Archive for the 'Ρωσική Λογοτεχνία' Category



05
Φεβ.
12

Βασίλι Αξιόνοφ – Οι ουρανοξύστες της Μόσχας

H ευδαιμονία του τεντωμένου σκοινιού
«Η ιδέα του Παραδείσου είναι το λογικό πέρας της ανθρώπινης σκέψης, υπό την έννοια ότι η σκέψη αυτή δεν προχωράει παρακάτω· γιατί μετά δεν υπάρχει τίποτα, δεν γίνεται τίποτα. Γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Παράδεισος είναι το αδιέξοδο· είναι η έσχατη θέαση του χώρου, το τέλος των πραγμάτων, η κορυφή του βουνού, από το ύψος της οποίας δεν μπορούμε να πάμε πουθενά…» έγραφε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι για το μυθιστόρημα Ο λάκκος του Αντρέι Πλατόνοφ (Αντισέξους, μτφ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδ. Αρμός, 2009, σ. 267) και είναι αδύνατο να μην κάνουμε τις συγκρίσεις του έσχατου πλατονοφικού (ου-) τόπου με τον πλατωνικό παράδεισο όπου αισθάνονται πως ζουν οι χαρακτήρες του Αξιόνοφ: τα διαμερίσματα του 18ου ορόφου ενός από τα επτά πολυώροφα μεγαθήρια κατοικιών, παραχωρηθέντα «για την υπερήφανη διαβίωση των καλύτερων πολιτών της αθεϊστικής Ένωσης των Δημοκρατιών».

Η επίλεκτη αυτή σύναξη ενοίκων εμπνέει στον συνταγματάρχη Κιρίλ Σμελτσακώφ, εραστή της γλωσσικής ηδονής και αγαπημένο των μαζών ποιητή, την ιδέα μιας νεοπλατωνικής πολιτείας που θα κατοικείται από φιλοσόφους και πολεμιστές, έχοντας στην κορυφή της ψηλότερα απ’ τον Πλάτωνα και «ανάλογο του ηλιακού φωτός» τον Στάλιν. Υποψήφια μέλη της είναι η Γκλίκα, ηγετικό στέλεχος της Κομσομόλ, ιδανικό πρότυπο Γυναίκας της Νέας Φάσης και ενσάρκωση της Παρθενίας του Σοσιαλισμού, αλλά και με αναβράζουσα διάθεση για ερωτικούς πειραματισμούς, οι γονείς της – αντιπροσωπευτικοί τύποι της ανώτερης τάξης, οι διαχειριστές του κυλικείου ως το μάτι του κράτους, μυστηριώδη πρόσωπα με διπλούς ρόλους και μια νεανική παρέα με δυτικές προτιμήσεις, βαφτίζοντας την τζαζ ως μουσική των αδυνάτων. Ο αρχικά αφανής αφηγητής εμπλέκεται σταδιακά στον μύθο, όπου εντάσσεται και ο ίδιος ο Στάλιν, με μεταμεσονύκτιες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον άσπονδο φίλο του Κίριλ ως μια … γιουγκοσλαβική απόβαση στην ντάτσα του, επαλήθευση ενός εμμονικού εφιάλτη.

Όμως κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της υπό αίρεση ευδαιμονίας. Η ενδεχόμενη νίκη της Γκλίκα στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι θα αποτελέσει «οριστικό και αποφασιστικό μάθημα στους εκπροσώπους της μπουρζουαζίας» ενώ η ήττα «υποβοήθηση των αθλητικών φιλοδοξιών των επιθετικών χωρών του ΝΑΤΟ». Οι δηλώσεις της στον δυτικό τύπο θα θεωρηθούν μέγιστο ατόπημα, αφού εκτός από την αγάπη της για τον Ηγέτη, εκφράζει απόψεις περί ερωτικής απόλαυσης. Τα «αρχαιοελληνικά» ποιήματα του Σμελτσακώφ κρίνονται επικίνδυνα για την νεολαία και τον ίδιο: η ποίηση της εποχής απαγορεύεται να είναι κοσμοπολίτικη ή ζοφερή, να έχει «περιττή αισθαντικότητα» ή να αλληθωρίζει στο παρελθόν. Ο Στάλιν αντιλαμβάνεται πως ο στιχουργημένος «ανθρακί Μινώταυρος στην άκρη του σκοτεινού δωματίου» συμβολίζει τον ίδιο και πως ο Θησέας ταυτίζεται με τον ποιητή.

Ο Αξιόνοφ αφήνει ανολοκλήρωτα πολλά από τα ένθετα επεισόδια γιατί δεν τον ενδιαφέρει ένα ακόμα χρονικό των διώξεων, αλλά περισσότερο η απόδοση του κλίματος και της ατμόσφαιρας της εποχής, η εστίαση στις παραμορφώσεις της καθημερινής ζωής που βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί και η ψυχογραφία της συλλογικής παράκρουσης γύρω από τον Ηγέτη. Η παρωδιακή του πρόζα του κοιτάζει τόσο προς στην κλασική ρωσική παράδοση όσο και την σύγχρονη μετακομμουνιστική λογοτεχνία. Το πέρασμά του στην πλευρά των ανεπιθύμητων του καθεστώτος ξεκίνησε στα τρία του, με την δεκαετή καταδίκη των γονέων του σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας ως «εχθρών του κράτους» – στοιχείο που προσδίδει στον αφηγητή – και ολοκληρώθηκε με την αυτοεξορία του στην Αμερική το 1979, συνεπεία της αντιπαράθεσής του με την σοβιετική λογοκρισία και την επίσημη κριτική.

Η διττή ιδιότητα του θερμού στρατιωτικού και του ποιητή με τις μεγαλομανείς εκφράσεις ενός αφελούς ιδεαλισμού προκαλεί ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με τον βασανιστή – πιλότο (στην άκρως αντίθετη πολιτική πλευρά) στο Μακρινό Αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Μήπως κι εδώ υπονοείται πως οι φύλακες των σχετικών καθεστώτων ήταν απλώς παραμελημένοι ανίκανοι ποιητές; Ακόμα κι ο ίδιος ο Κιρίλ κάποια στιγμή αναρωτιέται: «Πώς μπορείς να τα δεις όλα αυτά δίχως μια ελαφρά ειρωνεία;» (σ. 99). Μένει η αιρετική φράση του Βίκτορ Γεροφέγιεφ (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε στην περίφημη χειρόγραφη ανθολογία Μετρόπολ το 1979, που αγνόησε την λογοκρισία και οδήγησε σε ανακρίσεις και διαγραφές) στον Καλό Στάλιν: «Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά». 42 χρόνια μετά ο εκπατρισμένος αφηγητής δίνει διαλέξεις περί ουτοπιών, οι ουρανοξύστες γέμισαν εμπορικά καταστήματα, και η «δυτικόφιλη» νεότητα, τα αλλοτινά «παράσιτα», έμεινε άνεργη, εξαντλημένη από τις διώξεις. Επιβεβαιώνοντας τα λόγια του Μπρόντσκι, η παραδείσια κορυφή κατέληξε σε τέρμα και αδιέξοδο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, εισαγωγή και μτφ. από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, 411 σελ. (Василий Павлович Аксёнов – Москва Ква-Ква / Vassili Axionov (απαντά και ως Vasily Pavlovich Aksyonov, Vasili Aksenov), Moscow-cow-cow (Les Hauts de Moscou), 2006).

04
Ιαν.
12

Γιούρι Ντομπρόφσκι – Η επιστήμη της άχρηστης γνώσης

Το κόκκινο και το μαύρο

Ο Γιούρι Οσιπόβιτς Ντομπρόφκσι (Μόσχα, 1909-1978) ανήκει στην μεγάλη χορεία των ανελέητα διωχθέντων του σταλινικού κράτους. Το περιβόητα στρατόπεδα του Άλτα Άτι (Καζακστάν) και Κολύμα (Σιβηρία) όπου έζησε εκτοπισμένος επί σχεδόν είκοσι χρόνια αναπόφευκτα αποτέλεσαν μυθιστορηματικούς χώρους των έργων του, ιδίως του «Φύλακα των Αρχαιοτήτων» και της (τρόπον τινά συνέχειάς του) Επιστήμης. Το έργο εκδόθηκε στο Παρίσι το 1978 λόγω απαγόρευσης δημοσίευσης στην ΕΣΣΔ και φαίνεται πως του στοίχισε τη ζωή, καθώς ο συγγραφέας υπέκυψε εξαιτίας σωματικής επίθεσης από αγνώστους, αποδιδόμενης στην KGB.

Πρόκειται για ένα κατακλυσμικό μυθιστόρημα που ξεδιπλώνει αργά και ολιστικά τις πτυχές της εν έτει 1937 σοβιετικής ζωής τοιχογραφώντας ένα πλήθος προσώπων. Ο κεντρικός χαρακτήρας Γκεόργκι Νικολάγιεβιτς Ζίμπιν, επικεφαλής αρχαιολογικής ανασκαφής, εισέρχεται στον εφιαλτικό κόσμο της Σταλινικής Ανακριτικής και Εγκληματολογίας ως υπαίτιος της εξαφάνισης σημαντικών ευρημάτων. Η αρχική του μέχρις αστεϊσμών ψυχραιμία για την αίσια έκβαση της παρεξήγησης μετατρέπεται σταδιακά σε έκπληξη και φόβο, καθώς εισχωρεί ολοένα και βαθύτερα στους δαιδάλους μιας παράλογης και προδιαγεγραμμένης αντιπαράθεσης με τα κρατικά όργανα, αλλά κυρίως καθώς διαφωτίζεται από έναν συγκρατούμενό του: «Θέλεις να βγεις από δω αυτή τη στιγμή και να είσαι ελεύθερος; Χωρίς να είσαι ένοχος για κάτι; Άλλη μια λανθασμένη σύλληψη! Αυτό θα σήμαινε ότι εσύ θα έβγαινες έξω και ότι ο ανακριτής θα έπαιρνε τη θέση σου στη φυλακή». «Μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες για την σύλληψή σου, αλλά παύουν να υπάρχουν μόλις συλληφθείς». Η έννοια της απελευθέρωσης υπονοεί προηγηθείσα σύλληψη, που ως έννοια πολύ ισχυρότερη εξουδετερώνει την πρώτη.

Η επιστήμη της νομικής θεωρίας καθίσταται άχρηστη, αλλά μέσω αυτής ακριβώς της παραδοχής μετασχηματίζεται σε επιστήμη μιας χρήσιμης και αποδοτικής πρακτικής, που μέσω της ανάκρισης ωθεί τον κατηγορούμενο στην ομολογία του λάθους του, την δημόσια αποκήρυξη των πράξεών του, την μετάνοια και την υποταγή στην μία και μόνη αλήθεια: την κρατική. Θεμέλια της νέας αυτής «Νομικής» αποτελούν η καθιέρωση εγκλημάτων ασαφέστατου ή ευρύτατου περιεχομένου (υποκίνηση σε αντισοβιετική δράση, φθοροποιός πρόθεση, αμέλεια καθήκοντος), το διαρκές και απαράγραπτό τους («μια φορά εχθρός, πάντα εχθρός»), η κληρονομικότητα των αυτουργών (και στο πιο απόμακρο κλαδί του οικογενειακού δέντρου αν υπάρχει διωχθέν πρόσωπο, καταχωρίζεσαι ως «στενός συγγενής ενός αποκαλυφθέντος εχθρού του λαού»), η γραφειοκρατική παντοκρατορία (ένα χαώδες σύνολο από «ειδικά σημειώματα» και «υπομνήματα», όπου «αυτοί έχουν όλα τα χαρτιά κι εσύ δεν έχεις τίποτα»), η επανάληψή της καταδίκης στο διηνεκές (λίγο προτού απελευθερωθείς σού αποδίδεται το ίδιο έγκλημα), η αντιστροφή του αποδεικτικού βάρους («Έχεις τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δε συνέβη;»).

Η γραφή του Ντομπρόφσκι μοιάζει να συμπυκνώνει τα βασικότερα μορφολογικά χαρακτηριστικά της ρωσικής, και της μετέπειτα σοβιετικής λογοτεχνίας. Η συνύπαρξη του γελοίου – κωμικού και του τραγικού – δραματικού, ορισμένες «γκογκολικές» εκφράσεις υπερβολής, οι ενίοτε εξπρεσιονιστικές αποδόσεις χαρακτήρων και συναισθημάτων, η απήχηση αιρετικών φωνών όπως των Μαγιακόφσκι και Μπουλγκάκοφ (από τον οποίο κάλλιστα θα προερχόταν ο καλλιεργητής μήλων όπου «διαγράφονταν ολοκάθαρα οι εικόνες του Λένιν και του Στάλιν, συνθήματα και το σφυροδρέπανο») συναπαρτίζουν μια ευρεία σύνθεση γκροτέσκου ρεαλισμού. Ο λόγος των χαρακτήρων συχνά διασπάται από επιφωνηματικές φράσεις και παραληρηματικές, σχεδόν φαντασιακές παρεκβάσεις, ενώ η ευρυγώνια παρουσίαση της κλειστοφοβικής σταλινικής πραγματικότητας εκτροχιάζεται σε μεγάλες ενότητες για την προηγούμενη «ελεύθερη» ζωή του άτυχου Ζίμπιν, αποδίδοντας ολοκληρωμένες εικόνες μιας ανέμελης, μοντέρνας νεότητας με πνευματικές ανησυχίες (εμφανής παραλληλισμός με το αντίστοιχο αφανισμένο κομμάτι του σοβιετικού πληθυσμού). Αξιοσημείωτο «περιφερειακό» θέμα αποτελεί και η αμηχανία των αρχαιολόγων μπροστά σε ευρήματα μεγάλου ιστορικού βάθους, που άλλοτε προκαλούν ανησυχία ως ενδείξεις ενός άλλου (και γι’ αυτό απειλητικού και ανεπιθύμητου) ρωσικού πολιτισμού, και άλλοτε βεβιασμένα τεκμήρια μιας ένδοξης αυτοκρατορικής – ρωμαϊκής, τσαρικής και κομμουνιστικής – συνέχειας.

O Ζίμπιν πεισματώνει, αποφασισμένος να επιβιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μα συνειδητοποιεί πως ακριβώς αυτή η επιβίωση ισοδυναμεί με αληθινό θάνατο. Παρά την πνευματική του αντίσταση στα ατέλειωτα λεκτικά και διανοητικά παιχνίδια της ανακριτικής διαδικασίας, γνωρίζει πως η ελευθερία τον περιμένει πλέον μόνο στον ύπνο του. Σύντομα οι ανακριτές – «ξυπνητήρια» θα του στερήσουν και αυτόν – και δεν θα μπορεί να τους εξαπατήσει, όπως ο θρυλικός κρατούμενος που κατάφερε να κοιμηθεί όρθιος παραπλανώντας τους με το κούνημα του ποδιού του. Η σχεδόν φυσική νομοτέλεια του αφανισμού προστάζει την αποδοχή της: «Αυτό που είναι επικίνδυνο είναι ότι σε αφήνουν να έχεις την πρωτοβουλία… Στην εποχή μας μία λέξη θεωρείται πράξη και μια συνομιλία ισοδυναμεί με δράση. Υπάρχουν φορές που μια λέξη είναι έγκλημα. Σε τέτοιους καιρούς ζούμε. Πρέπει να συμφιλιωθούμε μ’ αυτό…. Μετά σε «μαζεύουν» κι αυτό είναι όλο. Είναι σαν νόμος της φύσης». (σ. 126-127)

Εκδ. Κέδρος, 2008, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, 682 σελ. (Юрий Домбровский – Yury Dombrovsky – The Faculty of Useless Knowledge, 1978)

14
Δεκ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 102

Σβετλάνα Αλέξιεβιτς, Έρευνες για τον έρωτα στη Ρωσία, Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 146, 145, μτφ. Ο. Τσιμπένκο (Svetlana Alexievitch, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Δεν χρειάζεται να είσαι κοσμοναύτης, πρωταθλητής ή ήρωας, μπορείς να τα βιώσεις όλα σ’ ένα συνηθισμένο δυάρι – εικοσιοχτώ τετραγωνικά, κοινό μπάνιο, ανάμεσα στα αντικείμενα που μοιάζουν σκηνικά από παλιό επαρχιακό θέατρο. Περασμένα μεσάνυχτα, δύο η ώρα. Πρέπει να φύγω, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να φύγω απ’ αυτό το σπίτι…Περισσότερο μοιάζει με κάποια ανάμνηση, σαν να τα θυμήθηκα όλα, για πολύ καιρό δεν θυμόμουν τίποτα, και τώρα όλες οι αναμνήσεις επιστρέφουν…Ενώθηκα…Νομίζω, κάτι παρόμοιοι νιώθει ο άνθρωπος που πέρασε πολλές μέρες φυλακισμένος σ’ ένα κελί, και ανακαλύπτει τον κόσμο σε ατέλειωτες λεπτομέρειες. Σχήματα. Δηλαδή, το μυστικό είναι ήδη κάτι χειροπιαστό, σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα βάζο λουλουδιών για παράδειγμα. Μα για να καταλάβεις κάτι, πρέπει να νιώσεις πόνο. Όταν ήμουν πολύ νέος, προσπάθησα να διαβάσω την ποίηση της Τσβετάεβα, δεν κατάλαβα τίποτα, γιατί οι λέξεις της είναι ηχηρές, λέγονται σαν εξορκισμοί, έχουν μια θεμελιώδη δύναμη. Και πώς θα καταλάβεις, αν δεν πονάει, πρέπει να πονέσεις, να πονέσει…

Ο έρωτας αρχίζει, και ξαφνικά δεν υπάρχεις, διαλύεσαι μέσα σε κάποιον ή σε κάτι, και αυτή η αίσθηση συνεχίζεται, απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, αποκτά έκταση σχεδόν φυσική, ξαφνικά βρίσκεσαι σε άλλο διάστημα, δηλαδή δεν καταλαβαίνεις τίποτα και δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβεις και δεν μπορείς να το σβήσεις με μια γομολάστιχα από το χαρτί. Ξαφνικά όλα αλλάζουν χρώμα…Ακούς περισσότερες φωνές, περισσότερους ήχους….

04
Δεκ.
11

Πτούσκινα Ναντιέζντα Μιχάιλοβνα – Abnormal

«Δημιουργοί» – Θέατρο Δημήτρη Ποταμίτη

Φιλική συμμετοχή

Καθώς περιμένουμε στο φουαγιέ του θεάτρου, ένας βιαστικός άντρας εισέρχεται ορμητικά και παραγγέλνει μεγαλόφωνα στο μπαρ έναν καφέ. Είναι ώρα αιχμής και προφανώς δικαιολογείται η τυχαία τριβή με μια μεγαλύτερή του γυναίκα. Αλλά όχι: η γυναίκα φαίνεται πως έχει προμελετήσει το θορυβώδες τους συναπάντημα και δεν έχει καθόλου χρόνο για χάσιμο. Μετά τις πρώτες φράσεις του ζητάει να κοιμηθούν μαζί, μια και μόνη φορά, αυτό το βράδυ. Ο κομψός και «πολιτισμένος» άντρας προσπαθεί με ευγένεια να της εξηγήσει τον παραλογισμό. Εκείνη επιμένει, αυτό που ζητάει είναι αδύνατο να αναβληθεί. Σήμερα θα τελειώσει η όποια σεξουαλική της ζωή και παρακαλεί για μια φιλική συμμετοχή. Τα έχει κανονίσει όλα: πρέπει να συλλάβει έναν γιο, όχι κόρη, γιατί «εδώ οι γυναίκες δεν περνάνε και τόσο καλά» – το εδώ είναι η μετακομμουνιστική Ρωσία. Και αποφασίσατε να αποχαιρετήσετε την σεξουαλική σας ζωή μαζί μου;

Η φράση

Το προοίμιο μας έπιασε στην αναμονή, καθώς διαδραματίστηκε ακριβώς μπροστά μας, στην αναμονή της εισόδου μας. Πώς θα αλλάξει η σκηνή για να οδηγηθούμε στον κατεξοχήν χώρο του θεάτρου; Μ’ ένα παρατεταμένο φιλί, με το οποίο θα τους βρούμε να το συνεχίζουν στη μέση της σκηνής – νωρίτερα μια δική της φράση, θα τον έχει ξυπνήσει από τον κόσμο της λογικής, μια φράση που τον απογειώνει. Θα το μεγαλώσω έτσι ώστε να σας αγαπάει.

Η συμφωνία

Οι συνθήκες τώρα αλλάζουν. Αν εκείνη μπορεί να διαπραγματεύεται τέτοιες καταστάσεις, μήπως θα μπορούσε να βοηθήσει σε μια κρίσιμη επαγγελματική συμφωνία με τους Ολλανδούς επιχειρηματίες που θα συναντήσει σε λίγο ο άντρας; Και πράγματι, πίσω από τα παρασκήνια συντελείται ένας θρίαμβος που μαθαίνουμε σύντομα: η διαπραγματεύσεις στέφθηκαν με επιτυχία, καθώς οι δυο τους υποκρίθηκαν το τρελά ερωτευμένο ζευγάρι. Υπάρχει φαίνεται τόση λίγη αληθινή αγάπη στον κόσμο, που όταν την συναντάς θες υποσυνείδητα να την προστατεύσεις. Μια πολύ επικίνδυνη πρόβα δηλαδή.

Η ένωση

Τώρα είναι αυτός πρόθυμος για την συμφωνία, τώρα θέλει αυτός το ρομάντζο της μιας νύχτας, τώρα είναι ο ίδιος που μιλάει για την αναγέννηση ξεχασμένων συναισθημάτων· μόνο που εκείνη, στην επίμονη ματιά του, διακρίνει ήδη μια θλίψη. Όσο οι δυνάμει εραστές πολυλογούν ενθουσιασμένοι, άλλο τόσο αδυνατούν να διακρίνουν την ευτυχία από την θλίψη, το παιχνίδι από την πραγματικότητα. Μπορώ όπως κι εσείς να μιλάω για ένα πράγμα και να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό.

Η πληγή

Σε χώρο που μοιάζει αποθηκευτικός, με άδεια καφάσια και μεταλλικά βαρέλια μπύρας, στα μετόπισθεν της «επιχείρησης», αργά το βράδυ, η γυναίκα ευθυγραμμίζει το τσιγάρο της με το κοινό, με τον καπνό της να σχηματίζει μια κατακόρυφη ευθεία που τεμαχίζει το ημίφως. Αλλά σα να τεμαχίζει και το ίδιο της το παρελθόν και να αγγίζει πλέον την πληγή που την κράτησε μακριά από τον κόσμο τόσα χρόνια. Μια παλιά αγάπη, που κράτησε μόλις μια βδομάδα. Προλάβαμε να αγαπηθούμε αλλά δεν προλάβαμε να συνηθίσουμε ο ένας τον άλλον.Κι ο εκείνος ο εραστής μοιάζει με τον άντρα που επέλεξε ανάμεσα στο ανώνυμο ρωσικό πλήθος και προσέγγισε τόσο άγαρμπα κι απελπισμένα. Η ιστορία συγκολλείται σιγά σιγά…

Η ευτυχία

…και η ευτυχία μοιάζει δυνατή· τουλάχιστον κυκλοφορεί φευγαλέα στον άχαρο χώρο. Και περιλαμβάνει το μέλλον σμίξιμο, την γέννηση ενός παιδιού που θα ανατραφεί για να τον αγαπήσει, τις συναντήσεις τους να γυρίσουν τον κόσμο, ένα ταξίδι στην Ολλανδία που πάντα ονειρεύονταν. Κι όμως ανά πάσα στιγμή αυτή η ιστορία αγάπης είναι έτοιμη να αυτοαναφλεχθεί, να λήξει ως ουδέποτε γεννηθείσα. Στα χάσματα της σιωπής μοιάζει μακρινή – και τότε ακούγεται από πίσω μια ambient μουσική, σαν να ηχούν οι ιδανικές λέξεις όταν τα χείλη στεγνώνουν. Δώστε μου ένα φιλί αποχαιρετισμού.

…αδύνατη

Είσαι μια αναπάντεχη γιορτή για μένα …της φωνάζει ο στιγμιαία ευτυχής, κι έχει ήδη, ασυναίσθητα, υπογράψει το τέλος της. Βλέπετε, η ίδια η λέξη γιορτή περικλείει την συντομία της – το τέλος ενυπάρχει στην ουσία της. Το ταξίδι που ονειρεύονται κι οι δυο, αξίζει να τους χαροποιεί ως ένα όντως όνειρο: φευγαλέο και απραγματοποίητο. Καθώς σηκώνεται από το πάτωμα που τους φιλοξένησε, οι κόκκοι καφέ που εκείνη παιχνιδιάρικα είχε χώσει στο στήθος του μέσα απ’ το πουκάμισό του διασκορπίζονται παντού. Φεύγει για λίγο, δεν αντιλαμβάνεται το τέλος. Εκείνη δεν θα τον περιμένει: η ίδια που τον απογείωνε, η ίδια οφείλει να τον προσγειώσει. Το τραγούδι που της άφησε για πρόσκαιρη συντροφιά πρέπει να αλλάξει. Θα σκορπίσει το μήνυμά της μέσα του, θα του μιλήσει για την ευτυχία που πάντα αναχωρεί. Ιδίως γι’ αυτούς που την στέρησαν από τον εαυτό τους και άργησαν να την αναζητήσουν. Και τώρα ούτε στην προηγούμενή τους ζωή μπορούν να επιστρέψουν. Τώρα το δικό τους ρέκβιεμ για ένα όνειρο θα ακουστεί μόλις πατηθεί το κουμπί του κασετοφώνου.

Δυο ξανά από ένας

Οι δυο ηθοποιοί αναγκάζονται να κινηθούν μέσα από αλλεπάλληλες κυκλοθυμίες και να διατρέξουν μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων που συχνά βρίσκονται μίλια μακριά το ένα απ’ το άλλο. Ο άντρας θα κινηθεί από τις εκφράσεις της αλαζονείας και της αυτάρκειας ως και της συνειδητοποίησης, του κλυδωνισμού, του διλήμματος και του ξυπνήματος. Η γυναίκα θα ζωγραφίσει με το πρόσωπό της τα σχήματα της μοναξιάς, της θλίψης, της αξιοπρέπειας, της μετάνοιας, του νέου της δοσίματος. Και, αναγκαστικά, της αποδοχής.

Ρέκβιεμ για ένα άλλο όνειρο

Η παράσταση θα πραγματοποιείται έως και ανήμερα των Χριστουγέννων, καθώς το θέατρο «Δημήτρης Ποταμίτης» κλείνει οριστικά την αυλαία του μετά από 38 χρόνια συνεπούς θεατρικής πορείας. Υπήρξε το πρώτο θέατρο που δημιουργήθηκε στην Αθήνα εκτός κέντρου, το 1973 από τον αείμνηστο Δημήτρη Ποταμίτη ως «Θέατρο Έρευνας», ενώ το 2004 πήρε τη σημερινή του ονομασία από το Γιώργη Κοντοπόδη και τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο, που ανέλαβαν από κοινού τη διεύθυνση του χώρου. Σύντομα θα ανακοινωθεί ο καινούργιος χώρος που θα στεγάσει τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του Γιώργη Κοντοπόδη.

 Παίζουν: Μαρία Αλιφέρη, Γιώργης Κοντοπόδης, σκηνοθ. – μουσ. επένδ.: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, σκην. – κοστ: Γιώργης Κοντοπόδης, μτφ.: Παυλίνα Γαλανοπούλου / 90΄/ Τετάρτη (λαϊκ. απογ.) 19:15, Πε-Σα: 21:15, Κυρ: 19:15 / Ιλισίων 21 & Κερασούντος, Ζωγράφου, 2155001300

19
Δεκ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 79

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Αυτός είμαι. Αυτοβιογραφία, σε: Ποίηση και επανάσταση. Έρωτας και επανάσταση. Σάτιρα. Αυτός είμαι, εκδ. Οδυσσέας, 2001, μτφ. από τα ρωσικά – εισαγωγή – σημειώσεις Πέτρος Ανταίος, σ. 382 και 395.

Το λεγόμενο δίλημμα
Βγήκα ξεσηκωμένος. Εκείνοι που διάβασα ήταν οι λεγόμενοι μεγάλοι. Μα πόσο εύκολο ήταν να γράψει κανείς καλύτερα από δαύτους. Ήδη αντιμετωπίζω σωστά τον κόσμο. Μόνο που χρειάζομαι πείρα στην τέχνη. Από πού να την πάρω; Είμαι αμόρφωτος. (…) Αν μείνω στο κόμμα, πρέπει να γίνω παράνομος. Και ως παράνομος θεωρούσα πως δε θα μπορούσα να σπουδάσω. Προοπτική – σ’ όλη μου τη ζωή να γράφω προκηρύξεις, να διατυπώνω σκέψεις παρμένες από σωστά βιβλία, που όμως δε θα τα είχα επινοήσει εγώ. Αν μου ξετινάξουνε ό,τι έχω πάρει από διαβάσματα τι θ’ απομείνει; Η μαρξιστική μέθοδος. Μήπως όμως το όπλο αυτό έπεσε σε παιδικά χέρια;
(…)

1928
Γράφω το ποίημα Άσχημα. Θεατρικό έργο και λογοτεχνική μου βιογραφία. Πολλοί έλεγαν: «Η αυτοβιογραφία σας δεν είναι πολύ σοβαρή». Σωστά. Ακόμα δεν έγινα ακαδημαϊκός και δε συνήθισα να νταντεύω την αφεντιά μου· άλλωστε η δουλειά μου μ’ ενδιαφέρει μόνο όταν είναι χαρούμενη. Άνοδος και πτώση πολλών λογοτεχνιών, οι συμβολιστές, οι ρεαλιστές κ.λπ., ο αγώνας μας εναντίον τους – όλα αυτά που ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου: είναι μέρος της εξαιρετικά σοβαρής ιστορίας μου. Πράγμα που απαιτεί να γράψω γι’ αυτά. Και θα γράψω.

Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

10
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 45

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαίτρ και η Μαργαρίτα, εκδ. Θεμέλιο, 1991, μτφ. Τίνα Καραγεώργη, Γιούρι Γιαννακόπουλος, επιμ. Πέτρος Ανταίος, σ. 278 (Михаил Афанасьевич Булгаков, Мастер и Маргарита, 1966/1973 / Mikhail Afanasyevich Bulgakov, The Master and Marguerita).

Όποιος είναι γνώστης της πέμπτης διάστασης είναι το απλούστερο πράγμα να μεγεθύνει ένα χώρο όσο θέλει. Και μάλιστα, αξιότιμη κυρία μου, ένας διάολος ξέρει ως ποιά όρια! Εντούτοις, συνέχισε να φλυαρεί ο Κοροβιόφ, έχω συναντήσει ανθρώπους, που παρόλο ότι δεν είχαν ιδέα από την πέμπτη διάσταση, και όχι μόνο από την πέμπτη διάσταση αλλά και από τίποτε άλλο, κατόρθωσαν ωστόσο να σημειώσουν αληθινά θαύματα ως προς την μεγέθυνση του χώρου τους. Έτσι, παραδείγματος χάρη, ένας Μοσχοβίτης, όπως μου είπαν, αποκτώντας ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στη συνοικία Ζεμλιανόι Βάλ, χωρίς να χρησιμοποιήσει καμιά πέμπτη διάσταση, ούτε τίποτα άλλο πέρα από το ανθρώπινο λογικό, μετέτρεψε το διαμέρισμά του στα γρήγορα σε τεσσάρι, χωρίζοντας μ’ ένα μεσότοιχο ένα απ’ τα δωμάτια.

Στη συνέχεια το αντάλλαξε με δυο χωριστά διαμερίσματα σε διαφορετικές συνοικίες της Μόσχας, το ένα τριάρι και το άλλο δυάρι. Θα συμφωνήσετε πως με τον τρόπο αυτό απέκτησε πέντε δωμάτια. Μετά αντάλλαξε το τριάρι με δυο ξεχωριστά διαμερίσματα των δύο δωματίων κι έτσι είχε στην κατοχή του, όπως βλέπετε, έξι δωμάτια τώρα, σκορπισμένα, είναι η αλήθεια, στις τέσσερις γωνιές της Μόσχας. Και την ώρα που ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει το τελευταίο και πιο λαμπρό κόλπο του, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα αγγελία ότι αλλάζει έξι δωμάτια σε διαφορετικές περιοχές της Μόσχας μ’ ένα πεντάρι στο Ζεμλιανόι Βάλ, η δραστηριότητά του αυτή τερματίστηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Είναι πιθανό ότι τώρα διαθέτει κάποιο δωμάτιο, αλλά σας διαβεβαιώνω πως αυτό βρίσκεται πολύ μακριά απ’ τη Μόσχα…

Στην Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

06
Δεκ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 43

Γιόζεφ Μπρόντσκι, Αυτό που ονομάζουμε εξορία, Το Δέντρο, τεύχος 37-38 (Μάρτιος – Απρίλιος 1988), Κείμενα της εξορίας, σ. 81 (το κείμενο σ. 77-83), [Joseph Brodsky, 1987].

Η εμπειρία της εξορίας σε μεταφέρει εν μια νυκτί εκεί όπου θα χρειαζόσουν μιάν ολόκληρη ζωή να φτάσεις. Δεν με πειράζει καθόλου αν η παρατήρηση αυτή ακούγεται σαν διαφημιστικό μήνυμα: ήρθε ο καιρός να πουληθεί αυτή η ιδέα, είναι ανάγκη να υπάρξουν περισσότεροι αγοραστές. Εδώ ίσως να βοηθούσε μια παρομοίωση: ο εξόριστος συγγραφέας μοιάζει μ’ έναν σκύλο – ή και μ’ έναν άνθρωπο – που εκτοξεύτηκε στο διάστημα μέσα σ’ ένα διαστημόπλοιο. (Η αναλογία με το σκύλο μου φαίνεται ακριβέστερη αφού κανείς δε θα νοιαστεί να τον ξανακατεβάσει στη γη). Για να συμπληρώσω την παρομοίωση πρέπει να προσθέσω ότι ο ταξιδιώτης δεν αργεί να ανακαλύψει ότι το διαστημόπλοιό του δεν έλκεται από το πεδίο βαρύτητας της Γης αλλά από κάποιο άγνωστο διαστημικό κέντρο βαρύτητας. Προφανώς το διαστημόπλοιο που περικλείει τον ταξιδιώτη συμβολίζει τη γλώσσα του. 

Στον Τάσο Καλούτσα




Νοέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.001.628 hits

Αρχείο