Archive for the 'Ρωσική Λογοτεχνία' Category

27
Ιαν.
16

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Εποχές - Μαγιακόφσκι

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

Erenburg

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν  πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή. Αλεξάνδρου__

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

Το έργο τέχνης: Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

10
Οκτ.
15

Στέπα. Επιθεώρηση ρωσικού πολιτισμού, τεύχος 1, χειμώνας 2014

stepa 1_

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας αυτή. / Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά τον ομορφαίνει. 

Πρόκειται για λόγια της Λιουντμίλας Ουλίτσκαγια, μιας από τις πιο φωτεινές μορφές της σύγχρονης Ρωσίας. Η εβδομηντάχρονη σήμερα συγγραφέας, δοκιμιογράφος και σεναριογράφος δεν έπαψε να βρίσκεται αντιμέτωπη με κάθε μορφή κρατικής επιβολής. Μέλη της οικογένειάς υπέστησαν διώξεις από το σταλινικό καθεστώς ενώ η ίδια απολύθηκε από την δουλειά της στο Ινστιτούτο Γενετικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ εξαιτίας της συμμετοχής της στο κίνημα των αντιφρονούντων της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και της διάδοση υλικού του κινήματος Σαμιζντάντ (διακίνηση χειρογράφων ή δακτυλόγραφων κειμένων  λογοτεχνίας, ποίησης και πολιτικής).

Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya

Φέτος μετά από μηνυτήριες αναφορές ιερών οι ρωσικές αρχές ξεκίνησαν ανακρίσεις ελέγχοντας το περιεχόμενο των βιβλίων της με την κατηγορία της «προπαγάνδας μη παραδοσιακών μορφών ερωτικού προσανατολισμού» μεταξύ ανηλίκων, ενώ η συμμετοχή της σε συνέδριο για τον διάλογο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας οδήγησε στην σχεδόν δημόσια διαπόμπευσή της. Εκτός από την συνομιλία με την συγγραφέα, εδώ δημοσιεύονται δυο κείμενά της, Τα ιερά σκουπίδια (για το ισχυρό δέσιμο με τα πράγματα) και μια μικρή συλλογή σκέψεων (οι αρχές της ζωής της). Η δεύτερη συνομιλία του τεύχους γίνεται με την Βέρα Πάβλοβα, μια από τις αυθεντικότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης Ρωσίας, για την οποία γράφεται ότι μέσα από το έργο της έχει πραγματοποιήσει μια ολόκληρη ερωτική και σεξουαλική επανάσταση στη ρωσική ποίηση.

Vera Pavlova

Το κεντρικό αφιέρωμα του τεύχους αφορά την Χρυσόστομη Άννα Πασών των Ρωσιών, την Άννα Αχμάτοβα, με αφορμή τα εκατόν είκοσι πέντε χρόνια από την γέννησή της. Περιλαμβάνει μια μικρή εισαγωγή, ένα έγγραφο ηγετικού στελέχους της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ΕΣΣΔ προς τον Στάλιν για την αναγκαιότητα σύλληψης της ποιήτριας, ένα εξαιρετικό παλαιό κείμενο του Λεονίντι Γκρόσσμαν που αποτέλεσε εισαγωγική ομιλία σε μια βραδιά αφιερωμένη στην ποιήτρια το 1924, άλλα κείμενα των Βαρλάμ Σαλάμοφ και Ιωσήφ Μπρόντσκι και δεκάδες ποιήματα αφιερωμένα σ’ εκείνη (Αλεξάντρ Μπλοκ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Αρσένι Ταρκόφσκι, Οσίπ Μαντελστάμ κ.ά.). Το τεύχος κατακλύζεται από δείγματα παλαιότερης και νεότερης ποίησης από τους Αλεξάντρ Μπλοκ – Αντρέι Μπέλι – Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Ζιναΐντα Γκίππιους – Μπέλα Αχμαντούλινα – Γιλένα Ισάγιεβα – Ντμίτρι Πρίγκοφ – Αγλαΐα Σολοβιέβα – Μπορίς Ρίζι – Σεργκέι Κρουγκλόφ – Τατιάνα Στσερμπινά – Λαρίσα Μπερεζοβτσούκ…

Anna Akhmatova en 1913

… και μια σειρά κειμένων που καλύπτουν όλα τα φάσματα του λόγου και όλες τις εποχές της ρωσικής σκέψης: ένα δοκίμιο περί ποίησης και πεζογραφίας από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι, διηγήματα των Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Αντρέι Πλατόνοφ και Μιχαήλ Ζόσενκο, φιλοσοφία (Βλαδίμηρος Σολοβιόφ: Το ρωσικό εθνικό ιδανικό), θέατρο (Βσέβολοντ Μέγιερχολντ: Οι λογοτεχνικοί προάγγελοι του νέου θεάτρου – Γιούρι Λιουμπίμοφ: In memoriam, Ντονάτας Μπανιόνις: Post Modern), κινηματογράφος (Τζίγκα Βέρτοφ: Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή), βιβλιοθήκη (Νικολάι Ζουμπκόφ: Η βιβλιοθήκη της Σοφίας Γκλιαβόνε – Ποτοτσκάγια), εικαστικά (Ίννα Μπαζούτινα – Όλγα Μπεριόζοβα – Δελλατόλα) κι ένα Επετειακόν για τον Μιχαήλ Λέρμοντοφ.

Philosophers Pavel Florensky and Sergei Bulgakov, a painting by Mikhail Nesterov (1917)_

Και αντιγράφω από το εξαιρετικό εκτενές κείμενο του π. Πάβελ Φλορένσκι για «το εκκλησιαστικό δρώμενο ως σύνθεση τεχνών»: το αντικείμενο της τέχνης, αν και θεωρείται πράγμα, ωστόσο κάθε άλλο παρά πράγμα είναι, δεν είναι μια ακίνητη, όρθια, νεκρή μούμια της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, αλλά θα πρέπει να νοείται ως ένα αστείρευτο και παλλόμενο ρεύμα της ίδιας της δημιουργίας, ως μια ζώσα παλλόμενη δραστηριότητα του δημιουργού, η οποία ακόμη κι αν έχει απομακρυνθεί από αυτόν στο χώρο και το χρόνο, εν τούτοις παραμένει αδιαχώριστη από αυτόν, επιμένει να διαχέεται και να παίζει με τα χρώματα της ζωής, μια αέναη ταραγμένη ψυχή.

Τα κείμενα είναι μεταφρασμένα από τον εκδότη του περιοδικού Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη. [σελ. 224]

Στις εικόνες: Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya, Vera Pavlova, Anna Akhmatova [1913] και οι φιλόσοφοι Pavel Florensky και Sergei Bulgakov [έργο του Mikhail Nesterov, 1917.

27
Απρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 157. Γιώργος Χαβουτσάς

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΘα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για τη μετάφραση, από τα αγγλικά, μιας ανθολογίας ποιημάτων της Λιθουανής ποιήτριας Γιανινά Ντεκουτίτε (εκδόσεις Περισπωμένη, Νοέμβριος 2013). Τη γνωριμία μου με το έργο της συγκεκριμένης ποιήτριας την περιγράφω διεξοδικά στο επίμετρο του βιβλίου. Τα ποιήματα της Ντεκουτίτε με συγκλόνισαν, μολονότι δεν τα γνώρισα στη γλώσσα του πρωτοτύπου. Η ποίησή της, σύμφωνα με τον Ρέμβιντας Σίλμπαγιορις, είναι μια ποίηση αλλαγών και μεταμορφώσεων. Η Ντεκουτίτε τρέφει μια ακατανίκητη ορμή για ένα είδος ώσμωσης με τα τοπία της πατρίδας της, με τους δρόμους, με τα αντικείμενα, με την ανάγκη να μετατραπεί σ’ εκείνο που ο καθένας βλέπει και αισθάνεται ολόγυρά του, ανοιχτός «ως το απώτατο νεύρο». Ταπεινά πιστεύω ότι η ποίηση της Ντεκουτίτε άξιζε να γίνει γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

b101179Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μια συλλογή ποιημάτων, με τον τίτλο «Η Φοινικιά» (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005). Απαρτίζεται από επτά ενότητες, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να περιληφθούν σε τρία ή τέσσερα ξεχωριστά βιβλία. Η «Φοινικιά» περιλαμβάνει ποιήματα διαφορετικής τεχνοτροπίας και ύφους, που γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε χρόνων. Στη συλλογή δεσπόζει θεματικά η φύση και θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι τα περισσότερα ποιήματα ανήκουν στην κατηγορία που ο Ελύτης ονόμασε «πρισματική ποίηση».

b124350Το δεύτερο βιβλίο μου είναι η μετάφραση, από τα ρωσικά, του περίφημου πεζογραφήματος του Όσιπ Μαντελστάμ «Ταξίδι στην Αρμενία» (Ίνδικτος, 2007). Αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στη συγκεκριμένη μετάφραση, για δύο χρόνια. Εκ των υστέρων κατάλαβα, με δεδομένο το επίπεδο των ρωσικών μου, ότι είχα κάνει μια τρέλα, συνειδητοποιώντας τις μεταφραστικές απαιτήσεις του κειμένου. Ωστόσο, πιστεύω ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει τελικά την προσπάθειά μου.

Το τρίτο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Σημείο Πετρούπολης» (Πλανόδιον, 2011). Η συλλογή γράφτηκε με αφορμή δύο επισκέψεις μου στην Αγία Πετρούπολη, το 2005. Ο τόπος, η συγκεκριμένη πόλη, συνιστούν ένα συγγραφικό πρόσχημα, για κάτι που νομίζω αφορά μόνο το πνεύμα και το ήθος της ελληνικής γλώσσας. Η συλλογή μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτό που οι Ρώσοι ονομάζουν Ποίημα (Ποέμα), και αφορά τη συγγραφή μιας ποιητικής ενότητας με αυστηρό θεματικό πυρήνα.

b168403Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα ποιήματα «έρχονται» σε μένα, όπως θα έλεγε η Αχμάτοβα, με δύο συνήθως τρόπους. Η πρώτη περίπτωση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι επιθυμώ να μιλήσω για ένα ορισμένο θέμα, και για να το πετύχω πρέπει να συγκεντρωθώ πάνω από το λευκό χαρτί δίχως να έχει υπάρξει ένα ισχυρό αρχικό ερέθισμα για όσα θέλω να πω. Τον τρόπο αυτό τον χαρακτηρίζω περισσότερο νοητικό, και συνήθως δεν οδηγεί σε καλά αποτελέσματα, εκτός εάν επακολουθήσει συστηματική εργασία σε σχέση με ό,τι επιθυμώ να γράψω. Η δεύτερη περίπτωση, που είναι και η πιο παραγωγική, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ιμπρεσσιονιστική», όταν μια έντονη εικόνα, ένας λεκτικός ρυθμός που σχηματίζεται ανεξήγητα μέσα μου, αφού αναπτυχθούν, δομούνται σε κάτι ευρύτερο και πιο συνεκτικό. Για να θυμηθούμε και πάλι τον Ελύτη, η δεύτερη αυτή περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως «η ανάπτυξη μιας στιγμής».

b192491Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος εργασίας. Ένα ήσυχο γραφειάκι αρκεί. Το σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν ακούγεται μουσική υπόκρουση όταν γράφω. Επειδή είμαι άνθρωπος που συγκεντρώνεται και δίνει βάση στα πράγματα, θεωρώ ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι δεν χωράνε. Είτε θα γράφεις και θα διαβάζεις, είτε θ’ ακούς μουσική. Προσωπικά δεν μπορώ να πράξω και τα δύο μαζί. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές μου προτιμήσεις, μου αρέσει οτιδήποτε σχετίζεται με την ορχηστρική μουσική από την κλασική περίοδο και έπειτα, καθώς και οτιδήποτε περικλείει τον αυτοσχεδιασμό μέσα του (τζάζ, παραδοσιακή μουσική κ.λπ.). Απεχθάνομαι εντελώς την όπερα (με εξαίρεση δυο τρεις ρωσικές όπερες), την οποία θεωρώ ως μη-ανθρώπινο είδος τέχνης. Μου προξενεί απέραντη δυσφορία η ακρόασή της, και η απαρέσκεια τούτη εδράζεται επί μιας σχεδόν οργανικής, βιολογικής βάσης, όπως όταν κάποιος έχει δυσανεξία στη λακτόζη ή είναι αλλεργικός σε μια ουσία. Αντιθέτως, μπορώ ν’ ακούσω με ευχαρίστηση οπερέτα.

Arseny TarkovskyΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει κείμενα πάρα πολλές φορές εκτός γραφείου και σπιτιού, κατά κόρον δε τα τελευταία χρόνια: αίθουσες αναμονής αεροδρομίων, μεταφορικά μέσα εν γένει, ξενοδοχεία, καφετέριες… Φυσικά, όλα αυτά είναι πρώτες γραφές και σημειώσεις οι οποίες υπόκεινται πάντοτε σε περαιτέρω, εργώδη επεξεργασία εν οίκω.

Nikolay GumilevΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αναμφισβήτητα και δίχως δεύτερη σκέψη θα ήθελα να γράψω για την ποιήτρια Θεώνη Κοτίνη. Θεωρώ ότι, ανεξαρτήτως γενιάς, είναι η πιο σπουδαία ποιητική φωνή των ημερών μας. Πιστεύω επίσης ότι πρέπει να τιμούμε το έργο των ποιητών όταν οι στίχοι τους είναι ακόμα ζεστοί, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, και όχι όταν το έργο τους έχει βρει με τα χρόνια την αποδοχή που του αξίζει από το κοινό. Για να το πω και με τα λόγια του Γιάννη Βαρβέρη, «πρέπει να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές/ αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στη ίδια πόλη». Πάντως, και χωρίς πρόταση από κάποιον τρίτο, έχω σκοπό να γράψω για την Θεώνη Κοτίνη και ευελπιστώ να βρω τη δύναμη να το πράξω σύντομα.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λOlga_Sedakovaόγο;

Έχω γράψει πεζογραφία, αρκετά χρόνια πριν. Μεταξύ άλλων ένα διήγημα που ονομάζεται «Ο μεγάλος ελκυστής», καθώς και ένα κείμενο που καταπιάνεται με τη βιογραφία μου αλλά και την ιστορία των προγόνων μου, ιδωμένες αμφότερες υπό το πρίσμα ορισμένων αστρονομικών δεδομένων. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Μικρή Αστρολογία». Έχω γράψει επίσης ένα θεατρικό έργο, με τη μορφή, το εύρος και το ύφος των θεατρικών έργων του Τσέχωφ. Από όλα αυτά έχω σκοπό να επεξεργαστώ τη «Μικρή Αστρολογία», με απώτερο σκοπό τη μελλοντική έκδοσή της.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Νίκος Καζαντζάκης, Δημήτρης Χατζής, Α. Παπαδιαμάντης, Γ. Βυζιηνός, Ο. Ελύτης, Δ. Παπαδίτσας, Αλέξανδρος Μπάρας, Θεώνη Κοτίνη, Αντών Τσέχωφ, Πρίμο Λέβι, Γιοχάννες Μπομπρόφσκι, Έμιλυ Ντίκινσον, Όσιπ Μαντελστάμ, Αρσένι Ταρκόφσκι, Νικολάι Γκουμιλιώφ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Όλγα Σεντακόβα.

Поэт МандельштамΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το διπλό βιβλίο», του Δ. Χατζή, όλη η αλληλογραφία του Ν. Καζαντζάκη, το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», του Πρίμο Λέβι, τα «Ελεγεία της Οξώπετρας», του Ο. Ελύτη καθώς και ένα πλήθος βιβλίων που σχετίζονται με την Αστρονομία, τη Βιολογία, τη Μηχανική της Πτήσης και με τις θετικές εν γένει επιστήμες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Η νήσος άνυδρος», του Δ. Χατζή, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», του Γ. Βυζιηνού, «Όλια, μια ψυχούλα», του Α. Τσέχωφ, «Ανάλαφρη αναπνοή», του Ιβάν Μπούνιν, «Στο Παρίσι», του Ιβάν Μπούνιν.

Αλέξανδρος Μπάρας__Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θα επιμείνω στη Θεώνη Κοτίνη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αν και δεν είμαι λάτρης των πεζογραφημάτων, ακόμα και όταν αυτά είναι αναγνωρισμένη αξίας και προέρχονται από τους αγαπημένους μου Ρώσους, θα έλεγα ότι βρίσκω έναν βαθμό ταύτισης με τον πρίγκιπα Μίσκιν. Το γεγονός αυτό με έχει κάνει και να αγαπήσω τον συγκεκριμένο ήρωα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Πλανόδιον» και η «Ποίηση». Και τα δύο Janina Degutytėδεν είναι πλέον «ενεργά». Η προτίμησή μου για το πρώτο σχετίζεται κυρίως με το γεγονός ότι το συγκεκριμένο περιοδικό το χαρακτήριζε μια ανεξαρτησία σε σχέση με τις επικρατούσες τάσεις και γνώμες του καθιερωμένου λογοτεχνικού σιναφιού. Το δεύτερο το αγαπούσα διότι ήταν το μοναδικό που είχε ως θεματική του καθαρά την ποίηση. Σε ό,τι αφορά το «Πλανόδιον», είμαι σίγουρος ότι οι συνεχιστές του, το «Νέο Πλανόδιον» δηλαδή, θα ακολουθήσουν την ίδια ανεξάρτητη πορεία με αυτή του μητρικού περιοδικού. Πάντως, στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι το πιο αγαπημένο μου περιοδικό, επί σειρά ετών, δεν ήταν λογοτεχνικό αλλά σχετιζόταν με την επιστήμη της Αστρονομίας. Πρόκειται για το αμερικανικό «Astronomy», το οποίο με βοηθούσε να παρατηρώ τον ουρανό και κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος των θεωρητικών ενδιαφερόντων μου σε σχέση με την Αστρονομία. Ήμουν τόσο παθιασμένος με το συγκεκριμένο περιοδικό που έλεγα, αστειευόμενος, στον εαυτό μου και στους φίλους μου ότι το μόνο που θα επιθυμούσα όταν πεθάνω ήταν να σηκώνομαι μια φορά τον μήνα από τον τάφο μου και να πηγαίνω ώς το κοντινότερο περίπτερο για το Astronomy!

"Áóíèí", êàðòèíà õóäîæíèêà Â.È.ÐîñèíñêîãîΔιαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις διαβάζω, με τη διαπίστωση και την πίκρα ότι δεν διαθέτουν το κριτικό πνεύμα που θα έπρεπε να τις διακρίνει. Είναι συνήθως παρουσιάσεις και κείμενα κατάλληλα για ένα οποιοδήποτε άλλο υλικό προϊόν ή εμπόρευμα, όχι όμως για έργα του πνευματικού πεδίου που ονομάζεται ποίηση ή πεζογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όλες οι αναγνώσεις των Ρώσων ποιητών (κυMarina_Tsvetaeva_1914ρίως της Μαρίνας Τσβετάγιεβα), που πραγματοποίησα στην πτήση Αθήνα-Βρυξέλλες-Αθήνα, επί μία δεκαετία περίπου, αρχής γενομένης το 1999. Ο λόγος που θυμάμαι έντονα αυτές τις αναγνώσεις είναι ότι την περίοδο εκείνη βρισκόμουν στο μέγιστο της αναγνωστικής μου πρόσληψης. Ό,τι διάβαζα δηλαδή χωνευόταν τάχιστα και πολύ παραγωγικά μέσα μου. Η περίοδος αυτή έχει πλέον πάψει να υφίσταται για μένα. Κάποτε θα ήθελα να γράψω ένα κείμενο που θα το ονόμαζα «Η Κοινωνιολογία της πτήσης Αθήνα-Βρυξέλλες», στο οποίο θα τόνιζα, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν συνάντησα ούτε έναν άνθρωπο μέσα στο αεροπλάνο της συγκεκριμένης πτήσης που να διάβαζε κάποιο σοβαρό βιβλίο. Φαίνεται πως οι άνθρωποι που έχουν την τύχη της χώρας μας στα χέρια τους περί πολλά τυρβάζουν, αγνοώντας τα σημαντικότερα.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο τρόπος μemily-dickinson-head.tου δεν διαφέρει από αυτόν της συγγραφής των ποιημάτων. Εννοώ ότι το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα ήσυχο γραφειάκι, συγκέντρωση και μεθοδικότητα. Η μετάφραση από τα ρωσικά χρήζει περισσότερης οργάνωσης, καθώς, όπως έχω εξηγήσει αλλού, υπάρχουν προσώρας ελάχιστα βοηθήματα για έναν που θέλει να μεταφράσει τα ρωσικά στην ελληνική γλώσσα. Όσο για τη σχέση μεταξύ μεταφραστή και μεταφραζόμενου συγγραφέα, η μόνη λέξη που μπορεί να την χαρακτηρίσει είναι η αγάπη. Αγάπη για το έργο τού προς μετάφραση συγγραφέα, αγάπη για τα γραπτά του.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Σίγουρα η πιο δύσκολη μετάφραση με την οποία καταπιάστηκα ήταν το «Ταξίδι στην Αρμενία», του Όσιπ Μαντελστάμ. Συμπληρωματικά, σε σχέση με τα όσα ανέφερα παραπάνω, πρόκειται για ένα κείμενο εξαιρετικής δυσκολίας, ακόμα και για όσους έχουν τα ρωσικά ως μητρική τους γλώσσα. Για τον λόγο αυτό, τη μεγαλύτερη χαρά μεταφράζοντας (για να μην χρησιμοποιήσω τον όρο ηδονή) την ένιωσα με τη μετάφραση του συγκεκριμένου έργου, διότι ήταν μια χαρά που προήλθε μέσα από μια μεγάλη δυσκολία.

johannes-bobrowskiΜπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι οι υπόλοιπες μεταφράσεις μου δεν έχουν περιβληθεί τον τύπο του βιβλίου, δηλαδή, πρόκειται για δημοσιεύσεις σε περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Έτσι λοιπόν, έχω μεταφράσει από τα ρωσικά τα εξής: τον ποιητικό κύκλο «Αϋπνία», της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, ο οποίος δημοσιεύτηκε, συνοδευόμενος από επίμετρο, στο έκτο τεύχος του περιοδικού «Ποιητική», τον ποιητικό κύκλο «Κινέζικο οδοιπορικό», της σύγχρονης ρωσίδας ποιήτριας Όλγας Σεντακόβα, ο οποίος δημοσιεύτηκε στο έβδομο τεύχος του ιδίου περιοδικού καθώς και μεταφράσεις μικρών διηγημάτων Ρώσων συγγραφέων, οι οποίες αναρτήθηκαν στο ιστολόγιο «Ιστορίες Μπονζάι», του Γιάννη Πατίλη.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να βρω τον τρόπο και τη δύναμη να συνεχίσω τη μετάφραση έργων του Όσιπ Μαντελστάμ και της Όλγας Σεντακόβα. Σε σχέση με τον πρώτο, έχω ήδη αρχίσει από καιρό τη μετάφραση του πεζογραφικού-βιογραφικού του έργου, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο θόρυβος του καιρού». Επίσης, επιθυμώ να ολοκληρώσω τη μετάφραση πενήντα ποιημάτων της Όλγας Σεντακόβα, τα οποία περιλαμβάνονται στην ποιητική ενότητα «Παλιά τραγούδια». Και οι δύο προαναφερόμενες μεταφραστικές απόπειρες τελούν, για την ώρα, υπό αναστολή.

Περί αδιακρισίας

Ορισμένα τελικά σχόλια

Ας θεωρηθούν τα παρακάτω σχόλιαOLYMPUS DIGITAL CAMERA ως απάντηση στην ερώτηση που θα ήθελα να μου κάνουν και δεν έγινε. Θα ήθελα να επισημάνω λοιπόν ότι στο ανωτέρω ερωτηματολόγιο απάντησα ως εάν να ήμουν ένας εν ενεργεία συγγραφέας και μεταφραστής. Πράγμα που διόλου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθώς η διαδικασία της συγγραφής και της μετάφρασης έχει ανασταλεί για μένα, όπως προείπα, εδώ και αρκετό καιρό – ήδη από το 2008. Θα μπορούσε η συγκεκριμένη κατάσταση να ονομαστεί ποιητική ή συγγραφική σιγή. Το δέχομαι, και δεν γνωρίζω εάν θα επανακτήσω ξανά τη σωματική και ψυχική δύναμη που θα με επαναφέρουν ξανά στον χώρο της ποίησης ή της μετάφρασης. Θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι το κύριο μέλημα της ζωής μου είναι η διατήρηση της σχέσης μου με την ομορφιά και τίποτε παραπάνω. Οι τρόποι με τους οποίους θα συνεχίσω να προσεγγίζω την ομορφιά δεν έχουν πλέον σημασία για μένα. Θα μπορούσαν να είναι, επί παραδείγματι, τα αεροπλάνα, τα αερομοντέλα και το φαινόμενο της πτήσης καθεαυτό, πράγματα και διαδικασίες στις οποίες ενεπλάκην όλο το πρόσφατο παρελθόν με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Τον τελευταίο καιρό έχω επανακτήσει το ενδιαφέρον μου για τη ζωγραφική (ακουαρέλες), την οποία δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω. Επίσης, σκοπεύω να συνεχίσω να ασχολούμαι με πράγματα που με ενδιέφεραν ανέκαθεν: τις περσικές μινιατούρες, τις ινδικές μινιατούρες, την τέχνη της Αρμενίας (λόγω καταγωγής), την ιαπωνική και κινεζική τέχνη και την τέχνη της Ανατολής γενικότερα. Θα συνεχίσω να αισθάνομαι, δυστυχώς, ως ένας άνθρωπος εκτός τόπου και καιρού, ο οποίος δεν δύναται να ασχοληθεί, φαινομενικά τουλάχιστον, με τα τρέχοντα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας του, αλλά παραδόξως τον ενδιαφέρουν πολύ έντονα, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο οι Γιαπωνέζοι φυλάσσουν μέσα σε μικρά κλουβάκια γρύλους ή πυγολαμπίδες. Όλα αυτά διόλου δεν χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του εξωτισμού, αλλά συνιστούν βαθύτατη ψυχική μου ανάγκη. Εάν υφίσταται ένα πνευματικό ζήτημα σήμερα για μένα, τότε αυτό θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: πώς θα μπορέσω να διατηρήσω τη σχέση μου με την ομορφιά, ζώντας στην Ελλάδα και μιλώντας την ελληνική γλώσσα, όταν οι αναφορές και τα ενδιαφέροντά μου βρίσκονται ολωσδιόλου εκτός Ελλάδας, και συγκεκριμένα στον γεωγραφικό και πνευματικό χώρο της Ανατολής. Τα ελάχιστα αυτά λόγια ελπίζω ότι καλύπτουν, ενδεχομένως, ορισμένα κενά που φάνηκαν να χαίνουν σε όλες τις προηγούμενες απαντήσεις μου. Με τούτα και με κείνα, ήρθε νομίζω η στιγμή να ευχαριστήσω τον οικοδεσπότη του Πανδοχείου για την φιλοξενία του.

Στις εικόνες: Arseny Tarkovsky, Nikolay Gumilev, Olga Sedakova, Osip Mandelstam, Αλέξανδρος Μπάρας, Janina Degutytė, Ivan Bunin, Marina Tsvetaeva, Emily Dickinson, Johannes Bobrowski.

Ελάχιστα λόγια για το αλησμόνητο Ταξίδι στην Αρμενία εδώ.

04
Ιολ.
13

Βαρλάμ Σαλάμοφ – Ιστορίες από την Κολιμά

ΣημειώSALAMOV Kolymaσεις από το αληθινό σπίτι των πεθαμένων

Μάθαμε την υποταγή, ξεμάθαμε να εκπλησσόμαστε. Δεν είχαμε περηφάνια, φιλαυτία, εγωισμό, ενώ η ζήλεια και το πάθος μας φαίνονταν εξωγήινες έννοιες, κι επιπλέον ανόητες. Ήταν πολύ πιο σημαντικό να εκπαιδευτείς να κουμπώνεις το παντελόνι σου το χειμώνα, στην παγωνιά – ενήλικες άντρες έκλαιγαν που καμιά φορά δεν το κατάφερναν. Καταλαβαίναμε ότι ο θάνατος δεν ήταν διόλου χειρότερος από τη ζωή, και δεν φοβόμαστε ούτε τον έναν ούτε την άλλη. Μας καταλάμβανε μεγάλη αδιαφορία. Ξέραμε ότι εναπόκειτο στη θέληση μας το να σταματήσουμε αυτή τη ζωή, αύριο κιόλας, κι ενίοτε αποφασίζαμε να το κάνουμε, και κάθε φορά μας εμπόδιζαν διάφορα μικροπράγματα από τα οποία συνίσταται η ζωή. Πότε σήμερα θα μας επέτρεπαν να «ψωνίσουμε» από το μαγαζάκι – ένα κιλό ψωμιού ως επιβράβευση – κι ήταν χαζό να αυτοκτονήσεις μια τέτοια μέρα. Πότε ο επιστάτης του διπλανού παραπήγματος θα σου υποσχόταν ότι το βράδυ θα σου δώσει να καπνίσεις, θα σου ανταποδώσει ένα παλιό χρέος. [σ. 78]

tumblr_lxxan4YqDO1qeu6ilo1_500Αν υπάρχει Ιστορία της Υπο-Ανθρωπότητας, αυτή βρίσκεται παγώνει και ξεπαγώνει στις εκατόν σαράντα πέντε ιστορίες του Σαλάμοφ, στην σχεδόν εικοσαετή ζωή στα στρατόπεδα του ηθικού ψύχους, στα σαράντα χρόνια που πέρασαν μέχρι να φτάσει στα χέρια μας η έκδοση, στις χίλιες εννιακόσιες εξήντα οκτώ σελίδες της. Το μέγιστο αυτό corpus της μέγιστης ηθικοψυχικής περιπέτειας μέσα από την ανθρώπινη κτηνωδία – αν και ο όρος θα έπρεπε να είναι κάπως σαν ανθρωπωδία, καθώς ο λυσσασμένος δόλος των ανθρώπων εκείνου του καθεστώτος ξεπερνάει και το αγριότερο θηρίο  – περιλαμβάνει πέντε ενότητες με ιστορίες όλων των μεγεθών και μία ενότητα με δοκίμια.

Gulag Workuta / Foto -  -Πώς βρέθηκε ο Σαλάμοφ από τον ανθό της ρωσικής πρωτοπορίας και τις οργιαστικές αίθουσες με τους Λουνατσάρσκι, Μαγιακόφσκι, Ασέγιεφ, Παστερνάκ, Αχμάτοβα, Μαντελστάμ, Μπρικ και άλλους στο άλλο άκρο της απανθρωπίας; Πρώτη θητεία: 1929 – 1932. Λόγος σύλληψης: διακίνηση στο πανεπιστήμιο της Διαθήκης του Λένιν, της προθανάτιας επιστολής  με τις γνωστές αρνητικές παρατηρήσεις για τον Στάλιν. Ποινή: τριετής εξορία στο στρατόπεδο εργασίας της Βισερά. Κείμενα από το Βισερά – Αντιμυθιστόρημα συμπεριλαμβάνονται εδώ. Δεύτερη θητεία: 1937 – 1953. Αδίκημα: «αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση» και αργότερα δήλωση ότι ο Ρώσος εμιγκρές συγγραφέας Ιβάν Μπούνιν είναι ένας «κλασικός Ρώσος συγγραφέας». Τόπος εξορίας: Κολιμά.

Abladen grosser Steinbrocken am Weissmeer-Ostsee-Kanal, 1932Η Κολιμά στις εσχατιές της Βόρειας Άπω Ανατολής υπήρξε το απόλυτο σταλινικό γκουλάγκ, μια ολόκληρη χώρα καταδικασμένων και εκμηδενισμένων. Τα πολύτιμα μεταλλεύματα και ιδίως ο χρυσός της περιοχής έπρεπε να εξορυχθεί με κάθε τρόπο, σκέψη αδιανόητη μέχρι τότε. Μια ολόκληρη επικράτεια με τις δικές της δομές, ένα πολικό σωφρονιστικό κράτος φιλοξένησε εκατοντάδες χιλιάδες κρατουμένους, πολιτικούς και ποινικούς. Όπως είναι αναμενόμενο σε ανάλογα πολιτικά τιμωρήματα, οι ποινικοί κατάδικοι θεωρούνται ανώτεροι από τους πολιτικούς, τους εχθρούς του λαού. Και μια φορά εχθρός του λαού, πάντα εχθρός του λαού. Γι’ αυτό και αποτελούσε συνήθη πρακτική, προτού απελευθερωθούν να ακολουθεί και μια δεύτερη, ακόμα πιο παρανοϊκή κατηγορία, ώστε να συνεχίζουν να είναι «πολίτες» του απόλυτου μηδέν.

79Το δηλητήριο του υποκόσμου είναι απίστευτα τρομαχτικό. Αν δηλητηριαστείς με το φαρμάκι αυτό, θα λιώσει μέσα σου κάθε τι ανθρώπινο. αυτή τη ζέουσα ανάσα την έχουν όλοι όσοι αγγίζουν τον κόσμο αυτό. Τι αντιασφυξιογόνα χρειάζονται εδώ; [σ. 1173 – 1174]

Η γραφή του Σαλάμοφ είναι απλή και αστόλιστη, γυμνή και ρεαλιστική. Χωρίς υπερβολές, μελοδραματισμούς, διδάγματα. Κάποτε ειρωνεύεται και καυτηριάζει, για να επιστρέψει σύντομα στις ξερές του περιγραφές. Αντί για την φόρμα ενός μέγιστου επικού μυθιστορήματος επέλεξε την απαιτητική μορφή της σύντομης αφήγησης – ιδιαίτερο δείγμα νεοφορμαλιστικης τάσης κατά τους ιστορικούς της λογοτεχνίας. Η οικονομία των συναισθημάτων συμβαδίζει με την οικονομία του λόγου, όπως γράφει στην εισαγωγή της η μεταφράστρια. Πράγματι, όταν οι ιστορίες είναι αυτές οι ιστορίες, κάθε παραπάνω λέξη ή συναίσθημα είναι περιττά. Η πρόταση πρέπει να είναι σύντομη, σα χαστούκι…Από την ιστορία πρέπει να αφαιρεθεί κάθε καλολογικό στοιχείο έγραφε στην επιμελήτρια του έργου του Ιρίνια Πάβλοβνα Σιροτίνσκαγια.

Ακόμα και ορισμένοι3 τίτλοι του μοιάζουν να προορίζονται για παιδικές ιστορίες, αποκυήματα επιστημονικής φαντασίας, εργοστασιακά φυλλάδια, υπηρεσιακές αναφορές: Ατομική νόρμα, Εκτοξευτήρας, Πευκο-νάνος, Η συνωμοσία των νομικών, Καραντίνα τύφου, Οι λεπροί, Ο πράσινος εισαγγελέας, Η επίσκεψη του Μίστερ Ποπ, Η Ανάσταση της Λαρίκας, Τριγωνισμός Τάξης ΙΙΙ. Μια ενότητα τιτλοφορείται Ο βιρτουόζος του φτυαριού, η ευφημισμένη ιδιότητα πλέον του Σαλάμοφ, o τίτλοw που επάξια απέκτησε στα έπακρα εκείνης της αντιζωής. Δυο ιστορίες του, Τσέρυ – Μπράντι και Σεντέντσια,  αφιερώνονται στην Ναντιέζντα Μαντελστάμ, που με τη σειρά της χαρακτήρισε το έργο ως την καλύτερη πρόζα του εικοστού αιώνα.

Taiga_Gulag_Pritsche_Turuchansk_08020035Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας σχεδόν αγίους, σκεφτόμενοι ότι τόσα χρόνια στα στρατόπεδα εξαγοράσαμε όλες τις αμαρτίες μας. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε τους ανθρώπους να προβλέπουμε τις ενέργειές τους, να τις μαντεύουμε. Καταλάβαμε – κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό – ότι η γνώση που έχουμε για τους ανθρώπους δεν μας προσφέρει κανένα όφελος στη ζωή. Ποιο το όφελος αν καταλαβαίνω, νιώθω, μαντεύω, προβλέπω τις πράξεις ενός άλλου ανθρώπου; Τη συμπεριφορά μου απέναντί του δεν θέλω να την αλλάξω, δεν πρόκειται να καταδώσω έναν κρατούμενο ό,τι κι αν έχει κάνει. Δεν θα διεκδικήσω τη θέση του ομαδάρχη, που σου προσφέρει τη δυνατότητα να παραμείνεις ζωντανός, γιατί στο στρατόπεδο το χειρότερο είναι η επιβολή της δικής σου (ή κάποιου άλλου) βούλησης πάνω σε άλλον άνθρωπο, ες έγκλειστο, σαν εμένα. Δεν θα επιδιώξω ωφέλιμες γνωριμίες, δεν θα λαδώσω. Και ποιο το όφελος που ξέρω ότι ο Ιβανόφ είναι κάθαρμα κι ο Πετρόφ σπιούνος, κι ο Ζασλάφσκι ψευδομάρτυρας;  [σ. 79]

Ο δωδεκάμηνgulag χάρτηςος χειμώνας σήμαινε το οριστικό τέλος κάθε συναισθήματος. Μπροστά στην εξοντωτική δουλειά, τον ελάχιστο ύπνο και την διαρκή πείνα (που στα ιατρικά κατάστιχα βαφτιζόταν «δυσθρεψία») οι αυτοτραυματισμοί αποτελούσαν τη μόνη ευκαιρία νοσηλείας και ξεκούρασης. Αλλά και η ελάχιστη ελεύθερη καθημερινότητα ήταν ποτισμένη από φόβο και βία. Οι ακατάπαυστες κλοπές έκαναν τον Σαλάμοφ φρόντιζε να μην έχει τίποτα πάνω του. Αυτός που γνώρισε τον κόσμο των ημι-ανθρώπων, όπως συχνά τους αποκαλεί στις ιστορίες, στα δοκίμιά του αφορίζει την ψευτορομαντική αντιμετώπιση του κόσμου του εγκλήματος από την λογοτεχνία. Οι καλλιτέχνες, γράφει, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν το αληθινό, αποκρουστικό πρόσωπο του υπόκοσμου· τον είδαν με συμπάθεια, γοητεία, ενίοτε και φιλοφρονητικά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είδε τους αληθινούς κακοποιούς. Οι κατάδικοι των Σημειώσεων από το σπίτι των πεθαμένων ήταν εγκληματίες κατά τύχη.

99Η συνέχεια μετά την απελευθέρωσή του δεδομένη: αδυναμία επανένταξης, κυκλοφορία των έργων του μόνο με σαμιζντάτ και χέρι με χέρι, κομματιαστά και με αυθαίρετους τίτλους, πίεση για αποκήρυξη των ιστοριών του, σύνταξη αναπηρίας,  -άλλη μια σοβιετική ειρωνεία -, σανατόριο αναπήρων, χωρίς ακοή και όραση, ψυχιατρείο, παραλήρημα, θάνατος. Ο τελευταίος φόβος του με σώας τας φρένας ήταν να μην ξεχάσει, να μην προδοθεί από τη μνήμη του. Κι όμως επιβίωσε ως τα 75 του ενώ όλοι οι εμπνευστές και εκτελεστές του απόλυτου μηδενός βρωμούν και ζέχνουν στα σκουπίδια της Ιστορίας.

Θα χρειαστεί άραγε σε κανέναν αυτή η θλιβερή αφήγηση; Μια αφήγηση που δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε; Που δεν είναι ο θρίαμβος της ζωής και της πίστης μέσα στη δυστυχία, όπως οι Σημειώσεις από το σπίτι των πεθαμένων, αλλά η έλλειψη ελπίδας και η κατάπτωση; Ποιον θα παραδειγματίσει, ποιον θα διαπαιδαγωγήσει, ποιον θα αποτρέψει από το κακό και σε ποιον θα διδάξει το καλό; Όχι, όχι, παρ’ όλα αυτά, θα είναι επιβεβαίωση του καλού, του καλού – αφού στη ηθική αξία βλέπω εγώ το μοναδικό αυθεντικό κριτήριο της τέχνης. [σ. 20]

Εκδ. Ίνδικτος, 2011, μτφ. από τα ρωσικά – πρόλογος: Ελένη Μπακοπούλου, σελ. 1966.

01
Οκτ.
12

Δανιήλ Χαρμς – Γαλάζιο τετράδιο

Ρωσική πρωτοπορία, σοβιετική εξαχρείωση

1.

Χαρμς (Γιουβατσόφ) Δανιήλ Ιβάνοβιτς, γεννηθείς το 1905, γιος αυλικού συμβούλου, μητέρα ευγενούς καταγωγής, Λογοτέχνης. Καμία δημόσια θέση. Ανένταχτος κομματικά.

Δουλειά μου είναι η λογοτεχνία. Δεν έχω πολιτικό προσανατολισμό και το ζήτημα που με απασχολεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είναι: η λογοτεχνία. Δηλώνω ότι στον τομέα της λογοτεχνία δεν είμαι σύμφωνος με τη σοβιετική πολιτική και επιθυμώ, ως αντιστάθμισμα των μέτρων που ισχύουν σήμερα, την ελευθερία του λόγου τόσο για την προσωπική μου δημιουργία, όσο και για εκείνη των λογοτεχνών με τους οποίους συνδέομαι πνευματικά και ανήκουμε στην ίδια λογοτεχνική ομάδα. [Πρακτικά ανακρίσεων, 11.12.1931, γραμμένο ιδιοχείρως από τον Δ. Χαρμς] [σ. 410-411].

Ποιος είναι αυτός ο λογοτέχνης που τολμάει και υπεραμύνεται απροκάλυπτα της προσωπικής του δημιουργίας απέναντι στο σοβιετικό συνθλιπτήριο λογοτεχνών; Ποιος είναι ο αυτουργός των δεκάδων σπαρταριστών, άλογων και παιγνιωδών κειμένων που ξεχειλίζουν από μαύρο κατράμι χιούμορ και κατάμαυρο παράλογο, πολύχρωμο σουρεαλισμό, υπόγειο γκογκολισμό κι έναν βαθύτατο τρόμο για τα σκότη της νέας σοβιετικότητας; Ποια είναι αυτή η τραγική φιγούρα που επέμενε πεισματικά στα γραπτά του να χρησιμοποιεί τις προεπαναστατικές ονομασίες των δρόμων του Λένινγκραντ (που το ονόμαζε πάντα Πετρούπολη), που γέμιζε τις λέξεις του με εσκεμμένα λάθη και ανορθογραφίες, ως ένα είδος σκανδαλιάς (ακόμα και στην κατάθεσή του σε κάποια ανάκριση έγραψε 1921 αντί για 1931), που μοιραζόταν με τον Μαγιακόφσκι και τον Κάφκα την ίδια αποστροφή για τα παιδιά αλλά ζούσε γράφοντας έργα γι’ αυτά;

Μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι «ανοησίες»: μόνο ό,τι δεν έχει καμιά πρακτική σημασία. Μ’ ενδιαφέρει η ζωή μόνο στις παράλογες εκφάνσεις της. [σ. 335]

Ποια είναι αυτή η δημιουργικότατη προσωπικότητα που έγραφε ακατάπαυστα, εξέδιδε περιοδικά ακόμα και σε ένα και μοναδικό αντίτυπο, που κυκλοφορούσαν μόνο «μέσα στο διαμέρισμα του Δ.Ι. Χαρμς [όπως το Τάπιρ (Τάπιρος)], που έφτιαχνε ομάδες ανήσυχων δημιουργών, που δεν πήγαινε ποτέ σε κηδείες («Δεν αποχαιρετώ ποτέ κανέναν»), που συχνά περιγελούνταν όχι μόνο από τα παιδιά στο δρόμο (από εδώ πιθανώς ξεκινάει η προς αυτά αντιπάθειά του), αλλά και από ανθρώπους της διανόησης, ακόμα και συναδέλφους του συγγραφείς, που θαύμαζε τους «φυσικούς στοχαστές», όπως ονόμαζε ορισμένους περιθωριακούς, ενδεχομένως και άστεγους ανθρώπους, τους οποίους συναναστρεφόταν επειδή θαύμαζε τον αντισυμβατικό, ελεύθερο τρόπο σκέψης τους;

2.

Αυτή τη στιγμή αρχίζω ν’ αντιλαμβάνομαι τη γελοιότητα της θέσης στην οποία βρίσκομαι. Γιατί είμαι γονατισμένος μπροστά σε μια γριά; Και γιατί η γριά αυτή είναι στο δωμάτιό μου και κάθεται στην αγαπημένη μου πολυθρόνα; Γιατί δεν την πέταξα έξω; […] Με κυριεύει ένα φοβερό αίσθημα αγανάκτησης. Γιατί πέθανε στο δωμάτιό μου; Δεν τους αντέχω καθόλου τους νεκρούς. Άντε τώρα κουβάλα το ψοφίμι και τρέχα στο θυρωρό και στον επιστάτη να εξηγήσεις πώς βρέθηκε η γριά στο σπίτι σου. […] Απαίσιο θέμα, λέω, αλλά δεν μπορώ να σκεπάσω τη γριά με εφημερίδες – κάτω από μια εφημερίδα τα πάντα μπορούν να συμβούν. [σ. 225, 227]

…μονολογεί ο αφηγητής του σπαρταριστά εφιαλτικού αφηγήματος «Η γριά», στο μόνο κάπως εκτενέστερο κείμενό του ανάμεσα σε πλήθος άλλων μικρότερων, και πράγματι συμπάσχουμε με τον ταλαίπωρο ένοικο του μικρού δωματίου που υφίσταται το αναπάντεχο πρόβλημα και ταυτόχρονα αγωνιά μην τον ακούσουν οι ένοικοι του διαδρόμου, πηγαίνει στο μπακάλικο για να ξεχαστεί αλλά γνωρίζει μια κοπελίτσα που τον πολιορκεί, την αποφεύγει κρυβόμενος στο σπίτι ενός φίλου όπου τρώνε και πίνουν, επιστρέφει, σηκώνεται πεινασμένος και πηγαίνει διαρκώς στο ντουλαπάκι με τις προμήθειες χωρίς να βρίσκει τίποτα παρά μόνο ένα κύβο ζάχαρης (αλλά συνεχίζει να το κάνει με την ελπίδα πως θα βρει κάτι παραπάνω) και ονειρεύεται να ξεπαστρέψει τα φασαριόζικα παιδιά που παίζουν έξω απ’ το παράθυρό του.

3.

Αλλά ο άνθρωπος με τον βρόμικο γιακά στεκόταν έξω απ’ το παράθυρο και κοίταζε στο δωμάτιο κι άνοιξε μάλιστα το παράθυρο και μπήκε [«Το πράγμα», σ. 12]

Ο Καλίντοφ έστεκε στις μύτες των ποδιών και με κοίταζε κατάματα. Ήταν πολύ δυσάρεστο. Γύρισα στο πλάι, αλλά ο Καλίντοφ μ’ ένα σάλτο ξαναβρέθηκε μπρος μου και με κοίταξε κατάματα. [σ. 167]

Στο κείμενο «Η σχέση» ο συγγραφέας περιγράφει μια σειρά χαρακτήρων και τραγικών γεγονότων με χαρακτήρες που στο τέλος βρίσκονται μαζί στο τραμ χωρίς να γνωρίζουν τις τους ενώνει [σ. 371- 373]. Η αίσθηση είναι εκπληκτική: αυτό που σύγχρονες ταινίες τύπου Βαβέλ δημιουργούν ως κάτι απόλυτα μοντέρνο, ο Χαρμς το σκάρωσε σε δισέλιδο κείμενο δεκαετίες πριν! Στα άλλα κείμενα ένας άνθρωπος διαπιστώνει πως όταν έχει πίστη ζυγίζει περισσότερο, σκύλοι που πετάνε και κάθονται σαν κοράκι στην σκεπή του αντικρινού σπιτιού, άνθρωποι πίνουν από το ποτήρι με το μαύρο νερό και φωτίζεται η ψυχή τους, η Αντονίνα Αλεξέγεβνα πίνει ολόγυμνη μαζί με τον σύζυγό της και τον επιστάτη της πολυκατοικίας καθισμένη πάνω στο τραπέζι στο «Αναπάντεχο μεθοκόπι». Εδώ ξεχειλίζει μια άλλου είδους ελευθερία, μια απροκάλυπτα ερωτική απελευθέρωση από τις νέες επαναστατικές καταπιέσεις.

Νομίζει ότι, επειδή είναι νέα κι όμορφη, όλα μπορεί να τα κάνει. Κι είναι τόσο βρομιάρα, που δεν πλένεται ποτέ εκεί που πρέπει. Εμένα, λέει, μ’ αρέσει η γυναίκα να μυρίζει σαν γυναίκα! Εγώ, με το που τη βλέπω, παίρνω το μπουκαλάκι την κολόνια και το κολλάω στη μύτη μου. Μπορεί κάτι τέτοια ν’ αρέσουν στους άντρες, αλλά εμένα, να με συμπαθάτε, να μένει το βύσσινο. Τέτοια ξεδιάντροπη! Τριγυρνάει τσίτσιδη κι ούτε ντροπή ούτε τσίπα. Κι όταν κάθεται, αντί να κλείνει καθωσπρέπει τα πόδια της, τ’ αφήνει όλα στη φόρα. Κι είναι πάντα μούσκεμα εκεί πέρα. Τις προάλλες τρέχανε τα ζουμιά. Της λες: δεν πας να πλυθείς λιγάκι; Κι εκείνη σου λέει; εκεί δεν χρειάζεται και πολύ πλύσιμο. Και παίρνει και σκουπίζεται μ’ ένα μαντίλι. Τι μαντίλι τι χέρι. Το μόνο που κάνει είναι να τα πασαλείβει χειρότερα. Εγώ δεν της δίνω ποτέ το χέρι μου, το χέρι της μυρίζει πάντα ξετσίπωτα. Και τα βυζιά της, κι αυτά ξετσίπωτα είναι. Ναι, είναι αλήθεια ότι είναι όμορφα κι αφράτα, αλλά τόσο μεγάλα που είναι, εμένα μου φαίνονται ξετσίπωτα. Να τι γυναίκα πήγε και βρήκε ο Φομά! Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τον τύλιξε! [«Ο Φομά Μπομπρόφ και η γυναίκα του. Κωμωδία σε τρία μέρη», 1933, σ. 49].

4.

Ο Χαρμς συμμετείχε το 1928 στην ίδρυση της περίφημης Ένωσης Πραγματικής Τέχνης (ΟΥΜΠΕΡΙΟΥ)· το θέατρο του παραλόγου της δυο δεκαετίες μετά θα παραλληλιζόταν με εκείνο των Ιονέσκο και Μπέκετ. Η τελευταία της δημόσια εμφάνιση το 1930 σήμανε το τέλος μιας από τις τελευταίες ομάδες (ίσως και της τελευταίας) της ρωσικής πρωτοπορίας. Τώρα άρχιζε η εποχή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και σύντομα οι εφημερίδες θα μιλούσαν για αντιδραστικούς τσιρκολάνους που παραιτούνται από την ζωή, γράφουν «ποίηση των ταξικών εχθρών ασυνάρτητη και αντεπαναστατική». Για τον Χαρμς οι συλλήψεις αρχίζουν το 1925 όταν απαγγέλει δημοσίως ποίημα του Νικολάι Γκουμιλιόφ που είχε συλληφθεί λίγα χρόνια νωρίτερα με την κατηγορία της συμμετοχής σε φιλομοναρχική συνωμοσία και εκτελεστεί. Αφήνεται όμως ελεύθερος καθώς, σύμφωνα με τα λόγια της Αχμάτοβα, «οι καιροί ήταν ακόμη σχετικά χορτοφάγοι».

Να γράφεις ποιήματα που, αν τα πετάξεις στο παράθυρο, θα σπάσει το τζάμι. [τέλη του 1929, σ. 281]

Μισώ τους ανθρώπους που μπορούν να μιλούν περισσότερο από εφτά συνεχόμενα λεπτά. Δεν υπάρχει στον κόσμο ολόκληρο τίποτα πιο βαρετό απ’ το ν’ ακούς κάποιον να σου διηγείται το όνειρό του ή πώς ήταν στον πόλεμο ή πώς πέρασε στις διακοπές. Η πολυλογία είναι η μητέρα της αταλαντοσύνης. [σ. 340]

5.

Σε τι μικρά και ασήμαντα πράγματα μπορεί να βρίσκεται η αληθινή τέχνη!

Ο Γιάκομπ Ντρούσκιν στο κείμενο «Η ομάδα Τσιναρί και ο Δανιήλ Χαρμς» ερευνά τι συνέδεε επί πολλά χρόνια τόσο διαφορετικούς ποιητές, συγγραφείς και φιλοσόφους, μια λογοτεχνική σύμπραξη πέντε ανθρώπων [«Ομάδα Τσιναρί ή Κύκλος των ημιμαθών λογίων»] που δημιουργούσαν και πειραματίζονταν σε ποικίλα χωράφια (ο Χαρμς για παράδειγμα ενδιαφερόταν για την διαρρύθμιση των κτιρίων, των διαμερισμάτων και των δωματίων· στο σημειωματάριό του περιλαμβάνονται τα σχέδια ενός φανταστικού διαμερίσματος),  συμπλήρωναν ο έναν τον άλλον, ήταν ολότελα διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά και συγγενείς ως προς τον τρόπο που έβλεπαν τον κόσμο. Ο ποιητής Αλεξάντρ Βεντένσκι, μέλος της ομάδας (που πάντα έγραφε χωρίς γραφείο, με τα χαρτιά πάνω σε ένα βιβλίο στα γόνατά του) είπε πως ο Χαρμς δεν κάνει τέχνη – είναι ο ίδιος τέχνη. Ο Χαρμς έλεγε ότι πάντοτε το σημαντικότερο για εκείνον ήταν όχι η τέχνη αλλά η ζωή: να ζει τη ζωή του σαν να κάνει τέχνη. «Η ζωή σαν έργο τέχνης» για τον ίδιο δεν ήταν ζήτημα αισθητικής τάξης αλλά ζήτημα απόλυτα υπαρξιακό.

«Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπομαι», απάντησε ο βάτραχος. «Γιατί να ντρεπόμαστε για το ωραίο μας σώμα, που μας το ΄χει δώσει η φύση, όταν δεν ντρεπόμαστε για τις απαίσιες πράξεις μας, που τις έχουμε κάνει εμείς οι ίδιοι;». [σ. 74]

Αχ! Θα ’γραφα κι άλλα, μα ξαφνικά εξαφανίστηκε το μελανοδοχείο. [«Ο ζωγράφος και το ρολόι», 1938]

Ο Ντρούσκιν δεν άνοιγε το αρχείο του Χαρμς επί δεκαπέντε χρόνια, ελπίζοντας πως εκείνος θα επέστρεψε, πράγμα που δεν έγινε, όπως άλλωστε και με όλους όσους «έφυγαν» παρά τη θέλησή τους. Ο Χαρμς κρατούσε σημειώσεις για τα πάντα, ακόμα και για έξοδα και τρόφιμα – άλλη μια επιβεβαίωση πως η ζωή για εκείνον είχε πάντοτε περισσότερο ενδιαφέρον από την τέχνη, πως «αισθανόταν τη ζωή σαν θαύμα και σαν θαύμα ήθελε να ζήσει τη δική του». Όπως γράφει ο Ντρούσκιν, εκτός από την βιωμένη ως θαύμα ζωή, ο Χαρμς σκάλιζε την κενότητα της μηχανοποιημενης ζωής, την ρίζα του ανθρώπινου κακού και το ίδιο το παράλογο· αλλά εκείνο το απολύτως παράλογο και άλογο των ιστοριών του δεν είναι παρά το παράλογο και το άλογο της ζωής που περιγράφουν. Ιδιαίτερα φοβερά γίνονται κάποια από τα κείμενα που είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο. Αρχίζεις να τα διαβάζεις και σου φαίνονται αστεία. Μα, σιγά σιγά, το γέλιο σαν να παγώνει και, πλησιάζοντας προς το τέλος, αισθάνεσαι φρίκη.

6.

Η σύλληψή του, όπως και των άλλων μελών της ομάδας, για οργάνωση και συμμετοχή σε αντισοβιετική, παράνομη ένωση λογοτεχνών και για επικίνδυνη και αντισοβιετική παιδική λογοτεχνία είναι θέμα χρόνου. Πολλά χειρόγραφά του κατάσχονται «για ιδεολογική ανάλυση» (και εξαφανίζονται). Ο ίδιος καταδικάζεται σε τριετή καταναγκαστική εργασία που μετατρέπεται σε ολιγόμηνο εκτοπισμό στο Κουρσκ (για το οποίο γράφει πως είναι δυσάρεστη πόλη όπου όλοι τον θεωρούν ηλίθιο και του φωνάζουν στο δρόμο). Το 1936 στα γράμματά του προς φίλους του γράφει πως η οικονομική του κατάσταση είναι χειρότερη από ποτέ:  Τον Σεπτέμβριο τον έβγαλα αποκλειστικά πουλώντας τα πράγματά μου, αλλά και πάλι, δυο μέρες τρώμε και μία μένουμε νηστικοί.

Η κατάσταση απόλυτης ανέχειας που βιώνει μαζί με την σύζυγό του συνεχίζεται και τα επόμενα χρόνια. Το οριστικό του τέλος αρχίζει με τον αποκλεισμό από κάθε έκδοση (με αφορμή ένα παιδικό ποίημα για την εξαφάνιση ενός ανθρώπου, που εκλαμβάνεται ως αντικαθεστωτική κρίση) και τις εξορίες και εκτελέσεις φίλων και συνεργατών.  Δεν με πληρώνουν, προφασιζόμενοι τυχαίες καθυστερήσεις. Νιώθω πως κάτι κρυφό συμβαίνει εκεί πέρα, κάτι πολύ κακό. Δεν έχουμε να φάμε. // Έφτασα στο σημείο να φοβάμαι τη ζωή. Ο άνθρωπος δεν κάνει να φοβάται τη ζωή του. [σ. 418].

 Ο ίδιος υποβάλλεται σε ψυχιατρικές εξετάσεις και πιστοποιείται ότι είναι ψυχικά ασθενής και απαλλάσσεται από τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο. Το 1941 μεσούντος του πολέμου συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι «διαδίδει συκοφαντικές και ντεφετιστικές διαθέσεις», επιδιώκοντας να προκαλέσει στον πληθυσμό πανικό…», το στρατοδικείο τον απαλλάσσει από τις κατηγορίες λόγω του ακαταλόγιστου και «ως δημόσιο κίνδυνο» τον παραπέμπει για θεραπεία στην ψυχιατρική πτέρυγα της φυλακής όπου το 1942 πεθαίνει, πιθανότατα από ασιτία.

7.

Έχω να σας απευθύνω μια παράκληση: να γράφετε, σας παρακαλώ, όχι γράμματα ούτε άρθρα για τον Χλέμπνικοφ, αλλά δικά σας έργα. Φοβάμαι ότι ζείτε ανάμεσα σε γουρούνια, που μπροστά τους είναι μέχρι και ντροπή να γράφει κανείς. Για τ’ όνομα του Θεού, μη θεωρείτε τον εαυτό σας όμοιο μ’ αυτούς. Αν αρχίζουν να εγκωμιάζουν αυτοί τα έργα σας, θα σημαίνει ότι αποτύχατε τελείως. [σ. 374 / Γράμμα προς τον Νικολάι Ιβάνοβιτς (1940), υποτίθεται ως ψυχοπαθής σε έκλαμψη]

Η έκδοση περιλαμβάνει: Ι. σειρά διάσπαρτων κειμένων, ΙΙ. ολόκληρο το Γαλάζιο τετράδιο, ΙΙΙ. το αφήγημα «Η γριά», IV την καντάτα για τέσσερις φωνές «H διάσωση», V. ημερολόγια – σημειώσεις του συγγραφέα, VI. επιστολές του συγγραφέα. Στο επίμετρο: Α. το προαναφερθέν κείμενο του Γιάκοφ Ντρούσκιν, Β. πλήρες χρονολόγιο, Γ. σημειώσεις τηςμεταφράστριας Δ. βιβλιογραφία. Ε. εικονογραφία. Αρτιότερη έκδοση δεν θα μπορούσε να υπάρχει.

Εκδ. Νεφέλη, 2010, επιλογή – μετάφραση [από τη ρωσική γλώσσα] – χρονολόγιο – σημειώσεις: Ροδούλα Παππά, 525 σελ.

Έτσι συμβαίνει και στη ζωή: βλάκες με περικεφαλαία και θέλουν να μιλάνε κι από πάνω. Αυτό που χρειάζεται σε κάτι τέτοιους είναι μια γερή στη μούρη. [σ. 61]

Σπονδή εδώ.  Χαρμότοπος εδώ.

17
Απρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.

27
Μαρ.
12

Ναντιέζντα Μαντελστάμ – Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ

Έγκλημα και τιμωρία

Βλαδιβοστόκ, Βορειοανατολικά Αναμορφωτικά Στρατόπεδα Εργασίας, 11ο Παράπηγμα, 1938. Από εκεί προέρχεται το τελευταίο γράμμα του Όσιμ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ προς τη σύζυγό του Ναντιέζντα και τον αδελφό του Αλεξάντρ. Ο ποιητής είχε ήδη εξοριστεί σε Τσερντίν και Βορόνεζ (1934-1937) και τώρα εκ νέου καταδικαστεί σε πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Κολυμά της Σιβηρίας για αντεπαναστατική δράση. Το έγκλημα: ένα σατιρικό ποίημα για τα μουστάκια του Στάλιν, που διάβασε σ’ ένα κύκλο ομότεχνων, ένας εκ των οποίων τον κατέδωσε, στον γνωστό φαύλο κύκλο του καθεστώτος διώξεων και καταδόσεων: καταδίδεις πρώτος για να μη σε καταδώσουν ή να μη φανεί πως συγκαλύπτεις τον άλλον. Στην Σοβιετική Ένωση του ’30 αρκούσε μια και μόνο φράση για να καταστρέψει για πάντα την ζωή ενός ανθρώπου.

Ταφικό μνημείο

1-nadezhda-mandelstamΟ τάφος του Μαντελστάμ είναι άγνωστος, πιθανός ομαδικός και κάτω από τον πάγο. Αλλά το κενοτάφιό του, όπως γράφει στην εισαγωγή ο Α. Βιστωνίτης, είναι ακριβώς το βιβλίο της γυναίκας του, ένα σπάνιο επίτευγμα της ρώσικης μεταπολεμικής πεζογραφίας. Το χειρόγραφο στάλθηκε κρυφά στη Δύση και εκδόθηκε το 1970 προκαλώντας πολιτικοπολιτισμικό σοκ. Εννοείται πως στη Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε σε σαμιζντάντ και οι δεκάδες συγγραφείς και διανοούμενοι που αναφέρονταν με όλη τους την μικρότητα, την ρουφιανιά και την δειλία έχασαν τον ύπνο τους. Από την άλλη πλευρά, η μνήμη πολλών σπιλώθηκε, χωρίς ποτέ να αποδειχτεί η εμπλοκή τους, πέρα από φήμες που έφτασαν στα αυτιά της συγγραφέως. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η οργή και ο πόνος της για τον θάνατο του Ο.Μ. και για την κατεστραμμένη της ζωή παρέκαμπτε, όπως υποστηρίχθηκε, την ακρίβεια των πληροφοριών της.

«Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία…»

Η συγκλονιστική της αφήγηση αρχίζει το 1934 με την πρώτη σύλληψη του ποιητή και τελειώνει με το θάνατό του το 1938, την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου. Αυτή η αφήγηση είναι Μαρτυρία, Ιστορία, Βιογραφία, Χρονικό, Πραγματεία πάνω σε κάθε μορφή ατομικής εξόντωσης, στη συντριβή της ατομικότητας από την εξουσία. Είναι Έπος σκοτεινό και αθέατο επί δεκαετίες, Ψυχολογία της αλλοίωσης των συνειδήσεων και της παραμόρφωσης των συναισθημάτων. Μελέτη Σοβιετικού Ολοκληρωτισμού και Απόλυτη Ιστορία Αγάπης, Αφοσίωσης, Διάσωσης, Απόδοσης Δικαιοσύνης.

Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία, αλλά για μια δειλή απόπειρα να περιγράψω τη μεταβολή της συνείδησής που, πιθανότατα, υφίσταται η πλειονότητα των ανθρώπων που πέρασαν τα μοιραία όρια. Η μεταβολή αυτή εκφραζόταν πρωτίστως με την πλήρη αδιαφορία για όλα όσα έμεναν πίσω, καθώς αναδυόταν η απόλυτη βεβαιότητα ότι όλοι μας παίρναμε τον δρόμο προς τον αναπότρεπτο χαμό. […] Πρόσφατα αγωνιούσα για τους δικούς μου, τη δουλειά μου, όλα όσα υπεράσπιζα. Τώρα χάθηκε η ανησυχία και διαλύθηκε ο φόβος. Τον διαδέχτηκε η οδυνηρή επίγνωση της καταδίκης, κι αυτή γέννησε μια αδιαφορία σωματικά αισθητή…Και τότε αποδείχτηκε πως ο χρόνος δεν υπάρχει πια, μόνο προθεσμίες για την πραγματοποίηση του αναπόφευκτου… [σ. 79 – 80]

Η σύζυγος του εχθρού του λαού στον χιλιοπερπατημένο δρόμο

Αν η Ναντιέζντα δεν ήταν δίπλα του στην εξορία του Βορόνεζ, δουλεύοντας σε εργοστάσιο (καθώς σ’ εκείνον δεν έδιναν δουλειά, παρά τις απεγνωσμένες του προσπάθειες) δεν θα είχε γράψει τα εξαίσια ποιήματα εκείνης της περιόδου (1934-1938) και τίποτα από την ποίησή του δεν θα είχε διασωθεί αν η ίδια δεν την απομνημόνευε και δεν την επαναλάμβανε μέσα της αμέτρητες φορές, ζώντας στην αφάνεια για να μην αφήνει ίχνη, διδάσκοντας σε επαρχιακά σχολεία, άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Έζησε γνωρίζοντας πως ανά πάσα στιγμή μπορούσε να συλληφθεί ως σύζυγος «εχθρού του λαού». Ούτως ή άλλως οι μεγάλες πόλεις της ήταν απαγορευμένες. Κρυβόταν στο καθεστώς της ανύπαρκτης προσωπικότητας χωρίς την ελάχιστη περιουσία, χωρίς ούτε ένα βιβλίο στα χέρια της. Σε κάθε περίπτωση το χαρτί ήταν επικίνδυνη κατοχή. Μόνο η νυχθημερόν επανάληψη των στίχων του την έκανε να εμβαθύνει στην ποίησή του και να συνομιλεί μαζί του. Το μόνο πράγμα που είχε γράψει μέχρι τότε ήταν γράμματα σε φίλους και αιτήσεις προς το Ανώτατο Δικαστήριο.

Έπρεπε να διαφυλάξω δυνάμεις, για να διαβώ όλους τους δρόμους που είχαν ήδη διασχίσει άλλες γυναίκες. Αλλά εκείνη τη νύχτα του Μάη μού ανατέθηκε άλλη μια αποστολή, χάρη στην οποία έζησα και ζω ακόμη. Δεν είχα τη δυνατότητα ν’ αλλάξω τη μοίρα του Ο.Μ., διέσωσα όμως ένα μέρος των χειρογράφων του, πολλά διατηρήθηκαν στη μνήμη μου, αλλά μονάχα εγώ μπορούσα να τα διασώσω – και γι’ αυτό άξιζε να συγκεντρώσω δυνάμεις. [σ. 47]

Οι σύζυγοι των συλληφθέντων έπαιρναν τον «χιλιοπερπατημένο δρόμο» για τον Πολιτική Ερυθρό Σταυρό, ο οποίος όμως δεν είχε την παραμικρή επιρροή, άρα στην ουσία πήγαιναν εκεί για να εκτονωθούν και να αποκτήσουν την αυταπάτη της δράσης, τόσο απαραίτητη στις περιόδους της καταθλιπτικής αναμονής. Μετά το κλείσιμό του, όλες ζούσαν μόνο με τις φήμες, μέρος των οποίων διαδιδόταν ειδικά για την κατατρομοκράτησή τους. Οι συμβουλές που δεχόταν απ’ όσους γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις αφορούσαν τον Ο.Μ.: να μην δραστηριοποιείται πουθενά, να μη ζητά τη μεταγωγή του σε άλλο μέρος, να, μην υπενθυμίζει την ύπαρξή του, να μην συμπεριληφθεί σε κανένα έγγραφο το όνομά του, να τους αφήσει να τον ξεχάσουν.

Τα Σοβιετικά Επαγγέλματα

Οι συχνές «νυχτερινές επιχειρήσεις» ονομάζονταν έτσι στη γλώσσα των μυστικών αστυνομικών – τσεκιστών, από τον μύθο και ευσεβή τους πόθο ότι θα μπορούσαν να συναντήσουν αντίσταση και να γευτούν τον κίνδυνο. Όπως πάντα, η ηλιθιότητα τους κατά τις έρευνες ήταν παροιμιώδης. Μπορεί να έψαχναν σε συρτάρια και ράχες βιβλίων, αλλά ποτέ σε μια κατσαρόλα: εκεί ένα χειρόγραφο θα μπορούσε να ζήσει αιώνες. Άλλοτε τους αρκούσε να κάνουν αισθητή την παρουσία τους: όταν έμενε με την Άννα Αντρέγεβνα (:Αχμάτοβα) στην Τασκένδη, γυρνώντας σπίτι έβρισκαν το σταχτοδοχείο γεμάτο γόπες. Η παρουσία κάποιου σε συλλήψεις με την ιδιότητα του μάρτυρα έγινε σχεδόν επάγγελμα. Ορισμένοι αναλάμβαναν εργολαβικά ως μάρτυρες έναν συγκεκριμένο δρόμο ή συνοικία.

Ιδιαίτερο είδος χαφιέ αποτελούσε ο «θαυμαστής», κατά βάση εκπρόσωπος του ίδιου επαγγέλματος, ομότεχνος, συνάδελφος ή γείτονας αλλά και ο «υπασπιστής», που κάνει διατριβή στην ποίηση. Οι επαγγελματίες εξολοθρευτές επινόησαν μια παροιμία: Αν βρεθεί ο άνθρωπος, θα βρεθεί και η υπόθεση. Ο Ο.Μ. επαναλάμβανε συχνά τους στίχους του Χλέμπνικοφ: Μεγάλη υπόθεση το αστυνομικό τμήμα! Είναι το μέρος όπου συναντιέμαι με το κράτος. Οι έμπειροι των ανακρίσεων έλεγαν πως είναι απαραίτητο στην αρχή να κάνεις κάποιες ελάχιστες ομολογίες, ειδάλλως αρχίζει η «πίεση» και αποδυναμωμένος αρχίζεις και αραδιάζει ένα σωρό απίθανα (ψεύτικα και ενοχοποιητικά) πράγματα για τον εαυτό σου.

Οι Διαβρωτικοί Φόβοι

Συνήθως, ύστερα από μια ακόμα είδηση για τη σύλληψη κάποιου, υπήρχαν αυτοί που σώπαιναν και χώνονταν ακόμα πιο βαθιά στο λαγούμι τους, το οποίο, με την ευκαιρία, δεν γλίτωσε κανέναν, ενώ άλλοι έβριζαν εν χορώ τον συλληφθέντα. [σ. 63]

Η Μαντελστάμ γράφει για τις μοιραίες περιόδους που η ατμόσφαιρα γινόταν πιο βαριά κι απ’ το μολύβι, για τη βουβαμάρα και τα πρώτα συμπτώματα του λήθαργου, για τον φόβο που υπήρχε ακόμα και για το αν κάποιος κρυφακούει τις πιο μύχιες σκέψεις σου, για την μανία καταδίωξης που βασάνιζε τον καθένα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 ο ψίθυρος της κοινής γνώμης γινόταν όλο και πιο αδύναμος κι έπαψε να μετουσιώνεται σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πολύ περισσότερο στην υπόθεση του Ο.Μ. κανείς δεν τολμούσε να εκφέρει γνώμη ή να αναμιχθεί, εφόσον είχε θιγεί το πλέον επίφοβο πρόσωπο στη χώρα. Ένας λόγος παραπάνω εδώ να εκτιμήσει τον Παστερνάκ, που ήρθε στο σπίτι της με την Αχμάτοβα (που ούτως ή άλλως δε σταμάτησε να ενεργεί από την δική της πλευρά, αν και η σχέση των δυο γυναικών υπήρξε αμφιλεγόμενη) για να μάθει πώς μπορεί να βοηθήσει.

Ζούσαμε ανάμεσα σε ανθρώπους που χάνονταν τον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση, κι ανάμεσα σ’ αυτούς που τους έστελναν στον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση. Ήταν επικίνδυνο να συνδέεσαι με ανθρώπους που εξακολουθούσαν να σκέπτονται και να δουλεύουν. [σ. 73 – 74]

Κάρφωσε πρώτος, μη σε καρφώσουν πρώτοι

Είναι γνωστές οι μορφές εκβιασμού για να στρατολογηθείς ως χαφιές: προβλήματα στην οικογένεια, στη δουλειά, διασπορά φημών ότι είσαι χαφιές. Οι περιγραφές για το πώς κάθε οικογένεια μελετούσε τους γνωστούς της γυρεύοντας ανάμεσά τους υποψήφιους ή νυν προδότες είναι ανατριχιαστικές. Στους εργασιακούς χώρους το «ξεσκέπασμα» αποτελούσε καθημερινότητα. Αναπόφευκτα οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν την ικανότητα επικοινωνίας, οι δεσμοί να χαλαρώνουν κι ο καθένας να ζαρώνει στη γωνιά του σιωπηλός, ανεκτίμητο πλεονέκτημα για παντός είδους εξουσίες.

Στον αγώνα υπέρ της ιδεολογικής καθαρότητας, οι αρχές ενθάρρυναν με κάθε τρόπο όσους «είχαν τη γενναιότητα να ξεσκεπάζουν» αυτούς οι οποίοι «χωρίς κανένα σεβασμό στην προσωπικότητα» αποκάλυπταν τα υπολείμματα της παλιάς ψυχολογίας μεταξύ των συναδέλφων τους. Υπολήψεις συντρίβονταν σαν σαπουνόφουσκες, και οι αποκαλύπτοντες σκαρφάλωναν στα ύψη της υπηρεσιακής κλίμακας. Κάθε σημαντικό πρόσωπο που αναδείχτηκε εκείνα τα χρόνια χρησιμοποίησε αυτή τη μέθοδο, το «ξεσκέπασμα» δηλαδή του προϊσταμένου του, μια φορά τουλάχιστον. Ειδάλλως, πώς θα έπαιρνε τη θέση του; [σ. 141]

Ανύπαρκτο όριο, άφαντο λαγούμι

Αναρωτιόμουν γιατί στον τόπο μας όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον χαμό. Τι πρέπει να είναι κανείς για να σωθεί; Πού βρίσκεται εκείνο το λαγούμι όπου μπορείς να τρυπώσεις για να σωθείς; [σ. 90]

Ήδη με την πρώτη εμπειρία στο Τσερντίν αποκαλύφθηκε η τεράστια ειρωνεία: στις συνθήκες των κάτεργων και της εξορίας η λέξη σύντροφος έπαιρνε ιδιαίτερη σημασία, κάτι που οι εκτός των φυλακών είχαν από καιρό ξεχάσει. Εκεί αντιλήφθηκαν πως το σημαντικότερο όλων ήταν η εσωτερική πειθαρχία: δεν πρέπει να περιμένεις τίποτα από το μέλλον. «Να βλέπεις το Τσερντίν σαν την ύστατη ανάπαυλα. Και να είσαι έτοιμος και να περιμένεις να αντιμετωπίσεις τα πάντα». Οι γνωστοί τους εκεί είχαν ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αλλά ακόμα κι εκεί, πόσοι πίστευαν πραγματικά πως το ζεύγος βρίσκεται πράγματι εξόριστο εκεί και δεν ήταν φυτεμένοι από το κράτος; Η απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, γράφει η Μαντελστάμ, είναι η πρώτη ένδειξη διχασμού της κοινωνίας σε δικτατορίες όπως εκείνη.

Που βρίσκεται λοιπόν σε εποχές σαν την δική μας το όριο μεταξύ ψυχικής ομαλότητας και αρρώστιας; [σ. 112] Ποιος ανάμεσά μας δεν σκεφτόταν τον εαυτό του στο γραφείο του ανακριτή, ποιος δεν σκεφτόταν με την παραμικρή αφορμή απαντήσεις σε ερωτήσεις που θα του κάνουν εκείνοι;

Η Νέα Ηθική

Η Μαντελστάμ γράφει για την ύπνωση του παρόντος, το κήρυγμα του ιστορικού ντετερμινισμού που στέρησε απ’ όλους τη θέληση και την ελεύθερη κρίση, για εκείνους που στο όνομα της Νέας Ηθικής και της Νέας Εποχής διέπρατταν τα τρομερότερα εγκλήματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός από τα ισχυρότερα στελέχη της Τασκένδης που μετά την σύνταξή του αυτοκτόνησε, καθώς δεν άντεξε την δοκιμασία των συνεχών κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεων όσων επιβίωσαν στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με το γράμμα της αυτοχειρίας του, όσο εργαζόταν ως αφοσιωμένος κομσομόλος δεν έβλεπε άλλον από τους συναδέλφους του και τους ανακρινόμενους, εργαζόταν νυχθημερόν χωρίς ανάπαυλα, έπαιρνε προαγωγές και παράσημα και μόνο όταν συνταξιοδοτήθηκε βρήκε το χρόνο να σκεφτεί όσα συνέβαινα και να αναρωτηθεί μήπως δεν υπηρετούσε το λαό όπως νόμιζε τόσα χρόνια… Οι σοβιετικοί είχαν αγγίξει τον υψηλότερο βαθμό ψυχικής τύφλωσης. Όσοι διατηρούσαν υγιή ψυχισμό έκλειναν τα μάτια τους μπροστά στην πραγματικότητα. Το ταξικό αίσθημα είχε αντικαταστήσει κάθε συνείδηση.

Αυτοχειρία, εφόδιο σε εφεδρεία

Σε άλλες εξίσου συγκλονιστικές σελίδες η συγγραφέας γράφει για τις σκέψεις του Ο.Μ., που από ένα σημείο κι έπειτα βρισκόταν συνεχώς σε επιφυλακή για τον φόβο της εξόντωσής του, να δώσει τέλος στη ζωή του αντί να θανατωθεί με τους όρους των διωκτών του. Δεν τον πείραζε να πεθάνει, αρκεί να μην ήταν από το χέρι του εκτελεστή. Η αυτοκτονία ήταν και για τους δυο τους ένα εφόδιο που κρατούσαν σε εφεδρεία. Η σκέψη της έσχατης λύσης παρηγορούσε και καθησύχαζε κυρίως την Ναντιέζντα στις περισσότερο αφόρητες περιόδους της ζωής τους. Ο Όσιπ ήταν περισσότερο αισιόδοξος: Πώς ξέρεις τι θα γίνει μετά; Η ζωή είναι ένα δώρο που κανείς δεν θα τολμήσει ν’ απορρίψει. Γιατί σου έχει κολλήσει ότι οφείλεις να είσαι ευτυχισμένη; Αν και λάτρευε τη ζωή, ο Μαντελστάμ ποτέ δεν αναζήτησε την ευδαιμονία, ούτε και στηριζόταν την αποκαλούμενη ευτυχία. Γι’ αυτόν τέτοιες έννοιες ήταν ανύπαρκτες.

2.000, 42

Σερζ (βλ. εδώ και εδώ), Πλατόνοφ, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Πιλνιάκ, Μπάμπελ, Χαρμς, Σαλάμοφ αλλά και οι περισσότερο «γνωστοί» Μπουλγκάκοφ και Μαγιακόφσκι: τα τελευταία χρόνια το έργο των μείζονων ρώσων πεζογράφων και ποιητών γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση. Ακόμα και σε πιο «ελεύθερα» καθεστώτα, η αφάνειά τους κρίθηκε προτιμότερη, σίγουρα από τις Αριστερές που δεν επιθυμούν να απογαλακτιστούν από το σταλινικό παρελθόν, όπως η ελληνική, όπως εύστοχα γράφει στην εισαγωγή του ο Α. Βιστωνίτης. Κι εμείς, μένει ακόμα να μάθουμε και να διαβάσουμε τους 2.000 συγγραφείς που συνελήφθησαν και τους 1.500 που εκτελέστηκαν, ή πέθαναν στη φυλακή και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή χάθηκαν, χωρίς ποτέ να μάθουμε πώς έχασαν τη ζωή τους, όπως ο Όσιπ Μαντελστάμ.

Ναντιέζντα Μαντελσταμ: 42 χρόνια χήρα του ποιητή, συνομιλήτρια της σκιάς του, 42 χρόνια αφοσίωσης στη διατήρηση της μνήμης του ζωντανής, στην περίσωση του έργου του, στην παράδοσή του σ’ όλους εμάς που διατεινόμαστε πως ενδιαφερόμαστε (ορισμένοι κιόλας πως ζούνε) για την ποίηση.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, σελ. 578, με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη και νεκρολογία από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι («Ναντιέζντα Μαντελστάμ (1899-1980)». Το παράρτημα περιλαμβάνει σημειώσεις της μεταφράστριας, ευρετήριο ονομάτων και λογοτεχνικών κινημάτων και οργανώσεων και δυο ποιήματα: του Μαντελστάμ για τον Στάλιν και της Αχμάτοβα για τον Μαντελστάμ [Nadhezda Madelstam, Vospominania [Αναμνήσεις], 1970].

 Στις εικόνες: Τα έγγραφα (όπως η ενυπόγραφη κατάθεσή του) είναι από τον Φάκελο του Μαντελστάμ, από την εξαιρετική ιστοσελίδα http://www.mandelstam-world.org/




Δεκέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.005.376 hits

Αρχείο