Archive for the 'Ισπανόφωνη Λογοτεχνία' Category



17
Απρ.
08

Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Άπαντα πεζά

Όλοι μας νομίζουμε πως η ζωή των άλλων είναι πάντα καλύτερη από αυτήν που η μοίρα έχει επιφυλάξει σ’ εμάς… Φαντάζομαι πως, εν τοις ουρανοίς, οι Μακάριοι πρέπει να σκέφτονται ότι τα πλεονεκτήματα του παραδείσου υπερτονίστηκαν από τους θεολόγους που δεν είχαν πατήσει ποτέ εκεί το πόδι τους. Ίσως ούτε και στην κόλαση οι άσωτοι είναι πάντα ευτυχείς. («Η Μονομαχία», σ. 392)

Αξιότιμε Χόρχε Λουίς Μπόρχες,
Είστε ο μόνος συγγραφέας στις συναρπαστικές σελίδες του οποίου συνεχώς επανέρχομαι, από τότε που κατάλαβα πως το δικό μου ναρκωτικό είναι χάρτινο, μυρίζει μελάνι και πωλείται νόμιμα. Λένε πως είστε ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Αργεντινής και ένας από τους κορυφαίους του 20ού αιώνα. Θα σας διάβαζα το ίδιο ακόμα κι αν δεν έλεγαν τίποτα. Στις εγκυκλοπαίδειες (ένα είδος που τόσο αγαπήσατε) γράφουν δίπλα στο όνομά σας «πεζογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής (1899-1986)».
Η νέα έκδοση
Εδώ στην Ελλάδα (της οποίας τους μύθους γνωρίζετε εμβριθώς) οι εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα εξέδωσαν τρεις τόμους που με έκαναν ευτυχή. Ο πρώτος συγκεντρώνει τα Άπαντα Πεζά σας (ακολούθησαν τα Ποιήματα και τα Δοκίμια) και αποτελείται από δύο μέρη: Τα Αφηγήματα (Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (1935), Ιστορία της αιωνιότητας (1936), Μυθοπλασίες (1944), Το Άλεφ (1949), Η αναφορά του Μπρόουντι (1970), Το βιβλίο από άμμο (1975), Η μνήμη του Σαίξπηρ (1977-1983) και τα Μικρά πεζά – Όνειρα, παραβολές και de profundis (από τις συλλογές Ο ποιητής (1960), Εγκώμιο της σκιάς (1969), Το χρυσάφι των τίγρεων (1972), Το σιδερένιο νόμισμα (1976), Ιστορία της νύχτας (1977), Ο αριθμός (1981), Οι συνωμότες (1985)). Στην ουσία τα πάντα βρίσκονται εδώ, με εξαίρεση τις συνεργασίες σας με τον Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, είτε με τα ονόματά σας είτε ως Μπούστος Ντομέκ.
Είμαι ενθουσιασμένος, επιτέλους όλα σας τα πεζά μαζί! Είστε ο μόνος συγγραφέας που έχω ονειρευτεί ιστορίες του, που σκέφτομαι διαφορετικές εκδοχές τους, που με ταξιδεύει σε μυθολογίες και πραγματικότητες όλων σχεδόν των εποχών. Τι παράξενο, ένας συγγραφέας που δεν έγραψε ποτέ του μυθιστόρημα. Με πείσατε πως τα πάντα μπορούν να ειπωθούν με λιγότερα λόγια. Τι κοπιώδης και εκφυλιστική που ‘ναι αυτή η μανία να συνθέτουν τεράστια βιβλία και ν’ αναπτύσσουν σε πεντακόσιες σελίδες μια ιδέα που η τέλεια προφορική έκθεσή της δε θα ‘παιρνε παραπάνω από λίγα λεπτά! («Ο κήπος με τα διακλαδωτά μονοπάτια», Πρόλογος, σ. 103)
Η αιώνια γοητεία
Πουθενά αλλού δε βρήκα αυτόν τον περίτεχνο συνδυασμό μυθοπλασίας, ποίησης, δοκιμίου και φιλοσοφίας μέσα στο ίδιο διήγημα, πουθενά δεν απόλαυσα κείμενα τόσο πυκνά και περιεκτικά (δεν υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε μια σελίδα απλή, ούτε καν μια λέξη απλή, αφού όλες παραπέμπουν στο σύμπαν, πιο χαρακτηριστική ιδιότητα του οποίου είναι η περιπλοκότητα). Υπήρξατε όμως και μετρ της αλληγορίας, του συμβολισμού, της ειρωνείας, του αυτοσαρκασμού αλλά και της αναπόλησης (πόσο γοητευτικό είναι αυτό το θυμάμαι… με το οποίο ξεκινάτε πολλές φράσεις).
Αυτός ο τόμος δε θα τελειώσει ποτέ. Κάθε ανάγνωσή του ανοίγει άλλες πόρτες, κάθε ιστορία ξετυλίγεται σε αναρίθμητες επιμέρους εκδοχές, κάθε διήγηση πολλαπλασιάζεται σε ολόκληρους κόσμους. Αυτός ο ανεξάντλητος θησαυρός σκέψεων, εξομολογήσεων, γνώσεων και τεχνικών γραφής έχει επιδράσει καθοριστικά σε λογοτεχνίες και λογοτέχνες, σε σημείο που δε φαντάζεστε. Αν και μερικές φορές υποπτεύομαι πως όχι απλά φαντάζεστε αλλά και γνωρίζετε αυτήν την άτυπη Λέσχη, όντας ο σκιώδης Πρόεδρός της.
Στη γραφή σας το κάθε βίωμα μετατρέπεται σε πανέμορφη λογοτεχνική εικόνα, η μεταφυσική και το φανταστικό γίνονται η πιο φυσιολογική καθημερινότητα κι εσείς βρίσκεστε τη μία στιγμή σε ένα καπηλειό στις υποβαθμισμένες συνοικίες του Μπουένος Άιρες και την άλλη στις σκονισμένες κόγχες μιας βιβλιοθήκης. Οι ήρωές σας είναι από ποταπές υπάρξεις μιας νοτιοαμερικάνικης πάμπας έως μελετητές του Σοπενάουερ ή των ισλανδικών σάγκας. Τη μία τραβούν μαχαίρια σε αυλές (κάτι που τόσο πολύ θέλατε να έχετε ζήσει), την άλλη χάνουν χρόνια πάνω σε υποσημειώσεις για αδιανόητα έργα άγνωστων λογοτεχνών. Πάντα με γοήτευε κι όλη εκείνη η εναλλαγή, ταυτοποίηση ή επικάλυψη ρόλων και αρχετύπων. Ο «κακός» γίνεται «καλός», ο κυνηγός κυνηγημένος, ο δολοφόνος θύμα, ο προδομένος προδότης και το αντίστροφο.
Η μέγιστη ειρωνεία
Συχνά σκέφτομαι εκείνη την αναπότρεπτη πορεία του κύκλου που λέγεται ζωή, ιδίως στην κορυφαία Ειρωνεία του: να διορίζεστε διευθυντής Εθνικής Βιβλιοθήκης του Μπουένος Άϊρες και ταυτόχρονα να τυφλώνεστε με καλπάζουσα ταχύτητα. Να σας ανοίγουν οι πύλες του παραδείσου σας κι εσείς να μην μπορείτε να τον δείτε, να βλέπετε ένα σύθαμπο αντί των πολυπόθητων ραφιών με τα βιβλία. Αλλά τίποτα δε σας πτόησε. Οι άλλοι σάς διάβαζαν τα πάντα κι εσείς τα συγκρατούσατε στο μυαλό σας, αν δε τα ζούσατε ξανά στη φαντασία σας.
Πώς είναι να σου δίνεται αυτό που νομίζεις ως υπέρτατη ευτυχία και σχεδόν αμέσως να το χάνεις; Κάπου διάβασα πως σχεδόν ενθουσιαστήκατε με αυτήν την υπέρτατη ειρωνεία. Ο Θεός μού έδωσε ταυτόχρονα τα βιβλία και το σκοτάδι. Ήταν η τυφλότητά σας που προκάλεσε αυτήν την αχανή χωρητικότητα της μνήμης σας; Για κάθε συμβάν να ανακαλείτε την αντίστοιχημυθολογική, λογοτεχνική ή φιλοσοφική φράση; Ύστερα από αυτό, οι ανοιχτές σας συγκρούσεις με το καθεστώς του Περόν και οι δυο σας αποχωρήσεις από τη θέση εκείνη (η μία επειδή σας διόρισε επιθεωρητή κοτόπουλων…) θα σας φαίνονται τόσο ασήμαντες.
Δε κρύψατε πάντως ποτέ δειλίες και φόβους για τόσα πράγματα (πόσο μάλλον για τους καθρέφτες), ειρωνευτήκατε κατάμουτρα τη μανία της αναγνώρισης (ειδικά των γραφιάδων-συγγραφέων), περιγράψατε την αδικαιολόγητη απειλή που νοιώθουμε για τον οποιονδήποτε άλλον, σαρκάσατε ανελέητα όσους το άξιζαν και κυρίως τον εαυτό σας.
Γκράφιτι:
Η μόνη νοητή εκδίκηση είναι η λήθη.// Δεν πάσχω από μοναξιά – είναι ήδη αρκετά δύσκολο ν’ αντέξει κανείς τον εαυτό του και τις μανίες του.// Υπάρχει άραγε στη Γη κάτι ιερό ή κάτι που δεν είναι;// Η μνήμη και η λήθη είναι εξίσου επινοητικές.// Η ιερή αταξία της ζωής μας είναι πέρα για πέρα κληρονομική και παραδοσιακή. Χωρίς να καταλαβαίνει από λάθη, η μοίρα μπορεί να είναι ανελέητη, ακόμα και για την παραμικρή απροσεξία.
Διηγήματα που δύσκολα ξεχνάς:
«Ο Νότος», κορυφαίο όλων κατά τη γνώμη του Αχιλλέα Κυριακίδη, με τον ήρωα που αρχίζει να υποψιάζεται μήπως δεν ταξίδευε μόνο κατά το νότο, αλλά και κατά το παρελθόν. Το ότι ταξίδευε μ’ αυτό το βιβλίο που είχε συνδεθεί τόσο πολύ με τη δυστυχία του, σήμαινε πως η δυστυχία αυτή είχε πια περάσει, σήμαινε πως προκαλούσε, μυστικά και ευφρόσυνα, τις απογοητευμένες δυνάμεις του Κακού. (σ. 221)
«Ούλρικε», με εκείνη την εκθαμβωτική και αποφασιστική μαθήτρια του Ίψεν (όπως χαρακτηρίζατε τις γυναίκες που αρνούνταν την ερωτική δέσμευση).
«Tloen, Uqbar, Orbis Tertius», με τη μυστική και αγαθοεργό εταιρεία που έχει σκοπό να επινοήσει μια χώρα, με εκείνο το μέλος που δεν πιστεύει στο Θεό, αλλά θέλει ν’ αποδείξει στον ανύπαρκτο Θεό πως και οι θνητοί είναι ικανοί να συλλάβουν έναν κόσμο!
«Το μυστικό θαύμα», με κάποιον που σκέφτηκε πως, συνήθως, η πραγματικότητα δεν συμπίπτει με τις προβλέψεις μ’ έναν διεστραμμένο συλλογισμό, συμπέρανε πως, αν προβλέψεις μια περιστασιακή λεπτομέρεια, την αποτρέπεις από το να συμβεί. Συνεπής σ’ αυτή την αδύναμη μαγεία, επινοούσε, για να μη συμβούν, τα πιο αποτρόπαια περιστατικά… (σ. 201)
«Το Άλεφ», κέντρο όλων των ιστοριών σας, με δύο από τις σαγηνευτικότερες σελίδες που γράφτηκαν ποτέ.
Τα προλογικά ή επιλογικά σας σημειώματα. Ξαναθυμήθηκα πως προτιμούσατε να γράφετε… επίλογο αντί για πρόλογο στα βιβλία σας, εφόσον «ο πρόλογος σε διηγήματα που δεν έχουν ακόμα διαβαστεί, είναι κάτι σχεδόν αδιανόητο, αφού απαιτεί ν’ αναλύσεις θέματα που δεν πρέπει ακόμα να τ’ αποκαλύψεις…» («Το βιβλίο από άμμο», Επίλογος, σ. 500).Εκείνα που με συγκίνησαν περισσότερο είναι αυτά που επιλέγω να μεταφέρω αποσπάσματά τους.
Αποσπάσματα: Σαν το κριάρι που χιμάει να κερατίσει, διασχίζω τρέχοντας τις πέτρινες στοές, ώσπου να σωριαστώστο χώμα, ζαλισμένος. Κρύβομαι πίσω από μια στέρνα ή στη στροφή ενός διαδρόμου και καμώνομαι ότι με κυνηγούν. Έχει κάτι εξώστες, απ’ όπου αφήνομαι να πέφτω ώσπου να γεμίσω αίματα. (…) Απ’ όλα τα παιχνίδια μου, όμως, αυτό που μ’ αρέσει πιο πολύ, είναι να παίζω τον άλλο Αστέριο. Κάνω πως με επισκέπτεται και πως του δείχνω το σπίτι. (…) Καμιά φορά, κάνω λάθος, και τότε γελάμε κι οι δυο με την καρδιά μας. (…)Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους λυτρώσω απ’ το Κακό. Ακούω τα βήματά τους ή τις φωνές τους στα βάθη των πέτρινων στοών και τρέχω όλος χαρά να τους προϋπαντήσω. Η τελετή διαρκεί λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλον σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα (…) Δεν ξέρω ποιοι είναι, αλλά ξέρω πως ένας από δαύτους, την ώρα που ξεψυχούσε, προφήτεψε πως κάποτε θα’ρχόταν κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δε με βαραίνει η μοναξιά, γιατί ξέρω ότι ο λυτρωτής μου ζει, και μια μέρα θα προβάλει μέσ’ από τη σκόνη… Είθε να με πάει σε κάποιο χώρο με λιγότερες στοές και πόρτες. Πώς θα’ναι ο λυτρωτής μου; αναρωτιέμαι. Θα’ναι ταύρος ή άνθρωπος; Θα’ναι μήπως ταύρος με ανθρώπινο κεφάλι; Ή θα’ναι σαν κι εμένα; (Το σπίτι του Αστερίου, σ. 274-275)
Οι λέξεις είναι σύμβολα που προϋποθέτουν κοινές μνήμες. Αυτή που πασχίζω τώρα εδώ να εξιστορήσω, είναι μόνο δική μου – όσοι τη μοιράστηκαν μαζί μου, έχουν πεθάνει. Οι μυστικιστές επικαλούνται ένα ρόδο, ένα φιλί, ένα πουλί που είναι όλα τα πουλιά, έναν ήλιο που είναι ταυτόχρονα όλα τ’ άστρα και ο ήλιος, μια κανάτα κρασί, έναν κήπο ή τη σεξουαλική πράξη. Καμιά απ’ αυτές τις μεταφορές δεν μπορεί να με βοηθήσει να ανακαλέσω εκείνη τη μακρά νύχτα αγαλλίασης, που, ευτυχείς και εξαντλημένους, μας άφησε στα πρόθυρα της αυγής. (…) Κάτι έχει σωθεί απ’ όλα όσα διακρίναμε εκείνη τη νύχτα (ο κοκκινωπός τοίχος του Ρεκολέτα, ο κίτρινος τοίχος της φυλακής, δύο άνδρες που χόρευαν μαζί σε μια γωνία, μια καγκελόφραχτη αυλή με ασπρόμαυρα πλακάκια, οι μπάρες του τρένου, το σπίτι μου, ένα παζάρι, η υγρή και απύθμενη νύχτα), αλλά καμιά απ’ αυτές τις φευγαλέες εντυπώσεις, που μπορεί και να ήταν άλλες, δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία, είναι η αίσθηση ότι το σχέδιό μας, που το είχαμε περιγελάσει τόσες φορές, υπήρχε πραγματικά και μυστικά, κι ήταν το σύμπαν κι εμείς οι ίδιοι. Χωρίς πολλές ελπίδες, σ’ όλη μου τη ζωή προσπάθησα να ξαναβρώ τη γεύση εκείνης της νύχτας – καμιά φορά πίστεψα ότι τα’χα καταφέρει μέσα από τη μουσική, τον έρωτα, την αβέβαιη μνήμη, αλλά εκείνη δε ξαναγύρισε ποτέ, παρά μόνο ένα ξημέρωμα, στο όνειρο. (Η Βουλή, σ. 450-451)
Συντεταγμένες: Μετάφραση – επιμέλεια – σχόλια : Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 758. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005. Δε χρειάζεται να κάνω κανένα σχόλιο για τον Αχιλλέα Κυριακίδη, τον γνωρίζετε. Η φωτογραφία στο αυτί του βιβλίου, όπου στηρίζεστε ήρεμος στο μπράτσο του, τα λέει όλα. Ο δε πρόλογός του είναι ό,τι περίμενα από έναν τέτοιο γνώστη του Μπορχεσιανού σύμπαντος. Η έκδοση είναι άψογη. Περιλαμβάνει ένα παράρτημα εκατό και παραπάνω σελίδων, με σημειώσεις του μεταφραστή, με λεξικό ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων, γλωσσάριο, μικρό βιβλιογραφικό και πλήρες εργογραφικό σημείωμα.
Ελπίζω, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, πως και μένα με περιμένει, κρυμμένη στο μέλλον, μια νύχτα πάμφωτη, θεμελιακή, όπως κι εκείνον τον ήρωά σου, που γνώρισε τον εαυτό του σε μια μάχη και σ’ έναν άνθρωπο. Γιατί οποιοσδήποτε βίος, όσο μακρύς και σύνθετος κι αν είναι, αποτελείται στην πραγματικότητα από μία και μόνη στιγμή: τη στιγμή που ο άνθρωπος μαθαίνει μια για πάντα ποιος είναι. («Βιογραφία του Ταδέο Ισιδόρο Κρους», σ. 264 – 265).Με σεβασμό, o Πανδοχέας.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.
17
Μαρ.
08

Χούλιο Γιαμαθάρες – Στη μέση του πουθενά

Για μας που θέλουμε λογοτεχνικούς ήρωες καθημερινούς και συνηθισμένους, έστω κάτι σαν κι εμάς, το διήγημα αποτελεί την προσφορότερη δεξαμενή. Εκεί, συνήθως, αποκαθίσταται η ισορροπία ανάμεσα στους αφανείς «αντι-ήρωές» τους και στους ιδιόμορφους πρωταγωνιστές πολλών μυθιστορημάτων.

Τα επτά σύντομα διηγήματα του Χ.Γ. τιμούν τέτοια οικεία σε μας πρόσωπα, Ο συγγραφέας ρίχνει κι άλλο φως στη χαρακτηροθήκη του:Έχω επιλέξει τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη ζωή να βρίσκομαι κοντά στους πιο αδύναμους, σε αυτούς που δεν έχουν φωνή, σε εκείνους που δεν ακούει κανείς. Οι ισχυροί δεν έχουν ανάγκη, έχουν πολλούς υπηρέτες.
Όμως αυτή η αναγνωρισιμότητα των φιγούρων εδώ δεν είναι παρά η αρχή: αυτό που μας κάνει να απολαμβάνουμε τις περιπέτειές τους είναι το γεγονός πως τους πετυχαίνουμε σε μια οριακή τους στιγμή, στη μέση του πουθενά: το μέρος που, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεσαι όταν νοιώθεις ή είσαι εκτός τόπου και χρόνου. Μέχρι να κλείσουμε το βιβλίο έχουν φάει τα μούτρα τους, έχουν ταπεινωθεί, έχουν παίξει κρυφτό με την ησυχία τους (κι αδύνατο να την βρούν), έχουμε ξεκαρδιστεί (τουλάχιστο δύο φορές σε κάθε διήγημα), έχουμε κρυφά ψιθυρίσει «υπομονή, μαζί σου είμαι εγώ»! Πρόκειται, όπως μας αποκαλύπτει ο Γιαμαθάρες στην εισαγωγή, για φίλους του ή πρόσωπα που γνωρίζει και, αντί να τους αφιερώσει ένα διήγημα όπως συνηθίζεται, τους μετατρέπει σε πρωταγωνιστές των δικών τους ιστοριών, εν αγνοία τους, χωρίς να ξέρει αν θα τους άρεσε, ελπίζοντας όμως να τον συγχωρήσουν. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για ιστορίες που έχουν ζήσει αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να τις έχουν ζήσει! Άνθρωποι χωρίς απαντήσεις, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Όσα δε φέρνει η ώρα τα φέρνει η στιγμή, φταίει «η κακιά η ώρα», το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο, τι καντεμιά κι αυτή που σε δέρνει. Όσοι έχετε ακούσει διψήφιες φορές τις παραπάνω φράσεις και θέλετε να τις ξορκίσετε από τη ζωή σας, εδώ θα το ξανασκεφτείτε. Είναι πολύ εύκολο να βρεθείς έξω από τον κύκλο, μερικές φορές αρκεί ένα ελάχιστο βήμα για να πάψεις να είσαι «κανονικός». Κι αν παλαιότερα ήσουν αυτός που κοιτούσε περίεργα τον άτυχο ξένο, τώρα μπορεί να είσαι εσύ αυτός που τον κοιτάζουν μαζεμένοι περίεργοι με οίκτο, θλίψη ή απλά αδιαφορία.
Προσέξτε, γιατί θα μπορούσατε εσείς να είστε ο σταθμάρχης που βασιλεύει σε ράγες χωρίς περαστικούς συρμούς ή ο μποέμ τύπος που δεν μιλάει χρόνια με τη γυναίκα του και τα πίνει με μια γαλοπούλα ανοίγοντάς της την καρδιά του. Όσο για μένα, με είδα σίγουρα στη θέση των ηρώων στα δύο μαργαριτάρια της συλλογής, τα Πιλότος Καμικάζι και Το Άφθαρτο Μυθιστόρημα. Ως συγγραφέα, δηλαδή, που δεν έχει εκδώσει ποτέ τίποτα κι ετοιμάζει ένα μυθιστόρημα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, αλλά δεν φύλαξε τα νώτα του: δεν είχε τη σύνεση να αλλάξει τα ονόματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας (δηλαδή των συγχωριανών του!) – κι αυτή έμελε να είναι η συμφορά του… Ή ως έναν τραπεζικό υπάλληλο που επιχειρεί να μετακινήσει ένα αυτοκίνητο που τον εμποδίζει και οι λεπτές συγκυρίες που λέγαμε τον οδηγούν στο να το οδηγεί απεγνωσμένα κάθε λίγο και μακρύτερα με σπαρταριστά επακόλουθα.
Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο ο Χ.Γ. μεταπηδά από το ένα είδος γραφής στο άλλο. Από τους επιμήκεις στίχους επικών ποιημάτων ή το ζοφερό μυθιστορηματικό κλίμα της Κίτρινης Βροχής (για πολλούς η κορυφαία του στιγμή), εδώ έχουμε σύντομες ιστορίες ρεαλιστικού ύφους και άνετης γραφής σε ένα γλυκύτατο, περιπετειώδες, αγγιχτικό εκατοντασέλιδο. Αν πιστέψουμε τις κραυγές των καιρών, δεν υπάρχει καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους αλλά υπάρχει πατρίδα για τους ηττημένους, κι αυτή είναι η λογοτεχνία – και, στην προκείμενη περίπτωση, η διηγηματογραφία του Γιαμαθάρες!
Φάκελος φιλοξενούμενου: Μπεγκαμιάν, Λεόν, Ισπανία, 1955. Μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, ταξιδιωτικά αφηγήματα, κινηματογραφικό σενάριο, άρθρα στην Ελ Παΐς. Στα ελληνικά κυκλοφορούν: Το φεγγάρι των λύκων, Η κίτρινη βροχή και Η τέχνη του ψεύδεσθαι [δοκίμιο] αλλά και διηγήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Συντεταγμένες: Julio Llamazares, En mitad de ninguna parte, 1994. Στα ελληνικά: μετάφραση Νάντια Γιαννούλια, Δώρα Δημητρίου, Θεώνη Κάμπρα, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Πρόλογος-επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2007, σελ. 101.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14956
08
Φεβ.
08

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες – Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας

Εκείνη η επίμονη αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης μου είχε κάνει ζημιά. Δεν ξέρω ποιος στο καλό μού έβαλε αυτή την ιδέα στο κεφάλι. Για να ζήσεις με εσωτερική γαλήνη πρέπει να είσαι ηλίθιος. Ή όχι; (σ. 52)
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννηση στην Κούβα (Ματάνσας, 1950). Η 26ετής δημοσιογραφική και εκφωνητική θητεία του στην κουβανέζικη ραδιοτηλεόραση διακόπηκε μετά από το ταξίδι του στη Βαρκελώνη για την προώθηση του βιβλίου αυτού (1998). Απολύθηκε χωρίς καμία εξήγηση, ενώ οι συνάδελφοί του στην τηλεόραση σταμάτησαν να τον χαιρετούν στο δρόμο και να αισθάνεται «ένα φάντασμα της Αβάνας». Έτσι η Βρόμικη τριλογία απαγορεύτηκε στη χώρα, ενώ το τελευταίο του Animal Tropical (κυκλοφορεί από τις ίδιες εκδόσεις με τίτλο Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα) μοσχοπουλάει και εκεί, αναγκάζοντάς μας να συμπεράνουμε πως οι ερωτικές μυθιστορίες ποτέ δεν ενοχλούσαν τους Κουβανούς, αρκεί να μην συνδυάζονται με πολιτικές αμφισβητήσεις του παραδείσου τους.
Χρονoγραφικό: 1994-1997, στην καρδιά της περιόδου οικονομικής κατάρρευσης της χώρας και κατακόρυφης πτώσης του βιοτικού επιπέδου των Κουβανών λόγω της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και της παύσης κάθε οικονομικής βοήθειας.
Ήρωες: Η πάντα ευπρόσδεκτη ταύτιση συγγραφέα-αφηγητή-ήρωα εδώ βρίσκει την κυριολεξία της. Αυτό είναι το πρώτο δυνατό χαρτί του Γκουτιέρες: η απόλυτη σύμπτωση ζωής και γραφής. Εξιστορεί αυτά που ζει και βιώνει αυτά που γράφει. Σε μια από τις φωτογραφίες εδώ τον βλέπουμε στο εσωτερικό μπαλκόνι του κτιρίου όπου κατοικεί, έναν χώρο όπου καμία αίσθηση δεν μένει παραπονεμένη: ακούει συνεχώς από παντού δυνατή μουσική ή πάσης φύσεως καυγάδες. Μυρίζει τη μόνιμη δυσωδία από κάτουρο, βρόμα και τα καθημερινά ξερατά ενός μέθυσου στον τέταρτο όροφο. Βλέπει καθημερινά αγνώστους να πηγαινοέρχονται, αν και όχι πάντα, εφόσον συχνά οι γείτονες κλέβουν τις λάμπες και το κτίριο σκοτεινιάζει. Αγγίζει τις ολοένα και περισσότερες (με κάθε νεροποντή της Καραϊβικής) ρωγμές στους τοίχους. Γύρω του, ένας τρίχρωμος πληθυσμός γεμάτος από: χινετέρας και χινετέρος (εκπορνευόμενες νέες και νέοι, τυπικά και ουσιαστικά αποδεκτοί από την κοινωνία λόγω της ανέχειας). Αναπολητές περασμένων μεγαλείων και παραιτημένους ένοικους των χαμόσπιτων, που κάθε πρωί μετράνε τις απώλειες από τις επιδρομές των αρουραίων. Θρησκόληπτους και μυστικιστές της διπλανής πόρτας. Επίδοξους σχεδια-στές (αυτοί που σχεδιάζουν να αποδράσουν με αυτοσχέδιες σχεδίες προς το Μαϊάμι). Ηδονοβλεψίες που κοντοστέκουν έξω από τις αυλές για να ακούσουν τα βογκητά των τελευταίων ηδονών που απέμειναν στους γηγενείς. Εθισμένους στο φτηνό ρούμι με γεύση πετρελαίου. Ηλικιωμένους που φυλάνε τα καλά τους ρούχα για την ημέρα που θα αλλάξουν όλα.
Πλοκή: Ο Πέδρο εξιστορεί πώς είναι να ζει κανείς σε αυτήν τη μυθική πλέον χώρα. Έχει μάθει να μην έχει την παραμικρή απαίτηση από αυτή τη ζωή. Ζει στο καλύτερο δυνατό σημείο του κόσμου: στην ταράτσα ενός παλιού οκταώροφου κτιρίου στην Μαλεκόν, την παραλιακή λεωφόρο της Αβάνας, και περιμένει το σούρουπο για να κοιτάξει τις δυο όψεις της πόλης (παλαιά – σύγχρονη), να αναπνεύσει την αρμύρα των παλιών σπιτιών, να κατεβάσει ρούμι όπως άλλοι πίνουμε νερό και να σκεφτεί με διαύγεια, πετώντας μακριά από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον από μακριά. Μόνο που εδώ δεν έχουμε κανέναν εκκεντρικό υμνητή των γνωστών κλισέ (περιπλάνηση, έρωτες, ποτό, φιλοσοφίες), κάποιον που τα κάνει για να τα κάνει, μα επειδή έτσι έχει μάθει να ζει και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Tον ακολουθώ σε μία από τις περιπλανήσεις του. Περνάει από το σπίτι του σπουδαίου Κουβανού συγγραφέα Λεσάμα Λίμα που όμως είναι άγνωστος εκεί. «Α, ένας ηλικιωμένος χοντρός που ζούσε εδώ; Κυκλοφορούσε πάντα με κουστούμι και γραβάτι κι η γυναίκα του ήταν τρελή. Πούστης δεν ήταν αυτός;». Σταματάει σε μια πιτσαρία που δεν έχει πλέον καύσιμα ψησίματος. Ακούει τις βλαστήμιες των γυναικών από ένα σολάρ, καθώς καθαρίζουν για άλλη μια φορά τους διαδρόμους από τον ξεχειλισμένο βόθρο. Παρακολουθεί τη σύλληψη ενός πλανόδιου πωλητή κρέατος (για την ακρίβεια ανθρώπινου, από το νεκροτομείο) αλλά κι έναν αστυνομικό να βοηθά τέσσερις τύπους να δέσουν καλύτερα τη σχεδία της απόδρασης. Κοιμάται μεθυσμένος σε κάποιο παγκάκι και νοιώθει κάθε μισή ώρα κάποιον να τον ψαχουλεύει. Σκέφτεται τις ερωτικές του περιπλανήσεις και μονολογεί: έμαθα τόσα πολλά που ίσως κάποια μέρα να γράψω έναν Οδηγό Διαστροφής. Αυτός ο σεξουαλικά αχόρταγος και «φιλοσοφημένος» σεξιστής, λατρεύει ή χρησιμοποιεί τις γυναίκες για τους δικούς του λόγους. Αρνείται να συμβιβαστεί με τις μοναδικές τρεις ιδιότητες με τις οποίες μπορεί κανείς να επιβιώσει στην Αβάνα: τρελός, μεθυσμένος ή κοιμισμένος – αν και το δεύτερο το συζητάει. Συχνά αποχαιρετά τους δικούς του φίλους.
Σε μια από τις πιο γερές σκηνές αποχαιρετισμού, ο συγγραφέας βλέπει πως αυτή που φεύγει για την άλλη πλευρά είχε αφήσει ορισμένα αντικείμενα αξίας σκορπισμένα στο δωμάτιο.
-Θα τα αφήσεις όλα αυτά;
-Ναι. Είναι όλα άχρηστα.
-Μόνο άχρηστα δεν είναι. Οι λαστιχένιες σαγιονάρες, το σαμπουάν, το σαπούνι, το μπλοκ σημειώσεων, η ξυριστική μιας χρήσης. Εδώ όλα είναι χρήσιμα…
Λίγο αργότερα κάναμε την αποχαιρετιστήρια βόλτα στην Μαλεκόν. Μου είχε ήδη πει ότι την πονούσε πολύ να βλέπει όλο αυτό το πολιτικό θέατρο που παιζόταν προκειμένου να συγκαλυφθεί η εξαθλίωση. Καθίσαμε για λίγη ώρα να ακούσουμε τη θάλασσα. Εκείνη τη μύριζε. Εγώ όχι. …Έφυγα περπατώντας, κρατώντας τη σακούλα, προς το σπίτι μου. Αργά. (σ. 46-47)
Γκράφιτι: Ήταν άνθρωποι πολύ απελπισμένοι. Και ίσως γενναίοι ή αδαείς. Υποψιάζομαι ότι η γενναιότητα και η άγνοια πάνε χέρι χέρι. // Τίποτα δεν κρατάει για πάντα. // Ήμασταν πολύ νέοι τότε κι όταν είναι κανείς νέος σπαταλάει τα πάντα επειδή πιστεύει ότι τίποτα δεν πρόκειται να τελειώσει. Και πολύ καλά κάνει. Όπως και να ‘χει, όταν γεράσεις, πάλι δεν θα έχεις τίποτα, όσο κι αν έχεις κάνει οικονομία.
Γοητεία: Μιλήσαμε ήδη για τη σαγήνη της πρωτογενούς βιωματικής αφήγησης. Το δεύτερο δυνατό χαρτί του συγγραφέα είναι η προσωπική του καταβύθιση σε μια καθημερινή έως ωμή σεξουαλικότητα – όχι μόνο τη δική του αλλά και ενός ολόκληρου λαού. Δεν περιμέναμε φυσικά να φτάσουμε στο 2006 για να διαβάσουμε απροκάλυπτες σεξουαλικές σκηνές. Όμως, εκτός από τη δόση της αυθεντικότητας που υπάρχει κι εδώ, υπάρχει κάτι ακόμα: ο Πέδρο, κι ως φαίνεται η πλειονότητα των Κουβανών, κάνει σεξ όπως άλλοι λαοί αναπνέουν, τρώνε ή προσκυνάνε θεούς: αυτονόητα, βιωματικά και ανενδοίαστα. «Εμείς δεν είμαστε Αγγλοσάξονες, Γερμανοί ή Γάλλοι. Είμαστε Κουβανοί, και για μας το σεξ είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου… Το σεξ δεν είναι για ανθρώπους με αναστολές… είναι ανταλλαγή υγρών, ρευστών, σάλιου, ανάσας και δυνατών μυρουδιών, ούρων, σπέρματος, σκατών, ιδρώτα, μικροβίων, βακτηρίων. Αλλιώς δεν είναι. Εάν είναι μόνο τρυφερότητα κα αιθέρια πνευματικότητα, τότε περιορίζεται σε μια στείρα παρωδία του τι θα μπορούσε να είναι… Χρησιμοποιώ το σεξ στην αφήγησή μου μόνο ως δραματουργικό στοιχείο. Άλλοι συγγραφείς δολοφονούν τους ήρωές τους για να ανεβάσουν την ένταση. Εγώ τους βάζω να κάνουν έρωτα. Νομίζω πως είναι πολύ πιο ευχάριστο να χύνεις σπέρμα από το να χύνεις αίμα» (από συνομιλία του στο περιοδικό Highlights 17/2005).
Γραφιστικά: Μυθιστόρημα και διήγημα συγχέονται σε 3 μέρη με 20 ιστορίες το καθένα. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλος τρόπος να ειπωθούν όλα αυτά, πέρα από την άγρια, μινιμαλιστική και κοφτερή αφήγηση. Με απλά λόγια, λιτές περιγραφές και σκληρές ατάκες, χωρίς το παραμικρό στολίδι, χωρίς «λογοτεχνίζουσες» περιγραφές. Συχνές επαναλήψεις, λογική συνέπεια της προφορικότητας του λόγου. Τον ανεβοκατεβάζουν ως Μπουκόφσκι της Καραϊβικής ενώ ο ίδιος αναγνωρίζει περισσότερες οφειλές στους Τρούμαν Καπότε και Ρέιμοντ Κάρβερ. Μην ξεχνάμε και τον Χένρι Μίλερ, φίλτατε Πέδρο.
Απόσπασμα: Αλλά η σάρκα είναι ασθενής…Και υποθέτω σε όλους το ίδιο συμβαίνει με τις σάρκες τους, αλλά δεν αρέσει στους ανθρώπους να το συνειδητοποιούν, σε βαθμό που εφηύραν τις έννοιες της ηθικότητας και της ανηθικότητας. Μόνο που κανείς δεν ξέρει να προσδιορίσει πού ακριβώς βρίσκονται τα όρια που διαχωρίζουν τους ηθικούς από τους ανήθικους (σ. 74)
Η Τσίτσα πέρασε όλη τη νύχτα χεσμένη από το φόβο της, ακούγοντας έναν μεγάλο και γεροδεμένο αρουραίο να ψαχουλεύει ανάμεσα στα κατσαρολικά. Ο αρουραίος συμπεριφερόταν με θράσος, λες και ήταν στο σπίτι του. Ερχόταν από το υπόγειο, από έναν παλιό και σάπιο σωλήνα. Ανέβαινε οχτώ ορόφους μέσα στο σωλήνα μέχρι να βγει στο φως. Τότε πηδούσε στην ταράτσα του κτιρίου και ριχνόταν στην ανασκαφή των άφθονων σκουπιδιών ή έμπαινε σε κάποιο από τα δωμάτια. Συνολικά πρέπει να είναι γύρω στα πενήντα άτομα, αν όχι περισσότερα, στοιβαγμένα στα εφτά δωμάτια, τα οποία έχουν χτιστεί σιγά σιγά, σε διάστημα τριάντα χρόνων, στην ταράτσα. Αυτό εξασφαλίζει επαρκείς κρυψώνες και υπολείμματα φαγητού. … Στην πραγματικότητα, πίσω από εκείνο τον αθληταρά αρουραίο ανέβαιναν πολλοί ακόμη και τα βράδια γίνονταν οι άρχοντες της ταράτσας… Τελικά ξημέρωσε και η Τσίτσα σηκώθηκε να επιθεωρήσει τις απώλειες. Ο αρουραίος είχε ξεσκεπάσει την κατσαρόλα με τις πατάτες και τα φασόλια που είχαν περισσέψει. Το έφαγε σχεδόν όλο και, σαν να μην έφτανε αυτό, έχεσε και πάνω στο τραπέζι…Η Τσίτσα ήταν πάντα βρομιάρα και ατημέλητη αλλά αυτό πια πήγαινε πολύ. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Έβγαλε έξω την κατσαρόλα και την γέμισε νερό… (σ. 460-461)
Ίσως, για καλή μας τύχη, η νοσταλγία να μπορεί να μεταμορφωθεί από κάτι καταθλιπτικό και θλιβερό σε έναν μικρό σπινθήρα που θα μας εκτοξεύσει στο καινούργιο, που θα μας παραδώσει σε άλλη αγάπη, σε άλλη πόλη, σε άλλο χρόνο, που μπορεί να είναι καλύτερο ή χειρότερο, αλλά δεν έχει σημασία, θα είναι διαφορετικό. Κι αυτό είναι εκείνο που αναζητούμε όλοι καθημερινά: να μη σπαταλήσουμε τη ζωή μας μονάχοι … να απολαύσουμε το κομμάτι της γιορτής που μας αναλογεί. (σ. 77-78).
Συντεταγμένες: Pedro Juan Gutierrez, Trilogia sucia de la Habana, 2005. Στα ελληνικά: Μτφ.: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Μεταίχμιο, 2006. 485 σελ. συν άλλες 5 με σημειώσεις της μεταφράστριας.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.



Σεπτεμβρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.043.111 hits

Αρχείο