Archive for the 'Παιδική και εφηβική λογοτεχνία' Category

03
Ιαν.
19

Τα σκυλάκια των Χριστουγέννων

Καταμέτρηση προ και κατόπιν εορτής

Παλιά μνήμη: Θα παραδεχτώ ότι το σπορ της καταμέτρησης, κοινώς της αρίθμησης κυρίως των ωραίων και ευρύτερα της απαρίθμησης των πάντων αποτελεί ένα ατομικό χόμπι που δεν με κούρασε ποτέ. Εδώ και τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες μετρώ με λίστες και αριθμούς οτιδήποτε βρίσκω άξιο του αθλήματος και αναμετριέμαι φυσικά με την μνήμη που συμπαρίσταται απαραίτητη βοηθός και ενίοτε απογοητευτική ξεχασιάρα. Μικρός, ας πούμε, με κάθε ευκαιρία, μετρούσα: τα γκολ που έβαλα, εκείνα που έχασα, τις ωραίες κυρίες της γειτονιάς που ευχαρίστως θα παντρευόμουν, τις θάλασσες που κολύμπησα, τα σπάνια μακριά αμερικάνικα αυτοκίνητα που είχα δει ζωντανά, για να μην αναφέρω τα καθημερινά προσκλητήρια βιβλίων, κασετών, δίσκων, καρτών υπέρ-ατού και καρτ ποστάλ που είχα ή ήθελα να έχω.

Νέα «μνήμη»: Συνεχίζω μέχρι σήμερα το άθλημα των αριθμών της μνήμης, σε καθημερινή σχεδόν βάση, ιδίως όταν με πηγαίνει βόλτα η Πέτρα. Άλλωστε από το μέτρημα δεν γίνεται να λείπουν οι τετράποδοι σύντροφοι – σκύλοι. Μετρώ και ξαναμετρώ τους κατά καιρούς περίοικους, τους ζωηρούς, τους εμφανώς φιλοσόφους, τους συνταξιδιώτες στα καταστρώματα, τους διπλανούς σκηνίτες στα κάμπινγκ και τις ίδιες τις ιδιότητες του καθενός. Ενίοτε αναρωτιέμαι και για τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν στις διάφορες γιορτές, όπως για παράδειγμα αυτή των ημερών, που εξάπτει αισθήσεις και παραισθήσεις με τις μυρωδιές και τους άλλους φωτισμούς.

Η πρώτη δεκάδα: Φράση που συνηθίζουμε να λέμε στις λίστες των επιλογών μας. Η κυριολεκτική πρώτη δεκάδα όμως είναι θαμμένη στα πιο παλιά μας κατάστιχα: ήταν πρώτη αρίθμηση από το ένα ως το δέκα. Δεν θυμάμαι πότε, πού και πώς, μόνο αμυδρά κάποια εικονογραφημένα ζωάκια, μάλλον αγελάδες. Ήταν ευχάριστη εκείνη η μονοψήφια εμπειρία! Τώρα σκοπεύω να την ξαναζήσω στα μάτια μιας άλλης ψυχής, όταν ανοίξω μπροστά της το βιβλίο με 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 σκυλάκια που ανά δισέλιδο αυξάνονται ανά ένα και κοιτάζουν έκπληκτα την γιορτινή διακόσμηση, παγώνουν τα αυτιά τους στο κρύο, κάνουν ζημιές στην κουζίνα, ταλαιπωρούν το έλατο, καρφώνονται στα γλυκά, γαβγίζουν μελωδικά και δίνουν τα δικά τους δώρα, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουν. Θα είναι ωραία η αναζήτηση και καταμέτρηση των σκυλιών μέσα σ’ αυτή την πανδαισία των χρωμάτων. Και βέβαια στο τέλος θα μας περιμένει μια παλιά αγαπημένη εικόνα ιδίως των κινούμενων σχεδίων, εκείνη όπου ο φακός κατεβαίνει στα χαμηλά, βρισκόμαστε στον ύψος τους και παρατηρούμε μόνο τα πόδια των δίποδων. Κάτι κράτησα κι εγώ στη μνήμη μου!

Εκδόσεις Ψυχογιός, 2017, 32 σελ., Λέξεις: Alison Richie, εικονογράφηση: Marisa Morea, 2017

Ηλικίες: 2+

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Advertisements
26
Δεκ.
18

Paul Bright – Τα Χριστούγεννα του θυμωμένου ασβού

Μια ιδέα για τους θυμωμένους των εορτών!

Εμείς δεν το βλέπουμε αλλά τις ημέρες που ονομάζουμε γιορτές υπάρχει και στα δάση μια έντονη δραστηριότητα. Τα ζώα στολίζουν, μαγειρεύουν πουτίγκες και γλυκά, τυλίγουν δώρα και γενικώς συμμετέχουν στον γενικό οργασμό. Τώρα στο πρώτο δισέλιδο μπορούμε να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά: μικροσκοπικά και θεόρατα δέντρα στολίζονται, παράθυρα διακοσμούνται, καλάθια γεμίζουν κι όλοι οι ένοικοι του δάσους χαμογελούν.

Όμως επειδή μ’ αυτά τα βιβλία επιστρέφουμε κι εμείς στα παιδικά βλέμματα, άρα ψάχνουμε μέχρι την παραμικρή γωνιά του κάδρου, κάπου στην άκρη εντοπίζουμε ένα πλάσμα μουτρωμένο, αν όχι θυμωμένο! Πίσω από το σταυρωτό παράθυρο ενός χοντρού κορμού, ένας Ασβός δεν είναι καθόλου χαρούμενος μ’ όλον αυτό τον χαμό… Τι κι αν σκίουροι, σκαντζόχοιροι, λαγοί, κάστορες, ποντικοί τον προσκαλούν με φωνές και μ’ ευχές. Αυτός θέλει να μείνει μέσα, αμέτοχος σ’ όλα αυτά· έχει και τα επιχειρήματά του: αυτή την εποχή απολαμβάνει τον χειμέριο ύπνο του. Ε κι αν ξυπνήσει πεινασμένος, τα ράφια του κελαριού του είναι γεμάτα με φρούτα, τουρσιά, γλυκίσματα, μπισκότα!

Αλλά πάνω που πάει να κοιμηθεί, χτυπά η πόρτα κι ο Τυφλοπόντικας θέλει να δανειστεί την σκάλα του για να βάλει τα φωτάκια στο δέντρο. Αυτό πάει πολύ, η πόρτα κλείνει με το ίδιο ηχηρό ΜΠΑΜ που ακούστηκε πριν όταν έκλεινε τα παράθυρα στις ευχές των γειτόνων. Ένας τελευταίος έλεγχος στις κερασόπιτες κάτω απ’ το κρεβάτι κι ο ύπνος ευτυχώς ξανάρχεται εύκολα. Αμ δε! Τοκ τοκ από τον Σκίουρο που του έφερε ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο. Τώρα ο Θυμωμένος Ασβός είναι αληθινά θυμωμένος και ξαναβροντάει την πόρτα πίσω του – το μόνο που θέλει είναι λίγη ησυχία. Θα μπορέσει να ξανακοιμηθεί έστω με την σκέψη του στις τόσες μπουκάλες με νόστιμη σπιτική λεμονάδα που έχει στο κελάρι;

Τρίτο και φαρμακερό χτύπημα στην πόρτα, από τον πανικόβλητο Λαγό· ο Τυφλοπόντικας κόλλησε στην κορυφή του Χριστουγεννιάτικου δέντρου και χρειάζεται άμεσα βοήθεια. Αυτό παραπάει για τον Ασβό, θα τους αγνοήσει όλους και θα κοιμηθεί. Αλλά στον ύπνο υπάρχουν τα όνειρα κι εκεί ψηλά σ’ ένα δέντρο αιωρείται και τρέμει απ’ το φόβο του ο καημένος ο Τυφλοπόντικας. Τότε πετάγεται και ξεχύνεται έξω στο χιόνι με την σκάλα του. Φαίνεται πως στον ύπνο μας είμαστε περισσότερο εμείς, ίσως κι όπως γεννηθήκαμε, ή με την συντριπτική υπεροχή της καλοσύνης.

Ήρωας ο Ασβός! Παίρνει και το δώρο του – τι άλλο από έναν μαλακό σκούφο ύπνου; – και αναρωτιέται πώς να επανορθώσει για την γκρίνια και τον εύκολο θυμό του. Η απάντηση έρχεται αβίαστα στο μυαλό του: ανοίγει το κελάρι του και κάνει ένα πάρτυ πολυγευστικό και αξέχαστο. Φυσικά δεν βγάζει τον γιορτινό του σκούφο αλλά ξενυχτά μαζί μ’ όλα τα ζώα, χορεύοντας και καλοτρώγοντας. Δημιουργεί μάλιστα το δικό του εορταστικό έθιμο: κάθε χρόνο τέτοιο βράδυ θα κάνει ένα ανάλογο πάρτυ! Κι αν μερικοί νομίζουν ότι ξέχασε οριστικά τον θυμό του, όχι: τον φυλάει για εκείνους που θα διανοηθούν να μην έρθουν!

Μπορεί λοιπόν ο θυμός να γίνει κάτι άλλο, μπορεί μια γιορτή που μας φαίνεται παράλογη ή βαρετή να μετατραπεί σε μια αξέχαστη βραδιά κι ένα ολόδικό μας έθιμο, αρκεί να επιλέξουμε την συντροφιά των άλλων και την προσφορά βοήθειας, που πάντα θα χρειάζεται κάποιος. Και μπορεί και μια ιστορία σαν κι αυτή, που αποτελεί μια ιδιαίτερη μεταφορά από το παραμύθι του Charles Dickens Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων,  να αποδοθεί με θαυμαστή εικονογράφηση, τόσο ωραία που είναι σαν να μας δόθηκε η τιμή να κοιτάξουμε για λίγο στον εξίσου θαυμαστό κόσμο των ζώων.

Εικονογράφηση: Jane Chapman.

Εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2009, 27 σελ., μτφ. Παναγιώτης Γκότσης [Grunny Badger’s Christmas, 2009]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

20
Δεκ.
18

Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη – Ο μέγας Μελομακάρων που ΜελοΚαμάρωνε

Ένα γλυκό στο νόημα της γιορτής και στον κύκλο της ζωής

Αν τα μελομακάρονα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της απόλυτης χειμερινής γιορτής κι αν η γεύση τους είναι οριστικά δεμένη με την κατά Κίπλινγκ «ωραιότερη ιστορία του κόσμου», τουλάχιστο όπως την ζούμε εμείς εδώ σε μια γωνιά της Ανατολικής Δύσης ή της Δυτικής Ανατολής, τότε έχουν δικαιωματική θέση στις δεκεμβριανές ιστορίες. Προσωποποιούνται, αποκτούν νέες δυνάμεις γλυκές και μη, ενίοτε συνομιλούν ή φιλονικούν με τους κουραμπιέδες, έτερους μισούς στην αισθητική ολότητα των εορτών. Κοινώς, δεν θα βαρεθούμε ποτέ να τα βλέπουμε σε ενεργό ρόλο μέσα στις αλλεπάλληλες αφηγήσεις των ημερών.

Όμως εδώ συμβαίνει και κάτι παραπάνω. Σε μια ιδιαίτερα απρόσμενη, σχεδόν κινηματογραφική πρωτοτυπία, η ιστορία αρχίζει και τελειώνει έξω από το σπίτι, χωρίς τις μυρωδιές του φούρνου, μακριά από τα χρωματιστά πιάτα. Βρισκόμαστε στο γαλαζοπράσινο φόντο του ουρανού και των δέντρων, στον συγκινητικό αποχαιρετισμό σπουργιτιών και χελιδονιών, που απ’ την φύση τους είναι αδύνατο να προλάβουν μαζί τα Χριστούγεννα. Ακόμα κι αν τα πρώτα επιμένουν στο μοίρασμα της αγάπης.

Όταν σύντομα το γαλάζιο γίνεται ακόμα πιο ανοιχτό, και το λευκό λευκότερο, τα σπίτια χρωματίζονται από τα στολίδια και ζεστά ρούχα, το καταπράσινο χριστουγεννιάτικο δέντρο και το κατακόκκινο τραπεζομάντηλο. Εδώ είναι το βασίλειο των μελομακάρονων, όπου καλός βασιλιάς αναδεικνύεται το μεγαλύτερο, ο Μέγας ΜελοΜακάρων. Όλοι κάποτε τιμήσαμε έναν τέτοιο άρχοντα, ορισμένοι μάλιστα τον παραγγείλαμε επί τούτου, από την πλάστρια ανάλογων αρχοντικών πλασμάτων. Δεν μας απασχολούσε το γεγονός ότι σύντομα θα εξαφανιζόταν, αυτός ήταν άλλωστε ο προορισμός του. Μόνο που εδώ το μεγάλο μελομακάρονο που επιθυμεί ο μικρός Νικόλας να προσφέρει δώρο στη νονά του πέφτει και θρυμματίζεται. Πώς να αποφευχθεί ένα τόσο άδοξο τέλος για τον βασιλιά, να βρεθεί από τους θρόνους και τις πιατέλες κατασκορπισμένος στα πατώματα;

Κι όμως, το ίδιο το πνεύμα των ημερών μπορεί να σκεφτεί μια δικαίωση για όλους: για το αγόρι που στενοχωρήθηκε, τον ΜελοΜακάρωνα που θέλησε να θυσιαστεί για την ευχαρίστηση των άλλων, τα σπουργίτια που ταλαιπωρούνται από την χειμωνιάτικη πείνα, την οικογένεια που θέλει μόνο χαμόγελα. Εφόσον ο μεγάλος Γλυκός πλάστηκε να γίνει χρήσιμος, θα χαρεί να σκορπιστεί στον κήπο, όπου όλο και κάποιο πλασματάκι θα χορτάσει την πείνα του. Κι επειδή τα πτηνά του χειμώνα δέχονται  ένα ολοφάνερο δώρο αγάπης, κρατούν λίγο για τους ανοιξιάτικους φίλους και το μοιράζονται με τα χελιδόνια.

Κι έτσι, από την μία δικαιώνεται ο αέναος κύκλος της ζωής, με την φύση αφετηρία και τέρμα όλων μας, κι από την άλλη, ανεξάρτητα από πίστη και αμφιβολία, πέρα από θρησκείες και δοξασίες, η γιορτή ξεγυμνώνεται στον απόλυτο πυρήνα της, αυτό που την αξιώνει πέρα από τόπους και χρόνους: την σκέψη στον άλλον, το μοίρασμα ακόμα και των ελάχιστών μας, την προσφορά του πολυτιμότερου δώρου της αγάπης, όπως κι αν την εννοεί ο καθένας μας.

Η Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, αρθρογραφεί σε παιδαγωγικά περιοδικά, συμμετέχει εθελοντικά σε οργανώσεις για την προαγωγή της λογοτεχνίας, είναι ενεργό μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχει εκδώσει πολλά βιβλία για παιδιά και μελέτες λαογραφικού περιεχομένου. Έχει ενταχθεί στο Μητρώο Επιμορφωτών του προγράμματος «Καινοτόμες Δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών» και έχει αναλάβει επιμορφωτικό έργο σε ημερίδες επιμόρφωσης εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Η καλλιτεχνική πένα της Έφης Κοκκινάκη διατρέχει όλες τις παλέτες των συναισθημάτων και των εποχών και φέρνει κάτι από τις παλιές παραμυθιακές και εορταστικές εικονογραφήσεις αλλά και ένα δικό της, ιδιαίτερα σαγηνευτικό στιλ στην απόδοση των φυσιογνωμιών.

Εκδ. Σαββάλας, 2018, εικονογράφηση: Έφη Κοκκινάκη, σελ. 28.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

10
Δεκ.
18

Μαριάννα Τεγογιάννη – Το ταξίδι των παπουτσιών

Τα αχώριστα ζευγάρια

Εδώ χαμηλώνουμε το βλέμμα μας να φτάσει όσο πιο κάτω γίνεται. Ύστερα εστιάζουμε στα αυτονόητα ενδύματα των ποδιών, που δεν αποχωριζόμαστε στο μεγαλύτερο μέρος της ξυπνητής ζωής μας αλλά σπάνια τα σκεφτόμαστε, ίσως μόνο όταν τα λαχταράμε ως παιδιά ή τα επιδοκιμάζουμε που έδειξαν καλό χαρακτήρα. Μπορούμε όμως να τα δούμε χωριστά, σαν αυτόνομα πλάσματα που διατηρούν την αυτονομία τους και ζουν την ζωή από την δική τους πλευρά; Έχουμε σκεφτεί πόσο εξαρτημένα είναι το ένα από το άλλο, σαν ζεύγη αχώριστα;

Κι ύστερα, πόσες ιστορίες έχουν να διηγηθούν; Ας πούμε τα παπούτσια των ταξιδευτών, των περιπατητών, των χορευτριών; Και τι απογίνονται όταν ολοκληρώσουν την «αποστολή» τους, για παράδειγμα, εκείνα των αθλητών που κάποτε θριάμβευσαν ή έστω αγωνίστηκαν στα ωραία πεδία; Αποσύρονται μαζί, συνυπάρχουν το δεξί και το αριστερό σε κάποιο πάγκο, περιμένοντας μια δεύτερη ζωή ή ένα αξιοπρεπές γήρας;

Η Αστραπή και ο Κεραυνός, πάντως, δαφνοστόλιστο αθλητικό ζεύγος στην εφεδρεία του τσαγκαράδικου του Φαλτσέτα, αποχωρίζονται για έναν απολύτως προσωπικό και ταυτόχρονα τόσο συνηθισμένο λόγο: ο Κεραυνός της προτείνει μερικές επιδιορθώσεις στην εμφάνισή της, ανανέωση της βαφής, λίγο χρώμα, κάτι ραφές. Εκείνη τον προτρέπει να πάει να βρει μια ιταλική γόβα ή μια γαλλική μπαλλαρίνα και τον εγκαταλείπει. Δυο ταιριαστά κι αγαπημένα υποδήματα αποχωρίζονται – και το βιβλίο ανοίγει, στην περιπλάνηση της Αστραπής και στην αναζήτησή της από τον Κεραυνό, που θα μοιραστούν τα κεφάλαια του βιβλίου.

Αλλά πού να βρει την αγαπημένη του λευκή με τις κόκκινες ρίγες μέσα στους πολυσύχναστους δρόμους με τους εκατοντάδες ανθρώπους που προχωρούσαν βιαστικά με σκυμμένο το κεφάλι, λες κι έψαχναν απεγνωσμένα κάτι να βρουν ανάμεσα στις χοντρές και κρύες τσιμεντένιες πλάκες των πεζοδρομίων; Πώς να την διακρίνει ανάμεσα σε χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια έτρεχαν μαζί τους υπνωτισμένα, ακολουθώντας τυφλά κάθε τους βήμα; [σ. 11]

Εκείνη θυμάται το εργοστάσιο κατασκευής της, εκεί που γεννήθηκε και ερωτεύτηκε το άλλο της μισό. Ένα άλλο παροπλισμένο ντουέτο, ο Λούης και η Άρτεμη, την ενημερώνουν πως ξανάνοιξε στην Παπουτσοχώρα των Αισθήσεων, στα βάθη της Κορδονίας. Εκεί ετοιμάζεται να ταξιδέψει κι εκείνος, χάρη στις πληροφορίες των ομοίων του, κι ας τον αποκαλούν παλαίμαχο ή παππού. Αλλά στις ωραίες σελίδες του σιδηροδρομικού σταθμού, διασταυρώνει βλέμματα και σκέψεις μ’ ένα ξυπόλητο παιδί και με τις μάλλινες κάλτσες που είχε πάντα μαζί του επισφραγίζουν μια νέα φιλία.

Η άφιξη στην φαντασμαγορική Παπουτσοχώρα των Αισθήσεων δεν είναι διόλου ειδυλλιακή. Ο Κεραυνός κατηγορείται για παρενόχληση κόκκινων μποτών και οδηγείται στην Χωματερή των Ανεπιθύμητων, αλλά και η Αστραπή χάνει τη γη κάτω απ’ τη σόλα της όταν συλλαμβάνεται ως λαθρεπιβάτης και καταδικάζεται σε εργασία στον ίδιο εφιαλτικό τόπο. Και χάρη στο αγόρι που αναζητά ένα δεύτερο παπούτσι στους σωρούς των παραπεταμένων η ιστορία θα ολοκληρωθεί σαν ένας κύκλος που φέρνει τους αγαπημένους ξανά κοντά.

Η ομορφιά που επιβάλλεται κι εκείνη που αξίζουμε, η ωραιότητα της μεγάλης ηλικίας και η αφανέρωτη λάμψη των παλαίμαχων, η ζωή που δεν χωρίζεται σε ηλικίες, η δεύτερη ευκαιρία και η επανόρθωση, η περιπλάνηση και η αναζήτηση ως εμπειρίες που δεν παύουν να μας μαθαίνουν, όλα έχουν την θέση τους στην πλούσια αφήγηση μιας πρωτότυπης ιστορίας, που δεν βιάζεται να φτάσει στο τέλος, μόνο προχωρά με βήματα αργά και χορταστικά. Κι ενώ στο βάθος γνωρίζουμε πως το τέλος θα είναι χαμογελαστό, προτιμάμε να ζήσουμε την περιπέτεια στον δικό της ρυθμό. Το ίδιο απλόχερη είναι η εικονογράφηση, βουτηγμένη σε χρώματα, ανοιχτή σ’ έναν κόσμο φανταστικό και αληθινό μαζί.  Και σκέφτομαι πως δεν είχα άδικο τόσο καιρό που στην παπουτσοθήκη του σπιτιού βάζω δίπλα δίπλα τα ζευγάρια των παπουτσιών, ακόμα κι εκείνα που δεν χρησιμοποιώ πια.

Εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2017, εικονογράφηση: Κριστίν Μενάρ, 52 σελ. Περιλαμβάνεται μονοσέλιδο σημείωμα του παλαίμαχου μαραθωνοδρόμου Δημοσθένη Μαυρογιάννη.

Ηλικίες 9+

Όλες οι εικόνες από την εξαιρετική εικονογράφηση του βιβλίου.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

02
Δεκ.
18

Χρυσάνθη Τσιαμπαλή – Το αγόρι που κέρδισε το χρόνο

Εκείνο που δεν αποταμιεύεται αλλά χαρίζεται

Χρόνος: είναι ο αόρατος κυνηγός μας και ο καλύτερος γιατρός· ο ανελέητος κριτής και ο αχώριστος συνοδοιπόρος. Είναι άπλετος και περιορισμένος, θείο δώρο και αιώνιο βάσανο. Τρέχουμε ξοπίσω του ή μας κυνηγάει σε απόσταση αναπνοής, πάντως συντρέχουμε αχώριστοι! Οι απαιτήσεις μας αμοιβαίες και συνεχείς. Άλλοι τα έχουμε καλά μαζί του, άλλοι τα έχουμε βάλει για τα καλά μαζί του.

Ο Γιάννης δεν έχει πολλές πολλές σχέσεις με τον Χρόνο. Τον αγνοεί, κάνει σα να μην υπάρχει. Στήνει τους φίλους του στα ραντεβού για παιχνίδι και ξεχνιέται στο δωμάτιό του όταν έρχεται η ώρα του φαγητού που τελικά τρώει παγωμένο. Φυσικά δέχεται συνεχώς παρατηρήσεις από τους γονείς του και ο μπαμπάς του δηλώνει πως ήρθε το πλήρωμα του … χρόνου και του κόβει κάθε ανθρωπιστική βοήθεια – ξύπνημα, διάβασμα, όλα τώρα θα πρέπει να τα κάνει μόνος τους, χωρίς την ωρολογιακή συνδρομή των γονιών. Οι καθιερωμένες φράσεις πέφτουν βροχή: να κερδίσεις τον χρόνο σου! ο χρόνος είναι χρήμα! Τα αντεπιχειρήματα Κάλλιο αργά ποτέ, Όποιος βιάζεται σκοντάφτει, Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι φαίνεται πως αρχίζουν να μπάζουν και τα πράγματα σκουραίνουν.

Το πρώτο πάθημα είναι θέμα …χρόνου. Αργοπορημένος στο σχολείο, κρύβει την πιτζάμα κάτω απ’ το παντελόνι κι αφήνει τα μαλλιά του αχτένιστα, στοιχεία που οι παρατηρητικοί φίλοι του άμεσα εντοπίζουν. Δεν είναι ακριβώς ο Μικρός Πρίγκιπας, όπως τον είχε χαρακτηρίσει κάποτε η Χριστίνα. Ούτε στο σπίτι βέβαια καταφέρνει να κρύψει την πρωινή του ήττα και στο δωμάτιό του ο χρόνος πάλι θα περάσει χωρίς να το καταλάβει, πόσο μάλλον τώρα που είναι και λυπημένος.

Αλλά ευτυχώς στα βιβλία πάντα κάτι θα συμβεί στην δύσκολη στιγμή· όχι για να σώσει ή να διευκολύνει τον ήρωα αλλά για να του δώσει μια ιδέα, ένα δρόμο, μια ευκαιρία έστω! Κάπως έτσι μπαίνει από την μπαλκονόπορτα ο Πολυχρόνης ο χρονοεισπράκτορας: είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του Χρόνου, που ως γνωστόν έχει αδελφές τις Χρονιές που κάθε τόσο τους επισκέπτονται, όπως σήμερα π.χ. που ήρθε η εξαιρετική 1896, ενώ συχνά διοργανώνουν χειμερινό τουρνουά τένις. Τομέας κι εξειδίκευσή του, η Διαχείριση Χρόνου.

Ο χρόνος δε δωρίζεται και βέβαια δε δανείζεται. Ο χρόνος μόνο σπαταλιέται. Και ένας τρόπος υπάρχει για να αποκτήσει κανείς απόθεμα. Η Τράπεζα Αποταμίευσης Ελεύθερου Χρόνου. Εκεί, καταθέτεις όχι χρήματα, αλλά τον χρόνο που σου περισσεύει, του λέει ο μυστηριώδης Πολυχρόνης και ιδού το μεγάλο στοίχημα. Φυσικά για όλα αυτά πρέπει να κρατά τα σχετικά αποδεικτικά: τι έκανε και τι δεν έκανε για να αποταμιεύει τον πολύτιμο χρόνο. Στο τέλος θα τον περιμένει ο τίτλος του Πρίγκιπα του Χρόνου· άλλωστε ο Χρόνος λατρεύει όσους προσπαθούν να τον …κερδίσουν.

Στο Παλάτι του Χρόνου ο Πολυχρόνης έχει τις δικές του αμφιβολίες, καθώς δεν ξεχνά όσα συνέβησαν παλιά στη Μόμο, την περίφημη ηρωίδα του φερώνυμου μυθιστορήματος του Μίχαελ Έντε, και στους κατοίκους της πόλης όπου ζούσε, όταν οι γκρίζοι κύριοι τους ζήτησαν να κάνουν οικονομίες στον χρόνο τους αποταμίευοντάς τον. Μήπως θα καταντήσει σαν τον απεχθή πράκτορα ΞΥΚ/384/β;

Κάτι δεν πάει καλά με αυτό το ρήμα κι όσα σημαίνει. Μήπως εδώ υπάρχει μια παγίδα; Μήπως ο χρόνος δεν αποταμιεύεται ούτε δανείζεται αλλά χαρίζεται; Η συγγραφέας μπαίνει σε βαθιά νερά, σε έννοιες απαιτητικές και δύσχρηστες και καταφέρνει να βγει με μια ιστορία απλή και πλούσια, πανέξυπνη και ανατρεπτική απέναντι σε όσα χρόνοι και πολυχρόνηδες επιχειρούν σήμερα μικρούς μεγάλους να μας αιχμαλωτίσουν. Ο Γιάννης που κέρδισε τον Χρόνο, δεν τον έκανε αντίπαλο αλλά φίλο και συνεργάτη. Και μυρίζομαι ότι το μάθημα που πήρε το δίνει απλόχερα και σ’ εμάς τους μεγάλους, να ακολουθήσουμε την δική του ιδέα. Το δώρο του χρόνου είναι κοινό σε όλους μας, είναι την ίδια στιγμή σπάνιο κι απλόχερο, άξιο να χαριστεί σε όσα πρόσωπα και πράγματα επιλέγουμε να αφοσιωθούμε!

Εκδ. Ψυχογιός, 2016, σελ. 80, εικονογράφηση: Αιμιλία Κονταίου, με μικρές μαυρόασπρες ζωγραφιές στην αρχή κάθε κεφαλαίου [Σειρά: Λωτός, 9-11 ετών] [Μαθαίνουμε για την διαχείριση του χρόνου].

Στην τρίτη εικόνα μια εικονογράφηση της Μόμο και στην τέταρτη μια εκδοχή της Εμμονής της Μνήμης, ενός έργου του Σαλβαντόρ Νταλί που κάπου κάπως αναφέρεται στο βιβλίο.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

23
Νοέ.
18

Στέργια Κάββαλου – Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις

Η γλώσσα που μετακομίζει αλλά δεν χάνεται

Τη μέρα που ο μπαμπάς αποφάσισε να αφήσουμε την Αθήνα ήταν νύχτα… ξεκινάει την ιστορία ο αφηγητής Κώστας, σπουδαστής της Πέμπτης δημοτικού, και ομολογώ πως είχα καιρό να νιώσω από τις πρώτες μια δυο γραμμές εκείνη την γλυκιά αδημονία της διήγησης. Και φυσικά η αιφνίδια πρόκριση της αναχώρησης δεν γίνεται για κανένα κυνηγητό λόγω παρανομίας ή άλλους γνωστούς και χιλιοειπωμένους λόγους. Απλά σε κάποιο Αβινιόν της Γαλλίας ζητούν οδοντογιατρούς, που τυχαίνει να είναι και το επάγγελμα του πατέρα του. Τα πάντα τώρα είναι εναντίον του: το «ελληνικό καλοκαίρι» δεν είναι τουριστικό αλλά αστικό και θερμό, τα κουνούπια πανταχού παρόντα, το ίδιο και η μητέρα του που τον ψεκάζει με την διόλου αντρική λεβάντα, ενώ ο μπαμπάς δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι διάλεξε για άλλη μια φορά χάλια καρπούζι. Και δεν έχει ούτε έναν σύμμαχο, καθότι η αδελφή του Λητώ, απόφοιτη του νηπιαγωγείου, δεν αντιστέκεται για πολύ. Η ημερομηνία αναχώρησης έκλεισε.

Καταφυγών στο δωμάτιό του και αποσυνδεδεμένος από το διαδίκτυο ο Κώστας ανατρέχει στην παλιά καλή βοήθεια: άτλαντες κι εγκυκλοπαίδειες, συν τα δωρεάν σιντί των εφημερίδων για την απαραίτητη συλλογή πληροφοριών. Σύντομα μαθαίνει περισσότερα από τους άλλους, που κάνουν τους κοσμογυρισμένους. Η υπέροχη γιαγιά (την χρίζω από τώρα υποψήφια βήτα γυναικείου ρόλου στα υπό σκέψη σχετικά φετινά βραβεία) φτιάχνει φουστάνια για την εγγονή της αφαιρώντας το κάτω μέρος απ’ τις κουρτίνες, πακετάρει κι εκείνη σαν ζηλιάρικο παιδί, και, ψυχραιμότερη απ’ όλους, αυτοπροσκαλείται. Τι έχει να χάσει; Το πολύ πολύ από Ιουλία να γίνει Ζιλί – κι έγινε ήδη!

Ο Κωστής, αντίθετα, έχει να χάσει τους φίλους του, τον κολλητό, την διπλανή του και κυρίως την εκλεκτή του Αθανασία μαζί με το μακροπρόθεσμο σχέδιο που την περιλαμβάνει. Αλλά πάνω απ’ όλα η απαρηγόρητη ανησυχία του αφορά την απώλεια των λέξεων. Η δικιά του γλώσσα ήταν πάντα «έτοιμη να ενώσει τη σκέψη του με τον υπόλοιπο κόσμο». Στο σχολείο γίνεται το Γαλλάκι, οι συγγενείς στην τελετή του αποχαιρετισμού παραπονιούνται ή ζηλεύουν («οι άνθρωποι όταν χάνουν το κουράγιο τους γίνονται εξαιρετικά ανόητοι» αλλά εκείνος δεν κολλάει· ούτως ή άλλως τον περιμένουν πολύ σοβαρότερες καταστάσεις.

Σύντομα βρίσκεται στην γαλλική πόλη που τις Κυριακές φαίνεται μικρότερη, η οικογένεια βρίσκεται έξω από τα νερά της κι ας μην το παραδέχεται κανείς σε κανέναν κι ο ίδιος «παθαίνει μοναξιά». Η ταπετσαρία είναι (εφιαλτικά) λουλουδάτη, οι συμμαθητές του προέρχονται από άγνωστες χώρες, οι λέξεις του πουθενά. Όμως η λίστα με τα θετικά σταδιακά μεγαλώνει: κάνει παρέα με την Κατρίν, ο ουρανός είναι πετρόλ, η ζαχαροπλαστική μυρωδιά βρίσκεται παντού, ο μπαμπάς έχει περισσότερο χρόνο, η μαμά πραγματοποιεί μερικά δικά της όνειρα, η μικρή έχει ταλέντο στις ξένες γλώσσες, ο καθένας τους έχει τον άλλον για παρέα κι όλοι μοιράζονται τις χαρές τους και κρατούν τα + από την κάθε τους μέρα.

Αλλά ο φόβος για την απώλεια των λέξεων παραμένει. Την ώρα των αγγλικών επαναλαμβάνει μέσα του τα ελληνικά και στο σπίτι γράφει γράμματα στην Αθανασία, μόνο που τα διατηρεί στο συρτάρι του γραφείου. «Είπαμε, η απόσταση σε κάνει τολμηρό, αλλά όχι και ατρόμητο». Εκεί δεν είναι μόνο ανεπίδοτα αλλά και έκθετα στα μάτια της μαμάς Κάσι (απ’ το Κασσιανή), που τα διαβάζει, τα φωτοτυπεί, τα κάνει σπιράλ, τα τιτλοφορεί και τα διανέμει στα μέλη της οικογένειας. Υπερήφανη για το ταλέντο του βλαστού, το πλούσιο λεξιλόγιο, την άψογη γραμματική. Κι ας συγχέει τα είδη, εφόσον δεν πρόκειται για ημερολόγιο, όπως το χαρακτήρισε, αλλά για απλούς μονολόγους σε Α4.

Με τον τρόπο αυτό ο Κωστής κερδίζει ένα τετράδιο κι εκεί μπαίνουν οι χαμένες λέξεις, αυτές που αγαπάει κι οι άλλες που τον θυμώνουν. Δεν περιορίζεται όμως στην γραφή αλλά αναζητά τρόπο να σκορπίσει τις λέξεις του στην πόλη, να τις έχει παντού γύρω του, να τον προσέχουν και να του θυμίζουν. Χάρη σ’ ένα υπέροχο εύρημα με επιστολές, αριθμούς, βιβλία και το τυχαίο, ο νεαρός «συγγραφέας» γνωρίζει ότι ο τόπος του είναι οι λέξεις και οι άνθρωποι της καρδιάς του, όπου κι αν βρίσκεται.

Μετακόμιση, μετανάστευση, η απώλεια των φίλων, το νέο περιβάλλον, οι βαθύτεροι φόβοι, και κυρίως η διατήρηση της γλώσσας ως ενός τόπου που μπορούμε παντού να κουβαλάμε μαζί μας, όλα χωράνε στην χορταστική ιστορία της Στέργιας Κάββαλου, που είναι έξυπνα γραμμένη, με μια σπαρταριστή αμεσότητα και μερικές έξυπνες στροφές που θυμίζουν την γραφή των φανζίν. Η εικονογράφηση της Πετρούλας Κρίγκου είναι εξίσου απολαυστική, με τις τρυφερές γελοιογραφικές της πινελιές στην απόδοση των προσώπων και την εμφανή τεχνοτροπία των κόμικς. Άλλη μια Ιστορία που βιώνεται δυνατά, όπως τιτλοφορείται η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σχετική σειρά των εκδόσεων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2018, εικονογράφηση: Πετρούλα Κρίγκου, σελ. 77, γυαλιστερό φύλλο [Ιστορίες που ζεις δυνατά]. Οι εικόνες είναι από το βιβλίο.

Ηλικίες: 10+

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

21
Νοέ.
18

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 2. Μαρίνα Καδή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

To τελευταίο μου βιβλίο που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο έχει τίτλο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» (εκδόσεις Τελεία, εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη). Είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή, για τους γονείς που δεν είναι πια μαζί και τα παιδιά που προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να βρουν ξανά το χρώμα στη ζωή τους. Η ιστορία αυτή περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, από βιώματα που είχα ως παιδί, μέσα από τον χωρισμό των γονιών μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση για κάποια βιβλία σας;

Η Άσπρη στολή (εκδόσεις Τελεία, εικόνες Ρένια Μεταλληνού) είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που ονειρευόταν να γίνει νοσοκόμα, για να φροντίζει τους ανθρώπους, χωρίς να φαντάζεται ότι η ζωή θα την έφερνε στην πρώτη γραμμή όλων των θλιβερών γεγονότων που σημάδεψαν τη μικρή της πατρίδα. Μέσα από την ιστορία αυτή, που είναι εμπνευσμένη από τη ζωή της μητέρας μου, ήθελα να αναδείξω όλους τους αφανείς ήρωες, που εργάζονται ακούραστα και αθέατα, σε κάθε γωνιά της γης, για να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο.

Το βιβλίο Περιμένοντας τη βροχή (εκδόσεις Καλέντη, εικόνες Ρένια Μεταλληνού), με ήρωα ένα μικρό αγόρι, τον Μάρκο, επικεντρώνεται στο φαινόμενο της ανομβρίας και της κλιματικής αλλαγής. Κάθε φορά που έβρεχε, οι μικρές χάρτινες βαρκούλες του Μάρκου ταξίδευαν, παίρνοντας μακριά και από μία λύπη. «Κάθε φορά που μια βαρκούλα ταξιδεύει, παίρνει και μια στενοχώρια μαζί της» έλεγε ο παππούς στον Μάρκο. Τώρα όμως ο παππούς δεν είναι πια μαζί τους και η βροχή έχει χαθεί… Κάθε μέρα, ο Μάρκος κοιτάζει τον ουρανό, για κάποιο σημάδι. Περιμένει τη βροχή, που θα διώξει τη λύπη μακριά και θα καθαρίσει τις ψυχές των ανθρώπων.

Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ (εκδόσεις Πάργα, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) περιγράφει την ιστορία ενός κοριτσιού που αναγκάζεται σε μια μέρα να αφήσει τη χώρα της και ό,τι αγαπούσε και να ταξιδέψει μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Το μόνο πράγμα που μπόρεσε να πάρει μαζί της, είναι το κόκκινο φόρεμα, που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά της στα γενέθλιά της. Και η Σαβέλ δεν το αποχωρίζεται ποτέ… Είναι μια ιστορία για τα παιδιά πρόσφυγες, που αναγκάζονται βίαια να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τους ανθρώπους που αγαπούν και να βρεθούν σε τόπους ξένους.

Το βιβλίο Παιδικά όνειρα (εκδόσεις Πατάκη, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) είναι μια σύνθεση μικρών ιστοριών – οκτώ παιδιά που έχουν ένα φαινομενικά άπιαστο όνειρο, το οποίο ψαλιδίζουν άθελά τους οι μεγάλοι, μέσα από τη δική τους λογική και έλλειψη φαντασίας. Μέσα από τις ιστορίες των παιδιών, που καταφέρνουν τελικά να πραγματοποιήσουν τελικά τις επιθυμίες τους, τονίζεται η σημασία του να έχει κάποιος όνειρα και μην τα εγκαταλείπει.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία; 

Η επαφή μου με την παιδική λογοτεχνία ξεκίνησε μέσα από την επιθυμία μου να μιλήσω στα παιδιά για δύσκολα θέματα, όπως είναι η καταστροφή της φύσης και η εκμετάλλευση των ζώων, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ανισότητα, χωρίς όμως να σκοτώσω την αισιοδοξία, την ελπίδα, τα όνειρά τους για το μέλλον. Έγραψα την πρώτη μου ιστορία πριν 10 χρόνια περίπου, λίγο μετά που έγινα μητέρα. Η επαφή μου με τα παιδικά βιβλία που διάβαζα στα δύο μου παιδιά κάθε βράδυ ήταν επίσης καθοριστική. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να πω κι εγώ μια ιστορία κι άρχισα δειλά δειλά να γράφω, χωρίς να ξέρω που θα με έβγαζε η προσπάθεια μου αυτή. Είχα όμως την ανάγκη να μιλήσω στα παιδιά – όχι μόνο τα δικά μου παιδιά – για θέματα δύσκολα, αλλά ουσιαστικά, μεταφέροντας το μήνυμα ότι μπορεί να είναι δύσκολο ένας άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο, όμως ένας άνθρωπος μπορεί, μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις, να βοηθήσει να γίνει ο κόσμος λίγο καλύτερος…

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; 

Η παιδική λογοτεχνία συχνά πηγάζει από την ανάγκη του συγγραφέα να μεταφέρει ένα μήνυμα στα παιδιά και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πέσει κάποιος στην παγίδα του διδακτισμού. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες που επιδιώκουν να προβληματίσουν τα παιδιά για ένα θέμα και στις ιστορίες που επιδιώκουν να τους δώσουν ένα «μάθημα». Τα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν είναι βιβλία γνώσεων κι αν τα χειριστείς ως τέτοια, θα έχεις ένα κακό αποτέλεσμα. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Ναι, οι παιδικές μου μνήμες είναι πηγή έμπνευσης για πολλά από τα βιβλία μου. Εκτός από το βιβλίο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» για το οποίο μίλησα πιο πάνω, το βιβλίο «Ο Νικόλας και η Έλλη» – το οποίο περιγράφει τη σχέση ενός αγοριού με μια ελεφαντίνα – είναι βασισμένο σε μια παιδική μου ανάμνηση. Στον ζωολογικό κήπο της Λεμεσού, την πόλη όπου μεγάλωσα, ζούσε η Τζούλι, ένας ασιατικός ελέφαντας. Μου άρεσε να επισκέπτομαι την Τζούλι, χωρίς να αντιλαμβάνομαι τότε, ότι η ζωή της ήταν ένας εφιάλτης. Παρόλο που οι ελέφαντες είναι κοινωνικά ζώα, η Τζούλη ζούσε μόνη σε έναν πολύ μικρό χώρο, με αποτέλεσμα να πάθει αρθριτικά από την ακινησία (μια συχνή ασθένεια σε ελέφαντες που ζουν σε αιχμαλωσία) και τελικά να πεθάνει. Η ευαισθητοποίηση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, που ο ζωολογικός κήπος φρόντισε για τη μεταφορά άλλων μεγάλων θηλαστικών σε πάρκα του εξωτερικού, για να ζήσουν ελεύθερα. Σε αυτά τα πλαίσια κινείται η ιστορία της Έλλης και του μικρού Νικόλα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Θα έλεγα ότι οι ιδέες παγιδεύουν εμένα και όχι το αντίθετο! Από τη στιγμή που θα έρθει στο μυαλό μου μια ιδέα για μια νέα ιστορία, η σκέψη αυτή με συντροφεύει κάθε λεπτό της μέρας, όπου κι αν βρεθώ, ότι κι αν κάνω. Συνήθως κρατώ σημειώσεις σε ένα μικρό μπλοκ που έχω πάντα μαζί μου και κάποια στιγμή κάθομαι να αποτυπώσω την ιστορία.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

«Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ» είναι εμπνευσμένο από τα χιλιάδες παιδιά που αναγκάστηκαν τα τελευταία χρόνια να αφήσουν τη χώρα τους, για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Μέσα από τα μάτια της Σαβέλ ήθελα να δείξω ότι το ταξίδι δεν τελειώνει με την ασφαλή άφιξη ενός παιδιού στον προορισμό του. Εξίσου σημαντική είναι η ένταξη στο νέο περιβάλλον και κατά πόσο θα το υποδεχτούν με αγάπη και κατανόηση.

Η ιστορία της προσφυγιάς είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται μέσα στους αιώνες και θα επαναλαμβάνεται όσο υπάρχουν πόλεμοι και εμφύλιοι διχασμοί. Καθώς έγραφα την ιστορία της Σαβέλ, στο μυαλό μου ήταν μια Ιρανή συμφοιτήτριά μου, η οποία είχε φύγει κρυφά από το Ιράν με τους γονείς της κατά την Ιρανική επανάσταση. Η μητέρα τους, φοβούμενη να μην αποκαλυφθεί το μυστικό τους, τους μίλησε για το ταξίδι τους το προηγούμενο βράδυ και δεν μπόρεσαν να αποχαιρετήσουν κανένα – ούτε καν την αγαπημένη τους γιαγιά, κάτι που βιώνει με παρόμοιο τρόπο και η Σαβέλ στην ιστορία. 

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο; 

Το βιβλίο «Μια μέρα» της Alison McGhee, σε εικονογράφηση του Peter Reynolds, είναι ένα από τα βιβλία που με άγγιξε βαθιά και με ενέπνευσε να αρχίσω να γράφω. Είναι ένα βιβλίο που καταφέρνει με λιγοστές λέξεις να περιγράψει όλα τα σύνθετα συναισθήματα της μητρότητας και να μας θυμίσει ότι όσο κι αν αγαπούμε τα παιδιά μας, το μέλλον είναι δικό τους και μόνο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση;

Μια ιστορία μπορεί να τη δουλεύω στο μυαλό για πολύ καιρό, πριν αρχίσω να την αποτυπώνω στο χαρτί. Μπορεί να σκεφτώ μια πρόταση, έναν διάλογο, ή ένα νέο χαρακτήρα και κρατώ σημειώσεις. Έτυχε να γράψω αποσπάσματα ιστοριών μου σε καφετέριες, σε πάρκα ή στο αεροπλάνο. Γενικά δεν προτιμώ να γράφω σε απομόνωση, αλλά νιώθοντας τον παλμό της πόλης. 

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Σπούδασα ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και διαχείριση του περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Cornell των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα εργάζομαι στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος της Κύπρου. Τόσο η ψυχολογία, όσο και οι περιβαλλοντικές σπουδές, έχουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των θεμάτων των βιβλίων μου, καθώς και στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων αυτών.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Η αγαπημένη μου συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων είναι η αμερικανίδα Jacqueline Woodson, η οποία αντλεί από το δύσκολο παρελθόν της αφροαμερικανικής κοινότητας στην οποία ανήκει. Οι ήρωες των βιβλίων της είναι απλοί άνθρωποι που καταφέρνουν να ανέλθουν μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς να αφήσουν τις αντιξοότητες της ζωής να τους καθορίσουν. 

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Από ξένους εικονογράφους ξεχωρίζω την Isabelle Arsenault, την Rebecca Green και τον Peter Reynolds. Όσον αφορά Έλληνες εικονογράφους νιώθω τυχερή γιατί είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με καλλιτέχνες που εκτιμώ και θαυμάζω, όπως η Ρένια Μεταλληνού, η Ντανιέλα Σταματιάδη, η Αγγελική Πιλάτη, η Πέρσα Ζαχαριά και ο Βασίλης Κουτσογιάννης. 

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας; 

Η Άννα των αγρών (Anne of green gables) της Lucy Montgomery. 

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης; 

Το βιβλίο που με μύησε στην αγάπη του διαβάσματος ως παιδί ήταν «Η μικρή πριγκίπισσα» της Frances Hodgson Burnett. Ο κόσμος της Σάρα καταρρέει όταν πεθαίνει ο λατρευτός πατέρας της. Η διευθύντρια του οικοτροφείου όπου έμενε την εκτοπίζει σε στη σοφίτα και την αναγκάζει να δουλέψει για ένα πιάτο φαί. Η Σάρα καταφεύγει στη φαντασία της για να επιβιώσει στη σκληρή πραγματικότητα.  

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.




Ιανουαρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 961.220 hits

Αρχείο

Advertisements