Archive for the 'Ελληνική Λογοτεχνία' Category

27
Οκτ.
17

Οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία (εκδόσεις 2015). Το σχετικό σκεπτικό για την λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου και η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή.

Ανακοινώθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 2017 οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, Μυθιστορήματος, Διηγήματος – Νουβέλας, Ποίησης, Δοκιμίου – Κριτικής, Χρονικού – Μαρτυρίας και  Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται εδώ και συνοδεύεται από Αιτιολογημένη έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίσης περιόδου (εκδόσεις 2015).

Ι. Οι βραχείες λίστες

Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος :

Γαλανάκη Ρέα, Η άκρα ταπείνωση, Εκδόσεις Καστανιώτη

Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Ζωή μεθόρια, Εκδόσεις Πατάκη

Θεοδωρόπουλος Τάκης, Βερονάλ, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παπαδάκη Κάλλια, Δενδρίτες, Εκδόσεις Πόλις

Σωτηρίου Κωνσταντία, Η Αϊσέ πάει διακοπές, Εκδόσεις Πατάκη 

 

Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας :

Ατζακάς Γιάννης, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, Εκδόσεις`Αγρα

Κιτσοπούλου Λένα, Το μάτι του ψαριού, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μαρούτσου Έλενα, Οι χυδαίες ορχιδέες, Εκδόσεις Κίχλη

Παπαμόσχος Λ. Ηλίας, Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη

Πέτσα Βασιλική, Μόνο το αρνί, Εκδόσεις Πόλις


Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :

Αγγελής Δημήτρης, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις

Κολοτούρου Σοφία, Η τρίτη γενιά, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Κούσουλας Λουκάς, Εν παραβολαίς, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Μαρκόπουλος Θανάσης, Χαμηλά ποτάμια, Εκδόσεις Μελάνι      

Παπαλεξάνδρου Αριστέα, Μας προσπερνά, Εκδόσεις Κέδρος

 

Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :

Ανδρεάδης, Γιάγκος, Ο τραγικός καθρέφτης. Αφήγηση και θέατρο την εποχή της κρίσης, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Αριστηνός, Γιώργος, Αφερέγγυοι και πλάνητες. Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό, Εκδόσεις Κέδρος

Ζουμπουλάκης  Σταύρος, Υπό το φως του μυθιστορήματος, Εκδόσεις Πόλις

Κιουρτσάκης Γιάννης, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, Εκδόσεις Πατάκη

Φωκάς  Νίκος,  Η μοναξιά της ποίησης, Εκδόσεις Νεφέλη

Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μαρτυρίας – Bιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας :

Βασιλικός  Βασίλης, Ημερολόγιο Θάσου, Εκδόσεις Gutenberg

Βέης Γιώργος, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Λολίτα, Συρία. Χρονικό σε θαμπό καθρέφτη, Εκδόσεις Πατάκη

Καλογεροπούλου Ξένια, Γράμμα στον Κωστή, Εκδόσεις  Πατάκη

Χατζηδάκης Γιώργος, «Ω, άγιε αιθέρα…» [Ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας], Εκδόσεις Polaris 

ΣΤ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα :

Αρχιμανδρίτη Μαρία, Η μοναξιά της καμπύλης, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Βασιλεία, Η έκτη μέρα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Καμπουράκης Γιάννης, Το φως αναλύεται σε χρώματα, Εκδόσεις Κέδρος

Κλιγκάτση Μαίρη, Πλευρικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Κολτσίδας Χρήστος, Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι

Κορρυβάντη Κωνσταντίνα, Μυθογονία, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής έχει ως εξής:

Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, Πρόεδρος

Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος

Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος ΔΕΠ

Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών, Μέλος ΔΕΠ

Μαρία Σκιαδαρέση, Συγγραφέας, Μέλος

Νένα Κοκκινάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Γιάννης Τσίρμπας, Συγγραφέας, Μέλος

Λάμπρος Σκουζάκης, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος

ΙΙ. Η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή

Αποδέχτηκα την πρόσκληση για άμισθη (ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός) συμμετοχή ως μέλος στο κοπιαστικό έργο της Επιτροπής για προφανείς, υποθέτω τουλάχιστον ως προς τους αναγνώστες του Πανδοχείου, λόγους. Οι δυο σημαντικότεροι ήταν οι εξής:

Καταρχήν η δυνατότητα ανάγνωσης δεκάδων βιβλίων και η αναμέτρηση με πλήθος κειμένων, συνδυασμένη με την υποχρέωση της υποστήριξης του ενός ή του άλλου με πρωτολογίες, δευτερολογίες, σύντομα σημειώματα ή εκτενείς εισηγήσεις, προφορικές ή γραπτές, υπήρξε ακαματάχητη πρόκληση για κάποιον που επιζητεί ευκαιρίες για περισσότερες και βαθύτερες αναγνώσεις αλλά και την δυνατότητα ανεύρεσης και ανάδειξης άγνωστων ή λιγότερο προβεβλημένων έργων.

Ας παραδεχτώ εδώ ότι δίπλα στην απόλαυση της ανάγνωσης, στέκει σιωπηλή πλην απαιτητική η τέρψη της άμεσης και αναγκαστικής ανάγνωσης σε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι, αφιέρωσα συντριπτικά περισσότερο ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο για να είμαι συνεπής στις σχετικές προ συνεδριάσεων προθεσμίες, αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές μου διασπάσεις σε πολλαπλά ενδιαφέροντα. Ένας συνδυασμός μαραθωνίου και αγώνα ταχύτητας που λίγο πριν το νήμα με βρίσκει ως αναγνώστη πιο ανοιχτό από ποτέ.

Ένας δεύτερος θελκτικός λόγος συμμετοχής δικαιώθηκε: η συνομιλία με άλλους οκτώ εξίσου θερμούς και δεσμευμένους αναγνώστες. Οι επί της ουσίας συνομιλίες υπήρξαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες έως και συναρπαστικές. Η διαλεκτική των συνεδριάσεων περιελάμβανε τα πάντα: προτάσεις και αντιπροτάσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, επιχειρήματα και αντικρούσεις επιχειρημάτων. Υπήρξαν γόνιμες ανταλλαγές αλλά και αλλαγές απόψεων πάνω στο πεδίο των αναγνωστικών ανασκαφών. Σε κάθε περίπτωση συναντηθήκαμε όλοι στον δύσβατο τόπο όπου η υποκειμενικότητα κάθε ανάγνωσης συνυπάρχει και συνομιλεί με την αντικειμενικότητα των κριτηρίων.

Περιττό να τονιστεί ότι η αριθμητικά περιοριστική πεντάδα των επί μέρους κατηγοριών αδικεί πολλά βιβλία που συζητήθηκαν, επαινέθηκαν και προτάθηκαν.

Τέλος, έχω και στα περί Πανδοχείου εκφράσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιώ ως προς το πρόσωπό μου την ιδιότητα του «κριτικού λογοτεχνίας», συνεπώς θα προτιμούσα να συμμετέχω ως «αφοσιωμένος αναγνώστης», αλλά αντιλαμβάνομαι την αναγκαία ορολογική διατύπωση ενός θεσμικού πλαισίου που καθορίζεται με νόμο. Πάνω απ’ όλα είμαι και παραμένω ένας απλός πλην ανήσυχος και αδηφάγος αναγνώστης, με τους όρους που έχω διατυπώσει στην σχετική αναγραφή.

ΙΙΙ. Το Σκεπτικό του Πανδοχέα (κατά νόμον και κατά κόσμον Λάμπρου Σκουζάκη) για την λογοτεχνική παραγωγή της υπό κρίση περιόδου

Διήγημα – νουβέλα

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για το διήγημα. Το είδος σταθερά αποτελεί πρώτη επιλογή για πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, που επιθυμούν να δοκιμαστούν πρώτα στην μικρότερη σύνθεση, στην αυτοτέλεια ή στην ελλειπτικότητα μιας ακαριαίας ιστορίας, στην πυκνότητα της γραφής, στην άσκηση ενός προσωπικού ύφους κ.λπ. Ταυτόχρονα, συνέχισαν και οι παλαιότεροι «πιστοί» του είδους, ορισμένοι εκ των οποίων επιμένουν να δημιουργούν αποκλειστικά εντός των ορίων του. Παρατηρείται ιδιαίτερη έμφαση στην πολύ μικρή φόρμα («μικροδιήγημα», «μπονζάι» κ.λπ.), που ευνοείται από την ιδιαίτερη δημοσιότητα του είδους κατά τα τελευταία χρόνια αλλά και την δυνατότητα άμεσης και ευκολότερης δημοσίευσης σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ευνόητα οι σχετικές συλλογές μοιράζονται ανάμεσα σε πιο παραδοσιακές και πιο μοντέρνες μορφές έκφρασης, ενώ εκ φύσεως ευνοείται η μέγιστη δυνατή θεματολογική ποικιλία που αντλεί τόσο από την δημόσια όσο και την ιδιωτική σφαίρα, ενώ λόγω της μεγάλης ποσοτικής παραγωγής η ποιοτική στάθμη τους κυμαίνεται κλιμακωτά σε όλες τις βαθμίδες. 

Δοκίμιο

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά και για το δοκίμιο, το οποίο αποτελεί μια ευρύτατη κατηγορία διακρινόμενη σε επιμέρους τομείς. Καταρχήν εκδόθηκε ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός φιλολογικών μελετών και μονογραφιών με αντικείμενο το έργο ενός συγγραφέα, όψεις ή επιμέρους ζητήματα του έργου του, αλλά και ευρύτερα θεωρητικά και γραμματολογικά θέματα από την σκοπιά διαφόρων γνωστικών τομέων. Εδώ είναι σαφής ο επιστημονικός χαρακτήρας αλλά και η εξειδίκευση των σχετικών βιβλίων τα περισσότερα από τα οποία καλύπτουν επαρκώς το θέμα τους, ενώ συνήθως δεν χαρακτηρίζονται από λογοτεχνικά στοιχεία.

Μια δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τις συλλογές παλαιότερων άρθρων, κριτικών και άλλων κειμένων, δημοσιευμένων στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά και σε λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά. Εδώ το ενδιαφέρον και η ποιότητα των κειμένων εξαρτάται από την ίδια την γραφή και την ευρεία ή πιο «συγκεκριμένη» θεματική των συγγραφέων, που σε ορισμένες περιπτώσεις προσδίνουν ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα στα γραπτά τους.

Τέλος λιγότερα ήταν και φέτος τα δοκίμια στοχασμού, ιδεών κλπ. ενώ εμφανέστερη ήταν η εκδοτική προτίμηση σε κείμενα προβληματισμού και αναλύσεων πάνω στην άμεση πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα. Και εδώ η ανισότητα στην ποιότητα είναι αναπόφευκτη. Σε κάθε περίπτωση προτείνεται να εξεταστεί το ενδεχόμενο χωρισμού της σχετικής κατηγορίας σε δυο μέρη, το ένα εκ των οποίων να αφορά την φιλολογική μελέτη που διαφοροποιείται πολλαπλώς από τις άλλες δυο υποκατηγορίες.

Χρονικό – Μαρτυρία – Ταξιδιωτικά – Βιογραφία

Η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει πάντα ενδιαφέροντα βιβλία, ορισμένα από τα οποία εμφανώς αποτελούν προϊόντα μεγάλου μόχθου, όμως στοιχεία όπως η ευρύτατη γκάμα και οι μεγάλες αποκλίσεις ως προς τις υποκατηγορίες, τα είδη και το ίδιο το αντικείμενο των έργων καθιστούν δύσκολη την όποια συνολική αποτίμηση. Παρατηρείται, πάντως, μια σταθερή εμμονή στην συγγραφή βιογραφιών, αυτοβιογραφικών καταθέσεων, ταξιδιωτικών εμπειριών, μαρτυριών με έμφαση σε ατομικούς βίους ή ιστορικά γεγονότα ή τον συνδυασμό των παραπάνω. Ιδιαίτερη ενότητα αποτελούν οι πάντα ογκώδεις καταγραφές εθίμων και λαογραφικών στοιχείων. Εδώ, με αυτονόητη εξαίρεση την τελευταία ενότητα, κρίνεται κατά περίπτωση η δυνατότητα λογοτεχνικής γραφής που συχνά ενισχύει ή αποδυναμώνει τα έργα αλλά και το ευρύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον που μπορούν να προσελκύσουν. To ετερόκλητο και το ανομοιογενές των επιμέρους τομέων της κατηγορίας επιβάλλει και εδώ τον τριμερή διαχωρισμό της.

Μυθιστόρημα

Ως προς το μυθιστόρημα διαπιστώνονται τα εξής:

  1. Η σύγχρονη συγκυρία της παρατεταμένης κρίσης στον πολιτικό τομέα, στην οικονομική κατάσταση και στον κοινωνικό ιστό της χώρας αποτελεί την πρώτη ύλη και της φετινής μυθιστορηματικής γραφής.
  1. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται ευρύτερα θέματα της ελληνικής και διεθνούς κοινωνίας, όπως η μετανάστευση και η προσφυγιά, και συνακόλουθα η επικοινωνία με τον ξένο και η συνύπαρξη των ανθρώπων με διαφορετική εθνική, θρησκευτική κλπ. ταυτότητα. Ειδικότερα το ζήτημα των ταυτοτήτων αποτελεί μια παράμετρο που φαίνεται να απασχολεί τους σύγχρονους μυθιστοριογράφους.

  1. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις όμως περισσότερο διακρίνεται η επιμονή στην περιγραφική, πραγματολογική και καταγραφική πλευρά της συγκυρίας, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την λογοτεχνική της μετάπλαση αλλά και την ουσιαστικότερη εμβάθυνση.
  1. Η εσωτερική εστίαση, η μνήμη και ο ψυχικός βίος των ηρώων (και η ιδιαιτερότητα ή η ιδιορρυθμία ενός χαρακτήρα) αποτελούν διαχρονικά βασικές μυθιστορηματικές θεματικές αλλά αυτή τη φορά τα παραπάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τις ευρύτερες σκληρές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και ως προς την συνεχιζόμενη εμμονή με «το μυθιστόρημα της πόλης».

  1. Το πολυπρόσωπο οικογενειακό κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα μπορεί να μην μονοπωλεί την πλειοψηφία των σχετικών εκδόσεων αλλά παραμένει μια σταθερή επιλογή πολλών συγγραφέων, όπως και το «ιστορικό» μυθιστόρημά, που κοιτάζει σταθερά προς την νεότερη ελληνική ιστορία.
  1. Σε ειδικότερες παρατηρήσεις, ας τονιστούν τα συχνά προβλήματα που εντοπίζονται και στον μορφολογικό και γλωσσικό τομέα, η προτίμηση πολλών παλαιότερων συγγραφέων στην λιγότερη εκτεταμένη φόρμα της νουβέλας ή ενός «μικρότερου» μυθιστορήματος και η θεματολογική τολμηρότητα αρκετών νεότερων συγγραφέων.

  1. Η έκδοση μυθιστορημάτων αποτελεί μόνιμη και σταθερή προτίμηση των εκδοτικών οίκων· η ποσότητα όμως δεν συμβαδίζει με την ποιότητα. Όπως πάντα υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις.

Ποίηση

Στην ποίηση παρατηρήθηκε η έκδοση πληθώρας ποιητικών συλλογών, ακόμα και με λίγες σελίδες, καθώς και η εμφάνιση αρκετών νέων ποιητών, σε μια διακριτή επιλογή του είδους ως κατάλληλου για προσωπική έκφραση (κυρίως) υπαρξιακών και (λιγότερο) κοινωνικοπολιτικών προβληματισμών. Ο υπαινιγμός αλλά και ο σαρκασμός και ειρωνεία μοιάζουν να αποτελούν σταθερή υφολογική ροπή. Είναι επίσης εμφανής η συνομιλία ή και σύμπλευση της ποίησης με την μικρή πεζογραφική φόρμα, τόσο στην μορφή όσο και στην συνύπαρξη εντός της ίδιας έκδοσης. Η θεματική και γλωσσική ποικιλία συνεχίζει να χαρακτηρίζει την ποιητική δημιουργία εν γένει.

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς

Η ποίηση, η μικρή και η μεγαλύτερη φόρμα, εύλογα καταλαμβάνουν την σειρά προτίμησης των «νέων» συγγραφέων. Αναπόφευκτα, τα στοιχεία του πρωτόλειου, του ακατέργαστου και του βιαστικού είναι δεδομένα· τα τελευταία χρόνια όμως είναι εμφανής η ιδιαίτερη αναγνωστική κατάρτιση των νέων λογοτεχνών, η πρόζα των οποίων φιλοδοξεί να συνομιλήσει με την σύγχρονη διεθνή λογοτεχνία και όλες τις τάσεις της. Είναι, τέλος, περιττό να τονιστεί το γεγονός ότι το καθιερωμένο ηλικιακό όριο περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.

Η σχετική ανακοίνωση, το γενικό σκεπτικό του προέδρου της Επιτροπής και το ειδικότερο σκεπτικό όλων των μελών δημοσιεύονται εδώ.

Στις εικόνες τα υποψήφια βιβλία (κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος των συγγραφέων) στις κατηγορίες Δοκίμιο, Διήγημα – Νουβέλα, Μυθιστόρημα και Χρονικό – Μαρτυρία και δυο έργα του Jacob Lawrence.

Advertisements
26
Αυγ.
17

Φρέαρ τεύχος 19 (Ιούλιος 2017)

Είναι πλάνη να αναζητούμε την αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Και αυτό, διότι όταν μελετάμε, ερευνούμε ή γράφουμε την Ιστορία, δεν είμαστε αεροστεγώς κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αλλά αντιθέτως μέλη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε την επιστημονική επάρκεια και την εγκυρότητα του κειμένου ή του εκάστοτε γράφοντος…

… γράφει ο Δημήτρης Μαλέσης σε κείμενό του για την διδασκαλία της Ιστορίας τη Μέση Εκπαίδευση, όπου και καταθέτει δέκα συν μια προτάσεις για συζήτηση. Πρόκειται για μια από τις καταθέσεις του αφιερώματος στα «σπουδαία άχρηστα», δηλαδή στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σύγχρονο σχολείο και στην κρίση που διέρχονται. Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Πάγκαλου, ο Κώστας Ανδρουλιδάκης ανοίγει έναν διάλογο για την φιλολογική κατάρτιση και την επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, όπου περιγράφει δυο από τα κυριότερα σχετικά προβλήματα, ερευνά τα γενικά και τα ειδικότερα αίτια και διατυπώνει ενδεικτικές – προκαταρκτικές προτάσεις.

Μεγάλωσα με την Αντιγόνη, όχι με αποκόμματα φυλλαδίων, μας θυμίζει τα λόγια της Jacqueline de Romilly η Νατάσα Μερκούρη, αναφερόμενη στον «αθέατο κόσμο των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολείο». Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμος ο ορισμός του Sir Ken Robinson για την δημιουργικότητα ως εφαρμοσμένη φαντασία και την εξειδικεύει ως την δεξιότητα που θα βοηθήσει τα παιδιά να ακολουθούν με ευκολία στην κάθε αλλαγή, ενώ η καινοτομία με την σειρά της είναι εφαρμοσμένη δημιουργικότητα, η υλοποίηση νέων ιδεών, ωφέλιμων, που πιθανώς θα έρθουν σε ρήξη με προηγούμενες κατεστημένες ιδέες. Ο Μιχάλης Πάγκαλος επανέρχεται με ένα εκτενές κείμενο που μελετά σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας κ.ά.

Ο ποιητικός φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει μια ανθολογία της σύγχρονης μεξικανικής ποίησης από τον σημαντικότερο εν ζωή Μεξικανό ποιητή Εντουάρντο Λισάλντε (1929) ως τον νεότατο Ανταλαμπέρτο Γκαρσία Λόπες (1991), ανθολογία που ετοίμασε ειδικά για το Φρέαρ ο ποιητής Αλί Καλντερόν και προλογίζει ο σπουδαίος ποιητής και κριτικός Μάρκο Αντόνιο Κάμπος. Διηγήματα καταθέτουν οι Ανδρέας Μήτσου, Γιώργος Χαβουτσάς, Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης, Νατάσα Κεσμέτη, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Ελένη Αναστασοπούλου. Στα ράφια της ποίησης βρίσκουμε ένα ανέκδοτο ποίημα της Όλγας Σεντάκοβα που παραχώρησε ειδικά για το Φρέαρ και πολλές άλλες ποιητικές εγγραφές (Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Σιδηρά, Χάιμε Σίλες, Σίντνεϋ Κίηζ, Τατιάνα Ζίτκοβα, Γουώλτερ Κουρονίσι).

Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία που θα είναι πιο κοντά στην επιστήμη παρά στην λογοτεχνία, διατείνεται (επιτέλους) ο Ρίτσαρντ Σουίνμπερν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη), ενώ σε μια άλλη απολαυστικό συνέντευξη (στον Αλέξανδρο Αηδώνη) ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά περί παντός επιστητού, από την ειρωνεία του θανάτου και της αιωνιότητας στα ποιήματά του μέχρι τις μουσικές του ανησυχίες. Δημοσιεύοται ακόμα μια ξεχασμένη (δημοσιευμένη) συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη στον Στέλιο Αρτεμάκη κι ένα ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Κοντού.

Το Φρέαρ προβληματίζεται για την κατάπτωση της σύγχρονης Αμερικής του Τραμπ, ο Γιώργος Κεντρωτής εκφράζει τις σκέψεις του μετά την νέα ανάγνωση του βιβλίου Αθλιότητα και αίγλη της μετάφρασης του Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μοιράζεται ένα ενδιαφέρον περιστατικό διορθωτικής συμβολής των αναγνωστών, ο Λάκης Παπαστάθης μας γνωρίζει ένα άγνωστο φετινό περί θεάτρου βιβλίο για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, ο Κώστας Θεριανός εκκινεί το κείμενό του από την ρήση του Καρλ Κράους Ένα ποίημα είναι καλό έως ότου μάθεις ποιος το έγραψε. Οι εκλιπόντες του 2017 (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Πιερρέττα Λορεντζάτου, Τάσος Καρβέλης) συνεχίζουν να υπάρχουν σε κείμενα που τους θυμούνται.

Σε ένα από τα πλέον φορτισμένα κείμενα του περιοδικού ο Δημήτρης Αγγελής καταθέτει το δεύτερο μέρος από τις Σελίδες του Ημερολογίου του την γνωριμία του και την μαθητεία του δίπλα στον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Εκτός από τιμητική σπονδή το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χρονικό για το πώς λειτούργησε ένας πνευματικός κύκλος ανθρώπων αλλά κυρίως παρουσιάζει ένα υπόδειγμα μιας διδασκαλικής και μυητικής σχέσης που σήμερα φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

[σελ. 231 – 458]

Στις εικόνες: Eduardo Lizarde, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος.

25
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]

21
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 22 (Ιούνιος 2017). Αφιέρωμα στον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου

Είναι φανερό ότι ήμουν από τότε αναρχικός χωρίς να τα ξέρω. Ήμουνα οπαδός των «συμβουλίων» ή της «αυτοδιαχείρισης» – όπως προτιμάς. Έριξα το σύνθημα των ναυτών της Κροστάνδης: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ και όχι στα κόμματα» […] Ο μόνος τρόπος να αποφύγεις τον μακιαβελισμό είναι να παραιτηθείς από την κατάκτηση της εξουσίας. Κάθε άλλη προσπάθεια ηθικοποίησης, κάθε άλλος «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο θα αποδειχτεί αργά ή γρήγορα ατελέσφορος, όπως αποδείχτηκε ο χριστιανισμός και ο δεσποτισμός του «φωτισμένου ηγεμόνα»…

έγραφε το 1976 ο Άρης Αλεξάνδρου σε επιστολή του προς τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που δημοσιεύεται ολόκληρη στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού. Πρόκειται για ένα βαρύνουσας σημασίας ντοκουμέντο που αποσιωπήθηκε ή υποβαθμίστηκε όλα αυτά τα χρόνια, καθώς μια τέτοια ταύτιση δεν θα βόλευε καμία αριστερή ή δεξιά ένταξη, όπως τονίζει ο Κώστας Δεσποινιάδης σε ένα από τα κείμενά του, επισημαίνοντας ένα βασικό στοιχείο που δεν έχει καθόλου τονιστεί από τους κριτικούς και τους σχολιαστές του Αλεξάνδρου.

Πράγματι: η πορεία του βίου του Αλεξάνδρου από την κομμουνιστικη στράτευση της νεότητας, στην απογοήτευση, την ρήξη με το κόμμα αλλά και η επιθυμία της μη απόσυρσης και η συνεχής εναντίωση με τον φασισμό, η δέσμευση σε μια προσωπική στάση συνεπή προς την υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης και της καθολικής ελευθερίας, τον φέρνει δίπλα σε μια αναρχική στάση, που ειδικά στην περίπτωσή του συμπυκνώνει τα πλέον ουμανιστικά της χαρακτηριστικά. Πρόκειται, συνεχίζει ο Δεσποινιάδης, για μια αναρχική στάση σε μια Ελλάδα με πλήρη την απουσία αναρχικού κινήματος και αναρχικών ιδεών, μια στάση που ίσως ήταν και για εκείνον δύσκολο να συνειδητοποιήσει.

Το εν λόγω αφιέρωμα είναι απολύτως αντάξιο των τιμώμενων αλλά και της μέχρι τώρα πορείας του περιοδικού για μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα όπου έργο και άνθρωπος είναι Ένα. Στο πρόσωπό του Αλεξάνδρου συγκλίνουν η καλλιτεχνική και ηθική συνέπεια. Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα διέγραψε έναν φίλο του ως φραξιονιστή, ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε να υπακούσει στην κομματική εντολή να πάψουν ακόμα και να του μιλάνε. Συνέχισε να του μιλάει κανονικά και αυτοδιαγράφηκε από κάθε συλλογική και οργανωμένη δράση, συνεχίζοντας να συμμετέχει στις αντιστασιακές πράξεις που θεωρούσε αναγκαίες. Οι ποιητικές του συλλογές, τυπωμένες ως αυτοεκδόσεις, πουλούσαν ελάχιστα αντίτυπα, αποσιωπημένες από την αριστερή κριτική, ενώ κανείς αριστερός εκδότης δεν τολμούσε να βγάλει τα βιβλία του αποσυνάγωγου. Όταν το 1972 η Ασφάλεια απαίτησε να αφαιρεθούν τρία ποιήματα από την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του εκείνος αρνήθηκε και το βιβλίο απαγορεύτηκε και αποσύρθηκε.

Ένεκα των ταραγμένων περιστάσεων του βίου του ο Αλεξάνδρου ήταν ένας συγγραφέας ολιγογράφος (ένα μυθιστόρημα, τρεις ποιητικές συλλογές, ένα ιστορικό βιβλίο για την Κροστάνδη, λίγα σκόρπια δοκίμια, δυο τρία σενάρια και θεατρικά). Η εξορία, η απομόνωση, η μοναξιά ήταν κυρίως συνθήκη επιβεβλημένη από τους γύρω του· το τίμημα που πληρώνει κανείς για να μείνει ακέραιος και συνεπής στον εαυτό του. Ελ Ντάμπα (Βόρεια Αφρική), Μούδρος, Μακρόνησος, Άγιος Ευστράτιος, φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας, Γυάρου. Ενώπιον των αντιπάλων του αλλά και των δικαστών δήλωνε κομμουνιστής ενώ στους κομμουνιστές δήλωνε ότι δεν ανήκει πουθενά. Οι συνεξόριστοί του αρνούνταν ακόμα και καλημέρα να του πουν, ευθυγραμμιζόμενοι με την γραμμή του Κόμματος. Έτσι βίωνε διπλή εξορία μέσα στην εξορία· ή, όπως το διατύπωνε ο ίδιος, ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα.

Η διαρκώς «φιμωμένη» αυτή φωνή βρήκε διέξοδο στο μοναδικό μυθιστόρημά του, Το Κιβώτιο, για το οποίο πλέον σήμερα έχουν γραφεί αμέτρητες σελίδες. Βέβαια και πάλι το σπάνιο αυτό βιβλίο διαβάστηκε με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, όπως κάθε σημαντικό λογοτεχνικό έργο, αλλά και πάλι αποσιωπήθηκε η ερμηνεία της πολιτικής μεταφοράς – αλληγορίας. Ο Δεσποινιάδης προτείνει εδώ τρεις βασικούς άξονες που τεκμηριώνουν την σχετική ερμηνεία. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο Αλεξάνδρου, σε επιστολή στον Γιάννη Ρίτσο, που πάντα τον στήριζε, αδιαφορώντας εκτός των άλλων για τις κομματικές εντολές, περιέγραψε το Κιβώτιο ως μαρτυρία μιας νοοτροπίας που παρατηρήθηκε σε διάφορες εποχές.

Πράγματι, τονίζει ο Δεσποινιάδης, ο σχετικός συμβολισμός αρθρώνεται γύρω από ένα συγκρουσιακό δίπολο. Από την μια η στράτευση στο Κόμμα εμφανίζεται ως μέσον για την υπόθεση της πραγμάτωσης της πανανθρώπινης χειραφέτησης, και συνακόλουθα μετατρέπεται ως αυτοσκοπός των φορέων του. Η ιδεολογία μετατρέπει τα σε ψευδή συνείδηση, η ηγεσία σε αλάνθαστο πόλο, οι στρατευμένοι σε άβουλα φερέφωνα της κομματικής γραμμής. Στο άλλο άκρο υπάρχει η επιλογή της προσωπικής συνέπειας σ’ ένα επαναστατικό όραμα χωρίς παραχωρήσεις στους παραλογισμούς της ηγεσίας, δίχως αναγνώριση κανενός αλάθητου. Κι έτσι ο Κιβώτιο, μπορεί να ήταν άδειο, αλλά η «επιχείρηση Κιβώτιο» δεν είναι το νόημα του αγώνα για ανθρώπινη χειραφέτηση αλλά η αναίρεση αυτού του νοήματος από την ηγεσία, που το άδειασε από το περιεχόμενό του.

Η Καίτη Δρόσου δεν ήταν απλώς «η σύντροφος του Αλεξάνδρου» αλλά και μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα που υπήρξε εξίσου συνεπής στην ηθική της στάση. Ο Δεσποινιάδης, που είχε την τύχη να την γνωρίσει προσωπικά, μας παρουσιάζει την φυσιογνωμία του ποιητικού της έργου (που θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Πανοπτικόν), ενώ δημοσιεύονται ένα ποίημα, δυο επιστολές (στην Αίγλη Μπρούσκου και στον ίδιο) και μια συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα τα κείμενα των Ζ. Δ. Αϊναλή Ένα κιβώτιο μέσα σ’ ένα κιβώτιο, Γρηγόρη Αμπατζόγλου Η γιορτή στις Άλπεις και Αισιοδοξία για το τίποτα, Κατερίνας Καμπάνη  Άρης Αλεξάνδρου – Καίτη Δρόσου και φυσικά η πλήρης βιβλιογραφία των δυο συγγραφέων.

Άλλα δυο κείμενα εκτός αφιερώματος ολοκληρώνουν το τεύχος: Ο Φώτης Τερζάκης συνεχίζει πάνω στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση που εγείρει το ερώτημα «υπάρχει μια αναρχική θεωρία του κράτους;» και ο Θανάσης Αλεξίου διερευνά το τρίπτυχο «Οικογένεια, σεξουαλικές πρακτικές και κοινωνικό υποκείμενο».

Σε έναν κόσμο φανατικού διπολισμού μια στάση σαν αυτή του Αλεξάνδρου ήταν αδιανόητη, επί της ουσίας σχεδόν αυτοκτονική, πόσο μάλλον όταν δεν επρόκειτο για στάση ουδέτερη αλλά επιθετικά ενάντια και στους δύο πόλους· επιθετικά βέβαια ως προς την ουσία και όχι ως προς το ύφος, καθώς ήταν πάντα πράος. Άνθρωποι σαν τον Αλεξάνδρου δεν θα είχαν χώρο να υπάρξουν. Σήμερα όμως, είμαι βέβαιος, όχι απλά βρίσκεται εδώ αλλά φωτίζει και εμπνέει ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή.

                                                [σελ. 144]

Στην τρίτη εικόνα, η τελευταία φωτογραφία του Άρη Αλεξάνδρου, μια βδομάδα πριν από τον θάνατο του, τέλη Ιουνίου 1978. Στην τελευταία εικόνα η Καίτη Δρόσου με τον Γιάννη Ρίτσο, έναν από τους ελάχιστους υποστηρικτές του Αλεξάνδρου. Ανάμεσα στις εικόνες των συγγραφέων, το βιβλίο που διάβαζε ο σοφός παππούς της οικογένειάς μου στην Αιδηψό το 1976. Μέσα στις σελίδες, κιτρινισμένο από τον χρόνο, το απόκομμα της κριτικής από Τα Νέα (από τον Κώστα Σταματίου).

Παρουσίαση του βιβλίου του Άρη Αλεξάνδρου Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975 εδώ.

Στην μεθεπόμενη ανάρτηση, η επανέκδοση παλαιότερου τεύχους του περιοδικού με αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και το περιοδικό Σημειώσεις.

27
Ιον.
17

Συλλογικό – 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή. Ο άνθρωπος. Το έργο. Η εποχή. (Επιμ.) Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Δεκαοκτώ σπουδές στο μαύρο και ισάριθμες σπονδές στον εξιχνιαστή του

Το γερμανικό οικονομικό θαύμα, τα swinging 60s, η γαλλική nouvelle vague, το miracolo italiano: οι τέσσερις κυρίαρχες εκδοχές της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη των τελών της δεκαετίας του ’50, σε συνδυασμό με την διάδοση του «αμερικανικού ονείρου» επουλώνουν τα τραύματα της Ευρώπης, ενώ την ίδια περίοδο η Ελλάδα προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί από τις δικές της καταστροφές, πάντα μοιρασμένη σε «Ανατολή» και «Δύση». Σε αυτές τις συνθήκες γράφει ο Γιάννης Μαρής κι αυτό ακριβώς είναι το υπόβαθρο των ιστοριών του, όπως γράφει ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος στο δικό του Hommage στον Γιάννη Μαρή.

Εδώ ο επιμελητής του τόμου συντάσσει ένα πλήρες διάγραμμα της περίπτωσης Μαρή: ένας δημοσιογράφος που εισέρχεται ως «ξένο σώμα» στους συγγραφείς, που μεταλαμπαδεύει το «αστυνομικό» στα λογοτεχνικά δρώμενα αλλά και το εγκαθιδρύει συγγραφικά και κινηματογραφικά, που εντοπίζει έναν εγχώριο κοσμοπολιτισμό και χαρτογραφεί εκ νέου την πόλη με ένα «χρονοτοπικό» σύστημα, διαγράφει τις εμφύλιες διαμάχες και «επιστρέφει» στην σκοτεινή περίοδο της Κατοχής και ακόμα αναδεικνύει το δράμα των Ελλήνων Εβραίων.

Μα οι «νεωτερισμοί» του Μαρή δεν σταματούν εδώ: Ο επιθεωρητής Μπέκας μπορεί να συγκριθεί ισότιμα με ξένους συναδέλφους, κυρίως τον Μαιγκρέ του Σιμενόν αλλά και τον υπαστυνόμο Κολόμπο εκ των υστέρων. Στο έργο του ενσωμάτωσε ολόκληρη την ποπ κουλτούρα της εποχής αλλά και στοιχεία pulp fiction, αποϊδεολογικοποίησε τους διωκτικούς μηχανισμούς, «στοχοποίησε» το μικροαστικό νοικοκυριό και όχι τους συνήθεις υπόπτους περιθωριακούς. O Πέτρος Μάρκαρης στις «σημειώσεις πάνω στο φαινόμενο «“Γιάννης Μαρής”» γράφει για την ατυχία του συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματά του σε λάθος τόπο και χρόνο αλλά και εστιάζει στην διάρρηξη μιας παράδοσης, της μέχρι τότε καθιερωμένης μορφής του αγγλικού αστυνομικού, του «whodunit», όπου ο ντετέκτιβ έλυνε το μυστήριο μέσα από μια διανοητική διαδικασία, ενώ ο αναγνώστης τον ακολουθούσε ασθμαίνοντας από τις διάφορες παγίδες. Τώρα ο Μαρής επιλέγει ως ήρωα έναν αστυνομικό και όχι ντετέκτιβ · όχι έναν ιδιοφυή ή ιδιόρρυθμο εξιχνιαστή αλλά έναν απλό, μικροαστό επαγγελματία που κάνει την δουλειά του με ένα αίσθημα δικαιοσύνης.

Ο Άγγελος Τσιριμώκος γράφει τον πατέρα του Γιάννη Μαρή, ο Ριχάρδος Σωμερίτης για τα πρώτα χρόνια του συγγραφέα στην εφημερίδα Μάχη, ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης θυμάται την γνωριμία τους, η Αθηνά Κακούρη επιχειρηματολογεί για την ανάγκη μας για έναν τέτοιο συγγραφέα, ο Φίλιππος Φιλίππου ερευνά τις δημοσιεύσεις του στα λαϊκά περιοδικά Οικογένεια, Πρώτο και Θεατής, ο Βασίλης Βασιλικός τον τοποθετεί «ανάμεσα στον Σιμενόν και τον Καμιλλέρι», ο Νίκος Μπακουνάκης αναρωτιέται πού τελικά ανήκει, ο Στράτος Μυρογιάννης προβαίνει σε μια σπουδή σε ονόματα και χαρακτήρες,  ο Νίκος Βατόπουλος μας ξεναγεί στην Αθήνα του Γιάννη Μαρή, η Νίνα Κουλετάκη μας γνωρίζει τις γυναίκες του έργου του, ο Σταύρος Πετσόπουλος καταγράφει την εκδοτική περιπέτεια των επανεκδόσεων του έργου του στις εκδόσεις Άγρα, οι Τεύκρος Μιχαηλίδης, Γιάννης Ράγκος, Αναστάσης Σιχλιμήρης και Loic Marcou προσθέτουν τις δικές τους οπτικές πάνω σε ιδιαίτερες πλευρές του έργου του.

Επιστρέφω στον φόρο τιμής του Καλφόπουλου για να τονίσω τις πολλαπλές αναγνώσεις του Μαρή. Σε ένα πρώτο φιλολογικό πλαίσιο ο Μαρής έγραψε ευτελή λογοτεχνία, με γλώσσα απλή και πλαίσιο μανιχαϊστικό. Από την σκοπιά της λογοτεχνικής θεωρίας οι αφηγηματικές στρατηγικές είναι εξίσου απλές, με το noir στοιχείο να είναι προσαρμοσμένα στα ελληνικά δεδομένα, χωρίς δηλαδή τον αμερικανικό πρότυπο του σκληροτράχηλου ήρωα – ντετέκτιβ. Από ιδεολογική άποψη ο συγγραφέας υπηρετεί ένα «παρακμιακό» είδος και αποποιείται την μήτρα της Αριστεράς από την οποία προέρχεται, καθώς γράφει στον συντηρητικό Τύπο.

Αλλά πέρα από αυτά ο Μαρής συνδιαμόρφωσε σημαντικά στον χώρο του Τύπου, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου την δημόσια σφαίρα της εποχής, επαναδημιούργησε με μοντέρνο τρόπο ένα υποτιμημένο λογοτεχνικό είδος, όπου μάλιστα συνδύασε την ελληνοκεντρικότητα με τον κοσμοπολιτισμό, και ψυχαγώγησε ως πρωτοπόρος για τα δεδομένα της ελληνικής pulp fiction της εποχής ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό. Και όπως γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης στο δικό του κείμενο, ο Μαρής, αυτός ο αστείρευτος ως προς την πλοκή και απόλυτα ταυτισμένος με την εποχή του συγγραφέας, κατάφερε εκτός των άλλων εν μέσω πολιτικής θύελλας και πολιτικών παθών να αποκλείσει από την καθημερινότητα των ηρώων την «πολιτική» του αλλά όχι και από την ηθική τους υπόσταση.

Εκδόσεις Πατάκη, 2016, σ. 198. Στο Παράρτημα περιλαμβάνονται ανέκδοτα τεκμήρια (φωτογραφίες, χειρόγραφα και δακτυλόγραφα) από το αρχείο του συγγραφέα και το οικογενειακό αρχείο του γιου του, Άγγελου Τσιριμώκου.

Στην τελευταία φωτογραφία, το κέντρο της Αθήνας, προσφιλές σκηνικό του Γιάννη Μαρή, σε φωτογραφία του Ιάσονα Αποστολίδη, αρχές της δεκαετίας του ’50.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 218.

17
Ιον.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 181. Γιώργος Γκόζης

Περί γραφής

1. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των τριών βιβλίων σας; Θα μας γράψετε και υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Με μεγάλη μου χαρά! Στην αστική μας παράδοση, το δώμα της οικίας όπου ο επισκέπτης, ο Ξένος δηλαδή, οικίζεται προσωρινά ονομάζεται ξενώνας. Στον Άθωνα αντίθετα, ονομάζεται αρχονταρίκι. Εκεί ο φιλοξενούμενος επισκέπτης θεωρείται Άρχοντας και όχι Ξένος. Αυτή είναι κι η δική μου επιλογή για τον αναγνώστη. Καλώς ορίσατε, λοιπόν,  στο Αρχονταρίκι μου κι εγώ στο δικό σας φιλόξενο Δοχείο του Παντός.

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μία συλλογή διηγημάτων. Ήταν πηγαίο και με τυχαία αφορμή: δύο φραπέδες απανωτοί ένα μεσημέρι στα τέλη του ’90 δε με άφησαν να κοιμηθώ καλοκαιριάτικα, οπότε έγραψα επί τόπου ένα διήγημα, το πρώτο της ζωής μου, με αφορμή τη δημοσίευση στον Τύπο ενός σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει η Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Τιμήθηκα με το πρώτο βραβείο, ακολούθησε η ενθάρρυνση για δημοσιεύσεις σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, τότε μόνο σε έντυπη μορφή, κάποιες επόμενες διακρίσεις σε πανελλαδικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, η επιλογή μου ως εκπρόσωπο της ελληνικής πεζογραφίας στη Biennale της Ρώμης το 1999 και έχουμε ήδη φτάσει μέχρι το βημόθυρο του Νυχτερινού Στο Βάθος. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, ήταν ένα ραντεβού στα τυφλά: ένα αφηγηματικό σύμπαν του κόσμου της ενηλικίωσης, μία οφειλή στους εν αγνοία συνοδοιπόρους της γενιάς μου από τις τελευταίες αλάνες της ξεγνοιασιάς του αστικού κέντρου ως τις αλάνες της ζωής και μία ολόφωτη και αυτόφωτη προσωπικότητα, ο εκδότης της Νεφέλης Γιάννης Δουβίτσας.

Το δεύτερο, πάλι διηγήματα, τιτλοφορείται Αφήστε Με Να Ολοκληρώσω και καλύπτει το ενδιάμεσο κενό μίας δεκαετίας: έχουμε διαβεί ως περάτες από την έντυπη εποχή στην ψηφιακή. Το έντυπα λογοτεχνικό περιοδικά έχουν αποδεκατιστεί, κάποια έχουν επιβιώσει ισχνότερα, κάποια έχουν γίνει ιστοσελίδες, κάποια απλώς δεν έχουν προσαρμοστεί κι έχουν εξαφανιστεί. Όποιος θέλει, δημοσιεύει αφιλτράριστα ό,τι θέλει σε blogs και sites, δικά του ή τρίτων, πολλές εφημερίδες έχουν κλείσει. Έχει υποχωρήσει  ο λόγος έναντι της εικόνας, ειδικά της τηλεοπτικής με τη μορφή των παραθύρων, μία χυδαία μας ελληνική εκδοχή των τηλε-windows που προωθεί με φρενήρη τρόπο το life style και την ήσσονα προσπάθεια. Ένα βιβλίο του δικού μου θυμού με πυρέσσουσα γλώσσα και επιφαινόμενο χιούμορ, αλλά με τραγικές προσωπικές μου ιστορίες, πασπαλισμένες με την άχνη της ειρωνείας και του σαρκασμού. Το κέντρο ενός ελληνικού κόσμου ο οποίος  θρυμματίζεται αλληλοσπαρασσόμενος σε τηλεοπτικά παράθυρα, ενώ  αλαλάζει «Αφήστε με να ολοκληρώσω! Αφήστε με να ολοκληρώσω!».  Βιβλίο γραμμένο σε σκαμνί, σε σαλόνι, σε χαρτάκια κι όλα αυτά με δέκα χρόνια σταλίες.

Το τρίτο και τελευταίο ως σήμερα, Γκουανό. Γλώσσα περισσότερο δική μου ως προς τη θέρμη της, ξεθύμανε ο θυμός, οφειλή ως κεράκι στους προγόνους της ατομικής και συλλογικής μας μνήμης. Πρόσφυγες πολλοί, συνεργάτες των ναζί στην Κατοχή που έγιναν εργολάβοι οικοδομών στην ελεύθερη Ελλάδα τα κατοπινά χρόνια, τα τοξικά μας βοθρολύματα που γίνονται λίπασμα για το επερχόμενο Καλό. Τα τελευταία δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις, τις οποίες τιμώ και σέβομαι καταρχήν ως αναγνώστης.

Πόθοι; Η πρώτη μου επιθυμία ήταν να επικοινωνήσω. Με διαφορετικό τρόπο από τον προφορικό, να ξεφορτώσω και να ξορκίσω κάποιες εμμονές μου, να τις εξομολογηθώ στις σελίδες, να κερδίσω χρήματα, να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία και τον εγωισμό μου. Μετά από κοντά είκοσι χρόνια από την πρώτη δημοσίευση στη Νέα Πορεία του Τηλέμαχου Αλαβέρα, χαίρομαι που όλα τα παραπάνω έγιναν ατμός, εκτός από το πρώτο: να επικοινωνήσω. Να επικοινωνώ.

Αυτοί είναι τα μικρά έργα της μικρής μου τέχνης που βρίσκονται στο αρχονταρίκι μου, κρεμάμενα επί των τοίχων της πινακοθήκης του. Ελπίζω να μη βαλαντώσατε.

2. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Δεν είμαι ο κατ’ αποκλειστικότητα γράφων του εργαστηρίου. Κάθε άλλο, μάλιστα. Σήμερα, ζω κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, που το μοιράζομαι χρονικά άνισα με την Ελλάδα. Κουβαλώ όμως τα ελληνικά ως γλώσσα και πατρίδα εντός μου. Όσο για το κατ’ οίκον γράψιμο προϋποθέτει συστηματικότητα, ενώ η ζωή μου είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο δρόμο, με συναντήσεις και  ταξίδια και σε πολλές γλώσσες. Κάποτε πίστευα σχεδόν φετιχιστικά ότι ήταν απαραίτητη η ιδανική συνθήκη του τόπου ως πλαίσιο της γραφής, τώρα που αυτό είναι πολυτέλεια πια, λέω μόνο να μην αφήνω τον χρόνο να μου δραπετεύει: προσπαθώ να γράφω όπου μπορώ.

3. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Ωραία ερώτηση! Μετά τα βάσανα στα οποία τους υποβάλλω, τους αφήνω ελεύθερους να υπάγουν όπου αυτοί θελήσουν. Ναι, μαθαίνω νέα τους συχνά. Άλλοι μου τηλεφωνούν εν αγνοία τους, δίχως δηλαδή να είναι γνώστες της θέσης τους στα βιβλία μου, κάποιοι δηλώνουν «Μου Αρέσει» στο φέισμπουκ, με κάποιους είμαστε σε διάσταση και κόψαμε τσανάκια, αλλά όλοι τους είναι παρόντες εντός μου.

4. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όπως προανέφερα και στην υπαρίθμ. 2 κι ολογράφως Δύο ερώτηση παραπάνω, στερούμαι χρόνου. Επομένως, αργώ πολύ από γραφή σε γραφή κι από πέρασμα ένα χέρι βαφή σε βερνίκωμα. Κάθε που επανέρχομαι, κάνω μία ανακεφαλαίωση που όσο να ‘ναι, καθυστερεί. Όσο για τις ιδέες, τις φωτογραφίζω. Εικόνες στιγμιαίες που περνούν και χάνονται, άνθρωποι περαστικοί από τη ζωή μας με τυχαία σειρά, νά, όπως κάποιος άγνωστος που κάνει τράκα ένα τσιγάρο, που ζητά τη φωτιά σου, που ρωτά κάποιον δρόμο εκεί κοντά, ως χαρτάκια με σκέψεις polaroid μνήμης. Αλήθεια, ποιός θυμάται σήμερα τις φωτογραφίες των Polaroid;

5. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ναι, πλακώνομαι πολύ στη δουλειά, μονορούφι, σε ανορθόδοξες ώρες. Κάποτε, παλιότερα, τις βραδινές. Τώρα τελευταία δεν πολυαντέχω το ξενύχτι. Συγκεντρώνω όλο μου το υλικό, όπως ένα βουναλάκι με αφορμές, μετά το απλώνω με τον πλάστη, όπως ένα φύλο κρούστας με δικαιολογίες, ύστερα το ζυμώνω με τα χέρια, ιδίως τα επιρρήματα, σιγά και ξανά και πάλι και πάλι. Το αφήνω για λίγο καιρό στο φούρνο του συρταριού κι όταν τα ξαναβγάζω θέλω να δω αν σιγοκαλοψήθηκε, αν είναι δηλαδή τραγανό από έξω και ζουμερό από μέσα. Έννοια μου δεν είναι τόσο ο πυρήνας της ιστορίας, η ίδια η αφήγηση δηλαδή, αλλά κυρίως η γλώσσα. Μουσική; Εννοείται! Είμαι παιδί του ’80, επομένως ακούω Χατζηδάκη και Μαριώ, Ρενέ Ομπρί, Tuxedomoon, James, Σωτηρία Μπέλου, Άκη Πάνου και άλλα funk και punk κομμάτια. Συxνά ακούω και ραδιόφωνο, αλλά, ως ψυχάκιας, στο χαμηλότερο δυνατό σημείο έντασης. Τηλεόραση ποτέ, αλλά κι αυτές τις λίγες φορές με σβηστό ήχο, ως τζάκι, ως εικόνα, ως παρέα. Προτιμώ τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, διότι πρασινίζουν όμορφα την οθόνη ως ντεκόρ. Πίνω καφέδες, Τσαλακώνω χαρτιά. Δεν τα σκίζω ποτέ. Τα διπλώνω στα δύο και σουτάρω στο καλάθι των αχρήστων με σπάσιμο καρπού off balance ή με πίβοτ. Το παρκέ γεμίζει με χάρτινες μπάλες, επειδή η αστοχία μου είναι παροιμιώδης -ξέρετε, κάποιοι παλιοί τραυματισμοί.

6. Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βιοποριστικά, επί είκοσι δύο συναπτά και back to back χρόνια ασχολούμαι με τα ναυτιλιακά σε πολυεθνικές με containers. Από τις αρχές ενεστώτος έτους είμαι υπεύθυνος ανάπτυξης δικτύου ελληνικού ομίλου logistics σε χώρες της τέως Γιουγκοσλαβίας. Τελικά, αν και αγάπησα τα γράμματα, επαγγελματικά ασχολήθηκα με τους αριθμούς. Φαινομενικά, όλα είναι κόντρα μεταξύ τους: κοινό, αναγνώστες, δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, ειδικά αν υπολογίσετε πως ένας ευρύς κύκλος ανθρώπων δεν είναι καν ελληνόφωνος.

Εσπούδασα Θεολογία. Ναι, η γλώσσα της Θεολογίας υπήρξε για μένα καθοριστική και με διαμόρφωσε καίρια, όπως εκ των υστέρων αντελήφθην. Η πίστη μου στον Χριστό το ίδιο. Πώς συνδυάζονται στη γραφή μου, ως προς τις ιστορίες, αλλά και για το καίριο της αφήγησης, βιοπορισμός με υπόβαθρο σπουδών; Ως εξής: στις επιχειρήσεις μπαίνεις κατευθείαν στο ψητό, δε γυρνοβολάς, σημαδεύεις κέντρο. Ποιός είναι ο στόχος σου; Αυτόν επιδιώκεις να επιτύχεις, επομένως λειτουργώ κατ’ ακρίβεια. Η θεολογία, αντίθετα, λειτουργεί κατευναστικά σε πολλά σημεία και κατ’ οικονομία, δίχως δηλαδή στείρα αυστηρότητα και υπεροπτικές βεβαιότητες.

7. Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ δεν αποπειράθηκα να γράψω κι ούτε με απασχόλησε το ζήτημα. Ο λόγος είναι απλός: πιστεύω ότι δεν έχω απολύτως κανένα σχετικό τάλαντο, ότι δεν έχω κάτι να πω αν αρθρώσω δικό μου ποιητικό λόγο. Νομίζω πως δεν είμαι εγώ για εκείνην, εννοώ ως δημιουργός στίχων. Δεν είμαστε όλοι γι΄ όλα. Αντί εμού, υπάρχουν εξαιρετικοί σύγχρονοι ποιητές. Διάβασα, εξαιτίας της αγάπης του πατέρα μου και από τη δική του βιβλιοθήκη, πολλούς εξ αυτών κι εξακολουθώ να παρακολουθώ την παραγωγή, όσο μπορώ. Πιστεύω πως ένα μικρό κριτήριο να την αξιολογώ το έχω κατακτήσει, ώστε να διακρίνω την Ποίηση από την Οίηση, ειδικά στην εποχή των απειράριθμων αυτοεκδόσεων.  Δεν είμαι, λοιπόν, ο τεχνίτης του ελλειπτικού, του υπαινικτικού, του ελαχίστου, του αφοριστικού. Στον τόσο πυκνό λόγο, αισθάνομαι δυσφορία ως δημιουργός, θέλω λίγο χώρο παραπάνω και γι’ αυτό προτιμώ τα διηγήματα.

8. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αν μου το πρότειναν, εξαρτάται ποιοί οι προτείνοντες και ποιος ο βιογραφούμενος. Αν επρόκειτο για δική μου επιλογή,  θα επέλεγα πρόσωπο της μεσαιωνικής μας ιστορίας που τόσο αγνοούμε και που τόσο ανοιγμένη στον κόσμο ήταν – έχετε κάποια πρόταση μήπως;

 9. Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Με μία πρώτη ματιά, τρία αντιφατικά ως προς τη θεματολογία τους βιβλία. Αν τα δείτε όμως εποπτικά, βγάζει νόημα.  Έχουμε και λέμε, λοιπόν: ένα παιδικό παραμύθι. Δεν είμαι συγγραφέας παιδικών, προέκυψε όμως εν τοις πράγμασι με τη γέννηση του γιού μου. Το παραμύθι αυτό για την ώρα βρίσκεται στον φούρνο που λέγαμε προηγουμένως. Ακολουθεί ένα σύγχρονο μυθιστόρημα από το ’80 ως τις ημέρες μας. Ακόμα με παιδεύει. Τέλος, εντός του 2017 εκδίδεται από τον «Παρατηρητή της Θράκης» η μεταπτυχιακή μου εργασία, αυτό που στα ελληνικά λέμε Master in Science, με τίτλο «Μητερικό». Πρόκειται για αγιολογικό έργο σχετικά με τις άγνωστες Μητέρες της Θράκης. Είναι το πρώτο μου θεολογικό βιβλίο.

Περί ανάγνωσης

10. Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχετε αρκετό χώρο για τα πρώτα χίλια ονόματα που μου έρχονται στο μυαλό; Τα γράμματα της αλφαβήτου δεν μου φτάνουν: Ενδεικτικά και μόνο, καταλογογραφώ ανερμάτιστα: Νίκος Τσιφόρος, Παναγιώτης Γούτας, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Τόλης Νικηφόρου, Αλμπέρτο Ναρ, Ντίνος Παπασπύρου αν και κυρίως ζωγράφος, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Λευτέρης Καλοσπύρος, Ισίδωρος Ζουργός, Πέτρος Αυλίδης, Μάριος Χάκκας, Τόλης Καζαντζής, Νίκος Βασιλειάδης, Αντώνης Σουρούνης φυσικά για την αλήθεια του και την αφτιασίδωτη ειλικρίνειά του, Ευγενία Μπογιάννου, Βασιλική Πέτσα, Θωμάς Κοροβίνης, Γλυκερία Μπασδέκη, Βίκυ Τσελεπίδου, Κώστας Καβανόζης, Μιχάλης Μακρόπουλος, Ζάουμα Καμπρέ -αποκάλυψη για μένα, Σταυρούλα Σκαλίδη, Μάκης Τσίτας, Μ. Καραγάτσης, Αλέξης Πανσέληνος, Δημήτρης Καλοκύρης, Ηλίας Κουτσούκος, Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, Θουκυδίδης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Σωτήρης Δημητρίου, Διδώ Σωτηρίου και ων ουκ έστιν αριθμός, έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα λεφτά πηγαίνουν στα βιβλία.

11. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για να μη μακρυγορήσω όπως ανωτέρω, διαχρονικά αγαπημένο και αφορμή της σχέσης μου με τη γραφή είναι το «Χαμογέλα ρε … Τι σου ζητάνε;» και το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του νεομάρτυρα Χρόνη Μίσσιου, διότι έκανε το αίμα του μελάνι.

Σύγχρονα, το «Κίτρινο Ρώσικο Κερί», του Κώστα Ακρίβου, εξαιτίας μίας και μόνο λέξης, του ρήματος «κλώθω».

12. Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θαυμάζω πάντοτε το «Παραρλάμα» του Δημοσθένη Βουτυρά για την ευρηματικότητα, την έκταση και το εντελές του έργου του.

13. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Μόνο ένας; Με γοητεύουν τόσο πολλοί και τους καμαρώνω για τη δουλειά τους, η ακλόνητη πίστη μου στην ποιότητα των πεζογράφων  μας. Φροντίζω, ωστόσο, να εστιάζω στο έργο τους κι όχι στους ίδιους ως φυσικά πρόσωπα, εξαιτίας προφανών στρεβλών πεποιθήσεων κάθε φορά που συμβαίνει να γνωρίζουμε το δημιουργό, ειδικά αν είναι σύγχρονός μας.

14.  Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Νούσης του Σουρούνη. Προτύπωση του Αντώνη ίσως. Απολάμβανε τη ζωή δίχως ενοχές και τύψεις, με πλήρη συναίσθηση της παροδικότητάς μας. Ζούσε την κάθε στιγμή του με τα πάθη του, με γυναίκες πολλές, με σέρτικα τσιγάρα, με ποτάμια αλκοόλ, με ιλιγγιώδη τζόγο, με φίλους αχώριστους, με ταξίδια τυχοδιωκτικά ή προσκυνηματικά, αλλά και με μία εσωτερικότητα και με τη μοναξιά της ενδοσκόπησης.

15. Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παρακολουθώ τα πιο πολλά από κοντά, αν κι έχω μία αγάπη ανέκαθεν προς τα έντυπα. Επιλέγω το «Δέντρο» για τη διάρκεια και την αδιάπτωτη ποιότητα. Το «Φρέαρ», για τη σύγχρονη προσέγγιση κι αισθητική. Το «Εντευκτήριο» της μητρίδας Θεσσαλονίκης, για την προσήλωση στη θεματολογία του πυρήνα της λογοτεχνίας. Το νεοπαγές «Οροπέδιο», για τις θεματικές της εντοπιότητας και το πολυτονικό. Δε μπορώ όμως να παραβλέψω το «Διάστιχο» για δύο λόγους, ο ένας πως είναι πλήρως ενταγμένο στο πνεύμα της ψηφιακής εποχής μας και ο άλλος πως πρόκειται για κύρια βιοποριστική εργασία.

16. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη μεσαιωνική ιστορία της Μεσογείου σε διαφορετικές πτυχές και από διαφορετικές γλωσσικές πηγές. Βρίσκω συγκλονιστική τη συνάφεια των λαών της -Φράγκοι, Ρωμιοί, Τούρκοι, Σλάβοι σε μία απερινόητητη περιδίνηση έκτοτε, τόσο άγνωστη στις ημέρες μας.

17. Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Βεβαίως και με ενδιαφέρουν οι κριτικές, ειδικά ανθρώπων τη ματιά και το έμπειρο μάτι των οποίων εμπιστεύομαι: άνθρωποι που ζυμώνονται με τη γραφή, όσοι εκτίθενται με δικά του κείμενα, έστω και μόνο κριτικά. Επίσης, είμαι τακτικότατο μέλος παρουσιάσεων βιβλίων, επειδή τις πιστεύω. Σε κάθε περίπτωση, χρήσιμες είναι και οι κριτικές, χρήσιμες και οι παρουσιάσεις, περισσότερο χρήσιμο όμως σε ό,τι με αφορά είναι ο δίαυλος επικοινωνίας και η συνάντηση με το  αναγνωστικό κοινό.

18. Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μμμ, μισό λεπτό να το βγάλω από τα μικροκύματα – ιδού:

«Κι εγώ κρατώ τη «Δεσποινίδα» με Νόμπελ του Ίβο Άντριτς στο δεξί και μερικά κέρματα του ευρώ στο αριστερό για το εισιτήριο της ανατολικής διαδρομής. Γραμμή Τριάντα, αφετηρία Αποθήκη Τριανδρία και μέσω του Ναού της αγίας Βαρβάρας στάση ακριβώς μπροστά στον άλλον Ναό, του δικού μας Δικέφαλου. Πεταχτά κι άλλες στάσεις επί της Κονίτσης παύλα αγίου Γρηγορίου Λαμπράκη. Καρφί προς τα Υψίπεδα της Άνω Τούμπας, αλλά ξαφνικά το Τριάντα κάνει στροφή απότομα δεξιά στην Περραιβού, τέρμα τα γκάζια με κατεύθυνση τη Λωρίδα της Κάτω Τούμπας, επιτέλους φαίνεται το Ποσειδώνιο ως λαμπρός Φάρος κολύμβησης και ολοταχώς προς πρώην Νομαρχία νυν Περιφέρεια και γραμμή πάλι πίσω δια μέσου Μαρτίου και λίγο από Παπάφη και κάτι από Παπαναστασίου, στάση Νησάκι, θα κατέβει κανείς;»

Κουνούσε πολύ διότι και δε διάβασα γραμμή.

Περί αδιακρισίας

19. Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ. Βρήκα ευφυέστατη κι απολαυστικότατη τη «Γκόλφω  – director’s cut» του Σίμου Κακάλα, σύζευξη ιαπωνικού κόμιξ Manga με τη δημοτική μας παράδοση.

Αγαπημένη μου σκηνή από τον Ράφτη Του Παναμά: Ο Τζέφρει Ρας εξαιτίας της μυθομανίας του, έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ σε εισβολή στη χώρα όπου κατοικεί,  υποκλέπτει κρατικά μυστικά για τη Διώρυγα, κοντεύει να διαλύσει την επιχείρηση και την οικογένειά του κι όταν ρωτά ενώ έχει καταρρεύσει τη Τζέιμι Λι Κέρτις: «Τι θέλεις να κάνω τώρα;», εκείνη του απαντά εξιλαστικά: «Πρωινό!».

20. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι μέλος μόνο της Βίβλου των Προσώπων. Δεν προλαβαίνω για κάτι άλλο, έτσι κι αλλιώς. Σπουδαίος τρόπος δικτύωσης ως μέσο χρήσης, που πολύ γρήγορα καταντά στα χέρια μας κατάχρηση: γενικευμένη ανωνυμία, ψευδή προσωπεία, συγκεκαλυμμένη βία, απίστευτη ημιμάθεια, θράσος και εργαλειοποίηση. Από την άλλη, άνθρωποι-διαμάντια που γνώρισα εξαιτίας αυτού του απρόσωπου μέσου. Η δική μου άποψη με δύο λόγια μετά από έξι χρόνια συμμετοχής: υπερβολική προβολή. Ξόδεμα. Έρμα πολύ, αλλά και μορφή επικοινωνίας με ρινίσματα χρυσού.

21. Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μπα, με τίποτα.  Θα του απαντούσα ό,τι κι ο Μπρους Ουίλις στο «Ο Θάνατος Σου Πάει Πολύ» στη Μεριλ Στριπ: «Δεν θα είχε καθόλου πλάκα». Όχι τόσο για την απώλεια της συγγραφικής, όσο της αναγνωστικής μου ιδιότητας.

22. Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μόνο μία; Τρεις! Φέρω βαρέως, κύριε, που δεν ηρωτήθην αρχικά, σχετικά με την πρώην βασιλική οικογένεια της πατρίδας μας! Κακώς, αφού. Έστω, για το βιβλίο υπό Κρις Μ. Γούντχάουζ «Καραμανλής, ο Αναμορφωτής της ελληνικής Δημοκρατίας». Ή, τουλάχιστον, για τους αδιάβαστους τόμους του Αδώνιδος παύλα Σπυρίδωνος Γεωργιάδη στο κομοδίνο μου. Με απογοητεύσαστε, το ομολογώ…

Στις εικόνες: Δημοσθένης Βουτυράς, Αντώνης Σουρούνης, Νίκος Τσιφόρος, Χρόνης Μίσσιος, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Jaume Cabre, Alexandar Gatalica, έργο του Ντίνου Παπασπύρου (όχι άσχετο με την μουσικότητα της γραφής του συγγραφέα), Γκόλφω (Director’s cut) ο συγγραφέας.

07
Ιον.
17

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 179. Γιάννης Αντιόχου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο δεν έχει θύρα, είναι μια ικεσία στη σελήνη από το motto του βιβλίου μέχρι και το τελευταίο ποίημα. Είναι μια εξωστρεφής μαγική ιεροτελεστία για όλα όσα έχω γνωρίσει κι έχω εγκιβωτίσει στην άκατο της ποίησής μου. Είναι μια εξωστρεφής ποιητική κάψουλα παυσίλυπη και δυστυχώς ενδελεχώς ερμητικά κλειδωμένη. Αν επιβιώσει το όποιο έργο θα υπάρξει ο ένας ή η μία που θα την ξεκλειδώσει. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο «Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης ήταν ένα βιβλίο που αν έβγαινε σήμερα θα κρατούσα τρία ή τέσσερα ποιήματα. Βαριά νεανικό, ρομαντικό και ίσως φορτωμένο στη γλώσσα του διακρίθηκε αμέσως το 2003 και μου έδωσε μια κάποια δυνατότητα να με γνωρίσει ο κόσμος.

Το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσά του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 θα μπορούσε να ήτανε τρία βιβλία. Ξεχωρίζω την ενότητα «Συμφωνία για δύο σώματα» που αποτελούν πρόδρομη φόρμα των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων που ακολούθησαν. Έχω απωθημένο να εκδοθεί η ενότητα εκ νέου μόνη της.

Το τρίτο βιβλίο μου “Curriculum Vitae”, Εκδόσεις Μελάνι 2006 είναι ένα βιβλίο για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος πως ήταν πρωτοπόρο και τολμηρό για την εποχή του. Ένα βιβλίο με δικό μου κολάζ εξωφύλλου και με οπισθόφυλλο το ομότιτλο ποίημα.

Μετά αρχίζει ο κύκλος των Εκδόσεων Ίκαρος, οι Εισπνοές το 2009, οι Εκπνοές το 2014 και η Διάλυσις το 2017. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τα βιβλία μου, έχει μιλήσει η κριτικογραφία με όσα επαινετικά μπορεί να λάβει ένα ποιητής εν ζωή. Εγώ ευχαριστώ τους ανθρώπους της λογοτεχνίας που ασχολούνται τόσο επισταμένα με το ποιητικό μου έργο και τους αφοσιωμένους μου αναγνώστες που με παρακολουθούν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, δεν παγιδεύω τίποτα. Έχω ξαναπεί πως γράφω ανερχόμενος κάπου ψηλά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, είναι μια διαδικασία υπερβατική και απόλυτα μυστικιστική. Δεν γράφω εγώ τίποτα, εγώ δεν είμαι ο ποιητής, είμαι ένα διάμεσο που συμβαίνει να κατοικείται και να χαλιναγωγείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από κάποιον υπερβατικό ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Οι μόνες μουσικές που ακούω όταν γράφω είναι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και όλη η εργογραφία των Radiohead. Άλλωστε μετά από κάποια στιγμή δεν ακούω πια τη μουσική που έχω διαλέξει.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει παντού, κύρια σε τραπέζια κουζίνας στα σπίτια που τυχαίνει να ξεμείνω κάποιο βράδυ.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Τον Τ.Σ Έλιοτ μέχρι και το 1925. Μετά δεν με ενδιαφέρει διόλου, παράγινε Άγγλος για τα ποιητικά μου γούστα.  

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι και δεν θα γράψω ποτέ. Παρακαλώ σημειώστε κι αυτό: δεν θεωρώ ποιητές όσους γράφουν και πεζογραφία. (Ξέρω πως θα συζητηθεί αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη).

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρον

οι συγγραφείς.

Α. Χάξλεϋ, Γ. Γκ. Μάρκες, Ντον Ντε Λίλλο, Ο. Μπάροουζ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω όλα τα βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν μου αρέσουν τα διηγήματα. Ποτέ δεν μου φτάνει τίποτα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Δυστυχώς δεν με γοήτευσε κανείς εκτός από την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Μαρία Μήτσορα. Να μην ξεχάσω με γοήτευσε και η Μάτα Καστρησίου (και την έκανα φίλη μου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ουίλιαμ Λι από το Γυμνό Γεύμα του Μπάροουζ, γιατί μου αρέσουν οι ουσίες και οι παρεκκλίσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασσάνδρα γιατί ήταν εκτός των κλισέ. Αν θέλατε να σας πω ποιο δεν μου αρέσει που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον θα σας έλεγα. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια περιοδικά, αλλά ας σωπάσω. Ας κυριολεκτούμε στις απαντήσεις σας. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τώρα πια όχι δεν διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια εκτός από ελάχιστους κριτικούς όπως την Τιτίκα Δημητρούλια στην ποίηση οι υπόλοιποι γράφουμε ο ένας για τον άλλον. Δεν πειράζει κάτι είναι κι αυτό. Σαφώς όμως και δεν με ενδιαφέρουν αυτές οι κριτικές. Αν τις διαβάσετε είμαστε μια χώρα με αριστουργήματα. Αυτό δεν ισχύει. Είναι πολύ κακά τα περισσότερα βιβλία που εκδίδονται στον χώρο της ποίησης, απλά δεν έχω/ έχουμε την τόλμη να το καταδείξουμε. Επίσης επειδή πια προχωρώ πολύ μέσα στο χώρο βαρέθηκα να αναγνωρίζω τη συναλλαγή για την κριτικογραφία. Ευτυχώς είναι τόσο νάνοι κάποιοι που το παίζουν ρυθμιστές και κριτικογράφοι που είμαι ευτυχής που δεν έχω κριτικές για το έργο μου από αυτούς.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ανήκω στους ανθρώπους που αποθεώνουν την ατάκα. Αγαπώ τις μακριές περιόδους. Τα συνθήματα είναι με ημερομηνία λήξης.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταφράζω τους ποιητές που διαισθάνομαι πως έχω συνάφεια και συγγένεια. Μετά μπαίνω στο δέρμα τους, ίσως και να ζω και τη ζωή τους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ένδυμα του ποιητή που μεταφράζει κανείς.

Πώς επιλέξατε τις ποιητικές συλλογές που μεταφράσατε; ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε ο Τεντ Χιουζ και ο Χάρτ Κρέιν. Ηδονή μου προσφέρουν όλες οι εργασίες που σχετίζονται με τις κλειδαρότρυπες. Μεταφράζοντας κοιτάζω τη ζωή τους από μια κλειδαρότρυπα. 

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα Γράμματα Γενεθλίων του Τεντ Χιουζ, Εκδόσεις Μελάνι και η Θηριώδης Μούσα, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. 

Δεν θέλω να σας πω για το τελευταίο βιβλίο που μεταφράζω, είναι ποιητής, σημαντικός και σημασία σ’ αυτό έχει ένα πολύ ιδιαίτερο επίμετρο που θα συνοδεύει το βιβλίο. Επιτρέψτε μου να σας το κρατήσω μυστικό. 

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν συμβαίνει αυτό στην μετάφραση της ποίησης. Είναι Αντιόχου οι μεταφράσεις μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρενέργειες. Είναι μικρή άλλωστε η εμπειρία μου στη μετάφραση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω γνωρίσει πέντε τουλάχιστον Σίλβιες (Πλαθ) ευτυχώς το δίκτυο του φυσικού αερίου είχε αργήσει να εγκατασταθεί στη χώρα μας.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Νοσηλευτική, Διοίκηση και Ιατρική και είναι νομίζω εμφανής η ορολογία και ο τρόπος που εγκιβωτίζεται στην ποίησή μου. Μάλιστα ας πούμε κάποιοι που δεν έχουν τέτοιες σπουδές, δημιουργούν αστειότητες. Κάποτε διάβαζα «κόκκινα αιμοπετάλια», σαφώς τα αιμοπετάλια είναι τα μοναδικά συστατικά του αίματος που δεν είναι ερυθρά, είναι πλατιά σαν πιάτα και διάφανα. Γελάω με αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν πως δεν βλέπουμε.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως Διευθυντικό στέλεχος μεγάλου ομίλου στο χώρο της υγείας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την Aurora του Βλαδίμηρου Νικολούζου, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος και είμαι περήφανος που είναι φίλος μου, γράφω ερωτικά σπαράγματα γιατί με έχει πιάσει η άνοιξη κι ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι και δεν θα σας πω τι μεταφράζω.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ σαφώς κινηματογράφο. Θέατρο ελάχιστο, με απογοητεύει αυτή η αισθητική της εξυπνάδας που υιοθετεί το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Λατρεύω οτιδήποτε του  Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πάντως οι επιτελεστικές τέχνες δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι θα την δεχόμουν αρκεί να επέστρεφα μονίμως στα 35. Ποιος δεν θέλει έτσι κι αλλιώς μια φαουστική συνομιλία στη ζωή του;.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θέλω να σας ευχαριστήσω εκ μέσης καρδίας για την φιλοξενία σας.




Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 881,761 hits

Αρχείο