Archive for the 'Γερμανική Λογοτεχνία' Category

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

Advertisements
22
Ιον.
16

W.G. Sebald – Άουστερλιτς

teliko austerlitz.qxd

Τα ερείπια της Ευρώπης, το παρελθόν που μας περιβάλλει

… πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πίσω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης, ιστορίες, για παράδειγμα […] όπως αυτή που λένε τα αχυρένια στρώματα, αφημένα σαν φαντάσματα πάνω στα σανιδοκρέβατα… [σ. 28 – 29]

Η μνήμη πρωταγωνιστεί ξανά στο έσχατο βιβλίο του συγγραφέα που πάντα σε παρασύρει σε ατέλειωτες περιπλανήσεις σε πάσης φύσεως τόπους και αναμνήσεις. Αυτή τη φορά κτήτωρ και χρήστης τους είναι ο Ζακ Άουστερλιτς, που πλέκει ένα συνεχές, πυκνό δίκτυο αφηγήσεων που ανασυνθέτει ο αφηγητής – συγγραφέας. Ο αφηγητής γνωρίζει τον Άουστερλιτς μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού της Αμβέρσας, ανάμεσα σε δυο ιδιαίτερους χώρους, το Νυχτόραμα και στην Αίθουσα των χαμένων βημάτων.

Sebald 3

Ήταν ένας άντρας που έμοιαζε νέος παρά το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους, απασχολημένος να φτιάχνει σχέδια και σκίτσα, κρατώντας κάποια στιγμή μια φωτογραφική μηχανή, μια παλιά Ένσαϊν με φυσούνα. Ο Άουστερλιτς ανταποκρίθηκε στην διάθεση του αφηγητή για συνομιλία, δίχως να παραξενευτεί για την αμεσότητά του – όπως άλλωστε αντιλήφθηκε πολλές φορές έκτοτε, οι μοναχικοί ταξιδιώτες είναι κατά κανόνα ευγνώμονες όταν βρίσκουν συνομιλητή καμιά φορά έπειτα από σιωπή αδιάκοπη για μέρες. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται κιόλας ότι είναι έτοιμοι ακόμη και να ανοιχτούν χωρίς αναστολές σε κάποιον ξένο.

Ακολουθεί μια σειρά τυχαίων συναντήσεων των δυο αντρών. Η δεύτερη συνάντηση συμβαίνει σ’ ένα μικρό μπαρ σε μια βιομηχανική περιοχή της Λιέγης, όπου ο Άουστερλιτς κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα τραπεζάκι από μελαμίνη, για την νέα πια αρχιτεκτονική, που εξέφραζαν η αναλαμπή από τις υψικαμίνους ενός τεράστιου σιδηροχυτηρίου, τα οράματα της ιδανικής εργατούπολης και η απερίσκεπτη κατασκευή εργατικών πολυκατοικιών, οδηγώντας τον στην σκέψη ότι πάντοτε τα καλύτερά μας σχέδια μετατρέπονται κατά την υλοποίησή τους στο ακριβώς αντίθετό τους. Η τρίτη συνάντηση «έμελλε» να γίνει στα σκαλοπάτια του δικαστικού μεγάρου, όπου ο Άουστερλιτς συλλογίζεται πάνω στους δαιδάλους του κτίσματος: διάδρομοι που δεν οδηγούν πουθενά, αίθουσες και δωμάτια χωρίς πόρτες, εσωτερικές αυλές χωρίς μια αχτίδα φωτός, αδιέξοδα με στοιβαγμένα ντουλάπια, γραφεία και έγγραφα, λες και κάποιος πάσχιζε κι εδώ ν’ αντισταθεί σε μια πολιορκία. 

ensign

Αυτή είναι μία από τις μανίες του Άουστερλιτς: η αρχιτεκτονική και η ιστορία της, στην ουσία ο τρόπος με τον οποίο ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Ο ψηλός θόλος του σταθμού της Λουκέρνης του δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς, πέρα από κάθε εγκοσμιότητα, σε έναν καθεδρικό ναό αφιερωμένο στις διεθνείς συγκοινωνίες και στο διεθνές εμπόριο, ενώ το ρολόι του γίνεται ο εκφραστής της νέας παντοδυναμίας, καθώς οι επιβάτες οφείλουν να συντονίσουν την ζωή τους με αυτό. Οι μελέτες του Άουστερλιτς για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρομικών σταθμών καταλήγουν κι αυτές σε συλλογισμούς σοφίας και θλίψης ή νέων αναζητήσεων καθώς, αναρωτιέται αν οι σχεδιαστές αυτών των τόπων έχουν σκεφτεί το βάσανο του αποχαιρετισμού και τον φόβο του ξένου.

Αλλά είναι η εξέλιξη των οχυρωματικών έργων που τον σαγηνεύει, καθώς με κάθε ευκαιρία διαπιστώνει πως όσο οχυρώνεται κανείς, άλλο τόσο βαθύτερα μπαίνει στην άμυνα. Ένα μικρό άρθρο για το οχυρό του Μπρέεντονκ τον οδηγεί στις πύλες του παράξενου κτίσματος που δεν φαίνεται να ακολουθεί κανένα αρχιτεκτονικό σχέδιο παρά κάποιο καρκινοειδές ον (ο συγγραφέας παραθέτει την κάτοψη για του λόγου το αληθέστατο). Η περιπλάνηση στον στοιχειωτικό χώρο, μεταξύ άλλων και πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, προκαλεί σειρά ανάλογων σκέψεων, που κάποτε διασταυρώνονται με τις εφιαλτικές μνήμες του Ζαν Αμερύ και κάποια λόγια του Κλωντ Σιμόν όταν κατερχόταν στην αποθήκη των αναμνήσεών του.

auster.

Θα έπρεπε μια φορά, είπε ακόμη, να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα οικοδομήματά μας καταχωρισμένα κατά μέγεθος, και τότε θα αντιλαμβανόμασταν αμέσως ότι τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες μέγεθος των οικιακών αρχιτεκτονημάτων – η καλύβα, το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο – μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης, ενώ αντίθετα κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτίριο… Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεραστίων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.

Ο Άουστερλιτς δεν έχει καταγωγή. Όταν ήταν παιδί στερήθηκε πατρίδα, γλώσσα και όνομα και τώρα δεν μπορεί να αισθανθεί οικεία πουθενά και αναζητά απεγνωσμένα την ταυτότητα της καταγωγής του. Ήταν απλά ένας Εβραίος που έφτασε στην Ουαλία και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό στο σπίτι ενός καλβινιστή ιεροκήρυκα και της γυναίκας του, η οποία καμιά φορά τριγύρναγε απλώς μέσα στο σπίτι για να ελέγξει αν ήταν όλα στη θέση τους, αμετακίνητα, όπως κατ’ αυτήν έπρεπε. Εκεί έζησε σιωπηλά και μοναχικά, σκυμμένος πάνω από μεγάλα λεξικά και άτλαντες.

w-g-sebald-3

Ποτέ δεν αισθάνθηκε, όπως ομολογεί, ότι ανήκει σε μια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη ή σε ένα δόγμα. Νιώθει εξίσου άβολα ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους όσο και στην μικροαστική ζωή και αδυνατεί να συνάψει στενές φιλίες. Με τους ανθρώπους τον συνδέουν μόνο συγκεκριμένοι τύποι ευγένειας, τους οποίους τραβούσε στα άκρα, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Στις αέναες ευρωπαϊκές περιπλανήσεις του ο Άουστερλιτς αναζητά την καταγωγή του, κι ας μην έχει συναντήσει ποτέ κανέναν με τέτοιο όνομα στους τηλεφωνικούς καταλόγους πόλεων και χωρών.

Ο χρόνος, είπε ο Άουστερλιτς μέσα στο αστεροσκοπείο του Γκρήνουιτς, είναι μακράν η πιο ψεύτικη απ’ όλες τις εφευρέσεις μας….αλλά κάποτε σ’ έναν σταθμό, θαυμάζοντας μια γυναίκα που λίμαρε απορροφημένη τα νύχια της, είπε φευγαλέα ότι ήταν η θέα του χρόνου που περνάει, όπως αργότερα κι αντίστροφα συνέχιζε να βλέπει μπροστά του την Αντέλα: όμορφη όπως ήταν τότε, έτσι αναλλοίωτη έχει μείνει πάντα για μένα. Σε κάποια άλλη στιγμή εξομολογείται στον συνομιλητή του ότι συνήθιζε να αποκλείει τον εαυτό του από τα λεγόμενα τρέχοντα γεγονότα, με την ελπίδα ότι ο χρόνος δεν θα περάσει, ότι θα μπορούσε να τρέξει πίσω του, ότι εκεί θα ήταν όλα όπως πριν, ότι όλες οι στιγμές του χρόνου υπάρχουν ταυτόχρονα, η μια δίπλα στην άλλη…

278

Όλοι εμείς, ακόμη κι αυτοί που πίστευαν ότι έχουν παρατηρήσει και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, αρκούμαστε σε κοινότοπες εκφράσεις, σαν τα έτοιμα σκηνικά που τα βλέπουμε ίδια κι απαράλλαχτα, σ’ ένα σωρό παραστάσεις. Προσπαθούμε να αναπαράγουμε την πραγματικότητα, όσο περισσότερο προσπαθούμε όμως τόσο πιο πολύ μας επιβάλλεται αυτό που ανέκαθεν βλέπαμε στο θέατρο της Ιστορίας: ο πεσών τυμπανιστής στρατιώτης να μαχαιρώνει άλλον στρατιώτη, το μάτι ενός αλόγου να σβήνει, ο άτρωτος αυτοκράτορας περιστοιχισμένος από τους στρατηγούς του, μέσα στην παγωμένη στο χρόνο αντάρα της μάχης. Η ενασχόλησή μας με την Ιστορία, ήταν, κατά την άποψη του Χίλαρυ, ενασχόληση με προκατασκευασμένες πάντοτε εικόνες, χαραγμένες στο βάθος του μυαλού μας, στις οποίες κολλάμε διαρκώς το βλέμμα μας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, σ’ ένα «εκτός» που δεν το έχει ανακαλύψει άνθρωπος. [σ. 76 – 77]

theresien_

Το Άουστερλιτς είναι η ιστορία μιας ατέλειωτης περιπλάνησης στα ερείπια της Ευρώπης· σε μνημεία, εγκαταλελειμμένες και ερειπωμένες επαύλεις, νυχτερινά περίχωρα, σταθμούς. Είναι μια διήγηση μέσα στην διήγηση («είπε ο Άουστερλιτς», «έπιασε την αφήγηση ο Άουστερλιτς») για τους ξεριζωμένους και τους απάτριδες, μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη και να μην χαθεί το παρελθόν. Είναι η ατέλειωτη εικονογραφία του συγγραφέα – το σμήνος των γλάρων που έχει μαζευτεί όπως πάντα στο γήπεδο ποδοσφαίρου έξω απ’ το Ίπσουιτς, οι μισοβουλιαγμένες βάρκες στα τενάγη του Κόλτσεστερ, οι μαυρισμένοι από το ντίζελ τοίχοι στα βιομηχανικά προάστια. Είναι, τέλος, η προσπάθεια της γλώσσας να δει με φωτογραφίες και να μιλήσει με λέξεις που πασχίζουν να τα εκφράσουν όλα αυτά.

SONY DSC

Αν θεωρήσουμε τη γλώσσα μια παλιά πόλη, με ένα λαβύρινθο από στενάκια και πλατείες, με συνοικίες που φτάνουν βαθιά πίσω στο χρόνο, με γκρεμισμένες, αναβαθμισμένες και ξαναχτισμένες γειτονιές και πιο απομακρυσμένα προάστια που όλο και εξαπλώνονται στα περίχωρα, τότε εγώ έμοιαζα με άνθρωπο που λόγω μιας μακρόχρονης απουσίας δεν μπορεί πια να βρει το δρόμο του σ’ αυτό το συνονθύλευμα, δεν ξέρει πια σε τι χρησιμεύει μια στάση λεωφορείου, τι είναι ακάλυπτος, διασταύρωση, λεωφόρος ή γέφυρα. Ολόκληρο το οικοδόμημα της γλώσσας, η συντακτική διάταξη των επιμέρους τμημάτων, η στίξη, οι σύνδεσμοι, ακόμα και τα ονόματα συνηθισμένων πραγμάτων, όλα ήταν τυλιγμένα σε μια αδιαπέραστη ομίχλη. […] Πίστευα διαρκώς ότι μια φράση είναι κάτι που υποθετικά μόνο έχει νήμα, στην καλύτερη περίπτωση προσωρινό, κάτι σαν απόφυση της ασχετοσύνης μας, με το οποίο, όπως μερικά φυτά και ζώα της θάλασσας με τα πλοκάμια τους, ψηλαφούμε το σκοτάδι που μας περιβάλλει. [σ. 129 – 130]

Εκδ. Άγρα, 2006, μτφ. από τα Γερμανικά Ιωάννα Μεϊτάνη, σελ. 306 [Austerlitz, 2000].

Oι εικόνες 3, 5 και 6 προέρχονται από το βιβλίο.

17
Φεβ.
16

Georg Trakl – Ποιήματα

Georg Trakl 0

Το μοναχικό τραγούδι ενός Κάσπαρ Χάουζερ του 20ού αιώνα

Η ποίηση του Γκεόργκ Τρακλ πάντα με προσέλκυε με έναν σκοτεινό, αδιευκρίνιστο τρόπο. Να είναι άραγε η καθαρή ουσία των λέξεων ή ίδια η προσωπικότητά του; Ακόμα κι αν η ανάγνωση των γραπτών του έχει αυτόνομο ενδιαφέρον, ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά είναι απολύτως απαραίτητα για την βαθύτερη κατανόηση της γραφής του. Κι έτσι αυτή η δίγλωσση έκδοση που περιλαμβάνει ολόκληρο το σημαντικότερο βιβλίο του Ο Σεβαστιανός μέσα στ’ όνειρο, το πρώιμο πεζό ποίημα Εγκατάλειψη (για πρώτη φορά στα ελληνικά) και τα σπουδαιότερα και εκφραστικότερα ποιήματα από ολόκληρο το ποιητικό του έργο, μας προσφέρει ακριβώς τέτοια κλειδιά.

Πρόκειται για τρία ειδικότερα κείμενα: ένα συμπαγές σώμα με εκτενή σχόλια και σημειώσεις πάνω στα ποιήματα, το τραγούδι του ξένου – ένα ευρύτερο σχόλιο στην ποίηση του Τρακλ κι ένα χρονολόγιο που περιλαμβάνει σημαντικά αποσπάσματα από σωζόμενες επιστολές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση είναι χαρά όταν όλα όσα για χρόνια πιέζονταν μέσα σου και ζητούσαν βασανιστικά την λύτρωση ξαφνικά και απροσδόκητα έρχονται με ορμή στο φως, ελευθερώνονται και σε ελευθερώνουν… έγραφε σε παιδικό του φίλο, λίγο καιρό μετά την δοκιμή γραφής των πρώτων του ποιημάτων. Αλλά ο ψυχισμός του ήταν ήδη ετοιμόρροπος.

Georg Trakl 3

Το 1904 ο Τρακλ δοκιμάζει για πρώτη φορά χλωροφόρμιο και οινοπνευματώδη ποτά· αρχίζει να καπνίζει και να επισκέπτεται τα χαμαιτυπεία. Σταδιακά εθίζεται σε τοξικές ουσίες, στα σκοτεινά δηλητήρια (κυρίως χλωροφόρμιο, όπιο, αργότερα κοκαΐνη και στα υπνωτικά χάπια Veronal). Εγκαταλείπει οριστικά το γυμνάσιο και αρχίζει πρακτική εκπαίδευση σε φαρμακείο του Ζάλτσμπουργκ· η επιλογή του επαγγέλματος βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Επέλεξε να εργαστεί στον λευκό άγγελο· αυτή ακριβώς ήταν η επωνυμία ενός φαρμακείου στο Ζάλτσμπουργκ. Αγοραφοβικός και φυγόκοσμος, δειλός και συνεσταλμένος στο έπακρο, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες· τις περισσότερες ώρες τις περνά στην αποθήκη του φαρμακείου, που είναι ένας χώρος στενός, αποπνικτικός, χωρίς παράθυρα, και όπου φυλάσσονται όλα τα παρασκευάσματα.

Η Φαρμακευτική είναι η οδός του· αλλά η εγκατάσταση στη Βιέννη το 1908 για σπουδές είναι εφιαλτική. Ζει σε μεγάλη μοναξιά σε φτηνά, καταθλιπτικά, κρύα και υγρά δωμάτια· αργότερα που ως Ανθυπολοχαγός υπηρετεί την θητεία του στην ίδια πόλη και δικαιούται να διατηρεί δωμάτιο. Από το παράθυρο έχω θέα σε μια μικρή, σκοτεινή αυλή. Όταν κοιτάζω έξω, πετρώνω από την απελπισία…έγραφε σε επιστολή του το 1910. Συμβαίνει συχνά να περιπλανιέμαι μέρες ολόκληρες στα γύρω δάση….ή σε δρόμους σε θλιβερούς κι έρημους τόπους έγραφε σε άλλο γράμμα, ένα χρόνο μετά. Καλά θα κάνει να αμύνεται κανείς μπροστά στην τέλεια ομορφιά, την οποία περιττεύει να κοιτάς σαν χαζός. Όχι, για εμάς το σύνθημα είναι ένα: Εμπρός προς τον ίδιο σου τον εαυτό! έγραφε σε τρίτη επιστολή, σε γνωστή του.

Bernd Streiter (German, 1962). Schlaf (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Η αγαπημένη του αδελφή Margarethe (ή Grete ή Gretl όπως την αποκαλούσε ο ίδιος) ήταν η μοναδική στην οικογένεια που ενδιαφέρθηκε για τον ποιητή, στο έργο του οποίου εμφανίζεται συχνά και επανέρχεται ολοένα ως Έφηβη, Καλογριά, Ξένη κλπ. Εγκατέλειψε μόλις έντεκα χρονών την πατρική εστία και κλείστηκε εσωτερική σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, μάλλον, όπως εικάζεται, εξαιτίας των στενών σχέσεων με τον αδελφό της. Εάν οι ερωτικές σχέσεις του Τρακλ με την αδελφή του υπήρξαν στην πραγματικότητα, θα πρέπει να στόχευαν ενστικτωδώς σε ένα: να στηλιτεύσουν την κοινωνία και την οικογένεια που ζει μέσα στο ψεύδος, στην σεμνοτυφία και στην υποκρισία.

Το 1912 αποδέχεται τη θέση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων στην Βιέννη με εξαιρετικά χαμηλό μισθό. Παρουσιάζεται, παραμένει λίγες ώρες και την επομένη υποβάλλει την παραίτησή του. Επιστρέφει στο Ζάλτσμπουργκ και γράφει: Πόσο σκοτεινή είναι ετούτη η ρημαγμένη πόλη, όλο εκκλησίες και εικόνες του θανάτου. Αργότερα αναγκάζεται λόγω της μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας να πουλήσει τα βιβλία της προσωπικής του βιβλιοθήκης: Χαίλντερλιν, Νοβάλις, Μπωντλαίρ, Ντοστογιέφσκι, Χόφμανσταλ, Ρεμπώ, Τσβάιγκ, Λενάου. Δεν γνώριζε πως λίγο αργότερα ο Βιττγκενστάιν θα διαθέσει ένα μέρος της τεράστιας πατρικής περιουσίας του ενισχύοντας άπορους ποιητές και καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Τρακλ, ο Ρίλκε, ο αρχιτέκτονας Άντολφ Λοος, ο ζωγράφος Όσκαρ Κοκόσκα κ.ά.

Georg Trakl 2

Οι νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση. / Κηδεύουν τον ξένο. Ύστερα αρχινά μια σιγανή βροχή που / λαμπυρίζει. / Ο γιος του Πάνα φανερώνεται με τη μορφή ενός εργάτη / Που περνά το μεσημέρι κοιμούμενος βαθιά πάνω στην πυρωμένη άσφαλτο. / Σε μιαν αυλή είναι μικρά κορίτσια ντυμένα με ρούχα φτωχικά / Που σου σπαράζουν την καρδιά! Είναι δωμάτια / Γεμάτα μελωδίες και σονάτες. Είναι ίσκιοι / Που αγκαλιάζονται μπροστά σε τυφλούς καθρέφτες. / Αυτοί που αναρρώνουν ζεσταίνονται στα παράθυρα του νοσοκομείου. / Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι μεταφέρει αιμόφυρτες επιδημίες. / Η ξένη αδελφή φανερώνεται πάλι σε κάποιου τ’ άσχημα όνειρα…

…έγραφε στον Ψαλμό, αφιερωμένο στον Καρλ Κράους. Στο παιδί Έλις ο Τρακλ δανείζεται το όνομα ενός Σουηδού εργάτη μεταλλείων Έλις Φρέμπομ, που έζησε τον 17ο αιώνα και σκοτώθηκε σε ατύχημα την ημέρα του γάμου του σε πολύ νεαρή ηλικία. Το συμβάν θεματοποίησαν ο E.T.A Hoffmann και ο Hugo von Hoffmannsthal σε διήγημα και έμμετρο δράμα αντίστοιχα. To σώμα του άτυχου νέου ανασύρθηκε ανέπαφο αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, όταν η γυναίκα του ήταν ήδη σε βαθύ γήρας.

The Bear Press - Georg Trakl. Gesang des Abgeschiedenen. Sieben Farbholzschnitte von Hanns Studer_

O εκδότης Κουρτ Βολφ [Kurt Wolff] που εκείνα τα χρόνια είχε εκδώσει έργα του Φραντς Κάφκα, του Ρόμπερ Βάλζερ, της Έλζε Λάσκερ – Σύλερ, του Γκόντφιντ Μπένν κ.ά. κάνει δεκτά τα ποιήματά του· είναι το πρώτο και το τελευταίο βιβλίο που θα δημοσιεύσει όσο ζει. Στο Ίνσμπρουκ θα απαγγείλει για πρώτη και τελευταία φορά ποιήματά του. Η επιστράτευσή στον πόλεμο και ιδίως η παρουσία του στην μάχη του Γκρούντεκ (στη σημερινή Ουκρανία) θα σημάνει και την αρχή της ψυχικής του κατάρρευσης, καθώς θα βρεθεί μόνος περιθάλποντας ενενήντα περίπου βαριά τραυματισμένους στρατιώτες, αρκετοί από τους οποίους θα αυτοκτονήσουν μπροστά στα μάτια του. Λίγες μέρες αργότερα θα κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας και θα μεταφερθεί στην ψυχιατρική πτέρυγα του Στρατιωτικού Νοσοκομείου της Κρακοβίας. Μια μέρα πριν τον θάνατό του από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία είκοσι επτά ετών, θα κάνει μια δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας με ισχυρή δόση κοκαΐνης. Τρία χρόνια μετά θα αυτοκτονήσει η αδελφή του, σε ηλικία είκοσι έξι ετών.

Χτυπημένος από ανείπωτους συγκλονισμούς, που δεν ξέρω αν είναι για να με καταστρέψουν ή για να με ολοκληρώσουν σαν άνθρωπο, αμφιβάλλοντας για κάθε καινούργιο ξεκίνημα και ενόψει ενός κατά κάποιον γελοίο τρόπο αβέβαιου μέλλοντος….  // Χαμένος ανάμεσα στη μέθη και τη μελαγχολία, μου λείπει η δύναμη να αλλάξω μια κατάσταση που μέρα με την ημέρα γίνεται όλο και πιο αδιέξοδη και δεν απομένει παρά μια επιθυμία μόνο, πως καλό θα ήταν να ξεσπάσει μια καταιγίδα για να με εξαγνίσει ή να με αφανίσει. [αποσπάσματα από επιστολές]

Georg Trakl 1_

Το τραγούδι του Κάσπαρ Χάουζερ αφορά μια από τις πιο αινιγματικές ιστορίες του 19ου αιώνα που δεν έχει διαλευκανθεί μέχρι σήμερα. Ο δεκαεξάχρονος νεαρός βρέθηκε σαν ουρανοκατέβατος σε πλατεία της Νυρεμβέργης το 1828, χωρίς να γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, μιλώντας πολύ λίγο. Ο θρύλος τον θέλει να έχει μεγαλώσει στην αγκαλιά της φύσης ή να κατάγεται από αριστοκρατική οικογένεια.

Ο αγνός και ανόθευτος νέος έγινε το σύμβολο της δολοφονίας της φύσης από τον «εκπολιτισμένο» άνθρωπο. Για την περίπτωση του Κάσπαρ Χάουζερ γράφτηκαν εκατοντάδες βιβλία και κείμενα ενώ ο Βέρνερ Χέρτζογκ γύρισε την περίφημη ταινία του. Η μοναδική αυθεντική φράση του σώζεται ήταν το: Θέλω να γίνω Ιππότης ενώ ο Τρακλ σε επιστολή στου έγραψε σε φίλο του: Τελικά θα παραμείνω για πάντα ένας κακόμοιρος Κάσπαρ Χάουζερ.

 Bernd Streiter (German, 1962). Begegnung (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Το τραγούδι του μοναχικού έχει τις ρίζες του σ’ έναν κοινό τόπο της χριστιανικής γραμματείας: την αναχώρηση του μοναχού, την αποταγή των εγκοσμίων· ο μοναχός είναι ήδη μεταφορικά νεκρός για τον κόσμο ετούτο, καθώς ασκείται νύχτα – μέρα στη νέκρωση των παθών. Αν εμβαθύνει κανείς στο Όνειρο και σκοτισμός του νου θα δει καθαρά όλο το δράμα της ζωής του ποιητή. Όνειρο ήταν η ζωή που λαχταρούσε να ζήσει, σκοτισμός του νου είναι η ζωή όπως τελικά την έζησε.  Το Grodek, το τελευταίο ποίημα που μπόρεσε να ολοκληρώσει, ανακεφαλαιώνει σε λίγους στίχους όλη την τέχνη του Τρακλ. Μέσα από την πολεμική σύρραξη φανερώνεται καθαρά η δυνατή αντίθεση ανάμεσα στη Φύση και τον Άνθρωπο. Από την μια η γαλήνη της φύσης, από την άλλη ο δυσερμήνευτος, ακατανόητος αλληλοσπαραγμός, η εγγενής αδυναμία του ανθρώπου να ζήσει σε αρμονία με τον εαυτό του και τους άλλους.

Η μοναξιά είναι η μεγαλύτερη ξενιτεία, γράφει ο μεταφραστής στο δεύτερο κείμενό του. Κάποτε, στην αδυσώπητη μοναξιά, η τρέλα γνέφει στον ξένο από μακριά. Αφετηρία και τέλος του ξένου είναι ο απέραντος χώρος του πνεύματος· εκεί ο ξένος ζει και αναπνέει ελεύθερα. Ο ξένος είναι ξένος γιατί δεν διακατέχεται από καμία ιδεολογία, ιδεοληψία, θρησκοληψία. Είναι ακόμα μοναχικός γιατί δεν ανήκει πουθενά: σε καμία οργάνωση, σε καμία πολιτική παράταξη, σε κανένα κόμμα, σύνδεσμο, σύλλογο, εκκλησία ή εταιρεία.

Masked Portrait (Georg Trakl) - Albert Bloch 1_

Ο ξένος περιφρονεί την ευτυχία, που είναι ο επιούσιος άρτος των πολλών. Το τραγούδι είναι ο τρόπος εξοικείωσης του ξένου με τον ανοίκειο κόσμο. Το τραγούδι του είναι ελεύθερο γιατί δεν ζητά τίποτα και από κανέναν. Έχει μάλιστα ένα κοινό σημείο με το τραγούδι του πουλιού: δεν απευθύνεται σε κανέναν ούτε ζητά ένα ακροατήριο. Τόσο ο ξένος όσο και ένα πουλί τραγουδούν γιατί μόνο έτσι ζουν μέσα στον κόσμο. Μόνο με αυτό τον τρόπο δεξιώνεται ο ξένος τον κόσμο. Η εστία του είναι ακριβώς το τραγούδι· και με αυτό φανερώνει τον κόσμο σε μια άλλη διάσταση, και όχι στην δεδομένη του μορφή. Η ανάγνωση των ποιημάτων του Τρακλ πρέπει οπωσδήποτε να υπολογίσει τις παραπάνω φράσεις του μεταφραστή.

Η ποίηση του Τρακλ είναι κρυπτική, αινιγματική, πολυσήμαντη αλλά όχι ηθελημένα ακατανόητη. Ο πολύτροπος, πρωτεϊκός της χαρακτήρας επιτρέπει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις. Είναι από τους πρώτους που μαθαίνει να βλέπει την ωραιότητα στην ασχημία, στη σήψη, στην κατάρρευση, στην περιοδικότητα των πάντων, λέγοντας με διαφορετικούς τρόπους πως κατά βάθος η αλήθεια είναι φοβερή και αποκρουστική. Ωστόσο, τονίζει ο μεταφραστής, δεν είναι ο ποιητής της «παρακμής» αλλά μάλλον της ακμής τους ερχόμενου γένους, Αυτό είναι που θα ζητήσει να επιστρέψει πάση θυσία στην αλήθεια, την ωραιότητα, το μέτρο, την ολιγάρκεια, στις πρωταρχικές εστίες του ανθρώπου, που λησμόνησε στην παραφροσύνη των μεγαλουπόλεων.

1924

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, μετάφραση – επίμετρο: Θανάσης Λάμπρου, 295 σελ. Περιλαμβάνονται σχόλια και σημειώσεις, συνοπτικό χρονολόγιο και βιβλιογραφικό σημείωμα.

Και η εικοσιεξάλεπτη σύνθεση Georg Trakl του ηλεκτρονικού γκουρού Klaus Schultze για τον συγγραφέα, από τον δίσκο του Χ [1978].

Τα δυο έργα του Bernd Streiter (1962) όπως και η τρίτη εικονογράφηση χρησιμοποιήθηκαν για εκδόσεις του ποιητή. Το τελευταίο πορτρέτο είναι του Albert Bloch.

13
Δεκ.
15

Η ανάδυση της μνήμης. Συζητώντας με τον W.G. Sebald. Συνεντεύξεις και δοκίμια (επιμ. Lynne Sharon Schwartz)

Sebald 1

Η πρόζα που φωτογραφίζει τον χρόνο

«Πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσα πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πάνω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν την δυνατότητα της μνήμης…»

… αναρωτιόταν στο Άουστερλιτς ο Ζέμπαλντ και τα λόγια του ξαναθυμάται ο ποιητής Charles Simic, που περιγράφει την αίσθησή του από την ανάγνωση των Ξεριζωμένων – Κάφκα, Μπόρχες, Προυστ, Ναμπόκοφ, Καλβίνο, Λέβι, Μπέρνχαρντ – και θυμάται σε παλαιότερη συνέντευξη τον συγγραφέα να λέει ότι ορισμένα ερωτήματα δεν επιτρέποντια σε έναν ιστορικό, επειδή είναι μεταφυσικά και πως η αλήθεια βρίσκεται πάντα κάπου αλλού, κάπου κρυμμένη ανάμεσα στις μυριάδες παραμελημένες λεπτομέρειες μιας ατομικής ύπαρξης. Για τον Simic το μυστικό της γοητείας του Ζέμπαλντ είναι ότι είδε τον εαυτό του με έναν τρόπο που σήμερα φαίνεται σχεδόν παλαιομοδίτικος, ως φωνή της συνείδησης, ως κάποιον που δεν ξεχνά την αδικία, που μιλάει για λογαριασμό αυτών που δεν μπορούν πλέον να μιλήσουν.

Sebald, Winfried - Writer, Germany - 29.06.1999     1swsw,wg,georg,portraet portrait,jahrhundert 20 zwanzigstes zwanzig jh jhr geschichte,historisch 20th century historical history c20th XX c20,prominente prominenter pa personenarchiv person personen,vip persoenlichkeit persoenlichkeiten people,personality personalities,bkst

Πρόκειται για έναν πολύτιμο τόμο που περιλαμβάνει πέντε μακροσκελείς συνεντεύξεις και τρία δοκίμια για τον συγγραφέα που εισήγαγε περισσότερες καινοτομίες από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα της εποχής μας, τόσο ως προς την γραφή, με εκείνον τον ελικοειδή και υπνωτιστικό μακροπερίοδο λόγο, όσο και ως προς την ιστορική αφήγηση, με μια ματιά σε ευρύτατες ζώνες οπτικής. Ο Ζέμπαλντ επινόησε μια νέα πεζογραφική φόρμα, που καθιστά απτό το θόλωμα των ορίων ανάμεσα στην μυθοπλασία και τον δοκιμιακό λόγο· χρησιμοποίησε άλλωστε τον όρο «πεζογραφικές αφηγήσεις».

Η επιμελήτρια αφιερώνει την εισαγωγή της σε ένα περιεκτικό διάγραμμα του έργου του και εστιάζει στο αγαπημένο θέμα του, την ταχύτατη άνθιση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας και τον αργό της θάνατο. Η αντίληψή του για τον χρόνο καθιστά δυνατή αυτή την πανοραμική οπτική. Το παρελθόν και το παρόν θα μπορούσαν να συνυπάρχουν ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να σταματούν και να ξεκινούν με ακανόνιστους σπασμούς του νου ή της μνήμης. «Δεν θα γινόταν άραγε να δίναμε ραντεβού στο παρελθόν;» αναρωτιέται ο ίδιος στο Άουστερλιτς. Όσον αφορά ένα άλλο θέμα του, την εξορία και την ανεστιότητα, ο Ζέμπαλντ αναλαμβάνει πρώτα την αμφίσημη θέση του ακροατή, ο οποίος απορροφά τις ιστορίες των εξορίστων ώσπου αναλαμβάνει ο ίδιος το βάρος να τις διαδώσει.

Ξεριζωμένοι_

Η Ruth Franklin παρομοιάζει την πρόζα του με τα ιαπωνικά οργιγκάμι, που σχηματίζονται και διαλύονται με μια κίνηση των δαχτύλων: κινείται συγχρόνως προς τα μέσα και προς τα έξω. Το σύμπαν των βιβλίων του είναι ένα δικό του Νυκτόραμα, το οποίο κατοικείται από όντα που νιώθουν οικεία στο σκοτάδι. Η τέχνη διαφυλάττει την ανάμνηση αλλά συνάμα την καταστρέφει: αυτή τελικά είναι η πιο θεμελιώδης διαμάχη στο έργο του. Ο κίνδυνος που διατρέχει ο ίδιος, όταν αναζητά τα μοτίβα της θλίψης που οριοθετούν τα βιβλία του, είναι μην τυχόν και αυτά, χάρη στην ανείπωτη ομορφιά τους, εξαλείψουν την θλίψη που όφειλαν να περιέχουν.

Στα ισχνά χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Ζέμπαλντ έφτιαχνε μόνος του τα παιχνίδια του. Όταν δεν μεγαλώνεις με έτοιμα, αγοραστά παιχνίδια, αλλά με τα πράγματα που ανακαλύπτεις στην αυλή σου, κάνεις αρκετές αυτοσχέδιες κατασκευές, είχε δηλώσει στον συνομιλητή του Arthur Lubow. O συγγραφέας θυμάται το βομβαρδισμένο Μόναχο· τα λίγα κτίρια που στέκονταν όρθια ανάμεσα σε σωρούς από μπάζα από τα κτίρια που είχαν καταρρεύσει. Το γεγονός ότι ο κόσμος δεν το σχολίαζε αυτό, τον έκανε να φαντάζεται ότι αυτή είναι η φυσιολογική κατάσταση των πόλων: με σπίτια ανάμεσα σε βουνά ερειπίων.

campo-santo

Η εξονυχιστική εξέταση τεκμηρίων – φωτογραφιών, ημερολογίων, πολεμικών αρχείων τον έκανε ιδιαίτερα επιδεκτικό. Οι φωτογραφίες κάνουν το κείμενο να φαίνεται σαν να είναι πραγματική ιστορία και όχι μυθοπλασία, κι ας είναι ευρέως γνωστό ότι ακόμα και στην προψηφιακή εποχή μπορούσε κανείς να παραποιήσει μια φωτογραφία. Στους Δακτυλίους του Κρόνου ο Ζέμπαλντ παρομοίαζε τους συγγραφείς με τους υφαντές: μελαγχολικοί άνθρωποι που επεξεργάζονται περίπλοκα σχέδια, πάντοτε με το φόβο ότι έχουν αδράξει το λάθος νήμα. Σε συνομιλία του με την Eleanor Watchel ανέφερε σχετικά με τις φωτογραφίες:

«Θεωρώ πως οι φωτογραφίες εξυπηρετούν ίσως δυο σκοπούς μέσα στο κείμενο. Ο πρώτος και προφανής είναι η αυθεντικότητα· όλοι μας έχουμε την τάση να πιστεύουμε στις εικόνες περισσότερο απ’ ό,τι στις λέξεις. […] Η άλλη λειτουργία του χρόνου που βλέπω να επιτελούν είναι πιθανώς αυτή της σύλληψης του χρόνου. […] Μεταφέρεσαι εκτός χρόνου, πράγμα που υπό μια έννοια είναι λύτρωση, εάν μπορείς να απελευθερωθείς από την πάροδο του χρόνου….Οι φωτογραφίες λειτουργούν ως φράγματα ή υδατοφράκτες που ανακόπτουν τη ροή». [σ. 58 – 60]

Sebald_24974_MR.indd

Οι συγγραφείς που είχε ως λογοτεχνικά πρότυπα έγραψαν στα γερμανικά του 19ου αιώνα: Gottfried Keller, Adalbert Stifter, Heinrich von Kleist, Jean Paul Richter. Την εποχή της συνέντευξης διάβαζε τα απομνημονεύματα του Chateubriand, με τον οποίο αισθανόταν μια εγγύτητα, μεγαλύτερη και από την οικειότητα που ένιωθε με τους ανθρώπους γύρω του. Ο Ζέμπαλντ σκεφτόταν ότι η επιθυμία του γνωρίζει μόνο κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους και τόπους πιθανώς να πηγάζει από εκείνη την έκδηλη αίσθηση ξεριζωμού. Χλεύαζε μάλιστα την ανερμάτιστη φύση των σύγχρονων ταξιδιών και ιδίως το γεγονός ότι δεν επιστρέφουμε ποτέ στο ίδιο μέρος, σε αντίθεση με τους παλαιούς ταξιδιώτες.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας υποστήριξε μια θέση που προκάλεσε μεγάλη διαμάχη όταν οι διαλέξεις του δημοσιεύτηκαν στον γερμανικό Τύπο: ότι η γερμανική λογοτεχνία δεν πραγματεύτηκε επαρκώς μετά τον πόλεμο την καταστροφή όλων των μεγάλων γερμανικών πόλεων, αλλά και αρκετών μικρότερων, από τις συμμαχικές αεροπορικές επιδρομές. Υπήρξε δηλαδή μια συνωμοσία σιωπής σχετικά με το ζήτημα, όπως και για πολλά άλλα που συνέβησαν στη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου. Οι εξαιρέσεις ήταν ελάχιστες: Heinrich Boell, Hans Werner Richter και  Hans Magnus Enzensberger, που είχε κάνει παρόμοιες διαπιστώσεις σε δοκίμιό του.

Sebald 4

Εκδ. Άγρα, 2014, μτφ. από τα Αγγλικά Βασίλης Δουβίτσας, επιμ. Γιάννης Καλιφατίδης, σελ. 249. Περιλαμβάνεται βιβλιογραφία με τα λογοτεχνικά έργα, τα δοκίμια και τα υπόλοιπα έργα του συγγραφέα, οι ελληνικές εκδόσεις, όλες από την Άγρα, και βιογραφικά των συντελεστών του τόμου [The emergence of memory: Conversations with W.G. Sebald, 2007]

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 44, αρ.  χειμώνας 2015 – 2016

12
Δεκ.
15

Το Δέντρο, τεύχος 205 – 206 (Οκτώβριος 2015)

Δέντρο

Ω, ο έρωτας δεν είναι τίποτα, αν δεν είναι τρέλα, κάτι παράλογο, απαγορευμένο, και μια περιπέτεια στο κακό. Διαφορετικά είναι ευχάριστη κοινοτοπία, καλή για να κάνει κανείς ειρηνικά τραγουδάκια στις πεδιάδες. [Το Μαγικό Βουνό]

Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Τόμας Μαν, το Δέντρο αφιερώνει ένα τεύχος στον συγγραφέα που, όπως γράφεται στον πρόλογο, έχει καταργήσει πια στην πράξη κάθε ένταξή του σε συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο. Ο Μαν πάντα θα μεγαλουργεί στο μεταίχμιο μεταξύ πρωτοπορίας και παράδοσης, στην παραλαβή των σημαντικότερων προτάσεων του 19ου αιώνα και στην προώθησή τους στον επόμενο αιώνα, όπου διυλίζοντάς τις μέσα από ένα εντελώς προσωπικό ιδίωμα.

Thomas_Mann_in_Sanary-sur-Mer_1933_

«Δεν είμαι παρατηρητής αλλά ενός εκπρόσωπος», έγραφε ο Τόμας Μαν το 1937 και μας το θυμίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις στο κείμενό του Τόμας Μαν, δαιμονικός εκπρόσωπος του ανθρωπισμού. Από παιδί ακόμη, σαν ήρωας του Γκέτε, γοητευμένος από τις μεταμφιέσεις και το θέατρο μαριονέτας, δηλαδή από το πλήρως συνειδητό και γεμάτο πάθος παιχνίδι μεταξύ της μαγείας και της πεζής πραγματικότητας, ο Μαν ζούσε σε έναν κόσμο – παράσταση, βιωμένο με βαθιά σοβαρότητα. Ο Μάγκρις εστιάζει σε ορισμένα έργα του, όπως οι Μπούντεμπρουκ, ένα παράδειγμα εξαίρετου ύφους, ένα έπος που συνελάμβανε το συνολικό και ενιαίο νόημα της ζωής και ο Φέλιξ Κρουλ, ένα από τα ωραιότερα βιβλία του συγγραφέα, που ανέδειξε πως η ειρωνεία και το παιχνίδι, στις παύσεις και τα διαστήματα μεταξύ άλυτων αντιθέσεων, μπορούσαν να αποσπάσουν από την ύπαρξη ώρες χαράς, ευτυχίας και αλήθειας.4573

Ποιος μπορεί να υποθέσει τι σκέπτεται ο Γκούσταβ φον Άσενμπαχ στον κινηματογραφικό Θάνατο στη Βενετία, όταν στο κουρείο δέχεται τις περιποιήσεις και τις ανανεωτικές παρεμβάσεις του φλύαρου ιταλού κομμωτή; αναρωτιέται ο Κώστας Μαυρουδής στο δικό του κείμενο, Ένας ευτελής περίγυρος. Το γνωρίζει μόνον ο αναγνώστης της νουβέλας, ενώ ο θεατής του βισκοντικού έργου το αγνοεί, αφού, κατά κανόνα, για την βουβή σκέψη των ηρώων και τους συλλογισμούς του αφηγητή, η εικόνα παραμένει ένας απρόθυμος μάρτυρας. Αυτή ακριβώς η πλευρά της συνομιλίας λογοτεχνίας και κινηματογράφου (ή το αδύνατό της) απασχολεί τον συγγραφέα, που ταξινομεί τις σχετικές επιλογές των σκηνοθετών απέναντι σε ανάλογες σελίδες.

Mann,+Thomas,+1943+by+Fred+Stein_

Η πολύτιμη αυτή κιβωτός κειμένων περιλαμβάνει μια συνέντευξη του Τόμας Μαν: Ο Γουόλτ Γουίτμαν είναι ο Νίτσε της Αμερικής,  μια επιστολή του Μπέρτολτ Μπρεχτ στον Τόμας Μαν, μια συζήτηση του Κλ. Μάγκρις με τον Ρ. Ρίμεν (Από την ευγενή αρετή του Τόμας Μαν στη σύγχρονη κρίση), αλλά και στοιχεία από μια έκθεση (Ο Τόμας Μαν, Ο Μάριο και ο μάγος, ο Χίτλερ και η φασιστική Ιταλία) και αποσπάσματα από τέσσερα βιβλία του (Θάνατος στη Βενετία, Το μαγικό βουνό, Ο Μάριο και ο Μάγος, Δόκτορ Φάουστους). Ο Βασίλης Πρωτοπαπάς μας προσφέρει μια ιδανική, συνοπτική παρουσίαση  Για το Μαγικό βουνό, ο Νίκος Δήμου παρουσιάζει τον Τόμας Μαν ως ακτιβιστή της ειρήνης, ο Λευτέρης Αναγνώστου κοινωνεί την εμπειρία του Μεταφράζοντας τον Ιωσήφ του Τόμας Μαν, η Αναστασία Αντωνοπούλου παρουσιάζει όλες τις ταινίες που μετέφεραν έργα του συγγραφέα (Ο Τόμας Μαν στην οθόνη) αλλά και, σε άλλο κείμενο, βασικές θεματικές παραμέτρους στο πρώιμο έργο του Τόμας Μαν.

Der zauberberg_

Και μόνο η παράθεση των υπόλοιπων τίτλων είναι ενδεικτική για τον πλούτο των καλυπτόμενων θεμάτων: Ναταλί Μπίλφελντ και Ντοροτέα Γκρούσνικ: Οι Μαν, μια οικογένεια συγγραφέων, Τζοβάνα Άλμπι: Τιμώντας μιαν επέτειο, Πιέτρο Τσιτάτι: Η Λίμπεκ σ’ ένα διαμέρισμα της Ρώμης, Αλέξανδρος Ίσαρης: Ο αρχάγγελος, Νίκος Σωτηριάδης: Τόνιο Κρέγκερ: προοίμιο αυτοβιογραφίας, Γιώργος Κόκκινος: Για τους Στοχασμούς ενός απολιτικού του Τόμας Μαν, Αλέξανδρος Κυπριώτης: Τόμας Μαν – Ο τελευταίος έρωτας, Αλεσάντρο Μελατσίνι: Τόμας Μαν, μια ιδιοφυΐα σε πόζα, Σιλβέστρο Λιβόλσι: Ο Τομας Μαν στην Ταορμίνα: αναζητώντας τον μύθο του Αχιλλέα, Βασίλης Πρωτοπαπάς: Η βιογραφία της ασθενούς μεγαλοφυΐας, Ίταλο Αλιγκιέρο Κιουζάνο: Μια νουβέλα και ένα σκάνδαλο, Κάρλος Φουέντες: Δείπνο στη Ζυρίχη.

thomas_mann_2312855

Θα ήμασταν ευτυχείς και μόνο με τα παραπάνω, αλλά το τεύχος δεν εξαντλείται στον σπουδαίο Γερμανό συγγραφέα. Ακολουθεί ένα μικρό αφιέρωμα στον Δημήτρη Μαρωνίτη που περιλαμβάνει μια εξομολογητική και «απολογητική» συνέντευξη, κείμενα για το έργο του κι ένα απόσπασμα από την Μαύρη γαλήνη, αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Καθριν Μάνσφιλντ, το χρονικό της αυτοκτονίας του Μαγιακόφσκι από την Σερένα Βιτάλε, μια άγνωστη συνέντευξη του Καρλ Μαρξ σε αμερικανό δημοσιογράφο στα τέλη του 19ου αιώνα, η ενδιαφέρουσα αλληλογραφία του Έλιοτ με έναν κριτικό της γενιάς του, το αφήγημα του Τρούμαν Καπότε που αφορά ένα ταξίδι στο Αιγαίο και τα μικρασιατικά παράλια (με γιοτ του Σταύρου Νιάρχου), μεταφρασμένη ποίηση των Ρούπερτ Μπρουκ και Γ.Μπ. Γέιτς και δυο έξοχα αφηγήματα του σκηνοθέτη Ερμάνο ‘Ολμι για τη συνάντησή του, μεταπολεμικά, με τον Ίταλο Καλβίνο. «Αποκαλυπτικά κείμενα για το πνεύμα και την ατμόσφαιρα της Ιταλίας την εποχή της αθωότητας».

TM

Αντλώ απ’ το σημειωματάριο του συγγραφέα του Γουίλιαμ Σόμερσετ Μομ: Όσο μεγαλώνει κανείς, γίνεται πιο σιωπηλός. Στη νιότη του είναι έτοιμος να χυθεί στον κόσμο, νιώθει μια έντονη συντροφικότητα με τους άλλους ανθρώπους, θέλει να ριχτεί στην αγκαλιά τους και πιστεύει ότι θα δεχτεί κι αυτός αγκαλιές. Θέλει να ανοίξει τον εαυτό του στους ανθρώπους, έτσι ώστε να μπορεί να κάνει έναν από αυτούς δικό του, θέλει να εισχωρήσει μέσα τους. […] Όμως σταδιακά η δύναμη που ένιωθε να τα κάνει όλα αυτά, τον εγκαταλείπει. Τότε ίσως τοποθετεί όλη του την αγάπη, όλη του την ικανότητα να διαστέλλεται, σε ένα μόνο πρόσωπο […] Όμως λίγο  – λίγο αντιλαμβάνεται ότι κι αυτό είναι αδύνατον […] Τότε κανείς κλείνεται στον εαυτό του και φτιάχνει έναν δικό του κόσμο μέσα στη σιωπή του, τον οποίο κρατάει μακρά από κάθε ψυχή ζώσα…

William Somerset Maugham Painting; William Somerset Maugham Art Print for sale

Τέλος, στον πρόλογο του τεύχους μας επιφυλάσσεται μεταξύ άλλων μια πολύτιμη επισήμανση του Ζορζ Σιμενόν, ενός κατεξοχήν «αντιθεωρητικού» της γραφής και της σχέσης της με την μνήμη. Ο συγγραφέας είχε υπογραμμίσει την αδυναμία μας να συγκρατήσουμε τα σημαντικότερα στοιχεία ενός τοπίου την ώα που βρισκόμαστε εν θερμώ εντός του. Μόνο αργότερα, αναπολώντας την εμπειρία μας, ακόμα και στον ύπνο ή σε ενδιάμεση κατάσταση, μπορούμε να συγκρατήσουμε τα κυριότερα σημεία της. Η συνάντηση με τον εκλεκτικό μνημονικό μηχανισμό του Προυστ έχει ήδη συντελεστεί.

Σελ. 224. Στην τελευταία φωτογραφία ο Somerset Maugham.

16
Ιον.
15

Christa Wolf – Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας

CW

Η εξαφάνιση των αναμνήσεων, πρέπει να ήρθε βολικά σε μια ανήσυχη συνείδηση που, καθώς ξέρουμε, πίσω από την ίδια την πλάτη της μπορεί να δώσει αποτελεσματικές εντολές, παραδείγματος χάριν «μην τα σκέφτεσαι πια!», εντολές που εκτελούνται πιστά χρόνια ολόκληρα: να αποφεύγεις ορισμένες αναμνήσεις, να μη μιλάς γι’ αυτές· να μην επιτρέπεις να γεννηθούν λέξεις, σειρές λέξεων, ολόκληρες αλυσίδες σκέψεων που θα μπορούσαν να ξυπνήσουν αναμνήσεις. Στους συνομήλικούς σου να μη θέτεις ποτέ ορισμένες ερωτήσεις, γιατί είναι ανυπόφορο δίπλα στη λέξη «Άουσβιτς» να σκεφτείς τη λεξούλα «εγώ»· εγώ με υποθετική έγκλιση, θα μπορούσα, θα έπρεπε, να είχα κάνει. [σ. 289]

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο για την μνήμη, το φασιστικό γερμανικό παρελθόν, την παιδικότητα, την διαχείριση της ενοχής· μια αυτοβιογραφία που δεν τηρεί τις προϋποθέσεις του είδους· που ονομάστηκε από τη συγγραφέα μυθιστόρημα και από την κριτική μυθιστόρημα μιας αυτοβιογραφίας. Πόσο εύκολη μπορεί να είναι η αναδίφηση μιας παιδικότητας; Πόσο σκληρή μπορεί να είναι η επιστροφή σε μια παιδική ηλικία κύλησε μέσα στο ναζισμό; Πόσο μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε από ένα παρελθόν και να αρνούμαστε μια ολόκληρη πραγματικότητα; Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη της συνειδητοποίησης αιτιών και αιτιατών που οδήγησαν στον πόλεμο και την εξολόθρευση των Εβραίων; Πώς διαμοιράζονται προσωπικές και συλλογικές ευθύνες σε εκείνους που ψελλίζουν «εγώ δεν ήξερα τίποτα»;

wolf_christa1963

Μονόλογος ή κλιτική προσφώνηση; Εγώ, εσύ ή αυτή; Σε αυτή την σκληρή δοκιμασία η συγγραφέας επιλέγει τον μόνο πρόσφορο τρόπο γραφής: διασπά το πρόσωπο της εκφοράς. Η αφήγηση της παιδικής της ηλικίας γίνεται σε τρίτο πρόσωπο που ονομάζει Νέλη (ένας τρόπος απομάκρυνσης;), του ενήλικου εαυτού της σε δεύτερο. Δεν πρόκειται για απλή μνημονική καταγραφή αλλά για ανάπλαση μιας παρωχημένης πραγματικότητας. Η Βολφ αναπλάθει και μυθοποιεί, δημιουργεί λογοτεχνία από την μνήμη, κατασκευάζει μνήμη με την λογοτεχνία. Άλλωστε, όπως φροντίζει να ξεκαθαρίσει, όλες οι μορφές αυτού του βιβλίου αποτελούν κατασκευάσματα της φαντασίας της. Όποιος νομίζει πως διακρίνει ομοιότητες ανάμεσα στους χαρακτήρες της αφήγησης και τον εαυτό του ή διάφορους γνωστούς του, παρακαλείται να σκεφτεί την περίεργη έλλειψη πρωτοτυπίας που χαρακτηρίζει της συμπεριφορά πολλών συγχρόνων μας. Και ακόμα, οφείλει να κατηγορήσει τις συνθήκες που γεννούν αναγνωρίσιμα μοντέλα συμπεριφοράς.

Η αφηγήτρια στα σαράντα της ταξιδεύει στην γενέτειρά της Λάντσμπεργκ αναζητώντας τα ίχνη της παιδικότητας και του παρελθόντος της. Στο ταξίδι αυτής της «επιστροφής» συμμετέχουν ο αδελφός της Λουτς, ο άντρας της Χ. και η δεκαπεντάχρονη κόρη της Λένκα. Τα πρόσωπα και ο χρόνος του ταξιδιού εντάσσονται στην μυθοπλασία του παρόντος ενώ παράλληλα γίνεται αναγωγή στο άμεσο και στο απώτερο παρελθόν της παιδικής ηλικίας της. Έτσι υπάρχουν τουλάχιστον τρία χρονικά επίπεδα: το παρόν της καταγραφής θυμάται το ταξίδι του 1971 κι εκείνο αναπλάθει την παιδική της ηλικία.

Girls' brigade ... an undated photograph of young members of the Hitler youth during a Sunday outing.

Πίσω στην παιδική ηλικία… Το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν περασμένο. Το βγάζουμε από πάνω μας και κάνουμε σαν να μας ήταν ξένο. Στην ανάμνηση εισβάλλει το παρόν και η σημερινή μέρα είναι κιόλας η τελευταία του παρελθόντος. Η διεργασία της μνήμης μοιάζει με καρκινοβασία, με κοπιαστική κίνηση προς τα πίσω, με πτώση σ’ ένα κενό χρόνου. Και μπορεί να συναντήσει ένα παιδί που γεμάτο αθωότητα κάθεται σ’ ένα πέτρινο σκαλοπάτι και για πρώτη φορά στη ζωή του λέει «εγώ». Ορίστε λοιπόν που το ξαναζωντάνεψες το παιδί…

Επειδή σου πέφτει βαρύ να ομολογήσεις ότι το παιδί εκείνο – τρίχρονο, απροστάτευτο, μόνο – παραμένει για σένα απλησίαστο. Δε σε χωρίζουν μόνο σαράντα χρόνια απ’ αυτό, δε σ’ εμποδίζει μόνο η αναξιοπιστία της μνήμης σου που δουλεύει επιλεκτικά και διατάζει: ξέχασε! παραποίησε! Εσύ η ίδια εγκατέλειψες το παιδί εκείνο· εντάξει, νωρίτερα το εγκατέλειψαν οι άλλοι. Ύστερα όμως και η ενήλικη γυναίκα που εκκκολάφτηκε απ’ αυτό και κατάφερε σιγά – σιγά να του κάνει όλα τα κακά που συνηθίζουν να κάνουν οι ενήλικοι στα παιδιά: Το εγκατέλειψε, το διαφοροποίησε, το νόθεψε, το παραχάιδεψε και το παραμέλησε, ντράπηκε και περηφανεύτηκε γι’ αυτό, με λάθος τρόπο το αγάπησε και με λάθος τρόπο το μίσησε. [σ. 24]

german-girls-gymnastics

Μόνο που δεν υπάρχει κανένας ξένος μάρτυρας των πρώιμων αναμνήσεών μας, που τις νομίζουμε αληθινές. Ωστόσο, φωτογραφίες που τις έβλεπε κανείς συχνά και για πολύν καιρό, δύσκολα εξαφανίζονται. Αποτυπώνονται στη μνήμη σαν αμετάβλητα αγάλματα και δεν έχει πια σημασία, αν μπορεί κανείς να τις παρουσιάσει ως αποδεικτικά στοιχεία. Η συγγραφέας ψάχνει και άλλους τρόπους: μελετάει στην κρατική βιβλιοθήκη του σκονισμένους τόμους της εφημερίδας της πατρίδας της και στον «Οίκο του δασκάλου» τα σχολικά βιβλία της εποχής – όπως εκείνο της Βιολογίας όπου υπήρχαν φωτογραφίες ανθρώπων από «κατώτερες» φυλές: σημιτικές, ανατολικές…

Ασχολεισαι ήδη με την δεύτερη γενιά φωτογραφιών· ο χρόνος μετατρέπεται ασταμάτητα σε παρελθόν και χρειάζεται την υποστήριξη του φωτογραφικού φιλμ, των εγγραφών μας σε λογής – λογής χαρτιά, σημειωματάρια, γράμματα σε άλμπουμ αποκομμάτων. Ένα μέρος της σημερινής μέρας πρέπει να το διαθέτουμε πάντα προσπαθώντας να στερεώσουμε στην μνήμη τη χτεσινή. [σ. 114]

Θα βοηθούσε η ενθύμηση εκείνου του ενδιάμεσου ταξιδιού, το καλοκαίρι του 1971; Τότε της έγινε η πρόταση να επισκεφτεί επιτέλους στην πόλη Λ., που σήμερα λέγεται στα πολωνικά Γκ… Τουρισμός στις χαμένες πατρίδες. Στην «αιτιολόγηση» του τριπλού εντύπου γράφτηκε «επίσκεψη την πόλης», ενώ πιο αληθινές αιτίες θα ήταν «ταξίδι εργασίας» ή «εξετάσεις μνήμης». Σ’ εκείνον τον τόπο καταγωγής δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος να τους φιλοξενήσει.

Bundesarchiv_Bild_183-33560-0008,_Petzow,_Schriftsteller-Erholungsheim,_Christa_Wolf

Τώρα η μνήμη πρέπει να ξεκινήσει από μόνη της· να παραχθεί από την ανάμνηση και το αντίθετό της, την λήθη. Αναζήτηση του σχετικού λήμματος στο Νέο Λεξικό Μάγερ, 1962. Είδη: μηχανική, λογική, λεκτική, υλική μνήμη, μνήμη μορφών και πράξεων. Αισθητή η απουσία ενός ιδιαίτερου είδους: της ηθικής μνήμης. Τουλάχιστον σιγά σιγά έρχονται τα πρόσωπα: η οικογένεια, δεκάδες συγγενικά πρόσωπα, οι φιλενάδες, ο ευρύτερος περίγυρος. Η οικογένεια ως ένα συνονθύλευμα ανθρώπων διαφορετικής ηλικίας και φύλου, καταδικασμένο στην απόκρυψη ενοχλητικών μυστικών.

Το οδικό δίκτυο της πόλης όπου μεγάλωσε έχει αποτυπωθεί μέσα της μια για πάντα, σαν φυσικό δείγμα διευθέτησης πλατειών, εκκλησιών, δρόμων και ποταμών. Αλλά σ’ αυτό το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο αλλαγμένο, γιατί το γνήσιο θα ήταν προδοτικό και θα φανέρωνε ίχνη που πρέπει να εξαλειφθούν· αισθάνεται υποχρεωμένη να ανακατατάξει τα γεγονότα, για να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα.

9.-CHRISTA-WOLF

Ειδικά τώρα που θα άξιζε να είναι κανείς ειλικρινής, πράγμα που δε συμβαίνει πάντα, ίσως ούτε καν συνήθως, τώρα πέφτεις σ’ ένα είδος απώλειας μνήμης που δεν ταυτίζεται με τα κενά μνήμης, τα οποία αφορούν την πρώιμη παιδικότητα και φαίνονται αυτονόητα, σχετίζονται μ’ εκείνους τους θαμπούς ή λευκούς λεκέδες πάνω σ’ ένα περίεργο, ηλιόλουστο τοπίο, πάνω από το οποίο αιωρείται το συνειδητό σαν αερόστατο σε άστατους ανέμους ρίχνοντας στο τοπίο τη δική του σκιά. Ακριβώς τώρα όμως αυτό το συνειδητό, εμπλεγμένο στα γεγονότα πάνω από τα οποία θα έπρεπε να ανυψωθεί με τη βοήθεια της μνήμης, φαίνεται να υποκύπτει σ’ ένα είδος μερικής συσκότισης, να γίνεται παραγωγός της αφάνειας που εσύ επιθυμείς να φωτίσεις. Το πρόβλημα μοιάζει άλυτο. Αυτό που μένει είναι η πεποίθηση ότι πρέπει να αποκλείσεις τις εφευρέσεις και να χρησιμοποιήσεις τη ανάμνηση των αναμνήσεων, τις αναμνήσεις της φαντασίας μόνο σαν υλικό δεύτερης κατηγορίας, σαν αντικαθρέφτισμα και όχι σαν πραγματικότητα. [σ. 273]

Το 1933 άρχισαν οι περιορισμοί ορισμένων προσωπικών ελευθεριών. Οι διατάξεις απευθύνονταν εναντίον ενός είδους ανθρώπων, άρα ο περίγυρός της δεν αναστατώθηκε. Η μεγαλειώδης νίκη των Ναζί έφτασε το υψηλότερο ποσοστό ακριβώς στην πόλη της Λ. Όσοι αργότερα ισχυρίζονται πως δεν είχαν ακούσει τίποτα για στρατόπεδα συγκέντρωσης, ξέχασαν εντελώς ότι η δημιουργία τους τυπώθηκε ως αγγελία. Ο πατέρας που έχει να διαλέξει ανάμεσα στο ασαφές σφίξιμο του στομαχιού και τις χιλιάδες ζητωκραυγές του ραδιοφώνου, ψηφίζει για τις ζητωκραυγές και ενάντια στον εαυτό του. Σταματούν να χαιρετούν τον γιατρό Λάιτνερ, αλλά εκείνος συνεχίζει να βγάζει το καπέλο μπροστά στον κάθε ζητιάνο. Η οικογένειά της παύει να τον συμβουλεύεται. Ο ήλιος λάμπει διαφορετικά.

wolf 2

Ακολουθούν οι πρώτες λυπηρές φήμες. Κάποιος που δεν θέλει να διακόψει την μιαρή του σχέση με μιαν Εβραία εκτίθεται στη λαϊκή οργή και προσπαθεί να διαφύγει προς τα λιβάδια. Και η Νέλη αποτυπώνει μέσα της τη μελωδία της γιγάντιας χορωδίας που, ξεκινώντας με μικρές κραυγές, ανελισσόταν σε μια τρομαχτική κραυγή. Θυμάται τα κορίτσια της ναζιστικής νεολαίας, τις κατασκηνώσεις εκπαίδευσης, την λαμπαδηφορία των Ες – Α, τον χαιρετισμό του πλήθους με το χέρι ψηλά. Εσένα θα σ’ ενδιέφερε, τι άραγε σκεφτόντουσαν ή αισθανόντουσαν τόσοι άνθρωποι, ακόμα και ασυνείδητα, εκείνες τις στιγμές.

Τι ποσοστά του πληθυσμού την Λ. έκλαψαν εκείνο το βράδυ, εκτός από την υπηρετριούλα Ελβίρα, που ο πατέρας της δούλευε στα σφαγεία; Περιττή ερώτηση, αφού ποτέ δεν θα υπάρξει μέτρο σύγκρισης για να μάθουμε πόσοι άνθρωποι πρέπει να κλάψουν, για να ακυρωθεί το γέλιο της συντριπτικής πλειοψηφίας; πέντε τα εκατό; Τρία κόμμα οχτώ; Ή μήπως φτάνει μόνο μια οικογένεια για να σώσει μια πόλη ολόκληρη; Πέντε δίκαιοι για πενήντα χιλιάδες ; [σ. 81]

article-0-19CAA7A300000578-446_964x623

Ακόμα και κάτω από τον ήλιο που έλαμπε διαφορετικά, η συγγραφέας βρίσκει ένα ανέμελο παιδί. Και ξαναβρίσκεται τώρα πάλι στην σκιά μιας κλαίουσας ιτιάς – που κάποτε της φαινόταν το ωραιότερο δέντρο του κόσμου – πίσω από το μισογκρεμισμένο πια παλιό ζαχαροπλαστείο. Αλλά και πάλι: Όσο πιο μικρή, τόσο πιο ευτυχισμένη, ίσως υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτό. Ίσως όμως ο πλούτος της παιδικής ηλικίας, που καθένας αισθάνεται, δημιουργείται επειδή την εμπλουτίζουμε αδιάκοπα, όταν την ξανασκεφτόμαστε. [σ. 47]. Και πάλι: Γνωρίζουμε βέβαια την αστάθμητη μνήμη των παιδιών που θεωρεί αξιοθησαύριστα μόνο τα ποικίλα και φανταχτερά ή τα τρομερά γεγονότα, όχι όμως και τις καθημερινές επαναλήψεις που, ουσιαστικά, αποτελούν τη ζωή. [σ. 99]

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η μεταφορά των βιωμάτων από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη συμβαίνει τη νύχτα, στα όνειρα. Φαντάζεσαι λοιπόν ένα λαό κοιμωμένων, που μέσα στον ύπνο τους ακολουθούν την εντολή «σβήστε, σβήστε, σβήστε». Ένα λαό ανύποπτων που, αν αργότερα ερωτηθούν, θα απαντήσουν σαν ένας άνθρωπος αλλά με εκατομμύρια στόματα ότι δε θυμούνται. Και κανένας τους δεν θα θυμηθεί το πρόσωπο του Εβραίου, του οποίου το εργοστάσιο – ένα μικρό, παραμελημένο εργοστάσιο ζάχαρης, ένα μαγαζάκι για καραμέλες είχαν πάρει σε εξευτελιστική τιμή.

League German Girls 33-5

Ο χάρτης είναι διάστικτος από μικρές τελίτσες (δευτερεύοντα στρατόπεδα) και σταυρουδάκια (γκέτο). Ποτέ κι από κανένα συμπολίτη της δεν άκουσε η Νέλη μια λέξη για όλα αυτά, ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου ούτε και μετά το τέλος του. Πρώτα πρέπει να υπάρξουν οι γονείς των μαζικών δολοφόνων, πριν δημιουργηθούν οι μαζικοί δολοφόνοι. Και ποιοι δίδαξαν την υπακοή ως αρετή; Μήπως όσο η λογική δεν χρησιμοποιείται μαραίνεται, όπως ένα όργανο που δεν ασκείται· αλλά μια μέρα μπορεί να ξαναεμφανιστεί με μια απρόσμενη ερώτηση; Πού ζήσατε όλοι σας τόσα χρόνια! Μπορεί κανείς από έναν άνθρωπο να κάνει ένα ζώο; Πως είναι δυνατό να είναι κανείς παρών και συγχρόνως να απουσιάζει;

Τώρα ξεχειλίζουν τα ερωτήματα: πόσους σφραγισμένους χώρους μπορεί να δεχτεί η μνήμη πριν σταματήσει να λειτουργεί; Πόση και τι είδους ενέργεια καταναλίσκει αδιάκοπα για να στεγανοποιεί τις κάψουλες που οι τοίχοι τους με τον καιρό ξεφτίζουν και διαλύονται; Τι θα γινόμασταν όλοι εμείς, αν επιτρέπαμε στους κλεισμένους χώρους της μνήμης μας ν’ ανοίξουν και να χύσουν τα περιεχόμενά τους μπροστά στα πόδια μας;

A picture dated July 7, 1971 shows German writer Christa Wolf. Wolf dead in Berlin at 82, December 1, 2011. Photo: dpa/aa

Σε αυτήν την εποχή γενικής απώλειας μνήμης (μια φράση που ήρθε προχθές με το ταχυδρομείο) πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι πλήρης πνευματική παρουσία είναι δυνατή μόνο πάω στη βάση ενός ζωντανού παρελθόντος. Όσο πιο παλιά πάνε οι αναμνήσεις, τόσο μεγαλύτερος χώρος απελευθερώνεται γι’ αυτό που αποτελεί την ελπίδα μας, το μέλλον. Μόνο που – όπως κατάλαβες αυτή τη νύχτα – είναι πολύ πιο εύκολο εφεύρει κανείς το παρελθόν αντί να το θυμηθεί· και η ερώτηση, αν πλήρης πνευματική παρουσία είναι πραγματικά απαραίτητη, θαμποχάραζε μέσα σου σαν πιθανός αντίλογος. [σ. 197]

Και τελικά ποια είναι η θέση του συγγραφέα; Πού αρχίζει το καταραμένο καθήκον του γραφέα – που είτε το θέλει είτε όχι είναι παρατηρητής, αλλιώς δε θα έγραφε, θα πολεμούσε ή θα σκοτωνόταν – και πού τελειώνουν τα καταραμένα του δικαιώματα; Πού απόμειναν οι καιροί, όπου οι ύπουλοι εξορκιστές του παρατατικού μπορούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως τάχα αυτοί ήταν που μοίραζαν δικαιοσύνη; Αλίμονο σ’ αυτούς τους καιρούς που ο γραφέας πρέπει να επιδείξει την πληγή της δική τους αδικίας, πριν αποκτήσει το δικαίωμα να γράψει για τις ξένες πληγές. [σ. 218]

christa-wolf02

Ένα βιβλίο σύνθετο, ελεγειακό, σκληρό, συγκινητικό σαν άλμπουμ παιδικής ηλικίας, αμείλικτο σαν ηθική καταδίκη, εφιαλτικό για οποιονδήποτε Γερμανό έζησε στον πόλεμο, βασανιστικό με τόσα ερωτήματα, ταξιδευτικό με τόσους τόπους, υπόδειγμα συγγραφικής συνείδησης και ευσυνειδησίας. Ή, με τα δικά της λόγια:

Κανείς ή μπορεί να γράφει ή να είναι ευτυχισμένος.

Εκδ. University Studio Press, μτφ. Κυριακή Χρυσομάλλη – Henrich, σελ. 502. Με τετρασέλιδο πρόλογο, 37 σημειώσεις της μεταφράστριας και δισέλιδο χάρτη [Kindheistmuster, 1977].

24
Μαρ.
15

W.G. Sebald – Οι δακτύλιοι του Κρόνου. Μακρά οδοιπορία στην Αγγλία

SEBALD-DAKTYLIOI

Θα επιστρέψω κι εγώ λοιπόν στον Αύγουστο του 1992 να συνοδεύσω τον συγγραφέα στην περιήγησή του με τα πόδια στην κομητεία Σάφφολκ της Ανατολικής Αγγλίας. τότε που είχε την ελπίδα να ξεφύγει από το κενό που τον πλημμύριζε όποτε ολοκλήρωνε μια εκτενή εργασία. Θα μοιραστώ μαζί του τόσο την «υπέροχη αίσθηση ελευθερίας κινήσεων» όσο και την παραλυτική φρίκη που τον κατακυρίευε όποτε τύχαινε να βρεθεί αντιμέτωπος με τα ίχνη που είχε αφήσει πίσω της η καταστροφή – η οποιαδήποτε καταστροφή. Θα τον αφήσω ένα χρόνο σε κατάσταση απόλυτης ακινησίας στο νοσοκομείο της επαρχιακής πρωτεύουσας Νόριτς. Εκεί στον όγδοο όροφο, όπου ένιωθε να ταξιδεύει με αερόστατο, όταν μετά την εγχείρηση οι αδελφές μούσκευαν τα χείλη του με ένα μικρό ροδοκόκκινο σφουγγάρι, εκείνος θυμήθηκε τα γλειφιτζούρια με τους κύβους από λουκούμι που κάποτε αγόραζε στα εμποροπάζαρα.

Από το Νόριτς του 17ο αιώνα εφορμούσε ο Τόμας Μπράουν, ένα ερευνητής ιατρός, λόγιος με μια ιδιαίτερη, συναρπαστική για τον συγγραφέα πρόζα, που επιχείρησε να περιγράψει μεταξύ άλλων με πόση κομψότητα γεωμετρεί το χέρι της φύσης. Τίποτα δεν αντέχει στο χρόνο, έγραφε ο Μπράουν. Πάνω σε κάθε νέα μορφή επικάθεται ήδη ο ίσκιος της καταστροφής. Ενάντια στη μορφή του ρέοντος χρόνο δεν έχει βρεθεί αντίδοτο. Ο χειμερινός ήλιος υποδηλώνει ότι αργά γρήγορα το φως θα σκεπαστεί από στάχτη, ότι σύντομα θα μας τυλίξει η νύχτα. Ακόμα και οι μεγάλες δυναστείες δεν κράτησαν περισσότερο από όσο ζουν μαζί τρεις βελανιδιές.

wgsebald

Κι ωστόσο, έλεγε ο Μπράουν, κάθε γνώση περιβάλλεται από αδιαπέραστο σκοτάδι. Δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τις ξαφνικές λάμψεις στην άβυσσο της άγνοιας, στο οικοδόμημα του κόσμου που κλονίζεται από βαθείς ίσκιους. Μελετάμε την τάξη των πραγμάτων, δίχως όμως να συλλαμβάνουμε την εσωτερική της δομή, λέει ο Μπράουν. Να γιατί αρμόζει στη φιλοσοφία μας να γράφεται μόνο με πεζά γράμματα, με τις συντομογραφίες και τα στενογραφήματα της εφήμερης φύσης, τις μοναδικές αναλαμπές της αιωνιότητας. [σ. 31]

Ανεβαίνω συντροφιά με τον Ζέμπαλντ στην παλιά πετρελαιοκίνητη αμαξοστοιχία, βουτηγμένη στην καπνιά και στη γλίτσα ως τα παράθυρα. Δρομολόγιο μέσα από τους αγρούς, τις τσιμινιέρα ενός εργοστασίου ζαχαρότευτλων, χλόη και κυματιστές καλαμιές. Ένα περιβάλλον που μοιάζει με παράξενο μάθημα στην ιστορία της εξέλιξης, η οποία κατά καιρούς έχει την τάση να επαναφέρει τα προγενέστερα στάδιά της με μια δόση αυτοσαρκασμού. Βλέπουμε τις πλωτές εξέδρες γεώτρησης στο Λόεστοφ, άλλοτε ελπιδοφόρες της ανάκαμψης, αργότερα στην υπηρεσία του υπαρκτού καπιταλισμού της Θάτσερ και αναπόφευκτα χρεωμένες στην κερδοσκοπία και καταποντισμένες στην χρεοκοπία. Κι όταν η βαρόνη εξαφανίστηκε έμειναν τα καρνάγια και τα εργοστάσια με λουκέτο…

0000-0922

…άλλο να διαβάζεις στις εφημερίδες για τα λεγόμενα unemployment blackspots και άλλο να βαδίζεις μια σκυθρωπή βραδιά ανάμεσα στις συστοιχίες των κατοικιών με τις ρημαγμένες προσόψεις και τους άχαρους κηπάκους, και φτάνοντας κάποτε στο κέντρο της πόλης να βρίσκεσαι περιστοιχισμένος από αίθουσες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, λέσχες για μπίνγκο, πρακτορεία στοιχημάτων, βιντεοθήκες, παμπ με σκοτεινές εισόδους απ’ όπου ξεχύνεται η ξινή μυρωδιά της μπύρας, φτηνομάγαζα και αμφιβόλου ποιότητος ξενώνες….[σ. 56]

Αφήνουμε τις αποβάθρες του λιμανιού με τις δεκάδες μηχανότρατες δεμένες στους κάβους, άχρηστες και παροπλισμένες, και μπαίνουμε στους δρόμους της πόλης, τους πνιγμένους στα γαλάζια καυσαέρια της βενζίνης. Μια πόλη που έχει αφεθεί στο έλεος ενός αργόσυρτου μαρασμού, ενώ άλλοτε αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα αλιευτικά λιμάνια του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και μια από τις ξακουστές λουτροπόλεις. Μένει η υπόστηλη προβλήτα, η πιο καλαίσθητη σε ολόκληρη την ανατολική ακτή, που κάποτε φιλοξενούσε αίθουσες και αναγνωστήρια και προπάντων μνήμες καλοκαιριών.

lowestoft1

Κατεβαίνουμε νότια, παράλληλα με την παραλία όπου κάθε λογής πρόχειρα αντίσκηνα ακολουθούν το χείλος της θάλασσας. Θα έλεγε κανείς ότι εδώ, στο έσχατο άκρο της νήσου, έχουν καταλύσει οι τελευταίοι εναπομείναντες ενός νομαδικού λαού – από ένα τρανζιστοράκι ξεχύνεται ένας κακόηχος βραχνός θόρυβος, σαν να συνομιλούν μεταξύ τους τα βότσαλα καθώς τα σέρνει μπρος – πίσω το κύμα. […] Μάλλον μου φαίνεται ότι απλώς προτιμούν να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου έχουν πίσω τους τον κόσμο και μπροστά τους την απόλυτη απεραντοσύνη. [σ. 67]

Εδώ γύρω, κάθε χρόνο, χιλιάδες τόνοι υδραργύρου, καδμίου και μολύβδου, βουνά ολόκληρα από λιπάσματα και παρασιτοκτόνα καταλήγουν μέσα από τους ποταμούς και τα ρέματα στον Γερμανικό ωκεανό. Ένα μεγάλο μέρος των βαρέων μετάλλων και των υπόλοιπων τοξικών ουσιών κατακάθεται στα αβαθή νερά της σύρτης του Ντόγκερ. Τα θηλυκά ψάρια εμφανίζουν σε όλο και μεγαλύτερο ποσοστό μεταλλαγμένα άτομα με αρσενικά γεννητικά όργανα και το τελετουργικό μέρος του ζευγαρώματος δεν είναι πλέον παρά ένας χορός θανάτου, εκ διαμέτρου αντίθετος με όσα έχουμε ποτέ διδαχτεί γύρω από το θαύμα της αναπαραγωγής και διαιώνισης των έμβιων όντων.

w-g-sebald-3

Ο δρόμος γεμάτος σταθμούς συλλογισμού· ερειπωμένα αρχοντικά, χέρσοι αγροί, χορταριασμένες επαύλεις, κοπάδια από χοίρους. Είναι άραγε τα ίδια ζώα στα οποία ο Κύριος πρόσταξε να εισέλθουν τα ακάθαρτα πνεύματα, με αποτέλεσμα η αγέλη να γκρεμιστεί στα απόκρημνα βράχια; Ο συγγραφέας αναρωτιέται κατά πόσο η φρικιαστική αυτή ιστορία ανταποκρινόταν στην περιγραφή ενός αξιόπιστου μάρτυρα. Διότι αν όντως συνέβησαν έτσι τα πράγματα ο Κύριος και Θεός μας είχε υποπέσει σε ένα τραγικό ιατρικό σφάλμα· ή μήπως επρόκειτο για μια παραβολή που είχε επινοήσει ο Ευαγγελιστής για να υπαινιχθεί ότι ο νοσηρός ανθρώπινος νους είναι πλασμένος για να ξεσπά μονίμως πάνω σε ένα άλλο είδος που εμείς οι ίδιοι το θεωρούμε κατώτερο και άξιο μόνο για να εξοντωθεί; [σ. 83]

Αυτός είναι ο τρόπος του Ζέμπαλντ, για τον οποίο έχουμε άλλωστε ήδη γράψει εδώ· συνδυάζει κάθε είδους κείμενο και θέμα με τρόπο τόσο συναρπαστικό, που στο γύρισμα κάθε σελίδας έχεις την ίδια επιθυμία να διαβάσεις το προσωπικό του ημερολόγιο, τις τοπογραφικές του πρόζες, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, τις μνημονικές του καταγραφές, τις προσωπικές του έρευνες, τα στοχαστικά του δοκίμια, τις ιστορικές του χρονογραφήσεις. Ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκκινεί από οτιδήποτε· μια απλή παρατήρηση, ένα πρόσωπο, ένα βλέμμα, ένα βιβλίο, ένα περιοδικό, μια ιδέα, μια έκλαμψη.

tumblr_m7bj6m1XJj1qb4f8f

Όταν, για παράδειγμα, βρεθεί στο Σάουθοουλντ, θα εξομολογηθεί την απουσία κάθε διάθεσης να δοκιμάσει στα μαγειρεία της περιοχής και θα παραδεχτεί ότι προτίμησε να μπει στο πλησιέστερο φαστ φουντ, όπου όρθιος, κάτω από το ανελέητο φως το ταμείο ένιωθε σαν εγκληματίας καταζητούμενος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Κι ύστερα στο ξενοδοχείο, θα αποκοιμηθεί με την βελούδινη πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση, όπου παίζει ένα ντοκιμαντέρ για το BBC και τον μέχρι τότε άγνωστό του Ρότζερ Κέησμεντ.

Κι ο ταξιδιώτης μας θα αρχίσει να ερευνά την σπάνια ιστορία αυτού του προσώπου, όπως διαπλέκεται με τον Τζόζεφ Κόνραντ, κι έτσι θα γράψει μερικές απολαυστικές δοκιμιακές σελίδες για τον καπετάνιο συγγραφέα, ακολουθώντας τον μέχρι το Κονγκό… …ανάμεσα στους σωρούς από σκαμμένο χώμα και στα διάσπαρτα καλύβια με τις σκουριασμένες σκεπές από αυλακωτή λαμαρίνα, στο βάθος του γκρεμού όπου κυλά ορμητικά το ποτάμι…σε τούτη την αρένα που του θυμίζει νταμάρι, με το ακατάπαυστο βουητό από τους καταρράκτες να πλανιέται στην ατμόσφαιρα όταν, όπως παρατηρεί αργότερα διά στόματος Μάρλοου στην Καρδιά του σκότας, έξω από τις παρυφές της κατοικημένης ζώνης βρίσκεται ξάφνου σε ένα μέρος όπου έχουν αποτραβηχτεί για να πεθάνουν όσοι από τους εργάτες είναι κιόλας τσακισμένοι από τις αρρώστιες, την πείνα και τον κάματο. Σαν σφαγιασμένοι κείτονται εκειδά μέσα στο γκρίζο σκοτάδι, στον πάτο του φαραγγιού… Κι ύστερα, σε μια ατέλειωτη πορεία, θα έχει όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι όσα μαρτύρια κι αν υφίσταται ο ίδιος δεν είναι αρκετά για να τον απαλλάξουν από την ενοχή που του επισύρει η παρουσία του και μόνο στο Κονγκό. [σ. 137, 138]

saints-church

Εκείνος ο Ρότζερ Κέησμεντ θα είναι ο πρώτος που θα δώσει στη δημοσιότητα στοιχεία για τις μεθόδους και την έκταση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εις βάρος των ιθαγενών στην πορεία της εξερεύνησης του Κονγκό – μια σειρά ιστοριών που επισκιάζουν ακόμα και την βιβλική ιστορία των Παθών. Άλλη μια ευκαιρία για τον συγγραφέα να εγκιβωτίσει την ιδιαίτερη ιστορία ενός ανθρώπου που τελικά καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε…

Από την Αικατερίνη της Σιένα στον υποκόμη Σατωμπριάν, από τα γραπτά του τελευταίου ως τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ντιντερό, από τους αλμυρόβαλτους του Μίντλτον ως τον ερεικώνα του Ντάνιτς με τον περίφημο ερειπωμένο ναό των αγίων Πάντων το χείλος της χαράδρας πάνω από την θάλασσα, από τον οίκο του Φ.Σ. Φιτζέραλντ μέχρι το ταπεινό σπίτι του αγρότη Άλεκ Γκάρραντ που εδώ και δεκαετίες μαστορεύει αργά αργά μια μακέτα του χαμένου Ναού της Ιερουσαλήμ, ο Ζέμπαλντ γράφει ταυτόχρονα τον κόσμο και για τον κόσμο και συγγράφει την αδιάσπαστη ενότητα όλων των ειδών του λόγου και όλων των λογιών τις σκέψεις.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. από τα Γερμανικά: Γιάννης Καλιφατίδης, σελ. 340, με δωδεκασέλιδες μεταφράσεις ξενόγλωσσων χωρίων [Die Ringe des Saturn, 1995].




Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 861,934 hits

Αρχείο