Archive for the 'Ισπανόφωνη Λογοτεχνία' Category

23
Ιον.
18

Enrique Vila-Matas – Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική

Οι τέχνες τραγουδάνε ακόμα

Τούτο, σκέφτηκα, είναι από τα πράγματα που δεν θα δούμε ποτέ στα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης. Είναι σιωπηλές συνομωσίες ανθρώπων που δείχνουν να συνεννοούνται χωρίς να μιλάνε, βουβές ανταρσίες που συμβαίνουν στον κόσμο την κάθε στιγμή χωρίς να γίνονται αντιληπτές, ομάδες που σχηματίζονται στην τύχη, ξαφνικές συναθροίσεις στη μέση ενός πάρκου ή σε μια σκοτεινή γωνιά και μας επιτρέπουν πού και που να αισιοδοξούμε για το μέλλος της ανθρωπότητας. Σμίγουν για μερικά λεπτά και ύστερα χωρίζονται, και όλοι δηλώνουν πίστη στο μυστικό αγώνα εναντίον της ηθικής αθλιότητας. Κάποια μέρα θα ξεσηκωθούν με άνευ προηγούμενου ορμή και θα τα τινάξουν όλα στον αέρα [σ. 112-113]

Ένας συγγραφέας που ονομάζεται Βίλα-Μάτας προσκαλείται στην περίφημη έκθεση σύγχρονης τέχνης Ντοκουμέντα 13, στην γερμανική πόλη Κάσελ, με μόνο του «έργο» να κάθεται επί μια εβδομάδα στη γωνιά του απόκεντρου κινέζικου εστιατορίου Τζένγκις Χαν, για να γράφει σε δημόσια θέα και να εμπλέκεται σε πρόθυμη συνομιλία με τους περαστικούς. Ακολουθεί ένα μυθιστόρημα περιπλάνησης στην σύγχρονη πόλη, μοναξιάς στο άξενο περιβάλλον της, ιδεών πάνω στο νόημα και την δύναμη της σύγχρονης τέχνης και στοχασμού πάνω στις έννοιες της πρωτοπορίας· ένα είδος «ζωντανού» ντοκουμέντου πάνω στο ζωντανό ντοκουμέντο που επιχείρησε να γίνει ο ίδιος.

Ο συγγραφέας διαθέτει το μοναδικό χάρισμα να γράφει ταυτόχρονα με ειρωνεία και με σοβαρότητα άνευ ειρωνείας. Και οι δυο αναγνώσεις είναι ισοδύναμες. Όταν για παράδειγμα διαβάζει σ’ ένα ψηφιακό περιοδικό ότι η προηγούμενη έκθεση «αναπαρήγατε μια μεταμοντέρνα έννοια του μεγαλείου, την αίσθηση της ίδιας της απεραντοσύνης μπροστά στο βίωμα του υπέρμετρου, που καταδεικνύει αυτά που δεν θα μάθουμε και δεν θα κατανοήσουμε ποτέ», ο νους του – «μεταμοντέρνος ενίοτε» – επικεντρώνεται στην αδυναμία του να κατανοήσει τον κόσμο μερικώς ή εξ ολοκλήρου και καταλήγει να αναρωτιέται μήπως το ταξίδι στο Κάσελ ήταν η μεγαλύτερη ευκαιρία να πλησιάσει κάποια απόλυτη πραγματικότητα, τουλάχιστον της σύγχρονης τέχνης.

Όσο γι’ αυτούς που γελούν με ορισμένα πρωτοποριακά έργα τέχνης που φιλοδοξούν να είναι πρωτοποριακά, ο αφηγητής θεωρεί πως κρύβουν πάντα μια αρρωστημένη απέχθεια προς εκείνους που έχουν συνείδηση ότι, ως καλλιτέχνες, βρίσκονται σε προνομιακή θέση ως προς την αποτυχία, κάτι που οι άλλοι δεν θα τολμούσαν να κάνουν, και γι’ αυτό δοκιμάζουν να δημιουργήσουν έργα τέχνης παρακινδυνευμένα, που δεν θα είχαν νόημα αν δεν εμπεριείχαν την αποτυχία στην ίδια τους την ουσία. Από την άλλη, δεν αγνοεί την πιθανότητα οι σημερινοί καλλιτέχνες να είναι ένα τσούρμο αφελών, χαζοβιόληδες που δεν παίρνουν χαμπάρι τίποτα, συνεργάτες της εξουσίας χωρίς καν να το αντιλαμβάνονται. Άλλωστε βλέπει κάτι τέτοιους στο αφήγημα του Ιγνάσιο Βιδάλ-Φολκ Το πλαστικό κεφάλι, που εκθέτει την παραδοξολογία να μετατρέπονται οι πιο οργισμένες και ριζοσπαστικές εικαστικές τέχνες σε διακοσμητικά του Κράτους.

Πέρα από την σύγχρονη υπερκαλλιτεχνική ιδιότητα, το Κάσελ δεν παύει να ανήκει στην Γερμανία και την Ιστορία της. Ο συγγραφέας δεν το καταλαβαίνει μέχρι να δει την πετσέτα του Χίτλερ και το άρωμα της Εύας Μπράουν ως καλλιτεχνικά εκθέματα ή τέλος πάντων ως αντικείμενα που φέρουν ένα νόημα σε κάποια καλλιτεχνική σύλληψη. Καθώς αναγνωρίζει τον παλιό τρόμο και το μέγα στίγμα της απέραντης ενοχής των ναζί, είναι η κατάλληλη ευκαιρία για μερικές διεισδυτικές συγκρίσεις στο θέμα της εθνικής ή συλλογικής «ενοχής»:

Στον τόπο μου, χώρα διάσημη ανά τον κόσμο για τον μακάβριο εμφύλιο πόλεμο, μετά βίας υπήρχε ενοχή. Αυτές τις μπαναλαρίες τις αφήνουμε για τους αφελείς Γερμανούς. Κανείς δεν έχανε τον καιρό του με τύψεις επειδή υπήρξε ναζί, η φρανκικός, ή Καταλανός συνεργάτης του δικτάτορα της Μαδρίτης, συνένοχος των δολοφόνων του Τρίτου Ράιχ. Στη χώρα μου πάντα ζούσαμε με την πλάτη γυρισμένη στο δράμα του ξεπεσμού της Ευρώπης, ίσως επειδή, αφού δεν συμμετείχαμε εμμέσως σε κανέναν από τους δύο παγκοσμίους πολέμους, τα βλέπαμε όλα αυτά σαν ξένη υπόθεση· και ίσως ακόμα επειδή κατά βάθος ζούσαμε ουσιαστικά στον ίδιο τον ξεπεσμό, ήμασταν τόσο βυθισμένοι μέσα του, που δεν μπορούσαμε ούτε καν να τον αντιληφθούμε. [σ. 92]

Και πάλι τα πράγματα έχουν δυο ακραίες πλευρές και αναζητείται μια λογική ισορροπία. Από την μία χωρίς μνήμη διατρέχουμε τον κίνδυνο να γίνουμε τέρατα, και από την άλλη, με υπερβολική μνήμη να εγκλωβιστούμε στην φρίκη του παρελθόντος. Η πόλη – πολιτιστικό κέντρο της περιώνυμης έκθεσης υπήρξε η πόλη – βιομηχανικό κέντρο της πολεμικής παραγωγής των Γερμανών στον πόλεμο. Το Κάσελ δεν αναδομήθηκε παρά το 1955, όταν οι πολίτες αποφάσισαν με πολύ θάρρος να πάρουν ένα δρόμο πιο ανασφαλή απ’ αυτόν που είχαν επιλέξει πολλοί συμπατριώτες τους. Αντί για την βιομηχανική ανάπτυξη, αποφάσισαν μια αναβίωση πολιτιστικού τύπου και οργάνωσαν την πρώτη Ντοκουμέντα, που είχε ένα χαρακτήρα σαφώς επανορθωτικό: η Γερμανία, η οποία υπό τον Χίτλερ είχε χαρακτηρίσει την σύγχρονη τέχνη εκφυλιστική και είχε απελάσει και δολοφονήσει τους καλλιτέχνες της, απέτινε φόρο τιμής στην τέχνη των δεκαετιών του ’20 και του ’30.

Ο συγγραφέας κλυδωνίζεται ανάμεσα στην ημερήσια αισιοδοξία του ταξιδιώτη παρατηρητή και στην νυχτερινή μελαγχολία ενός απογοητευμένου και μάλλον κυνικού μοναχικού. Ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές του δεν παύει να προκαλεί το τόσο σπάνιο χαμόγελο της ανάγνωσης. Όταν για παράδειγμα ελπίζει ότι δεν είναι φριχτά πλάσματα όλοι οι περίεργοι που μας περιβάλλουν ή όταν, αναδυόμενος από την πολλή τέχνη, χαίρεται να ανακαλύπτει ότι «ο πραγματικός κόσμος είναι, αντιθέτως, πολύ απλούστερος, έως και πολύ βλακωδέστερος».

Οι συναντήσεις του με τις γυναίκες είναι από τα πλέον σπαρταριστά μέρη του μυθιστορήματος. Η Τσους και η Μπόστον, ιδίως, δεν παύουν να τον φέρνουν σε αμηχανία μπροστά στην παρουσία τους αλλά και σε μια απόλυτη ασυνεννοησία που δεν αφορά μόνο τα φύλα αλλά και τις διάφορες ειδικότητες που κατακλύζουν τους καλλιτεχνικούς χώρους. Στην περίπτωση της Άλκα η αδυναμία της γλωσσικής συνεννόησης δίνει την θέση της σε μια παντομίμα. Εκείνος «διαβάζει» πόσο την ενοχλεί η ζέστη και με πόση διάθεση του εκφράζει την σωματική της ταραχή γύρω από την κοιλιά της, μια σαφή σεξουαλική πρόκληση, μέχρι να ανακαλύψει ότι η καημένη αναφέρεται για κάτι που έφαγε το προηγούμενο βράδυ και την πείραξε. Ή απλώς για να μας θυμίσει ότι η πραγματικότητα αποβαίνει απολύτως πεζή, αν δεν φροντίσουμε οι ίδιοι να την μεταλλάξουμε σε καλλιτεχνική δημιουργία – ή εμπειρία.

Ο Καταλανός συγγραφέας πράγματι προσκλήθηκε στην documenta 13 ως πρωτοπόρος λογοτέχνης και μάλιστα η συμμετοχή του κατέληξε σε πλήρη «αποτυχία». Το γεγονός ότι η πρόζα του έχει ήδη στην πραγματικότητα συμβεί δεν σημαίνει απολύτως τίποτα επειδή ακόμα κι αν δεν είχε συμβεί θα μπορούσε κάλλιστα να επινοηθεί από τον συγγραφέα· άλλωστε ο ίδιος γράφει κάπου, «μας είπε ο Ουίλκι -αλλά είμαι σίγουρος ότι τα ’βγαζε απ’ το μυαλό του και ότι, επιπλέον, εγώ τώρα διαστρεβλώνω τα λεγόμενά του-…».

Είναι λοιπόν ο Βίλα-Μάτας ένας λογοτέχνης που έχει ζήσει τις ιστορίες του; Ακόμα και γι’ αυτό δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι: σε κάποια του διήγηση αναφέρει ένα βιβλίο που του έφερε η Σοφί Καλ, το έξοχο Vies Imaginaires του Μαρσέλ Σβομπ, ένα από τα πολύ αγαπημένα μου βιβλία, όπου υπήρχε ένα κείμενο για την ζωή του Πετρώνιου, του Ρωμαίου ποιητή που υποτίθεται ότι όταν τελείωσε την ανάγνωση βιβλίων με φανταστικές περιπέτειες φώναξε τον Σύρο για να τα διαβάσει και ο δούλος γελούσε, κι έτσι στο τέλος συμφώνησαν να φέρουν οι δυο τους στην ίδια τη ζωή αυτές τις γραμμένες ιστορίες. Πριν πεθάνει ο Σβομπ, έζησε πράγματι τα διηγήματά του. Σύμφωνοι, λοιπόν, ο συγγραφέας πρώτα έζησε και μετά έγραψε αλλά τον έχω ικανό, ικανότατο, να κάνει και ακριβώς το αντίθετο: να σπεύδει να ζήσει όσα έγραψε.

Ό,τι κι αν συμβαίνει, εδώ συμβαίνει ένα ολόδικό του μυθιστόρημα, όπου φαίνεται να μην συμβαίνει απολύτως τίποτα, κι ο συγγραφέας απλώς να παρατηρεί και να σχολιάζει, αλλά στην ουσία (φαίνεται να) συμβαίνουν πολλά, από την τέχνη των ντοκουμενταριστών μέχρι την ίδια του την σκέψη. Ο Βίλα-Μάτας του Κάσελ γράφει την ίδια στιγμή το ημερολόγιο μιας περίεργης συμφωνίας και ένα δοκίμιο πάνω στην σύγχρονη ύπαρξη της τέχνης. Όταν κολλήσει, δοκιμάζει ατέλειωτες πεζοπορίες είτε για να ανακαλύψει κρυμμένα μηνύματα είτε για να κουβεντιάσει με τις εκάστοτε συντροφιές του πράγματα που εκφράζει κανείς μόνο σε περιπάτους και επιχειρεί ως συνήθως να βρεθεί και μέσα στα μυθιστορήματα των άλλων, όπως εδώ, καλή ώρα, στον Περίπατο του Ρόμπερτ Βάλζερ.

Άλλωστε, μιλώντας για την λογοτεχνία, υποστηρίζει θερμά πως αντίθετα με ό,τι πιστεύουν διάφοροι, δεν γράφει κανείς για να διασκεδάσει τους άλλους, παρότι η λογοτεχνία είναι από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα που υπάρχουν, ούτε γράφει κανείς για να «διηγηθεί ιστορίες», όπως λένε, παρόλο που η λογοτεχνία είναι γεμάτη με υπέροχες ιστορίες. Όχι, επιμένει· γράφει κανείς για να ρίξει τον αναγνώστη, να τον κυριεύσει, να τον γοητεύσει, να τον σκλαβώσει, να μπει στο πνεύμα του και να μείνει εκεί. Το ίδιο τελικά επιχειρεί και η τέχνη, όταν είναι ευφυής και διεισδυτική: Σκέφτηκα πως από το ιδιοφυές προκύπτει πάντα κάτι που μας παρακινεί, που μας ωθεί προς τα εμπρός, που μας οδηγεί όχι μόνο να μιμηθούμε μέρος αυτού που μας θαμπώνει, αλλά να πάμε πολύ παραπέρα, να ανακαλύψουμε τον δικό μας κόσμο. [σ. 85]

Εκδ. Ίκαρος, 2017, μτφ. Νάννα Παπανικολάου, σελ. 390 [Kassel no invita a la lógica, 2014]

Ανάμεσα στις φωτογραφίες του συγγραφέα και έργων ή αφισών από διάφορες Documenta, μια «μεταπολεμική σκηνή δρόμου» από το Κάσελ του 1948 [Jonas Mekas].

Δημοσίευση και σε: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 226, εδώ.

Advertisements
22
Οκτ.
17

Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία

Η λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης

Πρόκειται κατά κυριολεξία για λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης, εφόσον σ’ αυτό το απολαυστικότατο μυθιστόρημα η λογοτεχνία αλλάζει σταδιακά πλην ολοκληρωτικά την κεντρική ηρωίδα, την εβδομηντάχρονη Ρέμε: της αναστατώνει το πνεύμα και της ξεσηκώνει το σώμα· ανοίγει τους κρουνούς της ηδονής αλλά και της ίδιας της συνείδησης· της εμπνέει την σκέψη και την ωθεί στην πράξη. Κοινώς, την ξυπνάει παντοιοτρόπως. Η λογοτεχνία της μαθητείας και της αφύπνισης δεν αποτελεί πρωτότυπο εύρημα αλλά ο βασικός της χαρακτήρας, μια άσεμνη γριά, με λυτά μαλλιά σαν άγρια χόρτα, ντυμένη με κουρέλια, «που ήταν είκοσι χρονών πριν κλείσει τα εβδομήντα» και η δια της κατακλυσμικής λογοτεχνικής γραφής δραματοποίηση του συγγραφέα απογειώνουν το βιβλίο.

Πού, πώς γλίστρησε η ζωή της δόνα Ρεμέδιος; Πώς στέρεψε η αρχική της πλημμύρα; Από τα δεκαπέντε της η Ρέμε ένοιωθε την καταρροή να κυλάει στα πόδια της, ποθούσε τους άντρες, μα πώς να τα βγάλει πέρα με τα λόγια της γειτονιάς και τα χαστούκια των γονιών; Στα μέρη της ο έρωτας θεωρείται αμαρτία και ντροπή κι έτσι στα δεκαοκτώ της δεν της μένει παρά να διαλέξει κάποιον, κι ας συνεχίζει να μουσκεύει με την ιδέα των φιλιών ενός ωραίου ηθοποιού και με φαντασιώσεις που ξεκινούν ήδη  με τις αφίσες έξω από τον κινηματογράφο.

Η Ρέμε δεν ανήκει στους προνομιούχους της ισπανικής, φρανκικής κοινωνίας, άρα ζει εκτός των τειχών, εκεί που η Καθολική Δράση ιδρύει έναν νέο οικισμό και παραχωρεί για πενήντα χρόνια σπίτια μικρά σαν ποντικοφωλιές, καλύβες από λαμαρίνα, χτισμένες σ’ έναν ξερότοπο με αγκάθια. Οι εργολάβοι της νέας πατρίδας αναλαμβάνουν να βάλουν σε τάξη τους φτωχούς, έστω και ως τρωγλοδύτες των χαμόσπιτων. Όχι ιδιοκτησία και συμβόλαια: το κράτος κυριαρχεί και παραχωρεί, η οικογένεια ευγνωμονεί και κατοικεί. Πρώην καταδικασμένοι και νυν προσηλυτισμένοι προσήλθαν στην ελεημοσύνη και στο πρώτο συγκρότημα κτιρίων που ονομάστηκε Βασιλικό Ίδρυμα Εργατικών Κατοικιών. Τα νανόσπιτα με τα ακάλυπτα δοκάρια αυξάνονται και πληθύνονται στη άκρη του ξερού αυτοκινητόδρομου και φτιάχνουν τείχος από ομοιόμορφες οικοδομές σαν μια μασέλα. Η δεκαετία του ’60 αλλάζει τον ψημένο πηλό με το σκυρόδεμα, τα ατσάλινα πλέγματα και τον αμίαντο, που είναι εύκαμπτος κι αφήνει μόνο μια ελάχιστη σκόνη. Ο εργάτης σύζυγος βήχει, νοιώθει τα γυαλάκια στο στήθος, η ζωή με σκονισμένο πνεύματα αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση.

Οι εκκλησιαστικές τελετές θα συμπληρώσουν περίτρανα αυτήν την ενοριακή δημοκρατία. Η συμμετοχή των νέων σε αδελφότητες για την λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί χρέος τους, είναι άλλωστε μια τελετουργία της νομιμότητας και μια καλή ευκαιρία για στολές και μουσικά όργανα. Δεν είναι η θρησκευτική πίστη ή χριστιανική ηθική που ωθεί το κατεστραμμένο λούμπεν να σπεύδει στις παρελάσεις όσο το ίδιο το φετίχ της ομάδας, η φιγούρα της πομπής, και βέβαια η αρσενική επίδειξη για τους βαστάζους του άρματος. Για μια αλλά Μεγάλη Βδομάδα, γίνονται οι εθνικοί φύλακες του οικισμού, ενώ μαζί τους παρελαύνουν και οι φιλήσυχοι κλητήρες που παριστάνουν τους ιδιοκτήτες των δρόμων αλλά και οι τραυματισμένοι φαλαγγίτες του καθεστώτος, για να φανούν δοξασμένοι πολεμιστές. Και όπως πάντα «αυτοί που σέρνουν τους πιο βαρείς σταυρούς είναι αυτοί που δέρνουν πιο δυνατά τις γυναίκες τους».

Άλλωστε οι επιφανείς γνωρίζουν «πως κάποια πνευματικά δεσμά θα ήταν αναγκαία μόλις ολοκληρωνόταν η διαχείριση του τούβλου για να μη δραπετεύσουν τα ποντίκια όταν πια όλα θα ήταν βαρετά». Οι γυναίκες του οικισμού γεννούν παιδιά μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, όπως είναι και τα παιδιά της Ρέμε που μεγαλώνουν σε χολερικά δωμάτια, γίνονται τεμπέλικα κι επιθετικά και σύντομα ζουν περισσότερο έξω από το σπίτι. Γύρω τους μαζεύονται, δεύτεροι χαρακτήρες του βιβλίου και πρώτοι αναλώσιμοι της συντηρητικής κοινωνίας οι συνομήλικοι φίλοι τους, οι μεγαλύτεροι των συμμοριών, οι νεαροί «βαρόνοι» της περιοχής, όλοι εθισμένοι στη χημεία και στην επιθυμία να ξεφύγουν από μια περιοχή που δημιουργήθηκε ως οχετός της απόμακρης πόλης.

Η δεκαετία του ’80 φέρνει κι άλλες καλύβες στις αλάνες, μαζί με την πανδημία της άσπρης. Οι νέοι που φυλακίζονται συχνά προτιμούν την άνεση ενός κελιού από το ξεροκόμματο του φτωχικού. Το πνεύμα του κιμπούτς έχει πεθάνει, τώρα κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μόνο τον θεό των ναρκωτικών. Το ’90 έρχεται μαζί με την επέλαση της πορνογραφίας και τα αμέτρητα χάπια που κρατούν τους νέους σε συνεχή χορό κάτω απ’ τα στροβοσκόπια. Τα κορίτσια αλητεύουν μέχρι να μείνουν έγκυες και να συνεισφέρουν σε μια ολόκληρη αποικία χαμένων παιδιών που οι μητέρες έχουν για παιχνίδια, βασανισμένες κούκλες οι μεν για τους δε και αντίστροφα, όπως η Ανίτα κι ο Ρόμπε, δεύτερα πρόσωπα του δράματος: εκείνη ένα κορίτσι που καταδέχτηκε να πάρει την θέση της φεύγουσας κόρης της Ρέμε· εκείνος, ένας θετός εγγονός, που εθίζει δεκάδες χρήστες σε στρατηγικά βιντεοπαιχνίδια δικής του έμπνευσης, πουλώντας κουπόνια με κωδικούς εισόδου ενώ φτιάχνει σιγά σιγά ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό βασίλειο, έχοντας ανακαλύψει «την μήτρα του καπιταλισμού για νέους».

Μέχρι που έφτασε η ημέρα όπου ένα κιβώτιο με βιβλία προορισμένα για έναν γείτονα παραδόθηκε από λάθος στην δική της πόρτα. Επρόκειτο να κλείσει τα εβδομήντα και τα βιβλία έφτασαν με πενήντα χρόνια καθυστέρηση αλλά ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη που μέχρι τώρα έβλεπε μόνο τις μεσημεριανές τηλενουβέλες άρχισε να διαβάζει όλα όσα δεν ήξερε: πως είχαν σφετεριστεί την μισή και παραπάνω ζωή της. Βιβλία! Αυτά ξορκίζουν την μελαγχολία και την επανάληψη ολόιδιων ημερών και κάνουν την Ρέμε να γίνεται πολλές ηρωίδες και να βρίσκεται παντού και να μαθαίνει την ζωή. Φυσικά η αρχή είναι δύσκολη, το διάβασμα αργό, οι δύσκολες λέξεις συλλαβίζονται, το δάχτυλο σημαδεύει σειρά με τη σειρά. Δεν πηδάει καμία παράγραφο και συμπληρώνει με το μυαλό της ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Το κλεμμένο κιβώτιο ήταν ένας θάλαμος θεραπείας, ένα πλατωνικό καταφύγιο. Τώρα η μοναξιά της είναι ανακούφιση κι ο χρόνος ατέλειωτος, να διαβάζει μέρα νύχτα κι ύστερα να παίρνει τους δρόμους και να κάθεται στα μπαρ όπου δεν αντέχει για πολύ χωρίς διάβασμα. Όλος ο χωροχρόνος είναι στην διάθεσή της, και τα μάτια της τώρα είναι ορθάνοιχτα μετά από τόσα χρόνια αυτοματισμού. Ατημέλητη και ρακένδυτη, η «τρελή» Ρέμε, διαβάζει τα βιβλία της παντού, στο παγκάκι της άδειας πλατείας ή στο ύπαιθρο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια της. Οι γυναίκες του οικισμού, γειτόνισσες, νεαρές χήρες, παρατημένες, μητέρες μόνες ή νοσοκόμες ανάπηρων συζύγων του εμφυλίου ή του αμίαντου, απορούν για το μόνιμο χαμόγελό της. Δεν έχουν ποτέ τους καταφύγει στα βιβλία «για να σταματήσουν την αγωνία του χαμένου χρόνου»· προτιμούν την πάντα αναμμένη τηλεόραση και  προτιμούν να ξεφυλλίζουν ανόρεχτα τα περιοδικά ή να μαντάρουν την κάπα της Παρθένου. «Το αλέτρι της τηλεόρασης είχε αφήσει χέρσα τα κεφάλια τους, πενήντα χρόνια παραχώρησης συνέθλιψαν το ηθικό τους και το μισό τους ένστικτο ανταρσίας· η ενορία πήρε το άλλο μισό».

Τα απρόσμενα βιβλία έπεσαν στα χέρια της σαν μία θεραπευτική ιεροτελεστία για να επουλώσουν μια πληγή που δεν μάτωνε από την επερχόμενη μοναξιά αλλά από τη συνειδητοποίηση μιας σοβαρής αλήθειας: πως η ζωή της έσβηνε, πως όλα ήταν λάθος από την αρχή, πως τίποτα δεν είναι καίριο εκτός από το πέρασμα του χρόνου. [σ. 179]

Στο μεταξύ σ’ ένα τυπογραφείο του Δήμου γράφεται ένα άλλο, διόλου μυθιστορηματικό κείμενο: ένας κανονισμός που θα διανεμηθεί σε όλα τα γραμματοκιβώτια του οικισμού. Κι ο κόσμος της Ρέμε είναι έτοιμος να ανατραπεί για δεύτερη φορά. Απαγορεύεται το κρέμασμα της μπουγάδας γιατί ασχημαίνουν οι δρόμοι. Οι κάτοικοι διατάζονται να απλώνουν τα ρούχα μέσα στα σπίτια τους. Η Ρέμε βγαίνει από την έκστασή της και διαβάζει μεγαλόφωνα το χαρτάκι στις περαστικές, ένα «Ζερμινάλ στο ιδίωμα της καθημερινής πλύσης». Ποιος τολμάει να ζητάει κάτι τέτοιο;

Οι γυναίκες εξέρχονται από την κοσμική τους αποξένωση και συμφωνούν ν’ αδειάσουν τα συρτάρια τους σε σκοινιά σαν πανηγυρικές σημαίες. Προτού νυχτώσει κάθε μπαλκόνι του οικισμού είναι γεμάτο «αναρχικά ρούχα». Ανεβασμένες πάνω σ’ επικίνδυνες σκάλες οι γυναίκες τεντώνουν τα σκοινιά από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, για να κατασκευάσουν ένα δάσος από κρεμασμένα ρούχα, σαν μοντέρνα τέχνη ενός οργισμένου γκέτο. Νυχτικά, σεντόνια, ρούχα, χιτώνες της Μεγάλης Εβδομάδας ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα στη μέση των δρόμων. Οργανώνονται βάρδιες επιτήρησης – η Ρέμε αναλαμβάνει την νυχτερινή φύλαξη με μια λάμπα κι ένα βιβλίο. Ο οικισμός ξεσηκώνεται μόνος του, χωρίς πολιτικές συγκεντρώσεις ή υψωμένες γροθιές. Ο Πίο Μπαρόχα και οι άλλοι συγγραφείς ήταν αρκετοί.

Η επανάσταση είχε αρχίσει αλλά χρειάζεται και η απαραίτητη προπαγάνδα. Σ’ ένα διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης ένας ακτιβιστής και η σύντροφός του, ο Λεάνδρο και η Ελοΐζα, ούτως ή άλλως ονειρεύονται την καταστροφή του σύμπαντος. Εδώ ψυχογραφούνται περίφημα οι μονομανείς με τις προλεταριακές φαντασιώσεις που αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τον ίδιο τον έρωτα αλλά και αναζητούνται στις δικές τους βιογραφίες τα κίνητρα της εξέγερσης. Άλλωστε αυτές ακριβώς οι φαντασίες πυροδοτούν τα πρώτα βήματα της. Ο ακτιβιστής εκστασιάζεται: μια αληθινή λαϊκή επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτός θα είναι ο διανοούμενος ταραχοποιός που έλειπε σε προηγούμενες καταστάσεις, αφού κάθε φορά περίσσευαν τα μπράτσα και οι πέτρες αλλά έλειπαν τα μυαλά και οι ιδέες. Δημοσιεύει τα δεδομένα σε μια σελίδα για κοινωνικές πρωτοβουλίες, ακολουθούν τα ειδικά έντυπα και μια βάση δεδομένων για διεθνή κινήματα αντίστασης.

Σε όλη τη χώρα αναδύεται ένα ρεύμα αλληλεγγύης – η πλατεία της Καταλωνίας περικυκλώθηκε με σεντόνια απλωμένα σε αυτοσχέδιες λόγχες, η Πουέρτα ντε Σολ είδε να ξαναφυτρώνουν οι σκηνές εκστρατείας του τότε – ενώ αντικαπιταλιστικά κινήματα σε άλλες χώρες τυπώνουν μπλουζάκια με το περίγραμμα ενός πουκάμισου απλωμένου στον ήλιο. Η είδηση διαρρέει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, «ο οικισμός του Ιδρύματος επαναστατεί εναντίον της νέας διάταξης». Η τηλεόραση γνωρίζει καλά να μεγαλοποιεί τα γεγονότα, η ηθική της συμβαδίζει με την ακροαματικότητα. Μια τόσο μικροσκοπική και φωτογενής επανάσταση κι ένας αυτοδίδακτος διαφωτισμός δικαιώνει και διαφημίζει τον οικισμό. Η κοινωνική οργή ενώθηκε με την περιέργεια, ο οικισμός κυριεύτηκε από ένα εκστρατευτικό σώμα που μυρίστηκε εξέγερση: πανκς και ρέτρο-πανκς, Ινδιάνοι και πλείστοι οργανωμένοι ισοπεδώνουν την πλατεία για να κατασκηνώσουν, μια θορυβώδης στρατιά που τις νύχτες παίζει αφρικανικά τύμπανα σε γιορτές αδελφοποίησης.

Αλλά η υδροφόρα φυσιολογία της Ρέμε συνεχίζει να ρέει σαν ένα υδραυλικό κέντρο βαρύτητας. Αυτό που θα μπορούσε να της έχει προσφέρει αμέτρητους οργασμούς τώρα δεν βρίσκει τους απαραίτητους χειριστές, αλλά και πάλι τα βιβλία συνδράμουν και διεγείρουν τις ευαίσθητες ζώνες. Τα βήματα την οδηγούν μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη ακριβώς όπως οι τζάνκις οδηγούνταν στις αλάνες για την δόση τους. Αναζητά την ηδονή, επιθυμεί το σεξ που δεν είχε, μια ανάμνηση, μια δαγκωματιά, κάτι να έχει να θυμάται, δεν έχει καν για παρηγοριά το καταφύγιο ενός παρελθόντος με περιπέτειες σχεδόν παρθένα, όμοια με την κούκλα στο άρμα της αδελφότητας, δυο φορές παρθένα απ’ αυτήν και δυο φορές μητέρα δυο σταυρωμένων παιδιών [σ. 136]

Δυο πρόσθετοι ήρωες που μάλλον λειτουργούν παραπληρωματικά, ο Ντεβότο που βρίσκει παρηγοριά στην θρησκεία και ο Ρομάν ο Φερόμενος ταπεινωμένος ξυλουργός, ενδεικτικές μορφές για τον τρόπο που η εκκλησία διάβρωσε τις ψυχές στην φρανκική Ισπανία ή για την αιωνιότητα της μισογυνίας ή των κρυπτών ερωτισμών. Άλλοι δυο δικαιούνται μερικές σελίδες εφόσον άθελά τους τα ξεκίνησαν όλα: ο δημοτικός σύμβουλος που έγραψε την απαγόρευση και η «Μαινάδα» σύζυγός του, που αναζητούν κι αυτοί τον μέσω διαδικτύου πλουτισμό, εκθέτοντας στις οθόνες των υπολογιστών, φορώντας μάσκα φυσικά, τις ερωτικές περιπτύξεις ή διαστροφές που επιλέγουν οι χρήστες – θεατές.

Ο αγκιτάτορας διακαώς επιθυμεί να μετατρέψει το ξεχασμένο γκέτο σε προμαχώνα της πάλης των τάξεων, ακόμα και σε μια καινούργια προσοβιετική δημοκρατία. Αλλά φυσικά θέλει αυτός να εμφανιστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος των εξεγερμένων, κι όχι η γριά μάγισσα, «ένα πέτρινο άγαλμα στις συνελεύσεις, ένα κλειστό στόμα Ινδιάνου αρχηγού». Ακολουθούν συναντήσεις, διαβουλεύσεις, ο δημοτικός σύμβουλος εκλιπαρεί ή προστάζει, η Ρέμε σιωπά, η εξέγερση είναι έτοιμη να μολυνθεί από έμπορους ναρκωτικών, κι εφόσον επανάσταση χωρίς πολιτοφύλακες δεν έχει νόημα, οι συγκρούσεις με τα μέσα καταστολής θα είναι σκληρές. Νεομαρξιστές και ιακωβίνοι, συνειδητοποιημένοι και ασυνείδητοι, όλοι συμμετέχουν με το μερίδιό τους στην «αναρχική φαντασίωση» και στο μυθιστόρημα του εξεγερμένου οικισμού. Δεν έχει σημασία αν η επανάσταση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί στον λήθαργο της καθημερινότητας και στο ζεστό φαγητό ή αν οι ακτιβιστές θα αναζητήσουν άλλη μάχιμη αποικία. Ορισμένοι δεν εξαγοράζονται και επιλέγουν το τέλος που τους αξίζει.

Είναι σε κάθε σελίδα εμφανές πως ο συγγραφέας επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία του με την μέγιστη δυνατή λογοτεχνικότητα. Παίζει με τις λέξεις, τις ρίχνει σωρηδόν κάθε φορά, πρωτότυπες και αντι-κυριολεκτικές (οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις πράγματι κατακλύζουν την πρόζα του)· αλλάζει πρόσωπα και αφηγητές, βομβαρδίζει με επίθετα, εξαντλεί την παρατακτική σύνδεση. Ενίοτε μοιάζει να παραληρεί αλλά την ίδια στιγμή δεν βιάζεται καθόλου, καθώς ξεδιπλώνει με την ησυχία του τις ιστορίες του, τις διακλαδώνει, τους ξεφεύγει για να εστιάσει σε μικρο- και μακρο-περιβάλλοντα.

Το διακειμενικό του εύρημα σαφώς ενισχύει την πρόζα του, καθώς εντάσσει ανθολογημένα αποσπάσματα απολύτως ταιριαστά με όσα ήδη γράφονται, τα οποία δεν αποτελούν μόνο δείγματα των αναγνώσεων της Ρέμε αλλά και λειτουργούν ως διαλεκτική για την μαθητεία και την μεταμόρφωσή της. Πρόκειται για βιβλία των Πιο Μπαρόχα [ιδίως Ο διεστραμμένος αισθησιασμός, Κόκκινη αυγή, Κακό χορτάρι κ.ά.], Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ [Η εξέγερση των μαζών], Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο [Ιστορία μιας σκάλας] αλλά και των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βισέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Πέρεθ ντε Αγιάλα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, Ρουμπέν Νταρίο, Αντόνιο Ματσάδο, Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Μιγέλ ντε Ουναμούνο κ.ά.

Κρατώντας στον βασικό κορμό την αδιανόητη ιστορία της αξιολάτρευτης Ρέμε, την εγκαταλείπει κάθε τόσο για να ασχοληθεί με τις παράπλευρες βιογραφήσεις των δεύτερων χαρακτήρων, ενίοτε με ιδιαίτερες και μάλλον άσχετες με την βασική ιστορία λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την πορεία όλων όσοι πρόκειται ή νομίζουμε πως θα συμμετάσχουν στην τελική φάση της εξέγερσης. Το τέλος τους βρίσκει όλους εξουθενωμένους, νικητές ή νικημένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, που διαβάσαμε μια ιστορία πλήρους αληθοφάνειας αλλά και απατηλής ουτοπίας. Σε κάθε περίπτωση ο έρωτας συνδιαλέγεται με την επανάσταση, την εμπνέει ή την ακυρώνει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν τις μέγιστες εξεγέρσεις.

Κι αυτά τα βιβλία που διάβασες, τι λένε; – Εξηγούν πώς είναι η ζωή, η αληθινή ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε – Καταραμένα να ’ναι! [Πίο Μπαρόχα, Κόκκινη αυγή]

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, μτφ. από τα Ισπανικά Κλαίτη Σωτηριάδου, σελ. 282, [Pablo Guttiérez, Los libros repentinos, 2015].

Στις εικόνες, εκτός από τα «ανατρεπτικά βιβλία» του βιβλίου, επέλεξα δυο ώριμες υπό ερωτισμό γυναίκες της Paula Rego ως απολύτως ταιριαστές με την μορφή της Ρέμε δυο έργα του Andre de Loba και δυο αφίσες των ελεύθερων γυναικών μιας παράλληλης με το μυθιστόρημα Ιστορίας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 220, με τίτλο Spanish Bombs, από άλλες διαχρονικές ισπανικές βόμβες.

09
Φεβ.
17

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Ντουέντε. Πρακτική και θεωρία

%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5_

Διάλεξη για το άλεκτο

Το ντουέντε είναι από τις λέξεις που είναι δύσκολο όχι μόνο να μεταφραστούν αλλά και να οριστούν μέσα σε μια άλλη γλώσσα. Αποτελεί δημιούργημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας ενός συγκεκριμένου λαού, που φέρει την ιδιαίτερη ματιά τους αλλά και μια ολόκληρη πρόσληψη του κόσμου. Έχει αποτελέσει συστατικό της ίδιας της σκέψης του, έχει αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική του συνείδηση. Ακριβώς επειδή οι λέξεις έχουν πρωτίστως χρήσεις και όχι έννοιες, ορθά ο μεταφραστής εδώ αφήνει το ντουέντε αμετάφραστο.

Το κείμενο προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Ο ποιητής δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο· περιλήφθηκε στα άπαντά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Δεν πρόκειται για μια αυστηρή αισθητική πραγματεία, όπως γράφει στα προλεγόμενα ο μεταφραστής αλλά περισσότερο για ένα από στήθους ενθουσιαστικό δοκίμιο για την καλλιτεχνική δημιουργία και μια απόπειρα αναψηλάφισης στα λιγότερο συνειδητά επίπεδα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

el-duende

Πώς να περιγραφεί το ντουέντε; Η ίδια η ουσία του παραμένει πέραν του επιστητού και μόνο οι ενέργειές του μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Έτσι η αναγνώρισή του δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με παραδείγματα, όταν επισυμβαίνουν τα μυστικά διονυσιακά επιφάνειά του. Το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι ένα έργο· ένας αγώνας κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Δεν πρόκειται για ζήτημα δεξιοτεχνίας αλλά ζώσα αληθινή μορφή, η ίδια η δημιουργία εν τω γεννάσθαι. Συνεπώς για τον Λόρκα η δεξιοτεχνία δεν μοιάζει να είναι σπουδαίος παράγοντας στο σύνθετο φαινόμενο της δημιουργίας, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό, καθώς βρίσκεται «επέκεινα του λόγου».

Ο Λόρκα εκκινεί από την φράση του Μανουέλ Τόρρες, του φημισμένου τραγουδιστή του φλαμένκο προς έναν τραγουδιστή: «έχεις φωνή, κατέχεις την τεχνική, αλλά δεν θα πετύχεις ποτέ, γιατί σου λείπει το ντουέντε». Σε όλη την Ανδαλουσία οι άνθρωποι μιλούν για το ντουέντε κι όταν αυτό εμφανιστεί, μπορούν αμέσως να το αναγνωρίσουν. Το αισθανόταν ο θαυμάσιος τραγουδιστής του φλαμένκο Ελ Λεμπριχάνο, το διέκρινε η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα και βέβαια ο Τόρρες, που έλεγε πως ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε. Αυτοί οι μαύροι ήχοι είναι το μυστήριο, οι ρίζες που εκτείνονται βαθιά στο χώμα.

lorca

Ο Γκαίτε μιλώντας για τον Παγκανίνι έδωσε τον ορισμό του ντουέντε: μια μυστηριακή δύναμη που όλοι νιώθουν, μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε. Είναι το ίδιο εκείνο ντουέντε που άδραξε την καρδιά του Νίτσε καθώς γύρευε τις εξωτερικές μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο στη Βενετία ή στη μουσική του Μπιεζέ, χωρίς ποτέ να την βρει, εκείνο που βρίσκεται στα σπασμένα διονυσιακά ανακραυγάσματα του Σιλβέριο, όταν τραγουδάει μια σεγκρίγια, μια από τις γνωστές μορφές του φλαμένκο, που εκφέρεται συνήθως σε ολιγοσύλλαβα τετράστιχα.

Ο καλλιτέχνης έχει μπροστά του έναν σκληρό αγώνα με το ντουέντε, όχι με τον άγγελο ή την μούσα. Ο άγγελος οδηγεί και προικίζει με δώρα, διαμοιράζει την χάρη του και ο άνθρωπος μπορεί να δικαιώσει την έφεσή του. Από την άλλη, η μούσα υπαγορεύει και κάποτε εμπνέει. Είναι λίγα τα όσα μπορεί, έτσι απόμακρη και κουρασμένη όπως είναι – την είδε κι αυτός δυο φορές, κι έπρεπε να την ενδυναμώσει με μισή μαρμάρινη καρδιά. Οι μουσόληπτοι από τους ποιητές που ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από πού έρχονται, ας μάθουν ότι έρχονται από την μούσα τους που τους αναπτερώνει και κάποτε τους καταβροχθίζει, όπως στην περίπτωση του Απολλιναίρ. Και οι δυο έρχονται απ’ έξω· ο άγγελος χαρίζει φώτα, η μούσα χαρίζει μορφές.

Erik Sandgren (American, born 1952), Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992, woodcut on paper, The Vivian and Gordon Gilkey Graphic Arts Collection, © Erik Sandgren, 1997.228.218

Ο αληθινός αγώνας όμως είναι με το ντουέντε, που πρέπει να εγείρεται στο βάθος των κυττάρων του αίματος. Δεν εντοπίζεται με κανένα χάρτη, δεν ανιχνεύεται με κάποια μέθοδο. Εξαφανίζει κάθε γεωμετρία, θρυμματίζει όλες στις τεχνοτροπίες. Η έλευσή του προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών. Είναι εκείνο που άρπαξε δυο σπουδαίους ποιητές: ξεγύμνωσε τον Βερντάγκερ κι έστειλε τον Μανρίκε να περιμένει τον θάνατο στις ερημιές. Είναι το ίδιο που έντυσε το λιγνό σώμα του Ρεμπώ και σκέπασε τον Λωτρεαμόν. Χωρίς αυτό οι μύστες του φλαμένκο ξέρουν πως δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντική συγκίνηση.

Είναι εμφανές ότι ο Λόρκα μιλά συνειρμικά, συνεπαρμένος από το ίδιο το αντικείμενο του λόγου του. Περιγράφει ένα ντουέντε ως απόγονο «εκείνου του μελαγχολικού δαίμονα του Καρτέσιου, που κορεσμένος από γραμμές και κύκλους έβγαινε έξω τις νύχτες να περπατήσει πλάι στα κανάλια ακούγοντας το τραγούδι μεθυσμένων ναυτικών». Παραθέτει τις εμφανίσεις του· πώς, για παράδειγμα, το αναζητούσε χωρίς αποτέλεσμα η Παστόρα Παβόν, «το κορίτσι με τις χτένες», σ’ ένα ταβερνείο στο Κάδιθ, μέχρι που την αναστάτωσε κάποιος σαρκαστής και τότε γκρέμισε τον σκελετό του τραγουδιού της κι αφέθηκε σ’ ένα μανιασμένο ντουέντε να σκίζεις τα ρούχα σου με τον ίδιο ρυθμό που προσεύχονται οι Νέγροι των Αντιλλών μπροστά σε μια ιερή εικόνα. Έπρεπε να κομματιάσει την φωνή της, να απαρνηθεί την μούσα της και να μείνει μονάχη για να έρθει το ντουέντε και να παλέψει στήθος με στήθος μαζί του.

nicholas-de-lacy-brown-duende_12

Το διακρίνει στην αραβική μουσική, στις εκστατικές κραυγές της ελεγείας της, στην τρικυμισμένη κλίμακα του θρήνου στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, στην ογδοντάχρονη Χερέθ ντε λα Φροντέρα που νίκησε όμορφες νέες κοπέλες σε διαγωνισμό χορού. Όλες οι τέχνες είναι επιδεκτικές για το ντουέντε αλλά το πεδίο είναι πιο ελεύθερο στο χορό, την μουσική και την ποιητική απαγγελία, γιατί αυτές απαιτούν ένα ζωντανό σώμα πάνω σ’ ένα ακριβές παρόν. Η μαγική ιδιότητα του ποιήματος έγκειται στην αδιάκοπη κατοχή του ντουέντε, έτσι ώστε, όποιος το αντικρίζει, να βαπτίζεται σε ύδατα σκοτεινά. Στην γλυπτική βάφει με αίμα τις παρειές των αγίων του Ματέο της Κομποστέλλα, στην αρχιτεκτονική ύψωσε τον πύργο του Σααγκούν. Όσο για τον χορό, δεν υπάρχει καμία διασκέδαση στην ισπανική του μορφή, που είναι, όπως και στην ανατολή, μια θρησκευτική εκδήλωση.

Ο συγγραφέας μιλάει για το ντουέντε μέσα από μια εντελώς προσωπική ματιά, αντλώντας επιγραμματικά ιστορίες και παραδείγματα από την ισπανική πολιτιστική παράδοση. Όσο οικουμενικός κι αν είναι ένας καλλιτέχνης, γράφει ο μεταφραστής, θα εκφραστεί μέσα από τα οικεία και τα εθνικά. Ο εθνισμός εδώ είναι μέσα στην φύση του δημιουργού, όχι στις προθέσεις του. Η Ισπανία λοιπόν, λέει ο Λόρκα, δονείται ακατάπαυστα σε όλους τους καιρούς από το ντουέντε, σαν χώρα πανάρχαιας μουσικής. Ο νεκρός στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός απ’ οπουδήποτε αλλού κι ο ισπανικός λαός ατενίζει στοχαστικά τον θάνατο με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

federico_garcia_lorca_by_lervold_

Και το Μεξικό; αναρωτιέμαι; Μόνο το Μεξικό μπορεί να παραβγεί σ’ αυτό την Ισπανία με προλαβαίνει λίγο πιο κάτω ο ποιητής, που ξεχύνεται σε μια λίστα εικόνων, μνημείων, μνημών, σκηνών που συνιστούν τον λαϊκό θρίαμβο του θανάτου στην χώρα του – από τις αμέτρητες λιτανείες της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την συμμετοχή των νεκρών στην πομπή στον Άγιο Ανδρέα του Τεϊξίδο και τα μοιρολόγια των γυναικών της Αστούρια τις νύχτες του Νοέμβρη. Γι’ αυτό και το ντουέντε τριγυρίζει πάντα σε όλα αυτά τα μέρη: δεν εμφανίζεται ποτέ αν προηγουμένως δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου.

Και ο Λόρκα συνεχίζει να παραθέτει λίγες λέξεις για τους εκστατικά εκβακχευμένους, τους μουσόληπτους, τους κατεχόμενους από την «θεία μανία», τους enduendandos, μέχρι να καταλήξει ξέπνοος να το δει να κρύβεται πίσω από την άδεια αψίδα ενός κτίσματος, όπως το αποδίδει κι ο καλλιτέχνης Erik Sandgren στο εικονιζόμενο έργο [Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992]. Ένα σπάνιο, παρορμητικό, ποιητικό, πυκνό κείμενο ενός δημιουργού που χωρίς αμφιβολία, κι ας μην αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του, είμαι βέβαιος: είχε το ντουέντε μέσα του και ήταν εκείνο που τον οδήγησε στο έργο του και στον θάνατό του.

lorca-menchu-gamero

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2007, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γιώργος Γεωργούσης, σ. 78, δίγλωσση έκδοση με δεκασέλιδες σημειώσεις [Federico García Lorca, Juego y theoría duende].

07
Δεκ.
15

Χόρχε Σέμπρουν – Ασκήσεις επιβίωσης

Jorge Semprun cover

«Μια παράδοση άνευ όρων, ταπεινωτική, αλλά ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη».

… σε οποιοδήποτε μέρος, σε οποιαδήποτε στιγμή, σε οποιαδήποτε περίσταση, σ’ ένα δείπνο πρώην συμμαθητών του τάδε σπουδαίου λυκείου, πρώην βραβευμένων με το τάδε βραβείο ή στον δείνα διαγωνισμό, πρώην μελών του άλφα ή βήτα δικτύου, κάποιοι από εμάς ξαφνικά θα ξαναβρίσκονται γύρω από ένα τραπέζι για μια στιγμή πραγματικής μνήμης, πραγματικού μοιράσματος, ακόμη κι αν η ζωή, η πολιτική, η ιστορία θα μας έχουν χωρίσει, ακόμα κι αν θα μας φέρνουν σε αντίθεση, και τότε θα διαπιστώνουμε, με ζωηρό τρόμο και παράδοξο ενθουσιασμό, ότι έχουμε όλοι μας κάτι κοινό, ένα αγαθό που μας ανήκει αποκλειστικά, ένα είδος σκοτεινού και ακτινοβόλου νεανικού ή οικογενειακού μυστικού, το οποίο όμως μας καθιστά ιδιαίτερους, μας διαχωρίζει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο από την κοινότητα των θνητών, από τους κοινούς θνητούς: την ανάμνηση των βασανιστηρίων. [σ. 54]

Αντιστασιακός στο Παρίσι, κρατούμενος σε στρατόπεδο κοντά στη Βαϊμάρη, παράνομος στην Μαδρίτη, ο Σέμπρουν επιχειρεί μια συνολική έκφραση της αδιανόητης εμπειρίας των βασανιστηρίων. Άλλωστε η γραφή του πάντα ενέπλεκε τις σωματικές αισθήσεις στην βίωση των ιστορικών και προσωπικών γεγονότων. Το πραγματικό γεγονός αποκτά μυθιστορηματική διάσταση, η ζωή του ιστορικοποιείται και την ίδια στιγμή η Ιστορία ιδιωτικοποιείται. Στην εισαγωγή ο Ρεζί Ντεμπραί τιμά τον αγωνιστή με τον συνήθη του τρόπο: με φράσεις εξίσου λιτές και πυκνές μας θυμίζει πως ο αυτός ο Ισπανο – γερμανο – γάλλος πολύγλωσσος άνθρωπος – σύνορο έφερε τις ουλές του τρόμου του 20ού αιώνα, ένιωσε στο πετσί του τα μαγέματα και τα απομαγέματα κι έζησε όσο ελάχιστοι ένα τόσο πυκνό πεπρωμένο.

Jorge Semprun Paris_1970

Σε αυτό το αφήγημα ενός ρέοντος μα και ψύχραιμου εσωτερικού μονολόγου, ο συγγραφέας «Χ.Σ. Μητρώο 44904» θέτει την φαντασία του στην υπηρεσία της πραγματικότητας και αναπλάθει τα ψήγματά της· αφήνεται στο αδιάκοπο, ανήσυχο τρεμούλιασμα της ανάμνησης και, ταυτόχρονα, στην ακούραστη αναζήτηση της ακρίβειας. Το υποκείμενο αυτοεξετάζεται σαν αντικείμενο, η μνήμη κατακτά εκ νέου την λήθη, η Ιστορία προσαρτάται στην μνήμη (και εδώ ο Ντεμπραί εντοπίζει ενδιαφέρουσες διαφορές από τον Μαλρώ). Κι όλα αυτά σε ένα σύντομο κείμενο, γεμάτο απλές διαπιστώσεις και τόσο βαθιές αλήθειες, χωρίς συναισθηματισμούς και μεγαλοστομίες, χωρίς μελοδραματισμούς και θρηνωδίες.

Η πρώτη φράση τον βρίσκει στο ημίφως του μπαρ στο Ξενοδοχείο Lutetia, κουρασμένο από τα γηρατειά, να αναλογίζεται τις τόσες ευκαιρίες να πεθάνει νέος. Κι ύστερα η μνήμη ξετυλίγεται σε πρόσωπα, γεγονότα, αισθήσεις, φόβους· σε στιγμές οριακές, σε αποφάσεις κρίσιμες, στο θάρρος των αγωνιστών, στην τόλμη των αντιστασιακών. Αλλά είναι οι σύγχρονες, αποσταγμένες σκέψεις πάνω στο βασανιζόμενο εαυτό του που πυκνώνουν σε βάθος την αναδρομή του.

Jorge Semprun [by Andre de Loba]

Μπροστά στα βασανιστήρια είναι πάντα προτιμότερο να ξέρεις τι σε περιμένει, τι θα αντιμετωπίσεις· είναι καλύτερο να μην τρέφεις αυταπάτες. Όμως το σώμα δεν γνωρίζει, καθώς δεν μπορεί να διαθέτει πρωθύστερη εμπειρία των βασανιστηρίων. Μπορεί σ’ αυτόν τον δίχως τέλος πόνο, να επιβάλλεις στο σώμα σου μια δίχως τέλος αντοχή; Η αντίσταση στα βασανιστήρια είναι εξ ολοκλήρου ζυμωμένη με μια απάνθρωπη, ή μάλλον υπεράνθρωπη βούληση ξεπεράσματος και υπέρβασης.

Σήμερα ο Σέμπρουν συνεχίζει να θυμάται όλους όσοι προστάτευσαν την δική του την ελευθερία με την σιωπή τους στα βασανιστήρια. Πέρασε ελεύθερος δέκα ολόκληρα χρόνια στην παρανομία, χάρη σε όλες εκείνες τις πολλαπλασιασμένες σιωπές. Σκέφτεται την «Ζυλιά», μια νέα και όμορφη γυναίκα, που στις συζητήσεις τους δεν ανέφεραν ποτέ την λέξη «βασανιστήρια». Είχαν μιλήσει για τον θάνατο, τους ήταν ευκολότερο να μιλούν για το αναπόδραστό του, γι’ αυτή την απόλυτη αλήθεια, παρά για τον ζωώδη πόνο ενός σώματος που βασανίζεται.

Jorge Semprun 5_

Η εμπειρία των βασανισμών ενώνει αναπόδραστα τους ανθρώπους, αυτό όμως δεν σημαίνει πως όποτε βρίσκονται επιστρέφουν διαρκώς σε αυτές, την στιγμή άλλωστε που η ζωή τους προσφέρει τόσα θέματα για συζήτηση, για θαυμασμό ή για αγανάκτηση. Εξάλλου, εκείνο που έχει σημασία σε κάθε παρόν, είναι να ξεπεραστεί το επίπεδο της απλής απαρίθμησης γεγονότων και δεινών και να εξαχθεί κάποιο ηθικό δίδαγμα από την σχετική εμπειρία; Ποιοι κανόνες θα μπορούσαν να γίνουν γνώμονας μελλοντικής δράσης;

Η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, εμπειρία του πόνου, της αβάσταχτης εμπειρίας του πόνου. Είναι επίσης, ίσως και προπαντός, εμπειρία της αδελφοσύνης. Σιωπή από την οποία γαντζώνεσαι, κρεμιέσαι σφίγγοντας τα δόντια, προσπαθώντας να δραπετεύσεις μέσω της φαντασίας ή της μνήμης από το ίδιο σου το σώμα, το άθλιο σώμα σου, αυτή η σιωπή είναι πλούσια με όλες τις φωνές, όλες τις ζωές που προστατεύει, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν. [σ. 59]

Author Jorge Semprun poses after a representation of his the play 'GURS Une Tragedie Europeenne' directed by Daniel Benoin at the Rond Point Theater in Paris on March 8, 2006. Photo by Denis Guignebourg/ABACAPRESS.COM

Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία του βιβλίου ο Σέμπρουν αναφέρεται στο επίσης συγκλονιστικό βιβλίο του Ζαν Αμερύ Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση και ιδίως στην πεποίθηση του τελευταίου ότι αυτός που κατακλύζεται από τον πόνο των βασανιστηρίων νιώθει το σώμα του όπως δεν το έχει νιώσει ποτέ πριν· ότι η σάρκα του πραγματώνεται απόλυτα μέσα στην αυτοάρνησή της… Ενθυμούμενος την δική του περίπτωση, ο Σέμπρουν γράφει πως μέχρι τότε το σώμα του κι εκείνος αποτελούσαν μια αξεχώριστη οντότητα. Αλλά στο Ωξέρ είχε την αίσθηση πως ποτέ μέχρι τότε δεν είχε σώμα. Ήταν σαν να ενσαρκωνόταν μέσα στον πόνο,, σαν να ανακάλυπτε την ευθραυστότητα, την γύμνια, την περατότητά του. Τότε το σώμα έγινε σαν μια ξεχωριστή οντότητα, ένα είδος άλλου «είναι».

Αλλά εντοπίζει μια βασική διαφωνία με τον Αμερύ. Ο Γερμανός συγγραφέας γράφει ότι αυτός που υπέστη βασανιστήρια είναι στο εξής ανίκανος να αισθάνεται οικείο τον κόσμο, ότι η εμπιστοσύνη του κλονίζεται και δεν αποκαθίσταται ποτέ πια. Η προσωπική εμπειρία του Σέμπρουν του δίδαξε ακριβώς το αντίθετο: είναι ο δήμιος εκείνος που δεν θα ξανανιώσει ποτέ οικείο τον κόσμο, ό,τι κι αν ισχυρίζεται ο ίδιος, ό,τι κι αν παριστάνει. Αντίθετα το θύμα θα δει τους δεσμούς με τον κόσμο να πληθαίνουν, να διακλαδώνονται και να πολλαπλασιάζονται οι λόγοι του να αισθάνεται οικείο τον κόσμο.

Jorge Semprun 2

… τα βασανιστήρια είναι απρόοπτα, απρόβλεπτα στα αποτελέσματά τους, στις φθορές τους, στις συνέπειές τους πάνω στη σωματική ταυτότητα. / Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε να προφυλαχτεί από μια πιθανή εξέγερση του σώματός του όταν, κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, ζητά ευλαβώς – κτηνωδώς – από την ψυχή σας, από τη θέλησή σας, από το ιδεώδες σας για το Εγώ σας, μια παράδοση άνευ όρων: ταπεινωτική, αλλά ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη. [σ. 38]

Εκδ. Πόλις, 2014, εισαγωγή Ρεζίς Ντεμπραί, μτφ. Έφη Κορομηλά, επιμ. Άννα Μαραγκάκη, σελ. 141, με δισέλιδο σημείωμα του εκδότη και με τρισέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας και της επιμελήτριας [Jorge Semprun, Exercises de survie, 2012].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 196, με τίτλο Torment and toreros, εμπνευσμένο από εκείνον τον αξέχαστο δίσκο. Από την μια πλευρά οι βασανισμοί, από την άλλη ο αδιαμφισβήτητος τορέρο Σέμπρουν.

24
Οκτ.
15

Enric Nolla 7/24. Ο θρύλος του άντρα που αιωρείται πάνω από τα πάρκα

ThrilosAntra_ex1

Για την αναμονή και την απώλεια

Εσάς δεν σας έχει συμβεί ποτέ να νιώσετε πως τα πάντα είναι έτοιμα να ταιριάξουν μεταξύ τους, να αποκτήσουν νόημα, και τη στιγμή που νομίζεις πως το έπιασες, χωρίς να ξέρεις γιατί, το χάνεις…;

Αν θέλει κάποιος να μιλήσει για τα πράγματα που συμβαίνουν στον χρόνο και στον χώρο, πρέπει να εξερευνήσει τους τόπους, να κουρδίσει τα ρολόγια, γράφει ο Joan Casas σχετικά με το θέατρο του Enric Nolla Gual [Ενρίκ Νόλια Γουάλ], ανιχνεύοντας τις πρώτες παραστάσεις που είδε αλλά και δεν είδε ο συγγραφέας. Στις πρώτες ανήκει το Άι Καρμέλα του Χοσέ Σάντσις Σινιστέρα, που θα γινόταν ο μέντοράς του, ένα κείμενο που έπαιζε με τόπους και εποχές για να υπεραμυνθεί της αξιοπρέπειας των ταπεινών απέναντι στην κτηνωδία του φασισμού και του πολέμου. Ανάμεσα στις δεύτερες βρίσκεται το νεοσύστατο τότε θέατρο του Φρανσουά Τανγκί, με τους ηθοποιούς να ψιθυρίζουν χαμηλόφωνα, να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται μέσα σε χαραμάδες και κάτω από ελάχιστα φώτα, να φοράνε ασυνήθιστες μάσκες.

2

Προσπαθώ να ακολουθώ τις λέξεις, την μια μετά την άλλη, τις μεν μετά τις δε, μέχρι το τέλος. Τίποτε δεν είναι προφανές, όλα είναι ουσιώδη, μοναδικά, θεμελιώδη και δίχως νόημα. [σ. 16]

Στην Βαρκελώνη που τότε είχε υποδεχτεί τον Τανγκί έφτασε ο Νόλια το 1991 για τις σπουδές του κι ένα χρόνο μετά γνώρισε τον Σινιστέρα, που τον προσκάλεσε στα μαθήματα στο Sala Beckett. Ο συγγραφέας ήρθε σε επαφή με το θεατρικό παίξιμο για πρώτα και τελευταία φορά αλλά η θεατρική εμπειρία τον σημάδεψε οριστικά. Η θεατρική συγγραφή ήταν θέμα χρόνου. Μια σειρά «παράξενων» κειμένων, που δεν είχαν καμία σχέση ούτε με τα mainstream θεατρικά έργα, ούτε με τις εκάστοτε πρωτοπορίες, διαμόρφωσαν στην πορεία την δική του ιδιαίτερη φωνή. Η εμμονή του με τον χώρο, ως αρχή και αφορμή των πάντων είναι εμφανής και στο παρόν έργο.

4

Εκείνος: Τι σημαίνουν όλα αυτά; (Σιωπή). Πρέπει ντε και καλά να σημαίνουν κάτι; (Σιωπή) [σ. 17]

Εκείνος, Ο Μοτοσυκλετιστής, Ο Άντρας – αδελφός του μοτοσυκλετιστή, Η Οδηγός Ταξί, Εκείνη – γυναίκα του μοτοσυκλετιστή, Η Αδελφή Εκείνου, Ο Άγνωστος Άντρας: πρόσωπα που συναντιούνται εξαιτίας ενός ατυχήματος στο κέντρο της πόλης και συνευρίσκονται στον χώρο του νοσοκομείου. Φόβος και απόγνωση, ευθύνη και ενοχή, μοίρασμα και αντιπαράθεση, μια κοινότητα ζωντανών που δεν είναι βέβαιοι κατά πόσο ζουν, ένας τραυματίας που κινητοποιεί σχέσεις φαινομενικά τυχαίες σχέσεις που στην ουσία αποτελούν βαθύτατες σχέσεις αλληλεξάρτησης. Υπάρχει καταλληλότερος χώρος από μια νοσοκομειακή αίθουσα αναμονής για μια χαμηλότονη ελεγεία ακριβώς για την αναμονή και την απώλεια;

7

Στο νοσοκομείο γνώρισα τη γυναίκα του τύπου με τη μηχανή./ Μου διηγήθηκε ότι έμεναν μαζί από την πρώτη νύχτα που γνωρίστηκαν και ότι από τότε δεν είχαν γνωρίσει ποτέ. Απέκτησαν έναν γιο. Όλα πήγαιναν καλά. Νομίζω ότι ποτέ δεν έχω γνωρίσει δυο ανθρώπους που αγαπήθηκαν τόσο πολύ. Φυσιολογικοί άνθρωποι, καταλαβαίνεις τι λέω; / Μια νύχτα όμως αυτή δεν μπορούσε να κοιμηθεί: Ανακάλυψε ότι μπροστά στο κρεβάτι υπήρχε ένα παράθυρο που ήταν ορθάνοιχτο, ένα παράθυρο που βρισκόταν εκεί ανέκαθεν, αλλά που δεν το είχε παρατηρήσει ποτέ πριν, όπως όταν κανείς ξέρει ότι ανακαλύπτει κάτι που το είχε συνεχώς μπροστά στα μάτια του… [σ. 59]

Ποια είναι αυτά τα παράθυρα που ανοίγουν ξαφνικά μπροστά μας και μας αλλάζουν την ζωή; Γιατί η δομή των επτά κεφαλαίων καθρεφτίζει τις επτά μέρες δημιουργίας του κόσμου; Ποιες σκοτεινές γωνιές επιθυμούν να φωτίσουν οι μονόλογοι που διακόπτουν τους ασθματικούς διαλόγους; Προσπαθώ να έρθω σε επαφή με πράγματα που δεν είναι ορατά. Πρόκειται για αναζήτηση ενός χώρου, ενός σύμπαντος…που αποτελεί μέρος της πραγματικότητας αλλά το οποίο δεν το βλέπουμε εύκολα. Προσπαθώ κατά κάποιον τρόπο να προκαλέσω αυτή την εμπειρία….έλεγε ο συγγραφέας σε συνέντευξή του ο συγγραφέας και εδώ μοιάζει να το επιτυγχάνει.

8

Γεννημένος το 1966 στο Καράκας της Βενεζουέλας σε οικογένεια καταλανών μεταναστών, κατέληξε όπως προαναφέραμε στην Βαρκελώνη το 1991 και έκτοτε ζει και εργάζεται εκεί, πρώτα στη διοργάνωση και διαχείριση πολιτιστικών φορέων, ως δημοσιογράφος και ως δάσκαλος στη Sala Beckett και πλέον και ως καθηγητής δραματουργίας και θεατρικής γραφής στο Ινστιτούτο Θεάτρου της Βαρκελώνης. Ας σημειωθεί ότι η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έγινε εδώ από την ΚΝΟΤ Gallery [23/2 – 18/3/2013, σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση και ερμηνείες από τους Σ. Μαραθάκη, Σ. Τσακίρη, Μπ. Γαλιάτσο, Άρ. Πλιό], απ’ όπου και οι φωτογραφίες.

Εκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, 70 σελ. [Enric Nolla, 7/24 o La llegenda de l’home que flota sobre els parcs, 2010].

20
Μαρ.
15

Mário de Sá – Carneiro – Η απολογία του Λούσιο

1

Έχω κλείσει δέκα χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που δεν διέπραξα και για το οποίο ποτέ δεν υπερασπίστηκα τον εαυτό μου· είμαι νεκρός για τη ζωή και για τα όνειρα: καθώς πια τίποτα δεν μπορώ να ελπίζω και τίποτα να επιθυμώ – αποφάσισα τελικά ν’ απολογηθώ, δηλαδή ν’ αποδείξω την αθωότητά μου…

γράφει ο αφηγητής στις πρώτες αράδες του βιβλίου, έτοιμος να συγγράψει την απολογία της ζωής του, μιας ζωής τόσο ρημαγμένης που η φυλακή του φάνηκε ως χαμόγελο, ως ένα επιθυμητό τέλος. Η ιστορία του ξεκινάει το 1895, όπου βρίσκεται σπουδαστής στο πανεπιστήμιο Παρισιού και συναναστρέφεται με καλλιτεχνικούς κύκλους, όπου τον εισάγει ο επιβλητικός και μαυροντυμένος Τζερβάσιο Βίλα – Νόβα. Ο Νόβα εγκωμιάζει μια λογοτεχνική σχολή του συρμού, τον Πρωτογονισμό, που προτείνει μια πρωτότυπη και εκτυφλωτική τυπογραφία, οι δε ποιητές της μεταφράζουν τα συναισθήματά τους σ’ ένα παιχνίδι συλλαβών, με «κομματιασμένες ονοματοποιήσεις δημιουργώντας νέες λέξεις που μπορεί και να μην σημαίνουν τίποτα» αλλά αποκαλύπτουν έτσι μια διαφορετική ομορφιά. Η φιληδονία στην τέχνη είναι μόνιμο θέμα συζήτησης στις καλλιτεχνικές τους συναντήσεις κι η διέγερση των δονήσεων της ηδονής αποτελεί ένα μόνιμο ζητούμενο.

mario sa-- carneiro

Ο Λούσιο γνωρίζεται με τον ποιητή Ρικάρντο ντε Λαουρέιρο και συνδέεται μαζί του με στενό δεσμό φιλίας και καθίσταται πρόθυμος ακροατής των καταρρακτωδών ομολογιών του, που ξεχειλίζουν από αλλόκοτες εικόνες. Ο Ρικάρντο εκφράζει την ανία του και τον κορεσμό του από την ζωή· τα πάντα τού φαίνονται αδιάφορα και ο ενθουσιασμός του εξανεμίζεται γρήγορα: Κι αν κάποιες στιγμές μπορώ να υποφέρω επειδή δεν έχω ορισμένα πράγματα που ακόμα δεν τα γνωρίζω ολοκληρωτικά, όταν βαθαίνω καλύτερα, διαπιστώνω το εξής: Ω Θεέ μου, αν τα είχε θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος μου, ακόμα μεγαλύτερη η ανία μου. Τελικά η σπατάλη χρόνου είναι σήμερα ο μοναδικός σκοπός της έρημης ύπαρξής μου. Αν ταξιδεύω, αν γράφω – αν ζω, με μια λέξη, είναι μόνο και μόνο για να καταναλώνω στιγμές, πίστεψέ με: αλλά πολύ σύντομα – ήδη το προαισθάνομαι – κι αυτό ακόμα θα το χορτάσω. Και τι θα κάνω τότε; [σ. 45]

Ο Ρικάρντο σταδιακά βυθίζεται σε έναν κόσμο παραίτησης και παραίσθησης συμπαρασέρνοντας τον συνομιλητή του. Ο ίδιος ο κόσμος των ηδονών και της τέχνης μοιάζει να αποτελεί ένα προπέτασμα για μια άλλη θέαση των πραγμάτων, διαθλασμένη, παραμορφωμένη. Είναι ενδιαφέρον το πώς η περιγραφή μιας αίθουσας χορού αποδίδει τα σημερινά κλαμπς: «το ηλεκτρικό φως προέρχεται από άπειρες σφαίρες, με διάφορα χρώματα, με ποικιλία σχεδίων και διαφορετική διαφάνεια», και αλλού: «η κύρια πηγή του φωτός είναι κρυμμένοι προβολείς που ξεχύνουν άπλετα κύματα». Αλλά και εκεί χάσκει ένα μεγάλο κενό. Το ψυχικό βάσανο του ανικανοποίητου νέου καθίσταται μέρος του σώματος. Η ψυχή του πετρώνει, οι σκέψεις του προκαλούν πρωτοφανή σωματικό πόνο. Τα απογεύματα στη νότια Λισσαβώνα είναι αβάσταχτα, η ίδια η ζωή είναι πια ανυπόφορη. Υπάρχει άραγε η έσχατη δυνατότητα φυγής στην τέχνη;

mario_sa_carneiro-1

Οι αιώνιες αντιφάσεις μου! Εσείς, όλοι οι αληθινοί καλλιτέχνες, οι αληθινά μεγάλες ψυχές – το ξέρω – ποτέ δεν βγαίνετε, ούτε επιδιώκετε να βγείτε ποτέ από το χρυσό σας κύκλο – ποτέ δεν νιώθετε την επιθυμία να κατεβείτε στη ζωή. Αυτή είναι η αξία σας, η αξιοπρέπειά σας. Και σωστά κάνετε. Είστε πολύ πιο ευτυχισμένοι…Γιατί εγώ υποφέρω διπλά, ζω μέσα στον ίδιο χρυσό κύκλο και συνάμα ξέρω να κινούμαι εκεί κάτω… [σ. 58]

Ο Πορτογάλος ποιητής και μυθιστοριογράφος Μάριο ντε Σα – Καρνέιρο γεννήθηκε στη Λισαβόνα το 1890 και πέθανε στο Παρίσι το 1916. Ήταν ο πιο στενός φίλος του μείζονος Πορτογάλου ποιητή του περασμένου αιώνα Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος τον γνώρισε στην αβανγκάρντ επιθεώρηση της Λισαβόνας, Orpheus, που εισήγαγε το μοντερνισμό στην Πορτογαλία. Στον Πεσσόα έστειλε και τα αδημοσίευτά ποιήματά του λίγο πριν αυτοκτονήσει. σε ηλικία είκοσι έξι ετών, σ’ ένα ξενοδοχείο της Μονμάρτης, αφού έγραψε επιστολές για τον πατέρα του, την φίλη του, τον ίδιο τον Πεσσόα και άλλους φίλους. Κατάθλιψη, απογοήτευση από την ζωή, πνευματική κατάπτωση (που περιγράφει εδώ, στην μόνη νουβέλα που έγραψε), όλα οδήγησαν στην αυτοχειρία αυτού του γνήσιου συγγενή του Ρεμπώ. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω τις Επιστολές που αντάλλαξαν οι δυο λογοτέχνες [1958 -1959].

rui-blogue

Η πλειονότητα, αγαπητέ μου…Η πλειονότητα, οι ευτυχείς….Αλλά ποιος ξέρει αν τελικά αυτοί έχουν δίκιο…αν όλα τα υπόλοιπα είναι μπούρδες… / Κι ωστόσο θα άξιζε περισσότερο αν ήμασταν σα το μέσο άνθρωπο που βλέπουμε γύρω μας. Θα είχαμε, τουλάχιστον στο πνεύμα, ηρεμία και ειρήνη. Τώρα έχουμε μόνο το φως. Όμως το φως τυφλώνει τα μάτια…Είμαστε ολάκεροι αλκοόλ, σκέτο αλκοόλ! – είμαστε οινόπνευμα και εξατμιζόμαστε σ’ ένα φως που μας καίει! [σ. 59, 60]

Οι καλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν γύρω μας, αγαπητέ μου φίλε, δεν έχουν ποτέ τέτοιου είδους περίπλοκα προβλήματα. Απλώς ζουν. Δεν σκέφτονται καν… Μονάχα εγώ δεν παύω ποτέ να σκέφτομαι…Ο εσωτερικός μου κόσμος έχει πλατύνει πολύ, έγινε άπειρος και ώρα με την ώρα επεκτείνεται! Είναι φρικτό. Αχ, Λούσιο, Λούσιο! φοβάμαι – φοβάμαι πως θα υποκύψω, πως θα παραδοθώ σον εσωτερικό μου κόσμο, θα εξαφανιστώ από τη ζωή, θα χαθώ μέσα του… / … Ορίστε ένα θέμα για τα διηγήματά σας, ένας άνθρωπος που από την πολλή αυτοσυγκέντρωση εξαφανίζεται από τη ζωή, μεταναστεύει στον εσωτερικό του κόσμο… [σ. 61 – 62]

mario-sa-carneiro-1

Όπως γράφεται στο πολύτιμο επίμετρο του μεταφραστή, το έργο του Σα – Καρνέιρο θεωρείται αντιπροσωπευτικό του ρεύματος «της παρακμής» που ονομάστηκε Decadentismo, μαζί με το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Γουάιλντ και την Ηδονή [Il piacere] του Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο. Πρόκειται για την αριστοκρατική, ελιτίστικη απόρριψη της αστικής κοινωνίας που δείχνει πια σαφώς την αποτυχία της να φέρει την ευτυχία στην ανθρωπότητα. Μοναδική διέξοδος σε μια τέτοια κοινωνία είναι η τέχνη· ο αληθινός καλλιτέχνης δεν «ζει», παρά τον κοσμοπολιτισμό του· είναι απέξω, αρνείται τον συρμό, η ομορφιά και η ηδονή ορίζουν αποκλειστικά την τέχνη. Φοβάται την ομοιομορφία, επιθυμεί σφοδρά το μοναδικό και το ξεχωριστό. Σύμφωνα με μια από τις περαστικές γυναίκες της νουβέλας, μια Αμερικανίδα, η ίδια η ηδονή είναι τέχνη – θυμόμαστε εδώ τον δανδή λόρδο του Όρκαρ Γουάιλντ: «έναν νέο Ηδονισμό χρειάζεται ο αιώνας μας».

Και γι’ αυτόν, όπως και για μένα, η ζωή είχε σταματήσει – είχε ζήσει κι αυτός την κορυφαία στιγμή που περιέγραψα. Μιλούσαμε αρκετά συχνά γι’ αυτές τις μεγαλειώδεις στιγμές, και τότε εκείνος υποστήριζε την πιθανότητα να κρατήσουμε, να φυλάξουμε τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μας – γεμάτες αγάπη ή θλίψη – και έτσι να μπορούμε να την ξαναδούμε, να τις ξανανιώσουμε. Μου έλεγε ότι αυτό ήταν το κυριότερο ενδιαφέρον του στη ζωή – όλη η τέχνη της ζωής του[σ. 159]

mario

Μια διαφορετική γυναίκα εισχωρεί στη σχέση των δυο αντρών· η Μάρτα συνδέεται με τον Ρικάρντο και πλέον οι σκέψεις και οι εμπειρίες μοιράζονται δια τρία. Όσο όμως η τριμερής συντροφικότητα εισχωρεί στους διάφορους ομόκεντρους κύκλους πνευματικότητας, άλλο τόσο η αληθοφάνεια της διήγησης μοιάζει να κυκλώνεται από πέπλα αμφιβολίας. Η ίδια η αφήγηση του Λούσιο είναι παραληρηματική, καθώς απορεί για την Μάρτα, μια γυναίκα χωρίς παρελθόν, μια ύπαρξη χωρίς αφήγηση. Δεν είναι μόνο η συνεχής χρήση των λέξεων «παράδοξο» και «παράξενο» ή τα πολλαπλά χάσματα της μνήμης. Είναι η ίδια η βύθιση σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό. Σκεφτείτε μέχρι ποιο βάθος μπορεί να φτάσει όλη αυτή η πτώση, μέχρι ποιο σημείο είναι δυνατόν η απολογία του Λούσιο να παραλλάσσει ή να πλαστογραφεί ολόκληρη την πραγματικότητα. Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η ένωση των τριών αυτών προσώπων, σε ψυχή, πνεύμα και σώμα.

Αν έπρεπε χωρίς ειρμό και χωρίς επιχειρήματα να αναφέρω όλα τα αναγνώσματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσκαλεί η νουβέλα του άγνωστου Πορτογάλου συγγραφέα (που έμεινε ως σήμερα απαρατήρητη), εδώ υπάρχουν οι άβυσσοι του Λωτρεαμόν και τα εγκαύματα του Αρτώ, η παραφορά του Απολλιναίρ και η παράνοια του Ρεμπό, η ποίηση του Κρο, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι και Μια Ιστορία με Κοκαΐνη του Μ. Αγκέεφ, οι οπτασίες του Νοβάλις και προφανώς οι μονολογίες του Πεσσόα.

mdsc

Αν φτάσουμε στη μέγιστη οδύνη, με τίποτα πια δεν υποφέρουμε. Αν συγκλονιστούν στο έπακρο οι αισθήσεις μας, τίποτα δεν μπορεί να μας κλονίσει. Απλώς, αυτή τη στιγμή της αποκορύφωσης ελάχιστοι άνθρωποι τη ζουν. [σ. 13]

Εκδ. Νήσος, 2012, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 167 σελ., με επτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [A confissão de Lúcio, 1914]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 178. Hallucinations.

22
Ιαν.
15

Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς

1

Ο θαυμαστός παλιός κόσμος

Εκείνο που κατά την γνώμη μου διαχωρίζει την γραφή του Λιόσα από τους έτερους εκλεκτούς συγγραφείς του λατινομερικανικού νότου είναι η πρόκριση της αφήγησης από κάθε έγνοια για τους τρόπους της. Ο Λιόσα αφήνει στην άκρη τους πειραματισμούς με την γλώσσα και την λογοτεχνικότητα και προτιμά να σκαρώνει ολόκληρους μυθιστορηματικούς κόσμους όπου η αφήγηση ιστοριών έχει την μέγιστη σημασία. Όχι φυσικά ότι δεν τόλμησε κατά καιρούς πλείστες μορφικές δοκιμές, όμως εκείνο που μένει από τα βιβλία του είναι οι αμέτρητες διηγήσεις επί διηγήσεων.

Αυτή τη φορά μας μεταφέρει στην Λίμα της δεκαετίας του ’50, όπου ο δεκαοκτάχρονος Μάριο, εργάζεται ως υπάλληλος σε ραδιοφωνικό σταθμό Παναμερικάνα της Λίμα, ενώ στον κλεφτό του χρόνο σκαρώνει διηγήματα ως ένας αυτοδιδασκόμενος συγγραφέας. Η τριαντάχρονη Χούλια, αδελφή της θείας του, που έρχεται να μείνει στην πόλη, ύστερα από έναν αποτυχημένο γάμο, του ξυπνάει τα πρώτα του ερωτικά αισθήματα. Την ίδια στιγμή ο σταθμός επιτυγχάνει την σπουδαία «μεταγραφή» του Πέδρο Καμάτσο, ενός φημισμένου συγγραφέα ραδιοφωνικών ιστοριών.

 2

Τι είδους ιστορίες ήταν αυτές που συνέπαιρναν τα ακροατήρια της εποχής; Και πως μπορεί πια κανείς να αναπαραστήσει έστω κάποια μορφή τους; Αυτό ακριβώς κάνει ο συγγραφέας, σε κεφάλαια που εναλλάσσονται μ’ εκείνα της βασικής πλοκής. Εκεί η αφήγηση γίνεται στο τρίτο πρόσωπο και, όπως είναι ευνόητο, πρόκειται για επεισόδια αισθηματικό, με έντονο το μελοδραματικό στοιχείο, αλλά και αστυνομικά, γεμάτα περιπέτειες, στα πρότυπα των ευρύτερων λαϊκών προτιμήσεων. Καθώς οι ραδιοφωνικές ιστορίες ανακυκλώνουν τα αιώνια θέματα των μυθιστορημάτων, ο Καμάτσο καταλήγει απλώς να παραλλάζει ονόματα και καταστάσεις, κι ίσως εδώ, τολμώ να σκεφτώ, να εκφράζεται μια παραβολή για την ίδια την λογοτεχνία: όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και επαναλαμβάνονται και το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος της αφήγησης.

Η νέα και ο νεότερος κάνουν συντροφιά, παρακολουθούν αργεντινά και μεξικανικά μελοδράματα, μοιράζονται λαθραίες βόλτες. Θα ανέμενε κανείς την περιγραφή μιας μαθητείας αλλά εδώ είναι ο Μάριο που διεκδικεί με θάρρος την παράδοση της Χούλια. Άλλωστε είναι εκείνος που βλέπει την ζωή ως ένα πεδίο με απεριόριστες δυνατότητες ακόμα κι αν δεν καταφέρει προς το παρόν να γράφει όπως ο Μπόρχες. Της είπα όλη μου τη ζωή. Όχι την περασμένη, αλλά αυτή που θα είχα στο μέλλον [σ. 110]

panampnt

Ο έρωτας με μια μεγαλύτερη γυναίκα έχει στοιχειώσει την εμπειρία του έρωτα αλλά και την γραφή του συγγραφέα: η ιστορία του εδώ είναι αυτοβιογραφική ενώ το ίδιο θέμα έχει ήδη τιμηθεί στο Μητριάς εγκώμιο όσο και στα Τετράδια του δον Ριγοβέρτο. Ο Λιόσα δεν κρύβει το αυτοβιογραφικό στοιχείο του βιβλίου, καθώς εξομολογείται ότι εκτός από την περιπέτεια του πρώτου του γάμου, εμπνεύστηκε από την δεδηλωμένη του αδυναμία για το μελόδραμα αλλά και από την γνωριμία του με κάποιον συγγραφέα που σπαταλήθηκε ακριβώς στην συγγραφή τέτοιων ιστοριών. Όλα αυτά μαζί αναμείχθηκαν επιβεβαιώνοντας ότι το μυθιστόρημα ως είδος δεν γεννήθηκε για να πει αλήθειες· οι αλήθειες, περνώντας στη μυθοπλασία, μεταμορφώνονται πάντα σε ψέματα (δηλαδή σε αμφίβολες και αναπόδεικτες αλήθειες).

Από την αρχή η φιλοτέχνηση του Καμάτσο κλέβει την παράσταση· αυτή η ιδιόρρυθμη φιγούρα που γράφει, σκηνοθετεί και παίζει σε όλα τα ραδιοφωνικά του σίριαλ μοιάζει με καρικατούρα, έτσι όπως εργάζεται με τα εξωφρενικά του ρούχα στο μικροσκοπικό δωματιάκι που έχει επιλέξει για να εγκατασταθεί με την γραφομηχανή του, ώστε να αισθάνεται πως εργάζεται στο πεζοδρόμιο. Όμως, δημιουργία κι αυτός ενός άλλου συγγραφέα, δεν αφήνεται στο απόγειο της δόξας του· του επιφυλάσσεται. αντίθετα, η αναπόφευκτη πτωτική διαδρομή: εξάντληση, υπερβολική εμπλοκή με τον ψεύτικο κόσμο των ιστοριών του, διανοητική σύγχυση, εγκλεισμός, επιστροφή στο μηδέν. Το ζευγάρι, βέβαια, παρά τις αναμενόμενες οικογενειακές και κοινωνικές αντιδράσεις, διασχίζει όλα τα στάδια της ερωτικής ζωής μέχρι και τον γάμο – άρα ο Λιόσα έχει όλες τις ευκαιρίες να προσθέσει δεκάδες εκδοχές μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.

radiopanamericana_marquez_1985_arkivperu1

Εκείνο που μένει μετά την ανάγνωση είναι η αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής, που στην λατινοαμερικανική εκδοχή της είναι διπλά γοητευτική. Από την μια παρουσιάζεται μια ολόκληρη πινακοθήκη προσώπων, από τα μέλη της οικογένειας μέχρι το προσωπικό του σταθμού, από την άλλη η πολύχρωμη τοιχογραφία ενός κόσμου: από την βιομηχανία των ραδιοφωνικών σειρών, όπου οι σειρές πωλούνται με το …κιλό (ασφαλέστερος τρόπος από τον αριθμό σελίδων), μέχρι την καθημερινή ζωή της μεταπολεμικής περουβιανής αστικής κοινωνίας και από την λατρεία κόσμου για τις ακουστικές ρομαντικές ιστορίες μέχρι τα πραγματικά ρομάντζα των δρόμων. Και το μεγάλο ατού του δικού μας γραφιά είναι η ατμόσφαιρα, όπου εκτός από την διάχυτη μουσική νομίζεις πως ακούς την μουσικότητα της γλώσσας, αλλά και σχεδόν μυρίζεις τον αέρα μιας άλλης, ανεπίστροφης εποχής.

my-old-radio

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 410 σελ. [Mario Vargas Llosa, La tía Julia y el escribidor, 1977]




Δεκέμβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 956.020 hits

Αρχείο

Advertisements