Archive for the 'Ελληνική Λογοτεχνία' Category

01
Ιαν.
19

Χρήστος Αγγελάκος – Ψεύτικοι δίδυμοι

Λυτές ψυχές σε άλυτους δεσμούς

Ο Νικ και ο Ιβ (Ιβάν) περνιούνται για δίδυμοι ενώ δεν είναι ούτε αδέρφια. Έλληνας ο ένας, Βούλγαρος ο άλλος, ψήνονται οριστικά και αμετάκλητα ως φίλοι, παρά την εξάρτηση της οικογένειας του δεύτερου απ’ του πρώτου. Κάνουν τα αγροτικά τανκς, το τρακτέρ πύργο, την αυλή χώρο διαρκώς εναλλασσόμενων θαυμάτων, το υπόστεγο καταφύγιο. Γίνονται Μπόλεκ και Λόλεκ με μια σκυλίτσα ονόματι Νόρμα. Το δικό τους κεφάλαιο είναι τριτοπρόσωπο κι η γλώσσα του έχει ταυτόχρονα μια εξαίσια μεταφορικότητα και μια ωμή γείωση

Ο Ιβ και ο Βικ (Βίκτωρας) είναι δίδυμοι αλλά δεν έχουν αδελφική σχέση. Στα δικά του κεφάλαια ο Βικ γράφει επιστολές απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο από την φυλακή όπου έχει γνωρίσει ένα νέο είδος δόσης, το διάβασμα, χάρη στον κύριο Παυλάτο, που τον εφοδιάζει συνεχώς με βιβλία, άρα με λέξεις άγνωστες που μαζεύει και φυλάει στο μυαλό του κι επιστρέφει για να τους δώσει άλλη σημασία. Συγκάτοικος στο κελί του ο Γιωργής, τιμώμενο πρόσωπο σε κάθε γράμμα, με φλέβες ρημαγμένες και όραση μουντή. Ο ψυχολόγος τον ενθαρρύνει, κάθε άνθρωπος είναι οι ιστορίες του, ο Γιωργής τις έτρωγε, εσύ καλύτερα να τις φυλάξεις στο χαρτί.

Οι δυο αδελφοί δεν θυμούνται ο ένας τον άλλον, «η παιδική τους ηλικία είναι ένα κομμάτι που κάηκε στο φως», η ζωή τους άλλωστε ξεκίνησε με τον χωρισμό από τον αμνιακό σάκο. Ο Βίκτωρας δεν παραπονέθηκε που έβλεπε τον Ιβάν να διαλέγει άλλον δίδυμο κι απλά έζησαν ο καθένας στη μεριά του δικού τους κόσμου, χωρίς να σηκώσουν τείχη, αόρατοι ο ένας για τον άλλον. Μέσα στο κελί έφτιαξε την λέξη διδυμοποίηση και ταίριαξε με τον Γιωργή. Τώρα στη φυλακή η Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος ειδικευμένη στους τοξικομανείς, του μιλάει για τις κρύπτες, κάτι συρτάρια στο μυαλό που περιέχουν πένθη ζωντανά και άλιωτα, που εξακολουθούν να δουλεύουν ακούραστα και δημιουργούν μικρούς χαλασμούς.

Η πρώτη φορά που συναντούμε την 25χρονη Ισμήνη είναι στα γυρίσματα μιας ταινίας όπου παίζει ως κομπάρσος μαζί με τους δυο ψεύτικους δίδυμους. Μερικά από τα δικά της κεφάλαια μοιάζουν ημερολόγια κινηματογραφικού συνεργείου – σκηνή, πλάνο, λήψη. Εκείνη τους πήρε στην δουλειά, χωρίς να θέλει να τους φανταστεί ξεχωριστά, μόνο σαν δυο μέρη που σμίγουν αξεδιάλυτα, φτιάχνοντας μια κινούμενη άμμο. Ένας συγχωριανός των αγοριών τους δανείζει ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στην Πετρούπολη. Η εξωτερική σιδερένια σκάλα οδηγεί στο πλυσταριό που θα μοιραστούν, μαζί με τα τρίφυλλα που κάνουν τα φώτα της πόλης να έρχονται κοντά, σε απόσταση αγγίγματος. Οι τρεις μαζί φτιάχνουν τον κόσμο τους τώρα.

Εκείνη δεν μπορούσε να τους φανταστεί ξεχωριστά, το μυαλό της είχε πιαστεί στην εικόνα του όλου: δυο μέρη που σμίγουν αξεδιάλυτα, φτιάχνοντας μια κινούμενη άμμο.

Η πρωταγωνίστρια των γυρισμάτων Εύα ενθουσιάζεται με το παραμύθι της Ισμήνης πως τα έχει και με τους δυο, και της γνωρίζει την ταινία Ζυλ και Τζιμ, κι έτσι η Ισμήνη, έτσι όπως φοβάται πως θα περάσει τη ζωή της και το όνομά της δεν θα γραφτεί ποτέ στους τίτλους, πιάνεται στο ψέμα που έπλεξε και αποφασίζει να το κάνει αληθινό. Ο μονόλογος της Ισμήνης λίγο αργότερα επιστρέφει τα χρόνια στο Βερολίνο, στον κατά δώδεκα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό της Μάρκο, μεγάλη της αγάπη και έρωτα κανονικό, αιτία των γονεϊκών καυγάδων επειδή αγαπούσε έναν Τούρκο, διώχτηκε απ’ το σπίτι και λίγο αργότερα δολοφονήθηκε από σκίνχεντ που τους είδαν να φιλιούνται στο μετρό, «δυο σκούροι». Και γίνεται πια ο Μάρκος όχι ο δικός της αλλά όλου του κόσμου, καθώς κινητοποιεί με διάφορους τρόπους τον κόσμο σε εμπνεύσεις, διαδηλώσεις, δημιουργίες, οργανώσεις, ακτιβισμούς. Άλλωστε, όπως της είπε σ’ ένα της όνειρο, η ευτυχία είναι μοιραία.

Πολλοί «δεύτεροι»  χαρακτήρες περνούν σε λίγες αλλά αξέχαστες σελίδες, όπως η Βουλγάρα γιαγιά, που κάνει επίτηδες άνοστα φαγιά για να την αφήνουν στην ησυχία της, πλέκει χαλάκια από σακούλες του σούπερ μάρκετ κι όταν χάνει τον άντρα της κόβει λωρίδες τα απλωμένα ρούχα της γειτονιάς, για να κόψει τα παιδικά της χρόνια που την φέρανε με το ζόρι στη Ελλάδα, το παρελθόν της ολόκληρο. Ή τα μέλη του κινηματογραφικού συνεργείου, που προσπαθεί το καθένα με τον δικό του τρόπο να αρπάξει το κομμάτι ευτυχίας που θεωρεί πως του αναλογεί. Οι κομπάρσοι των γυρισμάτων στα στενόμακρα τολ κάπου στα Μεσόγεια είναι κάθε στιγμή  έτοιμοι να εκμεταλλευτούν την απουσία ενός άλλου, παρόντες στα διπλωματικά επεισόδια των βεντετών, τουλάχιστο ικανοποιημένοι πως προσφέρεται πρωινό.

Ο Νικ κι ο Ιβ διαρκώς υβριζόμενοι από τους γονείς τους δεν τους κάνουν την χάρη να δώσουν συνέχεια στους καυγάδες είχαν πάει να μείνουν στο νερόμυλο μαζί με τη σκυλίτσα Νόρμα. Εκεί μοιράζονταν όνειρα και ονειρώξεις, εκεί έγιναν «δίδυμα», επαληθεύοντας μια φάρσα της φύσης στη μοναδικότητα της ζωής. Ο έφηβος Βίκτωρας με την σειρά του είχε πάει να ζήσει με την νοσοκόμα Φωτεινή, για να την βοηθάει στα ψώνια. Η Φωτεινή: νοσοκόμα διαρκώς σχολιαζόμενη από το χωριό επειδή δεν παντρεύτηκε, καπνίζει κι έχει μηχανάκι στα εξηνταπέντε της. Δηλωμένη αριστερή, τρέχει για όλους με σκόντο για κανέναν, κι επιβραβεύει τις πιο εξωφρενικές φήμες της με τις πιο οδυνηρή ένεση ώστε ο κώλος που μίλησε να το θυμάται για πάντα. Τώρα κατηγορείται πως μάζεψε τον «εαμοβούλγαρο», ασυγχώρετη που του χάρισε και το μηχανάκι που λιμπίζονταν.

Όλες τις φήμες εναντίον της έχει και η ερωτική εμμονή του Βίκτωρα, η Ραμόν. Φίλη του παιδική, με μάνα Λιβανέζα και πατέρα απ’ το χωριό, θεωρείται ανεπιθύμητη αλλά τι να περιμένει κανείς από τον ναυτικό που παντρεύτηκε Λιβανέζα; Τώρα η κόρη του τραβιότανε με τον Βούλγαρο που τον είχε περιμαζέψει η συμμορίτισσα. Η Ραμόν «τον αφήνει να μπαινοβγαίνει στο κορμί της, ένα μυρμήγκι που μαζεύει εφόδια για τον χειμώνα» αλλά δεν έχει την ίδια τρέλα μαζί του, όμως μοιράζεται σημαντικές στιγμές, όπως ο αποχαιρετισμός στη Νόρμα, σε μερικές έξοχες σελίδες, μια τελετουργική ταφή μαζί μ’ έναν ιβίσκο από την συλλογή της που κόντευε να καταπιεί το χωριό.

Στο σπίτι της Φωτεινής φτάνει ο αδελφός της Πάνος από την Μελβούρνη, η πινακίδα I AM με χαμένο το BACK τού κόλλησε το παρατσούκλι Αϊάμ. Παίρνει αμέσως την θέση της, γίνεται κάτι παραπάνω από πατέρας και φίλος του Βίκτωρα, μάλλον εβδομηντάχρονος δίδυμος του μικρού, κι οι μέρες τους περνούν σαν βιντεοκλίπ. Κουβαλά κι αυτός την δική του οικογενειακή θλίψη, μια ανανταπόδοτη σαρανταπεντάχρονη αγάπη προς την σύζυγο Τούλα και την σόλο πλέον πορεία των τεσσάρων παιδιών που δεν θα μάθει ποτέ ποιο ανήκει στον χρόνιο φίλο του και εραστή της Λευτέρη.

Για την Ισμήνη δεν υπάρχουν ζωές, μόνο ιστορίες, κι έτσι έκκεντροι – απόκεντροι χαρακτήρες προλαβαίνουν να αφήσουν τα ίχνη τους στις σελίδες, όπως ο Στέλιος εραστής του αδικοχαμένου αδελφού της, στα σαράντα κύματα από τα μπουζουξίδικα της Όξφορντ Στριτ και ως τον έρωτά του με την χορεύτρια Τζούλια με την οποία μοιράζεται το σλίπινγκ μπαγκ του στο υπόγειο καμαράκι και που χάνει τόσο γρήγορα όσο γρήγορα βρήκε. Κι ύστερα θα βρεθεί κι αυτός σε μια διαρκή αναχώρηση, πεπεισμένος πως θα βρει τον Μάρκο γιατί ο Μάρκος δεν τελειώνει ποτέ, όπως τα άλογα της Πάτι Σμιθ, που δεν σταματάνε πουθενά, όπως η μουσική που δεν τελειώνει ποτέ.

Ο Βίκτωρας παραμένει ερωτευμένος με την Ραμόν κι ας είναι εκείνη αλλού ακόμα και στα αγκομαχητά τους, σα να αυνανίζεται μέσα της, αυτός εκεί, «έρωτας πάει να πει να διασχίζεις τυφλός τα σκοτεινά τοπία. Γι’ αυτό σκοντάφτουν όλοι, και γιατί ο ήλιος, όταν ερωτεύεσαι, είναι μισός σκοτάδι». Εκείνη έχει άλλα σχέδια, αν γινόταν το κορίτσι του Νικ θα εξασφάλιζε ένα είδος ασυλίας κι άλλο ένα προσοχής. Κι έτσι αναποδογυρίζουν οι δεσμοί κι είναι ο Νικ τώρα που την αποζητά κάθε ώρα και στιγμή και κλείνουν τα στόματα στο χωριό όπως οι ιβίσκοι τη νύχτα. Η Ραμόν ξεκόβει από τον Βίκτωρα κι «η άρνηση δαγκώνει σαν το σκυλί και την δαγκωματιά την κουβαλάς για χρόνια», τα σώματα αναζητούν ξέσπασμα, οικονομίες ολόκληρες χαραμίζονται, δώρα άδωρα χαρίζονται, συγγένειες ραγίζουν.

Αλλά και η Ισμήνη περιμένει να έρθει η στιγμή όπου θα γίνει Ζαν Μορώ σ’ εκείνη ταινία με τους δυο εραστές κι ας θέλει τα πλάνα μαυρόασπρα – και λιγωμένοι οι τρεις από τους απαραίτητους μπάφους  ανταγωνίζονται στα σημάδια πάνω της, τα κάστρα της μένουν αφύλαχτα, το κρεβάτι της γιαγιάς γίνεται κήπος, κι αυτοί δεν προλαβαίνουν να πηδήσουν στο κενό. Ο οργασμός τους αλλάζει χρώματα. Και το ταβάνι κατεβαίνει αργά και τους πιέζει.

Ο Πάνος σχεδιάζει να πάρει τον Βίκτωρα στην Αυστραλία, ούτως ή άλλως κι εκείνος 45 χρόνια δεν βούτηξε στον ωκεανό, ζει την ζωή στις φωτογραφίες των άλλων, εκεί κάτω άλλωστε οι Έλληνες επισκέπτονταν Έλληνες και φωτογραφίζονταν ομαδικά, «η διατήρηση των αξιών της φυλής παίρνει χροιά αιμομικτική. Η ξένη θα σε κερατώσει, δεν θα φιλάει το χέρι του παππού. Θα μπαίνει με το μίνι στην εκκλησία και θα φτιάχνει σαλάτες με φύτρες και καλαμπόκι. Ούτε στη λύπη ούτε στη χαρά, καμιά τους δεν ξέρει από κόλλυβα». Κι έτσι γίνεται το ατομικό του εργοστάσιο παραγωγής παραμυθιών, «όλες οι καρτ ποστάλ που είχε δει στη ζωή του χωρέσανε στη Γη της Επαγγελίας που κατασκεύαζε για να ξεχνιέται ο Βίκτωρας», στα εβδομήντα του επινόησε τον εαυτό του σαν μια Σεχραζάτ και σαν γνήσιος ψεύτης είναι πρόθυμος να χάψει πρώτα τα δικά του. Ίσως το ταλέντο του είναι να είναι ολομόναχος, τώρα που γνωρίζει πως γινόμαστε το αντίθετο από αυτό που είμαστε.

Αναρωτιέται κανείς πως είναι δυνατό σ’ ένα τόσο φορτισμένο μυθιστόρημα να έχει κανείς ταυτόχρονα την αίσθηση ότι διαβάζει απόλυτα σύγχρονους βίους, πάνω σ’ ένα χάρτη ενός αποκλειστικού παρόντος  και συνάμα την εξιστόρηση των αιώνιων ιστοριών της αρχαίας τραγωδίας. Η κατάληξή τους σε κάθε περίπτωση θα είναι μια έξοδος, με δεκάδες μορφές. Ο Νικ θέλει να μην υπάρχει ο Ιβ, θέλει την Ισμήνη ολόδικιά του, η Ισμήνη ξέρει να τιμωρεί το σώμα της μετά τις απολαύσεις, ούτως ή άλλως πλέον αποτελεί το γήπεδο του ανταγωνισμού των δυο μη διδύμων, ακόμα κι όταν την πηδάνε σαν μια φουσκωτή κούκλα κι οι φωνές της τρυπούν τα αυτιά του αντιπάλου. Το μίσος τους κάνει ευρηματικούς, άλλωστε έχουν δει τόσες φονικές μηχανές στην τηλεόραση. Η Φωτεινή ξέρει να σταματάει τις αναμνήσεις προτού σχηματιστούν, κι ο Βίκτωρας δικαιώνει τον λόγο που θα βρεθεί στη φυλακή, άλλωστε στα βιντεοκλίπ του γιουτιούμπ έμαθε πώς ζουν και πώς σκοτώνουν.

Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες, με ταλόγια του συγγραφέα, θεωρούν την μοίρα κάτι αναχρονιστικό, που δεν αποδεικνύεται, η μοίρα τους μπερδεύει, είναι το γέλιο ενός ανύπαρκτου Θεού. Γνωρίζουν πως οι άλλοι ρωτάνε όχι ερωτήσεις αλλά απαντήσεις, γνωρίζουν πως όταν περνάς το όριο τα πάντα μοιάζουν φυσιολογικά κι ας μην είναι. Κι όσοι δεν μπορούν να σφαχτούν στην καθημερινότητα το κάνουν στα γυρίσματα της ταινίας, υπερβαίνουν τις σκηνοθετικές εντολές και ζουν όσα δεν τολμάνε έξω. Στον κόσμο τους «το ψέμα προϋπάρχει του κόσμου», ο πόνος ζει στο μυαλό, στρογγυλοκάθεται και σε κυβερνάει κι εκείνοι παραμένουν «ισόβια αιχμάλωτοι σ’ ένα σκονισμένο φως». Μπορούν να λιανίσουν ο ένας τον άλλον όπως μπορούν και να προχωρήσουν αφού κάθε τους ιστορία «είναι κάτι που τελείωσε επειδή άρχισε».

Οι κρυμμένες φράσεις των δεδηλωμένων από τον συγγραφέα Σολωμού, Ντοστογιέφσκι και Σιοράν αλλά και άλλων αδήλωτων, μαζί με τον θεατρικό μονόλογο του Ηλία Λάγιου Η Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος και την πρώτη ποιητική συλλογή της Φρίντας Λιάππα Ο λυρικός επίλογος της οδού Πατησίων, συγκροτούν ένα πλέγμα προσωπικών εμμονών και μιας ενδιαφέρουσας παραπληρωματικής διακειμενικότητας.

Ο Χρήστος Αγγελάκος έγραψε ένα από τα ελάχιστα μυθιστορήματα που μπορεί να αφηγείται την σύγχρονη ζωή με σπάνιο λογοτεχνικό λόγο. Η ανάγνωση τσιτώνει τον εγκέφαλο, κρατά την σκέψη πάνω της, διατηρεί τους ήρωες στις αναμνήσεις του αναγνώστη. Οι λέξεις γλυκαίνουν ακόμα και τις πιο σκληρές στιγμές, ο κόσμος που περιγράφουν μοιάζει να μην επινοήθηκε αλλά να υπάρχει. Κι ομολογώ πως ένοιωσα όπως ο Βικ, όταν άρχισε να διαβάζει μέσα στην φυλακή: Οι λέξεις ήτανε νησιά, κι έπρεπε να κολυμπήσει από το ένα στο άλλο.

Εκδ. Μεταίχμιο, Νοέμβριος 2017, σελ. 221

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, πέντε χρόνια πριν, εδώ.

Στις εικόνες έργα των: Στις εικόνες έργα των: Αγνώστου πατρός, Brian Rea, σκηνή από την ταινία Tschick, Leyly Matine-Daftary, φωτογραφία του Tom Sloan, Victor Brauner, Andrea Pazienza, Daehyun Kim.

Advertisements
03
Δεκ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 185. Ελένη Γιαννάτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ο κύριος Πηνελόπη μοιάζει με έναν στίχο του αγαπημένου μου Χουαρρός: είναι μια πόρτα που έμαθε να είναι χτύπος. Νομίζω ότι αρκεί το κείμενο που έγραψα για τον Κύριο Πηνελόπη, το οποίο έχει καταλάβει τα αυτιά του βιβλίου.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το έγραψα όταν δεν πίστευα πια σε τίποτα παρά μόνο στην αναμονή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν όπως τα μπαλάκια τον καφκικό Μπλούμφελντ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως, προτού καταφύγω στο word, δοκιμάζω το μολύβι μου σε μπλοκάκια, που τα αγαπώ τόσο, ώστε θα ήθελα να έχω δεκάδες τσέπες για να τα ενθυλακώνω. Ίσως να τα αγαπώ περισσότερο από την ανάγνωση και τη συγγραφή, διότι φροντίζω επιμελώς να διατηρώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις σελίδες τους λευκές.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φτιάχνω καφέδες. Αλλάζω αμέτρητες φορές τη μουσική. Ξεσκονίζω το γραφείο μου. Αλλάζω τη θέση μερικών βιβλίων. Νοσταλγώ όσα δεν έχω πια στη βιβλιοθήκη μου. Επιθυμώ καινούργια. Θυμάμαι να αναζητήσω κάποιο εξαντλημένο. Όταν εξαντλήσω όλους τους τρόπους αναβολής, αρχίζω να γράφω. Δεν ακούω σε όλα τα στάδια της γραφής μουσική. Οι μουσικές μου προτιμήσεις εκτείνονται από την αφρικανική έως την ατονική μουσική.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Το αυτί του βιβλίου μου γράφει ότι σπούδασα θεατρολογία και κατόπιν κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική  Σχολή της Αθήνας. Ωστόσο πιστεύω ότι δεν είμαστε μόνο ό,τι σπουδάσαμε αλλά ό,τι τολμήσαμε να γνωρίσουμε. Εάν γυρνούσα τον χρόνο πίσω, θα επέμενα, εκτός από τη φωτογραφία μου στο αυτί του βιβλίου, να μην μπει και κανένα βιογραφικό στοιχείο που να έχει σχέση με σπουδές και παρόμοια. Τέτοιες πληροφορίες είναι επιζήμιες για την (κριτική) σκέψη και ευνοούν προκατασκευασμένες αναγνώσεις. Προς το παρόν βιοπορίζομαι κυρίως από την εκπαίδευση και προσπορίζομαι ηδονή από την επιμέλεια και τη μετάφραση. Παρά ταύτα διαπιστώνω πράγματι κάποια εμφανή απορρόφηση της χρόνιας ανεργίας στη γραφή μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα πρόταση για μονογραφίες από καθηγητές και των δύο σχολών, αλλά αρνήθηκα, διότι πλήττω θανάσιμα. Αυτός είναι και ο λόγος που, ακόμη και σήμερα, βρίσκω πιο ελκυστική την ιδέα ενός τρίτου ή τέταρτου πτυχίου από την ιδέα ενός διδακτορικού. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αποδεχόμουν μια πρόταση για μια μουνογραφία ή μια στηθογραφία, για να διαψεύσω τον Χουάν Μανουέλ δε Πράδα που έχει δηλώσει ότι τέτοια βιβλία γράφονται από ή για άντρες και για να επαληθεύσω τον ισχυρισμό του Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα ότι οι γυναίκες είναι άφθαστες στην εξαπάτηση, διότι επιλέγουν από ποιον θα εξαπατηθούν.

Τι γράφετε τώρα; 

Το επόμενό μου βιβλίο είναι ένα κιβωτιόσχημο ερώτημα που δεν διατύπωσε ποτέ ο Ρομπέρ Φιλλιού.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια του Ομήρου, οι Ιστορίες του Ηροδότου, η Αποκολοκύνθωση του Σενέκα, το Σατυρικόν του Πετρωνίου, οι Σάτιρες του Γιουβενάλη, Περί παρασίτου και Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία ωνούμενον του Λουκιανού, Φαίδρος, Ίων, Κρατύλος και Συμπόσιο του Πλάτωνα, η ψευδολογγίνεια πραγματεία Περί Ύψους,  Κανών περιεκτικός πολλών εξαιρέτων πραγμάτων… του Δαπόντε, 20,000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, Η πράσινη αχτίδα και  Η σφίγγα των πάγων του Βερν, Χαμένα Όνειρα, Λαμπρότητες και αθλιότητες εταιρών και Σαραζίν του Μπαλζάκ, Μπουβάρ και Πεκυσέ του Φλωμπέρ, Ο ηλίθιος και Οι δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι, Ομπλόμοφ του Γκοντσάροφ, Φερντυτούρκε, Υπεραντλαντικός και ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς, Μόμπυ Ντικ και Μπάρτλμπυ ο γραφιάς του Μέλβιλ, H χλομή φωτιά του Ναμπόκοφ,

Το μηδέν και το άπειρο του Καίστλερ, Καθώς ψυχορραγώ και Άγρια φοινικόδεντρα του Φώκνερ, Θωμάς ο σκοτεινός και Εκείνος που δεν με συντρόφευε του Μπλανσό, Θλιβεροί τροπικοί του Λεβί-Στρος, Errata και Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ, Βίοι Ελάσσονες του Μισσόν, Ο φωτεινός θάλαμος, Μυθολογίες, Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης και Οι Αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Πράγματα, Ζωή, οδηγίες χρήσεως, Cantatrix sopranica και άλλα επιστημονικά συγγράμματα και W ή Η παιδική ηλικία του Περέκ, Ο κλέφτης της νοσταλγίας του Ερβέ Λε Τελιέ, Χειμώνας στη Λισσαβώνα και Ο Πολωνός ιππέας του Μολίνα, Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας, Η ερυθρά παρθένα του Αρραμπάλ, Το μαύρο πρόβατο και άλλοι μύθοι του Μοντερρόσο, Το πετρέλαιο του Παζολίνι,

Φράγμα στον Ειρηνικό, Ο άνδρας που καθόταν στον διάδρομο και Τα πράσινα μάτια της Ντυράς, Τα κύματα και Στον Φάρο της Γουλφ, Μυθοπλασίες και Ο ποιητής του Μπόρχες, Το κουτσό και Άπαντα τα διηγήματα του Κορτάσαρ, Μπάρτλεμπυ και Σία του Μάτας, Η ακτή των Σύρτεων του Γκρακ, Η ζήλια του Γκριγιέ, Η ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, Μερόη και Πορτ Σουδάν του Ρολέν, Η τριλογία της Μασσαλίας του Ιζζό, Η Ιγκουάνα της Άννα Μαρία Ορτέζε, Η γνώση του πόνου του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, Ρέκβιεμ και Νυχτερινό στην  Ινδία του Αντόνιο Ταμπούκι, Οι άγριοι ντετέκτιβ και Τα τηλεφωνήματα του Μπολάνιο, το Χειρόγραφο της Σαραγόσα του Γιαν Ποτότσκι, Περί ηρώων και τάφων του Σάμπατο, το Paradiso του Λίμα, η Πρώτη και η Τελευταία τριλογία του Μπέκετ, Λεντς και Βόυτσεκ του Μπύχνερ,  τα ποιήματα του Μισώ,

του Μπονφουά, του Σαρ, του Πικαμπιά, του Πονζ, του Χιρόντο, του Πάρρα, του Μπρόταρς, του Φιλλιού, του Αναγνωστάκη, του Βάθη, του Εγγονόπουλου, του Κάλας, του Λεοντάρη, του Παυλόπουλου, του Πούλιου, του Σαράκη, του Σινόπουλου, του Σολωμού, του Στεριάδη, του Φωκά, της Καρέλλη, της Ρένας Χατζηδάκη, της Μαστοράκη, της Βακαλό, της Βέμη, του Δημάκη, του Ντε Κάμπος, του Ιβάν Γκολ, Οι Βενετίες του Μοράν, Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου — Συνεντεύξεις με τον Μαρσέλ Ντυσάν του Καμπάν, η Λιμναία Οδύσσεια του Κουνέλλη, Η νέα τέχνη να φτιάχνεις βιβλία του Ουλίσες Καρριόν, Η εικόνα στο χαλί και Τα χαρτιά του Άσπερν του Χένρυ Τζέημς, Τα αδέρφια Τάννερ και τα Μικροκείμενα του Βάλζερ, Από τη ζωή ενός φαύνου του Άρνο Σμιτ, Ο ανιψιός του Βιτγκενστάιν και το Μπετόν του Μπέρνχαρντ, Οι ξεριζωμένοι και Οι δακτύλιοι του Κρόνου του Ζέμπαλντ, Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι του Στερν, Ο τρίτος αστυφύλακας του Ο’Μπράιαν,

Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία του Σαντράρ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ, Ο ζοφερός οίκος του Ντίκενς, η Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ του Μάστερς, H σύντομη ζωή, Το ναυπηγείο και Ο Πτωματοσυλλέκτης του Ονέττι, το Κουιντέτο του Μπουένος Άιρες του Μονταλμπάν, το Τσούρμο του Χουάν Φιγιόυ, Εντυπώσεις από την Αφρική του Ρεημόν Ρουσσέλ, Τα γαλάζια άνθη και Ασκήσεις ύφους του Ρεημόν Κενώ, Το γαλάζιο τετράδιο του Χαρμς, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος του Χόφμανσταλ, Μαθήματα χορού για ενήλικες του Χράμπαλ, Ταξίδι στην Αρμενία του Μάντελσταμ, Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου του Τουργκένιεφ, Ο μετέωρος άνθρωπος και Χέρτσογκ του Μπέλοου, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, Δίχως Θεό του Τερζάκη, Η κενή διαθήκη του Τακόπουλου,

Ιφιγένεια εν Ληξουρίω του Κατσαΐτη, Αναφορά περιπτώσεων του Αλέξανδρου Σχινά, ο πέμπτος τόμος των Απάντων του Ροΐδη, Οι έμποροι των Εθνών του Παπαδιαμάντη, τα Σκαλαθύρματα του Κάσδαγλη, Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη του Μάρκογλου, Ζωγραφικοί πίνακες και ιδιότροπα ζώα  του Αποστολίδη, ο Λοιμός του Φραγκιά, Ο Ιερός μαστός του Νικολαΐδη, Το πλατύ ποτάμι και Ο μαύρος φάκελος του Μπεράτη, Το θείο τραγί και Το σόλο του Φίγκαρω του Σκαρίμπα, τα Άπαντα του Χάκκα, τα Άπαντα του Μπαρλά, Ιστορία των μεταμορφώσεων του Πάνου, Νεράιδα της Αθήνας. Πολυξένη του Νόλλα, Το γονίδιο της αμφιβολίας του Παναγιωτόπουλου, Το λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη, Η μεγάλη πλατεία του Μπακόλα, Ο εξώστης του Καχτίτση, Οι αγελάδες του Γονατά, Βάρδια και Λι του Καββαδία, Η αρχιτεκτονική της Σκόρπιας ζωής του Πεντζίκη, Ο υπνοβάτης της Καραπάνου, Το τσίρκο της Μιμίκας Κρανάκη (συνεχίζεται παρακάτω).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ρίχτερ ο μοναδικός» του Ροΐδη, «Το ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου» του Μπαρλά, «Αυτόχειρ» του Μητσάκη, «Όταν οργά η φύση» του Πικρού, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού, «Οι χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη «Οι καρφίτσες» του Πέλλα, «Το βάρος του Φωτάκη Σεβαστοκράτορα» του Χουλιαρά, «Οι Χτίστες» της Κρανάκη, «Σκυλοπολιορκία» του Ιωάννου, «Το τρίτο νεφρό» του Χάκκα, «Η άτιμη τιμή» του Χατζηαργύρη, «Το άγαλμα» του Καζαντζή, «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» του Χατζή, «Σχολιάζοντας ένα νεανικό του διήγημα» του Πίττα, «Ένα δωμάτιο έξω από το παράθυρο» του Τσίζεκ, «Η καμπάνα» του Κ.Χ. Μύρη, «Η επίσκεψη» του Γονατά,

«Βοροφρύνη» του Πεντζίκη, «Επιστολή προς τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη» του Αντονά, «Σημειώσεις μιας ζωής» του Γιαννακουδάκη, «Γέροι άνθρωποι» του Παλαβού, «Ήτο ένα μπουκ» του Σερέφα, «Σαμογέτες» του Μπαρρέτο, «Η τρίτη όχθη του ποταμού» του Ρόζα, «Ο Ρίντερ και το πρες παπιέ» του Ριμπέυρο, «Οριγκάμι» του Σέρζι Πάμιες, «Η κότα και το αυγό» της Λισπέκτορ, «Η αποκεφαλισμένη κότα» του Κιρόγα, «Ένα σπάνιο πουλί» του Μπερνάρ Κιρινί, «Σέσιλ Τέιλορ» του Άιρα, «Το καινούργιο φόρεμα» της Γουλφ, «Ο κυβερνήτης» του Αντρέγιεφ, «Είναι τραγωδία; Είναι κωμωδία;» του Μπέρνχαρντ, «Η χοντρομπαλού» του Μωπασσάν, «Ο βούρκος» του Ιονέσκο,

«Η πράσινη καρδιά» του Ερνάντες, «Το βιολί του Ρότσιλντ» και «Ο χοντρός και ο λιγνός» του Τσέχοφ, «Ένας λυρικός ποιητής» του Κεϊρός, «Η καταστροφή» του Μπουλγκάκοφ, «Ο βιρτουόζος της πείνας» του Κάφκα, «Το κόκκινο κουκούλι» του Αμπέ, «Ελάτε στη θέση μου» του Κάρβερ, «Ένα ενοχλητικό γράμμα» του Μπουζάτι, «Λίγεια» του Λαμπεντούζα, «Η γαλάζια περίοδος του Ντε Ντομιέ Σμιθ» του Σάλιντζερ, «Οι νεκροί» του Τζόυς, «Το ποντίκι και η γυναίκα» του Τόμας, «Θα περιμένω» του Τσάντλερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Ευθύμης Σακκάς, ο Γιάννης Αστερής, ο Νίκος Χρυσός, η Μαρία Α. Ιωάννου, η Λουίζα Λαζάρου και η Ιωάννα Ξυλόσομπα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Είναι πολλοί οι ζηλευτοί λογοτεχνικοί ήρωες. Μπαίνω στον πειρασμό να απαντήσω: ο Μπουβάρ και o Πεκυσέ, ο Μερσιέ και ο Καμιέ, ο Βίτολντ και ο Φουξ, αλλά θα προτιμήσω την απάντηση που έχω ξαναδώσει πριν από λίγους μήνες (χωρίς αυτή τη φορά να χρειάζεται, προκειμένου να δημοσιευτεί, να δώσω και μια φωτογραφία μου): Το Οντραντέκ που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα ερμηνείας ή ο Μπαλνταντέρς που μεταμορφώνεται αδιάκοπα και γνωρίζει πώς να συνομιλεί με μια καρέκλα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω δύο ανενεργά λογοτεχνικά περιοδικά: Τον Θεσσαλονικιό Κοχλία, που έχει φιλοξενήσει υπέροχα κείμενα στις σελίδες του και το Φυλλάδιο του Ιωάννου, στο οποίο δεν έχω πάψει να ανατρέχω. Όταν ήμουν φοιτήτρια υπήρξα για ένα μεγάλο διάστημα συνεπής συλλέκτρια μουσικών και κινηματογραφικών κυρίως περιοδικών, εγχώριων και μη. Τη στιγμή που το συλλεκτικό μου ενδιαφέρον είχε αρχίσει να ατονεί, έπεσα πάνω σε δύο περιοδικά που μου το αναζωπύρωσαν και μου πρόσφεραν στοχαστική απόλαυση: το (ηχητικό) περιοδικό του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ και το πρώτο τεύχος της θεματικής περιοδικής έκδοσης της Alloglotta. Σήμερα εξακολουθώ να διαβάζω ηλεκτρονικά περιοδικά, τα οποία, στην πλειονότητά τους, δεν είναι εγχώρια ούτε αμιγώς λογοτεχνικά.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το πόνημα του Μπράιαν Ρίτσαρντσον για την τυπογραφία στην Ιταλία της Αναγέννησης.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι. Με ενδιαφέρουν πραγματικά όσες ελαύνονται από αγάπη για τα κείμενα και δεν εξυπηρετούν εκδότες, συγγραφείς και προσωπικά συμφέροντα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από χρόνια, μέσα σε ένα βαγόνι του ηλεκτρικού με κατεύθυνση τον Πειραιά, διάβαζα το «Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη» του Κορτάσαρ, και δεν είχα αντιληφθεί ότι ένας ηλικιωμένος, που καθόταν απέναντί μου, διάβαζε το πρόσωπό μου. Λίγο προτού κατεβούμε, με ρώτησε: «Συγγνώμη, δεσποινίς, μπορείτε να μου πείτε τον τίτλο του βιβλίου που σας έκανε να χαμογελάτε;».

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η ερώτησή σας επιβάλλει τη διεύρυνση της ανωτέρω λίστας που περιλαμβάνει τα αγαπημένα μου βιβλία: Μπόουλινγκ πάνω στον Τίβερη του Αντονιόνι, Ο Γκοντάρ για τον Γκοντάρ, Η τελευταία πνοή του Μπουνιουέλ, Κάτι σαν αυτοβιογραφία του Κουροσάβα, Κινηματογράφος και ζωγραφική του Αϊζενστάιν, Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, Το μακρύ ταξίδι της άμμου του Παζολίνι, Οδοιπορία στον πάγο του Χέρτσογκ, τα Γραπτά των Στρομπ- Ουγιέ, Βουστροφηδόν και άλλα γραπτά του Γκρέγκορυ Μαρκόπουλος, Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση του Νίκου Παπατάκη, Καθημερινές ιστορίες του Τάκη Κανελλόπουλου. Μπορώ να αναφέρω ισάριθμα θεατρικά – θεατρολογικά κείμενα και δυο-τρεις σκηνοθέτες που εκτιμώ και παρακολουθώ τη δουλειά τους — ας μην το κουράζουμε! Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ τον κινηματογράφο πολύ περισσότερο απ’ όσο αγάπησα ή θα αγαπήσω ποτέ μου το θέατρο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πρόσφατα είχα μια διδακτική εμπειρία από το διαδικτυώνεσθαι που συνδέεται με την προσωπική μου επιλογή του μη δικτυώνεσθαι. Ένας παράγοντας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τον οποίο ουδέποτε έχω συναντήσει ή επιδίωξα ποτέ να συναντήσω, με τον οποίο δεν έχω ανταλλάξει ούτε μία λέξη, μου έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα στην εικονική ζωή και τον ευχαριστώ δημόσια για αυτό. Νόμιζα ότι όταν δεν είσαι (και δεν αποζητάς να γίνεις) μέλος κάποιας λογοτεχνικής παρέας, ώστε να μπορείς να επωφεληθείς από τα προνόμια που θα είχες ως προστατευόμενη, το πιθανότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί, θα ήταν να αγνοήσουν επιδεικτικά το βιβλίο σου (μιας και τους είσαι παντελώς άχρηστη). Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι η προσωπική επιλογή του μη δικτυώνεσθαι θα πυροδοτούσε αντιδράσεις που φανερώνουν νοσηρή εμπάθεια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ό,τι είναι αιώνιο, η νιότη, η ανάγνωση, η συγγραφή, η ζωή η ίδια, καταντάει βαρετό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Κυρία Γιαννάτου, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που καθυστερήσατε τόσο να απαντήσετε αυτό το ερωτηματολόγιο;

Μέχρι σήμερα δεν πίστευα ότι ήμουν ικανή να ανταποκριθώ στο αίτημα για μια ευσύνοπτη λίστα απ’ όσα βιβλία ή διηγήματα αγαπώ περισσότερο, μια λίστα που θα με ικανοποιούσε τόσο, ώστε θα κατασίγαζε την επιθυμία μου να την αναιρέσω — πάμε ξανά από την αρχή;

Στις εικόνες: Virginia Wolf [Valeria Gallo], Arno Schmidt, Julio Cortazar, Marguerite Duras, Henri Michaux, Saul Bellow, Kobo Abe, Juan Carlos Onetti, Juan Filloy, Anna-Maria Ortese.

18
Νοέ.
18

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η ιδιωτική μου αντωνυμία

Η αλληλοπάθεια των βίων που γίνονται βιος

Μαζεύω τυχάρπαστες λέξεις δίχως κανέναν ταξικό, γεωγραφικό ή πνευματικό περιορισμό. Απ’ τα χαμίνια των δρόμων, τους παγωμένους άστεγους, τις κακοποιημένες συζύγους, τους συνεσταλμένους εφήβους, τις κυρίες των σαλονιών και τους ξεμωραμένους γέρους. Και κάθε βράδυ, σαν πέφτω για ύπνο, κάθομαι από συνήθεια και τις επαναλαμβάνω. Σαν τότες που ήμουνα μωρό παιδί, δευτεράκι ή τριτάκι, και με έστελνε η μάνα μου στο μπακάλικο, αφού προηγουμένως με έβαζε να παπαγαλίσω όλα τα ψώνια: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές. Με τη βεβαιότητα ότι το ξύλο δεν υπήρχε περίπτωση να το γλιτώσω. Ή που θα μπέρδευα την παραγγελία ή που θα ξεχνιόμουν στην πλατεία να παίζω μπίλιες με τους φίλους μου. Και όταν κλείνω τα μάτια έχω την ίδια πάντα αγωνία: ότι τις πιο δύσκολες ώρες της νύχτας θα βρω τις λέξεις μου να χαρχαλεύουν ξεραμένες μνήμες, να ξεφυλλίζουν ασπρόμαυρα άλμπουμ και να ανασταίνουν αγαπημένα πτώματα, ώστε είτε να μείνουν άπραχτες ξεθυμαίνοντας τον οίστρο τους σε μια ακόμα διαδήλωση ονείρων είτε να με ξυπνήσουν απότομα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Με τα χέρια στο πληκτρολόγιο και τον κέρσορα να σχηματίζει ξανά και ξανά την ίδια φράση: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές («Παραγγελιές», σ. 39-40).

Αδυνατώ να καταλήξω αν είναι η ίδια η ζωή ή η άλλη της πλευρά, αυτή της λογοτεχνίας, που μου πρότειναν πως ό,τι αξίζει απ’ όσα ζούμε ή ό,τι μας έκανε αυτό που είμαστε, δεν φτιάχνει μυθιστόρημα, ούτε καν διηγήματα, αλλά μικρά πεζά, σκόρπια κομμάτια, πυκνά θραύσματα μνήμης. Και πως όλα αυτά από την ίδια τους τη φύση αποζητούν τις ελάχιστες δυνατές λέξεις, εκείνες που έχουν διπλό φορτίο, και του νοήματος και της σιωπής. Αλλά και πάλι, τι απ’ όλα αυτά αφορά έναν αναγνώστη; Σίγουρα όχι η ωραιοποίηση μιας βιωμένης πεντηκονταετίας ή η νοσταλγία για τα αγνά συστατικά ενός ανεπίστροφου παρελθόντος, όπως η φύση, η παιδική ηλικία, οι αγαπημένοι περίγυροι, οι συγγενείς, ομοαίματοι κι εκλεκτικοί, οι έρωτες.

Μπορεί το απόσταγμα να είναι διπλό, ώστε να μείνει εκείνο που αφορά και τον αφηγητή και τον διαλεκτικό του σύντροφο από την άλλη πλευρά της σελίδας; Η ιδιωτική αντωνυμία του Χατζημωυσιάδη, χωρισμένη σε εννιά ενότητες –αντωνυμίες όλων των ειδών, είναι μια ψηφιδωτή λογοτεχνία όπου η κάθε ψηφίδα χωρά έναν ολόκληρο βιωμένο κόσμο, που, ιδωμένος από λίγο μακρύτερα ή πλαγιότερα, είναι και δικός μας. Κι ακόμα παραπέρα, είναι το τοπίο όπου ο έρωτας, η μύηση και ο θάνατος είναι δεν έχουν χρόνο.

Γι’ αυτό και από την μια μας περιμένουν παιδικές άνοιξες που θάλλουν, ασθένειες ευπρόσδεκτες γιατί αύριο δεν έχει σχολείο, βροχές που αναβάλλουν το μάζεμα του καπνού ή του βαμβακιού, σκιάχτρα που φορούν τις παλιές μας φανέλες και ασκούνται στην υπομονή, ύστερες αλλά ποτέ καθυστερημένες συμποσιάσεις με τον πατέρα και οι υποσχέσεις του παππού για την εβδομάδα που δεν έχει Παρασκευή (και που ο εγγονός ακόμα την περιμένει). Κι ύστερα, στην δεύτερη ανάγνωση, αλλάζει το φως και αποκαλύπτει κάτι άλλο, σαν τις ιστορίες του παππού που, ενώ ήταν οι ίδιες. τα διδάγματα κάθε φορά ήταν διαφορετικά, ακόμα και αντίθετα· ή σαν τις ιστορίες με τις νεράιδες και τα φαντάσματα που συνήθιζε να λέει η γιαγιά, οι οποίες τελικά βρίσκουν την δικαίωσή τους στην ίδια την Ιστορία, γιατί κάθε τόπος είναι φορτισμένος με τους τραυματίες του, με ή χωρίς εισαγωγικά.

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει το παρελθόν ή πρόκειται για μια τρυφερή άσκηση παρηγοριάς, ένα παιχνίδι που μας έμαθε η ίδια η αφήγηση; Γίνεται οι χειροποίητοι χαρταετοί, με την αλησμόνητη τελετουργία της κατασκευής, να πάψουν να σωριάζονται χάρη στην φαντασιακή επανάληψη των ίδιων κινήσεων και επιτέλους να πετάξουν; Γίνεται να θέσουμε την ερώτηση στην γιαγιά ποιους παππούδες, ποια δεκατετράχρονα κοριτσάκια και ποιες κρυφές ζωές φυλάς μες στις ερμητικές σιωπές σου; Υπάρχουν τρόποι να προληφθεί ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου; Μπορεί η ανάμνηση να αλλάξει την ροή των πραγμάτων όπως στην βουτιά;

Είπαμε, κάθε μαγεία εδώ βγαίνει από την μνήμη και φυλάσσεται στις λέξεις. Αλλά είναι οι ίδιες λέξεις που δεν κρύβουν τίποτα, απροκάλυπτα ειλικρινείς για την πλήρη απομάγευση. «Δυτικά της ιστορίας», το ποταμάκι των παιδικών χρόνων κατεβάζει του κόσμου της ακαθαρσίες, το δε πλατανόδασος αποψιλώνεται χρόνο με τον χρόνο και καταπατάται. «Στη μεθόριο της μεθορίου», εκεί όπου νέος σε ένα χωριό της Μακεδονίας στις αρχές του ’80 στοιχίζεσαι στους κυκλικούς χορούς και στις ενιαίες αντιλήψεις, όποιος είναι διαφορετικός και διαβάζει, απομονώνεται από τις παρέες και σήμερα – πώς είναι άραγε;

Υπάρχουν πολλά κείμενα που προκαλούν διπλή ανάγνωση, όπως Μια παγωμένη άνοιξη, με τους ήρωες των παιδικών χρόνων να φοράνε λουλουδάτα φορέματα και παντελόνια καμπάνα, να ακούνε ξένη μουσική, να συχνάζουν σε γεμάτα αμφιθέατρα και να αντιμετωπίζονται αρνητικά από τους μεγάλους. Τώρα θλιβεροί μεσήλικες τρέχουν στις εκκλησίες και ψάχνουν σε εθνικά συλλαλητήρια τις πιο βολικές κολυμπήθρες. Κάτι λίγοι μόνο άντεξαν, σαν φαντάσματα του παρελθόντος, βουτηγμένοι σε φτηνό αλκοόλ και απέραντη μοναξιά, χάρτινοι και κατανοητοί πια, γιατί «είναι αβάσταχτες εκείνες οι ατέλειωτες Πρωτομαγιές του ’75, σαράντα τόσα χρόνια μετά».

Κι όμως, παρά την απομάγευση οι συνοδοιπόροι του συγγραφέα ενηλικώνονται και γερνούν μαζί του με μια αίσθηση παραμυθίας πως όλα ανήκουν στον κύκλο της ζωής. Όπως, ας πούμε, ο μικρός Ινδιάνος Τσιπιρίπο τέταρτο και πολυτιμότερο μέλος της παρέας του Μικρού Σερίφη · τώρα τελευταία τον φαντάζεται μεσήλικα, να πάσχει από σάκχαρο ή να υποφέρει από αρθριτικά. Αλλά να συνεχίζει κάθε βράδυ να παίρνει το στενό μονοπάτι για το βουνό των Θεών, για μοναχικούς ολονύχτιους χορούς («Ο μικρός μου ήρωας»). Ή ο δικός του κακός λύκος μιας πυκνόφυτης ρεματιάς, πού όταν κάποτε, ενήλικος πια, την κατέβηκε, τον είδε που πέρασε δίπλα του, αναμαλλιασμένος, γεροντιάρης, κυνηγημένος από μια αγέλη. Αργότερα η ρεματιά αφανίστηκε από τους καταπατητές αλλά ο συγγραφέας θέλει να πιστεύει ότι ο λύκος βρίσκεται ακόμα εκεί στο πράσινο λημέρι του· και να τον φαντάζεται ανήμπορο, φαφούτη, στο κρεβάτι, με μια πονηρούλα Κοκκινοσκουφίτσα να του παραστέκεται και να τον παρηγορεί («Αλυχτίσματα»).

Ούτως η άλλως η ίδια η πραγματικότητα είχε την άλλη της πλευρά, αθέατη τότε, σήμερα ηθελημένα παραμερισμένη. Γιατί είναι ωραίο να είσαι στα δεκάξι στον πευκώνα του χωριού για το πρώτο ραντεβού και να ονειρεύεσαι ότι έτσι ακριβώς θα ήθελες να είναι όλη η ζωή σου: ένας καταπράσινος Απρίλιος, με το πρώτο ανοιξιάτικο ψιχάλισμα. Και να αγνοείς τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων για το ραδιενεργό νέφος εξαιτίας του προ δυο ημερών ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ («Ανθοφορίες»).

Αυτοί είναι και για μένα οι ιδανικοί χαρακτήρες των βιβλίων. Όπως εκείνος που μαθαίνει πως είναι πολύ άρρωστος αλλά δεν τα βάζει με τον εαυτό του ούτε με την τύχη του. Φεύγει από το νοσοκομείο, κλείνεται στο σπίτι και ξαπλώνει. Πόσα λόγια, πόσοι μορφασμοί, πόσες χειρονομίες, πόσα βλέμματα ανασταίνονται σε είκοσι μέρες μέσα; Κάποιες ημιτελείς ζωές τον περίμεναν ανυπόμονα για να τις ζήσει («Πολλές ζωές για να τις ζήσει»).

Κάποτε το διαρκώς αναζητούμενο βαθύτερο νόημα τελικά βρίσκεται στο παρελθόν. Άλλωστε «Οι γιαγιάδες που μας υπήρξαν» που μνημονεύονται από τον αφηγητή δεν είναι οι νεανίζουσες και καλοχτενισμένες αλλά οι μαγκούφες, οι αναμαλλιασμένες κι οι λιγομίλητες, γιατί περιέφεραν στον παιδικό του κόσμο μια υπενθύμιση θανάτου, μια απόδειξη της φθοράς και με αυτό τον τρόπο έθεταν, έστω και εν αγνοία τους, ένα όριο στην ύβρη. Και ζώντας σ’ έναν τόπο όπου νυχτώνει νωρίς, τα καφενεία είναι κλειστά, οι φανοστάτες χαλασμένοι και δεν ακούγονται παρά μακρινά γαβγίσματα σκύλων, ο συγγραφέας σκέφτεται πως ο θάνατος δεν είναι τόσο ένα συμβάν όσο μια εξελισσόμενη κατάσταση, και δεν αφορά μόνο ανθρώπους αλλά και τα σπίτια, τις πλατείες, τον τόπο εντέλει που αγάπησες («Το βοριαδάκι του Γενάρη»).

Κι εμείς συνεχίζουμε να περιδιαβαίνουμε «το ναρκοπέδιο των λέξεων», πάντα ανέτοιμοι για οποιαδήποτε «Προφορική εξέταση» (σε αντίθεση με μια μαθήτρια που ξεπέρασε την διδασκαλία γιατί ήταν μάθημα από μόνη της), αλλά για να μάθουμε ιστορία από την καμπούρα της γιαγιάς που είχε άντρα σκοτωμένο στον εμφύλιο κι γιο εξόριστο στη Λέρο κι όχι απ’ το σχολικό μάθημα όπου έπαιρνε κακό βαθμό ο εγγονός της («Εθνική αγωγή») ή για να προχωρήσουμε πέρα από την λατρεία ενός Θεού και μιας ποδοσφαιρικής ομάδας («Δήλωση μετανοίας»). Κι ας γίναμε κι εμείς οι ίδιοι του καιρού μας, με πρωινό ξύπνημα με τρία χιλιόμετρα διάδρομο στο υπόγειο του σπιτιού ή μια χαμογελαστή ανάρτηση στο Facebook με εξακόσια τριάντα δυο λάικ και εβδομήντα τρεις καρδούλες ή ένα παράνομο παρκάρισμα μπροστά στο ΑΤΜ της γειτονιάς για μια βιαστική ανάληψη («Χειραψία γνωριμίας»).

Ή για να καταλάβουμε ότι η γραφή είναι έκθεση, αλητεία και ασέλγεια στα αγαπημένα μας πτώματα, τριγύρισμα στους δρόμους με περιφορά του εαυτού. Οριστικός και αόριστος, κτητικός και αναφορικός, προσωπικός και αυτοπαθής,  δεικτικός (και δηκτικός) και ερωτηματικός, ακριβώς όπως οι αντωνυμίες του, ο συγγραφέας καθίσταται αλληλοπαθής με τον καθένα μας, στην κοινότητα της γραφής και της ανάγνωσης όπου ανήκουμε όλοι γιατί οτιδήποτε ατομικό εδώ αφορά κάθε συλλογικό αλλού.

Κι αν η λογοτεχνία μερικές φορές μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν έχει αξία, όλη αυτή η σπατάλη, η ματαιοδοξία κι ο αυτισμός του εγώ, έρχεται με τις δικές του Κροστάνδες ο Χατζημωυσιάδης να μας πει ότι λογοτεχνία είναι εκείνη που επιχειρεί ασταμάτητα την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων απ’ τους επαναστάτες που τα έχουν ήδη καταλάβει. Υπάρχει και μια ακόμα ένδειξη, που για άλλη μια φορά είχε μαρτυρήσει το παρελθόν αλλά δεν της δώσαμε σημασία. Με αφορμή μια αναδρομή στο παιδικό ημερολόγιο, ο συγγραφέας στέκεται σε μια συχνή καταγραφή: «Σήμερα τίποτα». Πιο παλιά θα το σκεφτόταν αλλιώς αλλά τώρα γνωρίζει πως η διατύπωση αυτή είναι ό,τι πιο σοφό έχει γράψει. Στο κάτω κάτω, αν γράφει τώρα, λέει, είναι κυρίως για να δώσει σ’ αυτό το τίποτα την ψευδαίσθηση του κάτι.

Αν για κάτι λατρεύω τη γραφή, είναι που μπορεί να αίρεται πάνω από την πραγματικότητα. Τις προάλλες φερειπείν κάτι γριές μαγκούφες με φαρδιές ρόμπες, μουστάκια και τρέμουλο στα χέρια εμφανίστηκαν απρόσκλητες στην οθόνη του μυαλού μου και ως δια μαγείας μεταμορφώθηκαν αμέσως σε αθώα κοριτσόπουλα που κάναν πιτζάμα πάρτι στον υπολογιστή μου. Στεκόμουν εγώ αντίκρυ τους σαν χάνος και κοιτούσα. Ξανά με εμπαίζουν οι λέξεις, είπα. Ως δια μαγείας», σ. 168-169).

Εκδ. Κίχλη, 2018, 176 σελ. Δυο κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε δυο συλλογικά βιβλία και τα υπόλοιπα σε μια πρώτη μορφή στην ιστοσελίδα artinews.gr.

Στις εικόνες: Βεβιασμένη φωτογραφία του νεότατου συγγραφέα ενόψει πιθανού θανάτου. Φαίνεται πως πείσμωσε κι έζησε. Αποτελεί το έναυσμα για το πρώτο κείμενο της συλλογής / Π.Χ. ετών 17 / Έργο του Βασίλη Σολιδάκη / Φωτογραφία της Elisabeth Carecchio από προφανή θεατρική παράσταση / Έργο του Bernard Locca / Χορτιάτης 1944 / Π.Χ. ετών μεταγενέστερων.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

10
Σεπτ.
18

Φρέαρ τεύχος 22-23 (Ιούλιος 2018). Αφιέρωμα στον Τ.Κ Παπατσώνη

Ο Καρίλ Φερέ [Caryl Férey] είναι ένας ιδιαίτερος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με βαθύ κοινωνιολογικό, πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό. Θέμα των έργων του είναι συχνά οι αυτόχθονες και οι παρενέργειες που έχουν προκύψει από έναν ημιτελή εξαστισμό τους. Εντασσόμενος σε μια σειρά από Γάλλους ταξιδιώτες συγγραφείς που εμπνέονται από την πλούσια ταξιδιωτική τους ζωή, είναι ένας συγγραφέας της εξωτερικότητας, της αφήγησης και της πλοκής μέσα από τις οποίες γίνεται η ψυχογράφηση και η ενδοσκόπηση, όπως γράφει ο Διονύσης Σκλήρης στην εισαγωγή της συνέντευξής του.

Πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία, όπου ο συγγραφέας εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην εφηβεία του κατά την δεκαετία του 1980, οπότε και σφραγίστηκε από την παγκοσμιοποίηση που ήταν μεν πολιτική, αλλά είχε και μια πρακτική διάσταση, καθώς ταξίδευε και συνειδητοποιούσε ότι «όλοι ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας, καθώς είχαμε το ίδιο οικονομικό σύστημα». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν έγραψε τα βιβλία του για την Νέα Ζηλανδία (ιδίως το πρώτο, το Χάκα, το 1998) ο κόσμος απορούσε γιατί δεν έγραφε για τόσο μακρινά μέρη κι όχι για την Γαλλία· έπρεπε να φτάσουμε στην δεκαετία του 2000 για να γίνει αντιληπτό ότι ζούμε σε ενιαίο κόσμο.

Ο Φερέ είναι ένας διεθνιστής που πιστεύει πως δεν πρέπει να υπάρχουν σύνορα αλλά οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν όπου θέλουν. Η παγκοσμιοποίηση όμως που έχουμε σήμερα, επισημαίνει, είναι η απεριόριστη κυκλοφορία των κεφαλαίων και όχι των ανθρώπων. Ίσως δεν είναι άσχετη με όλα αυτά η άλλη «κλήση» που αισθάνθηκε ο συγγραφέας να περιγράψει τους αυτόχθονες λαούς από τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες, όπως π.χ. με την εθνότητα των Μαπούτσε, οι οποίοι έχουν μια σκέψη που σηματοδοτεί μια εντελώς διαφορετική εννόηση του κόσμου.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού που επιμελούνται η Αθηνά Βογιατζόγλου και ο Βασίλης Μακρυδήμας τιμά τον ποιητή, κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Τάκη Παπατσώνη (1895-1976) και αποτελεί καρπό της διήμερης Επιστημονικής Συνάντησης Εργασίας που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στις 8 και 9 Μαΐου 2017. Εδώ τι να πρωτοδιαβάσουμε! Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, με άξονα το πολιτογραφημένο ως εναρκτήριο ποίημα του ελληνικού μοντερνισμού «Beata Beatrix» (1920), ιχνηλατεί τον τρόπο αφομοίωσης της δαντικής ποίησης από τον Παπατσώνη και την προσαρμογή της τελευταίας στο μοντερνιστικό διάβημά του. Η Σοφία Ιακωβίδου μελετά τον αυτοβιογραφικό πυρήνα ενός από τα τελευταία ποιήματα του Παπατσώνη («Guide bleu», 1973), ανιχνεύοντας τις διακειμενικές και διακαλλιτεχνικές αναφορές του σε μοντερνίζοντες ή μοντερνιστές δημιουργούς της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Η Γεωργία Λαδογιάννη τοποθετεί την εμφάνιση της ανατρεπτικής ποίησης του Παπατσώνη στα δεδομένα της εποχής της, σχολιάζοντας τη σχέση της με την προηγούμενη παράδοση και τον βαθμό της γλωσσικής και αισθητικής τόλμης της. Η μεγάλη σε όγκο και ποικιλία μεταφραστική του ιδιότητα αναδεικνύεται από τον Βασίλη Λέτσιο, ενώ το κριτικό του έργο εξετάζουν οι Γιάννης Δημητρακάκης, Αθηνά Βογιατζόγλου και Βασίλης Βασιλειάδης. Ανάμεσα στις υπόλοιπες μελέτες απόλαυσα το κείμενο του Κώστα Καραβίδα που επιδίδεται σε μια συγκριτολογική εξέταση του οδοιπορικού του ποιητή στο Άγιο Όρος (Άσκηση στον Άθω, που γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε το 1963) με άλλα ανάλογα ταξιδιωτικά κείμενα του Μεσοπολέμου (από τους Φώτη Κόντογλου, Άγγελο Σικελιανό, Νίκο Καζαντζάκη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Θέμο Κορνάρο κ.ά.).

Καθώς συγκρίνουμε την Άσκηση στον Άθω με την πλούσια εκδοτική συγκομιδή των ταξιδογραφιών στον Μεσοπόλεμο, φαίνεται ότι το ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα του Παπατσώνη είναι ένα κείμενο εξόχως προσωπικό, μοναχικό και ανεπανάληπτο, εντελώς διαφορετικό από όσα προηγήθηκαν και από όσα ακολούθησαν πάνω στο ίδιο θέμα. Οι χειμαρρώδεις ημερολογιακές καταγραφές από την διαμονή του στο Άγιο Όρος, το 1927, σε κατάσταση ασταμάτητης έκστασης στοιχειοθετούν μια αληθινή άσκηση ψυχής, όπως γράφει ο μελετητής. Το Άγιο Όρος για τον συγγραφέα ήταν μια δοκιμασία πίστης πέρα από δόγματα και θεολογίες. Ο έρωτας και ο ασκητισμός συνδέονται στο κείμενο σε έναν αξεδιάλυτο, γοητευτικό συνδυασμό. Σε αυτό το υποβλητικό και ονειρικό συνάμα κείμενο, υψηλής θερμοκρασίας και θερμής ποιητικής ιδιοσυστασίας, παρουσιάζονται όλες οι εσωτερικές αγωνίες της πίστης ενός συγγραφέα – ασκητή.

Ποίηση και επιστολή από τον Βισέντε Ουιδόμπρο, ποιήματα του Μπλάζε Κόνεσκι, πεζά των Λάκη Παπαστάθη και Ευρυπίδη Νεγρεπόντη, συνέντευξη του Βρασίδα Καραλή στον Αχιλλέα Ντελή και άλλα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους, μαζί με τους Καιρούς που έτσι Αβυθομέτρητοι όπως είναι (και όπως τιτλοφορείται η πλούσια «γαλαρία» του περιοδικού), απαιτούν πολλές μέρες για την χορταστική τους ανάγνωση. Σχέδια τεύχους: Ειρήνη Ηλιοπούλου.

[σελ. 270]

06
Ιον.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 184. Κατερίνα Κούσουλα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως. Είναι η έβδομη ποιητική μου συλλογή, από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Παρελήφθη τον Φεβρουάριο του 2018 και τιτλοφορείται «Θαυματουργή πλην Έρημος». Τίτλος πολύ δικός μου, σχεδόν προφητικός, όπως αποδεικνύεται.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ:

1. «Ζητήματα κυμάτων», εκδόσεις ΕΨΙΛΟΝ/ποίηση, 2009.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας. Βγήκαν από το συρτάρι (τα συρτάρια) τα διαλεγμένα ποιήματα. Ο τίτλος που τα έστεψε (δυσανάλογα ποιοτικός, ομολογουμένως, σε σχέση με την έκδοση) επιλεγμένος από τον Κώστα Θ. Ριζάκη, που εδώ μυρίστηκε Ποίηση.

2. Τη θέση έκδοσης ενέχει η πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος/τεύχος 45, Ιούνιος 2011, των ποιητικών μου συλλογών «Σαν αγγελτήρια» [2009] και «Ο μέγας απών» [2010], σε τεύχος αφιερωμένο στην ποίησή μου.

Να η απόδειξη της παραπάνω παρατήρησης: ο Ποιητής και εκδότης του πολύ καλού περιοδικού Πάροδος, για λόγους άκρως ακατανόητους για μένα – και ιδιαίτερα εκείνον τον καιρό – αποφασίζει ν’ αφιερώσει ένα τεύχος του στα, ομολογουμένως, πρωτόλεια ακόμη ποιήματά μου. Την εικονογράφηση αναθέτει (διπλή τιμή) στον Πέτρο Ζουμπουλάκη.

3. «Αρμόδιο σώμα», από τις εκδόσεις Ο Μικρός Αστρολάβος/19, Αθήνα 2011. Τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν ένα μονοπάτι, σα να φαίνεται πως θα υπάρχει συνέχεια. Μικρό τω δέμας βιβλίο, μετράει τις δυνάμεις του και τις βρίσκει αρκετές.

4. «Βαθύ κανάλι – Αδήλωτη άνοιξη», ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2013. Το πρώτο εδραίο βιβλίο μου, δράμα σε δύο πράξεις. Στην εικονογράφηση, ο σπουδαίος Γιάννης Παπανελόπουλος.

5. «Ο των ωραίων μακάρων Περιοδεύων κήπος επταήμερος» ποιητική σύνθεση, ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2014. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Ναι, εγώ το έγραψα, ωστόσο, αν κάποια πεποίθηση περί Μούσας διασχίζει τους αιώνες και κάποτε αποκαλύπτεται, αποδεικνύεται στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Η επιλογή να εκδοθεί επίσης δεν ήταν δική μου, καθώς εγώ αναρωτιόμουν τί ήταν αυτό που έγραψα. Όμως ο Ριζάκης κατάλαβε, ανέθεσε την εικονογράφηση στη Μαργαρίτα Βασιλάκου, την έκδοση στον Γιώργο Γκέλμπεση και πριν προλάβω να το αποφασίσω, το όμορφο αυτό βιβλίο είχε γίνει αλήθεια. Όσο για το περιεχόμενό του, το αφήνω στους αναγνώστες του να κρίνουν αν είναι παραμύθι ή ποίημα.

6. «Η αγάπη που δεν ξέρει», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015. Η ‘αγάπη’ σε μεγάλο βαθμό γράφτηκε στην Αιανή Κοζάνης, καταφύγιο που κέρδισε επάξια τον τίτλο του. Όπως πολύ σοφά έγραψε ο Γιώργος Δελιόπουλος, «τί δεν ξέρει η αγάπη; πιστεύω πως η αγάπη δεν ξέρει να παραιτείται». Τον ευχαριστώ.

7. «Θαυματουργή πλην Έρημος», εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2018.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω κάθε μέρα, την κάθε απόχρωση της μέρας, με άυλη γραφίδα, εντός. Έπειτα, το όλον βρίσκει το δρόμο, άσχετο πού βρίσκομαι, διαμέσου της γραφής, για το χαρτί.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν θα διανοούμουν να παγιδεύσω τίποτα, πόσο μάλλον ιδέες. Πρόκειται για επισκέψεις, έτσι έχω πάντα το σαλόνι μου έτοιμο για να τις υποδεχτώ ως τους αρμόζει. Έτσι όπως μάθαμε εμείς, του 19ου αιώνος.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; 

Ενώ μουσική είναι η ποίηση, όπως καλά γνωρίζουμε όλοι μελετώντας τους ποιητές από την αρχαιότητα ως σήμερα, με την μουσική δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις. Ή μάλλον, η μουσική μου είναι ιδιότυπη: όπως ο αληθινός εραστής του φαγητού δεν κάνει εξαιρέσεις σε γεύσεις, έτσι πιστεύω πως η μουσική βρίσκεται παντού και προπαντός στην σιωπή. Ή στους αγαπημένους κατευναστικούς καθημερινούς θορύβους. Ή, κυρίως, στους ήχους της φύσης. Να, αυτό είναι για μένα μουσική. 

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Είμαι αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, και έχω κάνει διδακτορικό στην Ιστορία της Τέχνης. Ο «κήπος» μου δείχνει πολλά και για αυτή μου την ιδιότητα, που, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα αληθινό πάθος. 

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο; 

Δεν μπορώ να γράψω πεζογραφία – είμαι πολύ ανυπόμονη, αφενός, και αφετέρου θα βυθιζόμουν τόσο πολύ ψυχολογικά στα πρόσωπα των ηρώων μου, που μετά πάσης βεβαιότητας θα αρμένιζα σε άλλη πραγματικότητα – σκοπός μου στην Τέχνη δεν είναι να χάνω, αλλά να βρίσκω τον εαυτό μου. 

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα τον Κώστα Θ. Ριζάκη. Γιατί, εκτός από σπουδαίος ποιητής, είναι σαφώς Πρόσωπο της Λογοτεχνίας, αφού την υπηρετεί με όλους τους τρόπους.   

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;  

Προσπαθώ να μην γράφω την διαθήκη μου. Κατά τα άλλα, γράφω ποίηση.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Οι τραγικοί και πρώτα ο Όμηρος. Οι μεγάλοι του 19ου: Τολστόι, Ουγκώ. Και οι μικρότεροι: Τζέην Ώστεν, Μπροντέ κλπ. Ο Μαρκές. 

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης; 

Η «Πάροδος» (είμαι παιδί της) και το «Εμβόλιμον» (με υιοθέτησε). 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω ξανά το «Πόλεμος και Ειρήνη». Σχεδία στη θύελλα. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε; 

Διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, εφόσον γράφω λογοτεχνικές κριτικές. Και έντυπες, και ηλεκτρονικές. 

Περί αδιακρισίας 

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Ο Μπέργκμαν στο «Φάννυ και Αλέξανδρος». Οι αδελφοί Ταβιάνι. 

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; 

Σε γενικές γραμμές αδιάφορες. Ένα ακόμη παιχνίδι δημοσίων σχέσεων. Ωστόσο, όπως σε όλα, υπάρχει ένα καλό κι αυτό είναι ότι έχεις άμεση πρόσβαση. 

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

– Γιατί πιστεύετε πως σας επιλέξαμε για το ερωτηματολόγιό μας αυτό;

– Ειλικρινώς, δεν γνωρίζω.

14
Μάι.
18

Φρέαρ, τεύχος 21 (Μάρτιος 2018)

είμαστε ελεύθεροι, αν αυτό που αποφασίζουμε ή πράττουμε συνιστά με κάποιον τρόπο εξαίρεση από τους αναγκαίους κανόνες του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Γιατί, αν αυτό που πράττουμε ή αποφασίζουμε είναι εφαρμογή ακριβώς αυτών των νόμων, τότε η «ελεύθερη» εφαρμογή αυτών των νόμων είναι μια ψευδαίσθηση, πρόκειται περισσότερο για έναν τρόπο με τον οποίο η αναγκαιότητα ενεργεί υποκειμενικά. Δεν μπορείτε να είστε πλήρως ελεύθερος, παρά μόνο αν αυτό που πράττετε, αυτό που σκέφτεστε, αυτό που λέτε είναι κάτι διαφορετικό από τους προκαθορισμούς, τους κοινωνικούς και συλλογικούς, της κατάστασης στην οποία βρίσκεστε…

λέει ο Αλαίν Μπαντιού, που κατέχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των σύγχρονων στοχαστών αλλά και στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και αποτελεί πλέον έναν από τους τελευταίους μεταφυσικούς σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η φιλοσοφία έχει μετατραπεί είτε σ’ ένα μετασχόλιο σε άλλες σπουδές είτε σε μια φορμαλιστική μελέτη της γλώσσας. Ο Γάλλος στοχαστής αυτή τη φορά εκκινεί από την υποστήριξη της «εμμένειας των αληθειών», δηλαδή ότι φιλοσοφικώς δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο για απόλυτες αλήθειες, αυτές οι αλήθειες είναι, όμως, ενθαδικές, ενυπάρχουσες στον πεπερασμένο στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής αντιτίθεται αφενός στον σύγχρονο μεταμοντέρνο σχετικισμό που απορρίπτει την απολυτότητα της αλήθειας και αφετέρου διαχωρίζεται από την παραδοσιακή μεταφυσική (χριστιανική, θεϊστική ή άλλη), η οποία αναζητά μια υπερβατική θεμελίωση της αλήθειας εκτός του κόσμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για αλήθειες, στον πληθυντικό και όχι για μία αλήθεια στον ενικό. Η συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη, η τρίτη που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, είναι συναρπαστική.

Σ’ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείωμά της η Τιτίκα Δημητρούλια μας γνωρίζει τον Ντανί Λαφαριέρ, που με την σειρά του συστήνεται ως συγγραφέας αϊτινής καταγωγής που γράφει στα γαλλικά, εγκατέλειψε κάποτε αναγκαστικά τη χώρα του, για να ξεφύγει από τον δικτάτορά της, αλλά τώρα έχει επιλέξει να ζει έξω από αυτήν. Δεν αυτοπροσδιορίζεται εθνικά, με βάση μια χώρα ή μια ευρύτερη περιοχή (Αϊτινός, της Καραϊβικής), ούτε ως εξόριστος, ούτε καν ως γαλλόφωνος· άλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, είναι τόσο προσαρμοστικός και ευέλικτος, ώστε είναι κάθε φορά από την χώρα του αναγνώστη του. Όπως τονίζει η ίδια, ο συγγραφέας αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια του αυτοπροσδιορισμού του, ορίζοντας μια παλίμψηστη υποκειμενικότητα που προσδιορίζεται κατά περίπτωση και η υβριδικότητά της προκύπτει από την υπερ-διαπολιτισμικότητά της, από τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ενσωματώνει την εκάστοτέ διάδρασή του με το ιστορικά προσδιορισμένο περιβάλλον στην ζωή του.

Διηγήματα των Δημήτρη Μίγγα, Νένας Κοκκινάκη, Ούρσουλας Φωσκόλου, Τάσου Ελένα, π. Παναγιώτη Χαβάτζα, Βάσως Χόντου, δοκίμια και μελετήματα των Γιάννη Κιουρτσάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου, Νατάσας Κεσμέτη και Δημήτρη Κόκορη, κείμενα περί ζωγραφικής των Στέφανου Δασκαλάκη και Γ.Σ. Ντι Πιέτρο, ποιήματα των Σταμάτη Πολενάκη, Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν, Ντίνου Φλαμάντ, Ένο Αγκόλλι, Βασίλη Στάμου, Νικόλα Ευαντινού, δίστηλα με σχόλια επικαιρότητας (Μαριάνος Δ. Καράσης, Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας, Κώστας Μελάς, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Γιώργος Κεντρωτής, Γιάννης Β. Κωβαίος, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Νίκος Γριπονησιώτης, Κώστας Βραχνός, Γιώργος Μητρούλιας, Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου), ημερολόγια (Δημήτρης Αγγελής, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος), κριτικές βιβλίου, σελίδες για τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και κείμενα για άλλα κείμενα συμπληρώνουν την ύλη. Το τεύχος κοσμούν σχέδια του Αχιλλέα Παπακώστα.

Από τις Σελίδες Ημερολογίου του Θανάση Νιάρχου κρατώ μια εγγραφή που αξίζει να μείνει. Με αφορμή την παρουσίαση δυο τόμων του Βασίλη Βασιλικού αισθάνεται πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αμήχανο και προβληματικό από το να συζητάνε διάφοροι άνθρωποι, όσο σπουδαίοι και αν είναι, για την συμμετοχή τους σ’ ένα παρελθόν αγωνιστικό και αντιστασιακό, όταν ως συνέχεια του παρελθόντος αυτού υπήρξε ένα μέλλον που δεν το επιβεβαίωσε σε τίποτε απολύτως.

Κάτω από κάθε γραφή υπάρχει μια καλύτερη που πρέπει να την βρεις, υποστηρίζει ο Κώστας Μαυρουδής στην δεύτερη άξια αποδελτίωσης συνομιλία του τεύχους (με την Νότα Χρυσίνα). Ιδού δυο δικά μου δελτία: Το ότι πολλοί διαβάζουν σημαίνει ότι μέσα σε έναν αιώνα ένα ιλιγγιώδες ποσό τυπωμένων ανοησιών έφτασε στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι πια αναλφάβητοι. Καλό, κακό, δεν ξέρω· είναι αδιάφορο για την καλλιέργεια και ακόμα πιο αδιάφορο για την δημιουργική έκφραση. Κι ένας ήρωας βιβλίου που άρχισε πάλι να τον συγκινεί: εκείνοςο μαθητής από το βιβλίο του Δημοτικού, που τρέχει κρατώντας ένα ενδεικτικό με «Άριστα 10». Ο συγγραφέας συγκινείται από την ανεμελιά του για έναν κόσμο όπου η ζωή είναι ακόμα απέραντο καλοκαίρι. Γελά και τρέχει με ενθουσιώδη άγνοια για το μέλλον. Τον περιμένει μια γαλήνια θάλασσα, κολύμπι, παιχνίδια, μέσα σε μία στέρεα χωρίς κανέναν ρήγμα, οικογένεια. Να μια αιώνια, απρόσβλητη, ανθρώπινη εικόνα.

 [σελ. 206]

Στις εικόνες: Alain Badiou, Dany Lafarriere, έργο του Αχιλλέα Παπακώστα, Αριστεία.

25
Ιαν.
18

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: «Το θέατρο στην ποίηση»

Ανθολόγηση – εισαγωγή: Ασημίνα Ξηρογιάννη, εκδ. Momentum 2017

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Πρόκειται για μια ποιητική ανθολογία που περιλαμβάνει ποιήματα για το θέατρο και είναι χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο ένα μέρος συναντά κανείς ποιήματα που διαθέτουν δραματικότητα  και θεατρικότητα και αποτελούν ωραιότατους μονολόγους ή διαλόγους που μπορούν να παρασταθούν στην σκηνή. Αυτά τα ποιήματα μπορεί να έχουν άμεση αναφορά στο θέατρο, μπορεί και να μην έχουν. Πάντως θα μπορούσε κάποιος σκηνοθέτης να τα «ανεβάσει» στα πλαίσια μιας παράστασης. Στο άλλο μέρος υπάρχουν ποιήματα που μπορεί να μην διαθέτουν δραματικότητα, έντονη τουλάχιστον, αλλά έχουν αναφορά σε πρόσωπα, πράγματα, υλικά, καταστάσεις, δημιουργούς, που σχετίζονται με το θεατρικό γίγνεσθαι ή τη θεατρική διαδικασία. Περιλαμβάνει ποιήματα μόνο ελλήνων και ζώντων ποιητών. Το λέω αυτό επειδή στο συρτάρι μου έχω συγκεντρωμένα  και άλλα ποιήματα, ελλήνων και ξένων τεθνεώτων, κλασικών  όμως ποιητών, το οποίο ευελπιστώ επίσης να εκδώσω. Είναι μια πλούσια, καλαίσθητη και προσεγμένη  έκδοση, με εισαγωγή, επίμετρο, εκτενή βιογραφικά ποιητών  και περιεχόμενα.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Όπως εξηγώ και στην εκτενή και κατατοπιστική εισαγωγή της Ανθολογίας που έχω εκπονήσει, το θέμα αυτό μου καρφώθηκε στο μυαλό απ’ όταν ήμουν φοιτήτρια υποκριτικής στο Θέατρο – Εργαστήριο (Εμπρός),όπου κάποιοι δάσκαλοί μας μάς έβαζαν ως άσκηση να δραματοποιούμε ποιήματα (π.χ είχα δραματοποιήσει κάμποσα του αγαπημένου μου Καβάφη, αλλά και πολλών άλλων). Με το βιβλίο αυτό ερευνώ τη σχέση και την αλληλεπίδραση Ποίησης και Θεάτρου, δύο τέχνες άλλωστε που έχω επιλέξει να υπηρετώ. Να σημειώσω δε, ότι η Ανθολογία τούτη ξεκίνησε κάποια χρόνια πριν ως project του ιστολογίου μου(Varelaki/ο τίτλος ήταν αυτός που έχω βάλει και το βιβλίο «Το θέατρο στην Ποίηση»), είχα δηλαδή σκεφτεί αρχικά να την κάνω διαδικτυακή. Ομως στην πορεία της έρευνας ένιωσα την ανάγκη να την κάνω έντυπη, επειδή θεώρησα ότι  θα ήταν ωραίο να βρίσκεται στις βιβλιοθήκες όσων αγαπούν τις δύο τέχνες, την ποίηση και το θέατρο. Πρόκειται για  έναν τόμο πρωτότυπο (καλύπτει βιβλιογραφικό κενό)στον οποίο συνυπάρχουν διαφορετικές γενιές ποιητών, κάτι που έχει φοβερό ενδιαφέρον αναφορικά με το πώς πραγματεύονται το ίδιο θέμα ποιητές με διαφορετική ηλικία, διαβάσματα, εμπειρίες, καταβολές!

Συστήστε μας σε ένα ποίημά του.

Όλα τα ποιήματα είναι αξιόλογα και λειτουργούν συμπληρωματικά το ένα με το άλλο. Αισθάνομαι πιο βολικά να αναφερθώ στα δικά μου ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ . Μέσα σε αυτό το ποίημα συμβαίνει  το εξής: Oι μάσκες στοίχειωσαν μέσα στην παλιά σοφίτα. Θυμίζουν -τι άλλο;- φαντάσματα. ’Εχουν ωχρή, ρυτιδιασμένη όψη, μάτια μισόκλειστα και νιώθουν μοναξιά μέσα στο ημίφως ξεχασμένες, παρατημένες σε κείνον το χώρο. Το ένδοξο παρελθόν έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Και ακούγεται ουτοπικό να βρουν θεατρίνους που θα τους δώσουν πάλι ζωή.

Φαντάσματα 

Στης παλιάς σοφίτας το ημίφως Μάσκες αναπνέουν

αναπολώντας δοξασμένα σανίδια, πρόσωπα και ατάκες

-αγαπημένα-.

Κι έτσι ξεχασμένες από τους προβολείς,

μοιάζουν κουρασμένες από το ταξίδι τους στην Τέχνη.

Η όψη τους ωχρή, ρυτιδιασμένη,

τα μάτια άτονα, μισόκλειστα.

Γυρνούν πίσω σε χρόνια ευτυχισμένα

-μόνο η μνήμη τους απέμεινε πια.

Λίγο πριν το θάνατο.

Αναζητούν θεατρίνους να τις ζωντανέψουν  πάλι.

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Πιστεύω ότι η εικόνα αυτή συνομιλεί με την Ανθολογία. Υπάρχουν πολλά ποιήματα που αναφέρονται στο αρχαίο θέατρο και ως δομή και αρχιτεκτονική, αλλά και ως έννοια. Υπάρχουν ποιήματα που αναφέρονται σε κλασικές τραγικές ηρωίδες όπως η Μήδεια, σε ηρωίδες που στιγμάτισαν  με τον  κόσμο, των αξιών που κουβαλούν  σαν προίκα τους όπως η Αντιγόνη. Κάποιοι ποιητές αναφέρονται στις αρχαίες μάσκες –προσωπεία και τη σημειολογία τους. Οπότε η εικόνα του κλασικού πια αρχαίου θεάτρου που παραπέμπει σε μια χρυσή εποχή για το θέατρο  και που μας υπενθυμίζει πως το θέατρο ξεκίνησε από την Ελλάδα είναι ιδανική να συνταιριαστεί με μια τέτοια ανθολογία. Αλλωστε και ο εικονογράφος του βιβλίο, Κυριάκος Γουνελάς, από μια παρόμοια εικόνα εμπνεύστηκε για να φτιάξει το άκρως –κατά τη γνώμη μου-λειτουργικό εξώφυλλο που συνάδει με το πνεύμα του βιβλίου.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.




Ιανουαρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 961.221 hits

Αρχείο

Advertisements