Archive for the 'Μουσική' Category

14
Φεβ.
22

Ένα γράμμα, μια συλλογή μνημών και μια κασέτα για τον Μπάμπη Αργυρίου

Λοιπόν, φίλε, κι οι δυο το τηρούσαμε σε κάθε χαμό κάποιου αγαπημένου μουσικού. Σημασία δεν είχε τι χανόταν αλλά τι έμενε. Τώρα που έφυγες πρώτος δεν θα είναι εύκολο να το τηρήσω, αλλά θα προσπαθήσω. Άλλωστε μέχρι κι ο Σοπράνο το είπε σ’ εκείνο το φαγάδικο, λίγο προτού σκοτεινιάσει ο καιρός του: Focus on the good times. Σίγουρα θα ήθελα να γράψω για το τι άνθρωπος ήσουν, πόσο ροκ εντ ρολ ψυχή, πόσο δοτικός σ’ ένα σινάφι όπου δεκάδες κακόμοιροι αρνούνταν να μοιραστούν δίσκους και τραγούδια, ώστε να νοιώθουν οι μόνοι τους κάτοχοι, πόσο αξιοθαύμαστα δημιουργικός την στιγμή που όλα γίνονταν όλο και πιο δύσκολα για σένα. Με πόσα πλάνα πλάνευες το μέλλον σου, με πόσους διαφορετικούς και ευφάνταστους τρόπους μπορούσες να γράψεις οτιδήποτε, πόσο καταλυτικό ήταν το χιούμορ σου. Πόσο ταξίδευες κολλημένος στην καρέκλα σου, πόσα σχέδια σκάρωνες στο αεικίνητο εγκεφαλικό σου σχεδιαστήριο, γνωρίζοντας πως το σώμα σου έχει τα δικά του. Αλλά δεν θα τα γράψω γιατί θυμάμαι πολύ καλά πως μέσα στις ατέλειωτες συμφωνίες μας, ισάριθμες με τις διαφωνίες, αντιπαθούσαμε τις καλολογίες, ακόμα κι αν έλεγαν αλήθειες. Άλλωστε τι σημασία έχει; Όσοι σε γνώρισαν αυτά τα ξέρουν καλά κι όσοι δεν σε γνώρισαν δεν θα καταλάβουν. Εμείς ήμασταν οι τυχεροί. Τύχη βουνό θα την έλεγα, κι όρος θεόρατο για μένα, που υπήρξες ο καλύτερός μου φίλος στην πόλη σου, στα δεκαπέντε οδυσσειακά μου χρόνια εκεί πάνω, λίγα μέτρα από τα σπίτια και τα δισκάδικά σου.

Για όλους εμάς που χαρακωθήκαμε από οριακούς χωρισμούς κι αποχωρισμούς, όπως τώρα και ο δικός μας, το ιδανικότερο θα ήταν, όπως έγραψα αμέσως μετά το νέο σου σ’ έναν στενό κύκλο φίλων, να βρεθούμε όσοι σε γνωρίσαμε και να διηγηθούμε τις ιστορίες μας μ’ εσένα. Αλλά είμαστε πλέον όλοι σκορπισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και στα σαράντα τέσσερα των διαφορετικών μας ζώων. Κι έτσι δεν μένει παρά να καταγραφεί μια συλλογή μνημών για τον άνθρωπο που μας έφερε όλους στην καλοπλεγμένη παρέα ενός περιοδικού και στην τεράστια συντροφία μιας ιστοσελίδας. Τώρα δε που έκλεισε μήνας αδυνατώ να τα κρατήσω άλλο μέσα μου και αρχίζω, όπως πάντα, χωρίς κανένα διάγραμμα. Τα ξέρεις, τα έχουμε πει, αυτό ήταν τα φανζίν: λέξεις που συλλαμβάνονται όπως φτάνουν, που γράφονται όπως ξεχύνονται.

Υπήρξαμε λοιπόν, Μπάμπη, κι όχι μόνο υπήρξαμε αλλά και συνυπήρξαμε με μια γερή δόση σχέσεων. Ας πούμε:

Γραφέας και αναγνώστης. Φεβρουάριος 1987. Ζούσα σ’ ένα μικροσκοπικό δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στην εμπορική πλευρά της πόλης, τόσο μικροσκοπικό που μ’ έπνιγε και φρόντιζα όσο περισσότερο γινόταν να βρίσκομαι έξω. Όταν δεν έπαιρνα τους δρόμους ξημεροβραδιαζόμουν στην τεράστια βιβλιοθήκη – αναγνωστήριο του Πανεπιστημίου. Σε μια βόλτα έφτασα ως ένα δισκάδικο και στην βιτρίνα είδα το Rollin Under. Είχε την ασυνήθιστη αισθητική του φανζίν, σκίτσα και γράμματα γραφομηχανής στο εξώφυλλο, αγαπημένες μπάντες στο υπέδαφος. Το πήρα κι έσπευσα να το διαβάσω στο τραπέζι μου στο αναγνωστήριο. Έχασα το φως μου ή μάλλον το βρήκα οριστικά. Τι συνέβαινε εκεί μέσα! Μιλούσες μόνο για εκείνα που σ’ αρέσουν, μ’ ένα σωρό εύστροφους τρόπους και με πανέξυπνα λογοπαίγνια. Ήταν αδύνατο να παραμείνω θεατής αναγνώστης ενός τέτοιου περιοδικού. Ήθελα να γίνω κομμάτι του, μήπως και καταφέρνω να μεταδίδω την ευφορία άγνωστων ή ξεχασμένων τραγουδιών σαν κι αυτό:

Ariadne McKinnon – Naughty dreams

Συνδαιτυμόνες και συνομιλητές. Δεν γινόταν να μη σε γνωρίσω – ο κύκλος των συγκεκριμένων ακροατών ήταν άλλωστε περιορισμένος. Βρισκόμασταν σ’ ένα παμπάλαιο φαγάδικο πάνω στην Εγνατία, λίγο πριν το Μπέι Χαμάμ, δίπλα στα μαγαζιά με τις εικόνες και τα εκκλησιαστικά είδη. Επέστρεφα με το λεωφορείο από την λέσχη, σ’ έβλεπα να περπατάς με το αξέχαστο, χαρακτηριστικό σου βάδισμα, πηδούσα στην επόμενη στάση, κι έμπαινα να σε συναντήσω. Ξανάτρωγα κι εγώ, μόνο και μόνο για να κρατά περισσότερο εκείνη η ώρα της συνομιλίας. Έγινε το στέκι μας και χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί. Όταν χρόνια μετά πηγαίναμε στο μαγειρείο δίπλα στην Αχειροποίητο επιβεβαίωσα πως η ώρα του γεύματος δεν αποτελεί διάλειμμα στις ακατάπαυστες ξεκαρδιστικές παρατηρήσεις αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Εκδότης και συνεργάτης. Σου είπα πως θέλω να γράψω στο περιοδικό, μου είπες καλώς ήρθες, για ποιους θέλεις να γράψεις, σου έγραψα στο χάρτινο τραπεζομάντηλο τα πρώτα αγαπημένα σχήματα που μου ήρθαν στο μυαλό: Cocteau Twins, Vietnam Veterans, Chumbawamba, Waterboys, η σκηνή της Νέας Υόρκης με Sonic Youth, Swans κλπ., η μισή Creation Records. Είχες ήδη ετοιμάσει κάτι για τους πρώτους, κράτησα την υπόσχεσή μου για τους υπόλοιπους, αθέτησα δεκάδες άλλες, ένα κομμάτι δε για τον Nikki Sudden το γράφω εδώ και τριανταπέντε χρόνια. Στα έδινα γραμμένα στο χέρι, με την άμεση, ασθματική γραφή των φανζίν (κανείς δεν διανοούνταν να γράψει το ίδιο χειρόγραφο κείμενο δεύτερη φορά) και τα δαχτυλογραφούσες με υπομονή, προσθέτοντας μια στις τόσες τις σπαρταριστές σκέψεις σου μέσα σε παρένθεση, με υπογραφή «-εκδ.». Πόσο γελούσαμε! Κάπου πρέπει να έχω  μισογραμμένη μια κριτική για εκείνους τους παραγνωρισμένους mod τύπους:

Makin’ time – The night time

Πομπός και δέκτης, σώστης και σωσμένος. Οι πρώτοι φίλοι που με είχαν ήδη μπάσει στα στέκια της πόλης μου είχαν μιλήσει για το Radio Free, τον ραδιοφωνικό σου σταθμό. Έβγαινες στις 4 το απόγευμα και σου είχα πει ότι σ’ εκείνη την πόλη ήταν για μένα η πιο δύσκολη στιγμή της ημέρας. Τα πρωινά της ήταν τα καλύτερά μου, γιατί κάθε φορά περίμενα πως κάτι συναρπαστικό θα συμβεί. Όταν δε έβγαινε ο σπάνιος ήλιος της Θεσσαλονίκης η αισιοδοξία γινόταν εκτυφλωτική. Όταν σκοτείνιαζε πάλι, ένοιωθα στο στοιχείο μου, γιατί τα πάντα άλλαζαν πρόσωπο κι έβλεπα μια δεύτερη πόλη, χωρίς να γνωρίζω τότε πως γινόταν το σκηνικό στην ταινία της ζωής μου. Αλλά τα απογεύματα της Θεσσαλονίκης ήταν το βασίλειο της απόγνωσης. Τα πάντα βούλιαζαν σε μια ανελέητη μελαγχολία κι όλα έμοιαζαν μάταια. Τότε μ’ έσωζες: έβαζες τρεις ώρες μουσική που με κρατούσε στην επιφάνεια και πάντα, μα πάντα, έριχνες και πέντε έξι τραγούδια σωσίβια που μ’ έβγαζαν στην στεριά. Όπως αυτών που τόσο αγαπούσες:

Died pretty – Out of the unknown

Died pretty – Blue sky day

Δότης και λήπτης (μουσικών) οργάνων. Αρχίσαμε λοιπόν να συνεργαζόμαστε. Θυμάσαι όμως; Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε διαδίκτυο, ούτε εγκυκλοπαίδειες για το σύγχρονο ροκ εντ ρολ. Μόνο τα οπισθόφυλλα και τα ένθετα των δίσκων έδιναν μερικές πληροφορίες κι έτσι η μόνη μας πηγή ήταν τα μουσικά έντυπα της δικής μας, της «ανεξάρτητης» όπως την ονόμαζαν, μουσικής. Μάζευες τα πάντα. Από το New Musical Express ως το Maximum Rock’n’ Roll και το Bucketfull of Brains και μια σειρά απίθανα φανζίν σαν το The next big thing! ή το The Legend. Σου είπα πως τα χρειάζομαι, πως θέλω τα κείμενα να μην έχουν μόνο την πλημμύρα των γούστων μας αλλά και τα απαραίτητα στοιχεία για να εμπλακούμε βαθιά σε όλες εκείνες τις μουσικές. Μου είπες να περάσω να δω την συλλογή σου και να πάρω ό,τι θέλω. Είπα μέσα μου δεν είναι δυνατόν, δεν μπορεί να το εννοεί. Ολόκληρο το βράδυ περιπλανιόμουν με την έξαψη της νέας στροφής που καταλαβαίνει κανείς ότι παίρνει η ζωή του και στα αμέτρητα λεπτά εκείνης της περιπλάνησης χώρεσε αυτό:

Blaine L Reininger – Mystery and confusion

Ήρθα τότε στο σπίτι όπου συνέβαιναν όλα, στην οδό Καυκάσου σε μια συνοικία που την έλεγαν Καλλιθέα. Κατέβηκα στο υπόγειο που από μια πλευρά του ήταν ισόγειο και μέχρι τώρα ζω και ξαναζώ την αίσθηση. Την εξαίσια πια στη μνήμη μυρωδιά της υγρασίας και των στοιβαγμένων χαρτιών, την μουσική που έπαιζε ασταμάτητα – ποτέ δεν έχουμε βρεθεί σε σπίτι και να μην παίζει μουσική, ποτέ. Συχνά ήταν μαζί μας και η τότε φίλη σου, η Μαρία, ένα τόσο ερωτεύσιμο κορίτσι. Ξεφύλλιζα με βουλιμία τα έντυπα, κι όταν έβρισκα κάτι που μ’ ενδιέφερε μου έλεγες πάρε το και το ξαναφέρνεις. Έπαιρνα τα φανζίν και τα φωτοτυπούσα, έπαιρνα φύλλα των μουσικών εφημερίδων και τις άφηνα στην άκρη με σκοπό να τα επιστρέψω, να τα βάλω ακριβώς εκεί που ανήκαν. Όταν μετά από μήνες βρήκα τις εφημερίδες αλλιώς τακτοποιημένες και σε ρώτησα, τώρα πώς θα τα ξαναβάλω πίσω; μου απάντησες, βάλε τα παρμένα φύλλα όλα μαζί, και φτιάχνεται νέο τεύχος. Με το γνωστό σου, αλλοπαρμένο χαμόγελο. Οι δυο μας ή οι τρεις μας ακούγαμε μουσική, ανταλλάζαμε ρήσεις, φιλοσοφούσαμε και γελούσαμε, πόσο γελούσαμε!

υπέργειοι! Μια φορά μπήκα ενθουσιασμένος κρατώντας μια κασέτα, για να μου την γεμίσεις με τα πιο χαρούμενα τραγούδια που γνώριζες και δεν γνώριζα. Είχα όμως ήδη γράψει το πρώτο τραγούδι, να το μοιραστώ μαζί σου. Ήταν το Seventh heaven των Lizard Train. Επιτέλους, ένας τύπος δεν βρισκόταν 8 αλλά 18 μίλια ψηλά και μας προσκαλούσε μαζί του. Ήξερα πως έχεις συχνά κι εσύ τις μαύρες σου και σου είπα, έχω το φάρμακό σου. Στο έβαλα και άρχισες να το τραγουδάς. Φυσικά και το ήξερες, πώς σκέφτηκα ότι δεν; Για μένα είναι το τραγούδι μας, μια υπόσχεση που σιωπηλά δώσαμε. Να τον ψάχνουμε τον έβδομο ουρανό, κι όταν φτάσουμε να τον αναγνωρίσουμε!

The lizard train – Seventh heaven 

Ευτυχείς συναυλητές. Είμαστε ακόμα στο 1987 και μαζί ζήσαμε δυο αξέχαστες συναυλίες για την ισχνή μας πόλη: Chills στις αρχές Μαΐου και Wipers στα τέλη του μήνα. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό μας έξω από την … ντισκοτέκ, τα μάτια μας που έλαμπαν μέσα, την έξαψη όταν βγήκαμε έξω, την αίσθηση πως δεν μας χωρούσε όχι ο δρόμος ή η πόλη αλλά ο κόσμος ολόκληρος. Κι αν ο Martin Phillips των πρώτων επέστρεφε ο ίδιος στην ζωή με αυτή τη συναυλία και μας έδινε κι εμάς ένα φιλί ζωής, ο Greg Sage με το βλέμμα του Straight Ahead ανυψωνόταν και μας την έπλαθε όπως θέλαμε. Ήταν αδύνατο να ψελλίσω οτιδήποτε για εκείνα τα λάιβ, πόσο μάλλον να γράψω. Έλεγα την επόμενη φορά θα έχω χαρτί και στυλό μαζί μου και θα γράψω μόλις τελειώσει το λάιβ. «Αν το κάνεις έτσι, γράψε μου», αμφέβαλες. Αλλά το τήρησα κι αυτά ήταν τα πρώτα μου κείμενα στο Rollin Under, για τις αθηναϊκές συναυλίες των Savage Republic και του Nick Cave με τους Bad Seeds, Σεπτέμβριο του 1987. Και τώρα πια, με χωρούσε ο κόσμος, γιατί κάπου υπήρχε ο χάρτινος κόσμος που είχες φτιάξει.

Greg Sage – Lost in space

Εντάξει, από τις άλλες συναυλίες που μοιραστήκαμε σίγουρα θυμάμαι πόσα κρουστά μας έπαιξαν στους πνεύμονες μας οι Ex ή με τι έγχορδα μας χαράκωσε ο Blaine Reininger αλλά ήταν ένα χρόνο μετά που κάτι κόκκινοι έκαναν φεστιβάλ στην παραλία και είχαν καλέσει τους Mekons και τον Paul Roland (!). Ανέβαινα πάνω στη σκηνή και φωτογράφιζα με μια ινσταμάτικ κι η Sally Timms έλεγε, this guy is crazy. Κι εσύ από κάτω γελούσες και της έλεγες tell him to write some review at last! Στο τέλος σου έμειναν οι φωτογραφίες. Θυμάσαι τι σου είπα ακούγοντας το Ghost of American Astronauts των Mekons; Πως μια ιστορία που αρχίζει ως Up on the hills above Bradford, outside the napalm factory… δεν μπορεί, δημιουργεί κάποιο ενδιαφέρον για την συνέχεια. Ναι αλλά πόσες φορές ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες η πρώτη φράση; απαντούσες για να με κοντράρεις με το γνωστό αντιρρησιακό σου χαμόγελο. Μήπως να φτιάξουμε τις δικές μας ιστορίες; σε ρώτησα. Τα μάτια σου έλαμψαν. Μήπως τότε αντιληφθήκαμε το μικρόβιο; Ή μήπως ήταν με το Antigone speaks about herself, με τους στίχους της ποιήτριας Kathy Acker να παραλλάσσουν την ιστορία της Αντιγόνης, που τελικά αγρίευε και τα έσπαγε όλα;

The Mekons – Ghosts of American Astronauts

The Mekons – Antigone speaking about herself

Σελιδοποιοί. Ένα βράδυ στο σπίτι σου φτιάχναμε το τεύχος. Γιάννης, Πάκης, Μπάμπης, Λάμπρος. Οι σελίδες απλωμένες σε τραπέζια, καρέκλες και στερεοφωνικά γύρω γύρω, και περνούσαμε ο καθένας με την σειρά και παίρναμε από μια, ώστε να συρραφτεί το τεύχος. Δεν θυμάμαι ποιος άρχισε να κάνει γρηγορότερα, ποιος άρχισε να τρέχει, ποιος προσπερνούσε, ποιος έβαζε τρικλοποδιές. Πόσο γελούσαμε!  Ήταν το τεύχος που μονταρίστηκε σε μια σπάνια συντεχνία φίλων. Κάποιος άτυχος μπορεί να αγόρασε ένα αντίτυπο με μπερδεμένες σελίδες και θέλω δεκαετίες τώρα να του ζητήσω συγνώμη.

Οικοδεσπότης και περαστικός. Μετακόμισες στο κέντρο και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Ήταν ένα στενάκι κάθετο στην Εγνατία, η οδός Εξαδακτύλου 5. Θυμάμαι την διαφήμιση που έφτιαξες με το χέρι: «Προσοχή, όχι Πενταδακτύλου 6 αλλά Εξαδακτύλου 5!». Το μικρό σου ισόγειο έβλεπε στην αυλή ενός παλιού ναού βαμμένου μ’ ένα σκούρο πορτοκαλί και αφιερωμένου στον συνονόματό σου άγιο. Τις ελάχιστες ώρες της ημέρας που ο ήλιος χτυπούσε τον χρωματιστό του τοίχο, έστελνε μια φωτεινή αντανάκλαση στο πρόσωπό σου. Ευτυχής στο γραφείο σου, μπορούσες πια να δέχεσαι όλο τον κόσμο, να βλέπεις τα πρόσωπα εκείνων που αγόραζαν το περιοδικό ή δίσκους, να γνωρίζεστε, να συζητάτε. Στο συνεχόμενο δεύτερο δωμάτιο είχες το κρεβάτι σου και παντού στους τοίχους αφίσες και κασέτες. Μπορεί κανείς να διανοηθεί πόσο πολύτιμο είναι να γνωρίζεις πως οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας υπάρχει ένα σπίτι όπου σε περιμένει ένας πάντα πρόθυμος οικοδεσπότης; Αν ήσουν μόνος, ακούγαμε τους νέους δίσκους (το βλέμμα σου κάθε φορά που έφτανε ένα πακέτο!), αν υπήρχε κόσμος, συζητούσαμε αγρίως για την μουσική που είχε πάρει τον μεγαλύτερο χώρο στη ζωή μας.

Αντίστροφοι, ακροατής και πειρατής. Εκείνη την εποχή αντιστράφηκαν οι όροι: Eίχες πια εγκαταλείψει την ραδιοφωνία ενώ εγώ μόλις την γνώριζα και είχα συνεπαρθεί. Έκανα εκείνες τις πολύωρες εκπομπές στο Ράδιο Κιβωτός και συνήθιζες να μου λες: Θα βάλεις κάτι που να μην το ξέρω; Χαλούσα τον κόσμο να βρω μαργαριτάρια, να ξαναθυμηθείς την ηδονή του ακροατή. Σε μια από εκείνες τις εκπομπές ο Βασίλης ο Παυλίδης (όχι ο δικός μας, ένας συνονόματος) έφερε σε κασέτα τον πρώτο δίσκο των Astronauts, το Peter Pan hits the suburbs. Λάτρευα την μπάντα χάρη στο Semaphore men, στην έφερα τις επόμενες μέρες κι έγινε μια πολύτιμη κυκλοφορία στην δισκογραφική σου εταιρεία. Πόσο χαιρόμασταν τότε! Μια μέρα επιτέλους ομολόγησες πως ένας πολυγαπημένος μου ύμνος στα μικρά και τετριμμένα που μου είχε στείλει σε κασέτα ο ίδιος ο δημιουργός του, ο Martin Newell, σε είχε αγγίξει:

The cleaners from Venus – Wivenhoe bells II

Το πρώτο «επίσημο» δισκοπωλείο στην Σωκράτους ήταν ένα κανονικό κατάστημα, με βιτρίνα, πινακίδα, τα πάντα. Με τον αχό της Εγνατίας λίγα μέτρα μακριά και μια άλλη παλιά εκκλησία απέναντι, ήμασταν πλέον στην ζωτικότερη φλέβα της πόλης και σε μια αρμονική συνύπαρξη θρησκειών. Πίσω από τον τοίχο βρισκόταν η κρεβατοκάμαρά σου, κοινώς η φαντασίωση να ζούμε σ’ ένα σπίτι με μια διαρκώς μεταβαλλόμενη δισκοθήκη, για σένα ήταν απλή καθημερινότητα. Τότε συνέβη η πρώτη μου αναχώρηση από την πόλη αλλά φρόντιζες να μου φτιάχνεις κασέτες που ομόρφαινες με διάφορες γραμματοσειρές κι εξώφυλλα. Όταν μετά από μια πενταετία έφυγες και από εκεί, στην μετακόμιση, για να μην ταλαιπωρούνται τα περαστικά αυτοκίνητα, έβαλα το μηχανάκι στη μέση του δρόμου μ’ ένα χαρτί κολλημένο στη σέλα, που έλεγε: «Τώρα πάμε στην καρδιά της πόλης!». Καθώς κοίταξα για τελευταία φορά το άδειο σπιτομάγαζο βρήκα σε μια γωνιά ξεχασμένο το έξοχο βιβλίο του Πάνου Θεοδωρίδη, Τι εφύλαγε αυτός ο χαμαιδράκων. Εκεί μέσα διάφορες αδιανόητες μορφές της βυζαντινής Θεσσαλονίκης επανεμφανίζονταν στην σύγχρονη ζωή και γινόταν μεγάλο μπλέξιμο. Ήταν η αφορμή για να συζητήσουμε για πρώτη φορά μια δική μας εκδοχή: Τι θα γινόταν αν οι ροκ μουσικοί / τραγουδιστές που εκτιμήσαμε εμφανίζονταν ξαφνικά στα γύρω στενά; Δεν θα άξιζε σε μερικούς ένα διήγημα, έστω μια δισέλιδη ζωή; Αυτό δεν έκανες στο τρίτο σου βιβλίο; Ποιους θα πρωτοδιαλέγαμε από την ποστ πανκ σκηνή που μας είχε καθορίσει οριστικά και αμετάκλητα; Ή μήπως να κάναμε διήγημα τα τραγούδια τους, όπως αυτό εδώ που βάζαμε στο τέρμα όταν η άνοιξη μας έπαιρνε και μας σήκωνε;

The chameleons – Denim and curls

Ηλεκτρονικός εκδότης και ηλεκτρονικός γραφέας. Ήταν στο τελευταίο κατάστημα Rollin Under, στην Ιωάννου Μιχαήλ (ξανά δίπλα σε ναό, βαθύτερο και σκοτεινότερο,  όπως κάθε σινεμά, το Βακούρα όπου βλέπαμε οτιδήποτε παιζόταν ανελλιπώς), όπου στήθηκε το mic.gr, πίσω από τον πάγκο σου. Έφερνα τα κείμενα σε δισκέτες, έπαιρνες τα αρχεία, μιλάμε για σπάνια τεχνολογία! Τότε δούλευα στο πανεπιστήμιο και παρατούσα ανοιχτή την βιβλιοθήκη για να πεταχτώ με το μηχανάκι, οδηγώντας με το ένα χέρι, κρατώντας τον καφέ στο άλλο. Ταχύτατα διαλείμματα μισής ώρας μού χάριζαν την αίσθηση μιας αιώνιας ρουτίνας. Υπάρχει άραγε σήμερα αυτό, φίλοι να συζητάνε πάνω από έναν δίσκο που στροβιλίζεται και η συνομιλία να εκκινεί από μια εύφορη μελωδία πλήκτρων και να καταλήγει σε πολύτιμα επιγράμματα ζωής; Ο πρώτος δίσκος που ζήτησα να ακούσω στο μαγαζί σου ήταν το φρέσκο Songs of Strength and Heartbreak των The Mighty Wah! και τον πίστωσα για πάντα σ’ εκείνες τις εύφορες ημέρες. Έμπαινα στον πειρασμό να σου βάζω το Sing all the saddest songs, έτσι όπως αγαπούσες κάτι θλιμμένα τραγούδια, όμως για μένα όλο αυτό ήταν η επιστροφή του δικού μας ροκ’ εν’ ρολ, όπως ακριβώς το τραγούδησε ο Pete Wylie:

The mighty Wah! – Sing all the saddest songs

The mighty Wah! – The return of rock’n’ roll

Και στο πρώτο μου μεγάλο αφιέρωμα στο mic, στους Belle and Sebastian, μού έβαλες τίτλο Our spaceboy is dreaming again! 

Αλληλογράφοι, εμπνευστές. Όταν έφυγα οριστικά από την πόλη, γίναμε πιστοί ηλεκτρονικοί αλληλογράφοι και εξασκηθήκαμε καλά σε σημειώματα επιτομής μιας ζωής μηνιαίας, δίμηνης ή τρίμηνης, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που είχαμε σιωπήσει. Ξαναδιαβάζω όλα αυτά τα μέιλ και βλέπω πως αναπόφευκτα οι ελλείψεις αντικαθιστούσαν τις πληρώσεις, αλλά με κάποιον ασυνεννόητο τρόπο, όταν ο ένας γκρίνιαζε ο άλλος του συνταγογραφούσε ενέσεις διαφυγής. Είναι ειρωνικό αλλά όσα δεν είπαμε ζωντανά τόσα χρόνια, τα καλογράψαμε όταν πια ήμασταν μακριά. Σήμερα πια το γνωρίζω καλά αυτό το οξύμωρο παραμύθι, έτσι είναι. Κάθε φορά που μοιραζόμασταν τα σκοτάδια μας, άκουγα αυτό:

John Frusciante – Dark/Light

Συγγραφέας και αναγνώστης. Μετά ήρθε η εποχή που είχες ακόμα μεγαλύτερες φιλοδοξίες για το mic.gr, να γίνει καθημερινό, συνεχές, να αγγίζει και να διαπερνά τους πάντες. Σου έγραφα πως είμαστε ένα μάτσο εξαντλημένοι γραφείς που καθόμαστε τις μεταμεσονύκτιες ώρες για να γράψουμε για όσα μας θερμαίνουν και πως είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από αυτό. Πως σύντομα μάλιστα ο ίδιος θα σταματούσα την γραφή για δίσκους και συγκροτήματα, γιατί πλέον η μουσική που τόσο καιγόμασταν να μοιραστούμε τώρα έφτανε με πολλούς τρόπους στους αναγνώστες μας, πως οι λέξεις μου στέρεψαν, πως αδυνατώ να περιγράψω έναν δίσκο χωρίς να επαναλαμβάνομαι. Πως υπάρχουν πλέον οδοί να φτάσει κανείς σ’ ένα δίσκο χωρίς να θρηνήσει τα έξοδά του, ενώ για το βιβλίο ισχύει το αντίθετο, εκεί χρειάζονται κριτικά θαυμαστικά κείμενα. Πώς σκόπευα να φτιάξω ένα αντίστοιχο ηλεκτροφανζίν (όπως μου άρεσε να αποκαλώ τα μπλογκ) για να υμνώ τα βιβλία που αγάπησα – και το έφτιαξα εμπνευσμένος από την δική σου ιστορία. Κι ήταν και το άλλο: όλα τα θυελλώδη που υπήρχαν στο μυαλό μου και έζησα ή δεν έζησα απαιτούσαν κι αυτά την δική τους γραφή κι έτσι η μουσική θα συνέχιζε να κατακλύζει τον βίο μου αλλά άγραφη! Και πως το ίδιο έφτασε η στιγμή να κάνεις κι εσύ. Δεν γινόταν οι ατέλειωτες ιδέες και το χιούμορ να ξεχειλίζουν ακόμα και τα σημειώματα των Linear, των σιντί που έβγαζες σε μηνιαία βάση με τις τρέχουσες κυκλοφορίες – άξιζε να γίνουν ιστορίες. Έχω ως σήμερα τον εγωισμό να αισθάνομαι πως ήμουν από εκείνους που σ’ έσπρωξαν οριστικά στην συγγραφή βιβλίων. Υποψιάζομαι πως το ίδιο έκανε κι ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο όμως ευγενώς αποποιήθηκε την τιμή και με παρέπεμψε σε τρίτο πρόσωπο. Πόσο θα γελούσες με τον αστυνομικό μας γρίφο… Για τα τρία αυτά βιβλία σου δεν θα γράψω τίποτα παραπάνω από τις λέξεις που έγραψα στο Πανδοχείο,  εδώ, εδώ κι εδώ.

Οικοδεσπότης και φιλοξενούμενος. Η πρώτη φορά που έμεινα στο σπίτι σου στην Δημητρίου Γούναρη, όταν πλέον το δισκάδικο είχε κλείσει, ήταν μια Μεγάλη Βδομάδα που δικαίωσε την ονομασία της. Ο πεζόδρομος που ήταν για χρόνια το δεύτερο μας σπίτι, τώρα βρισκόταν ακριβώς κάτω από το παράθυρό σου. Κάθε φορά που μπαίναμε στο σπίτι, η μποξερίνα μας η Πέτρα έτρεχε κατευθείαν αριστερά στον διάδρομο και στο βάθος δεξιά, κατευθείαν στο γραφείο σου – το δεξί σου χέρι ήταν ένα συνεχές χάδι πάνω της. Επαναλάβαμε τις χρόνιες τελετουργίες μας: φαγητό σε πλαστικά πακέτα, βουλιμική ακρόαση νέων δίσκων, σχέδια για μυθιστορήματα, ιδέες για οτιδήποτε δημιουργικό αλλά τα βράδια ήταν αδύνατο να κοιμηθώ. Από κάτω περνούσαν εκατοντάδες περαστικοί στην διαδρομή που ανελλιπώς έκανα κάθε βράδυ επί δεκαπέντε χρόνια. Βρισκόμουν στο κέντρο του κόσμου. Με μια αίσθηση σαν και του τραγουδιού που διάλεξα να μπει στον ετήσιο δίσκο που συνηθίζαμε να μοιράζουμε στις γιορτές του Rollin Under.

Mull Historical Society – Watching Xanadu

Σε ανεβάζαμε στο αμαξίδιο και πηγαίναμε βόλτες, από την Ροτόντα ως την Πλατεία Ναυαρίνου. Θυμάμαι πόσο γελάσαμε όταν, βλέποντας το βιβλίο σου στην βιτρίνα του βιβλιοπωλείου Κεντρί, άρχισες να εκτοξεύεις εμπνευσμένες φράσεις για να σταματήσουν οι περαστικοί, να χαζέψουν την βιτρίνα. Καθώς δεν σταματήσαμε ποτέ να μοιραζόμαστε οτιδήποτε μας έφτιαχνε τις μέρες, πετάχτηκα στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, το τελευταίο μου αγαπημένο βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης, και σου έφερα τα Ανατρεπτικά βιβλία του Πάμπλο Γκουτιέρεζ, ένα βιβλίο που είχα χαρεί πολύ. Για τα εξαίσια απογεύματά μας σαν κι εκείνο, ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια από «τότε», μπορεί να είναι υπέρτατα ερωτικό, όμως για άκου πόσο μπορεί να εκφράζει μια φιλία:

In Embrace – This brilliant evening

Η τελευταία φορά που έμεινα στο σπίτι σου ήταν σ’ ένα τριήμερο ενός ζεστού Σεπτεμβρίου. Ο χρόνος ήταν λιγότερος αλλά ξαφνικά έμοιαζε να θυμίζει και να χωρά τα πάντα. Συζητήσαμε για το προαναφερθέν βιβλίο και μου είπες πως «σου φάνηκε μικρή η συμμετοχή της Ρέμε και δεν την χόρτασες». Παίξαμε ένα παιχνίδι που το είχαμε δοκιμάσει κι άλλες φορές, προφορικά. Τώρα το στοιχηματίσαμε γραπτώς: να σκαρώσουμε μέσα σ’ ένα μισάωρο την συνέχεια της ιστορίας της. Μας πήρε δυο ώρες αλλά το ευχαριστηθήκαμε: διαβάσαμε τις ιστορίες μας, γελάσαμε, ασκήσαμε ανελέητη κριτική και στα δυο κομμάτια. Λίγο αργότερα μοιραστήκαμε την τελευταία μας σιωπή. Ήξερα καλά πόσο σου αρέσει ο Phil Ochs αλλά επέμεινα να ακούσεις την διασκευή από δυο έμπιστους φίλους μας, τον Gene Clark και την Carla Olson. Κοιτούσαμε έξω από το παράθυρο, τον κόσμο που περνούσε χωρίς να υποψιάζεται πως σ’ έναν πρώτο όροφο πάνω από το πέρασμά του δυο φίλοι μνημειώνουν ένα τραγούδι σε μια σπάνια συναισθητική ακρόαση. Όταν έφτασε η ώρα να φύγω, σου είπα, όπως πάντα έκανα για τριάντα χρόνια, «σ’ ευχαριστώ». Μέχρι τώρα ανταπέδιδες μ’ ένα αδιόρατα χαμογελαστό κατέβασμα του προσώπου. Τώρα μου είπες «εγώ ευχαριστώ». Αυτή ήταν η τελευταία μας αμοιβαία ματιά.

Gene Clark & Carla Olson – Changes

Changes

Sit by my side, come as close as the air
Share in a memory of gray
Wander in my words, dream about the pictures that I play of changes

Green leaves of summer turn red in the fall
To brown and to yellow they fade
And then they have to die, trapped within the circle time parade of changes

Scenes of my young years were warm in my mind
Visions of shadows that shine
Till one day I returned and found they were the victims of the vines of changes

The world’s spinning madly, it drifts in the dark
Swings through a hollow of haze
A race around the stars, a journey through the universe ablaze with changes

Moments of magic will glow in the night
All fears of the forest are gone
But when the morning breaks they’re swept away by golden drops of dawn, of changes

Passions will part to a strange melody
As fires will sometimes burn cold
Like petals in the wind, we’re puppets to the silver strings of souls, of changes

Our hands will be trembling, now we’re somewhere else
One last cup of wine we will pour
And I’ll kiss you one more time, and leave you on the rolling river shore of changes

Sit by my side, come as close as the air
Share in a memory of gray
Wander in my words, dream about the pictures that I play of change!

(Phil Ochs)

Είμαι ευτυχής που σε γνώρισα Μπάμπη, γιατί όλα θα ήταν διαφορετικά χωρίς εσένα. Είμαι ευτυχής που υπήρξαμε, συναντηθήκαμε, μοιραστήκαμε, συνυπήρξαμε, γράψαμε, συγγράψαμε, γελάσαμε, πόσο γελάσαμε! Τίποτα δικό μας δεν χάνεται γιατί το θυμόμαστε και το διηγούμαστε, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί συνέβη. Άλλωστε η «κασέτα» μας συνεχίζει να παίζεται και τώρα βρίσκεσαι παντού στην μουσική μας.

Το κείμενο θα γράφεται και θα ξαναγράφεται τους επόμενους μήνες, σίγουρα. Συνεπώς στο Πανδοχείο η κάθε εκδοχή θα ακυρώνεται από την επόμενη. Θα αναδημοσιευτεί στο mic.gr όταν έρθει η στιγμή του.

28
Απρ.
20

Mathias Enard – Πυξίδα

Τι σημαίνει σήμερα Ανατολή και τι σήμαινε για τον ανήσυχο άνθρωπο παλαιότερων αιώνων; Πόσο διαφέρει ένα σημερινό ταξίδι από την αρχή ως τα βάθη της (και ποια είναι αυτά) και τι θα δει ο σύγχρονος ταξιδιώτης από το παρόν και το παρελθόν της; Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να προσεγγίσει αυτό που η Ανατολή υπήρξε για αιώνες πριν τα μέσα του 20ού αιώνα;  Σε αυτό το μυθιστόρημα ένας έμπρακτα αφοσιωμένος λάτρης της ταξιδεύει για άλλη μια φορά αλλά τώρα μέσα από το δωμάτιό του, μέσα σε μια νύχτα αϋπνίας και εκφυλιστικής ασθένειας (σύμφωνα με μια ασαφή διάγνωση), με λόγο ανάλογο του πυρετού και του παραληρήματος που αυτή του προκαλεί. Και βέβαια αυτός ο λόγος δεν μπορεί παρά να είναι ένας λαχανιασμένος μονόλογος.

Για τον Φραντς Ρίττερ, έναν Θερμό Ανατολιστή, δεν μένει λοιπόν παρά ένα ανάστροφο ταξίδι. Εφόσον πια αδυνατεί να ταξιδέψει στην αχανή της επικράτεια προσκαλεί εκείνη να έρθει στον χώρο του, καταργώντας χρόνους κι εποχές. Τώρα που δεν υπάρχει η ζωντανή εμπειρία παρά το αποτύπωμά της, αυτό που έμεινε οριστικά και αμετάκλητα στην προσωπικότητα του, θα την διατρέξει για άλλη μια φορά συντροφιά με τους μεσάζοντες της ανατολικής εμπειρίας, εξαντλώντας όλα τα τυπικά ευρήματα ανάλογων περιπτώσεων: τους ερευνητές που διατρίβουν, τους αρχαιολόγους που ανασκάπτουν συνήθως με δυτικά όργανα και μάτια, τους ειδικούς γνώστες τους παλαιούς οριενταλιστές και, βέβαια, το πλήθος των συγγραφέων και μουσικών που συνειδητά ή ασυνείδητα επηρεάστηκαν και δημιούργησαν υπό το φως και τις σκιές της.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ακόμα κι ένα τέτοιο μυθιστόρημα ταξιδευτικών ιδεών χωρίς τον έρωτα. Η Σάρα αποτελεί το μεγάλο πάθος του Ρίττερ χωρίς να περιορίζεται στα στεγανά ενός ανεπίδοτου έρωτα. Η νεαρότερη γυναίκα εκπροσωπεί ένα νέο είδος νεότητας που αφοσιώνεται ψυχή και σώμα στην έρευνά της, που ζει και μιλάει μέσα από αυτήν. Εμφανώς τέκνο της σύγχρονης εξειδικευμένης ακαδημαϊκής αφοσίωσης, η Σάρα παρ’ όλα αυτά δεν περιορίζεται στις βιβλιοθήκες αλλά «εξαφανίζεται» στα βάθη της Ανατολής αναζητώντας τις δικές της απαντήσεις για την εργασία της, διατηρώντας εκτός των άλλων και παραδοσιακή αλληλογραφία με τον Φραντς. Εκείνος με την σειρά του δεν παύει να την επιθυμεί, εγγράφοντάς την όχι μόνο στον ανατολικό βίο της ζωής του αλλά και σε μια άλλη, δυνητική ζωή: Αν είχα τολμήσει να φιλήσω την Σάρα εκείνο το πρωινό στην Παλμύρα αντί να δειλιάσω και να γυρίσω πλευρό ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά· καμιά φορά ένα φιλί αλλάζει ολόκληρη τη ζωή, η μοίρα ξεστρατίζει, λυγίζει, κάνει στροφή [σ. 188]

Αυστριακός μουσικολόγος που ειδικεύεται και εμμένει στην ολοκληρωτική επίδραση επιρροή της Ανατολής στην δυτική μουσική τον 19ο και τον 20ό αιώνα και σε δεκάδες συνθέτες κλασικής μουσικής, ο Ρίττερ ξεδιπλώνει την ίδια στιγμή όσες γνώσεις και μνήμες μπορεί να αντέξει το θυμικό ενός εαυτού που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Δαμασκό και την Τεχεράνη. Κολυμπώντας μέσα σε μια πλημμύρα αναφορών και πληροφοριών, πηγαίνοντας από βιβλίο σε βιβλίο κι από μουσική σε μουσική, σε αυτή την αποθέωση ενός μεταμοντέρνου λογοτεχνικού ρομαντισμού (με πολλά εισαγωγικά), οι πιστοί της πλοκής θα απογοητευτούν, εκτός αν αποφασίσουν να αφεθούν στην συνεχή συνειρμικότητα ενός λόγου που επιχειρεί να συμπεριλάβει σχεδόν τα πάντα:

Ιστορίες άγνωστες ή παραγνωρισμένες, όπως για τους Σταυροφόρους (τους πρώτους οριενταλιστές) που επέστρεψαν στα σκοτεινά χωριά της Δύσης φορτωμένοι χρυσάφι, βάκιλους και θλίψη, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι είχαν καταστρέψει, στο όνομα του Χριστού, τα μεγαλύτερα θαύματα που είχαν δει ποτέ, για τους γυρολόγους που διατρέχουν την έρημο χωρίς αυτοκίνητο, εξαρτώμενοι από τα κέφια των φορτηγών και των τρακτέρ των νομάδων, πουλώντας από σκηνή σε σκηνή την πραμάτειά τους ή για ιδιαίτερα πρόσωπα που σημάδεψαν με τον τρόπο τους την πρόσληψη εκείνων των τόπων, όπως η περιπλανώμενη Ελβετίδα Αννεμαρίε Σβάρτσενμπαχ που ταξίδευε μανιωδώς για να ξεφύγει από την πολεμοχαρή Ευρώπη, η πολυαγαπημένη μου Ιζαμπέλ Έμπερχαρντ που ντυνόταν σαν Άραβας ιππέας προτού χάσει τη ζωή της από μια ξαφνική πλημμύρα στο νότιο Οράν που λάτρευε ή ο Λέοπολντ Βάις, εξέχων ανταποκριτής των περισσότερων μεγάλων εφημερίδων της Βαϊμάρης, που πέρασε μήνες ολόκληρους πάνω σε καμήλα, υπεύθυνος για την αναχώρησή του αφηγητή για την Δαμασκό.

Τι θάρρος, τι  πίστη ή τι τρέλα εμψύχωνε τον μικρόσωμο ιερωμένο από τη Βοημία να χωθεί έτσι στο κενό, με το όπλο στον ώμο, ανάμεσα σε φυλές νομάδων που όλες τους διέκειντο εχθρικά προς την οθωμανική εξουσία και οι οποίες συχνά έκανα πλιάτσικο ή ξεσηκώνονταν; Να είχε νιώσει κι εκείνος τη φρίκη της ερήμου, εκείνη τη μοναχική αγωνία που σφίγγει το στήθος μες στην απεραντοσύνη, τη μεγάλη βία της αχανούς έκτασης όπου φανταζόμαστε ότι μπορούμε να κρύψουμε καλά ως κλοπιμαία το ρίσκο και τους πόνους – οδύνες και κινδύνους της ψυχής και του σώματος…[σ. 208]

Τώρα που αισθάνεται να του λείπει η θέληση του ασκητή ή η δημιουργική φαντασία του μυστικιστή, πώς να προσεγγίσει την δική του Ανατολή; Ίσως τελικά η μουσική, το μόνο του μεγάλο πάθος, να είναι και ο μοναδικός βέβαιος δρόμος. Ποιος θα φανταζόταν την ύπαρξή της ακόμα και στους μεγάλους κλασικούς συνθέτες, από τον Μότσαρτ και τον Μπετόβν μέχρι τον Σούμπερτ, τον Λιστ, τον Μπερλιόζ, τον τον Ντεμπυσσύ και τον … Σένμπεργκ, τότε που σε ολόκληρη την Ευρώπη φυσάει ο άνεμος της ετερότητας, όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άντρες χρησιμοποιούν ό,τι τους έρχεται από το Άλλο για να τροποποιήσουν το Εγώ, για να το εκφυλίσουν, γιατί η διάνοια χρειάζεται την νοθεία… [σ. 146]

Πώς πέρασε τα σύνορα της ερήμου ο αφηγητής; Πρώτα τον τράβηξε «η ταπεινότητα της νομαδικής ζωής, η μεγάλη παραίτηση, η απογύμνωση από τα κοσμικά κουρέλια μέσα στη γύμνια της ερήμου». Υστερα τον τρόμαξε η δυτική του ματιά – είδε την έρημο ως έναν σωρό από πέτρες, τα τζαμιά τόσο άδεια όσο και τις εκκλησίες, την παραφροσύνη ή τις ασθένειες να αφανίζουν τους μανιακούς πιστούς της. Σε κείμενα του Ερνστ Μπλοχ του φάνηκε πως είδε τον ουτοπικό υλιστή να δίνει το χέρι του στον μουσουλμάνο μυστικιστή και να συμφιλιώνει τον Χέγκελ με τον Ιμπν Αραμπί. Για κάποιους η έρημος υπήρξε «τόπος φώτισης σαν την εγκατάλειψη, όπου ο Θεός αποκαλυπτόταν μέσω της απουσίας, για καποιους άλλους το ακριβώς αντίθετο. Στο τέλος αναρωτιέται για τον ίδιο και την Σάρα, τελικά ποια ομορφιά είδε ο καθένας τους και ποιον πόνο.

Εφ’ όρου ζωής μαγεμένος λοιπόν ο Ρίττερ από την Ανατολή, όπως και αναρίθμητοι άλλοι πριν από αυτόν αλλά με μια μεγάλη διαφορά: δεν εξωραΐζει ούτε μυθοποιεί. Γνωρίζει πως ακόμα και πιο οι φημισμένοι διάσημοι αρχαιολόγοι έπαιξαν πολιτικό, δημόσιο ή μυστικό ρόλο στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής, πως οι ίδιες οι αφηγήσεις των εξερευνήσεών τους χρησιμοποιήθηκαν από τους στρατιωτικούς (κι ας είναι σα να κατηγορείς την χημεία για την βαλλιστική, του θύμιζε η Σάρα). Αν η αρχαιολογία είναι μια μορφή κατασκοπείας, τότε και οι εθνομουσικολόγοι μοιάζουν με κατάσκοποι της μουσικής. Σίγουρα πάντως «κάτι από την έρημο ανάσαινε λαθραία στο Λονδίνο, στο Παρίσι ή στη Βιέννη». Και δίπλα στη μουσική, πάντα η λογοτεχνία: παρά το γεγονός ότι τώρα τα βιβλία του τον κοιτάζουν «ως τοίχοι μιας φυλακής» ο Ρίττερ επιμένει να ξεφυλλίζει έστω και μνημονικά αμέτρητα βιβλία από το πρώτο ταξιδιωτικό λογοτέχνημα του Σατωμπριάν μέχρι τις πηγές, σαν τους μυστικούς ποιητές της ανατολής, που με νοσταλγία θυμάμαι να πρωτοδιάβασα στους έξοχους Μυστικούς της Ανατολής του Γιάννη Υφαντή (από εκδόσεις Ερατώ, 1989).

Σήμερα η Ανατολή δημιουργεί άλλους συνειρμούς: εσωτερικοί και εξωτερικοί πόλεμοι, ανελεύθερα καθεστώτα, θρησκευτικοί φανατισμοί. Ο συγγραφέας δεν είναι πια για τίποτα βέβαιος, μόνο αναρωτιέται τι θα σκεφτόταν ο γενναίος μεσαιωνικός συγγραφέας και ιππότης Ουσάμα Ιμπν Μουνκίντ για τις γελοίες εικόνες των σημερινών μαχητών της τζιχάντ, που φωτογραφίζονται την ώρα που καίνε μουσικά όργανα, ως μη ισλαμικά: όργανα που προέρχονται σίγουρα από αρχαίες στρατιωτικές μπάντες της Λιβύης, τύμπανα και τρομπέτες ποτισμένα με βενζίνη… τα ίδια τύμπανα και τρομπέτες, με μικρές διαφορές, που είχαν αντιγράψει οι Φράγκοι από τη στρατιωτική μουσική των Οθωμανών αιώνες νωρίτερα….καμιά εικόνα δεν αναπαριστά καλύτερα την τρομακτική μάχη που δίνουν οι τζιχαντιστές εναντίον της ιστορίας του Ισλάμ από αυτούς τους άθλιους τύπους με την στολή αγγαρείας στην μικρή τους έρημο … [σ. 201-202]

Τέλος δεν υπάρχει – το παραλήρημα θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Ο έρωτας θα είναι πάντα άπιαστος κι η Σάρα, πιθανώς, μια φεύγουσα κόρη που εκπροσωπεί τον ίδιο τον τόπο, που όσο τον πλησιάζεις, τόσο σου απομακρύνεται. Αν κάτι μένει βέβαιο είναι το γεγονός ότι οι Δυτικοί φέρουμε εντός μας την Ανατολή (και αντίστροφα), όχι μόνο μέσα από αμέτρητες επιρροές που χωνέψαμε και δεν αναγνωρίζουμε, αλλά ως την τόσο απαραίτητη άλλη πλευρά, που μόνο εκείνη συμπληρώνει και μας δείχνει την ολοκληρωμένη μας μορφή. Χωρίς τους Άλλους, δεν υπάρχουμε ούτε εμείς οι μη Άλλοι.

Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Ματιάς Ενάρ γνωρίζει καλά την [δική του] Ανατολή, την έζησε για πολύ καιρό, την μιλάει μέσα από τις γλώσσες του και την διδάσκει επίσης μέσα απ’ αυτές. Είναι εμφανές πόσο βαθιά βρίσκεται μέσα στο υλικό του και όσο κι αν ο αφηγητής επαναλαμβάνεται συχνά, όσο κι αν ενίοτε ξεφεύγει σε μερικές απολύτως παραληρηματικές σελίδες, το βιβλίο του μοιάζει με μια προσωπική βίβλο μιας επικράτειας όχι μόνο τοπογραφικής ή πολιτισμικής αλλά και ψυχικής. Τυχεροί λοιπόν αφηγητής και συγγραφέας που βρήκαν έναν τέτοιο τόπο. Κι αν ονόμασαν Πυξίδα την ατελείωτη εμπλοκή τους, είναι επειδή η πυξίδα που ονειρεύεται ο Ρίττερ δεν έχει μόνο την μορφή ενός πιο γαλήνιου ξυπνητηριού αλλά και τον προσανατολιστικό δείκτη του τόπου όπου επιθυμεί η καρδιά του καθενός.

Εκδ. Στερέωμα, 2016, μτφ. Σοφία Διονυσοπούλου, 463 σελ. [Bussole, 2015]

Στις εικόνες: έργα των John Frederick Lewis, Alexander Kinias, Annemarie Schwarzenbach επί δύο, Isabelle Eberhardt, Alison Dubois [Rumi], φωτογραφία της Lana Slezic [Afghanistan]. Η φωτογραφία του συγγραφέα:. Hannah Assouline / Opale / Leemage.

 




Ιανουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.128.438 hits

Αρχείο