Archive for the 'Ελληνική Λογοτεχνία' Category

17
Φεβ.
17

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων. Μαρία Ρασσιά – Η απόλαυση της σκιάς

rassia-maria_

Γράψτε για το βιβλίο σας

Η απόλαυση της σκιάς είναι η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Κέδρος. Δύο νουβέλες και επτά διηγήματα γράφτηκαν σε διάστημα δύο ετών. Κάθε κείμενο, έγινε δυνητικά η αρχή ενός άλλου. Η απώλεια κάθε μορφής· ο προαιώνιος φόβος του θανάτου, είναι η αναζήτηση των ηρώων του βιβλίου μέσα από την καθημερινότητα τους. Στην πραγματικότητα, δεν επιθυμούν να γίνουν ήρωες, αλλά να απεγκλωβιστούν από τον μικρόκοσμό τους. Και κάπου εκεί, στη μέση της διαδρομής τους, αρχίζουν να μετατοπίζονται, με κίνητρα κατά το δοκούν, όχι αθώα.

Τις προθέσεις τους χρειάστηκε να τις ανακαλύψω, μια σύνθετη αναζήτηση σε γεγονότα που βίωσαν στο παρελθόν ή που βιώνουν σε χρόνο Ενεστώτα. Και αν τελικά, όλοι τους και όλες τους, φαίνεται να τους απασχολούν ή να φοβούνται διαφορετικά θέματα, υπάρχει κάτι που τους ενώνει : ο σαρκασμός και η αμηχανία, που τους κάνει να αντιμετωπίσουν τις πιο μύχιες και ασυμπάθηστες σκέψεις τους. Η διαδρομή τους είναι σκοτεινή και κάποιες φορές παράλογη. Τοποθετούνται ειρωνικά, ενίοτε είναι προκλητικοί, για να αντέξουν αυτό που οι ίδιοι επέλεξαν. Δεν επιστρέφουν στα παλιά, δεν υπόσχονται απαντήσεις σε ερωτήματα που δημιουργούνται. Η αίσθηση της ερήμωσης σαν εσωτερική αναζήτηση, θα τους κάνει να αναρωτηθούν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τελικά θα βρουν τη δύναμη και την ησυχία και την γοητεία, να απολαύσουν την εύθραυστη ομορφιά μιας αχτίδας φωτός που μπαίνει από την χαραμάδα.

maria-rassia-02

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Ο λόγος μου ξεκινάει από την παρατήρηση και την ανθρώπινη αντίληψη. Από την ανοικείωση, όχι με τη μορφή κάποιας νέας ιδέας, αλλά ως ένας πειραματισμός της μορφής. Όχι τυχαίος, αλλά κυνηγώντας την ανάπλαση μιας άλλης οπτικής, για να αποκτήσει το κείμενο αυτόνομη ύπαρξη. Τα ερωτήματα λοιπόν, δεν ήταν καινούργια για να με ωθήσουν να γράψω ιστορίες, ίσως η αντοχή για ζωή, σαν μια αφηγηματική επινόηση, από διαφορετικές εκδοχές των ηρώων, που και οι ίδιοι ποικίλλουν, τόσο σε ηλικίες, ιδιότητες και βιώματα, μπαίνοντας χαμογελαστοί στον χώρο μου και αφού μου έδειξαν πως δεν έχουν διάθεση να φύγουν σύντομα. Οι εννέα ιστορίες του βιβλίου, ξεδιπλώνονται χωρίς γραμμική αλληλουχία, αλλά σ’ ένα σύνολο με συνέπεια, για να μην λείψει ο αέρας στους ήρωες, όταν θα αντικρίσουν τα ανομολόγητα.

Κι επειδή οι απώλειες δεν κρύβονται, ακόμη και πίσω από ένα χαμόγελο, άρχισα να τις παρατηρώ στους ανθρώπους που κάθονται δίπλα μου στις διαδρομές με το μετρό, στους πεζούς που περιμένουν να ανάψει πράσινο το φανάρι για να περάσουν απέναντι.

Εκείνη την εποχή διάβασα το βιβλίο Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο και ομολογώ πως ένιωσα στο δέρμα μου αυτό που βίωναν τα  πρόσωπα-ήρωες. Και σκέφτηκα πως η ερημιά, η εγκατάλειψη με στοίχειωσαν, με γοήτευσαν, αλλά και το υπόγειο χιούμορ του αφηγητή. Στο Πέδρο Πάραμο, η γη, το χωριό είναι πανταχού παρούσα-παρόν, και βιώνει τη θλίψη και την απώλεια. Αυτό πυροδότησε μέσα μου εικόνες, σκέψεις και αισθήσεις. Και σα να άρεσε αυτό και στους δικούς μου ήρωες, που ήδη «μου μιλούσαν». Νομίζω πως πιαστήκαμε χέρι χέρι, για να ακούσουμε τους ψίθυρους από τις ρωγμές των τοίχων του ερημωμένου χωριού Κομάλα, που ο ήρωας του Ρούλφο, ο Χουάν Πρεσιάδο πηγαίνει για να βρει τον πατέρα του.

maria-rassia-03 [Anthonys Art Collectibles]

Συστήστε μας έναν χαρακτήρα του

Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο να διαλέξω έναν από τους εννέα χαρακτήρες των ιστοριών, για να τον συστήσω. Εκείνο όμως που με οδηγεί για να καταλήξω  σε έναν, είναι πως με τη Μήδεια, ακόμη δεν έχουμε αποχαιρετιστεί. Συνεχίζουμε κάποιες στιγμές μέσα στην ημέρα να αντικριζόμαστε και μπορεί να μιλήσουμε για λίγο. Η Μήδεια λοιπόν, με τον τίτλο μέσα στο βιβλίο:  «H Μήδεια θέλει να γεράσει», αποφασίζει μετά από δέκα χρόνια που έφυγε, να γυρίσει στον τόπο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Δέκα χρόνια την διατήρησαν σε μια φούσκα πάγου και κανένα συναίσθημα δεν κατάφερε να την φθείρει, αλλά ούτε και να την ανανεώσει. Γι’ αυτό και νιώθει την απέραντη επιθυμία να την αφήσουν οι άνθρωποι επιτέλους να γεράσει. Ο Γιώργος Χειμωνάς, ποιητής, νευρολόγος-ψυχίατρος, προλογίζοντας την ελεύθερη απόδοση της Μήδειας γράφει : «Δε φταίει αυτή, δεν έχει άλλο τρόπο, γιατί κανένα άλλο συναίσθημα δεν βρίσκει, δεν υπάρχει για να το χρησιμοποιήσει». Η οπτική του αυτή, γεμάτη κατανόηση, την ερμηνεύει με επικοινωνιακούς όρους. Η Μήδεια χρησιμοποιεί το σώμα των παιδιών της, ως προέκταση του δικού της σώματος, για να μεταφέρει το μήνυμα της οδύνης της. Αυτή την εκδοχή του Χειμωνά, την σκεφτόμουν χρόνια.

Η Μήδεια λοιπόν, η δική μου Μήδεια,  επιστρέφοντας στον τόπο του εγκλήματος, θέλει να ομολογήσει αυτό που εκείνη πιστεύει πως την ώθησε να σκοτώσει τα παιδιά της κι όχι αυτά που ειπώθηκαν από τρίτους, σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις.  Όσο λοιπόν σαν αφηγητής τριτοπρόσωπος, ήμουν μέσα στη σκέψη αυτής της γυναίκας, στο σημείο της ομολογίας της, στάθηκα παγωμένη και ανήμπορη μπροστά στις λευκές σελίδες, για να μεταφέρω την ανάμνησή της.  Κι έρχεται η Μήδεια τότε, που τόσες μέρες ήταν στην καθημερινότητά μου και μου μιλούσε και μου λέει : «δώσε μου τον λόγο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η στιγμή που θα μιλήσω για τα παιδιά, άλλωστε αυτό είχαμε συμφωνήσει από την αρχή , αλλά μου είχες πει πως δεν ήσουν έτοιμη ακόμη».

Και είναι σίγουρο, ότι αφού έχουν περάσει δέκα χρόνια, τόσο το σώμα της, όσο και η συμπεριφορά της και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα γεγονότα, έχουν αλλάξει. Είναι σα να λέμε, πως αλλιώς ανεβοκατέβαινε μια σκάλα πριν και αλλιώς τώρα.

Και λέει η Μήδεια σε πρώτο πρόσωπο :  «Κάποιοι θα παραποιήσουν την ιστορία μου, γιατί δεν την αντέχουν. Κανείς δε θα αστειευτεί μαζί μου. Μπορεί η ετυμηγορία αυτή να αποτρέψει κάποιες μητέρες να σκοτώσουν τα  παιδιά τους. Αρκεί να προφέρουν δυνατά το όνομά μου με μίσος. Να πουν πως καμία δε θα μου μοιάσει. Θα είμαι φιγούρα με ρούχα κατάδικης ή τροφίμου τρελλοκομείου. Μπορεί και να θέλουν να είμαι σκεπασμένη με χιόνι. Αν ήμουν άγαλμα, θα κολλούσαν την τσίχλα τους πάνω μου και κάποιοι θα κατουρούσαν και θα γελούσαν. Κανείς άντρας δε θα μ’ ερωτευτεί, έμπνευση σε κανέναν δε θα γίνω».

Στο μόνο που σίγουρα έπεσε έξω η Μήδεια, είναι πως έγινε έμπνευση. Για τα υπόλοιπα δεν είμαι σίγουρη.

maria-rassia-04_

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Η μετά-αφήγηση του έργου μεταλλάσσεται. Το βιβλίο, οι ήρωες των εννέα ιστοριών, μεταλλάσσονται. Μετατρέπονται σε μια επικράτεια μυθοπλασίας. Ο Ζακ Ντεριντά στην Έννοια του αρχείου επισημαίνει : «Η αρχή ονομάζει την έναρξη και συνάμα την επιταγή».

Ο συγγραφέας επινοεί τη δική του εκδοχή σ’ εκείνον που προηγήθηκε. Ίσως από την ανάγκη μου να επαναπροσδιοριστώ και να διαχειριστώ προηγούμενες βεβαιότητες. Οι  προθέσεις μου στη διαδικασία της γραφής ήταν σκοτεινές, αλλά γόνιμες· δε θέλω να κρύψω την αμηχανία μου αυτή. Οι ήρωες του βιβλίου, κάποια στιγμή στην απλή καθημερινότητά τους, ανακάλυψαν πως τίποτε δε θα φωτίσει τις σκιές τους. Αναρωτήθηκαν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τότε η σκέψη πως ο κόσμος δεν άλλαξε, ούτε θα αλλάξει, τους έκανε να λειτουργήσουν σαν ακροατές των συναισθημάτων τους. Επεδίωξαν ας πούμε, έναν καταμερισμό. Μια αναζήτηση : ανάμεσα σε κάτι που δεν υπάρχει, που δεν βλέπουν και σε ερωτήματα που δεν χρειάζονται απαντήσεις. Το νέο στοιχείο θα είναι η μνήμη και ο χρόνος.

[Εκδόσεις Κέδρος, 2016]

[3η φωτογραφία: Anthonys Art Collectibles]

16
Φεβ.
17

Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 79 – 80 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2016)

%ce%b5%ce%bc%ce%b2%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82

Πάντα μανιώδης αναγνώστης των λογοτεχνικών περιοδικών, και ιδίως εκείνων που εκδίδονταν εκτός των μεγαλουπόλεων, σε μικρότερες πόλεις, κωμοπόλεις και πολίσματα, ήταν θέμα χρόνου να βρεθώ στην Πάροδο, το ιδιαίτερο λογοτεχνικό περιοδικό της Λαμίας, που εξέδιδε ο Κώστας Θ. Ριζάκης. Την ίδια στιγμή ερχόμουν σε επαφή με έναν από τους πιο ιδιαίτερους, και πλέον σημαντικούς σήμερα, ποιητές της γενιάς του 1980. Με την πάροδο του χρόνου ο ποιητής αποτέλεσε παράδειγμα δημιουργού δρώντος στην ελληνική επαρχεία, κυριολεκτικού εγκάτοικου της ποιητικής τέχνης εντός των τειχών του ενδιαιτήματός τους¨», όπως γράφει στην εισαγωγή ο Γ. Χ. Θεοχάρης, εκτός των δικών μας τειχών και βεβαιοτήτων συμπληρώνω ο ίδιος. Ήταν επόμενο λοιπόν να του προσφερθεί αφιέρωμα από το Εμβόλιμον, που είναι ήδη σεσημασμένο για μια ολόκληρη σειρά εξαιρετικών αφιερωμάτων σε ποιητές.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%b8-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%cf%8d%ce%b2%ce%b9-%ce%b3-%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%b1

Ο Ριζάκης άρχισε να εκδίδει την Πάροδο το 1986 σε ηλικία 26 ετών. Το περιοδικό διένυσε δυο εκδοτικές περιόδους [1986 – 1993 και 2003 – 2011], έβγαλε 57 τεύχη και αποτελούσε μια εξαιρετική κάθε φορά συλλογή λογοτεχνημάτων. Πρόσφερε βήμα σε νεοεμφανιζόμενους λογοτέχνες και είχε μια χαρακτηριστική άψογα τυπογραφική έκδοση. Ο ίδιος ο ποιητής διακεκριμένος πια επιμελητής ποιητικών βιβλίων έχει αφιερώσει τον εαυτό του στην ποίηση. Ζει απομονωμένος ως ασκητής στην γενέτειρά του, εργάζεται νυχθημερόν και έχει πλέον αμέτρητους συνεργάτες και φίλους απ’ όλη την Ελλάδα, ακόμα κι αν δεν τους έχει συναντήσει ποτέ.

Αλλά εδώ είναι η ποιητική τέχνη του Ριζάκη που έχει προσελκύσει όλα αυτά τα περί αυτής κείμενα. Για την Δήμητρα Μήττα η ποίηση του Ριζάκη είναι κρύπτια και συγχρόνως γοητευτική. Το άφεμα στην γοητεία ενέχει το κίνδυνο της αρπαγής, καθώς ο ποιητής αρπάζει τον αναγνώστη σε ένα βάθος που μόνο την αντίδραση της Περσεφόνης όταν την αρπάζει ο Άδης στον πίνακα του Ρέμπραντ μπορεί να προκαλέσει: το κορίτσι αποστρέφεται το πρόσωπό του από το πρόσωπο του άρπαγα, προκειμένου να σωθεί από την ποιητική δίνη που ωθεί σε κόσμους σκοτεινούς και αναχωρητικούς.

%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b4%ce%b5%ce%bb%cf%86%ce%ae-%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bb%ce%b1%cf%82

Γεωργώνοντας τις λέξεις, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου ανοίγει πρώτα τις Σημειώσεις για την Τραγωδία του Γιώργου Χειμωνά, όπου έγραφε πως η τραγωδία, ως τέχνη του νόστου, μας επαναφέρει στην πρωταρχική, στην πιο καθαρόαιμη μορφή της συγκίνησης που είναι το πένθος. Μνημονεύει κάθε φορά την έκτοτε αμετάκλητη, δυσοίωνη προφητεία: ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. κι ό,τι θα ανασκάπτει τον πόνο θα είναι ηδονικό. Η σχέση του Ριζάκη με τον πόνο παραπέμπει στο παιχνίδι της τυφλόμυγας, όπου η γραφή την ίδια στιγμή τον αναβιώνει μα και τον εξορκίζει, μια σχέση έλξης – άπωσης που αφήνει το στίγμα της τραγικότητά της στον χρόνο της ποιητικής στιγμής. Και η πράξη της ποίησης, συμπληρώνει αργότερα, αυτή η ακτιβιστική δράση, συνιστά για τον Ριζάκη την ίδια στιγμή ρομφαία και πινέλο, καταγγελία και διακόπτη, μια διαπιστωμένη ανάγκη να πεπωθει και να καταγραφεί το φως, προκειμένου να λάμψει.

%ce%bc-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b7-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%8d%cf%81%cf%89%cf%83%ce%b7

Η πρώτη ποιητική του συλλογή που διάβασα ήταν ο Κυρίως Ναός (για ευνόητους λόγους), κι είναι το βιβλίο που εξετάζει εδώ η Μαρία Σκουρολιάκου. Ο Κυρίως Ναός, γράφει, είναι ένας χώρος λατρείας ομολογίας και προσφοράς, συμβολικός της ύπαρξης του Ριζάκη. Εντός του ναού, το εικονοστάσι του ποιητή: οι άγιοι της ζωής του, που τον συνδέουν με τον κόσμο των αδύτων, το αισθητό με το νοητό. Στον κυρίως ναό ο ποιητής ψάλλει τα συναισθήματα από τα αναλόγια της ασκητικής του. Εκεί τα προσκυνητάρια, τα κεριά των ψυχών σε κηροπήγια σώματα που καίγονται πεπρωμένα, κι ο Επιτάφιος στον βορεινό τοίχο με την δική του αποκαθήλωση».

%cf%80%ce%ac%cf%81%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-1

Αν όμως ο Ριζάκης γράφει τα ποιήματα του έγκλειστος κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφού αναπολεί ένα παρελθόν ωραίων ημερών όταν οι πολυγαπημένοι οικείοι του βρίσκονταν εν ζωή, η ποίησή του δεν είναι ούτε κρυπτική ούτε σκοτεινή, ούτε καταθλιπτική, γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Είναι τραγούδι στην ζωή και στις χαρές της με τρόπο που μονάχα όσοι βίωσαν βαθειά την μοναξιά μπορούν να το κάνουν. Οι Άννα Αφεντουλίδου, Γιώργος Γεωργούσης, Πέτρος Γκολίτσης, Παναγιώτης Γούτας, Άννα Γρίβα, Ανθούλα Δανιήλ, Βικτωρία Καπλάνη, Άννα Κουστινούδη, Εύα Μοδινού, Γιολάντα Πέγκλη, Τάσος Πορφύρης και πολλοί άλλοι καταθέτουν σκέψεις και συναισθήματα, ενώ οι Μαργαρίτα Βασιλάκου και Γιάννης Στεφανάκις, εκτός από κείμενα εικονογραφούν το τεύχος. Στις πρώτες σελίδες ο ίδιος ο ποιητής αντιπροσφέρει τρία ποιήματα. Σε ένα εξ αυτών, που τιτλοφορείται «Ο Ιησούς λανθάνοντας κάποτε βλασφημεί» διαβάζω: κι αν σου ’δειξα σκαντζόχοιρος τα μυτερά τ’ αγκάθια / να σ’ αγκαλιάζω πάσκισα στην κάθε μια στιγμή.

Η προσωπογραφία του ποιητή από τον Γιάννη Στεφανάκι. Τα δυο άλλα έργα (Αδελφή Γιόλας και Η Σταύρωση) από την Μαργαρίτα Βασιλάκου.

[σ. 192]

04
Σεπτ.
16

Θάνος Ανεστόπουλος – Αρχίζω με το σ’ αγαπώ. Σχέδια και ποιήματα

Θάνος Βιβλίο_

Θάνος Αντί Θανάτου

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές [Σε κάποιον καθρέφτη]

36 χρόνια πριν, τέτοιο μήνα

Θάνο, σου την είχα διηγηθεί την ιστορία. Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1980 επισκέφτηκα τον 73χρονο παππού μου στο σπίτι του στην οδό Ίμβρου 32 στην Κυψέλη, δυο τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μας. Γνώριζα ότι ήταν άρρωστος αλλά όταν τον είδα κατάλαβα πόσο άρρωστος ήταν. Καθόταν στην κουνιστή – ακίνητη πολυθρόνα και μου χαμογέλασε ζεστά όπως πάντα. Του δώρισα το βιβλίο του Πάτρικ Γουάιτ, Το δέντρο του ανθρώπου, ένα βιβλίο εκατοντάδων σελίδων! Ήμουν δώδεκα χρονών, δεν είχα ιδέα από τέτοια βιβλία. Είχε κάποτε εκφράσει στην μητέρα μου την επιθυμία να το διαβάσει, κι εκείνη μου έδωσε να του το χαρίσω εγώ – το γνωστό θέατρο μεταξύ μικρών και μεγάλων. Στις 22 Σεπτεμβρίου μας άφησε. Δίπλα του είχε το βιβλίο, αρχινισμένο, είκοσι, τριάντα σελίδες. Και στο εσώφυλλο, με σκούρο, κυπαρισσί μολύβι, είχε γράψει την ημερομηνία που το άρχισε, συνήθεια που κληρονόμησα.

Μέχρι το τελευταίο λεπτό

Σου την διηγήθηκα με κάποια άλλη αφορμή. Την ξαναθυμάμαι τώρα γιατί την ξεπέρασες. Θυμάμαι τις πρώτες συζητήσεις για την διπλή συναυλιακή επανασύνδεση των Κρίνων. Μας μίλησες για το σχέδιο στις αρχές του περσινού καλοκαιριού για την μεγάλη συναυλία στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Αρχικά έλεγες η βασική ιδέα ήταν οι συμμετέχοντας να τραγουδήσουν όλοι οι καλεσμένοι τα τραγούδια σας κι εσύ στο τέλος να ανέβεις στην σκηνή και για μερικά ακόμη. Αυτά τα «μερικά ακόμη» ήταν μόνο η αρχή της συναυλίας που κράτησε ατέλειωτη ώρα, και τις δυο μέρες. Δεν ήθελες να κατέβεις από την σκηνή, ενώ γνώριζες την αδιανόητη δοκιμασία που έμπαινες. Αλλά όσο καταπονημένος κι αν ήσουν, ήδη σχεδίαζες την επόμενη φορά.

Θάνος και Πέτρα. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης 1

Η επόμενη φορά

Διαρκώς υπήρχε μια επόμενη φορά. Συνθέσεις για κινηματογράφο και θέατρο, νέα ποιήματα, νέες συναυλίες, πολύμορφες όπως η τελευταία, σχέδια ακόμα πιο φιλόδοξα. Σου μιλούσα για τις μικρές φόρμες, το νέο πεζογραφικό παιχνίδι με τις σύντομες, σχεδόν ακαριαίες ιστορίες και το πρόσωπό σου φωτιζόταν – σα να έβλεπα τις ιδέες να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι σου. Τότε ξαναθυμήθηκα τον παππού μου ως αναγνώστη του Πάτρικ Γουάιτ. Τι σκεφτόταν όταν ξεκινούσε εκείνο το χοντρό βιβλίο; Πείσμωσε να το διαβάσει μέχρι τέλους; Ρουφούσε τις λίγες σελίδες γνωρίζοντας πως θα είναι οι τελευταίες; Ειρωνευόταν εκείνο που πλησίαζε; Διπλασίαζε την ζωή που απέμενε με μια τελευταία άξια εμπειρία; Δεν μπορώ να τα απαντήσω ούτε για εκείνον ούτε για σένα. Αν πάντως έκανες κάτι από τα παραπάνω, το έκανες στον μέγιστο βαθμό. Δεν σταμάτησες να ζεις και να δημιουργείς μέχρι το τέλος, υπό τις σκληρότερες συνθήκες.

Η ποίηση γυμνή

Στο φιλόξενο σπίτι στην Καλλιδρομίου μας έδωσες το βιβλίο σου. Μου είπες ότι θα σ’ ενδιέφερε να διαβάσεις την γνώμη μου. Σου είπα πόσο δυσκολεύομαι να εκφράσω αλήθειες όταν πρόκειται για γραπτά φίλου, πως αδυνατώ να συμμετάσχω σε κάτι που θα μοιάζει με την γνωστή κολακεία. Δεν τα μπορούσα αυτά τα λιβανίσματα, κι αν έγραφα μια θετική γνώμη, πώς θα έπειθα ότι δεν προσθέτω ένα ακόμα; Όμως θα ’θελα να σου πω ότι τα ποιήματά σου θα τα διαβάζω και θα τα ξαναδιαβάζω, όπως κάνω με τα γραπτά που δεν τελειώνω ποτέ μαζί τους.

Θάνος ΙΙ_

Είναι ποιήματα που στέκουν μόνα τους, γυμνά, ως στίχοι που αξίζει να διαβάζονται όπως μόνο διαβάζονται τα ποιήματα ή να προσκαλούνται στις συζητήσεις των φίλων, καθώς ψάχνουν τα φώτα στο βάθος ή να χαρίζονται σ’ εκείνους που εμπνεύσανε το χάρισμα. Είναι και ποιήματα που δεν θα ταίριαζαν μόνο απλά και αυτονόητα στην ούτως ή άλλως ιδιαίτερη μουσική σου αλλά και στους πιο απόμερους, μοναχικούς  παραδρόμους του ροκ εντ ρολ. Δεν έχω πάρε δώσε με μαστούρηδες του Έρωτα / Δεν θα βάψω κόκκινες τις προσευχές . Δεν θα φάω με το ζόρι τις πλαστικές ανατολές τους / […] / Δεν θα θερίσω μολυσμένα «αντίο» / Δεν θα γεννήσω άλλα σύνορα / άλλα ναρκοπέδια άλλα χαλάσματα [I’ll save the last dance for me]

Το χαρτί άγραφο

Κάποια στιγμή συμφωνήσαμε να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα για τα πάντα, γραπτή και δημοσιεύσιμη. Σμίλεψα τετριμμένες ερωτήσεις και σου τις έφερα στο Αττικό, τότε που τέσσερις αγαπημένοι φίλοι και φίλες σε φυγαδεύσαμε στο προαύλιο για να μοιραστούμε τα φυτοφαγικά πιάτα μας, αρχές Οκτωβρίου του 2015. Ακόμα και τότε δεν έπαψες να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα των ζώων να μην χρησιμοποιούνται ως τροφή. Πήρες μαζί σου το χαρτί αργότερα, στον προσωπικό σου χώρο κάπου στην Δυτική Αττική αλλά σαν άτακτο παιδί το άφηνες στην άκρη· άλλωστε είχες ήδη παρατηρήσει ότι όλα τα είχαμε ήδη συζητήσει διακαείς και δια ζώσης.

Θάνος ΙΙΙ

Σε ρωτούσα για την τυπογραφική συνύπαρξη των γραπτών και των σκίτσων σου· αν δεν πρόκειται μόνο για την αδιάσπαστη εκφραστικότητα ενός διαρκώς διψασμένου καλλιτέχνη αλλά για μια βαθύτερη συνομιλία. Επιχειρεί το ένα να μιλήσει με τους τρόπους που δεν μπορεί το άλλο; Άραγε, εκτός από ποίηση που διαβάζεται, φαντάστηκες αυτά τα ποιήματα μελουργημένα; Τα άκουσες ως στίχους – και ποιάς μουσικής; Πώς θα έγραφες το λήμμα των Κρίνων στο απόλυτο Βιβλίο της Μουσικής, πώς θα έγραφες το δικό σου; Μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου σε κάποια άλλη φαντασιακή μπάντα; Πως ήταν η περιπλάνηση σου στον χαοτικό κόσμο της μέθης; Πως βγήκες από εκεί μέσα; Τώρα θυμάμαι που πίναμε βυσσινάδες και τσουγκρίζαμε σε άλλου είδους μεθύσια.

Επιστίχια ερωτήματα…

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές. Και ακόμα: Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους. Σε πολλά ποιήματα επιζητάς την σιωπή. Τι πρόβλημα υπάρχει με τις λέξεις; Πότε ντρέπονται και φεύγουν, πότε περιττεύουν; Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. / […]/ Δεν υπάρχουν ατέλειωτη δρόμοι – τους τελειώσαμε. Τελείωσαν δηλαδή οι περιπλανήσεις; Τις χάσαμε τις αποκαλυμμένες νύχτες; Συνυπάρχουμε με τον θάνατο; Μπορούμε έτσι να τον ακυρώσουμε;

Θάνος Ι

Δες πώς βάζουν τα κλάματα τα κορίτσια του Απρίλη / μπροστά στους καθρέφτες του μουντού μεσημεριού. / Με τα άσπρα ξέστρωτα σεντόνια παραφορτωμένα από έρωτα και ονειρώξεις να μυρίζουν απ’ το χτεσινό σπέρμα των μπαμπάδων τους. Είναι κορίτσια που αγάπησες ή σε αγάπησαν; Ζουν στο παρόν ή ζούσαν πάντα έτσι; Έχεις κάτι άλλο να τους πεις; Τα επόμενα ποιους θα αγαπήσουν;

Δράσε ή Σκάσε ΦΟΥΚΑΡΑ του καναπέ επαναστάτη / αλλιώς μάρτυρας τραγικός στο όργιό τους γίνε φανοστάτη. Έζησες από κοντά και συχνά μέσα στα τελευταία οριακά πολιτικά γεγονότα. Θυμάμαι τις θυελλώδεις συζητήσεις μας, στο Σπίρτο στα Εξάρχεια, στα σπίτια μας και αλλού. Σε ποιους αφιερώνεις αυτούς τους στίχους; Σε ποιους ελπίζεις; Αισιοδοξείς ή απαισιοδοξείς για την ζωή όπως την ζούμε;

 … επιστήθιες λέξεις

Η συλλογή σου περιέχει μερικά βαθειά ποιήματα για τον έρωτα. Μπορεί ο έρωτας να γίνει ποίηση; Τον βίωσες, τον μάτωσες, τον άφησες να σε αλώσει; Ποιοι είστε εσείς που μιλάτε για ελευθερία, / με τις τεράστιες μαύρες τρύπες για μάτια / και δίχως την εμπειρία του έρωτα. Ποιοι είναι αυτοί; Χρειάζεται να έχεις την εμπειρία του έρωτα για να μιλάς για ελευθερία; Ο έρωτας ελευθερώνει ή σκλαβώνει;

Θάνος IV_

Πεθαίνω νυμφευόμενος την ερώτηση. Πόσο πλούσιος έγινες σε ερωτήσεις, πόσο σε απαντήσεις; Πού κρύβονται και οι μεν και οι δε; Οι λέξεις όμως δεν σπάνε. / Σε περιμένουν στη γωνία / να σου χαρακώσουν το βλέμμα / και να σου ιδρώσουν το μέτωπο… Άρα οι λέξεις θα πουν την τελευταία τους λέξη; Ποιες λέξεις θα είναι αυτές, ποιοι θα τις γράψουν; Κι εκείνο το ποίημα που απευθύνεται στον Nick Cave; Υπάρχει κάποιος ανοιχτός λογαριασμός, οφειλή, διαλεκτική;

Σ’ ένα από τα βράδια που μοιραστήκαμε, εδώ τότε, φτιάξαμε δυο χάρτες. Τον χάρτη του ιδανικού έρωτα και τον χάρτη της ιδανικής φυγής. Τον πρώτο τον έζησες, για την δεύτερη φεύγεις περισσότερο διαβασμένος απ’ όλους μας. Κι έτσι δεν ανησυχώ. Σε φωτογράφησα ακριβώς την στιγμή που τους σχεδίαζες στο σημειωματάριο που μας άφησες, να το γεμίζεις λίγο λίγο κάθε φορά που θα βρισκόμαστε. Τώρα μ’ αυτό θα συνυπάρχουμε μ’ έναν ακόμα τρόπο. Ούτως ή άλλως δεν χανόμαστε.

Θάνος στο Σημειωματάριο. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης

Αντί για τα Χέρια, ας χάσω τα Μάτια. / Την ομορφιά την θυμάμαι… θα βλέπω! [Δεν θέλω τα χέρια μου να χάσω] Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους / Δεν υπάρχουν ατέλειωτοι δρόμοι – τους τελειώσαμε. [Ανθρωπότητα].

Εκδ. bibliothèque, 2015, [Σειρά: Ποίηση γυμνή], 77 σελ. [Συλλεκτική έκδοση σε 1500 αντίτυπα].

Τα σκίτσα, του Θάνου. Οι φωτογραφίες, του Πανδοχέα Λάμπρου Σκουζάκη. Στην πρώτη φωτογραφία, μαζί με την Πέτρα μας.

11
Ιολ.
16

Φρέαρ, τεύχος 15 (Ιούνιος 2016)

Φρέαρ 15

Κάθε τεύχος του περιοδικού κοσμείται από τουλάχιστον μια εκτενή συνομιλία με κάποιον σύγχρονο στοχαστή, που πάντα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Αυτή την φορά διαβάζουμε τον Ζαν Λυκ Μαριόν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη. Ο μελετητής, μεταξύ άλλων, της καρτεσιανής σκέψης, ερευνητής των γνωστικών επιστημών, της τέχνης και της ψυχανάλυσης, εμπνευσμένος από τους Καινή Διαθήκη, τους Αποστολικούς και άλλους ελληνόφωνους Πατέρες των πρώτων αιώνων, και τον Ιερό Αυγουστίνο Ιππώνος, εφορμάται στην αναζήτησή του από την εντελώς σύγχρονη υποκειμενικότητα, στην οποία ασκείται μέσω της φιλοσοφικής μεθόδου της φαινομενολογίας.

Jean Luc Marion

Με την φαινομενολογία μπορούμε να φιλοσοφήσουμε και πάλι για τον έρωτα, την τέχνη, τον Θεό, το θαύμα, υποστηρίζει ο Μαριόν. Δεν υπήρξε μια «θεολογική στροφή στην φαινομενολογία» αλλά, αντιθέτως, το θεολογικό ερώτημα είχε τεθεί στον ορίζοντα της φαινομενολογίας ήδη από τον Husserl· και μετά έχουμε ασφαλώς τον Martin Heidegger, τον Paul Ricoeur, τον Emmanuel Levinas, τον Jacques Derrida, τον Michel Henry. Γιατί ασχολούνται όλοι αυτοί οι φαινομενολόγοι στοχαστές με την θεολογία; Όχι, ασφαλώς, επειδή επρόκειτο ειδικά για θεολόγους ή για ιδιαιτέρως αφοσιωμένους πιστούς. Όχι, ήταν για έναν λόγο περισσότερο τυπολογικό. Η περιοχή της θρησκευτικής εμπειρίας και της πνευματικής ζωής, αν μπορούμε να μιλήσουμε για «θρησκευτική» εμπειρία και για «πνευματική ζωή», είναι ένας «χώρος» που όλοι ξέρουν ότι προσφέρει φαινόμενα, τα οποία έχουν μια ορισμένη πραγματικότητα, ενίοτε μια εξαιρετική, μια έκτακτη πραγματικότητα, που υπάρχει ακόμα κι αν είναι δύσκολο να ανιχνευθεί.

Edmund Husserl.

Ο Μαριόν αναφέρει εδώ ακριβώς την έννοια του μυστικισμού που εμφανίστηκε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, ακριβώς σε μια στιγμή που η φιλοσοφία αδυνατεί να αποδώσει την θρησκευτική εμπειρία. Γιατί και η συστηματική θεολογία – δογματική γίνεται μια οιονεί φιλοσοφία και δεν μπορεί ούτε και αυτή να εξηγήσει την «γεωγραφία» της πνευματικής ζωής. Σε μια τέτοια στιγμή δημιουργείται ένας ανεξάρτητος λόγος που αποκαλείται μυστικισμός και ο οποίος ομιλεί με τρόπο αυτοαναφορικό, χωρίς αναφορά ούτε στην φιλοσοφία, που τον κακολογεί, ούτε στην συστηματική θεολογία που δυσπιστεί απέναντί του, ενώ οι Διαφωτιστές τον θεωρούν ως μια μορφή τρέλας, και ορισμένοι θεολόγοι ως αρχή ανεξέλεγκτων αιρέσεων. Σε κάθε περίπτωση, η μυστική εμπειρία δεν έλαβε καμία σωστή ερμηνεία. Και είναι απολύτως αναμενόμενο που η φαινομενολογία πήγε να ψάξει εκεί, γιατί ήθελα να διαπιστώσει τι μπορούμε να κάνουμε με αυτές τις απρόσιτες περιοχές.

hernan-lavin-cerda

Η δεύτερη, επίσης καθιερωμένη στο Φρέαρ, εκτενής συζήτηση περί λογοτεχνίας, γίνεται ανάμεσα στον Χιλιανό ποιητή και πεζογράφο Ερνάν Λαβίν Θέρδα [Hernán Lavin Cerda] και τους Mario Meléndez και Gerardo Miranda, αδημοσίευτη ακόμα στα ισπανικά. Ο Θέδρα, που έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του στο Μεξικό, όπου κατέφευγε μετά την επιβολή της δικτατορίας του Πινοσέτ, συζητά και συ-σκέπτεται πάνω στο πνεύμα της Λένκα Φρανούλιτς, σημαντικής προσωπικότητας της χιλιανής κουλοτύρας, την επίδραση του Πάμπλο Νερούδα, την εξάπλωση του Νερουδισμού προς το καλό και το κακό, την καταλυτική εμφάνιση Νικανόρ Πάρρα. Ένα μεγάλο μέρος του τεύχους αφιερώνεται στον Μανόλη Αναγνωστάκη, για τον οποίον γράφουν νέοι φιλόλογοι που συμμετείχαν σε πλούσια σχετική Ημερίδα.

Γιατί δεν αγαπάμε την δημοκρατία; αναρωτιέται η Μυριάμ Ρεβώ Ντ’ Αλλόν [Myriam Revault d’ Allonnes], που τιτλοφορεί έτσι το νέο της βιβλίο (χωρίς το ερωτηματικό) και μπορούμε να διαβάσουμε σε προδημοσίευση της ελληνικής έκδοσης τις σκέψεις της για την συνθήκη απογοήτευσης του δημοκρατικού ανθρώπου και τις διαβαθμίσεις του μίσους για την «αστική δημοκρατία». Μιλάμε για την αγάπη της πατρίδας, του έθνους, της πολιτείας, της ανθρωπότητας, αλλά ποτέ για την αγάπη της δημοκρατίας – γιατί άραγε;

Henri Bergson

Στο τεύχος δημοσιεύονται τρία ανέκδοτα, νεανικά κείμενα του Χρήστου Μαλεβίτση, σπουδαίου στοχαστή και μεταφραστή σημαντικών φιλοσοφικών έργων, στα οποία αναγνωρίζει κανείς, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Δημήτρης Αγγελής, ορισμένους από τους θεματικούς άξονες που θα τον απασχολήσουνε και αργότερα (η επικαιρότητα του φιλοσοφικού λόγου σήμερα, το ιερό, η μεταφυσική δίψα κλπ.). Σε αυτά τα πρώιμα εξομολογητικά γραπτά, συνεχίζει ο επιμελητής, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς το πάθος της έκφρασης και τον έντονο ιδεαλισμό του συγγραφέα. Επιλέγω μια ενδεικτική παράγραφο από τα «Γράμματα στην αγαπημένη»:

Ρίχνω δίκαιο του Μπερξόν που λέει πως οι άντρες που είχανε πλούσιο, δημιουργικό ψυχικό κόσμο, νιώθανε την παρουσία τους σα μια νέα μουσική. Είτε ήτανε δημιουργοί θρησκειών, είτε φιλόσοφοι, είτε οδηγοί λαών, είτε ποιητές, αυτό που κάνανε  δεν ήταν παρά το συγκεκριμένο: ποίηση μιας μουσικής αρμονίας. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πως όταν δε νιώθουμε τη μουσική υφή των έργων αυτών των ανθρώπων, τα έργα σκέτα τα βλέπουμε παράταιρα, αδιανόητα και πολύ συχνά ανόητα. Ακόμα και οι πιο λογικές ιδέες των φιλοσόφων είναι αποκυήματα της μουσικής. Γι’ αυτό παραξενευόμαστε όταν βλέπουμε μεγάλα μυαλά να μη μπορούσαν να δουν πράγματα που ο κοινός νους έβλεπε.

Εσωτερική διάσταση

Στις ύστερες σελίδες ο Μαριάνος Καράσης συνεχίζει ακάθεκτος στις ουτοπίες της αρχαιότητας, με στάση αυτή τη φορά στον Αριστοφάνη, ο Γιάννης Β. Κωβαίος εντοπίζει στοχαστικές και αστόχαστες «προσαρμογές» στα σχολικά βιβλία, η Νατάσα Κεσμέτη εκφράζει τις πάντα πυκνές σκέψεις της, o Γιώργος Μητρούλιας παρατηρεί την πόλη να εισχωρεί στην «χαμένη ύπαιθρο». Ξεχωρίζω δυο εξαιρετικά κείμενα: ένα εγκώμιο μεμψιμοιρίας δια χειρός Θεοφάνη Τάση κι ένα διπλό σχόλιο του Κώστα Βραχνού, πρώτα περί facebook,  σε συνομιλία με γραπτά του Byung – Chul Han και ύστερα περί ισλαμοφιλίας, όπου αναρωτιέται πώς η συντριπτική πλειονότητα των μετριοπαθών ισλαμιστών (περίπου 1,5 δισεκατομμύριο πιστών) ανέχεται να κατασυκοφαντείται και να καταδυναστεύεται από μια αμελητέα μειονότητα φανατικών.

Στα λογοτεχνικά πεζά του τεύχους, ο Δημήτρης Χριστόπουλος παρακολουθεί «ένα ζευγάρι στο χρόνο» με τρία στιγμιότυπα σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο αντίστοιχα. «Η απόστροφος», μου είχες πει τότε, «μας υπενθυμίζει αυτό που πρέπει να χάσουμε, ό,τι τέλος πάντων αφήνουμε πίσω μας, για να γίνει καλύτερη η ζωή μας». Ο Μιχάλης Μακρόπουλος δημιουργεί πάνω στο αστείρευτο μοτίβο του άγνωστου επισκέπτη στην πόρτα [«Ο επισκέπτης»], ο Βασίλης Τσιαμπούσης ανασυνθέτει μια γλωσσική Βαβέλ σε μοναστηριακή αυλή και ο υπογράφων αναθυμάται μια ημέρα που έμεινε ίδια και απαράλλαχτη στον χρόνο, από την Κυψέλη μιας παιδικής δεκαετίας. Και όπως πάντα, τα παραπάνω αποτελούν ένα μόνο μέρος από την ύλη του τεύχους.

Το τεύχος κοσμείται με σχέδια της Ελένης Γλύνη.

Στις εικόνες: Jean Luc Marion, Edmund Husserl, Hernán Lavin Cerda, Henri Bergson, Εσωτερική διάσταση.

26
Ιον.
16

Εντευκτήριο τεύχος 109, Απρίλιος – Ιούνιος 2016 (κυκλοφορία 12 Μαΐου 2016)

ent

Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου, ομολογούσε η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου στο επίμετρο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Επιλογές και σύνολα [2001], μιλώντας ακόμα για ροές ρημάτων και λέξεις ρέουσες, για νερά γλυκά και εφιαλτικά μαζί. Ακριβώς το «αντιθαλασσινό μάτι» της συγγραφέα εξετάζει σε κείμενό της η Τιτίκα Δημητρούλια, καθώς είναι πολύ το νερό στην ποίησή της: θολό ποτάμι, στάσιμο νερό, άσπρο νερό που γίνεται αίμα στο καζάνι της μπουγάδας, αλμυρό στην θάλασσα, μυστικός καθρέφτης και τόσα άλλα.

Εντευκτήριο ΜΚΑ__

Πρόκειται για ένα από κείμενο από τις αφιερωματικές σελίδες για την Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ένα αδημοσίευτο πεζό της, πλήρες χρονολόγιο δια χειρός Γιώργου Κορδομενίδη, ένα γράμμα από την Κική Δημουλά, μια διερεύνηση της ορμής και του αισθησιασμού της ματαιότητας από την Μαρία Κουγιουμτζή, «ιδιόχειρες» επιστολές προς την τιμώμενη από τους Γιώργο Ιωάννου, Καίη Τσιτσέλη, Ηλία Πετρόπουλο, Ελένη Βακαλό, Ντίνο Χριστιανόπουλο, ιδιαίτερες αναγνώσεις από την Κούλα Αδαλόγλου και την Χλόη Κουτσουμπέλη και πολλά άλλα κείμενα.

b312Σ’ ένα από αυτά, ο Τάσος Καλούτσας εστιάζει στην επαφή με τους ανθρώπους και τα πράγματα στα βιβλία της Αγαθοπούλου.  Από το πρώτο αφήγημά της, τον Συνοικισμό σιδηροδρομικών, διαφαίνεται η δεσπόζουσα θεματική της πεζογραφία της, όσον αφορά τα πρόσωπα και τους χώρους, καθώς επιλέγει να μας μιλήσει με ρεαλιστική ειλικρίνεια για την ζωή του προσφυγικού συνοικισμού, με έντονα χρωματισμένες αυτοβιογραφικές καταγραφές. Η συγγραφέας εμβαθύνει στον ψυχισμό των ανθρώπων του περιβάλλοντός της, ιδίως των γυναικών, ενώ η μνημονική αναδρομή αποτελεί βασική λειτουργία στον τρόπο γραφή της. Αργότερα, με την συλλογή Στο δωμάτιο, περνάει σε μια «αυτονομημένη από την ρητή μαρτυρία πεζογραφία», προχωρώντας και σε μια εσωστρεφή μορφή αφήγησης. Η δράση στα διηγήματά της είναι εσωτερικού τύπου· είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών, αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης».

b168545

Η ποιητική ενότητα των τευχών του Εντευκτηρίου πάντα μας παρουσιάζει νέους, άγνωστους ποιητές που συχνότατα μας εκπλήσσουν με την ποιητική τους γραφή. Αυτή τη φορά διαβάζουμε ποιήματα από τον Σέρβο Νέναντ Μιλόσεβιτς [παρουσίαση – μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη], τον Τουρκοκύπριο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ [απόδοση: Λευτέρης Καβαλιέρος], τον Αμερικανό Φρανκ Μπίνταρτ [παρουσίαση – μετάφραση: Μαρία Μουσαφίρη], τον Σύριο Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ-Άνι, [μετάφραση: Χαλέντ Ραούφ, παρουσίαση – ποιητική απόδοση: Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος]. Στην ποιητική του τεύχους εντάσσεται και η σύνθεση του Γ. Χ. Ώντεν, Βγήκα να περπατήσω ένα βράδυ [σημείωμα και μετάφραση Ερρίκος Σοφράς]

b159783Μια άλλη ποιήτρια, η Μαρία Κυρτζάκη, είναι πια παρούσα μόνο με την γραφή της και η Κατερίνα Ζαρόκωστα της αφιερώνει έναν μικρό αποχαιρετισμό. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γράφει για την Αγγελική Ελευθερίου, η Τζένη Μαστοράκη κρατά  Ημερολόγιο μιας τυπογραφικής διόρθωσης, ο Σταύρος Ζαφειρίου ορίζει σκηνικές οδηγίες για κείμενο που τιτλοφορεί Δεν πάει έτσι, Όσκαρ, ο Παντελής Βουτουρής ξαναδιαβάζει Τελευταίο σταθμό του Γιώργου Σεφέρη. Και μέσα από τον φωτογραφικό φακό του τριμήνου, ο Αντρέας Σκρέλη αναφωνεί Καλημέρα Οστάνδη!  [192 σελ.]

07
Απρ.
16

Εμβόλιμον, τεύχος 77 – 78 (Φθινόπωρο 22015 – Χειμώνας 2016). Αφιέρωμα στον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου

Εμβόλιμον ΝΑΑ_

Νομίζω το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση. Περισσότερο ακόμα, μια δυσκολία να χαρεί κανείς τη ζωή. Ένα αίσθημα θανάτου και ανημποριάς πλανάται μέσα σε μια τελείως μοντέρνα και τεχνική κοινωνία. Γι’ αυτό στα ποιήματα πολύ συχνά υπάρχουν στοιχεία μηχανικά δεμένα με μια βαθύτερη δίψα για ζωή….

…απαντούσε ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου σε ερώτηση του Δημήτρη Καλοκύρη στο περιοδικό Τραμ, το 1979. Πρόκειται για την τελευταία εν Θεσσαλονίκη συνέντευξη που συστηματοποιεί και δημοσιεύει ο Θανάσης Μαρκόπουλος στο σχετικό του κείμενο εδώ· η σειρά των συνομιλιών ξεκινάει από την εφημερίδα Δράσις το 1965 (και αργότερα 1967 και 1968), συνεχίζεται στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη το 1966 και στον Νίκο Μπακόλα αλλά και στο περιοδικό Ausblicke το 1970.

Ένας νέος Ν.Α.Α.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή του ποιητή (και κατ’ εμέ την γοητευτικότερη) εξετάζει ο Παναγιώτης Γούτας: «την ποίηση των ερειπίων», προφανώς και τα ερείπια στην ποίησή του. Επηρεάστηκε άραγε από τις προγενέστερες μνημειακές και …ερειπιακές ποιητικές γραφές του Καβάφη, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου ή του ελάσσονα ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου; Εδώ τίθεται κι ένα ευρύτερο ερώτημα, καθώς οι αρχαιολογικοί χώροι και τα σχετικά ευρήματα αποτελούν προσφιλή λογοτεχνικά και ιδίως ποιητικά θέματα. Μπορεί η αναφορά και μόνο σε αυτά να συνιστά επίδραση και επιρροή;

Μια άλλου είδους αφιερωματική κατάθεση που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στα αφιερώματα είναι η (συνήθως επί τούτου) γραφή ποιήματος ή πεζού που συνομιλεί με έργο του «τιμώμενου» συγγραφέα ή και αφιερώνεται σε αυτόν, όπως εδώ το ποίημα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τον παρηχητικό τίτλο Λίγο μύρο μυρώνει τον Μύρωνα, ένα ποίημα του Κώστα Ριζάκη κι ένα μικρό πεζό της Έφης Καλογεροπούλου. Σε παράπλευρα δελτία, ο Δημήτρης Κονιδάρης εν πλήρη συντομία διηγείται μια παρ’ ολίγον γνωριμία. Το κείμενο του Βασίλης Ιωαννίδης αφορά την σχέση / σύνδεση του ποιητή με το περιοδικό Διαγώνιος και περιλαμβάνει πίνακα με όλες τις δημοσιεύσεις του στο περιοδικό.

Ταξιδεύοντας

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ / θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. / Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη / θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. / Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν / ή θα ταφούν σε ανήλιαγα σπουδαστήρια – κι είπες πάλι / ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει [Υστεροφημία]

Με ένα από τα «παραλειπόμενα» ποιήματα του Ασλάνογλου ολοκληρώνει το κείμενό της η Άννα Αφεντουλίδου, καταγράφοντας την «αυτιστική πορεία της παράφρονης ομορφιάς» στην ποίησή του. Ανάμεσα στα «ποιητικά χαρακτηριστικά και τα ποιητολογικά του παρεπόμενα» γράφει πως ο ποιητής παραβίασε τα διλήμματα τα δηλωτικά των ορίων της ποιητικής: του ρομαντισμού και του συμβολισμού, του ρεαλισμού και του υπερρεαλισμού, του παραδοσιακού και του μοντερνιστικού. Δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο πιο ρομαντικό και παλαιό και λεξιλόγιο σύγχρονο και τεχνολογικό – έτσι ώστε να βρίσκονται σε αμηχανία οι κριτική μου, δήλωνε.

Ωδές

Ο εύκολος έρωτας κι ο δύσκολος θάνατος δια χειρός Κώστα Κρεμμύδα δηλώνει εξαρχής την πρόθεση μιας μικρής αποκαθήλωσης έναντι των συνήθων αγιοποιήσεων που εκτοξεύονται αφειδώς, μετά θάνατον, εις βάρος πολλών ποιητών και της κεκτημένης αίγλης που τους συνοδεύει. Ο Στέλιος Λουκάς αναδημοσιεύει μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον συγγραφέα. Σε μια ερώτηση περί μνήμης διαβάζω: Η μνήμη λειτουργεί κάπως σαν άσπρο χαρτί. Δηλαδή, ξαφνικά, καθώς ζω κάπου σ’ έναν άλλο χώρο, όχι Θεσσαλονικιώτικο – Ανθηναϊκό ή εκτός Ελλλάδος – ξαφνικά είναι το άσπρο χαρτί. Είμαι μέσα σ’ αυτό το χώρο που είμαι, το παρελθόν αποχρωματίζεται, χάνει το νόημά του, εφόσον οι αισθήσεις και τα αισθήματα δε λειτουργούν στο νέο χώρο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν όταν επιστρέφουν στον παλιό χώρο και τόπο…[σ. 87]

Αθήνα, Δράμα, Κόρινθος, Βέροια, Ελασσόνα, Μασσαλία, Κέρκυρα, το αεροδρόμιο της Μίκρας στην Θεσσαλονίκη, η λεωφόρος της Άνοιξης στην ίδια πόλη, η Τεργέστη, η θάλασσα της Ελσινόρης στη Δανία, η Ελ Μίνα, ελληνόφωνο χωριό του Λιβάνου. Ο ίδιος ο Ασλάνογλου μίλησε για την «τοπολατρία» του αλλά και για το γεγονός ότι ελάχιστες χώρες περνούσε μέσα στο σπίτι του. Όπως γράφει η Δήμητρα Μίττα στο δικό της κείμενο, ο ποιητής προτιμούσε τον έξω χώρο, τους δρόμους, εκεί «πολλαπλασιαζόταν», ένοιωθε «ασφάλεια»· το μέσα, τα γνώριμα κλειστά τοπία, ήταν για εκείνο απειλή.

Ο δύσκολος_

Ο Τάσος Πορφύρης συντάσσει ένα τελικό σημείωμα αποτίμησης του ποιητή, ο  Βασίλης Βασιλικός ανασύρει πρώιμες μνήμες από την γνωριμία τους και ομολογεί πως περιμένει το εν λόγω αφιέρωμα για να συμπληρώσει τα βιογραφικά κενά που του δημιουργήθηκαν από την απουσία δεκαετιών, ο Διονύσης Στεργιούλας ανασύρει ένα νεανικό κριτικό του κείμενο. Άλλοι ενδεικτικοί τίτλοι μεταξύ πολλών κειμένων: Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: Η πυκνοκατοικημένη εξορία του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Βάσω Οικονομοπούλου: Η ιδέα της όρασης και η ιδέα ως όραση στην ποίηση του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Χρίστος Παπαγεωργίου: Ωδές στον Πρίγκιπα ή Η απώλεια του ερωτικού αντικειμένου, Μαρία Πολίτου: Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο» Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996). Το τεύχος κοσμείται με την ζωγραφική του Γιάννη Παπανελόπουλου.

[160 σελ.]

Η φωτογραφία από την παράσταση «Ωδές στον πρίγκιπα» της ομάδας Nova Melancholia [χώρος Μπαγκλαντές, 2016] «μια ιδιότυπη ποιητική βραδιά για τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου», υπό την σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.

27
Φεβ.
16

Νίκος Καρούζος – Πεζά κείμενα

KAROUZOS Peza Keimena_

Τα πεζά ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς»

Πιάνω στα χέρια μου το τεύχος υπ’ αρ. 88 – 89 του περιοδικού Η λέξη (Οκτώβρης – Νοέμβρης ’89), που είχα αγοράσει από ένα περίπτερο στην Θεσσαλονίκη. Ίσως ήταν το πρώτο αφιερωματικό τεύχος που αγόραζα και ο λόγος ήταν ο τιμώμενος ποιητής, ο πρώτος ποιητής που μου μίλησε με έναν τρόπο που μέχρι σήμερα πασχίζω να καταλάβω. Το αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο περιελάμβανε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα από τον Τίτο Πατρίκο, Έκτορα Κακναβάτο, Ματθαίο Μουντέ, Γιώργο Βέη, Αλέξη Ζήρα, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Αθηνά Παπαδάκη, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Κωστή Παπακόγκο, Ευγένιο Αρανίτση, Κώστα Σοφιανό, Θανάση Χατζόπουλο, Θ.Δ. Φραγκόπουλο, κ.ά., καθώς και μια συνομιλία του ποιητή με τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο. Ανοίγω το τεύχος και βλέπω τις κυκλωμένες από το μολύβι μου παραγράφους – όπως εκείνη από το κείμενο του Αρανίτση [σ. 894 – 895]:

Η ποίηση έχει καταστρέψει τη ζωή του Καρούζου σαν μια μοιραία και απαιτητική ερωμένη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που η συνείδησή του κατοικείται από λέξεις σε κατάσταση αναβρασμού. Ένας τέτοιος ψυχικός κόσμος στριφογυρίζει υποχρεωτικά μέσα στο παράδοξο. Υποφέρει αλλά δεν πλήττει ποτέ, γιατί η δουλειά του είναι να παράγει μια ανεξάντλητη πείρα σε μυστήρια και αντιξοότητες. Ποτέ δεν ελληνική ποίηση το τυχαίο και το αυθόρμητο δεν συνδυάστηκαν τόσο ιδανικά με λεπτές χημικές διεργασίες εμπνευσμένες απ’ την μυστικιστική πεποίθηση ότι η γλώσσα διαθέτει δυνατότης μαγείας, ιδιότητες παραισθησιογόνου, εκείνη την αρχαϊκή πνοή που αναταράζει τον μανδύα της γονιμότητας.

Λέξη Καρούζος

Είκοσι χρόνια μετά, κι έχοντας διασχίσει όλες τις συλλογές του ποιητή και άλλα αφιερώματα, όπως εκείνα των περιοδικών Το Δέντρο και Εμβόλιμον, που παρουσιάσαμε εδώ κι εδώ αντίστοιχα, φτάνω στην παρούσα έκδοση, που συγκεντρώνει πεζά κείμενα που γράφτηκαν στη διάρκεια των σαράντα ενός χρόνων μιας συνεχούς γραφής που δημοσιευόταν σε εκείνα τα λογοτεχνικά περιοδικά που επιθυμούσε να είναι «προσκεκλημένος» και να γράφει όποτε ήθελε και ό,τι τον ενδιέφερε, χωρίς κάποια μόνιμη συνεργασία. Η θεματολογία του ευρύτατη, αχανής: η ποιητική γραφή, η πνευματική του πορεία, η αντίστοιχη πορεία της πατρίδας του· η μουσική, το θέατρο, η ζωγραφική, ο θρησκευτικός λόγος, οι ομότεχνοι, οι αντίθετοι. Πρόκειται για δείγματα, όπως γράφει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια, μιας ιδιότυπης πνευματικής εξωστρέφειας, που καταλήγει μέχρι και τους τελευταίους γραμμένους στίχους του στο νοσοκομείο λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο Δόξασμα, που αναδημοσιεύεται στο ίδιο κείμενο· για κείμενα ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς».

Νίκος Καρούζος σε Κήπο

Εκείνος λοιπόν που έγινε γνωστός ως ο ποιητής της ρήξης, καθώς μέσα από τα ποιήματά του αρθρώνεται ένας διαρκής διάλογος – σύγκρουση, μια σκληρή και τρυφερή μέσα στην οραματική της διάσταση αναθεώρηση των πάντων, ο ποιητής στάθηκε μακριά από δόγματα, συρμούς και ομάδες, «διεθνής και ακάθεχτος», όπως έγραφε στην Ψυχαγωγία εις ύψος, στην συλλογή Συντήρηση ανελκυστήρων, που θυμάμαι είχα αγοράσει γοητευμένος από μικρός από τον τίτλο της, έγραφε στο κείμενο Τοποθέτηση, στο περιοδικό Τομές, το 1976:

Με ρωτούν ενίοτε τι βλέπω στην πολιτική πραγματικότητα σαν ορθότερο, «πού ανήκω». Λοιπόν, ανήκω, σεβόμενος ότι το αόρατο και αόριστο πρόσωπο του μέλλοντος, αλλ’ αυτό του παρόντος το ορατό και συγκεκριμένο, στην απλή και ελεύθερη λογική, που είναι πάντα κι αποκλειστικά ποσιμπιλιστική, προσφέροντας το βεβαιότερο πράγμα, το εφικτό – στα δίκαια αιτήματα που αντιμάχονται τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της υπάρχουσας κοινωνίας. Όλα τα’ άλλα, τα ηχηρά και κραυγαλέα και άκρως θεωρητικά δεν έχουν εμφανή βάση σ’ αυτόν τον αστάθμητο κόσμο… [σ. 191]

Philippe Soupault_

…για να προσθέσει, πως σαν αδέσμευτος άνθρωπος πιστεύει «πως ο πραγματικά φυσικός δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποτε στην περιπόθητη σοσιαλιστική διοργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι ακριβώς το πολύγνωμο δημοκρατικό πολίτευμα». Στο ίδιο τεύχος, τον ίδιο χρόνο και στην ίδια στήλη αφιερώνει ένα κείμενο στον Philippe Soupault, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όπως γράφει περίπτωση αναμφισβήτητου ποιητή κι ενός από τους πρωτεργάτες της υπερρεαλιστικής ουτοπίας, που πιστώνεται εκτός από τα διαφόρων ειδών κείμενά του και την εντυπωσιακή νεκρανάσταση του Lautreamont, ίδιον των εξαίσια εισδυτικών πρωτοτύπων πνευμάτων.

O ίδιος ο Μπρετόν (προτού τον διαγράψει από την σουρεαλιστική ομάδα λόγω «λογοτεχνικής παρέκκλισης») κάπου στο περίφημο Μανιφέστο σημείωνε πως το 1919 ο Σουπώ έμπαινε σ’ ένα σωρό απίθανα σπίτια για να ρωτήσει τον θυρωρό και να εξακριβώσει αν έμενε εκεί ο Φίλιππος Soupault. Και αργότερα προσέθετε: Πιστεύω πως δεν θα αισθάνθηκε καμιάν έκπληξη από μια καταφατική απάντηση. Θα πήγε να χτυπήσει την πόρτα του. Ο Καρούζος εδώ υποστηρίζει ότι οι καλύτερες, και ουσιαστικά τολμηρότερες πραγματώσεις των υπερρεαλιστών είναι εκείνες που διατηρούν ή και επιτρέπουν έναν όποιο σύνδεσμο με το διάψυχο γεγονός της λογικής.

Gogol_1_

Ο Καραγκιόζης και ο Κόντογλου, ο Καβάφης και ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός και ο Καραγάτσης, ο «πολυβότανος» Πεντζίκης και ο Μανουήλ Πανσέληνος, ο Γιώργος Μακρής κι ένας εμπεδόκλειος αλήτης μέσα σ’ ένα ταξί με τον Παύλο Valery, έχουν όλοι θέση στην σκέψη του Καρούζου, που συλλογίζεται σε άλλα κείμενα για την ελευθερία, την γλώσσα, τους κοινωνικούς αγώνες, την σοσιαλιστική ηθική, το θέατρο (όπως ένα κείμενο για Το προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα), την θρησκεία και την θεολογία, όπως ένα εξίσου έξοχο κείμενο για τις λατρευτικές σελίδες του Ν. Β. Γκόγκολ.

Η δοκιμιακή γραφή του ποιητή έχει την γλωσσική στόφα όλων των παλαιών δοκιμιογράφων. Στο κείμενό του για την στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη γράφει: Ο Τερζάκης είναι ένας γνήσια διαλογιζόμενος άνθρωπος, ένας αληθινός στοχαστής, με γνήσιο εσωτερικό υπόστρωμα, με γραφίδα περίτρομη κατάντικρυ στα φλέγοντα του πνεύματος, με συνεσταλμένη συλλογιστική, με πλήθος ακράτητα ερωτήματα και βαθύτατο πύρωμα σώψυχης αγωνίας. Η λέξη, Επιθεώρηση Τέχνης, Ζυγός, Διαγώνιος, Νέα Εστία, Ευθύνη, Καινούρια Εποχή, Σύνορο, Εκκλησιαστικά Προβλήματα, Κριτικά Φύλλα, Υδρία, Τομές, Τετράδια Ευθύνης, Τραμ, Το Περιοδικό, Πλανόδιον, Το Δέντρο …. δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες φιλοξένησαν όλα αυτά τα κείμενα που επιχειρούν να παγιδεύσουν «το αόρατο στην ορατότητα», όπως μας συμβούλευε στην Εντύπωση από την συλλογή Ερυθρογράφος.

verne

Άμα διαβάζει κανείς Εμπειρίκο στα τόσο παλλόμενα πεζά του και τυχαίνει να ξέρει τις παλαιές καθαρευουσιάνικες μεταφράσεις του Ιουλίου Verne, είναι αδύνατο να μη συσχετίσει τις δυο γλώσσες γράφει ο Καρούζος στο κείμενό του Ιούλιος Verne και Ανδρέας Εμπειρίκος, σε κάποιο τεύχος του Τραμ το 1979. Εδώ ο συγγραφέας εκφράζει μια άποψη που κρέμεται, όπως γράφει, από την διαίσθησή του και μόνο: ο Εμπειρίκος διαμόρφωσε την μαγιά του γλωσσικού του πεπρωμένου από τέτοια διαβάσματα της παιδικής ηλικίας. Ο Καρούζος δεν θεώρησε σωστό να τον ρωτήσει σχετικά, γνωρίζοντας πως κάθε ποιητής είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε παρατηρήσεις επιδράσεων. Εν τούτοις σε κάποια ανάγνωση εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία σε κάποια από τις γνωστές οικιακές αναγνώσεις του Εμπειρίκου και σχολίασε: Είσθε ένας μυθικής, θα έλεγα, όσο κι απόμακρης γραφής Έλληνας Ιούλιος Verne του έρωτα. Ο Εμπειρίκος ενθουσιάστηκε με αυτά τα λόγια και μίλησε με ολόψυχο θαυμασμό για τον Ιούλιο Βερν, αν και κατάλαβε κάτι διαφορετικό από εκείνο που εννοούσε ο Καρούζος: ότι οραματιζόταν την ανώτερη εξέλιξη του ερωτικού παράγοντα στην ανθρώπινη μοίρα και την κατάφαση κάθε ερωτικής ελευθερίας.

ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ.1

Το προτελευταίο κείμενο του τόμου τιτλοφορείται Η νοσταλγία του παρελθόντος, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο, και αναφέρεται ως προσχέδιο για την αυτοβιογραφική ταινία του συγγραφέα και κατανέμεται σε δεκατέσσερις σκηνές (Ναύπλιο, 1982). Στην έβδομη σκηνή αναφέρεται στα μυκηναϊκά ερείπια, που του αρέσουν ακριβώς γιατί είναι τυφλά. Σε μια φιλοσοφία των ερειπίων θα άξιζε να γραφτεί πως τα καλώς, ας πούμε, σωζώμενα ερείπια, δεν προσφέρουν το βίωμα του απείρου, όσο τέτοιου είδους τυφλά ερείπια. Στην ενδέκατη σκηνή συμπυκνώνει την ιδέα του για την ποίηση, για την οποία τον ρωτούν κάθε τόσο, θυμάται την θέση της «ασιατικής φιλοσοφίας», πως όποιος δυναστεύεται από ερωτήματα δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να λάβει απόκριση. Και στην αμέσως επόμενη γράφει «περί ρουτίνας»:

Όπως έλεγε ο Novalis, δεν είναι τίποτα πιο ασυνήθιστο απ’ το ίδιο το συνηθισμένο. Η ποίηση τρέχει στους δρόμους. Κι ο ποιητής πιάνει κάποια ελάχιστα της φαντασμαγορικής αυτής διαδικασίας. Η βίωση προέχει. Για σκεφτείτε ένα μακρινό σαξόφωνο από ένα φωτισμένο παράθυρο, που μπορούμε να το απολαύσουμε ωσάν ηχητική μπαλάντα του άπειρου… Δεν είν’ έτσι; Η ποίηση βατεύει τα γεγονότα. Κι ανασταίνει το παραδείσιο στοιχείο οπουδήποτε… [σ. 314]

Εκδ. Ίκαρος, Α΄ έκδ. 1998, Β΄ έκδ. 2010, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, σελ. 324, με εντεκασέλιδη εισαγωγή της επιμελήτριας και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Ο Ποιητής στον Κήπο, η κεφαλή του Φίλιππου Σουπώ, το μπλέ του Νικολάι Γκόγκολ, η πολυχρωμία του Ιουλίου Βερν, ο Καρούζος στον Δρόμο.




Μαρτίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 817,652 hits

Αρχείο