοτικού οίκου]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

26
Φεβ.
14

Συλλογικό – Ανατομία του αστυνομικού μυθιστορήματος

teliko anatomiaΑυτοψίες σε χάρτινα εγκλήματα

Το 1983 εκδόθηκε στην Γαλλία μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συλλογή δοκιμίων πάνω στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Εκτός από την αυτονόητη ποικιλία των θεμάτων και των ειδικότερων οπτικών, το βιβλίο είχε την ιδιαιτερότητα της συνάθροισης ετερόκλητων συγγραφέων, οι οποίοι μάλιστα καλύπτουν μια εκτεταμένη χρονική περίοδο. Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς, παρουσιάζει όχι μόνο τις θερμές υποστηρικτικές και υπερθεματίζουσες απόψεις αλλά και τις ακριβώς αντίθετες. Τα ονόματα είναι ενδεικτικά: G.K. Chesterton, W.H. Auden, , Mary McCarthy, Ernst Bloch, Jorge Luis Borges, Edmund Wilson, Somerset Maugham, Maxim Gorki, George Orwell, Marshall McLuhan, Uri Eisenzweig, Raymond Chandler, Walter Benjamin.

Η συλλογή δεν θα μπορούσε να λείπει από την αστυνομική σειρά των εκδόσεων Άγρα που όχι μόνο προχώρησε στην ελληνική μετάφραση αλλά και πρόσθεσε κείμενα των Bertolt Brecht, Tzvetan Todorov, Siegfried Kracauer και από ένα δεύτερο κείμενο των Raymond Chandler και Walter Benjamin. Και το βιβλίο ήδη ζει την δεύτερή raffles a thief in the nightτου έκδοση, είκοσι πέντε και παραπάνω χρόνια από την αρχική. Είναι αυτονόητο πως πολλά κείμενα δεν περιορίζονται στον ούτως ή άλλως ευρύ ορίζοντα του είδους αλλά και επεκτείνονται σε γενικότερους προβληματισμούς πάνω στην σύγχρονη δυτική λογοτεχνία, αποτελώντας πολύτιμες συμβολές πάνω στην λογοτεχνική θεωρία αλλά και την λογοτεχνική κριτική.

Ξεκίνησα την ανάγνωση από τις υπογραφές που μου προκάλεσαν την μεγαλύτερη περιέργεια. Τι θα μπορούσε άραγε να γράφει ο George Orwell στο κείμενό του Ο Ραλφ και η Μις Μπλάντις που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Horizon του 1944 και συμπεριελήφθηκε αργότερα σε κριτικές και δοκιμιακές συλλογές του; Τα βιβλία του Ραλφς γράφτηκαν από τον E.W. Hornung (γαμπρό του Arthur Conan Doyle) ο οποίος συγκέντρωνε την προσοχή του όχι στον αστυνομικό αλλά στον εγκληματία, του οποίου μάλιστα συχνά έπαιρνε και το μέρος. Ο ηθικός κώδικας των περισσοτέρων μας, γράφει ο Όργουελ, παραμένει τόσο κοντά στον ηθικό κώδικα του Ραλφς, ώστε να αντιλαμβανόμαστε τη θέση του ως ιδιαίτερα ειρωνική. Ο Ραλφς, ακόμα, είναι καλός σε όλα τα παιχνίδια, η εκλογή όμως του κρίκετ ως ειδικότητάς του αποτελεί ιδιαίτερο στοιχείο που εκφράζει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα 4 Auden-black-and-whiteτου εγγλέζικου χαρακτήρα, την τάση εκείνη που τρέφει μεγαλύτερη εκτίμηση στη «φόρμα» ή το «στυλ» παρά στην επιτυχία. Σε κάθε περίπτωση, ο Orwell καταδικάζει τα μαύρα αστυνομικά μυθιστορήματα και διακηρύσσει τη νοσταλγία του για τους τζέντλεμεν διαρρήκτες του παρελθόντος.

Ο W.H. Auden είναι εξομολογητικός ήδη από τον υπότιτλο της δικής του συμβολής Το Ένοχο Πρεσβυτέριο. Παρατηρήσεις για το αστυνομικό μυθιστόρημα από έναν εθισμένο. Ο ποιητές εξομολογείται ευθέως τον εθισμό του από το είδος, συντάσσει ένα σύντομο διάγραμμα της διαλεκτικής Αθωότητας – Ενοχής και του δίπολου Συγκάλυψη και Αποκάλυψη και διατυπώνει ενδιαφέρουσες συγκρίσεις. Αν στην ελληνική τραγωδία το κοινό γνωρίζει την αλήθεια, ενώ οι ηθοποιοί την ανακαλύπτουν αργότερα ή την μαθαίνουν για να ξεπεράσουν το μοιραίο και στην μοντέρνα, δηλαδή την ελισαβετιανή τραγωδία το κοινό γνωρίζει όσα και οι ηθοποιοί, στο αστυνομικό μυθιστόρημα το κοινό δεν γνωρίζει την αλήθεια. Ελληνική τραγωδία όμως και αστυνομικό μυθιστόρημα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, κατά το οποίο διαφέρουν από τν μοντέρνα τραγωδία: οι χαρακτήρες δ5 ernst blochεν αλλάζουν στη διάρκεια των ενεργειών τους ή λόγω αυτών – στην πρώτη επειδή οι ενέργειες είναι προκαθορισμένες από τη μοίρα, στο δεύτερο επειδή το αναπότρεπτο γεγονός έχει ήδη συμβεί.

Στο κεφάλαιο των φιλοσόφων ο Ernst Boch διακρίνει πως εδώ πλέον διαφυλάσσονται σημασίες που έχουν χαθεί στο μικροαστικό μυθιστόρημα ενώ ο Walter Benjamin γράφει για την ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων Ταξιδεύοντας, ξεκινώντας από την διαδεδομένη προτίμηση των ταξιδιωτών να αγοράσουν ό,τι τους προσφέρεται την τελευταία στιγμή παρά να εμπιστευτούν τους τυχόν διαθέσιμους τόμους της βιβλιοθήκης τους. Στο σύντομο απολαυστικό του κείμενο διατυπώνονται οι προσφορές της ανάγνωσης στον ταξιδιώτη αλλά και όσα εκείνος χάνει εξαιτίας της!

2 chestertondrawingΣτο ίδιο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η εισαγωγή του Siegfried Kracauer στο έργο του Το αστυνομικό μυθιστόρημα: φιλοσοφική πραγματεία και με τον τρόπο αυτό έχουμε δυο…εισαγωγές στο είδος, εφόσον ο Uri Eisenzweig ανοίγει τον τόμο με την δική του εκτενή χρονολογική και θεωρητική εισαγωγή. Τέσσερα κείμενα του G.K. Chesterton είναι αρκετά για να συγκροτήσουν αυτόνομο κεφάλαιο περί συνηγορίας του είδους. Ο συγγραφέας υπερασπίζεται τις αστυνομικές ιστορίες, συλλογίζεται πάνω στα μυθιστορήματα αγωνίας και δράσης και μας γράφει πώς να γράψουμε μια αστυνομική ιστορία. Ο Somerset Maugham απερίφραστα το προτιμά έναντι του αποκαλούμενου σοβαρού μυθιστορήματος και ο Raymond Chandler εκφράζει την ανεπιφύλακτη ψήφο του για hardboiled (σκληρό ανάγνωσμα) απέναντι στο κλασικό αφήγημα – αίνιγμα. Από το ειρωνικό, απαξιωτικό βλέμμα του Bertolt Brecht μέχρι την προβοκατόρικη σκέψη του Edmund Wilson και από την διαγώνια, κοφτερή ματιά της Mary McCarthy μέχρι τις περίφημες πια σελίδες του Jorge Luis Borges για το είδος και ιδιαίτερα για τον αγαπημένο του Edgar Alan Poe, ο τόμος είναι αποτελεί σωστή δοκιμιακή δικογραφία. Σε τούτη την ογκώδη δικογραφία εγκλημάτων που έγιναν στα χαρτιά, φαίνεται πως οι λογοτέχνες τα διαλευκάνουν καλύτερα από τους δικαστές.

3 grahamsutherlandsmaugham1Τέλος, μια ιδιαίτερη περίπτωση εκδοτικής εκδοχής αστυνομικής λογοτεχνίας παρουσιάζει, ανάμεσα στις τυπολογικές του αναλύσεις ο Tzvetan Todorov. Ένας εκδοτικός οίκος είχε εκδώσει αληθινούς φακέλους δικογραφιών που περιελάμβαναν φανταστικές εκθέσεις της αστυνομίας, ανακρίσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, ακόμα και μπούκλες μαλλιών· αυτά τα «αυθεντικά» τεκμήρια θα έπρεπε να οδηγήσουν τον αναγνώστη στην ανακάλυψη του ενόχου, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας του ένας κλειστός φάκελος, κολλημένος στην τελευταία σελίδα, έδινε την λύση του παιγνιδιού, για παράδειγμα, τη δικαστική απόφαση! Με όλες αυτές τις σύγχρονες πολυδιαδεδομένες τηλεοπτικές σειρές όπου η διαλεύκανση του εγκλήματος διαρκεί μια ώρα χάρη σε όλα αυτά τα στοιχεία, δεν το θεωρώ και απίθανο αυτή να είναι η ύστατη εξέλιξη της αστυνομικής λογοτεχνίας!

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, Ανδρέας Αποστολίδης, Λήδα Παλλαντίου, Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 414 [Autopsies du roman policier, 1983].

Στις εικόνες: W.H. Auden, Ernst Bloch, G.K. Chesterton, Somerset Maugham.

Σύντομα και στο mic.gr [Βιβλιοπανδοχείο, 148].




Μαρτίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 972.006 hits

Αρχείο

Advertisements