Archive for the 'Ελληνική Λογοτεχνία' Category

27
Ιον.
17

Συλλογικό – 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή. Ο άνθρωπος. Το έργο. Η εποχή. (Επιμ.) Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Δεκαοκτώ σπουδές στο μαύρο και ισάριθμες σπονδές στον εξιχνιαστή του

Το γερμανικό οικονομικό θαύμα, τα swinging 60s, η γαλλική nouvelle vague, το miracolo italiano: οι τέσσερις κυρίαρχες εκδοχές της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη των τελών της δεκαετίας του ’50, σε συνδυασμό με την διάδοση του «αμερικανικού ονείρου» επουλώνουν τα τραύματα της Ευρώπης, ενώ την ίδια περίοδο η Ελλάδα προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί από τις δικές της καταστροφές, πάντα μοιρασμένη σε «Ανατολή» και «Δύση». Σε αυτές τις συνθήκες γράφει ο Γιάννης Μαρής κι αυτό ακριβώς είναι το υπόβαθρο των ιστοριών του, όπως γράφει ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος στο δικό του Hommage στον Γιάννη Μαρή.

Εδώ ο επιμελητής του τόμου συντάσσει ένα πλήρες διάγραμμα της περίπτωσης Μαρή: ένας δημοσιογράφος που εισέρχεται ως «ξένο σώμα» στους συγγραφείς, που μεταλαμπαδεύει το «αστυνομικό» στα λογοτεχνικά δρώμενα αλλά και το εγκαθιδρύει συγγραφικά και κινηματογραφικά, που εντοπίζει έναν εγχώριο κοσμοπολιτισμό και χαρτογραφεί εκ νέου την πόλη με ένα «χρονοτοπικό» σύστημα, διαγράφει τις εμφύλιες διαμάχες και «επιστρέφει» στην σκοτεινή περίοδο της Κατοχής και ακόμα αναδεικνύει το δράμα των Ελλήνων Εβραίων.

Μα οι «νεωτερισμοί» του Μαρή δεν σταματούν εδώ: Ο επιθεωρητής Μπέκας μπορεί να συγκριθεί ισότιμα με ξένους συναδέλφους, κυρίως τον Μαιγκρέ του Σιμενόν αλλά και τον υπαστυνόμο Κολόμπο εκ των υστέρων. Στο έργο του ενσωμάτωσε ολόκληρη την ποπ κουλτούρα της εποχής αλλά και στοιχεία pulp fiction, αποϊδεολογικοποίησε τους διωκτικούς μηχανισμούς, «στοχοποίησε» το μικροαστικό νοικοκυριό και όχι τους συνήθεις υπόπτους περιθωριακούς. O Πέτρος Μάρκαρης στις «σημειώσεις πάνω στο φαινόμενο «“Γιάννης Μαρής”» γράφει για την ατυχία του συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματά του σε λάθος τόπο και χρόνο αλλά και εστιάζει στην διάρρηξη μιας παράδοσης, της μέχρι τότε καθιερωμένης μορφής του αγγλικού αστυνομικού, του «whodunit», όπου ο ντετέκτιβ έλυνε το μυστήριο μέσα από μια διανοητική διαδικασία, ενώ ο αναγνώστης τον ακολουθούσε ασθμαίνοντας από τις διάφορες παγίδες. Τώρα ο Μαρής επιλέγει ως ήρωα έναν αστυνομικό και όχι ντετέκτιβ · όχι έναν ιδιοφυή ή ιδιόρρυθμο εξιχνιαστή αλλά έναν απλό, μικροαστό επαγγελματία που κάνει την δουλειά του με ένα αίσθημα δικαιοσύνης.

Ο Άγγελος Τσιριμώκος γράφει τον πατέρα του Γιάννη Μαρή, ο Ριχάρδος Σωμερίτης για τα πρώτα χρόνια του συγγραφέα στην εφημερίδα Μάχη, ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης θυμάται την γνωριμία τους, η Αθηνά Κακούρη επιχειρηματολογεί για την ανάγκη μας για έναν τέτοιο συγγραφέα, ο Φίλιππος Φιλίππου ερευνά τις δημοσιεύσεις του στα λαϊκά περιοδικά Οικογένεια, Πρώτο και Θεατής, ο Βασίλης Βασιλικός τον τοποθετεί «ανάμεσα στον Σιμενόν και τον Καμιλλέρι», ο Νίκος Μπακουνάκης αναρωτιέται πού τελικά ανήκει, ο Στράτος Μυρογιάννης προβαίνει σε μια σπουδή σε ονόματα και χαρακτήρες,  ο Νίκος Βατόπουλος μας ξεναγεί στην Αθήνα του Γιάννη Μαρή, η Νίνα Κουλετάκη μας γνωρίζει τις γυναίκες του έργου του, ο Σταύρος Πετσόπουλος καταγράφει την εκδοτική περιπέτεια των επανεκδόσεων του έργου του στις εκδόσεις Άγρα, οι Τεύκρος Μιχαηλίδης, Γιάννης Ράγκος, Αναστάσης Σιχλιμήρης και Loic Marcou προσθέτουν τις δικές τους οπτικές πάνω σε ιδιαίτερες πλευρές του έργου του.

Επιστρέφω στον φόρο τιμής του Καλφόπουλου για να τονίσω τις πολλαπλές αναγνώσεις του Μαρή. Σε ένα πρώτο φιλολογικό πλαίσιο ο Μαρής έγραψε ευτελή λογοτεχνία, με γλώσσα απλή και πλαίσιο μανιχαϊστικό. Από την σκοπιά της λογοτεχνικής θεωρίας οι αφηγηματικές στρατηγικές είναι εξίσου απλές, με το noir στοιχείο να είναι προσαρμοσμένα στα ελληνικά δεδομένα, χωρίς δηλαδή τον αμερικανικό πρότυπο του σκληροτράχηλου ήρωα – ντετέκτιβ. Από ιδεολογική άποψη ο συγγραφέας υπηρετεί ένα «παρακμιακό» είδος και αποποιείται την μήτρα της Αριστεράς από την οποία προέρχεται, καθώς γράφει στον συντηρητικό Τύπο.

Αλλά πέρα από αυτά ο Μαρής συνδιαμόρφωσε σημαντικά στον χώρο του Τύπου, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου την δημόσια σφαίρα της εποχής, επαναδημιούργησε με μοντέρνο τρόπο ένα υποτιμημένο λογοτεχνικό είδος, όπου μάλιστα συνδύασε την ελληνοκεντρικότητα με τον κοσμοπολιτισμό, και ψυχαγώγησε ως πρωτοπόρος για τα δεδομένα της ελληνικής pulp fiction της εποχής ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό. Και όπως γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης στο δικό του κείμενο, ο Μαρής, αυτός ο αστείρευτος ως προς την πλοκή και απόλυτα ταυτισμένος με την εποχή του συγγραφέας, κατάφερε εκτός των άλλων εν μέσω πολιτικής θύελλας και πολιτικών παθών να αποκλείσει από την καθημερινότητα των ηρώων την «πολιτική» του αλλά όχι και από την ηθική τους υπόσταση.

Εκδόσεις Πατάκη, 2016, σ. 198. Στο Παράρτημα περιλαμβάνονται ανέκδοτα τεκμήρια (φωτογραφίες, χειρόγραφα και δακτυλόγραφα) από το αρχείο του συγγραφέα και το οικογενειακό αρχείο του γιου του, Άγγελου Τσιριμώκου.

Στην τελευταία φωτογραφία, το κέντρο της Αθήνας, προσφιλές σκηνικό του Γιάννη Μαρή, σε φωτογραφία του Ιάσονα Αποστολίδη, αρχές της δεκαετίας του ’50.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 218.

17
Ιον.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 181. Γιώργος Γκόζης

Περί γραφής

1. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των τριών βιβλίων σας; Θα μας γράψετε και υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Με μεγάλη μου χαρά! Στην αστική μας παράδοση, το δώμα της οικίας όπου ο επισκέπτης, ο Ξένος δηλαδή, οικίζεται προσωρινά ονομάζεται ξενώνας. Στον Άθωνα αντίθετα, ονομάζεται αρχονταρίκι. Εκεί ο φιλοξενούμενος επισκέπτης θεωρείται Άρχοντας και όχι Ξένος. Αυτή είναι κι η δική μου επιλογή για τον αναγνώστη. Καλώς ορίσατε, λοιπόν,  στο Αρχονταρίκι μου κι εγώ στο δικό σας φιλόξενο Δοχείο του Παντός.

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μία συλλογή διηγημάτων. Ήταν πηγαίο και με τυχαία αφορμή: δύο φραπέδες απανωτοί ένα μεσημέρι στα τέλη του ’90 δε με άφησαν να κοιμηθώ καλοκαιριάτικα, οπότε έγραψα επί τόπου ένα διήγημα, το πρώτο της ζωής μου, με αφορμή τη δημοσίευση στον Τύπο ενός σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει η Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Τιμήθηκα με το πρώτο βραβείο, ακολούθησε η ενθάρρυνση για δημοσιεύσεις σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, τότε μόνο σε έντυπη μορφή, κάποιες επόμενες διακρίσεις σε πανελλαδικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, η επιλογή μου ως εκπρόσωπο της ελληνικής πεζογραφίας στη Biennale της Ρώμης το 1999 και έχουμε ήδη φτάσει μέχρι το βημόθυρο του Νυχτερινού Στο Βάθος. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, ήταν ένα ραντεβού στα τυφλά: ένα αφηγηματικό σύμπαν του κόσμου της ενηλικίωσης, μία οφειλή στους εν αγνοία συνοδοιπόρους της γενιάς μου από τις τελευταίες αλάνες της ξεγνοιασιάς του αστικού κέντρου ως τις αλάνες της ζωής και μία ολόφωτη και αυτόφωτη προσωπικότητα, ο εκδότης της Νεφέλης Γιάννης Δουβίτσας.

Το δεύτερο, πάλι διηγήματα, τιτλοφορείται Αφήστε Με Να Ολοκληρώσω και καλύπτει το ενδιάμεσο κενό μίας δεκαετίας: έχουμε διαβεί ως περάτες από την έντυπη εποχή στην ψηφιακή. Το έντυπα λογοτεχνικό περιοδικά έχουν αποδεκατιστεί, κάποια έχουν επιβιώσει ισχνότερα, κάποια έχουν γίνει ιστοσελίδες, κάποια απλώς δεν έχουν προσαρμοστεί κι έχουν εξαφανιστεί. Όποιος θέλει, δημοσιεύει αφιλτράριστα ό,τι θέλει σε blogs και sites, δικά του ή τρίτων, πολλές εφημερίδες έχουν κλείσει. Έχει υποχωρήσει  ο λόγος έναντι της εικόνας, ειδικά της τηλεοπτικής με τη μορφή των παραθύρων, μία χυδαία μας ελληνική εκδοχή των τηλε-windows που προωθεί με φρενήρη τρόπο το life style και την ήσσονα προσπάθεια. Ένα βιβλίο του δικού μου θυμού με πυρέσσουσα γλώσσα και επιφαινόμενο χιούμορ, αλλά με τραγικές προσωπικές μου ιστορίες, πασπαλισμένες με την άχνη της ειρωνείας και του σαρκασμού. Το κέντρο ενός ελληνικού κόσμου ο οποίος  θρυμματίζεται αλληλοσπαρασσόμενος σε τηλεοπτικά παράθυρα, ενώ  αλαλάζει «Αφήστε με να ολοκληρώσω! Αφήστε με να ολοκληρώσω!».  Βιβλίο γραμμένο σε σκαμνί, σε σαλόνι, σε χαρτάκια κι όλα αυτά με δέκα χρόνια σταλίες.

Το τρίτο και τελευταίο ως σήμερα, Γκουανό. Γλώσσα περισσότερο δική μου ως προς τη θέρμη της, ξεθύμανε ο θυμός, οφειλή ως κεράκι στους προγόνους της ατομικής και συλλογικής μας μνήμης. Πρόσφυγες πολλοί, συνεργάτες των ναζί στην Κατοχή που έγιναν εργολάβοι οικοδομών στην ελεύθερη Ελλάδα τα κατοπινά χρόνια, τα τοξικά μας βοθρολύματα που γίνονται λίπασμα για το επερχόμενο Καλό. Τα τελευταία δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις, τις οποίες τιμώ και σέβομαι καταρχήν ως αναγνώστης.

Πόθοι; Η πρώτη μου επιθυμία ήταν να επικοινωνήσω. Με διαφορετικό τρόπο από τον προφορικό, να ξεφορτώσω και να ξορκίσω κάποιες εμμονές μου, να τις εξομολογηθώ στις σελίδες, να κερδίσω χρήματα, να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία και τον εγωισμό μου. Μετά από κοντά είκοσι χρόνια από την πρώτη δημοσίευση στη Νέα Πορεία του Τηλέμαχου Αλαβέρα, χαίρομαι που όλα τα παραπάνω έγιναν ατμός, εκτός από το πρώτο: να επικοινωνήσω. Να επικοινωνώ.

Αυτοί είναι τα μικρά έργα της μικρής μου τέχνης που βρίσκονται στο αρχονταρίκι μου, κρεμάμενα επί των τοίχων της πινακοθήκης του. Ελπίζω να μη βαλαντώσατε.

2. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Δεν είμαι ο κατ’ αποκλειστικότητα γράφων του εργαστηρίου. Κάθε άλλο, μάλιστα. Σήμερα, ζω κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, που το μοιράζομαι χρονικά άνισα με την Ελλάδα. Κουβαλώ όμως τα ελληνικά ως γλώσσα και πατρίδα εντός μου. Όσο για το κατ’ οίκον γράψιμο προϋποθέτει συστηματικότητα, ενώ η ζωή μου είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο δρόμο, με συναντήσεις και  ταξίδια και σε πολλές γλώσσες. Κάποτε πίστευα σχεδόν φετιχιστικά ότι ήταν απαραίτητη η ιδανική συνθήκη του τόπου ως πλαίσιο της γραφής, τώρα που αυτό είναι πολυτέλεια πια, λέω μόνο να μην αφήνω τον χρόνο να μου δραπετεύει: προσπαθώ να γράφω όπου μπορώ.

3. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Ωραία ερώτηση! Μετά τα βάσανα στα οποία τους υποβάλλω, τους αφήνω ελεύθερους να υπάγουν όπου αυτοί θελήσουν. Ναι, μαθαίνω νέα τους συχνά. Άλλοι μου τηλεφωνούν εν αγνοία τους, δίχως δηλαδή να είναι γνώστες της θέσης τους στα βιβλία μου, κάποιοι δηλώνουν «Μου Αρέσει» στο φέισμπουκ, με κάποιους είμαστε σε διάσταση και κόψαμε τσανάκια, αλλά όλοι τους είναι παρόντες εντός μου.

4. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όπως προανέφερα και στην υπαρίθμ. 2 κι ολογράφως Δύο ερώτηση παραπάνω, στερούμαι χρόνου. Επομένως, αργώ πολύ από γραφή σε γραφή κι από πέρασμα ένα χέρι βαφή σε βερνίκωμα. Κάθε που επανέρχομαι, κάνω μία ανακεφαλαίωση που όσο να ‘ναι, καθυστερεί. Όσο για τις ιδέες, τις φωτογραφίζω. Εικόνες στιγμιαίες που περνούν και χάνονται, άνθρωποι περαστικοί από τη ζωή μας με τυχαία σειρά, νά, όπως κάποιος άγνωστος που κάνει τράκα ένα τσιγάρο, που ζητά τη φωτιά σου, που ρωτά κάποιον δρόμο εκεί κοντά, ως χαρτάκια με σκέψεις polaroid μνήμης. Αλήθεια, ποιός θυμάται σήμερα τις φωτογραφίες των Polaroid;

5. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ναι, πλακώνομαι πολύ στη δουλειά, μονορούφι, σε ανορθόδοξες ώρες. Κάποτε, παλιότερα, τις βραδινές. Τώρα τελευταία δεν πολυαντέχω το ξενύχτι. Συγκεντρώνω όλο μου το υλικό, όπως ένα βουναλάκι με αφορμές, μετά το απλώνω με τον πλάστη, όπως ένα φύλο κρούστας με δικαιολογίες, ύστερα το ζυμώνω με τα χέρια, ιδίως τα επιρρήματα, σιγά και ξανά και πάλι και πάλι. Το αφήνω για λίγο καιρό στο φούρνο του συρταριού κι όταν τα ξαναβγάζω θέλω να δω αν σιγοκαλοψήθηκε, αν είναι δηλαδή τραγανό από έξω και ζουμερό από μέσα. Έννοια μου δεν είναι τόσο ο πυρήνας της ιστορίας, η ίδια η αφήγηση δηλαδή, αλλά κυρίως η γλώσσα. Μουσική; Εννοείται! Είμαι παιδί του ’80, επομένως ακούω Χατζηδάκη και Μαριώ, Ρενέ Ομπρί, Tuxedomoon, James, Σωτηρία Μπέλου, Άκη Πάνου και άλλα funk και punk κομμάτια. Συxνά ακούω και ραδιόφωνο, αλλά, ως ψυχάκιας, στο χαμηλότερο δυνατό σημείο έντασης. Τηλεόραση ποτέ, αλλά κι αυτές τις λίγες φορές με σβηστό ήχο, ως τζάκι, ως εικόνα, ως παρέα. Προτιμώ τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, διότι πρασινίζουν όμορφα την οθόνη ως ντεκόρ. Πίνω καφέδες, Τσαλακώνω χαρτιά. Δεν τα σκίζω ποτέ. Τα διπλώνω στα δύο και σουτάρω στο καλάθι των αχρήστων με σπάσιμο καρπού off balance ή με πίβοτ. Το παρκέ γεμίζει με χάρτινες μπάλες, επειδή η αστοχία μου είναι παροιμιώδης -ξέρετε, κάποιοι παλιοί τραυματισμοί.

6. Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βιοποριστικά, επί είκοσι δύο συναπτά και back to back χρόνια ασχολούμαι με τα ναυτιλιακά σε πολυεθνικές με containers. Από τις αρχές ενεστώτος έτους είμαι υπεύθυνος ανάπτυξης δικτύου ελληνικού ομίλου logistics σε χώρες της τέως Γιουγκοσλαβίας. Τελικά, αν και αγάπησα τα γράμματα, επαγγελματικά ασχολήθηκα με τους αριθμούς. Φαινομενικά, όλα είναι κόντρα μεταξύ τους: κοινό, αναγνώστες, δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, ειδικά αν υπολογίσετε πως ένας ευρύς κύκλος ανθρώπων δεν είναι καν ελληνόφωνος.

Εσπούδασα Θεολογία. Ναι, η γλώσσα της Θεολογίας υπήρξε για μένα καθοριστική και με διαμόρφωσε καίρια, όπως εκ των υστέρων αντελήφθην. Η πίστη μου στον Χριστό το ίδιο. Πώς συνδυάζονται στη γραφή μου, ως προς τις ιστορίες, αλλά και για το καίριο της αφήγησης, βιοπορισμός με υπόβαθρο σπουδών; Ως εξής: στις επιχειρήσεις μπαίνεις κατευθείαν στο ψητό, δε γυρνοβολάς, σημαδεύεις κέντρο. Ποιός είναι ο στόχος σου; Αυτόν επιδιώκεις να επιτύχεις, επομένως λειτουργώ κατ’ ακρίβεια. Η θεολογία, αντίθετα, λειτουργεί κατευναστικά σε πολλά σημεία και κατ’ οικονομία, δίχως δηλαδή στείρα αυστηρότητα και υπεροπτικές βεβαιότητες.

7. Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ δεν αποπειράθηκα να γράψω κι ούτε με απασχόλησε το ζήτημα. Ο λόγος είναι απλός: πιστεύω ότι δεν έχω απολύτως κανένα σχετικό τάλαντο, ότι δεν έχω κάτι να πω αν αρθρώσω δικό μου ποιητικό λόγο. Νομίζω πως δεν είμαι εγώ για εκείνην, εννοώ ως δημιουργός στίχων. Δεν είμαστε όλοι γι΄ όλα. Αντί εμού, υπάρχουν εξαιρετικοί σύγχρονοι ποιητές. Διάβασα, εξαιτίας της αγάπης του πατέρα μου και από τη δική του βιβλιοθήκη, πολλούς εξ αυτών κι εξακολουθώ να παρακολουθώ την παραγωγή, όσο μπορώ. Πιστεύω πως ένα μικρό κριτήριο να την αξιολογώ το έχω κατακτήσει, ώστε να διακρίνω την Ποίηση από την Οίηση, ειδικά στην εποχή των απειράριθμων αυτοεκδόσεων.  Δεν είμαι, λοιπόν, ο τεχνίτης του ελλειπτικού, του υπαινικτικού, του ελαχίστου, του αφοριστικού. Στον τόσο πυκνό λόγο, αισθάνομαι δυσφορία ως δημιουργός, θέλω λίγο χώρο παραπάνω και γι’ αυτό προτιμώ τα διηγήματα.

8. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αν μου το πρότειναν, εξαρτάται ποιοί οι προτείνοντες και ποιος ο βιογραφούμενος. Αν επρόκειτο για δική μου επιλογή,  θα επέλεγα πρόσωπο της μεσαιωνικής μας ιστορίας που τόσο αγνοούμε και που τόσο ανοιγμένη στον κόσμο ήταν – έχετε κάποια πρόταση μήπως;

 9. Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Με μία πρώτη ματιά, τρία αντιφατικά ως προς τη θεματολογία τους βιβλία. Αν τα δείτε όμως εποπτικά, βγάζει νόημα.  Έχουμε και λέμε, λοιπόν: ένα παιδικό παραμύθι. Δεν είμαι συγγραφέας παιδικών, προέκυψε όμως εν τοις πράγμασι με τη γέννηση του γιού μου. Το παραμύθι αυτό για την ώρα βρίσκεται στον φούρνο που λέγαμε προηγουμένως. Ακολουθεί ένα σύγχρονο μυθιστόρημα από το ’80 ως τις ημέρες μας. Ακόμα με παιδεύει. Τέλος, εντός του 2017 εκδίδεται από τον «Παρατηρητή της Θράκης» η μεταπτυχιακή μου εργασία, αυτό που στα ελληνικά λέμε Master in Science, με τίτλο «Μητερικό». Πρόκειται για αγιολογικό έργο σχετικά με τις άγνωστες Μητέρες της Θράκης. Είναι το πρώτο μου θεολογικό βιβλίο.

Περί ανάγνωσης

10. Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχετε αρκετό χώρο για τα πρώτα χίλια ονόματα που μου έρχονται στο μυαλό; Τα γράμματα της αλφαβήτου δεν μου φτάνουν: Ενδεικτικά και μόνο, καταλογογραφώ ανερμάτιστα: Νίκος Τσιφόρος, Παναγιώτης Γούτας, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Τόλης Νικηφόρου, Αλμπέρτο Ναρ, Ντίνος Παπασπύρου αν και κυρίως ζωγράφος, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Λευτέρης Καλοσπύρος, Ισίδωρος Ζουργός, Πέτρος Αυλίδης, Μάριος Χάκκας, Τόλης Καζαντζής, Νίκος Βασιλειάδης, Αντώνης Σουρούνης φυσικά για την αλήθεια του και την αφτιασίδωτη ειλικρίνειά του, Ευγενία Μπογιάννου, Βασιλική Πέτσα, Θωμάς Κοροβίνης, Γλυκερία Μπασδέκη, Βίκυ Τσελεπίδου, Κώστας Καβανόζης, Μιχάλης Μακρόπουλος, Ζάουμα Καμπρέ -αποκάλυψη για μένα, Σταυρούλα Σκαλίδη, Μάκης Τσίτας, Μ. Καραγάτσης, Αλέξης Πανσέληνος, Δημήτρης Καλοκύρης, Ηλίας Κουτσούκος, Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, Θουκυδίδης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Σωτήρης Δημητρίου, Διδώ Σωτηρίου και ων ουκ έστιν αριθμός, έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα λεφτά πηγαίνουν στα βιβλία.

11. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για να μη μακρυγορήσω όπως ανωτέρω, διαχρονικά αγαπημένο και αφορμή της σχέσης μου με τη γραφή είναι το «Χαμογέλα ρε … Τι σου ζητάνε;» και το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του νεομάρτυρα Χρόνη Μίσσιου, διότι έκανε το αίμα του μελάνι.

Σύγχρονα, το «Κίτρινο Ρώσικο Κερί», του Κώστα Ακρίβου, εξαιτίας μίας και μόνο λέξης, του ρήματος «κλώθω».

12. Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θαυμάζω πάντοτε το «Παραρλάμα» του Δημοσθένη Βουτυρά για την ευρηματικότητα, την έκταση και το εντελές του έργου του.

13. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Μόνο ένας; Με γοητεύουν τόσο πολλοί και τους καμαρώνω για τη δουλειά τους, η ακλόνητη πίστη μου στην ποιότητα των πεζογράφων  μας. Φροντίζω, ωστόσο, να εστιάζω στο έργο τους κι όχι στους ίδιους ως φυσικά πρόσωπα, εξαιτίας προφανών στρεβλών πεποιθήσεων κάθε φορά που συμβαίνει να γνωρίζουμε το δημιουργό, ειδικά αν είναι σύγχρονός μας.

14.  Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Νούσης του Σουρούνη. Προτύπωση του Αντώνη ίσως. Απολάμβανε τη ζωή δίχως ενοχές και τύψεις, με πλήρη συναίσθηση της παροδικότητάς μας. Ζούσε την κάθε στιγμή του με τα πάθη του, με γυναίκες πολλές, με σέρτικα τσιγάρα, με ποτάμια αλκοόλ, με ιλιγγιώδη τζόγο, με φίλους αχώριστους, με ταξίδια τυχοδιωκτικά ή προσκυνηματικά, αλλά και με μία εσωτερικότητα και με τη μοναξιά της ενδοσκόπησης.

15. Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παρακολουθώ τα πιο πολλά από κοντά, αν κι έχω μία αγάπη ανέκαθεν προς τα έντυπα. Επιλέγω το «Δέντρο» για τη διάρκεια και την αδιάπτωτη ποιότητα. Το «Φρέαρ», για τη σύγχρονη προσέγγιση κι αισθητική. Το «Εντευκτήριο» της μητρίδας Θεσσαλονίκης, για την προσήλωση στη θεματολογία του πυρήνα της λογοτεχνίας. Το νεοπαγές «Οροπέδιο», για τις θεματικές της εντοπιότητας και το πολυτονικό. Δε μπορώ όμως να παραβλέψω το «Διάστιχο» για δύο λόγους, ο ένας πως είναι πλήρως ενταγμένο στο πνεύμα της ψηφιακής εποχής μας και ο άλλος πως πρόκειται για κύρια βιοποριστική εργασία.

16. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη μεσαιωνική ιστορία της Μεσογείου σε διαφορετικές πτυχές και από διαφορετικές γλωσσικές πηγές. Βρίσκω συγκλονιστική τη συνάφεια των λαών της -Φράγκοι, Ρωμιοί, Τούρκοι, Σλάβοι σε μία απερινόητητη περιδίνηση έκτοτε, τόσο άγνωστη στις ημέρες μας.

17. Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Βεβαίως και με ενδιαφέρουν οι κριτικές, ειδικά ανθρώπων τη ματιά και το έμπειρο μάτι των οποίων εμπιστεύομαι: άνθρωποι που ζυμώνονται με τη γραφή, όσοι εκτίθενται με δικά του κείμενα, έστω και μόνο κριτικά. Επίσης, είμαι τακτικότατο μέλος παρουσιάσεων βιβλίων, επειδή τις πιστεύω. Σε κάθε περίπτωση, χρήσιμες είναι και οι κριτικές, χρήσιμες και οι παρουσιάσεις, περισσότερο χρήσιμο όμως σε ό,τι με αφορά είναι ο δίαυλος επικοινωνίας και η συνάντηση με το  αναγνωστικό κοινό.

18. Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μμμ, μισό λεπτό να το βγάλω από τα μικροκύματα – ιδού:

«Κι εγώ κρατώ τη «Δεσποινίδα» με Νόμπελ του Ίβο Άντριτς στο δεξί και μερικά κέρματα του ευρώ στο αριστερό για το εισιτήριο της ανατολικής διαδρομής. Γραμμή Τριάντα, αφετηρία Αποθήκη Τριανδρία και μέσω του Ναού της αγίας Βαρβάρας στάση ακριβώς μπροστά στον άλλον Ναό, του δικού μας Δικέφαλου. Πεταχτά κι άλλες στάσεις επί της Κονίτσης παύλα αγίου Γρηγορίου Λαμπράκη. Καρφί προς τα Υψίπεδα της Άνω Τούμπας, αλλά ξαφνικά το Τριάντα κάνει στροφή απότομα δεξιά στην Περραιβού, τέρμα τα γκάζια με κατεύθυνση τη Λωρίδα της Κάτω Τούμπας, επιτέλους φαίνεται το Ποσειδώνιο ως λαμπρός Φάρος κολύμβησης και ολοταχώς προς πρώην Νομαρχία νυν Περιφέρεια και γραμμή πάλι πίσω δια μέσου Μαρτίου και λίγο από Παπάφη και κάτι από Παπαναστασίου, στάση Νησάκι, θα κατέβει κανείς;»

Κουνούσε πολύ διότι και δε διάβασα γραμμή.

Περί αδιακρισίας

19. Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ. Βρήκα ευφυέστατη κι απολαυστικότατη τη «Γκόλφω  – director’s cut» του Σίμου Κακάλα, σύζευξη ιαπωνικού κόμιξ Manga με τη δημοτική μας παράδοση.

Αγαπημένη μου σκηνή από τον Ράφτη Του Παναμά: Ο Τζέφρει Ρας εξαιτίας της μυθομανίας του, έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ σε εισβολή στη χώρα όπου κατοικεί,  υποκλέπτει κρατικά μυστικά για τη Διώρυγα, κοντεύει να διαλύσει την επιχείρηση και την οικογένειά του κι όταν ρωτά ενώ έχει καταρρεύσει τη Τζέιμι Λι Κέρτις: «Τι θέλεις να κάνω τώρα;», εκείνη του απαντά εξιλαστικά: «Πρωινό!».

20. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι μέλος μόνο της Βίβλου των Προσώπων. Δεν προλαβαίνω για κάτι άλλο, έτσι κι αλλιώς. Σπουδαίος τρόπος δικτύωσης ως μέσο χρήσης, που πολύ γρήγορα καταντά στα χέρια μας κατάχρηση: γενικευμένη ανωνυμία, ψευδή προσωπεία, συγκεκαλυμμένη βία, απίστευτη ημιμάθεια, θράσος και εργαλειοποίηση. Από την άλλη, άνθρωποι-διαμάντια που γνώρισα εξαιτίας αυτού του απρόσωπου μέσου. Η δική μου άποψη με δύο λόγια μετά από έξι χρόνια συμμετοχής: υπερβολική προβολή. Ξόδεμα. Έρμα πολύ, αλλά και μορφή επικοινωνίας με ρινίσματα χρυσού.

21. Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μπα, με τίποτα.  Θα του απαντούσα ό,τι κι ο Μπρους Ουίλις στο «Ο Θάνατος Σου Πάει Πολύ» στη Μεριλ Στριπ: «Δεν θα είχε καθόλου πλάκα». Όχι τόσο για την απώλεια της συγγραφικής, όσο της αναγνωστικής μου ιδιότητας.

22. Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μόνο μία; Τρεις! Φέρω βαρέως, κύριε, που δεν ηρωτήθην αρχικά, σχετικά με την πρώην βασιλική οικογένεια της πατρίδας μας! Κακώς, αφού. Έστω, για το βιβλίο υπό Κρις Μ. Γούντχάουζ «Καραμανλής, ο Αναμορφωτής της ελληνικής Δημοκρατίας». Ή, τουλάχιστον, για τους αδιάβαστους τόμους του Αδώνιδος παύλα Σπυρίδωνος Γεωργιάδη στο κομοδίνο μου. Με απογοητεύσαστε, το ομολογώ…

Στις εικόνες: Δημοσθένης Βουτυράς, Αντώνης Σουρούνης, Νίκος Τσιφόρος, Χρόνης Μίσσιος, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Jaume Cabre, Alexandar Gatalica, έργο του Ντίνου Παπασπύρου (όχι άσχετο με την μουσικότητα της γραφής του συγγραφέα), Γκόλφω (Director’s cut) ο συγγραφέας.

07
Ιον.
17

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 179. Γιάννης Αντιόχου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο δεν έχει θύρα, είναι μια ικεσία στη σελήνη από το motto του βιβλίου μέχρι και το τελευταίο ποίημα. Είναι μια εξωστρεφής μαγική ιεροτελεστία για όλα όσα έχω γνωρίσει κι έχω εγκιβωτίσει στην άκατο της ποίησής μου. Είναι μια εξωστρεφής ποιητική κάψουλα παυσίλυπη και δυστυχώς ενδελεχώς ερμητικά κλειδωμένη. Αν επιβιώσει το όποιο έργο θα υπάρξει ο ένας ή η μία που θα την ξεκλειδώσει. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο «Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης ήταν ένα βιβλίο που αν έβγαινε σήμερα θα κρατούσα τρία ή τέσσερα ποιήματα. Βαριά νεανικό, ρομαντικό και ίσως φορτωμένο στη γλώσσα του διακρίθηκε αμέσως το 2003 και μου έδωσε μια κάποια δυνατότητα να με γνωρίσει ο κόσμος.

Το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσά του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 θα μπορούσε να ήτανε τρία βιβλία. Ξεχωρίζω την ενότητα «Συμφωνία για δύο σώματα» που αποτελούν πρόδρομη φόρμα των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων που ακολούθησαν. Έχω απωθημένο να εκδοθεί η ενότητα εκ νέου μόνη της.

Το τρίτο βιβλίο μου “Curriculum Vitae”, Εκδόσεις Μελάνι 2006 είναι ένα βιβλίο για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος πως ήταν πρωτοπόρο και τολμηρό για την εποχή του. Ένα βιβλίο με δικό μου κολάζ εξωφύλλου και με οπισθόφυλλο το ομότιτλο ποίημα.

Μετά αρχίζει ο κύκλος των Εκδόσεων Ίκαρος, οι Εισπνοές το 2009, οι Εκπνοές το 2014 και η Διάλυσις το 2017. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τα βιβλία μου, έχει μιλήσει η κριτικογραφία με όσα επαινετικά μπορεί να λάβει ένα ποιητής εν ζωή. Εγώ ευχαριστώ τους ανθρώπους της λογοτεχνίας που ασχολούνται τόσο επισταμένα με το ποιητικό μου έργο και τους αφοσιωμένους μου αναγνώστες που με παρακολουθούν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, δεν παγιδεύω τίποτα. Έχω ξαναπεί πως γράφω ανερχόμενος κάπου ψηλά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, είναι μια διαδικασία υπερβατική και απόλυτα μυστικιστική. Δεν γράφω εγώ τίποτα, εγώ δεν είμαι ο ποιητής, είμαι ένα διάμεσο που συμβαίνει να κατοικείται και να χαλιναγωγείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από κάποιον υπερβατικό ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Οι μόνες μουσικές που ακούω όταν γράφω είναι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και όλη η εργογραφία των Radiohead. Άλλωστε μετά από κάποια στιγμή δεν ακούω πια τη μουσική που έχω διαλέξει.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει παντού, κύρια σε τραπέζια κουζίνας στα σπίτια που τυχαίνει να ξεμείνω κάποιο βράδυ.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Τον Τ.Σ Έλιοτ μέχρι και το 1925. Μετά δεν με ενδιαφέρει διόλου, παράγινε Άγγλος για τα ποιητικά μου γούστα.  

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι και δεν θα γράψω ποτέ. Παρακαλώ σημειώστε κι αυτό: δεν θεωρώ ποιητές όσους γράφουν και πεζογραφία. (Ξέρω πως θα συζητηθεί αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη).

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρον

οι συγγραφείς.

Α. Χάξλεϋ, Γ. Γκ. Μάρκες, Ντον Ντε Λίλλο, Ο. Μπάροουζ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω όλα τα βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν μου αρέσουν τα διηγήματα. Ποτέ δεν μου φτάνει τίποτα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Δυστυχώς δεν με γοήτευσε κανείς εκτός από την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Μαρία Μήτσορα. Να μην ξεχάσω με γοήτευσε και η Μάτα Καστρησίου (και την έκανα φίλη μου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ουίλιαμ Λι από το Γυμνό Γεύμα του Μπάροουζ, γιατί μου αρέσουν οι ουσίες και οι παρεκκλίσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασσάνδρα γιατί ήταν εκτός των κλισέ. Αν θέλατε να σας πω ποιο δεν μου αρέσει που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον θα σας έλεγα. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια περιοδικά, αλλά ας σωπάσω. Ας κυριολεκτούμε στις απαντήσεις σας. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τώρα πια όχι δεν διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια εκτός από ελάχιστους κριτικούς όπως την Τιτίκα Δημητρούλια στην ποίηση οι υπόλοιποι γράφουμε ο ένας για τον άλλον. Δεν πειράζει κάτι είναι κι αυτό. Σαφώς όμως και δεν με ενδιαφέρουν αυτές οι κριτικές. Αν τις διαβάσετε είμαστε μια χώρα με αριστουργήματα. Αυτό δεν ισχύει. Είναι πολύ κακά τα περισσότερα βιβλία που εκδίδονται στον χώρο της ποίησης, απλά δεν έχω/ έχουμε την τόλμη να το καταδείξουμε. Επίσης επειδή πια προχωρώ πολύ μέσα στο χώρο βαρέθηκα να αναγνωρίζω τη συναλλαγή για την κριτικογραφία. Ευτυχώς είναι τόσο νάνοι κάποιοι που το παίζουν ρυθμιστές και κριτικογράφοι που είμαι ευτυχής που δεν έχω κριτικές για το έργο μου από αυτούς.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ανήκω στους ανθρώπους που αποθεώνουν την ατάκα. Αγαπώ τις μακριές περιόδους. Τα συνθήματα είναι με ημερομηνία λήξης.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταφράζω τους ποιητές που διαισθάνομαι πως έχω συνάφεια και συγγένεια. Μετά μπαίνω στο δέρμα τους, ίσως και να ζω και τη ζωή τους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ένδυμα του ποιητή που μεταφράζει κανείς.

Πώς επιλέξατε τις ποιητικές συλλογές που μεταφράσατε; ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε ο Τεντ Χιουζ και ο Χάρτ Κρέιν. Ηδονή μου προσφέρουν όλες οι εργασίες που σχετίζονται με τις κλειδαρότρυπες. Μεταφράζοντας κοιτάζω τη ζωή τους από μια κλειδαρότρυπα. 

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα Γράμματα Γενεθλίων του Τεντ Χιουζ, Εκδόσεις Μελάνι και η Θηριώδης Μούσα, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. 

Δεν θέλω να σας πω για το τελευταίο βιβλίο που μεταφράζω, είναι ποιητής, σημαντικός και σημασία σ’ αυτό έχει ένα πολύ ιδιαίτερο επίμετρο που θα συνοδεύει το βιβλίο. Επιτρέψτε μου να σας το κρατήσω μυστικό. 

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν συμβαίνει αυτό στην μετάφραση της ποίησης. Είναι Αντιόχου οι μεταφράσεις μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρενέργειες. Είναι μικρή άλλωστε η εμπειρία μου στη μετάφραση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω γνωρίσει πέντε τουλάχιστον Σίλβιες (Πλαθ) ευτυχώς το δίκτυο του φυσικού αερίου είχε αργήσει να εγκατασταθεί στη χώρα μας.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Νοσηλευτική, Διοίκηση και Ιατρική και είναι νομίζω εμφανής η ορολογία και ο τρόπος που εγκιβωτίζεται στην ποίησή μου. Μάλιστα ας πούμε κάποιοι που δεν έχουν τέτοιες σπουδές, δημιουργούν αστειότητες. Κάποτε διάβαζα «κόκκινα αιμοπετάλια», σαφώς τα αιμοπετάλια είναι τα μοναδικά συστατικά του αίματος που δεν είναι ερυθρά, είναι πλατιά σαν πιάτα και διάφανα. Γελάω με αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν πως δεν βλέπουμε.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως Διευθυντικό στέλεχος μεγάλου ομίλου στο χώρο της υγείας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την Aurora του Βλαδίμηρου Νικολούζου, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος και είμαι περήφανος που είναι φίλος μου, γράφω ερωτικά σπαράγματα γιατί με έχει πιάσει η άνοιξη κι ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι και δεν θα σας πω τι μεταφράζω.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ σαφώς κινηματογράφο. Θέατρο ελάχιστο, με απογοητεύει αυτή η αισθητική της εξυπνάδας που υιοθετεί το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Λατρεύω οτιδήποτε του  Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πάντως οι επιτελεστικές τέχνες δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι θα την δεχόμουν αρκεί να επέστρεφα μονίμως στα 35. Ποιος δεν θέλει έτσι κι αλλιώς μια φαουστική συνομιλία στη ζωή του;.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θέλω να σας ευχαριστήσω εκ μέσης καρδίας για την φιλοξενία σας.

04
Ιον.
17

Εντευκτήριο 111 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2015, κυκλοφ. 15 Απριλίου 2017)

Μια εκ των συγκινήσεων που πάντα προσφέρουν τα λογοτεχνικά περιοδικά, εκτός από τα αυτονόητα θαυμάσια κείμενα που πάντα κρύβουν εντός, σε αναλογία που αναπόφευκτα ποικίλει, είναι και ο ίδιος ο αιφνιδιασμός που συχνά προκαλούν στον αναγνώστη που κάπως επαναπαύεται αναμένοντας μια καθιερωμένη σειρά πραγμάτων. Έτσι κι εδώ, ο πρώτος αιφνιδιασμός προκαλείται από την ποιητική παραγωγή του Ρέιμοντ Κάρβερ, η οποία μας είναι άγνωστη ακριβώς επειδή έχει επισκιαστεί από την έξοχη πεζογραφική του πρόζα (βλ. ενδεικτικά εδώ).

Θα έπρεπε όμως να το έχουμε υποψιαστεί, επειδή, αφενός η δύσκολη ζωή του ήταν εκείνη που τον έκανε να προτιμά την μικρή φόρμα, αφετέρου επειδή σε όλα του τα διηγήματα διέθεταν πάντα φλέβα ποιητική, έστω και συγκαλυμμένη. Έτσι ο συγγραφέας έγραψε πράγματι δυο ποιητικές συλλογές (1968 και 1970) προτού εκδοθεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, ενώ η τελευταία συγκεντρωτική του συλλογή (1989) περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν πριν από τον θάνατό του και αντλούν έμπνευση από την διάγνωση του καρκίνου των πνευμόνων. Και όπως γράφει η Μαρία Μουσαφίρη, που αναλαμβάνει την παρουσίαση και την μετάφρασή τους πρόκειται για ποίηση απογυμνωμένη, στεγνή, σκέτη αλλά και τραυματικά έντονη.

Η δεύτερη έκπληξη έρχεται με μια άγνωστη τέχνη του Ted Hughes: τα ποιήματα για παιδιά [Εισαγωγή – μετάφραση: Θοδωρής Ρακόπουλος]. Τα ζώα είναι και εδώ πρωταγωνιστές, όπως άλλωστε και στην ευρύτερη ποίηση του Χιουζ, με μια δυνατή εικονοποιία αλλά και χιούμορ. Το ξέρω! γράφει στο «Μύδι», Είμαι χάλι μεγάλο, / αλλά είμ’ ολόκληρο καρδιά. / Καρδιά που δεν τα καταφέρνει πια / να μαλακώσει άλλο. Η ξένη λογοτεχνία συμπληρώνεται με την Ωδή στον Νινέττο Ντάβολι του Πιερ Πάολο Παζολίνι  και τα Μαθήματα του εξαιρετικά ενδιαφέροντος πεζογράφου Τζάστιν Τόρρες.

Ο Θανάσης Νιάρχος συνεχίζει της Ημερολογιακές του Καταγραφές· σημειώνω μια ιδιαίτερη περιφορά επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή του 2001 και μια ομολογία του το βράδυ της ίδιας μέρας στο ξενοδοχείο: οι ιστορίες που λέω για τις δασκάλες μου στο δημοτικό σχολείο – όλες πραγματικές αν και λίγο τραβηγμένες – με ηρεμούν αφάνταστα. Δυο μέρες μετά εκφράζει την δυσκολία του να υποταχθεί στις ελάχιστες λέξεις που απαιτούν οι εφημερίδες για τις παρουσιάσεις και κριτικές των βιβλίων. Ένας άλλος εξαίρετος εξομολόγος των εσωτερικών φωνών, ο Τάκης Σπετσιώτης, καταθέτει στα Ατμόσφαιρα νέα την αισθαντική του ματιά στην πόλη και αλλού, όπου ως και οι παλαιές, οι κουρασμένες γυναίκες πηγαινοέρχονται.  

Η Μαρία Στασινοπούλου στην Χαμηλή της βλάστηση καταθέτει ως μικρές φόρμες σκέψεις και ιδέες για μεγαλύτερα κείμενα και ο Φίλιππος Δρακονταειδής  εμμένει στις βλαβερές συνέπειες της αναμονής απευθυνόμενος σε κάποιον Σάμιουελ. Δημοσιεύονται ακόμα μια Επιστολή του Κώστα Ταχτσή στον Νάνο Βαλαωρίτη και διηγήματα από τους Κωνσταντία Σωτηρίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιάννη Τσίρμπα, Στράτο Φουντούλη, Στέλλα Παρασχά κ.ά. Ο Φάκελος είναι αφιερωμένος σε μια προδρομική έκδοση της Διαγωνίου [1952] με θησαυρισμένα κείμενα των νέων τότε λογοτεχνών Νίκου Μπακόλα, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Κίμωνα Oικονόμου και Ιωάννη Σιβεριώτη. Το εισαγωγικό κείμενο υπογράφει ο Κ. Ν. Πλαστήρας.

Στην Camera Obscura, τέλος, κι ενώ δεν λείπουν οι χορταστικές κριτικές, το πάντα χρήσιμο ευρετήριο, η θεατρική στήλη και τα υπόλοιπα γνωστά καλά, εκθέτει ο Σπύρος Ζερβουδάκης  φωτογραφίες για μια Αλλόκοτη μεταμόρφωση (κείμενο: Ηρακλής Παπαϊωάννου). Γνωρίζω καλά την φωτογραφία του Ζερβουδάκη και σιωπώ γιατί δεν θα είμαι αντικειμενικός, καθώς υπήρξαμε συνένοικοι στη θρυλική μονοκατοικία της οδού Αχιλλέως στην Κάτω Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης.

[σ. 144]

Στις εικόνες: Ο Raymond Carver τότε που γινόταν ποιητής και ο Ted Hughes σε πορτραίτο από την Sylvia Plath [1956]

30
Μάι.
17

Εμβόλιμον, τεύχος 81 – 82 (Φθινόπωρο 2016 – Χειμώνας 2017)

Κάθε πενθητική λειτουργία αποτελεί και μια προαναγγελία αναστάσιμη. Γι’ αυτό άλλωστε η σήμανση της χαρμολύπης μέσα από το πνευματικό γεγονός της Μεγάλης Παρασκευής δεν καθρεφτίζει απλώς τη συνέχιση της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής παράδοσης που αφορά τον θάνατο του Θεού (ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί, αν πιστέψουμε τις θρησκευτικές παραδόσεις που λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο). Περιγράφει και μια ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, επίσης σε συμβολικό επίπεδο: το ψυχικό πένθος – προάγγελο μιας νέας πραγματικότητας, το ανθρώπινο άλγος που επωάζει τη μελλοντική ελευθερία…

γράφει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στην Μυστικιστική Άνοιξη του Νίκου Καρούζου, σ’ ένα από τα ποικίλα κείμενα που κοσμούν ένα Εμβόλιμον που αφήνει για λίγο στην άκρη τα αφιερώματα και ανοίγει το τεύχος σε πλήθος κειμένων και ειδών, από την ποίηση, την σύντομη πρόζα και το διήγημα μέχρι το δοκίμιο, την φιλολογική εργασία και την επιστολή, χωρίς να ξεχνάμε τις εκτενείς κριτικές βιβλίων. Ιδιαίτερα τα δοκίμια αποτελούν για άλλη μια φορά μελέτες αναφοράς, που δεν διαβάζονται στον τρέχοντα αναγνωστικό χρόνο ενός επίκαιρου λογοτεχνικού περιοδικού αλλά καταρτίζουν μια χρήσιμη κειμενοθήκη.

Η αφίσα  της Μαρία Κουγιουμτζή συνδέει με ευρηματικό τρόπο ένα τραγικό περιστατικό, μια αυτόκλητη απονομή δικαιοσύνης και μια αφίσα, ενώ σ’ ένα από τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι η σειρά της Κοκκινοσκουφίτσας να φάει τον Λύκο επίφοβη, επικίνδυνη, / πίσω απ’ τη μάσκα της αθώας κρυμμένη, γιατί Άλλαξαν / άλλαξαν τα πράγματα δραματικά  […]  τώρα πια στα παιδιά μας πιο παραμύθι να ιστορήσουμε; // Το δάσος δεν υπάρχει πια / οι ξυλοκόποι το έκαναν καυσόξυλα / μοντέρνες πολυκατοικίες πήρανε τη θέση του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που την ονομάζουμε ζωή, οι μικρές ελλειπτικές φόρμες της Καναδής γαλλόφωνης διηγηματογράφου Αude [Claudette Charbonneau Tissot, 1947 – 2012].

Όπως πάντα, τα μη μυθοπλαστικά κείμενα καλύπτουν ευρύτατη θεματολογία. Η Θεολογία των επίγειων πραγματικοτήτων: Οι Τέχνες θεωρούμενες μέσα από το μυστήριο της εν Χριστώ Οικονομίας (Γεώργιος Ι. Στούκης) εστιάζει στην θεο – λογικότητα της λογοτεχνίας και το αίτημα της «προσωπικής» ύπαρξης, ελευθερίας και αποδοχής της ετερότητας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο συγγραφέας καταλήγει πως δεν νοείται θεολογία που να μη διαλέγεται με τις θύραθεν επιστήμες και τις λοιπές καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή τον παλμό του καιρού της. Οι επίγειες πραγματικότητές της δεν είναι μόνο η φύση και τα θεϊκά κτίσματα αλλά και ο πολιτισμός, οι τέχνες, η τεχνολογία και η εργασία.

Βρήκα εξίσου ενδιαφέροντα τα Τεχνητή Νοημοσύνη και Νιτσεϊκή Αισθητική: Από το Φυσικό στο Μεταφυσικό [Ανδρέας Αντωνίου], Ε. Ντ. Χιρς: «Τρεις διαστάσεις της ερμηνευτικής» [Σταυρούλα Γαρύφαλλου] και Γιώργος Σαραντάρης, ο μελλούμενος. Μια μεγάλη προσφορά της Ολυμπίας Καράγιωργα [Ανθούλα Δανιήλ]. Η Άννα Αφεντουλίδου μας εισάγει στον κόσμο του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, και ιδίως στην «σκηνογραφία μιας ανάδρομης νεότητας και σ’ ένα πρόωρο αίτημα ωριμότητας» και ο Ευάγγελος Τσουκαράς δοκιμάζει μια συν-ανάγνωση δύο κειμένων του κρητικού θεάτρου: Ερωφίλη – Βασιλεύς Ροδολίνος.

Η απαραίτητη πλέον «στήλη» για τους Αθόρυβους, πάντα σε οργάνωση και επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη χωρίζεται αυτή τη φορά σε δυο κλίτη, αφιερωμένα στην Χριστίνα Καραντώνη και στην Αλεξάνδρα Βερύκοκου. Μια επιλογή επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία (σε ελεύθερη απόδοση από τον Αντώνη Ψάλτη) είναι φυσικά πάντα δεκτή και, ως συνήθως, πλείστοι ποιητές, μεταξύ άλλων οι Γιολάντα Πέγκλη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Κατερίνα Κούσουλα, Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Κώστας Λιννός, Καρίνα Βέρδη, Θεοδώρα Π. Αραμπατζή, Νεκταρία Μενδρινού, Ρούλα Ερμίδη, Πηνελόπη Γιώσα, Μάλαμας Καρύδας, Καλλιόπη Παπαλεωνίδα, Γιώργος Φραγκούλης, Ελένη Σιγαλού, Σοφία Σάντα και Σουσάνα Καρυοφύλη καταθέτουν την ποίησή τους. Η ζωγραφική της Πέγκυς Γραφάκου ντύνει εικαστικά το τεύχος

[σ. 208]

Στις εικόνες: Μεγάλη Παρασκευή στον Τάραντα και έργο της Πέγκυς Γραφάκου.

13
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 49 (άνοιξη 2017)

Λογοτεχνικές περιθάλψεις. Γράφουν 35 ιατροί και φαρμακοποιοί, ψυχής τε και λόγου θεράποντες

Πιστά στα πρωτότυπα αφιερώματα, τα τρέχοντα (δε)κατα προσκαλούν γιατρούς και φαρμακοποιούς, κοινώς τους θεράποντες των ψυχών και των σωμάτων μας, για να θερμομετρήσουν με την σειρά τους την συγγραφική τους πένα. Η δομή του αφιερώματος ακολουθεί μια αντίστοιχη «επιστημονική» φαρμακολογική διάκριση. Οι συνεντεύξεις αναλαμβάνουν τον ρόλο των «εμβολίων». Ο καθηγητής Ιατρικής Φυσικής Τζων Καλέφ – Εζρά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της Γερμανίας [1933 – 1945] όπου η διαφύλαξη της υγείας του «έθνους» τέθηκε υπεράνω της υγείας του ασθενούς. Με την Ευγονική και τον Κοινωνικό Δαρβινισμό υποστηρίχτηκε το δόγμα ότι ο ρατσισμός (ή φυλετισμός) είναι μια ιδεολογία που έχει στιβαρό επιστημονικό της υπόβαθρο στην σύγχρονη Βιολογία. Διάσημοι γιατροί προωθούσαν την αναπαραγωγή αυτών που είχαν επιθυμητά χαρακτηριστικά φυλής και υγείας (Θετική Ευγονική) και την στείρωση των ανεπιθύμητων ή όσων είχαν σωματικά ή ψυχικά νοσήματα κλπ. (Αρνητική Ευγονική).

Οι εξολοθρευτικές φυλετικές πολιτικές είχαν ήδη δοκιμαστεί έγινε στις ιμπεριαλιστικές αποικίες (Ναμίμπια, Πολυνησία, Ωκεανία κ.λπ.). Οι βιομηχανίες θανάτου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ενίσχυσαν ακριβώς την αρνητική ευγονική με τις γνωστές συνέπειες αλλά οι περισσότεροι δολοφόνοι καθηγητές ουδέποτε κατηγορήθηκαν ή, αν κατηγορήθηκαν, αθωώθηκαν και συνέχισαν την ακαδημαϊκή τους πορεία. Σε άλλη συνομιλία ο μουσικοσυνθέτης γιατρός  Αθανάσιος Σίμογλου είναι βέβαιος ότι η μουσική διαθέτει θεραπευτική ιδιότητα, αγχολυτική, αντικαταθλιπτική, αντινευρωτική· πολύ περισσότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόληψη για να μη γεννηθούν παθολογικές καταστάσεις που αφορούν στην ψυχολογία αλλά και την  κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.

Η πεζογραφία λειτουργεί ως «αντιβίωση»: εδώ ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου βάζει «Στον καναπέ του κτηνίατρου» τον ιδιοκτήτη ενός ζώου να αποζητά ο ίδιος έναν γιατρό της ψυχής και «Η  προσφυγοπούλα» της Μαριέττας Πεπελάση είναι πια μια γυναίκα που συνεχίζει να «ζει» στην γενέτειρά της, σε μια ασθένεια χωρίς όνομα, ενώ ανθολογείται και το «Πενηντάρι» που έλαβε ως αμοιβή ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος για να πιστοποιήσει έναν θάνατο, εισπράττοντας όμως το περιφρονητικό βλέμμα του σκύλου του αποθανόντος. Πεζογραφούν ακόμη οι Φωτεινή Τσαλίκογλου, Γιώργος Γώτης, Πάνος Ι. Μαυρομμάτης, Άγγελος Δ. Κανιούρας, Γεράσιμος Ρηγάτος, Χρήστος Ναούμ κ.ά.

Στα δοκίμια, που χρίζονται «αντικαταθλιπτικά», μεταξύ άλλων, δυο ποιητές – ψυχίατροι καταθέτουν την εμπειρία της συνύπαρξης των δυο ιδιοτήτων. Ο Γιάννης Ζέρβας γράφοντας για την ποίησή (του) ως ψυχοπάθειά (του), αναρωτιέται μήπως οι πυθμένες των δυο επιλογών συγκοινωνούν· μήπως δεν είναι δυο ξέχωρες ταυτότητες αλλά δυο ανεξάρτητα εξελιγμένες όψεις ενός βαθύτερου διχασμού και μια προσπάθεια να επιβιώσει κανείς με την ανάπτυξη μιας ψευδο – διπλής προσωπικότητας. Ο Μανόλης Πρατικάκης, εντοπίζει στον Λόγο το κοινό πρωταρχικό εργαλείο της ποίησης και της ψυχιατρικής. Αμφότερες επιχειρούν να εξορύξουν τον ορυκτό πλούτο της συνείδησης, των συναισθημάτων, των φόβων, των ενστίκτων, της μηδαμινότητας. Εκεί πουδιαφέρουν είναι ο τρόπος που διαχειρίζονται το κρυμμένο υλικό. Η ψυχιατρική ανεβάζει ρίχνει το φως της σε όλα όσα κρύβονται «στο μηχανουργείο του ερέβους». Η ποίηση, αντίθετα, δεν περιγράφει τον κόσμο, αλλά αποτελεί η ίδια κόσμο, ένα αυτούσιο αισθητικό σύμπαν, παράπλευρο και σε διαρκή διαλεκτική σχέση με το υπαρκτό.

Πράγματι, τα ποιήματα είναι «καταπραϋντικά» όπως αποκαλείται και η σχετική ενότητα που συμπληρώνει την τέταρτη ιαματική πλευρά του τεύχους. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας, που επιμελήθηκε τις συνομιλίες (με τους Δημήτρη Κρεμαστινό, Στυλιανό Καρέντζο, Χρήστο Ναούμ κ.ά.), παρουσιάζει και είκοσι ένα σχετικά βιβλία, ενώ ο δεκατοδείκτης ταξινομεί, όπως πάντα, κωμικοτραγικά στατιστικά δεδομένα που αφορούν όλους μας, ασθενείς και οδοιπόρους.

[192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 13 Μαΐου 2017 (εδώ).

08
Μάι.
17

Δημήτρης Καλοκύρης – Παρασάγγες, τόμος Β΄. Ευρετήριο προσωπικών χρόνων

Είναι αδύνατο να βρω τίτλο

Μα μπορεί μια συναρμογή ετερόκλητων ειδών όχι απλώς να λογοτεχνήσει τον βίο και την πολιτεία ενός συγγραφέα, πολύπλευρου εικαστικού δημιουργού και αναγνώστη σαν πλήρης αυτοβιογραφική μυθιστορία αλλά και να διαθέτει όλα τα στοιχεία που κάνουν ελκυστικό ένα μυθιστόρημα: γλώσσα πλουτογραφημένη, στοχασμό κάθετο, ματιά λοξή (σωστό εξτρέμ), χιούμορ αλλά και τέτοια αίσθηση πλοκής ώστε να σπεύδεις να διαβάσεις τι συμβαίνει αλλά και πώς γράφεται το «παρακάτω»; Φαίνεται πως μπορεί, αν πηγάζει από έναν σεσημασμένο ύποπτο που, όπως γράφει στο «Σημείο Φυγής», η λογοτεχνία διαμορφώνεται από μια λανθάνουσα όψη της Ιστορίας η οποία μπορεί να εκληφθεί ως το (συχνά ανατρέψιμο) «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του μέλλοντος.

Αλήθεια, όλων των ειδών τα κείμενα (διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορηματικά αποσπάσματα, αποσπάσματα μυθιστορημάτων, προφορικές εξομολογήσεις, σημειώματα, κριτικές, εισαγωγές, ποιήματα, εκτενή μεταφράσματα, συνομιλίες, αναμνήσεις, μνήματα λόγου, σπαρταριστές ιστορίες, ορισμοί και αφορισμοί) εδώ τοιχογραφούν ενιαίο μυθοπλαστικό λόγο που πλάθεται σελίδα την σελίδα. Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, δεν υπάρχει ένα έστω απροκάλυπτο αυτοβιογράφημα εδώ; Φυσικά και υπάρχει και μάλιστα εκφωνήθηκε στο τελευταίο μέρος που θα περίμενε κανείς. Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στο «Παράδειγμα προς αποφυγήν»: Δεν μου το είπαν ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά υποπτεύομαι ότι με προσκάλεσαν να μιλήσω στους φοιτητές της Φιλοσοφικής μάλλον ως παράδειγμα προς αποφυγήν,  προτού προχωρήσει εξομολογούμενος πώς αποφάσισε να γίνει τεχνολόγος της γλώσσας, τι δουλειά είχε σε μια εγκυκλοπαίδεια, πόσα βιβλία απέρριψε ως αναγνώστης εκδοτικού οίκου (άρα έγιναν μπεστ σέλλερ), πώς άρχισε να φτιάχνει εξώφυλλα για κακοφωτοτυπημένες ή πολυγραφημένες σημειώσεις, πώς διακονεί λόγο και εικόνα.

Όταν φτάνει στην φιλολογική ιδίως δια της μετάφρασης διαστροφή των μετασχηματισμών παραδέχεται ότι δεν προσπάθησε ποτέ να μάθει την γλώσσα των ξένων, απλώς να την καταλάβει. Για να μεταφράσεις λογοτεχνία σημασία έχει πόσο εμβαθύνεις στην δική σου γλώσσα. Το μεταφραστικό πέρασμα από τους αρχαίους στους νεότερους κλασικούς (Ροΐδη, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη) αποτέλεσε καίριο υπόβαθρο για την δική του λογοτεχνία, καθώς εκείνο που αποκόμισε είναι ότι «το κύριο μετάλλευμα αποτελεί η γλώσσα». Όσο για τις σπουδές, δεν έχει σημασία τι ακριβώς σπούδασες, εφόσον ο κόσμος είναι γεμάτος από ηλίθιους που όλο και κάτι έχουν σπουδάσει. Νόημα έχει να ανακαλύπτεις πηγές φωτός στην πληκτική καθημερινότητα, πηγές νερού στην έρημο του πλήθους.

Το παραπάνω κείμενο ευφυώς συμπληρώνεται με [τις] Υπεκφυγές, όπου μεταξύ άλλων αποκαλύπτει και τα περί εικονογραφίας που ασκεί ως αυτοδίδακτος, καθώς τον ενδιαφέρει εξίσου ένα σύμπαν όπου ο λόγος έχει δευτερεύουσα σημασία και προηγείται η αυτοδυναμία της εικόνες, που εκφράζει περισσότερα νοήματα χωρίς γλωσσικό ιδίωμα. Όσο για το ερώτημα ποιο θεωρεί το σημαντικότερο έργο του, το περίμενα πως θα απαντούσε ότι το ένα είναι χειρότερο από το άλλο…Όμως εδώ απολαμβάνει κανείς ερεθιστικότατες απαντήσεις ιδίως σε ερωτήματα πάνω στην διαφορά ενός μετρίου από έναν μεγάλο συγγραφέα, πόσο πρωτότυπος μπορεί να είναι σήμερα ένας συγγραφέας αν ο προβληματισμός και η στοχαστικότητα χαρακτηρίζουν ένα έργο σοβαρό ή μεγάλο και ποιες οι δοσολογίες πλοκής, γλώσσας και άλλων κριτηρίων.

Τι θα πει Τραμ· να το βγάζατε Ταΰγετο!

είπε κάποιος – Μοραΐτης προφανώς – καλοπροαίρετος ενωμοτάρχης στους διαδρόμους των δικαστηρίων όταν δικάζονταν από την Εκκλησία της χούντας τα πέντε τεύχη της πρώτης διαδρομής του Τραμ [1971 – 1972], για το τολμηρό λεξιλόγιο και περιεχόμενο των κειμένων τους. Το περιοδικό διώχθηκε ως φορέας ανηθικότητας σε μια εποχή που ανθούσε βέβαια η τσόντα στις συνοικιακές αίθουσες και στα περίπτερα, αλλά υπήρχε η ηθική του μαρκαδόρου, που μαύριζε τα επίμαχα σημεία στα σχετικά εξώφυλλα. Κι έτσι ο συγγραφέας πέρασε την πύλη των Δικαστικών Φυλακών της οδού Κασσάνδρου, στο πιο άχαρο επεισόδιο της μετεφηβικής του ζωής.

Η ναυμαχία της Ναυαρίνου, ήτοι της γνωστής θεσσαλονίκειας πλατείας με τα υπαίθρια  καφενεία, αφορά βέβαια την εποχή της «δεύτερης διαδρομής» του περιοδικού Τραμ, το οποίο εγκαταστάθηκε σε παρακείμενο ετοιμόρροπο κτίσμα και εστίασε, μεταξύ τόσων άλλων, στην σχέση φωτογραφίας και λογοτεχνίας, θέμα προσφιλέστατο στον συγγραφέα, που παρασύρεται σε σχετικό σύντομο διάγραμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, μια άλλη συντροφία αποτελούμενη από έτερους νευρομάντεις της γραφής (Μίμη Σουλιώτη, Γιώργο Σκαπαρδώνη, Πάνο Θεοδωρίδη, Γιώργο Χουλιάρα κ.ά.) θαυματουργεί τις έξοχες περιοδικές, βιβλιακές, επετειακές και πάσης άλλης φύσεως εκδόσεις της «Θεσσαλονίκης του ’97», εξ ου και οι σχετικές εντυπώσεις από το μέτωπο.

Σε κάθε περίπτωση το ταξίδι μέσα στα κείμενα είναι συναρπαστικό και απρόβλεπτο. Όταν ας πούμε ξεκινάει με μια πυκνή συντομογραφία για τον Μυστρά, αναπόφευκτα θα καταλήξει στον Πλήθωνα, κι από εκεί σε μια θρησκεία του ορθού λόγου και κατόπιν σε κάποιο ιεροδιδασκαλείο της Αδριανούπολης, σε ένα λαϊκό κίνημα ανεξιθρησκείας και κοινωνικής ισότητας και στην απογοητευτική Ιστορία που χωρίζει τους ανθρώπους σε χάσματα συνεπώς Το Σχίσμα φαίνεται ότι διαιωνίζει ένα ανατομικό γεγονός θηλυκού γένους που αν ανάγεται στην εποχή της Εύας (αν εννοείται τι εννοώ). Το περίφημο Αμέρικαν Συντρίμ αφηγείται μια αληθινή οικογενειακή ιστορία ελληνικού συνδικαλισμού στην χώρα «των καλύτερων πραγμάτων και των χειρότερων ιδεών», Ο Δαρείος είναι ένα έξοχο διήγημα σύγχρονης ελληνοπερσικής πραγματικότητας, η Ιδιωτική οδός συνδέει σ’ ένα νήμα μια προσωπική του πρωτοβουλία, την ονοματοδοσία ενός δρόμου, μια ποιητική συλλογή με εικόνες και τον Οδυσσέα Ελύτη αυτοπροσώπως. Κατά τα άλλα, στα Χαρτογραφικά γίνεται εκ νέου συνέταιρος χαρτογράφος, μας προειδοποιεί Ιδού ο Γομφίος, έρχεται, μας γνωρίζει τους Κρητικούς του καθαρού λόγου, τοποθετεί τον Μιρό στο Μιρογνωμόνιο, συντάσσει σύντομα Πρακτικά στιχάρπαστου βίου.

Και τι μουσική παίζουν τα τρανζίστορ και τα στερεοφωνικά ενός τέτοιου κειμενογράφου; Ο Καλοκύρης αγανακτεί στο ερώτημα ως πότε θα μας απασχολεί η τύχη ενός καραβιού από την Περσία ή μια φασαρία στα Λεμονάδικα ή γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή αποτελεί μεγαλούργημα ποιητικού λόγου, ενώ αντίθετα τα τρία πρώτα μέτρα του Ruby Tuesday ή το Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα έργο 61 του Μπετόβεν και σε κάθε περίπτωση προτίμησε να συμμετέχει σε αυτοσχέδιες ροκ μπάντες, αναπνέοντας ήχους ηλεκτρικούς με δωδεκάχορδες, τρικυμιώδη τύμπανα, κουιντέτα πνευστών και άλλα συναφή. Εγώ πάντως το είχα καταλάβει· είναι εμφανής ο συγκεκριμένος μουσικός προσανατολισμός στην γραφίδα του. Εδώ τρικυμιάζουν του κόσμου τα έγχορδα, οργιάζουν οι τζαζ αυτοσχεδιασμοί και κυρίως γεμίζουν τα πνευμόνια με τρόπο που μόνο το ροκ εντ ρολ, ορθόδοξο ή πειραματικό, μπορεί.

Όταν ο Καλοκύρης δεν λογοτεχνεί δική του πρόζα αλλά συγγράφει περί άλλων βιβλίων πραγματοποιεί ο ίδιος ακριβώς αυτό που γράφει κάποια στιγμή για ένα άλλο βιβλίο που μιλάει για άλλα βιβλία, «άρα πραγματεύεται εξ ορισμού τον αντικατοπτρισμό μιας ακολουθίας εννοιών στον αντίστροφο κόσμο της ερμηνευτικής, όπου αντιστρέφονται – όπως μέσω του φωτογραφικού φακού – τα είδωλα στον σκοτεινό θάλαμο της φαντασίας πριν επανεκτεθούν στο χάρτινο περιβάλλον τους». Αν αυτός δεν είναι ένας πλάγιος ορισμός της λογοτεχνίας, σίγουρα ορίζει τις γραφές του εδώ. Μιλάμε για ένα άλλο σώμα μελωμένων κειμένων που αφορά μια σειρά συγγραφείς με αφορμή την παρουσίαση του έργου τους ή κάποιου συγκεκριμένου βιβλίου. Θα περίμενε κανείς αυτά τα κείμενα να είναι τα περισσότερο προβλέψιμα και πάντως εκείνα με την λιγότερη πλοκή.

Αμ δε! Ο Καλοκύρης φτιάχνει πλήρες γράφημα της γραφής τους χρησιμοποιώντας τους τίτλους των βιβλίων τους, στίχους ποιημάτων, φράσεις κειμένων και πυκνογραφεί περίτεχνα τα έργα και τις ημέρες τους. Αν σκεφτούμε δε ότι μεταξύ των τιμώμενων και των προτιμώμενων είναι οι Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Χουλιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάριος Ποντίκας, Κώστας Λαχάς και Νάνος Βαλαωρίτης, τότε έχουμε ορισμένους από τους πλέον εκλεκτούς συγγραφείς του εγχώριου μοντέρνου λόγου. Με τον ίδιο τρόπο ανασκοπεί και την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, τον Δ.Τ. Άναλι, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, την Κλαίτη Σωτηριάδου και τον Θέμη Λιβεριάδη και νεκρολογεί τον Μένη Κουμανταρέα.

Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε παλαιότερες εκδόσεις του συγγραφέα, σε λογοτεχνικά περιοδικά [(δε)κατα, Δεσμός, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Ποιητική] και εφημερίδες [Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα της Κυριακής, Τόλμη] ή αποτέλεσαν εισηγήσεις σε επιστημονικές συναντήσεις (σε μια εκ των οποίων διαπρεπείς βυζαντινολόγοι ζητούσαν βιβλιογραφία για τον Ευωδιανό και τον Βαθυάνθρακα τους οποίους είχε μόλις επινοήσει), ή εκδηλώσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, εισαγωγές σε εκδόσεις (όπως η εκτενής εισαγωγή του στο περίφημο ταξιδιωτικό πόνημα του Παναγιώτη Ποταγού), παλαιές μεταφραστικές ασκήσεις, σκηνικές αναγνώσεις, ζωντανούς μονόλογους, κριτικά σημειώματα και άλλα και άλλα. Αποδείγματα όλα πως όχι μόνο εδώ υπήρξαν συνομιλίες με συγγραφείς όπως ο Στερν, ο Μπόρχες, ο Κενώ, ο Κορτάσαρ, ο Μπέκετ, ο Εμπειρίκος, ο Θεοφίλου, ο Ζεμενός και σαφώς ο Βαθυάνθραξ, αλλά και ότι οποιοδήποτε υλικό μπορεί να γίνει λογοτεχνία. Αρκεί ο συγγραφέας να είναι σχεδιαστής, αρχιτέκτονας, μηχανικός, οικοδόμος, υδραυλικός και ηλεκτρολόγος του λόγου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 228. Περιλαμβάνονται τρισέλιδο πρώτων εμφανίσεων (και τινά σχόλια) και επιλεκτικό και μάλλον ωφέλιμο ευρετήριο προσώπων.

Ο Α΄ τόμος (Ονομαστικόν) εδώ.

Στην βιβλιοθήκη του Πανδοχείου, στο ράφι με τα εργαλεία, βρίσκονται επίσης τα σύνεργα της πλοιαρχίας και μια μηχανή για κινούμενα τοπία. Παραπλεύρως στέκουν το παλιό και σύντομα το νέο χέρι του σημαιοφόρου.




Αύγουστος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 851,541 hits

Αρχείο