Archive for the 'Γαλλική Λογοτεχνία' Category

11
Ιον.
20

Pierre Michon – Ο αυτοκράτορας της Δύσης

Εδώ αναπνέει η Ιστορία που εξαντλήθηκε σε λίγες σελίδες ή συμπυκνώθηκε κάτω από φράσεις που μιλάνε για χρόνια παρακμής, όπως είναι η ιστορία μιας αυτοκρατορίας στην δύση της. Πράγματι, υπήρξε μια εποχή που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Δύσης όδευε προς τον αφανισμό της στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα. Ο Βησιγότθος Αλάριχος προελαύνει ονειρευόμενος να πάρει τον θρόνο της, ο αυτοκράτορας Ονώριος επιλέγει ως νέο τόπο του την Ραβέννα, ο Αλάριχος ανακηρύσσει αυτοκράτορα της Ρώμης έναν άσημο ανώτερο υπάλληλο της αυτοκρατορίας, τον Πρίσκο Άτταλο. Ένας άνδρας χωρίς να το επιδιώκει βρίσκεται στην κορυφή του ρωμαϊκού βασιλείου και η κάθοδος της ζωής του έχει μόλις αρχίσει. Αυτός είναι ο αυτοκράτορας της Δύσης.

Ας ξεχάσουμε όλα τα παραπάνω κι ας ακούσουμε τον αφηγητή να τον περιγράφει: είχε ασκήσει αξιώματα· δυο δάχτυλα έλειπαν από την δεξιά του· δεν ήταν νέος… και μπορεί να μην κοίταζε παρά μόνο την θάλασσα, την έκταση που δεν αγκαλιάζεται, την παμπάλαιη, παράδοξη μεταφορά. Του φάνηκε πολύ γυμνός, ορεγόμενος την σιωπή ή τρέμοντας την σιωπή. Εδώ άρχισε, παρότι διαφέραμε τόσο πολύ στην ηλικία, παρότι ψευδόμουν ότι τον έπαιρνα για άλλον, τον οποιονδήποτε άλλον, παρότι ψευδόταν αποδεχόμενος να είναι αυτός ο άλλος και μάλιστα πλειοδοτούσε την ετερότητά του, εδώ άρχισε ό,τι πρέπει να ονομάσω φιλία μας. [σ. 10]

Ο αφηγητής, γιος ενός αρχηγού του ιππικού στις περιοχές των Σκυθών, οφείλει στον πατέρα του μια παιδική ηλικία σε χρυσό κλουβί και υπό την συνεχή απειλή του θανάτου, καθώς τον παρέδιδε όμηρο σ’ αυτούς με τους οποίους έκλεινε συμμαχία. Κι έτσι ζούσε όσο ο πατέρας του τιμούσε τον λόγο του. Κάποτε δόθηκε στους Βησιγότθους που απειλούσαν την Ραβέννα· δεν γνώρισε τον Αλάριχο αλλά ο επιφανής αυτός απών στάθηκε ο κατά καρδίαν πατέρας του. Ποιητές του έθνους τους, προσήλυτοι στις ευγενείς γλώσσες, του έμαθαν τα γράμματα και αρειανοί επίσκοποι του μίλησαν για το δάνειο φως της Αγίας τους Τριάδας. Όταν επέστρεψε, στα δεκαεννέα του, τέθηκε υπό τις διαταγές του αυτοκράτορα Ονωρίου, στην ουσία της αδελφής του Πλακιδίας, από την οποία εξαρτώνταν τα πάντα.

Σε μια αποστολή στην Σικελία έμεναν στρατωνισμένοι για καιρό στα όπλα, χαυνωμένοι από τον γαλανό ουρανό και αργοί, σφραγίδα εμφανής και μάταιη μιας γηρασμένης αυτοκρατορίας. Με τον κορεσμό ήρθα και η ανησυχία και τότε αποφάσισε να τον δει, τον πρώην αυτοκράτορα της Δύσης που εξόριστος ζούσε στη νήσο Λιπάρα, όπου οι επαύλεις των παλιών αυτοκρατόρων πνίγονταν στις περιπλοκάδες ή έκρυβαν ερημίτες. Ήταν, άλλωστε, σιωπηρή εντολή της Πλακιδίας, να εξακριβώσει αν η παρουσία του λεβαντίνου εκεί έκρυβε κάποια απειλή. Και τον βρήκε, παραδομένο στο πελαγίσιο αεράκι, να πασχίζει να ξεχάσει ή να θυμηθεί. Κι άρχισαν να μιλάνε, «ή μάλλον να μιλάει εκείνος, με σιωπές μακρόσυρτες, με λέξεις σαν το νεύμα του άξαφνα εκκρεμείς…».

Ποια είναι η ιστορία του γηραιού άντρα; Γεννήθηκε φτωχός στην Συρία αλλά γνώριζε πως κοντά στην Αντιόχεια υπήρχε ένα τέμενος του Απόλλωνα, όπου επί Ιουλιανού οι προγιαγιάδες του πουλούσαν πήλινα αγαλματάκια του θεού. Μιλούσαν ακόμα στο άλσος για τον θεό που δεν ήταν παρά ένα δάνειο όνομα των χαμένων ημερών: ο Απόλλων ήταν η νιότη τους, τα εύθρυπτα αγαλματάκια που είχαν αγγίξει τα εικοσάχρονά δάχτυλά τους, οι ματιές με νόημα κάτω από τα δέντρα. Ένας από τους προσκυνητές ήταν και ο πατέρας του. Όπως για τον καθένα μας, η παλαιότερη ανάμνησή του ήταν η μητέρα του, κι αν κάποιες μέρες δεν θυμόταν πια το πρόσωπό της, το χαμόγελο παρέμενε. Όλα όσα χαίρονταν τα μάτια του ίσως να του γέννησαν μια κλίση προς την μελωδία: εκείνο το χαμόγελο της μητέρας του, τα κλάμματά της, η απέραντη και δίχως σκοπό ελπίδα, όλα αυτά δεν γινόταν να μην τραγουδηθούν. Έπαιζε και τραγουδούσε στο ημικύκλιο των ανακλίντρων, απ’ όπου οι πατρικίες σε κοιτάζουν με μάτια θολά από πόθους βραχύβιους και οι χορεύτριες περιμένουν το σινιάλο που θα τις εκτινάξει εκτός εαυτού. Κι ύστερα ακολουθούσε τα αφεντικά του σε εκείνα τα θαλασσινά ταξίδια που κανείς δεν συμπαθεί γιατί κρατούν πολύ, φοβάσαι τα ναυάγια, φοβάσαι ν’ αναθυμάσαι.

Όταν συνάντησε τον Αλάριχο, μεταξύ 400 και 410 της χρονολογίας του Χριστού έπαιζε όντως λύρα ενώ άλλοι («οι καλύτερα πληροφορημένοι, οι λιγότερο αξιόπιστοι») βεβαιώνουν πως ήταν έπαρχος. Τον ακολούθησε καθώς προέλαυνε προς την Ρώμη, εκείνον που, στους απεσταλμένους του χλωμού Ονωρίου οι οποίοι τρέμοντας τον απειλούσαν με ατελείωτες και περίλαμπρες λεγεώνες – θαρρείς και τα παλαιά αυτά θωρακισμένα σώματα, θαμμένα στους λασπότοπους και σφαγιασμένα από τα χρόνια του Τραϊανού είχαν μπορέσει να αναστηθούν, να σηκωθούν τρεκλίζοντας από τις λάσπες της Γερμανίας και να έρθουν μακάβρια και καταλασπωμένα να δώσουν μάχη –απαντούσε ότι το μέγα πλήθος τον χαροποιούσε γιατί όσο πυκνότερο το χορτάρι τόσο καλύτερα πιάνει το δρεπάνι. Κι όταν μπήκε στην αυτοκρατορική πόλη, ήθελε από ευλάβεια ή κυνισμό να πάρει την Ρώμη με την συγκατάθεση της Ρώμης· η μεγάλη του περηφάνια δεν του επέτρεπε να είναι ο ίδιος αυτοκράτορας.

Τότε ήταν η ώρα για τον Πρίσκο Άτταλο, που όπως εξομολογείται στον αφηγητή, μια δύναμη άγνωστη και υπερφυσική τον έσπρωχνε να κουτρουβαλήσει μέσα στην άβυσσο ή να καθίσει με την βία στον θρόνο. Δεν ήταν η επιθυμία για το χρυσάφι ούτε η επιθυμία να είναι ο πρώτος μεταξύ των ζώντων· ήταν εκείνη η άπειρη φράση που πάντα σου ξεφεύγει· ήταν αυτό που του έλειπε κι ήταν ίσως ο κόσμος. Σύντομα είδε πως τα άσματα που αναζητούσε δεν βρίσκονταν υπό την πορφύρα· αυτή αντίθετα του πρόσφερε δυο σύντομες βασιλείες προτού ηττηθεί από τους παλιούς του εχθρούς, ατιμαστεί και εξοριστεί σε αυτό το νησί των σιγανών εξομολογήσεων. Εκεί που πλέον ήταν ήσυχος, εκεί όπου κανείς δεν θα αξίωνε από αυτόν να είναι αυτοκράτορας ή μουσικός, ούτε ο ίδιος από τον εαυτό του· εκεί όπου πλέον μπορούσε να δει εκείνο που είδε από την αρχή: πως οι βασιλείες είναι μάταιες, το ακριβώς αντίθετο της ζωής.

Η συνομιλία των δυο αντρών (προτού μας αποκαλυφθεί η σχέση τους στις τελευταίες σελίδες) εναλλάσσει σιωπές και εκμυστηρεύσεις στο μαγικό και σκληρό, όπως διπλά περιγράφεται, τοπίο της εξορίας. Η λογοτεχνικότητα της πρόζαςτου Πιερ Μισόν είναι σπάνια. Τον έχουμε ήδη απολαύσει σ’ ένα από τα εξοχότερα βιβλία της σύγχρονης πεζογραφίας (Βίοι ελάσσονες) και στο δυσκολότερο Ρεμπώ ο γιος, που παρουσιάσαμε, αντίστοιχα, εδώ και εδώ. Εκεί γράφαμε πως η γραφή του διεκδικεί προσεκτική ανάγνωση λέξη τη λέξη, με μακριές, λεπτές προτάσεις, που κάποτε καλύπτουν και μια ολόκληρη σελίδα, με μια μοναδική ποιητικότητα που ντύνει με τις κατάλληλες –κατόπιν εμφανούς προσεκτικής και χειρουργικής σταχυολόγησης– λέξεις κάθε στιγμή ή εικόνα μιας ιστορίας. Αν στο πρώτο από τα προαναφερθέντα βιβλία λογοτέχνησε τους βίους απλών ανθρώπων και στο δεύτερο κάτι από την ζωή ενός διόλου άσημου, εδώ συνδυάζει τις δυο ιδιότητες στο πρόσωπο ενός αφανούς άντρα που βρέθηκε να βασιλεύει μια αυτοκρατορία στην δύση της, χωρίς ποτέ να το έχει ονειρευτεί.

Εκδ. Ίνδικτος, 2003, μτφ. Ξενοφών Κομνηνός, σ. 76 [L’ empereur d’ Occident, 1989].

Στις εικόνες: ένα ορφανό έργο για έναν μοναχικό βασιλιά, νομισματικές προσωπογραφίες του Αλάριχου και του Πρίσκου Αττίλα, μια παλιά γκραβούρα του νησιού της εξορίας και δυο φωτογραφίες του συγγραφέα.

28
Απρ.
20

Mathias Enard – Πυξίδα

Τι σημαίνει σήμερα Ανατολή και τι σήμαινε για τον ανήσυχο άνθρωπο παλαιότερων αιώνων; Πόσο διαφέρει ένα σημερινό ταξίδι από την αρχή ως τα βάθη της (και ποια είναι αυτά) και τι θα δει ο σύγχρονος ταξιδιώτης από το παρόν και το παρελθόν της; Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να προσεγγίσει αυτό που η Ανατολή υπήρξε για αιώνες πριν τα μέσα του 20ού αιώνα;  Σε αυτό το μυθιστόρημα ένας έμπρακτα αφοσιωμένος λάτρης της ταξιδεύει για άλλη μια φορά αλλά τώρα μέσα από το δωμάτιό του, μέσα σε μια νύχτα αϋπνίας και εκφυλιστικής ασθένειας (σύμφωνα με μια ασαφή διάγνωση), με λόγο ανάλογο του πυρετού και του παραληρήματος που αυτή του προκαλεί. Και βέβαια αυτός ο λόγος δεν μπορεί παρά να είναι ένας λαχανιασμένος μονόλογος.

Για τον Φραντς Ρίττερ, έναν Θερμό Ανατολιστή, δεν μένει λοιπόν παρά ένα ανάστροφο ταξίδι. Εφόσον πια αδυνατεί να ταξιδέψει στην αχανή της επικράτεια προσκαλεί εκείνη να έρθει στον χώρο του, καταργώντας χρόνους κι εποχές. Τώρα που δεν υπάρχει η ζωντανή εμπειρία παρά το αποτύπωμά της, αυτό που έμεινε οριστικά και αμετάκλητα στην προσωπικότητα του, θα την διατρέξει για άλλη μια φορά συντροφιά με τους μεσάζοντες της ανατολικής εμπειρίας, εξαντλώντας όλα τα τυπικά ευρήματα ανάλογων περιπτώσεων: τους ερευνητές που διατρίβουν, τους αρχαιολόγους που ανασκάπτουν συνήθως με δυτικά όργανα και μάτια, τους ειδικούς γνώστες τους παλαιούς οριενταλιστές και, βέβαια, το πλήθος των συγγραφέων και μουσικών που συνειδητά ή ασυνείδητα επηρεάστηκαν και δημιούργησαν υπό το φως και τις σκιές της.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ακόμα κι ένα τέτοιο μυθιστόρημα ταξιδευτικών ιδεών χωρίς τον έρωτα. Η Σάρα αποτελεί το μεγάλο πάθος του Ρίττερ χωρίς να περιορίζεται στα στεγανά ενός ανεπίδοτου έρωτα. Η νεαρότερη γυναίκα εκπροσωπεί ένα νέο είδος νεότητας που αφοσιώνεται ψυχή και σώμα στην έρευνά της, που ζει και μιλάει μέσα από αυτήν. Εμφανώς τέκνο της σύγχρονης εξειδικευμένης ακαδημαϊκής αφοσίωσης, η Σάρα παρ’ όλα αυτά δεν περιορίζεται στις βιβλιοθήκες αλλά «εξαφανίζεται» στα βάθη της Ανατολής αναζητώντας τις δικές της απαντήσεις για την εργασία της, διατηρώντας εκτός των άλλων και παραδοσιακή αλληλογραφία με τον Φραντς. Εκείνος με την σειρά του δεν παύει να την επιθυμεί, εγγράφοντάς την όχι μόνο στον ανατολικό βίο της ζωής του αλλά και σε μια άλλη, δυνητική ζωή: Αν είχα τολμήσει να φιλήσω την Σάρα εκείνο το πρωινό στην Παλμύρα αντί να δειλιάσω και να γυρίσω πλευρό ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά· καμιά φορά ένα φιλί αλλάζει ολόκληρη τη ζωή, η μοίρα ξεστρατίζει, λυγίζει, κάνει στροφή [σ. 188]

Αυστριακός μουσικολόγος που ειδικεύεται και εμμένει στην ολοκληρωτική επίδραση επιρροή της Ανατολής στην δυτική μουσική τον 19ο και τον 20ό αιώνα και σε δεκάδες συνθέτες κλασικής μουσικής, ο Ρίττερ ξεδιπλώνει την ίδια στιγμή όσες γνώσεις και μνήμες μπορεί να αντέξει το θυμικό ενός εαυτού που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Δαμασκό και την Τεχεράνη. Κολυμπώντας μέσα σε μια πλημμύρα αναφορών και πληροφοριών, πηγαίνοντας από βιβλίο σε βιβλίο κι από μουσική σε μουσική, σε αυτή την αποθέωση ενός μεταμοντέρνου λογοτεχνικού ρομαντισμού (με πολλά εισαγωγικά), οι πιστοί της πλοκής θα απογοητευτούν, εκτός αν αποφασίσουν να αφεθούν στην συνεχή συνειρμικότητα ενός λόγου που επιχειρεί να συμπεριλάβει σχεδόν τα πάντα:

Ιστορίες άγνωστες ή παραγνωρισμένες, όπως για τους Σταυροφόρους (τους πρώτους οριενταλιστές) που επέστρεψαν στα σκοτεινά χωριά της Δύσης φορτωμένοι χρυσάφι, βάκιλους και θλίψη, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι είχαν καταστρέψει, στο όνομα του Χριστού, τα μεγαλύτερα θαύματα που είχαν δει ποτέ, για τους γυρολόγους που διατρέχουν την έρημο χωρίς αυτοκίνητο, εξαρτώμενοι από τα κέφια των φορτηγών και των τρακτέρ των νομάδων, πουλώντας από σκηνή σε σκηνή την πραμάτειά τους ή για ιδιαίτερα πρόσωπα που σημάδεψαν με τον τρόπο τους την πρόσληψη εκείνων των τόπων, όπως η περιπλανώμενη Ελβετίδα Αννεμαρίε Σβάρτσενμπαχ που ταξίδευε μανιωδώς για να ξεφύγει από την πολεμοχαρή Ευρώπη, η πολυαγαπημένη μου Ιζαμπέλ Έμπερχαρντ που ντυνόταν σαν Άραβας ιππέας προτού χάσει τη ζωή της από μια ξαφνική πλημμύρα στο νότιο Οράν που λάτρευε ή ο Λέοπολντ Βάις, εξέχων ανταποκριτής των περισσότερων μεγάλων εφημερίδων της Βαϊμάρης, που πέρασε μήνες ολόκληρους πάνω σε καμήλα, υπεύθυνος για την αναχώρησή του αφηγητή για την Δαμασκό.

Τι θάρρος, τι  πίστη ή τι τρέλα εμψύχωνε τον μικρόσωμο ιερωμένο από τη Βοημία να χωθεί έτσι στο κενό, με το όπλο στον ώμο, ανάμεσα σε φυλές νομάδων που όλες τους διέκειντο εχθρικά προς την οθωμανική εξουσία και οι οποίες συχνά έκανα πλιάτσικο ή ξεσηκώνονταν; Να είχε νιώσει κι εκείνος τη φρίκη της ερήμου, εκείνη τη μοναχική αγωνία που σφίγγει το στήθος μες στην απεραντοσύνη, τη μεγάλη βία της αχανούς έκτασης όπου φανταζόμαστε ότι μπορούμε να κρύψουμε καλά ως κλοπιμαία το ρίσκο και τους πόνους – οδύνες και κινδύνους της ψυχής και του σώματος…[σ. 208]

Τώρα που αισθάνεται να του λείπει η θέληση του ασκητή ή η δημιουργική φαντασία του μυστικιστή, πώς να προσεγγίσει την δική του Ανατολή; Ίσως τελικά η μουσική, το μόνο του μεγάλο πάθος, να είναι και ο μοναδικός βέβαιος δρόμος. Ποιος θα φανταζόταν την ύπαρξή της ακόμα και στους μεγάλους κλασικούς συνθέτες, από τον Μότσαρτ και τον Μπετόβν μέχρι τον Σούμπερτ, τον Λιστ, τον Μπερλιόζ, τον τον Ντεμπυσσύ και τον … Σένμπεργκ, τότε που σε ολόκληρη την Ευρώπη φυσάει ο άνεμος της ετερότητας, όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άντρες χρησιμοποιούν ό,τι τους έρχεται από το Άλλο για να τροποποιήσουν το Εγώ, για να το εκφυλίσουν, γιατί η διάνοια χρειάζεται την νοθεία… [σ. 146]

Πώς πέρασε τα σύνορα της ερήμου ο αφηγητής; Πρώτα τον τράβηξε «η ταπεινότητα της νομαδικής ζωής, η μεγάλη παραίτηση, η απογύμνωση από τα κοσμικά κουρέλια μέσα στη γύμνια της ερήμου». Υστερα τον τρόμαξε η δυτική του ματιά – είδε την έρημο ως έναν σωρό από πέτρες, τα τζαμιά τόσο άδεια όσο και τις εκκλησίες, την παραφροσύνη ή τις ασθένειες να αφανίζουν τους μανιακούς πιστούς της. Σε κείμενα του Ερνστ Μπλοχ του φάνηκε πως είδε τον ουτοπικό υλιστή να δίνει το χέρι του στον μουσουλμάνο μυστικιστή και να συμφιλιώνει τον Χέγκελ με τον Ιμπν Αραμπί. Για κάποιους η έρημος υπήρξε «τόπος φώτισης σαν την εγκατάλειψη, όπου ο Θεός αποκαλυπτόταν μέσω της απουσίας, για καποιους άλλους το ακριβώς αντίθετο. Στο τέλος αναρωτιέται για τον ίδιο και την Σάρα, τελικά ποια ομορφιά είδε ο καθένας τους και ποιον πόνο.

Εφ’ όρου ζωής μαγεμένος λοιπόν ο Ρίττερ από την Ανατολή, όπως και αναρίθμητοι άλλοι πριν από αυτόν αλλά με μια μεγάλη διαφορά: δεν εξωραΐζει ούτε μυθοποιεί. Γνωρίζει πως ακόμα και πιο οι φημισμένοι διάσημοι αρχαιολόγοι έπαιξαν πολιτικό, δημόσιο ή μυστικό ρόλο στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής, πως οι ίδιες οι αφηγήσεις των εξερευνήσεών τους χρησιμοποιήθηκαν από τους στρατιωτικούς (κι ας είναι σα να κατηγορείς την χημεία για την βαλλιστική, του θύμιζε η Σάρα). Αν η αρχαιολογία είναι μια μορφή κατασκοπείας, τότε και οι εθνομουσικολόγοι μοιάζουν με κατάσκοποι της μουσικής. Σίγουρα πάντως «κάτι από την έρημο ανάσαινε λαθραία στο Λονδίνο, στο Παρίσι ή στη Βιέννη». Και δίπλα στη μουσική, πάντα η λογοτεχνία: παρά το γεγονός ότι τώρα τα βιβλία του τον κοιτάζουν «ως τοίχοι μιας φυλακής» ο Ρίττερ επιμένει να ξεφυλλίζει έστω και μνημονικά αμέτρητα βιβλία από το πρώτο ταξιδιωτικό λογοτέχνημα του Σατωμπριάν μέχρι τις πηγές, σαν τους μυστικούς ποιητές της ανατολής, που με νοσταλγία θυμάμαι να πρωτοδιάβασα στους έξοχους Μυστικούς της Ανατολής του Γιάννη Υφαντή (από εκδόσεις Ερατώ, 1989).

Σήμερα η Ανατολή δημιουργεί άλλους συνειρμούς: εσωτερικοί και εξωτερικοί πόλεμοι, ανελεύθερα καθεστώτα, θρησκευτικοί φανατισμοί. Ο συγγραφέας δεν είναι πια για τίποτα βέβαιος, μόνο αναρωτιέται τι θα σκεφτόταν ο γενναίος μεσαιωνικός συγγραφέας και ιππότης Ουσάμα Ιμπν Μουνκίντ για τις γελοίες εικόνες των σημερινών μαχητών της τζιχάντ, που φωτογραφίζονται την ώρα που καίνε μουσικά όργανα, ως μη ισλαμικά: όργανα που προέρχονται σίγουρα από αρχαίες στρατιωτικές μπάντες της Λιβύης, τύμπανα και τρομπέτες ποτισμένα με βενζίνη… τα ίδια τύμπανα και τρομπέτες, με μικρές διαφορές, που είχαν αντιγράψει οι Φράγκοι από τη στρατιωτική μουσική των Οθωμανών αιώνες νωρίτερα….καμιά εικόνα δεν αναπαριστά καλύτερα την τρομακτική μάχη που δίνουν οι τζιχαντιστές εναντίον της ιστορίας του Ισλάμ από αυτούς τους άθλιους τύπους με την στολή αγγαρείας στην μικρή τους έρημο … [σ. 201-202]

Τέλος δεν υπάρχει – το παραλήρημα θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Ο έρωτας θα είναι πάντα άπιαστος κι η Σάρα, πιθανώς, μια φεύγουσα κόρη που εκπροσωπεί τον ίδιο τον τόπο, που όσο τον πλησιάζεις, τόσο σου απομακρύνεται. Αν κάτι μένει βέβαιο είναι το γεγονός ότι οι Δυτικοί φέρουμε εντός μας την Ανατολή (και αντίστροφα), όχι μόνο μέσα από αμέτρητες επιρροές που χωνέψαμε και δεν αναγνωρίζουμε, αλλά ως την τόσο απαραίτητη άλλη πλευρά, που μόνο εκείνη συμπληρώνει και μας δείχνει την ολοκληρωμένη μας μορφή. Χωρίς τους Άλλους, δεν υπάρχουμε ούτε εμείς οι μη Άλλοι.

Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Ματιάς Ενάρ γνωρίζει καλά την [δική του] Ανατολή, την έζησε για πολύ καιρό, την μιλάει μέσα από τις γλώσσες του και την διδάσκει επίσης μέσα απ’ αυτές. Είναι εμφανές πόσο βαθιά βρίσκεται μέσα στο υλικό του και όσο κι αν ο αφηγητής επαναλαμβάνεται συχνά, όσο κι αν ενίοτε ξεφεύγει σε μερικές απολύτως παραληρηματικές σελίδες, το βιβλίο του μοιάζει με μια προσωπική βίβλο μιας επικράτειας όχι μόνο τοπογραφικής ή πολιτισμικής αλλά και ψυχικής. Τυχεροί λοιπόν αφηγητής και συγγραφέας που βρήκαν έναν τέτοιο τόπο. Κι αν ονόμασαν Πυξίδα την ατελείωτη εμπλοκή τους, είναι επειδή η πυξίδα που ονειρεύεται ο Ρίττερ δεν έχει μόνο την μορφή ενός πιο γαλήνιου ξυπνητηριού αλλά και τον προσανατολιστικό δείκτη του τόπου όπου επιθυμεί η καρδιά του καθενός.

Εκδ. Στερέωμα, 2016, μτφ. Σοφία Διονυσοπούλου, 463 σελ. [Bussole, 2015]

Στις εικόνες: έργα των John Frederick Lewis, Alexander Kinias, Annemarie Schwarzenbach επί δύο, Isabelle Eberhardt, Alison Dubois [Rumi], φωτογραφία της Lana Slezic [Afghanistan]. Η φωτογραφία του συγγραφέα:. Hannah Assouline / Opale / Leemage.

 

22
Μαρ.
18

André Gide – Οι κιβδηλοποιοί & Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών

Στο διαρκές σταυροδρόμι των ηθικών και αισθητικών επιλογών

Να μη βασίσω τη συνέχεια του μυθιστορήματός μου στην προέκταση των ήδη χαραγμένων γραμμών· ιδού η δυσκολία. Μια διαρκής εμφάνιση νέων στοιχείων· κάθε νέο κεφάλαιο πρέπει να θέτει ένα καινούργιο πρόβλημα, να’ ναι μια εισαγωγή, μια κατεύθυνση, μια ώθηση, ένα βήμα μπροστά για το πνεύμα του αναγνώστη. Όμως, ο αναγνώστης θα πρέπει να «φύγει» από μένα, όπως η πέρα «φεύγει» απ’ τη σφεντόνα. Δεν έχω μάλιστα, αντίρρηση να επιστρέψει, σαν μπούμεραγκ και να με χτυπήσει…

… έγραφε ο Αντρέ Ζιντ στο Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών [σ. 445], και η επιθυμία του εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τον πυρήνα του σπουδαίου μυθιστορήματος που παραμένει μέχρι σήμερα κλασικό και επίκαιρο. Ο Ζιντ συνέλαβε την ιδέα ενός έργου μεγάλης έκτασης, με πολλούς πρωταγωνιστές, με διάφορες επιμέρους ιστορίες που αλληλοδιαπλέκονται, στον πλαίσιο των οποίων δοκιμάζονται και αντιπαρατίθενται ποικίλες ηθικές και αισθητικές επιλογές. Έβλεπε το κείμενό του σαν ένα σταυροδρόμι θεμάτων, μια διασταύρωση προβλημάτων όπως η εξέγερση εναντίον της οικογένειας, η σύγκρουση των γενεών, η θρησκεία, η ομοφυλοφιλία, η σχέση της λογοτεχνίας και της ζωής, το καλό και το κακό, η κιβδηλεία.

Η αρχή γίνεται με την φυγή ενός νέου από το πατρικό του, όταν ανακαλύπτει ότι είναι νόθος, ενώ στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται ένας μυθιστοριογράφος, που κρατάει ημερολόγιο και προσπαθεί να γράψει τους Κιβδηλοποιούς, ένα βιβλίο χωρίς συγκεκριμένο θέμα, που θα περιλαμβάνει ό,τι βλέπει, ό,τι γνωρίζει και όλα όσα του μαθαίνει η ζωή αλλά και η σύγκρουση ανάμεσα στα γεγονότα και την ιδεατή πραγματικότητα. Γύρω του κινούνται δεκάδες χαρακτήρες που εκπροσωπούν ξεχωριστές νοοτροπίες και στάσεις ζωής. Στην ουσία όλοι αποτελούν υποκείμενα μιας μαθητείας αλλά ζουν καταστάσεις στο πλαίσιο των οποίων όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται την πλάνη τους αλλά και στο τέλος βυθίζονται περισσότερο σ’ αυτήν. Πρόκειται για έναν αναπότρεπτο ανθρώπινο νόμο που δεν είναι μοιραίος, καθώς εναπόκειται στον καθένα να τον αναγνωρίσει και να διατηρήσει την ελευθερία του.

Οι Κιβδηλοποιοί αποτελούν κορυφαία στιγμή στην πορεία διαμόρφωσης του μυθοπλαστικού κόσμου  του συγγραφέα πριν το μεγάλο ταξίδι του στην μαύρη Αφρική και την εποχή της στράτευσης και των μαρτυριών. Το μυθιστόρημα ανταποκρίνεται στην επιθυμία του συγγραφέα για ένα έργο πληθωρικό, τροφοδοτούμενο απ’ όλα όσα προσφέρει η ζωή· αφηγείται γεγονότα που διαδραματίζεται με βάση περισσότερες της μιας οπτικές γωνίες και αφηγηματικές τεχνικές, καλώντας τον αναγνώστη σε ένα είδος ενεργητικής και κριτικής συμμετοχής. Το βιβλίο άσκησε βαθιά επίδραση σε πολλά μεταγενέστερα μυθιστορήματα αλλά και συγγραφείς, όπως οι πρωτεργάτες του «νέου μυθιστορήματος» (Sarraute, Butor, Robbe-Grillet), ενώ ο Σαρτρ μίλησε για ένα μυθιστόρημα που επιμένει να αμφισβητεί τον εαυτό του και να αναστοχάζεται την ίδια του την υπόσταση.

Μου είναι οπωσδήποτε πιο εύκολο να βάλω έναν απ’ τους ήρωές μου να μιλάει, παρά να εκφράζομαι εγώ ο ίδιος· και μάλιστα, όσο περισσότερο ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας διαφέρει από μένα, τόσο το καλύτερο. Οι μονόλογοι του Λαφκαντιό ή το ημερολόγιο της Αλισά, είναι ό,τι καλύτερο έχω γράψει, και μάλιστα με τη μεγαλύτερη ευκολία. Όταν τα γράφω αυτά, ξεχνώ ποιος ήμουν, αν υποθέσουμε πως ήξερα ποτέ. Γίνομαι «ο άλλος». (Ζητάνε να μάθουν τη γνώμη μου· αδιαφορώ γι’ αυτήν. Δεν είμαι πια κάποιος, αλλά πολλοί – εξού και μου αποδίδουν αστάθεια, με θεωρούν ευμετάβλητο). Να ωθείς την αυταπάρνησή σου ως την απόλυτη λήθη του εαυτού σου. [Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών, σ. 442]

Ο Ζιντ αντιδρούσε στο να μένει κανείς «ήσυχος», στη θέση που του είχε προκαθορίσει η κοινωνία. Σε όλη του τη ζωή θα είναι ένας νομάδας, σπάνια στο δικό του σπίτι, πάντα σε σπίτια άλλων· ένας ψυχαναγκαστικός ταξιδιώτης που θεωρούσε την ακινησία μίμηση θανάτου. Ήταν πάντα έτοιμος να εγκαταλείψει το σημείο όπου είχε φτάσει, προκειμένου να ανακαλύψει ένα καινούργιο, κατά προτίμηση στους αντίποδες του προηγούμενου. Οι πνευματικές του περιπέτειες, οι ανεξάντλητες απολαύσεις των αισθήσεων, τα ανήσυχα νοητικά παιχνίδια του πέρασαν αυτούσια στην πρόζα του. Κάθε βιβλίο του είναι μοναδικό, αντίθετο ή και σε αντίφαση με κάποιο άλλο. Η ζωή του δεν υπήρξε ένα δράμα επιλογών αλλά ενορχήστρωσης και ενσωμάτωσης, αυτών· δεν ήταν απλώς το παραδοσιακό πλαίσιο των έργων του αλλά συστατικό τους στοιχείο. Πρόκειται για σπάνιο παράδειγμα όπου «ο άνθρωπος και το έργο του» είναι αξεδιάλυτα μεταξύ τους.

Στην αμφισημία της πραγματικότητας δεν μπορεί να αντιστοιχεί ένας μόνο λόγος, γράφει ο Pierre Masson στον πρόλογό του στην έκδοση των Πλειάδων [Bibliothèque de la Pléiade]. Γι’ αυτό και ο Ζιντ δεν παύει ποτέ να στηλιτεύει ή να σαρκάζει κάθε είδους λόγο, λογοτεχνικό ή θρησκευτικό, που ισχυρίζεται ότι αποδίδει την πραγματικότητα. Υποστήριξε την πάλη κατά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης αλλά και αποδοκίμασε τον σταλινισμό σε όλες τις εκδοχές του. Καταδίκασε την αποικιοκρατία, αποκήρυξε τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των θρησκειών και την υποκριτική λατρεία του πόνου και διεκδίκησε μια νέα σεξουαλική ηθική. Στο πλαίσιο αυτό η ομοφυλοφιλία του ήταν ο ιδανικότερος δρόμος προς την στράτευση.

Οι μυθιστοριογράφοι μας εξαπατούν όταν μας αναπτύσσουν την εξέλιξη ενός ατόμου χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις πιέσεις που του ασκεί το περιβάλλον του. Το δάσος διαμορφώνει το δέντρο. Ο χώρος που αναλογεί στο κάθε δέντρο είναι τόσο λίγος! Πόσοι και πόσοι βλαστοί μένουν τελικά ατροφικοί! Καθένας απ’ αυτούς απλώνεται όπου βρει χώρο. Το κλαδί του μυστικισμού το οφείλουμε, κατά κανόνα, στην «ασφυξία» που επικρατεί. Μόνο προς τα πάνω, προς τον ουρανό, υπάρχει διαφυγή! [Ημερολόγιο του Εντουάρ, σ. 290]

Η πρόζα του δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί αντικείμενο πειραματισμού ενώ η γλώσσα του, πάντα πλούσια και καλογραμμένη, τον ανέδειξε ως έναν μεγάλο στιλίστα, υποδειγματικό στην αναζήτηση της πιο κατάλληλης έκφρασης για να αποδώσει την σκέψη του. Το επίμετρο περιλαμβάνει ακόμα κείμενα των Pierre Lepape, Claude Martin και Alain Goulet, συνέντευξη του Frank Lestringant στον Joseph Vebret, κείμενο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ για τον συγγραφέα, εργοβιογραφικό χρονολόγιο και 102 σημειώσεις της μετάφρασης, όλα πολύτιμα συμπληρώματα μιας εξαιρετικής έκδοσης.

Μπορεί άραγε σ’ έναν τόσο πολύπλοκο κόσμο να αναγνωρίσει κανείς τα κίβδηλα και τα πλαστά; Η ίδια η λογοτεχνία θα σπεύδει κάθε φορά όχι να δώσει τις απαντήσεις αλλά να ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων. Ο Αντρέ Ζιντ δεν έπαψε να εργάζεται πάνω στο αδιανόητο αυτό σχέδιο. Κι όπως έγραψε στον έξοχο Θησέα, ένα είδος διαθήκης τους: Έχω αποδεχτεί ότι πλησιάζω στον μοναχικό μου θάνατο. Γεύτηκα πολλά από τα καλά αυτού του κόσμου. Με ευχαριστεί να σκέφτομαι ότι, έπειτα από μένα, χάρη σ’ εμένα, οι άνθρωποι θα νιώθουν πιο ευτυχείς, καλύτεροι, πιο ελεύθεροι. Το έργο μου και η ζωή μου είναι συμβολή σε ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. [σ. 486]

Εκδ. Πόλις, 2014 (ανατ. 2016), μτφ. Ανδρέας Παππάς, εισαγωγή Αλεξάνδρα Σαμουήλ, σελ. 525 [Les Faux-monnayeurs, 1925]

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος, αφιέρωμα Γαλλία.

16
Μαρ.
18

Ντενί Τεριώ – Η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου

Η αέναη σπείρα ενός επιστολικού έρωτα

Ο μοναχικός κύριος Μπιλοντό είναι ένας γαλλοκαναδός ταχυδρόμος που εργάζεται στο Μόντρεαλ και ξεγελάει κάθε ιδέα ρουτίνας χάρη σε μια συνήθεια: ανοίγει τους φακέλους στον ατμό για να διαβάσει την αλληλογραφία των άλλων. Τον συγκινεί, άλλωστε, η χρήση προσωπικών επιστολών στην εποχή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· η αισθησιακότητα της γραφής με το χέρι, η λαχτάρα της προσμονής, μια κούρσα ενάντια στον χρόνο. Κρατά μάλιστα φωτοτυπίες για το αρχείο του, που ταξινομεί με ιδιαίτερη οργάνωση. Η άχρωμη εξωτερική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στον μικρόκοσμο των γραμμάτων.

Έτσι ανακαλύπτει τα γράμματα της Σεγκολέν, που ζει στη Γουαδελούπη και αλληλογραφεί με τον Γκαστόν Γκραντιρέ που μένει στην περιοχή. To δι’ επιστολών εκκολαπτόμενο ζεύγος δεν ανταλλάσει κάθε φορά παρά μια και μόνο σελίδα με το ίδιο περιεχόμενο: ένα χαϊκού. Τα παράξενα μικρά ποιήματα των τριών στίχων και των περιορισμένων συλλαβών τού προκαλούν συναισθήματα και τον κάνουν να βλέπει εικόνες. Κι έτσι αρχίζει να παρακολουθεί τον Γκραντιρέ και φυσικά να φαντάζεται την Σεγκολέν. Όταν ο ευγενής αλληλογράφος χάσει την ζωή του σ’ ένα ατύχημα, ο Μπιλοντό συντρίβεται, καθώς διαρρηγνύεται ο μόνος σύνδεσμός του με την Σεγκολέν. Το τέλος της αμοιβαίας επιστολογραφίας θα τον στείλει πίσω στην ανάλατη ζωή του.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να βρει μια λύση, αρχικά εισβάλλει στο σπίτι του νεκρού και σύντομα το νοικιάζει ακριβώς όπως είχε. Μια σειρά ποιημάτων που δεν πρόλαβαν να σταλούν τον μυεί ακόμα βαθύτερα στην τέχνη των χαϊκού αλλά και σε ολόκληρο το πολιτιστικό του υπόβαθρο, εφόσον ο Γκραντιρέ ήταν ένας έμπρακτος πιστός της ιαπωνικής τέχνης του ζην. Ο Μπιλοντό αποφασίζει να πάρει την θέση του και αφιερώνεται σε μια μοναχική μαθητεία στο νέο αυτό κόσμο. Άλλωστε τα δημιουργήματά του δεν πρέπει μόνο να φανούν αυθεντικά στα μάτια της Σεγκολέν αλλά και να μην κινήσουν την παραμικρή υποψία πως προέρχονται από άλλο χέρι.

Ο Μπιλοντό βρίσκεται πλέον μέσα στον κόσμο των ιδεογραμμάτων, της τέχνης του στιγμιαίου και του εφήμερου, της αποτύπωσης εικόνων που κρύβουν ολόκληρες φιλοσοφικές αλήθειες, των βασανιστικών κανόνων μιας ολιγαρκούς ποιητικής γραφής. Κι όλα αυτά χωρίς να πάψει να βασανίζεται από ενοχές για την υποκρισία του αλλά και από νέα διλήμματα, ιδίως μπροστά σ’ ένα υπό έκδοση βιβλίο του εκλιπόντος. Η Σεγκολέν πάντως ανταποκρίνεται στην φλογερή του γραφή και τα ανταλλασσόμενα χαϊκού γίνονται όλο και πιο ερωτικά. Σκοτεινά κι ωστόσο φωτοφόρα, τα χαϊκού διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν πομπή από ψάρια του αρχιπελάγους που διαχέουν το φωσφορισμό τους [σ. 81].

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας συλλαμβάνει μια ωραία ερωτική ιστορία, που μοιάζει με παραμύθι όλων των ηλικιών και των διαθέσεων ενώ την ίδια στιγμή θέτει ηθικά ζητήματα που θα έβαζαν σε δίλημμα οποιονδήποτε – εδώ ίσως θα μπορούσε να μην βομβαρδίζει τον αναγνώστη με δεκάδες ερωτήσεις ανά σελίδα αλλά να επινοεί και άλλους τρόπους να μας μεταδώσει τις συνεχείς παλινδρομήσεις του ήρωα. Η ιδέα του όμως αναπτύσσεται ακριβώς στην έκταση που της αρμόζει. Σε μια εποχή που πλείστοι συγγραφείς επιλέγουν να ξεχειλώσουν το εύρημά τους σε εκατοντάδες σελίδες, ο Τεριώ επιλέγει την καθ’ ημάς λεγόμενη νουβέλα που φτάνει χωρίς να περισσεύει.

Η υπεξαίρεση και η ανάγνωση της αλληλογραφίας των άλλων προφανώς δεν αποτελεί κάτι καινούργιο στην λογοτεχνία. Ακόμα θυμάμαι το πρώτο μέρος στο εξαιρετικό Μεγάλο Μυστικό Θέαμα του Κλάιβ Μπάρκερ, στην επικράτεια της φανταστικής λογοτεχνίας, ενώ το μοτίβο επανέρχεται διαρκώς στις αφηγήσεις από την πρώην Ανατολική Γερμανία. Η συμβολή του Τεριώ δεν αφορά μόνο την πλήρη μετάλλαξη του ήρωα αλλά και την περικύκλωσή του από τον κύκλο Ένσο, που συμβολίζει την περιστροφή και την κυκλοτερή φύση του σύμπαντος, την αέναη επανάληψη, την αδιάκοπη επάνοδο στο σημείο εκκίνησης. Εκεί εντοπίζεται και το ευφυές τέλος.

Η ίδια η ζωή πάντως σπεύδει ακόμα και εν αγνοία της να αντιγράψει την μυθοπλασία. Μόλις πριν από δυο μήνες εντοπίστηκαν στο γκαράζ ενός ταχυδρόμου, κοντά στην Βιτσέντσα, στη βόρεια Ιταλία, περισσότερα από εξακόσια κιλά αλληλογραφίας. Πρόκειται για φακέλους, δέματα, διαφημιστικό και προεκλογικό υλικό, λογαριασμούς και τέλη που ο ταχυδρόμος δεν παρέδωσε στο διάστημα των τελευταίων οκτώ ετών. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει γνωστά τα κίνητρα της συμπεριφοράς του. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία καλείται να ρίξει το δικό της φως.

Εκδ. Χαραμάδα, 2015, σελ. 128 [Dennis Thériault – Le Facteur émotif, 2005]

Δημοσίευση και σε mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 224, εδώ.

Στις εικόνες: Karl Spitzweg – The Postman (Der Briefbote im Rosenthal), Ma Liang – Postman, No. 1, Basil Blackshaw Hrha Rua – Postman on a bike.

01
Δεκ.
15

Ian Fleming – Georges Simenon – Μποντ εναντίον Μαιγκρέ. Μια συζήτηση

BOND - MAIGRE_

Προτιμώ να απομακρύνομαι, να έχω μια απόσταση. Στέκεστε στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ. Ή στο Σανζ Ελυζέ. Προσπαθήστε να περιγράψετε αυτό που βλέπετε με εκατό λέξεις, ας πούμε. Είναι αδύνατον: είναι πολλές οι λεπτομέρειες που βλέπετε. Θα σας βγουν τρεις σελίδες. Αλλά αν είστε στην Ταγκανίκα και φαντάζεστε τον εαυτό σας μ’ ένα ποτήρι μοίρα στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ, τότε θα πιάσετε τα ουσιώδη με δυο προτάσεις. Γι’ αυτό προτιμώ να είμαι μακριά από τον τόπο της δράσης. [Σιμενόν, σ. 11]

fleming and simenon

Δέκατο έκτο βιβλίδιο της φετιχιστικής σειράς «Ο Άτακτος Λαγός» που μας προσφέρει κείμενα μινιατούρες στο μέγεθος και υπέρβαρα στην απόλαυση. Αφού λοιπόν μας έχει ήδη αποκαλύψει Το μυστικόν της Πασιφάης του Ανδρέα Εμπειρίκου, έχει προβεί στο Εγκώμιο του μακιγιάζ από τον Charles Baudelaire, έχει θέσει υπό το μικροσκόπιο Το μοτίβο της εκλογής των μικρών κουτιών του Sigmund Freud, έχει αιχμαλωτίσει την Αποφασιστική στιγμή της φωτογραφίας του Henri Cartier – Bresson, έχει προσκαλέσει έναν Ονειροφάγο [Lafcadio Hearn] κι έναν κλεπτομανή μεταφραστή [Dezso Kostolanyi], έχει περιγράψει την διαστροφή της ανάγνωσης δια χειρός Edith Wharton, την στιγμή του θανάτου του Maurice Blanchot κι Έναν Μεγάλο Ποταμό από τον Victor Segalen, μας προσκαλεί σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνομιλία. Και μάλιστα σε κατακίτρινες σελίδες, θυμίζοντάς μας κάποια παλιά φανζίν…

simenon con-la-figlia

Εταίροι διαλόγου δυο συγγραφείς που έπλασαν δυο χαρακτήρες που πλέον κινούνται αυτόνομα μέσα στις δεκαετίες της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο Ιαν Φλέμινγκ συνάντησε τον Ζορζ Σιμενόν το 1964 στον πύργο του τελευταίου, κοντά στη Λωζάννη. Η συνομιλία τους μαγνητοφωνήθηκε από τον δημοσιογράφο Γκόρντον Γιανγκ και δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά πρώτα στο λογοτεχνικό ένθετο της γαλλικής εφημερίδας Le Figaro και ύστερα στο αμερικανικό περιοδικό Harper’s Bazaar.

Τα εξώφυλλα είναι πολύ σημαντικά και οι εκδότες δεν το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό, λέει ο Φλέμινγκ και πράγματι εκφράζει την άποψη πολλών σύγχρονων αναγνωστών, φυσικά όχι για τον παρόντα οίκο. Ο Σιμενόν διαφωνεί· χάρη στην αμερικανική εμπειρία του υποστηρίζει το αντίθετο. Η κουβέντα βαθαίνει σύντομα: για τον πρώτο το «μετά το γράψιμο» είναι σημαντικό, και προβαίνει σε διαρκείς αλλαγές, σε αντίθεση με τον δεύτερο, που δεν επιτρέπει σε κανέναν να αλλάξει ούτε κόμμα· προτιμά μάλιστα μερικά λαθάκια από μια απρόσωπη διόρθωση.

if-and-bottles

Ο Βέλγος προτιμά την γραφομηχανή, γιατί δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, παρά συνεχίζεις στον ίδιο ρυθμό. Κι αυτός ακριβώς ο ρυθμός αποτελεί τον ορισμό του στυλ, και όχι η γραφή. Κάποιοι Γάλλοι κριτικοί λένε ότι δεν έχω καθόλου στυλ. Κι έχουν δίκιο. Διότι σαράντα χρόνια τώρα αγωνίζομαι να αποφύγω οτιδήποτε θυμίζει λογοτεχνία. Σκοπός μου είναι η απλότητα. Το γράψιμο δίνει στον Σιμενόν την δυνατότητα να μαθαίνει κάθε φορά κάτι καινούργιο, να φτάνει λίγο πιο μακριά, να προχωρά κάτω από το δέρμα των ανθρώπων.

Η τέχνη της γραφής και η τεχνική της έκδοσης, οι αρχικές εμπνεύσεις και οι μεταγενέστερες σκέψεις, η τέχνη του λόγου και ο λόγος της δημιουργίας, η υστεροφημία και η ανάγνωση της κριτικής, όλα αποτελούν αντικείμενο της συζήτησης. Στο ερώτημα του τρίτου της παρέας κατά πόσον οι προσωπικές εμπειρίες επηρεάζουν το γράψιμο αμφότεροι αρνούνται κάποια μεγάλη επιρροή αλλά ο Σιμενόν προσθέτει ότι «για έναν συγγραφέα όλα είναι εμπειρία. Κάθε δευτερόλεπτο που ζει». Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον μάλιστα ότι δεν ταξιδεύει ποτέ για χάρη των βιβλίων του, για να παρατηρήσει πράγματα ή να κρατήσει σημειώσεις. Αλλά είκοσι χρόνια αργότερα θυμάται διάφορα και τα χρησιμοποιεί ως υλικό για κάποιο βιβλίο.

The-Man-With-The-Golden-Gun-James-Bond-Ian-Fleming

Εγώ πλάθω τις ηρωίδες μου με τη φαντασία μου αποκλειστικά. Κι αντί να τις πλάθω υπερβολικά όμορφες, προσπαθώ πάντα να τις προικίζω με μια ιδιαιτερότητα – μια ανεπαίσθητη αναπηρία στο βάδισμα, ας πούμε, για να δείχνουν πιο πραγματικές. Διότι στην πραγματικότητα καμιά γυναίκα δεν είναι τέλεια. Αν και τ’ ομολογώ, είναι όλες αισθησιακές. [Φλέμινγκ, σ. 19]

Θα συμφωνήσουμε με τον φλεγματικό Φλέμινγκ, και θα προσθέσουμε ότι ακριβώς η μη τελειότητα κάνει κάθε γυναίκα συναρπαστική. Και θα βάλουμε το βιβλιαράκι μαζί με τους άλλους λαγούς στην τσέπη, ώστε να τα διαβάζουμε κατά την αναμονή ενός ραντεβού (ιδίως με τις δεσποινίδες και τις κυρίες(,) που πάντοτε αργούν), ενός συρμού που δεν μας ενδιαφέρει αν καθυστερεί ή ενός ποτού, που αναμφίβολα του ταιριάζει.

simenon

Εκδ. Άγρα, 2015, [Ο άτακτος λαγός – 16, σειρά Β΄], μτφ. Μαρία
Αγγελίδου, σελ. 32[πρώτη κυκλοφορία: Δεκέμβριος 2011, ως ευχετήριο βιβλίδιο εκτός εμπορίου για τους φίλους και τους συνεργάτες του εκδοτικού οίκου]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

17
Νοέ.
15

Romain Slocombe – Κύριε Διοικητά

EX-SLOCOMBE

Κατεχόμενη Γαλλία: Πεθαίνω σαν χώρα ή Μια κοινοτοπία του κακού

Ουδέποτε συμμερίστηκα τη ρομαντική γελοιότητα που θέλει τους συγγραφείς αγίους ή ήρωες, και τον κόσμο να τους κοιτάζει σταυρώνοντας τα χέρια – κάθε άλλο μάλιστα: φρονώ ότι η καλλιέργεια ικανοτήτων τόσο ανατρεπτικών όσο η φαντασία και η ευαισθησία κάθε άλλο πάρα άμοιρη κινδύνων είναι για την ηθική… 

… ξεκαθαρίζει στις πρώτες σελίδες της επιστολής του ο Πωλ – Ζαν Υσσόν, απευθυνόμενος στον Γερμανό διοικητή της μικρής γαλλικής του κωμόπολης. Η επιστολή βρέθηκε σ’ έναν σκουπιδότοπο, κοντά σ’ ένα συγκρότημα κτιρίων υπό κατεδάφιση, κάπου στη Λειψία. Ο εκδότης αλλάζει ονόματα και άλλες ενδείξεις, χωρίζει το χειρόγραφο σε κεφάλαια και μας το προσφέρει προς ανάγνωση. Θεωρεί ότι μας ενδιαφέρει μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της γαλλικής κατοχής, η οποία διαθέτει ορισμένες πρόσθετες ιδιαιτερότητες: ο επιστολογράφος διχάζεται δραματικά ανάμεσα στο πάθος για την νύφη του Ίλζε και στην απέχθειά του για την εβραϊκότητα – συνεπώς όταν μαθαίνει ότι είναι εβραία, βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο μιας απόφασης.

162083

Ο Υσσόν διαθέτει ισχυρή συστατική επιστολή: συγγραφέας, διανοούμενος, ήρωας πολέμου, μεγαλοαστός, κυριολεκτικά ακαδημαϊκός. Φανατικός των αξιών οικογένειας και της πίστης, φροντίζει να τις ακυρώνει με κάθε ευκαιρία, ιδίως όταν πρόκειται να αποπλανήσει γυναίκες και να διασπείρει εξώγαμα. Πιστός αντισημίτης και εθνικοσοσιαλιστής, πιστεύει ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί μάστιγα, ο κοινοβουλευτισμός δηλητηριάζει την πολιτική ζωή των κρατών, η αντίθεση στον κλήρο είναι τιμωρητέα. Η αντιπάθειά του προς Εβραίους, μπολσεβίκους και δημοκράτες είναι δεδομένη. Η δημοκρατία αποτελεί ασθένεια που οδηγεί τα κράτη στην παρακμή. Η υποστήριξη προς τον Χίτλερ και τον Πεταίν και η συνεργασία με τους κατακτητές είναι πλέον ευνόητες.

Occupied Paris, June 1940

Η αφήγηση του Υσσόν μοιάζει με εκ βαθέων εξομολόγηση σε κάποιον φίλο. Ξεκινάει με μια περιεκτική ανασκόπηση της ζωής του και σύντομα φτάνει στην Ίλζε Βόλφφσον, που μπήκε στη ζωή του το 1932 και την διατάραξε οριστικά. Η γλυκιά παρουσία της προσφέρει στις γέρικες μέρες του «την θέα μιας γοητευτικότατης και ευφυέστατης νύφης». Δεν υπάρχει καμία ηθική αναστολή· τα αντίθετα αποενοχοποιητικά επιχειρήματα είναι έτοιμα: το νεαρό κορίτσι πρέπει να αξιοποιήσει την δίψα του, να γνωρίσει και να αγκαλιάσει όλη την ζωή, συνεπώς πρέπει να βρεθεί ένας άνδρας άξιος να της τα προσφέρει και προφανώς όχι ο γιος του.

Την ίδια στιγμή έχει ξεκινήσει και η αφήγηση μιας ολόκληρης δεκαετίας που εμβαθύνει και σε λιγότερο γνωστές πτυχές της γερμανικής κατοχής, όπως η συνεργασία των ναζί με τους εντόπιους δολοφόνους, βιαστές και πάσης φύσεως εγκληματίες. Η σχετική κατασκευή παρουσιάζεται με τέτοια πυκνότητα που ακόμα κι αν κάποιος αναγνώστης δεν έχει ιδέα από την προγενέστερη και την τότε παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, αποκτά μια πλήρη εικόνα, διανθισμένη με τα προσωπικά σχόλια του αφηγητή.

Guerre 1939-1945. Parc ‡ jeux rÈservÈ aux enfants et interdit aux juifs amÈnagÈ dans Paris, novembre 1942.

Το 1936 επεφύλασσε στην παλαιά γαλλο – ρωμαϊκή χώρα μου την ταπείνωση να κυβερνηθεί από έναν Εβραίο: τον Λεόν Μπλουμ….Μόλις μαθεύτηκε η φυλετική νίκη, οι γαμψές μύτες και τα κατσαρά μαλλιά συνέρρευσαν από τα βάθη των γκέτο της Ανατολής και κατέκλυσαν τον τόπο. Στην χώρα μας μπήκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ασκεναζίμ… Ορδές που τα μέλη τους φρόντιζαν να απολέσουν την εθνική τους ταυτότητα ώστε να αποφύγουν την απέλαση…Έτσι κατέφθασαν εδώ κάθε λογής απροσάρμοστοι, άπληστοι, σακάτηδες. Η Γαλλία έγινε η χαβούζα του κόσμου. Από όλους τους δρόμους εισόδου στο έδαφός μας, οι οποίοι μετατράπηκαν σε τεράστιους υπονόμους, έρρεε στα χώματά μας ένας συρφετός όλο και πιο πολυάνθρωπος, όλο και πιο δυσώδης. [σ. 44]

Ο Υσσόν αποτελεί έναν περίτεχνα λογοτεχνημένο αντι – ήρωα· μια αντιπροσωπευτική μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου. Αλλά δεν είναι το τέρας – εξαίρεση σ’ έναν αρμονικό κόσμο· είναι μια συλλογική φωνή που εκφράζει ένα ολόκληρο μέρος των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχαν παρόμοια σκέψη και στάση. Όταν, για παράδειγμα, γράφει ότι μπροστά την επέλαση των Γερμανών οι Γάλλοι στρατεύτηκαν χωρίς ενθουσιασμό σε μια υπόθεση που τους φαινόταν αμφίβολη, ίσως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του. Όταν ισχυρίζεται ότι η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα πως οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα και αποτελούσαν σοβαρό εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο, φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος με την ίδια άποψη.

exposition-regards-sur-les-ghettos-green-hotels-paris

Οι Εβραίοι! Αυτούς βρίσκουμε πίσω απ’ όλες τις διαβρωτικές δυνάμεις, σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους, να ροκανίζουν πόντο πόντο, το δίχτυ των παραδόσεών μας….Οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο. Εθνικό, επειδή ο Εβραίος είναι άπατρις, δηλαδή δεν αφομοιώνει παρά μόνο επιφανειακά τον πολιτισμό της χώρας η οποία του κάνει, εντούτοις, την τιμή να τον δεχτεί. Κοινωνικό, επειδή ο Εβραίος διαθέτει κριτικό και ανατρεπτικό πνεύμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο: ο ταραχοποιός νους του τον ωθεί να αμφισβητεί τους θεσμούς της χώρας….[σ. 68 – 69]

Και παράλληλα με όλο αυτό το μίσος, να κοχλάζει το πάθος για μια γυναίκα που φέρει το επώνυμό του και που για επτά χρόνια πλαγιάζει μ’ έναν άντρα που είναι γέννημα της σάρκας του. Η συνειδητοποίηση της εβραϊκής της εθνικότητας καταρρακώνει τον μισάνθρωπο ρατσιστή. Η ευθύνη και η ηδονή της προστασίας της ευνόητα δίνουν άλλο περιεχόμενο στον πόθο: Η νύφη μου με ικέτευσε να τη βοηθήσω να φύγει. Οι ναζί τής προκαλούσαν τρόμο, κι εγώ πλέον γνώριζα τον λόγο. Οι δυο ασύμβατοι χαρακτήρες αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί μέσα από την τραγική πολεμική συγκυρία μέχρι την «έξοδο» από το δράμα.

A woman walks a Parisian backstreet, in front of an older gentleman with the Star of David

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ορισμένες σελίδες είναι βαθιά αντιπολεμικές – μια προφανής ειρωνεία του ευφυούς συγγραφέα. Κατά την διάρκεια της ατέλειωτης περιπέτειας της φυγής του «ανίερου ζεύγους», ο αφηγητής δεν παραλείπει να εκφράσει την παράξενη χαρά που τον πλημμυρίζει την στιγμή που το αυτοκίνητο διασχίζει το γαλήνιο φυσικό τοπίο, που συνεχίζει να υπάρχει με την αίσθηση πως ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ. Ο ίδιος όταν πολύ αργότερα βρίσκεται σ’ ένα ξενοδοχείο σκέφτεται πόσο παράλογος είναι αυτός ο κόσμος. Και αλλού ψάχνει τις λέξεις της καταστροφής:

Παντού αντικρίζαμε το φρικτό θέαμα της ήττας. Τα χαντάκια δίπλα στους δρόμους ξεχείλιζαν από εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα αμαξώματα, σπασμένα τζάμια, διαλυμένα οχήματα που τους είχαν αφαιρέσει […] οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ακόμα χρήσιμο. Σε κάποια αυτοκίνητα διακρίνονταν τα ίχνη από τα πυρά της γερμανικής αεροπορίας, μικρές λοξές τρύπες στα καπό τους, καθώς και μεγάλοι καφετιοί λεκέδες από ξεραμένο αίμα επάνω στα καθίσματά τους. Στην άκρη του δρόμου είδαμε πολλές φορές βουναλάκια από φρεσκοσκαμμένο χώμα και καρφωμένο επάνω έναν τραγικό σταυρό σκαρωμένο βιαστικά από κλαριά δέντρων. Διάφορα αντικείμενα – μπιμπελό, παιδικά παιχνίδια, χαρτόκουτα, βαλίτσες, βρεγμένα χαρτιά, κουρέλια και σκισμένα ρούχα – ήταν σκόρπια στο χώμα, ανάμεσα σε κάρα με σπασμένους άξονες ή χειρολαβές, ασθενοφόρα κατακαμένα από τις φλόγες, ψόφια άλογα από τα οποία είχαν κόψει μεγάλα κομμάτια κρέας, παρατημένες αναπηρικές πολυθρόνες…. [σ. 128]

1940 Paris A

Αλλά βέβαια πέρα από το δίπολο των ερωτικών και «ιδεολογικών» παθών του Υσσόν εδώ εκτίθεται ανεπανόρθωτα ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Δεν πρόκειται μόνο για τηνγαλλική Δεξιά, που αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν θα προδώσει τις βασικές της αρχές, ενώ θα εξουδετερώσει την μισητή Αριστερά. Πρόκειται για έναν ευρύτερο κοινωνικό ιστό που όταν δεν αποδέχτηκε την φασιστική επιβολή, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο:

Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν βρεθεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν μέσα σ’ έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». [σ. 109]

German officers surrender in Paris, August 1944.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ολόκληρο μυθιστορηματικό κόσμο που αποδίδει ιδανικά έναν ολόκληρο ιστορικό κόσμο. Ίσως η θητεία του στον σχεδιασμό και την κειμενογραφία κόμικς, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, τα graphic novels και τα προγενέστερα μυθιστορήματα να τον έχει προετοιμάσει για ένα τέτοιο μυθιστόρημα, όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συμπλέκονται οριστικά και αξεδιάλυτα. Από την μια η ιστορικότητα, από την άλλη η ψυχολογία· η ιδεολογία απέναντι στον έρωτα, και στο μέσο το ζήτημα μιας οριακής επιλογής σε μια εξίσου οριακή στιγμή του ανθρώπου.

Η βιβλιογραφία απλώς επιβεβαιώνει το μέγεθος της επιστημονικής εργασίας του συγγραφέα, που χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων την Αυτοπροσωπογραφία του Man Ray, την Κάθαρση των διανοούμενων του Pierre Assouline, το Ημερολόγιο της Hélène Berr (στα ελληνικά από τις εκδ. Πόλις], τις Αναμνήσεις του Σασά Γκιτρύ, τα Αυτοσχέδια Απομνημονεύματα του Πωλ Κλωντέλ, το Ηλιοστάσιο του Ιουνίου του Henry de Montherlant, την τυπογραφία του Βερντέν του Vercors και τον Ουρανό του Marcel Aymé.

Subject: SLOCOMBE Romain - Copyright: John FOLEY/Opale - Date: 20130400-

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 295, με τρισέλιδη βιβλιογραφία [Monsieur le Commandant, 2011]

Όλες οι εικόνες από το Παρίσι της εποχής: Γερμανικός στρατός [Ιούνιος 1940], παιδική χαρά απαγορευμένη για Εβραίους [Νοέμβριος 1942], νεαρός και γηραιός Εβραίος (η δεύτερη φωτογραφία από τον Andre Zucca], χάρτης της πόλης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες, παράδοση Γερμανών [Αύγουστος 1944] και ο συγγραφέας.

09
Απρ.
15

Georges Perec – Σκέψη / Ταξινόμηση

0696 PEREC-SKEPSI

Ο λίσταρχος και οι μανίες του

Εκείνο που με εντυπωσιάζει το περισσότερο στους τρόπους της ανάγνωσης είναι το εξής: όχι τόσο ότι η ανάγνωση εκτιμάται ως ψυχαγωγική δραστηριότητα, αλλά ότι, γενικά, δεν μπορεί να υπάρξει μόνη της· πρέπει να ενταχθεί μέσα σε μιάν άλλη αναγκαιότητα· πρέπει μια άλλη δραστηριότητα να την υποστηρίζει: η ανάγνωση συνδέεται με την ιδέα του ότι έχεις να γεμίσεις ένα χρόνο, ένα χρόνο νεκρό τον οποίο πρέπει να εκμεταλλευτείς για να διαβάσεις. [σ. 181]

Η περί σχετικού εντυπωσιασμού εξομολόγηση του Περέκ δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκφράζει κάτι που έχουμε στο μυαλό μας αλλά δε βρίσκουμε πουθενά γραμμένο. Η πλέον απόλυτη βέβαια ταύτισή μας αφορά την μέγιστη μανία του, την κινητήρια δύναμη της γραφής του, το παιχνίδι της ίδιας του της ύπαρξης: την λατρευτική του εμμονή σε λίστες και καταλόγους.

Perec 1

Πρόκειται βέβαια για μια μανία που δεν καθορίζει απλώς την θεματολογία των βιβλίων του, αλλά και διαποτίζει την απίστευτη ποικιλία των μορφών τους. Έγραψε μυθιστορήματα μεγάλα και μικρά, πολυπρόσωπα και απρόσωπα, κείμενα και μικροκείμενα. Δοκίμασε την κοινωνιολογία και την ρητορεία, την τοπογραφία και την πλασματική αυτοβιογραφία. Πειραματίστηκε, έπαιξε: έφτιαξε ένα μυθιστόρημα χωρίς το γράμμα e, ένα μυθιστόρημα με μόνο φωνήεν το e, 480 αναμνηστικά στιγμιότυπα, ένα ογκώδες λεπτομερέστατο μυθιστόρημα με αλγοριθμική δόμηση (το περίφημο Ζωή. Οδηγίες χρήσεως), διάφορα βιογραφήματα, 176 ενδεκάστιχα, έτερα αστυφιλικά γραπτά. Και βέβαια η τακτοποίηση και η ταξινόμηση όλου του χάους των ιδεών χαρακτήρισε και το ίδιο του το εργαστήριο.

Σε αυτό το εργαστήριο βρισκόμαστε ήδη, καθώς το βιβλίο αποτελεί μια ορθάνοιχτη πρόσκληση στον γραφειακό χώρο του δαιμόνιου συγγραφέα ο οποίος μας ανοίγει κυριολεκτικά τα χαρτιά του. Με τις Σημειώσεις για αυτά που αναζητώ χωρίζει το έργο του σε βασικές ενότητες κι έτσι γίνεται γραμματολόγος του εαυτού του! Ακολουθούν Μερικές χρήσεις του ρήματος μένω, όπου και μια λεξικογραφική «τοποσημαντική» του όρου και Σημειώσεις για τα αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στο γραφείο μου και Μικρές σημειώσεις για την τέχνη και τον τρόπο να τακτοποιούμε τα βιβλία μας, με αυτονόητο περιεχόμενο. Στις Τρεις ανακτημένες κάμαρες θυμάται δωμάτια όπου κάποτε διέμεινε, ενώ Οι τόποι ενός στρατηγήματος επιστρέφουν στις τραυματικές εμπειρίες της ψυχανάλυσης.

Perec 2

Το απώτατο παρελθόν αγγίζεται και στο Θυμάμαι τα βιβλία των Malet & Isaac, όπου και ανακαλεί τα περιεχόμενα του παιδικού σχολικού βιβλίου ιστορίας! Όπως είναι φανερό, τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση και καταγραφή για τον Περέκ. Δώδεκα λοξά βλέμματα ομολογούν έμμεσα την επιρροή τους από το Σύστημα της μόδας του Ρολάν Μπαρτ, 81 δελτία μαγειρικής για αρχάριους ασκούνται στην συντομογράφηση του είδους, Στοχασμοί γύρω από τα γυαλιά στοχάζονται γύρω από τα γυαλιά και βέβαια υπάρχουν κείμενα για την Ανάγνωση, την Σκέψη και την Ταξινόμηση. Ένας εύτακτος χαμός!

Γόνος Πολωνών μεταναστών στο Παρίσι (γεν. 1936), ορφανός και από τους δυο γονείς του (στα έξι του από τον πατέρα του, που έχασε τη ζωή του κατά την εθελοντική του στράτευση στον αντιναζιστικό πόλεμο, λίγο αργότερα στα οκτώ του από την μητέρα του που εξαφανίστηκε στις εκκαθαρίσεις και πιθανότατα πέθανε στο Άουσβιτς), Εβραίος αλλά ανένταχτος Εβραίος, ο Περέκ προσπαθεί να καλύψει το κενό με δικές του ιστορίες, έχοντας μια διαρκή έγνοια όχι να «θυμηθεί» αλλά να λησμονήσει. Όπως γράφει στην πολύτιμη εισαγωγή της η μεταφράστρια ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με την δέουσα ξενότητα τον πανικό και τα τραύματα της ζωής του με συνδυασμούς συμβάντων και επινοημάτων δημιουργεί έναν χωρικό μικρόκοσμο για να παγιδεύσει τον χρονικό μακρόκοσμο.

Perec 4

Κι έτσι του γεννιέται η βουλιμική επιθυμία εξάντλησης όλων των δυνατών ορίων και ειδών του γραπτού λόγου. Οι λέξεις και ο κόσμος τους γίνονται από νωρίς ο βασικός λόγος ύπαρξής του. Γνωρίζει ότι μόνο με το φάρμακον της γραφής (ίαμα και συνάμα δηλητήριο) θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη μελαγχολία αλλά και την ναυτία από την τρέχουσα λογοτεχνία. Τα ίδια του τα κείμενα μαρτυρούν την απεγνωσμένη επιθυμία να βρει έναν μίτο μέσα σ’ αυτή την αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής του. Σα να προσπαθεί να βρει και κυρίως να επινοήσει την παιδική ανεμελιά που δεν γνώρισε.

Και όλο αυτό δεν μπορούσε παρά να γίνει με τους κανόνες των παιχνιδιών, εφόσον το ίδιο αποτελούσε από μόνο του παιχνίδι. Φτιάχνει αυτοδεσμευτικούς κανόνες, κατασκευάζει λογοπαίγνια, γράφει λογοτεχνία «με το τίποτε». Εξελίσσεται σε ιδανικό λίσταρχο, που καταγράφει και ταξινομεί με μανιακή ακρίβεια τα πάντα: όνειρα που είδε, δωμάτια όπου κοιμήθηκε, γειτονιές όπου κατοίκησε, καρτ ποστάλ που έστειλε, παιδικές αναμνήσεις, ημερολογιακές εγγραφές, εισιτήρια ταξιδιών, στελέχη παλαιών καρνέ επιταγών. Μια σωστή αυτοβιβλιογραφία! Οργανώνει και αρχειοθετεί το χάος του σε μια διαρκή παλινδρόμηση από το ελάχιστο στο μείζον. Από εδώ διαρκώς προκύπτουν βιβλία, άρθρα, μελέτες, μελλοντικά σχέδια.

Perec 3

Οι περίφημες Οδηγίες Χρήσεως της Ζωής του έδωσαν την δυνατότητα επιβίωσης κι έτσι σταμάτησε την εργασία που διακονούσε από το 1961 ως υπεύθυνος για την βιβλιογραφία και την ταξινόμηση στην βιβλιοθήκη ενός εργαστηρίου Νευροφυσιολογίας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Βέβαια η εμπειρία της γραφειοκρατίας, των διαγραμμάτων, των καταλόγων, των πινάκων κλπ. μαζί με τον επιστημονικό λόγο καθόρισαν οριστικά την γραφή του. Όπως γράφει η εισαγωγέας μας, με τα κείμενά του ο Περέκ προσεγγίζει το κλίμα της νιτσεϊκής Χαρούμενης γνώσης, την αυστηρότητα του εργαστηρίου μαζί με την ευθυμία μιας αέναης, ξέφρενης γιορτής.

Αναζητώ ταυτόχρονα το αιώνιο και το εφήμερο, έγραφε στις Επανεμφανιζόμενες το 1972. Και ειδικά αυτό το εφήμερο το τίμησε με τον λόγο του όσο λίγοι· μνημείωσε το μηδαμινό, πρόσεξε το φευγαλέο, τακτοποίησε το άναρχο. Αυτός που κάποτε αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, ήρθε και αυτοκαθορίστηκε μέσω της γραφής και της αυτοπειθαρχίας που αυτή επιβάλλει. Τα περισσότερα κείμενά του επιχειρούν να καταρτίσουν ακριβώς έναν κατάλογο, τον κατάλογο της ζωής του, τιθασεύοντας την άναρχη και νομαδική του σκέψη. Άλλωστε γνώριζε καλά πως Δεν θα πάψεις ποτέ να σε βλέπεις.

Perec 5

Αισθάνομαι αμυδρά πως τα βιβλία που έχω γράψει εγγράφονται, νοηματοδοτούνται μέσα σε μια σφαιρική εικόνα που έχω περί λογοτεχνίας, αλλά μου φαίνεται πως ποτέ δεν θα μπορέσω να συλλάβω επακριβώς τούτη την εικόνα που είναι για μένα ένα επέκεινα της γραφής, ένα «γιατί γράφω» στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω παρά γράφοντας, αναβάλλοντας συνεχώς τη στιγμή εκείνα όπου, παύοντας να γράφω, αυτή η εικόνα θα γινόταν ορατή, σαν ένα αναπόδραστο τελειωμένο παζλ. [σ. 54]

Εκδ. Άγρα, 2006, εισαγωγή – μετάφραση: Λίζυ Τσιριμώκου, σελ. 248 [Penser / Classer, 1985]. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφικό σημείωμα και κατάλογος των ελληνικών εκδόσεων του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 180.

11
Ιαν.
15

Wolinski – Ανοιχτή επιστολή στη γυναίκα μου

Wol

Ο ελεύθερος γελοιογράφος απέναντι στον γελοίο κόσμο

Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά.

Εδώ κι ένα δυο μήνες έχω επιστρέψει, όπως συχνά μου συμβαίνει και σε άλλες περιόδους, στις γελοιογραφίες: ένα είδος που παραμένει περιορισμένο στα μικρά καδράκια των εντύπων και που γρήγορα καταδικάζεται σε παρελθόν, εφόσον σπάνια διατηρείται σε κάποιο βιβλίο. Αυτό το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος είναι για μένα ένα απολαυστικό … «γράφημα» που περιλαμβάνει την δύναμη της εικόνας, την ομορφιά της τέχνης και την σκέψη του κειμένου. Και τι κειμένου: της σύντομης φράσης που περιλαμβάνει λίγες λέξεις και αλλά πολλές αλήθειες. Κι ύστερα, ο συνδυασμός του σκίτσου και του λόγου (αν και όποτε υπάρχει, γιατί πάντα το σκίτσο γράφει από μόνο τις δικές του λέξεις και περιγράφει όλα όσα θέλει ακόμα και με την «σιωπή» του) έρχονται για να εκφράσουν την απόλυτη κωμικότητα των πραγμάτων και να προκαλέσουν αυτό που ελάχιστα άλλα είδη καταφέρνουν: το χαμόγελο και το γέλιο. Αλλά και την περίσκεψη και την αφύπνιση.

Η γελοιογραφική λοιπόν έφεση του τελευταίου καιρού με έστειλε στα γελοιογραφικά κείμενα του Γιάννη Καλαϊτζή [Υπάρχει ζωή μετά τα αφεντικά; εκδ. Στιγμή, 2013], που το παρουσιάσαμε εδώ), στο εξαιρετικό συγκεντρωτικό άλμπουμ του μαιτρ Κώστα Μητρόπουλου [1960 – 2015. Τα καλύτερά μας Χρόνια! εκδ. Μεταίχμιο, 2014] αλλά και στη μικρή συλλογή του Στέφανου Ιωσήφ [Άνευ λόγου…, εκδ. Μελάνι, 2014], που αμφότερα ελπίζουμε να μπορέσουμε να τα περιγράψουμε με λέξεις εδώ αύριο μεθαύριο, και τέλος, επειδή πάντα πηγαίνω στο σχετικό ράφι για κάποια παλαιότερη έκδοση, σε αυτή εδώ τη συλλογή του Wolinski. Τι τραγική ειρωνεία, την μια στιγμή να σκέφτομαι πως θα ξαναθυμηθώ έναν από τους απολαυστικότερους κομικίστες και την επόμενη να μαθαίνω πως του αφαίρεσαν την ζωή στα γραφεία του Charlie Herbo κάποιοι ζηλωτές ενός ολοκληρωτισμού.

Wolinski 1

«Η κάθε μέρα είναι μια μικρή ζωή που προσπαθώ να εκμεταλλευτώ στο έπακρο» γράφει στο πρώτο κείμενο ο συγγραφέας, λίγο προτού αρχίσει να περιγράφει με πλέον ξεκαρδιστικό τρόπο τα πρωινό ξύπνημα με την γυναίκα του, την ημίωρη ασχολία της με τα βαζάκια της και τα ψσστ ψσστ των βαποριζατέρ της ενώ εκείνος επιχειρεί να ξανακοιμηθεί. Βλέποντας και τις ολοσέλιδες γελοιογραφίες που προηγούνται κάθε κεφαλαίου, νομίζουμε πως εδώ θα έχουμε μια κωμικογραφική εξιστόρηση των ούτως ή άλλως κωμικών σχέσεων των φύλων.

Και φυσικά και την έχουμε! Αλλά αυτή είναι η μόνο μια πλευρά των δεκαοκτώ σύντομων κειμένων γιατί υπάρχουν και άλλες δυο, πλέον απρόσμενες: η σύντομη βιογραφία μιας απλής ζωής και η κυριολεξία τίτλου: πρόκειται, πράγματι, για μια τρυφερή εξομολόγηση προς την γυναίκα με την οποία μοιράζεται τη ζωή του. Όχι βέβαια ότι σοβαρεύει για παραπάνω από μια σελίδα ή ότι αφήνει τίποτα όρθιο. Στην ουσία λατρεύοντας την γυναίκα του εκφράζει και το κατοχυρωμένο δικαίωμα τα παρατηρεί και να εμπνέεται από όλες τις γυναίκες του κόσμου. Ο άντρας, γράφει, έχει μάτια πρώτα απ’ όλα για να κοιτάζει τις γυναίκες σε όλες τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

B6x71YACAAAOEQy.jpg large

Ο Wolinski ξεφυλλίζει την συλλογή του με τα αντρικά περιοδικά, θυμάται την θητεία του στο Hara – Kiri, σκέφτεται τα λόγια του αρχισυντάκτη του Hustler που ήταν απαγορευμένο στην «προοδευτική» Γαλλία, όπου άλλωστε ήταν αδιανόητη και η ίδια η ιδέα της πορνογραφίας: «Δείχνουμε τα γεννητικά όργανα των γυναικών γιατί υπάρχουν άντρες που χαίρονται να τα βλέπουν και γυναίκες που δεν απεχθάνονται να τα δείχνουν. Αυτοί που μας κριτικάρουν είναι υποκριτές και στενόμυαλοι. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα πραγματικής πορνογραφίας [δημοσιεύονται φωτογραφίες με κατακρεουργημένα πτώματα από κάποιο πόλεμο]. Ορίστε, να τι είναι άσχημο, απωθητικό, φριχτό: ο πόλεμος. Οι υποκριτές που μάχονται ενάντια στην πορνογραφία υποστηρίζουν τις πολεμικές αξίες». Κι εδώ είναι η πρώτη βαθειά διαπίστωση του Wolinski για έναν κόσμο που απέκλεισε τον έρωτα από την θεοκρατούμενη και ολοκληρωτική του μορφή, τόσο ταιριαστή με την σύγχρονη συγκυρία…

Πολλοί άντρες ανακάλυπταν, χάρη στα περιοδικά αυτά, ένα τοπίο που τους ήταν άγνωστο. Είναι πιο εύκολο να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα παρά να της ομολογήσεις ότι θέλεις να χαζέψεις το αιδοίο της. να γιατί όλοι αυτοί οι σιωπηλοί άντρες, ανάμεσα σε δυο ηλικίες, όλοι αυτοί οι μετανάστες εργάτες που έρχονται από χώρες που τις κυβερνάνε παλιάνθωποι σε συνεργασία με τους φανατικούς θρησκομανείς, μαζεύονται στους κινηματογράφους μας να δουν σε γκρο πλαν το ανήκουστο θέαμα…Οι άνθρωποι αυτοί , κατά το πλείστο, είναι καλοί οικογενειάρχες που στερήθηκαν τον έρωτα ή που δε γνωρίζουν παρά τ’ αγγίγματα και τ’ αγκαλιάσματα στο μισοσκόταδο του σαββατιάτικου απογεύματος. [σ. 32]

wolinski 2

Και φυσικά ο Wolinski δεν περιορίζει το φαινόμενο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, παρά το διευρύνει σε εποχές και κόσμους. Ίσως οι νεότερες γενιές, γράφει, να ξεγυμνώνονται με απόλυτη φυσικότητα, αλλά ελάχιστοι μπορούν να καταλάβουν πως η έλλειψη του σεξ δηλητηριάζει πολλαπλώς τη ζωή. Τι γίνεται όμως όταν ακριβώς αυτή η επιθυμία της ερωτικής εικονογραφίας συγκρούεται με βασικές φεμινιστικές αντιλήψεις, τις οποίες μάλιστα θερμά υποστηρίζει η γυναίκα του; Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται ακριβώς στους σχετικούς προβληματισμούς. Ο καλλιτέχνης τάσσεται υπέρ του φεμινισμού· άλλωστε πέρα από τους αγώνες και τα αιτήματα του φαίνεται σπουδαίο και το γεγονός ότι έτσι οι γυναίκες ανακάλυψαν εκ νέου τη φιλία. Όταν όμως συναντάει οποιεσδήποτε αντιδράσεις στα έργα του, εκεί βάζει πάνω απ’ όλα την απέχθειά του απέναντι σε στερεότυπα και προκαταλήψεις. Στην εικοσαετή του μέχρι τότε συνεργασία με το Hara – Kiri (το έντυπο την συνέχεια του οποίου, να θυμίσουμε, κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το Charlie Herbo) τα καλαμπούρια με τα Τάμπαξ είχαν γίνει παράδοση. Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά. [σ. 159]

Και άραγε ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός αν κυβερνούσαν γυναίκες; Ο ίδιος δεν είναι σίγουρος: αναμφισβήτητα θα έκαναν λιγότερες ανοησίες από τους άντρες αλλά ακριβώς επειδή πιστεύει ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες, αυτή η ισότητα αφορά και τα προσόντα αλλά και τα ελαττώματα. Η βλακεία, η φιλοδοξία, η δίψα της εξουσίας και η εγκληματική τρέλα αποτελούν πανανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αλλά όλοι εμείς, γράφει, είμαστε περήφανοι που έχουμε γυναίκες φεμινίστριες: αποτελούν εγγύηση των πλατειών μας αντιλήψεων. Ο φεμινισμός όπως η οικολογία, δεν έχουν κανένα νόημα αν δεν περάσουν στην πραγματική ζωή και στην πολιτική εξουσία. Οι γυναίκες παραμένουν τα σύγχρονα υποζύγια του πλανήτη μας.

15 Wolinski projet Hara Kiri

Στα σύντομα αυτοβιογραφικά του κείμενα βρίσκεται και η δεύτερη εξομολόγηση, που σχεδόν ειρωνικά συνδέεται με τα τραγικά συμβάντα και με τον κόσμο που θα του αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή. Ο Wolinski περιγράφει, πάντα με τον απλό και ενίοτε τρυφερά σκωπτικό του τρόπο τα παιδικά του χρόνια στη «γεμάτη μυρωδιές, θορύβους και ήλιο» Τύνιδα. Έμενε στην ευρωπαϊκή συνοικία που έμοιαζε με οποιαδήποτε πόλη του νότου, ενώ η αραβική πόλη ήταν ένας άλλος κόσμος, εντελώς ξένος και κλειστός. Θυμάται την σεμνοτυφία της οικογένειάς του όσον αφορά τις βρώμικες λέξεις, μα και πως «η ζωή φαινόταν εύκολη». Σκιτσογραφούσε από μικρός και από τα δέκα του είχε βρει κιόλας τον τρόπο να κοιτάζει τις γυναίκες «από την καλύτερη γωνία τους, εκτιμώντας τη φινέτσα του σβέρκου τους ή την ομορφιά των δοντιών τους»…

Είχε από τότε την ειλικρίνεια να παραδεχτεί ότι η ζωή των Ευρωπαίων της Αφρικής ήταν ένας κόσμος γεμάτος προκαταλήψεις, μικρότητες, βλακώδεις αρχές και ρατσισμό. Η δική του διαπαιδαγώγηση, ακόμα και ερωτική, έγινε μέσα από τα βιβλία. Τουέην, Κίπλινγκ, Τζερόμ, Βερν, Λόντον, Ουγκώ, ντε Μυσσέ, ακόμα και τα πιο δύσκολα, Μπαρμπύς, Χάξλεϊ, Τα κείμενα που διάβασε, τον έκαναν αυτόν που είναι [ήταν] σήμερα. Και δίπλα πάντα τα πολυδιαβασμένα κόμικς, Μίκυ, Robinson, Filette.

08-wolinski-grande-kermesse_f6c4311b5c

Ακολούθησαν οι Χίλιες και μια νύχτες, το Σατυρικόν και ο Καζανόβας, αλλά ο έρωτας παρέμενε ασαφής και απόμακρος. Η ντροπή του σεξ ήταν ριζωμένη σ’ ολόκληρη την ανατροφή τους, ακριβώς επειδή, όπως γράφει, η σεμνότητα και οι καταστολές του Ισλάμ επηρέαζαν κι εκείνους.

Δεν είμαι πια νέος, δεν είμαι γέρος. Μου μένουν αρκετά όμορφα χρόνια, που λογαριάζω να εκμεταλλευτώ όσο μπορέσω, γράφει στο τελευταίο του κεφάλαιο ο αγαπημένος μας κωμικός κομικίστας [σ. 169]. Είμαι σίγουρος πως από το 1978 που έγραφε αυτές τις σελίδες μέχρι πριν τέσσερις μέρες, είχε τον χρόνο με το μέρος του, δημιούργησε, συνουσιάστηκε, παρέμεινε ασυμβίβαστος στην ελευθερία του, ξεκαρδίστηκε και ξεκάρδισε αμέτρητο κόσμο. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε γελοιογραφίες, να γελάμε όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του γελοίου μας κόσμου, να σκεφτόμαστε ελεύθερα, και, αντί να πολυλογούμε, να πράττουμε. Και να διαβάζουμε, να διαβάζουμε πολύ. Αυτό και μόνο αυτό θα μας ξυπνήσει.

Verso_61383

Εκδ. Ροές, 1984, μτφ. Μίρκα Σκάρα, 173 σελ. Με 19 σχέδια του συγγραφέα. [Lettre ouverte à ma femme, 1978].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 172.

11
Νοέ.
14

Florian Zeller – Μου λες αλήθεια;

Θέατρο Κάππα

''MOY LES ALH8EIA;'' TAKHS PAPAMAT8AIOY, BANA RAMPOTA, SPYROS PAPADOPOYLOS, NIKOLETA KOTSAHLIDOY-1

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον με το κείμενο του Zeller δεν είναι μόνο οι αστραπιαίοι διάλογοι ή τα ανατρεπτικά, μερικές φορές ιλιγγιώδη βήματα προς την αποκάλυψη της ψεύτικης ζωής των χαρακτήρων του. Δεν είναι ούτε η ευφάνταστη κωμικότητα των καταστάσεων. Είναι κυρίως το γεγονός ότι καταφέρνει με θέματα τόσο τετριμμένα να κατασκευάσει ένα κείμενο πρωτότυπο και σπαρταριστό. Εδώ οι παράπλευρες συζυγικές απιστίες και τα ερωτικά δίδυμα και τετράγωνα σπαρταράνε σε γρήγορη πλοκή και ξεκαρδιστικές στιγμές.

Είναι εύκολη λοιπόν η σύγχρονη μοιχεία; Πόσο πιο επικίνδυνη γίνεται η κατάσταση όταν η ερωμένη του βασικού χαρακτήρα είναι η γυναίκα του καλύτερου φίλου του; Πόσο γερό είναι μετά το οικοδόμημα του γάμου και πόσους τριγμούς – δηλαδή ψέματα – αντέχει; Τι ψέματα λέμε στον εαυτό μας για να δικαιολογήσουμε τα ψέματα που λέμε στους αγαπημένους μας; Μέχρι πού φτάνει όλο αυτό το δίκτυο όταν το ένα μυστικό φέρνει το άλλο και το κάθε ψέμα απλώνεται σε πρόσθετα πλοκάμια;

k

Ο ήρωάς μας έχει βολευτεί με τις συναντήσεις με την ερωμένη του σε δωμάτια ξενοδοχείων μέσα στην πόλη αλλά υποκύπτει στην πίεσή της για ένα διήμερο στην εξοχή. Άρα πρέπει να εφεύρει νέα μυθεύματα και να επινοήσει κι άλλες ιστορίες· πρέπει ακόμα και να αλλάξει την φωνή του στο τηλέφωνο για να υποκριθεί την θεία που φιλοξενεί την παρτενέρ της αμαρτίας του.

Σε κάθε περίπτωση, για ένα πράγμα είναι βέβαιος: ψεύδεται για την αγάπη του, για να μην πληγώσει την γυναίκα του. Η θεωρία του αναπόφευκτού ψεύδους θεμελιώνεται στο ιερό αγαθό της αγάπης. Άλλωστε, όπως ισχυρίζεται, άλλο το ψέμα και άλλο η απόκρυψη· άλλο η παραχάραξη της αλήθειας που συμβαίνει με την αλλοίωση των δεδομένων και άλλο η άθικτη αλήθεια που απλώς παραμερίζεται με την απόκρυψη των πραγματικών περιστατικών.

''MOY LES ALH8EIA;'' TAKHS PAPAMAT8AIOY, SPYROS PAPADOPOYLOS

Είναι απολαυστικός ο τρόπος που ο αρχιψεύτης εραστής [Σ. Παπαδόπουλος] χειρίζεται μια τεράστια γκάμα ψεμάτων, από τα πιο ευρηματικά μέχρι τα πιο απίθανα. Παραληρεί και λαχανιάζει, υποκρίνεται και ελίσσεται, μεγαλουργεί και ταπεινώνεται. Τι γίνεται όμως όταν διαπιστώνει πως η μοιχαλίδα του τού έχει ήδη πει τα δικά της ψέματα; Τι θα συμβεί όταν ο φίλος του τού εξομολογηθεί ότι γνωρίζει; Τι θα αλλάξει όταν μάθει πως στο ίδιο του το κρεβάτι υπάρχει και ακόμα ερωτική ψευδολογία; Τώρα, όλοι μπλεγμένοι, όλοι βουτηγμένοι στις «απάτες» και τις αυταπάτες. Να τον αφήσουμε στα δικά του ψέματα ή να τον ρίξουμε και μέσα στα παραμύθια των υπόλοιπων; Κι αν τελικά και ο φίλος μας μάς απατάει με την δική μας γυναίκα, θα του παραπονεθούμε; Ή είμαστε φίλοι ή δεν είμαστε φίλοι!

Όσο αβίαστο γέλιο και να προκαλούν οι φράσεις των τεσσάρων είναι ορισμένες στιγμές που οι αλήθειες θρυμματίζουν όλα τα προστατευτικά τζάμια της αυταπάτης. Όταν ο δεύτερος άντρας εξομολογείται για το δράμα του κοινωνικού θανάτου, την αλλαγή δηλαδή και την απομάκρυνσή των άλλοτε καλών μας φίλων, ετοιμαζόμαστε να γελάσουμε με την επερχόμενη ντρίπλα του τρεμάμενου μοιχού, αλλά και διαπιστώνουμε ότι όσο μια τέτοια ζωή μας δίνει ζωή, άλλο τόσο και περισσότερο μας την αφαιρεί. Από την άλλη, ο πιο τρομακτικός μέσα στην κωμικότητά του ισχυρισμός του ερωτιάρη ψεύτη, πως το τέλος των ψεμάτων θα είναι και το τέλος του πολιτισμού, είναι εφιαλτικά αληθινός!

''MOY LES ALH8EIA;'' SPYROS PAPADOPOYLOS, TAKHS PAPAMAT8AIOY, BANA RAMPOTA, NIKOLETA KOTSAHLIDOY-1

Ο συγγραφέας χειρίζεται έξοχα το πνεύμα της κωμωδίας, με στοιχεία σύγχρονα αλλά και διαχρονικά, από τον Ζορζ Φεϊντό ως τον Σασά Γκιτρί. Ενδιαφέρουσα θα είναι η σύγκριση με το έργο του πρώτου Ξενοδοχείο ο Παράδεισος που ανεβαίνει φέτος για δεύτερη χρονιά [Θέατρο Αργώ] και το οποίο θα παρουσιάσουμε σύντομα. Οι διαβολικοί τέσσερις, σωστοί χαμαιλέοντες με αγγελικά πρόσωπα υποκρίνονται περίφημα στον διπλό τους ρόλο, απέναντί μας και μεταξύ τους. Ο δε κύριος με το σμόκιν, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις σκηνές και αλλάζει την θέση των επίπλων είναι ο ανώνυμος τρίτος που με τις γκριμάτσες του σχολιάζει τα γελοία μας καμώματα.

Μετάφραση: Νικολέτα Κοτσαηλίδου. Σκηνοθεσία: Σπύρος Παπαδόπουλος. Παίζουν: Σπύρος Παπαδόπουλος, Τάκης Παπαματθαίου, Βάνα Ραμπότα, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Στέλιος Πέτσος. Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς. Κοστούμια: Μάκης Τσέλιος. Μουσική: Παναγιώτης Τσεβάς. Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ. / Θέατρο Κάππα / Κυψέλης 2, 210 – 8827000 – 210 7707227 / Τετάρτη – Πέμπτη: 19:00 λαϊκή απογευματινή, Παρασκευή: 21:00, Σάββατο: 18:00 και 21:00, Κυριακή: 20:00. / Διάρκεια: 90΄/ Και συνεχίζεται η φιλοξενία 30 ανέργων την ημέρα σε όλες τις παραστάσεις, με την επίδειξη της κάρτας ανεργίας.

[Florian Zeller, La verité, 2011]

05
Σεπτ.
14

Amélie Nothomb – Αντίχριστη

1Η απολαυστικότατη Αμελί Νοτόμπ συνεχίζει ακάθεκτη να γράφει ένα βιβλίο ανά χρόνο, μια νουβέλα στην οποία έχει καθιερώσει το απόλυτα προσωπικό της ύφος, όπου η εκάστοτε σκληρή, κάποτε οριακή ιστορία φορτίζεται με αγκάθινους διαλόγους, διάχυτη ειρωνεία και μια διαρκή διαμάχη ανάμεσα στην διάχυτη επιθετικότητα των ανθρώπων και την ήττα της λογικής, ακριβώς όπως εκφράζονται στις σύγχρονες περιστάσεις. Έχουν περάσει έξι χρόνια από την τελευταία μετάφραση βιβλίου της Νοτόμπ στη γλώσσα μας [Ημερολόγιο του χελιδονιού, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2008] και ομολογώ ότι μου έλειψε η γραφή της.

Amélie Nothomb 3Η αφηγήτρια ονομάζεται Λευκή είναι μια δεκαεξάχρονη μαθήτρια που περιμένει μόνο τους άλλους να την πλησιάσουν και αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή με την συνομίληκή της Κρίστι, που είναι κοινωνική και δημοφιλής. Έτσι όταν γνωρίζονται η πρώτη πρόθυμα θα προτείνει στην δεύτερη να την φιλοξενεί στο σπίτι κάθε Δευτέρα, για να αποφεύγει τις μεγάλες αποστάσεις ως το σπίτι της. Ήδη από την πρώτη τους αυτή συμφωνία οι όροι αντιστρέφονται: δεν μοιάζει να της κάνει εξυπηρέτηση αλλά να την ικετεύει.

Η Κρίστι ταπεινώνειτην οικοδέσποινά της με μια απόλυτη χαρά κυριαρχίας, από την οποία αντλεί πλήρη ευχαρίστηση. Ήδη στην πρώτη της επίσκεψη την αναγκάζει να γυμνωθεί για να δοκιμάσει ένα φόρεμα και την προσβάλει για το σώμα της – το μοναδικό χειροπιαστό αγαθό που αισθάνεται πως διαθέτει. Δεν της απευθύνει ποτέ το λόγο, οικειοποιείται το δωμάτιο της, γοητεύει τους γονείς της, τους αποκαλεί με το μικρό τους όνομα, κερδίζει στην σύγκριση με την κόρη τους. Στο σχολείο, από την άλλη, όταν την αγνοεί πλήρως.

Amélie Nothomb 5_by_emily89Έχοντας σταδιακά εξασφαλίσει μόνιμη στέγη με μόνο αντίτιμο να την γελοιοποιεί δημοσίως, η Κρίστι αφιερώνει τον χρόνο της στην αυτοπροβολή. Σμιλεύει προσεκτικά την παρουσία της, με βάση «το αρχέτυπο της μόλις ανθισμένης παρθένας, ζωηρής και συνάμα εύθραυστης, αυτό το ιδανικό που έχει επινοήσει ο πολιτισμός ώστε να παρηγορείται για την ανθρώπινη ασχήμια», όπως καυστικά σκέφτεται η Λευκή. Η Λευκή δεν υποφέρει πλέον από μοναξιά, αλλά από εγκατάλειψη και με την διαρκή αίσθηση τιμωρημένης. Οι γονείς χάνουν την αξιοπρέπειά τους κι αυτή τα τελευταία απομεινάρια στοργής. Μόνο μέσα από τα μάτια της πλέον μπορεί να δει τον εαυτό της – και να τον μισήσει ακόμα περισσότερο. Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι η Κρίστι είχε δει το πρόβλημά της και το εκμεταλλεύεται: έχει δει ένα κορίτσι που ως σήμερα υπέφερε φρικτά επειδή δεν υπήρχε και κατάλαβε ότι μπορεί περίφημα να χρησιμοποιήσει αυτό τον πόνο.

Όσοι πιστεύουν ότι το διάβασμα είναι μια φυγή βρίσκονται στον αντίποδα της αλήθειας. Με το διάβασμα έρχεται κανείς ενώπιον του πραγματικού στην πιο συμπυκνωμένη μορφή του – κάτι που παραδόξως είναι λιγότερο τρομακτικό από το να ’χει να κάνει με τις ατέρμονες αραιώσεις του. [σ.114]

img449Η μόνη διαφυγή είναι, για άλλη μια φορά η ανάγνωση. Εφόσον για την οικογένειά της ήταν πάντα αόρατη, εκμεταλλεύεται το γεγονός και διαβάζει μέρες ολόκληρες χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς. Από τον καιρό της Κρίστι βέβαια και μετά η ανάγνωση μοιάζει με διακεκομμένη συνουσία. Εφόσον η εγωπαθής φιλοξενούμενη δεν μπορεί να οικειοποιηθεί την απόλαυση της, προσπαθεί να την εκμηδενίσει με παθολογική ζήλεια. Το ίδιο κάνει και με τις πρώτες δειλές ερωτικές απόπειρες της Λευκής. Η Λευκή πλέον έχει απλά μια υποψία ταυτότητας: είναι ο Δορυφόρος της Κρίστι. Δεν της αναγνωρίζει παρά έναν έρωτα υπεράνω πάσης υποψίας: για τον εαυτό της. Και λυπάται που η γελοιότητα δεν σκοτώνει τον φορέα της. Αν το δικό της βέλος είναι έτοιμο να εκτοξευτεί με όλη την διάθεση προς τον κόσμο, της Κρίστι έχει την μικρότερη δυνατή εμβέλεια: κατευθύνεται στον ίδιο της τον εαυτό.

Amélie Nothomb 2Το δύσκολα μεταφράσιμο δίπολο των ονομάτων Blanche και Christa απηχεί τους αντίστοιχους ψυχισμούς των δυο ηρωίδων και εύλογα καταλήγει στον τίτλο Antéchrista. Συχνά οι σκέψεις της Λευκής εκφράζονται με ευφυέστατη ειρωνεία η οποία όμως αδυνατεί να εξωτερικευτεί σε λόγο. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι οι συγκρουόμενοι εσωτερικοί της μονόλογοι που εκφράζουν ακριβώς την διαμάχη εντός της. Πώς είναι τελικά καλύτερα, μαζί της ή μόνη της;

Λόγος υπέρ Κρίστι: Έχει κάτι να προσφέρει στον καθένα. Εσύ δεν έχεις τίποτα για κανέναν, ούτε για σένα. / Εκείνη μπορεί να είναι ματαιόδοξη και ηλίθια, αλλά τουλάχιστον είναι αγαπητή. / Πάντα ονειρευόσουν να είσαι κοινωνική, και τώρα είναι η ευκαιρία της ζωήAmélie Nothomb 1ς σου. / Μια τέτοια συμπεριφορά ίσως θα είναι λυτρωτική, μπορεί να σε γιατρέψει από τις αρρωστημένες σου αναστολές. / Η Κρίστι θα σου μάθει τη ζωή. / Πρέπει πάντα να πηγαίνεις στην κατεύθυνση της ζωής, να μην της προβάλλεις αντίσταση. Αν υποφέρεις, είναι επειδή την αρνείσαι.

Αντίλογος: Αν δεν σέβεσαι εσύ τον εαυτό σου, μη σου κάνει έκπληξη που δε σε σέβεται κι εκείνη! / Βρίσκεις πάντα δικαιολογίες, πόσο χαμηλά πρέπει να πέσεις για να αντιδράσεις; / Δειλή! Με πόσα λόγια μεταμφιέζεις τη δειλία σου; / Πώς αποδέχεσαι την ύστατη υπεξαίρεση, την ιδιοποίηση του δωματίου σου και του ίδιου σου του κρεβατιού; Το θησαυροφυλάκιο των παραμελημένων κοριτσιών, τον ονειρικό χώρο ενός προσωπικού δωματίου, κι αυτόν ακόμη θα μου τον έπαιρναν. Δεν κοιμήθηκα. Ένιωθα βαθειά μέσα μου τι ήτα αυτό που έμελε να μου αφαιρεθεί. Το ιερό μου, από τότε που γεννήθηκα, ο ναός των παιδικών μου χρόνων, το αντηχείο των εφηβικών κραυγών μου. Η Κρίστι είχε πει ότι το δωμάτιό μου δεν έλεγε τίποτα. Έτσι ήταν: μ’ αυτό τον τρόπο το δωμάτιο έλεγε κάτι για μένα. [σ. 44]

Amélie Nothomb 8Όσο προχωρούν οι σελίδες, τόσο περισσότερο αναρωτιέται κανείς πώς θα τελειώσει το μαρτύριο της πραγματικής ηρωίδας, που φέρει τις αδυναμίες αναρίθμητων ανθρώπων. Η νέμεση που μηχανεύεται είναι ευφυής, βιώνεται με συντριπτική ανωτερότητα και περιβάλλεται από με απόλυτη σιωπή. Φυσικά ποτέ δεν αποδίδεται απόλυτη δικαιοσύνη· τα θύματα δεν είναι ποτέ όπως πριν, οι θύτες αναζητούν τη νέα τους λεία. Ένα ακόμα εξαιρετικό βιβλίο στο ιδιότυπο ύφος της Νοτόμπ, που καταφέρνει στον καθιερωμένο αριθμό σελίδων να δημιουργήσει στον αναγνώστη φορτισμένα συναισθήματα, που επιδίδονται σε άγριο αγώνα επικράτησης, ακριβώς όπως οι πράξεις και οι λόγοι των προσώπων στην αρένα των διαπροσωπικών σχέσεων. Τα βιβλία της Αμελί δεν θα γίνουν ποτέ ταινίες σαν την Αμελί. Είναι για να διαβάζονται με σφιγμένο στομάχι και να καταπίνονται σαν γλυκό δηλητήριο.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, μτφ. Μαρία Καλλιθράκα – Μοσχοχωρίτου, επιμ. Κώστας Λιβιεράτος, σελ. 122, με δισέλιδες σημειώσεις του επιμελητή [Antéchrista, 2003].

Σύντομα δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο 162 / Anti-Amelie.

Ένα ακόμα βιβλίο της Αμελί Νοτόμπ εδώ.

28
Αυγ.
14

Πιερ Μισόν – Ρεμπώ ο γιός

ΑναφέροMichonυμε ότι η Βιταλί Ρεμπώ, το γένος Κυΐφ…αυτή είναι αρχή αλλά και ο τίτλος του πρώτου από τα επτά κεφάλαια μιας ιδιαίτερης, διαφορετικής βιογραφίας· της εξιστόρησης του βίου ενός γιου που έγινε ποιητής αλλά και ενός ποιητή που υπήρξε γιος. Από τις πρώτες του λέξεις ο Μισόν γράφει τι «γνωρίζουμε» και τι «δεν γνωρίζουμε» υποσκάπτοντας κάθε παραδεδομένη αλήθεια και αναζητώντας κάθε απαράδοτη πτυχή του Ρεμπώ. Ας πούμε, τι ξέρουμε για τον ελαφρόμυαλο λογαχό πατέρα του; Ότι έγινε ολοζώντανός ένα φάντασμα, στο πουργατόριο των μακρινών φρουρίων όπου δεν υπήρξε πάρα ένα όνομα». Και τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε; Αν με το δίκιο του εγκατέλειψε τη ζοφερή ύπαρξη του γιου για να μην παρασυρθεί στο ζόφο της ή αν εκείνη έγινε τόσο ζοφερή εξαιτίας της αναχώρησής του. Είναι από την αρχή φανερό πως όλες αυτές οι λέξεις των πιθανοτήτων και των [μη] εικασιών θα έχουν την πλέον πυκνή και ποιητική εκφορά. Μισόν είναι αυτός!

Ο νεαρότατος Ρεμπώ είχε εξαρχής μια ζωντανήarthur-rimbaud01 ελκτικότητα για το αρχαίο παιχνίδι των στίχων· από τρυφερή ηλικία δοκίμαζε στίχους στα γαλλικά και τα λατινικά, με σύμπλεκτες την οργή και την ευσπλαχνία, έτοιμες να σκάσουν σαν πυροτέχνημα στα χέρια του. Κάλυπτε ολόκληρες σελίδες διατετραγωνισμένες ενώ στεκόταν αποστασιοποιημένος μπροστά στο φωτογράφο ο οποίος εκείνες τις εποχές «έμπαινε κάτω από μια μαύρη κουκούλα, για να μηχανευτεί το μέλλον από το παρελθόν». Μα στην ζωή εκείνης της εποχής ήταν οι ζωγράφοι που εμπορεύονταν τον χρόνο φτιάχνοντας τα πορτρέτα των ανθρώπων (άρα και των συγγενών του ποιητή) και όχι ακόμα τα άλατα του αργύρου στο μαύρο θαυματουργό κουτί του φωτογράφου.

5Στην πρώτη στροφή θα τον περίμενε ο Κανόνας και ροκάνι της δοκιμασίας θα αποτελούσε ο δωδεκασύλλαβος της γαλλικής, με όλες του τις πανουργίες. Μέσα στην σχολική αίθουσα θα έχει δάσκαλο – ποιητή τον Ζωρζ Ιζαμπάρ, «έναν από τους ανθρώπους εκείνους χάρη στους οποίους ο κόσμος μπορεί να διαρκεί, για τους οποίους το κακό είναι αλλού, πάρα πολύ κοντά αλλά έξω, πανταχού παρόν αλλά ιάσιμο, από τους ανθρώπους εκείνους παλαιάς κοπής», κάποιος που αν …

… τον είχες ρωτήσει τι κατά τη γνώμη του ήταν η ποίηση, θα αποκρινόταν χωρίς άλλο κοκκινίζοντας, σαστίζοντας, βγάζοντας ίσως τα γυαλιά του για να τα σκουπίσει απ’ το θάμπωμα μRimbaud_by_COVOε το μαντήλι του, και μάλλον κοιτώντας έξω από το παράθυρο παρά εσένα, θα αποκρινόταν θρασύς και πανικόβλητος ότι ήταν μια υπόθεση της καρδιάς χάρη στην οποία η γλώσσα στολίζεται σαν νύφη ή από τον Μπωντλαίρ και ύστερα τα μάτια της φτιασιδωμένα, συφιλιδική, αλλά επιφανής και λαμπροστόλιστη, σαν επηρμένη πόρνη…[σ. 30]

Στο άλλο άκρο η μητέρα του Βιταλί, έκβλητη από την υική στοργή, αποκλεισμένη και χλευασμένη, εξαφανίζεται από την σύναξη των ορατών υπάρξεων και καταφεύγει εντελώς μέσα στο γιο της, στην σκοτεινή εκείνη κρύπτη όπου δεν έχουμε συνείδηση των πράξεών μας. Και στην επόμενη ιστορία, ο παρνασσιστής και συμβολιστής Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, στον οποίο ο έφηβος Ρεμπώ έστειλε στίχους γεμάτους από θηριώδη φιλοδοξία, δεινότητα ή εργασία, από εκείνο το δαιμόνιο, εκτός αν ήταν…

Rimbaud_in_Harar [Ethiopia]… η υπερφυσική εκείνη ιδιότητα η οποία δεν εκδηλώνεται ποτέ καθαυτή, γύρω από το κεφάλι του ανθρώπου ή μέσα στο σώμα του ζωντανή και ορατή, ούτε φωτοστέφανο, ούτε αλκή, ούτε ομορφιά, ούτε νεότητα, αλλά που εκδηλώνεται ωστόσο σε μηδαμινά αποτελέσματα και την εξακριβώνουμε στην τελειότητα μικρών κομματιών οργανωμένης γλώσσας περισσότερο ή λιγότερο μακροτενών, γραμμένων μαύρο πάνω σε άσπρο. Ξέρουμε ότι τα κομμάτια αυτά είναι εν γένει μηδαμινά. Ποτέ δεν ξέρουμε αν είναι τέλεια, εμείς που τα διαβάζουμε, ή αν στην παιδική μας ηλικία μας το σφύριξαν ότι ήσαν τέλεια, κι εμείς με τη σειρά μας το σφυρίζουμε σε άλλους χωρίς τέλος· εκείνος που τα γράφει δεν το ξέρει περισσότερο, μάλλον λιγότερο, δεν το ξέρει παρά τη στιγμή που ζευγαρώνει τους δωδεκασύλλαβους, τη στιγμή που συναρμόζοντας χωρίς περιχείλωση, σαν εγκοπή και τόρμος αναγαλλιάζουν τραχιά, κλειδώνουν μεταξύ τους με τον θριαμβευτικό κρότο των γνάθων, και τελείωσε·… [σ. 39 – 40]

La_tronche_à_machin_par_Ernest_DelahayeΑν λοιπόν υπάρχει το αόρατο εκείνο φωτοστέφανο που φημίζονται πως έχουν ορισμένοι στο κεφάλι τους και που μεταβιβάζεται σαν μόσχευμα από τους γεροντότερους στους νεώτερους, τότε ήταν ο Μπανβίλ εκείνος από τον οποίο το ζήτησε ο Ρεμπώ. Κι ύστερα, η ορμή προς την ζωή, η αμφιβολία αν πολέμησε μαζί με εκείνους της Κομμούνας, αν είχε την ευχαρίστηση ή την φρίκη να σημαδεύει με το τουφέκι του έναν πρόδηλο εχθρό ή το κακό αυτοπροσώπως, και ξανά στοχασμός και εικασίες πάνω στις φωτογραφίες, η είσοδος του Βερλαίν στην ιστορία, ο έρωτας «που έγινε βλαβερός όπως το συνηθίζει», οι δυο ποιητές κυνηγημένοι από τον συζυγικό παράδεισο στο σπίτι του Κρο ή στο Ξενοδοχείο των Ξένων, αψέντι και ανάθεμα, και στο τέλος ο αλληλοσπαραγμός γιατί οι χαρακτήρες τους ήταν «ιδανικά ενάντιοι όπως είναι ο ήλιος και το φεγγάρι», το μεθυσμένο καράβι που έγραψε σαν να επρόκειτο να πεθάνει, ο αποχαιρετισμός στην Ευρώπη…

Ένα michon 1πυκνό βιβλίο στον γνώριμο, ξέχειλο λογοτεχνικότητας λόγο του Μισόν, που διεκδικεί προσεκτική ανάγνωση λέξη τη λέξη, με μακριές, λεπτές προτάσεις, που κάποτε καλύπτουν και μια ολόκληρη σελίδα, με πλοκάμια υποπροτάσεων και παρεκβάσεων, αυτοαναφορικό και ποιητικό, γεμάτο χρονικές παλινδρομήσεις μέσα στη ζωή του ποιητή αλλά και μεταξύ του τότε και του συγγραφικού τώρα, μια ασφυκτική σύνθεση που προσπαθεί στις λιγότερες δυνατές σελίδες να χωρέσει όλες τις εποχές στην κόλαση, όλες τις φυγές και τις επιστροφές του, τα ποιήματά του μέσα του και τα ποιήματά του μέσα μας.

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 145 [Pierre Michon, Rimbaud le fils, 1991]. Στις  ασπρόμαυρες εικόνες ο Ρεμπώ στο Χαράρ της Αιθιοπίας και σχεδιασμένος από τον Ernest Delahaye [La Tronche à Machin, 1875].

19
Αυγ.
14

Nancy Huston – Χαμένος βορράς. Δώδεκα Γαλλίες

0566 HUSTON-XAMENOS VORRASΗ διγλωσσία, η ξενικότητα και οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Το εντελώς μοναδικό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας είναι ότι δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Δύσκολο για κάποιον εκπατρισμένο να μην έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος, ενώ οι εκπατρισμένοι μπορούν σε όλη τους τη ζωή να βαυκαλίζονται με μια γλυκιά αυταπάτη συνέχειας και βεβαιότητας. [σ. 20]

1. Η μόνη καταγωγή

Την εποχή που η συγγραφέας γράφει το βιβλίο συμπληρώνονται εικοσιπέντε χρόνια ζωής στη Γαλλία [1973 – 1998]. Αλλά εκείνη νοιώθει πάντα παιδί της χώρας της επειδή εκεί πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Και τίποτα δεν μοιάζει με τα παιδικά χρόνια, είναι βέβαιη. Άλλωστε δεν είναι καθόλου το ίδιο να περνάς τα εικοσιπέντε πρώτα χρόνια της ζωής σου σε μια χώρα ή οποιαδήποτε άλλα εικοσιπέντε χρόνια. Τώρα νιώθετε Γαλλίδα; την ρωτούν συχνά. Οι εκπατρισμένοι είναι αιωνίως εκτεθειμένοι σε ανόητες ερωτήσεις, σκέφτεται κι εκείνη συχνά και αναρωτιέται τι να σημαίνει το να νιώθεις Γαλλίδα. Από τι θα το καταλάβεις; Και θα γίνει ποτέ κανείς Γάλλος αν δεν του δώσεις γαλλικά παιδικά χρόνια;

hustonnancyΗ συγγραφέας είναι απόλυτη: η παιδική ηλικία, κοντινή ή μακρινή, βρίσκεται πάντοτε μέσα μας. Κάποτε στην επισήμανση ενός αναγνώστη της πως ορισμένα της μυθοπλαστικά θέματα όπως η έκτρωση ή η παιδοκτονία είναι καθαρά γυναικεία ζητήματα, εκείνη του απάντησε, ότι μπορεί ως άνδρα να μην τον αγγίζουν, αλλά ως παιδί θα συμφωνούσε ότι αφορούν όλο τον κόσμο. Και στην διαμαρτυρία του πως δεν είναι παιδί, του απάντησε: Μα και βέβαια είστε παιδί· είμαστε όλες οι ηλικίες μας συγχρόνως, δεν το πιστεύετε; Η παιδική ηλικία είναι σαν τον πυρήνα του φρούτου: το φρούτο, μεγαλώνοντας, δεν γίνεται κούφιο! Δεν σημαίνει ότι επειδή η σάρκα ωριμάζει, ο πυρήνας εξαφανίζεται…

Από Βορρά σε Βορρά λοιπόν: το Κάλγκαρι που την γέννησε βρίσκεται περίπου στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με το Παρίσι που την υιοθέτησε. Χώρα της συνεπώς ο «αληθινός βορράς», έξω από σύνορα και ονομασίες – άλλωστε η χώρα όπου γεννήθηκε, ο Καναδάς, ονομάζεται έτσι μόνο τους τελευταίους δυο αιώνες – , χώρα της και η εξορία. Γεωγραφική εξορία σημαίνει ότι η παιδική ηλικία είναι μακριά. Εδώ, αποσιωπάς αυτό που ήσουν, εκεί αποσιωπάς αυτό που κάνεις εδώ. Η εξορία ταυτίζεται με τον ακρωτηριασμό, την λογοκρισία, την ενοχή. Αυτή η γεωγραφική ασυνέχεια μπορεί να κρύβει μια αντίστοιχη κοινωνική εξορία, που αντιλαμβάνεσαι όταν αναγνωρίζεις ότι δεν μοιράζεσαι πια τις αξίες εκείνων που σε γέννησαν. Η συγγραφέας άργησε να αντιληφθεί ότι και η δική της εξορία ήταν κοινωνική· δεν επρόκειτο για ένα κενό ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική αλλά ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο συστήματα αξιών.

2. Η εnancy_huston_4νσυνείδητη μίμηση

Ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου έχει τον τίτλο «Η μάσκα…». Η επιλογή της εγκατάλειψης της χώρας σου για έναν πολιτισμό και μια γλώσσα άγνωστους μέχρι τότε σημαίνει την αποδοχή της μίμησης, της προσποίησης, του θεάτρου. Φορτωμένος με τις βαριές αποσκευές των προηγούμενων δεκαετιών σου, καταδικάζεσαι στην ενσυνείδητη μίμηση της ξένης γλώσσας. Η προέλευσή σου άλλωστε είναι η πληροφορία που αποκρυσταλλώνεται στο μυαλό των άλλων ως η πιο αξιοπρόσεκτη ιδιότητά σου. Εκείνη, για παράδειγμα ήταν πάντα «η Καναδέζα»· η μελαγχολική μας Καναδέζα, όπως την αποκαλούσαν αμέτρητες φορές. Αλλά εκεί που οι άλλοι είναι προκατειλημμένοι αρνητικά, εκείνη ακούει θετικά όσο τίποτε άλλο κάθε προφορά, ξενική και μη.

Είτε πρόκειται για κάποιον Αϊτινό από το Μόντρεαλ, για μια Γερμανίδα στο Παρίσι ή για έναν Κινέζο στο Σικάγο, όλα είναι μυθιστόρημα, αν το σκεφτούμε. «Α…σκέφτομαι, αυτός ο άνθρωπος είναι κομμένος στα δύο· έχει λοιπόν μια ιστορία». Διότι εκείνος που γνωρίζει δυο γλώσσες, γνωρίζει αναγκαστικά και δυο πολιτισμούς και συνεπώς το δύσκολο πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη και τη επίπονη σχετικότητα των δυο πολιτισμών Και έχει όλες τις πιθανότητες να είναι κάποιος πιο εκλεπτυσμένος, πιο «πολιτισμένος», λιγότερο μονολιθικός απ’ ό,τι οι μονογλωσσικοί εκπατρισμένοι. [σ. 38]

3. Η ξενικότητα, μια μεταφορά σεβασμού

Η ξένη γλώσσα δεν αποθαnancy_huston_3ρρύνει μόνο φλυαρίες και ανακεφαλαιώσεις αλλά και σε εμποδίζει να παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου. Σου δίνει μάλιστα και μια σωτήρια απόσταση ως προς όλους τους άλλους «ρόλους» της ζωής σου. Για την Χιούστον η ξενικότητα αποτελεί μια μεταφορά του σεβασμού που οφείλουμε στον άλλο. Είμαστε δυο, ο καθένας από εμάς, το λιγότερο δύο, αρκεί να το ξέρουμε! Και, ακόμα και στο εσωτερικό μιας μόνο γλώσσας, η επικοινωνία είναι ένα θαύμα. (Οι ξενόφοβοι, με το μήνυμα της ταυτότητας, απλουστευτικό αλλά τόσο καθησυχαστικό, επιζητούν αντιθέτως να ισοπεδώσουν τις τραχύτητες και να διαλύσουν τις αποχρώσεις.) [σ. 38 – 39]

Ο ξένος είναι εκείνος που προσαρμόζεται και αυτή η διαρκής ανάγκη προσαρμογής μπορεί να είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για το γράψιμο. Στα ξένα τίποτα πια δεν σου ανήκει από καταγωγής, δικαιωματικά και αυτονόητα. Σε μια ξένη γλώσσα κανένας τόπος δεν είναι κοινός (ούτε κυριολεκτικά, ούτε γραμματικά): τα πάντα είναι εξωτικά. Η διγλωσσία είναι η πνευματική διέγερση κάθε στιγμής. Και η Χιούστον ως «ξένη» συγγραφέας μπορεί ευκολότερα να παραβιάζει τους κανόνες και τις προσδοκίες της γαλλικής γλώσσας. Και τουλάχιστο στο γράψιμό της δεν ακούγεται η προφορά της!

Οι εξόριστοι είναι πλούσιοι. Πλούσιοι από τις συσσωρευμένες και αντιφατικές τους ταυτότητες. [σ. 20]

Emiliano_Ponzi 134. Ακατάρριπτες λέξεις, άπιαστη μνήμη

Καθώς προχωρούν οι σελίδες, η αυτοβιογραφική γραφή της συγγραφέως βαθαίνει όλο και περισσότερο, ιδίως στο κεφάλαιο για την μη γνήσια διγλωσσία, το βασανιστήριο να μην βρίσκεις ποτέ τις λέξεις την στιγμή που τις χρειάζεσαι, την άγνωστη γλώσσα πίσω από τα σύνορα: τοίχος αδιαφανής, όρια αδιαπέραστα. Ο ξένος ψελλίζει, τραυλίζει· γίνεται σιωπηλός, άλαλος. Η παραμικρή λεπτομέρεια γίνεται βουνό. Όσες επικλήσεις κι αν κάνουμε στην παγκόσμια γλώσσα της μουσικής, στην επικοινωνία των αισθημάτων κ.ά., οι λέξεις παραμένουν ακατάρριπτες ως μέσο επικοινωνίας.

Υπάρχει βέβαια εκεί στα ξένα η σωτήρια μνήμη· αυτή η ιερή γη, αυτό το κομμάτι του εαυτού μας που δεν μπορεί κανείς να το κυριεύσει και να το αλλοιώσει, κανείς δεν μπορεί ποτέ να μας στερήσει. Αλλά και αυτή είναι αναξιόπιστη, όπως και οι αναμνήσεις μας, που, διαμορφώνονται από αυτό που ζούμε κάθε μέρα, με τον ίδιο τρόπο που διαμορφώνονται και οι προτιμήσεις, οι απόψεις, οι δεσμεύσεις μας. Η μνήμη είναι ευμετάβλητη, ιριδίζουσα, φευγαλέα, άπιαστη. Τι απέγιναν λοιπόν οι σωτήριες αναμνήσεις στην Ξένη Γη; Έσβησαν από ασιτία, μαράζωσαν από έλλειψη επισκέψεων. Οι αναμνήσεις χρειάζονται επίσκεψη, τροφή, αερισμό, επίδειξη, διήγηση. Στην άγνωστη χώρα κανένα τοπίο ή πρόσωπο ή γεγονός δεν πυροδότησε το ηλεκτρικό σήμα επαναφοράς τους.

HUSTONn_A.Sagalyn5. Οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Η συγγραφέας γράφει για την ελευθερία να πηγαίνουμε αλλού και να είμαστε άλλοι μέσα στο κεφάλι μας, την ελευθερία να μην ικανοποιούμαστε από μια ταυτότητα (θρησκευτική, εθνική, πολιτική, σεξουαλική) που παρέχεται από τη γέννηση, την επίγνωση ότι έχουμε χίλια διαφορετικά πρόσωπα και ότι αυτό ακριβώς είναι που ονομάζεται «εγώ».

Το να είσαι ολοκληρωτικά ανοιχτός σ’ αυτήν τη ροή, σ’ αυτήν την πολλαπλότητα, σ’ αυτήν την δεκτική ικανότητα του εαυτού σου, σημαίνει ότι βουλιάζεις μέσα στην τρέλα. Για να φυλάξουμε τη λογική, γινόμαστε μύωπες και αμνησιακοί. Οριοθετούμε αυστηρά τη ζωή μας. Χαρτογραφούμε την ίδια γη μέρα με τη μέρα, χαρακτηρίζοντάς την ως «η ζωή μου». Και τελικά η λογοτεχνία μας επιτρέπει να διευρύνουμε αυτά τα όρια, καθώς, διαβάζοντας, επιτρέπουμε σε άλλα όντα να εισχωρήσουν μέσα μας και τους δίνουμε αβίαστα χώρο, γιατί τα γνωρίζουμε ήδη. Το μυθιστόρημα είναι αυτό που εξυμνεί αυτή την αναγνώριση των άλλων σε σένα και του εαυτού σου στους άλλους.

Emiliano Ponzi 19BTo επισυναπτόμενο στην έκδοση μικρό δοκίμιο για τις Δώδεκα Γαλλίες σκιαγραφεί με μικρά κείμενα τις όψεις / προσωπικές της προσλήψεις της χώρας της: Φαντασιωσική [της γλώσσας, του τραγουδιού και της ποίησης], την Θολή [με τις δυσκολίες κατανόησης και αποδοχής], Μνημειώδης [που υπερηφανεύεται για τα περασμένα της μεγαλεία, ξεχνώντας όμως το παρόν], Αριστερίστρια [των διαδηλώσεων και του ’68], Καμακατζού […], Θεωρητική [όπου και η εμπειρία της επίδρασης, της υποταγής αλλά και του απογαλακτισμού από τον Ρολάν Μπαρτ], Φεμινίστρια, Κοινότοπη, Κοσμοπολίτισσα, Κομφορμίστρια, Χλευαστική, Απόκρυφη.

Ένα τόσο σύντομο αφήγημα αποτελεί το πολυτιμότερο εγχειρίδιο κατανόησης της διγλωσσίας, της ξενικότητας και των πολλαπλών ταυτοτήτων, όχι μόνο των συνανθρώπων μας αλλά και των δικών μας εαυτών.

Εκδ. Άγρα, 2000, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 133 σελ. [Nord Perdu / Douze France, 1999].

03
Αυγ.
14

Μαργκερίτ Ντυράς – Μετέωρο πάθος

Ο αduras exofνεπαρκής λόγος και η ηδονοβλεψία της γραφής

Συνέντευξη στην Λεοπολντίνα Παλλόττα Ντέλλα Τόρρε

1. Η διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η πολλαπλότητα του εαυτού

Συχνά στη ζωή μου είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχω: χωρίς κανένα πρότυπο, καμία αναφορά, πάντα σε αναζήτηση ενός τόπου, χωρίς ποτέ να βρεθώ εκεί που θα ήθελα να είμαι, πάντα καθυστερημένη, πάντοτε ανίκανη να απολαύσω όσα απολάμβαναν οι άλλοι. Σήμερα η ιδέα αυτής της πολλαπλότητας μου αρέσει; πιεζόμαστε να φτάσουμε σε μια αποκλειστική μοναδικότητα, ενώ ο πλούτος μας βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη διάσπαση. [σ. 156]

…εξομολογείται η Μαργκερίτ Ντυράς σε μια σειρά οικιακών συζητήσεων πάνω στην γραφή και το κείμενο, την λογοτεχνία και την κριτική, τον κινηματογράφο και το θέατρο, το πάθος και την γυναίκα, τα πρόσωπα και τους τόπους – σε ίδια και παρόμοια σχήματα άλλωστε συστηματοποιούνται εδώ οι απολαυστικοί ετούτοι διάλογοι. Φυσικά η αρχή αφορά την παιδική ηλικία…

duras.1266995641Δεν θα υπάρξει ποτέ κάτι αντίστοιχο σε ένταση σαν την παιδική ηλικία, είναι βέβαιη η Ντυράς. Ο Σταντάλ έχει δίκιο: η παιδική ηλικία είναι απεριόριστη. Στην δική της παιδική ηλικία εκείνη ήταν περισσότερο Βιετναμέζα παρά Γαλλίδα, μονίμως ξυπόλυτη, χωρίς ωράρια και δυτικούς κανόνες, με εκθαμβωτικές αναμνήσεις «τόσο δυνατές που καμιά γραφή δε θα μπορέσει ποτέ να τις ανακαλέσει». Κατηγορούσε τον Θεό για τα λοιμοκαθαρτήρια έξω από τα χωριά αλλά και ενθαρρυνόταν από τα ζωτικά γέλια των εγκλείστων. Κάποτε εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα της κι έκτοτε ζει «εξόριστη εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια», όπως οι Εβραίοι: όλα όσα πήρα μαζί μου στις περιπλανήσεις μου έγιναν πιο δυνατά και από το γεγονός ότι ήταν μακρινά, απόντα.

Φυσικά τα βιώματα αLouis Boudreault _paintingsπό τα πρώτα εκείνα δώδεκα χρόνια δεν έπαψαν να την επισκέπτονται. Γύρω τους και οι δευτεραγωνιστές της τότε ζωής της: μια χήρα πια μητέρα που αγόρασε γη που δεν ήταν καλλιεργήσιμη, πλημμύρισε από τον ειρηνικό, την δούλεψε μάταια για είκοσι χρόνια και κατέληξε μόνη, φτωχή και πικρόχολη, πάντα φοβισμένη απέναντι στους διανοούμενους, ότι κάτι από αυτούς πάντα θα της ξεφεύγει. Κι ένας αδελφός η επαφή με το σώμα του οποίου της προκαλούσε φρίκη και ταυτόχρονα την τραβούσε. Ούτως ή άλλως εκείνη άρχισε να γράφει «για να κάνει να μιλήσει η σιωπή κάτω από την οποία την είχαν συνθλίψει»· στα δώδεκά της, τής φαινόταν «ο μόνος τρόπος. Τα χρόνια του Παρισιού ήρθαν όταν κατάλαβε το λάθος της να περιμένει μέχρι να αντιληφθεί την παρουσία της η οικογένειά της· εκεί και η κατανίκηση του αισθήματος της αθλιότητας που της είχε μεταδώσει εκείνη η μητέρα.

2. Να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας…

Η εγγραφή της marguerite-durasστο Κομμουνιστικό Κόμμα υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ένταξης σε μια συλλογική και συμμετοχική συνείδηση. Η δέσμευση σήμαινε να αφήσει την προσωπική της μοίρα και να ακολουθήσει του κόμματος· η δυστυχία της από προσωπική να γίνει ταξική. Κατά την οκταετή θητεία της άργησε να καταλάβει ότι «η εργατική τάξη ήταν θύμα των ίδιων της των αδυναμιών, ότι ακόμα και το προλεταριάτο δεν έκανε τίποτα για να βγει από τα όρια της μοίρας της». Η Ντυράς το είδε κατά πρόσωπο: η μαρξιστική δημαγωγία, στην προσπάθειά της να εκμηδενίζει τις αντιφάσεις του ατόμου, το μόνο που κάνει είναι να το αλλοτριώνει περισσότερο. Κάθε απόπειρα απλοποίησης της ανθρώπινης συνείδησης εμπεριέχει κάτι το φασιστικό. / Όπως όλα τα καθεστώτα, ο μαρξισμός φοβάται ότι «ορισμένες ελεύθερες δυνάμεις» – το φαντασιακό, η ποίηση, ακόμα κι ο έρωτας – αν δεν καθοδηγηθούν σωστά, μπορούν να υποσκάψουν τα θεμέλιά του, και εφάρμοσε πάντα ένα είδος λογοκρισίας της εμπειρίας, της επιθυμίας. [σ. 33]

DSC_0390Άλλωστε, για να προσχωρήσεις σε ένα κόμμα «πρέπει να είσαι αυτιστικός, νευρωτικός, κουφός και τυφλός κατά κάποιο τρόπο». Κι όμως, η συγγραφέας πίστεψε στην πολιτική ουτοπία: στον Αλιέντε, στην επανάσταση του 1917, στην άνοιξη της Πράγας, στα πρώτα χρόνια της Κούβας, στον Τσε Γκεβάρα, στο παρισινό 1968, γνωρίζοντας ακριβώς ότι κι αυτό ήταν ουτοπία. Η παράνοια και η ουτοπία μας σώζουν, μας προφυλάσσουν από όλα. Ο Μάης του ’68 ήταν πολύ πιο χρήσιμη πολιτική αποτυχία, με το ιδεολογικό κενό που δημιούργησε, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη νίκη. Μάθαμε να κινούμαστε χωρίς να φοβόμαστε τις συνέπειες ή τις αντιφάσεις, να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας. Αντίθετα, είναι στο φόβο του κενού, στην επιθυμία καταστολής και του παραμικρού ρίσκου που θεμελιώνεται η εξουσία… Καμία ιδεολογία δεν προσδιόρισε τη γραφή της. Κάθε φορά που έγραφε ξεχνούσε κάθε ιδεολογία και κάθε αναφορά σε κουλτούρα.

3. Το ανέκφραστο πάθος και η ηδονοβλεψία της γραφής

3Ειδικό κεφάλαιο συζήτησης αφιερώνεται στο πάθος, που αν και υπήρξε το κατεξοχήν θέμα όλων των τεχνών, τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο να ειπωθεί και να περιγραφεί. Όταν έγραφε το βιβλίο της Ο εραστής ένοιωθε ένα είδος ευτυχίας. Το βιβλίο είχε βγει από το σκοτάδι, ένα σκοτάδι όπου είχε κρύψει την παιδική της ηλικία. Η συγγραφέας το χαρακτηρίζει ως ένα άγριο κείμενο, που έβγαλε την βίαιη πλευρά της· σαν το κινέζικο σώμα του που δεν της άρεσε, έδινε όμως ηδονή στο δικό της. Η γυναίκα του Moderato Cantabile και του Χιροσίμα αγάπη μου ήταν εκείνη, «εξουθενωμένη από το πάθος και μη μπορώντας να το εκφράσει με το λόγο», αποφάσισε να το γράψει, «σχεδόν με ψυχρότητα». Όσο για το βιβλίο της Έρωτας, αυτό που μένει είναι όλα εκείνα που μένουν μετέωρα, μέσα στο πάθος, δίχως την δυνατότητα να τα ονομάσεις. Το νόημα του βιβλίου βρίσκεται ολοκληρωτικά εκεί, σε αυτό τον ελλειπτικό λόγο. Άλλωστε, όπως λέει αλλού, τα βιβλία βγαίνουν ύστερα από μεγάλες, ατέλειωτες σιωπές.

Η ηδονοβλεψία, μια μόνιμη θεματική στο έργοmarguerite-duras-2-by-laura-grigorita[41378] της μοιάζει να θέλει να επικυρώσει την αδιάκοπη παρουσία ενός τρίτου που κοιτάζει το φούντωμα του πάθους σε ένα ζευγάρι, όπως ορθά παρατηρεί η ερωτούσα. Και πράγματι η συγγραφέας πιστεύει ότι ο έρωτας γίνεται με τρεις: ένα μάτι που κοιτάζει, την ώρα που η επιθυμία κυκλοφορεί από τον έναν στον άλλο. Αλλά εδώ κάνει μια ευφυή σύνδεση: θα αποκαλούσε τη γραφή τρίτο στοιχείο μιας ιστορίας. Άλλωστε, δεν συμπίπτουμε ποτέ τελείως με αυτό που κάνουμε, δεν είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά εκεί που νομίζουμε πως είμαστε. Ανάμεσα σ’ εμάς και στις πράξεις μας υπάρχει μια απόσταση, τα πάντα γίνονται εξωτερικά. Τα πρόσωπα κοιτάζουν ξέροντας ότι τα κοιτάζει κι αυτά κάποιος άλλος.

4. Ο ανεπαρκής λόγος, ο ελλειπτικός λόγος

5Υπάρχει μια αίσθηση ανείπωτου στα κείμενα της Ντυράς: κενά από το ένα απόσπασμα στο άλλο, διαλείψεις του λόγου, μια νέα σημειωτική, μια νοσταλγία για τη χαμένη μυθοπλασία. Η σιωπή, η συγκράτηση, αυτό που αποσιωπάται ή απλώς αναφέρεται υπαινικτικά, ο ανώφελος λόγος, μια ενύπαρκτη αδυναμία να φτάσεις τον άλλον. Τελικά οι σιωπές που τέμνουν τον λόγο έχουν δυνατότητα επικοινωνίας μεγαλύτερη απ’ οποιουδήποτε λόγου; Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι ένα ανεπαρκές και ψεύτικο μέσο έκφρασης της επιθυμίας.

duras1Θεωρούμε συχνά ότι ο χρόνος της ζωής διακόπτεται από τα γεγονότα: στην πραγματικότητα αγνοούμε την εμβέλειά τους. Εκείνο που μας ξαναδίνει τη χαμένη σημασία τους είναι η μνήμη. Εντούτοις, όλα όσα παραμένουν ορατά, ή μπορούν να ειπωθούν, είναι συχνά περιττά, επιφανειακά, η εξωτερική πλευρά της εμπειρίας μας. Τα υπόλοιπα παραμένουν στο εσωτερικό, σκοτεινά, δυνατά, σε τέτοια βαθμό ώστε να μην μπορούν να αναφερθούν. Όσο εντονότερα είναι τα πράγματα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βγουν ολοκληρωτικά στην επιφάνεια. Το να δουλεύω με τη μνήμη, με την κλασική έννοια, δεν με ενδιαφέρει: δεν έχουμε να κάνουμε με αρχεία από όπου αντλούμε δεδομένα κατά βούληση. Ακόμα και η πράξη να ξεχνάμε, είναι απολύτως απαραίτητη: αν το 80% από όσα μας συμβαίνουν δεν ήταν απωθημένα, η ζωή μας θα ήταν ανυπόφορη. Η αληθινή μνήμη είναι η λήθη, το κενό: αυτή που μας επιτρέπει να μην ενδίδουμε στην τυραννία της ανάμνησης, στους δυσβάσταχτους πόνους που ευτυχώς έχουμε ξεχάσει. [σ. 70 – 71]

DurasΗ γραφή της Ντυράς αγνοεί και την γραμμικότητα ή την χρονική ακολουθία· εκμηδενίζει κάθε ενότητα πράξης και τοπίου ενώ ακολουθεί μια συνεχή συγχρονία, όπου σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί η συνάντηση με κάποιο άλλο που εκτυλίσσεται αλλού. Ο χρόνος της ιστορίας συμπίπτει με την άμεση αποκατάσταση ενός εσωτερικού χρόνου και με την απελευθερωμένη ροή μιας πράξης σύμφωνα με τις διάφορες χωροχρονικές συντεταγμένες.

5. Τα γεγονότα ως κύκλοι στο νερό …

Τα γεγονότα της ζωής μας δεν είναι ποτέ μοναδικά και δεν διαδέχονται το ένα το άλλο με μονοσήμαντο τρόπο, όπως θα θέλαμε. Πολλαπλά, ακατανίκητα, αναμεταδίδονται αενάως στη συνείδηση, πηγαινοέρχονται από το παρελθόν μας στο μέλλον, καθώς διαχέονται σαν τη ηχώ, σαν τους κύκλους στο νερό, και εναλλάσσονται κάθε φορά μεταξύ τους. [σ. 76]

Το προσωπικό της σpg056-01τοίχημα υπήρξε ακριβώς η αποκρυπτογράφηση αυτού «που υπάρχει ήδη μέσα μας σε αρχέγονη κατάσταση, δυσερμήνευτο για τους άλλους», στο χώρον που αποκαλεί «χώρο του πάθους». Κάπου εδώ θυμάται και την γνωστή παλιά προσταγή: είναι ανάγκη να στρωθείς στο γράψιμο χωρίς να ξέρεις ακόμα τι θα γράψεις – η ίδια η γραφή εκφράζει αυτήν την άγνοια, αυτήν την αναζήτηση του σκοτεινού χώρου όπου συσσωρεύεται το σύνολο των εμπειριών. Οι συγγραφείς, άλλωστε, δίνουν μορφή σε αυτό που οι άλλοι αισθάνονται με ασάφεια· ένας λόγος παραπάνω να τους κυνηγούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ιδού το έργο της λογοτεχνίας: να αναπαραστήσει το απαγορευμένο· να πει αυτά που δεν λέγονται κανονικά.

6 …και το κενό ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη

Ακριβώς σε αυτά τα ελλειπτιNEAUPHLE LE CHATEAU: HOUSE OF MARGUERITE DURASκά σχήματα είναι απαραίτητη μια σχεδόν ερωτική συνενοχή ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, που να ξεπερνάει την απλή κατανόηση των προτάσεων και μόνο. Αυτό που δεν έπαψε να ενδιαφέρει την Ντυράς ήταν η μελέτη του ραγίσματος, των δυσαναπλήρωτων κενών που χωρίζουν τη λέξη από την πράξη, τα κατάλοιπα ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που αποσιωπάται ή περιχαρακώνεται σε ιστορίες ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Το μάθημα, άλλωστε του Εραστή ήταν αρκετό: στην προσπάθειά της ονομάσει εκείνη την ιστορία βγάζοντάς την από το πρωταρχικό και ιερό σκοτάδι, η γλώσσα σκοτώνει κάθε πάθος, το οριοθετεί, το μειώνει. Σε μια γνωστή αποστροφή της, η συγγραφέας λέει ότι δεν είναι το σεξ αυτό που την ενδιαφέρει, αλλά εκείνο που βρίσκεται στη ρίζα του ερωτισμού, η επιθυμία· αυτό που δεν μπορούμε, ίσως και να μην πρέπει, να κατευνάσουμε με το σεξ. Σε άλλη της συνομιλία, όπως αναφέρεται στις υποσημειώσεις, είχε δηλώσει: Εκείνο που μετράει δεν είναι η ερωτική πράξη, είναι να έχεις επιθυμία. Το πόσοι άνθρωποι κάνουν έρωτα χωρίς επιθυμία, φτάνει πια.

4 - tumblr_mvhupk3w6y1qd0hmpo1_500Και τελικά, αυτή η ιέρεια της γραφής δεν παύει να υποστηρίζει ότι τα πράγματα που μας ανήκουν περισσότερο από όλα περνούν από εκεί ακριβώς: από τον προφορικό, άμεσο λόγο, να πιστεύει ότι εκείνο που αποφασίζει για μας δεν είναι η θέλησή μας αλλά η ακούσια μνήμη και να επιμένει ότι πρέπει τα βιβλία να απελευθερωθούν τα βιβλία από το κλουβί της γραφής, να γίνουν ζωντανά και ικανά να κυκλοφορήσουν, να κάνουν τους ανθρώπους να ονειρευτούν. Κάπου εκεί εκφράζει την ωραία έκπληξη της έμπνευσης ενός συγκροτήματος από το Hiroshima mon amour. Φυσικά πρόκειται για τους περίφημους «νεοκυματικούς» τότε Ultravox, που πιστά αρχίσαμε να ακολουθούμε στις αρχές εκείνου του ηλεκτρονικού νέου ροκ, προτού αγαπήσουν κι αυτοί τα ανοιχτά στάδια. Πού να γνωρίζαμε κι εμείς τότε, ότι σχεδόν σαράντα χρόνια μετά θα συνεχίζαμε να απολαμβάναμε την γραφή της ηθικής αυτουργού αλλά και κάθε της λόγο σε αυτό το τόσο απολαυστικό διαλογικό βιβλίο. Somehow we drifted out so far, communicate like distant stars….

Εκδ. Ολκός, 2013, μτφ. Βάσω Μέντζου, σελ. 189, με 79 σημειώσεις του/της Ρενέ ντε Σεκαττί [Marguerite Duras, La passion suspendue. Entretiens avec Leopoldina Pallotta della Torre, 2013]

ΥΓ. Εμπνευσμένος από την Marguerite Duras και αφιερωμένος στο πρόσωπό της ήταν και ο δίσκος Hommage a Duras που κυκλοφόρησαν Οι αγαπημένοι μας Δίσκοι του Λυκόφωτος το 1987, με συμμετοχές των Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti Column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά.

24
Ιολ.
14

Ρεϊμόν Ραντιγκέ – Ο διάβολος στο κορμί

1Ο πόλεμος ως προϋπόθεση ευτυχίας

«Οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή θα ήταν παιδική χίμαιρα να εύχομαι το θάνατο του άντρα της, αλλά τώρα αυτή η ευχή γινόταν τόσο ένοχη όσο αν τον είχα σκοτώσει. Χρωστούσα στον πόλεμο την ευτυχία που μόλις άρχιζε· περίμενα χάρη σ’ αυτόν ν’ αποκορυφωθεί. Ήλπιζα πως ο πόλεμος θα διευκόλυνε το μίσος μου, όπως ένας άγνωστος που διαπράττει το έγκλημα στη θέση μας». [σ. 67]

Ιδού ο αντίποδας της μυθολογίας του πολέμου, το αντίθετο άκρο του ηρωισμού, η μέγιστη απομάκρυνση από τις εθνικές εξάρσεις και το πατριωτικό χρέος: η απροκάλυπτη εξομολόγηση ενός μυθιστορηματικού ήρωα για την οφειλή του στον πόλεμο ως πρωταρχικού παράγοντα για την ευτυχία του. Πρόκειται για την ευτυχία του έρωτα, που ο πρωτοπρόσωπος δεκαεξάχρονος αφηγητής ζει με την δεκαεννιάχρονη Μάρθα, σύζυγο ενός στρατιώτη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πέρα από το «σκανδαλώδες» και «ανεπίτρεπτο» της ερωτικής σχέσης μεταξύ ενός μαθητή και μιας παντρεμένης γυναίκας, που προφανώς προκάλεσε στην εποχή του ιδιαίτερο σάλο, το έργο απερίφραστα θέτει τον έρωτα πάνω από οποιαδήποτε άλλη αξία, ακόμα κι εκείνη frontτην ανθρώπινης ζωής. Οι εραστές δεν βρίσκουν απλώς την ιδανική ευκαιρία να ευτυχήσουν χάρη στην απουσία του συζύγου στον πόλεμο αλλά και απερίφραστα επιθυμούν την παράτασή της· ο μαινόμενος πόλεμος αποτελεί προαπαταιούμενο για την ανεμπόδιστη ερωτική τους σχέση. Η βίωσή της περιφρονεί την κοινή γνώμη και αδιαφορεί για τις συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσης· η μόνη ηθική που αναγνωρίζεται είναι αυτή του έρωτα.

Μόνος αντίπαλος είναι ο χρόνος σε όλες του τις κλίμακες, από την μικρότερη (η ακύρωση των στρατιωτικών αδειών συνεπάγεται ακόμα περισσότερες κοινές στιγμές) έως την μεγαλύτερη (η λήξη του πολέμου θα σημάνει το τέλος της σχέσης) – και εδώ χάσκει ένα προαιώνιο ζήτημα. Αντίστροφα, από το τέλος του χρόνου ξεκινάει η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος [Claude Autant – Larra, 1947]: ο αφηγητής περιπλανιέται με διάχυτη θλίψη στο Παρίσι που μόλις απελευθερώνεται και ξεχειλίζει από κλίμα ευφορίας και πανηγυρισμών. Η ανελέητη καταδίωξη του χρόνου και από τον χρόνο εμπνέει τον συγγραφέα για μια σειρά σχετικών συλλογισμών πάνω στην διάρκεια της ευτυχίας και της ηδονής.

diavolo_in_corpo_g_rard_philipe_claude_autant_lara_007_jpg_mvmtΈχουμε άραγε εδώ έναν μέχρις εσχάτων ερωτικό ιδεαλισμό; Μα όχι, ο αφηγητής γνωρίζει τις αυταπάτες του έρωτα και φροντίζει να τις θυμάται συχνά, κάποτε με ιδιαίτερη ειρωνεία: «Ξέραμε ότι ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και ότι όλοι οι εραστές, ακόμα και οι μετριότεροι, νομίζουν ότι καινοτομούν». «Ο έρωτας είναι ο εγωισμός που μοιράζονται δυο άνθρωποι, γι’ αυτό και θυσιάζει τα πάντα στο βωμό του και ζει με το ψέμα». Ούτως ή άλλως, καθημερινά μάχεται στο δικό του πολεμικό πεδίο με όλες οι αγωνίες ενός ερωτευμένου ανθρώπου: την επιθυμία της υποταγής, τον ανταγωνισμό της εξουσίας, την αγωνία της διάρκειας.

Raymond Radiguet endormi, dessin de Jean Cocteau 1922Το βιβλίο εκδόθηκε το 1923, το έτος που ο συγγραφέας πέθανε σε ηλικία είκοσι τριών ετών, έχοντας ήδη εξομολογηθεί ότι έζησε μια ανάλογη προσωπική ιστορία. Έγραψε ποίηση, θέατρο κι ένα ακόμα μυθιστόρημα, υπήρξε θερμός αναγνώστης του Λοτρεαμόν, του Μαλλαρμέ, του Ρεμπώ, του Σταντάλ και του Προυστ, έζησε για πέντε χρόνια το μποέμικο μεσοπολεμικό Παρίσι, συνδέθηκε με τον Ζαν Κοκτό, έγραψαν μαζί ένα λιμπρέτο. Η γραφή του εδώ αγνοεί τους νεωτερισμούς της εποχής και επιλέγει με τον πιο απλό και ρεαλιστικό τρόπο να γράψει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και μαθητείας, κάποτε με ιδιαίτερη αποφθεγματική διάθεση: «Τις πιο μεγάλες απολαύσεις δεν τις αντλούμε από το καινούργιο αλλά από αυτό που μας έχει γίνει συνήθεια». «Άρχισα να απελπίζομαι γιατί κατάλαβα πως μόνο ο έρωτας μας δίνει δικαιώματα πάνω σε μια γυναίκα». «Καμιά ηλικία δεν ξεφεύγει από την αφέλεια, ούτε καν τα γηρατειά».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μια άλλAmadeo-Modigliani-Portrait-of-Beatrice-Hastings-and-Portrait-of-Raymond-Radiguetη, εξίσου παράπλευρη οπτική της ζωής πίσω από τον πόλεμο, πέρα και από την παιδική οπτική («Κι όσοι ήδη με αντιπαθούν, ας θυμηθούν τι σήμαινε ο πόλεμος για πάρα πολλά μικρά αγόρια: τέσσερα χρόνια μεγάλων διακοπών»). Ο αφηγητής αναφέρει ένα δραματικό περιστατικό: μια νεαρή υπηρέτρια έχει βρεθεί στη στέγη του σπιτιού όπου εργάζεται, διαμαρτυρόμενη για την κακομεταχείριση από τους κυρίους της, ενώ εκείνοι παριστάνουν τους απόντες στο εσωτερικό του σπιτιού. Η γυναίκα «βηματίζει πέρα δώθε σαν να κάνει βόλτα στη γέφυρα ενός σημαιοστολισμένου πλοίου», ενώ «οι φωτεινές λυχνίες μπροστά της σχημάτιζαν μια πραγματική ράμπα». Αργότερα, όταν οι βιαστικοί περαστικοί δεν της αφιερώνουν παρά ένα λεπτό, εκείνη μοιάζει «με μοναχική καπετάνισσα κουρσάρων που έχει μείνει ολομόναχη σ’ ένα καράβι που βουλιάζει». Ο αφηγητής τονίζει πως αν επιμένει σ’ ένα τέτοιο επεισόδιο είναι γιατί βοηθάει να καταλάβει κανείς καλύτερα την παράξενη εποχή του πολέμου αλλά και πόσο αναζητούσε σε κάθε περίσταση «την ποίηση των πραγμάτων».

Εκδ. Ροές, 2014, Β΄ έκδοση μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Σοφία Κορνάρου – Βιργινία Γαλανοπούλου, 191 σελ. [Α΄έκδ: εκδ. Printa, 2003], [Raymond Radiguet, Le Diable au corps, 1923].

Πρώτη δphoto-Le-Diable-au-corps-Il-Diavolo-in-corpo-1985-3ημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Στις εικόνες: Το σχέδιο του κοιμώμενου συγγραφέα είναι του Jean Cocteau (1922). Το πορτραίτο της Βεατρίκης και του Ραντιγκέ είναι του Amadeo Modigliani [Portrait of Beatrice Hastings and Portrait of Raymond Radiguet]. Η αφίσα είναι από την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της ταινίας (βλ. παραπάνω), ενώ η τελευταία είναι από την δεύτερη, σε σκηνοθεσία του Marco Belocchio (1986).

17
Ιον.
14

Μαρκήσιος ντε Σαντ – Ζυστίν ή οι δυστυχίες της αρετής

Οι deSade-justine-coverPRπολλαπλές αναγνώσεις του σαδισμού

Αποδείξαμε ότι οι μοναχικές αποκλίνουσες ηδο­νές είναι εξίσου απολαυστικές με τις άλλες και, μά­λιστα, πολύ πιο εξασφαλισμένες. Επομένως, η από­λαυση, αν την εξετάσουμε ανεξάρτητα από το αντι­κείμενο που μας χρησιμεύει, όχι μόνον απέχει πολύ απ’ οτιδήποτε μπορεί να αρέσει στο αντικείμενο, αλλά είναι και αντίθετη προς τις δικές του ηδονές. Προχωρώ ένα βήμα παραπέρα: η απόλαυση μπορεί να αντληθεί κατ’ εξοχήν μέσω της πρόκλησης πό­νου στον άλλο, μέσω της κακομεταχείρισής του και της υποβολής του σε μαρτύρια – μη σου φαίνεται παράξενο-, με μόνο σκοπό την αύξηση της ηδονής του αφέντη που προστάζει τέτοιες πρακτικές. Ας προ­σπαθήσουμε τώρα να το αποδείξουμε. [σ. 272]

DesadeJustine1Μπορεί σήμερα να διαβαστεί το έργο του ντε Σαντ και με ποιους τρόπους μας αφορά; Είναι δυνατόν η ανάγνωσή του να μας προσφέρει μια πλήρη εικόνα του κόσμου την εποχή κατά την οποία γράφτηκε; Συνομιλεί καθόλου με την σύγχρονη συγκυρία ή αποτελεί απλώς ένα μνημειωμένο έργο αναφοράς; Τι είδους αναγνωστικό ενδιαφέρον και τι πνευματικό νόημα μπορεί να έχει η ιστορία της Ιουστίνης, μιας νεαρής γυναίκας που εκτίθεται ανυπεράσπιστη στην κοινωνία, γίνεται υποχείριο εκμετάλλευσης και εξευτελισμών και καταλήγει σ’ ένα μοναστήρι όπου υφίσταται πάσης φύσεως βιασμούς, σεξουαλικά βασανιστήρια και ψυχολογικές ταπεινώσεις, που υποβάλλεται σε κάθε είδους διαστροφές και «διαστροφές»; Κι όμως, είναι ακριβώς σήμερα όπου η Ιουστίνη είναι ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί λοιπόν ο αναγνώστης…

Marquis_De_Sade_by_ScreetownGhost…να διαβάσει το βιβλίο ως οργανικό μέρος του προ- και νεωτερικού διαλόγου για την ανθρώπινη φύση· ενός διαλόγου που μέχρι σήμερα ταλανίζει την ερμηνεία του κακού· να διχαστεί ανάμεσα στο κατά Χομπς έμφυτο του κακού στην ανθρώπινη φύση και στην ακριβώς αντίθετη θέση του Ρουσσώ. Να ανοίξει τα μάτια του απέναντι στο φοβερό ενδεχόμενο της επιλογής του κακού από αμέτρητους ανθρώπους, στην οποία σήμερα συνεχίζουμε να εθελοτυφλούμε. Να συλλογιστεί πάνω στα μη- όρια της ανθρώπινης φύσης και στην απόλυτη σχετικότητα θεμελιωδών εννοιών όπως η αρετή, η απόκλιση, η διαστροφή, ο έρωτας, η ευχαρίστηση, η υποταγή. Να τεθεί στο μέσο της διαμάχης ανάμεσα στην επικράτηση του ενστίκτου ή του ορθού λόγου, στην υπηρέτηση του πάθους ή την υπηρεσία του ιδανικού, ανάμεσα στις δυο αντιδιαμετρικά αντίθετες στάσεις ζωής, ανάμεσα στην αρετή και την ακολασία, την εγκαρτέρηση και την έκλυση.

MessenoireΝα το διαβάσει ως κείμενο που βρίσκεται στον αντίποδα της θρησκείας, που συνάμα την παρωδεί με ανελέητο τρόπο, ακόμα και με την ίδια την μορφή της γραφής: ως ένα χριστιανικό μαρτυρολόγιο (το μοναστήρι ως τόπος, οι βασανιστές ως διάβολοι, τα μαρτύρια ως δοκιμασία, οι εξαντλητικές περιγραφές τους ως θεμελίωση της διδασκαλίας) αλλά και ως μια ειρωνική αγιολογία της Ζυστίν που ακριβώς λόγω της καρτερίας και της καθαρότητάς της παρά την υποταγή της εμπνέει για ιδιαίτερη λατρεία – άλλη μια ομοιότητα με την αγιογραφίες των μαρτύρων των περισσότερων θρησκειών. Και πάνω απ’ όλα ως καυστική κριτική για την υποτίμηση και τον εξευτελισμό του σώματος στην χριστιανική κοσμοθεωρία αλλά και τον μισογυνισμό της χριστιανικής εκκλησίας.

Η συγκίνηση της λαγνείας δεν είναι τίποτε άλλο πα2875417_bukobjectρά ένα είδος δόνησης που παράγεται στην ψυχή μας μέσω των παλμών τους οποίους η φαντασία προκαλεί στις αισθήσεις μας με την ανάμνηση του αντικειμένου της λαγνείας…Έτσι, η λαγνεία μας, αυτό το ανεξήγητο γαργαλητό που μας οδηγεί σε παρεκτροπές, που μας με­ταφέρει στην ψηλότερη κορυφή ευτυχία; όπου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, μπορεί να προκληθεί με δύο τρόπους. Είτε όταν αντιληφθούμε ότι το αντικείμενο που χρησιμοποιούμε διαθέτει πραγματικά ή στη φαντασία μας το είδος της ομορφιάς που μας ευφραίνει περισσότερο, είτε όταν δούμε αυτό το αντικεί­μενο να βιώνει την ισχυρότερη δυνατή αίσθηση. Κι όμως, αίσθηση πιο ζωηρή από τον πόνο δεν υπάρχει. Οι εντυπώσεις που προκαλεί ο πόνος είναι βέβαιες, δεν είναι καθόλου παραπλανητικές όπως οι εντυπώσεις της ηδονής, που μονίμως τις υποκρίνονται …[σ. 273]

Justine_ou_les_Malheurs_de_la_vertu_(ménage_à_trois)Να αντιληφθεί τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται ο ερωτισμός και οι πρότυπες συμπεριφορές του· να δει ξεκάθαρα την σκοτεινή δίοδο που συνδέει τον ερωτισμό με την βία αλλά και το ενδεχόμενο της αδυναμίας της απόλαυσης της σάρκας εξαιτίας των αιωνόβιων απαγορεύσεων και καταπιέσεων. Να αποδεχτεί, ανεξάρτητα από την δική του θέση, την σεξουαλικότητα ως μια απόλυτη αλήθεια σε κάθε άνθρωπο· να αντιληφθεί το ανθρώπινο σώμα ως τόπο όπου δεν χωρεί ο ορθός λόγος και οι ηθικές επιταγές.

Να συλλογιστεί πάνω στην φιλοσοφία του Ντε Σαντ ως απόλυτη κατάφαση της προσωπικής ηδονής του κάθε ανθρώπου, μιας ηδονής που δεν γνωρίζει άλλη ηθική από την δική της και δεν λογοδοτεί πουθενά, προτείνοντας ακόμα – σε αντίθεση με ό,τι συχνά φαίνεται και παρά τις εμφανείς αντιφάσεις– ακόμα και την πλήρη ισότητα και αμοιβαιότητα ανάμεσα στην επικράτηση των ατομικών επιθυμιών. Να επεκτείνει την παραπάνω φιλοσοφική παραδοχή ως μόνη και απόλυτη tumblr_m3bmdt1W981r62zy2προϋπόθεση πλήρους ελευθερίας, που αγνοεί κάθε είδους κοινωνικό θεσμό και κάθε μορφή εξουσίας και καταναγκασμού, ως το ενδεχόμενο της ανυπακοής σε κάθε εκτός σώματος επιταγή.

Να το διαβάσει ως ανάγνωσμα που επανήλθε στα ελευθέρια τέλη της δεκαετίας του ’60, όπου η σεξουαλική απελευθέρωση είτε στους δρόμους του επαναστατημένου Παρισιού, είτε στα κοινόβια των απανταχού χίππις και ψυχεδελιστών αναζητούσε ανάλογα έργα. Να αναζητήσει τα κείμενα των διανοητών που την ίδια εποχή αλλά και προγενέστερα θεωρητικοποίησαν τα διονυσιασμένα πάθη και τις μύριες παρεκτροπές τους, από τον Φουκό και τον Λακάν, μέχρι τον Μπλανσό και τον Μπατάιγ, τον Κλοσόφσκι και τον Ονφρέ.

Να το διαβάσει ως απόλυτα καλλιγJustineραφημένο λογοτέχνημα, αναζητώντας εντός του και τους κανόνες της ερωτικής λογοτεχνίας, της ψυχολογίας, του γοτθικού μυθιστορήματος ή του μυθιστορήματος τρόμου, της φιλοσοφικής πραγματείας, της πολιτικής καταγγελίας, της πορνογραφίας, της αισθησιακής αισθητικής. Να το απολαύσει ως εξαιρετικό λογοτέχνημα, που τηρεί μια σειρά τεχνικών ώστε να ελκύει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Να το διαβάσει ως δική του αναγνωστική, ψυχολογική και συνειδησιακή δοκιμασία, δοκιμάζοντας τις αντοχές του απέναντι στα ίδια τα γραφόμενα αλλά και στην απόλαυση των περιγραφομένων από τους ίδιους τους φορείς.

quillsΝα το διασχίσει ως μια ιστορία του σώματος, των παθών της σάρκας και των βασάνων που υφίσταται σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία. Ή ως μια απροκάλυπτη πρόκληση στα ήθη και στα πρέποντα, ακόμα και ως εγχειρίδιο πάνω στο ακρότατο είδος ηδονής, εκείνο που αφορά την καταστροφή της ίδιας της ζωής και την τελετουργία του θανάτου. Να συμπαθήσει την Ιουστίνη ως υποκείμενο απόλυτης ψυχικής αντίστασης σε κάθε είδους βιασμό και εξαχρείωση, ακόμα και όταν – ή κυρίως όταν – η άρνηση της υποταγής της ακριβώς αυξάνει τους βασανισμούς και την κακομεταχείριση.

tumblr_mji7g6d9251s4pbxso1_1280Να επιστρέψει στην περίοδο που γράφτηκε και να το διαβάσει ως ένα μνημείο λόγου μιας εποχής όπου η Ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει οριστικά την οπίσθια πορεία της, ως ένα λογοτέχνημα που γράφτηκε λίγο πριν την Γαλλική Επανάσταση, υπονοώντας εκείνα που την προκάλεσαν και προοιωνίζοντας εκείνα που θα αλλάξουν. Να μην αγνοήσει την εντός του έργου αντανάκλαση του συγγραφέα, ως ένα κάτοπτρο των δικών του διώξεων, εξευτελισμών και φυλακίσεων που αποτέλεσαν το τίμημα του ελεύθερου λόγου του και της επιθυμία για συνέπεια λόγων και πράξεων· ως το ύστατο μέσο έκφρασης της αλήθειας ενός συγγραφέα που έζησε κυνηγημένος, καταδικασμένος σε θάνατο, έγκλειστος σε άσυλα, μισητός τοις πάσι.

Η Ζυστίν/Ιουστίνη αποτελεί την τελική εκδοχή ενός έργου που άρχισε να γράφεται το 1787 στην Βαστίλη και ολοκληρώθηκε ως Νέα Ιουστίνη το 1791. Η έκδοση του βιβλίου οδήγησε οδηγώντας τον συγγραφέα ξανά στη φυλακή και το βιβλίο στην καταστροφή. Η έκδοση περιλαμβάνει τις γκραβούρες του 1797.

«Σας 1041129426ξαναρωτώ: είμαστε μήπως κύριοι των γού­στων μας; Δεν οφείλουμε να υποκύπτουμε στις ορέ­ξεις που μας έχει δώσει η φύση, όπως το περήφανο κεφάλι της βαλανιδιάς λυγίζει στη μανία της θύελ­λας; Αν η φύση προσβαλλόταν από αυτά τα γούστα, δεν θα μας τα ενέπνεε. Είναι αδύνατον να μας έχει δώσει ένα συναίσθημα φτιαγμένο για να την προ­σβάλλει. Και με την ίδια απόλυτη βεβαιότητα μπο­ρούμε να αφεθούμε στα πάθη μας, όποια κι αν είναι, όσο βίαια κι αν είναι, σίγουροι ότι κάθε ατυχής αντίκτυπός τους ανήκει αναπόφευκτα στα σχέδια της φύσης, της οποίας δεν είμαστε παρά άβουλα όργανα. Και τι μας αφορούν οι επιπτώσεις; Όταν κάνεις κάτι και θέλεις να το χαρείς, δεν τίθεται ζή­τημα επιπτώσεων» [σ. 274 – 275]

Εκδ. Νεφέλη [Ερωτική λογοτεχνία], 2011, μτφ. Δημήτρης Γκινοσάτης, 544 σελ. [Μarquis de Sade, Justineou les Malheurs de la vertu, 1791]

03
Μάι.
14

Jean Genet – Τέσσερις ώρες στη Σατίλα

Η α278νταρσία των λέξεων

οι επαναστάσεις και τα απελευθερωτικά κινήματα γίνονται – ασαφώς – με σκοπό να βρούμε ή να ξαναβρούμε την ομορφιά, δηλαδή, το άψαυτο, το ακατονόμαστο, που το αποδίδουμε μ’ αυτή τη λέξη. Ή μάλλον όχι: λέγοντας ομορφιά εννοούμε μια γελαστή αναίδεια που τη χλευάζει η παλιά δυστυχία, τα συστήματα, και οι υπεύθυνοι γι’ αυτήν τη δυστυχία και την ντροπή· μια γελαστή αναίδεια όμως που αντιλαμβάνεται ότι η ρήξη, μόλις ξεπεραστεί η ντροπή, ήταν πολύ εύκολη. [σ. 42]

Ο Ζενέ επέστρεψε στην Μέση Ανατολή τον Σεπτέμβριο του 1982, ύστερα από απουσία δέκα ετών, για να συνοδεύσει στη Βηρυτό την φίλη του Λαϊλά Σαχίντ, υπεύθυνη της Επιθεώρησης Παλαιστινιακών Μελετών. Φτάνει στην πόλη σε μια κρίσιμη στιγμή για τον πόλεμο στον Λίβανο: οι Παλαιστίνιοι μαχητές έχουν καταφύγει στη Δυτική Βηρυτό και δέχονται να εγκαταλείψουν τη χώρα υπό την προστασία μιας πολυεθνικής Δύναμης Επέμβασης, ενώ οι παλαιστινιακοί καταυλισμοί αφοπλίζονται. Ο ίδιος βρίσκεται σε περίοδο κατάθλιψης αλλά και επώδυνης θεραπείας για τον καρκίνο, δεν έχει δημοσιεύσει τίποτα από το 1977, δεν έχει διάθεση να γράψει, έχει αφήσει στην άκρη το μεγάλο βιβλίο επί χρόνια για τους Παλαιστινίους.

sabra 16Η δολοφονία του νέου προέδρου της Δημοκρατίας του Λιβάνου και ηγέτη των κομμάτων της χριστιανικής δεξιάς Μπασίρ Τζεμαγιέλ στις 14 Σεπτεμβρίου δίνει την αφορμή στον ισραηλινό στρατό να παραβιάσει όλες τις προηγούμενες συμφωνίες και να μπει στη λιβανική πρωτεύουσα. Το ίδιο βράδυ περικυκλώνει τους συγκοινωνούντες παλαιστινιακούς καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα στον δυτικό τομέα της Βηρυτού και οι οποίοι είχαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 πληθυσμό περίπου 35.000 κατοίκους. Μετά από δυο μέρες επιτρέπεται σε οπλισμένες ομάδες με στολές διάφορων λιβανικών χριστιανικών πολιτοφυλακών να περάσουν στο εσωτερικό τους και να τα «καθαρίσουν» από τους τρομοκράτες. Ακολούθησε η γνωστή επιχείρηση μαζικής σφαγής: επί δυο μέρες και τρεις νύχτες εξοντώθηκαν χιλιάδες κάτοικοι του καταυλισμού.

Την ΚυριακήPalestinian Camp of Sabra and Chatila 19 Σεπτεμβρίου στις δέκα το πρωί ο Ζενέ μπαίνει στον καταυλισμό παριστάνοντας τον δημοσιογράφο και επί τέσσερις ώρες διατρέχει τα στενοσόκακα κάτω από έναν εξουθενωτικό ήλιο. Είναι η ώρα που οι μπουλντόζες του λιβανικού στρατού σκάβουν εσπευσμένα ομαδικούς τάφους. Η πρώτη του αίσθηση αφορά για άλλη μια φορά το πολυδιάστατο της προσωπικής εμπειρίας, σε αντίθεση με την φωτογραφία όπως και την τηλεοπτική οθόνη που έχουν μόνο δυο διαστάσεις, συνεπώς είναι αδιαπέραστες. Τα δρομάκια είναι τόσο στενά ώστε ακόμα κι ένα νεκρό παιδί μπορεί να φράξει τη δίοδο.

sabra 10Ο λογοτέχνης Ζενέ παρατηρεί τα νεκρά σώματα και αντιλαμβάνεται «την αισχρότητα του έρωτα και του θανάτου»: και στις δυο περιπτώσεις τα κορμιά δεν έχουν τίποτα πια να κρύψουν: στάσεις, συσπάσεις, σημάδια, ακόμα και σιωπές, όλα ανήκουν και στους δύο κόσμους. Γράφει για την αίσθηση πως βρίσκεται στο κέντρο μιας πυξίδας που οι ακτίνες της είναι εκατοντάδες νεκροί· πλησιάζει τα σώματά τους και βλέπει τον βασανισμό που προηγήθηκε, αναρωτιέται ποιοι να έφτασαν σε τέτοιο σημείο καθώς οι γελοίες χειρονομίες των νεκρών εξακολουθούν να παιδεύονται από σύννεφα μύγες μες τον ήλιο. Ζαλισμένος συνεχίζει το μακάβριο «κουτσό» του σ’ αυτό το επίπεδο νεκροταφείο τη στιγμή που οι εργολάβοι σπεύδουν να οικοδομήσουν το φιλέτο. Αναρωτιέται τι λείπει και συνειδητοποιεί πως αυτό είναι η προσωδία μιας προσοχής.

bw03901Σε αυτά τα χιλιάδες χιλιόμετρα στενοσόκακα έδρασαν αμέτρητοι δολοφόνοι και βασανιστές. Η αποφορά των νεκρών μοιάζει να βγαίνει από το δικό του κορμί. Τώρα τα περισσότερα κτίρια του Δυτικού Τομέα της Βηρυτού είναι ξεκοιλιασμένα ή έχουν κατακαθίσει, σαν κομμάτι μιλφέιγ ή σαν φυσαρμόνικα ή σαν λιβανέζικος αρχιτεκτονικός πλισές. Αν δεν υπάρχουν ρωγμές σε κάποια από τις τέσσερις πλευρές, τότε η βόμβα θα έχει πέσει στο κέντρο και το κλιμακοστάσιο με τον ανελκυστήρα θα είναι ένα βαθύ πηγάδι.

women fighters jordan 1970Ο συγγραφέας επιστρέφει στις μνήμες της πρώτης του επαφής με τον παλαιστινιακό κόσμο, όταν έμεινε στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς της Ιορδανίας από τον Οκτώβριο του 1970 ως τον Απρίλιο του 1971. Θυμάται την διαφορετική ομορφιά των τόπων, που οφειλόταν στην επικράτηση των γυναικών και των παιδιών. Συχνά οι κάτοικοι παραβίαζαν τα πατροπαράδοτα έθιμα: κοιτούσαν τους άντρες κατάματα, δεν φορούσαν φερετζέ, άφηναν τα μαλλιά του ακάλυπτα. Η επιθυμία απελευθέρωσης ήταν και προσωπική. Βρισκόμασταν στις παρυφές μιας προεπαναστατικής περιόδου και ταυτόχρονα πλέαμε σ’ έναν απροσδιόριστο αισθησιασμό. Η πάχνη που ξύλιαζε κάθε χειρονομία, ταυτόχρονα τη μαλάκωνε. Στα βουνά του Ατζλούν, του Σαλτ και του Ίρμπιντ ο αισθησιασμός των ανθρώπων απελευθερώθηκε με την ανταρσία και τα όπλα.

genet15Οι φράσεις που ο Ζενέ αφιερώνει στους φενταγίν των βουνών εμβολίζουν το ανελέητο οδοιπορικό στην ανθρώπινη σκληρότητα σαν νησίδες ονείρου. Μπορεί να περιγράψει κάποιος τα μυρωδιά του αέρα ή το χρώμα της γης και του ουρανού, αλλά ποτέ δεν θα καταφέρει να μεταδώσει εκείνη την ανάλαφρη μέθη ή τη λάμψη στα μάτια τους, γράφει χαρακτηριστικά. «Όλα ανήκαν σε όλους και καθένας ήταν μόνος του – ή ίσως και όχι». Αργότερα θα θυμηθεί τους Άραβες της Αλγερίας μετά τον πόλεμο με την Γαλλία: η νίκη τους είχε ομορφύνει, η αποτίναξη της ντροπής ακόμα περισσότερο. Σ’ εκείνα τα ιορδανικά χωριά με τις καταπράσινες βελανιδιές ο συγγραφέας βίωσε μια άλλη αίσθηση της ζωικής χαράς. Τώρα η ιορδανική περίοδος του μοιάζει σαν ονειροφαντασία και ξαναθυμάται το προαίσθημά του για το εύθραυστο του οικοδομήματος. Γνώριζε πως σύντομα στη θέση του χωραφιού με το κριθάρι θα βρεθεί μια τράπεζα και εκεί που ήταν το ταπεινό αμπελοχώραφο θα χτιστεί ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.

genet 1Ένα μήνα μετά την τραγική σφαγή ο συγγραφέας γράφει το κείμενο που θα δημοσιευτεί στην Επιθεώρησης παλαιστινιακών μελετών (τεύχος αρ. 6, 1983)· πρόκειται, κατά την άποψη του Γάλλου επιμελητή, για το σημαντικότερο πολιτικό και λογοτεχνικό κείμενο του έκτου τόμου των Απάντων του στις εκδόσεις Γκαλλιμάρ, όπου είναι συγκεντρωμένη η πολιτική αρθρογραφία του και οι συνεντεύξεις του. Ο Ζενέ γράφει εν θερμώ πάνω στην προσωπική του εμπειρία ενός από τα τραγικότερα συμβάντα της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Υπήρξε από τους ελάχιστους επισκέπτες του εφιαλτικού τόπου και συνομίλησε με επιζώντες, καταγράφει το παρασκήνιο σε μια εποχή που ο ίδιος ευρωπαϊκός Τύπος φρόντισε να απαλλάξει το Ισραήλ από κάθε κατηγορία.

gaza 1 (1) copiaΤο Ισραήλ είχε δεσμευτεί να μην πατήσει το πόδι του στη Δυτική Βηρυτό· ο Ρέηγκαν έστειλε επιστολή στον Αραφάτ με την ίδια υπόσχεση. Μιττεράν και Περτίνι έδωσαν την ίδια διαβεβαίωση. Αμερικανοί, Γάλλοι και Ιταλοί ειδοποιήθηκαν «να ξεκουμπιστούν εν πάση μεγαλοπρεπεία». Το πεδίο ήταν πλέον ελεύθερο και ο ισραηλινός στρατός άφησε να κάνουν άλλοι τη «βρομοδουλειά»· ενθάρρυνε τους εισβολείς, τους έδινε φαγητό και ποτά, φώτιζε τα στρατόπεδα τη νύχτα. Οι ισραηλινοί στρατιώτες διατείνονται πως δεν άκουσαν ούτε υποπτεύθηκαν το παραμικρό. Αναρωτιέται ο Ζενέ, άραγε η σφαγή έγινε μέσα σε ψιθύρους ή απόλυτη σιωπή; Το Ισραήλ θα αποτινάξει εύκολα όλες τις κατηγορίες, με την βοήθεια και των ευρωπαίων διαμορφωτών της κοινής γνώμης. Άλλωστε το ίδιο το κράτος εμφανίστηκε να ερευνά το συμβάν και θεώρησε πως και μόνο το γεγονός αυτό υποδεικνύει την αθωότητά της. Kαι ήταν και καιρός να ξεκινήσει ο σχεδιασμός ανοικοδόμησης του οικοπέδου: «πέντε εκατομμύρια παλιά γαλλικά φράγκα το τετραγωνικό μέτρο».

tumblr_lyhib725X11ql8slko1_1280_Στην συνέντευξη – συνομιλία με τον δημοσιογράφο ο Ζενέ εξομολογείται πως ξαναβρήκε τον πραγματικό εαυτό του σε δυο επαναστατικά κινήματα, στους Μαύρους Πάνθηρες και τους Παλαιστίνιους, πως πηγαίνει όπου του ζητούν χωρίς να γνωρίζει πάντα την κατάσταση και πως έγραψε το αφήγημά του όχι με δικές του ιδέες αλλά με τις δικές του λέξεις. Συχνά γίνεται ειρωνικός όταν διαπιστώνει πως ο δημοσιογράφος επιχειρεί να εκμαιεύσει απαντήσεις που επιθυμεί ή απλώς να προβοκάρει την συζήτηση. Στην παρατήρησή του για την ματαιότητα κάθε αισιόδοξης προσδοκίας απαντάει: και τι δεν είναι μάταιο σε αυτόν τον κόσμο; Κι εσείς θα πεθάνετε, κι εγώ θα πεθάνω, κι αυτοί θα πεθάνουν…και, αργότερα, στην ερώτηση τι νόημα έχει μια επανάσταση ή ακόμα και μια εξέγερση σ’ έναν κόσμο τόσο πολύ μοιρασμένο ανάμεσα σε υπερδυνάμεις απαντάει: ακόμα κι αν ο κόσμος είναι μοιρασμένος … είναι αναγκαία η ανταρσία κάθε ανθρώπου. Κάνουμε μικρές καθημερινές ανταρσίες. Μόλις δημιουργούμε μια ελάχιστη αταξία, δηλαδή μόλις δημιουργούμε τη δική μας μοναδική τάξη, κάνουμε μια ανταρσία. [σ. 67]

genet1 alberto gacomettiΕκδ. Ύψιλον/βιβλία, 2013, μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, σελ. 89 [Quatreheures à Chatila, 1982]. Περιλαμβάνεται εισαγωγικό σημείωμα του Γάλλου επιμελητή και πλήρες παράρτημα με δεύτερο, εκτενέστερο σημείωμα του Γάλλου επιμελητή, συνέντευξη στον Ρούντιγκερ Βίσενμπαρτ και την Λαϊλά Σαχίντ Μπαραντά και σημείωμα του μεταφραστή. Ας σημειωθεί πως μια πρώτη εκδοχή της μετάφρασης έγινε ύστερα από επείγουσα παραγγελία του Άγγελου Ελεφάντη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Πολίτης (τ. 60, Μάιος 1983), ελάχιστους μήνες μετά την δημοσίευση του πρωτότυπου.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 39 (φθινόπωρο 2014).

Σημ. Από τα γνώριμά μας μουσικά πεδία, οι μεσανατολίτες ηχητικοί πειραματιστές Muslimgauze έχουν βέβαια τους δικούς τους ήχους για Sabra και Satila. Περισσότερο υποβλητικοί, ως συνηθίζουν, γίνονται στα Mosaic Palestine, Every grain of Palaistinian Sand και All the Stolen Land of Palestine.

15
Νοέ.
13

Pierre Assouline – Βίοι του Ιωβ

ex_iovΗ σιωπή είναι ορισμένες φορές ισοδύναμη του ψεύδους, γιατί μπορεί να ερμηνευτεί σαν αποδοχή. Δεν θα μπορούσα να επιζήσω ενός διαζυγίου μεταξύ των λόγων μου και της συνείδησής μου, που ανέκαθεν είχαν εξαιρετική μεταξύ τους σχέση. […] Θα νικήσετε, αλλά δεν θα πείσετε. Θα νικήσετε γιατί υπερέχετε σε ζωώδη δύναμη, δεν θα καταφέρετε όμως να μεταπείσετε γιατί μεταπείθω σημαίνει πείθω. Και για να πείσεις χρειάζεται να διαθέτεις αυτό που σας λείπει: το δίκαιο και το ορθό στον αγώνα σας. [σ. 258 – 260]

Τον Οκτώβριο του 1936 ο φιλόσοφος Μιγκέλ ντε Ουναμούνο δίνει μια διάλεξη στο πανεπιστήμιο παρουσία στρατηγών και υπουργών του Φράνκο. Με το κουράγιο του ηλικιωμένου ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να χάσει, με την αυστηρή αταραξία του στοχαστή, τον ήρεμο ηρωισμό εκείνου που έχει αποφασίσει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του μέχρι τέλους βγάζει ένα συγκλονιστικό λόγο και κατέρχεται από το βήμα μέσα σε μια θανατερή σιωπή. Δεν έχει σωθεί ούτε ίχνος από την πρωτότυπη ομιλία του αλλά απομένουν οι μαρτυρίες που ο Ασουλίν συνθέτει σ’ ένα κείμενο, υποστηρίζοντας πως στην ομιλία της Σαλαμάνκα αντηχεί η άρνηση του Ιωβ. Το μνημειώδες όχι ταυτίζεται με καθαίρεση από την θέση του και με επιβεβλημένο κατ’ οίκον περιορισμό. Η επερχόμενη βαρβαρότητα εξεγείρει και κατόπιν καταβάλλει τον ντε Ουναμούνο, που δεν έχει πια τη δύναμη να παλέψει και λίγο αργότερα πεθαίνει. Φαίνεται, γράφει ο Ασουλίν, πως ακόμα μπορεί να πεθάνει κανείς από θλίψη και αηδία.

Assouline1Βρισκόμαστε στο μέσον ενός σύνθετου μα τόσο απολαυστικού βιβλίου, μιας ακόμα βιογραφίας του Πιερ Ασουλίν αλλά αυτή τη φορά βιογραφίας «μιας ιδέας, μιας υπόθεσης και μιας απουσίας». Στον εκτενέστατο, εξομολογητικό του πρόλογο – στην ουσία ένα οργανικό μέρος του βιβλίου, ισάξιο με τα υπόλοιπα εννιά – ο συγγραφέας μας αφηγείται με γλαφυρό τρόπο πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Ιώβ, με ποιο τρόπο τον στοίχειωσε ο «βασανιζόμενος δίκαιος» και σε τι μπελάδες μπήκε. Το βιβλίο του Ιώβ, αυτό το υποβλητικό μωσαϊκό διαπλεκόμενων ιστοριών και πεπρωμένων αντιπαρατίθεται στο Κακό πάνω από δύο χιλιετίες· είναι μια συλλογή ποιημάτων και προβλημάτων μαζί, ένα ναρκοπέδιο φυτεμένο αβέβαια νοήματα, που πρέπει πρώτα να μεταφραστούν, ύστερα να μπουν σε σειρά και τελικά να ερμηνευτούν. Οι σημειώσεις και τα σχόλια έχουν κατακυριεύσει το κείμενο, σε σημείο που ο αναγνώστης καταλήγει να αποδίδει στον Ιώβ τα του αντιγραφέα ή του σχολιαστή.

Miguel de UnamunoΟ Ιώβ σταδιακά χάνει τα παιδιά του, το σπίτι του και την περιουσία του. Η απάντηση του Θεού είναι από τις πλέον απρόσμενες: δεν οφείλει καν απάντηση γιατί ο ίδιος είναι η απάντηση. Πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου που δεν υπήρξε, δεν πλάστηκε αλλά κατασκευάστηκε επί τούτου για να ενσαρκώσει το πρόβλημα που θέτει. Ο ξακουστότερος περίλυπος των Γραφών πριν από άγιος που κατέστη παραβολή, υπήρξε άνθρωπος. Την ιστορία του άδικου πόνου ενός αθώου την συναντούμε ήδη στην ακκαδική λογοτεχνία στη αρχαία Μέση Ανατολή και στους παλαιότερους μύθους της Μεσοποταμίας. Ο Ιώβ  δεν είναι Ισραηλίτης αλλά ξένος και ταυτόχρονα οικουμενικός.celan

Στο Βιβλίο του Ιώβ τα πάντα περνούν από τον λόγο που προηγείται των πάντων. Είναι το όχημα της δράσης. Είτε μονολογεί είτε συνομιλεί είτε παραμιλάει. Όμως οι λέξεις δεν αρκούν αν θέλει κανείς να συλλάβει μέχρι και τις παραμικρές του αποχρώσεις. Και αυτό μοιάζει να σχετίζεται κάπως με το ρίγος του ανθρώπινου βιώματος. Μια οσμή, χρώματα, αισθήσεις εξ ορισμού εκτός-κείμενου. [σ. 144]

Και αρχίζει ο Ασουλίν να ταξιδεύει, να διαβάζει, να συγκεντρώνει τις πλείστες αναγνώσεις του Ιώβ, να βυθίζεται στον Ιώβειο Κόσμο και παράλληλα να μας διηγείται κάθε στάση του· τις προσωπικές του συναντήσεις, όπως με τον συγγραφέα Ντάνιελ Μέντελσον, τον φιλόσοφο Σλαβόι Ζίζεκ και τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Φρανσουά Νουρισιέ, καθηλωμένο σε αναπηρική καρέκλα στο νοσοκομείο, «με την αλγεινή μάσκα του Αντονέν Αρτώ», «ένας άνθρωπος όχι απελπισμένος αλλά άπελπις και ανέλπιστος»· τις συζητήσεις με επιστήμονες και ερευνητές βιβλικών σπουδών· τις παρακολουθήσεις θεατρικών παραστάσεων με παρεμφερές θέμα.

Tim_Anderson_PrimoLeviPrint_large_000

Διαβάζει τον Κίρκεγκωρ και τον Σατωβριάνδο, εντοπίζει τις αναφορές των Λουί – Φερντινάν Σελίν και του Εμίλ Σιοράν, προτείνει μεταφορές από έργα του Αλμπέρ Καμύ και Βασίλι Γκρόσμαν και είναι βέβαιος πως οι εφιάλτες του Κάφκα και οι κραυγές του Αρτώ απηχούν τους εφιάλτες και τις κραυγές του Ιώβ. Συγκεντρώνει τους ήρωες με πλείστα ιώβεια χαρακτηριστικά όπως ο περίφημος Φραντς Μπίμπερκοπφ στο Berlin Alezanderplatz του Άλφρεντ Ντέμπλιν και φυσικά τους ανθρώπους του Άουσβιτς, τον Πρίμο Λέβι αλλά και τον Πάουλ Τσέλαν που ενοχοποιεί τον Θεό προσάπτοντάς του ότι διέρρηξε τον δεσμό του με τον άνθρωπο στο Άουσβιτς. Διαβάζει το ιατρικό «σύνδρομο του Ιώβ», επισκέπτεται το νοσοκομείο Άγιος Ιώβ στην Ουτρέχτη, ακούει το τραγούδι The Sire of Sorrow (Job’s Sad Song) της Τζόνι Μίτσελ και το Don’t Explain της Billy Holiday, της Ιώβειας Μπίλλυ.

Joseph-Roth-di-Mies-Blomsma

Από την χορεία του δεν θα μπορούσε να λείπει ο Γιόζεφ Ροτ που το το 1934 εκφράζει το μίσος του για τους Πρώσους και δεν συγχωρεί στους εθνικοσοσιαλιστές τα όσα έκαναν στην Αυστρία, την χώρα του ή τις αντισημιτικές διώξεις. Πνιγμένος στα χρέη, όχι μόνο χρημάτων αλλά και κεφαλαίων στους εκδότες και λέξεων στις εφημερίδες, ο Ροτ βυθίζεται στο ποτό, πεπεισμένος ότι η ζωή τον αδικεί κατάφωρα. Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει το Ιώβ, το μυθιστόρημα ενός απλού Εβραίου, μια ειρωνική παραβολή που έγραψε στο μπιστρό όπου σύχναζε, μέσα στη θλίψη. Εκεί συνήθιζε να εφευρίσκει άλλες ζωές για τον εαυτό του, με το αλκοόλ ως προστασία και τους καπνούς ως πέπλα. Ο Ροτ, γράφει ο Ασουλίν, είναι ο Ιώβ. Αντί να τον αντιμετωπίσει ως ιστορικό πρόσωπο, προτιμάει να οικειοποιηθεί το κείμενο για να τον διαχειριστεί ως μύθο. Έτσι, τον μετατρέπει σε έναν από μας, καθώς περισσότερο τον ενδιαφέρει η δοκιμασία παρά ο τρόπος αντίδρασης.

eugene-ionesco-by-ci-fij[166911]

Ο συγγραφέας θυμάται μια συνάντηση με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Ζαν Ντεμελιέ, που θα είχε πεθάνει από την πείνα αν δεν τον βοηθούσε ο Μπέκετ, αγοράζοντας διακριτικά τα έργα του, όπως έκανε και με τόσους άλλους με τους οποίους μοιράστηκε διακριτικά το χρηματικό αντίτιμο του Νόμπελ. Κι όμως, ο ίδιος ο Μπέκετ στα τελευταία του, με κλονισμένη υγεία διώχνεται από το σπίτι του και αντί να πάει σε κάποιο ξενοδοχείο, εγκαθίσταται σε γειτονικό οίκο ευγηρίας, που συνεχίζει να επισκέπτεται και μετά την επιστροφή του. Ο Ιονέσκο επαναλαμβάνει συχνά πως ο Μπέκετ του θυμίζει τον Ιώβ και κάθε φορά που τον πιέζουν να μιλήσει για την πρωτοτυπία ονοματίζει το βασιλιά Σολομώντα, συγγραφέα του Εκκλησιαστή και τον Ιώβ για το Βιβλίο του Ιώβ. Αν διαβάσουμε προσεκτικά τα έργα του ίσως δούμε τον Ιώβ πάντα να τριγυρίζει εκεί κοντά, έτοιμος να θέσει το ερώτημα για το ποιος φέρει την ευθύνη του Κακού: ο Θεός ή ο άνθρωπος;

Muriel Spark by Dmitri Kasterine

Η Μυριέλ Σπαρκ από την άλλη, η Βρετανή μυθιστοριογράφος των αγνωστικιστικών πεποιθήσεων που ασπάζεται τον καθολικισμό με την ελπίδα ότι θα καταφέρει α απαλλαγεί από την κατάθλιψη που την κατατρώει, ανοίγει ένα ντοσιέ για τον Ιώβ, και για τον άλλον της εαυτό ως Ιώβ, εκείνον που αισθάνεται σαν αδελφό εν καταθλίψει, όρο που χρησιμοποίησε επακριβώς για να περιγράψει την κατάστασή της και την θεραπευτική επίδραση του Βιβλίου.

Ο Ιώβ έχει γρανιτένια εμπιστοσύνη στον Θεό σε μια εποχή όπου κανένας κλήρος, κανένας θεσμός, μήτε ο ελάχιστος μεσολαβητής ή επαγγελματίας του Υψίστου δεν μεσολαβεί μεταξύ του πιστού και της πίστης του. Το βλέμμα του δεν προσηλώνεται στη Γη, αλλά προκαλεί τον Ουρανό. Του ζητεί να εξηγήσει την αυστηρότητά του. Το παράπονό του δεν εξασθενεί σε θρήνο: ορθώνεται εν είδει διαμαρτυρίας. [σ. 45]

Antonio-Negri_3

Ο συγγραφέας με έκπληξη διαπιστώνει τις πολλαπλές και ποικίλες αναγνώσεις του κειμένου. Ακόμα και η μαρξιστική φιλοσοφία στάθηκε στην ακτινοβολία του Ιώβ μετά το τέλος των δοκιμασιών του, που είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Θεού και που σηματοδοτεί μια νέα έξοδο: εκείνη του Ιώβ έξω από τον Θεό του. Ποτέ του, μας γράφει, δεν θα φανταζόταν πως ένας μαρξιστής φιλόσοφος που φυλακίστηκε λόγω των υποτιθέμενων διασυνδέσεών του με τον τρομοκρατία, ο Τόνι Νέγκρι, θα έφτανε μέχρι τον Ιώβ. Κι όμως, περιμένοντας να εκτίσει ποινή τριάντα χρόνων ο Νέγκρι έψαχνε ένα τρόπο να αντισταθεί στην βία, να ξεφύγει από την μιζέρια, να μην βουλιάξει στον πόνο. Δεν του απέμενε παρά η σκέψη μέσα από την ανάλυση του πόνου, και μετά τον Σπινόζα η ανακάλυψη του Ιώβ.

antonio negri 1

Το Ιώβ, η δύναμη της σκλαβιάς είναι μια φιλοσοφική και πολιτική παρέμβαση του Νέγκρι, που αντιλαμβάνεται πως εκείνο που λείπει από τον Ιώβ και που έκανε θαύματα στον Τζιάκομο Λεοπάρντι (το φιλοσοφικό ημερολόγιο του οποίου διάβαζε μέχρι τότε, το Ζιμπαλντόνε) είναι η ειρωνεία ή εκείνη η ικανότητα να παίρνει κανείς απόσταση από τα πάθη του χωρίς να χάνει στο ελάχιστο το κριτικό του πνεύμα. Και μονάχα το πάθος της δημιουργίας θα μπορούσε να ακολουθήσει την απώλεια του μέτρου. Αλλά η ταύτιση του Νέγκρι με τον Ιώβ δεν σταματάει εκεί: στη φυλακή το σώμα, που απουσιάζει από τον ελεύθερο ακτιβιστή και θεωρητικό, ξαναβρίσκει το μυαλό του. Και ελεύθερος πια ο Νέγκρι ολοκληρώνει το βιβλίο του, επιμένοντας πως ο Ιώβ δεν μετανοεί για κάποια ηθική ενοχή, αλλά μεταστρέφεται από τη μεταφυσική του αλαζονεία. Και «αν η έρημος του Ιώβ τελειώνει με τη θέαση του Θεού, οι ήττες και όλες οι φυλακίσεις των πολλών τελειώνουν με μια νέα εξέγερση».

Pierre-Assouline

Οι βίοι του Ιώβ είναι ένα πλήρες παλίμψηστο αναγνώσεων και ιδεών, αλλά κι ένας διπλός καθρέφτης έργου και δημιουργίας έργου, καθώς διαρκώς εναλλάσσει τα μικρά και εύληπτα φιλοσοφικά, θεολογικά και λογοτεχνικά του δοκίμια με προσωπικές εξομολογήσεις και αυτοβιογραφικές βινιέτες, και με την ίδια ιστορία της συγγραφής των αναγνώσεων, άρα αποτελεί κι ένα κείμενο πάνω στη βιογραφία, αυτό το «μυθιστόρημα με ευρετήριο», αυτό το μπάσταρδο είδος που ισχυρίζεται πως δανείζεται ταυτόχρονα από το μυθιστόρημα όσον αφορά τη συναρμογή των διαλόγων, από το αφήγημα όσον αφορά τη διαύγεια της αφήγησης, από την ερευνητική δημοσιογραφία όσον αφορά την τεχνική των ερωτήσεων, από τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες όσον αφορά το εύρος των προοπτικών του, από την ιστορία όσον αφορά τη λατρεία των αρχείων, από το σενάριο όσον αφορά την αίσθηση της ελλειπτικότητας που το χαρακτηρίζει, από το δοκίμιο όσον αφορά το συνθετικό του πνεύμα. [σ. 424].

Εκδ. Πόλις, 2013, μτφ. Σπύρος Γιανναράς, σελ. 534, με 625 σημειώσεις [Pierre Assouline – Vies de Job, 2011].

Στις εικόνες: Pierre Assouline, Miguel de Unamuno, Paul Celan, Primo Levi, Joseph Roth, Eugene Ionesco, Muriel Spark, Antonio Negri, Antonio Negri, Pierre Assouline,

10
Νοέ.
13

Éric Fottorino – Κόρσακοφ

Συex_Éric Fottorino, Korsakov_Layout 1νδρομητής νέων παρελθόντων

έχοντας πάντα κατά νου ότι με τις λέξεις μπορούμε να σταματήσουμε τον χρόνο που περνάει τρέχοντας. [σ. 172]

Αμνησία αληθινών αναμνήσεων, πλάσιμο ψεύτικων μνημών, μνημονική σύγχυση, χωροχρονικός αποπροσανατολισμός…λίγες λέξεις αρκούν για να σκιαγραφήσουν το Σύνδρομο του Κόρσακοφ και να αλλάξουν διαπαντός την ζωή ενός ανθρώπου· όχι στο παρόν και στο μέλλον, αλλά και στο ίδιο του το παρελθόν. Φανταστείτε: σε τούτη την αδιανόητη διαταραχή της μνήμης, ο «συνδρομητής» όχι απλώς αποδρά μια και καλή από το μεγαλύτερο βάρος που μπορεί να φέρει ένας άνθρωπος, την «αναπόδραστη» πρότερη ζωή του, αλλά και κατασκευάζει ένα, δυο, όσα θέλει καινούργια παρελθόντα, επιλέγοντας [από] μια σειρά επινοημένων βίων!

fotoΑντιλαμβάνεστε την απόλυτη διαφοροποίηση από το Αλτσχάιμερ: εδώ δεν υπάρχει μόνο λήθη αλλά και δημιουργία αναβράζουσα σε υγιή οργανισμό! Φυσικά οι νέες αυτές αυτοβιογραφικές αφηγήσεις περιλαμβάνουν όλες τις επιθυμίες και τα απωθημένα του ασθενούς, που «θυμάται» πως έχει ζήσει όλα ή έστω πολλά απ’ όσα ήθελε και ονειρευόταν! Δεν υπάρχει κανένας παραλογισμός, καμία σκιά: όλα τακτοποιούνται με τον πλέον οργανωμένο και λογικό τρόπο! Ίσως εδώ πάνω στη μνήμη θριαμβεύει φαντασία, ίσως πάνω στην αληθινή ζωή το ποθημένο όνειρο. Ένας τέτοιος  ασθενής  – μυθοπλάστης θα είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος.

bicyclette garconΣτο πρώτο μέρος του βιβλίου [Πρώτη περίοδος – Μια γαλλική οικογένεια] ο εννιάχρονος Φρανσουά Αρντανουί ζει μια διόλου ανέμελη παιδική ηλικία στο Μπορντό του 1969: η μητέρα του Λίνα είναι σχεδόν παιδί, ο πατέρας άγνωστος, το σχολείο ανεπιθύμητο, η περιπλάνηση μονόδρομος, το ποδήλατο διαφυγή. Κολλημένες εικόνες αγίων στις τρύπες του μουσαμά της ταπετσαρίας, ένα άγαλμα της Παρθένου πάνω στο φανάρι όπου φυλάνε τα τρόφιμα. Όσο κι αν η γιαγιά του και τα μισά του αδέλφια προσπαθούν να ενδιαφερθούν – το βραδινό κυριακάτικο σίριαλ είναι ο τρόπος τους να είναι ευτυχισμένοι μαζί – εκείνος ονειρεύεται τις ζωές των άλλων και την δική του απόδραση. Γνωρίζει καλά το βλέμμα όσων ονειρεύονται να αποδράσουν: είναι έντονο και στα μάτια της Λίνας.

6327050778_8beff804f1_zΟ εξαφανισμένος πατέρας καθιστά την ύπαρξη του ημιτελή. Τον αναζητά στις φωτογραφίες που έχει κρυμμένες η μητέρα του, προσπαθεί να τον φανταστεί αφαιρώντας από το πρόσωπό του όλα τα κληρονομικά χαρακτηριστικά της υπόλοιπης οικογένειας αλλά πάλι το σκίτσο μένει μισό. Εννιά χρονών και βιάζεται ήδη να ξεχάσει. Η ενηλικίωσή του είναι πια υποχρεωτική και περνάει μέσα από την σχέση του με τον Ζιλμπέρ, έναν φιλοξενούμενο αποφυλακισμένο, και μερικές περιπλανώμενες διαδρομές. Ανεπιθύμητος από τους εραστές της μητέρας του, θα αποκτήσει κάποια στιγμή έναν θετό πατέρα. Και αν έχει κάποια σημασία, μέχρι εδώ η μυθοπλασία συμπίπτει με την προσωπική ιστορία του ίδιου του συγγραφέα.

Στο δεύτερο μέρος [letters-and-numbers-biagio-civaleΔεύτερη περίοδος – Ένας σολομός στο Παλέρμο] μας περιμένει τριάντα χρόνια μετά στη σικελική πρωτεύουσα πρωτοπρόσωπα και αυτοπροσώπως ο νευρολόγος Φρανσουά Σινιορρέλλι, ειδικευμένος στην μελαγχολία. Ο αλλοτινός μικρός έχει πια αποκτήσει πλαστό παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις ενός άλλου θετού προγόνου, του «παππού» του, Φόσκο Σιονιορέλλι, ατίθασου τυνήσιου τυχοδιώκτη που του έχει διηγηθεί την έντονη ζωή του στην κατεχόμενη από τους Γάλλους χώρα του. Ο γιατρός διαπιστώνει πως χρειάζεται τη συνδρομή ενός φωτογραφικού ενσταντανέ για να ξαναβρεί την ανάμνηση μιας σκηνής από τη ζωή του και αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται στην απαρχή της απόλυτης λήθης. Τι ειρωνεία, ο επιστήμονας που μελετάει το σύνδρομο Κόρσακοφ, τώρα πρέπει να το διαγνώσει στον ίδιο του τον εαυτό.

1668-2287.mainΣ’ έναν ασθενή στα επείγοντα βλέπει αυτό που θα του συμβεί σύντομα· ο «κύριος Κρίστιαν» επιστρέφει σ’ έναν διεθνή ποδοσφαιρικό αγώνα είκοσι χρόνια πριν, ενώ αργότερα διατείνεται πως διευθύνει μια ανασκαφή στη νότια Γαλλία. Η αρρώστια κατατρώει τις αναμνήσεις του και τις αντικαθιστά με ιστορίες αληθοφανείς αλλά καθαρά επινοημένες. Ο προϊστάμενός του αποφαίνεται με τρυφερή ειρωνεία: Ομολογήστε όμως ότι δεν είναι και τόσο κακό: από μια εγκεφαλική απορρύθμιση, ένας άνθρωπος πιστεύει ότι είναι αυτό που πάντα ονειρευόταν. Όσο προχωράει η απώλεια της μνήμης, μπορεί να γίνει όποιος θέλει, την ώρα που το θέλει. Κι έτσι εκείνος που ήθελε να ξεχάσει τα παιδικά του χρόνια και που αργότερα επινόησε κάποια άλλα, τώρα θα πρέπει να επιστρέψει στο σκοτάδι. Ίσως, όπως ομολογεί, αυτός να είναι ο ιδανικός υποψήφιος για το σύνδρομο: δυο ήπειροι πηγαινοέρχονταν στο κεφάλι του, δυο παρελθόντα, και κάποτε θα πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό για το εξωφρενικό αυτό πηγαινέλα.

Ήδη το’ χω τοaHyNHMV3lgf49w0lVFs44mkfυ χεριού μου, το Κόρσακοφ. Ο δήμιος μου, ο σωτήρας μου. […] Ο Κόρσακοφ που έχει καταλάβει τα στρατηγικά σημεία του εγκεφάλου μου είναι άλλου είδους καλλιτέχνης. θα βάλει τόση ψυχή για να ροκανίσει τη μνήμη μου όση έβαλα εγώ για να τη φτιάξω απ’ την αρχή. Θα δείτε, όταν μάθει την απατεωνιά μου, δε θα διστάσει να κλέψει τις αναμνήσεις μου. […] Το Κόρσακοφ εισβάλλει εντός μου σαν ανακούφιση, μια χάρη σαν αντίδωρο, το σημάδι μιας ανέλπιστης τύχης. Δεν πρόκειται να το παλέψω. Το Κόρσακοφ είναι εδώ για να με λυτρώσει. Θα είμαι ο συνένοχός του. Τις κακές μου αναμνήσεις, τις τρομερές εικόνες που με στοιχειώνουν από τη μεγάλη νύχτα των Αρντανουί, του τις προσφέρω αφειδώς. [σ. 173 – 174, 180]

Τιμωρία ή λύτρωση; Τι του μένει τώρα να κάνει, να αντισταθεί στην πρώτη ή να αφεθεί στην δεύτερη; Να επιχειρήσει για τελευταία φορά να «συναντηθεί» με τον πραγματικό του πατέρα, να ξαναζήσει τις ηρωικές στιγμές της ερήμου, να οργανώσει μια ακόμα απόδραση – τελευταία και οριστική;

Στο τρίτο μέρος η αφήγdreams-constellation-of-dreams-paulo-zerbato 1ηση επανέρχεται στα τριτοπρόσωπα λόγια του πρώτου κεφαλαίου. Ο Φόσκο Σινιορέλλι, εκείνος που χάρισε στον μικρό ήρωα μια ζωή να θυμάται, τώρα ζει τη δική του νεότητα, καβαλλάρης στην έρημο στα χρόνια πριν την ανεξαρτησία της Τυνησίας από τους Γάλλους. Η ιστορία των αποικιοκρατούμενων χωρών παραμένει ορθάνοιχτη πληγή για την Γαλλία, ένα διαρκές στοίχημα για τους συγγραφείς της, ένα οριακό ερώτημα στο θέμα της ταυτότητας, της ετερότητας, του Ξένου και του Γάλλου. Η παιδική ηλικία του Φόσκο βρίσκεται μέσα στην έρημο, και τον περιμένει ανέπαφη κάθε φορά που χάνεται μέσα στους στροβίλους της άμμου, στο Κύπελλο της Τυνησίας, στην λατρεία των αλόγων. Αλλά το βλέμμα του είναι πάντα στραμμένο στη Γαλλία, γιατί η ταυτότητά του την περιέχει όπως και η διπλή του μνήμη. Και επιλέγει να ζήσει εκεί, γνωρίζοντας πως στην Γαλλία δεν θα είναι τίποτα. Η δική του απόδραση είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίσει να ζει, έστω και ως ένας άλλος.

MI0002984574Ο Ερίκ Φοτορινό [Νίκαια Γαλλίας, 1960], δημοσιογράφος που έφτασε ως την διεύθυνση της Le Monde και συγγραφέας χρησιμοποιεί ελεύθερη ρεαλιστική γραφή που διανθίζει με ποιητικές ανταύγειες. Συγκινητικό αλλά καθόλου μελοδραματικό, το βαθιά υπαρξιακό μυθιστόρημά του δεν βαραίνει ούτε στο ελάχιστο την αναγνωστική απόλαυση. Ένα υπέροχο βιβλίο περί Μνήμης και ΜηΜνήμης. Άραγε τι είναι βασανιστικότερο; Να μην έχεις τίποτα άξιο να θυμάσαι ή να ξεχνάς οτιδήποτε έζησες; Ή να οφείλεις να επανεγγράψεις νέες ζωές στην κενή σου μνήμη;

Εκδ. Πόλις, 2013, μτφ. Στέργια Κάββαλου, θεώρηση μετάφρασης – σημειώσεις – διορθώσεις Μαριάννα Μαντά, 457 σελ., με 150 σημειώσεις της μεταφράστριας [Éric Fottorino – Korsakov, 2004].

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr, υπό τον τίτλο Photographs as Memories, από το τραγούδι των Eyeless in Gaza. Στην τελευταία εικόνα, εξώφυλλο δίσκου ενός ποπ «βασιλιά της Γαλλίας», που επενδύει πολλές στιγμές της οικογένειας του μικρού Φρανσουά.

17
Ιολ.
13

Jean Echenoz – Αστραπές

EchenozΦωτοβόλος νους, αδικημένη διάνοια

Ο ήλιος καίει στο Κολοράντο, όπου εκδηλώνονται συχνά και σφοδρότατες καταιγίδες που, μια φορά, έφτασαν να παραγάγουν μέχρι και έξι χιλιάδες αστραπές την ώρα: ιδεώδης τόπος για έρευνα, μια χαρά πεδίο για τις δουλειές του Γκρέγκορ, ο οποίος, τύπος υπέρ – ακουστικός, εκτός αν είναι μυθομανής (πάντα το ίδιο πρόβλημα με αυτόν τον άνθρωπο), διατείνεται ότι ακούει τον κεραυνό σε απόσταση χιλίων χιλιομέτρων, όταν οι βοηθοί του τρομάζουν να τον πάρουν είδηση στα διακόσια. Η τοποθεσία που του έχουν ορίσει στο βουνό, ανταποκρίνεται εν πάση περιπτώσει στην τάση του προς το μυστήριο και την κρυψίνοια: περιβάλλεται από βοσκοτόπια όπου γυροφέρνουν κάτι ατάραχα άλογα, το δε πλησιέστερο οίκημα είναι ένα ίδρυμα για κωφαλάλους. Αφού επιθεωρήσει τη θέα, τα διάφορα ζώα και τα τοπικά πουλιά, ο Γκρέγκορ βγάζει από το βαλιτσάκι του ένα μάτσο σχέδια· τα ξεδιπλώνει πάνω σε στρίποδα, και μετά συγκαλεί τους τεχνίτες της περιοχής. [σ. 84]

1895-tesla-sarony_-seifer-archives-2Κάπως έτσι ξεκινάει μια από τις αμέτρητες επιστημονικές έρευνες του ιδιοφυούς φυσικού και εφευρέτη Νικόλα Τέσλα: με απόλυτη αφοσίωση και πλήρη απομόνωση, με ιδιαίτερη μέθοδο και εκκεντρική αντίληψη, και πάντα με διαφορετικό τρόπο από κάθε προηγούμενη και επόμενη. Μπορεί η ανακάλυψη του εναλλασσόμενου ρεύματος να αποτελεί την πλέον καθοριστική συμβολή του Τέσλα στον σύγχρονο πολιτισμό αλλά εκατοντάδες άλλες επινοήσεις του ανήκουν στην καθημερινότητά μας μέχρι σήμερα. «Ο Τέσλα ήταν ένας ονειροπόλος, μια λέξη υποτιμητική για τους «προσγειωμένους», ένας πρωτοπόρος, που τολμούσε να προχωρήσει άφοβα προς το άγνωστο, εξερευνώντας νέους κόσμους γνώσεων. Ήταν ένας φιλόσοφος, που στοχάζονταν αδιάκοπα πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας.  Ένας ποιητής της επιστήμης», διαβάζω στο εξαιρετικό ιστολόγιο Electron, που έχει αφιερώσει πλήρεις αναρτήσεις τόσο για τον πρωτοπόρο [εξ]ερευνητή, όσο και για το εν λόγω βιβλίο.

6498643981_f4f6dcfec1_zΚι όμως, αυτός ο sui generis επιστήμονας σκεφτόταν μ’ έναν αποκλειστικά δικό του τρόπο και ζούσε κυριολεκτικά στον κόσμο του· αδυνατούσε να σκεφτεί το ενδεχόμενο της κλοπής των ιδεών του, έμοιαζε να απαξιεί για την εμπορική τους εκμετάλλευση, έδειχνε να βαριέται την κάθε του κατάκτηση μόλις την είχε φτάσει εις πέρας, προτιμώντας να μεταπηδήσει το γρηγορότερο σε νέα σχέδια. Ολόκληρη η ζωή του εκτός από μια φρενήρης κούρσα προς νέες ανακαλύψεις, έμοιαζε και σαν μια αναπόφευκτη πορεία προς την απομόνωση και την αυτοκαταστροφή. Παράτησε τα ένδοξα εγκόσμια φτωχός και αγνοημένος, σ’ ένα ταπεινό δωμάτιο του ξενοδοχείου New Yorker.

306085917Διόλου τυχαία λοιπόν όλα αυτά στα στοιχεία κέντρισαν αμέσως το ενδιαφέρον του Ζαν Εσνόζ, εκτός των άλλων και λακωνικού βιογράφου των ιδιαιτέρων προσωπικοτήτων, που από τη μία θαυματουργούν και δοξάζονται και από την άλλη καταβαραθρώνονται από το ίδιο τους το έργο ή την προσωπικότητά τους. Ούτως ή άλλως ο Εσνόζ, αντίστροφα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, πρώτα επιλέγει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και πλευρές που τον ενδιαφέρουν και κατόπιν επιζητά το πρόσωπο που τα διαθέτει, ώστε να το βιογραφήσει με τον απόλυτα προσωπικό του τρόπο. Μετά τον Μωρίς Ραβέλ και τον Εμίλ Ζάτοπεκ (Ραβέλ και Δρόμος αντοχής, στις ίδιες εκδόσεις) ο λεπτουργός συγγραφέας γράφει την τρίτη μυθιστορηματική βιογραφία με τον γνώριμο τρόπο του: συγκινησιακή αλλά καθόλου μελοδραματική, στέρεα αλλά όχι στεγνή, προβληματισμένη και ουδέποτε προβληματική, με το ευεργέτημα της συντομίας και το προσόν της απόλυτης σαφήνειας.

Αnikola-tesla-1υτού του είδους η βιογραφία διηγείται απλά και τριτοπρόσωπα την ζωή του βιογραφούμενου, σαν να τον παρακολουθεί σε σημαντικές και «ασήμαντες» στιγμές καθώς αμφότερες συναπαρτίζουν την πλήρη του εικόνα. Είμαστε παρόντες τότε που όλα ξεκινούν, όταν ο «Γκρέγκορ» μαγεύεται από τις αστραπές, ταράζεται υπερβολικά με κάθε θόρυβο, ψίθυρο ή δόνηση, ξεμοντάρει όλα τα ρολόγια του σπιτιού για να προσπαθήσει να τα ξαναμοντάρει, κατακλύζεται από τις ιδέες, μπαρκάρει για τις Ηνωμένες Πολιτείες στα 28 του, βοηθάει τον Τόμας Έντισον, αποκτά φήμη ως μηχανικός, περνάει τα σύνορα της General Electric, απολύεται από την επιχείρηση ενώ έχει συμβάλλει σε καίριες επενδύσεις της, βρίσκεται στο δρόμο χειρώνακτας, εντάσσεται στην Western Union, οργανώνει μαγικο-επιστημονικές παραστάσεις, παραμένοντας απροσπέλαστος, μονήρης και απόκοσμος…

tesla… κάθε μέρα στις 12 ακριβώς το μεσημέρι, καταφθάνει στην έδρα της εταιρείας του. Οι δυο γυναίκες βοηθοί του τον υποδέχονται στην είσοδο για να του πάρουν το καπέλο, τα γάντια και το μπαστούνι του πριν πάει στο γραφείο όπου έχουν για φροντίσει να κατεβάσουν τα στόρια και να τραβήξουν τις κουρτίνες, καθώς ο Γκρέγκορ δεν μπορεί να συγκεντρωθεί παρά σε απόλυτο σκοτάδι. Το φως της μέρας αφήνεται να μπει μόνο σε περίπτωση καταιγίδας, στη διάρκεια της οποίας ο Γκρέγκορ, ξαπλωμένος μοναχικά στον καναπέ του τον ντυμένο με μαύρο μοχέρ, αγναντεύει τον ουρανό και τις αστραπές που τον σκίζουν πάνω απ’ τη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, χώρια απ’ το γεγονός ότι είναι όλο και λιγότερο συμπαθής κι ότι ο χαρακτήρας του τείνει προς το πιο πικρόχολο, θα ’λεγε κανείς ότι έχει χάσει κάπως την ισορροπία του, γιατί κάποια ύποπτα συμπτώματα εκδηλώνονται. Ακόμα κι αν ανέκαθεν μιλούσε μοναχός του, μονολογώντας ασταμάτητα όσο δούλευε, οι ανήσυχες βοηθοί τον ακούνε πίσω από την πόρτα, παρ’ όλο που είναι κλειστή και καπιτονέ, να ρητορεύει όταν έχει καταιγίδα. Μάλιστα, έχουν την εντύπωση ότι ο Γκρέγκορ απευθύνεται σ’ αυτές τις αστραπές σαν να ’ταν υπάλληλοί του, παιδιά, μαθητές ή υπηρέτριες, με εκπληκτική ποικιλία τόνου στη φωνή: παρηγορητικός, αυστηρός, παραπονιάρης, τρυφερός ή απειλητικός, σαρκαστικός ή μεγαλόστομος, ταπεινός ή μεγαλομανής. [σ. 105 – 106]

2013-07-11-NYAmerican22May04Ο τετρασχιδής («εργοτάξιο, γραφείο, εργαστήριο και σαλόνι» ταυτόχρονα) ερευνητής χειρίζεται πολύ βιαστικά το θέμα των ευρεσιτεχνιών και χάνει τη μία μετά την άλλη· (ενδεικτικά: το Ανώτατο Δικαστήριο θα αναγνωρίσει την ραδιοφωνική του προτεραιότητα του απέναντι στον Μαρκόνι σαράντα δύο χρόνια μετά)· περισσότερο συντρίβεται όταν συναντά την άρνηση του μεγαλοεπιχειρηματία Μόργκαν για δωρεάν ηλεκτροδότηση περιοχών κατοικημένων από αδέκαρους. Γεμάτος με μανίες, εμμονές, φοβίες, βεβαιότητες και αντιβεβαιότητες, ο Τέσλα δεν αναζητά ούτε κοινωνικές συντροφιές, ούτε ερωτικές αγκάλες. Απεναντίας, αφήνεται σε μια ολοκληρωτική έγνοια για τα περιστέρια, κατασκευάζοντας ακόμα και ιδιωτικές κλινικές για το φοβιτσιάρικο, κατεργάρικο, βρόμικο, άχαρο, χαζό, άβουλο, κενό, καταχθόνιο, ανωφελές περιστέρι… που δεν προκαλεί καμία συγκίνηση, κανένα συναίσθημα. Η ηλίθια φωνή του. Ο ήχος της ροκάνας στο φτερούγισμά του. Το βουβό του βλέμμα. Το αλλοπρόσαλλο ράμφισμά του. Το υπέρμετρο ινίο του που το δονεί ένα παρανοϊκό βάδισμα. Η επαίσχυντη αναποφασιστικότητά του, η απογοητευτική του σεξουαλικότητα. Η παρασιτική του κλίση, η έλλειψη φιλοδοξίας, η λιγδερή αχρηστία του. [σ. 119]

web_echenoz--469x239Η απλή και εύληπτη γλώσσα του Εσνόζ καθιστά αυτές τις επικίνδυνα ολισθηρές βιο-λογίες ιδιαίτερα ελκυστικές στους πάντες (ομολογώ πως και τα τρία του πονήματα έχουν προταθεί στους μαθητές μου και έχουν διαβαστεί με ιδιαίτερη ικανοποίηση), ενώ για τους πλέον απαιτητικούς επιφυλάσσονται ουκ ολίγες αποχρώσεις πυκνοτήτων, αδιόρατων σαρκασμών και στιλιστικών παγίδων. Στο τέλος, κι ενώ το έργο του φεγγοβολά και υπερφωτίζει τις ζωές μας, η ζωή του αποκτά μια και μόνη απόχρωση του γκρίζου, καθώς ο Τέσλα βρίσκεται ξανά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έζησε την εποχή των ελπίδων, μόνο που τώρα …

tumblr_m5v1qlLq781qguw40o1_r2_500… ο ξενοδοχειακός χώρος έχει συρρικνωθεί ολόγυρά του (τώρα δεν διαθέτει παρά ένα παράπηγμα σε μιαν αυλή), και μόλο που οι μανίες του δε μπορεί παρά να οξύνθηκαν με τα γηρατειά, οι κινήσεις του είναι πιο αργές και λίγο πιο ασυντόνιστες· καμιά φορά, μάλιστα, ελαφρώς τρεμουλιαστές. Όταν κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο, το βλέμμα του δεν μπορεί πια ν’ αγκαλιάσει το νεοϋορκέζικο αχανές όπως μπορούσε από τον δέκατο τέταρτο όροφο του Saint Regis, απ’ όπου κατόπτευε όλη την πόλη ως το ποτάμι. Τέλος ο απέραντος ουρανός, ο γεμάτος αστραπές, πάνω απ’ το skyline. Απέναντί του, έξω απ τα τζάμια του Ξενοδοχείου New Yorker όπου μένει τώρα, δεν υπάρχει παρά ένας τοίχος· πίσω του, στερεωμένη σ’ ένα τρίποδο, η περιστέρα ταριχευμένη. [σ. 136 – 137]

Εκδ. Πόλις,  μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 152, με τρισέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων και δισέλιδες σημειώσεις, αμφότερα από τον μεταφραστή[Jean Echenoz – Des eclairs, 2010].

14
Μαρ.
13

Σταντάλ – Φεντέρ ή Ο πλούσιος σύζυγος

STANDAL_EX ΤΕΛΙΚΟ_ekdoseisPolis

Κομψή υμνολογία του εαυτού

Ίσως κάποιος βρει ότι επεκτεινόμαστε κάπως υπερβολικά στις γελοιότητες της σημερινής εποχής, οι οποίες πολύ πιθανόν να μην θεωρούνται τέτοιες ύστερα από λίγα χρόνια… …[σ. 107]

…όχι! Οι γελοιότητες της τότε «σημερινής» και σήμερα παρελθοντικής – μακρυνότατης εποχής, όχι απλώς εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και να καθορίζουν την συμπεριφορά και τα πρότυπα αμέτρητων ανθρώπων. Η εξουσία, η κοινωνική επίδειξη, το χρήμα, το κύρος, η φήμη, η ερωτική κατάκτηση αποτελούν τις διαχρονικές κινητήριες δυνάμεις των ταπεινών ανθρώπων. Πως καταγράφονται – με την αυθαίρετη σημασία της απόλυτης, καθολικής γραφής όλα τούτα στην – ημιτελή! – νουβέλα του Σταντάλ; Ας τα λεξικογραφήσουμε χάρη στην περίτεχνη έκδοση του κειμένου που πλαισιώνεται από τρία δοκιμιώδη κείμενα που το ξεκλειδώνουν ακριβώς όσο χρειάζεται.

portraitΤο πορτρέτο του πορτρετίστα: o ήρωας της νουβέλας επιλέγει να αποδιωχτεί από το σπίτι του και να αποστερηθεί πλούτη και ανέσεις για να ζήσει μια ζωή σύμφωνα με τον ιδεαλισμό του. Η φιλοτέχνηση των πορτρέτων ματαιόδοξων στρατιωτικών και ευελπίδων γυναικών, τον οδηγεί στο επίκεντρο της τέχνης και του έρωτα και στο μέσο της πολυπόθητης αστικής ζωής. Η μετάλλαξη του πρώην παρορμητικού ρομαντικού σε κυνικό έμπορο και αγοραστή των αξιών που κάποτε υμνούσε είναι θέμα χρόνου.

Θέατρο: Ο Φεντέρ αντιλαμβάνεται πως οφείλει να πλάσει τον αποτελεσματικότερο δυνατό ρόλο, που δεν είναι άλλος από τον πενθούντα σύζυγο· ως τεθλιμμένος νέος μαγνητίζει την συμπόνια, την τρυφερότητα και την φιλοφρόνηση του περίγυρου και κυρίως των γυναικών. Το θέατρο της προσποίησης, το προσωπείο της μελαγχολίας και η περιφορά της θλίψης τον δικαιώνουν ως το τέλος. Ακόμα περισσότερο: τον καθιστούν μιμητή, στο μεταίχμιο των είναι και των φαίνεσθαι. Και καθώς υποκριτής χωρίς σκηνή δεν νοείται, τι ιδανικότερο σε θεατρική σκηνή από το ίδιο το Παρίσι και τον Κόσμο του;

9634_124_Hommage-a-StendhalΑστοποίηση: Ο ευφάνταστος και αντικομφορμιστής νέος διαχειρίζεται πλέον με σύνεση και υπολογισμό κάθε συναισθηματική και επαγγελματική του υπόθεση. Σύντομα δε εντάσσεται στην αστική τάξη και στην κοινωνία που δεν επιθυμεί πλέον να την ανατρέψει αλλά να γίνει εκλεκτό της μέλος. Η σάτιρα του αστισμού και του νεοπλουτισμού καθίστανται ανελέητες, μόνο που αντί σαρκαστικού γέλωτος κυριαρχεί το χαριτωμένο ή ειρωνικό μειδίαμα. Βλέπετε, οι κοινωνικές περιστάσεις και οι γυναικείες παρουσίες το ευνοούν.

Απομάγευση / Απομύθευση: Όταν ο κύκλος της ανέμελης νιότης εξατμιστεί, ο Φεντέρ βρίσκεται σ’ έναν κόσμο πλήρους απομάγευσης· διόλου τυχαία η φιλοτέχνηση της προσωπογραφίας του σπιτονοικοκύρη του ανταλλάσσεται με ενοίκια τεσσάρων μηνών. Αλλά ετούτη η απομάγευση δεν αφορά μόνο όλα όσα άλλοτε φάνταζαν φωτεινά, ούτε μόνο τις σπουδαίες έννοιες, αλλά και τον ίδιο τον μεταναπολεόντειο κόσμο. 61872259_61207a89baΈρωτας, τέχνη, φιλοδοξία, κοινωνική διάκριση, εξουσία, όλα τα κέντρα της ανθρώπινης πράξης απομυθοποιούνται πλήρως

Διπλότητα: …φυσικά ο νεαρός δανδής ούτε αφελής είναι ούτε ηλίθιος. Δεν δρα χωρίς να παρατηρεί, ούτε συμπεριφέρεται χωρίς να σκέπτεται· πολύ περισσότερο δεν κρίνει χωρίς να αυτοκρίνεται. Οι αποστάσεις που φροντίζει την ίδια στιγμή να δημιουργεί ανάμεσα στην πράξη και την σκέψη τον οδηγούν στην πολύτιμη θέση του ειρωνικού αφηγητή – και από εκεί τα πράγματα ελέγχονται περισσότερο.

Αναπαράσταση: Καθώς ο Φεντέρ ζωγραφίζει τα πρόσωπα των μοντέλων – «εντολοδόχων» του προβληματίζεται μέχρι συνειδησιακής κρίσης: τι περιθώρια έχουν η δημιουργική ευφυΐα και το καλλιτεχνικό ταλέντο μπροστά στην καθαρή αισθητική αναπαράσταση; Αν η φρεσκοεφευρεθείσα το 1838 δαγγεροτυπία ανταποκρίνεται στην απαίτηση της πιστής αποτύπωσης, τότε τι νόημα έχει η εικαστική ματιά;

Εdelecluze_zγώ, εγωτισμός: Ο εγωτισμός ως λατρεία του εγώ, η θέληση για ευτυχία, η λατρεία της ενεργητικότητας, η ειλικρίνεια απέναντι το εαυτό, η σύζευξη της γυμνής διαύγειας με το ένθερμο πάθος, αποτελούν όλα όρους της έννοιας του μπελισμού, όρου προερχόμενου από το αληθινό επώνυμο του Σταντάλ και εκφράζοντος μια πνευματική στάση και έναν τρόπο ζωής. Από την πρώτη στιγμή της όψιμης δημοσίευσης των έργων του –στα σαράντα τέσσερα χρόνια του – ο μέχρι τότε αινιγματικός συγγραφέας άρχισε να αποκαλύπτει γραπτώς κάθε λεπτομέρεια γραφής και ζωής. Στα Ημερολόγια, στην αυτοβιογραφία του και αλλού, δεν κυριαρχεί παρά ένας Μοναδικός Εαυτός κι ένα Εγώ ξεχωριστό και προεξέχον. Ο Σταντάλ επηρεάστηκε από την ατομιστική – ωφελιμιστική σκέψη του 18ού αιώνα (ιδεολόγοι, Ρουσσώ, Ελβέτιος κ.ά.) και θεωρούσε ως υπέρτατο σκοπό του ανθρώπου τον ίδιο του τον εαυτό, την τελείωση, την ενδυνάμωση της ιδιαιτερότητάς του και την κατάκτηση της αυτοεκτίμησης. Στον αντίποδα, αποδοκιμάζεται η ομοιομορφία χαρακτήρων και ιδεών που γεννάται στην δημοκρατία με το πάθος της για την ισότητα.

stendhal-timbreΜυθιστόρημα: Αναπόφευκτη έκβαση αυτού του τρόπου σκέψης καθίσταται το μυθιστόρημα, ως το πραγματικά εξατομικευμένο είδος που μπορεί να αφηγηθεί το πραγματικό και το ατομικό αλλά και να διαβαστεί μοναχικά και στοχαστικά. Στον αντίποδα, όπως εδώ, ο συγγραφέας πειραματίζεται προς μια νέα ανάλαφρη γραφή, και δη προς το Κωμικό Αφήγημα της Αστικής Λουδοβικο – Φιλιππικής Γαλλίας, στον αντίποδα του «Παραμυθιού των Αστών».

Ο υφολόγος της πυκνογραφίας: Ο Σταντάλ αντιπαθούσε την παριζιάνικη φλυαρία και θαύμαζε την υφολογική ακρίβεια του Αστικού Κώδικα. Η βραχύτητα και η πυκνότητα της νουβέλας λειτουργούσαν ως δέλεαρ γραφής, παρόλο που ο ίδιος δεν δημοσίευε τέτοια κείμενα όσο ζούσε ή τα άφηνε ημιτελή – ένδειξη πιθανώς της σχετικής αμηχανίας. Όμως η επιθυμία της απλότητας και της σαφήνειας ήταν ανίκητο και η προτίμησή του για το «πραγματικό μικρογεγονός» και την αναλυτική ματιά προαναγγέλλουν τον ίδιο τον ρεαλισμό.

Το στοίχημα της ματαιοδοξίας και η απόλυτη ευχαρίστηση: Μερικές φορές ο Φεντέρ σταματούσε απότομα να μιλάει· μάλωνε τον εαυτό του που έλεγε την αλήθεια σε μια τόσο νέα γυναίκα: δεν προκαλούσε έτσι κινδύνους για την ευτυχία τους; Από μια άλλη πλευρά, ο Φεντέρ απέδιδε στον εαυτό του δικαιοσύνη: τίποτα 9361500από αυτά που έλεγε δεν είχε ως απώτερο σκοπό να διευκολύνει τα σχέδια που έκανε ενδεχομένως ο έρωτάς του. Στην πραγματικότητα, δεν είχε κανένα σχέδιο· απλώς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ευχαρίστηση να περνάει τη ζωή του με τη στενή και ειλικρινή συντροφιά μιας νέας και γοητευτικής γυναίκας, που μπορεί να τον αγαπούσε. [σ. 112]

Χρόνος; Άραγε σ’ αυτό το λήμμα ανήκει η μετάλλαξη του πάθους σε πεζή καθημερινότητα; Εδώ εντάσσεται η περίπτωση όπου ο εαυτός καταλήγει να είναι αυτό που κάποτε μισούσε και πολεμούσε στους άλλους;

Εκλεκτικές συγγένειες: Πνευματικό τέκνο του ευφορικού 18ου αιώνα, παρά της εποχής του, ο Σταντάλ εκτιμούσε τους ευφάνταστους μύθους του Βολταίρου και τον έντιμο κυνισμό του Ντιντερό, του Μαριβώ και του Λακλό. Διόλου τυχαία ο πατέρας του Φεντέρ καταριέται τον Βολταίρο, στον οποίο αποδίδει το «ξεσήκωμα» του γιου του, διόλου τυχαία ο Βέρθερος του Γκαίτε με τον δακρύβρεχτο ρομαντισμό του σαρκάζεται τόσο από τον Βαλμόν των Επικίνδυνων Σχέσεων όσο και από τον Φεντέρ.

stendhal1Σταντάλ ο σκανδαλώδης: Ποια βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα διαφαίνονται στη νουβέλα; Οπωσδήποτε το γεγονός πως υπήρξε δαιμόνιος και ακούραστος κυνηγός του έρωτα, σε σημείο να συγκλονιστεί τόσο πολύ από την πρώτη του απόρριψη ώστε να την μετατρέψει σε μυθιστόρημα και κατόπιν σε θεωρία (Περί Έρωτος). Η ταραχώδης στρατιωτική του καριέρα του επέτρεψε να ζήσει βίο περιπλανώμενο, ακριβώς όπως και ο ήρωάς του ο Ναπολέων, και να αποκτήσει την εμπειρία του δρώντα εαυτού σε επαφή με τους άλλους. Μπροστά στους χάρτινους πύργους της φιλοσοφίας, ο Σταντάλ προτιμούσε την σαφήνεια των ιδεολόγων, ενώ στο Σαίξπηρ και Ρακίνας θεμελίωσε τον ρομαντικισμό και την τέχνη της «μέγιστης δυνατής ευχαρίστησης». Λάτρεψε την ιταλική ζωή που συνταίριαζε τον ρομαντισμό και την ενεργητικότητα είχε τη φήμη του δανδή και του έξοχου συζητητή. Τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε υπερβαίνουν την εκατοντάδα, οδηγώντας τους μελετητές να μιλήσουν για την διαλεκτική του βλέμματος.

Αυτός ο λιγότερο «ξεπερασμένος» συγγραφέας από τους παλαιούς, αναγνωρισμένος κι αυτός μετά θάνατον, ο κατά πολλούς γεννήτωρ του ψυχολογικού μυθιστορήματος, ο ειρωνικότερος των μεγάλων συγγραφείς του γαλλικού ρεαλισμού, περισσότερο ακόμη και από τον Μπαλζάκ, αυτός ο – κατά Αντρέ Ζιντ – συμφιλιωτής της παράδοσης με τον μοντερνισμό, που κάποτε είχε πει «το ποιητικό πνεύμα πέθανε, όμως το πνεύμα της αμφιβολίας ήρθε στον κόσμο», επιβεβαιώνει εδώ την δική του πρόβλεψη – επιθυμία: να τον καταλαβαίνουν έπειτα από εκατό χρόνια – και τα έχουμε ήδη ξεπεράσει.

louisxv femmeΕίπαμε ήδη ότι η Βαλεντίν δεν είχε καμία πείρα της ζωής· είχε επιπλέον κι αυτή την ατυχία που προσδίδει τόση γοητεία σε μια γυναίκα: μόλις η ψυχή της ένιωθε κάποιος αίσθημα, τα μάτια της και το σχήμα του στόματός της το εξέφραζαν την ίδια σχεδόν στιγμή. Για παράδειγμα, εκείνη τη στιγμή τα χαρακτηριστικά της εξέφρασα μ’ όλη τη χαρά μιας συμφιλίωσης· το εκπληκτικό αυτό γεγονός δεν διέφυγε από το έμπειρο βλέμμα του Φεντέρ, ο οποίος καταχάρηκε. «Όχι μόνο έκανα την εξομολόγησή μου», είπε μέσα του, «αλλά και με αγαπάει κι αυτή ή, τουλάχιστον, είμαι απαραίτητος, σαν φίλος έστω, για την ευτυχία της: την παρηγορώ για τη χοντροκοπιά του συζύγου της· άρα, την αντιλαμβάνεται αυτή τη χοντροκοπιά· τεράστια ανακάλυψη. Άρα», επανέλαβε πασιχαρής, «δεν πρέπει να την περιφρονώ καθόλου αυτή την ανυπόφορη, ηλίθια και σκανδαλώδη χυδαιότητα αυτού του επαρχιώτη κολοσσού…[σ. 82 – 83]

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 211. Πρόλογος: Λίζυ Τσιριμώκου, Επίμετρο: δοκίμια των Gaëtan Picon και Michel Crouzet, απάνθισμα σχολίων για τον συγγραφέα από τους Μπαλζάκ, Μεριμέ, Ζολά, Κλωντέλ, Νίτσε, Βαλερύ, Κρότσε, Ζιντ κ.ά. και δίστηλο χρονολόγιο με τη ζωή και το έργο του (μτφ. Χριστιάνα Σαμαρά) [Stendhal, Féder ou le Mari d’ argent, 1855].

18
Νοέ.
12

Pierre Assouline – Οι προσκεκλημένοι

Η κοινωνία του αφιλόξενων και ο χαμένος διαφωτισμός

Ήξεραν να συμπεριφέρονται, ακόμα κι όταν η αρμονία χανόταν. Οι υπερβάσεις περιορίζονταν στα αποδεκτά όρια, χάρη σε ένα είδος αυτολογοκρισίας, η οποία υποδείκνυε στο καθένα μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Σπάνια δείπνο κατέληγε σε πυγμαχία· τότε η οικοδέσποινα έπρεπε να φανεί βίαια μετριοπαθής και η τάξη επανερχόταν. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα μιντιακά ήθη δεν είχα επηρεάσει τους προσκεκλημένους σε βαθμό που να τους κάνουν να ξεχάσουν τοις στοιχειώδεις κανόνες της κατ’ ιδίαν συνομιλίας. Οι παραβιάσεις ήταν ανεκτές εφόσον δεν διαιωνίζονταν και δεν πολλαπλασιάζονταν. Όχι άτοπες διακοπές, όχι αποκλειστικό μονοπώλιο του λόγου. Καμία από αυτές τις ανυπόφορες συνήθειες της τηλεόρασης, που απεχθανόταν ο Νταντιέ, επαναλαμβάνοντας πως το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν το μοναδικό μέσο να μιλά χωρίς να το διακόπτουν. [σ. 138]

Όλα τα παραπάνω ισχύουν στα δείπνα της Σοφί ντυ Βιβιέ, στο υψηλό σαλόνι της στο ακόμα υψηλότερο αριστοκρατικό έβδομο διαμέρισμα του Παρισιού. Η επιδειξιο-τελειομανής οικοδέσποινα έχει ως ιερό καθήκον της τον εντυπωσιασμό των καλεσμένων της – ακόμα και αν οι άνθρωποι πλήξουν στα δείπνα της, η ανία τους οφείλει να είναι ξεχωριστή. Πολύτιμη συνεργάτης της στην μόνη αυτή δραστηριότητα που γεμίζει τη ζωή της είναι η οικιακή βοηθός Σόνια. Η νεαρή Μαροκινή διακρίνεται και ενίοτε αντιπαθείται για το περίφημο περήφανο χαμόγελό της, όχι κάποιου αισθήματος ανωτερότητας αλλά μιας ήρεμης βεβαιότητας εκείνων που απλώς αισθάνονται όμορφα. Η μεταξύ τους σχέση μετράει ήδη πέντε χρόνια χωρίς την παραμικρή εκδήλωση συναισθηματικής κατανόησης, αλλά με το μέγιστο ποσοστό ανοχής. Όσα δεν λένε έχουν μεγαλύτερη σημασία από έναν διάλογο επιχειρημάτων. Η ανταλλαγή απόψεων θεωρείται επικίνδυνη· θα σήμαινε οικειότητα και θα απειλούσε την σχέση εξουσίας.

Η οργάνωση των δείπνων ακολουθεί την εμμονή της εμψυχώτριάς τους, που επιμένει ιδιαίτερα στην ταξιθέτηση των προσκεκλημένων σύμφωνα με τις δικές ιδέες περί έλξης και απώθησης «σε μια εύθραυστη ισορροπία αυτής της Γιάλτας της κοσμικότητας». Η διάταξη των θέσεων, η επιστολογραφία των προσκλήσεων και η προμελέτη όλων των εξελίξεων αποτελούν το επίκεντρο της ζωής της· η δε πρόβλεψη κάθε πιθανού απρόοπτου ολοκληρώνει την πολεμική της ετοιμότητα. Πώς είναι δυνατόν να αποτύχει η επιστήμη των δεξιώσεων και η τέχνη των αναλογιών; Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο Θέατρό της, κι ας πρόκειται για γαλλική κωμωδία. Κι όμως, το ξαφνικό κώλυμα ενός προσκεκλημένου περιορίζει τους συνδαιτυμόνες στον ανεπιθύμητο αριθμό των δεκατριών. Ως έσχατη λύση επιλέγεται η Σόνια.

Οι προσκεκλημένοι ακονίζουν τα μαχαίρια τους: άλλοι ενοχλούνται από την μιαρή παρουσία, άλλοι ετοιμάζονται να απολαύσουν την ταπείνωσή της, όλοι εμβρόντητοι πληροφορούνται τις διδακτορικές της σπουδές. Η ανάκριση αρχίζει και οι ανώτερες τάξεις καιροφυλακτούν για τις απαντήσεις της μετανάστριας, μέσα στις οποίες αγωνιούν να διακρίνουν ομολογίες και δικαιολογίες. Η ευστροφία τους φτάνει μόνο μέχρι τους γνώριμους τρόπους απαξίωσης: μπερδεύουν το επώνυμό της, θυμούνται το φολκλόρ της χώρας της, αναρωτιούνται ποιοι την προώθησαν και πού ελπίζει να εργαστεί. Μόνο που η Σόνια παρά την αρχική της αμηχανία αποδεικνύεται εξαιρετική χειρίστρια του λόγου και αποστομωτική συνδιαλεγόμενη. Την ίδια στιγμή που μετατρέπεται σε έκθεμα, αμέσως επιστρέφει τους προβολείς στους επιτιθέμενους, που ο ένας μετά τον άλλον καταπίνουν τη γλώσσα τους.

Αρκεί να υπήρξες κάποτε φτωχός για να ανήκεις για πάντα στο στρατόπεδο εκείνων που δεν αντέχουν να μιλούν οι άλλοι για τη φτώχια παρά μόνο αν ξέρουν καλά για τι μιλούν. Δεν αντέχουν ούτε καν να χρησιμοποιείται η λέξη. [σ. 106]

Ο εβραϊκής καταγωγής και μαροκινής ανατροφής συγγραφέας αποδεικνύεται μαιτρ στην σύντομη πλην δηκτικότατη βιογράφηση του καθενός από τους καλεσμένους (ιδίως τη στιγμή που καταφτάνουν ο ένας μετά τον άλλον), ενώ η ειρωνεία του για τις πλαστές «νεο-γυναίκες» φτάνει στα όρια του γυμνού σαρκασμού. Ένα δεύτερο πεδίο όπου η γραφή του απογειώνεται είναι οι ζωντανοί διάλογοι, εύρυθμα μοιρασμένοι ανάμεσα στην ένταση της στιγμής και την κρισιμότητα των λέξεων των ομοτράπεζων, που όσο κι αν προσπαθούν να κινηθούν στην ελαφρότητα, γλιστρούν και πέφτουν σε βάθη μικροπρέπειας. Επιπρόσθετα, δεν παρασύρεται από το αβανταδόρικο θέμα και αποφεύγει να του δώσει την έκταση μυθιστορήματος – ενώ κάλλιστα θα μπορούσε, καθώς οι σχετικοί διάλογοι είναι ανεξάντλητοι – επιλέγοντας χάρη στη θραυσματικότητα της νουβέλας να το αφήσει ως έχει: ατελές και ορθάνοιχτο.

Όλοι αυτοί οι επαγγελματίες των υπηρεσιών και υπηρέτες των επαγγελμάτων, επίκαιροι αλλά ποτέ σύγχρονοι, ετούτη η «κοινωνία του θεάματος και του θεαθήναι, όταν δεν απολαμβάνει την εσωτερική της κατανάλωση – ο ένας τρέφεται από τον άλλον, όταν δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο άλλων αντιγράφων ή ιδανικό ντεκόρ συγκεκριμένου περιβάλλοντος – στρέφεται στη βορά του ξένου. Όχι βέβαια εναντίον του πάμπλουτου αμερικανού επισκέπτη – επενδυτή, στον οποίο όλοι ετοιμάζονται να κάνουν βαθιά, πολύ βαθιά υπόκλιση αλλά σ’ εκείνον που (ευελπιστούν  πως) θα τους κάνει να αισθανθούν ανώτεροι. Από την άλλη, η ευρύτερη γαλλική κοινωνία προφανώς κάνει πως δεν θυμάται το ποσοστό της δυναμικής των μεταναστών στην σύνθεσή της, ούτε βέβαια την συνεισφορά τους στον πολιτισμό της και στη συνολική της ουσία. Και άλλωστε τι θα ήταν τα γεύματά της κυρά – Σοφί χωρίς το πολύτιμο ζεύγος της υπηρέτριας και του μάγειρα;

Κάποια στιγμή ένας ευφυής καλεσμένος, ο Νταντιέ μονολογεί  «Να μάθουμε να είμαστε προσκεκλημένοι οι μεν των δε, μακριά από κάθε θρησκευτικό φανατισμό και άλλες τέτοιες μπούρδες. Αλλιώς θα καταστραφούμε. Αχ, η τέχνη του προσκεκλημένου…» αλλά η φωνή του χάνεται στα τσουγκρίσματα της συγκατάβασης. Όταν όμως η Σόνια ακούει πως στο Παρίσι θα είναι πάντα μια φιλοξενούμενη, απαντά: Το ίδιο και αλλού. Παντού όπου κι αν πάω. Έτσι, είναι καλύτερα να ζω εκεί όπου νιώθω λιγότερο…προσκεκλημένη όπως λέτε. […] Η ψυχή της Γαλλίας ήταν πάντα οι ξένοι της. Αυτοί είναι που την επαναφέρουν στο μεγαλείο της, επειδή γι’ αυτό την αγαπούν. Πρέπει πάντα να κάνεις περισσότερα απ’ ότι οι Γάλλοι, για να ελπίζεις να γίνεις εντελώς Γάλλος, χωρίς ωστόσο ν’ αρνείσαι τον εαυτό σου. Με αυτό τον τρόπο, οι «ξένοι» της τραβούν τη χώρα προς τα πάνω. [σ. 159]

Η αποικιοκρατική συμπεριφορά, η αναπαραγωγή δόλιων στερεοτύπων και ο συγκαλυμμένος ρατσισμός θα βρίσκουν πάντα ιδανικό έδαφος στην ημιμάθεια και την κενότητα των προαστιακών μεγαλοαστών και όχι μόνο. Αλλά αυτοί δεν ξέρουν τίποτα για τη ζωή, ενώ η Σόνια την ζει παλεύοντας και την παλεύει ζώντας, καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της βρίσκεται σε κατάσταση φυγής, σε θέση μειοψηφούσα και μειονεκτική, σε μια διαρκή κατάσταση άμυνας και απολογίας αλλά και με την αμετακίνητη επιθυμία να είναι μια πρέσβειρα μιας Γαλλίας πεφωτισμένης και εξιδανικευμένης, της Γαλλίας του Διαφωτισμού. Σε αυτή τη διαρκώς «μεταβλητή γεωμετρία μια κινούμενης πραγματικότητας», όπου ονειρευόταν να είναι ακόμα κι αν η κουλτούρα δεν βρίσκεται στα βιβλία αλλά στη ζωή, η Σόνια είχε μάθει από τους καλούς συγγραφείς ότι αυτό το πλήθος μέσα της ήταν γόνιμο. Αυτή η ένταση θα ήταν ο πλούτος της. Μήπως για άλλη μια φορά, όπως τότε έτσι και τώρα, η λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε όλοι προσκεκλημένοι;

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 196 [Les Invités, 2009].

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τα δυο παραθέματα): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 32 (χειμώνας 2012).

06
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 116

Πατρίκ Ρενάλ, Πρώην σύντροφοι, εκδ. Μεταίχμιο, 2004, μτφ. Μελίνα Καρακώστα, σ. 152 – 153 (Patrick Raynal, Ex, 2002)

Με παράγκες από λαμαρίνα, κτίρια που δεν πολυκαταλαβαίνεις αν χτίζονται ή γκρεμίζονται, παιδιά με κοντό παντελόνι και σκισμένο μπλουζάκι που τσαλαβουτάνε στην κόκκινη σκόνη, γυναίκες με καφτάνια, γυμνούς σβέρκους κάτω από λεκάνες με φρούτα, άντρες καθισμένους ανακούρκουδα πάνω στις φτέρνες τους μπροστά σ’ έναν μισοάδειο πάγκο, μίνι λεωφορεία που βουλιάζουν απ’ το βάρος των ανθρώπινων τσαμπιών, δίκυκλα κόντρα στο ρεύμα, το Μπαμακό επιβεβαίωνε όσα είχα ακούσει για την Αφρική. Φυσικά όλα ήταν μία αυταπάτη. Η μαγεία της μαύρης Αφρικής είναι ότι καταφέρνει να μοιάζει με όλα όσα ξέρουμε, όλα όσα έχουμε διαβάσει σε βιβλία γεωγραφίας, σε κόμικς, σε μυθιστορήματα ή ταξιδιωτικές αφηγήσεις, ρεπορτάζ ή ταινίες, επιφυλάσσοντας, ωστόσο, άπειρες εκπλήξεις. Η Αφρική είναι αυτό που πίστευες πως ήξερες γι’ αυτήν πριν έρθεις, μαζί με την επίγνωση πως οι πιο χαρισματικοί εραστές της τα έχουν πει όλα για τη χώρα αυτή, δίχως να την έχουν, όμως ξεπαρθενέψει.

06
Μάι.
12

Ολιβιέ Τοντ – Αλμπέρ Καμύ. Μια ζωή

Δημιουργός μύθων, εμπνευστής ζωής

«Πιστεύω πως ο συγγραφέας δεν πρέπει να αγνοεί τίποτε από τα δράματα του καιρού του και πως πρέπει να παίρνει θέση όποτε μπορεί ή γνωρίζει. Πρέπει όμως και να διατηρεί ή να παίρνει, από καιρού εις καιρόν, μια κάποια απόσταση απέναντι στην ιστορία μας» έλεγε σε συνέντευξή του στη Demain ο «κλασικός» πλέον Γάλλος στοχαστής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, δραματουργός, σκηνοθέτης και ηθοποιός Αλμπέρ Καμύ. Ένας κλασικός που χαρακτηρίζεται επικίνδυνος από τον παρόντα βιογράφο του, σε μια ογκώδη αλλά αναμφισβήτητα  αξιανάγνωστη βιογραφία, που δεν εξαντλεί απλώς με απόλυτη γραμμικότητα και εξαντλητικές λεπτομέρειες ολόκληρη τη ζωή και το έργο του συγγραφέα αλλά και παρουσιάζει για πρώτη φορά συζητήσεις με μεγάλο αριθμό προσώπων που διασταυρώθηκαν με την ζωή του, καθώς και ανέκδοτα κείμενα (μεταξύ των οποίων και η αλληλογραφία του). Οι παραπάνω σκέψεις του Καμύ σαφώς εντάσσονται σ’ έναν ευρύτερο προβληματισμό του όσον αφορά τη θέση και τη στράτευση του συγγραφέα, ένα ζήτημα που δεν σταμάτησε να τίθεται στο επίκεντρο των περί δημιουργίας προβληματισμών του. Σύμφωνα με τον δικό του κανόνα ζωής ένας συγγραφέας μπορεί να βοηθήσει μόνο μέσα από τα βιβλία του και δεν πρέπει να οικειοποιηθεί τον τίτλο του καθοδηγητή συνείδησης. Η παραπάνω στάση δεν αποτελεί παραίτηση αλλά αναγνώριση των ορίων του.

Το παρόν βιογραφικό δοκίμιο, εμπλουτισμένο όσον αφορά την ελληνική έκδοση με εξήντα σελίδες σημειώσεων, επιλεκτική βιβλιογραφία, ευρετήριο ονομάτων και δεκαεξασέλιδο με σαράντα φωτογραφίες, δεν αποτελεί, κατά επιθυμία του συγγραφέα του, ούτε απομυθοποίηση ούτε αγιογραφία. Ο Τοντ σαφώς διάκειται θετικότατα απέναντι στον Καμύ αλλά επιθυμεί να συμπεριλάβει στο φιλόδοξο πόνημά του κάθε υπαρκτό στοιχείο· σπάνια μια βιογραφία περιλαμβάνει τόσο υλικό «εναντίον» του βιογραφούμενου. Το desideratum του έργου είναι εμφανές: όλα τα στοιχεία του συναρπαστικού, πολύπλοκου και αντιφατικού βίου του Καμύ να παρατεθούν μπροστά στον αναγνώστη, ώστε ο ίδιος να οδηγηθεί στα προσωπικά του συμπεράσματα. Σημαντική μάλιστα βοήθεια σε τούτο προσφέρει η ιδιαίτερα ελκυστική πλευρά του βιβλίου που αφορά τη συνεχή επικοινωνία, αντιπαράθεση αλλά και συνύπαρξη (σύμφωνα άλλωστε με τον περίφημο ευφημισμό του Σαρτρ, στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του Καμύ) με σπουδαία πρόσωπα της γαλλικής κουλτούρας: Αντρέ Μαλρώ, Πωλ Νιζάν, Ρεμόν Κενώ, Ρενέ Σαρ, Μωρίς Μερλό-Ποντύ, Σιμόν Ντε Μποβουάρ, με τον Σαρτρ βέβαια, κ.ά. Είναι αμέτρητες οι  μεταξύ τους συνομιλίες που αποκαλύπτουν βαθύτερες «συνομιλίες» σκέψης και πνεύματος.

Ο Καμύ αρνούνταν την πολιτική χωρίς ηθική, γεγονός που προκαλούσε και συνεχίζει να προκαλεί την θυμηδία τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Ο ουμανισμός του, ακόμα και «πεισματάρικος» (κατά τον χαρακτηρισμό του Σαρτρ), υπήρξε καθολικός και αδιαπραγμάτευτος. «Γνωρίζουμε πως η εποχή των ιδεολογιών έχει παρέλθει» δήλωνε ήδη από το 1957, ενώ η άμεση αίσθησή του από την επίσκεψη στα σπίτια ενός ευημερούντος σοβιετικού κολχόζ ήταν η «αποπροσωποποίηση του ανθρώπου». Πρώην στρατευμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αρνήθηκε να θυσιάσει αυτούς που ονομάζει «Άραβες» και τις ιδέες του για την τέχνη στις πιέσεις ενός κόμματος «που θέτει το πολιτικό περιεχόμενο ενός έργου υπεράνω της καλλιτεχνικής φύσης του». Η ρήξη με τον κομματικό μηχανισμό τον σημάδεψε χωρίς να τον τραυματίσει, καθώς ουδέποτε αισθάνθηκε ότι πρόδωσε μια τάξη.

Στοχαστής και ηθικολόγος, απέρριψε τους πειρασμούς του ολοκληρωτισμού και τη δική του κλίση προς το μηδενισμό, ενώ κατάφερε να μην ολισθήσει ούτε προς τον κυνισμό. Αρνήθηκε τον φανατισμό, αλλά όχι την μαχητικότητα. Κόντρα στις τάσεις της εποχής του κατήγγειλε, όπως κι ο Όργουελ, τις φρικαλεότητες του στρατοπεδικού και αστυνομοκρατούμενου κόσμου της Αριστεράς και της Δεξιάς, ενώ ως το τέλος συμβούλευε να μη συγχέουμε την δημιουργία με την προπαγάνδα. Απομονώθηκε στο γαλλικό περιβάλλον όπου θριάμβευε ένας «ακατέργαστος μαρξισμός» και τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του υπήρξε ο αποδιοπομπαίος τράγος της «παραπληροφορημένης» παριζιάνικης Αριστεράς. Κι όμως, σε μια ζωή όπου αγωνίστηκε να ελέγξει τις αντιφάσεις της, συχνά προτιμούσε τους στρατευμένους ανθρώπους από τη στρατευμένη λογοτεχνία και στάθηκε με υποδειγματικό τρόπο στο πλευρό πολλών συγγραφέων ανεξαρτήτως παράταξης ή και φανατισμού. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήθελε να είναι ούτε θύτης ούτε θύμα: «Ξέφυγα […] απ’ όλους […] και κατά κάποιον τρόπο εγώ θέλησα να φύγουν όλοι από κοντά μου».

Σε σχέση με το πρόβλημα της Αλγερίας το πράγματα είναι περισσότερο περίπλοκα. Ο Τοντ κατά βάση συμφωνεί με την άποψη που εντοπίζει στον «Ξένο» «την ανησυχητική ομολογία μιας ιστορικής ενοχής που παίρνει τη μορφή μιας τραγικής πρόβλεψης». Απέναντι το αλγερινό ζήτημα ο Καμύ ήταν φορμαλιστής και ηθικολόγος: επιθυμούσε για την Αλγερία αυτό που ο καθένας, με επικεφαλής τη Ναντίν Γκόρντιμερ επιθυμεί σήμερα για την Νότια Αφρική: συνύπαρξη με ίσα δικαιώματα, δυο λαούς σε ένα έθνος και ένα κράτος πολυφυλετικού δικαίου. Εδώ ο βιογράφος ανασκευάζει τις κατηγορίες πως ο Καμύ υποστήριζε πάντοτε, αν όχι εμφανώς τουλάχιστο σιωπηρά, την καθεστηκυία τάξη και πως ουδέποτε διατάραξε το παραμικρό στον καπιταλιστικό και χριστιανικό πολιτισμό, διατηρώντας πάντα ένα πλευρό «γαλλικής Αλγερίας».

Ο τελικός απολογισμός, αν ποτέ μπορεί να υπάρξει τέτοιος, μας παραδίδει έναν ασίγαστα ανήσυχο κι εμπνευσμένο άνθρωπο που αισθανόταν καλλιτέχνης και «δημιουργός μύθων», που δεν υπήρξε μόνο ο συγγραφέας των σπουδαίων μυθιστορημάτων και δοκιμίων. Αλλά κι ένας ποιητής που δεν αισθανόταν τέτοιος, όμως μας κληροδότησε σελίδες πρόζας με έξοχο ποιητικό πλούτο· ένας στοχαστής που μας έδωσε ιδέες, ορισμένες από τις οποίες στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας γίνονται περισσότερο αποδεκτές σήμερα· ένας δημοσιογράφος που δεν αφοσιώθηκε ποτέ στην δημοσιογραφία για να διοχετεύσει την ενέργειά του στο τρίπτυχο «μυθιστόρημα, θεατρικό έργο και δοκίμιο». Κι όμως, για δυόμισι χρόνια υπήρξε ο πιο προικισμένος αρθρογράφος του γαλλικού Τύπου: τα άρθρα του ιδίως στην Combat και στην Alger Républicain σημαδεύουν μια εποχή, ενίοτε με την έμφαση του εφήμερου, την ίδια στιγμή που υποκύπτει αρκετές φορές στον μόνιμο πειρασμό κάθε στρατευμένου δημοσιογράφου, να διαμορφώσει ή και να αλλάξει την Ιστορία μέσα από τη γραφή του.

Εκείνος ο ρομαντικός, αντιεξουσιαστής συγγραφέας και διανοητής, ο γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας αναλφάβητης γυναίκας, «ξοδευόταν αλόγιστα» σε μια γεμάτη ζωή, αγωνιζόμενος να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύσκολα στοιχήματα, να λυτρωθεί από την πολιτική με την λογοτεχνία και να παραδοθεί άνευ όρων στην «αγάπη για τη ζωή» (τίτλο άλλωστε ενός από τα δοκίμια – νουβέλες του). Και εντέλει, μέσα από τον λογοτεχνικό ή πολιτικό λόγο ή και ενάντια σ’ αυτόν, να αφιερωθεί σ’ εκείνο που ο Τ.Σ. Έλιοτ ονόμασε «αμείλικτη μάχη με τις λέξεις» που «σκληραίνουν, ραγίζουν, γλιστρούν, χάνονται».

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 788 [Olivier Todd, Albert Camus. Une vie, 1996].

Δημοσίευση σε: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

Οι εικόνες: Εvgeniya Kashina, Scenery sketch for a screen version «L’Etranger» by Albert Camus.

19
Απρ.
12

Jean – Michel Guenassia – Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

Καληνύχτα θλίψη

-Πρέπει να περάσατε δύσκολα.

– Το ίδιο κι εσείς.

-Αυτό που μετράει είναι ότι είμαστε ζωντανοί, έτσι δεν είναι;

-Ναι, πρέπει να σκεφτόμαστε το μέλλον.

-Αν δεν είμαστε εμείς αισιόδοξοι, τότε ποιος θα είναι;

Η στιχομυθία της σελίδας 199 ανάμεσα στον Ίγκορ και τον Βέρνερ, πρόσφυγες από κομμουνιστικές χώρες στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’50, αποτελεί μια από τις εκτυφλωτικές όψεις της τιτλοφορούμενης αισιοδοξίας, και μάλλον την πιο προφανή. Η συγκεκριμένη, διαρκώς αναβλύζουσα πηγή αισιοδοξίας δεν εντοπίζεται σε πείσμα όσων πέρασαν αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι τα πέρασαν. Νωρίτερα, στη σελίδα 158, διαβάζουμε για τον Ιγκόρ: Η φυγή του από την ΕΣΣΔ και οι περιπλανήσεις του τον είχαν κάνει ν’ αναθεωρήσει έννοιες όπως η αλήθεια και το ψέμα. Τώρα πια, για ένα μόνο πράγμα ήταν σίγουρος: ότι ήταν ζωντανός. Πίστευε ότι το μόνο για το οποίο μπορούσες να είσαι βέβαιος σ’ αυτό τον κόσμο ήταν αν είσαι ζωντανός ή νεκρός. Όλα τα άλλα ήταν θεωρίες και κατασκευάσματα του μυαλού.

Οι «αισιόδοξοι» λοιπόν επιζώντες του ανατολικού μπλοκ έφτασαν στη Γαλλία επειδή ανάμεσα στις δυο μοναδικές τους επιλογές, να είναι με τους εκμεταλλευτές ή τους εκμεταλλευόμενους, διάλεξαν να μην ανήκουν σε κανένα στρατόπεδο. Προερχόμενοι απ’ όλες σχεδόν τις χώρες του «παραπετάσματος» συνευρίσκονται σε περίφημο μπιστρό περιώνυμης πλατείας, αλλά στο πίσω δωμάτιο, οι κουρτίνες του οποίου διαφυλάσσουν μιαν άλλη κοινότητα. Σ’ αυτή την κοινότητα άλλοι παραμένουν πιστοί στα κομμουνιστικά ιδανικά που πρόδωσε το κράτος τους ενώ άλλοι, αηδιασμένοι από τα διαψευσμένα τους οράματα, δεν θέλουν ν’ ακούσουν για ανατολή. Όλοι όμως αισθάνονται απάτριδες – Δεν είμαι Τσέχος ούτε Γάλλος. Είμαι άπατρις. Ό,τι χειρότερο, δηλαδή. Δεν υπάρχω εξομολογείται ο Πάβελ –, όλοι καταχωρίζονται ως προδότες από το κόμμα τους και αποστάτες από τους Δυτικούς. Απάτριδες αλλά ίσοι μέσα στην αντιπαλότητά τους.

Σ’ αυτή την ιδιόμορφη, σχεδόν κλειστή λέσχη, το σκάκι αποτελεί το βασικό της παίγνιο και οι συζητήσεις την πάλλουσα καρδιά της, ακολουθώντας όμως πιστά ορισμένους κανόνες σιωπής: Κανείς μας δεν μιλάει για την οικογένειά του. Τη σκεφτόμαστε κάθε μέρα και ώρα. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα να την ξαναδούμε. Είναι ανέφικτο, μη ρεαλιστικό, επικίνδυνο. Γι’ αυτό δε λέμε κουβέντα. Την κρατάμε φυλαγμένη σε μια γωνιά του μυαλού μας. Δεν περνάει λεπτό που να μην αναρωτιέμαι τι κάνουν η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ξέρω ότι κι εκείνοι με σκέφτονται και μου είναι αβάσταχτο. [σ. 347]. Οι πρόσφυγες σκακιστές, τρόπον τινά «προστατευόμενοι» του Ζαν Πωλ Σαρτρ αλλά και συμπαίκτες του, όπως και του Ζοζέφ Κεσσέλ, εργάζονται σε πάσης φύσεως δουλειές, στην άλλη άκρη απ’ όσα σπούδασαν ή γνώριζαν να κάνουν. Αποτελούν όμως μόνο το ένα σκέλος της εκλεκτής πελατείας· εκεί συχνάζει και η παρέα του βασικού μας αφηγητή, του αξιαγάπητου νεαρού, του Μισέλ Μαρινί, εφηβικού καθρέφτη του συγγραφέα και έφηβου εκκολαπτόμενου στα μαγικά της ζωής έξω.

Αναβάλλουμε, περιμένοντας τη στιγμή που θα είμαστε καλύτερα, κι έτσι περνούν οι μέρες και τα χρόνια, με τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες ή και να ξεχνιούνται. [σ. 179]

Ο Μισέλ μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όπου συγκρούονται «πολιτισμένα» αλλά βαθύτατα ιδεολογικά δυο κόσμοι (των γονέων του και των οικογενειών τους) με περισσότερα παρακλάδια: αριστεροί, δεξιοί, ακροδεξιοί, σοσιαλιστές, γκωλικοί, με διαμάχες όχι μόνο στο ιδεολογικό πεδίο αλλά και σε ζωτικά θέματα όπου ο καθένας καλείται να επιλέξει πλευρά, όπως ο πόλεμος της Αλγερίας. Εκεί στρατεύεται κι ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, με διαφορετικά κίνητρα στην αρχή, προτού μεταστραφούν και οδηγήσουν σε τραγική εξέλιξη. Η οικογένεια αποτελεί ούτως ή άλλως ένα ακόμα διαρκές εμπόδιο στην ελευθερία του και του χαρίζει την αίσθηση πως τίποτα δεν τους συνδέει: Αποφεύγουμε να λέμε στα παιδιά τι έγινε πριν γεννηθούν. Αρχικά είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν, ύστερα είναι πολύ μεγάλα για ν’ ακούσουν, μετά δεν έχουν καιρό για τέτοια, ώσπου στο τέλος είναι πια πολύ αργά Αυτά έχουν οι οικογένειες. Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι. Ζητάμε θαύματα απ’ τους δεσμούς αίματος: μια αρμονική συνύπαρξη που είναι εντελώς ανέφικτη· απόλυτη εμπιστοσύνη· σχέσεις που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παραμυθιαζόμαστε με τα ψέμα της συγγένειας. [σ.33]

Στη λέσχη ο Μισέλ βρίσκει μια νέα «οικογένεια» που βρίσκεται πάντα εκεί στις αποδράσεις του απ’ το σχολείο για να παίξει το αγαπημένο του ποδοσφαιράκι – άλλο ένα πεδίο μύησης στις παρέες, τις φιλίες, τις νίκες και τις ήττες. Αλλά κι ένας άλλος ευρύτερος κόσμος είναι έτοιμος να τον δεχτεί εφ’ όρου ζωής στους κόλπους της: η τέχνη της φωτογραφίας, το ροκ εντ ρολλ (αμφότερα ενεργοποιημένα χάρη σε δυο δώρα – μια φωτογραφική μηχανή Brownie Kodak κι ένα πικάπ Teppaz των δυο ταχυτήτων, αλλά και μια συλλογή δίσκων που του αφήνει προς φύλαξη ένας φίλος) και βέβαια η λογοτεχνία. Ανήσυχος για κάθε χαμένο χρόνο, ο Μισέλ διαβάζει σαν μανιακός πάντα και παντού. Πιάνει το βιβλίο από το πρωί, με το που ανάβει το φως,  και δεν το αφήνει από τα χέρια του όλη μέρα. Διαβάζει κρυφά μέσα στις σχολικές αίθουσες, όταν περπατά στους δρόμους – πώς να χαθεί ακόμα κι αυτό το τέταρτο ανάγνωσης; Κι όταν βρέχει χώνεται κάτω από υπόστεγα, για να συνεχίσει απερίσπαστος.

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις το χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι. [σ. 317]

Ανάμεσα στις ζυμώσεις και τους αναβρασμούς του Καρτιέ Λατέν και στις αναγνώσεις του Επαναστατημένου Ανθρώπου του Καμύ, στον αχό της αλγερινής σκόνης και στον ήχο των συζητήσεων για την πολυπόθητη ελευθερία από τον ελεύθερο έρωτα και την λύτρωση «από την προαιώνια τυραννία του ζευγαριού» μέχρι τα διλήμματα ανάμεσα στη δημοκρατία των μαζών ή των ανθρώπων του πνεύματος, ο Μισέλ ενηλικιώνεται και ωριμάζει, συχνά με συνοδοιπόρο την Σεσίλ, πρώην φίλη του αδελφού του (λιποτάκτη πλέον της Αλγερίας), έναν καλοσμιλεμένο γυναικείο χαρακτήρα. Οι αγώνες για μια άξια καθημερινότητα τελικά είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την αναζήτηση νέων ιδανικών. Στο γράμμα του Πιερ από την Αλγερία άλλωστε αποτυπώνεται ήδη η ζύμωση που θα οδηγούσε λίγα χρόνια μετά στον Παρισινό Μάιο:  Η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος. Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό της πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορεί να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας κι η ζωή σου να ’ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια. [σ. 78]

Ο Γκενασιά (Αλγέρι, 1950) δεν είναι επαγγελματίας συγγραφέας αλλά δικηγόρος. Έχει γράψει μόνο ένα νουάρ πολύ παλαιότερα, αλλά τώρα προφανώς αισθάνθηκε έτοιμος για την αφήγηση της συναισθηματικής ενηλικίωσης όχι μόνο της δικης του αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς. Άλλωστε η εικόνα που αντίκρισε μικρός, με τον Σαρτρ και τον Κεσέλ να ξεκαρδίζονται ανάμεσα σε σκακιστικές κινήσεις και εισπνοές καπνού στην πίσω αίθουσα ενός μπιστρό του έμεινε αξέχαστη – δυο συγγραφείς σε μια απόλυτα καθημερινή αλλά και συνενοχική στιγμή. Ίσως αυτή να ήταν κι η κινητήρια εικόνα της συγγραφής της Λέσχης. Απλή γλώσσα, ρεαλιστικό ύφος και μια εξαιρετική μαεστρία στο ρυθμό, ιδίως στις εναλλαγές των ιστοριών κάνουν τις επτά εκατοντάδες των σελίδων μοιάζουν πολύ λιγότερες.

Θα κατηγορούσα πολύ καιρό τον εαυτό μου που δεν επέμεινα να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα, μετά απ’ ό,τι ακολούθησε, σκέφτομαι πως εν θα ’ταν φοβερό ν’ ανάβαμε ένα κερί. Αφού τόσοι άνθρωποι στον κόσμο ανάβουν τόσα κεριά και καντήλια, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό βοηθάει κι ότι κάθε τόσο, απ’ τις αμέτρητες φλόγες που τρεμοσβήνουν, όλο και κάποια προσελκύει την προσοχή Του ή, πάλι, όταν τις ανάβουμε απλώς για να μη νιώθουμε ολομόναχοι μες στο ανθρώπινο σκοτάδι. Όμως, αν σκεφτεί κανείς πόσες φλόγες άναψε ο άνθρωπος σε ολόκληρη την ιστορία του, τις αναρίθμητες προσευχές και γονυκλισίες, τότε κάλλιστα μπορεί να πει ότι ο Θεός, αν υπάρχει, δεν περιμένει πια τίποτα από εμάς. [σ. 296]

Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια για το Παρίσι από το 1959 έως το 1964, με δυο πρόσθετα για το Λένινγκραντ του 1952 και το Παρίσι του 1980, ως μικρή εισαγωγή. Στο τελευταίο κάποιοι χαρακτήρες συναντιούνται στην κηδεία του Σαρτρ όπου βρίσκονται οι πάντες. Τι παράλογο που είναι να αποτίνεται φόρος τιμής σ’ έναν άνδρα που έπεσε σχεδόν σ’ όλα έξω, βρισκόταν σε μόνιμη πλάνη, πίστεψε μια υπόθεση εξαρχής καταδικασμένη και την υπηρέτησε με όλο του το είναι. Καλύτερα να πήγαιναν στην κηδεία αυτών που αποδείχτηκε ότι ήταν δίκιο, που εκείνος τους είχε περιφρονήσει και καταδικάσει. Γι’ αυτούς, δεν ξεκουνήθηκε κανείς. Και μπορεί αυτά τα λόγια, να αφορούν το εκλιπόντα φιλόσοφο («επαναστάτη μεν, του σαλονιού δε, αλλά πάντα γενναιόδωρο με όλους»), ξαναδιαβασμένα όμως εκ των υστέρων, αντιλαμβανόμαστε πως εκπροσωπούν τους περισσότερους, αν όχι όλους τους ήρωες αυτού των αξέχαστων πλεγμένων και περιπλεγμένων ετούτων ιστοριών

…πόσο σχετικές είναι οι ικανότητες της φαντασίας μας, που τις θεωρούμε απεριόριστες, και πόσο αδύναμο είναι το φαντασιακό μας, που το συγχέουμε συχνά με τη νόηση. Τα γκουλάγκ, οι γενοκτονίες, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η ατομική βόμβα δεν έχουν τίποτα το αδιανόητο. Είναι ανθρώπινα έργα βαθιά ριζωμένα μέσα μας, που το μέγεθός τους και μόνο μας συνθλίβει. Δεν τα χωράει ο νους μας, ακυρώνουν την πίστη μας στον άνθρωπο, μας κάνουν να φαντάζουμε σαν τέρατα. Αποτελούν, στην πραγματικότητα, την πιο περίτρανη απόδειξη της ανικανότητάς μας να πείθουμε. Το έσχατο όριο της δημιουργικής μας ικανότητας. Μπορούμε να φανταστούμε ασύλληπτα πράγματα, όπως να ταξιδέψουμε στον χωροχρόνο, να προβλέψουμε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, να συναντήσουμε τον ιδανικό άντρα ή την ιδανική γυναίκα. Εδώ επινοήσαμε την αφηρημένη ζωγραφική και τη συγκεκριμένη μουσική! Μπορούμε να φανταστούμε τα πάντα, αλλά όχι μια θεραπεία σαν από θαύμα. Αυτό είναι θέμα πιθανοτήτων ή τύχης. [σ. 200]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, σελ. 709, με 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [Jean – Michel Guenassia, Le club des Incorrigibles Optimistes, 2009]

Επιμύθιο: Τα δεινά μας έχουν μία και μόνη αιτία: θεωρούμε τις απόψεις μας ιερές. // Μέχρι πού μπορείς να φτάσει κανείς προκειμένου να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους παρά τη θέλησή τους; // Δεν ήξερα τότε ότι σε μια διαφωνία μπορεί και οι δύο να έχουν δίκιο.// Όπως στο ποδοσφαιράκι: Κάποιους τους σκίσανε, κάποιοι μας σκίσανε. Έτσι είναι η ζωή.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.  Η Jean Seberg [À bout de soufflé – Jean Luc Godard, 1960] παίρνει δικαιωματικά δυο θέσεις στις φωτογραφίες ως μια εκπρόσωπος του παρισινού θηλυκού πνεύματος της εποχής. Όπως και το Citroen DS, που αγοράζει ο πατέρας του Μισέλ και αισθάνεται υπερήφανος – μέχρι τη στιγμή που θα τον αφήσει στο δρόμο και δεν θα προλάβει να αποχαιρετήσει τον γιο του που φεύγει για την Αλγερία…

28
Μαρ.
12

Ολιβιέ Ρολέν – Χάρτινη τίγρη

Φιλία 5- 68

Το κείμενο του παρελθόντος στη μνήμη μου είναι εντελώς παραμορφωμένο, τσαλακωμένο. [σ. 37]

Ένα αυτοκίνητο διασχίζει μέσα στη νύχτα τον περιφερειακό του Παρισιού. Εκφράσεις και σύμπλοκα συντροφεύουν την μεταφερόμενη προς εμάς εικόνα: περιφερειακή ροή ομαλή ροή· διαφημίσεις την καταφωτίζουν: ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ, PEUGEOT, ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΒΕΝΖΙΝΗΣ, Α4-Α104, CANON, VOLVO, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ, ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ, ΘΕΡΑΠΕΙΑ, SECURITAS. Ο αφηγητής απευθύνεται στη Μαρί, κόρη του Δεκατρία, αλλοτινό του σύντροφο σ’ ένα άλλο Παρίσι, στον συναρπαστικότερο Μάιο της Ιστορίας του. Γνωρίζει καλά πως «νιώθουμε την επιθυμία να ακούσουμε να μιλούν για πράγματα μόνο όταν οι φωνές που θα μπορούσαν να μας τα μάθουν έχουν σωπάσει» και τώρα που ο πατέρας της δεν βρίσκεται στη ζωή αναλαμβάνει να της διηγηθεί όλα όσα έζησαν· στην ουσία να φέρει μαζί της κι ερήμην της εις πέρας «ένα πειραματικό πρόγραμμα σχετικά με τη μνήμη σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας». Θα ξετυλίξουμε όλη ετούτη την ιστορία σαν μια μολυβένια σφαίρα στην άκρη μιας σφενδόνας που πετά μακριά. ΛΟΓΙΣΜΙΚΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ, JVC, FORMULE 1, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ, ΕΤΟΙΜΟΠΑΡΑΔΟΤΑ ΦΑΓΗΤΑ, ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ, ΠΤΥΣΣΟΜΕΝΟΙ ΚΑΝΑΠΕΔΕΣ, ΑΣΙΑΤΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ… Τότε το σύνορο ανάμεσα στην πόλη και την περιφέρεια ήταν ακόμα έτσι όπως το είχαν περιγράψει ο Σελίν κι ο Σαντράρ, τώρα το ορίζουν οι νέον επιγραφές.

Πώς ξεκίνησαν όλα; Από την αποστροφή για τους επιφανείς την δυσπιστία για τους πιο επιφανείς, ακόμα κι απ’ την πλευρά των διανοούμενων. Ενάντια στην ανανδρία όλων. Η Αντίσταση με τα κανόνα έμοιαζε πιο άξια σεβασμού και πιο χρήσιμη από εκείνες του Σαρτρ, του Μπρετόν και του Αραγκόν. Η μνήμη μειγνύει τα πάντα: τις συνομιλίες με τους κατοίκους των συνοικιών για τον «λαϊκό αγώνα», τις βραδινές φιλοτεχνήσεις των πολύχρωμων αφισών και τα ελαφρά μαστουρώματα από την μυρωδιά της κόλλας, τις νυχτερινές εξορμήσεις για αφισοκόλληση, με την αίσθηση ότι έκαναν περιπολία στο Πέτρογκραντ το 1917, ως Οι Δώδεκα του Αλεξάντρ Μπλοκ. Ο πατέρας της παραμένει φίλος του (εφόσον ο φίλος είναι αιώνιος), κι αμφότεροι ήταν οι τελευταίοι στον κόσμο δονικχώτες που ενδιαφέρονταν για την αιωνιότητα.

Τότε η επανάσταση ήταν «ένας τρόπος για να μάθει κανείς να πεθαίνει παρά προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας». Εκείνες τις μέρες θεωρούσαν τον ύπνο επινόηση της αστικής τάξης, άρα οι νύχτες έμεναν ξάγρυπνες– συνήθεια που διατήρησε ως σήμερα, και την ώρα που οι ηλεκτρινές λυχνίες και οι φωτεινές διαφημίσεις στην κορυφή των πολυκατοικιών αναβοσβήνουν, όπως κι όλοι οι κάτοικοι, αυτός αρχίζει να διαβάζει, να μείνει ζωντανός. Τότε σταμάτησαν να πηγαίνουν στον κινηματογράφο γιατί η Επανάσταση δεν είχε καιρό για χάσιμο, ζούσαν σαν σε ταινία έστω και μικρού προϋπολογισμού. Μέσα στον αχό της αναταραγμένης πόλης οι δυο φίλοι έζησαν στο έπακρο την διαπλοκή αλλά και την αιώνια συμπλοκή έρωτα και επανάστασης – ενός έρωτα που άλλοτε άνθιζε στα οδοφράγματα κι άλλοτε σε τραβούσε μακριά απ’ τις μάχες να προλάβεις να τον χαρείς:

Αριστερά σου, μετά από ένα τμήμα της βιβλιοθήκης όπου εκτείνεται ακατάστατα μια ολόκληρη ανθολογία βιβλίων σχετικά με τον πόλεμο στην Ισπανία, την Αντίσταση, την Κούβα, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τους εξεγερμένους της Μαύρης Θάλασσας, τον πόλεμο στην Αλγερία, την Κίνα, το Βιετνάμ, τον αναρχοσυνδικαλισμό και άλλα τονωτικά θέματα, λοιπόν, μετά από αυτό το πολύ ταιριαστό προοίμιο ή προθάλαμο υπάρχει μια ανοιχτή πόρτα όπου εγγράφεται διαγωνίως το μισό μέρος ενός κρεβατιού πάνω στο οποίο διακρίνονται οι γυμνές γάμπες της Κλοέ, όχι το υπόλοιπο κορμί της. Και αυτές οι γάμπες κινούνται […] Διπλώνονται, ξεδιπλώνονται, γλιστρούν, τρίβονται η μία πάνω στην άλλη. Όσο ηλίθιος κι αν είσαι, δεν σου διαφεύγει ότι αυτές οι γάμπες μιλάνε, και πιο συγκεκριμένα ότι μιλάνε σε σένα: και μάλιστα με αρκετή ειλικρίνεια. Δεν μιλούν με την ξύλινη γλώσσα των «συγκεντρώσεων» ούτε εκείνη στην οποία γράφεις το προπαγανδιστικό σου φυλλάδιο. [σ. 39]

Αυτή τη φορά ο Ρολέν διαλέγει έναν ακόμα πιο δαιδαλωτό αφηγηματικό τρόπο: απευθύνεται στην κόρη τού «13», γράφοντας όμως δευτεροπρόσωπα. Έτσι σε πλέκει ήδη σε μια συνεχή εγρήγορση, να μην ξεχνάς δηλαδή πως όσα θέλει να γράψει για το 68 κι όσα θέλει να πει στον φίλο του, πρώτα τα μεταφέρει στην κόρη εκείνου, της τα εμπιστεύεται ως παρακαταθήκη, κι ύστερα όλη αυτή την οδυνηρή και καθαρτήρια διαδικασία μάς την μεταφέρει μιλώντας στον …εαυτό του. Η αυτοκίνητη πλοήγηση στο υπερμοντέρνο πια Παρίσι δημιουργεί την αίσθηση της ζάλης, η ίδια η γραφή γίνεται ζαλιστική, με πλάνα πάντα κινηματογραφικά, όπως άλλωστε και η ίδια η ζωή των τυχερών companieros – κάποια στιγμή ο αφηγητής μονολογεί πως θα του καλάρεσε να δει τον «ρόλο» του να παίζεται από τον Τρεντινιάν.

Κι έτσι η ιστορία της σχέσης των δυο αντρών είναι και ιστορία μιας εποχής, μιας επανάστασης κι ενός ονείρου που δεν ήταν απλά χειροπιαστό αλλά κατοικούσε στα χαρακώματα των αστικών δρόμων, στα καφενεία, στις ταραχώδεις συνελεύσεις, στις διαδηλώσεις, στα διαβάσματα, στις εξάψεις για την Κόκκινη Ανατολή και τη Ρεαλιστική Ουτοπία και πάνω απ’ όλα στην ιστορία μιας φιλίας, όχι μόνο του Μαρτέν και του Δεκατρία αλλά και της υπόλοιπης παρέας, της Ζυντίν, της Κλοέ, του Βέλγου, το Ζυλό και των υπολοίπων. Όλοι τους αφιέρωσαν της νεότητά τους εναντίον της ιμπεριαλιστικής τίγρης, μια τίγρη που έβλεπαν χάρτινη κι ίσως γι’ αυτό κρατούσαν μόνο ψαλίδια.

ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ, ΚΑΖΙΝΟ, COMPUTERS, ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ, INTERNET, ΣΤΕΡΕΟΦΩΝΙΚΑ, NOKIA, ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΑ, ΤΡΑΠΕΖΑ, ….

Εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. Άννα Τσέα, σελ. 302 [Olivier Rolin, Tigre en papier, 2002].

Πρώτη δημοσίευση σε mic.gr

17
Μαρ.
12

Jean Echenoz – Δρόμος αντοχής

Ο άτοπος Ζάτοπεκ

Όταν οι Γερμανοί μπαίνουν στη Μοραβία και καταλαμβάνουν την Οστράβα, πόλη του άνθρακα και του χάλυβα, ο Εμίλ Ζάτοπεκ είναι εσωτερικός στο τεχνικό λύκειο και βοηθός στο δυσώδες τμήμα του καουτσούκ, με τον αποπνικτικό αέρα, τους εξοντωτικούς ρυθμούς και τις ακαριαίες τιμωρίες αφαίρεσης μισθού για το παραμικρό λάθος, αργότερα δε στο χημικό ινστιτούτο, σ’ ένα παγωμένο υπόστεγο γεμάτο νταμιζάνες με οξέα και στα νυχτερινά μαθήματα της ανωτέρας χημικής σχολής. Οι επιχειρήσεις οργανώνουν έναν ετήσιο αγώνα δρόμου (Γύρος του Ζλιν) που ο ίδιος υποχρεώνεται να συμμετάσχει αλλά απεχθάνεται, καθώς όλοι είναι υποχρεωμένοι να φορούν τη φανέλα με το λογότυπο της εταιρείας. Οι σβαστικοφόροι επιθυμούν να δείξουν πως ο στρατός κατοχής είναι υποδειγματικός και οργανώνουν «υποχρεωτικές» αθλητικές εκδηλώσεις και αγώνες για τους νέους. Στην πρώτη κούρσα ανωμάλου δρόμου εννέα χιλιομέτρων απέναντι σε μια αλαζονική γερμανική ομάδα τερματίζει δεύτερος, υπό την έκδηλη δυσαρέσκεια των αρίων. Ένας προπονητής τοπικού συλλόγου ενδιαφέρεται γι’ αυτόν: Παράξενα τρέχεις, αλλά δεν τρέχεις άσχημα. Ο Εμίλ αγνοεί την πρώτη φράση και συγκρατεί τη δεύτερη.

…ίσως το τρέξιμο επιτρέπει να σκέφτεσαι άλλα πράγματα….

Αρχίζει να τρέχει μόνος του, από απλή ευχαρίστηση. Όταν νυχτώνει και δεν μπορεί κανείς να τον δει, κάνει όσο πιο γρήγορα μπορεί την διαδρομή εργοστάσιο – δάσος και πίσω. Αρχίζει ν’ αγαπά το στάδιο, κι ας είναι εγκλωβισμένο στη βιομηχανική ζώνη, απέναντι από το εργοστάσιο ηλεκτρισμού, κι ας φέρνει τον καπνό απ’ τις τσιμινιέρες στα μάτια των αθλητών. Το τρέξιμο είναι γι’ αυτόν ψυχαγωγία, που αντιλαμβάνεται όμως πως πρέπει να την μάθει. Τον χειμώνα προπονείται αψήφιστα, ενόσω οι άλλοι ξεκουράζονται στα σπίτια τους. Τρέχει στις δημοσιές, στα χωράφια, παντού και σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Αρνείται κάθε χρήση τεχνικής: «αφού τρέχω που τρέχω, αρκεί που τρέχω γρήγορα». Σύντομα επινοεί το άγνωστο μέχρι τότε τελικό σπριντ. Μια πειθαρχική ποινή τον οδηγεί στο πόστο της κονιοποίησης πυριτικών αλάτων, και σκεπασμένος με άσπρη σκόνη μοιάζει με φάντασμα εν διαρκεί απνοία.

Στο Ζλιν τρέχει τα πέντε χιλιάδες μέτρα σ’ ένα τέταρτο. Κανείς δεν το πιστεύει· θεωρούν ότι πρόκειται για τηλετυπικό λάθος ή για πειραγμένο χρονόμετρο. Στον κοιτώνα της τεχνικής σχολής ζεσταίνονται με σόμπα από τα σκουπίδια και απαγορευμένα ξύλα από τα ερείπια. Το στάδιο είναι κλειδωμένο λόγω κατοχής αλλά εκείνος σκαρφαλώνει τη μάντρα, μπαίνει στα αποδυτήρια κι από εκεί στο αγριοχορταριασμένο γήπεδο για να προπονείται. Στην τελετή έναρξης του πρώτου μεταπολεμικού πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος στο Όσλο αναγκάζεται να παρελάσει χωρίς φόρμες προπόνησης, μόνο με φανέλα και σορτσάκι. Στο πρωτάθλημα των συμμαχικών ενόπλων δυνάμεων στο Βερολίνο ψάχνει μόνος του το στάδιο κι αγωνίζεται να πείσει τους φύλακες πως συμμετέχει στους αγώνες.

Ευχαρίστως θα τα παρατούσε τώρα, αλλά είναι λίγο αργά. Πολύ αργά: η μπάντα παιανίζει τις πρώτες νότες από ένα εμβατήριο. Οι αθλητές μπαίνουν στο στάδιο από την κεντρική πύλη κι αρχίζουν να παρελαύνουν μπροστά στις κερκίδες κάτω από ζητωκραυγές, όλοι ζωηρά ντυμένοι με τις ωραίες τους φόρμες. Αλλά όταν μόνο ένα άτομο εμφανίζεται πίσω από την πινακίδα Czechoslovakia, μόνο του και ντυμένο μόνο μ’ ένα σορτσάκι και μια ξεθωριασμένη φανέλα, το στάδιο πέφτει κάτω από τα γέλια. Οι έκτακτοι απεσταλμένοι βγάζουν το σημειωματάριό τους απ’ την τσέπη τους και σαλιώνουν τα χείλη τους στιλβώνοντας τα επίθετά τους για ν’ αποδώσουν καλά τη σκηνή… [σ. 45]

Λίγο αργότερα, με τον εξωφρενικό τρόπο τρεξίματος, ξεχύνεται στη τελική ευθεία και κόβει το νήμα, συνεχίζοντας και μετά τον τερματισμό να τροχάζει χαμογελαστός, σαν να ’θελε να ξαναβρεί τη φόρμα το μετά απ’ τη δοκιμασία. Το τρέξιμο του Εμίλ είναι βαρύ, άχαρο, μαρτυρικό, εντελώς ακανόνιστο. Η ένταση γράφεται στο πρόσωπό του με ζάρες, μορφασμούς και μια μόνιμη σύσπαση στο σώμα· ένα σώμα του κλυδωνίζεται αδιάκοπα, ταλαντευόμενο εκ δεξιών προς τα αριστερά. Αλλά μόλις έχει αρχίσει η βασιλεία του τρεξίματος του, η βασιλεία της αδιανόητης τροχιάς του στο κοσμικό αθλητικό σύμπαν.

Αυτήν ακριβώς την τροχιά του Τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων (1922 – 2000), πρωταθλητή στα πέντε, στα δέκα και στα μαραθώνια χιλιόμετρα, τριπλού χρυσού μεταλλίστα σε οκτώ ημέρες στο Ολυμπιακό Ελσίνκι, του ανθρώπου – ατμομηχανή (κάθε φορά έδινε την εντύπωση πως ετοιμάζεται να καταρρεύσει, πράγμα που δεν έγινε ποτέ) ξαναγράφει ο Γάλλος συγγραφέας, με ελλειπτικό τρόπο και για επιλεγμένα της σημεία. Φυσικά ο λεπτοείρων Εσνόζ αδιαφορεί για κάθε ηρωοποίηση ή εξιδανίκευση ενός υποτιθέμενου νιτσεϊκού υπεράνθρωπου. Αντίθετα επιφυλάσσει ζεστή ματιά για τον αθλητή άνθρωπο και παγερή, ειρωνική για το πολιτικό του περιβάλλον. Τον ξέρουμε άλλωστε καλά τον Εσνόζ: διαβάζεται «εύκολα» και μας ψυχογραφεί το ίδιο εύκολα, ώστε να μας παρουσιάσει τις πλευρές που επιθυμεί χωρίς να το πάρουμε είδηση. Το έχει ξανακάνει με τις Ψηλές ξανθές, με τον Ραβέλ κι όλους όσους πέφτουν στην πένα του. Άλλο βέβαια αν μας διαφεύγουν κι άλλες, δεύτερες και υπογειώτερες αναγνώσεις της γραφής του.

Είναι γνωστή η πτώση του Ζάτοπεκ: σ’ ένα σχεδόν νομοτελειακό κλείσιμο του κύκλου των έξωθεν επεμβάσεων, η ανοιχτή του συμπαράσταση στον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ μετά την Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία του ξήλωσε τα κομμουνιστικά του αξιώματα και τον έστειλε απολυμένο, διαγραμμένο κι αποστρατευμένο οδοκαθαριστή στους δρόμους, ώστε να αποδείξει έμπρακτα την μετάνοιά του και την υποταγή του στο ανθρωπιστικότατο κράτος. Το να σταθείς δίπλα στον εξεγερμένο λαό της Πράγας αποτελούσε βέβαια έγκλημα εσχάτης προδοσίας. Ούτε που το σκέφτηκε να αυτοεξοριστεί: αποδέχτηκε την θέση του αποθηκάριου σε ορυχεία ουρανίου και αργότερα στα υπόγεια του Αθλητικού Κέντρου Πληροφοριών. Άραγε η δήλωση ομολογίας, η υπογραφή της αυτοκριτικής του και η φράση «μπορεί και να μην άξιζα για παραπάνω» δείχνουν συμβιβασμό ή ήρεμη αποδοχή κάθε αναπότρεπτης κατάστασης που απαρτίζει την ζωή ονοματίζοντάς την;

Η εξουσία επιχειρεί να ταπεινώσει, αλλά η ταπεινότητα αντιστέκεται…

… γράφει στο τέλος ο Αχιλλέας Κυριακίδης σ’ ένα είδος επίμετρου που καθίσταται απαραίτητο σε κάθε έκδοση. Ο επιμετρών μάς θυμίζει την φράση του Μπορίς Βιαν το χιούμορ είναι η ευγένεια της απελπισίας, μας υποδεικνύει την τεχνική του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ (που διαφέρει απ’ το ρεπορτάζ καθώς εδώ υπεισέρχεται η άποψη του δημιουργού ήδη από το μαιευτήριο του μοντάζ) – ήταν καιρός ο κινηματογράφος ν’ αρχίσει να επιστρέφει στη λογοτεχνία λίγα λίγα απ’ τα χρωστούμενα – τον γνωστό εκμυστηρευτικό τόνο και την ειρωνική λεπτομερειακότητα (για να κρύβει την βαθιά υπαρξιακή μελαγχολία) του Εσνόζ και μας θυμίζει πώς μετασκευάζεται με στιλ σε περιπέτεια λόγου μια ζωή κλειστοφοβική εντός οκτώ απαράλλαχτων κουλουάρ στίβου από έναν εκ των δυο [ο έτερος είναι ο Περέκ] κορυφαίων γάλλων μοντερνιστών συγγραφέων του 20ού αιώνα.

Αν ο Ζάτοπεκ εντυπωσίασε και αγαπήθηκε για την αυτονόητη σχεδόν αποδοχή μιας αδιανόητης ικανότητας, η κοσμική του τροχάδην τροχιά ακόμα φωτίζει μια συνηθισμένη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου που έκανε το τρέξιμο ευχαρίστηση. Δεν σταμάτησε να τρέχει για την ευχαρίστησή του, ακόμα κι όταν η Λαϊκή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας τον χρησιμοποιούσε όπως την βόλευε για να θριαμβεύει σε αγώνες και να προσωποποιεί τον ακούραστο εργάτη, ακόμα κι όταν οι απλοί τσεχοσλοβάκοι πολίτες  τον έβλεπαν στο δρόμο να μαζεύει τα σκουπίδια κι έσπευδαν οι ίδιοι ν’ αδειάσουν τους κάδους: έτρεχε γύρω από το απορριματοφόρο για να ευχαριστηθεί και να τους ευχαριστήσει. Τα συνολικά χιλιόμετρα που έτρεξε αντιστοιχούν στο γύρο της γης επί τρεις φορές.

Ιδού ένα βιβλίο που μπορεί αν διαβαστεί απ’ τον οποιοδήποτε κι ο οποιοσδήποτε μπορεί να το διαβάσει αλλιώς.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 162 σελ., με οκτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [Jean Echenoz – Courir, 2008]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον [εσνοζικώς εμπνευσμένης ειρωνείας] τίτλο: Run, Emil, run!

 

23
Ιαν.
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 49 (Δεκέμβριος 2010)

Antonin Artaud. Εξέγερση και ουτοπία.

Να στοχάζεσαι δίχως την παραμικρή παύση, χωρίς κανένα ρήγμα, δίχως καμιά ενέδρα εντός της νόησης, χωρίς εκείνα τα μασκαρέματα στα οποία σε υποβάλλουν και σε υποχρεώνουν και στα οποία μέχρι και το μεδούλι σου είχε ίσαμε τώρα συνηθίσει, απ’ την παράδοση και την αδράνεια…[Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 72]

1946 και ο Αντονέν Αρτώ έχει αποκτήσει ελευθερία κινήσεων από τους γιατρούς του, ύστερα από εγκλεισμό εννέα χρόνων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, έχοντας υποστεί 58 ηλεκτροσόκ. Οι «Φίλοι του Αντονέν Αρτώ» θα οργανώσουν εκδήλωση στο θέατρο Sarah Bernard αλλά θα του απαγορευτεί η είσοδος, από φόβο για νέο σκάνδαλο σαν κι εκείνα που πάντα συνόδευαν τις εμφανίσεις του: ο άνθρωπος προς τιμήν του οποίου γίνεται η εκδήλωση ξεροσταλιάζει στο κρύο μπροστά στις πόρτες του θεάτρου, βηματίζοντας νευρικά, ενώ η καλή κοινωνία των Παρισίων απολαμβάνει τις αναγνώσεις των κειμένων του. Φυσιογνωμικά δεν έχει καμιά σχέση με τον όμορφο άνδρα που θαύμαζε ο κόσμος δεκαπέντε χρόνια πριν. Εξακολουθεί να παρουσιάζει μια υπέρμετρη ζωτικότητα και να μην αποχωρίζεται ποτέ τα 406 τετράδιά του, που έχει αρχίσει να μουντζουρώνει στο απομονωμένο περιβάλλον του ασύλου το 1945 και τα οποία θα τον συντροφεύσουν μέχρι το θάνατό του. Η επιστροφή του Αρτώ, του Μωμού γίνεται ερήμην του.

Λίγους μήνες αργότερα, το 1947, στην περίφημη διάλεξη στην κατάμεστη αίθουσα του Vieux – Colombier διαβάζει με πάθος τα κείμενά του στο κοινό, όπου παρευρίσκονται και οι Gide, Breton, Camus. Όταν με μια αδέξια κίνηση τα φύλλα γλιστράνε απ’ τα χέρια του, αδυνατεί να τα βάλει σε τάξη και χωρίς το κείμενό του γίνεται επιθετικός, αυτοσχεδιάζει, απαριθμώντας ένα ένα όσα του επέβαλλαν…Η ομιλία του γίνεται ολοένα και πιο ασυνάρτητη και αποσπασματική, μέχρι τη στιγμή που ανέβηκε ο Gide στη σκηνή, για να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει… Πριν κλείσει χρόνος, ο Μωμός θα βρεθεί νεκρός στα πόδια του κρεβατιού του από υπερβολική δόση ένυδρης χλωράλης.

Η πρώτη κρίση κατάθλιψης σε νεαρή ηλικία σηματοδότησε την αρχή μιας πενταετούς οδύσσειας σε σανατόρια και οι θεραπείες με αρσενικό, υδράργυρο και βισμούθιο τον οδήγησαν στον εθισμό στα ναρκωτικά. Ακόμα και οι ερωτικές του σχέσεις ήταν ταραχώδεις εξαιτίας της εξάρτησής του από το λάβδανο. Όμως το πνεύμα του παρουσίαζε μια παροιμιώδη διαύγεια, ορατή ακόμα και στις προσωπικές του επιστολές, που επιχρωμάτιζε με μια ιδιάζουσα λογοτεχνικότητα. Στο Παρίσι από κομπάρσος και υποβολέας αναδεικνύεται σε ηθοποιό για όλους τους ρόλους. Όμορφος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, θα προσελκύσει γρήγορα το ενδιαφέρον των σουρεαλιστών, θα γίνει εξαρχής ενεργός μέλος της ομάδας αλλά και, μαζί με τον Breton, ένας απ τους πιο αυστηρούς της κριτικούς. Οραματιστής και αυταρχικός, θέλει να κατευθύνει αυτή την ουτοπία σε πορεία πιο απόλυτη. Αρνείται να τον ορίσει το λογοτεχνικό κίνημα, θεωρεί ότι πρόκειται για μια εξέγερση που μπορεί να προσφέρει καινούργια «μέσα δράσης», να γίνει «η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του». Το 1926 προγράφεται έπειτα από μια συγκέντρωση της ομάδας με θέμα την προσχώρηση στο κομμουνιστικό κόμμα κι εξεγερμένος από το σοκ του αποκλεισμού γράφει τους Βαρβάρους και τη Μεγάλη Νύχτα.

Το θέατρο δεν εξαπατά (με) τη ζωή, δεν την μιμείται, δεν την απεικονίζει, έχει στόχο να την συνεχίσει γράφει στο μανιφέστο του «Θεάτρου Alfred Jarry» που ίδρυσε μαζί με τους Roger Vitrac και Robert Aron. Κατά την διάρκεια της παράστασης του Ονείρου του Strindberg ανεβαίνει ως σκηνοθέτης στη σκηνή και προσβάλλει κατάμουτρα το αριστοκρατικό κοινό. Αργότερα θα σκηνοθετήσει με δαιμόνια εφευρετικότητα το περίφημο Βιτρακικό Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία (Victor ou les enfants au pouvoir). Αλλά ήδη κόχλαζε μέσα του μια ακόμα πιο νέα αντίληψη περί θεάτρου, ένα μεγάλο μέρος της οποίας θα καταγραφεί στη συλλογή Το θέατρο και το είδωλό του. Το «Θέατρο της Σκληρότητας» ήταν γεγονός, όπως και η κινηματογραφική του εμπειρία από το 1922 έως 1935 ως κομπάρσος ή σε δεύτερους ρόλους σε είκοσι περίπου ταινίες.

Αλλά το «Θέατρο της Σκληρότητας» επικρίνεται, η ερμηνεία του κρίνεται ακραία, οι παραστάσεις σταματούν. «Μας έκανε να νοιώθουμε το στεγνό και καυτό λαιμό του, την οδύνη, τον πυρετό, την πυρά των σπλάχνων του. Ζούσε ένα μαρτύριο. Ούρλιαζε. Παραληρούσε» έγραψε η Αναΐς Νιν με την οποία είχε σύντομη ερωτική σχέση. Η απογοήτευσή του διοχετεύεται στη μύηση στα Ταρό και στην αστρολογική ερμηνεία και στην αναχώρηση για το Μεξικό όπου δίνει διαλέξεις υπεράσπισης του ινδιάνικου πολιτισμού. Εκεί γράφει Τα Επαναστατικά Μηνύματα, αναζητά ναρκωτικές ουσίες, ζει εξ ανάγκης στο διαβόητο μπορντέλο La Maison de Ruth, φεύγει με άλογο για την Chihuahua και διαβιώνει με τους αυτόχθονες. Επιστρέφοντας στο Παρίσι δεν έχει σταθερό κατάλυμα: άλλοτε φιλοξενείται σε σπίτια, άλλοτε κοιμάται κάτω από γέφυρες, αρνούμενος κάε βοήθεια. Ακόμα και η επαιτεία είναι πνευματώδης: Εσείς και οι άνθρωποι του είδους σας μ’ έχετε αρκετά κατατρέξει τόσα χρόνια για να μου το ξεπληρώσετε με πέντε φράγκα αποζημίωσης!

Στην ομιλία του στο Maison d’ art θα παρεκτραπεί για άλλη μια φορά, έχοντας χάσει τις σημειώσεις του, με τα χέρια του να σείονται από ηλεκτρικά ρίγη και τις κόρες των ματιών του γυρισμένες προς τα μέσα. Η ομιλία θα τελειώσει επώδυνα: τον περιμένουν οι αρχές για να τον συνοδέψουν μέχρι τα σύνορα. Η νέα του ιδεοληψία τον ταξιδεύει στην Ιρλανδία προς αναζήτηση των πηγών των κέλτικων παραδόσεων. Οι κατηγορίες για αλητεία και διατάραξη της δημόσιας τάξης τον οδηγούν με ζουρλομανδύα στην πτέρυγα φρενοβλαβών στο νοσοκομείο της Χάβρης. Υπό μια έννοια ολόκληρη η ζωή του θα εκτυλιχθεί στη σκιά της ιατρικής επιτήρησης αλλά τώρα έφτασε η σειρά των μεγάλων ψυχιατρικών ασύλων. Το 1938 ο Jacques Lacan θα γνωματεύσει πως ο ποιητής είναι οριστικά χαμένος για τη λογοτεχνία. Ο Αρτώ θα γνωρίσει από πρώτο χέρι διάφορες θεραπείες συχνά σε άθλιες συνθήκες υγιεινής ως και το ηλεκτροσόκ, που τότε βρίσκεται ακόμα σε δοκιμαστική φάση.

Το ηλεκτροσόκ με γεμίζει απελπισία, μου κλέβει τη μνήμη μου, με μεταμορφώνει σ’ έναν απόντα που έχει συνείδηση της απουσίας του και παρατηρεί το εαυτό του για βδομάδες να κυνηγάει το είναι του, όπως ένας νεκρός δίπλα σ’ έναν ζωντανό που δεν είναι πια ο εαυτός του.

Πώς να κατανοήσουμε τον Αρτώ όταν ακόμα και ο ίδιος αναζητά τον εαυτό του, όταν το ίδιο του το έργο είναι μια συνεχής δυναμική απώθησης, αυτοαναίρεσης και κριτικής πάνω σε ό,τι ο ίδιος έγραψε και σκέφτηκε; Και πώς να ερμηνευτεί η εξέγερσή του όταν δεν είναι τόσο παρούσα στο περιεχόμενο του έργου του όσο στο ύφος του; Πόσον μάλλον όταν το εξεγερσιακό ξέσπασμα που αποπνέει αυτή η γραφή δεν προσποιείται ότι είναι αποτελεσματικό μέσα στο χρόνο αλλά αντιθέτως ζητά να εκτονωθεί άμεσα την ίδια στιγμή που εκφράζεται, γιατί βρίσκει το νόημά του στο παρόν, στην εφήμερη στιγμή που βιώνουμε ωμή. Η λογική του Αρτώ δεν ψάχνει να μεταδώσει ιδέες αλλά ενδόμυχες δυνάμεις.

Όλες αυτές οι σελίδες σέρνονται σαν τα παγάκια στο πνεύμα. Ας μου συγχωρεθεί η απόλυτη ελευθερία μου. Αρνούμαι να προκρίνω κάποια απ’ τις στιγμές αυτού που είμαι. Δεν αναγνωρίζω στο πνεύμα κάποιο σχέδιο. [L’ Ombilic des Limbes, 1925, εδώ σ. 65]

Σε αντίθεση με την πιο φιλοσοφική και αργότερα πολιτική ερμηνεία της εξέγερσης από τους σουρεαλιστές, ο «ηθοποιός» Αρτώ την προσεγγίζει με πιο έντονα βιωμένο τρόπο, τρόπο ενσαρκωμένο. Όταν ο Μπρετόν και οι φίλοι του εγγράφονταν στο κομμουνιστικό κόμμα ή οργάνωναν διαμαρτυρίες σε χώρους τέχνης, εκείνος προσπαθούσε να εντάξει τον σουρεαλισμό όχι μόνο σε γραπτά και εικαστικά έργα αλλά και στην ίδια του την ύπαρξη. Στην προσωποποιημένη του φιλοσοφία το ζήτημα της εξέγερσης δεν ήταν μόνο παρόν στην τέχνη αλλά, κυρίως, στην καθημερινότητά του. Ο Αρτώ, ανικανοποίητος, χωρίς αμφιβολία, από τις τεχνητές χαρές που προσφέρει το θέατρο, μετέφερε τις θεατρικές του δυνατότητες στη ζωή· έζησε πραγματικά τον ήρωά του και αναλώθηκε από αυτόν. Έγινε ο ίδιος θέατρο.

Η εξέγερση του Αρτώ ήταν μια πραγματική κραυγή ενός ανθρώπου που υπέφερε από ένα σύστημα που τον έκλεινε σε ψυχιατρικά ιδρύματα, ενός ανθρώπου που αναζητούσε να καταλάβει την υποταγή των ατόμων στους κοινωνικούς μηχανισμούς και να κατανοήσει γιατί ο άνθρωπος δεν διαμαρτύρεται ενώ υποφέρει. Καθίσταται έτσι ένας προφήτης των δικών μας καιρών, ενσαρκώνοντας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο της εποχής του τα χαρακτηριστικά του νεώτερου ανθρώπου που ανδρώθηκε από την δεκαετία του ’60 και μετά, εντός των συνθηκών του ύστερου καπιταλισμού και της κοινωνίας του θεάματος, του ανθρώπου που βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη με την κοινωνία γιατί η ίδια η κοινωνία βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη μαζί του – του ανθρώπου παρία εντός της κοινωνίας, του έγκλειστου στο απέραντο φρενοκομείο της, του έρμαιου στην ψυχική και υλική της βία, του αναλώσιμου εξαρτήματος, του απελπιστικά μοναχικού μαζικού ανθρώπου, που αδυνατεί να επικοινωνήσει όχι μόνο με οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Το δύσκολο είναι να βρει κανείς τη θέση του και ν’ αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον εαυτό του. Το όλον βρίσκεται θαμμένο μες στη διαρκή χιονόπτωση των υλικών πραγμάτων, σ’ εκείνο το διανοητικό λατομείο που συγκεντρώνεται και στενεύει γύρω από εκείνο ακριβώς το σημείο που πρέπει τώρα ν’ ανακαλύψεις… [Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 73]

Το ολοκληρωμένο αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποίηση, δοκίμια και επιστολές από τον Αρτώ και τα κείμενα των Maurice Blanchot («Αρτώ») και J.M.G. Le Clézio («Αντονέν Αρτώ ή Το μεξικάνικο όνειρο»). Πρόσθετα κείμενα, επιλογή, μεταφράσεις, σημειώσεις, βιβλιογραφία: Ήλιος Chailly, Ζ.Δ. Αϊνάλης, Ειρήνη Παπαδοπούλου. Στα της υπόλοιπης ύλης, στα διηγήματα οι Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Κατερίνα Τόλια, Ηρώ Νικοπούλου, στην ποίηση οι Στέλλα Αλεξοπούλου, Χρίστος Δάλκος, Έλσα Λιαροπούλου, Γιάννης Στρούμπας, Δημήτρης Κούνδουρος, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Κωνσταντίνα Βάρσου, Ανδρέας Ρούσσης, Νανά Τσόγκα, Άντα Κλαμπατσέα και Θοδωρής Βοριάς, μελετήματα από τους Πέγκυ Καρπούζου (Τα όρια του σώματος στον Αόρατο άνθρωπο του H.G.Wells), Λουκά Κούσουλα (Ο ποιητής και ο φιλόσοφος) κ.ά.

Όπως πάντα, επικοινωνία με το Πλανόδιον και πλήθος κειμένων εδώ.

02
Δεκ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 101

Ελέν Σιξού, Βίαιες μαιευτικές, σε: Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 112, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη (Hélène Cixous, Cruel Obstetrics, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Όπως με τη μητέρα μου, την Εύα Σιξού, μαία, η οποία συνελήφθη με μια κάποια πρόφαση, ενώ δήλωνε στο δημαρχείο του Αλγερίου το παιδί (…) και οδηγήθηκε με χειροπέδες στην περιβότη φυλακή του Μπαρμπόσα.

Αυτό που την ενοχλεί είναι ότι κατά τη διάρκεια αυτής της αιχμαλωσίας αισθάνθηκε ελεύθερη και ξένοιαστη όσο ποτέ άλλοτε. Στους άλλους έξω οι στενοχώριες και οι ανησυχίες, εκείνη, μέσα στους τοίχους είχε όλο τον καιρό να κάνει μιζ-αν-πλι χρησιμοποιώντας καρότα αντί για μπικουτί. Μια ξεκούραση που την άξιζε, ένας σφετερισμός όμως, σκεφτόταν τυλίγοντας τις μπούκλες των μαλλιών της. Αν ήταν ένοχη ήταν γιατί απολάμβανε εκείνο που θα έπρεπε να την συνθλίψει. Αλλά δεν μπόρεσε να κάνει διαφορετικά. Και παρομοίως, μπορούμε να φανταστούμε τον Ντοστογιέφκσι χωρίς το κάτεργό του και χωρίς τη θανατική ποινή του, τις πηγές του έργου του; Τον Τζόυς χωρίς την Truie, το Δουβλίνο που κατασπαράσσει τα μικρά της γουρουνάκια, χωρίς την Εξορία του για την Αυτοκρατορία; Και τον Κάφκα χωρίς το Δράκο και τη Δράκαινα με τους οικογενειακούς συζυγικούς γάντζους να γαντζώνουν την κούνια του;

19
Ιολ.
11

Ζερόμ Γκαρσέν – Οι δυο αδελφές από την Πράγα

Η εκδοτική πορνεία

Σε σκληρή επιστολή που προτάσσεται των κεφαλαίων της νουβέλας η Κλάρα Γκότβαλντ κατηγορεί τον αφηγητή ως αρχέτυπο βλακείας και ως θύμα με την συγκατάθεσή του. Τον εγκαλεί για την παροιμιώδη ανικανότητά του να ξεφύγει για λίγο από τον εαυτό του και του γνωστοποιεί πως στο πρόσωπό του εκδικήθηκε για όλους αυτούς των οποίων την ανικανότητα και την ανάγκη για φιλοφρονήσεις υπέμεινε από συμφέρον τόσα χρόνια. Στο τέλος ομολογεί με τη σειρά της πως έπεσε θύμα του και παραδέχεται, με κάποια ανησυχία, πως τον έχει ικανό να την κάνει και βιβλίο…

Εκείνος αποτελεί έναν συγγραφέα με βιβλία («εκλεπτυσμένες αποτυχίες») που αντιμετωπίζονται πάντα με επιείκεια και εκδίδονται με μοιρολατρία από φίλο εκδότη. Ιδού μια συγγραφική αυτοπαρουσίαση: «Έγραφα με απόλυτη ψυχρότητα και ελάχιστη επιείκεια, χωρίς συναισθηματισμούς ή ποιητικότητες, επιλέγοντας να είμαι όσο το δυνατόν πιο δυσάρεστος, το περήφανο πορτρέτο ενός απωθητικού ανθρώπου, που μοναδικό του κίνητρο για να ενεργεί, να αποφέρει και να χαίρεται ήταν το παθολογικό ενδιαφέρον για τον εαυτό του. Όταν τελείωνα το βιβλίο μου θα έπρεπε, ιδανικά, να μοιάζει με το μαύρο κουτί που βρίσκει κανείς, μετά τη συντριβή κάποιου αεροπλάνου, ανάμεσα σε καμένους θάμνους και σάβανα από στραπατσαρισμένες λαμαρίνες. Λογοτεχνία για εμπειρογνώμονες, ασφαλιστές και χωροφύλακες» (σ. 119). Αυτή τη φορά έχει την ιδέα να ξαναγράψει την Αρμάνς του Σταντάλ με τον δικό του τρόπο, παρατείνοντας τη ζωή του αυτόχειρα Οκτάβ. Και απευθύνεται στην Κλάρα.

Εκείνη, μια «ατζέντισσα – ηγεμόνας», έχει μετατρέψει το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό της πρακτορείο σε φοβερή πολεμική μηχανή, προσφέροντας ευυπόληπτο καταφύγιο σε διαψευσμένες υπάρξεις συγγραφέων και ηθοποιών, στην κωμωδία της κοινωνικής καταξίωσης και στην τραγωδία μιας στραγγισμένης ζωής. Η μνήμη της σταμάτησε στην Ανοιξιάτικη Πράγα και το ημίφωτο παρελθόν της στην Τσεχοσλοβακία του 1972, οπότε και έφυγε για το Παρίσι («Η Γαλλία είναι η πατρίδα μου. Πριν δεν υπάρχει»), για να κατακτήσει ένα μονοπώλιο σε μια πόλη που παρασκηνιακά την κουτσομπολεύει και δημόσια δηλώνει αφοσίωση. Μια πλανεύτρα που αποκαλείται «το ροντβάιλερ της ελίτ», που παραπλανά την εκλεκτή της πελατεία, θωπεύοντάς την στα φανερά, χλευάζοντάς την μυστικά.

Η συνεργασία τους ενισχύεται με την άφιξη της αδελφής της Χίλντα (που αναπόφευκτα «μεταφέρει» την χώρα της), «μιας Κλάρα με αμβλυμένες τις αντιστάσεις, ενός μαχητή χωρίς όπλα». Το δικέφαλο πλέον πρακτορείο προκαλεί διπλάσια ζήλια και έχθρα σ’ ένα Παρίσι όπου η φαλλοκρατία τρεφόταν από την ξενοφοβία και ο φόβος των γυναικών από το φθόνο της επιτυχίας. Η συμμαχία τους βασίζεται στη λήθη ενός παρελθόντος που δεν αναφέρεται ποτέ. Γοητευμένος από τις αδελφές που του θυμίζουν τις Δεσποινίδες του Ροσφόρ, περιορισμένος σε ρόλο συνοδού πολυτελείας, «ένας άνθρωπος σε τράνζιτ, ένας μυθιστοριογράφος σε αναμονή, σα χαμένος στην ουδέτερη ζώνη ενός αεροδρομίου», ο συγγραφέας επιχειρεί να συμμαχήσει με την Χίλντα, που νωρίτερα του έδειξε την δική της πλευρά: «Ειλικρινά νομίζεις ότι η αγωνία σου να γράψεις κάτι ενδιαφέρει κανέναν; Ούτε ξέρεις, ούτε έχεις ζήσει τίποτα. Εσύ ποτέ δεν είδες ξένα στρατεύματα να εισβάλλουν νύχτα στην πατρίδα σου, συνθλίβοντας στο πέρασμά του τα όνειρά σου. Δεν σου απαγόρευσαν ποτέ να γράφεις, να μιλάς, να ζεις. Η εισβολή και η εξορία είναι λέξεις που αγνοείς». (σ. 92).

Όταν αμφότεροι ανακαλύψουν στο εξοχικό Ξέφωτο της Κλάρα την πελατεία τους να επιδίδεται σε σκηνές παρμένες από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, η Κλάρα υπεραμύνεται της έπαυλής της: δεν πρόκειται για πορνοικία αλλά για την φυσική προέκταση του πρακτορείου, μια κλινική αναζωογόνησης και χαλάρωσης ανασφαλών μελών, «ηθοποιών με υπερμέγεθες εγώ και άχρηστων συγγραφείς που επιθυμούν ν’ ακούνε τι φοβερό ταλέντο έχουν». Και η τριάδα οφείλει να συνεργαστεί και σ’ αυτό, συνένοχοι στην Βίλα των Μεδίκων, δεμένοι με κρυφή συμφωνία: με την Κλάρα «πάμπλουτη επίκληρη χήρα περικυκλωμένη από απεγνωσμένους επαίτες σε μια αυλή των θεαμάτων», τη Χίλντα υποχρεωμένη ν’ ανταλλάξει ιδιότητες με την αδελφή της και τον ίδιο να παρακολουθεί την θεατρική παράσταση και μάλιστα από το προεδρικό θεωρείο, έχοντας μετατραπεί από απλός θεατής σε σιωπηρός συνεργός. Υπήκοος στο πριγκιπάτο της Γκοτβαλντίας.

Φυσικά είναι θέμα χρόνου «μια Ανατολικοευρωπαία στο Παρίσι» να εντείνει περισσότερο τη γενική καχυποψία και, καθώς οι επιθανάτιες προσευχές και οι ικεσίες των μελλοθάνατων δημιουργών φτάνουν μέχρι έξω, το πρακτορείο να μετατραπεί «από κυψέλη σε πυρηνικό εργοστάσιο». Οι τραγικές συνέπειες βρίσκουν τους χαρακτήρες σε απόσυρση. Η Κλάρα, πάντα ξένη για τους Γάλλους, τους «αδιόρθωτους ξενόφοβους», ξεσπάει σε γράμματα βαθιά προσβλητικά, έχοντας μάθει καλά στη Γαλλία την εθνική τέχνη της παρωδίας και την ιδιαίτερη τεχνική της λιβελογραφίας. Η αυτοάμυνά της: στον εκδοτικό χώρο που κατεξοχήν διέπεται από τους νόμους της υποκρισίας μίλησε ανοιχτά για ζητήματα για τα οποία όλοι σιωπούσαν, προτείνοντας το μοντέλο του Αμερικανού ατζέντη, που εκτελεί συγχρόνως χρέη νομικού, λογοτεχνικού συμβούλου, τραπεζίτη, επιμελητή κειμένων, ψυχολόγου και νοσοκόμου. Η επιθυμία της: να πληρώσει ο καθένας για κάθε επαγγελματική υποκρισία και ψεύτικη φιλοφρόνηση. Να συντρίψει μεθοδικά τους ματαιόδοξους ανθρώπους που η ίδια δημιούργησε. Ενδεικτικά: Έχω την τιμή να σας ανακοινώσω πως τέσσερις χιλιάδες αντίτυπα από τις πατάτες που γράψατε έγιναν πολτός τον περασμένο Ιούνιο, για να ανακυκλωθούν και να γίνουν ένα ωραιότατο χαρτί περιτυλίγματος. Απόδειξη πως ακόμα και ένα βιβλίο μηδενικής αξίας μπορεί σε κάτι να φανεί χρήσιμο (σ. 156).

Εκείνος διχασμένος ανάμεσα στην σκέψη πως εκείνη ήταν πιο ενδιαφέρουσα απ’ οποιαδήποτε μυθιστορηματική του ηρωίδα και στην ιδέα της συγγραφής ενός απωθητικού, μισάνθρωπου μυθιστορήματος, εγκαταλείπει την Αρμάνς στον σκληρό του δίσκο (δηλαδή σε τάφο ηλεκτρονικό), διαπιστώνοντας άλλωστε  πως ο Οκτάβ του 2005 καταλήγει όπως κι εκείνος του 1827 – καίγεται, μα δε βγάζει φλόγα, με το μέλλον το ίδιο ανέλπιδο – , ο ίδιος ταυτιζόμενος πλέον με τον πλανευτή του Σταντάλ που εγκαταλείπεται από το δυνατό του σώμα, «εκείνο που του πρόσφερε τόσες εφήμερες ηδονές μα δεν κατόρθωσε ποτέ να πλησιάσει στην ουσία της ευτυχίας».

Η εξαιρετικά πυκνή κι ενδιαφέρουσα νουβέλα του Γκαρσέν (διακεκριμένου κριτικού και γνώστη της γαλλικής – και όχι μόνο – λογοτεχνίας) βρίθει από κινηματογραφικές αναφορές (Μπρεσόν, Ταβερνιέ, Σωτέ, Βαρντά κ.ά.), λεπτές ειρωνικές ματιές αλλά και φιλικά νεύματα σε συγγραφείς (Μ. Ουελμπέκ, Φ. Σολλέρ, Ζ. Γκρακ, ενώ η ψυχογράφηση ορισμένων σχέσεων θυμίζει τον Πασκάλ Μπρυκνέρ), στηλιτεύει ασθένειες δημόσιες (η γαλλική ξενοφοβία) και ιδιωτικές (η υπέρμετρη φιλοδοξία – η Κλάρα αυτοκαταστρέφεται μ’ ένα αντίτυπο της Θεωρίας της Φιλοδοξίας του Ερώ ντε Σεσέλ στην τσάντα της) και ακτινογραφεί ακαριαία έναν κόσμο που δεν έχει μεγάλες διαφορές από εκείνον της πορνείας.

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Ρένη Παπαδάκη, σ. 170 (Jérôme Garcin, Les Soeurs de Prague, 2010)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011). Στην τελευταία φωτογραφία το εξώφυλλο του Nevedenie (Η Άγνοια) του Μίλαν Κούντερα, που «αναφέρεται» σε καίριο σημείο της πλοκής.

29
Απρ.
11

Ολιβιέ Ρολέν – Πορτ-Σουδάν

Ήμουν στο Πορτ-Σουδάν όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Α. κάμποσο καιρό μετά γράφει ο αφηγητής πάνω στο τραχύ χαρτί ενός τετραδίου αγορασμένου στο Χαρτούμ, γράφει για να επιβιώσει, καθώς φαντάζεται πως δεν υπάρχει άλλος λόγος για να γράφουμε. Είχαν γνωριστεί καμιά εικοσιπενταριά χρόνια νωρίτερα, μοιραζόμενοι τις μεγάλες και αόριστες προσδοκίες της αλλαγής του κόσμου και την προσμονή της περιπετειώδους ζωής. Αργότερα εκείνος διάλεξε τη λογοτεχνία κι ο αφηγητής τη θάλασσα, περιφερειακές και αβέβαιες δραστηριότητες που δεν πρόδιδαν εντελώς την ατέλειωτη ονειροπόληση. Έπεσαν μέσα: από τις κακές αυτές επιλογές χωρίς μέλλον, δεν θα συνέρχονταν ποτέ.

Μετά από χρόνια μεταφοράς φορτίων που σάπιζαν στις ακτές της Αφρικής, εξόκειλε εδώ στη στεριά, harbour manager σε ναυαγισμένο λιμάνι, όπου σιχαμερά υβρίδια σκύλου και ύαινας αναζητούν εντόσθια ψαριών κατά μήκος της όχθης, όπου συμμορίες λεηλατούν τα ριγμένα στον πορθμό πλοία. Όλη κι όλη η μετεωρολογία του είναι ο κλίβανος των σύννεφων, οι στρόβιλοι της τριζάτης άμμου από την έρημο της Νουβίας, η πόλη με τις αφυδατωμένες σάρκες σαν της μούμιας. Στο μοναδικό σουδανέζικο λιμάνι που μπορεί να δεχτεί μεγάλα πλοία, τα οποία όμως όλο και σπανιότερα κάνουν σκάλα εδώ, σ’ ένα τόπο με αναθυμιάσεις νεοαποικιοκρατίας, σαν μια τεράστια μαλθακή μηχανή που πασχίζει για την εξόντωση της σκέψης, μετράει τα ναυάγια γύρω του, αυτά τα καταφαγωμένα απ’ τη σκουριά μνημεία που μοιάζουν να σχηματίζουν μια γραμμή παμπάλαιων οχυρών που προστατεύουν μια νεκρόπολη. Σ’ αυτά τα ερείπια όμως βρίσκει γαλήνη, μόνος ή με συντροφιά με κάποια γυναίκα.

Πάντα αγαπούσα τα ναυάγια, είναι οι ματαιοδοξίες μου. Σύχναζα όσο πιο τακτικά μπορούσα σ’ εκείνα που φύλαγαν φρουρά μπροστά από τις στέγες, τις αποθήκες, τους γερανούς, τους τηλεγραφικούς πυλώνες του Πορτ – Σουδάν… Η παλίρροια, γεμίζοντας κι έπειτα αδειάζοντας αυτά τα κάστρα από λαμαρίνα, δημιουργούσε μια παράξενη και βάρβαρη μουσική, μια σύνθεση ρόγχων, σφυριγμάτων, θορύβων πιτσιλίσματος, που εναλλάσσονταν με υπόκωφους κρότους. Σμέρνες κολυμπούσαν …ξετυλίγοντας σαν μακριά πιτσιλωτά μαστίγια τους γλοιώδεις δακτυλίους τους που σύντομα τους τύλιγαν στην κοιλότητα κάποιας μηχανής…

Η καθαρίστρια του φίλου του Α. έμοιαζε σαν να περίμενε από καιρό την άφιξή του. Κι αρχίζει να του μιλάει για μια γυναίκα με κλίση περισσότερο στον ρεμβασμό παρά στο λόγο, μια γυναίκα «ημιπενθή», μια ensimistada (κλεισμένη στον εαυτό της). Έρμαιο των φόβων που δεν θα μπορούσε να τους προσδιορίσει, αλλά που ίσως είχε μάθει να τους χειρίζεται, ακόμη και να τους καλλιεργεί ως το πιο αναμφισβήτητο κομμάτι του εαυτού της. Τα πράγματά της έμοιαζαν ανά πάσα στιγμή έτοιμα για αναχώρηση ή ήταν τακτοποιημένα σαν να είχε μόλις επιστρέψει από ταξίδι. Λες και ήταν η εγκατάστασή της στο σπίτι του Α. σε μόνιμη αμφισβήτηση, σα να είχε στήσει έναν καταυλισμό όπως ένας νομάδας δίπλα σε πηγή που αμέσως μόλις εξαντληθεί θα την εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί. Όσο για τον Α., θυμάται η καθαρίστρια, απομονωνόταν συχνά για να γράψει, και τότε έμοιαζε πως σαν να κατοικούσε με φόβο και δέος στην κατοικία ενός νεκρού. Τι τον συνέδεε άραγε με τον Α. και την προ εικοσαετίας Γαλλία;

Τότε δεν υπήρχε «κοινή γνώμη», είχαμε κρίσεις – δηκτικές συχνά, αποτελούσαν όμως έτσι, μου φαίνεται τουλάχιστον, πράξεις που δέσμευαν το πνεύμα, συχνά μάλιστα και το σώμα. Δεν πλέαμε μέσα σ’ αυτόν τον πλειοψηφικό πλακούντα που έβλεπα να τρέφει ένα μαλθακό πλήθος, ένα τεράστιο ζελέ διανοούμενων εμβρύων. Αντλούσαμε δύναμη και περηφάνια ανήκοντας στη μειοψηφία, προχωρώντας πίσω από σημαίες που τις κρατούσαν οι μεγάλοι παρίες. Η μοναξιά δεν ήταν ντροπή Λέξεις όπως τόλμη και θάρρος μας φαίνονταν ωραίες, υιοθετούσαμε, με φόβο, το σύνθημα σύμφωνα με το οποίο δεν είναι αναγκαίο να ελπίζεις για να επιχειρήσεις, ούτε να πετύχεις για να επιμένεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν αποφεύγαμε πάντοτε την γελοιότητα, αλλά τουλάχιστον γλιτώναμε από τον κομφορμισμό.

Στο σπίτι του Α. βλέπει παντού τριγύρω τα σβησμένα τσιγάρα, ελάχιστα καπνισμένα, λεπτές φολίδες στάχτης, καρτέλες από φάρμακα, με τις άδειες πλαστικές κυψέλες τους, μπουκάλια παραταγμένα σε πυκνές γραμμές και φύλλα χαρτιού ζαρωμένα, σχεδιάσματα επιστολών που απηύθυνε σ’ εκείνη, εξορκίζοντάς την να συλλογιστεί καλύτερα το ανεπανόρθωτο που ετοιμαζόταν να διαπράξει, κι ένα ανεπίδοτο γράμμα του προς την παλιά τους φιλία, που τον έφερε ως εδώ. Ποτέ δεν αντικαθιστούσε τους λαμπτήρες όταν καίγονταν κι έτσι από βδομάδα σε βδομάδα το σκοτάδι κατακτούσε καινούργια εδάφη μες στο σπίτι.

Στο κρεβάτι απ’ το οποίο είχε λιποτακτήσει εκείνη, ο Α., όσο καιρό έζησε – και ήταν περίπου έξι μήνες – δεν άλλαξε ποτέ σεντόνια. Κανείς δεν ήξερε αν έπρεπε να αποδοθεί ετούτη η αμέλεια σε κάποιου είδους παράξενο φετιχισμό που θέλησε να συγκρατήσει και να αγαπήσει πέρα απ’ την απουσία, πάνω σ’ αυτό που είχε γίνει το καταγέλαστο μνημείο του νεκρού του έρωτα, το αποτύπωμα ενός σώματος που για καιρό είχε λατρέψει ή απλώς στην ξαφνική αδιαφορία του για το καθετί…

Στο νοσοκομείο όπου έφτασε ο Α., ρημαγμένος από την ανάμειξη αλκοόλ και αντικαταθλιπτικών χαπιών, ο αφηγητής γνωρίζει την νεαρή του νοσοκόμα, την Ούρια. Πρέπει να την βεβαιώσει πως δεν θα σοκαριστεί από τίποτα, πως γνωρίζει ότι «ο πόνος δεν είναι επίσημο δείπνο, ούτε ελεγειακή ποίηση, πως είναι αίμα και ιδρώτας και σκατά». Εκείνη που φρόντιζε τον Α. λέει τώρα στον αφηγητή πως «κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του από τη γέννησή του, τοποθετημένες φύρδην μίγδην σαν ανακατεμένα τραπουλόχαρτα, τις αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν είτε το χαμό του είτε την ευτυχία του». Πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια διπλή κλίση: σε κάποιους όμως είναι τόσο αμυδρή, ώστε τα νερά, απ’ όποια πλευρά κι αν κυλούν, ακολουθούν έναν γαλήνιο ρου, ενώ σε άλλους η παραμικρή βροχή γεννάει χείμαρρους που παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Πριν έρθουν να τον μπουκώσουν με υπνωτικά, ο Α. πάσχιζε να ξαναβρεί την παλιά του οικειότητα με τις λέξεις. Όμως, έλεγε στην Ούρια, αυτές τον είχαν εγκαταλείψει, γιατί είναι κι οι ίδιες μια σωματική υπόθεση. Είχε συνηθίσει από την εφηβεία να ζει μαζί τους, να πολεμάει μαζί τους, να τις υποτάσσει και να υποτάσσεται, να τις νιώθει με όλο τον μηχανισμό του σώματός του. Όμως αυτές δεν ανταποκρίνονταν πλέον στα καλέσματά του, δεν έσπευδαν στη μάχη, δεν απαντούσαν πια στην πρόκληση. Τον άφηναν αποκλεισμένο από το σημείο απ’ όπου άλλοτε περνούσε το ρεύμα του λόγου.  Αλλά έχει κι ο αφηγητής τη δική του τραγική ιστορία με μια γυναίκα, με «μια προδοσία που δεν αφήνει τίποτα ακέραιο, ακόμα και το παρελθόν του οποίου αντιστρέφει και δηλητηριάζει εντελώς τη σημασία».

Όσο για τη λογοτεχνία…Είχα κάποιες φορές την εντύπωση ότι οι άνθρωποι ήταν σαν μεγάλα κούφια αγάλματα και ότι στο εσωτερικό τους βούιζε ένας μανιασμένος θόρυβος, κατακερματισμένος απ’ τον άτακτο πολλαπλασιασμός των αντηχήσεων: και η γραφή ήταν μια προσπάθεια να ενορχηστρωθεί αυτή η καθαρή βουή του χάους…Η γραφή θα πρέπει να ήταν η σύνθεση μιας μουσικής ανάμεσα στο πανδαιμόνιο και την αιώνια σιωπή.

Αν αυτό είναι λογοτεχνία, τότε ο Ολιβιέ Ρολέν πράγματι την συγγράφει. Είναι ο μόνος μέχρι συγγραφέας που έχει προσκληθεί τρεις φορές στο ταπεινό μας πανδοχείο (με την Μερόη και τα Τοπία Καταγωγής, ενώ έπεται και μια τέταρτη, για την Χάρτινη Τίγρη, βιβλία που μάς τα γνώρισε η Άγρα). Αν γινόμουν ποτέ συγγραφέας, θα ήθελα να γράφω σαν κι αυτόν. / Εκδ. Άγρα, 2001, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 131 (Olivier Rolin, Port-Soudan, 1994)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

20
Απρ.
11

Jeanne Moreau & Etienne Daho – Le Condamné à Mort (De Jean Genet) (Radical Pop Music, 2010)

couv_condamne_serie_1

Ο Ζαν Ζενέ έγραψε το μεγάλο σε έκταση ποίημα Ο Καταδικασμένος σε Θάνατο (Le Condamné à Mort) κατά την διάρκεια της φυλάκισής του στο Fresnes, έχοντας συγκλονιστεί από την ιστορία του Maurice Pilorge που φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή δολοφόνησε τον εραστή του (αποκεφαλίστηκε το 1939, στη ηλικία των είκοσι πέντε). H εκατονταετία από τη γέννηση αυτού του σπάνιου συγγραφέα έδωσε την αφορμή σε τρεις αναγνώστες – διακριτικούς εκτιμητές του να προχωρήσουν στη μελοποίησή του έργου. Η συνθέτρια Hélène Martin έχει κάνει κάτι ανάλογο και με έργα των Νερούντα και Αραγκόν (περισσότερα εδώ) ενώ ο E.D. έχει εδώ και καιρό εντάξει μόνιμα στο ρεπερτόριό του το Sur Mon Cou. Η Μορώ είχε στενή σχέση με τον Ζενέ, χτυπήθηκε πάνω στη σκηνή σε έργα του αλλά και σε φιλμ, αν και εκείνος ήταν αρνητικός, όπως θυμάται, σε οποιαδήποτε οπτική ή ακουστική αναπαράστασή του.

MI0003133997

Ακούγοντας την ερμηνεία του γεννημένου στην Αλγερία Daho έχει κανείς την εντύπωση πως θα πρόκειται για ένα τυπικό τέκνο της «σοβαρής» Γαλλικής τραγουδοποιίας. Καμία σχέση: ο σημερινός ποπ σταρ της Γαλλίας αποτελεί γέννημα θρέμμα του δικού της πανκ, ξεκίνησε τα μεθεόρτιά του με το Mythomane του 1981, έχει περάσει τους 20 δίσκους, συνεργάστηκε με Saint Etienne του 1995 (Reserection EP, με το He’s On the Phone) και γενικώς πέρασε απ’ όλα τα είδη και τα στιλ. Γνωρίζει δε καλά και να προσελκύει τις διαχρονικές μούσες να συνεισφέρουν σε κομμάτια του, όπως η Marianne Faithful ή η Charlotte Gainsbourg. Η Radical Pop Music είναι δική του. Για την Ζαν Μορώ κάθε λόγος μοιάζει περιττός. Είναι για πάντα στο μυαλό μας ως ερωτική μούσα στο Ζυλ και Ζιμ, ως μοιραία γυναίκα στο Ασανσέρ για Δολοφόνους, ως πληγωμένη χήρα στο Η νύφη φορούσε μαύρα. Οι ερμηνείες της μέχρι σήμερα είναι πλήρως αισθαντικές, σχεδόν βιωματικές.

1041129422-2

Στην ουσία οι δυο περσόνες μοιράζονται τον δίσκο: ο Daho τραγουδά τις μελοποιήσεις, η Moreau διαβάζει στίχους ανάμεσά τους, στο Élève-Toi Dans L’Air απαγγέλουν μαζί. Ήδη από την αρχή (αφήνοντας το πρώτο κομμάτι που δεν είναι παρά πέντε εισαγωγικά δευτερόλεπτα), το Le Vent Qui Roule Un Coeur έχει μια υφέρπουσα, ακαταμάχητη γοητεία. Η φωνή της Μορώ σε περιβάλλει, η ανεπαίσθητα επαναλαμβανόμενη μελωδία σε υποβάλλει. Το Ô La Douceur Du Bagne μοιάζει με παραλλαγή του και πέρασαν πολλές ακροάσεις μέχρι να αντιληφθώ τα πανάλαφρα σαν τσιγαρόχαρτο αλλά εμβατηριακά κρουστά. Η τετράδα από την οποία πρέπει να περάσετε και να δοκιμάστε, για να αποφασίσετε αν θα εισχωρήσετε στα ενδότερα, συμπληρώνεται με τα Sur mon cou και Pardonnez-Moi Mon Dieu. Τα κομμάτια κυλάνε χωρίς εξάρσεις, στο «ήρεμο» γαλλικό τραγουδιστικό στιλ. Είναι αυτονόητο πως σε τέτοιες περιπτώσεις, και ειδικά όταν πρόκειται για τον Ζενέ, πρέπει κανείς να διεισδύσει στο κείμενο, να ακολουθήσει τον συγγραφέα στις γνωστές επίπονες διαδρομές του. Ιδού λοιπόν και μια αγγλική μετάφραση δια χειρός Mark Spitzer, εδώ. [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

23
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 83

Μπενουά Ντυτέρτρ, Το κοριτσάκι και το τσιγάρο, εκδ. Εστία, 2008, μτφ. Λίνα Σιπητάνου, σ. 66 (Benoit Duteurtre, La petite fille et la cigarette, 2005)

O πραγματικός κίνδυνος εμφανίζεται τις στιγμές της βεβαιότητας, όταν δεν φοβάμαι πια. Όντας εκ φύσεως ντροπαλός και χωρίς καθόλου αυτοπεποίθηση, κινούμαι προσεκτικά προς κάποιες μικρές νίκες. Όμως τη στιγμή της πληρότητας, τότε που σηκώνω περήφανα το κεφάλι, η γελοιοποίηση που κρύβεται στη σκιά, δεν αργεί ποτέ να με σκεπάσει. Εκατό φορές το είχα διαπιστώσει. Μην εμπιστεύεσαι την υπερβολική αυτοπεποίθηση, το νικητήριο αίσθημα, αντιστάσου σε εκείνες τις σαγηνευτικές φωνές που σου επαναλαμβάνουν να μην το παίζεις πια μικρός, επιφυλακτικός, ταπεινός, ντροπαλός. Ήθελαν να με πείσουν ότι τα πάντα είναι δυνατά, και εγώ μεθώ με το φαρμακερό τους άρωμα. Προελαύνω περήφανα στο πεδίο της δόξας, αποφασισμένος να ξεχάσω τη ντροπή της μετριότητας και τότε είναι που ο κουβάς με τα λύματα πέφτει στο κεφάλι μου.

Στον Φίλιππο Δρακονταειδή

24
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 73

Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ο άγιος ζιγκολό, εκδ. Αστάρτη, 2005, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 187 (Pascal Bruckner, L’ amour du prochain, 2004)

Πάντα μου ονειρευόμουν να αλαφρύνω, τόσο πολύ φοβόμουν μην πνιγώ κάτω από το βάρος των όντων, των πραγμάτων. Βλέποντας τους γονείς μου να συσσωρεύουν χρόνο με τον χρόνο έπιπλα και μικροαντικείμενα, και τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου να φεύγουν για διακοπές με εφτά ή οχτώ βαλίτσες τη μια πλάι στην άλλη, ένοιωθα εξουθενωμένος. Δεν υπάρχει παρά μονάχα ένα έγκυρο επιχείρημα ενάντια στην αρχή της ιδιοκτησίας: αυτό που κατέχουμε μας κατέχει. Πολύ νωρίς δεν ήθελα πια κανένα φορτίο, λαχταρούσα να γίνω ευέλικτος, υδραργυρικός. Να μη βαραίνω, μα μη με βαραίνει τίποτα, να μη με δεσμεύει τίποτα: έφερα σε πέρας αυτό το πρόγραμμα. Είχα λύσει τα δεσμά που με κρατούσαν ενωμένο με την οικογένειά μου, τους φίλους μου, την ερωμένη μου, για να αφοσιωθώ στο μοναδικό μου πάθος. Αποτινάζοντας από πάνω μου κάθε αλυσίδα δεν είχα επίσης θυσιάσει και το ουσιώδες;

Στον Σπύρο Καρυδάκη

27
Ιον.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 64

Yves Bonnefoy, Η Αίγυπτος, Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 50 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1989), μτφ. Θανάσης Χατζόπουλος, σ. 277.

Γι’ άλλη μια φορά στη ζωή μου. Κι είχε συμβεί τόσες φορές! Όταν ήμουν παιδί, στην ηλικία περίπου αυτής της κοπελίτσας. Στην άλλη χώρα, στα βουνά, κι ενώ ο ήλιος ανέβαινε στο βάθος αριστερά, το τραίνο που έβγαινε από δεξιά ανάμεσα απ’ τις πέτρες ορμούσε προς το μέρος μας με το αστραφτερό του μέτωπο, κι έπειτα περνούσε πιτσιλίζοντάς μας με τη σκιά του, που κοβόταν ίσα – ίσα ανάμεσα στα βαγόνια από τα κόμματα, τις τελείες – ή μήπως τις λέξεις; – του φωτός. Όλο το χωριό πήγαινε στο σταθμό νωρίς το πρωί «να δει να περνάει» το τραίνο, γύριζε προς το τέλος του απογεύματος για να χαιρετήσει την επιστροφή του. Η μητέρα μου, η γιαγιά μου, η θεία μου ακολουθούσαν συχνά, στις σχόλες του καλοκαιριού, και μερικές φορές κατεβαίναμε εμείς από το πάνω μέρος του σκαλοπατιού που ακόμα κραδαινόταν, με τις αναρίθμητες αποσκευές των διακοπών. Α, τσαλακωμένος από τη μεγάλη νύχτα στα ξέχειλα βαγόνια και τα κυλικεία των δύο ή τριών σταθμών, ξεχειλίζοντας από ατέλειωτα όνειρα, χτυπώντας τα φτερά σαν την θαμπωμένη κουκουβάγια, πώς ένιωθα ότι είχαν μαζευτεί όλοι εκεί, και οι ζωντανοί και οι νεκροί μαζί!

Στην Δήμητρα Μήττα

16
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 61

Κολέτ – Η θεατρίνα, εκδ. Printa, 2002, [Σειρά: Έρωτες και πεπρωμένο] μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Αλεξάνδρα Δημητριάδη, σ. 226-227 (Colette – La vagabonde, 1910).

Ζω ανάμεσα σε καταιγίδες σκέψεων που δεν ξεσπούν. Ξαναβρίσκω με πόνο και υπομονή τη διάθεσή μου για σιωπή και εσωστρέφεια. Μου είναι και πάλι εύκολο να ακολουθώ τον Μπραγκ μέσα σε μια πόλη, πάνω κάτω, στους μικρούς δημόσιους κήπους, τους καθεδρικούς ναούς και τα μουσεία, μέσα στον καπνό των μικρών μπουάτ όπου «τρώμε καταπληκτικά»! Μιλάμε λίγο, χαμογελάμε σπάνια (…)

Είμαστε και οι δυο ειλικρινείς, αλλά όχι πάντα απλοί… Όπως συνηθίζαμε πάντοτε, κάνουμε κάποια αστεία που μας ανεβάζουν το κέφι: το αγαπημένο του Μπραγκ – που με εξοργίζει – είναι το Παιχνίδι του Σάτυρου, τον οποίο μιμείται μέσα στα τραμ, επιλέγοντας για θύμα άλλοτε μια νέα ντροπαλή γυναίκα, άλλοτε μια επιθετική γεροντοκόρη. Καθισμένος απέναντί της, με μια στάση τολμηρή, την περιβάλλει μ’ ένα ξαναμμένο βλέμμα κι εκείνη κοκκινίζει, βήχει, τακτοποιεί το βέλο της και γυρνά το κεφάλι. Το βλέμμα το «σάτυρου» επιμένει, λάγνα, μετά όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, στόμα, ρουθούνι, φρύδια, συγκλίνουν στο να εκφράσουν την ιδιαίτερη ηδονή ενός ερωτομανούς…(…)

Γελάω με την καημένη την κυρία που, τρελαμένη, κατέβαινε πάντα πολύ γρήγορα απ’ το τραμ, αλλά η τελειότητα των γκριματσών αυτού του βάρβαρου παιχνιδιού με εκνευρίζει. Το κορμί μου, κάπως καταπονημένο, περνά παράλογες κρίσεις απίστευτης σεμνοτυφίας, απ’ τις οποίες βυθίζομαι σ’ ένα καμίνι που ανάβει αστραπιαία από την ανάμνηση ενός αρώματος, μιας χειρονομίας, μιας τρυφερής κραυγής· ένα καμίνι που φωτίζει τις απολαύσεις που δεν ένιωσα ποτέ και που στις φλόγες του σιγοκαίγομαι, ακίνητα με τα γόνατα ενωμένα, λες και με την παραμικρή κίνηση, θα κινδύνευα να μεγαλώσω τα εγκαύματά μου.

 Στην Κατερίνα Χρυσανθοπούλου

21
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 55

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Αδριανού απομνημονεύματα, εκδ. Χατζηνικολή, (4η έκδ.,  1984), μτφ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή, σ. 55-57 (Marguerite Yourcenar, Mémoires d’Hadrien, 1951).

Για μένα η ζωή ήταν ένα άλογο που παντρεύεσαι τις κινήσεις του, αφού όμως πρώτα το προπονήσεις όσο μπορείς καλύτερα.

Στις αρχές, αναζητούσα λίγη ελευθερία διακοπών, λίγες στιγμές ελεύθερες. Κάθε σωστά ρυθμισμένη ζωή έχει τις δικές της κι’ όποιος δεν ξέρει να τις προκαλέσει δεν ξέρει να ζήσει. Ύστερα προχώρησα πιο μακρυά. Φαντάστηκα μια σύγχρονη ελευθερία που έκανε ταυτόχρονα δυνατές δύο πράξεις, δύο καταστάσεις. Έμαθα, παραδείγματος χάριν, παίρνοντας σαν πρότυπό μου τον Καίσαρα, να υπαγορεύω πολλά κείμενα συγχρόνως, να μιλώ συνεχίζοντας το διάβασμά μου.
Οι συγκινήσεις, οι ιδέες, οι εργασίες, έπρεπε να μπορούν να διακόπτονται οποιαδήποτε στιγμή, ύστερα να συνεχίζονται πάλι. Και η βεβαιότητα πως μπορούσα να τις διώξω ή να τις ξανακαλέσω, σα σκλάβες, αφαιρούσε κάθε τύχη τυραννίας απ’ αυτές κι’ από μένα κάθε συναίσθημα δουλείας.
Αντιμέτωπος με μια απρόβλεπτη, ή απελπιστική σχεδόν κατάσταση, αντιμέτωπος με μια ενέδρα ή με μια φουρτούνα στη θάλασσα, μόλις έπαιρνα όλα τα δυνατά μέτρα για να εξασφαλίσω τους άλλους, αποφάσιζα να χαρώ ό,τι αναπάντεχο που έφερνε, και η ενέδρα, η τρικυμία, γινότανε άνετα μέρος των σχεδίων μου, ή των ονείρων μου.

Στον Θανάση Γεωργιάδη

14
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 54

Γεωργία Σάνδη, Ημερολόγιο της καρδιάς, εκδ. Printa, σειρά Εκ Βαθέων, 2003, μτφ. Σοφία Κορνάρου, σ. 26 (George Sand, Journal Intime, 1926)

Πώς θα μπορούσε ένα θνητό και πονεμένο πλάσμα να αντισταθεί στην απελπιστική επίδραση τόσο συχνών απογοητεύσεων; Όταν η ζωή μαραίνεται και χάνεται προσπαθώντας να αδράξει το είδωλο κάθε χαράς και να νιώσει την πληγή κάθε ηδονής∙ όταν αναλώνεται τρέχοντας πίσω από μια ελπίδα, που έγινε εκατό φορές έγινε απάτη ανήλεη και αβάσταχτη. Πώς θα μπορούσε κάποιος σ’ αυτό το πέλαγος αγνωμοσύνης και ψεύδους να ξεχωρίσει μια φιλική καρδιά, μια πίστη, ένα στήριγμα; Όλα όσοι προσπερνούν φαίνονται ύπουλοι κι η αρετή τους δεν έχει στο μέτωπο το αστέρι που θα την κάνει να φεγγοβολά μες στα σκοτάδια.
Όταν συνηθίζουμε σ’ αυτήν τη νέα κατάσταση της ψυχής, την τόσο ταραγμένη και τόσο σκοτεινή, σιγά σιγά γινόμαστε πιο διορατικοί. Δεν αφήνουμε τον εαυτό μας να γελαστεί, γιατί δε φοβόμαστε πια την πλάνη∙ φτάνουμε σε κάποιο τέλος της φρόνησης, απέχουμε, δε δελεαζόμαστε, δεν επιθυμούμε πια.
Άλλοτε, επιθυμίες πιο ελεγχόμενες ή πιο εκλεπτυσμένες γίνονται πραγματικές και επίμονες. Ίσως, μέσα στη μοναδική κατάσταση της ύπαρξης δίχως επιθυμίες, υπάρχει περισσότερη ευδαιμονία παρά στην εκπλήρωση όλων των πόθων.

Στην Κλαίρη Μιτσοτάκη

15
Φεβ.
10

Ολιβιέ Ρολέν – Μερόη

Πολιορκούμαστε από τόσο μεγάλες ιστορίες, πιστεύουμε, για μια στιγμή, ότι βλέπουμε τις εποχές και τους κόσμους να πηγαινοέρχονται μπροστά στα μάτια μας, κι έπειτα εμψυχωνόμαστε, ενθουσιαζόμαστε, καταστρεφόμαστε από υποθέσεις τόσο μικροσκοπικές… (σ. 35)

Ένας άντρας αυτοεξορίζεται στις άκρες του κόσμου, στο Ξενοδοχείο των Μοναχικών στο Χαρτούμ και στην μυθική Μερόη, σ’ αυτό τον δαίδαλο ωμόπλινθων και λαμαρίνας, για να ξεχάσει την Αλφά, μια γυναίκα που τον σημάδεψε καθοριστικά. Τουλάχιστο εκεί «δεν είναι κανείς απλώς ξένος αλλά απολύτως αποκλεισμένος από την παραμικρή, ακόμα και φαντασιακή, ανωτερότητα». Τριγυρισμένος από ξεχαρβαλωμένα κελύφη ποταμόπλοιων που σαπίζουν στη βόρεια όχθη του Κυανού Νείλου και ξύλινες πλατφόρμες που σκίζονται από τροπικές λόχμες, συνομιλεί με τον πελεκάνο Χάραλντ, συνουσιάζεται με την Χουρρίγια σε μια παλιά καμπίνα, ακούει από τον Νιμούρ ατέλειωτες αραβικές ιστορίες από τις οποίες δεν καταλαβαίνει ούτε λέξη, αλλά πού, ίσως εξαιτίας αυτού, του φαίνονται ωραίες – άλλωστε ποτέ δεν τον ενδιέφεραν οι άσκοπες συζητήσεις, αυτή η «κατασπατάληση λέξεων που δεν οδηγούν πουθενά». Ευκαιριακός συμπαίκτης στην αξιομνημόνευτη συναλλαγή του λόγου κι αυτό, χωρίς να τις γιατρεύει, απαλύνει αρκετές από τις αγωνίες. Προτιμότερο να διαβάζει ξεχασμένες παλιές εφημερίδες (που του προσφέρουν μια εικόνα του κόσμου κατακερματισμένη, ετεροχρονισμένη, αλλά όχι λιγότερο ακριβή, ίσα ίσα…)

Αυτός ο μετα – αποικιακός φιλόσοφος – εκούσιο φάντασμα, έκθετος στα καύματα του ήλιου, λαθραίος πότης σε μια χώρα όπου το αλκοόλ απαγορεύεται κι όπου ξυπνά «με την αξιοθρήνητη ευκολία ενός καταναλωτή σόδας» που περνάει την ώρα του διαβάζοντας την Εγκυκλοπαίδεια Λαρούς του 20ού αιώνα, έκδοση του 1933, επικοινωνώντας με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τον Σταντάλ και «τους αιώνες που αστράφτουν μέσα σε μια στιγμή», έλκεται από την ιδέα της ήττας και το συναίσθημα της αποτυχίας. Γι’ αυτό και διαβάζει τα ημερολόγια του στρατηγού Γκόρντον, άλλου μελαγχολικού εραστή της ήττας, που μισούσε τον πόλεμο, που περισσότερο θα προτιμούσε να διασχίζει τις ερήμους του Σουδάν στη ράχη μιας καμήλας, με μια Βίβλο στο χέρι, το τσιγάρο στο στόμα και μερικά μπουκάλια κονιάκ μαζί του. Γι’ αυτό και γνωρίζεται με τον Δόκτορ Βόλλεντερ, Ανατολικογερμανό αρχαιολόγο συντετριμμένο απ’ την Ένωση, με ύποπτο παρελθόν και έξη για τις τεφρώδεις ερήμους, μελετητή των χριστιανικών βασιλείων του Σουδάν, με εμμονή στην αποκλίνουσα χριστιανοσύνη, την αποκομμένης από την πηγή της, την έγκλειστης μέσα στην έρημο.

meroeΌταν τελείωσε η ιστορία του με την Αλφά (η οποία τον είχε κάνει να καταλάβει τι θα ήταν στο εξής για εκείνον η ομορφιά) δεν μετάνιωσε για την βίαιη ευτυχία που έζησε – όταν έχει υπάρξει κανείς βασιλιάς δεν πρέπει να παραπονιέται. Όμως τώρα θέλει να ανασυστήσει όσα έζησε απλά για να ξεφορτωθεί την σήψη των αναμνήσεων, «το παρελθόν, αυτή την τεράστια, αντηχητική σπηλιά». Πηγαίνει στο Παρίσι και προσλαμβάνει την Θιν, που η γοητεία της είναι ακριβώς η απουσία γοητείας, που ορκίστηκε να μην την ερωτευτεί («κάτι τέτοιο θα ήταν πάρα πολύ εύκολο, πολύ συμβατικό») ώστε να ξαναπεράσουν τα πεζοδρόμια που πέρασαν και τα μπιστρό όπου δείπνησαν, για να ανασυστήσει ένα ομοίωμα ζωής που η πίστη προσδίδει στα νεκρά πράγματα. Αντιλαμβάνεται την βλακώδη παραδοξότητα του εγχειρήματός του αλλά επιμένει: Ό,τι καλύτερο έχουμε είναι ίσως καταποντισμένα μεγάλα πράγματα.

Επιστρέφοντας νέο ράκος στην αποχαυνωτική ρουτίνα και τα ηλιακά καύματα της Μερόης, πρώτος επισκέπτης εδώ και δεκαετίες της βιβλιοθήκης του Μουσείου, ερευνητής της λαθραίας ιστορίας, κι ας είχε ψιλή άμμος κατακλύσει τους ανακατεμένους τόμους. Εκεί ξαναψάχνει τον εαυτό του: στους κόλπους της ερειπωμένης γνώσης, φυλακισμένης στο τεράστιο μπορντέλο του κόσμου. Ή έστω στην ακίνητη ομορφιά.

Meroe2Πρόκειται για το πέμπτο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα, ενός εκπληκτικού στιλίστα της πένας, ενός εξαιρετικού επιλογέα λέξεων, που εδώ περισσότερο από ποτέ γίνεται μέσω των ηρώων του – όλοι τους άξιοι επίγονοι των χαρακτήρων του Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι και Τσάι στη Σαχάρα του Πολ Μπόουλς – απύθμενα ειρωνικός (είτε «για τον μεταφορικό και γραφικό Θεό των Χριστιανών, είτε «για μια από τις πολλαπλές ποιητικές συνέπειες που επισύρει η κατάρρευση μιας χώρας [που] είναι η ευημερία του αγριόχορτου»), τραγικά σαρκαστικός και απροκάλυπτα ευαίσθητος. Ένα από τα γοητευτικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ.

Εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, 260 σελ. (Olivier Rolin, Méroé, 1998).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

11
Οκτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 35

Ζυλιέν Γκρην, Μεσάνυχτα, εκδ. Μέδουσα, 1988, μτφ. Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, σ. 171 (Julien Green, Minuit, 1936)

Από λίγη ώρα τώρα, ένιωθε μια αόριστη στενοχώρια και ταυτόχρονα μια ευτυχία την αιτία των οποίων δεν μπορούσε να μαντέψει. Ήλπιζε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν δεν θα ξεχνούσε αυτή την παράξενη στιγμή, όπου η χαρά και η μελαγχολία έμοιαζαν να γίνονταν ένα. Η ησυχία του σπιτιού, το μισοσκόταδο αυτού του μικρού δωματίου που πλενότανε και η χλιαρότητα της σάρκας της κάτω από το χέρι της, όλα αυτά της ήταν γνωστά. Σε ποιά στιγμή της ζωής της είχε νιώσει αυτήν την χαύνωση της σάρκας και της ψυχής; Ποιά φθινοπωρινή ημέρα όμοια με αυτήν εδώ, γεμάτη από ψιθύρους και κραυγές πουλιών; Έμεινε ακίνητη, προσπάθησε να θυμηθεί όμως η μνήμη της έμενε άφωνη, και ξαφνικά τα μάγια λύθηκαν. Γύρω της, τα αντικείμενα έχασαν την γνωστή τους όψη που είχαν για μερικά δευτερόλεπτα.

Στην Ελένη Γ. Ζαχαριάδου

13
Σεπτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 31

Blaise Cendrars [Μπλεζ Σαντράρ], Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία, εκδ. Opera, 1993, μτφ. Γιώργος Σπανός, σ. 45 (Moravagine, 1926)

Τότε είναι που ερωτεύτηκα βίαια, παθιασμένα, τα αντικείμενα, τα άψυχα πράγματα. Δεν μιλώ για τα αντικείμενα, τα σκεύη, τα έπιπλα τέχνης που ξεχείλιζαν μες το παλάτι και που, μέσω ενός νοητικού ή αισθηματικού ερεθισμού, αναπολούν, υποβάλλουν, θυμίζουν έναν παλαιό πολιτισμό, μια περασμένη εποχή, μια οικογενειακή ή ιστορική στιγμή που έχει χάσει την πρώτη της χρυσή ανταύγεια, και που σας θέλγουν, σας γοητεύουν με τα στρεβλά τους σχήματα, τις αλλόκοτες γραμμές τους, την παλαιική τους εκλέπτυνση με ό,τι τέλος πάντων, τα προσδιορίζει, τα τοποθετεί χρονικά, ονομάζει και αποκαλύπτει, κατά τρόπο περίεργο, τη μόδα που τα διανοήθηκε. Όχι, ερωτεύτηκα αποκλειστικά αντικείμενα μη αισθητικά, ελάχιστα διαμορφωμένα, και συχνότατα ακατέργαστης ύλης, πρώτης ύλης. Μάζεψα γύρω μου τα πιο ετερόκλητα πράγματα. Ένα τενεκεδένιο κουτί μπισκότων, ένα αβγό στρουθοκαμήλου, μια ραπτομηχανή, ένα κομμάτι χαλαζία μια ράβδο μολύβδου, ένα τούμπο σόμπας. Περνούσα τις μέρες μου πιάνοντάς τα με τα χέρια μου, πασπατεύοντάς τα, μυρίζοντάς τα. Τους άλλαζα θέση χίλιες φορές τη μέρα. Είχαν χρέος να με διασκεδάζουν, να με απασχολούν, να με κάνουν να ξεχνώ τις συγκινησιακές εκείνες εμπειρίες, που τόσο πια με είχαν κουράσει.

Στον Δημήτρη Καλοκύρη

17
Μαρ.
09

Αμελί Νοτόμπ – Το ημερολόγιο του Χελιδονιού

Όταν βλέπει κανείς σε τι αποδίδεται στις μέρες μας το ωραίο όνομα «συνάντηση» αποκαρδιώνεται. Η συνάντηση με κάποιον θα ’πρεπε να αποτελεί γεγονός… να προκαλεί τόση αναστάτωση όση νιώθει ένας ερημίτης βλέποντας έναν αναχωρητή στον ορίζοντα της ερήμου έπειτα από σαράντα μέρες απομόνωσης (σ. 46).

Επεκτείνοντας τις σκέψεις του, ένας ανώνυμος κούριερ εξοντώνει εκείνους που συναντά, εφόσον αυτό δημιουργεί ένα δεσμό. Όλα ξεκίνησαν από την επιθυμία να κλείσει τον εσωτερικό διακόπτη των αισθήσεών του εξαιτίας μιας ερωτικής απογοήτευσης, πεπεισμένος πως ποτέ δεν είσαι τόσο ευτυχισμένος όσο όταν έχεις βρει τον τρόπο να χάνεσαι. Κάτω από αυτή την αισθητηριακή αμνησία προσλαμβάνεται ως εκτελεστής μιας συμμορίας. Οι δολοφονίες του, κάτι νέο, χωρίς όνομα, συνοδευόμενες από έναν εξαίσιο φόβο – καταλύτη της απόλαυσης, δεν αποτελούν μόνο σπάνια πνευματική φόρτιση αλλά και οδηγούν στον πολυπόθητο απωλεσθέντα οργασμό. Αυτοαποκαλείται πειραματικός εκτελεστής, κατ’ αναλογία με τον πειραματικότερο δίσκο των Radiohead που ακούει μανιωδώς και φέρει τον διόλου συμπτωματικό τίτλο Amnesiac. Δεν οργάζεται απλώς με την ιδέα της αιμοσφαιρίνης· νοιώθει πως μοιάζει με τις πιο άδικες θεότητες, ή, με τον πιο ενήμερο θεό. Κάθε πελάτης τού χρησιμεύει ως καύσιμο – μέχρι την δολοφονία ενός νεαρού κοριτσιού, την στιγμή που προσπαθεί να κρατήσει το ημερολόγιό της από αδιάκριτα μάτια. Γοητεύεται επειδή η επιφυλακή ήταν ο τρόπος της ύπαρξής της και αποφασίζει να το διαφυλάξει. Το τετράδιο μετουσιώνεται σε ιερό κείμενο και μόνο λόγω της επιθυμίας μυστικότητας αλλά και καθαρτήριο δοχείο.

Η Νοτόμπ για άλλη μια φορά χρησιμοποιεί σπινθηροβόλους διαλόγους και σκληρές αιχμές στις φαινομενικά εύληπτες αλλά τελικά δηλητηριώδεις νουβέλες της. Αν ο ήρωάς της σαρκάζει οτιδήποτε βρεθεί στο δρόμο του, εκείνη ειρωνεύεται τον ίδιο: την απεγνωσμένη ανάγκη για ποικιλία, το κυνήγι του κινδύνου και της ακρότητας, την παγίδευση σε αντιφατικές εμμονές, την θεώρηση της αγαπημένης του ως Νερβαλικής Οκταβίας ή Μπαλζακικής Σεραφίτας – παρωδώντας εμφανώς τον Ρομαντισμό αλλά και το Νουάρ.

Aν το όνομά μας δεν είναι παρά «μια επινοημένη ταυτότητα», τότε ένα καινούργιο όνομα είναι το κλειδί για μια νέα ύπαρξη – μια παρθενιά αρκετά ευρύχωρη για εκείνον που έρχεται να την κατοικήσει. Το «Δήμιος» μετατρέπεται σε «Ακάκιος» και αναλόγως ονοματοδοτείται το θύμα ως «χελιδόνι» (απηχώντας σαν ένα άλλο «κουρδιστό πουλί» τις μεταφυσικές προεκτάσεις της ιστορίας;). Και μήπως η διεκδίκηση του ημερολογίου από τους πάντες αποτελεί μια μορφή εκλεπτυσμένου βιασμού; Σε μια εποχή που οι πάντες μπλογκάρουν, ίσως να μην υπάρχει «τίποτα πιο ποθητό από ένα μυστικό», ίσως η διαφυλαγμένη ιδιωτικότητα αποτελεί την πολυτιμότερη περιουσία. Κι αν οι δυο ήρωες δεν συναντήθηκαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα, ήταν επειδή ο καθένας τους χρησιμοποίησε το ιδιαίτερό του όπλο όχι για να πλησιάσει τον άλλον, αλλά για να τον σκοτώσει.

Συντεταγμένες: Αμελί Νοτόμπ – Το ημερολόγιο του Χελιδονιού, μτφ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2008, 99 σελ. (Amelie Nothomb, Journal d’ hirondelle, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 543 (6.3.2009).

04
Νοέ.
08

Εμμανιέλ Πιερά – Βιομηχανία του σεξ και του τηγανητού ψαριού

Δύο δεκαοχτάχρονες δίδυμες αδελφές, η Γκαέλ και η Γκουεναέλ, ναυτικοί σε ψαροχώρι της Βρετάνης αναπτύσσουν ένα εντονότατο ερωτικό αισθητήριο πλημμυρισμένο περιέργεια και φιλομάθεια. Όμως το περιβάλλον όπου ζουν είναι το πλέον ακατάλληλο για την ικανοποίηση της ακόρεστης δίψας τους για μόρφωση. Η μύησή τους στον κόσμο του σεξ γίνεται από άθλια πρόσωπα με ακόμα πιο άθλιους τρόπους (βιασμός ανάμεσα σε ψαροκασέλες ή αυνανισμός με ένα μουγκρί) και οι ταχυδρομικές παραγγελίες των σεξουαλικών γκάτζετς τίποτα τις αφήνουν ανικανοποίητες (οι πολλαπλές μπίλιες της γκέισας ερμάτιζαν το δίχτυ για τον μπακαλιάρο, το λιπαντικό κατέληξε να λιπαίνει την τροχαλία της τράτας). Έχοντας εντρυφήσει στις απείρως παραλλασσόμενες μεθόδους αναπαραγωγής των θαλάσσιων ειδών περιμένουν κάτι τουλάχιστον εξίσου συναρπαστικό.Αποκαρδιωμένες (ή καλύτερα αποσωματισμένες) από την αντιστοιχία σπέρματος και εγκεφάλου των διαθέσιμων ανδρών της παραθαλάσσιας βρετονικής πανίδας οι νεαρές αυνανίστριες εγκαταλείπουν το άνυδρο ερωτικά υδάτινο περιβάλλον τους και αναχωρούν για την πόλη του φωτός, και ερωτικού όπως ελπίζουν. Αν τα ψάρια ασκούνται όλα τα είδη σεξουαλικότητας όπως έχουν δει και μελετήσει, τότε το Παρίσι θα είναι ο δικός τους ωκεανός οργίων, ο τόπος όπου η πλούσια θεωρητική τους κατάρτιση θα συμπληρωθεί όπως πρέπει από την πρακτική της ολοκλήρωση. Εκεί τις περιμένει ο εξάδελφος Γιαν, ιδιοκτήτης sex shop (ενδιαφέρουσα η σύνδεση των πωλούμενων items με την νοσταλγία του γενέθλιου τόπου) και μέντορας πρόθυμος να αραδιάσει μπροστά τους ολόκληρο τον χάρτη του έκλυτου Παρισιού και των απανταχού λαγνότοπών του.Εκεί θα δοκιμάσουν ή θα πλησιάσουν σε απόσταση οργασμού «ανωμαλίες» και «παρεκκλίσεις» όπως την επιδειξιομανία κατ’ οίκον (στο μπαλκόνι ή σε ντελιβεράδες πίτσας, υδραυλικούς και πυροσβέστες) αλλά και σε μοναστήρια, το μπανιστήρι και την ουρο-κοπρο-λαγνεία. Σειρά έχουν η ζωοφιλία, η νεκροφιλία, ο σαπφισμός, η αιμομιξία, η αμφιφυλία, ο σαπφισμός και φυσικά ο φετιχισμός, ο σαδομαζοχισμός, οι πληρωμένοι έρωτες και τα ομαδικά όργια. Θα εξαντλήσουν την λίστα πασών των δυνατοτήτων σεξουαλικής συνεύρεσης; Αν όμως το κανονικό και το φυσιολογικό είναι βαρετά και προβλέψιμα, όπως φοβούνται, ποιος εγγυάται πως δεν θα ακολουθήσουν και τα άλλα;

Πρόκειται για το τρίτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου … δικηγόρου Εμμανιέλ Πιερά, ειδικού των πνευματικών δικαιωμάτων, μελετητή της ιστορίας των ηθών και της λογοκρισίας (αξιοσημείωτα έργα του: Le sexe et la loi (Το σεξ και ο νόμος), Le Livre des livres erotiques (Η βίβλος των ερωτικών βιβλίων), Le Livre noir de la censure (Η μαύρη βίβλος της λογοκρισίας)) αλλά και αφοσιωμένου ερωτογράφου και επιμελητή δυσεύρετων έργων παρόμοιας φύσης.

Ο ερωτογράφος μας με κομψευόμενο τρόπο και έξυπνα λογοπαίγνια τολμά μια εκ όψεως πρωτότυπη συσχέτιση: η ερήμωση των βυθών εξαιτίας της τρομακτικής βιομηχανοποίησης της αλιείας, με πλοία – εργοστάσια έξω από τα χωρικά ύδατα και πάνω από τα κοπάδια των ψαριών να αποθηκεύουν χιλιάδες τόνους ψάρια, καθαρισμένα, πακεταρισμένα κι έτοιμα για κατανάλωση, δεν έχει και μεγάλες διαφορές από την αντίστοιχη εξάπλωση της πορνοβιομηχανίας. Και εδώ η λίμπιντο συσκευάζεται, η ερωτική επιθυμία καταναλώνεται μηχανικά και μαζικά, οι αισθήσεις περνούν σε τέταρτη μοίρα. Στους ναούς της ερωτικής βιομηχανίας (από τα νυχτερινά κέντρα ως το διαδίκτυο) τα πάντα προσφέρονται από επαγγελματίες, αρκεί να πληρώσεις. Στο τέλος τρως άγευστο ψάρι και κάνεις άψυχο σεξ.

Από την άλλη, αν τέλος πάντων το σεξ έχει ήδη λογοτεχνηθεί, τότε κάποιος πρέπει να σχεδιάσει και την σύγχρονη γεωχαρτογραφία βίτσιων, εμπορευμάτων και γηπέδων του έρωτα αλλά και να ξεγυμνώσει (τι ειρωνεία) την κατάντια της. Υπάρχει και μια ακόμα πικρότερη αλήθεια: οι φαντασιώσεις συχνά αποδεικνύονται κατώτερες των προσδοκιών, η λαγνεία δεν είναι πάντα όπως την περιγράφουν οι ερωτομανείς συγγραφείς, ο πόθος είναι ισχυρότερος από την πραγματοποίησή του. Βέβαια στο τέλος οι αδελφές θα την βρουν τη λύση, αλλά νωρίτερα θα έχουν πει: υπήρχε μια απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που διεγείρει στο χαρτί και αυτό που απογοητεύει στην πραγματικότητα. (σ. 49).

Emmanuel Pierrat – L’ industrie du sexe et du poisson pane, 2004 / Εκδόσεις Άγρα, 2008, μετφ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 169.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092. Στις φωτογραφίες: Οι Milo Manara και Guido Crepax έχουν ήδη κομικογραφήσει φιλομαθείς δεσποινίδες.
21
Οκτ.
08

Αμελί Νοτόμπ – Φόβος και τρόμος

Η ομορφιά σου δεν θα σου αποφέρει τίποτε άλλο από τον τρόμο πως θα την χάσεις. (σ. 81)

H Αμελί Νοτόμπ (Κόμπε Ιαπωνίας, 1967, από Βέλγους γονείς) έχει χαρακτηριστεί ως «βιολογικό ρολόι» της λογοτεχνίας: γράφει ανελλιπώς από το 1992 και κάθε φθινόπωρο ένα μυθιστόρημα. Στιγματισμένη ως το αστραφτερό ταλέντο της γαλλόφωνης λογοτεχνίας, συχνά με εκκεντρικές ή προκλητικές εμφανίσεις, θαρρείς πως αντί για μολύβι έχει μια τεράστια γλώσσα, που την βγάζει στους πάντες και τα πάντα. Όλα τα μικρής σχετικά έκτασης μυθιστορήματά της μοσχοπωλούνται, ως δείγματα μιας λογοτεχνίας που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ιδιαίτερα εύληπτη, αλλά διατηρεί φοβερά ρεύματα στο υπέδαφός της. Ξεκινάς με το χαμόγελο και στο τέλος σ’ έχει πιάσει στομαχόπονος. Αγγίζει θέματα που άλλοι φοβούνται ακόμα και να πλησιάσουν μήπως και τσουρουφλιστούν και βάζει τους χαρακτήρες της να διαλογομαχούν μέχρι τελικής πτώσης. Ορισμένους δε τους αντιμετωπίζει με ειρωνεία, βγάζοντας με το τσιγκέλι τα χαοτικά, απειλητικά τους συναισθήματα.

Έτσι κι εδώ, σε μια υπόθεση απλή: μια Βελγίδα ονόματι Αμελί προσλαμβάνεται σε μια ιαπωνική εταιρία. Δεν αντιμετωπίζει όμως τους ανώτερούς της (δηλαδή όλους) με φόβο και τρόμο (όπως προστάζει το αρχαίο αυτοκρατορικό ιαπωνικό πρωτόκολλο) αλλά στα ίσια· χωρίς αυθάδεια μεν, αλλά και χωρίς δουλικότητα ή υποταγή στους αυστηρούς έως παράλογους κανόνες τους. Κατά συνέπεια κάθε ειλικρίνεια, αυθορμητισμός ή καλή διάθεση δεν θα θεωρηθούν απλώς ως αναιδής παραβίαση των ιερών κανόνων της ιαπωνικής επιχείρησης αλλά και ως προδοσία της και ως προσβολή του ίδιου του λαού της Ανατολής. Οι βαθμιαίες τιμωρίες της αυθάδους «Δυτικής» ξεκινούν από λεκτικές προσβολές και ανάθεση παράλογου φόρτου εργασίας – Μου σφυροκόπησαν το σώμα με τόσους αριθμούς, που δεν υπάρχει πια θέση για το παραμικρό δεκαδικό (σ. 70) – και καταλήγουν σε απάνθρωπη ταπείνωση και ανάθεση καθαριότητας στις τουαλέτες – το πλεονέκτημα όταν τρίβεις λερωμένες λεκάνες είναι ότι δεν φοβάσαι πια να πέσεις πιο χαμηλά. (σ. 111).

Η Νοτόμπ εκτοξεύει αλλεπάλληλα φαρμακερά βελάκια στα συστήματα των ιαπωνικών επιχειρήσεων και του ίδιου του ιαπωνικού πολιτισμού. Οι εργαζόμενοι βλέπουν τον προϊστάμενό τους ως λοχαγό σε πόλεμο και είναι έτοιμοι να πολεμήσει γι’ αυτόν ως το τέλος, ως σαμουράι. Χαρίζουν την ύπαρξή τους σ’ ένα τίποτα. (σ. 137). Το άκρον άωτον της εξύβρισης είναι να σε αποκαλέσουν ατομιστή, ενώ είναι συνηθισμένο το φαινόμενο υπάλληλοι να μένουν στο γραφείο όλη νύχτα για να τελειώσουν τη δουλειά τους. Σε μια τέτοια νύχτα της, τρίτη συνεχόμενη, η Αμελί αισθάνεται πως απελευθερώνεται περπατώντας πάνω στα γραφεία, καθήμενη γυμνή πάνω στα πληκτρολόγια και αγκαλιάζοντας τις οθόνες με χέρια και με πόδια, προτού λουστεί με τα σκουπίδια της προϊσταμένης της. Η μοναδική της διαφυγή από το εφιαλτικό εργασιακό περιβάλλον είναι να πλησιάζει την τεράστια τζαμαρία και να φαντάζεται μια «βουτιά στη θέα»: προτού γίνει λιώμα στο έδαφος, θα έχει τη δυνατότητα να κοιτάξει τόσα πράγματα. – Ακόμα και σήμερα θα πρέπει να υπάρχουν ράκη τους σώματός μου σε ολόκληρη την πόλη. (σ. 135)

Μια τόσο αφοριστική γραφή μας κάνει να πιστεύουμε πως η Νοτόμπ μιλάει εκ των έσω, πως πρόκειται για αυτοβιογραφική ιστορία – ως κόρη διπλωματών έζησε σε διάφορα μέρη της Ανατολής και γνωρίζει καλά την Ιαπωνία εφόσον έζησε κι εργάστηκε εκεί και ως διερμηνέας. Αναφέρει φευγαλέα την διαφορετική, ειδυλλιακή εικόνα που είχε για τον ιαπωνικό πολιτισμό και καταλήγει πως αν το ιαπωνικό «θαύμα» θεμελιώνεται σε τέτοια συστήματα συμπεριφορών, τότε είναι για τα σκουπίδια. Αν πρέπει να θαυμάζουμε την Γιαπωνέζα, είναι γιατί δεν αυτοκτονεί, εφόσον δεν δικαιούται να ελπίζει σε τίποτα όμορφο. Θαυμάζει την σκληρή προϊστάμενή της επειδή η ομορφιά της άντεξε τόσους «υλικούς και ψυχικούς κορσέδες … εκδηλώσεις σαδισμού και ταπεινώσεις, «άρα μια τέτοια ομορφιά λάμπει ως θαύμα ηρωισμού».

Με ύφος λιτό και φαρμακερό και διαλόγους που χαρακώνουν το μυαλό, η Νοτόμπ δεν περιορίζεται στην πολιτισμική σύγκρουση Δύσης και (Άπω) Ανατολής αλλά και στο γνώριμο αγαπημένο της θέμα: τις πάσης φύσεως σχέσεις εξουσίας, όπου ο καθένας μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε σαδιστή, μαζοχιστή, τύρρανο ή μηδενικό ή όλα μαζί. Σήμερα ζει στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες. Βιβλία της έχουν διασκευαστεί για σινεμά, όπερα και θέατρο. Κάθε ύπαρξη γνωρίζει την ημέρα του πρωταρχικού τραύματός της, η οποία χωρίζει τη ζωή της σ’ ένα πριν και σ’ ένα μετά, και της οποίας η έστω και φευγαλέα ανάμνηση αρκεί για να την καθηλώσει μέσα σ’ έναν άλογο, ζωώδη και αθεράπευτο τρόμο. (σ. 125-126).

Αποσπάσματα: Οι πιο ακατανόητες στάσεις στη ζωή μας οφείλονται συχνά σε κάτι που μας θάμπωσε όταν ήμασταν μικροί και διατηρεί για καιρό την ισχύ του: όταν ήμουν παιδί, η ομορφιά του γιαπωνέζικου κόσμου μου μού είχε κάνει τέτοια εντύπωση ώστε λειτουργούσα ακόμη με βάση εκείνο το συναισθηματικό απόθεμα. Είχα τώρα μπροστά στα μάτια μου όλη τη φρίκη και την περιφρόνηση ενός συστήματος που αρνιόταν ό,τι είχα αγαπήσει, κι όμως έμενα πιστή σ’ αυτές τις αξίες, στις οποίες δεν πίστευα πια. (σ. 112-113)

Όχι. Εσύ επινόησες αυτό το σπίτι και αυτά τα άτομα. Αν έχεις την εντύπωση ότι υπάρχουν πιο παλιά απ’ ότι ο νέος διορισμός σου, τότε πρόκειται για ψευδαίσθηση. Άνοιξε τα μάτια: πόσο ζυγίζει η σάρκα αυτών των πολύτιμων ανθρώπων απέναντι στην αιωνιότητα των κεραμικών στους χώρους υγιεινής; Θυμίσου τις φωτογραφίες των βομβαρδισμένων πόλεων: οι άνθρωποι νεκροί, τα σπίτια ισοπεδωμένα, μα οι τουαλέτες ορθώνονται ακόμα περήφανα στον ουρανό, γαντζωμένες στις εν στύσει σωληνώσεις. Όταν η Αποκάλυψη θα έχει ολοκληρώσει το έργο της, οι πολιτείες θα είναι δάση από χέστρες και τίποτ’ άλλο. Το γλυκό δωμάτιο όπου κοιμάσαι, τα πρόσωπα που αγαπάς, είναι αντισταθμιστικά δημιουργήματα του μυαλού σου. Είναι χαρακτηριστικό ανθρώπων που ασκούν ένα δυσάρεστο επάγγελμα να σκαρώνουν για προσωπική τους χρήση αυτό που ο Νίτσε ονομάζει ενδόκοσμο, έναν επίγειο ή επουράνιο παράδεισο, στον οποίον πασχίζουν να πιστέψουν για να παρηγορηθούν για την απαίσια κατάστασή τους. Όσο πιο ταπεινή είναι η δουλειά τους τόσο πιο όμορφη είναι η ψυχική τους Εδέμ. Πίστεψέ με: δεν υπάρχει τίποτα έξω από τα αποχωρητήρια του τεσσαρακοστού τρίτου ορόφου. (σ. 134-135)

Συντεταγμένες: Amélie Nothomb, Stupeur et tremblements, 1999 / Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2002, μετφ. Κώστας Κουρεμένος, σελ. 157.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=16050

03
Οκτ.
08

Πιέρ Μισόν – Βίοι Ελάσσονες

Τι νόημα έχουν λοιπόν λίγα ακόμη χρόνια ζωής όταν είναι κανείς τόσο πλούσιος σε απώλειες; (σ. 80)

Πάμπλουτοι σε απώλειες και ήττες είναι οι χαρακτήρες του Μισόν: στην καλύτερη περίπτωση βιώνουν ολομόναχοι την αφανή ζωή τους, στην χειρότερη βρίσκονται στο περιθώριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, παγιδευμένοι στην ανέχεια, το αλκοόλ, την τρέλα ή την ματαίωση. Ο Μισόν (1945, Καρντ, Κεντρική Γαλλίας) έφτιαξε αυτό το εικονοστάσιο ανώνυμων «αγίων» στην ηλικία των 39 χρονών, έχοντας φτάσει ο ίδιος στα όρια της ανέχειας, σε στιγμές που κινδύνευε να μείνει άστεγος, με μόνη δυνατότητα βιοπορισμού τους μικρούς περιθωριακούς ρόλους στο θέατρο.

Ποια είναι η τελευταία ευκαιρία που έχουν όλοι αυτοί οι κομπάρσοι ιστοριών που δεν γράφτηκαν ποτέ, οι προσωπικότητες που δεν ολοκληρώθηκαν ή δεν έζησαν κανένα πάθος, εκείνοι που έμειναν σε μια ταπεινή καθημερινότητα με απραγματοποίητα όνειρα; Λυτρώνονται μέσα από μια λογοτεχνημένη βιογραφία τους στις σελίδες του Μισόν (που δεν έχει σταματήσει έκτοτε να γράφει ανάλογα βιβλία) και ίσως τύχουν κι ενός εκθαμβωτικού θανάτου. Αν δεν μπορούν να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους, τουλάχιστον αποκτούν την ολόδική τους ξεχωριστή θέση στους ελάσσονα βίο των ταπεινών και των ασήμαντων στα ευαγγέλια του Μισόν (ποιος θυμάται ένα παλαιότερο αντίστοιχο αριστούργημα, τους «Φανταστικούς βίους» του Marcel Schwob;).

Ο Μισον συντροφεύει με τρυφερότητα τους αναξιοπαθούντες του αλλά συχνά τους παρακολουθεί σαν να μην είναι ο δημιουργός τους παρά απλός συνοδοιπόρος τους. Συχνά μονολογεί πως νοιώθει πως βρίσκεται σε μυθιστόρημα του Γκόμπροβιτς ή βλέπει ήρωες του Σελίν ή ηλίθιες Φωκνερικές φιγούρες. Γράφει: «μια σκέψη που δε θα μάθουμε ποτέ, πέρασε από το μυαλό του» ή «εδώ πιθανόν να βρήκα καταφύγιο μέσα στη μπόρα, ίσως να αγάπησαν, σίγουρα έκαναν όνειρα…» ή «μου αρέσει να φαντάζομαι ότι…». Άλλες φορές τους κοιτάζει έξω από το τζάμι του σπιτιού τους χωρίς να μπορεί να τους ακούει.

Ακόμα κι όταν παύει να μας ενδιαφέρει η εξέλιξη της πλοκής, μένουμε να απολαμβάνουμε το παιχνίδι των λέξεων, από την προσεκτική, χειρουργική τους σταχυολόγηση μέχρι τους περίτεχνους ακόμα και ρυθμικούς ή ηχητικούς συνδυασμούς τους και τις μαγικές, σχεδόν κινηματογραφικές εικόνες που πλάθουν. Τα πάντα περιγράφονται με άφταστη λογοτεχνικότητα: από το κωμικοτραγικό ταξίδι – φιάσκο ενός ζευγαριού έως μια επιληπτική κρίση ή ένας θάνατος.

Με τέτοια θεματολογία και γραφή ο Μισόν έγινε ιδιαίτερα αγαπητός σε ένα περιορισμένο αλλά πιστό αναγνωστικό κοινό και σχεδόν σε όλη την κριτική. Οι Βίοι αποτελούν ήδη ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της γαλλικής λογοτεχνίας των δυο τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Σήμερα ζει κοντά στην Ορλεάνη, παραμένοντας φειδωλός σε προσωπικές εκμυστηρεύσεις και δημόσιες εμφανίσεις.

Αποσπάσματα: Δοκίμασα στην πράξη τι σημαίνει οι λέξεις να αποχωρούν και να αφήνουν μια λίμνη αίματος… (σ. 209).

Η θεωρία της λογοτεχνίας μού επαναλάμβανε έως κορεσμού ότι το γράψιμο βρίσκεται εκεί όπου δεν είναι ο κόσμος· αλλά τι ανόητος που ήμουν: είχα χάσει τον κόσμο, και το γράψιμο δεν ήταν εκεί. (σ. 201).

Υπήρχαν εκεί άρρωστοι κάτοικοι πόλεων, μορφωμένοι, στους οποίους τα μέσα ενημέρωσης και τα ρομαντικά μπέστ-σέλλερ έχουν διδάξει ότι η νευρική κατάπτωση πλήττει τις ευγενικές ψυχές, και επομένως τη βίωναν σχολαστικά. Αυτοί φλυαρούσαν όπως θα το έκαναν και αλλού: ο κομφορμισμός της ψυχικής ασθένειας… (σ. 214)

Όταν έσπρωξα την πόρτα, δεν αναγνώρισα το σπίτι όπου η μνήμη μου τοποθετεί τη συναισθηματική μου γέννηση, αλλά ένα καλύβι γεμάτο μπάζα, με μυρωδιά υπογείου…Η Μαριάννα, με ψηλά τακούνια και με δαντελένια εσώρουχα, έμοιαζε με καταδιωκόμενη βασίλισσα στο έλεος ενός αγροίκου· ωστόσο την αγαπούσα… Την έβαλα να πάρει τρελλές στάσεις γυμνή, μέσα στο σκονισμένο δωμάτιο. Ήταν εξοργισμένη αλλά ξαναμμένη και η ηδονή της ήταν πικρή σαν τη σκόνη που κατάπινε· ήμουν πολύ σκληρός γιατί ολόκληρο το ναυαγισμένο μου «είναι» κατέφευγε στη σκληράδα της επιθετικής αιχμής με την οποία σπιρούνιζα αυτή τη βασίλισσα ή αυτή την παιδούλα, για να την παρασύρω στο ναυάγιό μου: ανάμεσα στους ιστούς αράχνης, ήμαστε ανώνυμα έντομα που καταβρόχθιζαν το ένα το άλλο, ανελέητα, με ακριβείς και γρήγορες κινήσεις, και που μόνο αυτό μας συνέδεε πλέον. Στην επιστροφή, είχε νυχτώσε· η Μαριάννα οδηγούσε μηχανικά και σιωπηλά· ένα άδειο μπουκάλι από Μαρτίνι κυλούσε ανάμεσα στα πόδια μου· ένα κουνέλι άρχισε να τρέχει πλάι στους προβολείς μας, όπως συμβαίνει συχνά μ’ αυτά τα ζώα δίχως να ξέρουμε εάν είναι τρομαγμένα ή τρομερά γοητευμένα… (σ. 207)

Συντεταγμένες: Pierre Michon, Vies minuscules, 1984 / Εκδόσεις Ίνδικτος, 2000, μετάφραση Κατερίνα Κολλέτ, σ. 302. Στα ελληνικά κυκλοφορούν ακόμα τα: Ο βίος του Ζοζέφ Ρουλέν (1988), Ο αυτοκράτορας της Δύσης (1989), Αφέντες και υπηρέτες (1990), Χειμερινές μυθολογίες (1997).

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

02
Απρ.
08

Πωλ Μοράν – Ο βιαστικός

Έμαθα πως η ορμή μου είναι μέσα μου, και μόνον μέσα μου, και πως είναι μια θαυμάσια δυνητική δύναμη, που βρίσκεται πάντοτε στη διάθεσή μου.

Ήρωας: Ο Πιερ Νοξ είναι ένας πάρα πολύ βιαστικός άνθρωπος, που ζει με το μάτι καρφωμένο στον καρπό όπου βρίσκεται το ρολόι του. Η ακαριαία δράση είναι το δόγμα του κι η βιασύνη η δεύτερη φύση του. Όταν όλοι βρίσκονται στο σήμερα, αυτός βρίσκεται πάντα στο αύριο. Έχει την αρχή «δύο πράγματα ταυτόχρονα αν είναι δυνατόν» κι εύχεται να τυπώνονταν οι εφημερίδες σε χαρτί υγείας. Του είναι αδύνατο να σταθεί σε μια θέση κι είναι διάσημος μεταξύ των φίλων του για την ταχύτητα με την οποία ξυρίζεται: 2 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα!
Θέλω να αισθάνομαι ότι ορμώ μπροστά με τη θέληση μου, θέλω τρένα του τρόμου, κομμένη ανάσα, κενό στο στομάχι, θέλω να πίνω τη ζωή μονορούφι.

Αναρωτιέται τι νόημα έχει να ταξιδεύει κανείς, όταν περνά τις περισσότερες ώρες σε αίθουσες αναμονής. Πηδάει έξω απ’ το ταξί χωρίς να περιμένει το φρενάρισμα του οδηγού κι εξοργίζεται όταν αργεί να έρθει ο σερβιτόρος. Διαθέτει έναν ολόκληρο μηχανισμό κατά των ανεπιθύμητων επισκέψεων: κρύβει τα καθίσματα, ανοίγει τα παράθυρα να μπει κρύο, βάζει καπέλο και γάντια σαν έτοιμος να φύγει! Μεγαλώνει τα φυτά με χημικούς επιταχυντές ανάπτυξης και μονολογεί: Όταν κοιμάμαι, μου κλέβουν τις ακριβές μου ώρες. Ο ύπνος είναι αδικαιολόγητος.

Και με τις γυναίκες; Μπερδεύει το πρώτο ραντεβού με το τελευταίο, τις καταπίνει «σαν να ‘πινε απ’ το μπουκάλι χωρίς ν’ ακουμπά τα χείλη του», τις καταβροχθίζει χωρίς να τις αφομοιώνει και εξαφανίζεται προτού καν εκείνες προλάβουν να πουν ουφ. Δεν υπάρχει λόγος ένα τρένο του έρωτα να μην είναι εξπρές. Όταν παντρευτεί, βιάζεται να τραβήξει το μωρό από τη μήτρα της συζύγου του.

Αυτό που μας κατατρώει, δεν είναι τόσο η επιβεβλημένη, παρατεταμένη αναμονή, όσο αυτές οι αδιόρατες παύσεις κι αυτές οι αυτοματικές χειρονομίες, που αφήνουν την ημέρα διάτρητη σαν να’ ταν ξαφριστήρι: να μασάς τις τροφές, να ξύνεις το μολύβι, να ψάχνεις ψηλαφιστά τα κουμπιά του ασανσέρ, να βάζεις νερό στο σώμα του καλοριφέρ, να περιμένεις το σκύλο να κάνει τα κακά του, να παρηγορείς μια γυναίκα… (σ. 61-62)

Γοητεία: Ο Μοράν, μετρ της νουβέλας ως λογοτεχνικού είδους, εδώ δεν επιλέγει απλώς ένα πρωτότυπο θέμα αλλά και το βγάζει εις πέρας με απολαυστική γραφή. Από την αρχή μας κάνει να κατασυμπαθήσουμε αυτόν τον «φιλόσοφο του μισού δευτερολέπτου» που μας παίρνει παραμάζωμα στην δονκιχωτική του προσπάθεια να δαμάσει το χρόνο, ελαχιστοποιώντας κάθε χρονοβόρα διαδικασία, σχεδόν εξαφανίζοντας τον εαυτό του για χάρη της συνεχούς κίνησης.

Προσοχή όμως! Δεν περιορίζεται στην απόδοση αυτής της πυρετικής καρικατούρας, αλλά ως πρώιμος μοντερνιστής και κομψότατος στυλίστας της γραφής σμιλεύει ένα – προφανώς – χιλιοδουλεμένο λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, με πλούτο λέξεων, εκφράσεων και ποιητικών εικόνων. Από την άλλη, οικοδομεί ενδιαφέρουσα πλοκή, με τον Νοξ να εργάζεται ως …συλλέκτης αρχαίων αντικειμένων, να αγοράζει ένα ερειπωμένο μοναστήρι με σκοπό την ανακαίνισή του, να εισχωρεί στους κόλπους μιας γυναικοκρατούμενης εστίας, να παντρεύεται μια γυναίκα που του προσφέρει όλες τις απολαύσεις αλλά αδυνατεί μέσα στην μανιώδη του παραφορά να τις ζήσει. Πού θα καταλήξει όλη αυτή η φρενήρης πορεία;

Ύποπτες επιρροές: Ο Μοράν εδώ εμφανίζεται ως πνευματικό τέκνο του Ανρί Μπερξόν και του έργου του Χρόνος και Ελεύθερη Βούληση. Σύμφωνα με τον δαιμόνιο εκείνο νεαρό φιλόσοφο, η εσωτερική ζωή της ανθρώπινης συνείδησης έχει το δικό της ιδιόρρυθμο ρολόι, που καμία σχέση δεν έχει με τον καθιερωμένο μετρητή του καθημερινού ιστορικού χρόνου. Φυσικά ο Μοράν δεν ασπάζεται εδώ πλήρως το μπερξονικό σύστημα (που επηρέασε μεταξύ άλλων την τριάδα Προυστ – Τζόις και Γουλφ) – μάλλον το προσαρμόζει σε μια καθημερινή έκδοση τσέπης και το κάνει συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Αυτή η παραφορά για την οποία είμαι υπερήφανος είναι άραγε η ταχύτητα; Ή μήπως μια μεταμφιεσμένη αργοπορία, ένα μέσο… να αναβάλλω το μεγάλο άλμα που κάθε άνθρωπος οφείλει να κάνει στο άγνωστο; (σ. 98 )

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1888-1976. Γέννημα Παρισίων, διπλωμάτης, κοσμοπολίτης, λάτρης των αυτοκινητιστικών αγώνων και της τζαζ, ταξιδευτής και πάνω απ’ όλα ένας παραγωγικός λογοτέχνης αλλά και μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη μορφή της γαλλικής κουλτούρας (μαζί με τους Σελίν και Ντριέ Λα Ροσέλ).

Γκράφιτι: Η δυστυχία μου είναι πως είμαι ακριβής. Περνώ τη ζωή μου αναμένοντας. // Διαπιστώνω μια ασυμφωνία ανάμεσα στο ρυθμό μου και στο ρυθμό του περιβάλλοντός μου. // Αυτό που μας καθυστερεί τόσο είναι πως κάνουμε μόνο ένα πράγμα τη φορά. // Την ημέρα που η βραδύτητα θα είναι πιο δυνατή από μένα, θα πεθάνω από ασφυξία.

Συντεταγμένες: Paul Morand, L’ homme presse, 1941. Στα ελληνικά: εκδόσεις Ίνδικτος 2005, μετάφραση Ολυμπία Γλυκιώτη, σελ. 260, μαζί με το τετρασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας.

Επίγραμμα: Όλοι εμείς που σήμερα κάνουμε τρία πράγματα ταυτόχρονα και σκεφτόμαστε άλλα τόσα, που δεν γνωρίζουμε άλλο ρυθμό από τον ιλιγγιώδη και άλλη κίνηση από την επιταχυμένη, που μας διακρίνει μια ανυπομονησία για το αύριο χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τίποτα από το σήμερα, που είμαστε μόνο αυτό που κάνουμε, δεν χρειάζεται να ψάξουμε αντίστοιχους λογοτεχνικούς ήρωες. Υπάρχει ήδη ο ακριβέστατος λογοτεχνικός μας καθρέφτης σε βιβλίο που γράφτηκε όχι χθες αλλά 65 χρόνια πριν! Δεν γνωρίζω αν πρέπει να χαρούμε ή να σοκαριστούμε, αλλά ο Πιερ Νοξ είναι πρόγονός μας, είναι εμείς.

Ποιός ξέρει; Ίσως εκεί ψηλά υπάρχει ανταμοιβή γι’ αυτούς που τόσο ταλανίστηκαν περιμένοντας τους άλλους, ένας παράδεισος όπου τα λεωφορεία φεύγουν και οι γυναίκες φτάνουν στην ώρα τους, όπου τα λόγια χωρούν σε δέκα λέξεις, όπου τα αποτελέσματα και οι αιτίες πηγαίνουν χέρι χέρι… (σ. 44).

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15225

01
Ιαν.
08

Πιέρ Ασουλίν – Ξενοδοχείο Lutetia

Προσωπικό ημερολόγιο: Ανέκαθεν αναζητούσα ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Που ο χώρος να μην αποτελεί απλώς το απαραίτητο φόντο της πλοκής (όπως π.χ. η αργεντίνικη και η πορτογαλική πανσιόν στα γοητευτικά κατά τα άλλα μυθιστορήματα Η Ροζάουρα μετά τα μεσάνυχτα του Μάρκο Ντενέβι και Ο κήπος δίχως όρια της Λίντια Ζορζ αντίστοιχα), ούτε και το σκηνογραφικό συμπλήρωμα των ιδιόμορφων ιστοριών (όπως στα Hotel New Hampshire του Τζον Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Ίρις της Yogawa Okawa και Ξενοδοχείο πολυτελείας του Κλοντ Σιμόν). Στην ουσία φανταζόμουν ένα κείμενο όπου ο ίδιος ο ξενοδοχειακός χώρος να μεταπλάθεται σε καθοριστικό μυθοπλαστικό παράγοντα: σε έναν άλλο μυθιστορηματικό «ήρωα» (ή μήπως «ηρώο»;).
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Καζαμπλάνκας (1953), γόνος Μαροκινοεβραίου πατρός, τεσσαρακονταετής κάτοικος Παρισιού, δημοσιογράφος των δρόμων και κριτικός λογοτεχνίας [τώρα Monde, Le Nouvel Observateur], ενίοτε βιογράφος και χρονογράφος. Τροφοδότης προσωπικού λογοτεχνικού blog (Le republique des livres). Το 2006 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Θραύσματα Βιογραφιών. Μυθιστοριογράφος, ιστορικός και ερευνητής, ο Ασουλίν είχε έμμονο σχέδιο στο μυαλό του τη μυθοπλαστική αναπαράσταση της ζωής του Lutetia δεν ξέρει κι αυτός πόσο καιρό. Η συλλογή των στοιχείων κράτησε 3 χρόνια και ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωσή του στο προσωπικό του ξενοδοχείου για κάποιες μέρες.
Τοπογραφικό: Αριστερή όχθη Σηκουάνα, το μόνο πολυτελές ξενοδοχείο της, το πρώτο αρ-ντεκό κτίσμα των Παρισίων, ανάμεσα σε ένα πολυκατάστημα και μια φυλακή. Ενδότερα του ξενοδοχείου, διάδρομοι, χoλ, ρεσεψιόν, δωμάτια, τραπεζαρία, τουαλέτες, πόρτες.
Ήρωας: Ο ίδιος ο αφηγητής, υπεύθυνος ασφάλειας του ξενοδοχείου, ένας αγνώστου ηλικίας μοναχικός Αλσατός. Δίγλωσσος και διχασμένος στο πολιτιστικό του γερμανογαλλικό δίπολο, ψυχρά τρυφερός ή το αντίστροφο, τηρεί προσωπικούς φακέλους για τους «πελάτες» και εμβαθύνει σε χαρακτήρες και ενέργειες άλλων. Από το μόνιμο ορθοστατικό του φυλάκιο, ψυχαναλύει και φιλοσοφεί, αναρωτιέται και βασανίζεται από τα ίδια διλήμματα με τους παρατηρούμενούς του. Τα θραύσματα των ιστοριών που ακούει τυχαία ή μη, ολοκληρώνονται σε ιστορίες μέσα στο μυαλό του. Τα παρατημένα βιβλία των πελατών συγκροτούν την προσωπική του βιβλιοθήκη. Όποτε μιλάει για ξενοδοχείο είναι σαν να αναφέρεται σε κανονική πόλη. Το ξενοδοχείο δεν καθορίζει απλώς την ταυτότητά του: γίνεται η ίδια του η πατρίδα, με όλα τα επακόλουθα.
Πλοκή: Πλεγμένη σε τρία κεφάλαια: Ο κόσμος πριν, Στο μεταξύ, Η ζωή μετά. Τρεις φάσεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές εποχές, διαφορετικές λειτουργίες του κτιρίου, διαφορετικά στάδια ωριμότητας του ήρωα. Η μικρογραφημένη κοινωνία που περιφέρεται στα σαλόνια, τις σκάλες και τα δωμάτια ζει καθημερινότητες και πολεμικές συρράξεις, υποδέχεται χώρες και συνήθειες, δημιουργεί ή συμμετέχει σε μάχες. Οι πόλεμοι είναι κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, οι διαμάχες στρατιωτικές, ή πολιτισμικές, οι κατακτήσεις καλλιτεχνικές ή ερωτικές. Και ποιοι είναι οι «μαχόμενοι»; Υπαρκτοί και μη, συγγραφείς, επιστήμονες, περαστικοί, κοσμοπολίτες, εκκεντρικοί, τυχαίοι, καλλιεργημένοι, τυχοδιώκτες, κατακτητές. Το προσωπικό του ξενοδοχείου. Πρόσωπα φανταστικά και πρόσωπα πραγματικά: Ματίς, Τζέιμς Τζόις, Τόμας Μαν, Μπλεζ Σαντράρ, Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, Ροζέ Μαρτέν ντι Γκαρ, Χάινριχ Μαν, Βίλι Μπραντ, Αλμπέρ Κοέν. Άνθρωποι που εμφανίζονται με τα αληθινά τους ονόματα και μιλούν με τα δικά τους λόγια όπως καταγράφηκαν σε πάσης φύσεως πηγές (βλ. τρισέλιδη βιβλιογραφία στο τέλος).
Γοητεία: Το πρώτο γοητευτικό εύρημα εδώ είναι η πραγματική ιστορία ενός χώρου, όπως είναι ένα ξενοδοχείο. Ένα σκηνικό ανέκαθεν σαγηνευτικό, τόσο για όσους αγαπούν τα ταξίδια (των οποίων αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο) όσο και ως έννοια ενός (μετα)κινούμενου δωματίου μας σε ένα άλλο μέρος. Το ξενοδοχείο Lutetia μπορεί να αποτελεί τόπο αναψυχής, στάδιο γνωριμιών, χώρο διαβίωσης και συμβίωσης, γήπεδο κοσμοπολιτισμού. Μόνο που αυτά ισχύουν στην πρώτη του φάση, εφόσον στη συνέχεια αποκτά πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας: στρατηγείο κατακτητών, θέατρο φόβου, εφιαλτικός κόσμος. Στο τρίτο μέρος, ο ίδιος χώρος γίνεται μνημείο θλίψης, τόπος μιασμένος, κτίριο-«μαρτύριο» (με την παλαιά έννοια του όρου): χώρος υποδοχής εκείνων που έρχονται από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Ιστορία μπορεί να συμβαίνει και σε έναν περίκλειστο κόσμο. Το δεύτερο εξίσου ισχυρό μυθοπλαστικό επίπεδο αφορά την ίδια την πλεύση της συνείδησης του αφηγητή μέσα σε όλον αυτόν τον ωκεανό, που κάποια στιγμή σταματά να είναι απλώς συνειδησιακός καταγραφέας και κολυμπάει κι αυτός στα κύματα δικών του οικογενειακών και ερωτικών πενθών. Μόνο που η καταγωγή μας μπορεί να καθορίσει όχι απλά την εικόνα μας στους άλλους, αλλά και την ίδια την ζωή μας, ερήμην μας. Και ακόμη, φτάνει κάποτε η στιγμή που έννοιες όπως προσαρμοστικότητα, συμβιβασμός, συνενοχή, προδοσία, επιβίωση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια φτάνουν κοντά, πολύ κοντά. «Μέχρι πού μπορεί να προχωρήσει κανείς χωρίς να προδώσει τη συνείδησή του»;
Γραφιστικά:  Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλαγή περιγραφικών και φιλοσοφικών προτάσεων, ελκυστικότατη γραφή, συνεχής ανάπτυξη πλοκής, απολαυστικές λεπτομέρειες. Ο ευγενής μετρ της βιβλιοκριτικής Μπερνάρ Πιβό (που ως γνωστόν δεν μασάει τα λόγια του και σφάζει με το βαμβάκιον) υποκλίνεται στο δημιούργημα και δηλώνει αδυναμία να το κατατάξει. Η γνωστή οροθεσία μεταξύ καθαρής λογοτεχνίας και ιστορικής αφήγησης εδώ όχι απλά δεν μπερδεύεται αλλά σχεδόν εξαφανίζεται. Πότε ένα βιβλίο αποτελεί συναρπαστικό ντοκουμέντο και πότε γοητευτική μυθοπλασία; Τι αναλογία μεταξύ πραγματικών και φανταστικών προσώπων πρέπει να υπάρχει ώστε να καταταχτεί στο ένα, στο άλλο ή σε τρίτο είδος;
Απόσπασμα: Πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου· δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα… Ακόμα και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα…Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα….Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα…Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι. (σ. 119-120).
Γίνεται συχνά λόγος για το πνεύμα ενός χώρου. Αγνοώ πού κρύβεται, παρόλο που πέρασα καμιά δεκαριά χρόνια προσπαθώντας να αφουγκραστώ την ανάσα του. Επειδή όμως είμαι σάρκα εκ της σαρκός του Ξενοδοχείου, ίσως γνωρίζω την ψυχή του. Μολονότι χρειάζεται κάποια τρέλα για να είναι κανείς τόσο εξαρτημένος από το χώρο όπου ζει. Μια μέρα θα αποσυρθώ κάπου στη Γαλλία. Φαίνεται πως όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο πιο επαρχιώτης γίνεται. Τι σημασία έχει όμως αφού απομακρυνόμαστε από την κοσμική ζωή με την ψευδαίσθηση πως πηγαίνουμε κάπου για να ζήσουμε όμορφα, ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουμε έναν τόπο για να πεθάνουμε όμορφα. Μακάριοι όσοι βρίσκουν τον τόπο για να τελειώσουν και να αρχίσουν! Όσοι δεν πεθαίνουν πολύ μακριά από εκεί όπου γεννήθηκαν. Δεν θα αφήσω τίποτα σε κανέναν, εκτός από ένα χνάρι στη μνήμη της Ν., και μερικά χνάρια πιο εφήμερα, αντιληπτά μόνο από τα μάτια που θα καταφέρουν να τα δουν. (σ. 415)
Συντεταγμένες: Pierre Assouline – Lutetia, 2005. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2006. Μτφ.: Σπύρος Παντελάκης.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες, μια εξωτερικη και εσωτερικη όψη του ξενοδοχείου.