Archive for the 'Ισπανόφωνη Λογοτεχνία' Category



22
Αυγ.
14

Σέρζι Πάμιες – Το στατικό ποδήλατο

1Στο σπίτι βλέπω ήρωες που έχουν σημαδευτεί από τους βασανιστές τους και, παρ’ όλα αυτά, χαμογελούν. Εξακολουθούν να συνωμοτούν. Κοιτάζουν την ντουλάπα κάθε φορά που κάποιος χτυπάει την πόρτα και η περιέργεια με κάνει να διαισθάνομαι πως τα όνειρα που κάνουν, οι ικανοποιήσεις που παίρνουν από τη δράση τους (δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι, μόνο πως έχει να κάνει με μια επανάσταση που όλο επίκειται και αιωνίως αναβάλλεται) και η αίσθηση συντροφικότητας που μοιράζονται πρέπει να είναι πιο ισχυρά από όλα τα εμπόδια (σε αυτή την περίπτωση ο σκοπός δεν βρίσκεται στο ύψος των στρατευμένων σε αυτόν). Θέλουν να αποτελούν το παράδειγμα για κάτι (τη δίκαιη κατανομή του πλούτου, την κατάργηση των προνομίων…) και, χωρίς να το ξέρουν, το αποτελούν για κάτι άλλο (σθεναρότητα, στράτευση, γενναιοδωρία). [σ. 53]

Η παρούσα συλλογή διηγημάτων είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες των τελευταίων χρόνων. Απολαυστική στην ανάγνωση, προσκαλεί σε μια δεύτερη, ώστε να εξετάσεις πώς καταφέρνει αυτός ο δαιμόνιος ειρωνειογράφος και κατασκευάζει ένα ολόκληρο σύμπαν μέσα σε τρεις έως δεκαπέντε σελίδες. Μιλάμε για μικρές φόρμες ευφυέστατες, αποπλανητικές, συγκινητικές, αιφνιδιαστικές· συχνά ιδιαίτερα πυκνές, κάποτε με υποτυπώδη πλοκή αλλά υπερκινητική σκέψη, άλλοτε αποτυπώνουν μερικές οριακές στιγμές, άλλοτε συμπυκνώνουν την ιστορία μιας ζωής σε καίριες λέξεις. Πιστεύω ότι ο Πάμιες θα αποτελούσε απαραίτητο εγχειρίδιο στα εργαστήρια συγγραφής μικρής φόρμας και διηγήματος. Το βιβλίο έχει περάσει απαρατήρητο μέχρι σήμερα, ελπίζω η συνέχεια να είναι διαφορετική.

2Ο Πάμιες [γεν. Παρίσι, 1960, από ισπανούς γονείς] είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς των καταλανικών γραμμάτων και της ισπανόφωνης λογοτεχνίας γενικότερα. Έχει γράψει μικρές και μεγαλύτερες αφηγήσεις, συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα, ενώ έχει μεταφράσει στα καταλανικά έργα των Guilliaume Apollinaire, Jean – Philippe Toussaint, Agota Kristof κ.ά. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα της Βαρκελώνης La Vanguardia. Τι συμβαίνει λοιπόν πάνω, κάτω και γύρω από ένα Στατικό Ποδήλατο;

Andre de Loba - 014OrienteΣτην Βενζοδιαζεπίνη ο αφηγητής έχει κλείσει ραντεβού με τον ίδιο του τον εαυτό σε λίγες ώρες, έχοντας γνωριστεί και μιλήσει αρκετά στο chat, εκεί όπου ο διάλογος είναι απρόσκοπτος και τα ψεύδη αποδεκτά. Φυσικά αντιλαμβάνεται τα πλεονεκτήματα αυτού του τρόπου γνωριμίας σε αντίθεση με τον καθιερωμένο δια ζώσης: πρώτα μιλάς κι ύστερα βλέπεις το πρόσωπο του άλλου. Υπάρχει πάντα κάποια ανησυχία αλλά το χάπι του τίτλου βοηθάει στην καταπολέμησή της. Σε κάποια άλλα ραντεβού έδινε ψεύτικες περιγραφές του εαυτού του και στο τέλος έφευγε προτού εμφανιστεί, από το φόβο μιας εκατέρωθεν απογοήτευσης. Τώρα τουλάχιστο, όταν έρχεται ο ίδιος από μακριά, τον αναγνωρίζει αμέσως. Γεύονται μαζί την αποτυχία και αναπολούν τις γραπτές τους συνομιλίες. Αναρωτιέμαι: παίγνιο ειρωνείας, επήρεια χημείας, άσκηση γραφής ή αναπαράσταση μιας εκδοχής της πραγματικότητας;

3 - pamiesΟι Τέσσερις νύχτες αρχίζουν με ακαριαίο τρόπο. Ο αφηγητής συνελήφθη από τους γονείς του μετά από την παρακολούθηση των φελινικών notti di Cabiria. Πώς πλέκει το βιογράφημά του σε λίγες σελίδες; Πρώτα με την δική του πρόσληψη της ταινίας (το ασπρόμαυρο της οποίας τονίζει ακόμα περισσότερο την φωτογένεια της απελπισίας), ύστερα με την αναζήτηση εντός της όπου δεν μπόρεσε όμως να εντοπίσει τίποτα που να προοιωνίζει το πεπρωμένο του, πιο κάτω με ορισμένα βιογραφικά του σκηνοθέτη και τέλος, με μια απομυθοποιητική επίσκεψη στα στούντιο της Τσινετσιτά, ξέχειλη από ειρωνεία: ντεκόρ επιμελώς εγκαταλειμμένα προς ικανοποίηση της μυθομανίας των κινηματογραφόφιλων, υποχρεωτικές επισκέψεις βαριεστημένων μαθητών, ένας βιαστικός ξεναγός. Κι όμως, το διήγημα ολοκληρώνεται με ένα ωραίο εύρημα, σαν δήλωση πατρότητας και σύγχρονη παραβολή μαζί.

Στο νησί ο αφηγητής εξομοANDRE DA LOBA - LeerLara_Tandemλογείται τις περί αυτοκτονίας σκέψεις και προθέσεις του. Αναζητώντας ενημέρωση για τιμές και όρους ασφαλειών ζωής συνομιλεί με μια γυναίκα που εργάζεται σε μια ασφαλιστική εταιρεία και ενημερώνεται σε κλίμα εμπιστοσύνης – το είδος εμπιστοσύνης που μπορείς να έχεις μόνο με κάποιον που δεν γνωρίζεις ­– πως μόνο η δική της εταιρεία καλύπτει τις αυτοχειρίες. Σύμφωνα με τα λόγια της Το να αυτοκτονήσει κανείς δεν είναι εύκολο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι μπορεί να κάνει ο κόσμος για να μην πεθάνει και ανεξάρτητα από τον βαθυστόχαστο αυτό συλλογισμό, όπως τον χαρακτηρίζει ο επίδοξος αυτόχειρας, εκείνος κρατάει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο σαν το πιστοποιητικό μιας ασθένειας που έχει ξεπεράσει αλλά μπορεί να επανεμφανιστεί ανά πάσα στιγμή.

Emiliano_Ponzi 12Πηγαίνοντας νωρίς για ύπνο, ο μόλις διαζευγμένος πατέρας δυο γιων νοικιάζει το πρώτο διαμέρισμα που βρίσκει μπροστά του όπου και θα τους βλέπει κάθε που δικαιούται. Σταδιακά ο ένας τοίχος του σπιτιού ζωγραφίζεται από τα παιδιά κι εκείνος τις ημέρες της απουσίας τους παρατηρεί το έργο σαν αρχαιολόγος που αναζητά την είσοδο σε κάποιο μυστικό παράδεισο. Η εικόνα διαρκεί περισσότερο από τη γραφή, η γλώσσα της γίνεται εκφραστικότερη, και οι τρεις περιστασιακοί συμβίοι υπάρχουν μέσα από την τοιχογραφία. Ειδικά για εκείνον, ο λαβύρινθος σχημάτων και χρωμάτων του θύμιζε στιγμές που μακριά του υπήρχε ο κίνδυνος να ξεχάσει. Το τέλος της εφηβείας σηματοδοτεί την εγκατάλειψη του διαμερίσματος και την καταδίκη να βλέπει στο βίντεο εκείνο τον κόσμο, αλλά τώρα οι πλανήτες δεν μοιάζουν να τρέχουν σαν τρελοί, τα μυθολογικά τέρατα έχουν χάσει το χάρισμά τους, τα ρομπότ έχουν σκουριάσει τόσο όσο τα ζώα και οι μπάλες του ράγκμπι έχουν ξεφουσκώσει…

cabiriaeΗ απερισκεψία να πιστέψουμε ότι είμαστε εξαιρετικές περιπτώσεις έχει ως αντίτιμο μια αδράνεια που διαψεύδει μεγάλο μέρος των προσδοκιών μας, σκέφτεται ο αφηγητής στο κείμενο Η γυναίκα της ζωής μου και διαπιστώνει ότι μπορείς να υποτιμάς επί χρόνια αυτό που αργότερα θα καταλήξεις να κάνεις με απόλυτη φυσικότητα. Ο χάρτης της περιέργειας, απ’ όπου και το αρχικό παράθεμα, εκκινεί από ένα εγκαταλειμμένο οικόπεδο στα περίχωρα, ένα σκουπιδότοπο με πόρτες ψυγείων, ξεκοιλιασμένους καναπέδες και παλιά κράνη, σωστό στρατηγείο για μια παρέα παιδιών από οικογένειες μεταναστών. Η ομάδα ζει την πολυτέλεια της φτώχειας, ανακαλύπτει ότι η περιέργεια πληρώνεται με απογοήτευση, τηρεί τους άγραφους κανόνες της αποδοχής της εξορίας, ασκείται στο ψέμα και τη σιωπή, σε μια κοινωνία που αναμένει τον ποθητό θάνατο του Φράνκο. Κι είναι αυτός ο θάνατος που δεν έρχεται ποτέ και προτού τα σοβιετικά διαστημόπλοια αποσυναρμολογηθούν και οι κοσμοναύτες γίνουν ανισόρροποι ταξιτζήδες, η παρέα θα έχει σιωπηρά συμφωνήσει «ένας για όλους και όλοι για έναν».

PamiesΜε μια πρώτη ματιά ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι οι τίτλοι που επιλέγει ο συγγραφέας για τα κείμενά του έχουν ελάχιστη ή και καθόλου σχέση με το περιεχόμενό τους, κάποτε δε απλώς αποτελούν μια αφορμή να ξεδιπλωθεί μια ιστορία απλή μέσα στην αβαθή της πολυπλοκότητα. Άλλοτε αποτελούν και οι ίδιοι ένα πρόσθετο όρο στο παιχνίδι που ούτως ή άλλως αποτελεί για τον Πάμιες η συγγραφή τέτοιων διηγημάτων. Στα οποία έχουν θέση τα πάντα, ακόμα και σκέψεις επί αεροδρομίου [Ο Μίστερ Τρουχίγιο], περί διαιτολογίας [Αυτά που δεν έχουμε φάει], περί συγγραφέων και βιβλίων [Οριγκάμι περί Σαιντ – Εξυπερύ]· ε, και όταν χρειαστεί κάποια βοήθεια, προσκαλεί, όπως στο απολαυστικό Βέλγιο, τον αναγνώστη για να σκαρώσουν μαζί την ιστορία.

Εκδ. Μιχάλη Σιδέρη 2014, μτφ. από τα καταλανικά: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σελ. 139 [Sergi Pàmies, La bicicleta estàtica, 2010].

Δημοσίευση και σε: mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο 161 / Wheels on fire.

01
Μαρ.
13

Subcomandante Marcos – Ιστορίες του γερο – Αντόνιο

ΕΞ_Ιστορίες του Γέρο-ΑντόνιοΗ συνείδηση της κοινότητας και το όπλο των λέξεων

Μου δίδαξε ο γέρο – Αντόνιο πως κάποιος είναι τόσο μεγάλος όσο ο εχθρός που διάλεξε να παλέψει, κι ότι κάποιος είναι τόσο μικρός όσο μεγάλος είναι ο φόβος που τον διακατέχει. «Διάλεξε ένα μεγάλο εχθρό, κι αυτό θα σ’ αναγκάσει να μεγαλώσεις για να μπορέσεις να τον αντιμετωπίσεις. Μίκρυνε το φόβο σου, γιατί, αν μεγαλώσει, εσύ θα γίνεις μικρός» μου είπε ο γερο – Αντόνιο ένα βροχερό μαγιάτικο απόγευμα, την ώρα εκείνη που βασιλεύουν το ταμπάκο και το λόγος. Η κυβέρνηση τον τρέμει τον λαό του Μεξικού, γι’ αυτό έχει τόσους στρατιώτες και αστυνομικούς. Έχει ένα φόβο πολύ μεγάλο. Κατά συνέπεια, η ίδια είναι πολύ μικρή. Εμείς φοβόμαστε τη λήθη, που πάμε να τη μικρύνουμε με πόνο και αίμα. Γι’ αυτό είμαστε μεγάλοι. [σ. 79]

Ο Υποδιοικητής Μάρκος έχει διπλή ιδιότητα: είναι ο στρατιωτικός του αντάρτικου και ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του νεοζαπατιστικού κινήματος αλλά και ο επιφορτισμένος με την επικοινωνία των εξεγερμένων ιθαγενικών κοινοτήτων με τον έξω κόσμο. Η δεύτερη ιδιότητά του είναι η πιο γνωστή: αντί για σφαίρες – που παραμένουν πάντως σε ετοιμότητα – πυροβολεί με κείμενα, ποιήματα, διηγήματα, παραμύθια. 474px-SubMarcosHorseFromAfarΟ πρωτότυπος λόγος του συνδυάζει τα εκφραστικά μέσα των ιθαγενών, αγαπημένα του ποιήματα και στίχους τραγουδιών, κινηματογραφικές ατάκες, χιούμορ και αυτοσαρκασμό κ.ά. και οτιδήποτε άλλο κρίνεται κατάλληλο για να αποδώσει την πραγματικότητα των ιθαγενών και να κάνει γνωστά τα αιτήματά τους σε όλο τον κόσμο.

Ο Μάρκος χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να φτάσει παντού η φωνή τους (βιβλία, περιοδικά, διαδίκτυο, τηλεόραση, ραδιόφωνο, τηλεφωνικές συνδέσεις με κινηματογράφους), μένοντας πιστός στον συμβολισμό της εικόνας: το πηλίκιο με τα κόκκινα αστέρια ως μακρά ιστορία του αντάρτικου, ο ασύρματος ως στρατιωτική οργάνωση, το παραδοσιακό κόκκινο μαντήλι ως χαρακτήρας ιθαγένειας, η μαύρη κουκούλα ως σήμα των Ζαπατίστας. Ύστερα από διάφορες τραγελαφικές «αποκαλύψεις» από τους απανταχού εχθρούς του, όσοι αγωνιούσαν μπορούν πλέον να πιστεύουν πως διαθέτουν τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς του και να αναζητούν κρυμμένα μηνύματα στις ακαδημαϊκές του μελέτες. Η απάντησή του εξίσου γνωστή: Άκουσα ότι ανακάλυψαν κι άλλον Μάρκος, κι ότι είναι από το Ταμπίκο. Τουλάχιστον αυτός ο καινούργιος Υποδιοικητής Μάρκος είναι όμορφος; Γιατί τελευταία όλο κακάσχημους μου βάζουν και μου καταστρέφουν όλη τη γυναικεία αλληλογραφία…

MarcosΕννοείται πως οι έσχατες προσπάθειες απαξίωσής του βασίστηκαν στις γνωστές ταυτότητες, ξεχνώντας πως κρίνουν με βάση τη δική τους κομπλεξική απαρέσκεια και πως ο Μάρκος ακριβώς είναι όλες οι καταπιεσμένες μειονότητες. Ή, σύμφωνα με τα λόγια του: Σχετικά με όσα λέγονται για το αν ο Μάρκος είναι ομοφυλόφιλος: Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική, Ασιάτης στην Ευρώπη, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, ροκάς στην πανεπιστημιούπολη, Εβραίος στη Γερμανία, συνήγορος του πολίτη στο Υπουργείο Άμυνας, φεμινιστής σε πολιτικά κόμματα, ειρηνιστής στην Βοσνία, νοικοκυρά ένα Σάββατο βράδυ σε οποιαδήποτε γειτονιά οποιασδήποτε πόλης οποιουδήποτε Μεξικού, γυναίκα μόνη στο μετρό μετά τις δέκα το βράδυ, γιατρός χωρίς ιατρείο, Ζαπατίστα του Νοτιοανατολικού Μεξικού…[σ. 13 – 14, αλιευμένη επιλογή μεταξύ πολλών ανάλογων διπόλων»].

Κάθε μια από τις Ιστορίες αποτελεί μέρος κάποιου από τα ανακοινωθέντα του EZLN [Εθνοαπελευθερωτικού Ζαπατιστικού Στρατού], που αρχικά δημοσιεύτηκαν στον τύπο ή στο διαδίκτυο και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκαν στην πολύτομη συγκεντρωτική έκδοση με όλα τα σχετικά κείμενα. Είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρονSubcomandante_Marcos_2_by_montfort το γεγονός ότι αυτές οι ιστορίες έχουν διαφορετικές αναγνώσεις: από τη μια σε άμεση συνάρτηση με συγκεκριμένα πολιτικά κείμενα σε μια δεδομένη πολιτική συγκυρία, από τη άλλη αυτόνομα και αυτοτελώς, όπως δημοσιεύονται εδώ, συνεπώς με διαχρονικό μήνυμα και καθαρά λογοτεχνική αξία.

Δικαιοσύνη δεν είναι να τιμωρείς, είναι να ξαναδίνεις στον καθένα αυτό που του αξίζει, και ο καθένας αξίζει αυτό που ο καθρέφτης του επιστρέφει: τον εαυτό του. Εκείνου που έδωσε θάνατο, εξαθλίωση, εκμετάλλευση, αλαζονεία, υπεροψία, του αξίζει μια καλή δόση πόνου και θλίψης για το δρόμο του. […] Δημοκρατία είναι να οδηγούν όλες οι σκέψεις σε μια καλή συμφωνία. Όχι να σκέφτονται όλοι το ίδιο, αλλά όλες οι σκέψεις ή η πλειονότητα των σκέψεων να ψάχνουν και να φτάνουν σε μια κοινή συμφωνία, που να ’ναι καλή για την πλειοψηφία, χωρίς να εξαλείφει αυτούς που ’ναι λιγότεροι. Να υπακούει ο λόγος του διοικητή το λόγο της πλειοψηφίας, να έχει το σκήπτρο του λόγο συλλογικό και όχι μόνο μια θέληση. [σ. 76]

Η φωνή των Τσιάπας ήταν για πάντα αποκλεισμένη από το δημόσιο λόγο ήδη από την εποχή της κατάκτησης· το πολύ να φιλτραριζόταν σε γραπτά ανθρωπολόγων και 02EZLN_400λογοτεχνών ή σε αφηγήματα προφορικής μνήμης. Σε κάθε περίπτωση αποτελούσαν απλώς την πρώτη ύλη, μεταπλασμένη αργότερα από τους επιστήμονες. Σταδιακά νεαροί μεταφραστές συγκέντρωσαν τις γνώμες των πληθυσμών για τη γη, την αγορά, την δικαιοσύνη και την κουλτούρα και οι αυτόχθονες κοινότητες διαπίστωσαν την πλήρη μεταξύ τους ταύτιση. Για πρώτη φορά οι ινδιάνικες φωνές άρχισαν να χρησιμοποιούν τον γραπτό λόγο και τον διάλογο. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην Ιστορία που γράφεται στις ελεύθερες κοινότητες.

Οι άντρες και οι γυναίκες και τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στο σχολείο της κοινότητας για να δουν μες στην καρδιά τους εάν είναι η ώρα να ξεκινήσουμε τον πόλεμο για την ελευθερία, και χωρίστηκαν σε 3 ομάδες, δηλαδή σε γυναίκες, παιδιά και άντρες για να συζητήσουν, και μετά συγκεντρωθήκαμε άλλη μια φορά στο σχολείο και κατέληξε η σκέψη της πλειοψηφίας ότι πρέπει να ξεκινήσει πια ο πόλεμος γιατί το Μεξικό έχει αρχίσει να πουλιέται στους ξένους και ότι την πείνα την αντέχουμε, αλλά δεν ανεχόμαστε να μην είμαστε πια Μεξικάνοι… [σ. 36]

Στις ιστορίες του γερο – Αντόνιο συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται η αυτοχθονική με την μιγαδική φαντασία, η ινδιάνικη μυθολογία και τα εφόδια της δυτικής κουλτούρας, η προϊσπανική φαντασία και η σύγχρονη φιλοσοφία, το χιούμορ και η παρωδία, ο σαμανισμός με την μοντέρνα γλώσσα, ο μυθικός λόγος με την οικεία κουβέντα, η προφορικότητα με την γραφή, ευτυχώς πολύ μακριά από το παραδοσιακό, Marcos_colorατσαλάκωτο λόγο της Αριστεράς. Όλα εντάσσονται στον αρχετυπικό διάλογο και εδώ μιλάει η αναμνησιακή και υπερβατική συνείδηση της κοινότητας.

«Είναι καλύτερα να αποχαιρετάς όταν φτάνεις. Έτσι δεν πονά τόσο όταν φεύγει κανείς» μου λέει ο γερο – Αντόνιο δίνοντάς μου το χέρι για να μου πει ότι φεύγει, δηλαδή ότι έρχεται. Από τότε ο γερο – Αντόνιο, όταν έρχεται, χαιρετά μ’ ένα «αντίο» και αποχαιρετά κουνώντας το χέρι κι απομακρυνόμενος μ’ ένα «έρχομαι». [σ. 72]

Ο καθένας με τις λέξεις του. Άλλες ξέφυγαν από το στόμα ενός γνωστού τραπεζίτη, εξέχοντος μέλους του ισχυρότερου κοινωνικού τομέα, κυνικού εκπροσώπου του οικονομικού κεφαλαίου: «Το πρόβλημα της μεξικανικής οικονομίας λέγεται υποδιοικητής Μάρκος». Άλλες διατυπώθηκαν από το … «πρόβλημα» σε συνομιλία του με τον συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν: «Κανένας δεν μας έβλεπε όσο είμαστε ακάλυπτοι, τώρα όλοι ασχολούνται». Και κάποιες μένουν ως ιδανικό απόσταγμα ενός αγώνα: «Ενώ θα μπορούσα να τα έχω όλα για να μην έχω τίποτα, αποφάσισα να μην έχω τίποτα για να τα έχω όλα».

Subcomandante_Marcos_by_El_ProphecyΑντί να παθιάζεται με την ξενοφοβία, ο γερο – Αντόνιο προσπαθούσε να βγάλει ό,τι καλύτερο από τον καθένα, χωρίς να δίνει σημασία στη γη που τον είχε γεννήσει. Αναφερόμενος σε καλούς ανθρώπους άλλων εθνών, ο γερο – Αντόνιο χρησιμοποιούσε τον όρο «διεθνείς», και τη λέξη «ξένοι» τη χρησιμοποιούσε μονάχα για τους αλλότριους στην καρδιά, ανεξάρτητα από το αν ήταν του ίδιου χρώματος, γλώσσας ή φυλής. «Καμιά φορά, μέχρι και στο ίδιο αίμα υπάρχουν ξένοι», έλεγε… [σ. 148]

Εκδ. Ροές, 1η έκδ. 2003, 2η έκδ 2004, μτφ. Γιώργος Καρατζάς, σελ. 151. Περιλαμβάνονται «λίγα λόγια για το συγγραφέα», σημείωμα του μεταφραστή και πρόλογο του Armando Bartra, φιλόσοφου και διευθυντή του Ινστιτούτου Μελετών για την Αγροτική Ανάπτυξη των Μάγιας, και βιβλιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο: Με όπλο τις λέξεις [Όπλο μας οι Λέξεις μας: τίτλος παλαιότερου βιβλίου του Μάρκος].

25
Νοέ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 127

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη, εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 73 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008].

Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου. Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν. Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού. Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.

16
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 117

Νταμιάν Ταμπαρόφσκι, Ιατρική αυτοβιογραφία, εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Νάντια Γιαννούλια, σ. 128 – 129 (Damián Tabarovsky, Autografía dica, 2007)

Κάθε στιγμή της ζωής του έμοιαζε φωτοτυπημένη, ανατυπωμένη, αντιγραμμένη σε τέτοιο ακραίο σημείο ώστε το πρωτότυπο να μη διακρίνεται πλέον από το αντίγραφό του, ένα σημείο όπου τα σύνορα διαλύονται, σβήνονται, υγροποιούνται. Λες και η ζωή του είχε μετατραπεί σε ένα vaudeville, σε μια από εκείνες τις ελαφρές κωμωδίες όπου όλοι ξέρουν τι θα συμβεί προτού ακόμα συμβεί, όπου είναι γνωστό από ποια πόρτα θα μπουν οι πρωταγωνιστές και από ποια θα βγουν, τι διαλόγους θα ανταλλάξουν μεταξύ τους και ποιες καταστάσεις θα βιώσουν, πώς θα ντυθούν και ποια στιγμή θα γδυθούν, και ακριβώς γι’ αυτόν  το λόγο το έργο είναι διπλά επιτυχημένο, διπλά διασκεδαστικό, διπλά ευρηματικό.

Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο διαφορετικό, πιο αλλιώτικο, πιο ποικίλο από την επανάληψη. Καμία επανάληψη δεν επαναλαμβάνεται ομοιότροπα, κανένα αντίγραφο δεν αποτυπώνει πιστά την πραγματικότητα. Αντιθέτως, κάθε επανάληψη αψηφά το πρωτότυπο, κάθε ανατύπωση παραβιάζει την προέλευση, κάθε πλεονασμός μετατοπίζει το νόημα. Μάλιστα, η κατάκτηση της πρωτοτυπίας οφείλεται ακριβώς στην επίμονη, διαρκή, μανιώδη επανάληψη. Η καινοτομία είναι κατ’ αρχή μια υπόθεση επανάληψης, υποτροπής, μονοτονίας, συχνότητας. Η καινοτομία είναι γέννημα της επανάληψης, της επαναλαμβανόμενης επανάληψης ξανά και ξανά μέχρι το σημείο όπου δεν επαναλαμβάνεται πια τίποτα, όπου τίποτα δεν επαναλαμβάνεται.

12
Μάι.
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου

Το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης

Έχασα μια πατρίδα και δε με νοιάζει, τα νιάτα μου πέρασαν σαν αστραπή μέσα σε μάχες, εξορίες και φυλακές, αλλά ο τελικός απολογισμός με γεμίζει περηφάνια. Και ζω έντονα γιατί όλες μου οι ενέργειες, όλα μου τα όνειρα, όλες μου οι λαχτάρες, είναι γεμάτα από την παρουσία αυτού που μου λείπει: του Σέρχιο Λέιβα, το φίλου μου, του συντρόφου μου, του αδελφού μου. [σ. 181]

Το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της «δοκιμιακής» – μη μυθοπλαστικής γραφής αλλά και της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του Σεπούλβεδα, συνεπώς και της γενικότερης θεματολογίας της συγκεκριμένης συλλογής: οι κοινωνικοί αγώνες στέκουν δίπλα στις σπουδαίες προσωπικές σχέσεις, καθώς αμφότερα, άρρηκτα μεταξύ τους δεμένα, πλέκουν τη ζωή του ίδιου και των συντρόφων του. Το κομμάτι προέρχεται από το κείμενο Σύντομη ιστορία ενός άξιου ανθρώπου, από το οποίο και κλέψαμε τη φράση του τίτλου μας – το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης ενεργοποιείται βέβαια με την επέτειο των τριάντα χρόνων «από το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που σκότωσε για πάντα την χιλιανή δημοκρατία».

Ο Σεπούλβεδα ήταν 23 χρονών τη βροχερή 11η Σεπτεμβρίου 1973 και σήμερα γράφει εν θερμώ, στα 53 του πλέον, κοιτάζοντας για άλλη μια φορά τον κατάλογο των απωλειών του: εκεί πρώτος πρώτος βρίσκεται ο φίλος του Σέρχιο Λέιβα. Μαζί διέσχισαν την έρημο Ατακάμα στην καρότσα ενός καμιονιού, μιλώντας για το μέλλον που θα έφτιαχναν μόλις γίνονταν πολίτες μιας ελεύθερης ηπείρου. Ο ίδιος ο Βίκτορ Χάρα, ο μέγας ραψωδός του χιλιανού έπους του είχε εκφράσει την στενοχώρια του γιατί ο Λέιβα δεν ηχογραφούσε τα τραγούδια του παρά άφηνε το ταλέντο του μέσα στο τσαλακωμένο τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Αλλά ο Λέιβα είχε και γι’ αυτό απάντηση: πρώτα θα έφτιαχνε μια χαρούμενη όπερα όπου δεν θα υπήρχε λύπη ή στεναγμός.

Την ημέρα του πραξικοπήματος άρπαξε απ’ τους στρατιωτικούς ένα πεντακοσαράκι Φίατ αρματωμένο με πυροβόλα κι απ’ την ανοιχτή του στέγη τους σημάδευε με το μυδραλιοβόλο. Πολέμησε για πέντε μέρες, πήδηξε το φράχτη της αργεντινής πρεσβείας όπου κατάσχεσε τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων που είδε με μεγάλη έκπληξη στα χέρια των συντρόφων του, ξαναβγήκε στους αγώνες του δρόμου και όταν ετοιμαζόταν να πηδήξει έναν ακόμα φράχτη τον σημάδεψε ο χωροφύλακας Βιγιάλμπα. Μη στενοχωριέσαι αδελφέ, του είπε ο Λέιβα, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του, πυροβολείς και την κάνεις. Χρόνια αργότερα ο Σεπούλβεδα συνάντησε τον χωροφύλακα για να του πει ότι εκείνος σκότωσε τον αδελφό του. O στρατιώτης ήταν ένα ερείπιο – δυο χρόνια μετά την δολοφονία είχε χάσει το μυαλό του και διώχθηκε απ’ το σώμα.

Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στους σχολικούς χάρτες, αλλά στην αθέατη περιοχή των μεγάλων λησμονημένων που, εκτός απ’ τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, μιλούν χίλιες άλλες γλώσσες. Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στην υδρόγειο σφαίρα, αλλά στη σφαίρα της αβεβαιότητας. […] Αυτή η άλλη στεριά βροντοφώναζε πως υπήρχε χώρος για τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει πως αυτοί οι «πάντες» εποφθαλμιούσαν τον δικό της χώρο.  [σ. 10-11]

Στη διάρκεια των χιλίων ημερών της κυβέρνησης του Αγιέντε και του συλλογικού ονείρου, γράφει ο Σεπούλβεδα, «ανακαλύψαμε τον άλλον, αυτόν που ήταν εδώ πριν από μας, τους Λατινοαμερικανούς, κι επιστρέψαμε στους μαπούτσε [αυτόχθονες της Χιλής] ένα μέρος απ’ την κλεμμένη γη τους». Ο συγγραφέας προβληματίζεται για την «αβέβαιη» πατρίδα της Λατινικής Αμερικής, της οποίας έχουν κλέψει ακόμα και το όνομά της και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει μόνο ως επικράτεια «αποκλεισμών, απειλών, διαφθοράς, εισβολών, στρατιωτικών και τραπεζικών πραξικοπημάτων, διαρπαγών και καπιταλιστικού κυνισμού».

Οι σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (δηλαδή σε κάθε χρόνο κι εποχή) γράφτηκαν σε τρία μαύρα σημειωματάρια moleskin από τον Ιανουάριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004 και διατρέχουν ολόκληρο το σύμπαν του Σεπούλβεδα, από την εξέγερση των ιθαγενών του Τσιάπας («Δεν εξεγέρθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία, αλλά για να πουν: υπάρχουμε») και το παλαιστινιακό ζήτημα μέχρι την κινηματογραφική ταινία που γύρισε κάτω απ’ τη βροχή αλλά και τον εκτυφλωτικό ήλιο των Άνδεων, με τρία βαγόνια επιβατηγού τρένου ως καμαρίνια, δυο φορτηγά ως τροχήλατα κελιά που και τους φίλους που έπαυαν να είναι φίλοι και άρχισαν να γίνονται ένα μέρος της ιστορίας του, της φρικτής ιστορίας τόσων χιλιανών … [Nowhere, 2001, βασισμένη σε δικό του διήγημα].

Ο Σεπούλβεδα διαπιστώνει πως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων δεν φορούν στολές και δεν ανήκουν σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές και πως το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάντησε να λύνεται με …αποζημιώσεις, ενώ βλέποντας στις ΗΠΑ να έχουν εξαφανιστεί οι φωτογραφίες των νεκρών που απανθρακώθηκαν στην ιρακινή έρημος κατά την επιχείρηση «Θύελλα της ερήμου» αλλά και γενικότερα οι εικόνες από τους πολέμους του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν να μην υπάρχουν σε κανένα αρχείου του Τύπου και να έχουν σβηστεί από το διαδίκτυο, είναι πλέον απόλυτος: η μοίρα των νεκρών είναι η μοναξιά και η λήθη.

Στο κάτω κάτω γι’ αυτό γράφω: για να γνωρίζομαι με ομοιοπαθείς.

Ο λόγος και η γραφή έχουν βέβαια κυρίαρχη θέση στις σκέψεις του Χιλιανού, που ομολογεί για άλλη μια φορά πως δεν μπορεί να έχει άλλη πατρίδα από τη γλώσσα του, καθώς οι λέξεις «πατρίδα», «κοιτίδα», «γενέτειρα», ή είναι συνώνυμα ενός τόπου γιορτινού και χαρούμενου, ή μια σειρά φθόγγων χωρίς νόημα. Τα λόγια και ο λόγος αναφέρονται στην κοινοτοπία και το μπανάλ του σύγχρονου λόγου, ένα μπανάλ που τείνει να διαστρέφει το πραγματικό βάρος των λέξεων γιατί αισθάνεται την απειλή της τάξης που εγκαθιστούν οι λέξεις, καθώς και του κατ’ εξοχήν καρπού τους, του Λόγου, που μας φυλάει απ’ το να πέσουμε στην άβυσσο, μας βοηθάει να είμαστε γενναίοι μπροστά στις αντιξοότητες και να δυσπιστούμε στον πρώτο κανάγια που προσπαθεί να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στις Μνήμες ισπανικών εξομολογείται πως για τον ίδιο δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από μια σύναξη ισπανόφωνων που μαζεύονται απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Το να διαπιστώνεις ότι ο ανεξάντλητος γλωσσικός τους θησαυρός έδεσε μια χαρά με τις σύγχρονες πραγματικότητες και η ενσωμάτωση ακόμα και αμερινδικών εκφράσεων, του γεννά την ευτυχή αίσθηση πως ανήκει σε μια κουλτούρα που δεν τη βρίσκεις στα μουσεία, αλλά σε μια κουλτούρα του σήμερα, που διαμορφώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε μια εξαίσια, αέναη συγκολλητική διαδικασία. [σ. 19-23]

Ένα δισέλιδο κείμενο αφιερώνεται στον Ρομπέρτο Μπολάνιο και στα συναισθήματά του στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Εδώ αντιδιαστέλλεται ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας που έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί μια επώδυνη αλήθεια πως δεν έλαβε ποτέ μέρος φανερά, πανηγυρικά, στους αγώνες που έδωσε η γενιά του για αλλαγή της χιλιανής κοινωνίας με τον «μεγάλο προβοκάτορα» Χ.Λ. Μπόρχες. Και το πιο προσωπικό κομμάτι του τόμου (Παιδικά χρόνια) διασώζει τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του προς τον ίδιο: Μη στενοχωριέσαι. Όταν ήμουν στη φυλακή της Αλμερίας, ορκίστηκα να ζήσω, όχι για να δω τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. [σ. 220]

Εκδ. Opera, 2004, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 245, με δεκασέλιδες σημειώσεις [Luis Sepúlveda, Moleskin, 2004]

Δημοσίευση και σε mic.gr

11
Απρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 111

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 100, 101, 123 (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Η σιωπή είναι ένας χώρος, μια κοιλότητα όπου καταφεύγουμε για να προφυλαχτούμε αλλά στην ουσία δεν είμαστε ποτέ ασφαλείς. Η σιωπή δεν τελειώνει, σπάει. Η βασική της ιδιότητα είναι ότι θρυμματίζεται εύκολα· το αδιόρατο επιθήλιο που την περιβάλλει είναι διαφανές: αφήνει να περάσουν όλα τα βλέμματα.

Ξαφνικά βρήκε κάποια ομοιότητα ανάμεσα στη γραφή και τα χάδια, ανάμεσα στις λέξεις και τα συναισθήματα, ανάμεσα στη μνήμη και τη συνενοχή.

Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός. Η γλώσσα των ονείρων μου μού είναι όλο και πιο κατανοητή. Μιλάω για αγαπόνεια, όταν θέλω να δείξω τρυφερότητα, ενώ απαλοτέλεια είναι η περίεργη εκείνη ιδιότητα όλων όσοι μου μιλούν με τρυφερότητα. Λοφότητα, απεστήθος, ονειρόφανος, υψηλοπολώ είναι λέξεις που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι που εμφανίζονται στα όνειρά μου για να μου μιλήσουν για τοπία που νοσταλγώ και για μέρη που βρίσκονται πέρα από τα κάγκελα. Ονομάζουν κεζβέλ ό,τι παράγει μουσικούς ήχους και λυκονία το σφύριγμα του ανέμου. Λένε φραγοναντία για να μιλήσουν για τον ήχο του νερού στα ρυάκια. Μου αρέσει να μιλάω σε αυτή τη γλώσσα.

[Οι φωτογραφίες από την βασισμένη στο βιβλίο ταινία του José Luis Cuerda]

03
Μαρ.
12

Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν – Ποδόσφαιρο. Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού

Σάντα Μπαρτσελόνα & Σία

Το να είσαι οπαδός μιας ομάδας σου προσφέρει μια συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να συγκριθεί με τη φόρτιση μιας πολιτικής ή θρησκευτικής ένταξης, με αποτέλεσμα σήμερα να μπορούμε να πούμε ότι όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες είναι κάτι περισσότερο από ποδοσφαιρικές ομάδες: αντιπροσωπεύουν τα πατριωτικά αποθέματα σε έναν κόσμο που όλο και πιο πολύ έχουν λιγότερη σημασία οι πατρίδες και οι σημαίες. [σ. 23]

Το ποδόσφαιρο αποτελεί πλέον μια θρησκεία στα χέρια των μεγάλων πολυεθνικών, ένα άθλημα που μας επιτρέπει να ζήσουμε θρησκευτικά βιώματα απολύτως απαραίτητα στο συναισθηματικό μας οικοσύστημα, ένα σπορ που ανέδειξε αξιοθαύμαστες θεότητες οι οποίες, σε αντίθεση με τους αρχαίους μύθους, υπήρξαν χειροπιαστά όντα. Μόνο που οι παίκτες δεν είναι πλέον οι βασικοί ιερείς, ούτε οι πιστοί είναι οι κύριοι του ναού: τον γεμίζουν, αλλά η καταλυτική δύναμη του χρήματος βρίσκεται στις αποκλειστικότητες της τηλεόρασης και στη διαφήμιση, η δε λειτουργία του πλησιάζει πλέον την λογική των μοντέρνων χημικών ναρκωτικών.

Οι διοικούντες κάνουν μεταγραφές για να ικανοποιήσουν την καταναλωτική μανία του πλήθους και οι προπονητές ζητούν ποδοσφαιριστές που να ταιριάζουν στο σύστημά τους. Οι ομάδες επανασχεδιάζονται σύμφωνα με τους κανόνες πανίσχυρων οικονομικών και επικοινωνιακών κολοσσών και το παιχνίδι δεν εξαρτάται πλέον από το συντονισμό του ταλέντου κάποιων ποδοσφαιριστών που δημιουργούν αξέχαστες μαγικές στιγμές αλλά από συστήματα που φέρουν το όνομα του προπονητή. Οι παίκτες δεν ψάχνουν ομάδα αλλά σύστημα στο οποίο να χωράνε. Σ’ ένα τέτοιο βιομηχανοποιημένο ποδόσφαιρο η συγκίνηση θα είναι όλο και πιο τηλεκατευθυνόμενη. 

Σ’ ένα τεράστιο παζάρι που υποθάλπουν τα συμφέροντα των μάνατζερ και μια πολύπλοκη γκάμα μεσαζόντων οι ευρωπαϊκές ομάδες επιδίδονται σε μια διαρκή κινητικότητα, αγοράζοντας κοινοτικούς ποδοσφαιριστές τον Αύγουστο, για να τους αποδεσμεύσουν τον Δεκέμβριο και να πάρουν τον Ιανουάριο νέους παίκτες μέχρι το καλοκαίρι, παραμερίζοντας φυτώρια και ακαδημίες. Ο πιστός του ποδοσφαίρου που ταυτιζόταν με την ομάδα του και λόγω κοινής καταγωγής τώρα βλέπει κοσμοπολίτικες ομάδες που μοιάζουν με τη λεγεώνα των ξένων κι ο μόνος εναπομείνας παράγοντας ταύτισης είναι η νίκη. Το συναισθηματικό οικοσύστημα του ποδοσφαίρου μοιάζει να καταστρέφεται. Ιδίως η Ισπανία και η Ιταλία, οι δυο πιο νευρωτικές αγορές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου μετατρέπουν τις ομάδες τους σε αυθεντικές λεγεώνες των ξένων. Πώς μπορεί ο ντόπιος πιστός να ταυτιστεί με ιερείς μισθοφόρους;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κεφάλαια που αφιερώνονται στην περίπτωση του Ντιέγο Μαραντόνα, του φτωχού παιδιού που θα γινόταν μια μέρα όχι θεός, αλλά το χέρι του θεού και οποίος χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως ένας μύθος του ποδοσφαίρου και στη συνέχεια ως ένας αποδιοπομπαίος τράγος του αθλήματος. Τι συνέβη όταν ο αργεντινός που λατρευόταν σαν άγιος άρχισε να καταδιώκεται σαν ένας κοινός εγκληματίας που είχε σχέσεις με το εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός; Για ποιο λόγο ένα μετανοημένο πρώην μέλος της Καμόρα έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης με αντάλλαγμα πληροφορίες για δήθεν εμπλοκή του ονόματος του Μαραντόνα στον υπόκοσμο, ενώ ο πρόεδρος της Νάπολι μετατράπηκε σε ανηλεή διώκτη του; Ποια συμφέροντα έπαψε ο Ντιέγο «τους» να εξυπηρετεί;

Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίον περίμεναν τον Μαραντόνα, στο Μουντιάλ του 1994 στις ΗΠΑ, ένα κράτος όπου το ποδόσφαιρο διαγράφει μια μέτρια πορεία, οφειλόμενη, εν μέρει, στις ελάχιστες διεθνείς του επιτυχίες, σκανδαλώδες αμάρτημα για ένα λαό θριαμβευτών. Τα ποδοσφαιρικά είδωλα της Ευρώπης και της Αμερικής ήταν παντελώς άγνωστα στις ΗΠΑ με εξαίρεση τον ίδιο – εξ ου και το ενδιαφέρον της ΦΙΦΑ και τω πολυεθνικών να παίξει ή απλώς να περιφερθεί στο Μουντιάλ. Ο άλλοτε ανεπιθύμητος Ντιέγο, που είχε επισκεφθεί τον Αλφονσίν, (πρόεδρο της Αργεντινής μετά την δικτατορία του Βιντέλα) για να τον ευχαριστήσει για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ενώ παράλληλα διακήρυσσε τον θαυμασμό του για τους Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο και την περιφρόνησή του για τις καπιταλιστικές υπερδυνάμεις, που όταν δεν πήρε βίζα για τις ΗΠΑ ταξίδεψε μέχρι την Αβάνα για να δώσει στον Κάστρο μια φανέλα του, τώρα ήταν περισσότερο ευπρόσδεκτος από ποτέ.

Ο συγγραφέας είχε προσκληθεί να δει από κοντά την μαραντονική μήτρα της Μπόκα Τζούνιορς και γράφει πως ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι στο γήπεδό της είναι ένα ψυχόδραμα στις κερκίδες –  χαράδρες. Είναι αδύνατο να πιστεύει κανείς ο Ντιεγίτο είναι πάντοτε παρών στο θεωρείο του, αλλά ο κόσμος θέλει να πιστεύει πως είναι πάντοτε εκεί. Όλο σχεδόν το αργεντινό ποδόσφαιρο διαδραματίζεται σε μια πρωτεύουσα που συντηρεί δέκα ομάδες πολύ μεγάλης κλάσης, αλλά όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά για την Μπόκα, η πόλη το ζει με πιο μαζικό τρόπο καταλαμβάνοντας το συλλογικό υποσυνείδητο της αργεντινικότητας. Το να είσαι της Μπόκα υποδεικνύει έναν συγκεκριμένο τρόπο να κινείσαι και να ζεις στο Μπουένος Άιρες. Σαν να είσαι μέλος μιας ανοιχτής και απόλυτης σέκτας, σαν ένα fumetto [κόμικ] γεμάτο εικόνες από τους μύθους μιας πόλης χτισμένης στις προσχώσεις ενός ποταμού, εκείνης της «αργεντινικότητας» που κατέβηκε από τα καράβια για να συναντήσει μικρές πατρίδες από μπετόν….

Ο πρώην ποδοσφαιριστής και προπονητής Χόρχε Βαλντάνο, ο Μπενεντέτο Κρότσε του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όπως τον χαρακτηρίζει ο Μονταλμπάν, εξέδωσε στην Ισπανία το 1995 μια συλλογή διηγημάτων που είχαν σχέση με το ποδόσφαιρο, γραμμένων από γνωστούς συγγραφείς: Μπερνάρντο Ατσάγα, Χαβιέρ Μαρίας, Μπράις Ετσενίκε, Μιγκέλ Ντελίμπες, Εδουάρδο Γκαλεάνο, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, Οσβάλντο Σοριάνο, Μάριο Μπενεντέτι κ.ά. Αντιλαμβανόταν κανείς ότι το ποδόσφαιρο έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο στη συναισθηματική εκπαίδευση τόσο λατινοαμερικανών όσο και ισπανών συγγραφέων, αλλά ήταν οι Λατινοαμερικάνοι εκείνοι που καλλιέργησαν περισσότερο τη σχέση ποδοσφαίρου και λογοτεχνίας.

Πίσω στην Ευρώπη, το ποδόσφαιρο είναι πια η κυρίαρχη λαϊκή θρησκεία και ένας από τους λίγους μηχανισμούς ενεργούς συμμετοχής του πληθυσμού σε ένα φαινόμενο υποκουλτούρας. Οι επίσημες αρχές τολμούν όλο και λιγότερο να έρθουν σε αντίθεση με τις ποδοσφαιρικές ομάδες, γιατί αυτό σημαίνει να συγκρουστούν με ένα οργανωμένο και παθιασμένο τμήμα του εκλεκτορικού σώματος. Ο συγγραφέας διακρίνει πως στην Ισπανία ένα μεγάλο μέρος των ποδοσφαιρικών παραγόντων προέρχονται από τις κατασκευαστικές εταιρείες, ένα χώρο, δηλαδή, κατάλληλο για να κάνεις γρήγορα λεφτά με τις πιο απάνθρωπες στρατηγικές. Μας υπενθυμίζει άλλωστε την καθημερινή παρατήρηση των κοινωνιολόγων πως η αθλητική βία αποτελεί μοναδικό είδος αυθόρμητης βόας που δεν ασκούν μονοπωλιακά το Κράτος ή οι δυνάμεις καταστολής.

Ίσως τα πλήθη να έχουν ανακαλύψει έναν τρόπο να συμμετέχουν στα κοινά και να επικοινωνούν ακολουθώντας ένα τελετουργικό παρόμοιο ή ακόμα πιο ελκυστικό από εκείνο των θρησκειών ή των πραγματικών πολιτικών σχηματισμών. Σ’ αυτή την κοσμική θρησκεία επενδύονται τεράστια ποσά, που προέρχονται από τις πολυεθνικές αθλητικών ειδών. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο φάσμα των ποδοσφαιριστών – τηλεοπτικών σταρ (Μπέκαμ, Ροναλντίνιο), που υπόκεινται σε ένα σύστημα διπλής αξιολόγησης, τόσο για την συνεισφορά τους στα αθλητικά αποτελέσματα όσο και για την αποτελεσματικότητά τους στην πώληση προϊόντων, αλλά και στον Ρονάλντο, προϊόν μιας γενετικής «βιομηχανίας» που δεν ανήκε σε ομάδα αλλά σε επιχειρήσεις, ένας μύθος που κατασκεύασε η ΦΙΦΑ επειδή η βιομηχανία της χρειάζεται πολλούς τέτοιους μικρούς θεούς.

Σε κάθε περίπτωση, στην παρούσα συλλογή «δημοσιογραφικών» άρθρων του καταλανού συγγραφέα, τα οποία έγραφε επί τριακονταετία και άρχισε ο ίδιος να μαζεύει για μια συλλογική έκδοση, που δεν πρόλαβε λόγω του θανάτου του γίνεται φανερό όσο πότε πως το ποδόσφαιρο είναι πλέον ένα δικέφαλο τέρας: από την μία πολυεθνική επιχείρηση, από την άλλη κοσμική θρησκεία των μαζών (με τους πιστούς του κοινωνικές βραδυφλεγείς βόμβες στα χέρια κάποιων διοικούντων) κι ένα σκληρό ναρκωτικό των δημοκρατιών για να ελέγχουν την έλλειψη οράματος και την παράδοξη μοναξιά των μαζών.

Πάνω απ’ όλα βέβαια ο Μονταλμπάν παραμένει ένας θερμότατος οπαδός της Μπατσελόνα κι ένα ολόκληρο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στο ύστατο ισπανικό δίπολο που δεν έχασε ποτέ τον χαρακτήρα του πατριωτικού εμβλήματος καθώς η Μπαρτσελόνα αποτελεί το άοπλο σκέλος των εθνικιστικών καταλανικών διεκδικήσεων ενώ η Ρεάλ έχει επιφορτιστεί με την εκπλήρωση του ιστορικού πεπρωμένου της Ισπανίας. Εδώ ο συμβολικός αθλητικός στρατός της καταλανικότητας τίθεται απέναντι στον εκπρόσωπο του ισπανικού Κράτους και ο Μονταλμπάν δε χάνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσει αλλά κάποτε και να αναιρέσει τον διχασμό ή και να προβεί σε επιμέρους κριτικά εγκώμια σε Φίγκο, Λουίς Ενρίκε κ.ά. Για να καταλήξει στο ίδιο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε:  Είναι πιθανό το ποδόσφαιρο να φτάσει να γίνει μια προκάτ θρησκεία· προς το παρόν καταλαμβάνει το συμβολικό χώρο που άφησαν κενό η πολιτική ή οι πιο καλά διαρθρωμένες θρησκείες.

Εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σελ. 308 [Manuel Vásquez Montalbán, Fútbol. Una religión en busca de un dios, 2005]

Άγιος ο Φορ, άγιος ο Μπάκ, άγιο το δεκάρι, ελέησον υμάς. Πρόεδρε ημών, ο εν τοις επισήμοις, αγιασθήτω το πορτοφόλιό σου, ελθέτω η προεδρία σου, γεννηθήτω η μεταγραφή σου…

Δημοσίευση και σε mic.gr. Στις φωτογραφίες: Αλφονσίν – Μαραντόνα μετά το Μουντιάλ του 1986, το γήπεδο – χαράδρα της Μπόκα, ο Βαλντάνο μπροστά σε άλλου είδους τερέν, ο Πουγιόλ καθώς την περιμένει, πάντα με αγάπη, και ο Λόγος των Πιστών.




Νοέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.002.118 hits

Αρχείο