Archive for the 'Ισπανόφωνη Λογοτεχνία' Category



13
Φεβ.
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Η τρέλα του Πινοτσέτ

Αφήγηση: αντίσταση

Δεν έχω πρόθεση να χαθώ μέσα στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στον μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτόν της γραφής, αυτό το χαράκωμα όπου έφτασα όταν πια όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί, και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τόπος για αντίσταση. Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», και σ’ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα […] κατά της απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης. [σ. 122]

O Σεπούλβεδα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Πινοτσέτ κι αμέσως έσπευσε να τηλεφωνήσει στην σύντροφό του, ευχόμενος να μάθει πρώτα από εκείνον την είδηση που θα την χαροποιούσε αλλά και θα την γύριζε στην κόλαση της Βίγια Γκριμάλντι και στα νιάτα τους που κόπηκαν στα δυο. Από την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 και τα χρόνια του Πινοτσέτ, της χιλιανής Δεξιάς, του Κίσιντζερ, των βασανισμών, των εξαφανίσεων και του Κακού μεσολάβησε ένας μακρύς, ατέλειωτος αγώνας, που δεν άφησε την δικτατορία σε χλωρό κλαρί. Η Αντίσταση επί δεκαεπτά χρόνια υπενθύμιζε στο δικτάτορα πως είχε να αντιμετωπίσει μια αξιοπρέπεια εμπνευσμένη από τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τα λόγια του «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ».

Γράφω γιατί αναγνωρίζω στη γλώσσα μου τη μοναδική δυνατή πατρίδα, αφού η επικράτειά της δε γνωρίζει όρια και ο σφυγμός της είναι μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ο άγγλος ασθενής

Ο Πινοτσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο την εποχή του δεύτερου μεταδικτατορικού «δημοκρατικού» προέδρου της Χιλής, Εδουάρδο Φρέι, που άφησε άθικτους τους νόμους της δικτατορίας και που ανέλαβε να υπερασπιστεί λυσσαλέα τον τύραννο ώστε να μην εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν όμως επέστρεψε στη Χιλή με δόξα και τιμή δεν είχε υπολογίσει ότι το παράδειγμα του δικαστή Βαλτάσαρ Γκαρθόν θα το ακολουθούσαν και άλλοι χιλιανοί δικαστικοί κι ότι οι δικηγόροι του θα αναγκάζονταν να προσφύγουν στο αθλιότερο των τεχνασμάτων: να τον ανακηρύξουν παράφρονα, για να αποφύγει για μια ακόμα φορά τη δικαιοσύνη.

Το παραθυράκι που άνοιξε στη νομιμότερη των ελπίδων, να δικαστεί για τα προφανέστατα εγκλήματά του έκλεισε για μια ακόμα φορά. Η έκδοσή του στην Ισπανία, με όλες τις εγγυήσεις που είχαν στερηθεί τα θύματά του, δεν επιτεύχθηκε.  Ο Σεπούλβεδα δεν θα γευτεί την «ευτυχία του να δει τον τύραννο να ψελλίζει δικαιολογίες σαν γυναικούλα». Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, κρατούμενος. Του προσφέρω αυτό που εγώ δεν είχα ποτέ, που κανένα από τα θύματά του δεν είχε ποτέ: του πληρώνω ένα συνήγορο υπεράσπισης και του εγγυώμαι μια δίκαιη δίκη, με πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς του.

Το εμβόλιο της αμνησίας

To χιλιανό παρελθόν μεταξύ 1973 και 1989 επιχειρείται να διαγραφεί από τις μνήμες χάρη σ’ ένα αποτρόπαιο διάταγμα και στη βίαιη επιβολή της αμνησίας «δια λόγους εθνικής ασφαλείας». Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχτηκε πως η άρση της ασυλίας του δικτάτορα δήθεν συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική ειρήνη στη Χιλή και τη νεαρή «δημοκρατία» της· δημοκρατία που μοιάζει με θλιβερή φάρσα όσο ο Πινοτσέτ διατηρεί την έδρα του ισόβιου γερουσιαστή. Με αυτό τον τρόπο όμως παραμένει ορθάνοιχτο το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, την μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω τω τριών ατόμων, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, το χαφιεδισμό ως πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του «Κάτι θα ’χει κάνει» που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο· τότε που αρκούσε μια υποψία ή ένα «κάρφωμα» για να φυλακιστείς, να εξοριστείς ή να εξοντωθείς,

Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων, γιατί η λέξη είναι όντως μια θεμελιώδης πράξη και όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται.

Δημοκρα- τι;

Όσο ο Πινοτσέτ και οι 531 ένστολοι που αναφέρονται στην Έκθεση Ρέτιγκ [από το όνομα του Raul Rettig που ηγήθηκε των ερευνών για τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις] ως βασανιστές, απαγωγείς και δολοφόνοι άνω των τεσσάρων χιλιάδων Χιλιανών δεν τιμωρούνται, η κοινωνική ειρήνη παραμένει για τους Χιλιανούς μια ουτοπία. Η δημοκρατική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι μια αμείωτη δουλικότητα μπροστά στην οικονομική και την στρατιωτική εξουσία. Η δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση μεταβατική, μια παραχώρηση εκ μέρους αυτών που κατέχουν την εξουσία, ένα κενό ατιμωρησίας.

…όσο η Χιλή δεν ανακτά τον τελευταίο των εξαφανισμένων, όσο εξακολουθεί να αγνοεί πότε πέθανε, πώς πέθανε, ποιοι τον σκότωσαν και, πάνω απ’ όλα, πού είναι τα λείψανά του, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή, κι είναι χρέος των έντιμων ανθρώπων να την κρατούν καθαρή κι ανοιχτή, γιατί αυτή η πληγή είναι η ιστορική μας μνήμη.

Οι μνήμονες

Αν όμως κάποιοι – κατονομαζόμενοι εδώ, γιατί ο Σεπούλβεδα μιλάει πάντα με ονόματα – προτίμησαν να εμβολιαστούν με το κρατικό βάλσαμο της αμνησίας, χιλιάδες έμειναν κρατημένοι απ’ τη ζωή χάρη και μόνο στην άσκηση της μνήμης, γνωρίζοντας γιατί βρέθηκαν εξόριστοι, διατηρώντας την επίγνωση όλων όσων έκαναν κι όσων μπορούσαν να κάνουν και δεν έκαναν, αναγνωρίζοντας τους τους ενόχους της χιλιανής τραγωδίας, ορκιζόμενοι πως κάποια μέρα θα δέχονταν την τιμωρία που τους άξιζε…

Μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης […] Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε – όλα τα είχαμε, εκτός από τα όπλα.

Ο Σεπούλβεδα διανθίζει τα σύντομα κείμενά του με μνήμες από αξέχαστα πρόσωπα και περιστατικά. Αναφέρεται στην στράτευσή του στην προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αγιέντε, την GAP [Gringo de Amigos Personales – Ομάδα Προσωπικών Φίλων], θυμάται περιστατικά όπως όταν, υπό τις διαταγές του ποιητή Σέρχιο Λέιβα που δολοφονήθηκε το 1973, απέτρεψαν με τα όπλα το να δηλητηριαστούν με τοξίνες βορειοαμερικανικής προέλευσης πολλά υδρευτικά αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τα οποία τροφοδοτούσαν το Σαντιάγο με λαχανικά.

Η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική

Το βιβλίο περιλαμβάνει είκοσι δύο άρθρα του που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου, διαβάστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Χιλής και τυπώθηκαν σε φυλλάδια που μοιράστηκαν στους δρόμους της κατά τις ημέρες που ο «τρελός» ήταν κρατούμενος στο Λονδίνο· άρθρα «αγκιτατόρικα και ανατρεπτικά, γιατί η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική».

Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες.

Όσο, κάθε φορά που γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση, παραλείπεται να αναφερθεί ότι η πειραματική φάση αυτού του άδικου σχεδίου διευθέτησης των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε με πειραματόζωα δυο νοτιοαμερικανικές χώρες που είχαν υποστεί κτηνώδεις δικτατορίες, έργο εμπνευστών του ίδιου σχεδίου, κι όσο οι ένστολοι θρασύδειλοι κρύβονται στις τρύπες τους ή μεταμφιέζονται σε νομιμόφρονες «πολίτες» ο γκρίζος χιλιανός ουρανός της θα βρέχει ακόμα ακαθαρσίες, ο Σεπούλβεδα δεν θα πάψει να τονίζει: Ο εφιάλτης μας δεν τελείωσε. Ο δικός σας μόλις άρχισε.

 Σημ. Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. Κατά μια μέγιστη ειρωνεία της Ιστορίας, πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου [2006] Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκδ. Opera, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 126 [Luis Sepúlveda, La locura de Pinochet, 2001]

Ένα τραγούδι για την περίσταση: εδώ.

Advertisements
14
Ιαν.
12

Andrés Trapiello – Μέρες και νύχτες. Το ημερολόγιο του Χούστο Γκαρθία Βάγιε

 Η μεγαλύτερη νίκη του ηττημένου

«Πολλές φορές ευχήθηκα να είχα πεθάνει, γιατί ποτέ μου δεν φαντάστηκα ότι η θλίψη μπορεί να κάνει τόσο κακό σ’ έναν άνθρωπο. Μοιάζει με μαχαίρι μόνιμα καρφωμένο στο στήθος, κάτι που σε καίει αλλά ταυτόχρονα σου παρατείνει τη ζωή, μια αγωνία που όσο σε βασανίζει τόσο σε απομακρύνει από τον θάνατο. Πιστεύω πως κάτι ανάλογο συμβαίνει και μ’ εκείνους τους άγριους ταύρους που αρνούνται πεισματικά να πεθάνουν μέχρι να τους μπήξει μια πονετική ψυχή τη σπάθα στο σβέρκο». (σ. 124)

Ο Χούστο Γκαρθία Βάγιε έχει συμφιλιωθεί πλήρως με την ιδέα του θανάτου, πόσο μάλλον καθώς η βεβαιότητά του είναι δεδομένη και τόσοι φίλοι του έχουν χαθεί. Αντίθετα βασανίζεται απ’ όλα όσα ακολουθούν την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο πόλεμος και η Ισπανία χάθηκαν, αφήνοντας ένα ολέθριο κενό στην ψυχή. Η πλήρης απώλεια ηθικού είναι διαβρωτική, η αίσθηση πως ούτε η λαϊκή και δικαιική συμπόρευση, ούτε ποιοτική και αριθμητική υπεροχή έφεραν τη νίκη, αβάσταχτη. Η παράδοση των όπλων και η εγκατάλειψη του ισπανικού εδάφους δημιουργούν ταυτόχρονα ενοχή («που δεν τα δώσαμε όλα, που είμαστε ακόμα ζωντανοί») και μη ενοχή («αφού το μόνο που κάναμε ήταν ν’ αμυνθούμε κατά του φασισμού») και σηματοδοτούν την αρχή της πραγματικής ήττας: «Όσο πολεμούσαμε, ήμασταν στρατός. Από δω και πέρα δεν είμαστε τίποτα». Τι μένει λοιπόν για έναν ηττημένο που έχει χάσει τα πάντα;

Ένα βουβό καραβάνι των στρατιωτών με μια βαλίτσα στο ένα χέρι και όπλο στο άλλο, ατέλειωτη πεζοπορία μέχρι τον γαλλικό καταυλισμό (ένα χοιροστάσιο ανθρώπινων υπολειμμάτων στον παγωμένο αέρα), θέρμανση απ’ τον πυρετό του συντρόφου ή τα ούρα τους, πολύωρη ορθοστασία δίπλα στα απλωμένα ρούχα για να μην τα κλέψει κανείς, μια ευθεία γραμμή από τον εξευτελισμό στην παράνοια. «Δεν τολμούσαμε να κοιταχτούμε κατά πρόσωπο, μήπως κι ανακαλύψουμε στον διπλανό μας την εικόνα της δικής μας εξαθλίωσης». Κι ύστερα η αισχρή αφαίμαξη από τους φύλακες των συνόρων, η αντιμετώπιση των προσφύγων ως μιασματικών εισβολέων και χολεριασμένων ληστών, η οικονομική τους εκμετάλλευση ακόμα και στον τραγικό πλου προς την ελευθερία. Μένει μόνο η χαμηλόφωνη διήγηση των βασάνων: «Εδώ κανένας δεν διεκδικεί τα πρωτεία του πόνου, όλοι βρίσκονται στα όριά τους».

Τα τέσσερα στάδια της αδιανόητης οδυσσειακής πορείας (υποχώρηση – πέρασμα συνόρων, καταυλισμός, αναμονή σε Τουλούζη και Παρίσι, αναχώρηση για Μεξικό σ’ ένα συνωστισμένο πλοίο) διαμοιράζονται σε ισάριθμα κεφάλαια ψύχραιμης και ρεαλιστικής αφήγησης όπου το πικρόχολο χιούμορ και η διαπεραστική κριτική εναλλάσσονται με πλήθος συγκλονιστικών σκηνών, τραγικών (το σκληρό πλιάτσικο σε σπίτι αμάχων, η μυστική κήδευση του παιδιού στα κύματα προς αποφυγή του πανικού εν πλω), εικαστικών (η σύναξη των ηττημένων δυνάμεων σ’ ένα σχολείο με τα καμιόνια παρκαρισμένα σύριζα στους τοίχους των σπιτιών να μοιάζουν στο μισοσκόταδο με όρθιους ταύρους που περίμεναν τον θάνατο) αλλά και ευτράπελων (το ομαδικό τραγούδι της Διεθνούς διακόπτεται από ένα μεγάλο κύμα κι όλοι κατεβάζουν τις υψωμένες γροθιές για να πιαστούν από κάπου τρομαγμένοι).

Η συναρπαστική αφήγηση παραδίδεται υπό μορφή ημερολογίου, γραμμένου σε δυο τετράδια που «ανακάλυψε» ο συγγραφέας και τα οποία υπήρξαν για τον Χούστο παραμυθητικά συντροφέματα και αντιφοβικά φάρμακα, υποβοηθήματα επιβίωσης και υποσχετικά κατάθεσης. Γι’ αυτό δεν σταματούσε να γράφει ακόμα κι όταν το μολύβι του γινόταν μικρότερο κι από ένα σπίρτο, δίνοντας πνοή και στους υπέροχους ανθρώπους που δεν θα γνώριζε κάτω από άλλες συνθήκες. Εδώ ξεχωρίζει ο ανθρώπινος ως το τέλος λοχαγός Αλμάδα αλλά κυρίως η αξέχαστη μορφή του Τόμας Λέχνερ, ενός αινιγματικού εθελοντή που πολέμησε για τα ίδια ιδανικά αλλά για διαφορετικούς λόγους, που προσωποποιούσε την δράση και την ολική αυτάρκεια και του οποίου οι εμβολές στο μύθο υπήρξαν καταλυτικές. Ο Λέχνερ γνώριζε την ασημαντότητά του αλλά κοίταζε πάντα μπροστά ακόμα και με δεμένα μάτια, αποδίδοντας δικαιοσύνη με τον δικό του τρόπο. Συγγραφέας όλων των ειδών και δημοσιογράφος, ο Ισπανός Αντρές Τραπιέγιο (1953) διαχειρίστηκε ένα πολύπτυχο τραγικό θέμα με τον πλέον αντιηρωικό τρόπο, φωτίζοντας το κενό μιας αντίστοιχης σύγχρονης ελληνικής αντιμετώπισης.

Ο παραλογισμός του πολέμου βρίσκεται, κυρίως, στις λεπτομέρειες. Ποτέ τα πράγματα δεν είναι αυτά που φαίνονται, ούτε έρχονται από τον συντομότερο δρόμο. Όταν το κρύο φωλιάσει μέσα σου, όπως έγινε μ’ εμένα, είναι δύσκολο να το βγάλεις από κει. Μοιάζει με τον λεκέ της υγρασίας στον τοίχο· έρχεται από μέσα. (σ. 121)

Για τέτοιες στιγμές αξίζει κανείς να απολαμβάνει μια τόσο σπουδαία λογοτεχνία: για να «βλέπει» τα χορτάρια που μένουν ακίνητα και τη φύση που κρατάει την αναπνοή της καθηλωμένη απ’ τις βέβηλες πράξεις, για να συνομιλεί με τις σκέψεις ενός αξέχαστου ήρωα: για τους ιδεαλιστές που επέλεξαν να επιστρέψουν, διατηρώντας τουλάχιστον την επιλογή του τόπου θανάτου, για τον μεγάλο εχθρό στον οποίο μετατρέπεται η σκέψη όταν αφήνεις τα προβλήματα να τριγυρίζουν στο μυαλό σου. Για τις οριακές στιγμές όπου τα πόδια κινούνται σαν τα μηχανικά μέλη ενός ανδρείκελου πιστεύει πως θα περπατάει ως το τελευταίο λεπτό της ζωής του, για τον πόλεμο (όπου μάχεσαι για μία και μόνο ιδέα, αλλά μπορεί να σε σκοτώσουν για ένα σωρό λόγους), τον πόλεμο που μας έχει κάνει όλους γέρους. Μιλάμε σαν γέροι, με αποφθέγματα που δεν είναι παρά φράσεις κοινότοπες και ηλίθιες.

Αυτό είναι το κακό με τους πολέμους: κάποια στιγμή, καταντάς να κάνεις πράγματα εξευτελιστικά, να υποβιβάζεις τον εαυτό σου, να χάνεις τον αυτοσεβασμό σου. Όταν κλέβεις ένα παλιό σώβρακο, απλωμένο σ’ ένα συρματόπλεγμα, το κάνεις επειδή  πιστεύεις ότι δεν αξίζεις τίποτα πια, ότι είσαι ήδη νεκρός· και στους νεκρούς όλα επιτρέπονται (σ. 197). Αλλά ακόμα κι όταν οι κολλημένες στους τοίχους επαναστατικές αφίσες φέρνουν τώρα το αντίθετο αποτέλεσμα (θυμίζουν την ήττα και σμπαραλιάζουν το ηθικό), ακόμα κι όταν του φαίνεται σαν ψέμα που έχασαν τον πόλεμο από άντρες σαν κι εκείνους, εκείνος έγραφε για να μη σκέφτεται και για να μη φοβάται, κι όσο μπορούσε κι έγραφε, ένοιωθε πως δεν έχει χάσει το παιχνίδι.

Ο αφηγητής αυτός δεν έπαψε να αναρωτιέται συνεχώς για την «πίσσα» των αναμνήσεων, που, σύμφωνα με μια άποψη, έπρεπε να καταλύονται ως αστικό και φασιστικό κατάλοιπο, καθώς η ιστορία απαιτούσε να κοιτάζει κανείς μπροστά κι όχι πίσω. Όμως παραδόθηκε ενσυνείδητα στην επώδυνη δοκιμασία της μνήμης, συγκεντρώνοντας κάθε σχετικό γραπτό και δημιουργώντας ένα τεράστιο αρχείο που αντηχεί σαν το κοχύλι που κρατούσε πάντα μαζί του. Και τελικά τούτο το σπαράσσον «ημερολόγιο» δεν μπορεί να μην σε γεμίζει με την ισχυρότερη αισιοδοξία, γιατί ο χαρακτήρας του έζησε για να μιλήσει εκ μέρους όλων εκείνων που βίωσαν όλα εκείνα τα ανείπωτα, χωρίς να μπορέσουν ποτέ να τα γράψουν.

Εκδ. Πόλις, 2009, μτφρ. – σχόλια: Κυριάκος Φιλιππίδης, σελ. 344 (Andrés Trapiello, Días y Νoches, 2000). Σε όλες τις φωτογραφίες οι πρόσφυγες του Ισπανικού Εμφυλίου. Στην τελευταία, η άφιξη προσφύγων στο Le Perthus [1939].

09
Ιαν.
12

Πάμπλο Τουσέτ – Ο άρχοντας των χοιρινών

Ο διάβολος στο σφαγείο

Βέβαια, όποιος δεν ξέρει να βρει απολαύσεις στη ζωή, πιθανώς δεν μπορεί να τις βρει ούτε στο θάνατο. Υποθέτω πως ένας αυτόχειρας bon vivant θα ήταν παραδοξολογία – δε νομίζετε; Το θέμα είναι πως ούτε οι αυτόχειρες μπαίνουν στο χωριό μας. Συνεχίζουν στον αυτοκινητόδρομο, κάνουν το γύρο του Ορλά και πηδάνε. Μερικές φορές με το αμάξι· εκεί κάτω έχει γίνει νεκροταφείο αυτοκινήτων πια.

Υπάρχει περισσότερο αποτρόπαιο σκηνικό από ένα σφαγείο ή εφιαλτικότερη διαδικασία από εκείνη του σφαγιασμού; Ανεξαρτήτως απάντησης ο Τουσέτ στην παρούσα αστυνομική «δοκιμή» δεν παρασύρεται από τον εντυπωσιασμό που παρέχει ένα τέτοιο περιβάλλον. Τόσο ο τόπος όσο και τα διαδοχικά στάδια της σφαγής αποτελούν μεν τα δεδομένα ενός φόνου μιας 65χρονης γυναίκας σ’ ένα απομακρυσμένο ορεινό ισπανικό χωριό, μένουν όμως στο περιθώριο της αφήγησης. Δεν τον ενδιαφέρει η διαλεύκανση του εγκλήματος αλλά οι δαιδαλώδεις, περιπεπλεγμένες παρακαμπτήριοι προς την διάπραξή του.

Η διάβασή τους διίσταται σε δυο μέρη («Στον Κόσμο», «Στον Παράδεισο») που παρακολουθούν αντίστοιχα τις πορείες δυο διαφορετικών αστυνομικών. Ο Πουγιόλ, τυπικός εκπρόσωπος του παραδοσιακής «σχολής», κρατάει σημειώσεις για τα πάντα, σε μια προσπάθεια να ενταχθεί στην «λογική των νέων καιρών» ακόμα και μέσω της σύγχρονης μουσικής. Προσεγγίζοντας θεωρητικά το έγκλημα, μελετά συγγράμματα περί ψυχοπάθειας και αγωνίζεται να επιλύσει τον γρίφο της επιγραφής που βρέθηκε στο θύμα και των παρεμφερών στίχων που δημοσιεύτηκαν σε επαρχιακό λογοτεχνικό περιοδικό. Ο Τόμας περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη πολιορκώντας και αποπλανώντας μια νεαρή γυναίκα. Ο συγγραφέας προφανώς επιθυμεί να διασκεδάσει την διάθλαση του μύθου, παραχωρώντας μεγάλη έκταση στην αμερικανική εμπειρία του «Τ.» και στις συχνά εξουθενωτικές λεπτομέρειές της, προτού καταλήξει στο σημείο σύγκλισης των δυο ερευνών: την εξιχνίαση του ελάχιστου ποσοστού των ανεξιχνίαστων υποθέσεων και την διείσδυση στον κόσμο της ψυχοπάθειας. Μόνο που ο «Τ.» φαίνεται αποτελεί ο ίδιος κομμάτι του, όσο κι αν διατείνεται πως αποτελεί την μεταμοντέρνα εκδοχή ενός ιεροεξεταστή» και πως «υπάρχουν μόνο δυο κατηγορίες ιεροεξεταστών: ή είμαστε ψυχοπαθείς ή ακριβώς το αντίθετο – κάποιος που πιστεύει σε κάποιο είδος δικαιοσύνης ή γενικού καλού στο οποίο πρέπει να συμβάλλει.

Στο πιο ενδιαφέρον τμήμα του μυθιστορήματος (τιτλοφορούμενο πλέον «Στην Κόλαση») ο «Τ.» μεταβαίνει στο χωριό του εγκλήματος δήθεν ως νέος κάτοικος με σκοπό να εργαστεί αργότερα στο σφαγείο. Το Σαν Χουάν δε Ορλά απολαμβάνει την «αίγλη» ενός καθαρτηρίου έκτισης ποινής, αλλά και του ενδιαιτήματος του Μοπασάν λίγο προτού τρελαθεί. Οι περίεργοι έως αποτρόπαιοι κάτοικοι αυτού του εσωστρεφούς και αποκλεισμένου κόσμου, που μοιάζει με «μια λασπότρυπα τρύπα του συστήματος» και «όπου οι ειδήσεις μοιάζουν με σίριαλ επιστημονικής φαντασίας», όπως καγχάζει ένας εξ αυτών, κινούνται μεταξύ του μοναδικού μπαρ, όπου η ίδια κασέτα γυρίζει ατέρμονα στο κασετόφωνο, της εκκλησίας όπου η λειτουργία γίνεται από μια τηλεόραση μπροστά στο ιερό και του τοπικού «συνεταιρισμού».

Έτσι ζούμε σ’ «ένα νησί της λησμονιάς…μια τρύπα του συστήματος…ή μάλλον μια λασπότρυπα. Να βλέπεις εδώ τις ειδήσεις είναι το ίδιο σαν να βλέπεις σίριαλ επιστημονικής φαντασίας, και θα το αντιληφθείτε κι εσείς αν αντέξετε.

Ο συγγραφέας δοκιμάζει ιδιότυπες παρομοιώσεις για την περιγραφή της πόλης και των ενοίκων της (ένας εξοργισμένος Διογένης, ο Γολιάθ της κυκλοφορίας, οι Παρθένες και ο Μινώταυρος, οι υπάλληλοι στους δρόμους σαν σκουλήκια στο πτώμα της), μιας πόλης που μπορεί και να είναι νεκρή· μόνο η ανάμνηση αυτού που άλλοτε ήταν, και αν βράζει από την ακατάπαυστη κίνηση, σαν ένα ψόφιο σκυλί με εκατομμύρια σκουλήκια πάνω στο πτώμα του που παλεύουν να επιβιώσουν.

Τελικά το εφιαλτικό σφαγείο της UNI-PORK με τον θάλαμο της απεντέρωσης και τις αίθουσες τεμαχισμού και ψύξης, τον υδάτινο και ξερό μαστιγωτή, το μηχάνημα ηλεκτρονάρκωσης των χοίρων και το σαν κόλαση ζουμί μοιάζει το ιδανικό συμπλήρωμα στη ζέχνουσα εργατική και ανθρωπολογική παθολογία της πόλης. Η «γραμμή της θυσίας» στην αλυσίδα της περίκλειστης βιομηχανίας του σφαγείου, η νάρκωση του θύματος σε μια μακρόχρονη και περίπλοκη διαδικασία ως το θάνατο, η ταύτιση του χοίρου με την ηδονή, την αμαρτία και την ρυπαρότητα αλλά και η χρήση του ως μεταφορέα παράνομων εμπορευμάτων ραμμένων στην κοιλιά του, οι εξάρσεις απρόκλητης και αψυχολόγητης βίας και η επακόλουθη διέγερση και  αμνησία είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που ορίζουν τον πολύπλευρο κύκλο του αινίγματος – εγκλήματος. Που πιθανώς «ζήλεψε» την φήμη του άξενου αυτού τοπίου ως ιδανικού τόπου αυτοχειρίας, καθώς ο κόσμος δε βολεύεται να βάλει ένα λάστιχο στην εξάτμιση και να ρουφήξει μονοξείδιο του άνθρακα, θέλει κάτι πιο θεαματικό, κάτι σαν ένα τελευταίο λεπτό δόξας.

Τελικά κάθε μέρα βλέπουμε και κάνουμε ένα σωρό πράγματα για τελευταία φορά στη ζωή μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε, δίχως καιρό για αποχαιρετισμούς.

Εκδ. Opera, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 2008, 475 σελ. [Pablo Tusset, En el nombre del cerdo, 2006]

Δημοσίευση και στο mic.gr [υπό τίτλο: The Lord of the Pigs ή όταν το νουάρ γίνεται ροζ, κι όχι με την ερωτική έννοια…]. Στις φωτογραφίες, εγκαταλειμμένα σφαγεία.

29
Οκτ.
11

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια

Ο ιδανικός λογοτέχνης

Ο Αλμπέρτο Μέντεθ (Ρώμη, 1941) έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Ιταλία κι επιστρέφοντας στην πατρίδα του την Ισπανία σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία, έγινε ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Ciencia Nueva. Στρατευμένος αριστερός, υπήρξε θύμα της λογοκρισίας για την εκδοτική του δραστηριότητα και διώχθηκε από το καθεστώς του Φράνκο για την δημόσια έκφραση των ιδεών του. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε προς το τέλος της ζωής του. Το παρόν βιβλίο είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα. Ολοκληρώθηκε λίγο πριν το θάνατό του και τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας. Μετά θάνατον φυσικά. Πρόκειται για μυθιστόρημα υποδειγματικό, με λογοτεχνικότατη γραφή, εναλλασσόμενους τρόπους αφήγησης και αληθινή ποίηση. Αφάνταστα τρυφερό και αφάνταστα σκληρό. Διηγείται την ιστορία τεσσάρων ηττών, μια για κάθε έτος μεταξύ 1939-1942.

Πρώτη ήττα

Τι είδους θάνατο άραγε επιλέγει ο λοχαγός Αλεγκρία όταν διασχίζει το πεδίο της μάχης κραυγάζοντας «Είμαι ένας παραδομένος»; Εδώ και τρία χρόνια αυτός ο νέος, που θύμιζε περισσότερο ασκούμενο συμβολαιογράφο παρά στρατιώτη, παρατηρούσε ως διαχειριστής εφοδίων τον ρακένδυτο εχθρό με τα πολιτικά ρούχα [που μάχεται λες και βοηθά κάποιον γείτονά του να φροντίσει έναν άρρωστο συγγενή] και είχε καταλάβει πως ο δικός του στρατός σύντομα θα εξοντώσει τις πολιτείες τους. Αρχικά σκέφτεται πως ένας στρατός που δεν έχει ψυχή στρατού πρέπει να ηττηθεί. Αργότερα θα ορίσει την πράξη του ως μια ανάποδη νίκη. Δεν θέλησε να λιποτακτήσει από τους φρανκιστές αλλά να παραδοθεί: να παραμείνει εχθρός των δημοκρατικών παραδεχόμενος όμως την ήττα του. Είχε καταταχθεί στις δυνάμεις των πραξικοπηματιών για να υπερασπιστεί αυτά που ήταν πάντοτε δικά του. Ο δικός του πόλεμος έγκειτο στο να διανέμει και να τακτοποιεί ό,τι ήταν αναγκαίο ώστε οι άλλοι να σκοτώνουν έναν εχθρό που δεν είδε ποτέ του από κοντά. Αιχμάλωτος πλέον του Ένδοξου Εθνικού Στρατού καταδικάζεται ως ένοχος προδοσίας. Τους δηλώνει πως ο πραγματικός λόγος της προδοσίας του ήταν επειδή η πλευρά του δεν θέλησε να κερδίσει τον πόλεμο κατά του Λαϊκού Μετώπου αλλά να τους σκοτώσουν.

Στο υπόστεγο των καταδικασμένων σε θάνατο ο Αλεγκρία έγραψε τρεις επιστολές: προς την αρραβωνιαστικιά του (Δεν είχα χρόνο να κάνω σχέδια, γιατί η φρίκη ματαίωσε το μέλλον μου, αλλά να είσαι σίγουρη ότι εσύ θα ήσουν η σπονδυλική στήλη των πλάνων μου), στους γονείς τους και προς τον Φράνκο (αυτά που έχω δει εγώ οι άλλοι τα έχουν ζήσει και συνεπώς είναι αδύνατο να παραμείνουν ξεχασμένα ανάμεσα στα λευκόκρινα). Θα είχε εγκλιματιστεί στον δίχως συναισθηματικές εξάρσεις θάνατο αλλά υπέφερε επειδή η ζωή του εξαρτιόταν από την τυχαιότητα του να βρίσκεσαι ή όχι στη γωνία που είχε επιλεγεί για να καθοριστεί ποιοι θα πέθαιναν. Δεν δεχόταν το τυχαίο, χρειαζόταν την τάξη.

Κάποια μέρα ήρθε η σειρά του να ανέβει στο φορτηγό· ένα σιωπηλό σφίξιμο στο χέρι τον εισήγαγε στην κοινότητα των χαμένων. Όταν ώρες αργότερα ανέκτησε τις αισθήσεις του, ήταν θαμμένος σε ομαδικό τάφο, χωμένος ανάμεσα σε νεκρούς και χώμα. Κι όταν άκουσε τον δικό του θρήνο, κατάλαβε ότι ήταν ζωντανός. Αργότερα θα αναφερόταν σ’ εκείνη τη στιγμή σαν να επρόκειτο για γέννα. Είχε αίματα παντού, αλλά το χώμα είχε καυτηριάσει την πληγή της σφαίρας. Στην πεδιάδα όπου τον βρήκαν έτρεμε σαν ετοιμοθάνατος και σερνόταν σαν σκουλήκι. Εκείνους τους καιρούς μόνο οι νεκροί δεν προκαλούσαν φόβο. Η ντροπή για την αποφορά του τον κρατούσε σιωπηλό – ίσως ήταν κι αυτός ένας τρόπος να μη δώσει εξηγήσεις. Όταν τον περιέθαλψαν ξεκίνησε για το χωριό του. Η θηριώδης προσπάθειά του να διασχίσει τα δυο βουνά που υψώνονταν εκεί για να χωρίσουν την Ισπανία στα δυο ήταν ένας ακόμα τρόπος γα να αγνοήσει τα διαχωριστικά όρια, για να δείξει ότι ήθελε πάντα να βρίσκεται και στα δυο μέρη. Στη θέα των στρατιωτών σκεφτόταν: Αυτοί είναι που κέρδισαν τον πόλεμο; Όχι, αυτοί θέλουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους όπου δεν θα φτάσουν ως τροπαιούχοι στρατιωτικοί αλλά ως όντα ξένα προς τη ζωή, ως απόντες από την ίδια τους την εστία και σιγά σιγά θα μετατραπούν σε ηττημένη σάρκα…

Ποιου το μέρος πρέπει να πάρει ένας στρατιώτης που κερδίζει έναν πόλεμο και ταυτόχρονα τον χάνει; Και πως είναι δυνατό να μπορέσει ο ίδιος να συνεχίσει να ζει;

Δεύτερη ήττα

Γενικό Αρχείο της Χωροφυλακής, κίτρινος φάκελος, ένδειξη αποθανών άγνωστος. 26 σελίδες που βρέθηκαν, δίπλα στο σκελετό ενός ενήλικα άντρα και το γυμνό κορμάκι ενός μωρού. Η Έλενά του πέθανε στον τοκετό, το μωρό έμεινε ζωντανό, η δραπέτευση στη Γαλλία είναι αδύνατη. Κρατά το χέρι του μικρού κι όταν αισθάνεται τα δάχτυλα του να τον χαϊδεύουν φοβάται την μετατροπή της αίσθησης σε ανάμνηση. Έχασαν έναν πόλεμο, δεν πρέπει να προσφέρουν ακόμα μια νίκη (τη σύλληψή τους) στους φασίστες. Αν ο θεός για τον οποίο μου έχουν μιλήσει ήταν ένας καλός θεός, θα μας επέτρεπε να επιλέξουμε το παρελθόν μας.

Αυτό το μωρό συνελήφθη πάνω στην κάψα του φόβου. Ευτυχώς ο θάνατος δεν είναι μεταδοτικός, ενώ η ήττα είναι. Όσο κι αν υποφέρει, συνεχίζει να βυζαίνει με λαχτάρα. Η ζωή τού επιβαλλόταν με κάθε μέσο. Σιγά σιγά καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Πιο πριν ήταν κάτι το περίεργο μέσα στην καλύβα· τώρα όλη η καλύβα στρέφεται γύρω από αυτό. Η απόλυτη εξάρτησή του από αυτόν του δίνει την αίσθηση πως είναι σημαντικός.

Θυμάται το ήσυχο φτωχό χωριό του να μη νοιάζεται για τίποτα εκτός από το φόβο που το έκανε να κλείσει τα μάτια όταν σκότωσαν τον δάσκαλό του, έκαψαν όλα τα βιβλία του και εξόρισαν για πάντα τους ποιητές που εκείνος απήγγελλε από μνήμης. Ο ίδιος αισθάνεται ένας ποιητής δίχως στίχους. Θυμάται τον πόλεμό του: Με μολύβι και χαρτί ρίχτηκα στο πεδίο της μάχης και από το σώμα μου ανάβλυσαν, κατά χιλιάδες, λέξεις που παρηγόρησαν τους τραυματίες· από αυτή όμως την παρηγοριά πους σχεδίαζα ξεπήδησαν κτηνώδεις στρατηγοί που δικαιολόγησαν την ύπαρξη τραυματιών.

Αν χάσω την οργή μου, τι θα μου μείνει; Ακόμα και η θλίψη μου έχει στερεοποιηθεί από το κρύο. Μου έχει μείνει μόνο ο φόβος που τόσο με φόβιζε. Αν συνεχίσουν στην καλύβα, θα πεθάνουν κι οι τρεις, το παιδί, η αγελάδα κι αυτός. Αν κατέβουν στην κοιλάδα, θα πεθάνουν κι οι τρεις. Δεν θυμάται πλέον τα ποιήματα που απήγγελλε στους στρατιώτες. Με την πείνα το πρώτο πράγμα που πεθαίνει είναι η μνήμη. Πόσο ατέλειωτος είναι ο χρόνος δίχως ένα φιλί; Όταν χάνει το μολύβι η σιωπή είναι αβάσταχτη. Όταν μετά από μέρες το ξαναβρίσκει κάτω από καυσόξυλα, νοιώθει πως ανακτά το χάρισμα του λόγου. Αλλά όλα θα τελειώσουν όταν τελειώσει το τετράδιο. Γι’ αυτό και αρχίζει να γράφει αραιότερα. Η τελευταία λέξη που θα γράψει θα είναι «μελαγχολία». Αλλά θα έχει προλάβει να βαφτίσει έτσι, με το μολύβι, τον μικρό «Ραφαέλ».

Τρίτη ήττα

Ο καθηγητής τσέλου Χουαν Σένρα είπε ναι και, δίχως να το ξέρει, έσωσε προσωρινά τη ζωή του. Ο μικροκαμωμένος συνταγματάρχης Εϊμάρ (με μια πανοπλία παράσημα που μάλλον θωρακίζουν παρά δοξάζουν το στήθος του) τον ανακρίνει με αγωνία για τον χαμένο του γιο. Ο φόβος που αναβλύζει από το κρύο του πουλόβερ καταφέρνει να κρατά όρθιο τον αιχμάλωτο σε μια άδεια αίθουσα που κάποτε ήταν σχολική. Ο γραμματέας κάθεται σε θρανίο, σε στάση μαθητή, στον τοίχο μια φωτογραφία του στρατηγού Φράνκο, χαμογελαστή και κτηνώδης. Άλλοι τρεις στρατιώτες – φρουροί στο βάθος «όρθιοι σαν ακίνητες από την κούραση μορφή, δίχως τίποτα το επικό».

Ο Σένρα είναι κομμουνιστής και οργανωτής των λαϊκών φυλακών. Δεν γνώρισε ποτέ το γιο του συνταγματάρχη· λέει ψέματα για να παρατείνει τη ζωή του. Σε μια κατάσταση ημισυνείδησης, βάζει μια δόση αλήθειας στις απαντήσεις του, προσπαθώντας να αναδομήσει τις δίχως μνήμη απαντήσεις του, κερδίζοντας κάθε φορά μια ακόμα μέρα επιβίωσης. Ο Εδουάρδο Λόπεθ οργανωτής της ζωής των κρατουμένων (που δεν παρηγορούνταν αλλά ευγνωμονούσαν το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος που επιδίωκε να κρατήσει ζωντανές εκείνες τις νεκρές ψυχές) τον αντιμετωπίζει με καχυποψία: μήπως τους μαρτυρά πράγματα; Ο Σένρα αναρωτιέται: Πώς είναι δυνατόν κάποιοι πεθαμένοι να ζητούν εξηγήσεις από άλλους πεθαμένους;

Ο Χουαν συνεχίζει το παρατεταμένο και συμπαγές ψέμα που προέκυψε σε μια στιγμή συμπόνιας και μετατράπηκε σε στήριγμα ζωής. Οι ιστορίες που επινοεί φωτίζουν το πρόσωπο εκείνης της μητέρας, καθώς τα απολιθώματα του ψεύδους αντικαθιστούν την ωμότητα των γεγονότων. Όταν θα φτάσει η σειρά του για εκτέλεση, γνωρίζει πως θα προσέλθει ατάραχος στο ραντεβού. Η βεβαιότητα πως δεν μπορεί κανείς να σκοτώσει έναν ήδη πεθαμένο τού δίνει απροσδόκητο θάρρος. Στην επιστολή προς την αδελφή του θα γράψει: Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, αλλά όταν λάβεις αυτό το γράμμα θα με έχουν εκτελέσει. Προσπάθησα να τρελαθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με όλη αυτή τη θλίψη. Ανακάλυψα ότι η γλώσσα που ονειρεύτηκα, για να επινοήσω έναν κόσμο πιο αξιαγάπητο, είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα των νεκρών.

Στο τέλος, κουρασμένος με τα δυο όντα που του μιλούσαν και του φέρονταν σαν να ήταν οι ιδιοκτήτες του, θα τους πει ότι θυμήθηκε την αλήθεια: πως ο γιος τους είχε εκτελεστεί δίκαια, γιατί ήταν ένας εγκληματίας, όχι ένας εγκληματίας πολέμου, χαρακτηρισμός υποκειμενικός που εξαρτάται από το στρατόπεδο στο οποίο ανήκει κανείς, αλλά ένας κοινός εγκληματίας, ένας δολοφόνος αμάχων. Το πρόσωπο των γονέων παγώνει: η φευγαλέα προσωπογραφία του γιου τους είχε πλέον τα χρώματα της αλήθειας. Κανείς δε λέει ψέματα για να πεθάνει. Η τελευταία σκέψη που τον καθησύχασε ήταν πως από το πρόσωπο του συνταγματάρχη θα εξαφανιζόταν για πάντα εκείνη η έκφραση ατιμώρητης ικανοποίησης.

Τέταρτη ήττα

Τρεις διαφορετικοί αφηγητές πλέκουν και ξεπλέκουν την τελευταία τραγική ιστορία (με πλάγια γράμματα ο ιερέας, με έντονα γράμματα ο τότε μικρός Λορένθο, με κανονικά γράμματα ο συγγραφέας). Ο ιερέας εξομολογείται πως εντάχθηκε σ’ ένα άσημο τάγμα για να ξεχάσει τις τερατώδεις πράξεις του και να δει το φως, να ξεφύγει από την ύπαρξη του κακού. Θυμάται την προσοχή που του προκάλεσε ο μαθητής του Λορένθο: δεν συμμεριζόταν το μαχητικό (: φρανκικό) πνεύμα των συμμαθητών του. Του ζητούσαν να δείξει την αγάπη για την πατρίδα του κι εκείνος τους απαντούσε με τη σιωπή του. Ο πατέρας του παιδιού, Ρικάρντο Μάθο, είχε διοργανώσει το 2ο Διεθνές Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937 και αναφερόταν στα αρχεία ως εξαφανισθείς. Ο ιερέας αρχίζει να παρακολουθεί εφιαλτικά τον Λορένθο και να πιέζει ασφυκτικά την χήρα μητέρα του. Αν με απορρίπτει θα ήταν τόσο ηλίθια όσο το άγαλμα που απορρίπτει το βάθρο του

Ο Λορένθο σήμερα ανασυνθέτει τις αναμνήσεις του: αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι είχε έναν πατέρα που κρυβόταν σε μια ντουλάπα. Δεν μπορεί να ξεχάσει τα παράθυρα που παραμόνευαν διαρκώς τις ζωές τους, την διαρκές κρύψιμο του πατέρα του, εκείνο το εύθραυστο κομμάτι της οικογενειακής τους γαλήνης. Όταν το ασανσέρ σταματούσε στον τρίτο, δεν πάγωνε απλώς ο χρόνος αλλά πέτρωνε ο αέρας μέχρι ν’ ακουστεί ο ήχος του κουδουνιού σε κάποιο από τα άλλα διαμερίσματα του ορόφου. Η σιωπή αποτελούσε μέρος της συζήτησής τους. Μόνο τα πρωινά κυκλοφορούσε αθόρυβα μες το σπίτι (τόσο αθόρυβα που τρόμαζε κι εκείνον και την μητέρα του), αφού απέναντι ο κινηματογράφος Αλγέρι ήταν άδειος.

Η μητέρα του Έλενα εργαζόταν ως μεταφράστρια, αλλά τις μεταφράσεις στην πραγματικότητα τις έκανε εκείνος, αρχικά αθόρυβα στο χέρι κι αργότερα χτυπώντας τη γραφομηχανή, μόνο όταν εκείνη βρισκόταν σπίτι και τις κάλυπτε με τον θόρυβο της ραπτομηχανής. Ακόμα και στις ερωτικές τους αγκαλιές έπρεπε να ανασύρουν τα πάθη που ήταν καταχωνιασμένα στις γωνιές του φόβου. Το δόσιμό τους ήταν δίχως αναστεναγμούς, δίχως κραυγές, δίχως σ’ αγαπώ. Σε μια οικογενειακή ρουτίνα που έκρυβε επιμελώς την τραχύτητα του φόβου, ο μικρός θυμάται: ήμουν αναγκασμένος να κρύβω όλα όσα μου μάθαινε ο πατέρας μου στο σπίτι και να εξωραΐζω όλα όσα συνέβαιναν στον δρόμο, όταν βρισκόμουν σπίτι.

Ο Ρικάρντο ήταν κατάπληκτος με τη σκέψη πως κάποιος ήθελε να τον σκοτώσει όχι για κάτι που έχει κάνει, αλλά για κάτι που σκέφτεται. Όταν ύστερα από τρία χρόνια πολιορκίας η πόλη ανέκτησε τη ρουτίνα της κι όλοι συμπεριφέρονταν σα να μην είχαν χάσει τον πόλεμο, είδε πως οι παλιοί του φίλοι δεν αισθάνονταν πλέον να τους συνδέει η ήττα αλλά η διάθεσή τους να ξεχάσουν το παρελθόν. Άρχισε να μαραζώνει, να κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του, οι λέξεις έπαψαν να είναι σημαντικές. Ακόμα κι όταν ήταν μόνος στο σπίτι, παρέμενε ατέλειωτες ώρες κλεισμένος στην ντουλάπα. Η ζωή του άρχισε να μοιάζει με τον αέρα: υπήρχε αλλά δεν έπιανε χώρο.

Η οικογένεια σχεδίαζε να δραπετεύσει κι ο ιερέας να έρθει αργά το βράδυ στο σπίτι. Όταν οι τριγμοί του ασθματικού ασανσέρ σταμάτησαν στον τρίτο, το παιδί που έχει στη μνήμη του ο Λορένθο θυμάται το χτύπημα του κουδουνιού και την τρομερή προσπάθεια του πατέρα να κρύψει τα χαρτιά και να κυλήσει αθόρυβα στην ντουλάπα του. Οι διηγήσεις των τριών συγκλίνουν σ’ ένα συνταρακτικό αποκορύφωμα.

Τι να γράψει κανείς μετά από τέτοιες ιστορίες ήττας; Κάθε επίλογος θα χτυπάει σαν κούφιος. Ας τηρηθεί εδώ η στάση που κράτησαν τουλάχιστο δύο από τους κεντρικούς χαρακτήρες και πολύ περισσότεροι από τους άλλους: σιωπή.

Εκδ. Πάπυρος, 2008, [σειρά LETRAS – Ισπανόφωνοι και Πορτογαλόφωνοι Συγγραφείς], μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 200, με τρισέλιδο πρόλογο του μεταφραστή (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Στις φωτογραφίες: ο συγγραφέας, λεωφορείο – βιβλιοθήκη της Ισπανικής Δημοκρατίας (Bibliobus generalitat republicana, 1938), οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, ένα γραμματόσημα άξιο για πολλά φτυσίματα, ξανά ο συγγραφέας, η αφίσα και μια φωτογραφία από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, σε σκηνοθεσία José Luis Cuerda (Los girasoles ciegos (2008)).

28
Οκτ.
11

Alan Pauls – Το παρελθόν

Ευθανασία ενός έρωτα

Ο χρόνος είναι τυπικός εχθρός κάθε ερωτικής σταθερότητας αλλά στην περίπτωσή του Ρίμινι και της Σοφία, εραστών διαβιούντων στο Μπουένος Άιρες, μοιάζει εξαιρετικά καλοπροαίρετος: ο έρωτάς τους παρομοιάζεται με πέτρα που ο ήλιος, ο άνεμος και το νερό στιλβώνουν, λειαίνουν και λαμπρύνουν κάθε μέρα και περισσότερο. Η παιγνιώδης διάθεση διαρκούς τροφοδοσίας του τους οδηγεί στο μόνο κομμάτι που λείπει από την συλλογή τους (που περιλαμβάνει όλα τα στάδια της μαθητείας), στην συνέχεια και οριακή κορύφωση του: τον χωρισμό μετά από μια δωδεκαετία. Η διάζευξη βιώνεται ως χειρουργική αποκόλληση σιαμαίων και μοιάζει με την υποχώρηση της παλίρροιας που βγάζει στο φως ένα στρώμα από κοφτερά όστρακα.

Αν το παρελθόν αποτελεί «μία και μοναδική μάζα, αδιαίρετη, που έπρεπε ή να το κατέχει ή να το εγκαταλείψει έτσι, ολόκληρο, σαν σύνολο», οι χαρακτήρες δοκιμάζονται σκληρά στην δραματική του διαχείριση. Η μετα-παρελθοντική επιβίωση διασχίζει τις επιχωματώσεις της λήθης, που προκρίνει ο Ρίμινι, διοχετεύοντας το φορτίο του σε ασκήσεις μετάφρασης, αυτοερωτισμού, ναρκοληψίας και νέων δεσμών, και τις επιλογές της μνήμης, που προτιμά η Σοφία, κυρίως μέσω των φωτογραφιών και της γραφής. Η ψυχαναγκαστική της τάση να απευθύνεται και γραπτώς στον Ρίμινι, σε σημείο εκείνος να διαθέτει μια αξιόλογη συλλογή μηνυμάτων, αρκούμενος στην κατοχή τους αλλά και στην εναγώνια αναζήτησή τους μέσα σε τσέπες, βιβλία ή παλιά κουτιά παπουτσιών, αποτελεί ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα του μυθιστορήματος. Αυτές οι «οικιακές πολύτιμες πέτρες με την γοητεία μιας αισθηματικής χειροτεχνίας» (από εκφράσεις ρομαντισμού στη λίστα για ψώνια μέχρι περιπαθείς ανακεφαλαιώσεις στο φαρμακείο του μπάνιου ή στο ψυγείο) εκτός από λείψανα της ιστορικής διάστασης ενός καθημερινού πάθους αποτελούσαν και αναζωογονητές της θέρμης του, αντίδοτο και αντιστάθμισμα της απουσίας της. Με όποιο τρόπο πάντως κι αν προχωρούν τη ζωή τους, η ιστορία τους έχει κλέψει ένα μεγάλο μέρος απ’ το μέλλον τους. Η προσωπική και εκούσια χρήση της αμνησίας δυστυχώς δεν έχει ακόμα εφευρεθεί.

Φυσικά γύρω τους κινείται πλήθος προσώπων, όπως οι μετέπειτα σύντροφοι του Ρίμινι, όμως μόνο ένα αποτελεί ρυθμιστή ενέργειας στο ηλεκτρικό τους πεδίο: ο ιδιόρρυθμος ζωγράφος Τζέρεμι Ρίλτσε, ιδρυτής του κινήματος της Άρρωστης Τέχνης και καλλιτεχνικός χρήστης του ζωντανού σώματος ή μερών του οργανισμού. Ο βίος και το έργο αυτού του επινοημένου αυτόχειρα, που θαυμάζουν απεριόριστα αλλά και καθορίζει οριακές στιγμές της ζωής τους, εισέρχεται ως σφήνα στο μυθιστορηματικό κορμό, αλλοιώνοντας τον ρυθμό και προκαλώντας ενδιαφέρουσες συνδέσεις, όπως η σωματοποίηση των παρελθοντικών τραυμάτων, χαρακτηριστικό και του ζεύγος που διόλου τυχαία κάποτε είχε αναφωνήσει: «Είμαστε ένα έργο τέχνης».

Όσοι περιμένουν συνέχεια (ή ρήξη) των καθιερωμένων λογοτεχνικών περιγραφών του Μπουένος Άιρες ή ιστορικές υπομνηματίσεις της σύγχρονης ιστορίας του ας προετοιμαστούν: η πόλη τοπογραφείται αποκλειστικά με βάση τις ερωτικές μνήμες, άρα όπως οιαδήποτε άλλη, ο δε χρόνος μένει θαμπός στο περιθώριο, παρά την διαδρομή του σε ταραγμένες δεκαετίες (’70 – ’80).

Η αναγωγή παντοειδών σκέψεων σε ψήγματα σοφίας, οι απόπειρες φιλοσοφικής αποκρυστάλλωσης της καθημερινότητας, ο πολύχρωμος κυνισμός και το ασπρόμαυρο χιούμορ, η πλημμυρίδα συναισθημάτων και τα ευφυή εμπειρικά γνωμικά προφανώς υποδεικνύουν πως η γραφή του Πάουλς (Μπουένος Άιρες, 1959) προκρίνει την βάσανο της γραφής από την παντοκρατορία της πλοκής – η αδυναμία της οποίας, άλλωστε, όπως αναφέρουν οι χαρακτήρες του αρνούμενοι οτιδήποτε μεταμοντέρνο, καθίσταται περιττή στις σπουδαίες συγκυρίες της ζωής. Δεν είναι τόσο στοιχεία όπως οι σχοινοτενείς προτάσεις ή οι ευφάνταστες παρομοιώσεις όσο η συγκεκριμένη εγκεφαλικότητα της γραφής που μας θυμίζουν τον Κούντερα (ιδίως στις λογοτεχνημένες σκέψεις περί κτητικότητας, ζήλειας, σαρκικής ικανοποίησης και ερωτικής βίας), αν και οι εγκωμιαστικές κριτικές τον εντάσσουν στην κληρονομική ρίζα των Προυστ, Ναμπόκοφ, Μπατάιγ ή άλλων μυστών της Αισθηματικής Αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, οι ήρωες αυτής της ιστορίας πολλαπλών εθισμών (που συχνά θυμίζουν το μνημειώδες «Ούτε με σένα, ούτε χωρίς εσένα» του Τρυφφώ) δεν Αναζητούν παρά τον Κερδισμένο Χρόνο.

Εκδ. Πάπυρος, 2010, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 603 (Alan Pauls, El Pasado, 2003).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 28.10.2011 (και εδώ).
11
Αυγ.
11

Κάρλος Φουέντες – Τα κρυστάλλινα σύνορα. Μυθιστόρημα σε εννέα διηγήματα

Η Λεηλασία: Ο Διονίσιο «Βάκχος» Ράνχελ δεινός πράκτης της μεξικανικής μαγειρικής, αναλαμβάνει μια προσωπική σταυροφορία: να κηρύττει την καλή κουζίνα σε μια χώρα ανίκανη να την καταλάβει ή να την υλοποιήσει: στις ΗΠΑ. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμνησίας απογύμνωσαν τα μεξικανικά εδάφη (Καλιφόρνια, Γιούτα, Νεβάδα, Κολοράντο, Αριζόνα, Νέο Μεξικό, Τέξας), μπορεί τώρα να μιλάμε για επανάκτησή τους μέσω ενός διαφορετικού ιμπεριαλισμού; Αφού οι γκρίνγκος μας γάμησαν το 1848 με το δόγμα του «προφανούς πεπρωμένου», τώρα θα τους ξεπληρώσουμε με το ίδιο νόμισμα, με απόλυτα μεξικάνικα γλωσσικά, φυλετικά, γαστριμαργικά όπλα. Ευτυχώς που οι μεγάλες εθνικές κουζίνες υπάρχουν μόνο όταν προκύπτουν απ’ τον λαό. Ο Διονίσιο αφήνει τον ρόλο του παθητικού αποδέκτη και γίνεται ενεργητικός αποστολέας. Άλλωστε γνωρίζει πως μέσα στις γεύσεις κρύβεται μια ολόκληρη ιστορική και πολιτική σοφία.

Ως καλός Μεξικάνος παραχωρούσε στους γκρίνγκος όλη τη δύναμη του κόσμου εκτός από αυτήν ενός αριστοκρατικού πολιτισμού: τον είχε το Μεξικό, με αντάλλαγμα μια αβυσσαλέα ανισότητα και μια αδικία, ίσως αξεπέραστη. Ο Διονίσιο φιλάρεσκα κάθεται και παρατηρεί τους εκατοντάδες παχύσαρκους επισκέπτες των φαστ φουντ, να λειτουργούνται με την εθνική αμερικάνικη όστια του κέτσαπ (τούτο εστί το αίμα μου) και τις αμέτρητες θερμίδες (τούτο εστί το σώμα μου), τους Αμερικανούς να τρώνε ό,τι δεν μπορούν να γαμήσουν. Και προσκαλεί σε βαθιές, εμφατικές συνομιλίες μια σειρά συνδαιτημόνων, υπαρκτών και φασματικών…

Η Μαλιντσίν στις Μακίλας παίρνει το πρώτο λεωφορείο απ’ τη χωμάτινη γειτονιά της μέχρι το εργοστάσιο συναρμολόγησης έγχρωμων τηλεοράσεων, με αμοιβή δέκα φορές μικρότερη απ’ ότι στις ΗΠΑ αλλά δέκα φορές μεγαλύτερη από το τίποτα στο υπόλοιπο Μεξικό. Στα σύνορα από τα δεκαπέντε της, βάζει χρώματα σε κουτιά «για να καταλήξει βαμμένη από μέσα». Σ’ έναν λίγο ομορφότερο κόσμο, αντί για την ετικέτα «συναρμολογημένη στο Μεξικό» στις τηλεοράσεις θα έπρεπε να γράφεται «κατασκευασμένη από τη Μαρίνα Άλμπα Μαρτίνεζ». Αν κάποιος της ζητήσει κρεβάτι με αντάλλαγμα την προαγωγή της θα πάει σε άλλο εργοστάσιο, εδώ κανείς δεν πάει παραπάνω, όλοι κινούμαστε πλαγίως, σαν καβούρια κι όμως, αυτή η οριζόντια μετακίνηση, χωρίς προοπτικές ανόδου, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι βελτιώνουν τη θέση τους. Η Μαρίνα στις Μακίλες γοητεύεται από τον Ρονάλντο, που κυκλοφορεί μ’ ένα κινητό μονίμως κολλημένο στο αυτί, σαν να διαπραγματεύεται μ’ όλο τον κόσμο. Είναι θέμα χρόνου να διαπιστώσει πως υπήρξε θύμα του και πως τίποτα στην ζωή της δεν πρόκειται να αλλάξει. Οι Πέμπτες τους ήταν μια κοροϊδία, το κινητό του δεν είχε ποτέ μπαταρία, αλλά του πρόσφερε προσωπικότητα, σπουδαιότητα. Ο μοναδικός στον οποίο είναι απαραίτητη η Μαρίνα είναι ο εργοστασιακός μηχανισμός. Πίσω στη βάση σου βλαμμένη, και βγάλε τα γελοία σου ψηλοτάκουνα.

Η πρωτευουσιάνα: Δον Λεονάρντο Μπαρόσο, 75, πρώην υπουργός, νονός της Μιτσελίνα Λαβόρντε, 25. Η νεαρή βαφτισιμιά καταφτάνει στην πόλη του Καμπάσας, στο γνωστό μεξικάνικο τοπίο: σκονισμένη πλατεία, ξεφτισμένοι τοίχοι εκκλησίας, μπαρόκ προσόψεις – μέχρι εδώ έφτασε το μπαρόκ. Μια αυτοκρατορία των αναψυκτικών: υπάρχει άλλη χώρα που να καταναλώνει περισσότερα αεριούχα ποτά;  Σκοπός της η ολοκλήρωση του συμφώνου των δυο οικογενειών: η απεριόριστη προστασία που έδωσε ο ισχυρός πολιτικός στην ξεπεσμένη της οικογένεια θα ανταλλαγεί με τον γάμο της με τον γιο του – κάτι που εκείνη μόλις τώρα μαθαίνει. Αλλά και ο νεαρός κληρονόμος Μαριάνο, το μόνο που ονειρεύεται είναι να τον αφήσουν στην ησυχία του, κλεισμένο στο ράντσο να διαβάζει όλη μέρα, χωρίς άλλη παρέα από εκείνους τους Ινδιάνους που αντιμετώπιζαν με φυσικότητα και αδιαφορία τις διαστροφές της φύσης.

Ο Λεονάρντο Μπαρόσο δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη των ενδιαφερομένων. Ο Τσάρος των Βορείων Συνόρων ήταν είναι και θα είναι πανίσχυρος. Κτήματα, τελωνεία, έλεγχος των ψεύτικων συνόρων, της γυάλινης μεμβράνης μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ, των κρυστάλλινων διάτρητων, απ’ όπου κάθε χρόνο περνάνε εκατομμύρια άνθρωποι, ιδέες, εμπορεύματα. Ξέρει καλά πως η υγεία του Μεξικού συνίσταται στην περιοδική ανανέωση των ελίτ. Όταν οι ντόπιες αριστοκρατίες παρατείνουν πέραν του δέοντος την παραμονή τους, τις διώχνουμε με τις κλωτσιές. Εδώ δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν οι Σομόσα και Τρουχίγιο. Και δεν πειράζει αν νοιώθει κτήνος. Έχει τον γιο του, με τον οποίο αισθάνεται πως εξανθρωπίζεται, άρα, σε αντίστιξη, η νύφη του φαίνεται πρόσφορη για να αποκτηνωθεί ξανά – και να την αποκτηνώσει.

Το στοίχημα: Ο Λεάντρο Ρέγες είναι οδηγός για τουρίστες. Στην εθνική οδό οι εξατμίσεις των φορτηγών κι ο μολυσμένος αέρας της πόλης τους αποκοιμίζει όλους εκτός από τον ίδιο. Οδηγεί γρήγορα κι επαναλαμβάνει τις πολιτιστικές περιγραφές του κασσετοφώνου, εκδικούμενος τις τουρίστριες που ζητούν εξωτικά ρομάντζα στα χέρια των άθλιων της συνομοταξίας του. Αποδοτικός συνδυασμός: η βάρβαρη φυσική βία και το ύφος της λογιοσύνης. Η Ισπανίδα επιβάτιδα όμως Ενκαρνασιόν Καλδάσο είναι σκληρή αντίπαλος: εγώ θα σου δείξω πώς να περνάς καλά. Είσαι ένας τύπος ανασφαλής, μεταμφιεσμένος σε αλαζόνα. Μη δηλητηριάζεσαι. Μην περνάς τη ζωή σου λέγονται γιατί αυτοί κι όχι εγώ; Και οι δυο τους ενώνονται σε μια μοναδική ένωση όπου ο καθένας θα γεύεται τη δική του αξία. Παίρνουν το αυτοκίνητο για να τρέξουν προς την νέα τους ζωή. Ευτυχισμένο τέλος; Σε διήγημα του Φουέντες; Αστειεύεστε;

Στο πέτρινο χωριό του Λεάντρο ο τρελός Πακίτο είναι ευτυχισμένος επειδή είναι ζωντανός, ο ήλιος λάμπει και του έχουν μείνει τέσσερα δόντια. Αλλά ο σκληρός κόσμος δεν του το συγχωρεί, έχουν όλοι κεφάλια από πέτρα: τίποτα δεν μπαίνει μέσα τους. Μόνο διαρκώς βάζουν στοίχημα για τα πάντα, για να περάσει η ώρα τους – και τώρα στοιχημάτισαν ποιος θα τον βαρέσει περισσότερο. Σε τέτοια τραγικά στοιχήματα συμμετείχε κι ο Λεάντρο. Άλλους ήθελε να χτυπήσει για τις αδικίες του, μα πάντα ξεσπούσε κι αυτός στον αδύναμο φτωχοδιάβολο. Αλλά τη στιγμή που οι τραμπούκοι πανηγυρίζουν πάνω στον συντετριμμένο Πακίτο φτάνει ένας μεγαλόσωμος άντρας, ο πατέρας του. Κοπανάει τα κεφάλια των δυο, μιλάει για την αποφυλάκισή του, για τα φυλαγμένα χρήματα που προτίθεται να στοιχηματίσει. Να κάνει ένα βήμα αυτός που χτύπησε τον Πακίτο. Πώς να τολμήσει να μη φανερωθεί; Ποιος να διανοηθεί να μη στοιχηματίσει;

Θα ξεκινήσουν ο καθένας από διαφορετικές πλευρές προς τη σήραγγα του Μπάριος ντε λα Λούνα, κι οι δυο απ’ το αντίθετο ρεύμα. Αν βγουν σώοι, μοιράζονται τα λεφτά. Αν σωθεί μόνο ένας, τα παίρνει όλα. Ο νταής αισθάνεται ήδη τις τρεμάμενες ματιές στην πλάτη του, την περιφρόνηση στις λέξεις του γέρου. Η επαφή των ματιών ήταν χειρότερη, πιο επικίνδυνη από των χεριών. Έπρεπε να αποφευχθεί. Όλοι τους ήταν πολύ άντρες επειδή δεν κοιτάζονταν ποτέ στα μάτια. Κι αυτό ήταν το λάθος του Πακίτο, τον κοίταξε στα μάτια, έστω και καταφοβισμένος. Τώρα είναι η σειρά του πατέρα να κοιτάξει τον νταή με ένα κόκκινο βλέμμα, αναμμένο σαν ξαναζωντανεμένο κάρβουνο, το τελευταίο ζωντανό κάρβουνο στη μέση της στάχτης που όλοι πίστευαν σβησμένο. Η μοίρα όλων δίνει ραντεβού στο σκότος της σήραγγας, σ’ ένα ευφυές τέλος. Αυτό το σκισμένο στα δυο διήγημα αποτελεί μια από τις συγκλονιστικότερες φουεντικές εκλάμψεις.

Ο Λεονάρντο Μπαρόσο θα συνεχίσει να μπαινοβγαίνει στις ιστορίες και να ορίζει τις ζωές των άλλων. Του αρέσει που στο Μεξικό πάντα υπάρχουν άνθρωποι διεφθαρμένοι, αυταρχικοί, με πλεόνασμα εξουσίας, πάντα υπερισχύει η ανάπτυξη, η ευημερία, η εκμετάλλευση πετρελαίου. Κι αφήνει τους άλλους να πιστεύουν ότι η έκφραση «ελεύθερος κόσμος» είναι ταυτόσημη με την «ελεύθερη αγορά».

Κάθε φορά που ο Φουέντες χαρακτηρίζει ένα σύνολο κειμένων ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα (όπως δηλαδή και το Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες – βλ. και εδώ), τότε γνωρίζουμε πως πρόκειται για διηγήματα που στέκονται μόνα κι ολομόναχα μέσα στην κορυφαία τους δραματουργία αλλά και συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, καθώς περιπλανιούνται στους ίδιους τόπους όπου πηγαινοέρχονται οι ίδιοι οριακοί χαρακτήρες. Τόσο στα 9 κομμάτια των Κρυστάλλινων Συνόρων όσο και στο προαναφερθέν κατακαίει η γραφή ενός απόλυτα σημερινού Φουέντες, που δεν έπαψε ποτέ να ησυχάζει σ’ ένα είδος γραφής (από τα τόσα που τον καθιέρωσαν) αλλά να γράφει μ’ όλους τους δυνατούς τρόπους πάνω στα πιο απαγορευμένα κι ανεπιθύμητα θέματα. Ποτέ άλλοτε ο εξαίρετος Μεξικανός Γλύπτης του Λόγου δεν ήταν τόσο σύγχρονος, άγριος, δραματικός, ευρηματικός, διαβολεμένα ανήσυχος μαέστρος στην απεικόνιση του σύγχρονου Μεξικού και του Άθλιεμένου Κόσμου του που κάποιοι άλλοι καταδίκασαν σε αέναη επανάληψη ως τον θάνατο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 262 σελ. (Carlos Fuentes, La frontera de cristal, 1995).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr. Στη φωτογραφία, όψη των Μεξικανο-ΗΠικών συνόρων. Ένα Λιμπρόφιλο Βλέμμα εδώ.

20
Ιον.
11

Πέδρο Μαϊράλ – Η χρονιά της ερήμου

Η αφηγήτρια Μαρία Βαλντέζ Νέιλαν βρίσκεται στην επιχείρηση που εργάζεται και κάνει πως πληκτρολογεί στον υπολογιστή, ενώ στην ουσία τίποτα δε λειτουργεί κανονικά: η δουλειά έχει λιγοστέψει κι όλα είναι ένα θέατρο. Αργότερα θα τον αντικαταστήσει με μια πράσινη IBM γραφομηχανή που μοιάζει με τανκ. Διάχυτη ανησυχία υπάρχει παντού: κάποια μεγάλη αναταραχή, που την ονομάζουν Κοσμοχαλασιά, πρόκειται να γίνει το απόγευμα στην Πλάσα ντε Μάγιο, κάποια Κοσμοχαλασιά έχει αρχίσει αλλά η Κυβέρνηση αρνείται να δει. Οι άνθρωποι στους δρόμους κουβαλούν στερεοφωνικά και αποχυμωτές. Σπίτια καταρρέουν, αλάνες εμφανίζονται, κανείς δε μιλάει για ερημωμένη γη αλλά για «περιοχή επανασχεδιασμού». Στα πεζοδρόμια το περπάτημα δυσκολεύει: έχουν γεμίσει απελπισμένους κατασκηνωτές, άστεγους κάτω από τέντες και λαμαρίνες. Το λεωφορείο περνά ξυστά απ’ τα αυτοσχέδια σπιτάκια στην άκρη του δρόμου. Η αστυνομία έχει εντολές να εγκαταστήσει οικογένειες σε σπίτια που έχουν παραπάνω από ένα δωμάτιο ανά άτομο ακόμα κι αν χρειαστεί να παραβιαστούν πόρτες.

Ο πατέρας της στο σπίτι έχει ξεθάψει μια παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση, αλλά επιμένει να κρατάει το τηλεκοντρόλ της καινούργιας. Πίεζε τα κουμπιά λες και του είχε μείνει ένα τικ που δεν μπορούσε με τίποτα να αποβάλει. Ούτως ή άλλως η τηλεόραση παίζει μαγνητοσκοπημένα προγράμματα από το αρχείο της: ταινίες και σαπουνόπερες. Αποσυνδέουν το ηλεκτρικό θυροτηλέφωνο γιατί χτυπά διαρκώς από απελπισμένους ανθρώπους που ψάχνουν χώρο να νοικιάσουν. Αλλά δεν χρειαζόταν: το ηλεκτρικό ρεύμα κόβεται διαρκώς, οι συσκευές νεκρώνουν. Ο φίλος της Αλεσάντρο βρίσκεται, όπως μαθαίνει έκπληκτη, στρατολογημένος στο Κάμπο ντε Μάγιο – παγιδεύτηκε στο Σύνταγμα του Πατρίσιος όταν πήγε να πάρει πίσω την κατασχεμένη του φωτογραφική μηχανή. Ένας παράνομος ραδιοφωνικός σταθμός ενημερώνει για την επερχόμενη Κοσμοχαλασιά και για το κίνημα της Επαρχίας. Ορδές συμμοριών από την Επαρχία έχουν σπάσει τον κλοιό και εισβάλλουν στην πρωτεύουσα. Ακούγονται ειδήσεις για καταλήψεις σε εμπορικά κέντρα και ηλεκτρικούς σταθμούς. Στα ράφια των σούπερ μάρκετ εμφανίζονται άγνωστες μάρκες.

Δυο άντρες με το όνομα Σέρχιο τελικά νοικιάζουν το καθιστικό της οικογένειας. Οι πολυκατοικίες θωρακίζονται, αποφεύγεται ακόμα και το άνοιγμα των περσίδων των παραθύρων. Φράζονται τα ανοίγματα των ισογείων και ενισχύονται οι σκοπιές. Κάποιοι γείτονες βάζουν μαξιλαράκια στα σκαλοπάτια, λες και πρόκειται για καθιστικό χτισμένο σε πλαγιά. Η μόνη διασκέδαση που απομένει είναι το ραδιόφωνο. Κάποιος ακούγοντας έναν αθλητικό αγώνα μονολογεί: Να’ ναι αλήθεια, άραγε; Για φαντάσου να ’ναι όλα ψέματα, να μη γίνεται κανένας αγώνας κι αυτοί οι τύποι να τα βγάζουν όλα απ’ το μυαλό τους. Φαντάσου να ’ναι ψεύτικες οι ειδήσεις, να μπορούμε και να βγούμε, να μην τρέχει τίποτα εκεί έξω κι όλα να ’ναι όπως πρώτα, όπως πάντα.Κι όλα να γίνονται για μα μη βγαίνει έξω ο κόσμος, να μένει κλειδαμπαρωμένος. Άλλωστε όλοι είχαν συνηθίσει να θεωρούν αληθινά μόνο όσα έβλεπαν στην οθόνη. Όλα τ’ άλλα έμοιαζαν να μην υπάρχουν. Τώρα κανείς δε γνωρίζει τι συμβαίνει έξω. Και μόνο το γεγονός πως βρίσκεσαι στην Πρωτεύουσα, σε κτίριο σε κάνει μισητό στην αντίθετη μεριά – μ’ ένα μίσος αυθαίρετο, ανώνυμο. Ο κόσμος χωρίζεται σ’ «εκείνους» και σ’ «εμάς».

argentina 2001

Μια κυρία καταγράφει τις ειδικότητες των ενοίκων και μοιράζει δουλειές. H αυτοσχέδια ενδοκοινωνία της πολυκατοικίας αποφασίζει να σκάψει τούνελ, για να επικοινωνεί με τις άλλες πολυκατοικίες. Για να φτιαχτούν τα φτυάρια, λυγίζουν τα ταψιά, κόβουν τους τενεκέδες του λαδιού και τους κάδους των πλυντηρίων. Μόλις ολοκληρώνεται η ένωση, προσκαλούνται σε μια νυχτερινή γιορτή στον ακάλυπτο του απέναντι τετραγώνου. Σε μια γωνιά του υπάρχει κι ένα δέντρο – κάποιοι παρηγορούνται. Τα εσωτερικά μπαλκόνια μετατρέπονται σε περιβόλια. Μοιράζονται βάρδιες, η Μαρία προτιμά τη διαλογή απορριμμάτων, για να βρει σαμπουάν. Αρχίζει να γίνεται λόγος για καύση νεκρών και φτιάχνεται η πρώτη φυλακή. Μια γέφυρα πάνω απ’ το δρόμο φτιάχνεται στο ύψος του έκτου ορόφου, ανάμεσα στα αντικριστά μπαλκόνια. Η νέα ζωή εκτυλίσσεται σε απόσταση τριάντα εκατοστών απ’ το κρεβάτι της. Κατά τη διάρκεια της μέρας οι άνθρωποι περνάνε απ’ το δωμάτιό της για να πάνε στις γέφυρες. Συχνά γυρίζει στο δωμάτιό της βρίσκοντας κάποιον να ψαχουλεύει τα πράγματά της. Τα απλωμένα ρούχα κλέβονται συνεχώς.

Μια «αστυνομία εσωτερικών υποθέσεων» αναλαμβάνει υποθέσεις των κατοίκων των κτιρίων και καταλαμβάνει κάποια υπόγεια για τις ανακρίσεις. Ο «θυρωροί» πρέπει να αναλάβουν υπεύθυνοι των κτιρίων τους. Οι σκοπιές καταργούνται: μόνο η ασφάλεια θα κρατάει όπλα. Ο κόσμος σιγομουρμουρίζει στους διαδρόμους και πλάθει ιστορίες στα μπαλκόνια. Κάποιοι στο τετράγωνο επιμένουν πως μόνο οι «αξιοσέβαστοι πολίτες» έχουν μείνει μέσα, κι όλοι οι υπόλοιποι είναι απ’ έξω. Ο κόσμος φοβάται τους σηραγγοφρουρούς, κάποιοι τον βάζουν να πληρώνει διόδια. Δεν λείπει βέβαια η κυριακάτικη λειτουργία: ο Πάτερ εκφωνεί τα κηρύγματά του από ένα εσωτερικό μπαλκόνι και μετά κοινωνεί τους πιστούς με μπισκοτάκια Rex. Οι εκκλήσεις του στην εγκράτεια από τα αμαρτήματα της σάρκας σκεπάζει μ’ ένα ερωτικό μανδύα όλο το τετράγωνο. Προτείνεται ακόμα κι ο διαχωρισμός των φύλων.

Καθόμασταν σιωπηλοί, δίχως σπινθήρα ηλεκτρικού φωτός που θα έκανε το σκοτάδι να υποχωρήσει μ’ ένα και μόνο πάτημα του διακόπτη, όπως γινόταν παλιά, όταν όλα φωτίζονταν ξαφνικά με το που άγγιζες και μόνο ένα κουμπί στον τοίχο.Τα δελτία ειδήσεων μιλούν για πυρκαγιές στο κέντρο και για το χάος της επαρχίας, όπου ληστές με φορτηγά πηγαίνουν απ’ τα χωράφια, κόβοντας τα συρματοπλέγματα και αποφεύγοντας τα οδοφράγματα. Ελικόπτερα πετάνε στην ταράτσα κονσέρβες/τρόφιμα και μετά εξαφανίζονται. Κάποιοι παραβιάζουν την πόρτα ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού, αλλά όταν μπαίνουν μέσα βλέπουν πως δεν υπάρχει σπίτι, μόνο μια αλάνα γεμάτη ερείπια. Για να κρύψουν την Κοσμοχαλασιά, χτίζουν μόνο τις προσόψεις των τετραγώνων, σαν σε κινηματογραφικό σκηνικό.

Κανείς δεν νοιάζεται πια για το τι γίνεται έξω, αν άλλαξε και πάλι ο Πρόεδρος, αν σημειώνονται συγκρούσεις μεταξύ στρατού και ενόπλων ομάδων της Επαρχίας. Μια νέα απογραφή ορίζει να διοριστούν καινούργιοι υπεύθυνοι πολυκατοικιών και να εκδοθούν δελτία ταυτότητας για τον κόσμο των τετραγώνων. Η Μαρία βρίσκει την ευκαιρία να γίνει κάποια άλλη. Δεν έχει κανένα λόγο να μένει πια στο δωμάτιό της και πηγαίνει στο νοσοκομείο όπου ήδη βρίσκεται ο πατέρας της. Προσφέρει εθελοντική εργασία και μετακομίζει εκεί. Το νοσοκομείο σταδιακά μετατρέπεται σε εστία μόλυνσης, επιδημίες εξαπλώνονται. Η έλλειψη ακτινολογικού υλικού υποχρεώνει τους γιατρούς να προβαίνουν σε διαγνώσεις μαντεύοντας. Οι ποδιές των γιατρών και τα ταβάνια μετατρέπονται σε κινηματογραφικό πανί, για την καταπράυνση των ασθενών. Οι σύριγγες αποστειρώνονται σ’ ένα φουρνάκι στο τέλος του διαδρόμου

Κάποιος στρέφει το τηλεκοντρόλ προς τον πατέρα της και πατά τα κουμπιά. Όλοι οι ασθενείς αποδεικνύονται παθιασμένοι τηλεθεατές, που πέρασαν μεγάλο μέρος της ζωής τους μπροστά στην τηλεόραση – και με την διακοπή των προγραμμάτων όταν άρχισαν να πέφτουν σε κώμα εγκεφαλικής υπερλειτουργίας, λες κι έβλεπαν στα όνειρά τους μια δική τους τηλεόραση. Κοίταξα τα ήρεμα πρόσωπα των ασθενών που ήταν σε καθοδικό κώμα. Δεν χρειάζονταν τίποτε απ’ τον τρομερό κόσμο που είχε απομείνει έξω απ’ το κρανίο τους – κάποιοι μάλιστα φαίνονταν να χαμογελούν. Ήταν λες και κάτι ήθελαν να μου πουν από τα βάθη της ηρεμίας τους, κάτι – είμαστε καλά -, είμαστε μόνο αυτό, η ύλη απ’ την οποία είναι φτιαγμένη η τηλεόραση. Κάτι τέτοιο ίσως μου έλεγαν, στα σιωπηλά.

argentina 2014

Τρία μυθιστορήματα, δυο ποιητικές συλλογές και μια συλλογή διηγημάτων έχουν ήδη εντάξει τον Μαϊράλ (Μπουένος Άιρες 1970) στον κατάλογο με τους πιο σημαντικούς νέους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς (Bogotá 39). Το συναρπαστικό του αυτό μυθιστόρημα (με συνεχή εξέλιξη της πλοκής, εξαιρετικές ιδέες, ευρηματικότατη εικονοπλασία) δεν αποτελεί μόνο πολιτική αλληγορία για την κρίση της Αργεντινής, όπως κυρίως έχει γραφτεί. Εδώ αναπνέει μια ρεαλιστική, ρεαλιστικότατη ιστορία, για τις ολισθηρές διαδρομές των οικονομικών κρίσεων όλου του κόσμου, για μια παραπάνω από πιθανή κατάληξη της κοινωνίας σε δύσκολες εποχές όπου η πόρτα της κοινωνικής βαρβαρότητας είναι ορθάνοιχτη. Η Μαρία μονοδρομείται από την αναπόφευκτη πορνεία και την φονική βλάψη του άλλου ως την αναχώρηση που μοιάζει η μόνη λύση και την επιστροφή σε άλλους τρόπους σκέψης. Εμείς τι θα κάναμε;

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Βασιλική Κνήτου, σελ. 358, με 55 σημειώσεις της μεταφράστριας (Pedro Mairal, El año del desierto, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Στις φωτογραφίες: Αργεντινή 2001, 2014.




Σεπτεμβρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 994.606 hits

Αρχείο

Advertisements