Archive for the 'Παιδική και εφηβική λογοτεχνία' Category

30
Δεκ.
19

Marianne Dubuc – Το μεγάλο ταξίδι της οικογένειας Ποντίκη

Βλέπω ένα διώροφο ταχυδρομείο με μπλε κεραμίδια σ’ ένα πράσινο λιβάδι με δέντρα. Μόλις έχει μπει η ταμπέλα «Κλειστόν», καθώς ο ταχυδρόμος Ποντίκης με την οικογένειά του ετοιμάζονται να πάνε ένα μεγάλο ταξίδι. Φυσικά παίρνουν και μια αποσκευή γεμάτη γράμματα, καθώς η δουλειά του ταχυδρόμου δεν σταματά ποτέ. Άραγε από την επόμενη σελίδα, θα δούμε όλες τις στάσεις και τους τόπους των διακοπών; Πράγματι, έτσι είναι, η καλύτερή μας δηλαδή να βρισκόμαστε στο δρόμο συντροφιά με νέους φίλους· να περιδιαβαίνουμε το θαυμάσιο δάσος όπου στήνουν το τροχόσπιτο και τα αντίσκηνά τους, την κατακίτρινη αμμουδιά όπου θα χαρούν μπάνιο, ηλιοθεραπεία και παγωτό, το κρουαζιερόπλοιο που διαθέτει ολόκληρο θέατρο και εστιατόριο για καλοφαγάδες, ένα τροπικό νησάκι όπου βρίσκεται και το εξοχικό ενός μυστηριώδους κυρίου, μια έρημο με αμμόλοφους και οάσεις. Τα γράμματα πρέπει να φτάσουν σε όλους τους παραλήπτες κι έτσι η περιπλάνηση συνεχίζεται μέσα σε μια πυκνή ζούγκλα, σε μια ολοζώντανη πόλη, σε μια μαγευτική εξοχή, σε μια επικράτεια πάγου και στους ίδιους τους αιθέρες, μέχρι την επιστροφή στο ταχυδρομόσπιτο, όπου, πλέον, έχουν μαζευτεί ακόμα περισσότερες επιστολές.

Όμως όλη αυτή η ποικιλία διαδρομών δεν είναι το μόνο απολαυστικό στοιχείο της οικογενειακής αυτής περιπέτειας. Είναι η ζωγραφική της Μαριάν Ντιμπίκ που τονίζει δυο εξίσου θεαματικά στοιχεία. Αφενός είναι η αναλυτική – αρχιτεκτονική της ματιά σε κάθε είδους κτίσμα ή ενδιαίτημα των ταξιδιωτών. Καθώς το σχέδιό της ανατέμνει σπίτια, τροχόσπιτα, σκηνές, καντίνες, πλοία, πολυκαταστήματα, υπόγεια λαγούμια και ιγκλού αλλά και τα ίδια τα δέντρα και τα βουνά, βλέπουμε το πλουμιστό εσωτερικό τους: τα δωμάτια των κατοίκων, την διακόσμηση, την υπέροχη μικρο-οικογραφία τους. Είναι η ίδια τομή που μου άρεσε να χαζεύω στα αρχιτεκτονικά σχέδια των πολυκατοικιών, στα σχεδιαγράμματα των πλοίων, ή στο εξώφυλλο εκείνου του σπάνιου βιβλίου του Ζορζ Περέκ, Ζωή, οδηγίες χρήσεως.

Ύστερα είναι οι δεκάδες διάσπαρτες λεπτομέρειες που προσελκύουν το βλέμμα να τις ανακαλύπτει ξανά και ξανά. Γύρω από το ζεύγος Ποντίκη και τα τρία παιδιά του (ήρωες και άλλων βιβλίων στην ίδια σειρά),  μια ανεξάντλητη χλωρίδα και πανίδα, ορατή και μη, ζει και αναπνέει δίπλα τους, στην δική της ζωή. Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο των ταξιδιών: να ανοίγει το βλέμμα τόσο πολύ, ώστε να χωρέσει όλα τα θαυμαστά που συμβαίνουν γύρω του, ακόμα κι εκείνα που έχουμε μάθει να αγνοούμε!

Εκδ. Νεφέλη [σειρά «Τσαλαπετεινός»], 2017, μτφ. Θεόφιλος Μπαχτσεβάνης, 30 έγχρωμες σελίδες μεγάλου μεγέθους (24×30,5 εκ.), σκληρό εξώφυλλο [Les vacances de Fracteur Souris, 2016]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των Παιδιών, εδώ.

24
Μαρ.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 5. Στέργια Κάββαλου

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Μακάρι να είχε αυλή ο Κωστής αν και δεν ξέρω αν αυτό θα τον έκανε πιο χαρούμενο. Αλλά και πάλι οι ανοιχτοί χώροι είναι για τα παιδιά, ο Κωστής πάει μεγάλο δημοτικό, οπότε… Στα σοβαρά όμως, το πιο πρόσφατο μου βιβλίο λέγεται «Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις» και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2018 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ξεκινά με τον πρωταγωνιστή να θέλει να πολεμήσει το κακό που τον βρήκε, το γεγονός ότι πρέπει όλη η οικογένεια να μετακινηθεί από το Παγκράτι στην Αβινιόν της Γαλλίας επειδή ο μπαμπάς του βρήκε εκεί καλύτερη δουλειά. Η ιστορία ξεκινά κατακαλόκαιρο στην Αθήνα και τελειώνει στο αεροπλάνο με την προσγείωση στην Ελλάδα του μπαμπά Γιώργου, της μαμάς Κάσης, της αδερφής Λητώς και της γιαγιάς Ιουλίας για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Ας πούμε ότι στο ενδιάμεσο διάστημα ο Κωστής θα προσπαθήσει να βρει τον τρόπο να μη χάσει, ξεχάσει, λησμονήσει, όπως θέλετε πείτε το τη γλώσσα του, τις δικές του ελληνικές λέξεις.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιπτάμενο Κάστρο το πρώτο μου παιδικό βιβλίο, «Η κόκκινη πινέζα». Με θυμάμαι να κάθομαι στο γραφείο και να έχω πλάι μου ένα κουτάκι με πινέζες. Με έπιασε μια λύπη που σαν αντικείμενο η πινέζα εντάξει, δεν είναι και από τα πιο πολύτιμα. Ήταν έτσι και όλες μαζί παρεάκι, ήταν και κόκκινες, δεν ήθελα και πολύ. Επίσης κάποτε δούλευα στη Fnac στο τμήμα του παιδικού βιβλίου. Εκεί λοιπόν οι ενήλικες έψαχναν πολύ συχνά βιβλία για την υιοθεσία και είχα μόνο ένα να τους προτείνω, της Έρης Ρίτσου. Κάπως αυτά λειτούργησαν, μπλέχτηκαν και γέννησαν μια ιστορία στην οποία εξαιτίας μιας πυρκαγιάς η πινέζα χάνει τις αδερφές της με τις οποίες στόλιζε τους τοίχους ενός σπιτιού. Αναγκάζεται να αναζητήσει αλλού μια νέα οικογένεια κολλώντας σε σόλες παπουτσιών. Μέχρι στιγμής νομίζω ότι είναι το πιο «πετυχημένο» μου παραμύθι.

Την επόμενη χρονιά, βγήκε πάλι από το Ιπτάμενο Κάστρο «Το μπλε τριαντάφυλλο». Υπήρχε η φιλοδοξία να γίνει μια σειρά με τίτλο «Τα χρώματα…αλλιώς» που δυστυχώς σταμάτησε στα δύο πρώτα. Διάλεξα το μπλε για να συμβολίζει μια κάποια πνευματικότητα ή έστω τη δεύτερη σκέψη απέναντι στα πράγματα και έφτιαξα ένα οικολογικό παραμύθι που ενώνει όλα τα τριαντάφυλλα της πλαγιάς κόντρα στην επέμβαση των ανθρώπων. Ακολούθησε πάλι από τον ίδιο οίκο, «Η ερωτευμένη μπόσα νόβα». Γελάω και μόνο που σκέφτομαι τον τίτλο. Ήθελα κάτι χαρούμενο και παιχνιδιάρικο. Μια κάμπια λοιπόν ερωτεύεται ένα ποντικάκι. Η αφορμή ήρθε από προσωπικό βίωμα. Όταν βρέθηκα σε μια αντισυμβατική ας το πούμε σχέση και προσπαθούσα ή πίστευα ότι μπορώ να βρω τις ισορροπίες. Τουλάχιστον στα παραμύθια όλα γίνονται.

Ακολούθησε το βιβλίο «Και οι μέρες είναι εφτά!». Είναι ένα έμμετρο παραμύθι για τις ημέρες της εβδομάδας. Είχα κολλήσει στην κίνηση, μέσα στο λεωφορείο και το έγραψα στο κινητό μου. Πήγαινα να συναντήσω τον εκδότη του Ιπτάμενου Κάστρου τον Νίκο τον Ράμμο να ηχογραφήσουμε το τραγούδι της κόκκινης πινέζας-είπαμε η πινέζα είναι το πιο πετυχημένο μου-οπότε το λάτρεψε αμέσως διαβάζοντάς το από τη συσκευή. Η Ναταλία Ρασούλη με τον Κωστή τον Στεφανή έχουν μελοποιήσει κάποιες «μέρες». Ελπίζουμε να ολοκληρωθεί σύντομα και να έχετε και τα ηχητικά ντοκουμέντα.

Το 2016 ξεκίνησε η συνεργασία μου με το Μεταίχμιο. «Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής» μιλά για τον Κάρολο που είναι πολύ άσπρος, αρκετά κοντός και διοπτροφόρος. Κακοπερνάει στην τάξη από τον Άγγελο και τα υπόλοιπα «αγγελάκια» των μεσαίων θρανίων. Χαίρομαι που για τρίτη χρονιά επισκέπτομαι σχολεία, βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία με αυτό το βιβλίο όμως λυπάμαι κιόλας για το επίκαιρο του θέματος. Παρά την κουβέντα που γίνεται γύρω από τον σχολικό εκφοβισμό, το πρόβλημα μοιάζει να γιγαντώνεται και να περιπλέκεται ακόμα περισσότερο. Όσο για τον Κωστή, είμαι ομοιοπαθής. Όταν ζούσα στη Λυών, πίστεψα ότι ξέχασα με έναν τρόπο τη γλώσσα μου και βρέθηκα σε απόγνωση. Οπότε είπα να τον βοηθήσω να μην πάθει και εκείνος τα ίδια.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Είχα δει έναν διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού όταν ήμουν είκοσι κάτι οπότε λέω γράψε κάτι και ταχυδρόμησέ το. Δεν πήρα ποτέ απάντηση. Οι συγκεκριμένες εκδόσεις έχουν πλέον κλείσει αλλά πάντα θα τις ευγνωμονώ για το έναυσμα.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Δεν ξέρω… Ίσως ο διδακτισμός να είναι το κόκκινο πανί. Και κάτι άλλο που το κρίνω σαν αναγνώστρια. Απολαμβάνω να διαβάζω συγγραφείς που δεν κοιτούν τα παιδιά αφ’υψηλού αλλά στέκονται συνένοχοί τους.

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Μπορώ να θυμηθώ και πώς να το ξεχάσω άλλωστε ότι στο δημοτικό ένας συμμαθητής μου ο Αντρέας, με απομόνωνε στην τουαλέτα, μου πίεζε τους ώμους και μου φώναζε «θα σε κοντύνω». Υπάρχει σαν περιστατικό στο βιβλίο «Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής».

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Όλα τα παιδικά βιβλία αφορούν και τους μεγάλους. Είτε γιατί εκείνοι τα διαβάζουν δυνατά στα παιδιά είτε γιατί τους βοηθούν να αποκωδικοποιήσουν τον κόσμο των παιδιών, είτε γιατί τελικά μεγαλώνουμε και μεγαλώνουμε για να φτάσουμε και πάλι στον πυρήνα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Το παίρνω απόφαση. Ότι θέλω να μιλήσω για ένα θέμα, στρώνομαι και το κάνω. Τριγυρίζουν διάφορα άσχετα στο κεφάλι μου, χαζεύω απίστευτα πολύ αλλά είναι αναπόφευκτο. Κάποια στιγμή ανοίγω το word. Είναι και μένα το παιχνίδι μου.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία;

Νομίζω ότι τώρα που έχω κόρη, θα είναι η μόνιμή μου έμπνευση. Θα την εκθέσω ανεπανόρθωτα. Θα κυκλοφορήσει από την Ελληνοεκδοτική ένα βιβλίο για πολύ μικρά παιδιά που είναι αφιερωμένο στη Μάντη και λέγεται «Εδώ είναι η μαμά!» Πόσο ανυπομονώ να το δει!

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Η σειρά Bad Kitty του Nick Bruel που κυκλοφορεί από τη Διόπτρα και τα τρία βιβλία της Ελίζ Πάρσλι «Αν θελήσεις να φέρεις ένα πιάνο στην παραλία, μην το κάνεις!» «Αν ποτέ θελήσεις να φέρεις έναν αλιγάτορα στο σχολείο, μην το κάνεις!» και «Αν ποτέ θελήσεις να φέρεις ένα τσίρκο στη βιβλιοθήκη, μην το κάνεις» που κυκλοφορούν από τον Ψυχογιό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Θα ήθελα πάρα πολύ να είναι ταχτοποιημένο το γραφείο μου, η βιβλιοθήκη μου, το δωμάτιό μου. Όμως έχω ανοιχτή τη σιδερώστρα με ένα βουνό ρούχα, αυτή τη στιγμή έχω δίπλα μου έναν μεγάλο λούτρινο χιονάνθρωπο, παιδικά καλτσάκια με τη Μίνι, τσάντες με ρούχα της μπέμπας που δεν της χωράνε πια και όλη τη σειρά του Ρένου. Έχω και κλειστές βαλίτσες από τα πρόσφατα ταξίδια. Αν κάτι χρειάζομαι πραγματικά είναι ησυχία και την αίσθηση ότι μπορώ να απομονωθώ κάποια ώρα ξέροντας ότι το παιδί μου είναι σε καλά χέρια.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μόνο στο λεωφορείο το παιδικό «Και οι μέρες είναι εφτά!» Αλλιώς, ούτε θέση στον λάπτοπ δεν αλλάζω.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Συνειδητοποίησα ότι μιλάω για τον Κωστή λες και είναι άνθρωπος πραγματικός. Ο Κωστής εκείνο, ο Κωστής το άλλο σε σημείο που περιμένω να τον δω μπροστά μου. Είναι πολύ κοντά μου. Έχει χαρακτήρα. Το ψάχνει, τον συμπαθώ. Δυο ταξίδια κάναμε μαζί, ένα στο Μπράιτον στους μαθητές του ελληνικού σχολείου και ένα στο Άμστερνταμ όπου συναντήσαμε τους μαθητές του Αμστελβέιν. Πώς να μην κολλήσουμε!

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Απόλαυση. Η κατάκτηση της γλώσσας είναι μεγάλο πράγμα. Σε κάνει αυτόνομο μ’ έναν τόσο τρισδιάστατο τρόπο.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Τένεσι Ουίλιαμς, Μίλτος Σαχτούρης, Νικολό Αμανίτι, Έτγκαρ Κέρετ, Αν Σέξτον, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Πολ Εμόντ, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Φίλιπ Πούλμαν, Ντιμίτερ Ινκιόφ και πόσοι άλλοι…

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Για κάποια που δεν πιάνει το χέρι της και που το μόνο που έκανε με μανία ήταν τετραγωνάκια, στα θρανία, στα βιβλία, στις κασετίνες, στα χέρια, θαυμάζω τους παρακάτω και όχι μόνο δικούς μας: Σοφία Γαλή, Πετρούλα Κρίγκου, Βασίλη Γρίβα, Κατερίνα Χαδουλού, Σάντρα Ελευθερίου, Πέτρο Μπουλούμπαση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Θα πω τους τρεις πρώτους που μου έρχονται στο νου. Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ από το Άρωμα του Πάτρικ Ζίσκιντ, Τερέζ Ρακέν από το ομώνυμο βιβλίο του Έμίλ Ζολά και Ρομπέρτο Τζούκο από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Κολτές.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη συλλογή διηγημάτων «Κυρίαρχοι πονηροί λογισμοί» της πρωτοεμφανιζόμενης Νατάσας Σίδερη (εκδ. Μωβ Σκίουρος), το «Σικάγο» του Ντέιβιντ Μάμετ (εκδ. Μεταίχμιο) και τα βιβλία του Ψυχογιού για τις γυναίκες επαναστάτριες επειδή έχει τρελαθεί η μικρή με την ποιήτρια Κόρα Κοραλίνα, τη Λέλα Λομπάρντι και τη Μαντόνα. Στην πραγματικότητα διαβάζω ξανά και ξανά το βιβλίο του Benji Davies «Ο Νόι και η φάλαινα» και το «Πώς να κρύψεις ένα λιοντάρι» της Helen Stephens-και τα δύο κυκλοφορούν από τον Ίκαρο – με τα οποία η κόρη πάει για το βραδινό της ύπνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα; 

 Θυμάμαι να διαβάζω το «Άγρια» της Σέριλ Στρέιντ (Key Books) στο τρένο Θεσσαλονίκη-Αθήνα σε ένα άδειο βαγόνι, να τη φαντάζομαι να πεζοπορεί στην Αμερική και να με πονάνε τα δικά μου πόδια.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Θυμάμαι να διαβάζω τη Ματίλντα, καθισμένη στο κόκκινο παιδικό μου χαλί με ανοιχτό ένα αρχαίο αερόθερμο, τσάι με μπισκοτάκια και κλειδωμένη πόρτα να μη με ενοχλήσει κανείς. Κυριακή απόγευμα.

Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Παίζω με τη μικρή παγωτατζίδικο (έχει ένα καροτσάκι και μου πουλάει χωνάκια, ξυλάκια και ποπ κορν), κάνουμε μαζί μουσικοκινητική αγωγή, χορεύουμε… Αυτά τα «παιχνίδια» παίζω πλέον και με τα παιδιά που συναντώ στις παρουσιάσεις. Το πιο αγαπημένο που είναι και χειροπιαστό και επινοημένο είναι η συγγραφή.

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Μου άρεσε να οργανώνω παραστάσεις στη γειτονιά. Γεμίζαμε πλαστικές καρέκλες την πιλοτή και ανεβάζαμε θεατρικά. Έκανα από σκηνοθεσία μέχρι κουστούμια και περνούσα τέλεια. Αλλά πολύτιμη είναι η αλληλεπίδραση με παππού Γιώργο, γιαγιά Μαρία, παππού Δημοκράτη. Η γιαγιά Στεργιωτή ζει ακόμα οπότε η αλληλεπίδραση συνεχίζεται. Επίσης νομίζω ότι σοκαρίστηκα όταν έφεραν τον αδερφό μου στο σπίτι από το μαιευτήριο. Με θυμάμαι να σκέφτομαι πως «ετούτο εδώ παραείναι μικρό!»

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Θα προφύλασσα τον παιδικό εαυτό μου από τέτοια πράγματα. Καμία ενήλικη γνώση. Καμία όμως.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τελείωσα Γαλλική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ, λογοτεχνική μετάφραση (γαλλικά-ελληνικά) και το μεταπτυχιακό της Πολιτιστικής Διαχείρισης στην Πάντειο. Έχω κάνει υποτιτλισμό, μεταγλωττίσεις για μεγάλες εταιρείες, μαθήματα γαλλικών, έχω δουλέψει στην επικοινωνία. Δούλευα στις εκδόσεις Μεταίχμιο ως Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων αλλά έπρεπε να σταματήσω γιατί δεν είχα καλή εγκυμοσύνη. Εννιά μήνες μετά τη γέννηση της κόρης και επειδή ήθελα να είμαι σπίτι μαζί της ξεκίνησα συνεργασίες με Netflix και Authorwave, συνεργάστηκα με το Κουκλοθέατρο «Πράσσειν Άλογα» ως Υπεύθυνη Επικοινωνίας, έκανα δυο μεταφράσεις και τώρα συνεχίσω μόνο σε αυτό. Δουλεύω δυο μεταφράσεις από το σπίτι δηλαδή, ένα ποιητικό βιβλίο και ένα δοκίμιο, για να μπορώ να είμαι με τη δίχρονη πλέον κόρη.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Λόγω της συνεργασίας μου με την Εμμανουέλα Καποκάκη, είδα κουκλοθέατρο. Μάλιστα επισκεφθήκαμε και προσφυγικές δομές για παραστάσεις. Η εμπειρία ήταν πολύτιμη. Αναζητήστε τα «πράσσειν άλογα» στη Νεάπολη Εξαρχείων για παραστάσεις κάθε Σάββατο στις 6:30. Ο χώρος λέγεται Κουκλόσπιτο, τι καλύτερο…

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Το 2018 κυκλοφόρησαν με διαφορά ενός μήνα, το παιδικό βιβλίο για τον Κωστή, η ποιητική συλλογή «δρόμος από γάλα» από τον Κέλευθο και τα διηγήματα «Κάτι κλαίει ακόμα» από τον Μωβ Σκίουρο. Η αλήθεια είναι ότι επειδή έπεσαν όλα μαζί, ασχολούμαι με τα νέα βιβλία. Επίσης προγραμματίζεται η έκδοση δύο νέων παιδικών από την Ελληνοεκδοτική. Όμως θα βάλω στόχο να ολοκληρώσω άμεσα ένα ακόμα βιβλίο για παιδιά που έχει μείνει μισό…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι για κάποιο λόγο ήθελα να πω ότι τρελαίνομαι για ανθρακικό, ότι στο Άμστερνταμ έφαγα πρώτη φορά φύκια και ότι μισώ το τζίντζερ.

Στην τελευταία εικόνα, έργο της Galya Popova

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις, εδώ κι εκεί.

Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής, σύντομα.

17
Φεβ.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 4. Χρυσάνθη Τσιαμπαλή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως! Μου ήρθε μια ιδέα! είναι ο τίτλος του τελευταίου μου βιβλίου. Η ηρωίδα, μια Φαεινή Ιδέα, ζει στον Κόσμο των Ιδεών, μέχρι που η πλήξη και οι συμβουλές μια Παλιάς Ιδέας θα την οδηγήσουν στον Κόσμο των Ανθρώπων για να αναζητήσει εκείνον που θα τη μεταμορφώσει σε Πράξη και θα χαρίσει και στους δυο την ευτυχία. Η Ιδέα μας μπαίνει σε έξι διαφορετικά κεφάλια, ενός πολιτικού, ενός φούρναρη, ενός υποχθόνιου επιστήμονα, μιας συγγραφέα, ενός ποντικού και ενός παιδιού. Αν και τα πράγματα θα αποδειχθούν δυσκολότερα απ ό,τι φανταζόταν, η Ιδέα μας θα βρει τον άνθρωπό της.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Δεν ήταν ακριβώς απόφαση. Στις ιστορίες για παιδιά με γοητεύει, ανάμεσα σε άλλα, η αισιοδοξία, η απουσία κακού τέλους. Το πρώτο βιβλίο ξεκίνησα να το γράφω το 2000-2001 και με την απόσταση των 18 χρόνων που μας χωρίζουν από τότε, μπορώ να πω πως ήταν ένας πειραματισμός. Θα μπορούσα να γράψω μια ιστορία για παιδιά; Και αν τα κατάφερνα, θα αποτελούσε ικανοποιητικό τρόπο έκφρασης για μένα αυτό το είδος; Το δεύτερο ερώτημα απαντήθηκε πολύ γρήγορα γιατί η διαδικασία με είχε συνεπάρει από την πρώτη σελίδα. Το πρώτο, καθώς εμπεριέχει και ανησυχίες για την ποιότητα της ιστορίας, απαντήθηκε επί της ουσίας χρόνια μετά, όταν το 2005 την έστειλα στις Εκδόσεις Ψυχογιός. Εγώ είχα πια κατασταλάξει στο τι ήθελα να κάνω και οι εκδόσεις Ψυχογιός ήθελαν τις ιστορίες μου. Οπότε τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα βιβλία για παιδιά είναι πράγματι περίπλοκη υπόθεση. Όσο μικρής έκτασης και αν είναι, κουβαλούν μηνύματα, ιδέες, αξίες, Αυτό που δεν χρειάζεται να κουβαλούν είναι διδαχή. Κανείς (άρα και κανένα παιδί ή έφηβος) δεν έχει όρεξη να διαβάσει ένα βιβλίο που να του υποδεικνύει γλυκερά ή αυστηρά πώς πρέπει να συμπεριφέρεται. Τα βιβλία μας ωθούν να σκεφτούμε.

Επιπλέον, η γλώσσα πρέπει να είναι πλούσια και καλοδουλεμένη αλλά απολύτως κατανοητή από τα παιδιά. Το χιούμορ είναι απαραίτητο. Τα παιδιά το λατρεύουν. Μπορούν όμως να γελάσουν και με ‘’εύκολες’’ ατάκες που ανακυκλώνουν στερεοτυπικές και ρατσιστικές αντιλήψεις. Άρα το χιούμορ που τους δίνουμε πρέπει να είναι ποιοτικό. Η δράση είναι επίσης απαραίτητη, αλλά χρειάζεται να σμιλεύουμε όσο είναι δυνατό τους χαρακτήρες των ηρώων. Γενικότερα το παιδικό βιβλίο πρέπει να κινείται γύρω από τα ενδιαφέροντα των παιδιών και την ίδια στιγμή να συμβάλλει με έναν αδιόρατο τρόπο στην συναισθηματική και νοητική τους καλλιέργεια και εξέλιξη. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Πιστεύω πως οι παιδικές μνήμες ενεργούν αθόρυβα πάνω μας. Ανεπαίσθητα συμβάλλουν στο να χτιστεί η προσωπικότητα μας, κατ’  επέκταση και η γραφή μας. Έχω την αίσθηση πως ασυνείδητα με έχουν επηρεάσει πολύ περισσότερο από όσο νομίζω ή θα μπορούσα να σκεφτώ.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Τα παιδικά βιβλία πρέπει να αφορούν και τους ενήλικες αναγνώστες. Εννοώ πως πρέπει να αποτελούν ευχάριστα/αξιόλογα αναγνώσματα και για τους ενήλικες, αν θέλουμε να είναι τέτοια για τα παιδιά. Κατά πόσο βέβαια απολαμβάνει κάποιος ενήλικας ένα βιβλίο για παιδιά, έχει να κάνει και με τον χώρο που έχει κρατήσει μέσα του για τον… παιδικό του εαυτό.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;  

Α! Δεν τις παγιδεύω… Ειδικά από τότε που έγραψα την ιστορία για τη Φαεινή Ιδέα νιώθω μια ευθύνη και ένα ιδιαίτερο νοιάξιμο για εκείνες. Γενικότερα τις αφήνω να μπαινοβγαίνουν στο μυαλό μου, καταγράφω ατάκες ή εικόνες που μου δημιουργούν. Εστιάζω σε εκείνη που με ενδιαφέρει περισσότερο, αλλά και πάλι είμαι ανοιχτή σε νέες ιδέες, πράγμα που οδηγεί στο να γράφω, γενικά, μάλλον αργά.

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Τόσα πολλά που θα ήταν άδικο να αναφέρω ένα συγκεκριμένο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αγαπώ την ροκ μουσική, παλιά και νέα, ελληνική και ξένη. Μουσική ακούω στα διαλείμματα, θέλοντας να χαλαρώσω ή να γεμίσω τις μπαταρίες μου. Όταν γράφω συνήθως θέλω ησυχία, απομόνωση και καφέ. 

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; 

Όχι, δεν έχω γράψει. Νομίζω πως για να καταφέρω να γράψω κάπου αλλού, θα πρέπει να νιώσω πολύ οικεία και δεν υπάρχει εκτός του σπιτιού μου ένας τέτοιος χώρος, ακόμη.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Η επίδραση των βιβλίων στα παιδιά είναι τόσο πολυδιάστατη, που δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τις ηλεκτρονικές συσκευές. Ένα βιβλίο καλλιεργεί γλωσσικά αλλά και αισθητικά. Πλαταίνει και εμβαθύνει τη σκέψη. Κοινωνικοποιεί, φέρει δηλαδή τα παιδιά σε επαφή με σοβαρά κοινωνικά προβλήματα χωρίς όμως να τα πληγώνει. Ηρεμεί και ανακουφίζει τα παιδιά, τόσο μέσα από αστείες ιστορίες, όσο και μέσα από ιστορίες που τα παιδιά συναντούν ήρωες με τους δικούς τους προβληματισμούς. Και επιπλέον τα βιβλία καλλιεργούν μοναδικά την φαντασία και την πολυπόθητη ενσυναίσθηση, που είναι απαραίτητη για την πολιτισμένη και αρμονική συμβίωση όλων των ανθρώπων.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω σύγχρονους συγγραφείς ή παιδικά και εφηβικά βιβλία γιατί είναι πάρα πολλά αυτά που έχω απολαύσει, ξένα και ελληνικά. Θα αναφέρω, ωστόσο, έναν αγαπημένο μου συγγραφέα (κυρίως) για ενήλικες, τον Ζοζέ Σαραμάγκου.

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Κατά τον ίδιο τρόπο απολαμβάνω τις εικονογραφήσεις τόσο των παλιών όσο και των νέων εικονογράφων, ιδιαιτέρως εκείνων που με σεβασμό στα κείμενα προσπαθούν να δώσουν το στίγμα τους μέσα από πανέμορφες εικονογραφήσεις.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω τη βιογραφία του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, του Walter Isaacson, εκδ. Ψυχογιός και πείθομαι ακόμη περισσότερο για τη δύναμη της φαντασίας και την αξία της παρατήρησης.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Υπήρχαν 3-4 βιβλία που αγαπούσα πολύ στα χρόνια του δημοτικού. Η ιστορία του μέρμηγκα που κλείστηκε κατά λάθος σε μια σαπουνόφουσκα με γέμιζε ενθουσιασμό και αγωνία ίδια με του μέρμηγκα! Φυσικά έχω ακόμη το βιβλίο. (Μια ωραία πεταλούδα, Μαρία Γουμενοπούλου, Έπαινος Κύκλου, 2 Απριλίου 1976). Εξίσου έντονα θυμάμαι την ποίηση του Καρυωτάκη στην εφηβεία. Τον είχα ανακαλύψει στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μου και τον είχα ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλους, προφανώς γιατί η μελαγχολία και η υπαρξιακή αγωνία των ποιημάτων του έβρισκε ήδη πρόσφορο έδαφος στις περίπλοκες ψυχικές διεργασίες της εφηβείας.

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Η αξία της τόλμης και της προσπάθειας. Να τολμάς για ό,τι επιθυμείς και να προσπαθείς χωρίς να υποτιμάς τις ικανότητές σου.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Α.Π.Θ. Εργάζομαι ως υπεύθυνη παιδαγωγός σε Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης του Δήμου Λαρισαίων. Επειδή οι σπουδές μου έχουν να κάνουν με παιδιά, (αν και δεν εργάστηκα ποτέ στην τυπική εκπαίδευση ως νηπιαγωγός) τα πρώτα χρόνια μού ήταν δύσκολο να διακρίνω την επίδραση των σπουδών μου στη γραφή μου. Αναμφίβολα υπάρχει επίδραση στον τρόπο προσέγγισης. Υπάρχει η γνώση της παιδικής ψυχολογίας που την κουβαλάς. Αυτό σε σώζει από διάφορα ατοπήματα. Από την άλλη μπορεί να σου βάλει εμπόδια που δεν είσαι σε θέση να αντιληφθείς εύκολα. Θεωρώ όμως τη γνώση δύναμη και προσπαθώ να τη θέτω στην υπηρεσία της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ελπίζω να μη σας απογοητεύσω, αλλά αυτό τον καιρό δεν γράφω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Με καλύψατε πλήρως! Σας ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Τα βιβλία Μου ήρθε μια ιδέα  και Το αγόρι που κέρδισε τον χρόνο στο Πανδοχείο των παιδιών εδώ και εδώ, αντίστοιχα.

10
Φεβ.
19

Astrid Lindgren – Kitty Crowther – Ο νάνος δεν κοιμάται

Οι ακοίμητοι σύντροφοι

Τώρα έχει νυχτώσει. Τώρα κοιμάται το παλιό αγρόκτημα και όλοι όσοι ζουν εκεί. Όλοι εκτός από έναν… Κάπως έτσι αρχίζει η μαγική ιστορία της Λίνγκρεν, που μας αφήνει να δούμε τι συμβαίνει μέσα στην βαθιά ησυχία μιας χειμερινής, χιονισμένης νύχτας. Αυτός που δεν κοιμάται είναι ένας νάνος που έχει δει εκατοντάδες χειμώνες. Τώρα σηκώνεται κι επιβλέπει τις κάμαρες και τα καμαράκια του αγροκτήματος κι ύστερα πηγαίνει σ’ όλα τα ζώα και τους μιλάει με την γλώσσα των νάνων, «μια σιωπηλή μικρή γλώσσα που όλα καταλαβαίνουν». Καθώς ο βαρύς χειμώνας απλωθεί σα λευκή κουβέρτα σ’ όλα τα τοπία, ο νάνος σπεύδει όχι μόνο να προσφέρει μικρές νυχτερινές φροντίδες στα πλάσματα της φάρμας αλλά και να τους υπενθυμίσει ότι κι αυτή η εποχή θα κάνει την θητεία της και σειρά θα πάρει η άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, στον αέναο κύκλο της ζωής.

Σε ιστορίες σαν κι αυτή δεν υπάρχουν κεντρικές ιδέες ή εμφανή διδάγματα. Είναι οι ίδιοι οι αναγνώστες που θα δώσουν στον νάνο το περιεχόμενο που του ταιριάζει. Την πρώτη φορά σκέφτηκα πως έρχεται από τους τόπους των παραμυθιών και της μαγείας, ενώ εμείς τους έχουμε πια ξεχάσει. Είναι σα να μας υπενθυμίζει πως εκείνα που δεν βλέπουμε δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν· πως το θαυμαστό και το ανοίκειο εξακολουθούν να ζουν μακριά από τα δικά μας φώτα. Σε επόμενη ανάγνωση σκέφτηκα την αδιόρατη παρουσία ενός προστάτη που όλοι έχουμε ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Άλλη φορά αναρωτήθηκα πάνω στην ειδικότερη συμβολική του νάνου: εκείνο που μας διατηρεί ζεστούς και ήσυχους στον ύπνο είναι κάτι που δεν έχει να κάνει με μεγέθη, ύψη ή κάποια καταιγιστική παρουσία. Μπορεί να είναι η ίδια η αγάπη, μια ιδέα, η συνείδησή μας, ο ίδιος μας ο εαυτός.

Κι ύστερα, πως μπορεί κανείς να αγνοήσει το ενδεχόμενο πως εκείνος που έρχεται να κοιτάξει αν είμαστε καλά είναι οι ίδιοι οι συνάνθρωποι που ασκούν το δύσκολο έργο της αλληλεγγύης. Ο νάνος είναι το μικρό πλάσμα της συντροφικότητας που κρατά τον κόσμο ζωντανό, νοιάζεται για όλα τα πλάσματά του και έχει πάντα το νου του αν έχουν την τροφή τους. Κι είναι μια δράση καθολική, που δεν αγγίζει μόνο τους ανθρώπους αλλά και τα ίδια τα ζώα, που χρειάζονται πάντα την αγάπη μας.  Αν όλοι αξίζουμε τον δικό μας νάνο, μπορούμε οι ίδιοι με την σειρά μας να πάρουμε την θέση του.

Η Σουηδή συγγραφέας αποτελεί μια σπάνια περίπτωση στην ιστορία του παιδικού βιβλίου. Δεν έγραψε μόνο την Πίπη την Φακιδομύτη και την σειρά των παραμυθιών του Νάνου αλλά και πάνω από 70 βιβλία, εικονογραφημένα και μη, ενώ αγωνίστηκε τόσο για τα δικαιώματα των παιδιών όσο και γενικότερα για την οικολογία, τα ζώα και την καταπολέμηση κάθε μορφής βίας και καταπίεσης. Εδώ εμπνέεται από ένα ποίημα που γράφτηκε το 1881 από τον Βίκτορ Ρίμπεργκ και το εγγράφει σ’ ένα σύντομο παραμύθι που είχε και την συνέχειά του. Η Λίντγκρεν είχε την τύχη να ζει και να δημιουργεί μέχρι τα 95 της. Όπως διαβάζω στην ωραία ιστοσελίδα για το έργο της, είχε κάποτε πει: Μια παιδική ηλικία χωρίς βιβλία – αυτή δεν θα ήταν καν παιδική ηλικία. Θα ήταν σα να κλείνεσαι έξω από ένα γοητευτικό τόπο όπου μπορείς να πας και να βρεις το σπανιότερο είδος χαράς.

Η εικονογράφος Κίττυ Κρόουθερ (Βρυξέλλες, 1970) αποδίδει ιδανικά όλες τις αποχρώσεις των χειμερινού νυχτερινού τοπίου από το λευκό και υπόλευκο της χιονισμένης γης μέχρι τα ξύλινα σπίτια και τον κάταστρο ουρανό.

Εικονογράφηση: Κίττυ Κρόουθερ. Εκδ. Μάρτης, 2015, μτφ. Άννα Παπαφίγκου, σελ. 28 [Astrid Lindgren, Tomten är vaken, 1960, εικονογράφηση Kitty Crowther: 2012].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

26
Ιαν.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 3. Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα τρία καινούρια παιδικά βιβλία μου, ένα από αυτά είναι το «Οι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας». Είναι το πρώτο της νέας σειράς «Βιβλία που προάγουν την κοινωνική νοημοσύνη»,  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας και στοχεύει –όπως και τα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν– να αναδείξει και να καλλιεργήσει ένα βασικό στοιχείο της νοημοσύνης αυτής, την καλοσύνη. Αποφάσισα να γράψω τούτες τις ιστορίες  σκεπτόμενη πως στην εποχή του θυμού και του εκφοβισμού που ζούμε, γονείς και εκπαιδευτικοί επιβάλλεται να θέσουμε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας νοημοσύνης με καρδιά διδάσκοντας στα παιδιά να νοιάζονται για τους άλλους και να ευγνωμονούν όσους τα φροντίζουν και τα αγαπούν. Παράλληλα με το βιβλίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητήσουν και το ομότιτλο επιτραπέζιο παιχνίδι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας επίσης και αρέσει πολύ. 

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν); 

Ταξιδεύω αρκετά κάθε χρόνο, έτσι πολλά βιβλία μου είναι εμπνευσμένα από τόπους που επισκέπτομαι. Για παράδειγμα το «Εγώ κι εσύ μαζί» που βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων από τον Σεπτέμβριο γράφτηκε αμέσως μετά τον ερχομό μου από την Προβηγκία με τις ατελείωτες εκτάσεις ανθισμένης λεβάντας. Είχα κατά νου να γράψω μια ιστορία πάνω στη βασική ιδέα «Ό,τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε αλλιώς, το μπορούμε με την αγάπη», οπότε δανείστηκα ήρωες και περιβάλλον από το μέρος αυτό για να αναπτύξω την πλοκή και να μπορέσω να μοιραστώ με τους αναγνώστες το θαύμα που είχαν δει τα δικά μου μάτια και το συναίσθημα που είχα νιώσει. Το «Μπατλό ο δράκος» επίσης, καινούριο κι αυτό, το επινόησα βγαίνοντας από το παραμυθένιο κτίριο Casa Batlló του Antoni Gaudi στη Βαρκελώνη. Γενικότερα κάθε βιβλίο μου έχει την απαρχή του σε έναν λόγο, ένα θέαμα, μια συμπεριφορά, ένα συναίσθημα.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Κάποιος είπε πως για όλα τα σημαντικά πράγματα που μας συμβαίνουν, δεν κλείνουμε εμείς το ραντεβού, αλλά η ίδια η ζωή. Τρία τέτοια ραντεβού έκλεισε λοιπόν και σε εμένα η ζωή με καταξιωμένους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, οι οποίοι, διαβάζοντας ανέκδοτα ακόμα κείμενά μου, με ενθάρρυναν με τα θετικά σχόλιά τους να «εκτεθώ». Στα χρόνια που ακολούθησαν γράφω γιατί πιστεύω πως έχω κάτι να πω και αυτό το «κάτι» θέλω να το μοιραστώ. Ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω πως η παρουσία μου στον εκδοτικό χώρο δεν ξεκίνησε με τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά. Το πρώτο βιβλίο μου επιχειρεί να φωτίσει το παρασκήνιο δημιουργίας παροιμιακών φράσεων της καθημερινότητάς μας και φέρει τον τίτλο «Γιατί το λέμε έτσι…». Πρόκειται για ένα ογκώδες πόνημα, αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, κίνητρο για την οποία υπήρξε το πάθος μου για τη λαογραφία και η αγωνία μου να διασωθεί το ήθος, τα χαρακτηριστικά και η σοφία του λαού μας. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα για ενήλικες, «Η σύγκρια», και ευελπιστώ πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχω τελειώσει και το δεύτερο.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα παιδιά είναι απαιτητικοί αναγνώστες. Έτσι, η συγγραφή βιβλίων γι’ αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Για τη δημιουργία του μυθοπλαστικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο επιλέγεις ως συγγραφέας να εντάξεις την ιστορία σου, οφείλεις να λάβεις υπόψη σου την εξελικτική ψυχολογία, κοινωνικές παραμέτρους, την ψυχοσύνθεση των παιδιών. Πρέπει ακόμα να μπορείς, τηρουμένων των αναλογιών, να ξαναγίνεις παιδί και να δεις με τη ματιά του αυτό που γράφεις, πρέπει επίσης να «κατεβάσεις» το λεξιλόγιό σου στα μέτρα του με συνώνυμα που έχουν το σημασιολογικό περιεχόμενο και το εννοιολογικό δυναμικό που θέλεις. Αυτές είναι δύσκολες λειτουργίες κι αν δε δουλέψεις το κείμενο ξανά και ξανά, έχοντας όλα αυτά υπόψη σου, τα παιδιά βρίσκουν τελικά αδιάφορο το βιβλίο σου. Όταν όμως τα σεβαστείς ως προσωπικότητες, σκύψεις στα προβλήματα που φαντάζουν στα μάτια τους αξεπέραστα, όταν τα απενοχοποιήσεις μέσω των ηρώων σου, εισπράττεις τον ενθουσιασμό τους και την αίσθηση ότι το βιβλίο, γενικά το βιβλίο, τα κέρδισε. Γενικότερα θα έλεγα πως η συγγραφή παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας απαιτεί ειλικρίνεια και σεβασμό στις ανάγκες, τους προβληματισμούς, τα «θέλω» και τις δυνατότητες της κάθε ηλικίας. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Τα βιώματα της προσωπικής μου διαδρομής αποτελούν για μένα πρωταρχικές πηγές έμπνευσης και δημιουργίας. Η γλώσσα των λαϊκών παραμυθιών που άκουγα από τη Μικρασιάτισσα γιαγιά μου νομίζω πως επηρεάζει πάντοτε τη γραφή μου, γι’ αυτό και συχνά βάζω στο στόμα των ηρώων παροιμίες, παροιμιακές εκφράσεις και ό,τι άλλο έχει τη «μυρωδιά» εκείνων των ακουσμάτων.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Καλώς ή κακώς τα βιβλία που προορίζονται για μικρά παιδιά περνούν αναγκαστικά από τα χέρια και τα μάτια των μεγάλων. Καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία θα έλεγα πως οι γονείς είναι αρκετά εξασκημένοι πλέον να ξεχωρίζουν αναγνώσματα που έχουν να προσφέρουν κάτι στα παιδιά τους. Και ναι, νομίζω πως υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στη ζωή των μεγάλων είτε γιατί θέλουν να ξαναβρούν ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού τους είτε γιατί βαθιά μέσα τους έχουν ανάγκη να (ξανα)πιστέψουν πως όλα είναι δυνατά είτε για να «παρηγορηθούν» πως στο τέλος πάντα το καλό νικάει. 

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Η αρχική ιδέα συνήθως έρχεται απρόσμενα. Μπορεί να ακούσω, να δω ή να νιώσω κάτι που θα με εμπνεύσει. Γι’ αυτό έχω πάντοτε στην τσάντα μου χαρτί και μολύβι, ώστε να μπορώ να κρατήσω σημειώσεις. Ακολούθως αναπτύσσω την ιστορία στον υπολογιστή. Παρόλα αυτά μία και μοναδική φορά έγραψα βιβλίο σε μια χαρτοπετσέτα εστιατορίου στην Αμφιλοχία. Ήταν «Το τικ και το Τακ» που τόσο τελικά άρεσε σε μικρούς και μεγάλους.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

Από τους μαθητές μου εμπνεύστηκα αρκετά βιβλία, γιατί ο τρόπος που σκέφτονται, η αθωότητα, το χιούμορ τους, οι αναστολές τους, τα διλήμματά τους, ο εγωκεντρισμός τους, ακόμα και οι πονηριές τους δίνουν άφθονη πρώτη ύλη για… μαγείρεμα ιστοριών. Ωστόσο ένας συγκεκριμένος  μαθητής μου, ο αγαπημένος μου αλλά ατίθασος Οδυσσέας, έγινε πρωταγωνιστής του βιβλίου «Ένας πιγκουίνος όχι και τόσο τέλειος».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ κάποιο ιδιαίτερο τελετουργικό γραφής ούτε ακούω μουσική όταν προσπαθώ να συνθέσω τις σκέψεις μου. Σε αντίθεση με άλλους δημιουργούς η μουσική εκείνη την ώρα με αποδιοργανώνει κι εγώ θέλω να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη. Όταν δε γράφω όμως, νότες από έντεχνο ελληνικό τραγούδι πλημμυρίζουν το σπίτι μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Μόνο σκόρπιες σκέψεις. Κι αυτό γιατί, προκειμένου να αποδώσω, χρειάζομαι το οικείο περιβάλλον και τη ρουτίνα μου. Η μόνη γραφή που «ξεστράτισε», σας είπα… Ήταν «Το τικ και το τακ».   

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βέβαια. Οι περισσότεροι από τους ήρωές μου μαθαίνω πως ζουν σε σχολεία και νηπιαγωγεία, αισθάνονται όμορφα στις αγκαλιές των παιδιών, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από παιχνίδια ρόλων και δραματοποιήσεις των περιπετειών τους στις τάξεις. Πολύ συχνά οι εκπαιδευτικοί μού στέλνουν υλικό και φωτογραφίες από τις δράσεις και τις επεκτάσεις που κάνουν με τους μαθητές τους, οπότε γνωρίζω πως οι ήρωές μου συνεχίζουν τη ζωή τους και μετά το τέλος των σελίδων της ιστορίας. Χαίρομαι που περνούν καλά τα παιδιά μαζί τους και που εξαιτίας τους μπορούν να γνωρίσουν προοδευτικά τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου; 

Η ανάγνωση ενός βιβλίου δίνει στα παιδιά χρόνο να τοποθετήσουν τα γεγονότα σε σειρά, να παρατηρήσουν τους ήρωες, να ταυτιστούν μαζί τους, να εξετάσουν προσεκτικά συμπεριφορές και καταστάσεις που μοιάζουν με τις δικές τους, να ξεφορτωθούν ενοχές, να σκεφτούν και να βρουν λύσεις σε πιθανά προβλήματα, να μπουν στη θέση των άλλων, να συνδέσουν τον προφορικό με τον γραπτό λόγο, να απολαύσουν την εικονογράφηση και να καλλιεργήσουν την αισθητική τους. Όλα αυτά δεν μπορούν να τα κάνουν όταν η μία εικόνα διαδέχεται την άλλη στην οθόνη εν ριπή οφθαλμού. Τα τελευταία χρόνια, εκτιμώ, πως  η αξία του βιβλίου έχει αναδειχτεί, ως ένα βαθμό, με τη συμβολή βιβλιόφιλων εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν προγράμματα φιλαναγνωσίας. Χρειάζεται βέβαια πολλή δουλειά ακόμα, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Όταν εγώ ήμουν μικρή δεν υπήρχαν παραμύθια με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα. Μόνο μεταφρασμένη λογοτεχνία κυκλοφορούσε τότε –και σε ογκώδη μάλιστα βιβλία. Διάβαζα λοιπόν, και μου άρεσαν πολύ, τα «Χωρίς οικογένεια», «Με οικογένεια», «Οι τρεις σωματοφύλακες», «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και δε θυμάμαι πόσα άλλα. Μεγαλώνοντας διαπιστώνω εμμονή μου με τους παλαιότερους Έλληνες συγγραφείς, αν και έχω διαβάσει αρκετά κλασικούς και σύγχρονους ξένους. Δε θα ήθελα να αναφερθώ σε ονόματα της σύγχρονης λογοτεχνίας την οποία επίμονα παρακολουθώ, σας βεβαιώ όμως πως το διάβασμα καταναλώνει τον περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο μου. Η ποίηση επίσης είναι κομμάτι της ζωής μου και ομολογώ πως με συναρπάζουν τα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί σε ύφος ποιητικό. 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Θα σας φανεί περίεργο, αλλά εδώ κι έναν χρόνο μελετώ την αρχαία ελληνική τραγωδία. Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει να διαβάσω τα έργα που θα ήθελα, είχα όμως δώσει από παλιά την υπόσχεση στον εαυτό μου και βοηθούν τώρα οι συγκυρίες να την εκπληρώσω.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα;  

Σε μεταφορικά μέσα δεν μπορώ να διαβάσω, πραγματικά αρρωσταίνω. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά την ανάγνωση του «Αλέξης Ζορμπάς» στη Στούπα Μεσσηνίας κάτω από τη συκιά που, καθώς λέγεται, ο μεγάλος λογοτέχνης έγραψε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ήμουν τότε δεκαοκτώ ετών και με είχε συνεπάρει η εκδοχή πως μπορούσα να απολαύσω το «γέννημα» στον τόπο που έγινε η «σύλληψη». Από τότε, κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, με συνοδεύουν πάντα οι έντονες μνήμες εκείνων των στιγμών. 

Εσείς ως παιδί

 Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Όταν ήμουν παιδί, τα περισσότερα ήταν ομαδικά παιχνίδια που τα παίζαμε στην αλάνα της γειτονιάς οχτώ μήνες τον χρόνο. «Τζαμί», «Μήλα», «Πινακωτή», «Βασιλιά-Βασιλιά» κι ένα σωρό άλλα μας κρατούσαν πολλές ώρες της σχόλης στους δρόμους. Τους χειμώνες όμως που μαζευόμασταν στα σπίτια, πολύ μου άρεσε το επιτραπέζιο «φιδάκι». Τώρα πια επινοώ διάφορα που τα παίζω με τα παιδιά στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου, επειδή θέλω μέσα από το κατάλληλο παιχνίδι να βγαίνει βιωματικά το νόημα της ιστορίας που μόλις αφηγήθηκα και να συνειδητοποιεί έτσι το παιδί πως κάθε παραμύθι κρύβει μια αλήθεια της καθημερινής μας ζωής. 

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Έχω τόσες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια που δυσκολεύομαι να επιλέξω. Θυμάμαι όμως με νοσταλγία τις φωτιές που ανάβαμε στη γειτονιά το βράδυ της 23ης Ιουνίου και τους χορούς μικρών και μεγάλων γύρω από αυτές, τη μεταφορά του αμίλητου νερού και την ιεροτελεστία της προετοιμασίας για τον «Κλείδωνα», τις κούνιες που ρίχναμε στα δέντρα ανήμερα του Αγιωργιού, τα ομαδικά παιχνίδια που παίζαμε στους ανοιχτούς χώρους.  Η εικόνα επίσης  του ψαρά, του γαλατά, του γιαουρτά, του μανάβη, του καρεκλά, του γανωματή, του παπλωματά και του αρκουδιάρη που περιδιάβαιναν ανά εποχή τις ρούγες διαλαλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, με συνοδεύει πάντα. Το Δωδεκαήμερο επίσης στο χωριό του πατέρα μου, τις ετοιμασίες των γλυκών, τα κάλαντα που τα λέγαμε τότε βράδυ και αμειβόμασταν με ξηρούς καρπούς, τις ψημένες φέτες στο τζάκι με λαδορίγανη και τη γιαγιά στο παραγώνι να μας λέει ιστορίες με ξωτικά. Όλα αυτά και άλλα πολλά είμαι Εγώ, συνιστούν την ταυτότητα και την προσωπικότητά μου. 

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Για να αφήσω θετικό αποτύπωμα στο διάβα μου επί Γης θα έπαιρνα από τα βιώματα της ενήλικης ζωής μου το «Να βρίσκεις νόημα σε αυτό που κάνεις, να πορεύεσαι με καθαρή καρδιά, να αγαπάς τους ανθρώπους και να δρας ως μέρος της Φύσης και όχι ως κυρίαρχός της», ενώ για την ψυχική μου υγεία θα έπαιρνα το «Και αυτό θα περάσει». 

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχω μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκα για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση ως δασκάλα, συνταξιοδοτήθηκα όμως το 2014 μετά από 30 χρόνια Υπηρεσίας. Εκτιμώ ωστόσο πως συνεχίζω να υπηρετώ τις ανάγκες του παιδιού μέσα από τα βιβλία μου, τα οποία μαζί με τις μελέτες λαογραφικού περιεχομένου που έχουν εκδοθεί ξεπερνούν πλέον τα εβδομήντα. Η θητεία μου ως δασκάλας αναμφίβολα «προικοδότησε» το Είναι μου με τη γνώση της παιδικής ψυχής και τους προβληματισμούς της κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα δικό μου «συν» που αποτυπώνεται, ευελπιστώ,  στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Όταν ήμουν δασκάλα, πήγαινα στο θέατρο συχνά με τους μαθητές μου. Τώρα παρακολουθώ λιγότερο. Φέτος είδα δύο έργα. Ωραία σκηνικά, εντυπωσιακά κοστούμια, έλειπαν όμως τα μηνύματα που έχει ανάγκη η εποχή μας, αλλά και οι μικρές σιωπές ανάμεσα σε ορισμένες ατάκες, απαραίτητες για να ανασάνει ο Λόγος. Από φόβο προφανώς των σκηνοθετών μήπως το κείμενο κάνει «κοιλιά», βομβάρδιζαν το κοινό με λόγια και κινήσεις, έτσι που, τα παιδιά ιδιαίτερα, δεν είχαν το χρονικό περιθώριο να αφομοιώσουν τα τεκταινόμενα. Όχι, κανένα από τα δυο δε με μάγεψε. Για να μην αδικήσω όμως όλες τις παραστάσεις, ίσως δεν έκανα εγώ καλή επιλογή θεατρικών έργων. 

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Μόλις έφυγαν από τα χέρια μου για εικονογράφηση τρία βιβλία μου για παιδιά. Έτσι, μέχρι να αρχίσει ο νέος κύκλος επισκέψεών μου σε νηπιαγωγεία και σχολεία της χώρας, θα συνεχίσω το δεύτερο μυθιστόρημα που ήδη έχω αρχίσει να γράφω και το οποίο ελπίζω να καταφέρω να τελειώσω μέσα στη χρονιά.

Παρουσίαση του βιβλίου Ο μέγας Μελομακάρων …. εδώ κι εκείΟι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας σύντομα στα δυο Πανδοχεία. 

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

03
Ιαν.
19

Τα σκυλάκια των Χριστουγέννων

Καταμέτρηση προ και κατόπιν εορτής

Παλιά μνήμη: Θα παραδεχτώ ότι το σπορ της καταμέτρησης, κοινώς της αρίθμησης κυρίως των ωραίων και ευρύτερα της απαρίθμησης των πάντων αποτελεί ένα ατομικό χόμπι που δεν με κούρασε ποτέ. Εδώ και τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες μετρώ με λίστες και αριθμούς οτιδήποτε βρίσκω άξιο του αθλήματος και αναμετριέμαι φυσικά με την μνήμη που συμπαρίσταται απαραίτητη βοηθός και ενίοτε απογοητευτική ξεχασιάρα. Μικρός, ας πούμε, με κάθε ευκαιρία, μετρούσα: τα γκολ που έβαλα, εκείνα που έχασα, τις ωραίες κυρίες της γειτονιάς που ευχαρίστως θα παντρευόμουν, τις θάλασσες που κολύμπησα, τα σπάνια μακριά αμερικάνικα αυτοκίνητα που είχα δει ζωντανά, για να μην αναφέρω τα καθημερινά προσκλητήρια βιβλίων, κασετών, δίσκων, καρτών υπέρ-ατού και καρτ ποστάλ που είχα ή ήθελα να έχω.

Νέα «μνήμη»: Συνεχίζω μέχρι σήμερα το άθλημα των αριθμών της μνήμης, σε καθημερινή σχεδόν βάση, ιδίως όταν με πηγαίνει βόλτα η Πέτρα. Άλλωστε από το μέτρημα δεν γίνεται να λείπουν οι τετράποδοι σύντροφοι – σκύλοι. Μετρώ και ξαναμετρώ τους κατά καιρούς περίοικους, τους ζωηρούς, τους εμφανώς φιλοσόφους, τους συνταξιδιώτες στα καταστρώματα, τους διπλανούς σκηνίτες στα κάμπινγκ και τις ίδιες τις ιδιότητες του καθενός. Ενίοτε αναρωτιέμαι και για τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν στις διάφορες γιορτές, όπως για παράδειγμα αυτή των ημερών, που εξάπτει αισθήσεις και παραισθήσεις με τις μυρωδιές και τους άλλους φωτισμούς.

Η πρώτη δεκάδα: Φράση που συνηθίζουμε να λέμε στις λίστες των επιλογών μας. Η κυριολεκτική πρώτη δεκάδα όμως είναι θαμμένη στα πιο παλιά μας κατάστιχα: ήταν πρώτη αρίθμηση από το ένα ως το δέκα. Δεν θυμάμαι πότε, πού και πώς, μόνο αμυδρά κάποια εικονογραφημένα ζωάκια, μάλλον αγελάδες. Ήταν ευχάριστη εκείνη η μονοψήφια εμπειρία! Τώρα σκοπεύω να την ξαναζήσω στα μάτια μιας άλλης ψυχής, όταν ανοίξω μπροστά της το βιβλίο με 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 σκυλάκια που ανά δισέλιδο αυξάνονται ανά ένα και κοιτάζουν έκπληκτα την γιορτινή διακόσμηση, παγώνουν τα αυτιά τους στο κρύο, κάνουν ζημιές στην κουζίνα, ταλαιπωρούν το έλατο, καρφώνονται στα γλυκά, γαβγίζουν μελωδικά και δίνουν τα δικά τους δώρα, ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουν. Θα είναι ωραία η αναζήτηση και καταμέτρηση των σκυλιών μέσα σ’ αυτή την πανδαισία των χρωμάτων. Και βέβαια στο τέλος θα μας περιμένει μια παλιά αγαπημένη εικόνα ιδίως των κινούμενων σχεδίων, εκείνη όπου ο φακός κατεβαίνει στα χαμηλά, βρισκόμαστε στον ύψος τους και παρατηρούμε μόνο τα πόδια των δίποδων. Κάτι κράτησα κι εγώ στη μνήμη μου!

Εκδόσεις Ψυχογιός, 2017, 32 σελ., Λέξεις: Alison Richie, εικονογράφηση: Marisa Morea, 2017

Ηλικίες: 2+

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

26
Δεκ.
18

Paul Bright – Τα Χριστούγεννα του θυμωμένου ασβού

Μια ιδέα για τους θυμωμένους των εορτών!

Εμείς δεν το βλέπουμε αλλά τις ημέρες που ονομάζουμε γιορτές υπάρχει και στα δάση μια έντονη δραστηριότητα. Τα ζώα στολίζουν, μαγειρεύουν πουτίγκες και γλυκά, τυλίγουν δώρα και γενικώς συμμετέχουν στον γενικό οργασμό. Τώρα στο πρώτο δισέλιδο μπορούμε να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά: μικροσκοπικά και θεόρατα δέντρα στολίζονται, παράθυρα διακοσμούνται, καλάθια γεμίζουν κι όλοι οι ένοικοι του δάσους χαμογελούν.

Όμως επειδή μ’ αυτά τα βιβλία επιστρέφουμε κι εμείς στα παιδικά βλέμματα, άρα ψάχνουμε μέχρι την παραμικρή γωνιά του κάδρου, κάπου στην άκρη εντοπίζουμε ένα πλάσμα μουτρωμένο, αν όχι θυμωμένο! Πίσω από το σταυρωτό παράθυρο ενός χοντρού κορμού, ένας Ασβός δεν είναι καθόλου χαρούμενος μ’ όλον αυτό τον χαμό… Τι κι αν σκίουροι, σκαντζόχοιροι, λαγοί, κάστορες, ποντικοί τον προσκαλούν με φωνές και μ’ ευχές. Αυτός θέλει να μείνει μέσα, αμέτοχος σ’ όλα αυτά· έχει και τα επιχειρήματά του: αυτή την εποχή απολαμβάνει τον χειμέριο ύπνο του. Ε κι αν ξυπνήσει πεινασμένος, τα ράφια του κελαριού του είναι γεμάτα με φρούτα, τουρσιά, γλυκίσματα, μπισκότα!

Αλλά πάνω που πάει να κοιμηθεί, χτυπά η πόρτα κι ο Τυφλοπόντικας θέλει να δανειστεί την σκάλα του για να βάλει τα φωτάκια στο δέντρο. Αυτό πάει πολύ, η πόρτα κλείνει με το ίδιο ηχηρό ΜΠΑΜ που ακούστηκε πριν όταν έκλεινε τα παράθυρα στις ευχές των γειτόνων. Ένας τελευταίος έλεγχος στις κερασόπιτες κάτω απ’ το κρεβάτι κι ο ύπνος ευτυχώς ξανάρχεται εύκολα. Αμ δε! Τοκ τοκ από τον Σκίουρο που του έφερε ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο. Τώρα ο Θυμωμένος Ασβός είναι αληθινά θυμωμένος και ξαναβροντάει την πόρτα πίσω του – το μόνο που θέλει είναι λίγη ησυχία. Θα μπορέσει να ξανακοιμηθεί έστω με την σκέψη του στις τόσες μπουκάλες με νόστιμη σπιτική λεμονάδα που έχει στο κελάρι;

Τρίτο και φαρμακερό χτύπημα στην πόρτα, από τον πανικόβλητο Λαγό· ο Τυφλοπόντικας κόλλησε στην κορυφή του Χριστουγεννιάτικου δέντρου και χρειάζεται άμεσα βοήθεια. Αυτό παραπάει για τον Ασβό, θα τους αγνοήσει όλους και θα κοιμηθεί. Αλλά στον ύπνο υπάρχουν τα όνειρα κι εκεί ψηλά σ’ ένα δέντρο αιωρείται και τρέμει απ’ το φόβο του ο καημένος ο Τυφλοπόντικας. Τότε πετάγεται και ξεχύνεται έξω στο χιόνι με την σκάλα του. Φαίνεται πως στον ύπνο μας είμαστε περισσότερο εμείς, ίσως κι όπως γεννηθήκαμε, ή με την συντριπτική υπεροχή της καλοσύνης.

Ήρωας ο Ασβός! Παίρνει και το δώρο του – τι άλλο από έναν μαλακό σκούφο ύπνου; – και αναρωτιέται πώς να επανορθώσει για την γκρίνια και τον εύκολο θυμό του. Η απάντηση έρχεται αβίαστα στο μυαλό του: ανοίγει το κελάρι του και κάνει ένα πάρτυ πολυγευστικό και αξέχαστο. Φυσικά δεν βγάζει τον γιορτινό του σκούφο αλλά ξενυχτά μαζί μ’ όλα τα ζώα, χορεύοντας και καλοτρώγοντας. Δημιουργεί μάλιστα το δικό του εορταστικό έθιμο: κάθε χρόνο τέτοιο βράδυ θα κάνει ένα ανάλογο πάρτυ! Κι αν μερικοί νομίζουν ότι ξέχασε οριστικά τον θυμό του, όχι: τον φυλάει για εκείνους που θα διανοηθούν να μην έρθουν!

Μπορεί λοιπόν ο θυμός να γίνει κάτι άλλο, μπορεί μια γιορτή που μας φαίνεται παράλογη ή βαρετή να μετατραπεί σε μια αξέχαστη βραδιά κι ένα ολόδικό μας έθιμο, αρκεί να επιλέξουμε την συντροφιά των άλλων και την προσφορά βοήθειας, που πάντα θα χρειάζεται κάποιος. Και μπορεί και μια ιστορία σαν κι αυτή, που αποτελεί μια ιδιαίτερη μεταφορά από το παραμύθι του Charles Dickens Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων,  να αποδοθεί με θαυμαστή εικονογράφηση, τόσο ωραία που είναι σαν να μας δόθηκε η τιμή να κοιτάξουμε για λίγο στον εξίσου θαυμαστό κόσμο των ζώων.

Εικονογράφηση: Jane Chapman.

Εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2009, 27 σελ., μτφ. Παναγιώτης Γκότσης [Grunny Badger’s Christmas, 2009]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

20
Δεκ.
18

Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη – Ο μέγας Μελομακάρων που ΜελοΚαμάρωνε

Ένα γλυκό στο νόημα της γιορτής και στον κύκλο της ζωής

Αν τα μελομακάρονα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της απόλυτης χειμερινής γιορτής κι αν η γεύση τους είναι οριστικά δεμένη με την κατά Κίπλινγκ «ωραιότερη ιστορία του κόσμου», τουλάχιστο όπως την ζούμε εμείς εδώ σε μια γωνιά της Ανατολικής Δύσης ή της Δυτικής Ανατολής, τότε έχουν δικαιωματική θέση στις δεκεμβριανές ιστορίες. Προσωποποιούνται, αποκτούν νέες δυνάμεις γλυκές και μη, ενίοτε συνομιλούν ή φιλονικούν με τους κουραμπιέδες, έτερους μισούς στην αισθητική ολότητα των εορτών. Κοινώς, δεν θα βαρεθούμε ποτέ να τα βλέπουμε σε ενεργό ρόλο μέσα στις αλλεπάλληλες αφηγήσεις των ημερών.

Όμως εδώ συμβαίνει και κάτι παραπάνω. Σε μια ιδιαίτερα απρόσμενη, σχεδόν κινηματογραφική πρωτοτυπία, η ιστορία αρχίζει και τελειώνει έξω από το σπίτι, χωρίς τις μυρωδιές του φούρνου, μακριά από τα χρωματιστά πιάτα. Βρισκόμαστε στο γαλαζοπράσινο φόντο του ουρανού και των δέντρων, στον συγκινητικό αποχαιρετισμό σπουργιτιών και χελιδονιών, που απ’ την φύση τους είναι αδύνατο να προλάβουν μαζί τα Χριστούγεννα. Ακόμα κι αν τα πρώτα επιμένουν στο μοίρασμα της αγάπης.

Όταν σύντομα το γαλάζιο γίνεται ακόμα πιο ανοιχτό, και το λευκό λευκότερο, τα σπίτια χρωματίζονται από τα στολίδια και ζεστά ρούχα, το καταπράσινο χριστουγεννιάτικο δέντρο και το κατακόκκινο τραπεζομάντηλο. Εδώ είναι το βασίλειο των μελομακάρονων, όπου καλός βασιλιάς αναδεικνύεται το μεγαλύτερο, ο Μέγας ΜελοΜακάρων. Όλοι κάποτε τιμήσαμε έναν τέτοιο άρχοντα, ορισμένοι μάλιστα τον παραγγείλαμε επί τούτου, από την πλάστρια ανάλογων αρχοντικών πλασμάτων. Δεν μας απασχολούσε το γεγονός ότι σύντομα θα εξαφανιζόταν, αυτός ήταν άλλωστε ο προορισμός του. Μόνο που εδώ το μεγάλο μελομακάρονο που επιθυμεί ο μικρός Νικόλας να προσφέρει δώρο στη νονά του πέφτει και θρυμματίζεται. Πώς να αποφευχθεί ένα τόσο άδοξο τέλος για τον βασιλιά, να βρεθεί από τους θρόνους και τις πιατέλες κατασκορπισμένος στα πατώματα;

Κι όμως, το ίδιο το πνεύμα των ημερών μπορεί να σκεφτεί μια δικαίωση για όλους: για το αγόρι που στενοχωρήθηκε, τον ΜελοΜακάρωνα που θέλησε να θυσιαστεί για την ευχαρίστηση των άλλων, τα σπουργίτια που ταλαιπωρούνται από την χειμωνιάτικη πείνα, την οικογένεια που θέλει μόνο χαμόγελα. Εφόσον ο μεγάλος Γλυκός πλάστηκε να γίνει χρήσιμος, θα χαρεί να σκορπιστεί στον κήπο, όπου όλο και κάποιο πλασματάκι θα χορτάσει την πείνα του. Κι επειδή τα πτηνά του χειμώνα δέχονται  ένα ολοφάνερο δώρο αγάπης, κρατούν λίγο για τους ανοιξιάτικους φίλους και το μοιράζονται με τα χελιδόνια.

Κι έτσι, από την μία δικαιώνεται ο αέναος κύκλος της ζωής, με την φύση αφετηρία και τέρμα όλων μας, κι από την άλλη, ανεξάρτητα από πίστη και αμφιβολία, πέρα από θρησκείες και δοξασίες, η γιορτή ξεγυμνώνεται στον απόλυτο πυρήνα της, αυτό που την αξιώνει πέρα από τόπους και χρόνους: την σκέψη στον άλλον, το μοίρασμα ακόμα και των ελάχιστών μας, την προσφορά του πολυτιμότερου δώρου της αγάπης, όπως κι αν την εννοεί ο καθένας μας.

Η Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, αρθρογραφεί σε παιδαγωγικά περιοδικά, συμμετέχει εθελοντικά σε οργανώσεις για την προαγωγή της λογοτεχνίας, είναι ενεργό μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχει εκδώσει πολλά βιβλία για παιδιά και μελέτες λαογραφικού περιεχομένου. Έχει ενταχθεί στο Μητρώο Επιμορφωτών του προγράμματος «Καινοτόμες Δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών» και έχει αναλάβει επιμορφωτικό έργο σε ημερίδες επιμόρφωσης εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Η καλλιτεχνική πένα της Έφης Κοκκινάκη διατρέχει όλες τις παλέτες των συναισθημάτων και των εποχών και φέρνει κάτι από τις παλιές παραμυθιακές και εορταστικές εικονογραφήσεις αλλά και ένα δικό της, ιδιαίτερα σαγηνευτικό στιλ στην απόδοση των φυσιογνωμιών.

Εκδ. Σαββάλας, 2018, εικονογράφηση: Έφη Κοκκινάκη, σελ. 28.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

10
Δεκ.
18

Μαριάννα Τεγογιάννη – Το ταξίδι των παπουτσιών

Τα αχώριστα ζευγάρια

Εδώ χαμηλώνουμε το βλέμμα μας να φτάσει όσο πιο κάτω γίνεται. Ύστερα εστιάζουμε στα αυτονόητα ενδύματα των ποδιών, που δεν αποχωριζόμαστε στο μεγαλύτερο μέρος της ξυπνητής ζωής μας αλλά σπάνια τα σκεφτόμαστε, ίσως μόνο όταν τα λαχταράμε ως παιδιά ή τα επιδοκιμάζουμε που έδειξαν καλό χαρακτήρα. Μπορούμε όμως να τα δούμε χωριστά, σαν αυτόνομα πλάσματα που διατηρούν την αυτονομία τους και ζουν την ζωή από την δική τους πλευρά; Έχουμε σκεφτεί πόσο εξαρτημένα είναι το ένα από το άλλο, σαν ζεύγη αχώριστα;

Κι ύστερα, πόσες ιστορίες έχουν να διηγηθούν; Ας πούμε τα παπούτσια των ταξιδευτών, των περιπατητών, των χορευτριών; Και τι απογίνονται όταν ολοκληρώσουν την «αποστολή» τους, για παράδειγμα, εκείνα των αθλητών που κάποτε θριάμβευσαν ή έστω αγωνίστηκαν στα ωραία πεδία; Αποσύρονται μαζί, συνυπάρχουν το δεξί και το αριστερό σε κάποιο πάγκο, περιμένοντας μια δεύτερη ζωή ή ένα αξιοπρεπές γήρας;

Η Αστραπή και ο Κεραυνός, πάντως, δαφνοστόλιστο αθλητικό ζεύγος στην εφεδρεία του τσαγκαράδικου του Φαλτσέτα, αποχωρίζονται για έναν απολύτως προσωπικό και ταυτόχρονα τόσο συνηθισμένο λόγο: ο Κεραυνός της προτείνει μερικές επιδιορθώσεις στην εμφάνισή της, ανανέωση της βαφής, λίγο χρώμα, κάτι ραφές. Εκείνη τον προτρέπει να πάει να βρει μια ιταλική γόβα ή μια γαλλική μπαλλαρίνα και τον εγκαταλείπει. Δυο ταιριαστά κι αγαπημένα υποδήματα αποχωρίζονται – και το βιβλίο ανοίγει, στην περιπλάνηση της Αστραπής και στην αναζήτησή της από τον Κεραυνό, που θα μοιραστούν τα κεφάλαια του βιβλίου.

Αλλά πού να βρει την αγαπημένη του λευκή με τις κόκκινες ρίγες μέσα στους πολυσύχναστους δρόμους με τους εκατοντάδες ανθρώπους που προχωρούσαν βιαστικά με σκυμμένο το κεφάλι, λες κι έψαχναν απεγνωσμένα κάτι να βρουν ανάμεσα στις χοντρές και κρύες τσιμεντένιες πλάκες των πεζοδρομίων; Πώς να την διακρίνει ανάμεσα σε χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια έτρεχαν μαζί τους υπνωτισμένα, ακολουθώντας τυφλά κάθε τους βήμα; [σ. 11]

Εκείνη θυμάται το εργοστάσιο κατασκευής της, εκεί που γεννήθηκε και ερωτεύτηκε το άλλο της μισό. Ένα άλλο παροπλισμένο ντουέτο, ο Λούης και η Άρτεμη, την ενημερώνουν πως ξανάνοιξε στην Παπουτσοχώρα των Αισθήσεων, στα βάθη της Κορδονίας. Εκεί ετοιμάζεται να ταξιδέψει κι εκείνος, χάρη στις πληροφορίες των ομοίων του, κι ας τον αποκαλούν παλαίμαχο ή παππού. Αλλά στις ωραίες σελίδες του σιδηροδρομικού σταθμού, διασταυρώνει βλέμματα και σκέψεις μ’ ένα ξυπόλητο παιδί και με τις μάλλινες κάλτσες που είχε πάντα μαζί του επισφραγίζουν μια νέα φιλία.

Η άφιξη στην φαντασμαγορική Παπουτσοχώρα των Αισθήσεων δεν είναι διόλου ειδυλλιακή. Ο Κεραυνός κατηγορείται για παρενόχληση κόκκινων μποτών και οδηγείται στην Χωματερή των Ανεπιθύμητων, αλλά και η Αστραπή χάνει τη γη κάτω απ’ τη σόλα της όταν συλλαμβάνεται ως λαθρεπιβάτης και καταδικάζεται σε εργασία στον ίδιο εφιαλτικό τόπο. Και χάρη στο αγόρι που αναζητά ένα δεύτερο παπούτσι στους σωρούς των παραπεταμένων η ιστορία θα ολοκληρωθεί σαν ένας κύκλος που φέρνει τους αγαπημένους ξανά κοντά.

Η ομορφιά που επιβάλλεται κι εκείνη που αξίζουμε, η ωραιότητα της μεγάλης ηλικίας και η αφανέρωτη λάμψη των παλαίμαχων, η ζωή που δεν χωρίζεται σε ηλικίες, η δεύτερη ευκαιρία και η επανόρθωση, η περιπλάνηση και η αναζήτηση ως εμπειρίες που δεν παύουν να μας μαθαίνουν, όλα έχουν την θέση τους στην πλούσια αφήγηση μιας πρωτότυπης ιστορίας, που δεν βιάζεται να φτάσει στο τέλος, μόνο προχωρά με βήματα αργά και χορταστικά. Κι ενώ στο βάθος γνωρίζουμε πως το τέλος θα είναι χαμογελαστό, προτιμάμε να ζήσουμε την περιπέτεια στον δικό της ρυθμό. Το ίδιο απλόχερη είναι η εικονογράφηση, βουτηγμένη σε χρώματα, ανοιχτή σ’ έναν κόσμο φανταστικό και αληθινό μαζί.  Και σκέφτομαι πως δεν είχα άδικο τόσο καιρό που στην παπουτσοθήκη του σπιτιού βάζω δίπλα δίπλα τα ζευγάρια των παπουτσιών, ακόμα κι εκείνα που δεν χρησιμοποιώ πια.

Εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2017, εικονογράφηση: Κριστίν Μενάρ, 52 σελ. Περιλαμβάνεται μονοσέλιδο σημείωμα του παλαίμαχου μαραθωνοδρόμου Δημοσθένη Μαυρογιάννη.

Ηλικίες 9+

Όλες οι εικόνες από την εξαιρετική εικονογράφηση του βιβλίου.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

02
Δεκ.
18

Χρυσάνθη Τσιαμπαλή – Το αγόρι που κέρδισε το χρόνο

Εκείνο που δεν αποταμιεύεται αλλά χαρίζεται

Χρόνος: είναι ο αόρατος κυνηγός μας και ο καλύτερος γιατρός· ο ανελέητος κριτής και ο αχώριστος συνοδοιπόρος. Είναι άπλετος και περιορισμένος, θείο δώρο και αιώνιο βάσανο. Τρέχουμε ξοπίσω του ή μας κυνηγάει σε απόσταση αναπνοής, πάντως συντρέχουμε αχώριστοι! Οι απαιτήσεις μας αμοιβαίες και συνεχείς. Άλλοι τα έχουμε καλά μαζί του, άλλοι τα έχουμε βάλει για τα καλά μαζί του.

Ο Γιάννης δεν έχει πολλές πολλές σχέσεις με τον Χρόνο. Τον αγνοεί, κάνει σα να μην υπάρχει. Στήνει τους φίλους του στα ραντεβού για παιχνίδι και ξεχνιέται στο δωμάτιό του όταν έρχεται η ώρα του φαγητού που τελικά τρώει παγωμένο. Φυσικά δέχεται συνεχώς παρατηρήσεις από τους γονείς του και ο μπαμπάς του δηλώνει πως ήρθε το πλήρωμα του … χρόνου και του κόβει κάθε ανθρωπιστική βοήθεια – ξύπνημα, διάβασμα, όλα τώρα θα πρέπει να τα κάνει μόνος τους, χωρίς την ωρολογιακή συνδρομή των γονιών. Οι καθιερωμένες φράσεις πέφτουν βροχή: να κερδίσεις τον χρόνο σου! ο χρόνος είναι χρήμα! Τα αντεπιχειρήματα Κάλλιο αργά ποτέ, Όποιος βιάζεται σκοντάφτει, Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι φαίνεται πως αρχίζουν να μπάζουν και τα πράγματα σκουραίνουν.

Το πρώτο πάθημα είναι θέμα …χρόνου. Αργοπορημένος στο σχολείο, κρύβει την πιτζάμα κάτω απ’ το παντελόνι κι αφήνει τα μαλλιά του αχτένιστα, στοιχεία που οι παρατηρητικοί φίλοι του άμεσα εντοπίζουν. Δεν είναι ακριβώς ο Μικρός Πρίγκιπας, όπως τον είχε χαρακτηρίσει κάποτε η Χριστίνα. Ούτε στο σπίτι βέβαια καταφέρνει να κρύψει την πρωινή του ήττα και στο δωμάτιό του ο χρόνος πάλι θα περάσει χωρίς να το καταλάβει, πόσο μάλλον τώρα που είναι και λυπημένος.

Αλλά ευτυχώς στα βιβλία πάντα κάτι θα συμβεί στην δύσκολη στιγμή· όχι για να σώσει ή να διευκολύνει τον ήρωα αλλά για να του δώσει μια ιδέα, ένα δρόμο, μια ευκαιρία έστω! Κάπως έτσι μπαίνει από την μπαλκονόπορτα ο Πολυχρόνης ο χρονοεισπράκτορας: είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του Χρόνου, που ως γνωστόν έχει αδελφές τις Χρονιές που κάθε τόσο τους επισκέπτονται, όπως σήμερα π.χ. που ήρθε η εξαιρετική 1896, ενώ συχνά διοργανώνουν χειμερινό τουρνουά τένις. Τομέας κι εξειδίκευσή του, η Διαχείριση Χρόνου.

Ο χρόνος δε δωρίζεται και βέβαια δε δανείζεται. Ο χρόνος μόνο σπαταλιέται. Και ένας τρόπος υπάρχει για να αποκτήσει κανείς απόθεμα. Η Τράπεζα Αποταμίευσης Ελεύθερου Χρόνου. Εκεί, καταθέτεις όχι χρήματα, αλλά τον χρόνο που σου περισσεύει, του λέει ο μυστηριώδης Πολυχρόνης και ιδού το μεγάλο στοίχημα. Φυσικά για όλα αυτά πρέπει να κρατά τα σχετικά αποδεικτικά: τι έκανε και τι δεν έκανε για να αποταμιεύει τον πολύτιμο χρόνο. Στο τέλος θα τον περιμένει ο τίτλος του Πρίγκιπα του Χρόνου· άλλωστε ο Χρόνος λατρεύει όσους προσπαθούν να τον …κερδίσουν.

Στο Παλάτι του Χρόνου ο Πολυχρόνης έχει τις δικές του αμφιβολίες, καθώς δεν ξεχνά όσα συνέβησαν παλιά στη Μόμο, την περίφημη ηρωίδα του φερώνυμου μυθιστορήματος του Μίχαελ Έντε, και στους κατοίκους της πόλης όπου ζούσε, όταν οι γκρίζοι κύριοι τους ζήτησαν να κάνουν οικονομίες στον χρόνο τους αποταμίευοντάς τον. Μήπως θα καταντήσει σαν τον απεχθή πράκτορα ΞΥΚ/384/β;

Κάτι δεν πάει καλά με αυτό το ρήμα κι όσα σημαίνει. Μήπως εδώ υπάρχει μια παγίδα; Μήπως ο χρόνος δεν αποταμιεύεται ούτε δανείζεται αλλά χαρίζεται; Η συγγραφέας μπαίνει σε βαθιά νερά, σε έννοιες απαιτητικές και δύσχρηστες και καταφέρνει να βγει με μια ιστορία απλή και πλούσια, πανέξυπνη και ανατρεπτική απέναντι σε όσα χρόνοι και πολυχρόνηδες επιχειρούν σήμερα μικρούς μεγάλους να μας αιχμαλωτίσουν. Ο Γιάννης που κέρδισε τον Χρόνο, δεν τον έκανε αντίπαλο αλλά φίλο και συνεργάτη. Και μυρίζομαι ότι το μάθημα που πήρε το δίνει απλόχερα και σ’ εμάς τους μεγάλους, να ακολουθήσουμε την δική του ιδέα. Το δώρο του χρόνου είναι κοινό σε όλους μας, είναι την ίδια στιγμή σπάνιο κι απλόχερο, άξιο να χαριστεί σε όσα πρόσωπα και πράγματα επιλέγουμε να αφοσιωθούμε!

Εκδ. Ψυχογιός, 2016, σελ. 80, εικονογράφηση: Αιμιλία Κονταίου, με μικρές μαυρόασπρες ζωγραφιές στην αρχή κάθε κεφαλαίου [Σειρά: Λωτός, 9-11 ετών] [Μαθαίνουμε για την διαχείριση του χρόνου].

Στην τρίτη εικόνα μια εικονογράφηση της Μόμο και στην τέταρτη μια εκδοχή της Εμμονής της Μνήμης, ενός έργου του Σαλβαντόρ Νταλί που κάπου κάπως αναφέρεται στο βιβλίο.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

23
Νοέ.
18

Στέργια Κάββαλου – Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις

Η γλώσσα που μετακομίζει αλλά δεν χάνεται

Τη μέρα που ο μπαμπάς αποφάσισε να αφήσουμε την Αθήνα ήταν νύχτα… ξεκινάει την ιστορία ο αφηγητής Κώστας, σπουδαστής της Πέμπτης δημοτικού, και ομολογώ πως είχα καιρό να νιώσω από τις πρώτες μια δυο γραμμές εκείνη την γλυκιά αδημονία της διήγησης. Και φυσικά η αιφνίδια πρόκριση της αναχώρησης δεν γίνεται για κανένα κυνηγητό λόγω παρανομίας ή άλλους γνωστούς και χιλιοειπωμένους λόγους. Απλά σε κάποιο Αβινιόν της Γαλλίας ζητούν οδοντογιατρούς, που τυχαίνει να είναι και το επάγγελμα του πατέρα του. Τα πάντα τώρα είναι εναντίον του: το «ελληνικό καλοκαίρι» δεν είναι τουριστικό αλλά αστικό και θερμό, τα κουνούπια πανταχού παρόντα, το ίδιο και η μητέρα του που τον ψεκάζει με την διόλου αντρική λεβάντα, ενώ ο μπαμπάς δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι διάλεξε για άλλη μια φορά χάλια καρπούζι. Και δεν έχει ούτε έναν σύμμαχο, καθότι η αδελφή του Λητώ, απόφοιτη του νηπιαγωγείου, δεν αντιστέκεται για πολύ. Η ημερομηνία αναχώρησης έκλεισε.

Καταφυγών στο δωμάτιό του και αποσυνδεδεμένος από το διαδίκτυο ο Κώστας ανατρέχει στην παλιά καλή βοήθεια: άτλαντες κι εγκυκλοπαίδειες, συν τα δωρεάν σιντί των εφημερίδων για την απαραίτητη συλλογή πληροφοριών. Σύντομα μαθαίνει περισσότερα από τους άλλους, που κάνουν τους κοσμογυρισμένους. Η υπέροχη γιαγιά (την χρίζω από τώρα υποψήφια βήτα γυναικείου ρόλου στα υπό σκέψη σχετικά φετινά βραβεία) φτιάχνει φουστάνια για την εγγονή της αφαιρώντας το κάτω μέρος απ’ τις κουρτίνες, πακετάρει κι εκείνη σαν ζηλιάρικο παιδί, και, ψυχραιμότερη απ’ όλους, αυτοπροσκαλείται. Τι έχει να χάσει; Το πολύ πολύ από Ιουλία να γίνει Ζιλί – κι έγινε ήδη!

Ο Κωστής, αντίθετα, έχει να χάσει τους φίλους του, τον κολλητό, την διπλανή του και κυρίως την εκλεκτή του Αθανασία μαζί με το μακροπρόθεσμο σχέδιο που την περιλαμβάνει. Αλλά πάνω απ’ όλα η απαρηγόρητη ανησυχία του αφορά την απώλεια των λέξεων. Η δικιά του γλώσσα ήταν πάντα «έτοιμη να ενώσει τη σκέψη του με τον υπόλοιπο κόσμο». Στο σχολείο γίνεται το Γαλλάκι, οι συγγενείς στην τελετή του αποχαιρετισμού παραπονιούνται ή ζηλεύουν («οι άνθρωποι όταν χάνουν το κουράγιο τους γίνονται εξαιρετικά ανόητοι» αλλά εκείνος δεν κολλάει· ούτως ή άλλως τον περιμένουν πολύ σοβαρότερες καταστάσεις.

Σύντομα βρίσκεται στην γαλλική πόλη που τις Κυριακές φαίνεται μικρότερη, η οικογένεια βρίσκεται έξω από τα νερά της κι ας μην το παραδέχεται κανείς σε κανέναν κι ο ίδιος «παθαίνει μοναξιά». Η ταπετσαρία είναι (εφιαλτικά) λουλουδάτη, οι συμμαθητές του προέρχονται από άγνωστες χώρες, οι λέξεις του πουθενά. Όμως η λίστα με τα θετικά σταδιακά μεγαλώνει: κάνει παρέα με την Κατρίν, ο ουρανός είναι πετρόλ, η ζαχαροπλαστική μυρωδιά βρίσκεται παντού, ο μπαμπάς έχει περισσότερο χρόνο, η μαμά πραγματοποιεί μερικά δικά της όνειρα, η μικρή έχει ταλέντο στις ξένες γλώσσες, ο καθένας τους έχει τον άλλον για παρέα κι όλοι μοιράζονται τις χαρές τους και κρατούν τα + από την κάθε τους μέρα.

Αλλά ο φόβος για την απώλεια των λέξεων παραμένει. Την ώρα των αγγλικών επαναλαμβάνει μέσα του τα ελληνικά και στο σπίτι γράφει γράμματα στην Αθανασία, μόνο που τα διατηρεί στο συρτάρι του γραφείου. «Είπαμε, η απόσταση σε κάνει τολμηρό, αλλά όχι και ατρόμητο». Εκεί δεν είναι μόνο ανεπίδοτα αλλά και έκθετα στα μάτια της μαμάς Κάσι (απ’ το Κασσιανή), που τα διαβάζει, τα φωτοτυπεί, τα κάνει σπιράλ, τα τιτλοφορεί και τα διανέμει στα μέλη της οικογένειας. Υπερήφανη για το ταλέντο του βλαστού, το πλούσιο λεξιλόγιο, την άψογη γραμματική. Κι ας συγχέει τα είδη, εφόσον δεν πρόκειται για ημερολόγιο, όπως το χαρακτήρισε, αλλά για απλούς μονολόγους σε Α4.

Με τον τρόπο αυτό ο Κωστής κερδίζει ένα τετράδιο κι εκεί μπαίνουν οι χαμένες λέξεις, αυτές που αγαπάει κι οι άλλες που τον θυμώνουν. Δεν περιορίζεται όμως στην γραφή αλλά αναζητά τρόπο να σκορπίσει τις λέξεις του στην πόλη, να τις έχει παντού γύρω του, να τον προσέχουν και να του θυμίζουν. Χάρη σ’ ένα υπέροχο εύρημα με επιστολές, αριθμούς, βιβλία και το τυχαίο, ο νεαρός «συγγραφέας» γνωρίζει ότι ο τόπος του είναι οι λέξεις και οι άνθρωποι της καρδιάς του, όπου κι αν βρίσκεται.

Μετακόμιση, μετανάστευση, η απώλεια των φίλων, το νέο περιβάλλον, οι βαθύτεροι φόβοι, και κυρίως η διατήρηση της γλώσσας ως ενός τόπου που μπορούμε παντού να κουβαλάμε μαζί μας, όλα χωράνε στην χορταστική ιστορία της Στέργιας Κάββαλου, που είναι έξυπνα γραμμένη, με μια σπαρταριστή αμεσότητα και μερικές έξυπνες στροφές που θυμίζουν την γραφή των φανζίν. Η εικονογράφηση της Πετρούλας Κρίγκου είναι εξίσου απολαυστική, με τις τρυφερές γελοιογραφικές της πινελιές στην απόδοση των προσώπων και την εμφανή τεχνοτροπία των κόμικς. Άλλη μια Ιστορία που βιώνεται δυνατά, όπως τιτλοφορείται η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σχετική σειρά των εκδόσεων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2018, εικονογράφηση: Πετρούλα Κρίγκου, σελ. 77, γυαλιστερό φύλλο [Ιστορίες που ζεις δυνατά]. Οι εικόνες είναι από το βιβλίο.

Ηλικίες: 10+

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

21
Νοέ.
18

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 2. Μαρίνα Καδή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

To τελευταίο μου βιβλίο που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο έχει τίτλο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» (εκδόσεις Τελεία, εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη). Είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή, για τους γονείς που δεν είναι πια μαζί και τα παιδιά που προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να βρουν ξανά το χρώμα στη ζωή τους. Η ιστορία αυτή περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, από βιώματα που είχα ως παιδί, μέσα από τον χωρισμό των γονιών μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση για κάποια βιβλία σας;

Η Άσπρη στολή (εκδόσεις Τελεία, εικόνες Ρένια Μεταλληνού) είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που ονειρευόταν να γίνει νοσοκόμα, για να φροντίζει τους ανθρώπους, χωρίς να φαντάζεται ότι η ζωή θα την έφερνε στην πρώτη γραμμή όλων των θλιβερών γεγονότων που σημάδεψαν τη μικρή της πατρίδα. Μέσα από την ιστορία αυτή, που είναι εμπνευσμένη από τη ζωή της μητέρας μου, ήθελα να αναδείξω όλους τους αφανείς ήρωες, που εργάζονται ακούραστα και αθέατα, σε κάθε γωνιά της γης, για να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο.

Το βιβλίο Περιμένοντας τη βροχή (εκδόσεις Καλέντη, εικόνες Ρένια Μεταλληνού), με ήρωα ένα μικρό αγόρι, τον Μάρκο, επικεντρώνεται στο φαινόμενο της ανομβρίας και της κλιματικής αλλαγής. Κάθε φορά που έβρεχε, οι μικρές χάρτινες βαρκούλες του Μάρκου ταξίδευαν, παίρνοντας μακριά και από μία λύπη. «Κάθε φορά που μια βαρκούλα ταξιδεύει, παίρνει και μια στενοχώρια μαζί της» έλεγε ο παππούς στον Μάρκο. Τώρα όμως ο παππούς δεν είναι πια μαζί τους και η βροχή έχει χαθεί… Κάθε μέρα, ο Μάρκος κοιτάζει τον ουρανό, για κάποιο σημάδι. Περιμένει τη βροχή, που θα διώξει τη λύπη μακριά και θα καθαρίσει τις ψυχές των ανθρώπων.

Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ (εκδόσεις Πάργα, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) περιγράφει την ιστορία ενός κοριτσιού που αναγκάζεται σε μια μέρα να αφήσει τη χώρα της και ό,τι αγαπούσε και να ταξιδέψει μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Το μόνο πράγμα που μπόρεσε να πάρει μαζί της, είναι το κόκκινο φόρεμα, που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά της στα γενέθλιά της. Και η Σαβέλ δεν το αποχωρίζεται ποτέ… Είναι μια ιστορία για τα παιδιά πρόσφυγες, που αναγκάζονται βίαια να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τους ανθρώπους που αγαπούν και να βρεθούν σε τόπους ξένους.

Το βιβλίο Παιδικά όνειρα (εκδόσεις Πατάκη, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) είναι μια σύνθεση μικρών ιστοριών – οκτώ παιδιά που έχουν ένα φαινομενικά άπιαστο όνειρο, το οποίο ψαλιδίζουν άθελά τους οι μεγάλοι, μέσα από τη δική τους λογική και έλλειψη φαντασίας. Μέσα από τις ιστορίες των παιδιών, που καταφέρνουν τελικά να πραγματοποιήσουν τελικά τις επιθυμίες τους, τονίζεται η σημασία του να έχει κάποιος όνειρα και μην τα εγκαταλείπει.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία; 

Η επαφή μου με την παιδική λογοτεχνία ξεκίνησε μέσα από την επιθυμία μου να μιλήσω στα παιδιά για δύσκολα θέματα, όπως είναι η καταστροφή της φύσης και η εκμετάλλευση των ζώων, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ανισότητα, χωρίς όμως να σκοτώσω την αισιοδοξία, την ελπίδα, τα όνειρά τους για το μέλλον. Έγραψα την πρώτη μου ιστορία πριν 10 χρόνια περίπου, λίγο μετά που έγινα μητέρα. Η επαφή μου με τα παιδικά βιβλία που διάβαζα στα δύο μου παιδιά κάθε βράδυ ήταν επίσης καθοριστική. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να πω κι εγώ μια ιστορία κι άρχισα δειλά δειλά να γράφω, χωρίς να ξέρω που θα με έβγαζε η προσπάθεια μου αυτή. Είχα όμως την ανάγκη να μιλήσω στα παιδιά – όχι μόνο τα δικά μου παιδιά – για θέματα δύσκολα, αλλά ουσιαστικά, μεταφέροντας το μήνυμα ότι μπορεί να είναι δύσκολο ένας άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο, όμως ένας άνθρωπος μπορεί, μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις, να βοηθήσει να γίνει ο κόσμος λίγο καλύτερος…

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; 

Η παιδική λογοτεχνία συχνά πηγάζει από την ανάγκη του συγγραφέα να μεταφέρει ένα μήνυμα στα παιδιά και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πέσει κάποιος στην παγίδα του διδακτισμού. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες που επιδιώκουν να προβληματίσουν τα παιδιά για ένα θέμα και στις ιστορίες που επιδιώκουν να τους δώσουν ένα «μάθημα». Τα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν είναι βιβλία γνώσεων κι αν τα χειριστείς ως τέτοια, θα έχεις ένα κακό αποτέλεσμα. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Ναι, οι παιδικές μου μνήμες είναι πηγή έμπνευσης για πολλά από τα βιβλία μου. Εκτός από το βιβλίο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» για το οποίο μίλησα πιο πάνω, το βιβλίο «Ο Νικόλας και η Έλλη» – το οποίο περιγράφει τη σχέση ενός αγοριού με μια ελεφαντίνα – είναι βασισμένο σε μια παιδική μου ανάμνηση. Στον ζωολογικό κήπο της Λεμεσού, την πόλη όπου μεγάλωσα, ζούσε η Τζούλι, ένας ασιατικός ελέφαντας. Μου άρεσε να επισκέπτομαι την Τζούλι, χωρίς να αντιλαμβάνομαι τότε, ότι η ζωή της ήταν ένας εφιάλτης. Παρόλο που οι ελέφαντες είναι κοινωνικά ζώα, η Τζούλη ζούσε μόνη σε έναν πολύ μικρό χώρο, με αποτέλεσμα να πάθει αρθριτικά από την ακινησία (μια συχνή ασθένεια σε ελέφαντες που ζουν σε αιχμαλωσία) και τελικά να πεθάνει. Η ευαισθητοποίηση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, που ο ζωολογικός κήπος φρόντισε για τη μεταφορά άλλων μεγάλων θηλαστικών σε πάρκα του εξωτερικού, για να ζήσουν ελεύθερα. Σε αυτά τα πλαίσια κινείται η ιστορία της Έλλης και του μικρού Νικόλα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Θα έλεγα ότι οι ιδέες παγιδεύουν εμένα και όχι το αντίθετο! Από τη στιγμή που θα έρθει στο μυαλό μου μια ιδέα για μια νέα ιστορία, η σκέψη αυτή με συντροφεύει κάθε λεπτό της μέρας, όπου κι αν βρεθώ, ότι κι αν κάνω. Συνήθως κρατώ σημειώσεις σε ένα μικρό μπλοκ που έχω πάντα μαζί μου και κάποια στιγμή κάθομαι να αποτυπώσω την ιστορία.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

«Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ» είναι εμπνευσμένο από τα χιλιάδες παιδιά που αναγκάστηκαν τα τελευταία χρόνια να αφήσουν τη χώρα τους, για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Μέσα από τα μάτια της Σαβέλ ήθελα να δείξω ότι το ταξίδι δεν τελειώνει με την ασφαλή άφιξη ενός παιδιού στον προορισμό του. Εξίσου σημαντική είναι η ένταξη στο νέο περιβάλλον και κατά πόσο θα το υποδεχτούν με αγάπη και κατανόηση.

Η ιστορία της προσφυγιάς είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται μέσα στους αιώνες και θα επαναλαμβάνεται όσο υπάρχουν πόλεμοι και εμφύλιοι διχασμοί. Καθώς έγραφα την ιστορία της Σαβέλ, στο μυαλό μου ήταν μια Ιρανή συμφοιτήτριά μου, η οποία είχε φύγει κρυφά από το Ιράν με τους γονείς της κατά την Ιρανική επανάσταση. Η μητέρα τους, φοβούμενη να μην αποκαλυφθεί το μυστικό τους, τους μίλησε για το ταξίδι τους το προηγούμενο βράδυ και δεν μπόρεσαν να αποχαιρετήσουν κανένα – ούτε καν την αγαπημένη τους γιαγιά, κάτι που βιώνει με παρόμοιο τρόπο και η Σαβέλ στην ιστορία. 

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο; 

Το βιβλίο «Μια μέρα» της Alison McGhee, σε εικονογράφηση του Peter Reynolds, είναι ένα από τα βιβλία που με άγγιξε βαθιά και με ενέπνευσε να αρχίσω να γράφω. Είναι ένα βιβλίο που καταφέρνει με λιγοστές λέξεις να περιγράψει όλα τα σύνθετα συναισθήματα της μητρότητας και να μας θυμίσει ότι όσο κι αν αγαπούμε τα παιδιά μας, το μέλλον είναι δικό τους και μόνο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση;

Μια ιστορία μπορεί να τη δουλεύω στο μυαλό για πολύ καιρό, πριν αρχίσω να την αποτυπώνω στο χαρτί. Μπορεί να σκεφτώ μια πρόταση, έναν διάλογο, ή ένα νέο χαρακτήρα και κρατώ σημειώσεις. Έτυχε να γράψω αποσπάσματα ιστοριών μου σε καφετέριες, σε πάρκα ή στο αεροπλάνο. Γενικά δεν προτιμώ να γράφω σε απομόνωση, αλλά νιώθοντας τον παλμό της πόλης. 

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Σπούδασα ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και διαχείριση του περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Cornell των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα εργάζομαι στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος της Κύπρου. Τόσο η ψυχολογία, όσο και οι περιβαλλοντικές σπουδές, έχουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των θεμάτων των βιβλίων μου, καθώς και στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων αυτών.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Η αγαπημένη μου συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων είναι η αμερικανίδα Jacqueline Woodson, η οποία αντλεί από το δύσκολο παρελθόν της αφροαμερικανικής κοινότητας στην οποία ανήκει. Οι ήρωες των βιβλίων της είναι απλοί άνθρωποι που καταφέρνουν να ανέλθουν μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς να αφήσουν τις αντιξοότητες της ζωής να τους καθορίσουν. 

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Από ξένους εικονογράφους ξεχωρίζω την Isabelle Arsenault, την Rebecca Green και τον Peter Reynolds. Όσον αφορά Έλληνες εικονογράφους νιώθω τυχερή γιατί είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με καλλιτέχνες που εκτιμώ και θαυμάζω, όπως η Ρένια Μεταλληνού, η Ντανιέλα Σταματιάδη, η Αγγελική Πιλάτη, η Πέρσα Ζαχαριά και ο Βασίλης Κουτσογιάννης. 

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας; 

Η Άννα των αγρών (Anne of green gables) της Lucy Montgomery. 

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης; 

Το βιβλίο που με μύησε στην αγάπη του διαβάσματος ως παιδί ήταν «Η μικρή πριγκίπισσα» της Frances Hodgson Burnett. Ο κόσμος της Σάρα καταρρέει όταν πεθαίνει ο λατρευτός πατέρας της. Η διευθύντρια του οικοτροφείου όπου έμενε την εκτοπίζει σε στη σοφίτα και την αναγκάζει να δουλέψει για ένα πιάτο φαί. Η Σάρα καταφεύγει στη φαντασία της για να επιβιώσει στη σκληρή πραγματικότητα.  

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

14
Νοέ.
18

Ξανθή Μαντέλα – O άσπρος σκύλος με τα πολλά ονόματα. Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη

Αμοιβαίοι θετοί σύντροφοι

Τα αδέσποτα ζώα διασταυρώθηκαν πολλές φορές με την ζωή μου. Άλλοτε μοιραστήκαμε μικρές οδύσσειες για να σωθούν από κάποιο σκληρό περιβάλλον και να βρουν την στέγη που τους αξίζει κι άλλοτε και κυρίως όταν πήρα την απόφαση να συμβιώσουμε ως ισότιμοι ένοικοι μιας κοινής καθημερινότητας. Πρώτα είχα την γάτα Μάη που σώθηκε τελευταία στιγμή από τα χέρια ενός αχαρακτήριστου δίποδου (την άρπαξε στο τσακ ο Γιάννης Αγγελάκας στο Berlin) και βαφτίστηκε έτσι χάρη σ’ έναν ωραίο Θεσσαλονίκειο Μάιο, και λίγα χρόνια μετά τον γάτο Μαρσέλο, που του έδωσα το όνομά ενός εξαίρετου χαρακτήρα από το βιβλίο Σκηνές από την ζωή των μποέμ του Ερρίκου Μυρζέ. Εδώ και δώδεκα χρόνια ήρθε η σκυλίτσα Πέτρα για να συντροφιαστούμε για τα καλά.

Αλλά τι είναι το ζωάκι του καθενός μας μπροστά στην αχανή κοινωνία των αδέσποτων που αναζητούν τα ελάχιστα; Και μόνο η ιδέα με φορτίζει ιδιαίτερα και, όπως συνηθίζουμε να κάνουμε σε κάθε άβολη σκέψη, την παραχώνω σε κάποιο ράφι εντός.  Και πάλι, κάποια πλάσματα επιμένουν να φωλιάζουν στην πρώτη σειρά του, κι αυτά είναι όσα συνάντησα στα παζάρια των φιλοζωικών οργανώσεων όπου προτείνεται η υιοθεσία ενός ζώου αντί για την αγορά του. Κι είναι ακριβώς εκείνα που δεν βρίσκουν τον θετό τους σύντροφο, επειδή είναι μεγαλύτερα στην ηλικία ή στο μέγεθος από κάποια άλλα ή ταλαιπωρημένα ή απλά δεν επιλέχτηκαν.

Πώς αισθάνονται αυτά τα ζώα που περιμένουν να τα διαλέξει ένας περαστικός; Του μιλάνε με το βλέμμα; Κι όταν τελειώσει το παζάρι, επιστρέφουν στα κοινόβια των φιλοζωικών περισσότερο απογοητευμένα; Διαισθάνονται κάποια απόρριψη; Οι σχετικοί επιστήμονες έχουν πολλά να πουν, αλλά ποιος διαβάζει τις εξειδικευμένες τους μελέτες; Για άλλη μια φορά έρχεται η λογοτεχνία, ακόμα και στη μορφή μιας μικρής «παιδικής» ιστορίας, για να μας φωτίσει τα συναισθήματα ενός άλλου πλάσματος. Δεν έχουμε καλύτερο τρόπο.

Και τι ωραία και πόσο επιτέλους που το ορθάνοιχτο αυτό θέμα βρίσκει την ευαίσθητη γραφή και εικονογράφηση που του ταιριάζει, σ’ ένα βιβλίο που μπορεί να φωτίσει την σκέψη των μικρών μικρών ανθρώπων. Ο τρόπος που διαλέγει η συγγραφέας είναι κατά κάποιο τρόπο μια μυθοπλαστική ενσυναίσθηση, καθώς παραχωρεί την αφήγηση στον ίδιο το σκύλο να μας διηγηθεί την δική του προσωπική ιστορία που συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω και να αναρωτιέται σε ακόμα μια εκδήλωση αν σήμερα θα είναι η τυχερή του μέρα, να βλέπει πως δεν τον προτιμάνε, να φτάνει στο σημείο να προτιμά τελικά την σίγουρη επιστροφή στη φάρμα της φιλοζωικής, παρά να βρεθεί προσωρινά σ’ ένα σπίτι με εξίσου προσωρινό όνομα. Γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που παίρνουν ζωάκια για όσο χρόνο θεωρούν ότι αποτελούν «χρήσιμα παιχνίδια» για τα παιδιά τους, κι όταν τα βαρεθούν τα εγκαταλείπουν, ξεχνώντας και το όνομά τους, μέχρι να βρεθεί, αν είναι «τυχερά», να τα πάρει κάποιος άλλος και να τους δώσει νέο όνομα. Κι έτσι το όνομα, η μικρή λέξη που αποτελεί και μια πρώτη κοινωνική ταυτότητα για το ζώο, αλλάζει συνεχώς.

Το βιβλίο έχει την ιδανική εικονογράφηση, από μια ούτως η άλλως προικισμένη εικονογράφο. Βουτηγμένη σε ανοιχτόχρωμο γαλάζιο και πράσινο φόντο, δεν παραπέμπει στη μελαγχολία αλλά σ’ έναν ήρεμο παλ φωτισμό που δεν μπορεί παρά να αισιοδοξεί.  Χάρη στο μεγάλο μέγεθος των σελίδων μπαίνουμε ολόκληροι στην ιστορία και την ζούμε κάθε φορά, μέχρι το ευπρόσδεκτο αλλά και απροσδόκητο τέλος και τις χρήσιμες συμβουλές για όποιο παιδί αποφασίσει να γίνει αμοιβαίος θετός σύντροφος μ’ ένα μη ανθρώπινο πλάσμα.

Και φυσικά, όπως πάντα συμβαίνει με την ανάλογη λογοτεχνία, αναζητώ κι εγώ, όχι κάποιες απαντήσεις, αλλά μερικά ενδεχόμενα, κι ας μένουν πάντα ανοιχτά. Υπάρχει περίπτωση αντί να διάλεξα εγώ τα ζώα μου να με διάλεξαν εκείνα; Δεν θα ήταν δικαιότερο να μπορούν εκείνα να το κάνουν; Εδώ πάντως ο σκυλάκος εκφράζει ανάλογη σκέψη – και την ζωγραφίζει. Είναι ίσως η εικόνα που αξίζει να δουν όλοι.

Υιοθέτησα και υιοθετήθηκα κι εγώ κάποτε από έναν άσπρο αδέσποτο σκύλο. Με περίμενε πάντα ακίνητος, στην πράσινη νησίδα στο μέσον της Φωκίωνος Νέγρη. Δεν θυμάμαι πόσες φορές κάθισα πάνω του, ακίνητος ιππέας με την βεβαιότητα πως δεν γίνομαι βάρος στο λείο του κορμί· θυμάμαι όμως καλά την λευκότητα και την δροσιά του μαρμάρου, την αναζήτηση μιας ζωντάνιας στο ακίνητο πρόσωπο, τις ερωτήσεις που έκανα στο αγέρωχο, ελαφρώς υψωμένο του πρόσωπο, την ασφαλή αλλά και ζηλευτή θέση του στο μέσο των περιπάτων. Πηγαίνω μέχρι σήμερα αραιά και που να τον δω, και συνεχίζει να μου δίνει τα δώρα του, κυρίως την ατόφια ανάμνηση του παππού μου που με πήγαινε ως εκεί. Και βλέποντας μικρά παιδιά να σκαρφαλώνουν και να τον χαίρονται, αναρωτιέμαι πόσες αμοιβαίες συντροφιές να χαίρεται αυτά τα τελευταία σαράντα χρόνια.

Εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2018, σελ. 32, εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη, γυαλιστερό χαρτί, μέγεθος 21Χ29.

Ηλικίες: 5+

Στις εικόνες: Μαύρος κούταβος με λευκή ψυχή, βρέθηκε στο Λουτράκι έκθετος σε δίποδους κινδύνους και βρήκε το σπίτι που του αξίζει / Η Πέτρα αυτοπροσώπως / Η θέση που τους αξίζει / Υποψήφιοι σύντροφοι / Ο σκύλος της Φωκίωνος Νέγρη, ο πρώτος μου τετράποδος σύντροφος

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

07
Νοέ.
18

Χρυσάνθη Τσιαμπαλή – Μου ήρθε μια ιδέα!

Οι φαεινές αφανείς

Είναι αμέτρητες και βρίσκονται παντού. Έρχονται πάντα απρόσκλητες αλλά όλοι τις θέλουν σπίτι τους. Μόνο που εκείνες επιλέγουν πού θα πάνε, κι ας νομίζουμε το αντίθετο· συχνά βέβαια μπορεί να βρεθούν σε λάθος τόπο κι εκεί το πράγμα περιπλέκεται. Κινούν τα νήματα μυριάδων πράξεων αλλά σπάνια τους αποδίδουμε τα εύσημα – ή την ευθύνη! Δεν συνάντησα ως τώρα κάποιον που να σκέφτηκε να τις κάνει ηρωίδες με σάρκα και οστά, να περιγράψει πώς αισθάνονται και δρουν· ακόμα και οι εικονογράφοι τους τις απέδιδαν με μια λάμπα! Εδώ αποκαθίσταται η μέγιστη αυτή παράλειψη.

Ο λόγος φυσικά για τις ιδέες, που, ανάλογα με την περίσταση, μπορεί να είναι ξαφνικές, έξυπνες, πρωτότυπες, τολμηρές, λαμπρές, ανόητες και κυρίως φαεινές. Αυτές τις τελευταίες ήθελα πάντα να τις γνωρίσω και να μάθω πώς έρχονται και πού τις βρίσκει κανείς. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Που ζει μια Φαεινή Ιδέα; Μα στον κόσμο των Ιδεών, μαζί με χιλιάδες άλλες Ιδέες, νέες και παλιές, λογικές και τρελές, και πάει λέγοντας. Είναι θέμα χρόνου να την αγγίξει η αναπόφευκτη πλήξη και να φύγει για τον κόσμο των Ανθρώπων. Εκεί την περιμένει η ιδανική πορεία στη ζωή κάθε Ιδέας: να αναζητήσει τον Άνθρωπο που θα την μεταμορφώσει σε πράξη και να μοιραστούν την ίδια ευτυχία.

Και το ταξίδι αρχίζει. Πρώτα προσγειώνεται στο αυτί ενός καλοντυμένου κυρίου ως μεγαλεπήβολο σχέδιο για μια ωραία γέφυρα αλλά μένει για καιρό παρατημένη κι απραγματοποίητη. Σα να μην έφτανε αυτό, δεν μπορεί ν’ αλλάξει κουβέντα με ανάλογες Ιδέες εκεί μέσα, κι έχει και τις εικόνες του ίδιου που γέμιζαν το κεφάλι του. Βλέπετε, έπεσε σε υπουργό! Ευτυχώς αποδρά κατά την επίσκεψή του στον φούρνο και βρίσκει ζεστασιά στο μυαλό του φούρναρη που μόλις έχει συλλάβει την ιδέα ενός νέου ζυμαριού. Και απολαμβάνει και το μασάζ του! Αλλά ζυμάρι χωρίς ψήσιμο δε νοείται κι η Ιδέα ευτυχώς διαφεύγει την τελευταία στιγμή. Έτσι νόμιζε… Το μυαλό του τυχαίου περαστικού είναι σκοτεινό και γεμάτο καταστροφικές Ιδέες για να μην πούμε για τους σκελετούς άλλων Ιδεών. Και πώς αλλιώς, αφού ο ίδιος είναι ο Ερρίκος φον των Μεγάλων Καταστροφών. Όμως…

Εκείνη ήταν μια Φαεινή Ιδέα! Έπρεπε να πιστέψει στον εαυτό της. Να αφήσει το φως που έκλεινε μέσα της να φωτίσει αυτούς τους σκοτεινούς διαδρόμους. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε στη δική της λάμψη. Όταν τα άνοιξε, το σκοτάδι της φάνηκε διάφανο.

Κι ύστερα μεταπηδά στο μυαλό-γκαρσονιέρα ενός ποντικού που ροκανίζει εκκωφαντικά και στο κεφάλι της συγγραφέως Ερμιόνης Εμπνευσμένης, το γεμάτο με συνωστισμένες Ιδέες, που προφανώς περιμένουν να γίνουν ιστορίες. Αλλά όταν φτάνει στην πρώτη σειρά βλέπει έναν τεράστιο δράκο που δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του, καθότι έπεσε στην περίπτωση λογοτέχνισσας περιπετειωδών ιστοριών.

Ξανά στον αέρα, αυτή τη φορά πάνω σε μια αλογοουρά μικρής μαθήτριας. Εκεί βρίσκει μια άδεια γωνιά και, επιτέλους μεταμορφώνεται σε επινόηση που της ταιριάζει, αλλά δεν αποκαλύπτω, μόνο ομολογώ πως πολύ θα ήθελα να είχα κι εγώ στην δική μου θητεία στο δημοτικό. Αλλά θα φροντίσω να την διαδώσω, γιατί δεν είναι μόνο απόλυτα εφικτή αλλά και πολύτιμη σε μικρούς, μεγάλους, σε μικρούς που θα γίνουν μεγάλοι και σε μεγάλους που θα γίνουν μικροί.

Σπάνιο το εύρημα, επιθυμητή η κάθε προσωποποίηση μιας αφηρημένης έννοιας με τις ανάλογες εικονοπλασίες λέξεων και φράσεων που συχνά χρησιμοποιoύμε, ταιριαστή εικονογράφηση κι ένα μυρωδάτο οικολογικό χαρτί. Μου αρέσουν οι ιστορίες που μπορούν να συνεχίζονται επ’ άπειρον. Ήδη σκέφτομαι στις δικές μου πια διηγήσεις, σε πόσα ακόμα κεφάλια μπορεί να ταξιδέψει μια Ιδέα μέχρι να βρει εκείνο που της αξίζει. Κι έτσι η συγγραφέας μάς δίνει τη σκυτάλη, να γίνουμε ακόλουθοι προφορικοί συγγραφείς και εμπνευσμένοι αφηγητές. Και στο εξής, όποτε νοιώθω ένα ελαφρύ γαργάλημα στο αυτί ή θέλω να ξύσω το κεφάλι μου, θα έχω το νου μου. Γιατί μπορεί μια ιδέα να θέλει να δηλώσει την ευγενική της παρουσία!

Εκδ. Ψυχογιός, 2018, 42 σελ., Εικονογράφηση: Στάθης Πετρόπουλος, [Σειρά Βατόμουρο / 7-8 ετών], [Ευέλικτη ζώνη – Φιλαναγνωσία], οικολογικό χαρτί.

Στις εικόνες: Στις εικόνες: 1. Τέρμα στην παραδοσιακή εικονογράφηση της Ιδέας ως λάμπας! / 2. Οι κίνδυνοι μιας Ιδέας στο μυαλό περιπετειώδους συγγραφέως (εικονογράφηση του Στάθη Πετρόπουλου από το βιβλίο) / 3. Κάπως έτσι φαντάζομαι την τυχερή μικρή μαθήτρια που φιλοξένησε εν αγνοία της την εδώ Ιδέα / 4. Οι Ιδέες βρίσκονται παντού κι είναι πολύχρωμες, άρα ας έχουμε το νου μας (ανοιχτό).

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.




Ιουλίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.035.341 hits

Αρχείο