Archive for the 'Παιδική και εφηβική λογοτεχνία' Category

17
Φεβ.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 4. Χρυσάνθη Τσιαμπαλή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως! Μου ήρθε μια ιδέα! είναι ο τίτλος του τελευταίου μου βιβλίου. Η ηρωίδα, μια Φαεινή Ιδέα, ζει στον Κόσμο των Ιδεών, μέχρι που η πλήξη και οι συμβουλές μια Παλιάς Ιδέας θα την οδηγήσουν στον Κόσμο των Ανθρώπων για να αναζητήσει εκείνον που θα τη μεταμορφώσει σε Πράξη και θα χαρίσει και στους δυο την ευτυχία. Η Ιδέα μας μπαίνει σε έξι διαφορετικά κεφάλια, ενός πολιτικού, ενός φούρναρη, ενός υποχθόνιου επιστήμονα, μιας συγγραφέα, ενός ποντικού και ενός παιδιού. Αν και τα πράγματα θα αποδειχθούν δυσκολότερα απ ό,τι φανταζόταν, η Ιδέα μας θα βρει τον άνθρωπό της.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Δεν ήταν ακριβώς απόφαση. Στις ιστορίες για παιδιά με γοητεύει, ανάμεσα σε άλλα, η αισιοδοξία, η απουσία κακού τέλους. Το πρώτο βιβλίο ξεκίνησα να το γράφω το 2000-2001 και με την απόσταση των 18 χρόνων που μας χωρίζουν από τότε, μπορώ να πω πως ήταν ένας πειραματισμός. Θα μπορούσα να γράψω μια ιστορία για παιδιά; Και αν τα κατάφερνα, θα αποτελούσε ικανοποιητικό τρόπο έκφρασης για μένα αυτό το είδος; Το δεύτερο ερώτημα απαντήθηκε πολύ γρήγορα γιατί η διαδικασία με είχε συνεπάρει από την πρώτη σελίδα. Το πρώτο, καθώς εμπεριέχει και ανησυχίες για την ποιότητα της ιστορίας, απαντήθηκε επί της ουσίας χρόνια μετά, όταν το 2005 την έστειλα στις Εκδόσεις Ψυχογιός. Εγώ είχα πια κατασταλάξει στο τι ήθελα να κάνω και οι εκδόσεις Ψυχογιός ήθελαν τις ιστορίες μου. Οπότε τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα βιβλία για παιδιά είναι πράγματι περίπλοκη υπόθεση. Όσο μικρής έκτασης και αν είναι, κουβαλούν μηνύματα, ιδέες, αξίες, Αυτό που δεν χρειάζεται να κουβαλούν είναι διδαχή. Κανείς (άρα και κανένα παιδί ή έφηβος) δεν έχει όρεξη να διαβάσει ένα βιβλίο που να του υποδεικνύει γλυκερά ή αυστηρά πώς πρέπει να συμπεριφέρεται. Τα βιβλία μας ωθούν να σκεφτούμε.

Επιπλέον, η γλώσσα πρέπει να είναι πλούσια και καλοδουλεμένη αλλά απολύτως κατανοητή από τα παιδιά. Το χιούμορ είναι απαραίτητο. Τα παιδιά το λατρεύουν. Μπορούν όμως να γελάσουν και με ‘’εύκολες’’ ατάκες που ανακυκλώνουν στερεοτυπικές και ρατσιστικές αντιλήψεις. Άρα το χιούμορ που τους δίνουμε πρέπει να είναι ποιοτικό. Η δράση είναι επίσης απαραίτητη, αλλά χρειάζεται να σμιλεύουμε όσο είναι δυνατό τους χαρακτήρες των ηρώων. Γενικότερα το παιδικό βιβλίο πρέπει να κινείται γύρω από τα ενδιαφέροντα των παιδιών και την ίδια στιγμή να συμβάλλει με έναν αδιόρατο τρόπο στην συναισθηματική και νοητική τους καλλιέργεια και εξέλιξη. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Πιστεύω πως οι παιδικές μνήμες ενεργούν αθόρυβα πάνω μας. Ανεπαίσθητα συμβάλλουν στο να χτιστεί η προσωπικότητα μας, κατ’  επέκταση και η γραφή μας. Έχω την αίσθηση πως ασυνείδητα με έχουν επηρεάσει πολύ περισσότερο από όσο νομίζω ή θα μπορούσα να σκεφτώ.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Τα παιδικά βιβλία πρέπει να αφορούν και τους ενήλικες αναγνώστες. Εννοώ πως πρέπει να αποτελούν ευχάριστα/αξιόλογα αναγνώσματα και για τους ενήλικες, αν θέλουμε να είναι τέτοια για τα παιδιά. Κατά πόσο βέβαια απολαμβάνει κάποιος ενήλικας ένα βιβλίο για παιδιά, έχει να κάνει και με τον χώρο που έχει κρατήσει μέσα του για τον… παιδικό του εαυτό.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;  

Α! Δεν τις παγιδεύω… Ειδικά από τότε που έγραψα την ιστορία για τη Φαεινή Ιδέα νιώθω μια ευθύνη και ένα ιδιαίτερο νοιάξιμο για εκείνες. Γενικότερα τις αφήνω να μπαινοβγαίνουν στο μυαλό μου, καταγράφω ατάκες ή εικόνες που μου δημιουργούν. Εστιάζω σε εκείνη που με ενδιαφέρει περισσότερο, αλλά και πάλι είμαι ανοιχτή σε νέες ιδέες, πράγμα που οδηγεί στο να γράφω, γενικά, μάλλον αργά.

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Τόσα πολλά που θα ήταν άδικο να αναφέρω ένα συγκεκριμένο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αγαπώ την ροκ μουσική, παλιά και νέα, ελληνική και ξένη. Μουσική ακούω στα διαλείμματα, θέλοντας να χαλαρώσω ή να γεμίσω τις μπαταρίες μου. Όταν γράφω συνήθως θέλω ησυχία, απομόνωση και καφέ. 

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; 

Όχι, δεν έχω γράψει. Νομίζω πως για να καταφέρω να γράψω κάπου αλλού, θα πρέπει να νιώσω πολύ οικεία και δεν υπάρχει εκτός του σπιτιού μου ένας τέτοιος χώρος, ακόμη.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Η επίδραση των βιβλίων στα παιδιά είναι τόσο πολυδιάστατη, που δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τις ηλεκτρονικές συσκευές. Ένα βιβλίο καλλιεργεί γλωσσικά αλλά και αισθητικά. Πλαταίνει και εμβαθύνει τη σκέψη. Κοινωνικοποιεί, φέρει δηλαδή τα παιδιά σε επαφή με σοβαρά κοινωνικά προβλήματα χωρίς όμως να τα πληγώνει. Ηρεμεί και ανακουφίζει τα παιδιά, τόσο μέσα από αστείες ιστορίες, όσο και μέσα από ιστορίες που τα παιδιά συναντούν ήρωες με τους δικούς τους προβληματισμούς. Και επιπλέον τα βιβλία καλλιεργούν μοναδικά την φαντασία και την πολυπόθητη ενσυναίσθηση, που είναι απαραίτητη για την πολιτισμένη και αρμονική συμβίωση όλων των ανθρώπων.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω σύγχρονους συγγραφείς ή παιδικά και εφηβικά βιβλία γιατί είναι πάρα πολλά αυτά που έχω απολαύσει, ξένα και ελληνικά. Θα αναφέρω, ωστόσο, έναν αγαπημένο μου συγγραφέα (κυρίως) για ενήλικες, τον Ζοζέ Σαραμάγκου.

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Κατά τον ίδιο τρόπο απολαμβάνω τις εικονογραφήσεις τόσο των παλιών όσο και των νέων εικονογράφων, ιδιαιτέρως εκείνων που με σεβασμό στα κείμενα προσπαθούν να δώσουν το στίγμα τους μέσα από πανέμορφες εικονογραφήσεις.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω τη βιογραφία του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, του Walter Isaacson, εκδ. Ψυχογιός και πείθομαι ακόμη περισσότερο για τη δύναμη της φαντασίας και την αξία της παρατήρησης.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Υπήρχαν 3-4 βιβλία που αγαπούσα πολύ στα χρόνια του δημοτικού. Η ιστορία του μέρμηγκα που κλείστηκε κατά λάθος σε μια σαπουνόφουσκα με γέμιζε ενθουσιασμό και αγωνία ίδια με του μέρμηγκα! Φυσικά έχω ακόμη το βιβλίο. (Μια ωραία πεταλούδα, Μαρία Γουμενοπούλου, Έπαινος Κύκλου, 2 Απριλίου 1976). Εξίσου έντονα θυμάμαι την ποίηση του Καρυωτάκη στην εφηβεία. Τον είχα ανακαλύψει στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μου και τον είχα ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλους, προφανώς γιατί η μελαγχολία και η υπαρξιακή αγωνία των ποιημάτων του έβρισκε ήδη πρόσφορο έδαφος στις περίπλοκες ψυχικές διεργασίες της εφηβείας.

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Η αξία της τόλμης και της προσπάθειας. Να τολμάς για ό,τι επιθυμείς και να προσπαθείς χωρίς να υποτιμάς τις ικανότητές σου.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Α.Π.Θ. Εργάζομαι ως υπεύθυνη παιδαγωγός σε Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης του Δήμου Λαρισαίων. Επειδή οι σπουδές μου έχουν να κάνουν με παιδιά, (αν και δεν εργάστηκα ποτέ στην τυπική εκπαίδευση ως νηπιαγωγός) τα πρώτα χρόνια μού ήταν δύσκολο να διακρίνω την επίδραση των σπουδών μου στη γραφή μου. Αναμφίβολα υπάρχει επίδραση στον τρόπο προσέγγισης. Υπάρχει η γνώση της παιδικής ψυχολογίας που την κουβαλάς. Αυτό σε σώζει από διάφορα ατοπήματα. Από την άλλη μπορεί να σου βάλει εμπόδια που δεν είσαι σε θέση να αντιληφθείς εύκολα. Θεωρώ όμως τη γνώση δύναμη και προσπαθώ να τη θέτω στην υπηρεσία της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ελπίζω να μη σας απογοητεύσω, αλλά αυτό τον καιρό δεν γράφω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Με καλύψατε πλήρως! Σας ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Τα βιβλία Μου ήρθε μια ιδέα  και Το αγόρι που κέρδισε τον χρόνο στο Πανδοχείο των παιδιών εδώ και εδώ, αντίστοιχα.

Advertisements
10
Φεβ.
19

Astrid Lindgren – Kitty Crowther – Ο νάνος δεν κοιμάται

Οι ακοίμητοι σύντροφοι

Τώρα έχει νυχτώσει. Τώρα κοιμάται το παλιό αγρόκτημα και όλοι όσοι ζουν εκεί. Όλοι εκτός από έναν… Κάπως έτσι αρχίζει η μαγική ιστορία της Λίνγκρεν, που μας αφήνει να δούμε τι συμβαίνει μέσα στην βαθιά ησυχία μιας χειμερινής, χιονισμένης νύχτας. Αυτός που δεν κοιμάται είναι ένας νάνος που έχει δει εκατοντάδες χειμώνες. Τώρα σηκώνεται κι επιβλέπει τις κάμαρες και τα καμαράκια του αγροκτήματος κι ύστερα πηγαίνει σ’ όλα τα ζώα και τους μιλάει με την γλώσσα των νάνων, «μια σιωπηλή μικρή γλώσσα που όλα καταλαβαίνουν». Καθώς ο βαρύς χειμώνας απλωθεί σα λευκή κουβέρτα σ’ όλα τα τοπία, ο νάνος σπεύδει όχι μόνο να προσφέρει μικρές νυχτερινές φροντίδες στα πλάσματα της φάρμας αλλά και να τους υπενθυμίσει ότι κι αυτή η εποχή θα κάνει την θητεία της και σειρά θα πάρει η άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, στον αέναο κύκλο της ζωής.

Σε ιστορίες σαν κι αυτή δεν υπάρχουν κεντρικές ιδέες ή εμφανή διδάγματα. Είναι οι ίδιοι οι αναγνώστες που θα δώσουν στον νάνο το περιεχόμενο που του ταιριάζει. Την πρώτη φορά σκέφτηκα πως έρχεται από τους τόπους των παραμυθιών και της μαγείας, ενώ εμείς τους έχουμε πια ξεχάσει. Είναι σα να μας υπενθυμίζει πως εκείνα που δεν βλέπουμε δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν· πως το θαυμαστό και το ανοίκειο εξακολουθούν να ζουν μακριά από τα δικά μας φώτα. Σε επόμενη ανάγνωση σκέφτηκα την αδιόρατη παρουσία ενός προστάτη που όλοι έχουμε ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Άλλη φορά αναρωτήθηκα πάνω στην ειδικότερη συμβολική του νάνου: εκείνο που μας διατηρεί ζεστούς και ήσυχους στον ύπνο είναι κάτι που δεν έχει να κάνει με μεγέθη, ύψη ή κάποια καταιγιστική παρουσία. Μπορεί να είναι η ίδια η αγάπη, μια ιδέα, η συνείδησή μας, ο ίδιος μας ο εαυτός.

Κι ύστερα, πως μπορεί κανείς να αγνοήσει το ενδεχόμενο πως εκείνος που έρχεται να κοιτάξει αν είμαστε καλά είναι οι ίδιοι οι συνάνθρωποι που ασκούν το δύσκολο έργο της αλληλεγγύης. Ο νάνος είναι το μικρό πλάσμα της συντροφικότητας που κρατά τον κόσμο ζωντανό, νοιάζεται για όλα τα πλάσματά του και έχει πάντα το νου του αν έχουν την τροφή τους. Κι είναι μια δράση καθολική, που δεν αγγίζει μόνο τους ανθρώπους αλλά και τα ίδια τα ζώα, που χρειάζονται πάντα την αγάπη μας.  Αν όλοι αξίζουμε τον δικό μας νάνο, μπορούμε οι ίδιοι με την σειρά μας να πάρουμε την θέση του.

Η Σουηδή συγγραφέας αποτελεί μια σπάνια περίπτωση στην ιστορία του παιδικού βιβλίου. Δεν έγραψε μόνο την Πίπη την Φακιδομύτη και την σειρά των παραμυθιών του Νάνου αλλά και πάνω από 70 βιβλία, εικονογραφημένα και μη, ενώ αγωνίστηκε τόσο για τα δικαιώματα των παιδιών όσο και γενικότερα για την οικολογία, τα ζώα και την καταπολέμηση κάθε μορφής βίας και καταπίεσης. Εδώ εμπνέεται από ένα ποίημα που γράφτηκε το 1881 από τον Βίκτορ Ρίμπεργκ και το εγγράφει σ’ ένα σύντομο παραμύθι που είχε και την συνέχειά του. Η Λίντγκρεν είχε την τύχη να ζει και να δημιουργεί μέχρι τα 95 της. Όπως διαβάζω στην ωραία ιστοσελίδα για το έργο της, είχε κάποτε πει: Μια παιδική ηλικία χωρίς βιβλία – αυτή δεν θα ήταν καν παιδική ηλικία. Θα ήταν σα να κλείνεσαι έξω από ένα γοητευτικό τόπο όπου μπορείς να πας και να βρεις το σπανιότερο είδος χαράς.

Η εικονογράφος Κίττυ Κρόουθερ (Βρυξέλλες, 1970) αποδίδει ιδανικά όλες τις αποχρώσεις των χειμερινού νυχτερινού τοπίου από το λευκό και υπόλευκο της χιονισμένης γης μέχρι τα ξύλινα σπίτια και τον κάταστρο ουρανό.

Εικονογράφηση: Κίττυ Κρόουθερ. Εκδ. Μάρτης, 2015, μτφ. Άννα Παπαφίγκου, σελ. 28 [Astrid Lindgren, Tomten är vaken, 1960, εικονογράφηση Kitty Crowther: 2012].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

26
Ιαν.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 3. Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα τρία καινούρια παιδικά βιβλία μου, ένα από αυτά είναι το «Οι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας». Είναι το πρώτο της νέας σειράς «Βιβλία που προάγουν την κοινωνική νοημοσύνη»,  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας και στοχεύει –όπως και τα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν– να αναδείξει και να καλλιεργήσει ένα βασικό στοιχείο της νοημοσύνης αυτής, την καλοσύνη. Αποφάσισα να γράψω τούτες τις ιστορίες  σκεπτόμενη πως στην εποχή του θυμού και του εκφοβισμού που ζούμε, γονείς και εκπαιδευτικοί επιβάλλεται να θέσουμε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας νοημοσύνης με καρδιά διδάσκοντας στα παιδιά να νοιάζονται για τους άλλους και να ευγνωμονούν όσους τα φροντίζουν και τα αγαπούν. Παράλληλα με το βιβλίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητήσουν και το ομότιτλο επιτραπέζιο παιχνίδι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας επίσης και αρέσει πολύ. 

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν); 

Ταξιδεύω αρκετά κάθε χρόνο, έτσι πολλά βιβλία μου είναι εμπνευσμένα από τόπους που επισκέπτομαι. Για παράδειγμα το «Εγώ κι εσύ μαζί» που βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων από τον Σεπτέμβριο γράφτηκε αμέσως μετά τον ερχομό μου από την Προβηγκία με τις ατελείωτες εκτάσεις ανθισμένης λεβάντας. Είχα κατά νου να γράψω μια ιστορία πάνω στη βασική ιδέα «Ό,τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε αλλιώς, το μπορούμε με την αγάπη», οπότε δανείστηκα ήρωες και περιβάλλον από το μέρος αυτό για να αναπτύξω την πλοκή και να μπορέσω να μοιραστώ με τους αναγνώστες το θαύμα που είχαν δει τα δικά μου μάτια και το συναίσθημα που είχα νιώσει. Το «Μπατλό ο δράκος» επίσης, καινούριο κι αυτό, το επινόησα βγαίνοντας από το παραμυθένιο κτίριο Casa Batlló του Antoni Gaudi στη Βαρκελώνη. Γενικότερα κάθε βιβλίο μου έχει την απαρχή του σε έναν λόγο, ένα θέαμα, μια συμπεριφορά, ένα συναίσθημα.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Κάποιος είπε πως για όλα τα σημαντικά πράγματα που μας συμβαίνουν, δεν κλείνουμε εμείς το ραντεβού, αλλά η ίδια η ζωή. Τρία τέτοια ραντεβού έκλεισε λοιπόν και σε εμένα η ζωή με καταξιωμένους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, οι οποίοι, διαβάζοντας ανέκδοτα ακόμα κείμενά μου, με ενθάρρυναν με τα θετικά σχόλιά τους να «εκτεθώ». Στα χρόνια που ακολούθησαν γράφω γιατί πιστεύω πως έχω κάτι να πω και αυτό το «κάτι» θέλω να το μοιραστώ. Ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω πως η παρουσία μου στον εκδοτικό χώρο δεν ξεκίνησε με τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά. Το πρώτο βιβλίο μου επιχειρεί να φωτίσει το παρασκήνιο δημιουργίας παροιμιακών φράσεων της καθημερινότητάς μας και φέρει τον τίτλο «Γιατί το λέμε έτσι…». Πρόκειται για ένα ογκώδες πόνημα, αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, κίνητρο για την οποία υπήρξε το πάθος μου για τη λαογραφία και η αγωνία μου να διασωθεί το ήθος, τα χαρακτηριστικά και η σοφία του λαού μας. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα για ενήλικες, «Η σύγκρια», και ευελπιστώ πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχω τελειώσει και το δεύτερο.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα παιδιά είναι απαιτητικοί αναγνώστες. Έτσι, η συγγραφή βιβλίων γι’ αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Για τη δημιουργία του μυθοπλαστικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο επιλέγεις ως συγγραφέας να εντάξεις την ιστορία σου, οφείλεις να λάβεις υπόψη σου την εξελικτική ψυχολογία, κοινωνικές παραμέτρους, την ψυχοσύνθεση των παιδιών. Πρέπει ακόμα να μπορείς, τηρουμένων των αναλογιών, να ξαναγίνεις παιδί και να δεις με τη ματιά του αυτό που γράφεις, πρέπει επίσης να «κατεβάσεις» το λεξιλόγιό σου στα μέτρα του με συνώνυμα που έχουν το σημασιολογικό περιεχόμενο και το εννοιολογικό δυναμικό που θέλεις. Αυτές είναι δύσκολες λειτουργίες κι αν δε δουλέψεις το κείμενο ξανά και ξανά, έχοντας όλα αυτά υπόψη σου, τα παιδιά βρίσκουν τελικά αδιάφορο το βιβλίο σου. Όταν όμως τα σεβαστείς ως προσωπικότητες, σκύψεις στα προβλήματα που φαντάζουν στα μάτια τους αξεπέραστα, όταν τα απενοχοποιήσεις μέσω των ηρώων σου, εισπράττεις τον ενθουσιασμό τους και την αίσθηση ότι το βιβλίο, γενικά το βιβλίο, τα κέρδισε. Γενικότερα θα έλεγα πως η συγγραφή παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας απαιτεί ειλικρίνεια και σεβασμό στις ανάγκες, τους προβληματισμούς, τα «θέλω» και τις δυνατότητες της κάθε ηλικίας. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Τα βιώματα της προσωπικής μου διαδρομής αποτελούν για μένα πρωταρχικές πηγές έμπνευσης και δημιουργίας. Η γλώσσα των λαϊκών παραμυθιών που άκουγα από τη Μικρασιάτισσα γιαγιά μου νομίζω πως επηρεάζει πάντοτε τη γραφή μου, γι’ αυτό και συχνά βάζω στο στόμα των ηρώων παροιμίες, παροιμιακές εκφράσεις και ό,τι άλλο έχει τη «μυρωδιά» εκείνων των ακουσμάτων.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Καλώς ή κακώς τα βιβλία που προορίζονται για μικρά παιδιά περνούν αναγκαστικά από τα χέρια και τα μάτια των μεγάλων. Καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία θα έλεγα πως οι γονείς είναι αρκετά εξασκημένοι πλέον να ξεχωρίζουν αναγνώσματα που έχουν να προσφέρουν κάτι στα παιδιά τους. Και ναι, νομίζω πως υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στη ζωή των μεγάλων είτε γιατί θέλουν να ξαναβρούν ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού τους είτε γιατί βαθιά μέσα τους έχουν ανάγκη να (ξανα)πιστέψουν πως όλα είναι δυνατά είτε για να «παρηγορηθούν» πως στο τέλος πάντα το καλό νικάει. 

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Η αρχική ιδέα συνήθως έρχεται απρόσμενα. Μπορεί να ακούσω, να δω ή να νιώσω κάτι που θα με εμπνεύσει. Γι’ αυτό έχω πάντοτε στην τσάντα μου χαρτί και μολύβι, ώστε να μπορώ να κρατήσω σημειώσεις. Ακολούθως αναπτύσσω την ιστορία στον υπολογιστή. Παρόλα αυτά μία και μοναδική φορά έγραψα βιβλίο σε μια χαρτοπετσέτα εστιατορίου στην Αμφιλοχία. Ήταν «Το τικ και το Τακ» που τόσο τελικά άρεσε σε μικρούς και μεγάλους.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

Από τους μαθητές μου εμπνεύστηκα αρκετά βιβλία, γιατί ο τρόπος που σκέφτονται, η αθωότητα, το χιούμορ τους, οι αναστολές τους, τα διλήμματά τους, ο εγωκεντρισμός τους, ακόμα και οι πονηριές τους δίνουν άφθονη πρώτη ύλη για… μαγείρεμα ιστοριών. Ωστόσο ένας συγκεκριμένος  μαθητής μου, ο αγαπημένος μου αλλά ατίθασος Οδυσσέας, έγινε πρωταγωνιστής του βιβλίου «Ένας πιγκουίνος όχι και τόσο τέλειος».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ κάποιο ιδιαίτερο τελετουργικό γραφής ούτε ακούω μουσική όταν προσπαθώ να συνθέσω τις σκέψεις μου. Σε αντίθεση με άλλους δημιουργούς η μουσική εκείνη την ώρα με αποδιοργανώνει κι εγώ θέλω να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη. Όταν δε γράφω όμως, νότες από έντεχνο ελληνικό τραγούδι πλημμυρίζουν το σπίτι μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Μόνο σκόρπιες σκέψεις. Κι αυτό γιατί, προκειμένου να αποδώσω, χρειάζομαι το οικείο περιβάλλον και τη ρουτίνα μου. Η μόνη γραφή που «ξεστράτισε», σας είπα… Ήταν «Το τικ και το τακ».   

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βέβαια. Οι περισσότεροι από τους ήρωές μου μαθαίνω πως ζουν σε σχολεία και νηπιαγωγεία, αισθάνονται όμορφα στις αγκαλιές των παιδιών, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από παιχνίδια ρόλων και δραματοποιήσεις των περιπετειών τους στις τάξεις. Πολύ συχνά οι εκπαιδευτικοί μού στέλνουν υλικό και φωτογραφίες από τις δράσεις και τις επεκτάσεις που κάνουν με τους μαθητές τους, οπότε γνωρίζω πως οι ήρωές μου συνεχίζουν τη ζωή τους και μετά το τέλος των σελίδων της ιστορίας. Χαίρομαι που περνούν καλά τα παιδιά μαζί τους και που εξαιτίας τους μπορούν να γνωρίσουν προοδευτικά τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου; 

Η ανάγνωση ενός βιβλίου δίνει στα παιδιά χρόνο να τοποθετήσουν τα γεγονότα σε σειρά, να παρατηρήσουν τους ήρωες, να ταυτιστούν μαζί τους, να εξετάσουν προσεκτικά συμπεριφορές και καταστάσεις που μοιάζουν με τις δικές τους, να ξεφορτωθούν ενοχές, να σκεφτούν και να βρουν λύσεις σε πιθανά προβλήματα, να μπουν στη θέση των άλλων, να συνδέσουν τον προφορικό με τον γραπτό λόγο, να απολαύσουν την εικονογράφηση και να καλλιεργήσουν την αισθητική τους. Όλα αυτά δεν μπορούν να τα κάνουν όταν η μία εικόνα διαδέχεται την άλλη στην οθόνη εν ριπή οφθαλμού. Τα τελευταία χρόνια, εκτιμώ, πως  η αξία του βιβλίου έχει αναδειχτεί, ως ένα βαθμό, με τη συμβολή βιβλιόφιλων εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν προγράμματα φιλαναγνωσίας. Χρειάζεται βέβαια πολλή δουλειά ακόμα, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Όταν εγώ ήμουν μικρή δεν υπήρχαν παραμύθια με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα. Μόνο μεταφρασμένη λογοτεχνία κυκλοφορούσε τότε –και σε ογκώδη μάλιστα βιβλία. Διάβαζα λοιπόν, και μου άρεσαν πολύ, τα «Χωρίς οικογένεια», «Με οικογένεια», «Οι τρεις σωματοφύλακες», «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και δε θυμάμαι πόσα άλλα. Μεγαλώνοντας διαπιστώνω εμμονή μου με τους παλαιότερους Έλληνες συγγραφείς, αν και έχω διαβάσει αρκετά κλασικούς και σύγχρονους ξένους. Δε θα ήθελα να αναφερθώ σε ονόματα της σύγχρονης λογοτεχνίας την οποία επίμονα παρακολουθώ, σας βεβαιώ όμως πως το διάβασμα καταναλώνει τον περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο μου. Η ποίηση επίσης είναι κομμάτι της ζωής μου και ομολογώ πως με συναρπάζουν τα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί σε ύφος ποιητικό. 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Θα σας φανεί περίεργο, αλλά εδώ κι έναν χρόνο μελετώ την αρχαία ελληνική τραγωδία. Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει να διαβάσω τα έργα που θα ήθελα, είχα όμως δώσει από παλιά την υπόσχεση στον εαυτό μου και βοηθούν τώρα οι συγκυρίες να την εκπληρώσω.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα;  

Σε μεταφορικά μέσα δεν μπορώ να διαβάσω, πραγματικά αρρωσταίνω. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά την ανάγνωση του «Αλέξης Ζορμπάς» στη Στούπα Μεσσηνίας κάτω από τη συκιά που, καθώς λέγεται, ο μεγάλος λογοτέχνης έγραψε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ήμουν τότε δεκαοκτώ ετών και με είχε συνεπάρει η εκδοχή πως μπορούσα να απολαύσω το «γέννημα» στον τόπο που έγινε η «σύλληψη». Από τότε, κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, με συνοδεύουν πάντα οι έντονες μνήμες εκείνων των στιγμών. 

Εσείς ως παιδί

 Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Όταν ήμουν παιδί, τα περισσότερα ήταν ομαδικά παιχνίδια που τα παίζαμε στην αλάνα της γειτονιάς οχτώ μήνες τον χρόνο. «Τζαμί», «Μήλα», «Πινακωτή», «Βασιλιά-Βασιλιά» κι ένα σωρό άλλα μας κρατούσαν πολλές ώρες της σχόλης στους δρόμους. Τους χειμώνες όμως που μαζευόμασταν στα σπίτια, πολύ μου άρεσε το επιτραπέζιο «φιδάκι». Τώρα πια επινοώ διάφορα που τα παίζω με τα παιδιά στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου, επειδή θέλω μέσα από το κατάλληλο παιχνίδι να βγαίνει βιωματικά το νόημα της ιστορίας που μόλις αφηγήθηκα και να συνειδητοποιεί έτσι το παιδί πως κάθε παραμύθι κρύβει μια αλήθεια της καθημερινής μας ζωής. 

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Έχω τόσες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια που δυσκολεύομαι να επιλέξω. Θυμάμαι όμως με νοσταλγία τις φωτιές που ανάβαμε στη γειτονιά το βράδυ της 23ης Ιουνίου και τους χορούς μικρών και μεγάλων γύρω από αυτές, τη μεταφορά του αμίλητου νερού και την ιεροτελεστία της προετοιμασίας για τον «Κλείδωνα», τις κούνιες που ρίχναμε στα δέντρα ανήμερα του Αγιωργιού, τα ομαδικά παιχνίδια που παίζαμε στους ανοιχτούς χώρους.  Η εικόνα επίσης  του ψαρά, του γαλατά, του γιαουρτά, του μανάβη, του καρεκλά, του γανωματή, του παπλωματά και του αρκουδιάρη που περιδιάβαιναν ανά εποχή τις ρούγες διαλαλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, με συνοδεύει πάντα. Το Δωδεκαήμερο επίσης στο χωριό του πατέρα μου, τις ετοιμασίες των γλυκών, τα κάλαντα που τα λέγαμε τότε βράδυ και αμειβόμασταν με ξηρούς καρπούς, τις ψημένες φέτες στο τζάκι με λαδορίγανη και τη γιαγιά στο παραγώνι να μας λέει ιστορίες με ξωτικά. Όλα αυτά και άλλα πολλά είμαι Εγώ, συνιστούν την ταυτότητα και την προσωπικότητά μου. 

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Για να αφήσω θετικό αποτύπωμα στο διάβα μου επί Γης θα έπαιρνα από τα βιώματα της ενήλικης ζωής μου το «Να βρίσκεις νόημα σε αυτό που κάνεις, να πορεύεσαι με καθαρή καρδιά, να αγαπάς τους ανθρώπους και να δρας ως μέρος της Φύσης και όχι ως κυρίαρχός της», ενώ για την ψυχική μου υγεία θα έπαιρνα το «Και αυτό θα περάσει». 

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχω μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκα για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση ως δασκάλα, συνταξιοδοτήθηκα όμως το 2014 μετά από 30 χρόνια Υπηρεσίας. Εκτιμώ ωστόσο πως συνεχίζω να υπηρετώ τις ανάγκες του παιδιού μέσα από τα βιβλία μου, τα οποία μαζί με τις μελέτες λαογραφικού περιεχομένου που έχουν εκδοθεί ξεπερνούν πλέον τα εβδομήντα. Η θητεία μου ως δασκάλας αναμφίβολα «προικοδότησε» το Είναι μου με τη γνώση της παιδικής ψυχής και τους προβληματισμούς της κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα δικό μου «συν» που αποτυπώνεται, ευελπιστώ,  στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Όταν ήμουν δασκάλα, πήγαινα στο θέατρο συχνά με τους μαθητές μου. Τώρα παρακολουθώ λιγότερο. Φέτος είδα δύο έργα. Ωραία σκηνικά, εντυπωσιακά κοστούμια, έλειπαν όμως τα μηνύματα που έχει ανάγκη η εποχή μας, αλλά και οι μικρές σιωπές ανάμεσα σε ορισμένες ατάκες, απαραίτητες για να ανασάνει ο Λόγος. Από φόβο προφανώς των σκηνοθετών μήπως το κείμενο κάνει «κοιλιά», βομβάρδιζαν το κοινό με λόγια και κινήσεις, έτσι που, τα παιδιά ιδιαίτερα, δεν είχαν το χρονικό περιθώριο να αφομοιώσουν τα τεκταινόμενα. Όχι, κανένα από τα δυο δε με μάγεψε. Για να μην αδικήσω όμως όλες τις παραστάσεις, ίσως δεν έκανα εγώ καλή επιλογή θεατρικών έργων. 

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Μόλις έφυγαν από τα χέρια μου για εικονογράφηση τρία βιβλία μου για παιδιά. Έτσι, μέχρι να αρχίσει ο νέος κύκλος επισκέψεών μου σε νηπιαγωγεία και σχολεία της χώρας, θα συνεχίσω το δεύτερο μυθιστόρημα που ήδη έχω αρχίσει να γράφω και το οποίο ελπίζω να καταφέρω να τελειώσω μέσα στη χρονιά.

Παρουσίαση του βιβλίου Ο μέγας Μελομακάρων …. εδώ κι εκείΟι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας σύντομα στα δυο Πανδοχεία. 

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

03
Ιαν.
19

Τα σκυλάκια των Χριστουγέννων

Καταμέτρηση προ και κατόπιν εορτής

Παλιά μνήμη: Θα παραδεχτώ ότι το σπορ της καταμέτρησης, κοινώς της αρίθμησης κυρίως των ωραίων και ευρύτερα της απαρίθμησης των πάντων αποτελεί ένα ατομικό χόμπι που δεν με κούρασε ποτέ. Εδώ και τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες μετρώ με λίστες και αριθμούς οτιδήποτε βρίσκω άξιο του αθλήματος και αναμετριέμαι φυσικά με την μνήμη που συμπαρίσταται απαραίτητη βοηθός και ενίοτε απογοητευτική ξεχασιάρα. Μικρός, ας πούμε, με κάθε ευκαιρία, μετρούσα: τα γκολ που έβαλα, εκείνα που έχασα, τις ωραίες κυρίες της γειτονιάς που ευχαρίστως θα παντρευόμουν, τις θάλασσες που κολύμπησα, τα σπάνια μακριά αμερικάνικα αυτοκίνητα που είχα δει ζωντανά, για να μην αναφέρω τα καθημερινά προσκλητήρια βιβλίων, κασετών, δίσκων, καρτών υπέρ-ατού και καρτ ποστάλ που είχα ή ήθελα να έχω.

Νέα «μνήμη»: Συνεχίζω μέχρι σήμερα το άθλημα των αριθμών της μνήμης, σε καθημερινή σχεδόν βάση, ιδίως όταν με πηγαίνει βόλτα η Πέτρα. Άλλωστε από το μέτρημα δεν γίνεται να λείπουν οι τετράποδοι σύντροφοι – σκύλοι. Μετρώ και ξαναμετρώ τους κατά καιρούς περίοικους, τους ζωηρούς, τους εμφανώς φιλοσόφους, τους συνταξιδιώτες στα καταστρώματα, τους διπλανούς σκηνίτες στα κάμπινγκ και τις ίδιες τις ιδιότητες του καθενός. Ενίοτε αναρωτιέμαι και για τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν στις διάφορες γιορτές, όπως για παράδειγμα αυτή των ημερών, που εξάπτει αισθήσεις και παραισθήσεις με τις μυρωδιές και τους άλλους φωτισμούς.

Η πρώτη δεκάδα: Φράση που συνηθίζουμε να λέμε στις λίστες των επιλογών μας. Η κυριολεκτική πρώτη δεκάδα όμως είναι θαμμένη στα πιο παλιά μας κατάστιχα: ήταν πρώτη αρίθμηση από το ένα ως το δέκα. Δεν θυμάμαι πότε, πού και πώς, μόνο αμυδρά κάποια εικονογραφημένα ζωάκια, μάλλον αγελάδες. Ήταν ευχάριστη εκείνη η μονοψήφια εμπειρία! Τώρα σκοπεύω να την ξαναζήσω στα μάτια μιας άλλης ψυχής, όταν ανοίξω μπροστά της το βιβλίο με 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 σκυλάκια που ανά δισέλιδο αυξάνονται ανά ένα και κοιτάζουν έκπληκτα την γιορτινή διακόσμηση, παγώνουν τα αυτιά τους στο κρύο, κάνουν ζημιές στην κουζίνα, ταλαιπωρούν το έλατο, καρφώνονται στα γλυκά, γαβγίζουν μελωδικά και δίνουν τα δικά τους δώρα, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουν. Θα είναι ωραία η αναζήτηση και καταμέτρηση των σκυλιών μέσα σ’ αυτή την πανδαισία των χρωμάτων. Και βέβαια στο τέλος θα μας περιμένει μια παλιά αγαπημένη εικόνα ιδίως των κινούμενων σχεδίων, εκείνη όπου ο φακός κατεβαίνει στα χαμηλά, βρισκόμαστε στον ύψος τους και παρατηρούμε μόνο τα πόδια των δίποδων. Κάτι κράτησα κι εγώ στη μνήμη μου!

Εκδόσεις Ψυχογιός, 2017, 32 σελ., Λέξεις: Alison Richie, εικονογράφηση: Marisa Morea, 2017

Ηλικίες: 2+

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

26
Δεκ.
18

Paul Bright – Τα Χριστούγεννα του θυμωμένου ασβού

Μια ιδέα για τους θυμωμένους των εορτών!

Εμείς δεν το βλέπουμε αλλά τις ημέρες που ονομάζουμε γιορτές υπάρχει και στα δάση μια έντονη δραστηριότητα. Τα ζώα στολίζουν, μαγειρεύουν πουτίγκες και γλυκά, τυλίγουν δώρα και γενικώς συμμετέχουν στον γενικό οργασμό. Τώρα στο πρώτο δισέλιδο μπορούμε να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά: μικροσκοπικά και θεόρατα δέντρα στολίζονται, παράθυρα διακοσμούνται, καλάθια γεμίζουν κι όλοι οι ένοικοι του δάσους χαμογελούν.

Όμως επειδή μ’ αυτά τα βιβλία επιστρέφουμε κι εμείς στα παιδικά βλέμματα, άρα ψάχνουμε μέχρι την παραμικρή γωνιά του κάδρου, κάπου στην άκρη εντοπίζουμε ένα πλάσμα μουτρωμένο, αν όχι θυμωμένο! Πίσω από το σταυρωτό παράθυρο ενός χοντρού κορμού, ένας Ασβός δεν είναι καθόλου χαρούμενος μ’ όλον αυτό τον χαμό… Τι κι αν σκίουροι, σκαντζόχοιροι, λαγοί, κάστορες, ποντικοί τον προσκαλούν με φωνές και μ’ ευχές. Αυτός θέλει να μείνει μέσα, αμέτοχος σ’ όλα αυτά· έχει και τα επιχειρήματά του: αυτή την εποχή απολαμβάνει τον χειμέριο ύπνο του. Ε κι αν ξυπνήσει πεινασμένος, τα ράφια του κελαριού του είναι γεμάτα με φρούτα, τουρσιά, γλυκίσματα, μπισκότα!

Αλλά πάνω που πάει να κοιμηθεί, χτυπά η πόρτα κι ο Τυφλοπόντικας θέλει να δανειστεί την σκάλα του για να βάλει τα φωτάκια στο δέντρο. Αυτό πάει πολύ, η πόρτα κλείνει με το ίδιο ηχηρό ΜΠΑΜ που ακούστηκε πριν όταν έκλεινε τα παράθυρα στις ευχές των γειτόνων. Ένας τελευταίος έλεγχος στις κερασόπιτες κάτω απ’ το κρεβάτι κι ο ύπνος ευτυχώς ξανάρχεται εύκολα. Αμ δε! Τοκ τοκ από τον Σκίουρο που του έφερε ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο. Τώρα ο Θυμωμένος Ασβός είναι αληθινά θυμωμένος και ξαναβροντάει την πόρτα πίσω του – το μόνο που θέλει είναι λίγη ησυχία. Θα μπορέσει να ξανακοιμηθεί έστω με την σκέψη του στις τόσες μπουκάλες με νόστιμη σπιτική λεμονάδα που έχει στο κελάρι;

Τρίτο και φαρμακερό χτύπημα στην πόρτα, από τον πανικόβλητο Λαγό· ο Τυφλοπόντικας κόλλησε στην κορυφή του Χριστουγεννιάτικου δέντρου και χρειάζεται άμεσα βοήθεια. Αυτό παραπάει για τον Ασβό, θα τους αγνοήσει όλους και θα κοιμηθεί. Αλλά στον ύπνο υπάρχουν τα όνειρα κι εκεί ψηλά σ’ ένα δέντρο αιωρείται και τρέμει απ’ το φόβο του ο καημένος ο Τυφλοπόντικας. Τότε πετάγεται και ξεχύνεται έξω στο χιόνι με την σκάλα του. Φαίνεται πως στον ύπνο μας είμαστε περισσότερο εμείς, ίσως κι όπως γεννηθήκαμε, ή με την συντριπτική υπεροχή της καλοσύνης.

Ήρωας ο Ασβός! Παίρνει και το δώρο του – τι άλλο από έναν μαλακό σκούφο ύπνου; – και αναρωτιέται πώς να επανορθώσει για την γκρίνια και τον εύκολο θυμό του. Η απάντηση έρχεται αβίαστα στο μυαλό του: ανοίγει το κελάρι του και κάνει ένα πάρτυ πολυγευστικό και αξέχαστο. Φυσικά δεν βγάζει τον γιορτινό του σκούφο αλλά ξενυχτά μαζί μ’ όλα τα ζώα, χορεύοντας και καλοτρώγοντας. Δημιουργεί μάλιστα το δικό του εορταστικό έθιμο: κάθε χρόνο τέτοιο βράδυ θα κάνει ένα ανάλογο πάρτυ! Κι αν μερικοί νομίζουν ότι ξέχασε οριστικά τον θυμό του, όχι: τον φυλάει για εκείνους που θα διανοηθούν να μην έρθουν!

Μπορεί λοιπόν ο θυμός να γίνει κάτι άλλο, μπορεί μια γιορτή που μας φαίνεται παράλογη ή βαρετή να μετατραπεί σε μια αξέχαστη βραδιά κι ένα ολόδικό μας έθιμο, αρκεί να επιλέξουμε την συντροφιά των άλλων και την προσφορά βοήθειας, που πάντα θα χρειάζεται κάποιος. Και μπορεί και μια ιστορία σαν κι αυτή, που αποτελεί μια ιδιαίτερη μεταφορά από το παραμύθι του Charles Dickens Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων,  να αποδοθεί με θαυμαστή εικονογράφηση, τόσο ωραία που είναι σαν να μας δόθηκε η τιμή να κοιτάξουμε για λίγο στον εξίσου θαυμαστό κόσμο των ζώων.

Εικονογράφηση: Jane Chapman.

Εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2009, 27 σελ., μτφ. Παναγιώτης Γκότσης [Grunny Badger’s Christmas, 2009]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

20
Δεκ.
18

Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη – Ο μέγας Μελομακάρων που ΜελοΚαμάρωνε

Ένα γλυκό στο νόημα της γιορτής και στον κύκλο της ζωής

Αν τα μελομακάρονα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της απόλυτης χειμερινής γιορτής κι αν η γεύση τους είναι οριστικά δεμένη με την κατά Κίπλινγκ «ωραιότερη ιστορία του κόσμου», τουλάχιστο όπως την ζούμε εμείς εδώ σε μια γωνιά της Ανατολικής Δύσης ή της Δυτικής Ανατολής, τότε έχουν δικαιωματική θέση στις δεκεμβριανές ιστορίες. Προσωποποιούνται, αποκτούν νέες δυνάμεις γλυκές και μη, ενίοτε συνομιλούν ή φιλονικούν με τους κουραμπιέδες, έτερους μισούς στην αισθητική ολότητα των εορτών. Κοινώς, δεν θα βαρεθούμε ποτέ να τα βλέπουμε σε ενεργό ρόλο μέσα στις αλλεπάλληλες αφηγήσεις των ημερών.

Όμως εδώ συμβαίνει και κάτι παραπάνω. Σε μια ιδιαίτερα απρόσμενη, σχεδόν κινηματογραφική πρωτοτυπία, η ιστορία αρχίζει και τελειώνει έξω από το σπίτι, χωρίς τις μυρωδιές του φούρνου, μακριά από τα χρωματιστά πιάτα. Βρισκόμαστε στο γαλαζοπράσινο φόντο του ουρανού και των δέντρων, στον συγκινητικό αποχαιρετισμό σπουργιτιών και χελιδονιών, που απ’ την φύση τους είναι αδύνατο να προλάβουν μαζί τα Χριστούγεννα. Ακόμα κι αν τα πρώτα επιμένουν στο μοίρασμα της αγάπης.

Όταν σύντομα το γαλάζιο γίνεται ακόμα πιο ανοιχτό, και το λευκό λευκότερο, τα σπίτια χρωματίζονται από τα στολίδια και ζεστά ρούχα, το καταπράσινο χριστουγεννιάτικο δέντρο και το κατακόκκινο τραπεζομάντηλο. Εδώ είναι το βασίλειο των μελομακάρονων, όπου καλός βασιλιάς αναδεικνύεται το μεγαλύτερο, ο Μέγας ΜελοΜακάρων. Όλοι κάποτε τιμήσαμε έναν τέτοιο άρχοντα, ορισμένοι μάλιστα τον παραγγείλαμε επί τούτου, από την πλάστρια ανάλογων αρχοντικών πλασμάτων. Δεν μας απασχολούσε το γεγονός ότι σύντομα θα εξαφανιζόταν, αυτός ήταν άλλωστε ο προορισμός του. Μόνο που εδώ το μεγάλο μελομακάρονο που επιθυμεί ο μικρός Νικόλας να προσφέρει δώρο στη νονά του πέφτει και θρυμματίζεται. Πώς να αποφευχθεί ένα τόσο άδοξο τέλος για τον βασιλιά, να βρεθεί από τους θρόνους και τις πιατέλες κατασκορπισμένος στα πατώματα;

Κι όμως, το ίδιο το πνεύμα των ημερών μπορεί να σκεφτεί μια δικαίωση για όλους: για το αγόρι που στενοχωρήθηκε, τον ΜελοΜακάρωνα που θέλησε να θυσιαστεί για την ευχαρίστηση των άλλων, τα σπουργίτια που ταλαιπωρούνται από την χειμωνιάτικη πείνα, την οικογένεια που θέλει μόνο χαμόγελα. Εφόσον ο μεγάλος Γλυκός πλάστηκε να γίνει χρήσιμος, θα χαρεί να σκορπιστεί στον κήπο, όπου όλο και κάποιο πλασματάκι θα χορτάσει την πείνα του. Κι επειδή τα πτηνά του χειμώνα δέχονται  ένα ολοφάνερο δώρο αγάπης, κρατούν λίγο για τους ανοιξιάτικους φίλους και το μοιράζονται με τα χελιδόνια.

Κι έτσι, από την μία δικαιώνεται ο αέναος κύκλος της ζωής, με την φύση αφετηρία και τέρμα όλων μας, κι από την άλλη, ανεξάρτητα από πίστη και αμφιβολία, πέρα από θρησκείες και δοξασίες, η γιορτή ξεγυμνώνεται στον απόλυτο πυρήνα της, αυτό που την αξιώνει πέρα από τόπους και χρόνους: την σκέψη στον άλλον, το μοίρασμα ακόμα και των ελάχιστών μας, την προσφορά του πολυτιμότερου δώρου της αγάπης, όπως κι αν την εννοεί ο καθένας μας.

Η Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, αρθρογραφεί σε παιδαγωγικά περιοδικά, συμμετέχει εθελοντικά σε οργανώσεις για την προαγωγή της λογοτεχνίας, είναι ενεργό μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχει εκδώσει πολλά βιβλία για παιδιά και μελέτες λαογραφικού περιεχομένου. Έχει ενταχθεί στο Μητρώο Επιμορφωτών του προγράμματος «Καινοτόμες Δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών» και έχει αναλάβει επιμορφωτικό έργο σε ημερίδες επιμόρφωσης εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Η καλλιτεχνική πένα της Έφης Κοκκινάκη διατρέχει όλες τις παλέτες των συναισθημάτων και των εποχών και φέρνει κάτι από τις παλιές παραμυθιακές και εορταστικές εικονογραφήσεις αλλά και ένα δικό της, ιδιαίτερα σαγηνευτικό στιλ στην απόδοση των φυσιογνωμιών.

Εκδ. Σαββάλας, 2018, εικονογράφηση: Έφη Κοκκινάκη, σελ. 28.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

10
Δεκ.
18

Μαριάννα Τεγογιάννη – Το ταξίδι των παπουτσιών

Τα αχώριστα ζευγάρια

Εδώ χαμηλώνουμε το βλέμμα μας να φτάσει όσο πιο κάτω γίνεται. Ύστερα εστιάζουμε στα αυτονόητα ενδύματα των ποδιών, που δεν αποχωριζόμαστε στο μεγαλύτερο μέρος της ξυπνητής ζωής μας αλλά σπάνια τα σκεφτόμαστε, ίσως μόνο όταν τα λαχταράμε ως παιδιά ή τα επιδοκιμάζουμε που έδειξαν καλό χαρακτήρα. Μπορούμε όμως να τα δούμε χωριστά, σαν αυτόνομα πλάσματα που διατηρούν την αυτονομία τους και ζουν την ζωή από την δική τους πλευρά; Έχουμε σκεφτεί πόσο εξαρτημένα είναι το ένα από το άλλο, σαν ζεύγη αχώριστα;

Κι ύστερα, πόσες ιστορίες έχουν να διηγηθούν; Ας πούμε τα παπούτσια των ταξιδευτών, των περιπατητών, των χορευτριών; Και τι απογίνονται όταν ολοκληρώσουν την «αποστολή» τους, για παράδειγμα, εκείνα των αθλητών που κάποτε θριάμβευσαν ή έστω αγωνίστηκαν στα ωραία πεδία; Αποσύρονται μαζί, συνυπάρχουν το δεξί και το αριστερό σε κάποιο πάγκο, περιμένοντας μια δεύτερη ζωή ή ένα αξιοπρεπές γήρας;

Η Αστραπή και ο Κεραυνός, πάντως, δαφνοστόλιστο αθλητικό ζεύγος στην εφεδρεία του τσαγκαράδικου του Φαλτσέτα, αποχωρίζονται για έναν απολύτως προσωπικό και ταυτόχρονα τόσο συνηθισμένο λόγο: ο Κεραυνός της προτείνει μερικές επιδιορθώσεις στην εμφάνισή της, ανανέωση της βαφής, λίγο χρώμα, κάτι ραφές. Εκείνη τον προτρέπει να πάει να βρει μια ιταλική γόβα ή μια γαλλική μπαλλαρίνα και τον εγκαταλείπει. Δυο ταιριαστά κι αγαπημένα υποδήματα αποχωρίζονται – και το βιβλίο ανοίγει, στην περιπλάνηση της Αστραπής και στην αναζήτησή της από τον Κεραυνό, που θα μοιραστούν τα κεφάλαια του βιβλίου.

Αλλά πού να βρει την αγαπημένη του λευκή με τις κόκκινες ρίγες μέσα στους πολυσύχναστους δρόμους με τους εκατοντάδες ανθρώπους που προχωρούσαν βιαστικά με σκυμμένο το κεφάλι, λες κι έψαχναν απεγνωσμένα κάτι να βρουν ανάμεσα στις χοντρές και κρύες τσιμεντένιες πλάκες των πεζοδρομίων; Πώς να την διακρίνει ανάμεσα σε χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια έτρεχαν μαζί τους υπνωτισμένα, ακολουθώντας τυφλά κάθε τους βήμα; [σ. 11]

Εκείνη θυμάται το εργοστάσιο κατασκευής της, εκεί που γεννήθηκε και ερωτεύτηκε το άλλο της μισό. Ένα άλλο παροπλισμένο ντουέτο, ο Λούης και η Άρτεμη, την ενημερώνουν πως ξανάνοιξε στην Παπουτσοχώρα των Αισθήσεων, στα βάθη της Κορδονίας. Εκεί ετοιμάζεται να ταξιδέψει κι εκείνος, χάρη στις πληροφορίες των ομοίων του, κι ας τον αποκαλούν παλαίμαχο ή παππού. Αλλά στις ωραίες σελίδες του σιδηροδρομικού σταθμού, διασταυρώνει βλέμματα και σκέψεις μ’ ένα ξυπόλητο παιδί και με τις μάλλινες κάλτσες που είχε πάντα μαζί του επισφραγίζουν μια νέα φιλία.

Η άφιξη στην φαντασμαγορική Παπουτσοχώρα των Αισθήσεων δεν είναι διόλου ειδυλλιακή. Ο Κεραυνός κατηγορείται για παρενόχληση κόκκινων μποτών και οδηγείται στην Χωματερή των Ανεπιθύμητων, αλλά και η Αστραπή χάνει τη γη κάτω απ’ τη σόλα της όταν συλλαμβάνεται ως λαθρεπιβάτης και καταδικάζεται σε εργασία στον ίδιο εφιαλτικό τόπο. Και χάρη στο αγόρι που αναζητά ένα δεύτερο παπούτσι στους σωρούς των παραπεταμένων η ιστορία θα ολοκληρωθεί σαν ένας κύκλος που φέρνει τους αγαπημένους ξανά κοντά.

Η ομορφιά που επιβάλλεται κι εκείνη που αξίζουμε, η ωραιότητα της μεγάλης ηλικίας και η αφανέρωτη λάμψη των παλαίμαχων, η ζωή που δεν χωρίζεται σε ηλικίες, η δεύτερη ευκαιρία και η επανόρθωση, η περιπλάνηση και η αναζήτηση ως εμπειρίες που δεν παύουν να μας μαθαίνουν, όλα έχουν την θέση τους στην πλούσια αφήγηση μιας πρωτότυπης ιστορίας, που δεν βιάζεται να φτάσει στο τέλος, μόνο προχωρά με βήματα αργά και χορταστικά. Κι ενώ στο βάθος γνωρίζουμε πως το τέλος θα είναι χαμογελαστό, προτιμάμε να ζήσουμε την περιπέτεια στον δικό της ρυθμό. Το ίδιο απλόχερη είναι η εικονογράφηση, βουτηγμένη σε χρώματα, ανοιχτή σ’ έναν κόσμο φανταστικό και αληθινό μαζί.  Και σκέφτομαι πως δεν είχα άδικο τόσο καιρό που στην παπουτσοθήκη του σπιτιού βάζω δίπλα δίπλα τα ζευγάρια των παπουτσιών, ακόμα κι εκείνα που δεν χρησιμοποιώ πια.

Εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2017, εικονογράφηση: Κριστίν Μενάρ, 52 σελ. Περιλαμβάνεται μονοσέλιδο σημείωμα του παλαίμαχου μαραθωνοδρόμου Δημοσθένη Μαυρογιάννη.

Ηλικίες 9+

Όλες οι εικόνες από την εξαιρετική εικονογράφηση του βιβλίου.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.




Μαρτίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 971.668 hits

Αρχείο

Advertisements