Archive for the 'Γαλλική Λογοτεχνία' Category

22
Μαρ.
18

André Gide – Οι κιβδηλοποιοί & Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών

Στο διαρκές σταυροδρόμι των ηθικών και αισθητικών επιλογών

Να μη βασίσω τη συνέχεια του μυθιστορήματός μου στην προέκταση των ήδη χαραγμένων γραμμών· ιδού η δυσκολία. Μια διαρκής εμφάνιση νέων στοιχείων· κάθε νέο κεφάλαιο πρέπει να θέτει ένα καινούργιο πρόβλημα, να’ ναι μια εισαγωγή, μια κατεύθυνση, μια ώθηση, ένα βήμα μπροστά για το πνεύμα του αναγνώστη. Όμως, ο αναγνώστης θα πρέπει να «φύγει» από μένα, όπως η πέρα «φεύγει» απ’ τη σφεντόνα. Δεν έχω μάλιστα, αντίρρηση να επιστρέψει, σαν μπούμεραγκ και να με χτυπήσει…

… έγραφε ο Αντρέ Ζιντ στο Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών [σ. 445], και η επιθυμία του εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τον πυρήνα του σπουδαίου μυθιστορήματος που παραμένει μέχρι σήμερα κλασικό και επίκαιρο. Ο Ζιντ συνέλαβε την ιδέα ενός έργου μεγάλης έκτασης, με πολλούς πρωταγωνιστές, με διάφορες επιμέρους ιστορίες που αλληλοδιαπλέκονται, στον πλαίσιο των οποίων δοκιμάζονται και αντιπαρατίθενται ποικίλες ηθικές και αισθητικές επιλογές. Έβλεπε το κείμενό του σαν ένα σταυροδρόμι θεμάτων, μια διασταύρωση προβλημάτων όπως η εξέγερση εναντίον της οικογένειας, η σύγκρουση των γενεών, η θρησκεία, η ομοφυλοφιλία, η σχέση της λογοτεχνίας και της ζωής, το καλό και το κακό, η κιβδηλεία.

Η αρχή γίνεται με την φυγή ενός νέου από το πατρικό του, όταν ανακαλύπτει ότι είναι νόθος, ενώ στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται ένας μυθιστοριογράφος, που κρατάει ημερολόγιο και προσπαθεί να γράψει τους Κιβδηλοποιούς, ένα βιβλίο χωρίς συγκεκριμένο θέμα, που θα περιλαμβάνει ό,τι βλέπει, ό,τι γνωρίζει και όλα όσα του μαθαίνει η ζωή αλλά και η σύγκρουση ανάμεσα στα γεγονότα και την ιδεατή πραγματικότητα. Γύρω του κινούνται δεκάδες χαρακτήρες που εκπροσωπούν ξεχωριστές νοοτροπίες και στάσεις ζωής. Στην ουσία όλοι αποτελούν υποκείμενα μιας μαθητείας αλλά ζουν καταστάσεις στο πλαίσιο των οποίων όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται την πλάνη τους αλλά και στο τέλος βυθίζονται περισσότερο σ’ αυτήν. Πρόκειται για έναν αναπότρεπτο ανθρώπινο νόμο που δεν είναι μοιραίος, καθώς εναπόκειται στον καθένα να τον αναγνωρίσει και να διατηρήσει την ελευθερία του.

Οι Κιβδηλοποιοί αποτελούν κορυφαία στιγμή στην πορεία διαμόρφωσης του μυθοπλαστικού κόσμου  του συγγραφέα πριν το μεγάλο ταξίδι του στην μαύρη Αφρική και την εποχή της στράτευσης και των μαρτυριών. Το μυθιστόρημα ανταποκρίνεται στην επιθυμία του συγγραφέα για ένα έργο πληθωρικό, τροφοδοτούμενο απ’ όλα όσα προσφέρει η ζωή· αφηγείται γεγονότα που διαδραματίζεται με βάση περισσότερες της μιας οπτικές γωνίες και αφηγηματικές τεχνικές, καλώντας τον αναγνώστη σε ένα είδος ενεργητικής και κριτικής συμμετοχής. Το βιβλίο άσκησε βαθιά επίδραση σε πολλά μεταγενέστερα μυθιστορήματα αλλά και συγγραφείς, όπως οι πρωτεργάτες του «νέου μυθιστορήματος» (Sarraute, Butor, Robbe-Grillet), ενώ ο Σαρτρ μίλησε για ένα μυθιστόρημα που επιμένει να αμφισβητεί τον εαυτό του και να αναστοχάζεται την ίδια του την υπόσταση.

Μου είναι οπωσδήποτε πιο εύκολο να βάλω έναν απ’ τους ήρωές μου να μιλάει, παρά να εκφράζομαι εγώ ο ίδιος· και μάλιστα, όσο περισσότερο ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας διαφέρει από μένα, τόσο το καλύτερο. Οι μονόλογοι του Λαφκαντιό ή το ημερολόγιο της Αλισά, είναι ό,τι καλύτερο έχω γράψει, και μάλιστα με τη μεγαλύτερη ευκολία. Όταν τα γράφω αυτά, ξεχνώ ποιος ήμουν, αν υποθέσουμε πως ήξερα ποτέ. Γίνομαι «ο άλλος». (Ζητάνε να μάθουν τη γνώμη μου· αδιαφορώ γι’ αυτήν. Δεν είμαι πια κάποιος, αλλά πολλοί – εξού και μου αποδίδουν αστάθεια, με θεωρούν ευμετάβλητο). Να ωθείς την αυταπάρνησή σου ως την απόλυτη λήθη του εαυτού σου. [Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών, σ. 442]

Ο Ζιντ αντιδρούσε στο να μένει κανείς «ήσυχος», στη θέση που του είχε προκαθορίσει η κοινωνία. Σε όλη του τη ζωή θα είναι ένας νομάδας, σπάνια στο δικό του σπίτι, πάντα σε σπίτια άλλων· ένας ψυχαναγκαστικός ταξιδιώτης που θεωρούσε την ακινησία μίμηση θανάτου. Ήταν πάντα έτοιμος να εγκαταλείψει το σημείο όπου είχε φτάσει, προκειμένου να ανακαλύψει ένα καινούργιο, κατά προτίμηση στους αντίποδες του προηγούμενου. Οι πνευματικές του περιπέτειες, οι ανεξάντλητες απολαύσεις των αισθήσεων, τα ανήσυχα νοητικά παιχνίδια του πέρασαν αυτούσια στην πρόζα του. Κάθε βιβλίο του είναι μοναδικό, αντίθετο ή και σε αντίφαση με κάποιο άλλο. Η ζωή του δεν υπήρξε ένα δράμα επιλογών αλλά ενορχήστρωσης και ενσωμάτωσης, αυτών· δεν ήταν απλώς το παραδοσιακό πλαίσιο των έργων του αλλά συστατικό τους στοιχείο. Πρόκειται για σπάνιο παράδειγμα όπου «ο άνθρωπος και το έργο του» είναι αξεδιάλυτα μεταξύ τους.

Στην αμφισημία της πραγματικότητας δεν μπορεί να αντιστοιχεί ένας μόνο λόγος, γράφει ο Pierre Masson στον πρόλογό του στην έκδοση των Πλειάδων [Bibliothèque de la Pléiade]. Γι’ αυτό και ο Ζιντ δεν παύει ποτέ να στηλιτεύει ή να σαρκάζει κάθε είδους λόγο, λογοτεχνικό ή θρησκευτικό, που ισχυρίζεται ότι αποδίδει την πραγματικότητα. Υποστήριξε την πάλη κατά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης αλλά και αποδοκίμασε τον σταλινισμό σε όλες τις εκδοχές του. Καταδίκασε την αποικιοκρατία, αποκήρυξε τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των θρησκειών και την υποκριτική λατρεία του πόνου και διεκδίκησε μια νέα σεξουαλική ηθική. Στο πλαίσιο αυτό η ομοφυλοφιλία του ήταν ο ιδανικότερος δρόμος προς την στράτευση.

Οι μυθιστοριογράφοι μας εξαπατούν όταν μας αναπτύσσουν την εξέλιξη ενός ατόμου χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις πιέσεις που του ασκεί το περιβάλλον του. Το δάσος διαμορφώνει το δέντρο. Ο χώρος που αναλογεί στο κάθε δέντρο είναι τόσο λίγος! Πόσοι και πόσοι βλαστοί μένουν τελικά ατροφικοί! Καθένας απ’ αυτούς απλώνεται όπου βρει χώρο. Το κλαδί του μυστικισμού το οφείλουμε, κατά κανόνα, στην «ασφυξία» που επικρατεί. Μόνο προς τα πάνω, προς τον ουρανό, υπάρχει διαφυγή! [Ημερολόγιο του Εντουάρ, σ. 290]

Η πρόζα του δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί αντικείμενο πειραματισμού ενώ η γλώσσα του, πάντα πλούσια και καλογραμμένη, τον ανέδειξε ως έναν μεγάλο στιλίστα, υποδειγματικό στην αναζήτηση της πιο κατάλληλης έκφρασης για να αποδώσει την σκέψη του. Το επίμετρο περιλαμβάνει ακόμα κείμενα των Pierre Lepape, Claude Martin και Alain Goulet, συνέντευξη του Frank Lestringant στον Joseph Vebret, κείμενο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ για τον συγγραφέα, εργοβιογραφικό χρονολόγιο και 102 σημειώσεις της μετάφρασης, όλα πολύτιμα συμπληρώματα μιας εξαιρετικής έκδοσης.

Μπορεί άραγε σ’ έναν τόσο πολύπλοκο κόσμο να αναγνωρίσει κανείς τα κίβδηλα και τα πλαστά; Η ίδια η λογοτεχνία θα σπεύδει κάθε φορά όχι να δώσει τις απαντήσεις αλλά να ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων. Ο Αντρέ Ζιντ δεν έπαψε να εργάζεται πάνω στο αδιανόητο αυτό σχέδιο. Κι όπως έγραψε στον έξοχο Θησέα, ένα είδος διαθήκης τους: Έχω αποδεχτεί ότι πλησιάζω στον μοναχικό μου θάνατο. Γεύτηκα πολλά από τα καλά αυτού του κόσμου. Με ευχαριστεί να σκέφτομαι ότι, έπειτα από μένα, χάρη σ’ εμένα, οι άνθρωποι θα νιώθουν πιο ευτυχείς, καλύτεροι, πιο ελεύθεροι. Το έργο μου και η ζωή μου είναι συμβολή σε ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. [σ. 486]

Εκδ. Πόλις, 2014 (ανατ. 2016), μτφ. Ανδρέας Παππάς, εισαγωγή Αλεξάνδρα Σαμουήλ, σελ. 525 [Les Faux-monnayeurs, 1925]

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος, αφιέρωμα Γαλλία.

Advertisements
16
Μαρ.
18

Ντενί Τεριώ – Η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου

Η αέναη σπείρα ενός επιστολικού έρωτα

Ο μοναχικός κύριος Μπιλοντό είναι ένας γαλλοκαναδός ταχυδρόμος που εργάζεται στο Μόντρεαλ και ξεγελάει κάθε ιδέα ρουτίνας χάρη σε μια συνήθεια: ανοίγει τους φακέλους στον ατμό για να διαβάσει την αλληλογραφία των άλλων. Τον συγκινεί, άλλωστε, η χρήση προσωπικών επιστολών στην εποχή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· η αισθησιακότητα της γραφής με το χέρι, η λαχτάρα της προσμονής, μια κούρσα ενάντια στον χρόνο. Κρατά μάλιστα φωτοτυπίες για το αρχείο του, που ταξινομεί με ιδιαίτερη οργάνωση. Η άχρωμη εξωτερική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στον μικρόκοσμο των γραμμάτων.

Έτσι ανακαλύπτει τα γράμματα της Σεγκολέν, που ζει στη Γουαδελούπη και αλληλογραφεί με τον Γκαστόν Γκραντιρέ που μένει στην περιοχή. To δι’ επιστολών εκκολαπτόμενο ζεύγος δεν ανταλλάσει κάθε φορά παρά μια και μόνο σελίδα με το ίδιο περιεχόμενο: ένα χαϊκού. Τα παράξενα μικρά ποιήματα των τριών στίχων και των περιορισμένων συλλαβών τού προκαλούν συναισθήματα και τον κάνουν να βλέπει εικόνες. Κι έτσι αρχίζει να παρακολουθεί τον Γκραντιρέ και φυσικά να φαντάζεται την Σεγκολέν. Όταν ο ευγενής αλληλογράφος χάσει την ζωή του σ’ ένα ατύχημα, ο Μπιλοντό συντρίβεται, καθώς διαρρηγνύεται ο μόνος σύνδεσμός του με την Σεγκολέν. Το τέλος της αμοιβαίας επιστολογραφίας θα τον στείλει πίσω στην ανάλατη ζωή του.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να βρει μια λύση, αρχικά εισβάλλει στο σπίτι του νεκρού και σύντομα το νοικιάζει ακριβώς όπως είχε. Μια σειρά ποιημάτων που δεν πρόλαβαν να σταλούν τον μυεί ακόμα βαθύτερα στην τέχνη των χαϊκού αλλά και σε ολόκληρο το πολιτιστικό του υπόβαθρο, εφόσον ο Γκραντιρέ ήταν ένας έμπρακτος πιστός της ιαπωνικής τέχνης του ζην. Ο Μπιλοντό αποφασίζει να πάρει την θέση του και αφιερώνεται σε μια μοναχική μαθητεία στο νέο αυτό κόσμο. Άλλωστε τα δημιουργήματά του δεν πρέπει μόνο να φανούν αυθεντικά στα μάτια της Σεγκολέν αλλά και να μην κινήσουν την παραμικρή υποψία πως προέρχονται από άλλο χέρι.

Ο Μπιλοντό βρίσκεται πλέον μέσα στον κόσμο των ιδεογραμμάτων, της τέχνης του στιγμιαίου και του εφήμερου, της αποτύπωσης εικόνων που κρύβουν ολόκληρες φιλοσοφικές αλήθειες, των βασανιστικών κανόνων μιας ολιγαρκούς ποιητικής γραφής. Κι όλα αυτά χωρίς να πάψει να βασανίζεται από ενοχές για την υποκρισία του αλλά και από νέα διλήμματα, ιδίως μπροστά σ’ ένα υπό έκδοση βιβλίο του εκλιπόντος. Η Σεγκολέν πάντως ανταποκρίνεται στην φλογερή του γραφή και τα ανταλλασσόμενα χαϊκού γίνονται όλο και πιο ερωτικά. Σκοτεινά κι ωστόσο φωτοφόρα, τα χαϊκού διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν πομπή από ψάρια του αρχιπελάγους που διαχέουν το φωσφορισμό τους [σ. 81].

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας συλλαμβάνει μια ωραία ερωτική ιστορία, που μοιάζει με παραμύθι όλων των ηλικιών και των διαθέσεων ενώ την ίδια στιγμή θέτει ηθικά ζητήματα που θα έβαζαν σε δίλημμα οποιονδήποτε – εδώ ίσως θα μπορούσε να μην βομβαρδίζει τον αναγνώστη με δεκάδες ερωτήσεις ανά σελίδα αλλά να επινοεί και άλλους τρόπους να μας μεταδώσει τις συνεχείς παλινδρομήσεις του ήρωα. Η ιδέα του όμως αναπτύσσεται ακριβώς στην έκταση που της αρμόζει. Σε μια εποχή που πλείστοι συγγραφείς επιλέγουν να ξεχειλώσουν το εύρημά τους σε εκατοντάδες σελίδες, ο Τεριώ επιλέγει την καθ’ ημάς λεγόμενη νουβέλα που φτάνει χωρίς να περισσεύει.

Η υπεξαίρεση και η ανάγνωση της αλληλογραφίας των άλλων προφανώς δεν αποτελεί κάτι καινούργιο στην λογοτεχνία. Ακόμα θυμάμαι το πρώτο μέρος στο εξαιρετικό Μεγάλο Μυστικό Θέαμα του Κλάιβ Μπάρκερ, στην επικράτεια της φανταστικής λογοτεχνίας, ενώ το μοτίβο επανέρχεται διαρκώς στις αφηγήσεις από την πρώην Ανατολική Γερμανία. Η συμβολή του Τεριώ δεν αφορά μόνο την πλήρη μετάλλαξη του ήρωα αλλά και την περικύκλωσή του από τον κύκλο Ένσο, που συμβολίζει την περιστροφή και την κυκλοτερή φύση του σύμπαντος, την αέναη επανάληψη, την αδιάκοπη επάνοδο στο σημείο εκκίνησης. Εκεί εντοπίζεται και το ευφυές τέλος.

Η ίδια η ζωή πάντως σπεύδει ακόμα και εν αγνοία της να αντιγράψει την μυθοπλασία. Μόλις πριν από δυο μήνες εντοπίστηκαν στο γκαράζ ενός ταχυδρόμου, κοντά στην Βιτσέντσα, στη βόρεια Ιταλία, περισσότερα από εξακόσια κιλά αλληλογραφίας. Πρόκειται για φακέλους, δέματα, διαφημιστικό και προεκλογικό υλικό, λογαριασμούς και τέλη που ο ταχυδρόμος δεν παρέδωσε στο διάστημα των τελευταίων οκτώ ετών. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει γνωστά τα κίνητρα της συμπεριφοράς του. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία καλείται να ρίξει το δικό της φως.

Εκδ. Χαραμάδα, 2015, σελ. 128 [Dennis Thériault – Le Facteur émotif, 2005]

Δημοσίευση και σε mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 224, εδώ.

Στις εικόνες: Karl Spitzweg – The Postman (Der Briefbote im Rosenthal), Ma Liang – Postman, No. 1, Basil Blackshaw Hrha Rua – Postman on a bike.

01
Δεκ.
15

Ian Fleming – Georges Simenon – Μποντ εναντίον Μαιγκρέ. Μια συζήτηση

BOND - MAIGRE_

Προτιμώ να απομακρύνομαι, να έχω μια απόσταση. Στέκεστε στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ. Ή στο Σανζ Ελυζέ. Προσπαθήστε να περιγράψετε αυτό που βλέπετε με εκατό λέξεις, ας πούμε. Είναι αδύνατον: είναι πολλές οι λεπτομέρειες που βλέπετε. Θα σας βγουν τρεις σελίδες. Αλλά αν είστε στην Ταγκανίκα και φαντάζεστε τον εαυτό σας μ’ ένα ποτήρι μοίρα στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ, τότε θα πιάσετε τα ουσιώδη με δυο προτάσεις. Γι’ αυτό προτιμώ να είμαι μακριά από τον τόπο της δράσης. [Σιμενόν, σ. 11]

fleming and simenon

Δέκατο έκτο βιβλίδιο της φετιχιστικής σειράς «Ο Άτακτος Λαγός» που μας προσφέρει κείμενα μινιατούρες στο μέγεθος και υπέρβαρα στην απόλαυση. Αφού λοιπόν μας έχει ήδη αποκαλύψει Το μυστικόν της Πασιφάης του Ανδρέα Εμπειρίκου, έχει προβεί στο Εγκώμιο του μακιγιάζ από τον Charles Baudelaire, έχει θέσει υπό το μικροσκόπιο Το μοτίβο της εκλογής των μικρών κουτιών του Sigmund Freud, έχει αιχμαλωτίσει την Αποφασιστική στιγμή της φωτογραφίας του Henri Cartier – Bresson, έχει προσκαλέσει έναν Ονειροφάγο [Lafcadio Hearn] κι έναν κλεπτομανή μεταφραστή [Dezso Kostolanyi], έχει περιγράψει την διαστροφή της ανάγνωσης δια χειρός Edith Wharton, την στιγμή του θανάτου του Maurice Blanchot κι Έναν Μεγάλο Ποταμό από τον Victor Segalen, μας προσκαλεί σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνομιλία. Και μάλιστα σε κατακίτρινες σελίδες, θυμίζοντάς μας κάποια παλιά φανζίν…

simenon con-la-figlia

Εταίροι διαλόγου δυο συγγραφείς που έπλασαν δυο χαρακτήρες που πλέον κινούνται αυτόνομα μέσα στις δεκαετίες της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο Ιαν Φλέμινγκ συνάντησε τον Ζορζ Σιμενόν το 1964 στον πύργο του τελευταίου, κοντά στη Λωζάννη. Η συνομιλία τους μαγνητοφωνήθηκε από τον δημοσιογράφο Γκόρντον Γιανγκ και δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά πρώτα στο λογοτεχνικό ένθετο της γαλλικής εφημερίδας Le Figaro και ύστερα στο αμερικανικό περιοδικό Harper’s Bazaar.

Τα εξώφυλλα είναι πολύ σημαντικά και οι εκδότες δεν το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό, λέει ο Φλέμινγκ και πράγματι εκφράζει την άποψη πολλών σύγχρονων αναγνωστών, φυσικά όχι για τον παρόντα οίκο. Ο Σιμενόν διαφωνεί· χάρη στην αμερικανική εμπειρία του υποστηρίζει το αντίθετο. Η κουβέντα βαθαίνει σύντομα: για τον πρώτο το «μετά το γράψιμο» είναι σημαντικό, και προβαίνει σε διαρκείς αλλαγές, σε αντίθεση με τον δεύτερο, που δεν επιτρέπει σε κανέναν να αλλάξει ούτε κόμμα· προτιμά μάλιστα μερικά λαθάκια από μια απρόσωπη διόρθωση.

if-and-bottles

Ο Βέλγος προτιμά την γραφομηχανή, γιατί δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, παρά συνεχίζεις στον ίδιο ρυθμό. Κι αυτός ακριβώς ο ρυθμός αποτελεί τον ορισμό του στυλ, και όχι η γραφή. Κάποιοι Γάλλοι κριτικοί λένε ότι δεν έχω καθόλου στυλ. Κι έχουν δίκιο. Διότι σαράντα χρόνια τώρα αγωνίζομαι να αποφύγω οτιδήποτε θυμίζει λογοτεχνία. Σκοπός μου είναι η απλότητα. Το γράψιμο δίνει στον Σιμενόν την δυνατότητα να μαθαίνει κάθε φορά κάτι καινούργιο, να φτάνει λίγο πιο μακριά, να προχωρά κάτω από το δέρμα των ανθρώπων.

Η τέχνη της γραφής και η τεχνική της έκδοσης, οι αρχικές εμπνεύσεις και οι μεταγενέστερες σκέψεις, η τέχνη του λόγου και ο λόγος της δημιουργίας, η υστεροφημία και η ανάγνωση της κριτικής, όλα αποτελούν αντικείμενο της συζήτησης. Στο ερώτημα του τρίτου της παρέας κατά πόσον οι προσωπικές εμπειρίες επηρεάζουν το γράψιμο αμφότεροι αρνούνται κάποια μεγάλη επιρροή αλλά ο Σιμενόν προσθέτει ότι «για έναν συγγραφέα όλα είναι εμπειρία. Κάθε δευτερόλεπτο που ζει». Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον μάλιστα ότι δεν ταξιδεύει ποτέ για χάρη των βιβλίων του, για να παρατηρήσει πράγματα ή να κρατήσει σημειώσεις. Αλλά είκοσι χρόνια αργότερα θυμάται διάφορα και τα χρησιμοποιεί ως υλικό για κάποιο βιβλίο.

The-Man-With-The-Golden-Gun-James-Bond-Ian-Fleming

Εγώ πλάθω τις ηρωίδες μου με τη φαντασία μου αποκλειστικά. Κι αντί να τις πλάθω υπερβολικά όμορφες, προσπαθώ πάντα να τις προικίζω με μια ιδιαιτερότητα – μια ανεπαίσθητη αναπηρία στο βάδισμα, ας πούμε, για να δείχνουν πιο πραγματικές. Διότι στην πραγματικότητα καμιά γυναίκα δεν είναι τέλεια. Αν και τ’ ομολογώ, είναι όλες αισθησιακές. [Φλέμινγκ, σ. 19]

Θα συμφωνήσουμε με τον φλεγματικό Φλέμινγκ, και θα προσθέσουμε ότι ακριβώς η μη τελειότητα κάνει κάθε γυναίκα συναρπαστική. Και θα βάλουμε το βιβλιαράκι μαζί με τους άλλους λαγούς στην τσέπη, ώστε να τα διαβάζουμε κατά την αναμονή ενός ραντεβού (ιδίως με τις δεσποινίδες και τις κυρίες(,) που πάντοτε αργούν), ενός συρμού που δεν μας ενδιαφέρει αν καθυστερεί ή ενός ποτού, που αναμφίβολα του ταιριάζει.

simenon

Εκδ. Άγρα, 2015, [Ο άτακτος λαγός – 16, σειρά Β΄], μτφ. Μαρία
Αγγελίδου, σελ. 32[πρώτη κυκλοφορία: Δεκέμβριος 2011, ως ευχετήριο βιβλίδιο εκτός εμπορίου για τους φίλους και τους συνεργάτες του εκδοτικού οίκου]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

17
Νοέ.
15

Romain Slocombe – Κύριε Διοικητά

EX-SLOCOMBE

Κατεχόμενη Γαλλία: Πεθαίνω σαν χώρα ή Μια κοινοτοπία του κακού

Ουδέποτε συμμερίστηκα τη ρομαντική γελοιότητα που θέλει τους συγγραφείς αγίους ή ήρωες, και τον κόσμο να τους κοιτάζει σταυρώνοντας τα χέρια – κάθε άλλο μάλιστα: φρονώ ότι η καλλιέργεια ικανοτήτων τόσο ανατρεπτικών όσο η φαντασία και η ευαισθησία κάθε άλλο πάρα άμοιρη κινδύνων είναι για την ηθική… 

… ξεκαθαρίζει στις πρώτες σελίδες της επιστολής του ο Πωλ – Ζαν Υσσόν, απευθυνόμενος στον Γερμανό διοικητή της μικρής γαλλικής του κωμόπολης. Η επιστολή βρέθηκε σ’ έναν σκουπιδότοπο, κοντά σ’ ένα συγκρότημα κτιρίων υπό κατεδάφιση, κάπου στη Λειψία. Ο εκδότης αλλάζει ονόματα και άλλες ενδείξεις, χωρίζει το χειρόγραφο σε κεφάλαια και μας το προσφέρει προς ανάγνωση. Θεωρεί ότι μας ενδιαφέρει μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της γαλλικής κατοχής, η οποία διαθέτει ορισμένες πρόσθετες ιδιαιτερότητες: ο επιστολογράφος διχάζεται δραματικά ανάμεσα στο πάθος για την νύφη του Ίλζε και στην απέχθειά του για την εβραϊκότητα – συνεπώς όταν μαθαίνει ότι είναι εβραία, βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο μιας απόφασης.

162083

Ο Υσσόν διαθέτει ισχυρή συστατική επιστολή: συγγραφέας, διανοούμενος, ήρωας πολέμου, μεγαλοαστός, κυριολεκτικά ακαδημαϊκός. Φανατικός των αξιών οικογένειας και της πίστης, φροντίζει να τις ακυρώνει με κάθε ευκαιρία, ιδίως όταν πρόκειται να αποπλανήσει γυναίκες και να διασπείρει εξώγαμα. Πιστός αντισημίτης και εθνικοσοσιαλιστής, πιστεύει ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί μάστιγα, ο κοινοβουλευτισμός δηλητηριάζει την πολιτική ζωή των κρατών, η αντίθεση στον κλήρο είναι τιμωρητέα. Η αντιπάθειά του προς Εβραίους, μπολσεβίκους και δημοκράτες είναι δεδομένη. Η δημοκρατία αποτελεί ασθένεια που οδηγεί τα κράτη στην παρακμή. Η υποστήριξη προς τον Χίτλερ και τον Πεταίν και η συνεργασία με τους κατακτητές είναι πλέον ευνόητες.

Occupied Paris, June 1940

Η αφήγηση του Υσσόν μοιάζει με εκ βαθέων εξομολόγηση σε κάποιον φίλο. Ξεκινάει με μια περιεκτική ανασκόπηση της ζωής του και σύντομα φτάνει στην Ίλζε Βόλφφσον, που μπήκε στη ζωή του το 1932 και την διατάραξε οριστικά. Η γλυκιά παρουσία της προσφέρει στις γέρικες μέρες του «την θέα μιας γοητευτικότατης και ευφυέστατης νύφης». Δεν υπάρχει καμία ηθική αναστολή· τα αντίθετα αποενοχοποιητικά επιχειρήματα είναι έτοιμα: το νεαρό κορίτσι πρέπει να αξιοποιήσει την δίψα του, να γνωρίσει και να αγκαλιάσει όλη την ζωή, συνεπώς πρέπει να βρεθεί ένας άνδρας άξιος να της τα προσφέρει και προφανώς όχι ο γιος του.

Την ίδια στιγμή έχει ξεκινήσει και η αφήγηση μιας ολόκληρης δεκαετίας που εμβαθύνει και σε λιγότερο γνωστές πτυχές της γερμανικής κατοχής, όπως η συνεργασία των ναζί με τους εντόπιους δολοφόνους, βιαστές και πάσης φύσεως εγκληματίες. Η σχετική κατασκευή παρουσιάζεται με τέτοια πυκνότητα που ακόμα κι αν κάποιος αναγνώστης δεν έχει ιδέα από την προγενέστερη και την τότε παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, αποκτά μια πλήρη εικόνα, διανθισμένη με τα προσωπικά σχόλια του αφηγητή.

Guerre 1939-1945. Parc ‡ jeux rÈservÈ aux enfants et interdit aux juifs amÈnagÈ dans Paris, novembre 1942.

Το 1936 επεφύλασσε στην παλαιά γαλλο – ρωμαϊκή χώρα μου την ταπείνωση να κυβερνηθεί από έναν Εβραίο: τον Λεόν Μπλουμ….Μόλις μαθεύτηκε η φυλετική νίκη, οι γαμψές μύτες και τα κατσαρά μαλλιά συνέρρευσαν από τα βάθη των γκέτο της Ανατολής και κατέκλυσαν τον τόπο. Στην χώρα μας μπήκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ασκεναζίμ… Ορδές που τα μέλη τους φρόντιζαν να απολέσουν την εθνική τους ταυτότητα ώστε να αποφύγουν την απέλαση…Έτσι κατέφθασαν εδώ κάθε λογής απροσάρμοστοι, άπληστοι, σακάτηδες. Η Γαλλία έγινε η χαβούζα του κόσμου. Από όλους τους δρόμους εισόδου στο έδαφός μας, οι οποίοι μετατράπηκαν σε τεράστιους υπονόμους, έρρεε στα χώματά μας ένας συρφετός όλο και πιο πολυάνθρωπος, όλο και πιο δυσώδης. [σ. 44]

Ο Υσσόν αποτελεί έναν περίτεχνα λογοτεχνημένο αντι – ήρωα· μια αντιπροσωπευτική μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου. Αλλά δεν είναι το τέρας – εξαίρεση σ’ έναν αρμονικό κόσμο· είναι μια συλλογική φωνή που εκφράζει ένα ολόκληρο μέρος των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχαν παρόμοια σκέψη και στάση. Όταν, για παράδειγμα, γράφει ότι μπροστά την επέλαση των Γερμανών οι Γάλλοι στρατεύτηκαν χωρίς ενθουσιασμό σε μια υπόθεση που τους φαινόταν αμφίβολη, ίσως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του. Όταν ισχυρίζεται ότι η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα πως οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα και αποτελούσαν σοβαρό εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο, φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος με την ίδια άποψη.

exposition-regards-sur-les-ghettos-green-hotels-paris

Οι Εβραίοι! Αυτούς βρίσκουμε πίσω απ’ όλες τις διαβρωτικές δυνάμεις, σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους, να ροκανίζουν πόντο πόντο, το δίχτυ των παραδόσεών μας….Οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο. Εθνικό, επειδή ο Εβραίος είναι άπατρις, δηλαδή δεν αφομοιώνει παρά μόνο επιφανειακά τον πολιτισμό της χώρας η οποία του κάνει, εντούτοις, την τιμή να τον δεχτεί. Κοινωνικό, επειδή ο Εβραίος διαθέτει κριτικό και ανατρεπτικό πνεύμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο: ο ταραχοποιός νους του τον ωθεί να αμφισβητεί τους θεσμούς της χώρας….[σ. 68 – 69]

Και παράλληλα με όλο αυτό το μίσος, να κοχλάζει το πάθος για μια γυναίκα που φέρει το επώνυμό του και που για επτά χρόνια πλαγιάζει μ’ έναν άντρα που είναι γέννημα της σάρκας του. Η συνειδητοποίηση της εβραϊκής της εθνικότητας καταρρακώνει τον μισάνθρωπο ρατσιστή. Η ευθύνη και η ηδονή της προστασίας της ευνόητα δίνουν άλλο περιεχόμενο στον πόθο: Η νύφη μου με ικέτευσε να τη βοηθήσω να φύγει. Οι ναζί τής προκαλούσαν τρόμο, κι εγώ πλέον γνώριζα τον λόγο. Οι δυο ασύμβατοι χαρακτήρες αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί μέσα από την τραγική πολεμική συγκυρία μέχρι την «έξοδο» από το δράμα.

A woman walks a Parisian backstreet, in front of an older gentleman with the Star of David

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ορισμένες σελίδες είναι βαθιά αντιπολεμικές – μια προφανής ειρωνεία του ευφυούς συγγραφέα. Κατά την διάρκεια της ατέλειωτης περιπέτειας της φυγής του «ανίερου ζεύγους», ο αφηγητής δεν παραλείπει να εκφράσει την παράξενη χαρά που τον πλημμυρίζει την στιγμή που το αυτοκίνητο διασχίζει το γαλήνιο φυσικό τοπίο, που συνεχίζει να υπάρχει με την αίσθηση πως ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ. Ο ίδιος όταν πολύ αργότερα βρίσκεται σ’ ένα ξενοδοχείο σκέφτεται πόσο παράλογος είναι αυτός ο κόσμος. Και αλλού ψάχνει τις λέξεις της καταστροφής:

Παντού αντικρίζαμε το φρικτό θέαμα της ήττας. Τα χαντάκια δίπλα στους δρόμους ξεχείλιζαν από εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα αμαξώματα, σπασμένα τζάμια, διαλυμένα οχήματα που τους είχαν αφαιρέσει […] οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ακόμα χρήσιμο. Σε κάποια αυτοκίνητα διακρίνονταν τα ίχνη από τα πυρά της γερμανικής αεροπορίας, μικρές λοξές τρύπες στα καπό τους, καθώς και μεγάλοι καφετιοί λεκέδες από ξεραμένο αίμα επάνω στα καθίσματά τους. Στην άκρη του δρόμου είδαμε πολλές φορές βουναλάκια από φρεσκοσκαμμένο χώμα και καρφωμένο επάνω έναν τραγικό σταυρό σκαρωμένο βιαστικά από κλαριά δέντρων. Διάφορα αντικείμενα – μπιμπελό, παιδικά παιχνίδια, χαρτόκουτα, βαλίτσες, βρεγμένα χαρτιά, κουρέλια και σκισμένα ρούχα – ήταν σκόρπια στο χώμα, ανάμεσα σε κάρα με σπασμένους άξονες ή χειρολαβές, ασθενοφόρα κατακαμένα από τις φλόγες, ψόφια άλογα από τα οποία είχαν κόψει μεγάλα κομμάτια κρέας, παρατημένες αναπηρικές πολυθρόνες…. [σ. 128]

1940 Paris A

Αλλά βέβαια πέρα από το δίπολο των ερωτικών και «ιδεολογικών» παθών του Υσσόν εδώ εκτίθεται ανεπανόρθωτα ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Δεν πρόκειται μόνο για τηνγαλλική Δεξιά, που αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν θα προδώσει τις βασικές της αρχές, ενώ θα εξουδετερώσει την μισητή Αριστερά. Πρόκειται για έναν ευρύτερο κοινωνικό ιστό που όταν δεν αποδέχτηκε την φασιστική επιβολή, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο:

Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν βρεθεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν μέσα σ’ έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». [σ. 109]

German officers surrender in Paris, August 1944.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ολόκληρο μυθιστορηματικό κόσμο που αποδίδει ιδανικά έναν ολόκληρο ιστορικό κόσμο. Ίσως η θητεία του στον σχεδιασμό και την κειμενογραφία κόμικς, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, τα graphic novels και τα προγενέστερα μυθιστορήματα να τον έχει προετοιμάσει για ένα τέτοιο μυθιστόρημα, όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συμπλέκονται οριστικά και αξεδιάλυτα. Από την μια η ιστορικότητα, από την άλλη η ψυχολογία· η ιδεολογία απέναντι στον έρωτα, και στο μέσο το ζήτημα μιας οριακής επιλογής σε μια εξίσου οριακή στιγμή του ανθρώπου.

Η βιβλιογραφία απλώς επιβεβαιώνει το μέγεθος της επιστημονικής εργασίας του συγγραφέα, που χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων την Αυτοπροσωπογραφία του Man Ray, την Κάθαρση των διανοούμενων του Pierre Assouline, το Ημερολόγιο της Hélène Berr (στα ελληνικά από τις εκδ. Πόλις], τις Αναμνήσεις του Σασά Γκιτρύ, τα Αυτοσχέδια Απομνημονεύματα του Πωλ Κλωντέλ, το Ηλιοστάσιο του Ιουνίου του Henry de Montherlant, την τυπογραφία του Βερντέν του Vercors και τον Ουρανό του Marcel Aymé.

Subject: SLOCOMBE Romain - Copyright: John FOLEY/Opale - Date: 20130400-

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 295, με τρισέλιδη βιβλιογραφία [Monsieur le Commandant, 2011]

Όλες οι εικόνες από το Παρίσι της εποχής: Γερμανικός στρατός [Ιούνιος 1940], παιδική χαρά απαγορευμένη για Εβραίους [Νοέμβριος 1942], νεαρός και γηραιός Εβραίος (η δεύτερη φωτογραφία από τον Andre Zucca], χάρτης της πόλης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες, παράδοση Γερμανών [Αύγουστος 1944] και ο συγγραφέας.

09
Απρ.
15

Georges Perec – Σκέψη / Ταξινόμηση

0696 PEREC-SKEPSI

Ο λίσταρχος και οι μανίες του

Εκείνο που με εντυπωσιάζει το περισσότερο στους τρόπους της ανάγνωσης είναι το εξής: όχι τόσο ότι η ανάγνωση εκτιμάται ως ψυχαγωγική δραστηριότητα, αλλά ότι, γενικά, δεν μπορεί να υπάρξει μόνη της· πρέπει να ενταχθεί μέσα σε μιάν άλλη αναγκαιότητα· πρέπει μια άλλη δραστηριότητα να την υποστηρίζει: η ανάγνωση συνδέεται με την ιδέα του ότι έχεις να γεμίσεις ένα χρόνο, ένα χρόνο νεκρό τον οποίο πρέπει να εκμεταλλευτείς για να διαβάσεις. [σ. 181]

Η περί σχετικού εντυπωσιασμού εξομολόγηση του Περέκ δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκφράζει κάτι που έχουμε στο μυαλό μας αλλά δε βρίσκουμε πουθενά γραμμένο. Η πλέον απόλυτη βέβαια ταύτισή μας αφορά την μέγιστη μανία του, την κινητήρια δύναμη της γραφής του, το παιχνίδι της ίδιας του της ύπαρξης: την λατρευτική του εμμονή σε λίστες και καταλόγους.

Perec 1

Πρόκειται βέβαια για μια μανία που δεν καθορίζει απλώς την θεματολογία των βιβλίων του, αλλά και διαποτίζει την απίστευτη ποικιλία των μορφών τους. Έγραψε μυθιστορήματα μεγάλα και μικρά, πολυπρόσωπα και απρόσωπα, κείμενα και μικροκείμενα. Δοκίμασε την κοινωνιολογία και την ρητορεία, την τοπογραφία και την πλασματική αυτοβιογραφία. Πειραματίστηκε, έπαιξε: έφτιαξε ένα μυθιστόρημα χωρίς το γράμμα e, ένα μυθιστόρημα με μόνο φωνήεν το e, 480 αναμνηστικά στιγμιότυπα, ένα ογκώδες λεπτομερέστατο μυθιστόρημα με αλγοριθμική δόμηση (το περίφημο Ζωή. Οδηγίες χρήσεως), διάφορα βιογραφήματα, 176 ενδεκάστιχα, έτερα αστυφιλικά γραπτά. Και βέβαια η τακτοποίηση και η ταξινόμηση όλου του χάους των ιδεών χαρακτήρισε και το ίδιο του το εργαστήριο.

Σε αυτό το εργαστήριο βρισκόμαστε ήδη, καθώς το βιβλίο αποτελεί μια ορθάνοιχτη πρόσκληση στον γραφειακό χώρο του δαιμόνιου συγγραφέα ο οποίος μας ανοίγει κυριολεκτικά τα χαρτιά του. Με τις Σημειώσεις για αυτά που αναζητώ χωρίζει το έργο του σε βασικές ενότητες κι έτσι γίνεται γραμματολόγος του εαυτού του! Ακολουθούν Μερικές χρήσεις του ρήματος μένω, όπου και μια λεξικογραφική «τοποσημαντική» του όρου και Σημειώσεις για τα αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στο γραφείο μου και Μικρές σημειώσεις για την τέχνη και τον τρόπο να τακτοποιούμε τα βιβλία μας, με αυτονόητο περιεχόμενο. Στις Τρεις ανακτημένες κάμαρες θυμάται δωμάτια όπου κάποτε διέμεινε, ενώ Οι τόποι ενός στρατηγήματος επιστρέφουν στις τραυματικές εμπειρίες της ψυχανάλυσης.

Perec 2

Το απώτατο παρελθόν αγγίζεται και στο Θυμάμαι τα βιβλία των Malet & Isaac, όπου και ανακαλεί τα περιεχόμενα του παιδικού σχολικού βιβλίου ιστορίας! Όπως είναι φανερό, τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση και καταγραφή για τον Περέκ. Δώδεκα λοξά βλέμματα ομολογούν έμμεσα την επιρροή τους από το Σύστημα της μόδας του Ρολάν Μπαρτ, 81 δελτία μαγειρικής για αρχάριους ασκούνται στην συντομογράφηση του είδους, Στοχασμοί γύρω από τα γυαλιά στοχάζονται γύρω από τα γυαλιά και βέβαια υπάρχουν κείμενα για την Ανάγνωση, την Σκέψη και την Ταξινόμηση. Ένας εύτακτος χαμός!

Γόνος Πολωνών μεταναστών στο Παρίσι (γεν. 1936), ορφανός και από τους δυο γονείς του (στα έξι του από τον πατέρα του, που έχασε τη ζωή του κατά την εθελοντική του στράτευση στον αντιναζιστικό πόλεμο, λίγο αργότερα στα οκτώ του από την μητέρα του που εξαφανίστηκε στις εκκαθαρίσεις και πιθανότατα πέθανε στο Άουσβιτς), Εβραίος αλλά ανένταχτος Εβραίος, ο Περέκ προσπαθεί να καλύψει το κενό με δικές του ιστορίες, έχοντας μια διαρκή έγνοια όχι να «θυμηθεί» αλλά να λησμονήσει. Όπως γράφει στην πολύτιμη εισαγωγή της η μεταφράστρια ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με την δέουσα ξενότητα τον πανικό και τα τραύματα της ζωής του με συνδυασμούς συμβάντων και επινοημάτων δημιουργεί έναν χωρικό μικρόκοσμο για να παγιδεύσει τον χρονικό μακρόκοσμο.

Perec 4

Κι έτσι του γεννιέται η βουλιμική επιθυμία εξάντλησης όλων των δυνατών ορίων και ειδών του γραπτού λόγου. Οι λέξεις και ο κόσμος τους γίνονται από νωρίς ο βασικός λόγος ύπαρξής του. Γνωρίζει ότι μόνο με το φάρμακον της γραφής (ίαμα και συνάμα δηλητήριο) θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη μελαγχολία αλλά και την ναυτία από την τρέχουσα λογοτεχνία. Τα ίδια του τα κείμενα μαρτυρούν την απεγνωσμένη επιθυμία να βρει έναν μίτο μέσα σ’ αυτή την αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής του. Σα να προσπαθεί να βρει και κυρίως να επινοήσει την παιδική ανεμελιά που δεν γνώρισε.

Και όλο αυτό δεν μπορούσε παρά να γίνει με τους κανόνες των παιχνιδιών, εφόσον το ίδιο αποτελούσε από μόνο του παιχνίδι. Φτιάχνει αυτοδεσμευτικούς κανόνες, κατασκευάζει λογοπαίγνια, γράφει λογοτεχνία «με το τίποτε». Εξελίσσεται σε ιδανικό λίσταρχο, που καταγράφει και ταξινομεί με μανιακή ακρίβεια τα πάντα: όνειρα που είδε, δωμάτια όπου κοιμήθηκε, γειτονιές όπου κατοίκησε, καρτ ποστάλ που έστειλε, παιδικές αναμνήσεις, ημερολογιακές εγγραφές, εισιτήρια ταξιδιών, στελέχη παλαιών καρνέ επιταγών. Μια σωστή αυτοβιβλιογραφία! Οργανώνει και αρχειοθετεί το χάος του σε μια διαρκή παλινδρόμηση από το ελάχιστο στο μείζον. Από εδώ διαρκώς προκύπτουν βιβλία, άρθρα, μελέτες, μελλοντικά σχέδια.

Perec 3

Οι περίφημες Οδηγίες Χρήσεως της Ζωής του έδωσαν την δυνατότητα επιβίωσης κι έτσι σταμάτησε την εργασία που διακονούσε από το 1961 ως υπεύθυνος για την βιβλιογραφία και την ταξινόμηση στην βιβλιοθήκη ενός εργαστηρίου Νευροφυσιολογίας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Βέβαια η εμπειρία της γραφειοκρατίας, των διαγραμμάτων, των καταλόγων, των πινάκων κλπ. μαζί με τον επιστημονικό λόγο καθόρισαν οριστικά την γραφή του. Όπως γράφει η εισαγωγέας μας, με τα κείμενά του ο Περέκ προσεγγίζει το κλίμα της νιτσεϊκής Χαρούμενης γνώσης, την αυστηρότητα του εργαστηρίου μαζί με την ευθυμία μιας αέναης, ξέφρενης γιορτής.

Αναζητώ ταυτόχρονα το αιώνιο και το εφήμερο, έγραφε στις Επανεμφανιζόμενες το 1972. Και ειδικά αυτό το εφήμερο το τίμησε με τον λόγο του όσο λίγοι· μνημείωσε το μηδαμινό, πρόσεξε το φευγαλέο, τακτοποίησε το άναρχο. Αυτός που κάποτε αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, ήρθε και αυτοκαθορίστηκε μέσω της γραφής και της αυτοπειθαρχίας που αυτή επιβάλλει. Τα περισσότερα κείμενά του επιχειρούν να καταρτίσουν ακριβώς έναν κατάλογο, τον κατάλογο της ζωής του, τιθασεύοντας την άναρχη και νομαδική του σκέψη. Άλλωστε γνώριζε καλά πως Δεν θα πάψεις ποτέ να σε βλέπεις.

Perec 5

Αισθάνομαι αμυδρά πως τα βιβλία που έχω γράψει εγγράφονται, νοηματοδοτούνται μέσα σε μια σφαιρική εικόνα που έχω περί λογοτεχνίας, αλλά μου φαίνεται πως ποτέ δεν θα μπορέσω να συλλάβω επακριβώς τούτη την εικόνα που είναι για μένα ένα επέκεινα της γραφής, ένα «γιατί γράφω» στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω παρά γράφοντας, αναβάλλοντας συνεχώς τη στιγμή εκείνα όπου, παύοντας να γράφω, αυτή η εικόνα θα γινόταν ορατή, σαν ένα αναπόδραστο τελειωμένο παζλ. [σ. 54]

Εκδ. Άγρα, 2006, εισαγωγή – μετάφραση: Λίζυ Τσιριμώκου, σελ. 248 [Penser / Classer, 1985]. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφικό σημείωμα και κατάλογος των ελληνικών εκδόσεων του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 180.

11
Ιαν.
15

Wolinski – Ανοιχτή επιστολή στη γυναίκα μου

Wol

Ο ελεύθερος γελοιογράφος απέναντι στον γελοίο κόσμο

Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά.

Εδώ κι ένα δυο μήνες έχω επιστρέψει, όπως συχνά μου συμβαίνει και σε άλλες περιόδους, στις γελοιογραφίες: ένα είδος που παραμένει περιορισμένο στα μικρά καδράκια των εντύπων και που γρήγορα καταδικάζεται σε παρελθόν, εφόσον σπάνια διατηρείται σε κάποιο βιβλίο. Αυτό το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος είναι για μένα ένα απολαυστικό … «γράφημα» που περιλαμβάνει την δύναμη της εικόνας, την ομορφιά της τέχνης και την σκέψη του κειμένου. Και τι κειμένου: της σύντομης φράσης που περιλαμβάνει λίγες λέξεις και αλλά πολλές αλήθειες. Κι ύστερα, ο συνδυασμός του σκίτσου και του λόγου (αν και όποτε υπάρχει, γιατί πάντα το σκίτσο γράφει από μόνο τις δικές του λέξεις και περιγράφει όλα όσα θέλει ακόμα και με την «σιωπή» του) έρχονται για να εκφράσουν την απόλυτη κωμικότητα των πραγμάτων και να προκαλέσουν αυτό που ελάχιστα άλλα είδη καταφέρνουν: το χαμόγελο και το γέλιο. Αλλά και την περίσκεψη και την αφύπνιση.

Η γελοιογραφική λοιπόν έφεση του τελευταίου καιρού με έστειλε στα γελοιογραφικά κείμενα του Γιάννη Καλαϊτζή [Υπάρχει ζωή μετά τα αφεντικά; εκδ. Στιγμή, 2013], που το παρουσιάσαμε εδώ), στο εξαιρετικό συγκεντρωτικό άλμπουμ του μαιτρ Κώστα Μητρόπουλου [1960 – 2015. Τα καλύτερά μας Χρόνια! εκδ. Μεταίχμιο, 2014] αλλά και στη μικρή συλλογή του Στέφανου Ιωσήφ [Άνευ λόγου…, εκδ. Μελάνι, 2014], που αμφότερα ελπίζουμε να μπορέσουμε να τα περιγράψουμε με λέξεις εδώ αύριο μεθαύριο, και τέλος, επειδή πάντα πηγαίνω στο σχετικό ράφι για κάποια παλαιότερη έκδοση, σε αυτή εδώ τη συλλογή του Wolinski. Τι τραγική ειρωνεία, την μια στιγμή να σκέφτομαι πως θα ξαναθυμηθώ έναν από τους απολαυστικότερους κομικίστες και την επόμενη να μαθαίνω πως του αφαίρεσαν την ζωή στα γραφεία του Charlie Herbo κάποιοι ζηλωτές ενός ολοκληρωτισμού.

Wolinski 1

«Η κάθε μέρα είναι μια μικρή ζωή που προσπαθώ να εκμεταλλευτώ στο έπακρο» γράφει στο πρώτο κείμενο ο συγγραφέας, λίγο προτού αρχίσει να περιγράφει με πλέον ξεκαρδιστικό τρόπο τα πρωινό ξύπνημα με την γυναίκα του, την ημίωρη ασχολία της με τα βαζάκια της και τα ψσστ ψσστ των βαποριζατέρ της ενώ εκείνος επιχειρεί να ξανακοιμηθεί. Βλέποντας και τις ολοσέλιδες γελοιογραφίες που προηγούνται κάθε κεφαλαίου, νομίζουμε πως εδώ θα έχουμε μια κωμικογραφική εξιστόρηση των ούτως ή άλλως κωμικών σχέσεων των φύλων.

Και φυσικά και την έχουμε! Αλλά αυτή είναι η μόνο μια πλευρά των δεκαοκτώ σύντομων κειμένων γιατί υπάρχουν και άλλες δυο, πλέον απρόσμενες: η σύντομη βιογραφία μιας απλής ζωής και η κυριολεξία τίτλου: πρόκειται, πράγματι, για μια τρυφερή εξομολόγηση προς την γυναίκα με την οποία μοιράζεται τη ζωή του. Όχι βέβαια ότι σοβαρεύει για παραπάνω από μια σελίδα ή ότι αφήνει τίποτα όρθιο. Στην ουσία λατρεύοντας την γυναίκα του εκφράζει και το κατοχυρωμένο δικαίωμα τα παρατηρεί και να εμπνέεται από όλες τις γυναίκες του κόσμου. Ο άντρας, γράφει, έχει μάτια πρώτα απ’ όλα για να κοιτάζει τις γυναίκες σε όλες τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

B6x71YACAAAOEQy.jpg large

Ο Wolinski ξεφυλλίζει την συλλογή του με τα αντρικά περιοδικά, θυμάται την θητεία του στο Hara – Kiri, σκέφτεται τα λόγια του αρχισυντάκτη του Hustler που ήταν απαγορευμένο στην «προοδευτική» Γαλλία, όπου άλλωστε ήταν αδιανόητη και η ίδια η ιδέα της πορνογραφίας: «Δείχνουμε τα γεννητικά όργανα των γυναικών γιατί υπάρχουν άντρες που χαίρονται να τα βλέπουν και γυναίκες που δεν απεχθάνονται να τα δείχνουν. Αυτοί που μας κριτικάρουν είναι υποκριτές και στενόμυαλοι. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα πραγματικής πορνογραφίας [δημοσιεύονται φωτογραφίες με κατακρεουργημένα πτώματα από κάποιο πόλεμο]. Ορίστε, να τι είναι άσχημο, απωθητικό, φριχτό: ο πόλεμος. Οι υποκριτές που μάχονται ενάντια στην πορνογραφία υποστηρίζουν τις πολεμικές αξίες». Κι εδώ είναι η πρώτη βαθειά διαπίστωση του Wolinski για έναν κόσμο που απέκλεισε τον έρωτα από την θεοκρατούμενη και ολοκληρωτική του μορφή, τόσο ταιριαστή με την σύγχρονη συγκυρία…

Πολλοί άντρες ανακάλυπταν, χάρη στα περιοδικά αυτά, ένα τοπίο που τους ήταν άγνωστο. Είναι πιο εύκολο να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα παρά να της ομολογήσεις ότι θέλεις να χαζέψεις το αιδοίο της. να γιατί όλοι αυτοί οι σιωπηλοί άντρες, ανάμεσα σε δυο ηλικίες, όλοι αυτοί οι μετανάστες εργάτες που έρχονται από χώρες που τις κυβερνάνε παλιάνθωποι σε συνεργασία με τους φανατικούς θρησκομανείς, μαζεύονται στους κινηματογράφους μας να δουν σε γκρο πλαν το ανήκουστο θέαμα…Οι άνθρωποι αυτοί , κατά το πλείστο, είναι καλοί οικογενειάρχες που στερήθηκαν τον έρωτα ή που δε γνωρίζουν παρά τ’ αγγίγματα και τ’ αγκαλιάσματα στο μισοσκόταδο του σαββατιάτικου απογεύματος. [σ. 32]

wolinski 2

Και φυσικά ο Wolinski δεν περιορίζει το φαινόμενο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, παρά το διευρύνει σε εποχές και κόσμους. Ίσως οι νεότερες γενιές, γράφει, να ξεγυμνώνονται με απόλυτη φυσικότητα, αλλά ελάχιστοι μπορούν να καταλάβουν πως η έλλειψη του σεξ δηλητηριάζει πολλαπλώς τη ζωή. Τι γίνεται όμως όταν ακριβώς αυτή η επιθυμία της ερωτικής εικονογραφίας συγκρούεται με βασικές φεμινιστικές αντιλήψεις, τις οποίες μάλιστα θερμά υποστηρίζει η γυναίκα του; Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται ακριβώς στους σχετικούς προβληματισμούς. Ο καλλιτέχνης τάσσεται υπέρ του φεμινισμού· άλλωστε πέρα από τους αγώνες και τα αιτήματα του φαίνεται σπουδαίο και το γεγονός ότι έτσι οι γυναίκες ανακάλυψαν εκ νέου τη φιλία. Όταν όμως συναντάει οποιεσδήποτε αντιδράσεις στα έργα του, εκεί βάζει πάνω απ’ όλα την απέχθειά του απέναντι σε στερεότυπα και προκαταλήψεις. Στην εικοσαετή του μέχρι τότε συνεργασία με το Hara – Kiri (το έντυπο την συνέχεια του οποίου, να θυμίσουμε, κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το Charlie Herbo) τα καλαμπούρια με τα Τάμπαξ είχαν γίνει παράδοση. Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά. [σ. 159]

Και άραγε ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός αν κυβερνούσαν γυναίκες; Ο ίδιος δεν είναι σίγουρος: αναμφισβήτητα θα έκαναν λιγότερες ανοησίες από τους άντρες αλλά ακριβώς επειδή πιστεύει ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες, αυτή η ισότητα αφορά και τα προσόντα αλλά και τα ελαττώματα. Η βλακεία, η φιλοδοξία, η δίψα της εξουσίας και η εγκληματική τρέλα αποτελούν πανανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αλλά όλοι εμείς, γράφει, είμαστε περήφανοι που έχουμε γυναίκες φεμινίστριες: αποτελούν εγγύηση των πλατειών μας αντιλήψεων. Ο φεμινισμός όπως η οικολογία, δεν έχουν κανένα νόημα αν δεν περάσουν στην πραγματική ζωή και στην πολιτική εξουσία. Οι γυναίκες παραμένουν τα σύγχρονα υποζύγια του πλανήτη μας.

15 Wolinski projet Hara Kiri

Στα σύντομα αυτοβιογραφικά του κείμενα βρίσκεται και η δεύτερη εξομολόγηση, που σχεδόν ειρωνικά συνδέεται με τα τραγικά συμβάντα και με τον κόσμο που θα του αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή. Ο Wolinski περιγράφει, πάντα με τον απλό και ενίοτε τρυφερά σκωπτικό του τρόπο τα παιδικά του χρόνια στη «γεμάτη μυρωδιές, θορύβους και ήλιο» Τύνιδα. Έμενε στην ευρωπαϊκή συνοικία που έμοιαζε με οποιαδήποτε πόλη του νότου, ενώ η αραβική πόλη ήταν ένας άλλος κόσμος, εντελώς ξένος και κλειστός. Θυμάται την σεμνοτυφία της οικογένειάς του όσον αφορά τις βρώμικες λέξεις, μα και πως «η ζωή φαινόταν εύκολη». Σκιτσογραφούσε από μικρός και από τα δέκα του είχε βρει κιόλας τον τρόπο να κοιτάζει τις γυναίκες «από την καλύτερη γωνία τους, εκτιμώντας τη φινέτσα του σβέρκου τους ή την ομορφιά των δοντιών τους»…

Είχε από τότε την ειλικρίνεια να παραδεχτεί ότι η ζωή των Ευρωπαίων της Αφρικής ήταν ένας κόσμος γεμάτος προκαταλήψεις, μικρότητες, βλακώδεις αρχές και ρατσισμό. Η δική του διαπαιδαγώγηση, ακόμα και ερωτική, έγινε μέσα από τα βιβλία. Τουέην, Κίπλινγκ, Τζερόμ, Βερν, Λόντον, Ουγκώ, ντε Μυσσέ, ακόμα και τα πιο δύσκολα, Μπαρμπύς, Χάξλεϊ, Τα κείμενα που διάβασε, τον έκαναν αυτόν που είναι [ήταν] σήμερα. Και δίπλα πάντα τα πολυδιαβασμένα κόμικς, Μίκυ, Robinson, Filette.

08-wolinski-grande-kermesse_f6c4311b5c

Ακολούθησαν οι Χίλιες και μια νύχτες, το Σατυρικόν και ο Καζανόβας, αλλά ο έρωτας παρέμενε ασαφής και απόμακρος. Η ντροπή του σεξ ήταν ριζωμένη σ’ ολόκληρη την ανατροφή τους, ακριβώς επειδή, όπως γράφει, η σεμνότητα και οι καταστολές του Ισλάμ επηρέαζαν κι εκείνους.

Δεν είμαι πια νέος, δεν είμαι γέρος. Μου μένουν αρκετά όμορφα χρόνια, που λογαριάζω να εκμεταλλευτώ όσο μπορέσω, γράφει στο τελευταίο του κεφάλαιο ο αγαπημένος μας κωμικός κομικίστας [σ. 169]. Είμαι σίγουρος πως από το 1978 που έγραφε αυτές τις σελίδες μέχρι πριν τέσσερις μέρες, είχε τον χρόνο με το μέρος του, δημιούργησε, συνουσιάστηκε, παρέμεινε ασυμβίβαστος στην ελευθερία του, ξεκαρδίστηκε και ξεκάρδισε αμέτρητο κόσμο. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε γελοιογραφίες, να γελάμε όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του γελοίου μας κόσμου, να σκεφτόμαστε ελεύθερα, και, αντί να πολυλογούμε, να πράττουμε. Και να διαβάζουμε, να διαβάζουμε πολύ. Αυτό και μόνο αυτό θα μας ξυπνήσει.

Verso_61383

Εκδ. Ροές, 1984, μτφ. Μίρκα Σκάρα, 173 σελ. Με 19 σχέδια του συγγραφέα. [Lettre ouverte à ma femme, 1978].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 172.

11
Νοέ.
14

Florian Zeller – Μου λες αλήθεια;

Θέατρο Κάππα

''MOY LES ALH8EIA;'' TAKHS PAPAMAT8AIOY, BANA RAMPOTA, SPYROS PAPADOPOYLOS, NIKOLETA KOTSAHLIDOY-1

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον με το κείμενο του Zeller δεν είναι μόνο οι αστραπιαίοι διάλογοι ή τα ανατρεπτικά, μερικές φορές ιλιγγιώδη βήματα προς την αποκάλυψη της ψεύτικης ζωής των χαρακτήρων του. Δεν είναι ούτε η ευφάνταστη κωμικότητα των καταστάσεων. Είναι κυρίως το γεγονός ότι καταφέρνει με θέματα τόσο τετριμμένα να κατασκευάσει ένα κείμενο πρωτότυπο και σπαρταριστό. Εδώ οι παράπλευρες συζυγικές απιστίες και τα ερωτικά δίδυμα και τετράγωνα σπαρταράνε σε γρήγορη πλοκή και ξεκαρδιστικές στιγμές.

Είναι εύκολη λοιπόν η σύγχρονη μοιχεία; Πόσο πιο επικίνδυνη γίνεται η κατάσταση όταν η ερωμένη του βασικού χαρακτήρα είναι η γυναίκα του καλύτερου φίλου του; Πόσο γερό είναι μετά το οικοδόμημα του γάμου και πόσους τριγμούς – δηλαδή ψέματα – αντέχει; Τι ψέματα λέμε στον εαυτό μας για να δικαιολογήσουμε τα ψέματα που λέμε στους αγαπημένους μας; Μέχρι πού φτάνει όλο αυτό το δίκτυο όταν το ένα μυστικό φέρνει το άλλο και το κάθε ψέμα απλώνεται σε πρόσθετα πλοκάμια;

k

Ο ήρωάς μας έχει βολευτεί με τις συναντήσεις με την ερωμένη του σε δωμάτια ξενοδοχείων μέσα στην πόλη αλλά υποκύπτει στην πίεσή της για ένα διήμερο στην εξοχή. Άρα πρέπει να εφεύρει νέα μυθεύματα και να επινοήσει κι άλλες ιστορίες· πρέπει ακόμα και να αλλάξει την φωνή του στο τηλέφωνο για να υποκριθεί την θεία που φιλοξενεί την παρτενέρ της αμαρτίας του.

Σε κάθε περίπτωση, για ένα πράγμα είναι βέβαιος: ψεύδεται για την αγάπη του, για να μην πληγώσει την γυναίκα του. Η θεωρία του αναπόφευκτού ψεύδους θεμελιώνεται στο ιερό αγαθό της αγάπης. Άλλωστε, όπως ισχυρίζεται, άλλο το ψέμα και άλλο η απόκρυψη· άλλο η παραχάραξη της αλήθειας που συμβαίνει με την αλλοίωση των δεδομένων και άλλο η άθικτη αλήθεια που απλώς παραμερίζεται με την απόκρυψη των πραγματικών περιστατικών.

''MOY LES ALH8EIA;'' TAKHS PAPAMAT8AIOY, SPYROS PAPADOPOYLOS

Είναι απολαυστικός ο τρόπος που ο αρχιψεύτης εραστής [Σ. Παπαδόπουλος] χειρίζεται μια τεράστια γκάμα ψεμάτων, από τα πιο ευρηματικά μέχρι τα πιο απίθανα. Παραληρεί και λαχανιάζει, υποκρίνεται και ελίσσεται, μεγαλουργεί και ταπεινώνεται. Τι γίνεται όμως όταν διαπιστώνει πως η μοιχαλίδα του τού έχει ήδη πει τα δικά της ψέματα; Τι θα συμβεί όταν ο φίλος του τού εξομολογηθεί ότι γνωρίζει; Τι θα αλλάξει όταν μάθει πως στο ίδιο του το κρεβάτι υπάρχει και ακόμα ερωτική ψευδολογία; Τώρα, όλοι μπλεγμένοι, όλοι βουτηγμένοι στις «απάτες» και τις αυταπάτες. Να τον αφήσουμε στα δικά του ψέματα ή να τον ρίξουμε και μέσα στα παραμύθια των υπόλοιπων; Κι αν τελικά και ο φίλος μας μάς απατάει με την δική μας γυναίκα, θα του παραπονεθούμε; Ή είμαστε φίλοι ή δεν είμαστε φίλοι!

Όσο αβίαστο γέλιο και να προκαλούν οι φράσεις των τεσσάρων είναι ορισμένες στιγμές που οι αλήθειες θρυμματίζουν όλα τα προστατευτικά τζάμια της αυταπάτης. Όταν ο δεύτερος άντρας εξομολογείται για το δράμα του κοινωνικού θανάτου, την αλλαγή δηλαδή και την απομάκρυνσή των άλλοτε καλών μας φίλων, ετοιμαζόμαστε να γελάσουμε με την επερχόμενη ντρίπλα του τρεμάμενου μοιχού, αλλά και διαπιστώνουμε ότι όσο μια τέτοια ζωή μας δίνει ζωή, άλλο τόσο και περισσότερο μας την αφαιρεί. Από την άλλη, ο πιο τρομακτικός μέσα στην κωμικότητά του ισχυρισμός του ερωτιάρη ψεύτη, πως το τέλος των ψεμάτων θα είναι και το τέλος του πολιτισμού, είναι εφιαλτικά αληθινός!

''MOY LES ALH8EIA;'' SPYROS PAPADOPOYLOS, TAKHS PAPAMAT8AIOY, BANA RAMPOTA, NIKOLETA KOTSAHLIDOY-1

Ο συγγραφέας χειρίζεται έξοχα το πνεύμα της κωμωδίας, με στοιχεία σύγχρονα αλλά και διαχρονικά, από τον Ζορζ Φεϊντό ως τον Σασά Γκιτρί. Ενδιαφέρουσα θα είναι η σύγκριση με το έργο του πρώτου Ξενοδοχείο ο Παράδεισος που ανεβαίνει φέτος για δεύτερη χρονιά [Θέατρο Αργώ] και το οποίο θα παρουσιάσουμε σύντομα. Οι διαβολικοί τέσσερις, σωστοί χαμαιλέοντες με αγγελικά πρόσωπα υποκρίνονται περίφημα στον διπλό τους ρόλο, απέναντί μας και μεταξύ τους. Ο δε κύριος με το σμόκιν, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις σκηνές και αλλάζει την θέση των επίπλων είναι ο ανώνυμος τρίτος που με τις γκριμάτσες του σχολιάζει τα γελοία μας καμώματα.

Μετάφραση: Νικολέτα Κοτσαηλίδου. Σκηνοθεσία: Σπύρος Παπαδόπουλος. Παίζουν: Σπύρος Παπαδόπουλος, Τάκης Παπαματθαίου, Βάνα Ραμπότα, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Στέλιος Πέτσος. Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς. Κοστούμια: Μάκης Τσέλιος. Μουσική: Παναγιώτης Τσεβάς. Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ. / Θέατρο Κάππα / Κυψέλης 2, 210 – 8827000 – 210 7707227 / Τετάρτη – Πέμπτη: 19:00 λαϊκή απογευματινή, Παρασκευή: 21:00, Σάββατο: 18:00 και 21:00, Κυριακή: 20:00. / Διάρκεια: 90΄/ Και συνεχίζεται η φιλοξενία 30 ανέργων την ημέρα σε όλες τις παραστάσεις, με την επίδειξη της κάρτας ανεργίας.

[Florian Zeller, La verité, 2011]




Ιουλίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 930,820 hits

Αρχείο

Advertisements