Archive for the 'Μουσική' Category

28
Απρ.
20

Mathias Enard – Πυξίδα

Τι σημαίνει σήμερα Ανατολή και τι σήμαινε για τον ανήσυχο άνθρωπο παλαιότερων αιώνων; Πόσο διαφέρει ένα σημερινό ταξίδι από την αρχή ως τα βάθη της (και ποια είναι αυτά) και τι θα δει ο σύγχρονος ταξιδιώτης από το παρόν και το παρελθόν της; Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να προσεγγίσει αυτό που η Ανατολή υπήρξε για αιώνες πριν τα μέσα του 20ού αιώνα;  Σε αυτό το μυθιστόρημα ένας έμπρακτα αφοσιωμένος λάτρης της ταξιδεύει για άλλη μια φορά αλλά τώρα μέσα από το δωμάτιό του, μέσα σε μια νύχτα αϋπνίας και εκφυλιστικής ασθένειας (σύμφωνα με μια ασαφή διάγνωση), με λόγο ανάλογο του πυρετού και του παραληρήματος που αυτή του προκαλεί. Και βέβαια αυτός ο λόγος δεν μπορεί παρά να είναι ένας λαχανιασμένος μονόλογος.

Για τον Φραντς Ρίττερ, έναν Θερμό Ανατολιστή, δεν μένει λοιπόν παρά ένα ανάστροφο ταξίδι. Εφόσον πια αδυνατεί να ταξιδέψει στην αχανή της επικράτεια προσκαλεί εκείνη να έρθει στον χώρο του, καταργώντας χρόνους κι εποχές. Τώρα που δεν υπάρχει η ζωντανή εμπειρία παρά το αποτύπωμά της, αυτό που έμεινε οριστικά και αμετάκλητα στην προσωπικότητα του, θα την διατρέξει για άλλη μια φορά συντροφιά με τους μεσάζοντες της ανατολικής εμπειρίας, εξαντλώντας όλα τα τυπικά ευρήματα ανάλογων περιπτώσεων: τους ερευνητές που διατρίβουν, τους αρχαιολόγους που ανασκάπτουν συνήθως με δυτικά όργανα και μάτια, τους ειδικούς γνώστες τους παλαιούς οριενταλιστές και, βέβαια, το πλήθος των συγγραφέων και μουσικών που συνειδητά ή ασυνείδητα επηρεάστηκαν και δημιούργησαν υπό το φως και τις σκιές της.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ακόμα κι ένα τέτοιο μυθιστόρημα ταξιδευτικών ιδεών χωρίς τον έρωτα. Η Σάρα αποτελεί το μεγάλο πάθος του Ρίττερ χωρίς να περιορίζεται στα στεγανά ενός ανεπίδοτου έρωτα. Η νεαρότερη γυναίκα εκπροσωπεί ένα νέο είδος νεότητας που αφοσιώνεται ψυχή και σώμα στην έρευνά της, που ζει και μιλάει μέσα από αυτήν. Εμφανώς τέκνο της σύγχρονης εξειδικευμένης ακαδημαϊκής αφοσίωσης, η Σάρα παρ’ όλα αυτά δεν περιορίζεται στις βιβλιοθήκες αλλά «εξαφανίζεται» στα βάθη της Ανατολής αναζητώντας τις δικές της απαντήσεις για την εργασία της, διατηρώντας εκτός των άλλων και παραδοσιακή αλληλογραφία με τον Φραντς. Εκείνος με την σειρά του δεν παύει να την επιθυμεί, εγγράφοντάς την όχι μόνο στον ανατολικό βίο της ζωής του αλλά και σε μια άλλη, δυνητική ζωή: Αν είχα τολμήσει να φιλήσω την Σάρα εκείνο το πρωινό στην Παλμύρα αντί να δειλιάσω και να γυρίσω πλευρό ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά· καμιά φορά ένα φιλί αλλάζει ολόκληρη τη ζωή, η μοίρα ξεστρατίζει, λυγίζει, κάνει στροφή [σ. 188]

Αυστριακός μουσικολόγος που ειδικεύεται και εμμένει στην ολοκληρωτική επίδραση επιρροή της Ανατολής στην δυτική μουσική τον 19ο και τον 20ό αιώνα και σε δεκάδες συνθέτες κλασικής μουσικής, ο Ρίττερ ξεδιπλώνει την ίδια στιγμή όσες γνώσεις και μνήμες μπορεί να αντέξει το θυμικό ενός εαυτού που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Δαμασκό και την Τεχεράνη. Κολυμπώντας μέσα σε μια πλημμύρα αναφορών και πληροφοριών, πηγαίνοντας από βιβλίο σε βιβλίο κι από μουσική σε μουσική, σε αυτή την αποθέωση ενός μεταμοντέρνου λογοτεχνικού ρομαντισμού (με πολλά εισαγωγικά), οι πιστοί της πλοκής θα απογοητευτούν, εκτός αν αποφασίσουν να αφεθούν στην συνεχή συνειρμικότητα ενός λόγου που επιχειρεί να συμπεριλάβει σχεδόν τα πάντα:

Ιστορίες άγνωστες ή παραγνωρισμένες, όπως για τους Σταυροφόρους (τους πρώτους οριενταλιστές) που επέστρεψαν στα σκοτεινά χωριά της Δύσης φορτωμένοι χρυσάφι, βάκιλους και θλίψη, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι είχαν καταστρέψει, στο όνομα του Χριστού, τα μεγαλύτερα θαύματα που είχαν δει ποτέ, για τους γυρολόγους που διατρέχουν την έρημο χωρίς αυτοκίνητο, εξαρτώμενοι από τα κέφια των φορτηγών και των τρακτέρ των νομάδων, πουλώντας από σκηνή σε σκηνή την πραμάτειά τους ή για ιδιαίτερα πρόσωπα που σημάδεψαν με τον τρόπο τους την πρόσληψη εκείνων των τόπων, όπως η περιπλανώμενη Ελβετίδα Αννεμαρίε Σβάρτσενμπαχ που ταξίδευε μανιωδώς για να ξεφύγει από την πολεμοχαρή Ευρώπη, η πολυαγαπημένη μου Ιζαμπέλ Έμπερχαρντ που ντυνόταν σαν Άραβας ιππέας προτού χάσει τη ζωή της από μια ξαφνική πλημμύρα στο νότιο Οράν που λάτρευε ή ο Λέοπολντ Βάις, εξέχων ανταποκριτής των περισσότερων μεγάλων εφημερίδων της Βαϊμάρης, που πέρασε μήνες ολόκληρους πάνω σε καμήλα, υπεύθυνος για την αναχώρησή του αφηγητή για την Δαμασκό.

Τι θάρρος, τι  πίστη ή τι τρέλα εμψύχωνε τον μικρόσωμο ιερωμένο από τη Βοημία να χωθεί έτσι στο κενό, με το όπλο στον ώμο, ανάμεσα σε φυλές νομάδων που όλες τους διέκειντο εχθρικά προς την οθωμανική εξουσία και οι οποίες συχνά έκανα πλιάτσικο ή ξεσηκώνονταν; Να είχε νιώσει κι εκείνος τη φρίκη της ερήμου, εκείνη τη μοναχική αγωνία που σφίγγει το στήθος μες στην απεραντοσύνη, τη μεγάλη βία της αχανούς έκτασης όπου φανταζόμαστε ότι μπορούμε να κρύψουμε καλά ως κλοπιμαία το ρίσκο και τους πόνους – οδύνες και κινδύνους της ψυχής και του σώματος…[σ. 208]

Τώρα που αισθάνεται να του λείπει η θέληση του ασκητή ή η δημιουργική φαντασία του μυστικιστή, πώς να προσεγγίσει την δική του Ανατολή; Ίσως τελικά η μουσική, το μόνο του μεγάλο πάθος, να είναι και ο μοναδικός βέβαιος δρόμος. Ποιος θα φανταζόταν την ύπαρξή της ακόμα και στους μεγάλους κλασικούς συνθέτες, από τον Μότσαρτ και τον Μπετόβν μέχρι τον Σούμπερτ, τον Λιστ, τον Μπερλιόζ, τον τον Ντεμπυσσύ και τον … Σένμπεργκ, τότε που σε ολόκληρη την Ευρώπη φυσάει ο άνεμος της ετερότητας, όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άντρες χρησιμοποιούν ό,τι τους έρχεται από το Άλλο για να τροποποιήσουν το Εγώ, για να το εκφυλίσουν, γιατί η διάνοια χρειάζεται την νοθεία… [σ. 146]

Πώς πέρασε τα σύνορα της ερήμου ο αφηγητής; Πρώτα τον τράβηξε «η ταπεινότητα της νομαδικής ζωής, η μεγάλη παραίτηση, η απογύμνωση από τα κοσμικά κουρέλια μέσα στη γύμνια της ερήμου». Υστερα τον τρόμαξε η δυτική του ματιά – είδε την έρημο ως έναν σωρό από πέτρες, τα τζαμιά τόσο άδεια όσο και τις εκκλησίες, την παραφροσύνη ή τις ασθένειες να αφανίζουν τους μανιακούς πιστούς της. Σε κείμενα του Ερνστ Μπλοχ του φάνηκε πως είδε τον ουτοπικό υλιστή να δίνει το χέρι του στον μουσουλμάνο μυστικιστή και να συμφιλιώνει τον Χέγκελ με τον Ιμπν Αραμπί. Για κάποιους η έρημος υπήρξε «τόπος φώτισης σαν την εγκατάλειψη, όπου ο Θεός αποκαλυπτόταν μέσω της απουσίας, για καποιους άλλους το ακριβώς αντίθετο. Στο τέλος αναρωτιέται για τον ίδιο και την Σάρα, τελικά ποια ομορφιά είδε ο καθένας τους και ποιον πόνο.

Εφ’ όρου ζωής μαγεμένος λοιπόν ο Ρίττερ από την Ανατολή, όπως και αναρίθμητοι άλλοι πριν από αυτόν αλλά με μια μεγάλη διαφορά: δεν εξωραΐζει ούτε μυθοποιεί. Γνωρίζει πως ακόμα και πιο οι φημισμένοι διάσημοι αρχαιολόγοι έπαιξαν πολιτικό, δημόσιο ή μυστικό ρόλο στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής, πως οι ίδιες οι αφηγήσεις των εξερευνήσεών τους χρησιμοποιήθηκαν από τους στρατιωτικούς (κι ας είναι σα να κατηγορείς την χημεία για την βαλλιστική, του θύμιζε η Σάρα). Αν η αρχαιολογία είναι μια μορφή κατασκοπείας, τότε και οι εθνομουσικολόγοι μοιάζουν με κατάσκοποι της μουσικής. Σίγουρα πάντως «κάτι από την έρημο ανάσαινε λαθραία στο Λονδίνο, στο Παρίσι ή στη Βιέννη». Και δίπλα στη μουσική, πάντα η λογοτεχνία: παρά το γεγονός ότι τώρα τα βιβλία του τον κοιτάζουν «ως τοίχοι μιας φυλακής» ο Ρίττερ επιμένει να ξεφυλλίζει έστω και μνημονικά αμέτρητα βιβλία από το πρώτο ταξιδιωτικό λογοτέχνημα του Σατωμπριάν μέχρι τις πηγές, σαν τους μυστικούς ποιητές της ανατολής, που με νοσταλγία θυμάμαι να πρωτοδιάβασα στους έξοχους Μυστικούς της Ανατολής του Γιάννη Υφαντή (από εκδόσεις Ερατώ, 1989).

Σήμερα η Ανατολή δημιουργεί άλλους συνειρμούς: εσωτερικοί και εξωτερικοί πόλεμοι, ανελεύθερα καθεστώτα, θρησκευτικοί φανατισμοί. Ο συγγραφέας δεν είναι πια για τίποτα βέβαιος, μόνο αναρωτιέται τι θα σκεφτόταν ο γενναίος μεσαιωνικός συγγραφέας και ιππότης Ουσάμα Ιμπν Μουνκίντ για τις γελοίες εικόνες των σημερινών μαχητών της τζιχάντ, που φωτογραφίζονται την ώρα που καίνε μουσικά όργανα, ως μη ισλαμικά: όργανα που προέρχονται σίγουρα από αρχαίες στρατιωτικές μπάντες της Λιβύης, τύμπανα και τρομπέτες ποτισμένα με βενζίνη… τα ίδια τύμπανα και τρομπέτες, με μικρές διαφορές, που είχαν αντιγράψει οι Φράγκοι από τη στρατιωτική μουσική των Οθωμανών αιώνες νωρίτερα….καμιά εικόνα δεν αναπαριστά καλύτερα την τρομακτική μάχη που δίνουν οι τζιχαντιστές εναντίον της ιστορίας του Ισλάμ από αυτούς τους άθλιους τύπους με την στολή αγγαρείας στην μικρή τους έρημο … [σ. 201-202]

Τέλος δεν υπάρχει – το παραλήρημα θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Ο έρωτας θα είναι πάντα άπιαστος κι η Σάρα, πιθανώς, μια φεύγουσα κόρη που εκπροσωπεί τον ίδιο τον τόπο, που όσο τον πλησιάζεις, τόσο σου απομακρύνεται. Αν κάτι μένει βέβαιο είναι το γεγονός ότι οι Δυτικοί φέρουμε εντός μας την Ανατολή (και αντίστροφα), όχι μόνο μέσα από αμέτρητες επιρροές που χωνέψαμε και δεν αναγνωρίζουμε, αλλά ως την τόσο απαραίτητη άλλη πλευρά, που μόνο εκείνη συμπληρώνει και μας δείχνει την ολοκληρωμένη μας μορφή. Χωρίς τους Άλλους, δεν υπάρχουμε ούτε εμείς οι μη Άλλοι.

Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Ματιάς Ενάρ γνωρίζει καλά την [δική του] Ανατολή, την έζησε για πολύ καιρό, την μιλάει μέσα από τις γλώσσες του και την διδάσκει επίσης μέσα απ’ αυτές. Είναι εμφανές πόσο βαθιά βρίσκεται μέσα στο υλικό του και όσο κι αν ο αφηγητής επαναλαμβάνεται συχνά, όσο κι αν ενίοτε ξεφεύγει σε μερικές απολύτως παραληρηματικές σελίδες, το βιβλίο του μοιάζει με μια προσωπική βίβλο μιας επικράτειας όχι μόνο τοπογραφικής ή πολιτισμικής αλλά και ψυχικής. Τυχεροί λοιπόν αφηγητής και συγγραφέας που βρήκαν έναν τέτοιο τόπο. Κι αν ονόμασαν Πυξίδα την ατελείωτη εμπλοκή τους, είναι επειδή η πυξίδα που ονειρεύεται ο Ρίττερ δεν έχει μόνο την μορφή ενός πιο γαλήνιου ξυπνητηριού αλλά και τον προσανατολιστικό δείκτη του τόπου όπου επιθυμεί η καρδιά του καθενός.

Εκδ. Στερέωμα, 2016, μτφ. Σοφία Διονυσοπούλου, 463 σελ. [Bussole, 2015]

Στις εικόνες: έργα των John Frederick Lewis, Alexander Kinias, Annemarie Schwarzenbach επί δύο, Isabelle Eberhardt, Alison Dubois [Rumi], φωτογραφία της Lana Slezic [Afghanistan]. Η φωτογραφία του συγγραφέα:. Hannah Assouline / Opale / Leemage.

 

27
Δεκ.
19

Shawn Levy – Ready, Steady, Go! Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London

Τι συνέβη και το Λονδίνο της δεκαετίας του ’60 μεταμορφώθηκε από σεμνότυφη και πνιγηρή πρωτεύουσα σε κέντρο του μοντέρνου κόσμου; Σχεδόν κανένα από τα συστατικά στοιχεία εκείνης της έκρηξης δεν ήταν μοναδικό: είχαν υπάρξει και στο παρελθόν μποέμικες επαναστάσεις, οικονομικές αναγεννήσεις και νέα κύματα στις τέχνες, στη μαζική κουλτούρα και στον τρόπο ζωής. Είχαν υπάρξει και παλιότερα στιγμές που η νεολαία κυριαρχούσε στην πολιτιστική σκηνή: η εποχή της τζαζ στην δεκαετία του ’20  το σύντομο μεσουράνημα του ροκ εν ρολ τη δεκαετία του ’50. Όμως στο Λονδίνο εκείνα τα λίγα χρόνια όλα συνδυάστηκαν αρμονικά: η νεότητα, η ποπ μουσική, η μόδα, η σάτιρα, οι καλές τέχνες, η σεξουαλικότητα, ο κινηματογράφος. Το Ready, Steady, Go! παρουσιάζει ακριβώς το πώς συνέβη και αναμείχθηκαν όλα αυτά δημιουργώντας το περίφημο Swinging London και, σωστά, όπως τονίζει και ο μεταφραστής, ο όρος μένει αμετάφραστος όχι μόνο επειδή δεν έχει το ακριβές ελληνικό του αντίστοιχο αλλά και γιατί ολόκληρο το βιβλίο είναι μια αναζήτηση της σημασίας του.

Σ’ εκείνη την δεκαετία η αγγλική κοινωνία σαφώς και γινόταν όλο και πιο ανεκτική και ελεύθερη – αν και στην πραγματικότητα απλώς ακολουθούσε την κοινωνική χαλάρωση που είχε ήδη συμβεί στις ΗΠΑ. Μέχρι τότε λοιπόν η νεότητα ήταν κάτι που έπρεπε να υπομείνεις και η σάτιρα απλώς υπομειδιούσε μπροστά σε οποιαδήποτε κακώς κείμενα. Τώρα η νέοι βγαίνουν μπροστά και η σάτιρα μετατρέπεται σε ένα ζωντανό κίνημα που περιλάμβανε τους πάντες, μαζί με μια ατμόσφαιρα ειρωνείας και κυνισμού γύρω από την δημόσια ζωή και τους «καλύτερούς μας».

Ο συγγραφέας επιλέγει να αφιερώσει τα κεφάλαιά του σε έξι συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία συνέλαβαν ιδέες που πυροδότησαν μια ολόκληρη ατμόσφαιρα. Σαφώς και δεν είναι τα μόνα, εξ ου και η διαρκής ακτινωτή επέκταση των κειμένων προς κάθε κατεύθυνση: δεκάδες προσωπικότητες, καλλιτεχνικά γεγονότα, νέες τάσεις εμπλέκονται το ένα με το άλλο, και όλα ως ψηφίδες φτιάχνουν την συμπαγή και ταυτόχρονα διασπασμένη εικόνα των Λονδρέζικων 60s.

Ο φωτογράφος David Bailey είχε γοητευτεί από τις φωτογραφίες στα εξώφυλλα των δίσκων του Chet Baker αγόρασε μια απομίμηση Rolleiflex κι ύστερα μια Pentax 35mm, που τον απελευθέρωσε από το τρίποδο και του επέτρεψε να φωτογραφίζει τα μοντέλα του σε ένα είδος ερωτικού χορού. Σύντομα βρήκε στο πρόσωπο της Jean Shrimpton το πρώτο μοντέλο που έγινε γνωστό μόνο και μόνο για τις ικανότητές της μπροστά στον φακό, κι ας ντυνόταν με ό,τι κουρέλια έβρισκε μπροστά της, κι ας έμοιαζε τον περισσότερο καιρό με άστεγη. Η νέα αυτή φωτογραφική συμπεριφορά ενέπνευσε τον κεντρικό ήρωα της ταινίας Blow Up του Αντονιόνι, ο οποίος έφτασε στο εσπευσμένα Λονδίνο, γνωρίζοντας πως η πόλη φλέγεται από εικόνες, το ιδανικό περιβάλλον για να γυρίσει εκείνη την ιστορία του Χούλιο Κορτάσαρ.

O κομμωτής Vidal Sassoon εμπνεύστηκε από την Αρχιτεκτονική και ειδικότερα την Σχολή Μπαουχάουζ τις αυστηρές καθαρές γραμμές και συνέλαβε την ιδέα χτενισμάτων με καθαρά γεωμετρικούς όρους. Είναι χαρακτηριστικό το περιστατικό με την περίφημη Nancy Kwan και τα ολόισια μαύρα μαλλιά της: στα γυρίσματα της ταινίας The Wild Affair [1963] ο Σασούν την κούρεψε καθώς έπαιζε σκάκι με τον μάνατζέρ της και το μόνο της σχόλιο ήταν ένα χαμόγελο. Οι γυναίκες απελευθερώνονται από την τυραννία των σαλονιών ομορφιάς και των κομμωτηρίων με τα ογκώδη σεσουάρ και τα ρόλει και ο κομμωτής γινόταν απλώς ένας κόφτης μαλλιών που τους έδινε μια εμφάνιση που μπορούσαν να διατηρούν οι ίδιες. Την ίδια στιγμή δεν έπαυε να θυμίσει την αντιστασιακή του αλλά και την σύγχρονη αντιφασιστική δράση – «τσακίζαμε τους φασίστες στους δρόμους, τόσο απλά».

Η σχεδιάστρια Mary Quant απελευθέρωσε με άλλο τρόπο τις γυναίκες: έφτιαχνε ρούχα με μια αίσθηση χρώματος, ελευθερίας, νεότητας και ερωτισμού, ρούχα που τις έκαναν να ξεχωρίζουν από τις μανάδες τους. Το ατελιέ της ήταν ο ίδιος ο δρόμος. Οι φούστες στένεψαν και κόντυναν, ακυρώνοντας το τελευταίο ταμπού της γυναικείας εμφάνισης. Την νέα κινηματογραφική πραγματικότητα εκπροσωπούν επάξια οι Terence Stamp και Michael Caine, σ’ ένα Νέο Σινεμά όπου οι ηθοποιοί υποκρίνονται γυμνές ανθρώπινες συμπεριφορές περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ευνόητα ένα εκτενές κεφάλαιο αφιερώνεται στον Brian Epstein που ανακάλυψε και παρουσίασε τους Beatles αλλά και στον Andrew Loog Oldham, τον «ιμπρεσάριο» των Rolling Stones, τους οποίους ορθώς συνέλαβε ως μια πάντα περισσότερο εξεγερσιακή και αλήτικη από τους Beatles. Εδώ ξαναβρισκόμαστε στην αρχή των Stones, στο Crawdaddy, όπου έπαιξαν μπροστά σε είκοσι μόνο άτομα – τις επόμενες άρχισαν να μαζεύουν όλο καi περισσότερο κόσμο, μέχρι που η μπάντα έγινε το απροσδόκητο επίκεντρο μιας νέας μουσικής σκηνής.

Φυσικά η τηλεόραση δεν θα μπορούσε να μην έχει τον ρόλο της στην Λονδρέζικη Άνοιξη – ήταν η εκπομπή που έδωσε το όνομά της σε αυτό το βιβλίο. Χάρη στο Ready, Steady, Go!, θυμάται ο Pete Townshend, η μόδα των mods εξαπλώθηκε σε όλη την Αγγλία μέσα σε μια νύχτα και τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Η παλιά σκηνή των μοντ ήταν κλειστή, μυστικοπαθής – κανείς δεν σου έλεγε τι να κάνεις ή που να βρεις τα κατάλληλα ρούχα. Τώρα όλοι ξεχύνονταν αναζητώντας τους όμοιούς τους. Και φυσικά υπήρχαν και τα ναρκωτικά, αλλά με μια ουσιώδη διαφορά:

Όπως συνέβη και στην Αμερική, το LSD προκάλεσε μια έκρηξη της όρασης και της ακοής, αχαλίνωτη, χίπικη συμπεριφορά και ανανεωμένο σεβασμό για το πνεύμα του έρωτα στη σωματική, στην πνευματική και στην αλτρουιστική εκδοχή του. Όμως υπήρχε μία παραμυθένια διάσταση στο ψυχεδελικό Λονδίνο, που δεν έβρισκε το αντίστοιχό της στη Νέα Υόρκη ή στο Σαν Φρανσίσκο. Αν η αμερικανική ψυχεδέλεια ήταν ένα αναμμένο φυτίλι αναπόσπαστα συνδεμένο με το αντιπολεμικό κίνημα, το κίνημα για τις ελευθερίες των φοιτητών και την κοινή αντίληψη ότι οι υπάρχουσες δομές της κοινωνίας έπρεπε να κατεδαφιστούν, η αγγλική ψυχεδέλεια είχε εξεζητημένο, απόκρυφο και ερμητικό χαρακτήρα· συνδεόταν περισσότερο με το επικούρειο παρά με το αποκαλυπτικό. [σ. 389-390]

Κι όταν όλα τελείωσαν, τι είχε μείνει; αναρωτιέται ο συγγραφέας στον επίλογο του βιβλίου του. Για πάντα μετά από εκείνη την περίοδο μπορούσες να εκφράζεσαι, να παραδίδεσαι στην αίσθηση της στιγμής, να εξερευνάς τον μεγάλο κόσμο ή τα πράγματα πέρα απ’ αυτόν. Στα χρόνια του Swinging London συνειδήσεις αφυπνίστηκαν, ο έρωτας απελευθερώθηκε, το ροκ γνώρισε μια σπάνια κορύφωση, η ομοφυλοφιλία αποποινικοποιήθηκε, οι τέχνες αλληλεπίδρασαν με τις ζωές των ανθρώπων. Θα μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε αλλά συνέβη εκεί. Μια μέρα ο κόσμος αποφάσισε να κάνει ένα άλμα μπροστά και το έκανε με ώρα Λονδίνου.

Εκδ. Κουκκίδα [Σειρά Πόρτες, 1], 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 549 [Ready, Steady, Go! The smashing rise and giddy fall of Swinging London, 2002]. Περιλαμβάνεται εκτενής θεματική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Fanzine Lung, τεύχος 5 (Δεκέμβριος 2019)

Στις εικόνες: Mick Jagger – Marianne Faithful, Vidal Sasoon κατά το θρυλικό κόψιμο των μαλλιών της Nancy Kwan, η Mary Quant στο «εργαστήρι» της (Chelsea, 1965), Jean Shrimpton, με πολλές προς τιμή της σελίδες στο βιβλίο, Cathy McGowan (οικοδέσποινα της τηλεοπτικής εκπομπής Ready, Steady, Go!) με Paul McCartney, εξώφυλλο με τα κορίτσια της επιδραστικής ταινίας Pleasure Girls (1965)

09
Δεκ.
19

Μπάμπης Αργυρίου – Άλμπουμ διασκευών

Η άγραφη πρόζα του ροκ

Η ιδέα σιγοκαίει εδώ και χρόνια όλους όσοι από εμάς έχουν την τύχη να ζουν και ν’ αναπνέουν μέσα από την μουσική, πόσο μάλλον αν αφιερώσαμε τρισεκατομμύρια στιγμές στην προσπάθεια να την μεταγράψουμε σε κριτικά κείμενα μέσα σε περιοδικά, φανζίν και ραδιοσταθμούς: Να υπήρχε επιτέλους ένα βιβλίο που να μετέτρεπε σε πρόζα τα ίδια τα τραγούδια των συγκροτημάτων που αγαπήσαμε, τους στίχους τους, την πορεία της μπάντας, τις ίδιες τις ζωές των μελών της. Αλλά τίποτα! Ένα αχανές χρυσωρυχείο ιστοριών έμενε κλεισμένο μέσα στους δίσκους και την ιστορία του ροκ εν ρολ. Ίσως υπάρχει ένα τέτοιο βιβλίο σε μια άκρη του κόσμου, αλλά ψάχνοντας χρόνια δεν έχω πέσει πάνω του. Τώρα όμως…

Έτσι οι ιστορίες εδώ αναβλύζουν μέσα ή με αφορμή το ατόφιο ροκ των Ramones και των Clash ή το πανκ των Sex Pistols, τα σκοτάδια των Cure και τις αβύσσους του Nick Cave και των Dead Can Dance· εδώ «γράφουν» ή «γράφονται» αρχιμάστορες όπως ο Bob Dylan και ο Neil Young, διαχρονικοί ραψωδοί όπως οι Tim Buckley, Nick Drake και Leonard Cohen, αιώνιοι ρόκερς σαν τον Iggy Pop και τον Rory Gallagher κι όσοι άλλοι ενέπνευσαν (ενίοτε προκάλεσαν!) τα διηγήματα του βιβλίου: The Beatles, The Rolling Stones, Pink Floyd, Simon & Garfunkel, Bob Marley, The Go-Betweens, R.E.M.,The Walkabouts, Rage against the Machine/Magazine, Talking Heads, Tindersticks, Massive Attack, Radiohead, Nirvana, PJ Harvey, Bjork κι όσοι αναφέρονται εδώ πιο κάτω.

Κάθε κείμενο έχει τίτλο το όνομα του εκάστοτε καλλιτέχνη/γκρουπ μαζί με μια φράση σαν πρόγραμμα κι επίγραμμα μαζί. H ζωή σου μπορεί να επιδεινωθεί και χωρίς την κινητοποίησή σου, αναγράφεται στο δεκασέλιδο του αφηγητή Tom Waits και η ιστορία δεν θα μπορούσε παρά ν’ αρχίσει σ’ ένα μπαρ, που στην μια του γωνιά κάποτε άραζε η Λουσίντα· τώρα του έστειλε χριστουγεννιάτικη κάρτα απ’ τη Μινεάπολις, γράφοντας ότι ξεμπέρδεψε με τις καταχρήσεις, ζούσε μ’ έναν μουσικό που την αγάπησε, υιοθέτησε το παιδί της και την έβγαζε για χορό κάθε Σαββατόβραδο. Αλλά μπορεί όλα να είναι και ψέματα, να ξαναγύρισε στο Σαν Λεμέντε και να δούλευε πάλι σαν πουτάνα. Ο Τζωρτζ παραδίπλα ψελλίζει Μόνο όταν ονειρεύομαι είμαι αθώος, μέχρι την στιγμή που το ενδιαφέρον του αφηγητή πάει στην νεαρή Μέλανι, με την οποία αρχίζει ένας διάλογος πλημμυρισμένος από ιστορίες που ίσως εμείς οι πιστοί του Waits γνωρίζουμε καλά. Αποτυχημένες σχέσεις, ματαιωμένες φυγές, τα φιλιά που είναι πάντα σαν φιλιά ξένων.

Ο συγγραφέας μας αιφνιδιάζει με την θέση στην οποία βάζει κάθε φορά τον καλλιτέχνη του. Ο Lou Reed γίνεται ταξιτζής που μονολογεί στους πελάτες τους κατά τις κούρσες του – που αλλού; – στη Νέα Υόρκη. Η Αφροδίτη με τις Γούνες, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα του Μανχάτταν, εκείνοι που περπατούν στην άγρια πλευρά της πόλης και της ζωής, όσο έκαναν ό,τι ταπεινωτικό τους ζητήθηκε για να επιβιώσουν, είναι όλοι παρόντες στην λακωνική του πολυλογία. Και φυσικά η Κάρολιν, που την συγκρίνει με τον χρόνο, που ποτέ δεν είναι αρκετός, που είσαι ανήμπορος να τον κρατήσεις. Αλλά ο κόσμος χωρίς την αγκαλιά των γυναικών, μοιάζει μ’ ένα ανόητο παιδί. Αυτός ο τύπος πάντα αναζητούσε τα απλά και αυθόρμητα πράγματα, όσα φτιάχνουν μια perfect day· δεν θέλει άλλες ενοχές, αρνητικές σκέψεις, τους μονίμως σκυθρωπούς ανθρώπους που συζητάνε για τα στραβά του κόσμου – ή αυτούς που πάντα σε στήνουν λες και είναι ντίλερ! Δεν του αρέσει να μετανιώνει για τίποτα, αφού κάθε φορά έκανε αυτό που θεωρούσε σωστό. Κανείς δεν του δίδαξε την διαχείριση του θυμού ή την ομορφιά της λησμονιάς. Όμως σε ποιον πελάτη τα λέει όλα αυτά ο Lou και πότε; Αν φτάσουμε ως το τέλος και ξαναδιαβάσουμε την ιστορία, τότε όλα αλλάζουν.

Θα μπορούσε, λοιπόν, μια τέτοια σύλληψη να μείνει στα προφανή ή στα λιγότερο προφανή των τραγουδιών ή των ίδιων των καλλιτεχνών. Οι ιστορίες θα ήταν ποικίλες κι ατέλειωτες και δεν ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Αλλά γνωρίζουμε καλά τις γραφές του Αργυρίου: δεν ευχαριστιέται με μια ιδέα, θέλει να την σκάψει ακόμα παρακάτω. Κι έτσι σχεδόν «διήγημα» έχει μια ευφάνταστη σχέση με το τιμώμενο όνομα. Ενδεικτική η περίπτωση της Patti Smith που παραμερίζει στην άκρη για να δούμε τρεις βαθύτατα κινηματογραφικές και ροκ εντ ρολ ιστορίες. Η πρώτη έχει ως πρωταγωνιστή τον Τζο, καπετάνιο σε μαούνα στον Χάντσον της Νέας Υόρκης, με μια κρυμμένη γραφομηχανή στην καμπίνα του, ερημίτη ακόμα κι όταν βρίσκεται με παρέα, να συναντάει κάπου κάπου την Ζακλίν με το τεχνητό πόδι ή την Φέι, ιδανική παρέα για να «χτυπάνε» μαζί.

Η δεύτερη μοιράζεται σε περισσότερους χαρακτήρες που ζουν παραισθησιογόνες κι ερωτογόνες ζωές θυμίζοντας χαρακτήρες του Μπάρροουζ. Και η τρίτη πρωτοπρόσωπα ξεφυλλίζει κάτι σαν ημερολόγιο ενός κλέφτη ο οποίος δεν παύει να αναζητά τον αγνό έρωτα: Η περιπέτεια της ζωής μου ήταν ένα εκτεταμένο ζευγάρωμα, φορτισμένο και περιπλεγμένο από μια βαριά, παράξενη ερωτική τελετή. Το ερωτικό παιχνίδι αποκαλύπτει έναν κόσμο χωρίς όνομα, που φτιάχνεται από τη βραχνή γλώσσα των εραστών, η οποία ψιθυρίζεται στο αφτί και το πρωί ξεχνιέται [σ. 112]. Στην ουσία χαιρόμαστε τρεις συμπυκνώσεις ισάριθμων βιβλίων των Alexander Trocchi, William Burroughs και Jean Genet, αγαπημένα της Patti Smith, όλα με ήρωες χωρίς ηθική, χωρίς ιερό και όσιο, ισόβια παραδομένους στους εθισμούς τους. Άραγε τα βιβλία που διάβασε ένας καλλιτέχνης μέχρι που εισχώρησαν στα τραγούδια του;

Η ιστορία των Calexico αναπνέει μέσα από την σκόνη του ροκ εν ρολ της λατινικής ερήμου. Μια οικογένεια ξεκινάει από την χώρα της για να διασχίσει μέσω Γουατεμάλας το Μεξικό κι από εκεί να βρεθεί στην γη της επαγγελίας. Γνωστή και χιλιοπαιγμένη ιστορία αλλά εδώ είναι τα παιδιά που παρασύρουν τους γονείς, κι οι εικόνες του ταξιδιού ό,τι πρέπει για στίχους νότιας καυτής μουσικής. Μια σπάνια εναλλαγή συναισθημάτων και καταστάσεων, μια ιστορία που φτάνει μέχρι το σημείο που μπορεί κανείς να θυσιάσει τα πάντα για μια νέα ζωή. Και πώς μπορεί κανείς να βάλει σε νέες λέξεις την παλιά περίπτωση των Joy Division; Με διάλογο των δυο διαφορετικών φωνών που μαλώνουν μέσα σ’ ένα κεφάλι – υπέρ ζωής και υπέρ αυτοχειρίας, με τον αγώνα να βαίνει ισόπαλος στα επιχειρήματα αλλά μόνο εκεί. Τρεις αυτόχειρες πλαγιοκοπούν και τους Black Sabbath, στην πιο απρόβλεπτη ιστορία, ενώ οι Clash, αντίθετα, αφήνουν σπαράγματα της αλληλογραφίας τους να συνθέσουν την δική τους.

Η κατά David Bowie πρόζα τον βρίσκει τηλεπαρουσιαστή, από την ταπεινή αρχή ως την κορυφή της καριέρας του, να ονειρεύεται ένα πρόγραμμα που θα μεταδίδεται σ’ ολόκληρο τον πλανήτη κι ακόμα παραπέρα. Έχει πέσει κανείς ποτέ από το διάστημα στη Γη; Μπορεί κανείς, αντί να ακολουθεί την μόδα, να την διαμορφώσει; Ο Αστράνθρωπος και η Λαίδη Αστερόσκονη, οι πανικόβλητοι του Ντιτρόιτ, οι γυναίκες της Suffragette City, τα τραύματα που είναι τα παράσημά μας, ο Major Tom και Α lad insane, όλοι κάνουν ένα πέρασμα από εδώ, με τελευταίο τον ίδιο που χαίρεται «γιατί άνοιξε μια πόρτα που θα μείνει για πάντα ανοιχτή». Η ζωή είναι ένας λόφος που ανεβαίνεις βαδίζοντας ανάποδα. Τον ανέβηκα τρέχοντας, ήμουν άνθρωπος της δράσης. Η ζωή είναι μικρή αλλά χωράει όσα κι αν σκεφτείς να κάνεις. [σ. 279]

Όταν όλη αυτή η πρόζα έχει τόσες φανερές κι άλλες τόσες υπόγειες αναφορές, τι είδους αναγνώστες μπορούν να την χαρούν; Εκείνοι που γνωρίζουν καλά τα ονόματα και θα τις αντιληφθούν πίσω από κάθε σχεδόν λέξη; σίγουρα· όσοι ενδιαφέρονται να μπουν σ’ ένα υπέροχο διακειμενικό παιχνίδι και να ψάξουν σαν ερευνητές τους στίχους και τα δεδομένα που κρύβονται εδώ; οπωσδήποτε! Αλλά και οι ανίδεοι, εκείνοι που δεν έχουν βυθιστεί σ’ όλη αυτή την μουσική και δεν θέλουν να αναζητούν πρόσθετα πέρα από τις σελίδες, μπορούν να απολαύσουν τις ιστορίες ως πρωτότυπες και ευρηματικές. Δεν χρειάζεται καμία προϋπηρεσία εδώ, ούτε καν να έχει διαβάσει κανείς τον συγγραφεά στο φανζίν του Rollin Under (1985-1991) ή στο Mic.gr που συνδημιούργησε από το 2000 και μετά, ούτε να τον έχει ακούσει στον ραδιοσταθμό του Radio Free (1980 – 1987). Τα προηγούμενα δυο μυθιστορήματα του συγγραφέα εδώ κι εδώ.

Εκδ. Mic Books, 2019, σελ. 336

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 232, υπό τον τίτλο Look back in hunger.

Στις εικόνες: Tom Waits, Lou Reed, δυο προφανής αφίσες, μια προφανής κασέτα, P.J. Harvey.

01
Αυγ.
19

Οι ξυπόλητες των δίσκων, 2

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 8 (Αύγουστος 2019), εδώ

VIΙ. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 2

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών συνεχίζει την μαθητεία του στις γυναίκες, αναζητώντας τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα τον δίσκων.

Συνέχισα να περιπλανιέμαι στον θαυμαστό κόσμο των δίσκων, αναζητώντας  τις ξυπόλητες γυναίκες στα εξώφυλλα, έτοιμος να ανταποκριθώ σε κάθε τους κάλεσμα, βέβαιος με την ιδέα ότι πέρα από την πολυαισθητική μου ευχαρίστηση, μού γνώριζαν νέες ιδιότητες γυναικών στις οποίες σαφώς θα υπήρχαν όμοιές τους, εξίσου εκφραστικές μέσω των γυμνών τους ποδιών. Έπρεπε πρώτα να δω τι άλλο είχε να μου πει η Carly Simon που με είχε αποπλανήσει μ’ εκείνες τις δυο εμφανίσεις (δείτε προηγούμενο τεύχος) αλλά και με την φωτογραφία της στον δίσκο Another Passenger (1976), όπου τυλιγόταν με μια θαμπή, σόφτ φόκους αύρα, που την κάλυπτε από το πρόσωπό της μέχρι τα μακριά δάχτυλα των ποδιών της, έτσι όπως αποκαλύπτονταν από τα πέδιλά της, κι ας ήταν κι αυτά θαμπά από το καλσόν· η κλασικότητά του νάιλον θα έχει ως επιχείρημα και αυτές τις εμφανίσεις.

Ένας ολόκληρος παράλληλος κόσμος σπαρταρούσε στα μουσικά περιοδικά που μοσχομύριζαν στα περίπτερα και κοινωνούσαν πολύτιμες πληροφορίες για γυναίκες που ψαλίδιζα προσεκτικά για να τις αιχμαλωτίσω οριστικά στο δικό μου λεύκωμα, ένα μεγάλο λογιστικό τετράδιο όπου μπορούσα να καταγράφω κάθε δεδομένο απαραίτητο για την πλήρη μας γνωριμία. Σ’ ένα τεύχος του Rolling Stone διάβασα για τις φωτογραφίες του δίσκου Playing Possum, όπου η Simon συνδύαζε το πλημμυριστό της χαμόγελο με το τέντωμα του μεγάλου της δάχτυλου. Είχα εξαρχής την αίσθηση πως υπήρχε κάτι το αυθόρμητο σ’ εκείνες τις φωτογραφίες, πως κάποιες δοκιμαστικές πόζες υπεξαίρεσαν μια πηγαία διάθεση της στιγμής. Και πράγματι έτσι ήταν! Ο φωτογράφος Norman Seeff έλεγε πως εκείνη είχε σχεδόν τρομοκρατηθεί πριν την διαδικασία αλλά με τα πρώτα κλικ αφέθηκε χωρίς αναστολές στον φακό. Χόρεψε, δοκίμασε στάσεις διαλογισμού και στο τέλος κράτησε για το εξώφυλλο ακριβώς την στιγμή που το κεφάλι της έφευγε από το κάδρο. Ιδού λοιπόν το πρώτο μυστικό που μου κοινοποίησε η Καρλομάγνα του φολκ ροκ βασιλείου: μην καθοδηγήσεις τις φωτογραφούμενές σου σε στάσεις που επιθυμείς, μόνο άσε τις ελεύθερες μπροστά στο φακό, να λύσουν τα άκρα τους και να λυθούν ολόκληρες.

Το εξώφυλλο θεωρήθηκε από τα πλέον αισθησιακά της δισκογραφίας, σε σημείο να αρνηθούν να το διανείμουν ή να το πουλήσουν. Είχε όμως φτάσει, εις πείσμα των αναίσθητων, σ’ ένα ταπεινό συνοικιακό κατάστημα και στα τρεμάμενα χέρια μου. Τα άλλα καρέ, που τώρα έβλεπα αραδιασμένα στο τρισέλιδο, με μυρωδιά εφημερίδας άρθρο, ήταν πολύ ωραιότερα. Πόσες ακόμα εικόνες μένουν στα κόντακτ και τα αρνητικά των φιλμογράφων; Σκέφτομαι το ευφρόσυνο υλικό που θα υπάρχει στα αρχεία τους – όλες τις φωτογραφίες που απορρίφθηκαν για να προκριθεί η μία. Πού βρίσκονται λοιπόν; Ξεκίνησαν από έναν σκοτεινό θάλαμο κι επέστρεψαν σ’ έναν άλλο; Μήπως οι φωτογραφίες που αναζητώ, άσεμνες δεκαδάκτυλες πατούσες, βρίσκονται ατύπωτες ή καταχωνιασμένες σε ιδιωτικούς φακέλους και ψάχνω μάταια στους φωτεινούς θαλάμους των περιοδικών και των διαδικτύων;

Και ποια είναι η τύχη των κιτρινισμένων σελίδων των μουσικών και των άλλων περιοδικών όταν τελείωνε ο μήνας τους, έστω ο χρόνος τους; Πατάρια, αποθήκες, υπόγεια, πλημμύρες, υγρασίες, σκουπίδια, παλαιοπωλεία κι ίσως ξανά πίσω στον ήλιο. Τότε τα ξεφύλλιζα με βουλιμία περιμένοντας την έκπληξη ή ένα νεύμα κι ύστερα ξανά και ξανά, τελετουργικά, για να την συναντήσω σε φωτογραφίες όπως εκείνη από το φεστιβάλ No Nukes του 1979, όπου δεκάδες καλλιτέχνες συγκεντρώθηκαν στη Νέα Υόρκη για ένα μέλλον χωρίς πυρηνικά όπλα κι εκείνη οργίαζε στη σκηνή με μια ολόσωμη φόρμα με κάθετες ρίγες, απόλυτα ξυπόλητη και εκθαμβωτικά χαμογελαστή, βεβαιώνοντάς με πως οι αξιόψαχτες γυναίκες μάχονταν σε κάποιο πολιτικό αγώνισμα, κατηγορηματικές όπως κι εκείνη για το μέλλον που βρισκόταν στα χέρια μας.

Μπορεί η κάπως μαλακή ποπ τζαζ φολκ ροκ της να υπήρξε αρκετά ενήλικη για μένα, χωρίς εξάρσεις και ορμές, μα η Κάρλυ, συχνά με σανδάλια δετά (πώς θα ήταν το άγγιγμα στο αυλάκι από τα κορδόνια στις γάμπες της;), τόσο ασυνήθιστα στις ξένες ρόκισσες, μου γνώρισε την θεραπεία της μουσικής που στον καθένα λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο (όταν στα οκτώ της άρχιζε να τραυλίζει έντονα και καμία ψυχοϊατρική δεν κατάφερε να το σταματήσει, δοκίμασε να τραγουδάει και να γράφει τραγούδια και ως δια μαγείας το τραύλισμα εξανεμίστηκε), πως ακόμα κι ένα μικρό ποσό χαμένου χρόνου μπορεί να αντιστραφεί κι ότι η έμπνευση βρίσκεται παντού (έγραψε το κομμάτι Anticipation μέσα στα δεκαπέντε λεπτά που περίμενε τον Cat Stevens στο πρώτο ρομαντικό τους ραντεβού) και πως η αφαίρεση ενός στήθους όχι μόνο δεν στερεί κάτι από την θηλυκότητα μα την διατρανώνει, όπως επέμενε ο Χουάν Κάρλος Ονέτι, στην Σύντομη ζωή, όπου ο ήρωάς του ποθεί ακόμα περισσότερο την Γερτρούδη και επιθυμεί «να βυθιστεί στο ολοφώτιστο δωμάτιο, με το ξανανιωμένο πρόσωπό του από την λαγνεία στο ακρωτηριασμένο στήθος, να το φιλήσει και να χάσει εκεί πάνω το μυαλό του».

Η όρεξή μου γινόταν όλο και πιο μεγάλη· ήταν μια όρεξη βουλιμική για γυναίκες εξώφυλλες και δισκογραφημένες, ώστε να μπορώ να τις χαϊδεύω ανά πάσα στιγμή, έχοντας το προνόμιο να ακούω την φωνή τους και να μελετώ την ποίησή τους. Κάθε φορά ήθελα και κάτι νέο, που να πλησιάζει ακόμα περισσότερο στο γούστο μου. [Έτσι] μετά την καλσοντυμένη Κάρλυ με το αισθησιακό βλέμμα ήθελα μια αληθώς ξυπόλητη γυναίκα να με κοιτάζει ευθεία στα μάτια, ήρεμη και νοηματική.

Με περίμενε ένα κυριακάτικο μεσημέρι μέσα από την βιτρίνα του μοναδικού δισκοπωλείου της Φωκίωνος Νέγρη, σ’ ένα συναπάντημα που είναι αδύνατο να ξεχάσω: όσο πλησίαζα τόσο διέκρινα καθαρότερα την λευκότητα του ποδιού της στην άκρη του τζην (και σε αντίθεση με τα σκουρότερα ενδύματά της), το χαμογελαστό της πρόσωπο, τα μακριά μελιά μαλλιά. Ελαφρώς συνονόματη της πρώτης διδάξασας, μια Carole King κρατούσε στα χέρια της ένα εργόχειρο κι ονόμαζε τον δίσκο της Tapestry (1971). Καθισμένη σε πεζούλι μπροστά στο παράθυρο, με το εξώτερο φως να την αγγίζει διακριτικά, σε μια ανεπαίσθητα θαμπή λήψη, ήταν η πρώτη γυμνόποδη μελουργός αυτοπροσώπως σε εξώφυλλο· [μέχρι τότε ξυπόλητα κορίτσια κάθε τόσο πόζαραν ως μοντέλα σε συλλογές τραγουδιών, χωρίς να ανήκουν στους καλλιτέχνες].

Καθώς δεν είχα χρήματα να την κάνω δική μου, πήγαινα και ξαναπήγαινα για να κοιταζόμαστε, μέχρι που μια μέρα εξαφανίστηκε από την βιτρίνα. Την θέση της πήρε, σχεδόν ζηλότυπα, μια ηδυπαθής Debbie Harry που με περιγελούσε με τον τίτλο του δικού της δίσκου: Koo Koo. Δεν είχα παρά να ζητήσω το πρώτο δάνειο της ζωής μου, σπασμένο σε πολλά μέρη, εκατό δραχμές από δέκα φίλους και γνωστούς, και η εργοχειρίστρια έγινε δική μου. Και μπορεί να μην ευτύχησα να δω τα πέλματά της, μα έμαθα τι συμβαίνει κάτω από αυτά: στο πρώτο τραγούδι, I feel the earth move, με πληροφορούσε πως αισθάνεται την γη να σείεται κάτω από τα πόδια της και τον ουρανό να αναποδογυρίζει όταν κάποιος συγκεκριμένος είναι τριγύρω. Ιδού λοιπόν, μια απόλυτη αποκάλυψη των γυναικείων ποδιών: η αίσθηση του έρωτα εκδηλώνεται πρωτίστως σε αυτά!

Την έψαξα μανιωδώς στα τεύχη των περιοδικών και την βρήκα ως καλλιτέχνιδα που έπλαθε τα δικά της τραγουδοποιήματα ενώ είχε ήδη χαρίσει συνθέσεις της εδώ κι εκεί, όπως το (You Make Me Feel Like) A Natural Woman που τραγούδησε η Aretha Franklin. Πώς συμβάλλει λοιπόν κανείς ώστε να αισθάνεται μια γυναίκα φυσική; Η αφηγήτρια πάντως δήλωνε πως κάποιος βρήκε το κλειδί στην ειρήνη του μυαλού της και ότι δεν γνώριζε τι πήγαινε λάθος μαζί της μέχρι που το φιλί του την βοήθησε να το ονοματίσει. Η δε Κάρολ, πήρε τις συνθέσεις στην φωνή της κι άρχισε να βγάζει ολόδικούς της δίσκους· κι όταν κάποιος Neil Sedaka, αλλοτινός της συνοδός στις εξόδους των Σαββατόβραδων, αναστέναξε δημόσια Oh Carol!, εκείνη του αντέτεινε εξίσου τραγουδιστά το ειρωνικό της Oh Neil! Τα στοιχεία της πρότυπης ξυπόλυτης γυναίκας συμπληρώνονταν σιγά σιγά: οικεία και οικιακή, θαρραλέα στον αντίλογο, ακτιβίστρια της οικολογίας (έστω και στο Αϊντάχο, όπου εκδήλωνε τις περιβαλλοντικές της ανησυχίες). Μέχρι σήμερα κοιτάζω συχνά το εξώφυλλο και πάντα μου αντιτείνει το βλέμμα μαζί με τον γάτο της Τηλέμαχο, που είχε τιμητική θέση στο καρέ. Τυχερέ Τηλέμαχε, εσύ τριβόσουν ανενδοίαστα στα πόδια της, ενώ εμείς τα έλλογα αρσενικά μόνο τηλεπαθητικά παίρνουμε την θέση σου.

Όμως το αίμα μου έβραζε και προτιμούσα άλλα πιο αναστατωτικά είδη μουσικής συνεπώς αναζητούσα τις πιο παθιασμένες μουσικούς. Αλλά οι γυναίκες του ροκ έκρυβαν τα πόδια τους σε μπότες και μποτίνια! Για ποιο λόγο; Δεν μου φαίνονταν ιδιαίτερα ντροπαλές· ίσως υπερίσχυε ο κώδικας της ροκ εμφάνισης που θεωρούσε τα παπούτσια αδιάσπαστο στοιχείο του. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να τολμήσει η Chrissie Hynde των Pretenders να εκθέσει το πέλμα της «κατά πρόσωπον», στο εξώφυλλο του δίσκου Loose Screw (2002), επιβεβαιώνοντας πως μια ροκ ψυχή οπωσδήποτε θα έχει ενίοτε γκριζόμαυρες πατούσες και δεν θα διστάζει  να τετραγωνίσει τα πόδια της σε στάση βολική και για πολλούς πιστούς στα στερεότυπα «αναιδή».

Αλλά το 1979 υπήρξε ένα ιδιαίτερο εξώφυλλο που με χαμήλωσε σε απόσταση αναπνοής προς κάποια ροκ εντ ρολ δάχτυλα. Οι Kinks στο Low Budget ζούμαραν σε δυο πόδια με ψηλά κόκκινα τσόκαρα και καταπόρφυρα νύχια. Δεν ήταν οι πορφύρες που με εξέπληξαν, ούτε η επιμονή των ποδιών να σηκώνονται στο υψόμετρο των τακουνιών. Είχα ήδη παρατηρήσει ανάλογους συνδυασμούς στις ώριμες καλοντυμένες κυρίες που σύχναζαν στο Select της Φωκίωνος και στο Savoy της Πλατείας Βικτωρίας, όπου περνούσα ακατάπαυστα δήθεν αναζητώντας τους φίλους μου, μόνο και μόνο για να τις δω στα ερωτικά τους ραντεβού ή τις μοναχικές τους πάστες· τα ίδια προτιμούσαν και οι ρομαντικές εξοδούχοι στο Green Park της Μαυρομματαίων που λικνίζονταν στις διθέσιες ζευγαρίσιες κούνιες. Όλες εκείνες οι κοκέτες των απογευμάτων συνήθιζαν να κοκκινίζουν τα νύχια τους, σε αγαστή διχρωμία με τα λευκά ή μαύρα πέδιλα της εποχής, μαζί με τακουνάκια, λουριά και άλλα δεσμευτικά. Αλλά τώρα ήταν πρωτοφανής η επιλογή του ποδιού ως κυρίαρχου και αποκλειστικά εστιασμένου ειδώλου. Φυσικά η αποστολή δυσκόλευε ακόμα περισσότερο. Τα πόδια γυμνώνονταν μόνο σε ιδιωτικούς χώρους ή σε σκοτεινούς δρόμους; Δεν έβγαιναν στο φυσικό φως; [Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται]

Οι μεταγραμμένες φράσεις του Χουάν Κάρλος Ονέτι προέρχονται από το μυθιστόρημα Σύντομη ζωή, σελ. 30, μτφ. Αγγελικής Αλεξοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2003 [Juan Carlos Onetti, La vide breve, 1950]. Περισσότερα για το βιβλίο, εδώ.

Στις εικόνες: 1. Carly Simon, Another Passenger, 2. Carly Simon, Playing Possum [Contact Sheet], 3. Carly Simon, Playing Possum, ολόκληρη η φωτογραφία, 4. Carly Simon, No Nukes, 5. Carly Simon, δεμένη των κορδονιών, 6. Carly Simon, περιχαρής των σανδαλιών, 7 και 8. Carole King, 9. Chrissie Hynde, 10. Kinks [and a Queen], 11. Έχεις δίκιο, Carly.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

04
Ιολ.
19

Οι ξυπόλητες των δίσκων

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 7 (Ιούλιος 2019), εδώ

VI. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 1

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και ακολουθεί τα «λόγια» τους.

Αναζητούσα λοιπόν τις γυναίκες με τα έκθετα πόδια σε τόπους περίκλειστους και ονειρικούς, όπως τα λεωφορεία, τα ψιλικατζίδικα και τα μπακάλικα, όπου οι συναντήσεις ήταν στιγμιαίες και ανεπανάληπτες· τις έψαχνα και σε άλλου είδους αίθουσες, σε μορφές μακρινές στον τόπο και τον χρόνο μα πιστές σε κάθε μου επίσκεψη: στους κινηματογράφους και τα δισκοπωλεία. Στα δισκοπωλεία η βιτρίνα αποτελούσε το πρώτο κλητήριο θέσπισμα: δίσκοι τοποθετημένοι κάθετα και οριζόντια, σαν τετράγωνα μιας σκακιέρας με πιόνια που έπαιζαν ένα παιχνίδι προσέλκυσης και διλημμάτων. Προτιμούσα τα μισοσκότεινα συνοικιακά καταστήματα, που εντόπιζα από την πινακίδα με τις μαγικές λέξεις ΔΙΣΚΟΙ – ΚΑΣΣΕΤΕΣ, κάποτε μαζί με το γράφημα μιας νότας ή το σήμα του πενταγράμμου. Στα ενδότερα, τοίχοι καλυμμένοι με ταπετσαρίες ή διαφημιστικές αφίσες μουσικών, ένα είδος μόνωσης από τους πάντες και τα πάντα. Πίσω από το ψηλό γκισέ μόλις που φαινόταν το κεφάλι του ιδιοκτήτη, που έμοιαζε με ρεσεψιονίστ ειδικού ξενοδοχείου για μυημένους· ενός κοινοβίου όπου η μουσική αποτελούσε την αποκλειστική γλώσσα και η σαγήνη των ήχων μια κοινή εξάρτηση. Ο άγνωστος που έψαχνε δίσκους στην διπλανή προθήκη δεν ήταν εντελώς άγνωστος, το αντίθετο: ήταν εκλεκτικός συγγενής που αναζητούσε ανάλογη λυτρωτική τροφή.

Τα εξώφυλλα που με σαγήνευαν ως τα κατάβαθα ήταν εκείνα που απεικόνιζαν μια γυναίκα στο εξώφυλλο, την ίδια την καλλιτέχνιδα ή κάποια άλλη μορφή, ολόσωμη ή πορτρέτο, σε φωτογραφία ή ζωγραφιά. Δεν έτρεφαν μόνο την βουλιμική μου επιθυμία για εικονογράφηση του ωραίου· οι ίδιες οι εικονιζόμενες έμοιαζαν να στέκονται στο παράθυρο της μουσικής τους, νεύοντας την είσοδο. Μέσα από το τετράγωνο πρόπυλο του εξωφύλλου, όπου στεκόταν επί της υποδοχής, κρυβόταν ο κυκλικός ναός του δίσκου· η ροτόντα ενός διαφορετικού κάθε φορά έρωτα που εκκινούσε και ολοκληρωνόταν με την μουσική.

Οι εικονιζόμενες μορφές χάριζαν αισθήσεις που έθαλλαν στην άλλη άκρη της όρασης. Άγγιζα ευλαβικά τα χαρτονένια τους ενδύματά τους, το χέρι μου γλιστρούσε στην ολισθηρή τους επιφάνεια, σ’ ένα χάδι που τις διέτρεχε άτακτα και τεθλασμένα. Τις μύριζα (είχαν τις οσμές του χαρτιού και του βινυλίου), τις σάλιωνα και φρόντιζα να τις διατηρήσω άφθαρτες, μυρωδικές· να αποκτήσουν τα σημάδια τους σταδιακά, από τον χρόνο που άρχισαν να μετρούν μαζί μου.

Σ’ έναν κόσμο ταχύτατο, σε μια ζωή που έξω έτρεχε γρήγορα, εκείνες περίμεναν ακίνητες μα όχι οριστικά απαθανατισμένες όπως στις φωτογραφίες ή τα έργα τέχνης. Ήταν σα να βρίσκονταν σε στάση αναμονής, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να αφήσουν την φαινομενική τους ακαμψία για να συμμετάσχουν στην πρώτη πράξη της ακροαστικής τελετουργίας. Αυτή εξαρτιόταν από μένα. Περίμεναν να τις γδύσω, πρώτα από τα ρούχα τους – το σκληρό εξώφυλλο, κι ύστερα από τα εσώρουχα – τον λευκό φάκελο που προστάτευε την μαύρη λεπτεπίλεπτη σιλουέτα. Ύστερα αδημονούσαν να βυθιστεί μια βελόνα στα αυλάκια τους (σαν ένα δάχτυλο που πίεζε τα γουβάκια της σάρκας τους), σ’ ένα στροβίλισμα μέχρι τελικής ζάλης.

Μετά, τα πάντα μπορούσαν να συμβούν. Ήμουν ο αποκλειστικός δέκτης των ιστοριών τους, ένας εκλεκτός ακροατής σε μια απόλυτα δυαδική διαλεκτική. Όταν, ας πούμε, η Δαλιδά (πάντα παρούσα στα εξώφυλλά της) μού τραγουδούσε στο Il venait d’avoir 18 ans την μυστική της σχέση μ’ έναν 18χρονο όταν εκείνη ήταν 34 ετών, στο βάθος μου μιλούσε ευθέως. Γνώριζε ότι μου αρέσουν οι μεγαλύτερες γυναίκες και μου κοινωνούσε λύπες και παθήματα με ποιητικούς στίχους: πως μπορεί για μένα να ήταν καλοκαίρι αλλά εκείνη υπολόγιζε και σε φθινοπωρινές νύχτες· πως η ηλικία μου ήταν το απόλυτο επιχείρημα μιας νίκης όταν εκείνη θα περίμενε λέξεις αγάπης· ότι θα της πρόφερα πως την ποθώ, επηρεασμένος από τις ανάλογες ταινίες, ενώ κάθε φορά που θα έβαζε τα ρούχα της θα ξαναντυνόταν την μοναξιά της· κι αν τυχόν ψέλλιζα, «δεν ήταν και τόσο άσχημα», θα έβαζε το αγαπημένο της μαύρο στα μάτια, για να θυμηθεί πως ήταν μια δεκαοκτάχρονη αλλά στο διπλάσιο. Άλλα τόσα αποσιωπούσε μα τα άκουγα το ίδιο καθαρά: όσο κι αν έδινα προσοχή στους πόνους της και την διαβεβαίωνα ότι θα απέφευγα να φερθώ έτσι – σε εκείνη ή σε μια ανάλογη σχέση, οι πιθανότητες να ακολουθήσω κι εγώ την φόρμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς ήταν συντριπτικές. Στην ουσία προφήτευε την αναπότρεπτη πορεία των πραγμάτων και με προκαλούσε να δοκιμάσω να αντισταθώ.

Όταν οι γυναίκες εμφανίζονταν ξυπόλητες στα εξώφυλλα, τότε όλα άλλαζαν. Οι δίσκοι μετατρέπονταν σε παραισθησιογόνα δισκία και δεν ήταν εκείνες που έβγαιναν έξω αλλά εγώ που έμπαινα εντός τους, με κάθε τρόπο. Ζούσα το κάθε τους τραγούδι σαν ένα διήγημα, γινόμουν ο κεντρικός ήρωας. Ήταν που ήταν σπάνια μια τέτοια εμφάνιση, που ήμουν βέβαιος ότι εφόσον μου δωριζόταν όφειλα να ανταποκριθώ στο ιδιαίτερό τους κάλεσμα. Δεν θυμάμαι τι υπερίσχυε, μια προσωπική διάθεση παιχνιδιού ή μια αντικειμενική βεβαιότητα ότι τα εκφραστικά εκείνα πόδια δεν έβγαιναν τυχαία αλλά μου όριζαν ένα σχέδιο ζωής. Είχαν γλώσσα και μιλούσαν ένα κείμενο προς αποκρυπτογράφηση. Κάθε ξυπόλητος δίσκος κι ένα σύνθετο με κλειδωμένα συρτάρια. Δεν είχα παρά να το ερευνήσω ακόμα και στον βίο τους, σε πληροφορίες αντλημένες από τα μουσικά περιοδικά της εποχής. Εκείνος ο αγώνας στα «χαρτιά» εξελισσόταν σε χαρτογραφία εισόδων στον γυναικείο κόσμο.

Έτσι συνέβη, για παράδειγμα, με την Carly Simon, την ωραία φολκ ποπ ρόκερ που γνώρισα στα στασίδια του γράμματος S. Η εμφάνισή της είχε μια κλασικότητα που διέφερε από τις συνήθεις γυναικείες μορφές των αμερικανικών ιδιωμάτων του είδους. Στο οπισθόφυλλο του Playing possum (1975) δοκίμασα την πιο αναπάντεχη έκπληξη: είχε βγάλει τις μπότες που φορούσε στο εξώφυλλο και γελούσε με το ένα πόδι απλωμένο. Μαύρο καλσόν ελαφρά φθαρμένο, το μεγάλο δάχτυλο της σε ανάταση, η ηδυπάθεια σε διάταση. Η ασυνήθιστη αισθησιακότητα στην πίσω πόρτα με πλημμύρισε με ζεστή επιθυμία να ακούσω την φωνή της. Διέτρεξα γρήγορα τους τίτλους και βρήκα τον πιο ερεθιστικό: Are you ticklish?

Αγόρασα τον δίσκο, όχι χωρίς καρδιοχτύπι, την έγδυσα και την ξάπλωσα πάνω στο πικάπ, ενώ φιλούσα περιπαθώς το μαυρόασπρο σώμα της. Πρώτα έσπευσα στο μείζον της ερώτημα. «Γαργαλιέσαι ή πείραξα ένα ευαίσθητο σημείο σου; Μαθαίνω πως υπάρχει μια άλλη πλευρά σ’ εσένα, αλλά υπάρχει και σ’ εμένα, ας συναντηθούμε λοιπόν στις άλλες μας πλευρές». Σύμφωνα με το λεξικό, το ερώτημά της αφορούσε, πέραν του ευκόλως γαργαλούμενου, οποιονδήποτε ανατρέπεται ταχύτατα, λόγω κάποιας υπερευαισθησίας. Ανεξάρτητα αν μιλούσε σ’ εμένα, για μένα ή για το ιδιαίτερο γούστο μου, μια ρόκισσα στην άλλη άκρη του κόσμου έβγαζε τα παπούτσια της και με πλημμύριζε αισιοδοξία: ο κόσμος ήταν γεμάτος με κορίτσια που ύψωναν το δάχτυλο του ποδιού τους για να τις βρω.

Καιρό αργότερα την συνάντησα μέσα σ’ ένα ελαφρά θαμπωμένο χρυσοκίτρινο εξώφυλλο (Boys in the trees, 1978). Καθόταν σε μια καρέκλα στο κέντρο μιας άδειας, μεγάλης αίθουσας με ψηλά παράθυρα και κάτι αρχαίες θερμάστρες στους τοίχους. Σ’ εκείνον τον χώρο που φαινόταν εγκαταλειμμένος, με σκόρπια φύλλα στο ξύλινο πάτωμα, έβαζε ή έβγαζε την διάφανη κάλτσα από το ένα της πόδι· το άλλο ήταν γυμνό. Έτσι όπως είχε μαζεμένα τα μαλλιά και ολόγυμνους τους ώμους της έμοιαζε με τις χορεύτριες του Ντεγκά και του Τουλούζ Λωτρέκ, όπως ζωγραφίζονταν στα παρασκήνια, σε προσωπικές σκηνές πίσω από τις δημόσιες εμφανίσεις τους αλλά και με γυναίκα κάθε εποχής, πριν ή μετά τον έρωτα ή κάποιο χορό ή κάτι που περιλάμβανε και τα δυο. Και τα Αγόρια στα δέντρα με τα οποία ονομάτιζε τον δίσκο, μπορεί να την έβλεπαν κρυμμένα πίσω από φυλλωσιές ή εξώφυλλα αλλά εκείνη το γνώριζε. Ο ίδιος τίτλος θα δινόταν και στην αυτοβιογραφία της, δεκαετίες αργότερα.

Ένα χρόνο αργότερα, στο Spy (1979), χαμογελούσε συνωμοτικά κάτω από ένα μαύρο καπέλο. Τι είδους κατασκοπεία μπορούσε να ασκεί μια τραγουδίστρια του αγαπητικού ροκ; Αναζήτησα στοιχεία στο εσώφυλλο και βρήκα μια φράση της Αναΐς Νιν: Είμαι μια διεθνής κατάσκοπος στο σπίτι του έρωτα. Ποια συγγραφέας ομολογούσε παράνομη δράση στην πιο συνωστισμένη οικία του κόσμου; Έσπευσα στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο να βρω το βιβλίο της Κατάσκοπος στο σπίτι του έρωτα (A Spy in the House of Love, 1954) και σύντομα γνώριζα την πρώτη αγαπημένη μου λογοτεχνική ηρωίδα, που απολάμβανε τις σεξουαλικές χαρές χωρίς ενοχές, αγαπούσε τις πάσης φύσεως ακρότητες, απέφευγε τις δεσμεύσεις, ζούσε για την προσωπική της ηδονή. Φυσικά το προσωπικό της όραμα για την βίωση της θηλυκής σεξουαλικότητας απαιτούσε συνεχή υποκρισία. Υπέφερε τον διαμοιρασμό της (που οι σύντροφοί της αδυνατούσαν να δεχτούν ακόμα και ως ιδέα) και τα αλλεπάλληλα στρώματα της εξαπάτησης που αναγκαζόταν να διατηρεί τής προκαλούσαν την αίσθηση ότι αποτελεί μια πράκτορα στον μεγάλο ερωτικό οίκο. Το κρυφτό που ως τότε θεωρούσα παιδικό παιχνίδι αποκτούσε άλλο περιεχόμενο.

Ήταν μια πρωτόγνωρη διπλή μουσική και λογοτεχνική έκφραση της κοχλάζουσας ερωτικότητας των γυναικών. Μπορεί όλες οι προβολές της γύρω μου να τις έταζαν στην αναζήτηση του ενός και μοναδικού άντρα αλλά τώρα ανέβλυζε μια άλλη γνώμη: ο έρωτας δεν συμπιέζεται στην ιερή αποκλειστικότητα του αδιαίρετου ζεύγους, αλλά τελείται άνευ όρων και ορίων, με μια μονίμως ανοιχτή λίστα προσκεκλημένων. Η Σαμπίν αναζητούσε τους άντρες ακόμα και καλώντας στην τύχη κάποιον τηλεφωνικό αριθμό. Θα μπορούσα λοιπόν να αναζητήσω κι εγώ γυναίκες που θα ενδιαφέρονταν να διαχύσουν τις φωνές τους μέχρι την πλαστική κόκκινη τηλεφωνική συσκευή. Και πράγματι, η τυχαία επιλογή των έξι αριθμών αποδείχτηκε ένα περιπετειώδες επιτραπέζιο παιχνίδι.

Ύστερα από δεκάδες αδιάφορες δοκιμές, κάποτε σήκωσε το τηλέφωνο μια γυναίκα με βραχνή, μάλλον νυσταγμένη φωνή. Ζήτησα μια τάδε και μου απάντησε πως κάνω λάθος. Ζήτησα ευγενικά συγνώμη και ανταπέδωσε την ευγένεια. Της είπα πως έχει ιδιαίτερη φωνή και πως δεν την φλερτάρω, μη νομίζει, άλλωστε θα με θεωρήσει πολύ μικρό. Όταν έμαθε την ηλικία μου είπε ότι είμαι πράγματι μικρός. Αλλά η συνομιλία είχε ήδη αρχίσει και κάθε τόσο της ζητούσα να μην κλείσει ακόμα γιατί η φωνή της κυκλοφορούσε τόσο ωραία από τα καλώδια μέχρι το μικρό μου χολ, κάτω από ένα ατμοσφαιρικό πορτατίφ. Προφανώς επρόκειτο για επίδραση της στιχουργικής συγκροτημάτων όπως οι Electric Light Orchestra, που υμνούσαν τους έρωτες μιας επερχόμενης, τεχνολογικά διαχυτικότατης εποχής.

Φαίνεται πως η καθαρά φωνητική συνομιλία επέκτεινε τα όρια μιας επικοινωνίας που σε άλλη περίπτωση δεν θα ήταν δυνατή. H τυχαία μου φίλη -απόκτημα μιας συμπαιγνίας αριθμών, χρόνων και πιθανοτήτων- απελευθέρωνε την φιλαρέσκειά της σε αποκλειστικά ακουστικά πεδία. Όμως η απόσταση ώθησε κι εμένα σε ερωτήσεις που δεν θα τολμούσα να εκτοξεύσω πρόσωπο με πρόσωπο. Ήταν βράδυ ενός βροχερού Νοεμβρίου όταν της ζήτησα μια πανοραμική περιγραφή των αντικειμένων που έβλεπε στο δωμάτιό της, με απώτερο σκοπό να φτάσω στο πάτωμα και να μάθω τι φοράει στα πόδια της. Μου απάντησε «τίποτα, στο σπίτι μόνο ξυπόλητη». Ήταν η πρώτη φορά που μια πληροφορία, ειπωμένη ξερά, χωρίς ιδιαίτερο φορτίο, μπορούσε να αναφλέξει πλήθος εικόνων και επιθυμιών. Δεν σκέφτηκα καν το ενδεχόμενο απλώς να απαντούσε εκείνο που φανταζόταν ότι θα ήθελα. Επαναλάμβανα την ερώτηση σε καθένα από τα εκατό περίπου τηλέφωνά μας, μόνο και μόνο για να ακούσω την ίδια απάντηση με διαφορετική κάθε φορά έκφραση – χαμογελαστή, κουρασμένη, υπαινικτική, απροκάλυπτη. Παρέλυα κι αδυνατούσα να την ρωτήσω περισσότερα, μου αρκούσε η διαβεβαίωση, η εικόνα της γινόταν όλο και ζωντανότερη. Κάθε φορά που κλείναμε, έσπευδα να ακούσω το τραγούδι της Δαλιδά, ξανά και ξανά. Κι είχα πολλά ακόμα να μάθω από την Carly Simon.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Χάρτης, τεύχος Ιουλίου 2019, εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

27
Ιον.
19

Michael Nyman – Πειραματική μουσική

Μια μέρα είπα στον εαυτό μου ότι θα ήταν καλύτερα να τα ξεφορτωθούμε όλα αυτά – τη μελωδία, το ρυθμό, την αρμονία κτλ. Αυτή η σκέψη δεν ήταν αρνητική και δεν σήμαινε ότι ήταν απαραίτητο να τα αποφύγουμε, αλλά ότι μπορούσαν να εμφανιστούν αυθόρμητα, ενόσω θα κάναμε κάτι άλλο. Έπρεπε να απελευθερωθούμε από την άμεση και έμμεση συνέπεια της πρόθεσης και του αποτελέσματος, γιατί η πρόθεση θα ήταν πάντα η δική μας και συνεπώς θα ήταν περιορισμένη, ενώ στο τελικό αποτέλεσμα εμπλέκονται προφανώς τόσες άλλες δυνάμεις. [Christian Wolff, σ. 91]

Στο εκτενές εισαγωγικό κεφάλαιο με τίτλο «Ορίζοντας την πειραματική μουσική» ο συγγραφέας επιχειρεί να την προσδιορίσει αλλά και να την διαχωρίσει από την μουσική των αβανγκάρντ συνθετών (Stockhausen, Bussotti, Kagel, Ξενάκης κ.ά.) και χρησιμοποιεί ως εναρκτήριο παράδειγμα την «σιωπηλή» σύνθεση 4΄33΄΄ του John Cage. Εδώ μελετά την σύνθεση (με βάση, μεταξύ άλλων, μια σειρά διαδικασιών: τυχαίου καθορισμού, πλαισίου, επανάληψης, τις ανθρώπινες και τις ηλεκτρονικές), την εκτέλεση (με έμφαση στο στοιχείο του παιχνιδιού και την υποκειμενική ερμηνεία των κανόνων), την ακρόαση και τις μουσικές συνέπειες.

Όσον αφορά το ιστορικό υπόβαθρο, αντικείμενο του δεύτερου κεφαλαίου, φαίνεται πως το είδος εμφανίστηκε σχετικά αυθόρμητα στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Δεν ήταν η αποκρυστάλλωση κάποιας μακριάς εξελικτικής γραμμής, ωστόσο στο έργο και στη σκέψη πολλών συνθετών του πρώιμου 20ού αιώνα θα βρούμε απόψεις και τεχνικές που περιείχαν στοιχεία τα οποία επέστρεψαν στους πειραματικούς συνθέτες να βρουν αναφορές για αρκετές έννοιες και μεθόδους τις οποίες εξελίσσουν τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι ρίζες της πρώιμης πειραματικής μουσικής θα πρέπει να αναζητηθούν πρωτίστως στις ρυθμικές δομές που ο ίδιος ο Cage χρησιμοποίησε στις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Εδώ ο Νάυμαν εστιάζει στις σπουδές του Cage με τον Schoenberg, στην επιθυμία του να απελευθερώσει τους ήχους από την μουσική, στην αίσθησή του ότι μόνο ο Satie και ο πρώιμος Webern είχαν προνοήσει να χτίσουν την μουσική τους γύρω από τις ρίζες του ήχου και της σιωπής, το ρήγμα που επέφερε ο θορυβισμός των φουτουριστών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τους ήχους του μη μουσικού περιβάλλοντος – δηλαδή τον θόρυβο.

Για τον Luigi Russolo, εκπρόσωπο του φουτουρισμού και συγγραφέα των μανιφέστων του, όλοι οι μουσικοί ήχοι είχαν γίνει υπερβολικά οικείοι και είχαν χάσει την δυνατότητα της έκπληξης. Οι φουτουριστές αποπειράθηκαν να «αποσπαστούν πάση θυσία από αυτόν τον περιοριστικό κύκλο των καθαρών ήχων και να κατακτήσουν την ατέλειωτη ηχητική ποικιλία των θορύβων». Το φουτουριστικό πνεύμα ήταν προσφιλές στον Edgard Varèse που έδωσε έμφαση στην αδιαμεσολάβητη ενασχόληση με τον ήχο ως ανεπεξέργαστο φαινόμενο, με μια αίσθηση ακρίβειας ως προς το ηχόχρωμα και την ένταση. Το Ionisation (1931) γράφτηκε για 13 εκτελεστές που παίζουν 37 κρουστά όργανα, στα οποία περιλαμβάνονται και δυο σειρήνες. Πρόκειται για το πρώτο μουσικό κομμάτι του οποίου η οργάνωση βασίζεται αποκλειστικά στον θόρυβο.

Στο τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο Το ξεκίνημα (1950 – 1960): Feldman, Brown, Wolff, Cage εστιάζει στις τρεις ιδιαίτερες μορφές. Για να φανερώσει αυτό τον νέο ηχητικό κόσμο, ο Morton Feldman απέφυγε τα ίχνη των ευρωπαϊκών συστημάτων σκέψης και γραφής – πολύ περισσότερο από τους άλλους τρεις συνθέτες. Το καθαρό ένστικτο τον οδήγησε στην εντυπωσιακά απλή μέθοδο της αδιαμεσολάβητης ενασχόλησης με τους ήχους χωρίς τους περιορισμούς των φθογγικών συσχετίσεων. Στα εύστοχα τιτλοφορημένα Projections (1950-1951), στόχος του ήταν «όχι ή “σύνθεση” αλλά η προβολή των ήχων στο χρόνο, χωρίς συνθετική ρητορική, που δεν θα είχε καμία θέση εδώ».

Το ενδιαφέρον του Earle Brown για τα έργα του γλύπτη Alexander Calder και του ζωγράφου Jackson Pollock ευθύνεται για δυο σημαντικά χαρακτηριστικά της δικής του δουλειάς: τον αυθορμητισμό και την κινητικότητα της ανοιχτής φόρμας. Η διεύρυνση των αντιδράσεων του εκτελεστή αποτέλεσε καίριο στοιχείο στα  December 1952 και Four Systems, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία της μουσικής, παρέχεται στους εκτελεστές η ελευθερία να θέσουν ερωτήσεις (και να απαντήσουν σε αυτές) όπως: Ποιες είναι οι χρονικές μονάδες; Πώς σχετίζονται με τον συνολικό χρόνο και των χρόνο των σιωπών ανάμεσά τους; Θα πρέπει το φάσμα των εντάσεων να συνάγεται από το ίδιο το κομμάτι;

Ο Christian Wolff δεν είχε αποκτήσει κάποια μουσική κουλτούρα, την οποία χρειαζόταν να ξεμάθει. Είχε βρει τις δικές του μεθόδους από-συστηματοποίησης, που επέτρεπαν στο στοιχείο του τυχαίου να αναδυθεί κατά την εκτέλεση. Τα αρχικά του κομμάτια περιστρέφονταν γύρω από έναν πολύ περιορισμένο αριθμό φθόγγων. Ο Cage αφηγείται την ιστορία μιας εκτέλεσης από τον ίδιο τον Wolff, κατά την οποία οι ήχοι της κίνησης του δρόμου και οι κόρνες των καραβιών που εισέβαλλαν από το ανοιχτό παράθυρο ακούγονταν δυνατότερα από το πιάνο. Κάποιος του ζήτησε να το ξαναπαίξει με τα παράθυρα κλειστά κι εκείνος απάντησε: Δεν είναι ανάγκη, αφού οι ήχοι του περιβάλλοντος δεν διακόπτουν με κανέναν τρόπο αυτούς της μουσικής. Όπως επεσήμανε ο Wolff για την πρώιμη πειραματική μουσική, «το έργο είναι ταυτόχρονα αυτοτελές και πορώδες».

Η σιωπή ήταν ένα εξίσου σημαντικό χαρακτηριστικό της πρώιμης πειραματικής μουσικής, ίσως εξίσου σημαντικό με την εκτελεστική απροσδιοριστία και τις διαδικασίες του τυχαίου. Όπως γράφει ο John Cage, «εκεί που δεν είναι εμφανής η σιωπή, εμφανίζεται η πρόθεση του συνθέτη». Η εγγενής σιωπή συνεπάγεται άρνηση της πρόθεσης, ενώ, αργότερα, μίλησε για την ανάγκη της ασυνέχειας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα «την αποδέσμευση των ήχων από το φορτίο των ψυχολογικών προθέσεων». Το ακραίο παράδειγμα του 4΄ 33΄΄ είχε ρυθμική δομή αποδιδόμενη όχι σε αριθμούς μέτρων αλλά σε πραγματικό, ωρολογιακό χρόνο, ενώ στο Music of changes η μη περιοριστική φιλοσοφία του τον οδήγησε στην εξερεύνηση του ήχου ως ολότητας· επέλεξε μια τεράστια ποσότητα ηχητικού υλικού, που συναρμολόγησε βάσει των απαντήσεων από το Βιβλίο των Αλλαγών, με την μέθοδο του στριψίματος τριών νομισμάτων επί έξι φορές.

Το τέταρτο κεφάλαιο τιτλοφορείται Βλέποντας, ακούγοντας: Fluxus. Το 1952 ο John Cage οργάνωσε ένα δρώμενο που ενσυνείδητα εγκατέλειπε την «καθαρή» μουσική και κινούνταν αδιαμφισβήτητα προς το πεδίο του θεάτρου. Το επονομαζόμενο Happening περιλάμβανε δική του διάλεξη, απαγγελία ποιημάτων από ποιητές, προβολή ταινίας και διαφανειών, παίξιμο μουσικών οργάνων, χορευτές γύρω από το κοινό, κρεμαστούς πίνακες και ειδική διαρρύθμιση καθισμάτων. Το Fluxus ήταν ένα κίνημα το οποίο δύσκολα επιδέχεται έναν ξεκάθαρο ορισμό. Εδώ ήταν εμφανής η αίσθηση ότι τα όρια της τέχνης είναι πολύ ευρύτερα από αυτά με τα οποία συμβιβαζόμαστε. Τα σχετικά δρώμενα στόχευαν στην ανάδειξη των μονοδομικών και μη θεατρικών ποιοτήτων ενός απλού φυσικού γεγονότος, ενός παιχνιδιού ή μιας φάρσας. Ήταν η συνέχεια του Spike Jones, του βοντβίλ, της φάρσας, των παιδικών παιχνιδιών και του Duchamp. Ο George Brecht επινόησε μια ολόκληρη σειρά φυσικών «ρολογιών» με τα οποία θα «ξε-μετρούσε» το χρόνο που περνά.

Όπως και άλλοι συνθέτες του Fluxus, έτσι και ο La Monte Young γοητευόταν από την ιδιαίτερη κοινωνική συνθήκη που διαμορφωνόταν από την παρουσία κοινού. Στις διάφορες Compositions του οι ακροατές πληροφορούνται ότι για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, αργότερα τα φώτα σβήνουν και ανακοινώνεται ότι η σύνθεση είναι οι δραστηριότητες των ακροατών και άλλοτε οι εκτελεστές παρατηρούν το κοινό με τον ίδιο τρόπο που το κοινό παρατηρεί τους εκτελεστές. Το κοινό πλέον είναι αντικείμενο πειραματισμού και όχι παθητικοί θεατές.

Εδώ ανήκει φυσικά και η ιδιάζουσα περίπτωση των Nam Jun Paik και Charlotte Moorman, το τσέλο της οποίας έχει ξεπεράσει κάθε άλλο όργανο ως προς τον αριθμό χρήσεων στις οποίες έχει υποβληθεί: αντικείμενο επίθεσης ή πάλης, ψύξης ή απόψυξης αλλά και ως σεξουαλικό όργανο, στην περίφημη Σεξτρονική όπερα [Opera Sextronique], όπου η τσελίστρια συνελήφθη επειδή έπαιζε γυμνόστηθη. Η αφίσα για την παράσταση περιλάμβανε ένα μανιφέστο, όπου, μεταξύ άλλων, γράφονταν τα εξής:

Ύστερα από τρεις χειραφετήσεις στη μουσική του 20ού αιώνα (του σειραϊσμού, της μη καθοριζόμενης εκτέλεσης και της περφόρμανς) υπάρχει μια τελευταία αλυσίδα που πρέπει να σπάσει. Πρόκειται για τα δεσμά της προ-φροϊδικής υποκρισίας. Γιατί πρέπει το σεξ, ένα τόσο καίριο θέμα στην τέχνη και την λογοτεχνία, να απαγορεύεται μόνο στη μουσική; […] Η ιστορία της μουσικής χρειάζεται τον δικό της D.H. Lawrence, τον δικό της Sigmund Freud. [σ. 137]

Το πέμπτο κεφάλαιο αφορά τα Ηλεκτρονικά συστήματα. Οι συνθέτες άρχισαν να εισάγουν ηλεκτρονικά στοιχεία στην πειραματική μουσική κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όχι βέβαια μεταφέροντας στις αίθουσες των συναυλιών τον εξοπλισμό των ηλεκτρονικών στούντιο αλλά με την εφεύρεση και την προσαρμογή μιας φορητής ηλεκτρονικής τεχνολογίας. Εδώ παρουσιάζονται έργα που χρησιμοποίησαν μια σειρά συστημάτων (χειροκίνητα, αυτοαναιρούμενα, συστήματα που εφαρμόζονται σε συνήθεις μουσικές λειτουργίες ή προκαλούν απρόβλεπτα ενδεχόμενα ή ενεργοποιούνται από την κίνηση ή από άλλες παραμέτρους).

Από τους Βρετανούς πειραματικούς συνθέτες μόνο ο Gavin Bryars ενδιαφέρθηκε για οποιουδήποτε είδους ηλεκτρονικά συστήματα. Στο Serenely Beaming and Leaning on a Five-barred Gate (1970) έφτιαξε ένα δίκτυο παρόμοιο με εκείνο του ποδοσφαιρικού Κυπέλλου Αγγλίας: μια σειρά από 64 μαγνητόφωνα (ο τρίτος γύρος) διοχετεύεται σε ισάριθμους εκτελεστές που με την σειρά τους τροφοδοτούν τριάντα δυο εκτελεστές (στην ουσία αποτελούν το «αυτί» τους) και ούτω καθ’ εξής μέχρι την κατάληξη σε έναν εκτελεστή. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα «ιδιωτικά» περιβαλλοντικά συστήματα και το φυσικό περιβάλλον. Ο Alvin Lucier έφτιαξε μια σειρά έργων τα οποία εντοπίζουν και απομονώνουν μια σειρά ήχων που «ποτέ – υπό κανονικές συνθήκες – δεν θα έφταναν στ’ αυτιά μας». Στο Shelter (1967) «οποιοσδήποτε μουντός ή σκοτεινός περίκλειστος χώρος» πρέπει να σφραγιστεί ώστε να παρεμποδιστεί η εισχώρηση ήχων μέσω του αέρα και να συνδεθούν αισθητήρες στις εσωτερικές του επιφάνειες ώστε να εκλάβουν ήχους που πηγάζουν είτε έξω από το καταφύγιο είτε μέσα από την ίδια την κατασκευή.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 η απροσδιοριστία όχι μόνο ήταν γεγονός στη μουσική αλλά και είχε γίνει προσβάσιμη σε έναν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, καθώς δεν απαιτούσε κάποια ιδιαίτερα εξειδικευμένη δεξιότητα στην εκτέλεση. Στις αναγγελίες του Fluxus η έμφαση στην απειρία είναι εμφανής. Το έκτο κεφάλαιο αφιερώνεται ακριβώς σε αυτό το στοιχείο, εστιάζοντας στα έργα των Ichiyanagi, Ashley, Wolff, Scratch Orchestra.

Η μίνιμαλ μουσική, ο επαναπροσδιορισμός και η νέα τονικότητα αποτελούν το αντικείμενο του έβδομου και τελευταίου κεφαλαίου. Η αντίδραση ενάντια στην απροσδιοριστία ήταν αναπόφευκτη: η μουσική του La Monte και των Terry Riley και Philip Glass, συνδέεται περισσότερο με την μουσική του ελάχιστου και αντλεί από πηγές που είχαν αγνοήσει ως τότε. Η μουσική αυτή όχι μόνο μειώνει την περιοχή της ηχητικής δραστηριότητας στον ελάχιστο βαθμό αλλά επίσης υποβάλλει το κυρίως τονικό της υλικό σε επαναλαμβανόμενες, αυστηρά πειθαρχημένες διαδικασίες. Η μουσική του Terry Riley αναπτύχθηκε μέσα από την ιδέα της επανάληψης που υπήρχε στον Young. Ο Riley είναι κατά βάσιν ένας σόλο αυτοσχεδιαστής που πολλαπλασιάζει τον εαυτό του χρησιμοποιώντας επαναλήψεις, λούπες [tape loops] και εφέ καθυστέρησης [tape delay] και ο ίδιος ουσιαστικά γίνεται ένας εκτελεστής και αυτοσχεδιαστής που συνθέτει και όχι ένας συνθέτης που παίζει μουσική.

Ο Steve Reich υλοποιεί την ιδέα της μουσικής ως σταδιακής διαδικασίας. Με τον όρο αυτό δεν αναφέρεται στην διαδικασία της σύνθεσης αλλά στο ότι ένα μουσικό κομμάτι είναι κυριολεκτικά μια διαδικασία. Σε όλους αυτούς τους μουσικούς η διαδικασία χρησιμοποιείται ως θέμα της μουσικής και όχι ως πηγή της. Οι μουσικές τους απομακρύνονται από την «αφαίρεση», την έλλειψη συνοχής και την δυσαρμονικότητα των τελών της δεκαετίας του ’60.

Τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί για καλλιτεχνικά κινήματα είναι συνήθως κάτι περισσότερο από απλές περιγραφές: γίνονται μέρος του αντικειμένου που σκοπεύουν να περιγράψουν. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και το παρόν, όπως ορθά γράφει ο Brian Eno στην εισαγωγή του. Ο ίδιος εστιάζει στην διπλή αίσθηση της μουσικής που μοιράζονταν ο ίδιος και οι άλλοι «πειραματιστές». Από την μια επικροτούσαμε την ιδέα της μουσικής ως μια άκρως σωματική, αισθητηριακή οντότητα – τη μουσική απελευθερωμένη από αφηγηματικές ή λογοτεχνικές δομές… από την άλλη, υποστηρίζαμε την ιδέα της μουσικής ως μιας άκρως διανοητικής, πνευματικής εμπειρίας, ουσιαστικά ως έναν τόπο όπου μπορούσαμε να εξασκήσουμε και να επαληθεύσουμε φιλοσοφικές θέσεις ή να ενσωματώσουμε ενδιαφέρουσες παιγνιώδεις διαδικασίας. [σ. 24]

Αν τελικό όλο αυτό ήταν η πειραματική μουσική, τότε ποιο ήταν το πείραμα; Ίσως, γράφει ο Eno, η συνεχής επαναδιατύπωση της ερώτησης «τι άλλο θα μπορούσε να είναι η μουσική;», η απόπειρα να ανακαλύψουν τι τους καθιστούσε ικανούς να βιώσουν κάτι ως μουσική. Και κατέληξαν ότι η μουσική δεν χρειαζόταν να έχει ρυθμούς, μελωδίες, αρμονίες, δομές ή νότες· ότι δεν χρειαζόταν να περιλαμβάνει όργανα, μουσικούς και ειδικές αίθουσες. Έγινε αποδεκτό ότι ήταν μια αντιληπτική διαδικασία την οποία μπορούσαν να επιλέξουν να κατευθύνουν. Ο τόπος της μουσικής μετακινήθηκε από το «εκεί έξω» στο «εδώ μέσα». Την μουσική την έφτιαχνε η αντίληψή τους. Ήταν μια επαναστατική πρόταση, και ακόμη είναι.

Εκδ. Οκτώ, 2011, πρόλογος Brian Eno, μτφ. Δανάη Στεφάνου, σελ. 286, με σημειώσεις της μεταφράστριας σε κάθε κεφάλαιο. Περιλαμβάνονται: πρόλογος του συγγραφέα στην δεύτερη έκδοση, 77 φωτογραφίες, επιλεγμένες βιβλιογραφικές πηγές, δισκογραφία πειραματικής μουσικής από τον Robert Worby, προτεινόμενη συμπληρωματική βιβλιογραφία (δημοσιεύσεις μετά το 1974), μεταφράσεις λεκτικών συνθέσεων και πολυσέλιδο ευρετήριο [Experimental Music. Cage and Beyond, 1η έκδ. 1974, 2η έκδ. 1999].

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Φανζίν Lung, τεύχος 3 (Ιούνιος 2019)

Στις εικόνες: John Cage (1947) / Luigi Russolo και Russolophone / καρικατούρα του Edgard Varese από τον Harold Schoenberg / Christian Wolff (φωτ. Peter Gannushkin) / Morton Feldman, Intersection 1 (1951)  / John Cage / George Brecht, Fluxus (1966) / La Monte Young / Charlotte Moorman / Charlotte Moorman παίζοντας ανθρώπινο τσέλο στον Nam June Paik (1965) / Terry Riley (1968) και τα αυτονόητα.

30
Δεκ.
17

Ανοίξετε την πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων. Αρχείο Σίμωνα Καρρά, 1958 – 1976

Αυτή η ιδιαίτερα καλοδεχούμενη έκδοση μου δημιούργησε ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και έκπληξη. Είναι ένα βιβλίο που θυμίζει άλλες εποχές, όπου οι αφηγήσεις για την  Ιστορία των ημερών, ανεξάρτητα από πίστη και θρησκεία, συνοδεύονταν από μια βαθειά αίσθηση συνέχειας και συμμετοχής. Ακόμα και για έναν έκθαμβο νεαρό που μεγάλωσε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 αυτές οι ημέρες δεν νοούνταν χωρίς το αναγνωστικό, το τελετουργικό και το εικαστικό στοιχείο. Αλλά η αστική γειτονιά δεν διέθετε ούτε την κοινοτική βίωση, ούτε τον πλούτο των δρώμενων και την αναπόσπαστη μουσική τους. Δεν έμεναν παρά οι γραπτές διηγήσεις και η αναζήτηση των τελετών σε απλές ζωγραφιές, σε κάτι αρχαία βιβλία και αναγνωστικά.

Κι έρχεται αυτό το βιβλίο να μας καλεί να ανοίξουμε την πόρτα μας στο πιο αναγνωρίσιμο και μνημονικό στοιχείο των εορτών, τα κάλαντα, αλλά στην ουσία αυτό να μας ανοίγει στην ιστορία, την μουσική και τις ζωγραφισμένες εικόνες τους. Αρχικά περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο 75 σελίδων για τα κάλαντα στην πορεία του χρόνου, την άμεση σχέση τους με μεταμφιεστικά δρώμενα, την παρουσία τους στην παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη κοινωνία και ειδικότερα σχόλια στην ποίηση και την μουσική τους, με έμφαση στα στοιχεία της αναγγελίας του γεγονότος της γιορτής, των παινεμάτων, της παρότρυνσης για προσφορά φιλοδωρήματος και των ευχών.

Υπάρχει ακόμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά στις παρανοήσεις και την φαινομενική ασυναρτησία των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, όπου και διαπιστώνουμε την ύπαρξη ένθετων στίχων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με το νόημα των υπόλοιπων, αλλά να εκφράζουν κάποια χαλαρότερη σχέση ή και να εισάγουν με καλυμμένο τρόπο μια εντελώς διαφορετική έκφραση. Η σχετική ερμηνεία αλλά και το ενδεχόμενο τέτοιων κρυφών νοημάτων έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για τα ζωγραφικά έργα, πρόκειται για πρωτότυπες δημιουργίες της ζωγράφου Βάσως Γώγου, εμπνευσμένες από την παλαιά αλλά και την σύγχρονη επιτέλεση του εθίμου.

Το έθιμο των καλάντων παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που δύσκολα τις συναντά κανείς σε άλλα παραδοσιακά έθιμα, αφενός λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους και αφετέρου λόγω της παρόμοιας λειτουργίας αλλά και της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας και των αμέτρητων παραλλαγών ανά περιοχή. Το υπόβαθρό είναι βαθύ: παγανιστικά κατάλοιπα, λατρευτικές πρακτικές μια πανάρχαιας πρωτογονικής εποχής, κληρονομική διαδοχή των ρωμαϊκών εορτών που βέβαια ανάγονται ευθέως στις αρχαιοελληνικές και ιδίως τις διονυσιακές τελετές, αυθόρμητες ή τυποποιημένες θεατρικές παραστάσεις. Η επίκληση των δυνάμεων της γης, η διαρκής παρουσία του θανάτου και της ανάστασης, η μίμηση και η μεταμφίεση που λειτουργεί ως ευκαιρία για πρόσκαιρη αντιστροφή των κανόνων που ισχύουν μέσα σε ένα αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν όλα στοιχεία ενός εθίμου που διακλαδώνεται και βαθαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως φαίνεται στους νεώτερους.

Η έκπληξη είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς το βιβλίο συνοδεύεται με δυο ψηφιακούς δίσκους όπου θησαυρίζονται 59 σπάνιες και αυθεντικές ηχογραφήσεις καλάντων από όλη την Ελλάδα μέσα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά (1958-1976). Μετρώ 37 κάλαντα για τα Χριστούγεννα, 11 για την Πρωτοχρονιά και, 11 για τα Φώτα. Τα κάλαντα τραγουδούν ντόπιοι, αποδίδοντας πιστά το ιδιαίτερο μουσικό και γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής αλλά και, τολμώ να πω, το ίδιο το κλίμα· θαρρείς και είσαι αυτόπτης και αυτήκοος της απόδοσής τους. Το μουσικό αρχείο του Σίμωνα Καρρά αποτελεί για το έθιμο των καλάντων ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο καθώς οι καταγραφές του τόσο σε χειρόγραφο όσο και σε ταινίες περιλαμβάνουν εκατοντάδες κάλαντα τραγουδισμένα αποκλειστικά από ντόπιους, από δεκάδες μέρη απ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Τα λαϊκά δρώμενα λειτουργούν εκτός των άλλων και ως πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρώνεται και συγκροτεί την ταυτότητά της η ίδια η κοινότητα. Αλλά η  σύγχρονη ζωή και η εξέλιξη του εθίμου «στον δρόμο» μεταλλάσσουν την σχέση καλαντιστή και νοικοκύρη. Τα κάλαντα στις πόλεις απευθύνονται συνηθέστερα σε κάποιον αόριστο ή συλλογική αποδέκτη και αποδυναμώνεται έτσι η ίδια η δύναμη της αναγγελίας της γιορτής και των παινεμάτων. Στο λεωφορείο ή στο σούπερ μάρκετ δεν έχει νόημα το παίνεμα του αφέντη, της κυράς ή της κόρης. Δεν μένουν παρά οι κοινότητες όπου διατηρείται και αναβιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος επιτέλεσης του εθίμου. Ίσως είναι κι αυτή, σκέφτομαι, μια ακόμα εκδοχή της περίφημης «νεωτερικότητας».

Σε αντίθεση με άλλες εκδόσεις όπου οι πληροφορίες «αλιεύονται» από πηγές που δεν αναφέρονται, εδώ οι συγγραφείς των κειμένων περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές παραπομπές από βασικά έργα των Ν. Πολίτη, Γ. Μέγα και Σ. Λουκάτου, επιστημονικά περιοδικά (Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογραφία, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού), εκδόσεις (του Κέντρου Αιγαιακών, Λαογραφικών και Μουσικολογικών Ερευνών κ.ά.), σύγχρονες πανεπιστημιακές εργασίες, άρθρα από συμπόσια κλ.π. Μια άψογη έκδοση.

Κείμενα: Δημήτριος Μαντζούρης, Βασίλειος Σταυρόπουλος

Εκδ. ΚΕΠΕΜ [Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής. Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά], Δεκέμβριος 2017, σελ. 192 με γυαλιστερό φύλλο. Ιστοσελίδα εδώ, επικοινωνία εδώ.

Στις εικόνες έργα των Γιώργου Κόρδη (Τα κάλαντα), αγνώστου, αγνώστου από Αναγνωστικό του 1977, Γιώργου Σικελιώτη (Τα κάλαντα) και Βάσως Γώγου, ενδεικτικό της εικονογράφησης του βιβλίου.

09
Φεβ.
17

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Ντουέντε. Πρακτική και θεωρία

%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5_

Διάλεξη για το άλεκτο

Το ντουέντε είναι από τις λέξεις που είναι δύσκολο όχι μόνο να μεταφραστούν αλλά και να οριστούν μέσα σε μια άλλη γλώσσα. Αποτελεί δημιούργημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας ενός συγκεκριμένου λαού, που φέρει την ιδιαίτερη ματιά τους αλλά και μια ολόκληρη πρόσληψη του κόσμου. Έχει αποτελέσει συστατικό της ίδιας της σκέψης του, έχει αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική του συνείδηση. Ακριβώς επειδή οι λέξεις έχουν πρωτίστως χρήσεις και όχι έννοιες, ορθά ο μεταφραστής εδώ αφήνει το ντουέντε αμετάφραστο.

Το κείμενο προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Ο ποιητής δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο· περιλήφθηκε στα άπαντά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Δεν πρόκειται για μια αυστηρή αισθητική πραγματεία, όπως γράφει στα προλεγόμενα ο μεταφραστής αλλά περισσότερο για ένα από στήθους ενθουσιαστικό δοκίμιο για την καλλιτεχνική δημιουργία και μια απόπειρα αναψηλάφισης στα λιγότερο συνειδητά επίπεδα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

el-duende

Πώς να περιγραφεί το ντουέντε; Η ίδια η ουσία του παραμένει πέραν του επιστητού και μόνο οι ενέργειές του μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Έτσι η αναγνώρισή του δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με παραδείγματα, όταν επισυμβαίνουν τα μυστικά διονυσιακά επιφάνειά του. Το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι ένα έργο· ένας αγώνας κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Δεν πρόκειται για ζήτημα δεξιοτεχνίας αλλά ζώσα αληθινή μορφή, η ίδια η δημιουργία εν τω γεννάσθαι. Συνεπώς για τον Λόρκα η δεξιοτεχνία δεν μοιάζει να είναι σπουδαίος παράγοντας στο σύνθετο φαινόμενο της δημιουργίας, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό, καθώς βρίσκεται «επέκεινα του λόγου».

Ο Λόρκα εκκινεί από την φράση του Μανουέλ Τόρρες, του φημισμένου τραγουδιστή του φλαμένκο προς έναν τραγουδιστή: «έχεις φωνή, κατέχεις την τεχνική, αλλά δεν θα πετύχεις ποτέ, γιατί σου λείπει το ντουέντε». Σε όλη την Ανδαλουσία οι άνθρωποι μιλούν για το ντουέντε κι όταν αυτό εμφανιστεί, μπορούν αμέσως να το αναγνωρίσουν. Το αισθανόταν ο θαυμάσιος τραγουδιστής του φλαμένκο Ελ Λεμπριχάνο, το διέκρινε η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα και βέβαια ο Τόρρες, που έλεγε πως ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε. Αυτοί οι μαύροι ήχοι είναι το μυστήριο, οι ρίζες που εκτείνονται βαθιά στο χώμα.

lorca

Ο Γκαίτε μιλώντας για τον Παγκανίνι έδωσε τον ορισμό του ντουέντε: μια μυστηριακή δύναμη που όλοι νιώθουν, μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε. Είναι το ίδιο εκείνο ντουέντε που άδραξε την καρδιά του Νίτσε καθώς γύρευε τις εξωτερικές μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο στη Βενετία ή στη μουσική του Μπιεζέ, χωρίς ποτέ να την βρει, εκείνο που βρίσκεται στα σπασμένα διονυσιακά ανακραυγάσματα του Σιλβέριο, όταν τραγουδάει μια σεγκρίγια, μια από τις γνωστές μορφές του φλαμένκο, που εκφέρεται συνήθως σε ολιγοσύλλαβα τετράστιχα.

Ο καλλιτέχνης έχει μπροστά του έναν σκληρό αγώνα με το ντουέντε, όχι με τον άγγελο ή την μούσα. Ο άγγελος οδηγεί και προικίζει με δώρα, διαμοιράζει την χάρη του και ο άνθρωπος μπορεί να δικαιώσει την έφεσή του. Από την άλλη, η μούσα υπαγορεύει και κάποτε εμπνέει. Είναι λίγα τα όσα μπορεί, έτσι απόμακρη και κουρασμένη όπως είναι – την είδε κι αυτός δυο φορές, κι έπρεπε να την ενδυναμώσει με μισή μαρμάρινη καρδιά. Οι μουσόληπτοι από τους ποιητές που ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από πού έρχονται, ας μάθουν ότι έρχονται από την μούσα τους που τους αναπτερώνει και κάποτε τους καταβροχθίζει, όπως στην περίπτωση του Απολλιναίρ. Και οι δυο έρχονται απ’ έξω· ο άγγελος χαρίζει φώτα, η μούσα χαρίζει μορφές.

Erik Sandgren (American, born 1952), Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992, woodcut on paper, The Vivian and Gordon Gilkey Graphic Arts Collection, © Erik Sandgren, 1997.228.218

Ο αληθινός αγώνας όμως είναι με το ντουέντε, που πρέπει να εγείρεται στο βάθος των κυττάρων του αίματος. Δεν εντοπίζεται με κανένα χάρτη, δεν ανιχνεύεται με κάποια μέθοδο. Εξαφανίζει κάθε γεωμετρία, θρυμματίζει όλες στις τεχνοτροπίες. Η έλευσή του προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών. Είναι εκείνο που άρπαξε δυο σπουδαίους ποιητές: ξεγύμνωσε τον Βερντάγκερ κι έστειλε τον Μανρίκε να περιμένει τον θάνατο στις ερημιές. Είναι το ίδιο που έντυσε το λιγνό σώμα του Ρεμπώ και σκέπασε τον Λωτρεαμόν. Χωρίς αυτό οι μύστες του φλαμένκο ξέρουν πως δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντική συγκίνηση.

Είναι εμφανές ότι ο Λόρκα μιλά συνειρμικά, συνεπαρμένος από το ίδιο το αντικείμενο του λόγου του. Περιγράφει ένα ντουέντε ως απόγονο «εκείνου του μελαγχολικού δαίμονα του Καρτέσιου, που κορεσμένος από γραμμές και κύκλους έβγαινε έξω τις νύχτες να περπατήσει πλάι στα κανάλια ακούγοντας το τραγούδι μεθυσμένων ναυτικών». Παραθέτει τις εμφανίσεις του· πώς, για παράδειγμα, το αναζητούσε χωρίς αποτέλεσμα η Παστόρα Παβόν, «το κορίτσι με τις χτένες», σ’ ένα ταβερνείο στο Κάδιθ, μέχρι που την αναστάτωσε κάποιος σαρκαστής και τότε γκρέμισε τον σκελετό του τραγουδιού της κι αφέθηκε σ’ ένα μανιασμένο ντουέντε να σκίζεις τα ρούχα σου με τον ίδιο ρυθμό που προσεύχονται οι Νέγροι των Αντιλλών μπροστά σε μια ιερή εικόνα. Έπρεπε να κομματιάσει την φωνή της, να απαρνηθεί την μούσα της και να μείνει μονάχη για να έρθει το ντουέντε και να παλέψει στήθος με στήθος μαζί του.

nicholas-de-lacy-brown-duende_12

Το διακρίνει στην αραβική μουσική, στις εκστατικές κραυγές της ελεγείας της, στην τρικυμισμένη κλίμακα του θρήνου στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, στην ογδοντάχρονη Χερέθ ντε λα Φροντέρα που νίκησε όμορφες νέες κοπέλες σε διαγωνισμό χορού. Όλες οι τέχνες είναι επιδεκτικές για το ντουέντε αλλά το πεδίο είναι πιο ελεύθερο στο χορό, την μουσική και την ποιητική απαγγελία, γιατί αυτές απαιτούν ένα ζωντανό σώμα πάνω σ’ ένα ακριβές παρόν. Η μαγική ιδιότητα του ποιήματος έγκειται στην αδιάκοπη κατοχή του ντουέντε, έτσι ώστε, όποιος το αντικρίζει, να βαπτίζεται σε ύδατα σκοτεινά. Στην γλυπτική βάφει με αίμα τις παρειές των αγίων του Ματέο της Κομποστέλλα, στην αρχιτεκτονική ύψωσε τον πύργο του Σααγκούν. Όσο για τον χορό, δεν υπάρχει καμία διασκέδαση στην ισπανική του μορφή, που είναι, όπως και στην ανατολή, μια θρησκευτική εκδήλωση.

Ο συγγραφέας μιλάει για το ντουέντε μέσα από μια εντελώς προσωπική ματιά, αντλώντας επιγραμματικά ιστορίες και παραδείγματα από την ισπανική πολιτιστική παράδοση. Όσο οικουμενικός κι αν είναι ένας καλλιτέχνης, γράφει ο μεταφραστής, θα εκφραστεί μέσα από τα οικεία και τα εθνικά. Ο εθνισμός εδώ είναι μέσα στην φύση του δημιουργού, όχι στις προθέσεις του. Η Ισπανία λοιπόν, λέει ο Λόρκα, δονείται ακατάπαυστα σε όλους τους καιρούς από το ντουέντε, σαν χώρα πανάρχαιας μουσικής. Ο νεκρός στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός απ’ οπουδήποτε αλλού κι ο ισπανικός λαός ατενίζει στοχαστικά τον θάνατο με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

federico_garcia_lorca_by_lervold_

Και το Μεξικό; αναρωτιέμαι; Μόνο το Μεξικό μπορεί να παραβγεί σ’ αυτό την Ισπανία με προλαβαίνει λίγο πιο κάτω ο ποιητής, που ξεχύνεται σε μια λίστα εικόνων, μνημείων, μνημών, σκηνών που συνιστούν τον λαϊκό θρίαμβο του θανάτου στην χώρα του – από τις αμέτρητες λιτανείες της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την συμμετοχή των νεκρών στην πομπή στον Άγιο Ανδρέα του Τεϊξίδο και τα μοιρολόγια των γυναικών της Αστούρια τις νύχτες του Νοέμβρη. Γι’ αυτό και το ντουέντε τριγυρίζει πάντα σε όλα αυτά τα μέρη: δεν εμφανίζεται ποτέ αν προηγουμένως δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου.

Και ο Λόρκα συνεχίζει να παραθέτει λίγες λέξεις για τους εκστατικά εκβακχευμένους, τους μουσόληπτους, τους κατεχόμενους από την «θεία μανία», τους enduendandos, μέχρι να καταλήξει ξέπνοος να το δει να κρύβεται πίσω από την άδεια αψίδα ενός κτίσματος, όπως το αποδίδει κι ο καλλιτέχνης Erik Sandgren στο εικονιζόμενο έργο [Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992]. Ένα σπάνιο, παρορμητικό, ποιητικό, πυκνό κείμενο ενός δημιουργού που χωρίς αμφιβολία, κι ας μην αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του, είμαι βέβαιος: είχε το ντουέντε μέσα του και ήταν εκείνο που τον οδήγησε στο έργο του και στον θάνατό του.

lorca-menchu-gamero

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2007, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γιώργος Γεωργούσης, σ. 78, δίγλωσση έκδοση με δεκασέλιδες σημειώσεις [Federico García Lorca, Juego y theoría duende].

04
Σεπτ.
16

Θάνος Ανεστόπουλος – Αρχίζω με το σ’ αγαπώ. Σχέδια και ποιήματα

Θάνος Βιβλίο_

Θάνος Αντί Θανάτου

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές [Σε κάποιον καθρέφτη]

36 χρόνια πριν, τέτοιο μήνα

Θάνο, σου την είχα διηγηθεί την ιστορία. Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1980 επισκέφτηκα τον 73χρονο παππού μου στο σπίτι του στην οδό Ίμβρου 32 στην Κυψέλη, δυο τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μας. Γνώριζα ότι ήταν άρρωστος αλλά όταν τον είδα κατάλαβα πόσο άρρωστος ήταν. Καθόταν στην κουνιστή – ακίνητη πολυθρόνα και μου χαμογέλασε ζεστά όπως πάντα. Του δώρισα το βιβλίο του Πάτρικ Γουάιτ, Το δέντρο του ανθρώπου, ένα βιβλίο εκατοντάδων σελίδων! Ήμουν δώδεκα χρονών, δεν είχα ιδέα από τέτοια βιβλία. Είχε κάποτε εκφράσει στην μητέρα μου την επιθυμία να το διαβάσει, κι εκείνη μου έδωσε να του το χαρίσω εγώ – το γνωστό θέατρο μεταξύ μικρών και μεγάλων. Στις 22 Σεπτεμβρίου μας άφησε. Δίπλα του είχε το βιβλίο, αρχινισμένο, είκοσι, τριάντα σελίδες. Και στο εσώφυλλο, με σκούρο, κυπαρισσί μολύβι, είχε γράψει την ημερομηνία που το άρχισε, συνήθεια που κληρονόμησα.

Μέχρι το τελευταίο λεπτό

Σου την διηγήθηκα με κάποια άλλη αφορμή. Την ξαναθυμάμαι τώρα γιατί την ξεπέρασες. Θυμάμαι τις πρώτες συζητήσεις για την διπλή συναυλιακή επανασύνδεση των Κρίνων. Μας μίλησες για το σχέδιο στις αρχές του περσινού καλοκαιριού για την μεγάλη συναυλία στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Αρχικά έλεγες η βασική ιδέα ήταν οι συμμετέχοντας να τραγουδήσουν όλοι οι καλεσμένοι τα τραγούδια σας κι εσύ στο τέλος να ανέβεις στην σκηνή και για μερικά ακόμη. Αυτά τα «μερικά ακόμη» ήταν μόνο η αρχή της συναυλίας που κράτησε ατέλειωτη ώρα, και τις δυο μέρες. Δεν ήθελες να κατέβεις από την σκηνή, ενώ γνώριζες την αδιανόητη δοκιμασία που έμπαινες. Αλλά όσο καταπονημένος κι αν ήσουν, ήδη σχεδίαζες την επόμενη φορά.

Θάνος και Πέτρα. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης 1

Η επόμενη φορά

Διαρκώς υπήρχε μια επόμενη φορά. Συνθέσεις για κινηματογράφο και θέατρο, νέα ποιήματα, νέες συναυλίες, πολύμορφες όπως η τελευταία, σχέδια ακόμα πιο φιλόδοξα. Σου μιλούσα για τις μικρές φόρμες, το νέο πεζογραφικό παιχνίδι με τις σύντομες, σχεδόν ακαριαίες ιστορίες και το πρόσωπό σου φωτιζόταν – σα να έβλεπα τις ιδέες να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι σου. Τότε ξαναθυμήθηκα τον παππού μου ως αναγνώστη του Πάτρικ Γουάιτ. Τι σκεφτόταν όταν ξεκινούσε εκείνο το χοντρό βιβλίο; Πείσμωσε να το διαβάσει μέχρι τέλους; Ρουφούσε τις λίγες σελίδες γνωρίζοντας πως θα είναι οι τελευταίες; Ειρωνευόταν εκείνο που πλησίαζε; Διπλασίαζε την ζωή που απέμενε με μια τελευταία άξια εμπειρία; Δεν μπορώ να τα απαντήσω ούτε για εκείνον ούτε για σένα. Αν πάντως έκανες κάτι από τα παραπάνω, το έκανες στον μέγιστο βαθμό. Δεν σταμάτησες να ζεις και να δημιουργείς μέχρι το τέλος, υπό τις σκληρότερες συνθήκες.

Η ποίηση γυμνή

Στο φιλόξενο σπίτι στην Καλλιδρομίου μας έδωσες το βιβλίο σου. Μου είπες ότι θα σ’ ενδιέφερε να διαβάσεις την γνώμη μου. Σου είπα πόσο δυσκολεύομαι να εκφράσω αλήθειες όταν πρόκειται για γραπτά φίλου, πως αδυνατώ να συμμετάσχω σε κάτι που θα μοιάζει με την γνωστή κολακεία. Δεν τα μπορούσα αυτά τα λιβανίσματα, κι αν έγραφα μια θετική γνώμη, πώς θα έπειθα ότι δεν προσθέτω ένα ακόμα; Όμως θα ’θελα να σου πω ότι τα ποιήματά σου θα τα διαβάζω και θα τα ξαναδιαβάζω, όπως κάνω με τα γραπτά που δεν τελειώνω ποτέ μαζί τους.

Θάνος ΙΙ_

Είναι ποιήματα που στέκουν μόνα τους, γυμνά, ως στίχοι που αξίζει να διαβάζονται όπως μόνο διαβάζονται τα ποιήματα ή να προσκαλούνται στις συζητήσεις των φίλων, καθώς ψάχνουν τα φώτα στο βάθος ή να χαρίζονται σ’ εκείνους που εμπνεύσανε το χάρισμα. Είναι και ποιήματα που δεν θα ταίριαζαν μόνο απλά και αυτονόητα στην ούτως ή άλλως ιδιαίτερη μουσική σου αλλά και στους πιο απόμερους, μοναχικούς  παραδρόμους του ροκ εντ ρολ. Δεν έχω πάρε δώσε με μαστούρηδες του Έρωτα / Δεν θα βάψω κόκκινες τις προσευχές . Δεν θα φάω με το ζόρι τις πλαστικές ανατολές τους / […] / Δεν θα θερίσω μολυσμένα «αντίο» / Δεν θα γεννήσω άλλα σύνορα / άλλα ναρκοπέδια άλλα χαλάσματα [I’ll save the last dance for me]

Το χαρτί άγραφο

Κάποια στιγμή συμφωνήσαμε να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα για τα πάντα, γραπτή και δημοσιεύσιμη. Σμίλεψα τετριμμένες ερωτήσεις και σου τις έφερα στο Αττικό, τότε που τέσσερις αγαπημένοι φίλοι και φίλες σε φυγαδεύσαμε στο προαύλιο για να μοιραστούμε τα φυτοφαγικά πιάτα μας, αρχές Οκτωβρίου του 2015. Ακόμα και τότε δεν έπαψες να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα των ζώων να μην χρησιμοποιούνται ως τροφή. Πήρες μαζί σου το χαρτί αργότερα, στον προσωπικό σου χώρο κάπου στην Δυτική Αττική αλλά σαν άτακτο παιδί το άφηνες στην άκρη· άλλωστε είχες ήδη παρατηρήσει ότι όλα τα είχαμε ήδη συζητήσει διακαείς και δια ζώσης.

Θάνος ΙΙΙ

Σε ρωτούσα για την τυπογραφική συνύπαρξη των γραπτών και των σκίτσων σου· αν δεν πρόκειται μόνο για την αδιάσπαστη εκφραστικότητα ενός διαρκώς διψασμένου καλλιτέχνη αλλά για μια βαθύτερη συνομιλία. Επιχειρεί το ένα να μιλήσει με τους τρόπους που δεν μπορεί το άλλο; Άραγε, εκτός από ποίηση που διαβάζεται, φαντάστηκες αυτά τα ποιήματα μελουργημένα; Τα άκουσες ως στίχους – και ποιάς μουσικής; Πώς θα έγραφες το λήμμα των Κρίνων στο απόλυτο Βιβλίο της Μουσικής, πώς θα έγραφες το δικό σου; Μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου σε κάποια άλλη φαντασιακή μπάντα; Πως ήταν η περιπλάνηση σου στον χαοτικό κόσμο της μέθης; Πως βγήκες από εκεί μέσα; Τώρα θυμάμαι που πίναμε βυσσινάδες και τσουγκρίζαμε σε άλλου είδους μεθύσια.

Επιστίχια ερωτήματα…

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές. Και ακόμα: Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους. Σε πολλά ποιήματα επιζητάς την σιωπή. Τι πρόβλημα υπάρχει με τις λέξεις; Πότε ντρέπονται και φεύγουν, πότε περιττεύουν; Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. / […]/ Δεν υπάρχουν ατέλειωτη δρόμοι – τους τελειώσαμε. Τελείωσαν δηλαδή οι περιπλανήσεις; Τις χάσαμε τις αποκαλυμμένες νύχτες; Συνυπάρχουμε με τον θάνατο; Μπορούμε έτσι να τον ακυρώσουμε;

Θάνος Ι

Δες πώς βάζουν τα κλάματα τα κορίτσια του Απρίλη / μπροστά στους καθρέφτες του μουντού μεσημεριού. / Με τα άσπρα ξέστρωτα σεντόνια παραφορτωμένα από έρωτα και ονειρώξεις να μυρίζουν απ’ το χτεσινό σπέρμα των μπαμπάδων τους. Είναι κορίτσια που αγάπησες ή σε αγάπησαν; Ζουν στο παρόν ή ζούσαν πάντα έτσι; Έχεις κάτι άλλο να τους πεις; Τα επόμενα ποιους θα αγαπήσουν;

Δράσε ή Σκάσε ΦΟΥΚΑΡΑ του καναπέ επαναστάτη / αλλιώς μάρτυρας τραγικός στο όργιό τους γίνε φανοστάτη. Έζησες από κοντά και συχνά μέσα στα τελευταία οριακά πολιτικά γεγονότα. Θυμάμαι τις θυελλώδεις συζητήσεις μας, στο Σπίρτο στα Εξάρχεια, στα σπίτια μας και αλλού. Σε ποιους αφιερώνεις αυτούς τους στίχους; Σε ποιους ελπίζεις; Αισιοδοξείς ή απαισιοδοξείς για την ζωή όπως την ζούμε;

 … επιστήθιες λέξεις

Η συλλογή σου περιέχει μερικά βαθειά ποιήματα για τον έρωτα. Μπορεί ο έρωτας να γίνει ποίηση; Τον βίωσες, τον μάτωσες, τον άφησες να σε αλώσει; Ποιοι είστε εσείς που μιλάτε για ελευθερία, / με τις τεράστιες μαύρες τρύπες για μάτια / και δίχως την εμπειρία του έρωτα. Ποιοι είναι αυτοί; Χρειάζεται να έχεις την εμπειρία του έρωτα για να μιλάς για ελευθερία; Ο έρωτας ελευθερώνει ή σκλαβώνει;

Θάνος IV_

Πεθαίνω νυμφευόμενος την ερώτηση. Πόσο πλούσιος έγινες σε ερωτήσεις, πόσο σε απαντήσεις; Πού κρύβονται και οι μεν και οι δε; Οι λέξεις όμως δεν σπάνε. / Σε περιμένουν στη γωνία / να σου χαρακώσουν το βλέμμα / και να σου ιδρώσουν το μέτωπο… Άρα οι λέξεις θα πουν την τελευταία τους λέξη; Ποιες λέξεις θα είναι αυτές, ποιοι θα τις γράψουν; Κι εκείνο το ποίημα που απευθύνεται στον Nick Cave; Υπάρχει κάποιος ανοιχτός λογαριασμός, οφειλή, διαλεκτική;

Σ’ ένα από τα βράδια που μοιραστήκαμε, εδώ τότε, φτιάξαμε δυο χάρτες. Τον χάρτη του ιδανικού έρωτα και τον χάρτη της ιδανικής φυγής. Τον πρώτο τον έζησες, για την δεύτερη φεύγεις περισσότερο διαβασμένος απ’ όλους μας. Κι έτσι δεν ανησυχώ. Σε φωτογράφησα ακριβώς την στιγμή που τους σχεδίαζες στο σημειωματάριο που μας άφησες, να το γεμίζεις λίγο λίγο κάθε φορά που θα βρισκόμαστε. Τώρα μ’ αυτό θα συνυπάρχουμε μ’ έναν ακόμα τρόπο. Ούτως ή άλλως δεν χανόμαστε.

Θάνος στο Σημειωματάριο. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης

Αντί για τα Χέρια, ας χάσω τα Μάτια. / Την ομορφιά την θυμάμαι… θα βλέπω! [Δεν θέλω τα χέρια μου να χάσω] Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους / Δεν υπάρχουν ατέλειωτοι δρόμοι – τους τελειώσαμε. [Ανθρωπότητα].

Εκδ. bibliothèque, 2015, [Σειρά: Ποίηση γυμνή], 77 σελ. [Συλλεκτική έκδοση σε 1500 αντίτυπα].

Τα σκίτσα, του Θάνου. Οι φωτογραφίες, του Πανδοχέα Λάμπρου Σκουζάκη. Στην πρώτη φωτογραφία, μαζί με την Πέτρα μας.

04
Απρ.
16

Μωρίς Σιακκής – 448 μίλια, εκατομμύρια νότες: Αναζητώντας τις ρίζες του σύγχρονου τραγουδιού στον αμερικανικό Νότο.

448

Περιπλάνηση στην μήτρα του ροκ εν ρολ

500 miles away from home, έλεγε ο ύμνος, που τραγουδήθηκε από τους προγόνους και τους νεώτερους. 52 μίλια λιγότερα έκανε ο συγγραφέας αλλά μας έδωσε το πλέον χορταστικό ροκ εν ρολ οδοιπορικό, που τελικά δεν μας βρίσκει πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι, αλλά μας επιστρέφει στο άλλο μας σπίτι. Το βιβλίο είναι το τελευταίο που θα περίμενα να βρω γραμμένο σε ελληνική γλώσσα. Πρώτα από άποψη θεματολογίας: ένα ταξίδι στις απαρχές του ροκ εν ρολ, στην ιστορία και στην τοπογραφία της μουσικής που καθορίζει τις ζωές μας από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι ζούμε μέχρι σήμερα. Ύστερα από άποψη γραφής: αποτελεί ταυτόχρονα οδοιπορικό ενός εννιαήμερου ταξιδιού στον αμερικανικό Νότο· μουσική και τοπογραφική περιήγηση στις ρίζες του σύγχρονου τραγουδιού· ταξιδιωτική λογοτεχνία και οδηγό· αυτοβιογραφική αφήγηση σκέψεων και περιπετειών· συλλογή σύντομων βιογραφικών πολλών προσωπικοτήτων του ροκ· προσωπική ιστορική έρευνα για το θέμα· καταγραφή δεδομένων με πίνακες και ανέκδοτα στοιχεία. Είναι, τέλος, η άψογη έκδοσή του, πλημμυρισμένη με έγχρωμες φωτογραφίες τραβηγμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα, αλλά και το γυαλιστερό της χαρτί που μοιάζει με προσωπικό λεύκωμα.

elvis_presley [ashleeeyyy]_

Η σύγχρονη μουσική όπως την ξέρουμε σήμερα είναι δημιούργημα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα και ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι «μουσικές πόλεις» των ΗΠΑ, εκείνες που επηρέασαν ακριβώς αυτή την εξέλιξη είναι πολλές: από το Κάνσας Σίτυ ως το Λος Άντζελες, από το Μέμφις ως το Νάσβιλ, την Ορλεάνη, από την Νέα Υόρκη στο Ντητρόιτ, στο Σηάτλ, στο Σικάγο, στην Φιλαδέλφεια και το Σαν Φρανσίσκο. Αλλά υπάρχει ένα γεωγραφικό – μουσικό τετράγωνο που υπήρξε η γενέτειρα και η γεννήτρια του ροκ εν ρολ· κι αυτό το οδοιπορικό κάλυψε ακριβώς αυτό το ηλεκτρικό τετράπλευρο που εκτείνεται σε σε τέσσερις πολιτείες, με επίκεντρο τέσσερις πόλεις: το Μέμφις (Τενεσή), την Χελένα (Άρκανσω), το Κλάρσκντέηλ (Μισισίπι) και το Μάσλ Σόουλς (Αλαμπάμα).

Sun Studio I

Το οδοιπορικό ξεκινάει από το Μέμφις, την γενέτειρα πόλη, όχι μόνο του Έλβις αλλά και του πρώτου ροκ εν ρολ δίσκου, του Rocket 88. Αλλά εκτός από τις απαρχές του είδους, υπάρχει και η προσωπική αφετηρία του καθενός μας, κι εδώ μοιράζεται μαζί μας την δική του: ένα πρωινό του Σαββάτου που μπήκε με την μητέρα του στο δισκοπωλείο «Καρυάτις» κι ενώ εκείνη διάλεγε την καθιερωμένη στο σπίτι κλασική μουσική, αυτός διάλεξε το Abbey Road, στο ιλιγγιώδες τότε ποσό των 140 δραχμών. Η ακρόαση του δίσκου δεν ήταν μόνο η εισαγωγή σε μια νέα μουσική αλλά και σε ένα νέο κόσμο, ένα άλλο περιβάλλον εννοιών, αξιών και οραμάτων. Το «λευκό» ροκ τον εντάσσει στους ροκάδες, αλλά η αναζήτηση τον οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι όλα ξεκίνησαν μαύρα. Τα υπόλοιπα είναι μια ιλιγγιώδης ιστορία, γεμάτη χιλιάδες δίσκους, εκατοντάδες συναυλίες, πολύ διάβασμα. Το ροκ εν ρολ έγινε το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς σε μια ζωή γεμάτη εναλλαγές. Κι έτσι το βιβλίο αυτό είναι και η μουσική του ενηλικίωση, η επίσκεψη στα μέρη απ’ όπου ξεκίνησαν όλα.

Muddy Waters 2_

Στις πρώτες σελίδες ο Σιακκής μας εισάγει στην απαραίτητη άγνωστη για τους περισσότερους ιστορική αναδρομή, που ξεκινάει από τον 19ο αιώνα, οπότε και ανοίγει η αλυσίδα των ειδών: minstrelsy, coon songs, vaudeville, ragtime. Στην Νέα Ορλεάνη γεννιέται η jazz – η κατά πολλούς πρώτη αμερικανική μορφή τέχνης, που συνδυάζει την φόρμα και τον αυτοσχεδιασμό, ενώ παράλληλα τίθενται οι βάσεις του λαϊκού (popular) τραγουδιού και διαδίδεται η μουσική των εβραϊκής καταγωγής συνθετών που ήρθαν μετά τα ρωσικά πογκρόμ. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση σε νυχτερινά κέντρα, θέατρο και κινηματογράφο, είχε όμως σε μουσικά όργανα, που μπορούσε να παραγγείλει με mail order, ενώ σταδιακά η ηχογραφημένη μουσική έφτανε στο ραδιόφωνο ή τον φωνόγραφο.

SONNY_BOY

Όλη αυτή η μουσική «αποκέντρωση» οδήγησε στην ανάπτυξη των δυο καθοριστικών ειδών, της country και του blues. Οι Βρετανοί έποικοι των Αππαλαχίων οργάνωναν σιγά σιγά μια πρώιμη μουσική βιομηχανία, ενώ στο Νότο ακουγόταν η μουσική των νέγρων, μια μουσική τυμπάνων (μέχρι να απαγορευτούν και αυτά, ως τρόποι επικοινωνίας). Σύντομα η ανάμιξη αφρικανικής μουσικής με χριστιανικές επιρροές κατέληξε στο gospel, ενώ η κοσμική φιλοσοφία της λύτρωσης διοχετεύτηκε μέσα στα μπλουζ, που ποτέ δεν ήταν μοιρολόι αλλά εργαλείο ψυχικής ανάτασης. Εκείνα τα πρώτα μπλουζ ξεκίνησαν στο χωράφι ως μουσική που συνόδευε την δουλειά, συνεχίστηκαν στις πίσω αυλές των σπιτιών ως μουσική κίνησης και χορού, η μοναδική διασκέδασης των περιθωριοποιημένων νέγρων και βγήκαν στο δρόμο, με πλανόδιους μουσικούς και σε συγκεκριμένα μαγαζιά, μόνο για μαύρους.

Αλλά στα ραδιοκύματα δεν μπορείς να εφαρμόσεις φυλετικό διαχωρισμό· οι μαύροι άκουσαν hillbilly, οι λευκοί «race music», τα είδη αναμείχθηκαν, τα μπλουζ και η τζαζ επηρέασαν την κάντρυ για να βγει το swing, το ragtime εξελίχθηκε σε boogie woogie, στις πόλεις τα μπλουζ έγιναν ηλεκτρικά (πώς αλλιώς θα ακουστείς σε μια πολυσύχναστη πλατεία ή σε ένα γεμάτο κλαμπ;), το ηλεκτρικό μπλουζ με την προσθήκη πνευστών από τις μεγάλες σουίνγκ μπάντες δημιούργησε το rhythm & blues. Και μια μέρα του 1954, στο στούντιο της SUN ακούστηκε ένας νέος ήχος με μια φωνή που έμοιαζε μαύρη αλλά ήταν λευκή.

Sun Studio II

Βγαίνοντας έξω από το ξενοδοχείο στο Μέμφις ο συγγραφέας βλέπει μια γαλάζια Oldsmobile Rocket 88 του 1958, εκείνη που ονομάτισε τον πρώτο ροκ εν ρολ δίσκο του 1951, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον παραμορφωμένο ήχο στην κιθάρα (ελαφρώς τυχαία, καθώς ο ενισχυτής του κιθαρίστα έβαλε νερό από την βροχή). Το μοντέλο αυτό είχε και το περίφημο αποσπώμενο ραδιόφωνο με μπαταρίες για χρήση στην παραλία και στα πικ νικ. Στο Μέμφις, όπου μια οικογένεια μπορεί να αγοράσει σπίτι με εισόδημα τεσσάρων χρόνων, επιβεβαιώνεται και ένα από τα εντυπωσιακά μυστήρια των ΗΠΑ: κάποια ιστορικά σημεία να αξιοποιούνται τουριστικά στο έπακρο και κάποια άλλα να εξαφανίζονται από προσώπου γης χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει το American Sound Studio, όπου ηχογραφήθηκαν το The Letter [Box Tops], Suspicious Minds [Elvis Presley], Dusty in Memphis [Dusty Springfield] Sweet Caroline [Neil Diamond], Raindrops keep falling on my head [B.J. Thomas], τόσα και τόσα των Bobbie Womack, Waylon Jennings, Willie Nelson, Tammy Wynette, Petula Clarke – και ο συγγραφέας βρίσκει ευκαιρία να αφιερώσει από μια πυκνή παράγραφο γι’ αυτά τα τραγούδια.

Johnny Cash [Florian Rodarte]

Εδώ μετακόμισε ο Johnny Cash μαζί με την Vivian Liberto για να δουλέψει ως πωλητής ηλεκτρικών ειδών και οι επόμενες σελίδες αποτελούν μια σύντομη βιογραφία του «ανθρώπου με τα μαύρα ρούχα». Εδώ στο κατάστημα ρούχων Lansky’s στεκόταν έξω από την βιτρίνα ο 17χρονος Έλβις, δηλώνοντας στον ιδιοκτήτη πως όταν γίνει σταρ θα αγοράσει όλο το μαγαζί – μέχρι τότε κανείς λευκός, ακόμα και καλλιτέχνης, δεν διανοείτο να φορέσει ροζ κουστούμι. Στην Beale Street στέκει και το μαγαζί Schwab’s, το μόνο που διασώζεται από τότε, με είδη μαγείας, η οποία άλλωστε αποτελεί μέρος της κουλτούρας του Νότου, ενώ στο Rock N Soul Museum ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι «η βάση της σύγχρονης μουσικής που ακούμε όλοι, είναι μια σταδιακή διαδικασία που ξεκίνησε από τους αγρούς της Βόρειας Αμερικής από φτωχούς και αγράμματους ανθρώπους και μέσα σε μισό αιώνα κατέκτησε όλο τον κόσμο».

Stax Studio II

Γυρίζω σελίδα και βλέπω την καμπυλωτή τριγωνική πρόσοψη ενός λευκού και βυσσινί κτίσματος. Είναι ο ραδιοφωνικός σταθμός WDIA, ο πρώτος που σχεδίασε το πρόγραμμά του να απευθύνεται αποκλειστικά στους νέγρους, με εμβέλεια από το Μιζούρι έως τον ωκεανό, και με βασικό κοινό τον πληθυσμό του Δέλτα του Μισισίπι. Η απήχηση αυτή δεν άργησε να πάρει και κοινωνικό χαρακτήρα: ακροατές περιέγραφαν παιδιά που είχαν χαθεί, εκκλησίες ανακοίνωναν εκδηλώσεις, δημιουργήθηκαν προγράμματα εύρεσης εργασίας, μεταφοράς παιδιών στο σχολείο, δωρεάν ψυχαγωγικών εκδηλώσεων για φτωχές περιοχές.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα περιστατικό αυτοκινητικού δυστυχήματος, με μια λευκή γυναίκα που κειτόταν στο δρόμο, αιμόφυρτη. Ήρθε νοσοκομειακό αλλά ήταν της εταιρίας που εξυπηρετούσε μαύρους και δεν επιτρεπόταν να την πάει στο νοσοκομείο. Μέχρι να φτάσει το νοσοκομειακό για λευκούς, η γυναίκα πέθανε. Αμέσως ο Αιδεσιμώτατος Μουρ έκανε έκκληση από το WDIA: «Φτιάχνουμε το ψωμί σας, μαγειρεύουμε το φαγητό, καθαρίζουμε το σπίτι σας και δεν αφήνετε τα ίδια χέρια που κάνουν όλα αυτά, να σηκώσουν μια γυναίκα και να την πάνε στο νοσοκομείο». Σε μια βδομάδα, ο νόμος είχε αλλάξει. Τα νοσοκομειακά μπορούσαν να μεταφέρουν τους πάντες. [σ. 65]

J. Rodgers Guitar

Το Μουσείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στεγάζεται στο Lorraine Motel, όπου δολοφονήθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο συγγραφέας αφιερώνει πολύτιμες σελίδες στην ιστορία του ανθρώπου και του κτίσματος αλλά και στην στρατηγική των ανάλογων αμερικανικών μουσείων, σύμφωνα με την οποία οι Αμερικανοί πουλάνε εξαιρετικά και με μελετημένα τουριστικά προϊόντα την ιστορία τους κι ας μετράει λιγότερα από διακόσια πενήντα χρόνια ιστορίας,. Η σύγκριση με ημεδαπά παραδείγματα τόπων μαχών αλλά και (προσθέτω) σύγχρονων πολιτικών θανάτων είναι ενδιαφέρουσα.

Στην συνέχεια ένα γεύμα στο περίφημο Arcade είναι απαραίτητο, καθότι το εστιατόριο έχει φιλοξενήσει πλείστες κινηματογραφικές σκηνές, από το Great Balls of Fire και το Mystery Train μέχρι το Walk the Line και το 21 Grams, όπως πολύτιμη είναι και η ξενάγηση στο εργοστάσιο της Gibson, της κιθάρας που κράτησε «πιστούς» της τους Jerry Garcia, Jimi Hendrix, George Harrison, Robert Johnson, Albert King, Mike Bloomfield, Jeff Beck, Eric Clapton, Jimmy Page, Neil Young, Mick Taylor, Les Paul, Β.Β. King. Ο τελευταίος αποτελεί αφορμή για μία από τις ευπρόσδεκτες παρεκβάσεις του συγγραφέα να μας πυκνώσει μια βιογραφία της ίδιας της κιθάρας αλλά και του King, που όταν έμαθε για έναν περίφημο καυγά για μια γυναίκα ονόματι Λουσίλ, ονόμασε έτσι όλες τις Γκίμπσον του.

John Lee Hooker [Adria Fruitos]

Στο κτίριο της περίφημης Stax Records, διαμορφωμένο κι αυτό σαν μουσείο, αρχίζουμε κι αισθανόμαστε έντονα συναισθήματα ζήλειας. Το πιο εντυπωσιακό του έκθεμα είναι ίσως μια ολόκληρη εκκλησία, που έχει μεταφερθεί στον χώρο κομμάτι – κομμάτι. Η εκκλησιαστική μουσική – γκόσπελ υπήρξε ένα από τα βασικά συστατικά της μουσικής παράδοσης των νέγρων και κατά την πεποίθησή τους η μουσική του Θεού – τα μπλουζ ήταν η μουσική του διαβόλου. «Η πρώτη σε προέτρεπε να ξεχάσεις την σκληρή πραγματικότητα μέσα από την προσευχή, η δεύτερη αποτελούσε μια γήινη διέξοδο: αν δεν μπορείς να την αλλάξεις, τουλάχιστον τραγούδησέ την». Σιγά σιγά διαμορφωνόταν ο κορυφαίος «ήχος της Stax», εκείνη η νότια σόουλ μουσική που έμοιαζε να αποτελεί ένα νέο είδος από μόνη της. Κάποιοι λένε ότι το ακουστικό αποτέλεσμα προερχόταν από την διαρρύθμιση του χώρου (παλιό σινεμά), άλλοι από την εμφύτευση μηχανημάτων και οργάνων στο δάπεδο από τους ιδιοκτήτες, για να μην κλαπούν! Εδώ η συνύπαρξη λευκών και μαύρων κάτω από την ίδια στέγη ήταν αυτονόητη.

Stax Studio

Στις επόμενες σελίδες παρελαύνουν μερικές από τις σπουδαίες της μπάντες και η ιστορία τους: Οι περίφημοι Booker T & the MGs αποτέλεσαν και σύμβολο κοινωνικής ενότητας, καθότι δυο μέλη ήταν λευκοί και δύο μαύροι, σε μια πόλη όπου ίσχυε δια νόμου ο φυλετικός διαχωρισμός· οι Sam & Dave που δεν μίλησαν εκτός σκηνής για πάνω από δέκα χρόνια, αλλά ενέπνευσαν μεταξύ άλλων και τον περίφημο χορευτικό ρυθμό jerk· ο «velvet bulldozer» Albert King, για τον οποίο ο Mike Bloomfield είχε πει ότι με τέσσερις νότες γράφει έναν τόμο· ο Isaac Hayes που διαφοροποίησε τον ήχο της εταιρείας με τραγούδια μεγαλύτερης διάρκειας και υποβλητικότερα φωνητικά. Φεύγοντας από το μουσείο ο συγγραφέας έχει πάρει τις διευθύνσεις των σπιτιών σημαντικών καλλιτεχνών, όλες σε φτωχικές γειτονιές νέγρων στο νότιο Μέμφις, κι αυτό αποτελεί ευκαιρία μια νέα περιγραφική και φωτογραφική περιπλάνηση.

Εκατόν πενήντα μίλια μακριά – κοντά από το Μέμφις ανοίγεται το Μασλ Σόουλς και η πολιτεία Αλαμπάμα και πάνω στον αυτοκινητόδρομο 72 West μας περιμένει το Alabama Music Hall, με την γωνιά του Nat King Cole, του Hank Williams και πλείστων άλλων μορφών του ροκ· παρακάτω στο Fame Studio κυκλοφορεί ακόμα η αύρα της Aretha Franklin, ενώ ένα μικρό κτίσμα φέρει τον βαρύ τίτλο 3614 Jackson Highway, τόπο ηχογράφησης όχι μόνο του ομώνυμου δίσκου της Cher αλλά και των Oh how we danced [Jim Capaldi], Lookin’ for a love again [Bobby Womack], Phases and stages [Willie Nelson], Night Moves [Bob Seger & SBΒ]. Ο συγγραφέας εντοπίζει το σπίτι όπου έγινε η φωτογράφηση για το άλμπουμ των Big Star Sister Lovers, αυτής της τόσο παραγνωρισμένης μπάντας.

Hank Williams_

Δεν αργεί ένα ακόμα προσκύνημα σε σπουδαίο τόπο: το στούντιο της Sun, που εξωτερικά μοιάζει με μικρό μαγαζί, σαν κουρείο. Και μιλώντας για αδικημένους καλλιτέχνες, δεν γίνεται να μη λείψει ο Carl Perkins, που έφτασε στην Sun χάρη στον Έλβις. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζευγάρι των Γιαπωνέζων επισκεπτών του Μέμφις στην ταινία Mystery Train διαφωνεί ως προς το ποιος ήταν μεγαλύτερος από τους δυο. Οι σελίδες που αφιερώνονται στον Πέρκινς είναι από τις πλέον πολύτιμες του βιβλίου, όπως βέβαια και η ιστορία του ιδρυτή της εταιρίας και του στούντιο του Ήλιου, Sam Phillips.

Πώς μπορεί να προσπεράσει κανείς την περίφημη Graceland, το σπίτι του Έλβις, το δωμάτιο με τις τρεις τηλεοράσεις που έπαιζαν ταυτόχρονα, το μουσείο των αυτοκινήτων του, με την ροζ Κάντιλλακ που δώρισε στην μητέρα του ή το κόκκινο MG που οδηγούσε στην ταινία Blue Hawaii… Ο Έλβις αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα μουσικού που έμαθε την μουσική πρώτα από την εκκλησία και μετά από το ραδιόφωνο και υπήρξε η ζωντανή ανταπόκριση στην ευχή του Σαμ Φίλιπς: να βρεθεί ένας λευκός με μαύρη φωνή. Και πράγματι, ήταν ο πρώτος που έσμιξε με τέτοιο τρόπο τα μπλουζ με την κάντρυ, τραγουδώντας σαν μαύρος.

Elvis Cadillac

Ακολουθεί η πολιτεία του Μισισίπι, η γενέτειρα των περισσότερων μπλούζμεν (John Lee Hooker, Ike Turner, Sam Cooke, Junior Parker). Χρειάστηκε κι εδώ η ερευνητική έμπνευση των πατέρα και υιού Λόμαξ, που ηχογραφούσαν διάφορους μουσικούς όπου τους έβρισκαν: στο σπίτι, στο χωράφι, στο τοπικό κατάστημα. Εκείνοι συνέλεγαν για την Βιβλιοθήκη του Κονγκρέσου, στην ουσία όμως για την αθανασία. Για τους λάτρεις των ατέλειωτων δρόμων μπροστά μας ανοίγεται ο Highway 61 και για τους ριψοκίνδυνους το σταυροδρόμι που ο Robert Johnson πούλησε την ψυχή του στον Διάβολο και μεταμορφώθηκε από μέτριο μουσικό σε μοναδικό δεξιοτέχνη κιθαρίστα.

Στην μικρή πόλη Κλάρσκντέηλ ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός στεγάζει το πιάνο του Otis Spann και την … καλύβα του Muddy Waters, επανασυναρμολογημένη κομμάτι – κομμάτι. Έξω στην οδό John Lee Hooker αφουγκραζόμαστε την ιστορία του μπλουζίστα και αντικρίζουμε την τοιχογραφία του Sonny Boy Williamson. Αμφότεροι συνήθιζαν να μένουν στο Riverside Hotel, όπου κατέλυαν όλοι οι μουσικοί που περιόδευαν σ’ αυτά τα μέρη. Εδώ άφησε την τελευταία της πνοή η Bessie Smith και το κτίσμα αποκαλύπτει λίγους από τους μύθους του, χάρη και στην ευγενή ξενάγηση του ιδιοκτήτη. Άραγε πράγματι η Σμιθ πέθανε επειδή δεν την δέχτηκε το αποκλειστικά για λευκούς νοσοκομείο, όπως διασώζει ένας ακόμα μύθος;

Bessie Smith_

Ακολουθούν κι άλλες περιπλανήσεις στην τέταρτη πλευρά του επιλεγμένου μουσικού τετραγώνου, στην Χελένα του Άρκανσω, άλλου ενός χώρου συγκέντρωσης μπλούζμεν από την περιοχή του Δέλτα. Μια από τις τελευταίες επισκέψεις του συγγραφέα γίνεται πίσω στο Μέμφις στην εκκλησία όπου κάνει λειτουργία ο περίφημος Al Green, ο κορυφαίος σόουλ τραγουδιστής που ακολούθησε τον δρόμο του Θεού. Ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι όταν τον έπιασε να ακούει Jackie Wilson αλλά ο Willie Mitchell τον έπεισε να μην προσπαθεί να τραγουδάει όπως ο Wilson ή ο Wilson Pickett ή ο Sam Cooke. H εξαιτίας του αυτοχειρία της ερωμένης του τον οδήγησε στον δρόμο της ιερωσύνης, χωρίς να παρατήσει την μουσική. Έξω στον δρόμο αναζητούμε το παγωτατζίδικο Jerry’s Sno Cones, που χρησιμοποιήθηκε για τα γυρίσματα του Great balls of fire. Ο Jerry Lee Lewis στα 1957 ήταν ήδη ένας σταρ που όμως έπαιζε πιάνο, ένα όργανο που τον καταδίκαζε να μένει ακίνητος. Κι έτσι άλλαξε τους κανόνες του: έπαιζε και με τα δυο χέρια, κλωτσούσε το κάθισμα, χοροπηδούσε, κάποτε του έβαζε φωτιά. Η γνωστή πτώση του ήρθε να συμπληρώσει μια σειρά από απώλειες πριγκίπων του ροκ εν ρολ. Ο Little Richard χάθηκε στην εκκλησία, ο Buddy Holy έπεσε από τους αιθέρες, ο Elvis κατατάχτηκε στον στρατό. Αλλά οι σπόροι τους είχαν ήδη βλαστήσει.

Memphis Al Green

Είναι παντού εμφανές στο βιβλίο ότι ο συγγραφέας από την μία πήρε απολύτως σοβαρά το σχέδιό του κι από την άλλη το απόλαυσε στο έπακρο. Η έκδοση συμπληρώνεται με βιβλιογραφία και πήγες ανά κεφάλαιο (βιβλία, ταινίες και ντοκιμαντέρ, έντυπα και διαδικτυακά άρθρα), ευρετήριο καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, απόδοση ονομάτων και τοποθεσιών στα αγγλικά και τα ελληνικά και μικρό γλωσσάρι ξένων λέξεων που απαντώνται στο βιβλίο.

Εκδ. Μαριλού, 2013, σελ. 223. Όλες οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα και τραβήχτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2010. Βλέπουμε με την σειρά: 1, 2: Sun Studio, Memphis, 3: Stax Studio,, Memphis, 4: Η κιθάρα που έδωσε ο Jimmie Rodgers σε ανταλλαγή για το κόστος επισκευών του [1928, Loretta, Tennessee], 5: Stax Studio, Memphis, ο χώρος υποδοχής, επανασχεδιασμένος στην λεπτομέρεια, όπως ήταν παλιά, 6: Η ροζ Cadillac του Elvis, 7: Memphis. Το στούντιο όπου ηχογράφησε πολλές επιτυχίες του ο Al Green. 

Στις υπόλοιπες εικόνες, από την ηλεκτρονική πινακοθήκη του ροκ εν ρολ: Elvis, Muddy Waters, Sonny Boy Williamson, Johnny Cash, John Lee Hooker, Hank Williams, Bessie Smith.

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 204.

03
Μαρ.
16

Patti Smith – Πάτι και Ρόμπερτ

Patti Smith 0 cover

Some Patti to Love

Είναι ένα βιβλίο αξιανάγνωστο από την αρχή ως το τέλος, γραμμένο με μια απρόσμενη λογοτεχνική διάθεση ίσως αναπάντεχη για τους περισσότερους, όχι όμως για όλους εμάς που γνωρίζουμε καλά ότι η Πάτι Σμιθ πρώτα ξεκίνησε από την ποίηση και την εικαστική δημιουργία, και πολύ αργότερα βρήκε τον δρόμο της στην μουσική. Και αυτές οι τέχνες εισχωρούν στην γραφή της, που κατά τα άλλα ρέει σαν διήγηση ημερολογιακή και εξομολογητική.

Ως προς το περιεχόμενο, η έκπληξή μου ήταν μεγάλη: δεν πρόκειται για αφήγηση των μουσικών της περιπετειών, το αντίθετο! Πρόκειται για την εξιστόρηση ενός έρωτα, της ζωής των δυο εραστών στην Νέα Υόρκη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και του τρόπου με τον οποίο αμφότεροι αναζητούσαν τρόπους έκφρασης και δημιουργίας. Η μουσική ήταν μόνο το τελευταίο σκαλοπάτι σε όλες αυτές τις αναζητήσεις της Σμιθ. Αυτή η αφήγηση ενός απόλυτα ρομαντικού έρωτα είναι παράλληλα και μια ιστορία της μαθητείας στο ροκ εν ρολ, στην ουσία όλων όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια είναι κι ένα χρονικό ενός τόπου και μιας εποχής, συνεπώς ξεχειλίζει από αμέτρητες αναφορές σε καλλιτέχνες, μπάντες, τραγούδια, κινηματογραφικές ταινίες και σκηνές, ηθοποιούς και υποκριτές, προσωπικότητες και ασημότητες που τριγύριζαν σ’ όλους εκείνους τους χώρους.

Patti Smith 7

Οι πρώτες σελίδες γεμίζουν με υπέροχες περιγραφές των πρώτων της χρόνων. Όταν μάθαινε από την μητέρα της να προσεύχεται στον Κύριο να κρατήσει την ψυχή της άρχισε να αναρωτιέται: πώς είναι αυτή η ψυχή και τι χρώμα έχει; Φοβόταν κιόλας μήπως η δική της ξεγλιστρήσει από μέσα της και δεν ξαναγυρίσει. Σταδιακά άρχισε ένα διαφορετικό είδος προσευχής, σιωπηλής αυτή τη φορά: περισσότερο αφουγκραζόταν, παρά μιλούσε. Σύντομα θα λαχταρούσε να διαβάσει και όλα τα βιβλία του κόσμου, ενώ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την ενοχή για την κλοπή ενός παιχνιδιού από μια φίλη της. Όλες αυτές τις ιστορίες τις μοιραζόταν με τον Ρόμπερτ, προσπαθώντας να αποδεχτούν την διττή τους φύση. Ήμαστε γεμάτοι αντιφάσεις: φως και σκοτάδι μαζί. Εκείνη ήταν ένα κακό κορίτσι που προσπαθούσε να γίνει καλό και εκείνος ένα καλό αγόρι που προσπαθούσε να γίνει κακό.

patti_smith_by_mad3-d6t1owv

Το κορίτσι μεγάλωνε, μια ξινή δωδεκάχρονη με μακριά, άχαρα άκρα. Μέσα της όμως είχε ήδη συγκλονιστεί με την αποκάλυψη ότι οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη και ότι αν είσαι καλλιτέχνης βλέπεις πράγματα που δεν βλέπουν οι άλλοι. Ψήλωνε ολοένα και περισσότερο, σχεδόν ένα ογδόντα πέντε, αλλά δεν ζύγιζε ούτε πενήντα κιλά. Το 1961 ήταν μια κοκαλιάρα απόβλητη στο χαμηλότερο σκαλί της γυμνασιακής καταξίωσης και αποτελούσε μόνιμο στόχο κοροϊδίας. Έτσι βυθίστηκε στην εφηβική σωτηρία, στα βιβλία και στο ροκ εν ρολ. Στα δέκατα έκτα της γενέθλια έλαβε για δώρο μια μονογραφία για την θαυμαστή ζωή του Ντιέγκο Ριβιέρα κι άρχισε να φαντάζεται τον εαυτό της σαν την Φρίντα – μούσα και δημιουργό μαζί. Ονειρευόταν να γνωρίσει έναν καλλιτέχνη, να τον αγαπήσει, να τον στηρίξει και να δημιουργήσει στο πλάι του.

Αλλά το 1966 έμεινε έγκυος κι έτσι εκείνη που δεν ήθελε ποτέ να μεγαλώσει βρέθηκε στην απέναντι πλευρά, «ταπεινωμένη από την φύση». Αποβλήθηκε από τις διδασκαλικές της σπουδές και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο σχολικών βιβλίων. Η παρηγοριά της ήταν ο Ρεμπώ και τον υποδέχτηκε ως συγγενή και μυστικό εραστή. Η κοινωνία που δεν σταμάτησε να την κοροϊδεύει για την «μπίτνικ» εμφάνισή της, τώρα αντιδρά και στα «κομμουνιστικά» της διαβάσματα (!). Εκείνη έριξε το αντίτυπο των Εκλάμψεων σε μια βαλίτσα και ετοιμαζόταν να δραπετεύσει.

Patti Smith 8

Άραγε ποιος μπορεί να ξέρει τι κρύβει η καρδιά της νεότητας εκτός από την ίδια τη νεότητα; [σ. 171]

Λίγο πριν την αναχώρηση έριξε ένα κέρμα στο τζουκ μποξ ενός καταστήματος πρόχειρου φαγητού για να ακούσει ένα σαρανταπεντάρι της Nina Simone κι έφυγε για την Νέα Υόρκη με τριάντα δύο δολάρια. Στην διεύθυνση που είχε στα χέρια της οι φίλοι της είχαν μετακομίσει αλλά βρήκε ένα χλωμό και αδύνατο αγόρι που την οδήγησε στο νέο σπίτι. Κι έτσι το Σέντραλ Παρκ την φιλοξένησε στον πρώτο ύπνο της νέας της ζωής. Αλλά βρισκόταν στην ύποπτη και ερωτική πόλη, με τις σειρές των πορνοσινεμά, τα ξεδιάντροπα ντυσίματα, τους ουρανοξύστες, αυτά τα «μνημεία αλαζονικού αλλά ανθρωποκεντρικού πνεύματος της Αμερικής». Ήταν μια ανοιχτή ατμόσφαιρα που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Όλη την επόμενη νύχτα ταξίδευε μπρος πίσω με τον υπόγειο, για να ξεκλέψει λίγο ύπνο.

Patti Smith 4 Chelsea

Περπατώντας στην Δεύτερη Λεωφόρο, την επικράτεια του Frank O’ Hara, την ημέρα του θανάτου του John Coltrane, με τα πλήθη να μαζεύονται στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και την κραυγή της αγάπης του Albert Ayler να αντηχεί στην σχεδόν πνευματική ατμόσφαιρα, η Σμιθ λούστηκε το φως της Νέας Υόρκης, που ήταν ίδιο με των ζωγράφων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Το White Rabbit ακουγόταν στην διαπασών από τις ανοιχτές πόρτες του Electric Circus, φέιγ βολάν στους δρόμους ανήγγελλαν συναυλίες των Country Joe and the Fish, μια περιφερόμενη κοινότητα νέων κοιμόταν σε πρόχειρες σκηνές στα πάρκα. Ένοιωσε ελεύθερη να αλητεύει, να εξερευνά την πόλη την μέρα και να κοιμάται όπου έβρισκε τη νύχτα: σε κάποια είσοδο πολυκατοικίας, κάποιο βαγόνι του υπόγειου, ακόμα και κάποιο νεκροταφείο.

Τα βιβλία την είχαν προετοιμάσει για όλα, αλλά όχι για την πείνα. Έπιασε δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Άνω Μανχάταν, όπου και άρχισε να κοιμάται κρυφά, όταν άδειαζε το μαγαζί. Σ’ εκείνα τα μέρη ξαναβρήκε τον αδύνατο νέο που την είχε υποδεχτεί σ’ εκείνο το σπίτι, με τα κρεμαστά του χαϊμαλιά, «μια διασταύρωση χίπι και βοσκόπουλου». Βρήκαν δανεικό μέρος για να μείνουν, άρχισαν να μιλάνε για την τέχνη, παρέδωσαν ο ένας στον άλλον τη μοναξιά του. Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι κι εκείνη ήξερε πως «από εκείνη την στιγμή ήταν ο ιππότης της». Αυτός ήταν ο Robert Mapplethorpe, που αγαπούσε από μικρός να χρωματίζει τα πάντα.

Patti and Robert

Τώρα μαζί μαζεύουν από τα σκουπίδια όλα όσα χρειάζονται για το μικρό τους διαμέρισμα: στρώμα, βιβλιοθήκη, φωτιστικά, χριστιανικά κάδρα, χαλί. Τα τραγούδια του Tim Hardin έγιναν το πρώτο σάουντρακ του νεανικού τους έρωτα. Λότε Λένια, Ζαν Ζενέ, Ρεμπώ και Ντίλαν κόσμησαν τους τοίχους. Δεν είχαμε πολλά λεφτά αλλά ήμαστε ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσαν να αγοράσουν αλλά έλιωναν όσους είχαν: εκείνη έφερε την όπερα Madame Butterfly, Rolling Stones, Joan Baez· εκείνος Vanilla Fudge, Tim Buckley, History of the Motown. Μια μέρα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σταμάτησε κι άρχισε να τους κοιτάζει επίμονα. Ο Ρόμπερτ τους έσφιξε το χέρι. «Βγάλε τους μια φωτογραφία, νομίζω είναι καλλιτέχνες», είπε η γυναίκα. «Δυο παιδιά είναι μόνο», είπε εκείνος. Just kids – αυτό τον τίτλο διάλεξε για το παρόν βιβλίο η Σμιθ.

Patti Smith 11

Για πολύ καιρό θα αδυνατούσαν να χαίρονται μαζί όσα τους ενδιέφεραν. Στα μουσεία είχαν λεφτά μόνο για ένα εισιτήριο, έμπαινε μόνο ο ένας και περιέγραφε τον άλλον αυτά που είχε δει. Ο Ρόμπερτ έκλεψε ένα βιβλίο του Ουίλιαμ Μπλέικ· εκείνη ξύστρες και ξυλομπογιές. Θεωρούσαν πως τους προστατεύει το πνεύμα του αγίου κλέφτη Ζενέ. Σταδιακά έφτιαχναν λευκώματα με την τέχνη που αγαπούσαν. Επινοούσαν παιχνίδια, έφτιαχναν χειροποίητες κάρτες. Τα βράδια ρύθμιζαν την βελόνα του πικάπ να παίζει χωρίς διακοπή, ακόμα και στον ύπνο τους.

Κάποιες μέρες, βροχερές γκρίζες μέρες, οι δρόμοι του Μπρούκλιν άξιζαν μια φωτογραφία και κάθε παράθυρο άξιζε το φακό μιας Leica για να αποτυπώσει το ακίνητο τοπίο με την κοκκώδη υφή. Μαζεύαμε τα χρωματιστά μολύβια και τα χαρτιά μας και αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε σαν άγρια, πρωτόγονα παιδιά μέσα στη νύχτα, ώσπου πέφταμε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι. Ξαπλώναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμήχανοι ακόμα αλλά ευτυχισμένοι, ανταλλάσσοντας ξέπνοα φιλιά μέσα στον ύπνο μας. [σ. 81]

Patti Smith 9

Ο Ρόμπερτ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό αλλά τίποτα δεν θεωρούσε τελειωμένο αν δεν το έβλεπε και εκείνη. Στην πρώιμη φάση του αντλούσε θέματα από τις εμπειρίες του με το LSD, που η Πάτι αρνιόταν να δοκιμάσει – αυτό θα συνέβαινε πολύ αργότερα και σε ειδική περίπτωση. Άλλες πηγές του ήταν ο σουρεαλισμός, η ταντρική τέχνη και αργότερα ο καθολικισμός: ο Χριστός, η Παρθένος, ο αμνός. Έβρισκαν κορνιζαρισμένα πορτρέτα αγίων στα σκουπίδια ή στα παραρτήματα του Στρατού της Σωτηρίας. Η επόμενη έμπνευσή του θα ήταν η σαδομαζοχιστική εικονογραφία, και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ.

Όσο οι δυο νέοι ωρίμαζαν οι ανάγκες τους διέφεραν. Ο Ρόμπερτ είχε ανάγκη να εξερευνήσει τον κόσμο μέσα του, η Πάτι είχε τον κόσμο πέρα από τον εαυτό της. Τότε είδε πρώτη φορά τον Morrison στην σκηνή και σκέφτηκε πως θα μπορούσε κι εκείνη να κάνει αυτό που έκανε εκείνος ο «Άγιος Σεβαστιανός της Δυτικής Ακτής». Αλλά αυτό θα αργούσε· προς το παρόν αμφότεροι προβληματίζονταν για την τέχνη τους: Για ποιον το κάνουμε; Δίνουμε ζωή στον Θεό; Μιλάμε με τον εαυτό μας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός; Να φυλακίσουμε το έργο μας στους μεγάλους ζωολογικούς κήπους της τέχνης, τα μουσεία;

Patti Smith - Amsterdam -1976 - kim - wang_

Λένε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν ανάμεσα στα ζωντανά και στα άψυχα αντικείμενα· πιστεύω πως αυτό είναι αλήθεια. Ένα παιδί χαρίζει σε μια κούκλα ή σε έναν μολυβένιο στρατιώτη την πνοή της ζωής. Έτσι και ο καλλιτέχνης εμφυσά ζωή στο έργο του, όπως κάνει ένα παιδί με τα παιχνίδια του. Ο Ρόμπερτ ενστάλαζε στα αντικείμενα τη δημιουργική του ώθηση, την ιερή σεξουαλική του ορμή, άσχετα αν το έκανε για χάρη της τέχνης ή της ίδιας της ζωής. Μετέτρεπε ένα μπρελόκ με κλειδιά, ένα κουζινομάχαιρο ή μια απλή ξύλινη κορνίζα σε έργο τέχνης. [σ. 172]

Έπιασαν ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Όγδοη Λεωφόρο, γεμάτο άστεγους και πρεζάκια. Το μέρος έζεχνε κάτουρα και εντομοκτόνο. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τόση μαζεμένη δυστυχία, τόσες ρημαγμένες ζωές. Σύντομα κατάλαβαν ότι θα έπρεπε το γρηγορότερο να φύγουν από εκεί. Η μοίρα τους κατέληγε στο περίφημο ξενοδοχείο Chelsea, όπου έπιασαν το μικρότερο δωμάτιο, το 1017. Έξω από το ξενοδοχείο η αναμνηστική πλακέτα για τον Ντίλαν Τόμας τους έδινε δύναμη. Εκεί είχε περάσει τις τελευταίους ώρες, βυθισμένος στην ποίηση και το αλκοόλ. Ο Ευγένιος Ο’ Νιλ, ο Τόμας Γουλφ, ο Τέρι Σάουθερν είχαν όλοι κάνει προπόσεις εκεί μέσα. «Το να μένεις σ’ εκείνο το ξενοδοχείο των εκκεντρικών και των καταραμένων πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας, όπως και εκπληκτική παιδεία».

Patti Smith 12

Είναι γνωστό το σύστημα που είχε καθιερώσει ο ιδιοκτήτης: οι ένοικοι μπορούσαν να δώσουν ως ενέχυρο ή αντί χρημάτων έργα τους. Το ξενοδοχείο έγινε το σπίτι τους, το El Quixote το μπαρ τους. Εκεί βρίσκονταν οι καλλιτέχνες για το Γούντστοκ. Ένοιωσε μια παράξενη εγγύτητα με εκείνους τους ανθρώπους αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι ακολουθούσε τους ίδιους δρόμους. Η Sandy Daley από το παραδιπλανό δωμάτιο δάνεισε στον Ρόμπερτ την πρώτη του Polaroid. Θα ήταν η τέχνη που θα ασκούσε σε όλη του τη ζωή. Παράλληλα έκανε ασταμάτητα κολάζ με πάσης φύσεως θέματα και υλικά. Η Ντέιλι τους πήγε την πρώτη φορά στο περίφημο Max’s [Kansas City], όπου βρισκόταν το περίφημο στρογγυλό τραπέζι Άντι Γουόρχολ, το στέκι όπου περνούσαν εξοχότητες όπως οι Velvet, η Nico, ο Tim Buckley, ο Bob Dylan, ο Roy Lichtenstein, o Salvador Dali, ο Gerard Malanga. Κανείς όμως δεν μιλούσε για πολιτική στο Max, παρά μόνο για την πολιτική του Factory.

Patti with Bolex-1, 1969_

Το Chelsea ήταν μια ανοιχτή αγορά – όλοι είχαν κάποιο κομμάτι του εαυτού τους να πουλήσουν. Ήταν ακόμη σαν το Twilight Zone: είχε εκατό δωμάτιο που το καθένα τους αποτελούσε ένα μικρό σύμπαν. Σύντομα θα γνώριζε τον Γκίνσμπεργκ, τον Κόρσο και τον Μπάροουζ, που όλοι περνούσαν το λόμπι του ξενοδοχείου. Στο δωμάτιο μινιατούρα αισθάνονταν ως κρατούμενοι σε φιλόξενη φυλακή. Όταν ασφυκτιούσαν ή όταν ενοχλούνταν από τους συνεχείς επισκέπτες, πήγαιναν στο γειτονικό ντονατσάδικο που έμοιαζε βγαλμένο από τους πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Ο καφές ήταν άθλιος και τα ντόνατς μπαγιάτικα αλλά έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα.

Όταν είχαν λεφτά απλώς δεν έτρωγαν. Αλλά όταν είχαν, φρόντιζαν να τρέφουν και το πνεύμα τους· χαρακτηριστική είναι η αγορά μιας εικοσιεξάτομης έκδοσης των απάντων του Χένρι Τζέιμς για πενταροδεκάρες. Το γέλιο έγινε το απαραίτητο συστατικό της επιβίωσής τους. Σύντομα ανέβηκαν όροφο, κι έπιασαν το περίφημο δωμάτιο 204. Η δεκαετία του ’60 πλησίαζε στο τέλος της και οι δυο τους ένοιωθαν έτοιμοι για τα σέβεντις. Ήταν βέβαιοι πως θα είναι η δεκαετία τους. Ο ένας είχε γίνει ο καλλιτέχνης της ζωής του άλλου. Τέτοια ελεύθερα πνεύματα αδυνατούσαν να μείνουν αποκλειστικά μαζί. Παρέμειναν συντροφικοί αλλά άλλαξαν συντρόφους. Ο Ρόμπερτ αποδέχτηκε την ομοφυλοφιλία του, η Πάτι γνώρισε τον Σαμ Σέπαρντ, που την έβαλε να γράψουν μαζί ένα θεατρικό έργο, και τον Άλεν Λανίερ των Blue Oyster Cult.

Patti Smith 1

Παρέμενε όμως μια ποιήτρια· αυτό ήθελε να είναι, ακόμα κι όταν άρχισαν να της προτείνουν την μουσική. Είχε διασταυρωθεί με τον Χέντριξ, την Τζόπλιν, τον Γουίντερ, ήταν παρούσα σε σημαντικές στιγμές του ροκ εν ρολ αλλά πολύ νέα και απορροφημένη στις σκέψεις της για να εκτιμήσει την σημασία τους. Δεν έπαψε να αναζητεί τους δρόμους της. Δοκίμασε την ηθοποιία αλλά της ήταν αδύνατο να θυσιάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του εαυτού της για την υποκριτική. Άρχισε να γράφει κριτικές και άρθρα για ροκ περιοδικά – Crawdaddy, Circus, Rolling Stone. Ένα άρθρο του Λένι Κέι για την α καπέλα μουσική την συγκίνησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον αναζητήσει. Πού να γνώριζε ότι θα γινόταν ο κομπανιέρο της στην μουσική….

Όλα έτρεχαν ταχύτατα. Το ζευγάρι πήρε χωριστούς δρόμους αλλά δεν έπαψαν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και να βρίσκονται στις ευτυχισμένες και στις δύσκολες στιγμές τους. Η αποχώρηση από το ξενοδοχείο ήταν στο έπακρο φορτισμένη· όπως και το ταξίδι της στο Παρίσι για προσκύνημα στον Μπωντλαίρ, όπως και το όνειρο να ταξιδέψει στην Αιθιοπία του Ρεμπώ.

Patti Smith 3_

Μπορεί η ποίηση να σμίξει με το ροκ εν ρόλ; Η επιρροή του Μόρισον της είχε δώσει μια πρώτη θετική απάντηση. Στις τελευταίες πενήντα σελίδες με μια συγκρατημένη σεμνότητα επιτέλους διηγείται την βουτιά της στην δική της μουσική. Εμφανίσεις με απαγγελίες συνοδεία ηλεκτρικών οργάνων, μπροστά σε συχνά επιθετικό κοινό, κι ύστερα χιονοστιβάδα: CBGB, Horses, η Ιστορία όπως την ξέρουμε αλλά στο βάθος ποτέ δεν θα την μάθουμε. Τότε ήταν που ένοιωθε ευγνωμοσύνη στην μουσική που την βοήθησε να τα βγάλει πέρα με μια δύσκολη εφηβεία, μαζί με μια αίσθηση συνέχειας από όλους τους σπουδαίους προηγούμενους.

Patti Smith 10

Εκείνο που ίσως εκπλήσσει περισσότερο τον αναγνώστη είναι η εμμονή της στην καταγραφή των ρούχων που φορούσαν σε κάθε περίσταση. Είναι πραγματικά εξαντλητικές και συχνά εκνευριστικές οι συνεχείς αναφορές: τι φορούσε στο τάδε μέρος, σ’ εκείνη την έξοδο, στις μετακομίσεις, ακόμα και στην κηδεία του Ρόμπερτ. Κάθε ιστορία και τα ρούχα τους. Υποθέτω ότι δεν πρόκειται για μια κενή ματαιοδοξία· μάλλον το ζευγάρι είχε οξυμένη την εικαστική του αίσθηση, αλλά και την έγνοια για το πώς παρουσιάζουν την περσόνα τους που θεωρούσε τα ενδύματα μείζονα κώδικα έκφρασης, ένα συμπλήρωμα στην τέχνη τους – και φυσικά στην επιθυμία να ορίσουν την ταυτότητά τους σ’ εκείνο τον χαοτικό κόσμο.

Patti Smith Room 204

Μια άλλου είδους έκπληξη αφορά την επιφύλαξή της ως προς τα κοσμογονικά πολιτικά κινήματα του καιρού της. Η Σμιθ συγκλονίζεται από την μουσική αλλά όχι από την επαναστατική διάθεση των νέων της εποχής· στην ουσία συμβαδίζει με τον σκεπτικισμό της Νέας Υόρκης ως προς την χίπικη παλίρροια της Δυτικής Ακτής. Αυτό όμως είναι μια μεγάλη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση τα γραπτά της δεν την ανοίγουν. Περισσότερο βάρος πάντως δίνεται στην θρησκευτική της πίστη, σε πολλές περιστάσεις.

Οι τελευταίες σελίδες αποκορυφώνουν ιδανικά την πολύτιμη αφήγησή της. Ο Ρόμπερτ σβήνει σιγά σιγά από το AIDS ενώ εκείνη έχει φτιάξει πια οικογένεια και παιδιά στο Ντιτρόιτ. Πρόλαβε όμως να της χαρίσει για άλλη μια φορά την φωτογραφική του ματιά: την έβγαλε για το εξώφυλλο του Dream of Life, όπως άλλωστε την είχε βγάλει για το εξώφυλλο του Horses – οι σχετικές διηγήσεις είναι από τις πλέον συγκινητικές.

Patti Smith 5

Φανταζόμαστε τους εαυτούς μας σαν τους Γιούς της Ελευθερίας, που είχαν αποστολή να διασώσουν, να προστατεύσουν και να προβάλουν το επαναστατικό πνεύμα του ροκ εν ρολ. Φοβόμαστε ότι η μουσική που μας είχε θρέψει κινδύνευε να πεθάνει από πνευματική ασιτία. Φοβόμαστε ότι έχανε το αίσθημα σκοπού της, ότι έπεφτε σε άπληστα χέρια, ότι παράδερνε βουλιάζοντας στο τέλμα του θεάματος, της οικονομικής διαχείρισης και της ανούσιας τεχνικής περιπλοκότητας. Επαναφέραμε στο μυαλό μας την εικόνα του επαναστάτη Πολ Ριβίαρ ενώ κάλπαζε μέσα στην αμερικανική νύχτα καλώντας το λαό να αφυπνιστεί και να πάρει τα όπλα. Θέλαμε κι εμείς να πάρουμε τα όπλα, τα όπλα της γενιάς μας, την ηλεκτρική κιθάρα και το μικρόφωνο. [σ. 301]

Εκδ. Κέδρος, 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 337 με πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και με παράρτημα με ποιήματα και πρόσθετα σημειώματα [Patti Smith – Just kids, 2010].

Δημοσίευση και στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 203.

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι και: Some Patti put something in my drink, Some Patti up there likes me, To Love Some Patti, Everybody needs some Patti. Άλλωστε σίγουρα τριγυρνούσε κάπου δίπλα από τα παραφραζόμενα τραγούδια.

08
Φεβ.
16

Κασέτα # 1

Συντομογραφίες ακροάσεων από το κασετόφωνο του Πανδοχείου

Πλευρά Α΄

Philippe Sarde

1. Philippe Sarde – Tijuana Haute [OST – La valise, 1974]

Ευδαιμονία γαλλικού κινηματογράφου, σαρδικής μουσικής, χαμογελαστής Μιρέιγ Νταρκ, υψηλής Τιχουάνα.

Χερούλι

2. Dorothy Ashby – Soul Vibrations [Afro Harping, 1968]

dorothy ashby

Χωρίς Λόγια. Μόνο μια διαισθητική παρομοίωση: σα να παίζει την άρπα της στην σπονδυλική μου στήλη. Καταγωγή Βαθειά.

Δονήσεις

3. Analogy – Analogy [Analogy, 1972]

Βαρέζε, 1972,  Ο ηλεκτρικός ήχος που εμπνέεται από την γύμνια στη φύση. Ο ένας και μοναδικός τους δίσκος, ένας μοναδικός δίσκος.

Analogy

Πού πήγες;

4. Intergalactic Touring Band – First Landing [S/T – 1977]

Οι κατεβαστές της παράστασης του Εθνικού μοιάζουν με ούφα της σύγχρονου κόσμου: εκτός τόπου, χρόνου και γαλαξία. Ας τους (διεκ)τραγωδήσει η θεατροπρεπής διαγαλαξιακή μπάντα. Μπορούν επίσης να παραγγείλουν την ατομική κινηματογραφική – τηλεοπτική – μουσική μηχανή που προτείνεται στο ένθετο του δίσκου.

Intergalactic etc.

Nash στα μούτρα σας.

5. Sonny Rollins –Blue 7 [Saxophonus Colossus, 1956]

Σαξόφωνο που ζωγραφίζει εφταπλό μπλε. Εξήντα χρόνια μετά, το χρώμα παραμένει ίδιο.

Sonny Rollins_

μπλεμπλεμπλεμπλεμπλεμπλεμπλε

Β΄ πλευρά

6. Sparks – Suburban Homeboy [Lil’ Beethoven, 2002]

Διαχρονικό ομοζεύγος, με σαφή παλαιοσχολική οξφορδιανή – καμπριτζιανή πνευματικότητα. Στην φωτογραφία ανταλλάσσουν ιδέες με τον Ζακ Τατί.

Sparks_with Jacques Tati

We are suburban homeboys and we say yo dog and we mean it, by God!
We’ve got an old school mentality, Oxford and Cambridge mentality
Props to our peeps and please keep your receipts

Τρίτο κουδούνι, βγαίνουμε

7. Paolo Conte – Bodyguard for my self [Nelson, 2010]

Πονεμένος από ποιος ξέρει ποιους πόνους ο Paolo Conte αποφάσισε την σωματική φύλαξη εαυτού.

Paolo Conte

Πιάνο κατά πόνου

8. Wah! ‎– Somesay [Nah = Poo – The Art Of Bluff, 1981]

Some say our ideals are deals
Some say are ideas are jokes
Some say we must end up nowhere
One day I know that they ’ll choke

O ύμνος μας το ’81, ίδιος και το ’16

Wah!

Είναι ψεύτες, ψεύτες, ψεύτες

9. Randy Newman – Baltimore [Little criminals, 1977]

Randy Newman

Hooker on the corner, waitin’ for a train
Drunk lyin’ on the sidewalk, sleepin’ in the rain

Μια πόλη σε δυο φράσεις και τρία λεπτά.

Άραγε άλλαξε κάτι;

10. Warren Zevon – Keep Me In Your Heart [The Wind, 2003]

Warren Zevon_

O αποχαιρετισμός ενός σπουδαίου τραγουδοποιού. Έκανε τις φυγές του τραγούδια – ακόμα και την ύστατη. Το τελευταίο τραγούδι του τελευταίου του δίσκου

Σε κρατάμε

Τσακ, τελείωσε.

Η κασέτα παίζεται σε εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή μακρινής πόλης, σε σπονδυλωτή θεατρική παράταση και σε καθιστικό οικείας οικίας.

Όλες οι κασέτες, στο παράπλευρο ράφι, δεξιά όπως μπαίνετε.

13
Σεπτ.
15

Νίκος Νικολαΐδης – Γουρούνια στον άνεμο

1

«Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν»

«Εκτός όλων αυτών», συνέχισα, «είχα την ατυχία ν’ ανήκω σ’ εκείνη την τραγική γενιά, που, όπως την ονομάζω, “ερχόταν πάντα αργά”. Μια γενιά δηλαδή που ήταν πολύ νέα για ν’ αρπαχτεί απ’ τους Κομήτες του Μπιλ Χάλεϊ, τον Λιτλ Ρίτσαρντ, τον Μπάντι Χόλι κι όλους τους άλλους κούρελους και κάπως μεσόκοπη πια για να πιάσει το νόημα του καλιφορνέζικου ονείρου, που κυρίευε τον κόσμο καβάλα στη βεγγαλική του ψυχεδέλεια. Όμορφα χρόνια, δηλαδή, κι εμείς μια ζωή απ’ έξω». [σ. 236]

Όταν διάβασα την Στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα ζαλίστηκα από την συναρπαστική πρόζα ενός συγγραφέα που θεωρούσα σπουδαίο κινηματογραφιστή και σκεφτόμουν τι μυθιστοριογράφο μπορεί να φτιάξει ο εγκλεισμός μέσα στον ίδιο του τον σκηνοθετημένο κόσμο. Τώρα, διαβάζοντας τα κατά δεκαέξι χρόνια προγενέστερα Γουρούνια στον άνεμο πείθομαι οριστικά ότι ο Νίκος Νικολαΐδης υπήρξε ένας ατόφιος μυθιστοριογράφος που αποπλάνησε σχεδόν αποκλειστικά ο κινηματογράφος «στερώντας» μας κι άλλα τέτοια βιβλία.

2.

Η πρόζα ξεκινάει έκκεντρα, καθώς μαζεύονται μια μια όλες οι ιστορίες σε κύκλο και συγκολλούνται λίγο πριν τη μέση του βιβλίου για μια αξέχαστη κούρσα. Στο φλομωμένο Ροζικλαίρ, έναν βρωμερό κινηματογράφο στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, πηχτός αέρας, καθίσματα στρωμένα με ιδρώτα, φλόκια και φρέσκο καυσαέριο, η πόρτα βάζει μέσα τον θόρυβο της βροχής, τα βρεμένα ρούχα την μυρωδιά της, ένας αστυνομικός ψάχνει ένα κορίτσι που μόλις πρόλαβε να ξεφλοκιάσει τέσσερις – πέντε. Κάποιος άγνωστος θα τον συναντήσει για να του δώσει έντυπο υλικό, με τη γνωστή συνθηματική: κάθε τρίτη λέξη σε κάθε σειρά του γράμματος και τα λοιπά. Κι ο ήρωας περιμένοντας τον παράνομο χαρτοπόλεμο σκέφτεται, τουλάχιστον αν ο αναμενόμενος μαρξιστής της τσέπης ορίζει ως τόπο συνάντησης την πρωινή του Ροζικλαίρ διατηρεί κάτι από χιούμορ. Και δεν το αποκλείει να την βγάλει εδώ μέσα το βράδυ των Χριστουγέννων που δεν έχει τίποτα να κάνει. Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ.

Έχουν κλείσει δυο εικοσιτετράωρα από τότε που πέθανε ο γέρος του και δέκα μήνες από το βράδυ που η γυναίκα του τον πέταξε στον δρόμο ως άεργο. Οι σπουδές πήγαν κατά διαόλου, παράτησε μια δουλειά σε δισκογραφική, πέταξε όλα τα γραπτά του στα σκουπίδια. Προσέξτε το αυτό το τελευταίο, αργότερα θα έχει μεγάλη σημασία. Ο Συμεών στον Άδη, τα Παιδιά της Οδού Κυβέλης, το Καλοκαίρι της Ασετυλίνης, όλα στον σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αξίζουν τον κόπο. Πουσάρισμα κόντρα στο πουσάρισμα, μετεωρισμοί μέσα στο χρόνο, αποδημίας σε τρία οικοδομικά τετράγωνα· κι αναβολές, άδικα πηδήματα, ελπίδες της δεκάρας κι υστερικά φλασαρίσματα, τριάντα χρονών και ξοφλημένος κι ανίκανος να καταντήσω οτιδήποτε. [σ. 62]

10

Εκείνο το γλυκό κορίτσι με την πρώιμα μαραμένη εφηβεία μέσα στον κορσέ της επαρχίας μόλις τον άντεξε δυο χρόνια. Η Αγνή είχε την έκφραση Γκλόρια Γκράχαμ και τον έκανε να την σκέφτεται στην κουπαστή μιας σεληνοφωτισμένης βεράντας να τραγουδάει με φωνή Μαρίας Ζαμόρα το Λούνα Λουνέρα. Αλλά ακόμα και στην νεόνυμφη βραδιά τους στο Οτέλ Σεμίραμις μετά από κάτι κρύα σκατόφαγα στην Κηφισιά αυτός έφυγε δήθεν για τσιγάρα, διέσχισε την βροχερή πλατεία στο Κεφαλάρι και χώθηκε στον σιωπηλό κήπο του Σέσιλ όπου στο 319 τον περίμενε η Λίνα για «κάτι που ερχότανε από παλιά, αδύναμο κι αχνό, σαν ξεχασμένο αντίφωνο και τέλεια ασυγχρόνιστο». Εννιά χρόνια με την Λίνα και δεν καταφέρνουν να κάνουν ένα έρωτα της προτροπής παρά τις προσπάθειες σε χαλιά, πίσω καθίσματα, μάντρες και κισσόπλεχτες γωνιές των προαστίων. Εδώ πρωτογράφεται η θρυλική ατάκα της Γλυκειάς Συμμορίας: Για να δούμε, λοιπόν, τι κάνει ο μπέμπης μας!

Αυτή την Αγνή ψάχνει τώρα στο σπίτι της, στους παράλληλους της Πατησίων, με τα στενά που δεν αερίζονται καθόλου με αποτέλεσμα μια μυρωδιά σαπίλας και φωταερίου, με παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα σαν παραπονεμένα υποζύγια, με τις λαμαρίνες τους στο χρώμα του σαπουνόνερου. Τα γνωρίζω καλά αυτά τα μέρη: ημιυπόγειες Έβγες με κίτρινο φως και ξεχασμένα ομοιώματα ανθρώπων μέσα, όλες με τον ίδιο σταθμό στο τρανζιστοράκι, και ισόγεια παράθυρα με το αχνό γαλάζιο της τηλεόρασης που βομβαρδίζει με κυβερνητικά σκατά τους τηλεθεατές. Κάποτε στα μπαλκόνια μισολιγόθυμοι με φανελάκια και γυναίκες που κρέμονται πάνω απ’ τις σιδεριές, μετρώντας την απόσταση ως την ζεστή άσφαλτο.

7.-

Φαίνεται πως δεκατετράχρονη εκπαίδευση σε διάφορα σχολεία για να μάθει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται δεν έπιασε, στα δεκάξι το ’σκασε με έναν χάρτη και δυο βιβλία του Τζακ Λόντον και ανέβηκε για δουλειά ως τα λιγνιτωρυχεία της Κοζάνης όπου τον μάζεψε με σφαλιάρες ο πατέρας του, και τώρα που κάνει την σούμα διαπιστώνει πως δεν κατάφερε και σπουδαία πράγματα, ίσως να φταίει το ότι γεννήθηκε κάτω απ’ το πλανητικό σύστημα του Γκλεν Μίλερ και του Μπένι Γκούντμαν που τον βομβάρδισε με μπόλικο σεληνόφως, κορνέτες και σαξόφωνα και τόνους πορφυρού λίπστικ, όπως έγραψε στο σκισμένο του βιβλίο. Και πού βρίσκονται οι φίλοι; Ο Μιχάλης ο Βιθέντε στις Βρυξέλλες, ο Μίμης ο Μπογκομόλες στην Αμερική, ο Τάκης και ο Όλιβερ σκαστοί στη Νότιο Αφρική, ο Ντόντος στη Γερμανία, ο Σταύρος ο Μιχαλάκης απέδρασε οικειοθελώς από τα γήινα σε δωμάτιο διπλανό από το σαλόνι μιας γιορτής.

Του μένει η Μαρίνα, παρέα από τα έντεκα ως τα δεκαεφτά, ανεπιθύμητη ως γκόμενα για όλους ως υπέρ του δέοντος ανεξάρτητη και απότομη. Τον σέρνει σ’ ένα τραγελαφικό δείπνο σε ανάλογο εστιατόριο όπου με μια φίλη της συζητούν περί αντίστασης με ιδιαίτερη σοβαροφάνεια χλαπακιάζοντας παράλληλα, μέγιστη αντιστασιακή πράξη που υποδεικνύει ο ίδιος – περίμενα να μου καρφώσει κανένα πιρούνι στο μάγουλο αλλά την πλήρωσε ένα παντζάρι – και τελικά τις ακολουθεί στην πολιτική παρανομία της βραδιάς σ’ ένα ερειπωμένο εργοστάσιο στο Νέο Φάληρο – Δηλαδή τώρα είμαι κάργα μες στην αντίσταση; Η οδηγός κάνει ό,τι μπορεί για να πέσει με το αμάξι στη θάλασσα παίρνοντας σβάρνα κι ένα παγκάκι και όταν το τσίρκο κάποτε τελειώσει, παίρνει μαζί του την μία, με κατάληξη στο νοικιασμένο ημιυπόγειό της πάνω απ’ την Δεξαμενή όπου ….

14

… προσπαθούσε, πολύ πατριωτικά, να με πείσει ότι το ροκ εντ ρολ ήταν δημιούργημα των δισκογραφικών εταιρειών κι ενός παγκόσμιου κυκλώματος αποπροσανατολισμού. Χειριζόταν με πολλή άνεση τη γνωστή συλλογιστική των μπάτσων της κουλτούρας που κρίνουν σαν επικίνδυνο ό,τι δεν υποκύπτει στην αντίληψη και στον έλεγχό τους, αλλά το χειρότερο, πλασάριζε μια καλά προπονημένη και κάλπικη αγωνία για την καταστροφή της κατά τ’ άλλα κούρελης εθνικής φυσιογνωμίας μας. [σ. 112 – 113]

Πίσω στο σπίτι του στην οδό Ηπείρου η βροχή συνεχίζει να θαμπώνει τα τζάμια κι ο γέρος έχει μισογείρει με το στόμα του παράξενα μισάνοιχτο λες κι έμεινε στη μέση της Ρεζεντά και με την Μάσκα στο χέρι – Πέθανες τώρα ή μου κάνεις πλάκα; –  άρα ο γιος βγάζει απ’ την παλιά βιβλιοθήκη δυο ακόμα τεύχη της Μάσκας να ’χει να διαβάζει, βάζει κι απέναντι τον παλιό βυσσινί ανεμιστήρα Τζένεραλ Ελέκτρικ να διώχνει κάπως την μυρωδιά. Τέλεια ολοκληρωμένος και περιφρονητικός. Η ακαμψία, που μια ζωή, με τόσες θυσίες επιζητούσε, επιτέλους τον είχε επισκεφτεί ολοκληρωτικά.

Η Μαρίνα επιστρέφει από την σκάλα υπηρεσίας, εκείνη η Γιάννα της Δεξαμενής βουτήχτηκε από τους εσατζήδες ένα τέταρτο μετά την φυγή του, έξω όλα μοιάζουν ήσυχα και βρεμένα και τότε είναι που της διηγείται το συχνό όνειρο για το Green Park κι η παρέα είναι ήδη εκεί αλλά όλα είναι έρημα και το μέρος μοιάζει στοιχειωμένο, οι πόρτες σχεδόν φραγμένες με τα ξερόκλαδα που τρέχουν απ’ τους φράχτες του Πάρκου.

6_

Όμως χτες βράδυ δεν ξέρω πώς έγινε και ονειρεύτηκα πάλι το Green Park. Η φωτεινή επιγραφή του ήτανε χαμένη μες στην ομίχλη, ο δρόμος μπροστά έρημος, τα μακρινά αυτοκίνητα ελάχιστα κι η πάχνη που ερχόταν απ’ το Πάρκο σκάλωνε λίγο στους προβολείς του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου κι ύστερα έπεφτε μαλακά στην έρημη Μαυροματαίων σέρνοντας μαζί της μια βαριά μυρωδιά από λεμονανθούς. [σ. 66]

Η απέναντι κυρία με την ρόμπα (μια εκπληκτική σκηνή στο χολ της), κατά το ένα τρίτο περίεργη, κατά το άλλο φοβισμένη και το τελευταίο λίγο ξαναμμένη, τον πληροφορεί ότι δυο κύριοι με πολιτικά τον γυρεύανε, άρα ο πανικός αρχίζει τους μαλακούς κόμπους γύρω απ’ το λαρύγγι του. Οι μέρες είναι πονηρές και οι επισκέψεις στο τμήμα συχνές μιας και οι διάφοροι τμηματάρχες πίστευαν ότι όλοι οι συγγραφείς είναι κομμουνιστές εκτός από τους ακαδημαϊκούς που εκδίδει το βιβλιοπωλείο της Εστίας. Οι στρατιωτικοί είχαν πετάξει τον γέρο του χωρίς σύνταξη κι αποζημίωση, τον έβαλαν και στη μαύρη λίστα κι εκείνος έμεινε χωρίς δουλειά, να ζει με τράκες.

2

Και όταν η πόρτα χτυπάει δεν είναι για εγκυκλοπαίδειες, ασφάλειες και οίκους τυφλών. Η καρικατούρα του αστυνομικού με την καμπαρντίνα μπαίνει στο σπίτι και οι επισκέψεις του, μαζί με τις συζητήσεις τους, μαζεύουν μερικές από τις δυνατότερες σελίδες του βιβλίου – μια ατέλειωτη παρτίδα λεκτικού πινγκ πονγκ. Ένας κομμουνιστής πατέρας είναι πάντα ένας επαρκής λόγος ανάκρισης αλλά εδώ η υπηρεσία έχει προχωρήσει σημαντικά: τα σκισμένα γραπτά του αποτυχημένου συγγραφέα έχουν κάτι ρατσιστές που περνάνε νουμεράδα μια νέγρα σ’ ένα λεωφορείο, κάτι χίπηδες που αγριεύουν, διάφορα ακατανόητα όνειρα, κοινώς πράγματα που αποτελούν προσβολή για την Εθνική Κυβέρνηση.

Παρ’ όλα αυτά και κάτω απ’ τους όχι και τόσο διακριτικούς χτύπους της καρδιάς μου, που ταχυπαλμούσε ακατάστατα, μπορούσα να διακρίνω τον θόρυβο που άφηναν τα λάστιχα των λεωφορείων καθώς κυλούσαν πάνω στη βρεμένη άσφαλτο της οδού Αχαρνών. Η καρωτίδα μου έπιασε να χτυπάει κάποιον νοτιοαμερικάνικο ρυθμό, ο οισοφάγος φούσκωσε, το διάφραγμα πιέστηκε επικίνδυνα και απ’ ότι κατάλαβα δεν το ’χα σε τίποτα να φτύσω την καρδιά μου επιτόπου πάνω στο τραπέζι και ν’ αρχίσουμε μετά να την κυνηγάμε, παρέα με την μυγοσκοτώστρα… [σ. 201]

7 Ντεκουπάζ Singapore Sling

Η ανάκριση με το δωδεκάρι Μπαλαντάινς ανάμεσά τους αποκαλύπτει ότι από τα σκουπίδια  αυτοί μαθαίνουν τα πάντα· όλα βρίσκονται εκεί, και δεν έχεις παρά να τα ψάξεις στους τενεκέδες και να τα βάλεις σε σειρά. Ο μπάτσος είναι βέβαιος ότι εδώ ανατρέπεται το καθεστώς: Το ίδιο κόλπο. Βάζεις μετά κι ένα σωρό ψεύτικα γεγονότα εκεί μέσα κι έτσι πείθεις τον κόσμο ότι αυτά που γράφεις έγιναν στ’ αλήθεια. Και που ξέρουμε αν αυτά δεν κυκλοφορούνε παράνομα και σε κασέτες, από χέρι σε χέρι; Τελικά ο ήρωάς μας είναι ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του σκουπιδοτενεκέ

Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές όλα μπορούν να γυρίσουν προς το καλύτερο όταν σε περιμένει μια γυναίκα και ευτυχώς υπάρχει ένα μεταμεσονύκτιο ραντεβού στους λόφους με τα φοινικόδεντρα, όπου μπροστά στην πανοραμική τζαμαρία που σίγουρα θα μαστιγώνεται από την βροχή περιμένει η Κιμ Νόβακ. Ή στο τηλέφωνο, η βραχνή φωνή της Βένας να λέει: «Θέλω βούρκο απόψε», δηλαδή, Παλιά Αγορά στην Αθηνάς, δήθεν άγνωστοι, εκείνος ριγμένος στα χαρτόκουτα και τα καφάσια με τα σάπια φρούτα, εκείνη να τον μαζεύει, να τον ταΐζει κι εκείνος να την ανταμείβει με σελίδες ολόκληρες αυτοκίνητου έρωτα. Όπως με τις αριστοκράτισσες που πηγαίνουν τους χαρμάνηδες σε κάτι βρομομοτέλ έξω απ’ την πόλη για ξεζούμισμα και μετά φεύγουν χορτασμένες βούρκο.

13

Εδώ ο πρόλογος έγινε σ’ ένα πάρτι στη Πλατεία Μαβίλη, με την γνωστή ατμόσφαιρα των ευτυχισμένων αντιστασιακών – χασισάκι, Ντορς, Σουρεαλίστικι Πίλοου, λεβεντομαλάκες με μούσι, πίπες με σινιέ αμπέχωνα, γκόμενες Τζόαν Μπαέζ με ταγάρι και παντού διάχυτο το αποβλακωμένο αυτοκόλλητο μειδίαμα. Μόλις τους είδε σκέφτηκε πως προλαβαίνει την τελευταία προβολή στα σινεμά των Αμπελοκήπων αλλά όπως πάντα ένα κορίτσι αξίζει τους απαραίτητους φιλμνουαρίστικους διαλόγους και το Πάμε να φύγουμε από δω και όλα ανατρέπονται.

Διάολε, δεν θα την άφηνα να χαλάσει με τον ανεξήγητο πανικό της μια ατμόσφαιρα που άλλοι πληρώνουν εισιτήριο και πάνε σινεμά για να τη ζήσουν. Έτσι λοιπόν εμφανίστηκε η Βένα, με μια καθοριστική ανατομική ατέλεια στα απόκρυφα και μια διάθεση για τα πάντα εκτός από έρωτα – έρωτα, που την ερωτεύεται πριν φτάσει το ασανσέρ φτάσει στο ισόγειο, οπότε πλέον κάτω στην Μαβίλη βρέχει ωραία. Κι έκτοτε παρκάρουν έξω από μάντρες οικοδομών στα βόρεια ή σε απόμερη στροφή από παραλιακό προς Λαύριο στα νότια, κάτω από τα πράσινα λαμπάκια του ραδιοφώνου παίζει η Σάρα Βον ε κι ας μην τα πούμε κι όλα, ψάξτε τον Χλωμό Εραστή, κεφάλαιο τρία, έκδοση Green Park, 1955….Από γαμήσι μπορεί να μην έτρεχε τίποτα, από διαλόγους όμως σκίζαμε.

4 - fest. thes. 1974

Το μυθιστόρημα έχει απογειωθεί και τρέχει με χίλια – εδώ βρίσκονται οι έξοχες σελίδες για το Green Park που εμείς ζήσαμε αλλιώς κι αργότερα αλλά κάτι έμεινε από τα δοξασμένα του χρόνια, ιδίως στην δεύτερη δόση κόσμου, 8 με 2, σουινγκάδες, ροκάδες, αγριοαλανιάρες καυλιάρες του μάμπο, μανιακοί μπλουζίστες. Η Αγνή κατακλέβει ευφυώς τα δισκάδικα γύρω απ’ την πλατεία Κλαυθμώνος, ο Όλιβερ φτιάχνει την πρώτη δισκοθήκη της παρέας, χάρη στην οποία εισχωρούν πυρ ομαδόν σε όλα τα πάρτι, καθώς η μεγάλη παρέα φέρνει τους δίσκους λίγους λίγους προς έκπληξη των στραβωμένων οικοδεσποτών κι επιτέλους μαθαίνουμε πώς απέκτησε το παρατσούκλι του ο Μπογκομόλετς, παρών χαρακτήρας μέχρι και τον Μοντεζούμα.

Κι ο φίλος μας ζει το παρόν του, με διάθεση μπλονζόν νουάρ, ακούσματα κουλ τζαζ, Μπέσι Σμιθ και Τζόνι Ρέι, αναγνώσεις Ζακ Πρεβέρ, ξύλο στα αδιέξοδα να μην μένουν μόνοι τους οι φίλοι του, να ζει ανάμεσα Γκρην Παρκ και πάρτι, ακόμα και σ’ εκείνα που πας όχι για να κάνεις φίλους αλλά για να χάσεις φίλους. Και κάπου εδώ να μας χαρίζει και την επιτομή της ένθετης ερωτικής ιστορίας με την Τζίνα το Φάντασμα, την τελευταία γυναίκα του βιβλίου.

Γιατί τον ρυθμό, κορίτσι μου, μας τον ρίξανε κρυφά κάποιο πρωί στην τσέπη αλαφροχέρηδες πορτοφολάδες, που δεν κλέβουν αλλά δίνουν, κι είναι αδύνατο τόσα χρόνια να ξεφύγουμε… [σ. 244]

12

Μένει όμως ακόμα ένα τακτικό ραντεβού με τον αστυνομικό που πρέπει να λύσει τους δικούς του γρίφους. Ποιος είναι ο Συμεών Αστράς, ποιος ο Ξανθός, ποιος ο μπάτσος; Μάταια ο ήρωας προσπαθεί να τον πείσει πως ακόμα κι όταν παρακολουθούνε τον Συμεών, εκείνος μπορεί να φοβάται αλλά η ζωή του δεν αλλάζει. Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν. Και συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε πάντα. Και κάποτε αρχίζει να λυπάται τον Χαφιέ, έτσι που νύχτα – μέρα κρυώνει και ταλαιπωρείται στημένος κάτω απ’ το παράθυρό του, ενώ αυτός είναι αραχτός μέσα στο διαμέρισμα. Ακόμα κι όταν μια φορά στην Παλιά Αγορά τον έχασε από πίσω του, άρχισε να τον ψάχνει· τον έπιασε κάτι σαν μοναξιά και οι όροι είχαν αντιστραφεί. Ο Συμεών είχε συνηθίσει στην συντροφιά του, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο είχε ζήσει τόσες μέρες και τόσο κοντά. Στο τέλος η υπηρεσία εκτέλεσε τον μπάτσο ως άχρηστο ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να ενοχοποιήσει τον Αστρά. Για την Υπηρεσία σου κι εσύ κι εγώ είμαστε τα ίδια σκατά…Είσαι θύμα και το ξέρεις…Ένας χαφιές κι ένας πολύ αθώος στην ουσία είναι το ίδιο ένοχοι και επικίνδυνοι. 

5

Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας ανεβοκατεβαίνει νοήματα κι εμείς μπορούμε να το πάρουμε όπως θέλουμε. Ας πούμε, να ξεκαρδιστούμε, να προσπαθούμε να φανταστούμε την φάτσα του αστυνομικού, ή να δούμε μήπως η ιστορία ταιριάζει γάντι και σε άλλες, ακόμα πιο οικείες μας. Μένει να σχεδιαστεί ένα δρομολόγιο διαφυγής, κάπου πολύ μακριά από εδώ αλλά δεν υπάρχει απευθείας προορισμός για την Πάιτα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ άρα πρέπει να συμβιβαστεί με το πρώτο μεταμεσονύκτιο διαθέσιμο. Εδώ θα ’θελε πολύ να έχει λίγο από το μπλαζέ ύφος του Ρόμπερτ Μίτσαμ καθώς κατέβαινε τις σκάλες κάποιου σαπιοκάραβου στο λιμάνι του Μακάο υπό το εκτυφλωτικό βλέμμα της Τζέιν Ράσελ, αντ’ αυτών μας χαρίζει ένα τελευταίο κέρασμα σπαρταριστών σκηνών με την κοπέλα του τουριστικού γραφείου και φεύγει με διακριτική συνοδεία δυο φίλων ως το Ελληνικό αλλά κάνει στροφή 180 μοιρών και επιστρέφει για μια τελευταία φορά στο Green Park για τα αποχαιρετιστήρια ποτά, και τότε ο αποχαιρετισμός γίνεται αλλιώς, στον δρόμο, στους δρόμους, στο αεροδρόμιο, και είσαι πάλι στο τσακ να τα παρατήσεις όλα και να γυρίσεις στην ίδια παρέα να ξαναχωθείς στις νύχτες σας.

11

Και πάντα βρέχει με το άθλιο ψιλόβροχο με τις κλωστές, με μονότονο ψιλό γαζί ή  με καρεκλοπόδαρα, και πάντα μια γαλαζωπή ομίχλη σέρνεται στους δρόμους με τα σκούρα πλατανόφυλλα, στην οδό Φυλής και στα σφαιριστήρια της πλατείας Βικτωρίας, στους κήπους των προαστίων και στις γωνίες του ξεμοναχιάσματος. Και είναι πάντα νύχτα ώστε το νέον απ’ τα κτίρια και τα καταστήματα να βάφει βιολετιά τα μηχανόλαδα των οχημάτων στην βρεμένη άσφαλτο. Και πάντα υπάρχει μουσική, είτε την ακούει είτε την θυμάται· εδώ ένα σπάνιο εξτέντεντ 45άρι του Φράνκι Λέιν με την Τζεζαμπέλ, εκεί ένα μπλουζ της Ντάινα Σορ [Dinah Shore] – θα τ’ ακούσουμε όλα μέχρι να μαντέψουμε ποιο είναι, το Απλ Μπλόσομ Τάιμ και το Τιλ της Τζο Στάφορντ που ετοιμάζεται να χώσει στη βαλίτσα του, η βραχνή φωνή της Έρθα Κιτ κι ο λιωμένος από το παίξιμο δίσκος του Φατς Ντόμινο, χωρίς να ξεχνάμε εκεί την περαστική κάπου στην αρχή του βιβλίου που έμοιαζε με την Μπρέντα Λι κι ας μην γνώριζε το Φουλ Νάμπερ Ουάν.

Αυτό σου λέω. Κιμ. Τίποτα! Κάτι ρεζίληδες είμαστε, που σύρθηκαν ανάμεσα Μέντια Λουζ, Σινεάκ και Αρτζεντίνα. Και τώρα που το ξεφτιλίσαμε τελείως, σου ομολογώ πως έχω σαφείς υποψίες, για να μην πω αποδείξεις, ότι η φάρα μας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η γενιά του Σινεμασκόπ, άντε και του Green Park. / Μια ολόκληρη ζωή στο παραπέντε…και τι έμεινε; Τίποτα. Μόνο κάτι πόζες φωτογραφικές μιας οδύνης που γλιστράει λίγο – λίγο προς το μύθο, προδομένη κι αυτή απ’ τις αδιάκοπες λογοτεχνικές επεμβάσεις των μαρτύρων…[σ. 238]

8

Όλα χωράνε σε αυτό το μυθιστόρημα, οι κινηματογραφικοί έρωτες και οι σκόρπιες μνήμες (η χαμένη μητέρα, ο χαμένος αδελφός, οι χαμένοι φίλοι), η βροχερή πραγματικότητα και οι παραισθήσεις, μερικά απίστευτα όνειρα και οι ιστορίες που έγραψε ο ήρωας και ζωντανεύουν διαρκώς μπροστά στα μάτια του. Να που οι δυο ιδιότητες, του σκηνοθέτη και του λογοτέχνη εδώ βρίσκουν το απόλυτο κοινό τους: όπως βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τις ταινίες του, τα βιβλία σε διψάνε να τα διαβάσεις ξανά και ξανά.

Κι εγώ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον ήρωα που κατά τα λεγόμενά του ξοδεύει τους μύθους του σαβουρογαμώντας εδώ κι εκεί, κατεβάζει κόκκινες νοβαλζίνες και δισκία ανθρακικού μαγνησίου, θέλει να μάθει σ’ έναν ταξιτζή την Λίντα Ντάρνελ, την Βίβιαν Λι και την Βερόνικα Λέικ, που όλες έφυγαν έγκαιρα και άδικα και μονολογεί για τα κορίτσια που, «δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά τυχαίνει πάντα να ’χουν αγαπήσει κάποιον άλλο, πολύ λίγο πριν με συναντήσουν», για κάτι γυναίκες που πετάνε τις γόπες χωρίς να τις σβήνουν στο τασάκι και τον λιβανίζουν, για κάτι βραδιές που εξελίσσονται σε κρεμάλα, για παρέες που θεωρούν υποχρέωσή τους να θυμηθούν τα παλιά· κι ας τυλίγεται κι ο ίδιος διαρκώς τα παλιά, όπως ας πούμε τις ημέρες που με ραμμένα μπλουτζίν πήγανε παρέα με την Ζέτα να δουν την Τζιν Τίρνεϊ στην Λάουρα κι αυτή περήφανη που την συνόδευαν δυο ραμμένοι μπλουτζινάδες  έλυσε το κορσεδάκι της και τους άφησε να παίξουν με τα στήθη της στο σκότος· ή την αγαπημένη λύση της παρέας, την «κίτρινη απειλή».

3.

Τώρα που το σκέφτομαι, η κίτρινη απειλή ήταν κάτι σαν πανοπλία. Κάτι ζεστό και ήσυχο, που ερχόταν να μας συναντήσει βαθιά από μέσα μας, κι όλη αυτή η πρόκληση ήταν και η μόνη μας άμυνα. Τους λέγαμε ότι είμαστε μικρά παιδιά που λερώνονται απάνω τους και δεν μπορούν πια να μας κάνουν τίποτα. Και περιμέναμε έτσι να ’ρθει κάποιος να μας μαλώσει κι ύστερα να μας βουτήξει στο μπάνιο να μας πλύνει κι ύστερα να μας φορέσει καθαρά ρούχα. Έφτανε να κυλήσει λίγο το ζεστό νερό πάνω στην κοιλιά μας κι αμέσως η μοναξιά το ’σκαγε μέσα απ’ τα παντελόνια και γινόμασταν πάλι τεσσάρων χρονών και κανένας δεν μπορούσε πια να μας πειράξει κι η μόνη υποχρέωσε που είχαμε ήταν να τρώμε όλο μας το φαγητό, να κοιμόμαστε νωρίς περιμένοντας τις μέρες της γιορτής και τις διακοπές του καυτού καλοκαιριού…[σ. 383]

Εκδ. Athens Voice Books, 2011 [1η έκδ. 1992, Καστανιώτης], σελ. 443.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 190, υπό τον τίτλο Initials N.N., τίτλο εμπνευσμένο από εδώ ή εδώ.

Σχεδόν όλες οι φωτογραφίες από το ανεκτίμητο άλμπουμ της Μαρί Λουίζ.

21
Ιον.
15

Μπάμπης Αργυρίου – Προτιμώ τα παλιά τους

protimo_ta_palia_toys

Το πρώτο εύρημα μάς βρίσκει στην πρώτη σελίδα: Το Στέκι Φίλων των Όψιμα Ανθισμένων Δημιουργών διοργανώνει μια έκθεση για τους δημιουργούς που καθυστέρησαν να κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δουλειά. Τα εξώφυλλα των βιβλίων της έκθεσης των late bloomers είναι εύγλωττα: Marquis de Sade, Joseph Conrad, Henry Miller, Raymond Chandler, ενώ ο παρών σκηνοθέτης Jim Sheridan δίνει την δική του εκδοχή. Εδώ είναι που ο Σίμος Μπάνσης, γνώριμός μας από ένα βιβλίο όπου δήλωνε απερίφραστα πως Έχει Όλους τους Δίσκους κάποιων, συλλαμβάνει την ιδέα για ένα ντοκιμαντέρ για τον αδελφό του Στέφανο, αιφνιδίως αποθανόντα στα μεσο – πενήντα του. Ο τίτλος Ο ανεκτίμητος ακροατής αφορά τόσο την ιδιότητα του πολύτιμου ακροατή όσο και εκείνη που δεν εκτιμήθηκε όσο της άξιζε. Και ποιον αφορά ένα τέτοιο φιλμ; Οποιονδήποτε ανακαλύπτει ότι η μουσική είναι ο κοντινότερος δρόμος προς την έκσταση και γίνεται άμισθος ιεροκήρυκάς της.

jeffrey lee pierce

Ο αφηγητής μας παραμένει ένας πιστός της μουσικής που λάτρεψε, δεν είναι όμως ο ίδιος από την εποχή που άρχισε να ζει αυτή την ατέλειωτη μύηση. Αυτή τη φορά επιθυμεί να ξορκίσει τον θάνατο με τον  αξιότερο (προαναφερθέντα) φόρο τιμής, να ξεπεράσει τον έρωτα που ταυτίστηκε με την Μαρίνα αλλά και να είναι ένας καλύτερος άνθρωπος. Και πως μπορείς να το προσπαθείς όταν στις φλέβες σου κυλάει ας πούμε ο ήχος των Gun Club; Η υπέρβαση των ορίων και τα παιχνίδια με τον θάνατο, εκλαμβάνονταν από πολλούς ως επιταγή του ροκ εντ ρολ. Βέβαια στα τραγούδια είναι εύκολο να μιλάς, στην πραγματική ζωή τι γίνεται; Ο Μπάνσης αδιαφορεί για τους εθισμούς τους οποίους επέλεξε να φορτωθεί ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός εκείνου του συγκροτήματος, ο Jeffrey Lee Pierce· δεν του πέφτει λόγος, άλλωστε ούτε ο ίδιος λογοδοτεί σε κανέναν για τους δικούς του. Αλλά χαλιέται όταν γνωρίζει ότι υπήρξε αυταρχικός και άδικος με τους μουσικούς του, ένας εγωπαθής δικτατορίσκος που ακύρωνε όσα τραγουδούσε. Οι αυταρχικοί του ροκ δεν έχουν θέση στον κόσμο του.

Σε έναν κόσμο όπου οι μισοί προσπαθούν να του πουλήσουν κάτι και οι άλλοι μισοί δεν έχουν κανένα σημείο επαφής μαζί του, αναζητάει τους ομοίους του κι εκεί θέλει να είναι καλός και να δέχεται την καλοσύνη. Ο καλλιτέχνης δεν απαλλάσσεται· η σχέση με το κοινό πρέπει να είναι καθαρή και τίμια· αν ο μουσικός κοροϊδεύει το κοινό με νοοτροπία σας – έχω – όλους – γραμμένους ή γίνεται μουσικό τζουκμπόξ και παίζει τις παραγγελίες του, τότε δεν τον αφορά. Ο Σίμος θέλει τον καλλιτέχνη γενναιόδωρο με το πιστό κοινό του, να προσπαθεί να επικοινωνήσει, χωρίς να φοβάται και την υπερκόπωση αν παίξει μερικά τραγούδια παραπάνω. «Δεν υπάρχει ιδανική κοινωνία αλλά οι στιγμές επικοινωνίας μεταξύ μουσικόφιλων είναι το κοντινότερο στην ιδανική συμβίωση αγνώστων». Μπορείς να ευχαριστηθείς ερμηνεία ηθοποιού μετά από ρατσιστική δήλωση; Μπορείς να εισπράττεις κρατικές επιδοτήσεις και να γράφεις αντισυστημικά τραγούδια; Εις το εξής η αντιστοιχία λόγων και έργων. Τέρμα το άκου τι τραγουδάω και μην κοιτάς τι κάνω. 

Joe Strummer, died 50

Ποιος είναι ο εξωτερικός κόσμος του Μπάνση και ποιες γυναίκες προσκαλεί, όταν η ερωτική ζωή τόσων και τόσων εφόσον μοιάζει με την καλλιτεχνική πορεία του Iggy το ’75, δηλαδή σολίστες, με κάποιες εφήμερες συνεργασίες και κανένα reunion κάπου κάπου; Υπάρχουν πάντα οι «τηλεγραμμικές» του, οι πελάτισσες στην Γκρίζα γραμμή τηλεφωνικών συνομιλιών για μοναχικούς· άλλες θα συναντήσει τυχαία, άλλες θα τον διαολίσουν ατυχώς. Αλλά είναι η χήρα του Στέφανου, Στέλλα, που αποτελεί την πλέον πολύτιμη διαλογική του σύντροφο όχι μόνο σε αυτές τις εντός και εκτός αναζητήσεις αλλά και στην δυσκολότερη των απορρίψεων: ο σκηνοθέτης Μάρκος Κοσμίδης, που έψαχνε δραστήριους μουσικόφιλους για να εξιστορήσουν τις εμπειρίες τους από την δεκαετία του 1980 και είχε κινηματογραφήσει τις εξομολογήσεις του Στέφανου, αρνείται να παραδώσει το πολύτιμο υλικό.

Αδικία, επιθυμία αυτοδικίας, οίκτος για τους ανθρώπους που η φύση τούς αρνείται τη χαρά της δημιουργίας, φιλοσοφική αναζήτηση μιας ακριβοδίκαιης απόφασης…ο Σίμος καίγεται. Αν, όπως εξομολογείται η Στέλλα, μια απώλεια μας βάζει μπροστά στο δίλημμα να συνεχίσουμε να ζούμε με έναν απόντα ή να τον ξεριζώσουμε απ’ τη ζωή μας, αν ενοχές δεν μας αφήνουνε να επιλέξουμε το δεύτερο αλλά και η παρουσία του – απουσία του δεν αφήνει χώρο για οτιδήποτε άλλο, τότε ένας παραπάνω λόγος να είναι αυτή η ταινία σημαντική: θα συμβολίζει το οριστικό κλείσιμο της πόρτας.

ru17-

Μια δισκοθήκη χτισμένη κομμάτι – κομμάτι θα γίνει ανεμοσκόρπισμα. Αυτή όμως είναι η μοίρα των δισκοθηκών, δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την προστασία του ιδιοκτήτη τους. Μένουν τα χαρτόκουτα με τα αντικείμενα του Στέφανου αποτελούν έναν άλλο κόσμο που ξαναβγαίνει στην επιφάνεια κι έχει αμέτρητα να αφηγηθεί. Κουτιά με δίσκους, κασέτες, έντυπα, μαγνητοφωνήσεις, τετράδια, μαγνητοφωνημένοι μονόλογοι: Δεν θα έλεγα ότι το ροκ μου έσωσε τη ζωή κυριολεκτικά αφού δεν σκόπευα να αυτοκτονήσω, αλλά την έσωσε μεταφορικά· της έδωσε νόημα, χρώμα, περιεχόμενο, ρυθμό. Εκεί μέσα εξιστορείται μια ολόκληρη ακροαματική ζωή, το πώς έζησε εκείνος κι εμείς και τόσοι άλλοι την μουσική της δεκαετίας του ’70 και του ’80, όλα εκείνα που ακολούθησαν το πανκ. την εποχή «όπου ο χειρότερος νέος ήταν προτιμότερος από τον καλύτερο παλαίμαχο».

Ο Στέφανος θυμάται πώς έφτασε σ’ αυτή τη μουσική, γιατί έμεινε, πώς την έζησε· ανατρέχει στη μουσική που του γνώρισε πολιτική, γεωγραφία, φιλοσοφία. Ήταν μια εποχή όπου κάθε μέρα αγαπούσαμε ένα νέο τραγούδι, κάθε βδομάδα έναν δίσκο, κάθε μήνα έμπαινε στη ζωή μας ένα συγκρότημα το οποίο και αγαπάμε ακόμα. Μακάρι να συναισθανόμασταν τότε πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν και πόσο καλυμμένοι από σπουδαία μουσική. Θυμάται τα έντυπα που διάβασε, ακόμα και τον εγχώριο Ήχο που υπήρξε ένας κάποιος οδηγός. Βέβαια και εδώ είναι πια καιρός να γραφτούν όσα δεν διανοήθηκε κανείς να γράψει αυτά τα χρόνια: για τους κριτικούς που παρουσίαζαν την μπούρδα ως cult αριστούργημα ώστε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η συμφέρουσα και για τις δυο πλευρές συνεργασία με την εκάστοτε δισκογραφική, για τον δείκτη δείκτης δυσπιστίας και το τεκμήριο αφερεγγυότητας που πλέον λούζει όλους αυτούς τους υμνητές.

NME13_Aug_88

Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, ο ήρωας ζει τουλάχιστον σε δυο κόσμους: από την μία βρίσκεται η «πραγματικότητα», από την άλλη οι εναλλακτικοί κόσμοι στο μυαλό του που σκαρώνονται με παροιμιώδη ταχύτητα για κάθε περίσταση. Ο ίδιος αποκαλεί αυτή την φαντασιακή δημιουργία «παραμύθια για μεγάλους». Αρκεί η ενεργοποίηση της διαβολεμένης του φαντασίας για να βρεθεί στο αλλού, στο άλλοτε και στο αν. Καταστρώνει σενάρια απόλυτα ρεαλιστικά και ενίοτε εξωπραγματικά· θέτει σε λειτουργία «μηχανές», άλλοτε νοσταλγίας, άλλοτε προβολής στο μέλλον. Φτιάχνει λίστες, κατηγοριοποιεί, απολαμβάνει να σκέφτεται λεπτομερώς την δημιουργία ανέφικτων πραγμάτων. Στήνει υποθετικές συνομιλίες, αφηγείται τραγούδια και ξαναφτιάχνει την ιστορία που επιχείρησαν να διηγηθούν οι στίχοι. Στα δύσκολα, παραγγέλνει όνειρα στο υποσυνείδητο.

Φυσικά συνεχίζει να διατυπώνει αμέτρητες ερωτήσεις – το βιβλίο πλημμυρίζει από ατέλειωτες, ερεθιστικές ερωτήσεις που η καθεμιά τους μπορεί να μας ανοίξει ολόκληρες σελίδες που ίσως δεν χώρεσαν στο βιβλίο. Πώς να μετρήσεις την αξία ενός τραγουδιού; Με το άθροισμα των ακροάσεων, την αντοχή στο χρόνο, την γλυκιά μελωδία, τον βαθμό αναστάτωσης που προκαλεί; Μένουμε ασυγκίνητοι από δίσκους επειδή δεν τους αξίζουμε ή επειδή δεν μας αξίζουν; Σε πόσους δίσκους υπολογίζεις το σάουντρακ της ζωής σου; Υπάρχει ροκ εντ ρολ ήθος; Αξίζει να πιστεύει κανείς σ’ αυτό; Αν η δημιουργικότητα είναι ανίατη ασθένεια, υπάρχει άλλος τρόπος να εκτονωθεί η εσωτερική τρικυμία; Γιατί η gothic Americana αγγίζει τόσους μεσογειακούς ακροατές και γιατί οι σκοτεινές ιστορίες του Cave και του Lanegan απέκτησαν φανατικούς ακροατές στη χώρα μας με τη μεγάλη διάρκεια ηλιοφάνειας;

 on_the_phone

Οι ανελέητες ανασκαφές εκτείνονται και στον έξω κόσμο. Κάθε φορά που συναντάει πρόσωπα που συντρόφευε στο μακρινό παρελθόν και εκπλήσσεται από το χαμηλό τους επίπεδο αναρωτιέται: άραγε εκείνος άλλαξε, βελτιώθηκε, ομόρφυνε εσωτερικά και αυτοί έμειναν στάσιμοι ή εκείνος παρέμεινε ίδιος κι αυτοί χειροτέρεψαν; Γιατί όταν βρισκόμαστε με φίλους ανοίγουμε συζητήσεις για τα πιο ελαφρά και ταπεινά θέματα;  Όταν σκεφτεί για ένα γκρουπ ότι σταμάτησαν την δημιουργική ενασχόληση εδώ και καιρό, δεν θα είχαν κάθε δίκιο κι εκείνοι να απορήσουν γι’ αυτόν που εδώ και χρόνια σχεδιάζει διάφορα αλλά δεν κάνει τίποτα;

Aθεράπευτος λεξοπαιγνιδιστής και ασίγαστος πιθανολόγος ο Σίμος βαρέθηκε να ανταλλάσει πληκτολόγια και να υποτάσσεται στην ποτοϋπαγόρευση, για να υποκλέψω δυο τυχαία του λογοπαίγνια. Προτιμά να αφήνει τον εγκέφαλό του να στροβιλίζεται σαν δίσκος σ’ εκείνα τα πικάπ που δεν σηκώνουν βελόνα. Οι τίτλοι των κεφαλαίων ενδεικτικοί: Πες στους Morphine ότι ακόμα τους ακούω, Οδηγώ και συσκέπτομαι, Συμφιλιώσου με το σκοτάδι σου, Θα ζήσω άλλη τέτοια μέρα;  Αναζητά κάποιον να λανσάρει ένα πρόγραμμα το οποίο θα μας επιτρέπει ν’ ακούμε όποιο τραγούδι θέλουμε παιγμένο από συγκρότημα δικής μας συναρμολόγησης – ο καθένας θα μπορεί να πειραματίζεται και μερικές εκτελέσεις θα είναι καλύτερες από τις αυθεντικές. Λιγουρεύεται ένα βιβλίο όπου οι ακροατές με τις ιστορίες ζωής των παρευρισκομένων εκείνης της μουσικής, με ξομολογήσεις πως αντιμετώπιζαν τη μουσική τότε και τώρα τι ονειρεύονταν και πόσο μακριά τους έριξε η ζωή, τι δεν πρόδωσαν και για τι μετανιώνουν.

 10570426_10204483486706737_5382996217901939470_n

Στον ύπνο μου είδα εφιάλτη, κάτι που συμβαίνει συχνά. Οι δίσκοι μου έγιναν μιας χρήσης και όποιον άκουγα χαλούσε και δεν ξαναέπαιζε. Το ανακάλυψα μετά από καιρό και αφού χάλασα πολλούς αγαπημένους. Άρχισα να ξαναγοράζω όποιον ήθελα ν’ ακούσω. Η μουσική βιομηχανία έτριβε πάλι τα χέρια της και οι ταμειακές μηχανές τραγουδούσαν χαρμόσυνα. [σ. 61]

Κι αν ο Στέφανος καταρτίζει μια σύντομη ιστορία του ελληνικού ροκ των 80s και θυμάται τους δίσκους που μοιάζουν «με ομαδικές φωτογραφίες όπου εικονίζεται κι αυτός», ο Σίμος φτιάχνει συλλογές για τους φίλους του (άλλοτε υποκατάστατο εκπομπών, άλλοτε εκδηλώσεις αγνής επικοινωνίας, άλλοτε ηχητικά καρτοποστάλ αντί ταξιδιωτικών και άλλων διηγήσεων), δοκιμάζει την πλημμυριστή δημιουργικότητά του στην στιχουργική και ονειρεύεται να γράψει το πανκ remake των Κουρελιών που Τραγουδάνε Ακόμα. Και τελικά αμφότεροι διατηρούν την αίσθηση πως και αυτά τα λίγα ήταν αρκετά για τη ζωή μας.

Entering_Arizona_on_I-10_Westbound

Ένα άγνωστο μέχρι σήμερα πρόσωπο στη ζωή του, ο τυχερός κληρονόμος Δημοσθένης, γνωρίζοντας την κοινή τους αγάπη για τους Wipers, του κάνει μια εξωφρενική πρόταση. Καθώς ο Greg Sage σιωπά από το 1999, τι θα έλεγε να πάει στην Αριζόνα και να τον πείσει να ηχογραφήσει δίσκο με δικά του κομμάτια ή διασκευές, σαν Wipers ή με άλλο όνομα, ηλεκτρικά ή ακουστικά, δική του η επιλογή; Τα έξοδα δικά μας, τα έσοδα δικά του. Ιδού η ευκαιρία για τον Σίμο: τα «πείθετρα» είναι καλά, ο αεροδιάδρομος αχανής, οι δρόμοι της Αριζόνα απέραντοι, στο τέλος της διαδρομής μια από τις μπάντες της ζωής μας, το μοναδικό τους space punk, ένας World without fear

Μετά θυμήθηκα μια φράση του Δημοσθένη για τους Wipers, την «προτιμώ τα παλιά τους», και σκέφτηκα ότι το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα συγκροτήματα που ακούμε. Οι πρώτοι δίσκοι τους είναι οι καλύτεροι και οι αγαπημένοι μας. Λίγοι είναι αυτοί που χρειάζεται να κυκλοφορήσουν 2-3 μέτριους δίσκους πριν βγάλουν τους σημαντικούς τους (οι Sonic Youth είναι ένα παράδειγμα), αλλά μετά από δεκαετίας καριέρας κι αυτοί θεωρούνται παλιοί. [σ. 120]

orig_Wipers

Ωραίο δεν ακούγεται; Τα σενάρια γράφονται ήδη στο μυαλό του Σίμου, και στο πρώτο κεφάλαιο πιάνουν πρώτη σειρά τα ευκταία. Θα περιπλανηθεί στην Αριζόνα, θα εντοπίσει το Zeno Studio που έφτιαξε και διακονεί ο Sage, θα τον γνωρίσει, θα τον ξεναγήσει στους χώρους που έζησε, ηχογράφησε και συναυλίασε, θα του μιλήσει για τις εμπνεύσεις που οδήγησαν στα τραγούδια… Κι αυτός με την σειρά του θα του μιλήσει για όσα σκέφτεται ένας πιστός ακροατής του: εσύ είσαι underground από επιλογή ενώ οι περισσότερο εκεί έξω είναι από αδυναμία να σπάσουν το τσόφλι του. Όταν οι πολυεθνικές σου προσέφεραν μακροχρόνια συμβόλαια, εσύ προτίμησες την αυτονομία σου παρά την οικονομική στενότητα, που είναι ισόβια σύντροφός σου. Όταν όλοι έψαχναν δεσμευτική εταιρεία και παραγωγή, εσύ έφτιαχνες με την ησυχία σου τον δίσκο σου, ήδη πολυπαιγμένο στο κεφάλι σου.

… Τώρα που ο κόσμος περιμένει να επιστρέψεις, εσύ αφήνεις τον καιρό να περνάει, αποδεικνύοντας ότι μπορείς να σταματήσεις χωρίς να διψάς απεγνωσμένα για χειροκρότημα. Ίσως αυτός να είναι ο ορισμός του εναλλακτικού….Η δική σου πρέζα είναι ο έρωτας για τον ήχο· η αναζήτηση των χρωμάτων του. Κι αυτό ακούγεται και εκτιμάται. [Αυτή την τελευταία φράση θα ήθελα να την έχω πει κι εγώ σε αρκετούς μουσικούς της λέξης και την νότας.] Χρησιμοποιείς την μουσική σου για να αυτοπυρποληθείς και χρειάζεσαι τους παρευρισκόμενους για μάρτυρες; Και τελικά, μήπως ούτε εσύ ούτε εγώ δεν ανήκουμε στον κόσμο του ροκ, στον παράδεισο των εγωμανών, των φωνακλάδων και των χοντροκομμένων; Κι αν δεν ανήκουμε στο ροκ τότε πού ανήκουμε;

Howe Gelb photo courtesy Fire Records, FireRecords.com

Οι δεκάδες σελίδες του ταξιδιού στην Αριζόνα αποτελούν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα εντός κι εκτός του μυθιστορήματος, μια δρομονουβέλα που δεν θέλεις τα τελειώσει. Αναμένοντας την συνάντηση με τον Greg Sage, ο Μπάνσης περιπλανιέται ως ο ταξιδευτής που υπήρξε και στην μουσική: αναζητά το Φοινικόραμα να δει τι παίζει στην πόλη, ψάχνει τα μουσεία των μουσικών οργάνων και τις συναυλίες, μένει ασυγκίνητος (πληγκινημένος) σ’ ένα λάιβ της Neko Case (που μάλλον θα της πήγαινε περισσότερο μια σύναξη γύρω από τη φωτιά μιας κατασκήνωσης), φεύγει για το Τούσον και την έρημο όπου οι μουσικοί πηγαίνουν για να μυσταγωγηθούν, τριγυρίζει στους δρόμους, στα εθνικάδικα και στα μπαρ, γνωρίζει τον Dan Stuart των Green on Red για μια απροκάλυπτη συζήτηση, συντομογραφεί περίτεχνα τους Giant Sand και το Phoenix του Nick Cave, διαπιστώνει με απολαυστική ειρωνεία τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα σε σχέση με τις δικές μας πόλεις, βιώνει κάποιες γήινες και φαντασιακές ερωτικές ιστορίες στα αριζονικά δωμάτια και στους διακρατικούς αιθέρες, κοινώς ζει μια ανεπανάληπτη εμπειρία, ανεπανάληπτη επειδή δεν θα επιχειρούσε να την ξαναζήσει, μια από τις εμπειρίες που εκτιμάς περισσότερο αφού γίνουν παρελθόν.

Ίσως εκείνο το μέρος είναι το κατάλληλο για να καταστρωθεί ένας άλλος χάρτης, των προσώπων στη ζωή του, εκείνων που τον έσυραν προσωρινά στο επίπεδό τους, των ωραίων που τον κέρδισαν οριστικά, όσων έμειναν χρόνια κοντά του, των άλλων που μπήκαν για λίγο κι έπειτα χάθηκαν οριστικά. Ίσως η χαρτογράφηση δεν σταματάει ποτέ και οι δρόμοι σχεδιάζονται για να επανατοποθετεί στη ζωή του μένοντας ή φεύγοντας και στο τέλος….φυσικά σταματώ εδώ, καθώς το μυθιστόρημα είναι τόσο κινηματογραφημένο ώστε είναι τουλάχιστον απρέπεια να αποκαλύπτεις τις τελευταίες ….εκατό σελίδες, όχι επειδή θα μαρτυρήσεις την υποτιθέμενη ανατροπή, ή το εκβιασμένο καλό τέλος ή το αληθέστερο μη τέλος, αλλά επειδή τέτοια βιβλία μοιάζουν με παζλ όπου η ζωή του αφηγητή ενώνεται με τα κομμάτια δεκάδων άλλων ζωών και ποιος θα ήθελε ένα παζλ που δεν τελειώνει αργά και απολαυστικά, δημιουργώντας προσμονή για το επόμενο;

181285_10201245644442704_1902228861_n

Άλλωστε ποιος από αυτή την κοινότητα θα διανοούνταν να ακούσει ορισμένα μόνο κομμάτια από ένα δίσκο ή να πρωτοπαίξει τα τελευταία; Πρέπει να ακούσεις δισκογραφίες ολόκληρες για να σου υπενθυμιστεί, όπως γράφει για κάποιον δίσκο των Throwing Muses, πως ό,τι άσχημο κι αν σου τύχει, το έχουν ζήσει και αντέξει άλλοι πριν από σένα. Ένα είναι σίγουρο: Η ρουτίνα είναι ύπουλη ερωμένη, μας σφίγγει στην αγκαλιά της και μας στερεί περισσότερα απ’ όσα προσφέρει. Ώρα να στρίψεις το τιμόνι και να βγεις πάλι στην λεωφόρο των μεγάλων συγκινήσεων. 

Ένα πυκνό βιβλίο για το ροκ εντ ρολλ, τους ακροατές ως οργανικό μέλος στο ροκ, εμάς στο ροκ, το ροκ σε εμάς, τον θάνατο, την αναζήτηση, την δημιουργία, εκείνους που μοιράστηκαν, τις κοινότητες που δεν ήταν ορατές αλλά ακούγονταν μια χαρά· ένα βιβλίο ξέχειλο από χιούμορ και ειρωνεία για όσους από εμάς έλαχε να ζούμε τόσες συναρπαστικές εμπειρίες δι’ αντιπροσώπων, όπως βιώνουμε σε αυτή τη μουσική, σύμφωνα με τα λόγια του αφηγητή, και που κάποτε καλούμαστε να είμαστε αντάξιοί τους.

1459181_10202595479467736_1675011592_n

Οι δίσκοι μοιάζουν με ντοκουμέντα συνειδητοποίησης της αδυναμίας, καταγράφουν τη σταδιακή μείωση της αισιοδοξίας, είναι σταθμοί στην πορεία προς την τελική συντριβή του δημιουργού τους. Κάθε ροκ δίσκος γράφει στην ούγια με ευανάγνωστα γράμματα τα στοιχεία ταυτότητάς του τη δεδομένη στιγμή. «Τον ηχογράφησα στην εφηβεία, είμαι πολύ σημαντικός, ο κόσμος μου ανήκει». «Ενηλικιώθηκα, αξίζω κι εγώ, δικαιούμαι μια θέση στον ήλιο». «Μεγάλωσα και απέκτησα αυτογνωσία, χαίρομαι που ακόμα μπορώ να ονειρεύομαι». «Μια φορά κι έναν καιρό ήμουν νέος και αυταπατήθηκα ότι θ’ αφήσω το τεράστιο σημάδι μου στον κόσμο». [σ. 175]

Εκδ. Micbooks, 2015, σελ. 313, με 32 σελίδες με πληροφορίες για όλα τα αναφερόμενα ονόματα και τραγούδια, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο γραφής όπως και στο βιβλίο.

Εικονισμένη ζωή εδώ. Έχω όλους τους δίσκους τους, κι αυτοί βρίσκονται ήδη στη δεύτερη έκδοση, εδώ.

Στις εικόνες. 1. Το εξώφυλλο που σιωπηρά συνομιλεί με ένα καθοριστικό εξώφυλλο δίσκου ζωής. 2. Jeffrey Lee Pierce σε στιγμές ζωγραφιστής έκστασης – ο Σίμος θα ήλπιζε και μετάνοιας. Το έργο από εδώ. 3. Joe Strummer των Clash, διαφυγών στα 50, δάσκαλος στα περί των Σαντινίστας 4. Rollin Under, φανζίν των δεκαετιών 1980 και 1990, δημιούργημα του Μπάμπη Αργυρίου. Τέσσερα από τα ονόματα του εξωφύλλου – Go Betweens, Γκουλάγκ, Steppes και….Banshees διαπερνούν σελίδες του βιβλίου. 5. Ο Nick Cave στο New Musical Express [1988], το χάρτινο εφήμερο και εφημεροειδές μας ευαγγέλιο, στέκει ανύποπτος μπροστά στο μέλλον που τελικά είχε. Πάλι δίκιο ο Μπάνσης. Και, αλήθεια, δεν είχα σκεφτεί αυτή την πιθανότητα, όταν εκείνος φτάσει στο Φοίνιξ. 6. Ο συγγραφέας στον κόσμο του. 7. Ο συγγραφέας στους ανοιχτούς δρόμους. 8. Η μήτρα τόσων ωραίων συγκροτημάτων 9. Wipers. Χωρίς λόγια. 10. Howe Gelb των Giant Sand, ρόκερ της ερήμου, επίτιμος πολίτης του Τούσον. 11. Ο συγγραφέας μετά την απόσυρση του προηγούμενου οχήματος (βλ. φωτ. 7). 12. Μ.Α.

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 187.

01
Μάι.
15

Γιάννης Ευσταθιάδης – Το τρίτο βιβλίο με τις αντιστίξεις και άλλα μουσικά κείμενα

ANTISTIXEIS_hi

Η κριτική δεν είναι παρά η πληροφορημένη γνώση. Γράφω ένα κείμενο που παραμένει η υποκειμενική μου αντίδραση, βασισμένη – ελπίζω – σε γνώση, εμπειρία και διαίσθηση. Η δουλειά του κριτικού δεν είναι να αποδεικνύεται ορθός ή λανθασμένος. Η δουλειά του είναι να εκφράζει μια άποψη σε καλά αγγλικά….έγραφε ο Harold Schonberg, με μια ευθύβολη ερμηνεία περί κριτικής, που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Ο συγγραφέας θυμάται την σημαντική αυτή μορφή της μουσικής κριτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή την αποδημία του το 2003 και αναρωτιέται τι μένει σήμερα από τις λέξεις που με τον επικαιρικό τους χαρακτήρα έσβησαν χωρίς απόηχο.

Είναι εμφανές ότι και αυτά τα «ακροαστικά δοκίμια» του συγγραφέα που δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή της Κυριακής [1999 – 2005], στο Βήμα των ιδεών και στο περιοδικό Το Δέντρο εκκινούν από ένα συμβάν, ένα άκουσμα, μια μνημονική έκλαμψη, έναν δίσκο κ.λπ. που ενεργοποιούν γενικότερους συλλογισμούς· κι εκείνοι, με την σειρά τους εκφέρονται με την μεστή «απικιακή» γραφή, που αρκείται σε δυο και τρεις σελίδες για την εξομολογητική και φιλοσοφική της απόσταξη.

c 1

Πώς είναι η μουσική όταν δεν την ακούμε; Συνεχίζει να υπάρχει μια συμφωνία όταν δεν αναπαράγεται στα αυτιά μας; Ποια η αξία μιας σονάτας που για χρόνια δεν πλησιάσαμε; Η ερώτηση επεκτείνεται αναλογικά και στο μυθιστόρημα και σε όλα τα καλλιτεχνικά έργα. Ίσως αυτό μένει δεν είναι το ίδιο το έργο αλλά η ανάμνησή του, η προσωπική μας αναπαραγωγή μέσω ανασύνθεσης, πιθανώς κάποιο περίγραμμα, τα χαρακτηριστικά μιας ηρωίδας, ένας αφορισμός, μια απλή φράση. Υπάρχει, γράφει ο συγγραφέας στην «Ανήκουστη μουσική», μια αίσθηση πολύ πιο σημαντική στα έργα τέχνης από την όραση ή την ακοή: η ίδια η μνήμη, που τα αναπαράγει αποσπασματικά και κατακερμαστισμένα. Ίσως λοιπόν η μουσική να ακούγεται και χωρίς ήχο, όπως χωρίς βλέμμα υπάρχει η λογοτεχνία και χωρίς όραση ο κινηματογράφος.

«Η μουσική των ήχων» είναι ένας άλλος κόσμος χωρίς λέξεις που καλείται να εκφραστεί ακριβώς με αυτό που του λείπει. Η «Συγκεκριμένη Μουσική» κατάγεται ευθέως από μια από τις αρχαιότερες γλώσσες, αν όχι την αρχαιότερη, αυτήν που μεταπλάθει τον επικοινωνιακό στοχασμό της φύσης: τους ήχους. Για τον συγγραφέα προσομοιάζει λιγότερο στη μουσική και περισσότερο στη ζωγραφική, καθώς ο μουσικός της είναι ταυτοχρόνως συνθέτης και ερμηνευτής, άρα συγγενεύει με τον ζωγράφο που μπροστά στον καμβά του και συλλαμβάνει και εκτελεί. Η εκτέλεση εμπεριέχει και μια ερεθιστική τελεσιδικία: κανείς δεν θα επαναλάβει την – οριστική – ερμηνεία. Όπως σχεδόν όλα τα νεωτεριστικά ρεύματα, είναι πιο σημαντικό γι’ αυτό που ως πειραματισμός κληροδοτεί, παρά γι’ αυτό που ως πεπραγμένο καταλείπει. Εν προκειμένω, φαίνεται πως ο απόηχος είναι πιο σημαντικός από τον ήχο.

c 2

Στην «Ακρόαση χωρίς νόρμες» ο συγγραφέας ομολογεί ότι αντιμετωπίζει την όπερα ως «καθαρή μουσική», ως μελωδικό ποταμό που συνεγείρει και απλώς προσχηματικά ακουμπά πάνω σε επιφανειακούς χαρακτήρες και υποτυπώδη πλοκή. Φυσικά αργότερα αφιερώνει ειδικό κείμενο στις «Ηρωίδες της ουτοπίας», τις Βιολέτα, Τόσκα, Λεονόρα, Τζίλντα, Λουτσία, μέλη του αόρατου θιάσου ενός ενιαίου έργου. Άραγε τι τις ενοποιεί; Το κοινό και ανολοκλήρωτο πάθος; Το γεγονός ότι δεν αποκτούν ποτέ ουσιαστική υπόσταση αλλά μόνο μουσικό ένδυμα; Και γιατί ο θάνατός τους δεν φέρνει δάκρυα στα μάτια; Ίσως το αδάκρυτο πένθος ισοπεδώνεται από την παντοδυναμία της μουσικής. Ή, αλλιώς, η μουσική ακόμα κι όταν είναι πένθιμη, δεν πενθεί ποτέ.

Υπάρχει βέβαια και η «Μουσική για βιαστικούς»· περί compilation ο λόγος, και πώς να ερμηνεύσουμε τον όρο αφού ο όρος «ανθολόγιο» είναι ευρύτερος και διαθέτει κάποια ποιοτική και ηθική διάσταση, ενώ περιλαμβάνει ως έννοια και την επιλογή, την μέθοδο, τα κριτήρια. Στα compilations, αντίθετα, θάλλει η εμπορικότητα, καθώς ολοένα αυξάνονται και πληθύνονται οι βιαστικοί ακροατές του αποσπασματικού. Έτσι συγχωνεύονται η γνώση και η άγνοια, η εμβάθυνση και η επιδερμικότητα και προφανώς η αρωματική γεύση ακυρώνει την τροφή, σε αυτό το fast food μουσικής.

c 5

Η εξέλιξη της εικαστικής γλώσσας των εξωφύλλων είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία και ο συγγραφέας παρατηρεί την μετάβαση από τις μονόχρωμες φωτογραφίες στις συμβολικές εικόνες φύσης, αντικειμένων και πινάκων και αργότερα στο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Κάποτε τα φώτα στράφηκαν στον ερμηνευτή, τον μαέστρο – βεντέτα, με μια ναρκισσιστική απεικόνιση, ενίοτε στοχαστική ή πιστή σε ένα ιδιότυπο life style – άλλωστε το κείμενο εδώ τιτλοφορείται «Γένια τριών ημερών». Ίσως θα έπρεπε να υπενθυμίζεται συχνά η περίφημη αποστροφή του Μάνου Χατζιδάκι προς τους φωτορεπόρτερ: Μη μας φωτογραφίζετε άλλο…άλλωστε δεν έχουμε κανένα οπτικό ενδιαφέρον!

Ο συγγραφέας μετατρέπει σε κείμενα μια σειρά θεμάτων – ερωτημάτων που όλοι εμείς που αναπνέουμε με την μουσική έχουμε αμέτρητες φορές συζητήσει και ακόμα περισσότερες σκεφτεί. Ξανακούει τον Ξενάκη, διαβάζει τον Adorno, αποτίει δισέλιδο φόρο τιμής στον Ted Perry και την Hypérion Records, ξεφυλλίζει τα Δελτία της Λέσχης του Δίσκου, αφιερώνοντας επί προσωπικού ένα σημείωμα για την μύηση που ξεκίνησε την άνοιξη του ’66 όπου γοητευμένος από ένα πορτοκαλόχρωμο κουτί («κασέτα») που περιείχε την Αντιγόνη του Orff πρωτομπήκε στο κατάστημα. Στις εκδόσεις της Λέσχης άλλωστε εξέδωσε, με τα ένσημα μιας συνεχούς φιλέρευνης σχέσης, τα πρώτα δυο Βιβλία με τις Αντιστίξεις [2002 και 2006]. Κάποτε θυμάται ένα κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση σύμφωνα με το οποίο η φύση μπορεί να θεωρηθεί ένα κείμενο χωρίς λέξεις, όπου κάθε άνθος είναι ένα γράμμα, και το εφαρμόζει στην μουσική, γράφοντας ότι το κείμενο της φύσης εδώ είναι γραμμένο με συγχορδίες και κάθε άνθος είναι μια νότα.

0002894777096_600

Γιατί πρέπει ν’ ακούμε τις παλιές ηχογραφήσεις και να εισπράττουμε το έργο απομειωμένο εξαιτίας μιας τεχνολογίας που σήμερα φαίνεται στοιχειώδης; Έχουν κάποια χρησιμότητα οι κακές εκτελέσεις; Η απάντησή του εδώ είναι θετική: κάθε κακή εκτέλεση αποτελεί πρωτίστως μια δοκιμασία λιγότερο των ερμηνευτών και περισσότερο του ίδιου του έργου: ελέγχουμε τον βαθμό διαπίδυσης, ακντιοβολίας, την σταθερότητα της συναισθηματικής του θερμοκρασίας, είναι, σε τελική ανάλυση ένα crash test του έργου. Και στον «Νόστο» είναι αδιάλλακτος: μόνο η μουσική έχει τόση αναδρομική ισχύ, επαναφέροντάς μας σε άλλους, ηδύτερους τόπους και χρόνους. Και μπορεί να γνωρίζουμε ότι ο παράδεισος έχει προ πολλού απολεσθεί, αλλά αρκεί μια μελωδία για να μας τον ξαναθυμίσει.

Εκδ. Μελάνι, 2014, σελ. 158

Δημοσίευση και σε mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 183. Classic Nouveau.

10
Δεκ.
14

Το ξενοδοχείο κάτω από το βουνό

gkua

[9] Κάποτε κατέγραφα και τους πιο παράξενους τρόπους με τους οποίους γνώρισα έναν καλλιτέχνη – και ίσως ακόμα το κάνω, με την έννοια ότι συνεχίζω να βρίσκομαι σε αναμονή για κάποιο νέο, απροσδόκητο κομμάτι της συλλογής. Τα σχετικά περιστατικά είναι ατέλειωτα: μια παρανόηση ονόματος, μια πρόταση από μια τυχαία γνωριμία λίγων λεπτών, μια μελωδία που άκουσα ως περαστικός από το ραδιόφωνο ενός παλιού καταστήματος, μια κασέτα που βρήκα στο δάπεδο του γκαράζ ενός πλοίου, πεσμένη προφανώς από ιταλούς ταξιδιώτες που την είχαν συμπεριλάβει στα παραθεριστικά τους απαραίτητα.

2deandre

Δεν γνωρίζω αν και με ποιο τρόπο θα γνώριζα τον Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ σε άλλη περίσταση, αλλά το άκουσμα του La mal di luna ήταν ακαριαίο. Αναζήτησα την μουσική του και βρέθηκα μπροστά σε μια ιδιάζουσα περίπτωση. Μέχρι σήμερα μάλιστα κρατώ το Canzone dell amore perduto ως απόλυτη ακουστική εκδοχή μιας χαμένης αγάπης, τόσο στην αρχική του εκτέλεση, υπό την ατμόσφαιρα μιας αργής, στοιχειωτικής μπαλάντας της δεκαετίας του ’60 έως την ακόμα πιο απλή, κιθαριστική μορφή στην διαχρονική παράδοση των σπουδαίων ιταλών τραδουδοποιών. Συνομιλώντας κάποτε με δυο ιταλούς αδελφούς που ζούσαν τα καλοκαίρια τους στο Κάστρο της Σίφνου, κάνοντας όποια δουλειά μπορεί κανείς να φανταστεί, θυμάμαι την έκπληξή τους όταν με άκουσαν να αραδιάζω μια σειρά ονομάτων αγαπημένων ιταλών τραγουδιστών και να ζητώ πληροφορίες για τον καθένα τους. Τότε άκουσα για πρώτη φορά για την απαγωγή του καλλιτέχνη στη Σαρδηνία. Η ιστορία από μόνη της ήταν αδιανόητη – για μια τέτοια φωνή περίμενες να ακούσεις άλλου είδους ιστορίες, δημιουργίας και δημοφιλίας.

FabrizioDeAndre_v.4

Άλλες εποχές…χωρίς την δυνατότητα προσφυγής στις ηλεκτρονικές καρτελοθήκες του διαδικτύου, επεδίωκα κάθε καλοκαίρι να συμπληρώνω την ιστορία ρωτώντας όποιον Ιταλό γνώριζα στους τόπους των δικών τους διακοπών και της δικής μου εργασίας. Τώρα που έχω διαβάσει την ιστορία του, επιθυμώ με την σειρά μου να σιωπήσω· είναι από εκείνες τις ιστορίες που προτιμάς να κρατήσεις στο μυαλό σου παρά να αναπαράγεις με ένα κείμενο αναπόφευκτης δημοσιογραφικής υφής. Όμως, ένα ιδιαίτερο τραγούδι κι ένας ολόκληρος δίσκος γράφτηκαν μετά από την αδιανόητη περιπέτεια και μπορούν να βιωθούν διαφορετικά.

1979_08_29_unione_sarda_01_2048

Ο Φ.ν.Α. απήχθη τον Αύγουστο του 1979 μαζί με την σύντροφό του τραγουδίστρια Dori Ghezzi και κρατήθηκε στο βουνό Supramonte για τέσσερις μήνες, μέχρι την καταβολή λύτρων. Όταν οι απαγωγείς συνελήφθησαν εκείνος τους συγχώρεσε (όχι όμως και τους οργανωτές του εγχειρήματος) επειδή του φέρθηκαν αξιοπρεπώς και επειδή έφτασαν στο έσχατο αυτό σημείο λόγω ανέχειας· δήλωσε δε ότι οι πραγματικοί φυλακισμένοι ήταν εκείνοι. Η οριακή αυτή εμπειρία αλλά και η σκληρή ζωή των κατοίκων της Σαρδηνίας ενέπνευσαν τον ούτως ή άλλως πολιτικά ανήσυχο τραγουδοποιό στον άτιτλο δίσκο του 1981. Στο εξώφυλλο η εικόνα ενός Ινδιάνου συνδέει την κοινή μοίρα των δυο λαών, ανάμεσα στην περιθωριοποίηση, την υποδούλωση και την χρόνια ετικέτα του ξένου και του διαφορετικού. Στο τραγούδι Hotel Supramonte μια γυναίκα κι ένας άντρας βρίσκονται μόνοι, ένα γράμμα αληθεύει το βράδυ και λαθεύει την ημέρα κι ένας τραγουδιστής ευχαριστεί το θεό επειδή έχει ένα τραίνο να χάσει και μια πρόσκληση για το Ξενοδοχείο Σουπραμόντε, όπου είδε το χιόνι στο σώμα της, τόσο γλυκό στην πείνα, τόσο γλυκό στη δίψα.

Fabrizio_Dori_

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 201 – 202 (Δεκέμβριος 2014), ως μέρος μιας σειράς κειμένων για τους συνειρμούς μνήμης, μουσικής, κινηματογράφου και λογοτεχνίας. To αμέσως προηγούμενο κείμενο [αρ. 8] εδώ. Τα έξι πρώτα κείμενα και μια πρώιμη, εκτός αρίθμησης δοκιμή εδώ: https://pandoxeio.com/2014/01/01/synergasies_me_to_dentro/.Τα υπόλοιπα κείμενα στις επόμενες αναρτήσεις, και όλα μαζί στον παραπάνω σύνδεσμο.

22
Ιολ.
14

Η μουσική του χάους

8

[5] Όλοι εμείς οι ταπεινοί θεατές της κινηματογραφημένης ζωής των άλλων άπραγοι παρόντες και παθητικοί συμπαριστάμενοι μα ποτέ συμπαραστάτες, έχουμε τουλάχιστο ένα προνόμιο απέναντι στους χαρακτήρες του σελλιλόιντ: την μουσική που ενίοτε αγκαλιάζει τις σκέψεις και τις πράξεις τους – μια συνθήκη που συνειδητοποίησα καιρό αργότερα. Αλλά στο ταβιανικό Χάος η σιωπή των σικελικών βουνών δεν μπορούσε να γεμίσει μόνο από το βουητό του αέρα ή τα καμπανίσματα των κοπαδιών. Οι χαρακτήρες έπρεπε να επινοήσουν την μουσική κι ένας απλός βοσκός έδεσε σ’ ένα κοράκι το μικρό του καμπανάκι για να σκορπίσει στους αιθέρες την ευφορία μιας μελωδίας.

4

Η μουσική ως στιγμιαία διαφυγή από την καθημερινότητα του μόχθου ζωγράφισε την έκπληξη και το μάγεμα στα πρόσωπα των χωρικών – όπως αργότερα ο ήχος του τεράστιου πιθαριού θύμισε σε κάποιον έκπληκτο εργάτη «την καμπάνα του Πάσχα». Στο ίδιο εκείνο αίθριο του φεουδαρχικού υποστατικού ο ερχομός του καμπούρη που ερχόταν με την θαυματουργή κόλλα να ενώσει τα δυο σπασμένα μισά του τεράστιου πιθαριού – δείγματος επίδειξης του μεγαλοκτηματία – συνοδεύτηκε από ένα έγχορδο θέμα ανάλογης μεγαλοπρέπειας (ή ειρωνείας). Το ίδιο αυτό θέμα [La Jarre: Don Lolo] αποκορύφωσε το ύψωμα του μαγικού φιαλιδίου μπροστά στη σιωπή των εργατών που ανατράφηκαν με τον μύθο – μόνο ένας ψιθύρισε: il mastice!

giara

Αν υπήρχε μια στιγμή όπου το Χάος έμοιαζε να φωτίζει – παρά τη νυχτερινή λήψη – ένα μέλλον ελπιδοφόρο, αυτή ήταν η στιγμή της συγκέντρωσης εκείνων των εργατών γύρω από το πιθάρι όπου είχε εγκλωβιστεί ο τεχνίτης, μπροστά στην άρνηση του ιδιοκτήτη να το σπάσει για να τον ελευθερώσει. Στο φωτισμένο από το φεγγάρι αίθριο οι σύγχρονοι δουλοπάροικοι κυκλώνουν το αιχμάλωτο της giara με τελετουργικό χορό πανσέληνης κατάνυξης, χτυπώντας τις πέτρες – κρόταλα στον ρυθμό μια μουσικής που μόνο εμείς ακούμε αλλά εκείνοι έχουν ήδη μέσα τους. Το μεθυστικό μαρς διακόπτεται από τον μαινόμενο γαιοκτήμονα που συντρίβει το πιθάρι, από το οποίο βγαίνει με αργές, σχεδόν ειρωνικές κινήσεις ο τεχνίτης, και συνεχίζεται, καθώς οι χωρικοί τον σηκώνουν στα χέρια και βγαίνουν από την αυλή, σε μια έξοδο που αγνοεί εκείνον που παύει να αποτελεί κτήτορά τους.

6

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ και ολοκληρώνεται εδώ.

21
Ιολ.
14

Ο κοινός λόγος

kaos pirandello

[4] Το Χάος είναι ακριβώς από τις ταινίες όπου η σκηνοθεσία των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι βρίσκεται σε τέτοια διαλεκτική με την μουσική του Νικόλα Πιοβάνι ώστε τελικά δημιουργείται ένας απόλυτα κοινός λόγος. Θα ήθελα να έχω δει την ταινία στα ανοιχτά στάδια της έβδομης τέχνης και όχι σε χειμέρια σκοτεινή αίθουσα· όμως ακόμα διατηρώ την εντύπωση της πρώτης φοράς, σε οικιακή προβολή. Η τηλεοπτική συσκευή είχε στραφεί προς την βεράντα, στην καθιερωμένη βραδινή ψυχαγωγία των αθηναϊκών κυψελών. Θυμάμαι τα αερόβια πλάνα των σικελικών χωριών όπως κρέμονταν στις άκρες απότομων υψωμάτων· ήταν τέτοια η αίσθηση του ιλίγγου, που πίσω μου ένοιωθα στην άκρη του ρετιρέ να χάσκουν οι άβυσσοι μιας φύσης αχανούς και ολόφωτης. Είχα εκπλαγεί από την ποιητικότητα των εικόνων που αγκάλιαζαν τις σκληρές ιστορίες· ακόμα και η αναζήτηση της ταφής ενός μικρού παιδιού από τον πατέρα του θαρρείς και αναζητούσε την ποιητική της μετάπλαση: ένα τυλιγμένο δέμα γλίστρησε από τα χέρια του αλαφιασμένου χωρικού που έτρεχε στα κακοτράχαλα βουνά και κατέληξε στην άκρη ενός μικρού λάκκου με στάσιμα νερά, αποκαλύπτοντας ένα μικρό ξύλινο κουτί – φέρετρο με ανάγλυφο σταυρό.

kaos 2

Παρά την, έστω και ψευδαισθητική, ελευθερία της δικής μου θέασης, όπως «εν πτήσει» έβλεπα τα σπίτια από ψηλά, μπορούσα να αντιληφθώ τον εγκλεισμό των κατοίκων τους, που τους έλαχε να αντικρίζουν τη ζωή από εκείνα τα μικρά, σχεδόν αρχαία παράθυρα. Ακόμα και στο κυκλωτικό στροβίλισμα της κάμερας πάνω από έναν περίπτερο ναό, που μου φάνηκε πως γνώριζα από τις σικελικές σελίδες της εγκυκλοπαίδειας Δομή, αισθάνθηκα πως η ποθητή αυτή γη περιείχε εντός της ένα ανελέητο χάος…Ήταν άραγε το ίδιο μ’ εκείνο που όριζε ως καταγωγή του ο Λουίτζι Πιραντέλο στην «προμετωπίδα» της ταινίας που βασίστηκε στις δικές του Νουβέλες για ένα χρόνο; Το συγγραφικό επίγραμμα και οι πανοραμικές λήψεις των τίτλων της αρχής ενδύονταν με μια μαγευτική μουσική, προετοιμάζοντας την εμπλοκή του θυμικού.

91S29vCXtoL

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ και εδώ και εκεί και συνεχίζεται  εκεί και πιο μακριά.

20
Ιολ.
14

Η φίλτατη φιλμουσική

questo sporco mondo meraviglioso

[3] Όλα αυτά τα χρόνια η μουσική των ταινιών λειτουργεί ως ανεκτίμητο θησαυροφυλάκιο μνημών και εικόνων, ως ένα προσωπικό αρχείο που τηρείται σε τριπλά βιβλία: ένα για τις κινηματογραφικές εικόνες που τελεσίδικα έντυσε, αποτελώντας κάθε φορά μια ανεπανάληπτη συμβίωση εικόνας και ήχου· ένα δεύτερο για τις σκέψεις που ενέπνευσαν εκείνες οι εικόνες, η επιρροή των οποίων συχνά καθόρισε προσωπικές διαδρομές· και ένα τρίτο, ως ημερολόγιο των συγκεκριμένων παρακολουθήσεων και ακροάσεων στον προσωπικά βιωμένο χωροχρόνο.

piccioni - 74 - il dio sotto la pelle - Α

Κάποτε σ’ ένα αυτοσχέδιο περιοδικό που χειροτεχνούσε ένας κύκλος φίλων, είχα σχεδιάσει ένα εκτεταμένο ημερολόγιο ακριβώς για την μουσική που έζησε στα φιλμ αλλά και διέφυγε από τα όριά τους για να ζήσει δίπλα μας. Ο κορεσμός από τις γνωστές διαθέσιμες λέξεις μας οδηγούσε σε συνεχείς λεξιπλασίες· την ονόμασα λοιπόν «φιλμουσική», εκμεταλλευόμενος το θετικό πρόσημο των τριών πρώτων γραμμάτων και προκρίνοντας την παιδική κατασκευαστική λέξεων από το άτεχνο και ξενικό «σάουντρακ» ή το περιφραστικό «κινηματογραφική μουσική», προς αποφυγή κατάχρησης κινηματογραφικών επιθέτων.

Riz-Ortolani-Mondo-Candido

Σήμερα η μουσική των ταινιών μπορεί να επαναφέρει ακόμα και την αίσθηση της παρθενικής εμβάπτισης στην αντίληψη του γυναικείου σώματος, της αντρικής τιμής· σε εκδοχές του έρωτα, της σκέψης, του θεάματος, του γέλιου, μια άλλη γνώση του κόσμου εν γένει· μπορεί και να μ’ εμποτίζει στην ολιστική εκείνη ευφορία, κάποτε άγνωστης πηγής, που οδηγούσε στο αξέχαστο εσώτερο σκίρτημα κατά την παρακολούθηση ορισμένων σκηνών. Δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο απόθεμα να πάει χαμένο, δεν του αξίζει ο περιορισμός στην σχετική ανταλλαγή μνημών στην ομήγυρη των σινεφίλων. Σε τέτοιες συλλογές, μοναδικές όπως και ο συλλέκτης του, κρύβονται απαντήσεις σε χάσκοντα ερωτήματα, δείκτες πορείας, προτάσεις περισυλλογής, χειρονομίες παραμυθίας, νεύματα ηθικής, πάσης φύσεως καθαρμοί – είμαι βέβαιος. Όχι, δεν είμαι βέβαιος, γι’ αυτό και θα φροντίσω, για καλό και για κακό, να επιφορτίσω έναν μυθιστορηματικό ήρωα, ώστε να χρεωθεί σε αυτόν η πιθανή αποτυχία του σχεδίου.

timanfaya

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ και εδώ και συνεχίζεται εδώ και ως τη μουσική του χάους και τα κινηματογραφικά μετακείμενα

Στις εικόνες τα εξώφυλλα μιας εποχής, τα σάουντρακ μιας μνήμης. Ένας εκθαμβωτικός κόσμος, όπως του Piero Umiliani.

01
Ιαν.
14

Κάποτε πολύ μακριά

Πέντε κείμενα στο περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 203 -204 (Απρίλιος 2015)

  1. Κάποτε πολύ μακριά
  2. Κάπου ακόμα πιο μακριά
  3. Ζωή χωρίς μουσική υπόκρουση
  4. H ανάμνηση που δεν υπήρξε
  5. H Ανίτα του Βοκάκιου
28
Δεκ.
13

Μπάμπης Αργυρίου – Έχω όλους τους δίσκους τους

exooloustousdiskoustous To μυθιστόρημα της ροκ εντ ρολλ κοινότητας του ’80 και του πάντοτε

Τα ροκ τραγούδια που είναι αφιερωμένα στις ήττες των ανθρώπων πλειοψηφούν συγκριτικά, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Μιλάμε για ροκ, ρε διάολε, όχι για ηπειρώτικα μοιρολόγια. Κουρασμένοι απ’ τη μοναξιά, τη φτώχια, την έλλειψη συντρόφου, τσακισμένοι απ’ τις αναποδιές, οι μουσικοί δεν χορταίνουν να περιγράφουν την παράδοσή τους στη θλίψη, πάνω σε μια λυπημένη μελωδία, για να τροφοδοτούν τους πεινασμένους για συναίσθημα εκεί έξω. Στη συνέχεια όμως αυτό γίνεται δουλειά. Πολλές φορές φέρνει πλούτο. Η φτώχια καταλήγει ανάμνηση. […] Τραγούδια όπως το Standing by the Sea δεν σου λένε να κλάψεις, δεν σου δίνουν οδηγίες πώς να ξεφορτώσεις το βάρος απ’ το στήθος, δεν προσπαθούν να σε πείσουν ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο μυαλό σου, ούτε σου εξηγούν γιατί έφτασε ο ήρωας εδώ. Σου δίνουν μια σπρωξιά και πέφτει στον κόλπο με τους καρχαρίες. Τα υπόλοιπα, το εξής ένα, πρέπει να το βρεις μόνος σου. Και αυτό δεν είναι να επιπλέεις ακίνητος, περιμένοντας το ναυαγοσωστικό. […] Δεν χρειάζεται να λένε πολλά τα τραγούδια, αυτή είναι η δουλειά των βιβλίων· τα τραγούδια είναι σαν τις τελείες: ένωσέ τις με γραμμές και θα δεις να προβάλλει μπροστά σου η κρυμμένη εικόνα. [σ. 116]

1. Bad Education

Ο μονόλογος του Σίμου Μπάνση δεν ακολουθεί απλώς τις προσωπικές του σκέψεις υπό την πείρα μιας τριακονταετίας πιστών και συνειδητοποιημένων ακροάσεων του σύγχρονου ροκ αλλά και το σχέδιο του … προγραμματικού κειμένου της νέας του ραδιοφωνικής εκπομπής! Αν η μουσικοπάθεια, σκεφτόταν νωρίτερα, κληρονομείται, τότε τού μεταγγίστηκε με τα καλώδια του οικιακού ραδιοφώνου Τελεφούνκεν που δεν γνώρισε τι σημαίνει διακόπτης κλεισίματος. Όμως ο αυτοπρόσωπος αφηγητής μας έχει φροντίσει έγκαιρα να απομακρυνθεί από τονDrake μύθο των ηρώων που οφείλουν να είναι γεννημένοι από χωρισμένους γονείς ή σε παράφρον σπίτι, με περιπετειώδη ζωή ή στιγματισμένα χαρακτηριστικά – ευτυχώς, γιατί εδώ και χρόνια έχουμε συμπληρώσει τον απαραίτητο αριθμό απόβλητων και καταραμένων.

Όμως …κάποιες από τις παιδικές μνήμες, τότε που «βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε και δεν εκτιμούσαμε την αξία της ανέμελης ζωής», δεν υπάρχουν στο οικογενειακό αρχείο αλλά πλάθονται πολύ διαφορετικές από τις πραγματικές – και τελικά διαφέρουμε τόσο πολύ από τους γονείς μας. Τουλάχιστον ο Σίμος ευφραίνεται με τα σενάρια διαφορετικών προγονικών καταβολών, έτσι για το γούστο. Μήπως η μια γενιά παίζει επίθεση και η επόμενη κάνει συντήρηση, μήπως οι απόγονοί μου θα είναι καρμπόν των γονέων και δεν θα μπορώ να τους εμφυσήσω αγάπη για τίποτα; Παιδιά φτωχών και άσημων ορχανοπαιχτών έγινα διάσημα και παρήγαγαν σπουδαίο έργο, ενώ παιδιά διάσημων μουσικών που ν’ ακολουθούσαν το επάγγελμά τους και να ξεπέρασαν σε αξία τους γεννήτορές τους, δεν μπορώ να θυμηθώ. Θα φταίνε τα χιλιάδες βιβλία, οι δίσκοι και οι ακριβοί πίνακες στους τοίχους.

2. Ψυχοφωνητdrake 1_ής και ραδιοσταθμάρχης

Στη ζωή του Σίμου υπάρχουν τα όνειρα, όπως η κινηματογράφηση μιας οριακής ταινίας ή έστω η συνέχεια των Κουρελιών του Νικολαΐδη – τι κέρδισε άλλωστε μετά από τόσα χρόνια ατολμίας; – κι ύστερα υπάρχει και η μεροκάματη πραγματικότητα: η ανάληψη θέσης τηλεφωνητή στην Speak-a-tel, τηλεφωνείο ψυχολογικής υποστήριξης, τα ευήκοα ώτα όπως τα χαρακτηρίζει ο κυρ υπεύθυνος. Σ’ ένα δωμάτιο μεγέθους ανελκυστήρα σκοπεύει να ξεφορτώνει λίγα γραμμάρια από το βάρος των πελατών ή απλά οι τηλεγραμμικές του, να βγάλουν το βράδυ. Μήπως και ο ίδιος δεν ζητάει από το παρελθόν να περάσει έξω, ή τέλος πάντων να γυρίσει σελίδα στη ζωή του; Για περίμενε. Γιατί ενεργώ σαν θύμα της προπαγάνδας των βιβλιόφιλων και δε χρησιμοποιώ μουσικοφιλικές αλληγορίες; Θα γυρίσω το δίσκο, θα βάλω τη βελόνα στο επόμενο κενό αυλάκι, θ’ αλλάξω κασέτα, σταθμό, δισκάδικο, θ’ αφήσω πίσω το σαπόρτ και θ’ απολαύσω το πρώτο όνομα…

Αλλά όπως κάθε πρόθυμος μοιραστής της λατρευομένης  μουσικής, ο Σίμος ονειρεύεται άλλο στούντιο και η συνάντηση με τον ιδιοκτήτη του ραδιοφωνικού σταθμού (γύρω στα εξήντα, άρα πολύ μικρός για ν’ απολαύσει το καλοκαίρι της αγάπης κBuckley_1αι πολύ μεγάλος για να ενσωματωθεί με τους πανκς)  εξελίσσεται σε διαμάχη ιδεών με μονόλογο νικητή, που επιθυμεί να γνωρίσει ο κόσμος τα άλλα συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80 αλλά είναι ιδιαίτερα εύστροφος ώστε να μην το αποκαλύψει.

Θέλω οι σημαντικοί δίσκοι ν’ αποκτήσουν σεβασμό ανάλογο με των σπουδαίων λογοτεχνικών έργων. Για πολλούς ανθρώπους του Paris 1919 του John Cale είναι εξίσου σημαντικό με οποιοδήποτε βιβλίο του Graham Greene – τον φέρνω ως παράδειγμα γιατί ο δίσκος περιέχει ένα τραγούδι αφιερωμένο σ’ αυτόν. […] Η μουσική είναι σημαντική για κάποιους, όσο η ιδεολογία για τους αριστερούς που τραβούσαν τα πάνδεινα εξαιτίας της. Μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς την αγαπημένη σου μουσική, μπορείς να υπογράψεις δήλωση αποκήρυξής της; Είναι ένα απ’ τα τελευταία καταφύγια των απογοητευμένων από μεσσίες, ηγέτες, γκουρού και λοιπούς σωτήρες. […] Σου δίνει αυτοπεποίθηση, βγάζει ό,τι καλύτερο έχεις μέσα σου, σου θυμίζε αρετές που είχες ξεχάσει ότι διέθετες. Ένας τίτλος ή ένας στίχος μπορεί να γίνει οδηγός στη ζωή σου.

3. Τα φαντασιακά παίγνια ή [That’s] Entertainment

LP vicΈνα σπάνιο χαρακτηριστικό του Σίμου (κι ένα απολαυστικό μυθιστορηματικό συστατικό) είναι το διαρκές προσωπικό παιχνίδι ερωτήσεων, πιθανοτήτων, προβλέψεων και ασκήσεων πάνω στην παρελθούσα μνήμη, τα εναλλακτικά παρόντα και τις μελλοντικές παραλλαγές. Όποτε δεν συντάσσει λίστες, στο «ιδεοδρόμιο» του προσγειώνονται προσχέδια, λάθος προσενάρια μικρού ή μέγιστου μήκους αλλά και η …κριτική τους. Όταν, για παράδειγμα, μετά την «πρόσληψή» του τρυπώνει στο μπαρ Atomizer σπαρταριστά συλλογίζεται περί καινοτόμων μπαρ ή περί επιμελητών των ηχητικών μας αναγκών – στους τελευταίους ανήκει και η δισκοθέτρια του μαγαζιού, σύντομα το επίλεκτο ήμισυ του έρωτα.

Μπορεί λοιπόν ο Σίμος να είναι δεινός κολυμβητής της σκέψης και της μνήμης αλλά έχει και μια σειρά τρυκ να απολαμβάνει τα κενά ανάμεσά τους: παίρνει συνέντευξη από τον εαυτό του, επιστρατεύει την «εσωτερική αντιπολίτευση», παίζει το δύσκολο παιχνίδι της αντιστροφής των θέσεων, πιάνει κουβέντα με τους διαφορετικούς του εαυτούς (που κονταροχτυπιούνται ανάμεσα σε θετικές και αρνητικές οπτικές). Ο προβληματισμός του, για παράδειγμα, πώς γίνεται και στο ροκ απουσιάζουν οι μη σωματικά υγιείς και αρτιμελείς ενώ πλεονάζουν οι ψυχικά και διανοητικά ανάπηροι οδηγεί και σε μια συγκλονιστική συνομιλία μεταξύ Robert Wyatt και Vic Chesnutt, που εκπροσωπούν την πιο αισιόδοξη και απαισιόδοξη, αντίστοιχα, στάση απέναντι στην ζωή μετά από τα τραγικά τους ατυχήματα.

4. Blue turns to Pink

Με αυτές λοιπLP f.όν τις παράλληλες πραγματικότητες, την εξομολογητική γραφίδα αλλά τις ευφάνταστες αναρτήσεις στο προσωπικό του μπλογκ ο Σίμος εκφράζει όσα ζει στον έρωτα, στη σχέση του με τη μουσική και στους δυο πόλους της καθημερινότητας, επαγγελματικής και ερασιτεχνικής. Γύρω του οι απαραίτητες πολύτιμες φιλίες, ο αναπόφευκτος θάνατος των αγαπημένων, ο μέντορας αδελφός του Στέφανος που τού εμφύσησε την ευγενή του μουσικομανία, και βέβαια η Μαρίνα, οι πνευματώδεις και λογοπαίγνιες συζητήσεις με τις οποίες ολοκληρώνουν τα σπάνια συστατικά ενός έρωτα που αναπνέει παράλληλα με την μουσική. Κι αν περιμένει κανείς σελίδες επί σελίδων για τους προσωπικούς μας ναούς, τα δισκοπωλεία, όχι· αρκεί ένα κεφαλαιώδες κεφάλαιο για να μεταδώσει την τελετουργία τους αλλά και να εκκινήσει την ιδανικότερη αρχή ενός έρωτα, πάνω από το The Good Earth των Feelies, κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί ο Σίμος σε ανάλογες γνωριμίες χάνει τις λέξεις και μόνο αργότερα «η γλώσσα τις διαλέγει εύκολα μέσα απ’ το αποθεματικό». Ευτυχώς στην πορεία όπου λείπουν οι λέξεις, περισσεύουν οι νότες, όπως στη μαγική στιγμή του χορού της Μαρίνας υπό το Dancer της PJ Harvey, αιχμάλωτη στον κόσμο του, όμηρος στον κόσμο της.

Hsker+D5. Heroes

Οι αξιοπρεπείς των συγκροτημάτων όπως οι Husker Du, εκείνοι που επηρέασαν τη γλώσσα, προσθέτοντας λέξεις δικής τους επινόησης ή αναγκάζοντας στον ορθογράφο του word να τις δέχεται ως σωστές – βλέπε Byrds, οι αφοσιωμένοι της δημιουργίας και οι επιτυχημένοι χωρίς συμβιβασμούς, οι μουσικοί που θέλουμε να γερνάνε μαζί μας, όλοι οι υψηλόβαθμοι στις καρδιακές του θέσεις βρίσκονται εδώ. Καθώς η μία ιστορία ρέει, μια άλλη εισχωρεί μέσα της, κάποιες φράσεις τους εμπεριέχουν μερικούς σημαδιακούς στίχους για όσους έχουν στιχουργική μνήμη, ευρηματικές παρομοιώσεις έχουν ως αποτέλεσμα καμία σελίδα να μην είναι ανέκπληκτη  και γενικώς ενώ θες να τρέξεις λαχανιαστά την ανάγνωση σε ταχύτητες πανκ ή έστω ποστ πανκ, σταματάς κάθε λίγο για να μη σου ξεγλιστρήσει το εύρημα της παραγράφου.

6. Rock’n’roll High School

Κορυφαίες ανάμεσα στις εσωτερικές ιστορίRamonesες είναι μια φαντασιακή συνάντηση μερικών μορφών του ελληνικού ροκ, η συνέντευξη μ’ έναν επιβεβλημένο μουσικό – δηλαδή τα διαπιστευτήρια του συμβιβασμού με τον ραδιοσταθμό – που δέχεται τις ερωτήσεις που κανείς ποτέ δεν τολμά να απευθύνει στους «καλλιτέχνες», και το σκάρωμα ενός ντοκιμαντέρ για την σκηνή της δεκαετίας του ’80, με εξομολόγο τον Στέφανο, που θυμάται, μεταξύ άλλων, τις ραδιοπειρατικές μέρες: Ενημέρωσα, διασκέδασα, συντρόφευσα, γέμισα τις άδειες κασέτες μερικών χιλιάδων ακροατών μου, μέχρι που ήρθε η ελεύθερη ραδιοφωνία και συνέθλιψε εμένα και τους ομοίους μου με τους πανίσχυρους πομπούς της. Αυτή είναι η ανταμοιβή όλων όσοι ψυχαγώγησαν εκατομμύρια και όταν έσβησαν οι λυχνίες ξεχάστηκαν. Καμία καταγραφή όσων εξέπεμψαν, κανένα αρχείο εκπομπών δεν θα υπάρξει ποτέ για τους παράνομους

Εδώ βρίσκεται η επιτομή μιας ολόκληρης εποχής που έχει μείνει άγραφτη, πόσο μάλλον αλογοτέχνητη· της εποχής εκείνης όπου μπορούσες να παρακολουθήσεις τα γκρουπ απ’ το ξεκίνημά τους και να μεγαλώνεις μαζί με τους μουσικούς, όπου αγόραζες ένα δίσκο ακόμα κι επειδή σου άρεσε το όνομα ή το εξώφυλλο, οι συναυλίες που γίνονταν στα πιο απίθανα μέρη και έδιναν την αίσθηση της γιορτής μαζί με αληθινούς ανθρώπους, στα δισκάδικα και στα λάιβ η αίσθηση της κοινότητας ήταν διάχυτη. Είναι πιο ευτυχισμένοι οι ακροατές σήμερα;

cale_1_by_xcinnx-d3j4ved7. Roller Under

Από την στιγμή που τόσοι από εμάς υπήρξαμε θερμοί ακροατές – ορισμένοι και συμμέτοχοι – του σύγχρονου ροκ κατά την δεκαετία του ’80 κι έπειτα, η διασταύρωσή μας με τον Μπάμπη Αργυρίου υπήρξε αναπόφευκτη. Μυρίζομαι μάλιστα πως μια στρατιά παρουσιαστών θα σπεύσουν να παρουσιάσουν πειστήρια της γνωριμίας, λες και δεν περάσαμε ολόκληρη η κοινότητα από τα χέρια του ως αναγνώστες [φανζίν Rollin Under], από τη φωνή του ως ακροατές [Radio Free], από το αισθητήριό του ως παραλήπτες κασετών, από τα μοιράσματά του ως αλληλογράφοι και αλληλομουσικολήπτες, ηλεκτρονικοί παρακόλουθοι των γραφών του [Mic.gr], ξεκαρδισμένοι των αφορισμών του, ευτυχείς ακούραστοι των λογοπαιγνίων του. Στα έντυπά του ανέπνεε ένας λόγος χυμώδης και χειμαρρώδης, αλογόκριτος και φαντασιώδης, καθώς κάθε συμμέτοχος ερχόταν όχι μόνο να γράψει ακριβώς εκείνα που θα ήθελε να διαβάσουν αλλά δεν έβρισκε πουθενά, αλλά και να τα γράψει με τον τρόπο που θα κρατούσε την ανία τιμωρημένη στη γωνία.

daniel johnsonΠήγα να γράψω «ο συγγραφέας» και δεν μου αρέσει η προσφώνηση αλλά η πλούσια κατά τα άλλα γλώσσα μας δεν διαθέτει μια κατάλληλη λέξη για τον γράπτη περί μουσικής, άρα κατ’ επέκταση για όλη μας τη ζωή και οτιδήποτε την απογειώνει ή την καταβαραθρώνει. Πώς να γραμματολογήσουμε εκείνον που εκκινεί από ένα κριτικό κείμενο και καλύπτει βαθύτατες σκέψεις, εκείνον που ακόμα και σ’ ένα πεντάγραμμο παρουσιαστικό γραπτό σε κάνει να γελάσεις δυνατά, να σκεφτείς σοβαρά, να ξαναδιαβάσεις δυο τρεις φορές για την ευχαρίστηση, να προσθέσεις στο λεξιλόγιό σου νέες λέξεις, να παραδεχτείς νέες οπτικές για τη μουσική της ζωής σου ή την μουσική γύρω από τη ζωή σου; Ίσως γι’ αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα δεν με εκπλήσσει: είμαι εξοικειωμένος με τις ολιγόλεκτες έως γεμιστές κριτικές του, τα διασταυρούμενα σημειώματα ετών επί ετών, ακόμα και τα απολαυστικά παρουσιαστικά σχόλια στην σειρά των δίσκων με τις επιλογές κάθε μήνα.

8. Ssage1traight Ahead

Όσα και να ζήσει ο Σίμος, τα σχέδιά του δεν σταματούν ποτέ, και δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο από την αφήγηση των δημιουργικών ανθρώπων, όπως σκέφτεται κάποια στιγμή. Και, πολύ περισσότερο, συσκέφτομαι ο ίδιος, η αφήγηση των δημιουργικών ανθρώπων από δημιουργικούς ανθρώπους. Πώς το έλεγε ο Greg Sage των Wipers που φυσικά δεν λείπει από τη διήγηση; Straight ahead… Κι αν οι δικοί μας έρωτες δεν χωράνε σε καμία φωτοσκίαση, γιατί «δεν τους αρέσει το απόλυτο σκοτάδι ούτε αντέχουν το πολύ φως», ας τελειώσουν με μια φαντασμαγορική τελετή.

Με την ανάγνωση αισθάνθηκα όπως το ζευγάρι στη συναυλία στην Σερβία – γιατί το λάιβ θα είναι πάντα η αφορμή ενός ταξιδιού· εκεί ο Σίμος ένοιωσε πως βρίσκεται ανάμεσα σε δικούς του ανθρώπους, χωρίς ψεύτικα περιτυλίγματα, που όλοι βιώνουν ένα ήρεμο αλλά βαθύ ωριαίο οργασμό. Άλλωστε αυτό ήταν «το δικό του S&M είναι Sex and Music».Thank you master!

Blue OrchidsΧωρίς μουσική, η μέρα θα ήταν βουβή ταινία χωρίς χρώμα. Η ολιγόωρη έκθεση σ’ αυτήν μπορεί να σε καθαρίσει εσωτερικά, ή χρόνια να σε καθορίσει. […] Χαιρόμουν περνώντας τις τάξεις, με τσάκωνα ν’ ακούω πιο δύσκολα μαθήματα. Άφηνα νέους ανθρώπους να εισβάλουν μέσω των ηχείων στη ζωή μου, τους έκανα φίλους και εραστές, περίμενα ανυπόμονα την επόμενη επίσκεψή τους. Όσο αφηγούνταν αληθινές κι ενδιαφέρουσες ιστορίες, η σχέση μας κυλούσε αρμονικά· όταν έχαναν ή υποβάθμιζαν εσκεμμένα αυτά που αγαπούσα σ’ αυτούς, ο χωρισμός ήταν αναπόφευκτος. Άφηνε όμως μια γλύκα πίσω του, το απογοητευτικό τέλος δεν έσβηνε το θαυμασμό και την προηγηθείσα αγάπη. Οι δίσκοι της ζωής μου δεν έχουν μόνο καλά τραγούδια, είναι η ιστορία μου, μέρος της μόρφωσής μου, αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσής μου. [σ. 124]

ochsΕκδ. Mic Books, 2013, σελ. 330, με 11σέλιδες σημειώσεις πάνω στα τραγούδια, τους δίσκους και τους καλλιτέχνες που αναφέρονται στο μυθιστόρημα. Κεντρική διάθεση: εκδ. Απόπειρα,  Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις εικόνες: Μπάμπης Αργυρίου, Nick Drake, Tim Buckley, Husker Du, Ramones, John Cale, Daniel Johnston, Greg Sage (Wipers), Blue Orchids, Phil Ochs, που ακούγονται ή λέγονται σε καίρια μυθιστορηματικά σημεία.

10
Δεκ.
13

Γιάννης Γ. Μπαζός – Provos & Merry Pranksters. Τα πρωτοποριακά κινήματα της δεκαετίας του ’60

ΑπόProvos - Marry Pranksters Εξώφυλλο την εσωτερική επανάσταση στην κοινωνική ευδαιμονία

Οι Provos δημιουργήθηκαν στο Άμστερνταμ στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και έδωσαν πρωτότυπες πολιτικές μάχες, άνοιξαν νέα μέτωπα αμφισβήτησης, υιοθέτησαν την πρόκληση ως κύριο επαναστατικό όπλο, έδωσαν μάχες για την οικολογία και μια ποιοτικότερη ζωή. Στο επίκεντρο της φιλοσοφίας τους τέθηκε η πλύση εγκεφάλου που έχει μετατρέψει τους ανθρώπους σε εξαρτημένους καταναλωτές. Ο συγγραφέας εξετάζει γραμμικά και λεπτομερώς την πορεία τους από το 1961 και τους Νόζεμς [Nozems] του Άμστερνταμ, ολλανδικό αντίστοιχο των Άγγλων Teddy Boys και των Γάλλων Blousons Noirs και την προσωπικότητα των «ιδρυτών» τους: του «θεωρητικού» τους Ρου Φαν Ντάουν, που εμπνεόταν από τον Αναρχισμό, Ντανταϊσμό, τον ντε Σαντ, τον Γερμανό φιλόσοφο γκουρού της νέας κουλτούρας Χέρμπερτ Μαρκούζε, και του καλλιτέχνη του δρόμου Ρόμπερτ Γιάσπερ Χρότφελντ, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τη μαγεία και τη χαρά της ζωής και εμπνεόταν εμπνευσμένος από το ντανταϊστικό στιλ του Δαν Ντούσμπεργκ, ιδρυτή της ομάδας Ντε Στέιλ [De Stijl] – του ολλανδικού αντίστοιχου του Bauhaus.

provos_1Βασικό μοντέλο τακτικής των Provos υπήρξε το Marijuette Game, ένα διαρκές παιχνίδι παραπληροφόρησης και γελοιοποίησης των αρχών – έβαζαν πακέτα με μαριχουάνα στους αυτόματους πωλητές τσιγάρων, κάπνιζαν νόμιμα βότανα προκαλώντας την σύλληψή τους. Ο Χρότφελντ, που ζούσε σε μια σχεδία πάνω στα κανάλια και κατάλαβε από νωρίς την δύναμη της εικόνας, ξεκίνησε έναν πόλεμο με την βιομηχανία του καπνού: έγραφε τη λέξη Καρκίνος επάνω σε κάθε σχετική διαφημιστική πινακίδα, μετέτρεψε ένα στούντιο σε Provo01Αντικαπνιστικό Ναό. Η καρδιά της πόλης ήταν η πλατεία Σπάου και εκεί άρχισαν τα happening που συνδύαζαν τέχνη του δρόμου και σουρεαλιστική κριτική του συστήματος.

Ο Κόσταντ Νιούβενχαους, ιδρυτικό μέλος της διεθνούς ομάδας καλλιτεχνών COBRA και πρώην μέλος της Καταστασιακής Διεθνούς ασχολήθηκε με την μορφοποίηση της Λευκής Φιλοσοφίας, που θεωρούσε την εργασία άχρηστη, συνεπώς ήρθε σε αντίθεση με τους κομμουνιστές που την θεωρούσαν αξία από μόνη της. Ταυτόχρονα επανέφερε τον όρο Homo Ludens, τον Άνθρωπο που Παίζει, επαναφέροντας τον όρο του Γιόχαν Χάουσινχα. Η δημιουργικότητα δεν έπρεπε να αποτελεί φυγή από τη πραγματικότητα αλλά βασικό μοτίβο της ζωής του κάθε ανθρώπου.

Πρώτη πρακτική εκδήλωση των παραπάνω αποτέλεσε το Πλάνο των Λευκών Ποδηλάτων, ο διασκορπισμός στην πόλη λευκών ξεκλείδωτων ποδηλάτων, προς ελεύθερη χρήση για οποιονδήποτε, ώστε να σταματήσει η κίνηση των αυτοκινήτων στο κέντρο του ΆμProvos-2στερνταμ. Η ιδέα που τότε προκάλεσε την αντίδραση των αρχών τώρα έχει πλέον υιοθετηθεί από πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ένα άλλο Λευκό Πλάνο αφορούσε την υποχρέωση κάθε οδηγού να ζωγραφίσει στο οδόστρωμα με λευκή μπογιά το περίγραμμα του θύματος του ατυχήματος που προκάλεσε. Το Πλάνο των Λευκών Σπιτιών πρότεινε την κατάληψη εγκαταλειμμένων σπιτιών – οι πόρτες βάφονταν άσπρες ώστε να αναγνωρίζονται από κάθε ενδιαφερόμενο. Ο καταληψίας αρκούσε να μεταφέρει στο χώρο ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι και μια καρέκλα για να νομιμοποιήσει το δικαίωμα στέγασής του!

provosmokeΤο πρώτο τεύχος του περιοδικού PROVO ήταν γεγονός ενώ το φυλλάδιο Provokatie #3 έριξε φως στο ναζιστικό παρελθόν κάποιων μελών της βασιλικής οικογένειας. Το άγαλμα της κεντρικής πλατείας είχε την κατάλληλη αντιμετώπιση εφόσον τιμούσε τον σφαγέα των πληθυσμών της Ινδονησίας, έναν εγκληματία πολέμου και αποικιοκρατίας. Η επίσκεψη του Κλάους Βον Άμσπεργκ, πρώην Ναζί και νυν Γερμανού διπλωμάτη για να παντρευτεί την πριγκίπισσα Βεατρίκη δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Οι Provos με δεξιοτεχνία παραπλάνησαν τις αστυνομικές αργές και ανατίναξαν μία από τις περίφημες βόμβες καπνού, φτιαγμένη από ζάχαρη και νίτρο, ακίνδυνη αλλά αρκετή για να κατασυννεφιάσει την ατμόσφαιρα και να γελοιοποιήσει την παρέλαση (βλ. φωτ.). Σε μια ευφυέστατη ακόμα κίνηση, ηχεία μετέδιδαν στη διαπασών ηχογραφημένους λόγους του Χίτλερ, ενώ ένα λευκό κοτόπουλο ρίχτηκε μπροστά στα άλογα, αναγκάζοντάς τα να σηκωθούν στα δυο πόδια.

harry-mulischΟ περίφημος συγγραφέας Χάρυ Μούλις στο βιβλίο του Message to the Rat’s King διηγείται τι συνέβαινε εκείνο τον καιρό στην πόλη. Ο ίδιος είχε πάρει θέση σε κεντρικό μπαρ για να απολαύσει την σχετική καπνισμένη σκηνή, ενώ βάφτισε mass guerilla theater την τακτική των Provos να διαλύονται και να συγκεντρώνονται άμεσα σε άλλο σημείο της πόλης, λίγο μετά από κάθε επίθεση της αστυνομίας. Η επανάσταση του Προβοταριάτου, όπως αποκαλούσαν οι Provos προβοκάροντας την ομάδα τους ήταν γεγονός! Από μια σειρά απολαυστικών δράσεων μέχρι την αυτοδιάλυση, οι Provos έθεσαν τις βάσεις του σύγχρονου ακτιβισμού και διαμόρφωσαν βασικά στοιχεία της σύγχρονης αντικουλτούρας, έκαναν την Ολλανδία να ξεπεράσει την αντιναρκωτική υστερία, ενέπνευσαν για πόλεις ποδηλασίας αλλά και την από κοινού χρήση μεταφορικών μέσων, διέκριναν μεταξύ αξίας χρήσης και ιδιοκτησίας, συνεισέφεραν σε ανυπολόγιστο βαθμό στο κίνημα των καταλήψεων, διέγνωσαν από τους πρώτους τα κυρίαρχα συναισθήματα αλλά και αιτήματα της νεολαίας του ’60.

kenkeseyΟι Merry Pranksters εμφανίστηκαν στην Καλιφόρνια στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και ήταν μια παρέα γύρω από τον συγγραφέα Κen Kesey [One Flew Over the Cuckoo’s Nest, 1962]. Ο Kesey ήρθε σε επαφή με τα ναρκωτικά όταν δέχτηκε να συμμετάσχει επ’ αμοιβή στα πειράματα που οργάνωνε ο Στρατός και η CIA με διάφορα ψυχοδηλωτικά παρασκευάσματα, μεταξύ και των οποίων το LSD-25 –  η έρευνα αφορούσε διάφορες τεχνικές χειραγώγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Λίγο αργότερα εργάστηκε στο ψυχιατρικό τμήμα του ίδιου στρατιωτικού νοσοκομείου και εμπνεύστηκε το περίφημο βιβλίο του. Με τα χρήματα των πωλήσεων αγόρασε την περίφημο σπίτι La Honda στην ενδοχώρα του Πάλο Άλτο, το σπίτι που εξελίχθηκε σε κοινόβιο.

magic busΜε τα χρήματα από το δεύτερο βιβλίο του [Sometimes a Great Notion] o Κήζυ και οι φίλοι του αγόρασαν ένα μεγάλο παλιό σχολικό λεωφορείο με σκοπό να διασχίσουν ολόκληρη την Αμερική. Το έβαψαν με λαμπερά ψυχεδελικά σχέδια, το ονόμασαν Further, διαμόρφωσαν άνοιγμα στην οροφή για να ανεβαίνουν, συνέδεσαν μικροφωνική εγκατάσταση με μεγάλα ηχεία για συλλογή ήχων εντός και εκτός λεωφορείου και ξεκίνησαν στις 14.6.1964. Με οδηγό Νηλ Κασσάντυ, τον γνωστό ήρωα του On the Road του Jack Kerouac, κινήθηκαν μέχρι την Νέα Υόρκη για να συναντήσουν τον Κέρουακ και τον Τίμοθυ Λήρυ και να επιστρέψουν από άλλο δρόμο.

tumblr_mdzgbcspsg1qba9mio1_500Μαζί με τις καλογραμμένες σελίδες ταξιδεύουμε κι εμείς για άλλη μια φορά «Παραπέρα», σα να είμαστε παρόντες στο πολιτισμικό σοκ που προκαλούσε το θέαμα στις τοπικές κοινωνίες, στις χωρίς φρένο διαδρομές υπό την επίδραση του LSD, στην απρόσμενη συνάντηση με τους Hell’s Angels, στα Acid Tests και την δημιουργία χειροποίητων διαδραστικών μηχανημάτων εικόνας και ήχου, καθώς και του περίφημο blue box για δωρεάν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, που άνοιξε δρόμο στα συστήματα πολλαπλών συχνοτήτων, σχεδόν στις πρώιμες παρυφές του κυβερνοχώρου. Σε μια συγκέντρωση για τον πόλεμο του Βιετνάμ ο Κήζυ είχε ήδη διακρίνει τις τακτικές της σύγχρονης πολιτικής: Δεν πρόκειται να σταματήσετε τον πόλεμο με συγκεντρώσεις και πορείες…Αυτό είναι το δικό τους παιχνίδι…Αυτοί τις διοργανώνουν, αυτοί κάνουν πολέμους εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια και αυτό ακριβώς είναι το παιχνίδι τους, που τώρα παίζετε κι εσείς…

Εκείνοι οι Ταξιδιώτες του Τώρα πίστευαν πως αντί να ζούμε μια ολόκληρη ζωή προσδοκώντας το μέλλον ή αναπολώντας το παρελθόν είναι καλύτερα να ζούμε απόλυτα το παρόν στο παρόν. Από το Come Together [1966 – 1967] στο Woodstock [1968] και από τον Mysterious Captain Crunch [1971] στα Χρόνια psycholoveτου Oregon [1972 – 1974], από τον Gerry Garcia και τον Ken Babbs στην Mountain Girl και τον Wavy Cravy, μια ολόκληρη εποχή διατρέχει τις πολύτιμες σελίδες που συμπληρώνονται με απρόσμενο επίλογο για το πώς έζησε ο καθένας από τα βασικά μέλη των ομάδων (τόσο των Provos όσο και των Merry Pranksters) και πού βρίσκεται σήμερα.

Τελικά πέρα από τα παράλληλα σύμπαντα τι ενώνει τις δυο ομάδες που δεν συναντήθηκαν ποτέ; Ο Provos υπήρξαν καθαρόαιμοι μητροπολιτικοί ακτιβιστές που δρούσαν στο Κέντρο της Πόλης και πρότειναν δράσεις για καλύτερη καθημερινή ζωή, ενώ οι MP υπήρξαν αναχωρητές, αναζητούσαν τον δικό τους ιδιωτικό χώρο και δημιούργησαν την δική τους διάσταση της πραγματικότητας. Αμφότεροι είχαν μικρή αριθμητική δύναμη αλλά διαβολεμένη δημιουργικότητα και δυσανάλογα μεγάλη συνεισφορά στο κίνημα του ’60 και ακόμα παραπέρα.

mountain girlΤο ευδαιμονικό και το τελετουργικό στοιχείο, το παιχνίδι και η φάρσα, το παραπέρα και η επανασύνδεση με την εμπειρία αλλά και η αυτοδιάλυση αποτελούσαν όλα βασικά αλλά και κοινά στοιχεία και σε αυτούς τους τομείς αφιερώνει τα τελευταία του κείμενα ο συγγραφέας. Ως προς τον ευδαιμονισμό οι Provos ενθάρρυναν την χρήση μαριχουάνας και LSD και απέρριψαν την βλαβερή ουσία του καπνού, εκθέτοντας παράλληλα και την διγλωσσία της εξουσίας που απαγορεύει τα μεν και διαφημίζει τα δε. Οι MP επίσης εστίασαν στο λυσεργικό οξύ ενώ η απόλαυση γενικότερα υπήρξε βασικό αίτημα όλων αλλά και το άκρο αντίθετο της μικροαστικής, καταναλωτικής «ευδαιμονίας». Ως προς το τελετουργικό στοιχείο οι Provos πρότειναν τα happening και την αυθόρμητη συμμετοχή οποιουδήποτε παριστάμενου. Οι MP θεωρούσαν τον χορό ως μια ολιστική αλλά και συμμετοχική τελετή, ενθάρρυναν την κοινή λήψη ναρκωτικών και τη ιδέα της κοινότητας ως εμπειρία επανενσωμάτωσης.

provos«Ένα γέλιο θα σας θάψει!». Και για τις δυο ομάδες το παιχνίδι και την φάρσα αποτελούσαν πολύτιμο συστατικό της δράσης τους. Οι Provos χρησιμοποιούσαν τους αστυνομικούς σα μαριονέτες, οδηγώντας τους σε αλλεπάλληλες γκάφες που φρόντιζαν να κινηματογραφούν, ενώ χειρίστηκαν με πολύ έξυπνο τρόπο τα ΜΜΕ για να περάσουν τα μηνύματά τους και να μεγεθύνουν την εικόνα τους. Αξέχαστο παραμένει το σύνθημα της αυτοδιάλυσής τους: Πρέπει να διαλυθούμε γιατί όλοι οι μεγάλοι άνδρες που συνέβαλαν στο μύθο μας δεν είναι πια μαζί μας [αναφορά στον αρχηγό της αστυνομίας και στον δήμαρχο, κατεξοχήν θύματα των φαρσών τους]. Σε παρεμφερές κλίμα οι MP άνοιγαν τις κάμερες όποτε είχαν πρόβλημα με την αστυνομία και κατέγραφαν τα πάντα – η αναγκαστική δημοσιότητα αποθάρρυναν τον υπερβάλλοντα ζήλο των αρχών. Αμφότεροι γνώριζαν τα πλεονεκτήματα του αιφνιδιασμού και της τακτικής του χιούμορ και της μη-βίας.

Ken_KeseyΤι υπήρχε «Παραπέρα»; Οι Provos ξεκίνησαν με κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας, έδωσαν σοβαρές πολιτικές μάχες για νέα θέματα, πρότειναν συγκεκριμένα πλάνα για την ζωή πόλη, έβαλαν την επαναστατικότητα στην καθημερινότητα. Δεν ένοιωθαν όμως καμία συγγένεια με την εργατική τάξη, δεν ασχολήθηκαν με κανένα προλεταριάτο, απευθύνονταν στους πάντες και ιδίως στους ρόκερς, στους καλλιτέχνες, στους απόκληρους, στους ονειροπόλους. Συνεπώς ήρθαν σε αντιπαράθεση τόσο με την παραδοσιακή Αριστερά όσο και με την Internationale Situationniste. Οι MP σχετίστηκαν με καλλιτέχνες, νεαρούς, αλήτες, απόκληρους, δημοσιογράφου. Επιχείρησαν μια νέα αφήγηση της πραγματικότητας, κράτησαν  ίδιες αποστάσεις από την Αριστερά και τους εκμεταλλευτές της εναλλακτικής κουλτούρας του Φρίσκο. Δεν γινόταν να παίξουν το παιχνίδι των άλλων· ήταν πρωταγωνιστές στην δική τους ταινία.

tumblr_mcc1zfbDY91r68b0fo1_1280Και οι δυο ομάδες επέλεξαν να πειραματιστούν – επέλεγαν την αφύπνιση αντί της επανάστασης και αναζήτησαν τον δικό τους αυτόνομο χώρο, τόσο χωροταξικά όσο και πολιτικά. Αντιλήφθηκαν το εφήμερο της επαναστατικής διαδικασίας, την σπουδαιότητα των μικρών νικών και αυτοδιαλύθηκαν πριν τις σαρώσει ο χρόνος – οι Provos όταν κινδύνευσαν να γίνουν θεσμός, οι Pranksters όταν ο Κesey αντιλήφθηκε πως η αναχώρηση ήταν επιβεβλημένη. Όλοι τους όμως είχαν επιχειρήσει επιτυχώς την επανασύνδεση με την εμπειρία μιας μαγικής, απολαυστικής ζωής, ασχολήθηκαν με την διαχείριση του δικού τους βίου, αγνόησαν την αγορά και τους κανόνες τους. Αντιλήφθηκαν ότι η σύγχρονη ζωή εκφυλίζεται από την αυτοματοποίηση, την ελάχιστη συμμετοχή στην ζωή, την μοναξιά, την αποσύνδεση του εγκεφάλου μας από τα αισθητήρια όργανα, την παραμέληση των αισθήσεων. Και μόνο η επανασύνδεση των αισθήσεων αποτελούσε γι’ αυτούς πράξη επαναστατική. Η κατάδυση στο παγανιστικό, ψυχεδελικό και πρωτόγονο κομμάτι του εαυτού οδήγησε στην πλήρη εσωτερική απελευθέρωση. Έκαναν την ζωή τους τέχνη, έδωσαν νέο περιεχόμενο στον ακτιβισμό, απέδειξαν έμπρακτα πως οι μειονότητες μπορούν να κάνουν τη διαφορά και αποθέωσαν την έννοια που αποτελεί και σήμερα την μόνη ελπίδα: συλλογικότητα.

6a00d83453b9ca69e2014e8a60c651970dΕκδόσεις Σοφίτα, 2013, σελ. 166, με δισέλιδη ξενόγλωσση και ελληνική βιβλιογραφία. Περιλαμβάνει πλήθος μαυρόασπρων φωτογραφιών.

ΥΓ. Η πρώτη ελληνική «γραφή» περί των Provos ήταν στο Πεζοδρόμιο 9 [Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1979], που παρά τις λίγες σελίδες έδινε ένα ημερολογιακό περίγραμμα της δράσης τους, έντεκα χρόνια νωρίτερα από το πρώτο σχετικό άρθρο στα αγγλικά, των High Times.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. υπό τον τίτλο Για την επανάσταση του Προβοταριάτου! / Δεύτερη σημείωση: To βιβλίο φυσικά δεν διέφυγε της ιστοσελίδας που κατεξοχήν ασχολείται με την ολλανδόφωνη ποίηση και πεζογραφία.

Στις εικόνες: Το πρώτο τεύχος, οι φασίστες σε έκρηξη ζάχαρης, Harry Mulisch, Ken Kesey, Μountain Girl, η πρώτη ελληνική έκδοση για τους Πρόβος, Ken Kesey.

29
Οκτ.
13

Τώρα, α-λλού

loureed1Το Mic.gr προσκάλεσε τους συνεργάτες του να «γράψουν» από κοινού μια κασέττα με Lou Reed, με το τραγούδι που έκαστος επιθυμεί να μοιραστεί. Το Πανδοχείο ζήτησε μια θέση κάπου στην δεύτερη πλευρά, για να «αντιγράψει» το τελευταίο τραγούδι ενός δίσκου. Ολόκληρη η κασέττα και οι σημειώσεις της εδώ.

Sad Song [Berlin, 1973]

Ως ένας απόλυτα αφοσιωμένος ακόλουθος του John Cale ήταν αδύνατο να σταματήσω να ακούω τον Lou Reed. Κάπως είχα στο μυαλό μου, πως όσο οι τρισμέγιστες διαφορές (ευτυχώς) κατέκαψαν κάθε εκφυλιστική συνέχεια του Βελούδινου Υπογείου, άλλο τόσο οι ίδιες είναι που έφτιαξαν τις δυο προσωπικότητες – αυτές που είχα πάντα στο νου όταν με βεβαιότητα μονολογούσα πως το ροκ εντ ρολλ έχει πεθάνει μόνο για τους νεκρούς. Αλλά και αντίστροφα: η απόλυτη αντίθεσή τους έφτιαχνε αυτό που είναι αυτή η μουσική και καμία άλλη. Η απόλυτη σκέψη και η απόλυτη δράση. Το νεωτερικό και το αρχέγονο. Και χίλιες δυο άλλες τετριμμένες λέξεις.

Αυτός λοιπόν που μέσα από τους εφιάλτες της ζωής του είναι ο μόνος που δικαιούται να μιλάει για Τέλειες Μέρες, με προσκαλούσε συχνότερα από οπουδήποτε αλλού στο δικό του Βερολίνο. Σ’ αυτή την παροιμιώδη του αποτυχία, στην ομιχλώδη και καταθλιπτική (όπως και η συμβολισμένη πόλη) του ομολογία αδυναμίας. Εδώ συναντήθηκαν οι Καμμένοι Έρωτες, η Αυτοκτονία, η Ζωή που Άδειασε, εδώ σαν να συνάντησε τους Velvets, τον Cale, την Nico – θα μπορούσε να είναι τραγούδι τους καθενός τους – εδώ σαν να κάλεσε και τα φαντάσματα των φίλων, που φαντάζεται να τον συνοδεύουν στο ρεφραίν, εδώ μαtumblr_lev6z3slxx1qzc5quo1_500ς διαβεβαίωσε πως όση ευφορία και να μας πυρπολεί, εμείς θα προτιμούμε τα λυπημένα τραγούδια, αλλά μόνο από αυτούς που Είναι αυτό που Τραγούδησαν.

21
Ιολ.
13

Χίλντα Παπαδημητρίου – Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς

Μ1ια ολόκληρη δισκογραφία ενόχων

Εμένα παππούδες μου είναι ο Βαμβακάρης και ο Τζων Λη Χούκερ. Θείοι μου ο Αδάμης Μελισσηνός και ο Έρικ Μπάρτον. Η μάνα μου με νανούριζε με σμυρναίικα και Χατζιδάκι και ο πατέρας μου άναβε κάθε βράδυ το ραδιόφωνο με τις λυχνίες για να ακούσει τα μπλουζ του Μισσισιπή…

… έλεγε ο Απόστολος Μελισσηνός, προικισμένος τραγουδιστής και αξίως κι επαρκώς αγαπημένος του κοινού του, αλλά τι κληρονομιά αφήνουν τα λόγια όταν η φωνή σιωπά και το σώμα εξαφανίζεται; Και τι μένει από το ίδιο του έργο, και τι απομένει στις μνήμες των άλλων όταν ο δημιουργός μεταβαίνει σε κόσμους άλλους; Η απάντηση δε μπορεί παρά να διαμερίζεται στα πρόσωπα που σχετίστηκαν μαζί του ή αγάπησαν τα τραγούδια του. Και στο μυθιστόρημα υπάρχουν αρκετοί κι από τις δυο μεριές. Αλλά υπάρχει και μια μαύρη τρύπα που οφείλει να κλείσει για να συνεχίζει η μουσική του το ταξίδι της: η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης, η απονομή του φυσικού δικαίου της ίδιας της δημιουργίας της. Και πάλι εδώ πολλοί θα εμπλακούν, αλλά μόνο ο εντεταλμένος των θεσμών, αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, θα λάβει κλήση ανίχνευσης του πλέον απρόσμενου εγκλήματος. Κι ας βρίσκεται ο δύσμοιρος στην αρχή των πολυπόθητων διακοπών του και στο μέσ2ο ενός θέρους φλογοβόλου και δραματικά φλογοφόρου.

Προτού ο Μελισσηνός εξαφανιστεί στην ούτως ή άλλως τα πάντα απορροφούσα Κρήτη, έχει από καιρό διατρανώσει την οικογενειακή του καταγωγή από τον μυθικό λυράρη Αδάμη Μελισσηνό κι έχει μείνει αδιάψευστος με τα χρόνια· η εξαργύρωση της τιμητικής ρίζας έγινε πάνω στη σκηνή: ήταν ο πρώτος που αντικατέστησε την κιθάρα με κρητική λύρα ή με λαγούτο, δημιουργώντας το ρεύμα του μεσογειακού ροκ! Και καθώς το ρεύμα τώρα φύσηξε μακριά, μένει μια χαμένη λύρα, ένα τσαλακωμένο αυτοκίνητο στο φαράγγι του Ίμπρου, ένα καλοδιπλωμένο γυναικείο μαντίλι, το αποτύπωμα τροχού μηχανής στο πορτμπαγκάζ κι ένα κρητικό μαχαίρι στο στέρνο. Και τεθλιμμένοι φίλοι, πολλοί τεθλιμμένοι φίλοι.

Για τον Χάρη Νικολόπουλο και τις χαώδεις του διαφορές από τον μέσο όρο τόσο των αρχετυπικών λυτών μυστηρίου έχουμε ήδη γράψει κατά την πρώτη του γραπτή περιπέτεια, όταν αναζητούσε εκείνον που σκότωσε Για μια χούφτα βινύλια. Εδώ μπορούμε να απολαύσουμε την αυτόφωτη συστηματική του ακόμα περισσότερο. Αυτός ο μοναχικός εργάτης ενός δικαίου που εκλείπει από παντού, μοιάζει να ισορροπεί μόνο στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Όσο κι αν η ζωή του καταβρέχ5εται από τις φουρτούνες, στη δουλειά του αποδεικνύεται η απόλυτα ήρεμη δύναμη που αρχινά ανθρώπινα, προχωρά λογικά, επεκτείνεται διαισθητικά, βηματίζει μεθοδικά – κι ας σιγοβράζει εντός. Ανάμεσα στους ταραγμένους δορυφόρους χαρακτήρες που τρέχουν γύρω γύρω του για να τον ζαλίσουν, εκείνος παραμένει στην πορεία του, ακόμα κι όταν τα φώτα γύρω του σβήνουν κι ο δρόμος του χάνεται. Διόλου τυχαία – κι αυτό κι αν σπανίζει στα μαύρα αναγνώσματα – όταν στις σελίδες έρχεται η σειρά του, ο αναγνώστης ηρεμεί. Ενίοτε και τον χαζεύει, κάποτε δε συμπάσχει.

Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Χάρης ερευνά στο γραφείο του Απόστολου και βρίσκεται μπροστά σ’ ένα εντυπωσιακό τζουκμπόξ Wurlitzer, σαν εκείνο που χάζευε μικρός στην επαρχιακή ταβέρνα ή έμαθε από τις παλιές ταινίες. Σταματάει κάθε άλλη έρευνα και αναζητάει ένα 45άρι με μαύρη ετικέτα. Η σκηνή δεν εξελίσσεται όπως θα περίμενε κανείς – αλλά μέσα στο απειροελάχιστο διάστημα ανάμεσα στο μηχανισμό του βραχίονα και τους πρώτους στίχους ο Χάρης είναι ένας άλλος Χάρης, ή, μάλλseeburgc_jukebox_11ον, ο πραγματικός Χάρης. Ο ίδιος Χάρης που αργότερα θα πληγωθεί όταν κάποια τυχάρπαστη δημοσιογραφίσκη θα γράψει πως ο αστυνόμος που αναζητά τους φόνους των μουσικών, δεν ακούει καν μουσική.

Αλλά τουλάχιστο θα έχει την τύχη να έχει δίπλα του ερίτιμη συνεργάτιδα, μοιραζόμενος μαζί της την βεβαιότητα ότι άλλο πράγμα ο κινηματογράφος και τα βιβλία, κι άλλο η ζωή, αλλά και τον δοτό Παρασκευά, ενίοτε καρτούν αλλά γερό γνώστη μερικών απαραίτητων ήχων, κι ίσως το κοινό τους ανηφόρισμα στο Εκράν για το Γεράκι της Μάλτας ακριβώς να μαρτυρά έναν παλιό κώδικα και μια νέα σεμνότητα. Ο νεαρός άλλωστε θα ανακαλύψει κι έναν δεύτερο νεκρό σε μια κινηματογραφικότατη σκηνή βαλκανικής κωμωδίας, διαμέσου γειτονικού ακάλυπτου, αλουμινένιας σκάλας και πλημμυρισμένου μπάνιου. Πιθανώς μια παλαιο-νεοελληνική εκδοχή του αξιώματος «ο καθένας έχει τον θάνατο που του αξίζει»;

3 - ΠουλικάκοςΌταν κάποιος είναι αθώος και τον καλούν για ανάκριση, αισθάνεται ενοχές ακόμα κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα. Όταν είναι ένοχος, προβάρει ιστορίες και δικαιολογίες και συνήθως μιλάει περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Αυτό το είχε διαβάσει κάποτε σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, την εποχή που πήγαινε στη σχολή. Και στην πράξη είχε διαπιστώσει ότι έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι…

… σκέφτεται ο Χάρης, αλλά πώς να βγάλεις άκρη με τόσους εμπλεκόμενους, ποιον να πάρεις και ποιον ν’ αφήσεις; Τον λάτρη του Πουλικάκου και πιστό του καθαρόαιμου ροκ ήχου, σαν του Εξαδάκτυλου, Φάνη, που δεσμεύεται με την αδελφή του Απόστολου Εριέττα; Τον μπασίστα Θοδωρή που επιμένει να ανεβάσει τον Νικολόπουλο μέρα μεσημέρι στα παντέρμα ορεινά χανιώτικα χωριά και να του μάθει τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον Τουμάνι Ντιαμπατέ; Τον  ανεκδιήγητο «Ακατοίκητο» Πέτρο Πάκμαν που υποφέρει στις δικές του ανταγωνιστικότητες; Τον ιδιοκτήτη της ανεξάρτητης δισκογραφικής Βohemia Records που επιζητά με νύχια και με δόντια να κρατήσει τον Απόστολο μακριά από τις πολυεθνικές; Την άλλοτε ερώμενη και νυν μάνατζερ Νίνα; Τους έτερους αυλικούς και γελωτοποιούς του βασιλιά; Όλους όσους ήθελαν δουλειά στη μπάντα και στις ηχογραφήσεις του Απόστολου;

4 - Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος - Παντελής Δεληγιαννίδης]Ίσως κάποιες απαντήσεις πάνε πολύ πίσω: Στις παρέες και στα δοξασμένα τους συγκροτήματα· στις πρόβες στο πλυσταριό, στα βιβλία με τα ακόρντα των Simon & Gartfunkel, στους ψαγμένους στίχων του Νικ Ντρέικ και του Πήτερ Χάμιλ, στις συναυλίες σε καταλήψεις των ΚΑΤΕΕ, σε παλιές επαγγελματικές κάρτες στούντιο, στον φίλο στο αμαξίδιο που είχε μια οντισιόν στους Magic de Spell λίγο πριν το ατύχημα, στις πικρές κουβέντες την παραμονή της τελευταίας συναυλίας και ξανά στις παλιές παρέες που «κρύβουν μυστικά, έχθρες, μνησικακίες και ανταγωνισμούς». Αλλά πάνω απ’ όλα στην ίδια την εποχή:

Όταν απολύθηκε, τέλη του 1981, νοίκιασε ένα δώμα στην ταράτσα μιας μονοκατοικίας στο Κουκάκι. Βρήκε λίγα μαθήματα σ’ ένα ωδείο και δυο τρία ιδιαίτερα, σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν θα την έβγαζε καθαρή μ’ αυτά. Ο Απόστολος τα ζύγισε, τα συζήτησε με τον Αναστάση που δούλευε σε σκυλάδικο για να βγάλει το ψωμί του, και με βαριά καρδιά έπιασε δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Ιερά Οδό. Πίστευε ότι στη διάρκεια της μέρας θα έβρισκε χρόνο να δουλεύει τα τραγούδια του, αλλά η ρουτίνα του σκυλάδικου τον αποχαύνωσε και τον έριξε στο βαθύ πηγάδι της απελπισίας. Τρεις σεζόν άντεξε… 

3893629859_ebb3e073ed_zΊσως λοιπόν αυτή να ήταν η πρώτη μεγάλη αιμορραγία του ελληνικού ροκ, όταν διέφυγε από τις συμπληγάδες των συντηρητικών ή φασιστικών καθεστώτων και της φοβικής κοινωνίας των εικοσιπέντε μεταπολεμικών χρόνων: η επιβίωση στην άλλη άκρη των βαρέων λαϊκών. Οι αλλοτινοί ρόκερς επάνδρωναν τις ηχογραφήσεις των σκυλάδικων για να βγάζουν το ψωμί τους κι έφτιαχναν τον … ήχο των δισκογραφικών της Ομόνοιας. Οι τυχερότεροι κατέληξαν να δουλεύουν στις ταβέρνες του Καρέα, σε κομματικές συνεστιάσεις και στις γιορτές των πολιτιστικών συλλόγων της περιοχής. Κι αν κατορθώσεις και διασωθείς, η δισκογραφία πνέει τα λοίσθια και μόνο στις συναυλίες στηρίζεται πια, ο τελευταίος δίσκος βγαίνει πειρατικός και πάμφθηνος, οι πολυεθνικές σε αγοράζουν κοψοχρονιάς και «τα καλύτερα» θα βγουν προσφορά στις φυλλάδες. Τουλάχιστο μετά θάνατον σε περιμένει αυξημένη λατρεία, καμιά φιλανθρωπική συναυλία, προσφορές στις εφημερίδες, δίσκος με ανέκδοτα, κάποιος μουσικός που θα ισχυριστεί πως έχει τις τελευταίες σου ηχογραφήσεις.

DSC_4464Βλέπετε, ακριβώς σε αυτούς τους κόσμους, τους παράλληλους της μουσικής και τους επάλληλους της δημιουργίας, τα εγκλήματα δεν περιμένουν αιμοσταγείς φυσικούς αυτουργούς. Έχουν ήδη συμβεί από πολύ καιρό, δεν έπαψαν ποτέ να διαπράττονται, δεν αφαιρούν μόνο ζωές αλλά και συνειδήσεις. Αφήνουν σπουδαία ταλέντα σε χωματερές μουσικών, αφήνουν ανθρώπινα ράκη με διαψευσμένα όνειρα. Ένας ολόκληρος κόσμος πια μπορεί όχι μόνο να φτάσει στα άκρα για τα αγαθά που χάνει ή που νομίζει πως είχε. Εδώ τα άλλοθι δεν έχουν καμία σημασία και όλοι έχουν τους λόγους τους να σκοτώσουν. Και καθώς οι ράγες των ενόχων καταλήγουν στο τέρμα, μένει η αίσθηση πως δεν είχε σημασία ο οδηγός αλλά το όχημά του. Τουλάχιστο κάποιοι ψάχνουν το συναίσθημα της γαλήνης μετά την τρικυμία ή, έστω, ακόμα και μια προσωπική τραγωδία, ώστε να ζήσουν τη γαλήνη μετά.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ. 347.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Ακουστική λίστα εδώ. Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ. Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: Δημήτρης Πουλικάκος, Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος – Παντελής Δεληγιαννίδης]. Ο πρώτος τραγούδησε το ιδανικότερο στιχούργημα για το βιβλίο: Μην τους πιστεύεις ό,τι κι αν πουν, έχουνε όλοι κακούς σκοπούς. Οι δεύτεροι συνυπάρχουν μαζί Μπουρμπούλια, Πελόμα Μποκιού, Διόσκουρους κ.ά. σε μια 60άρα TDK σε κρίσιμο της πλοκής σημείο.

10
Μάι.
13

Μπίλι Χολιντέι – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία

TELIKO BILLIEΜπλέ ψυχή, μαύρο αίμα

Παίζαμε σε μια ατέλειωτη σειρά από ξεφτιλισμένα μαγαζιά, σε ζόρικες νέγρικες αίθουσες χορού στον Νότο, όπου το ουίσκυ από καλαμπόκι το φέρνανε κρυφά απέναντι από τις σιδηροδρομικές γραμμές, οπότε, μπαμ, ξαφνικά σταμάταγε αυτό το μαγγανοπήγαδο και μας αγκαζάρανε σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο λευκών. Δεν είχαμε τις σωστές φορεσιές, τα σωστά ρούχα ή μηχανήματα – οι μάγκες στην ορχήστρα δεν είχανε καν τα πνευστά που έπρεπε και που χρειάζονταν – ήμασταν όλοι ξεχαρβαλωμένοι, έχοντας διανύσει χιλιάδες μίλια άυπνοι, χωρίς πρόβες και χωρίς προετοιμασία – παρ’ όλα αυτά απαιτούσαν από μας να σκίσουμε. [σ. 92 – 93]

Προτού βρεθεί η Μπίλι Χολιντέι στον δρόμο, βρισκόταν πάντα στον δρόμο. Η ίδια μουσική που την αποπλάνησε μια για πάντα είχε νωρίτερα κλέψει την ψυχή του πατέρα της, και αργότερα τον ίδιο. Μπορεί τα δηλητηριώδη αέρα του πολέμου να του ρήμαξαν τα πνευμόνια δίνοντας τέλος στην καριέρα του ως τρομπετίστα, όμως τα χέρια του ήταν γερά και το μυαλό του πεισματωμένο: να γίνει οπωσδήποτε μουσικός. Όταν το κατάφερε τα ταξίδια με την μπάντα του ήταν και το τέλος της οικογενειακής του ζωής. Η Βαλτιμόρη κατάντησε γι’ αυτόν απλώς ένα πέρασμα μες στη νύχτα™™™. Τι απέμεινε στην μικρή Ελεονόρα; Μια νεαρή παιδούλα ως μητέρα της, και μια γιαγιά που πέθανε από γεράματα αλλά πρόλαβε να της εξηγήσει τι σήμαινε να’ ναι σκλάβα, να ανήκει ψυχή τε και σώματι σ’ έναν λευκό, που ήτανε ο πατέρας των παιδιών της.

Στα έξι ο κόσμος της ήταν η κακομεταχείριση από τους συγγενείς, το σφουγγάρισμα των «παναθεματισμένων άσπρων σκαλιών της Βαλτιμόρης» και τα θελήματα σε σπίτια και στο πορνείο της γωνίας. Κι όταν εκεί ερχότανε η ώρα της πληρωμής, τους έλεγε να κρατήσουν τα λεφτά και να την αφήσουν να πάει στο μπροστινό σαλόνι ν’ ακούσει τον Λούις Άρμστρονγκ και την Μπέσσυ Σμίθ στο γραμμόφωνο: Μερικές φορές ο δίσκος μ’ έκανε να νιώθω τέτοια θλίψη που έριχνα ένα κλάμα άλλο πράγμα. Κι άλλες φορές ο ίδιος ο παναθεματισμένος ο δίσκος μ’ έκανε τόσο ευτυχισμένη που ξεχνούσα πόσο χρήμα, που είχα βγάλει με ιδρώτα, μου στοίχιζε η μουσική βραδιά στο σαλόνι.[σ. 27]. Το μπορντέλο ήταν ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου ακουγόταν αυτή η μουσική, αλλά και όπου μπορούσαν να συναντηθούν όσο πιο φυσικά γινόταν οι λευκοί με τους μαύρους.

3Στα δέκα, της έλαχε «το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα», ο βιασμός, στα δώδεκα την κακοποίησε ένας τρομπετίστας από μια μεγάλη νέγρικη ορχήστρα. Κι έτσι δεν ήτανε ν’ απορεί κανείς που το σεξ το φοβόταν «σαν τον θάνατο». Όμως η πορνεία ήταν μονόδρομος επιβίωσης και όταν δεν αναλάμβαναν οι νταβατζήδες του, έρχονται οι επίσημοι του είδους, οι δικαστές, για να την στείλουν με ιδιαίτερη ευκολία στο αναμορφωτήριο. Μετά την θητεία της αναχωρεί με την μητέρα της για το Χάρλεμ, την εποχή του κραχ. Μόνο που, με εξαίρεση τις ουρές του ψωμιού, το κραχ δεν είναι ήταν «τίποτα καινούργιο για εκείνες, πάντα το είχαν».

Η αρχή έγινε στην 4«Ξύλινη Καλύβα», με πρώτο τραγούδι το Trav’ lin’ all alone που έκανε τους φασαριόζους θαμώνες να σιωπήσουν. Και η συνέχεια περιλαμβάνει όλους όσους έρχονταν στο καταγώγι, την άκουσαν και αργότερα συνεργάστηκαν μαζί της, επηρεαζόμενοι και οι ίδιοι από εκείνο το στυλ της ή ανάμιξαν τις μαύρες ψυχοσυνθέσεις τους σε μπλουζ, τζαζ και σουίνγκ κορυφώματα: Benny Goodman, Johnny Hodges, Coleman Hawkins, Count Basie, Artie Shaw, Duke Ellington, Lester Young, Buck Clayton, Charlie Shavers, Oscar Peterson, Roy Eldridge, Ben Webster. Ακολουθεί το αξέχαστο πρωινό της έναρξης στο Απόλλο και όλα τα μαγαζιά του Χάρλεμ. Αλλά τα μαγαζιά δεν είχανε ουσία. Η ζωή που ζούσαμε είχε. Η όλη ιστορία γινότανε στα παρασκήνια και ελάχιστοι ήτανε οι λευκοί που μπόρεσαν να τη ζήσουν από κοντά. Κι όταν γινότανε αυτό, ήταν σαν να είχανε έρθει από άλλο πλανήτη. Ήτανε βάσανο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς επιβιώσαμε. [σ. 70]

5Ο ιδιοκτήτης του Uptown House στο Χάρλεμ έγινε ο μεγάλος της έρωτας και ταυτόχρονα ο ναρκωτικός της καταστροφέας. Στην μαύρη της ζωή μπαίνουν τα απατηλά λευκά: οι γόβες, οι γαρδένιες και η πρέζα. Κατά τα άλλα ο αιώνιος και αμετακίνητος «παναθεματισμένος φυλετικός διαχωρισμός» θα βρίσκεται πάντα μπροστά της. Η Lady Day των Υπογείων θα φτάσει ψηλά, εκεί όπου τελικά δεν υπάρχει τίποτα. Στην διαδρομή δεν επιτρεπόταν ποτέ να αρρωστήσει, να δείξει πόνο, να βγει άσχημη, να μην τραγουδήσει καλά, να μην ανταποκριθεί στις προσμονές των πολλών.

Με τη ζωή που κάναμε στην τουρνέ, κανένας δεν είχε καιρό να πάει μόνος στο κρεβάτι, πόσο μάλλον και με κάποιον άλλον. Το βράδυ, όπως έλεγε κι ο Λέστερ, κάναμε στάση σε μια πόλη, πληρώναμε δύο έως τέσσερα δολάρια για ένα δωμάτιο, ξυριζόμασταν και ρίχναμε για κάμποσα λεπτά μια ματιά στο κρεβάτι, πηγαίναμε να κάνουμε πρόγραμμα, ξαναρχόμασταν, ξαναρίχναμε πάλι μια ματιά στο κρεβάτι κι ανεβαίναμε στο λεωφορείο. [σ. 93]

6Ούτως ή άλλως η ζωή της σε μεγάλο βαθμό είναι προδιαγεγραμμένη: θα παραμείνει πάντα μια μαύρη σε μια κοινωνία που αδυνατεί να την δει ως κάτι διαφορετικό από μια «μαυριδερή», μια αταίριαστη στον βρώμικο κόσμο της δημοσιότητας, μια ευάλωτη στον έρωτα και τα ψέματα των ουσιών, μια ανεπιθύμητη του «νόμου». Αυτή η αιώνια «βρωμονέγρα» καλωσόριζε τον πόνο σαν καθημερινό επισκέπτη, δεν ξεχνούσε να επαναλαμβάνει πως χωρίς φίλους δεν πας πουθενά, γνώριζε καλά πως η νομοκοινωνία δεν θα την αφήσει ποτέ ήσυχη, έμαθε να μετράει υπομονετικά τα χτυπήματα και τις ουλές (τις ορατές και τις αόρατες). Ίσως γι’ αυτό στο Strange fruit εκφραζόταν τόσο εσώψυχα· γιατί ήξερε πως το παράξενο φρούτο θα ήταν πάντα εκείνη για όλους.

7Αν περιμένει κανείς μια ατέλειωτη ελεγεία, δεν θα βρει τίποτα. Η Κυρία γράφει όπως μιλούσε, απλά, σταράτα, κοφτερά και απροκάλυπτα, όπως γράφουν σήμερα οι «βρώμικοι ρεαλιστές». Και πολύ περισσότερο δεν κλαψουρίζει ούτε αναζητά απαντήσεις. Στα δύσκολα μόνο βρίζει τους απάνθρωπους που επιχείρησαν να την τσακίσουν και τους προσπερνά με τρεις φράσεις, μέχρι τους επόμενους. Διόλου τυχαία κάθε κεφάλαιο έχει τον τίτλο ενός τραγουδιού της. Αλλά εκτός από την προσωπική διήγηση της  στο βιβλίο ανασαίνει ολόκληρος ο αληθινός τζαζ κόσμος: απαρχές, μουσικοί, μαγαζιά, τζαμαρίσματα, ηχογραφήσεις, δισκογραφήσεις, πρόσωπα, κλίμα.

233-1345280332Αν βγάλουμε τους δίσκους της Μπέσσυ Σμιθ και του Λούις Άρμστρονγκ που άκουγα όταν ήμουνα μικρή, δεν ξέρω κανέναν άλλο που να επηρέασε το τραγούδι μου, τότε ή και σήμερα. Πάντα ζήλευα τον γεμάτο δυνατό ήχο της Μπέσσυ και το αίσθημα του Ποπ. Παιδιά με ρωτάνε συνέχεια από πού προέρχεται το στυλ μου, πώς εξελίχθηκε κι άλλα τέτοια. Τι  να τους πω; Αν βρεις μια μελωδία που να σου μιλάει, τότε δεν χρειάζεται να εξελίξεις τίποτα. απλώς το αισθάνεσαι κι όταν τραγουδάς υπάρχουνε κι άλλοι που αισθάνονται κάτι. Για μένα η δουλειά, η ενορχήστρωση ή η πρόβα δεν έχουν καμία σχέση. Δώστε μου ένα τραγούδια που  να το αισθάνομαι και δεν το θεωρώ ποτέ κόπο. Τέτοιο είναι το αίσθημα που έχω για μερικά τραγούδια που δεν αντέχω να τα πω, αυτό όμως είναι πάλι άλλο θέμα. [σ. 66]

Η 8φωνή της ταυτίστηκε με την ερμηνεία, ο συρτός της ήχος με την έννοια του πόνου, η εκφορά των λέξεων ήταν σχεδόν χειροπιαστή, όπως τις άφηνε να μείνουν για λίγο στον αέρα, για να τις δεις μέσα στο πλήρες περίγραμμα και στο ολοκληρωμένο τους νόημα. Όπως άλλωστε έλεγε, «μου ’χουνε πει πως κανείς δε λέει τη λέξη «πείνα» σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη «αγάπη». Ίσως να ’ναι που θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις». Οι αστυνόμοι περίμεναν να την συλλάβουν ακόμα και έξω από το νοσοκομείο Μετροπόλιταν του Μανχάταν όπου μεταφέρθηκε για άλλη μια φορά ερείπιο τον Ιούλιο του 1959. Αλλά αυτή τη φορά απέτυχαν, τους την έκλεψε ο θάνατος.

billie and misterΗ έκδοση περιλαμβάνει γυαλιστερό ένθετο με 31 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, δισκογραφία από τον Albert McCarthy [1973] και το πεντασέλιδο κείμενο του David Ritz «Μια χρήσιμη δισκογραφία για όσους αγαπούν την Μπίλλυ» [2006], με τις δικές του απόψεις και προτάσεις για μια σειρά δίσκων της.

Πλήρης τίτλος: Billie Holiday, με τη συνεργασία του William Dufty  – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία. Εκδ. Άγρα, 2012 [Α΄ έκδ. 1984] μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, εισαγωγή David Ritz, σελ. 327 [Billie Holiday, Lady sings the blues, 1956].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

19
Ιαν.
13

Τάκης Θεοδωρόπουλος – Το τελευταίο Τέταρτο. Ένα ελληνικό χρονικό

theodoropoulos_ex_ekdoseisPolisΜια εποχή σε περιοδικό, δυο άκρα σε συνεργασία

Δυο «εμβληματικά» πρόσωπα και δυο εντελώς διαφορετικές ανθρώπινες ποιότητες, ο Μάνος  Χατζηδάκις και ο Γιώργος Κοσκωτάς, συνυπήρξαν κάτω από το ίδιο φιλόδοξο σχέδιο: συνεργάστηκαν  στο «πολιτιστικό» περιοδικό Τέταρτο, ως ιδιοκτήτης ο πρώτος, ως εκδότης – διευθυντής ο δεύτερος. Ενδιάμεσος συγγραφέας, τότε και τώρα, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος παρουσιάζει το χρονικό της περιπέτειας του Τετάρτου που για τον ίδιο κράτησε από τις αρχές του καλοκαιριού του 1984 ως τα τέλη του καλοκαιριού του 1985. Ο συγγραφέας καταγράφει μόνο ό,τι διασώθηκε στις τριακονταετείς του αναμνήσεις χωρίς να χρησιμοποιήσει το αρχείο ή τις σημειώσεις του.

Η συνύπαρξη προφανώς φαίνεται παράδοξη, αν και κατά την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή ο Κ. δεν είχε γίνει ακόμη Κ. Σύντομα βέβαια θα γινόταν ο κατεξοχήν νομιμοποιητής της σχέσης του μεγάλου χρήματος με την πολιτική και ο λαϊκός μύθος της συλλογικής φαντασίας που περίμενε επιτέλους έναν επιχειρηματία να μυήσει τη χώρα στα μυστικά του σύγχρονου κόσμου. Ο Κοσκωτάς έπεσε με το αλεξίπτωτο σαν υπόσχεση στην κεντρική πλατεία μιας ανοχύρωτης κοινωνίας. Εμφανίστηκε στην αθηναϊκή πιάτσα όπως στη δεκαετία του ΄50 εμφανιζόταν στην κεντρική πλατεία του χωριού ο ομογενής με τη σεβρολέτα και τα λαμπερά της νίκελ και γύρω μαζευόταν μη μαρίδα, κουρεμένη γουλί απ’ τον φόβο τα ψείρας, για να τον προϋπαντήσει. [σ. 23]

Χατζιδάκις 13Η ανάθεση της διεύθυνσης στον Χατζηδάκι υπήρξε πρόταση του Θεοδωρόπουλου προς τον Κοσκωτά, που το συζήτησε με τους σοφούς παρατρεχάμενους και τελικώς το αποδέχτηκε. Η συμφωνία Χατζηδάκι – Κοσκωτά επισφραγίστηκε την κλασική διαδικασία του ελληνοπρεπώς επιχειρείν: την χειραψία, που δέσμευε μεν, όχι όμως και εντελώς. Αποφευγόταν έτσι κάθε ανάληψη προσωπικής ευθύνης και αρκούσε που ο ένας έβαζε τα χρήματα και ο άλλος την προσωπικότητα. Την ίδια οδό ακολούθησαν και κάθε συνομιλία με τον τεράστιο επιχειρηματία: πάντα επί της διαδικασίας και ποτέ επί της ουσίας. Η ουσία ήταν η διαδικασία, με βασικότερο μέρος της το ποιος θα έχει το πάνω χέρι.

Κι εδώ αρχίζει το πανηγύρι. Ο Χατζηδάκις με το έργο του είχε κατακτήσει το δικαίωμα να παίζει με όσους τον καταλάβαιναν και να καταρρακώνει με τα καυστικά του σχόλια τους υπόλοιπους. Τα μπλεξίματα και οι δημόσιες συγκρούσεις αποτελούσαν υπαρξιακή του ανάγκη, πλήρως απογυμνωμένη όμως από πολιτικά ή συμφεροντικά συμφραζόμενα. Ο συνθέτης δεν μιλούσε ποτέ ως εκπρόσωπος κόμματος, συνδικάτου, οργάνωσης, ορχήστρας. Παρέμενε μεν εμβληματική μορφή της Δεξιάς αλλά με απόλυτα ανεξάρτητη σκέψη και πράξη. Δεν δίστασε να αποχωρήσει από φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ επειδή δεν ήθελε να παίξει μπροστά σε ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν μουσική, ενώ έδωσε συναυλία στο φεστιβάλ το Ρήγα Φεραίου.

EPSON scanner imageΤο όνομα του περιοδικού (ύστερα από ένα σπαρταριστό στάδιο κύησης επιλογών) αναφερόταν στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα αλλά και ως συνέχεια του Τρίτου [Προγράμματος]. Εξίσου πνευματώδεις υπήρξαν οι συνομιλίες με τον συνθέτη, συχνά με παρόντα τον Νίκο Γκάτσο, που αρκούνταν σε νεύματα και εύστοχη κριτική προσγείωση του συνθέτη, πάντα με το αναμμένο του τσιγάρο και την El Pais στο πλευρό του – «το δωρικό αντίβαρο στην ιωνική ελαφρότητα του Χατζηδάκι». Ο Χατζηδάκις είχε επεξεργαστεί σε τέτοιο σημείο το ύφος του, την εκφορά της ευαισθησίας του, ώστε να απλώνει γύρω του μιαν αύρα αφέλειας και άνεσης την οποία οι αποδέκτες της την εισέπρατταν ως εκκεντρικότητα. Ποιος άλλος θα σκεφτόταν ή θα τολμούσε να απαγορεύσει στο κρατικό ραδιόφωνο να μεταδίδει τα τραγούδια του, διότι, όπως είχε δηλώσει, «τα μεταδίδει αποκλειστικά και μόνον για να τα κακοποιεί»; [σ. 53]

Ν.Γ. - Μ.Χ.Απολαυστικές γραμμές αφιερώνονται στη σχέση του Χατζηδάκι με τον Καραμανλή, η φιλία με τον οποίο του παρείχε ασυλία σε όλα όσα έκανε, όπως, για παράδειγμα, να παίξει τον απαγορευμένο Θεοδωράκη στο κρατικό ραδιόφωνο. Ο Θεοδωρόπουλος ευστοχεί: εκτός από γαλλικά με σερραϊκή προφορά ο Καραμανλής έμαθε στο Παρίσι πως η πολιτική εξουσία οφείλει να περιβάλλεται από ανθρώπους που την βοηθούν να ανεβάσει το πνευματικό της επίπεδο και να βελτιώσει τη δημόσια εικόνα της. Η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία αφορά την επιλογή ως εξωφύλλου ενός πορτραίτου του Καραμανλή, φιλοτεχνημένου από τον …Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Το αδιανόητο καλλιτέχνημα ξετρυπώθηκε από μια αποθήκη, ανάμεσα σε άλλα κειμήλια θαυμασμού απέναντι στον μεγάλο Εθνάρχη – εικόνες με φωτοστέφανα, δρακοντοκτόνους έφιππους, βάζα με χαλκομανία του προσώπου του και ξυλόγλυπτες προτομές και απεικόνιζε τον Καραμανλή με ρεντικότα με ουρά, που ανέμιζε μπροστά στο Λευκό Πύργο! Φυσικά απορρίφθηκε η ιδέα, αλλά για να μην παραδεχτεί την ήττα του ο Χατζηδάκις τη δημοσίευσε σε μέγεθος γραμματοσήμου κάπου στις μέσα σελίδες.

22-43b-thumb-largeΜέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο συγγραφέας, που περιγράφει την προηγούμενη πορεία του με σύντομες αναδρομές (Liberation, Μεσημβρινή, Παρίσι, Αμερική, Επιστροφή) και προκρίνει την αποτίμηση των αισθημάτων απέναντι σε κάθε νοσταλγία, προσπαθεί να συμβιβάσει την μοναχική του ιδιοσυγκρασία με τις φρενήρεις απαιτήσεις του εγχειρήματος. Κυρίως όμως ακολουθεί το κείμενο του Μισέλ Λεϊρός Η λογοτεχνία σαν ταυρομαχία, σύμφωνα με το οποίο όταν γράφεις διακινδυνεύεις πολλές και ουσιαστικές φιλίες και δίπλα στον Μ.Χ. απελευθερώνεται από πολλά στερεότυπα και από τις κοινωνιολογικές υποχρεώσεις που όριζαν την καλή λογοτεχνική συμπεριφορά (άρα και γραφή) τον καιρό εκείνο: …στα μέρη μας η μεγάλη τραγική παράδοση η οποία βαφτίστηκε στα νάματα του χριστιανισμού ορίζει πως τίποτε δεν αξίζει τον κόπο αν δεν σε κάνει να υποφέρεις. Δεν είναι σοβαρός αν δεν πονάς και υποφέρεις για τα δεινά του κόσμου. Κι απ’ τον πολύ πόνο δεν προλαβαίνεις να ξυριστείς. [σ. 50]

5bb111fc1aa058e1283875b86b1a571c_0_taytothta%20hadjidakis_jpgΗ αισθητική αποτίμηση της ζωής είναι πρώτα από όλα ηθικό ζήτημα. Κι η μουσική του Χατζιδάκι, όπως η ζωγραφική του Τσαρούχη ή η ποίηση του Εγγονόπουλου, και τόσα άλλα παιδιά της Ψωροκώσταινας είναι τα υλικά που ακόμα και σήμερα με συμφιλιώνουν με την ύπαρξη στον τόπο μου, ο οποίος κατά τα άλλα με κάνει να αισθάνομαι μέτοικος στην καλύτερη περίπτωση, εξόριστος στη χειρότερη. [σ. 156]

Πώς τελειώνει το Τέταρτο; Ο Θεοδωρόπουλος καλείται να συνδράμει στην χειραγώγηση του χατζιδακικού παρορμητισμού, πράγμα που αρνείται, με τα απλά επιχειρήματα: ο Χατζηδάκις αποτελεί σύμπλεγμα του ψυχισμού του, του έχει περισσότερη εμπιστοσύνη από τον προχθεσινό Κοσκωτά και βέβαια όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουν τις τους περιμένει όταν αποφάσισαν τη συνεργασία με τον συνθέτη. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά όταν ο Κοσκωτάς γίνεται πλέον παράγων της Δημοκρατίας και ενοχλείται που δεν πουλάει αμέτρητα αντίτυπα, αγνοώντας το γεγονός ότι ένα μηνιαίο πολιτιστικό περιοδικό με άρθρα για τη σειριακή μουσική και συζητήσεις του Χατζηδάκι με τον Μπεζάρ έφτανε τα δώδεκα χιλιάδες αντίτυπα σε μια επικράτεια σαν την ελληνική· άλλωστε η επίκληση της αγοράς «μοιάζει ασπόνδυλο μαλάκιο, που μεγαλώνει ή μικραίνει ανάλογα με το επιχείρημα». Αναμφίβολα η ενόχληση των σοφών εκδοτών για την απρόβλεπτη και απείθαρχη παρουσία του Χατζηδάκι έγινε ανυπόφορη.

xatzidakis_afiervmaΟ συγγραφέας συγκαταλέγει τον συνθέτη ανάμεσα στους ηττημένους του 2012, καθώς αυτή τη στιγμή στην σύγχρονη Ελλάδα κυβερνούν όλα όσα εκείνος πολέμησε: το θράσος της αγραμματοσύνης, το παραλήρημα του φασισμού, οι εκδικητικές κραυγές των αδικημένων. Ο Χατζιδάκις διεκδικούσε το ύφος της ζωής του και δεν ανεχόταν να τον υποτιμούν, αντίθετα με ό,τι κάνει η χώρα σήμερα με τον εαυτό της. Χωριατιά κι επαρχιωτισμός χορεύουν τσάμικο στην πλάτη μας. Αρκεί να σκεφτείς πως τον Βάρναλη και τον Γληνό τους καθοδηγούσε ο Σιάντος του δημοτικού ή να θυμηθείς πώς φέρθηκε η Αριστερά στον Αλεξάνδρου και τον Τσίρκα που τόλμησαν να ατακτήσουν. Αυτή τη χωριατιά κι αυτόν τον επαρχιωτισμό πολεμούσε ο Χατζιδάκις με τα όπλα του, κι όπως έλεγε: «Στο κάτω κάτω θα μπορούσα κι εγώ να βγω και να πω ότι είμαι αριστερός…». [σ. 149]

Xatzidakis 298Έτσι το Τελευταίο Τέταρτο είναι δυο παράλληλα βιβλία, γραμμένα με την ίδια εξομολογητική ειλικρίνεια και την ίδια γαντοφορεμένη λεπτοειρωνεία. Από τη μία αποτελεί ένα κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας της δεκαετίας του ’80 καθώς, εν παραλλήλω, διασχίζονται βασικοί σταθμοί και μορφές της περίφημης «δεκαετίες της ιδιαιτερότητας»: η περίφημη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά με το ακριβό εισιτήριο και τους Αυριανιστές, τους θλιβερούς εκείνους εκπροσώπους της φυλλάδας που αποτελούσε κοινωνικά πρωτόγονη και πολιτικά ανθρωποφαγική ενσάρκωση της σκοτεινής βαλκανικής μας επαρχίας, ο μνημειώδους βλακείας Μαρούδας και οι λοιπές αριστερές δυνάμεις, τα επίπονα γεννητούρια της ελεύθερης ραδιοφωνίας, η ανεξέλεγκτη χρήση των όρων πολιτιστικός και κουλτούρα και η υποχρεωτική τους ταύτιση με την ποιότητα, ανεξαρτήτως δεξιότητας, ταλέντου ή ευφυΐας. Από την άλλη εκφράζει ένα κεφάλαιο της προσωπικής ιστορίας του συγγραφέα, που έχει πειστεί πως …ένα μεγάλο μέρος της ζωής σου ξεφεύγει από οποιαδήποτε απόπειρα ορθολογικής ερμηνείας, πως αυτό ενδέχεται να είναι το σημαντικότερο και πως η τέχνη της γραφής είναι ο τρόπος να μεταφράσεις σε αρθρωμένο λόγο το μερίδιο της ζωής  που δεν μπορείς να ερμηνεύσεις με άλλο τρόπο. [σ. 68 – 69].

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 176.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

25
Δεκ.
12

Θωμάς Κοροβίνης – Όμορφη νύχτα. Χρονογραφία – μυθιστορία για 20 χρόνια λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη [1985 – 2005]

TELIKO NYXTAΘεσσαλονίκης Νυκτωδίες

Η ταβέρνα θέλει ρεμπέτικο ή ακόμα καλύτερα καζαντζιδικού τύπου σπαραγμό. Όχι, δεν θα τους αφήσουμε τους αβασάνιστους να γκρεμίσουν τους πιο λάβρους τόπους του νυχτερινού συμποσιασμού των ανθρώπων. Όσο τουλάχιστον ζούμε. Όσο για το μετά, «γαία πυρί μειχθήτω». [σ. 28]

Η μυθιστορηματική χρονογραφία του Κοροβίνη αποσκοπεί να δωρίσει στην συλλογική μνήμη την ακτινοβολία μιας εκδοχής των θρυλικών θεσσαλονίκειων νυχτών: της Όμορφης Νύχτας αυτοπροσώπως, και συνακόλουθα της ανθρωπογεωγραφίας μιας χαμένης εποχής, ακριβώς όπως υπήρξε, χωρίς μύθους και φτιασίδια. Συνεπώς, οι υπερβολές επιτρέπονται, τα ψέματα όχι· ακόμα κι αν κάποια περιστατικά ή συναπαντήματα ανθρώπων έχουν κάτι απ’ τα ατόφια παραμύθια, ο ρεαλισμός του βιβλίου είναι απροκάλυπτα και αστόλιστα ρεαλιστικός! Το βιβλίο χωρίζεται σε δεκάδες μικρά κεφάλαια, αφιερωμένα το καθένα σε κάποιο πρόσωπο, κατάστημα, δρόμο, κατάσταση, κοινώς σε όλες τις ψηφίδες της ζωής στην μυθοποιημένης και ταυτόχρονα απομυθοποιημένης πόλης. Τα κατά Θωμά Ευαγγέλια είναι απολύτως προσωπικά και εμπειρικά, χωρίς αξιώσεις αντικειμενικότητας, χωρίς απαιτήσεις ωραιοποίησης.

20120125_foto_korovinis_blogH ιδέα του αφηγήματος οφείλεται στον συγγραφέα φίλο του συγγραφέα Δημήτρη Μίγγα, ο δε τόπος της προτροπής ήταν η λαϊκή ταβέρνα «Το Άσυλο», στην είσοδο του συνοικισμού της Ευαγγελιστρίας. Το αρχικό μάλιστα σχέδιο περιελάμβανε ένα μοιρασμένο (σε δίσκους το λέμε split!) μυθιστόρημα, αλλά ο Μίγγας αναγνώρισε πως τα κοροβίνεια βιώματα έπρεπε να καταγραφούν από τον βιώσαντα. Πράγματι, αν το κάθε γραπτό υστερεί ούτως ή άλλως σε σχέση με την καθαρότητα και την ευταξία της αυθεντικής εμπειρίας, τότε πόσο περισσότερο θα συμβαίνει όταν επιχειρήσουμε να μπούμε στο βίωμα άλλου…

ΛιλήΤο ιστορικό μαγαζί των αδελφών Χουλιάρα, γνωστό και ως Ο Ναός, βρισκόταν στην Κάτω Τούμπα, στην οδό Παπάφη 104, λεωφορείο 12. Εδώ δεν ίσχυαν οι κλασικοί και παγκοσμίως απαράβατοι νόμοι που οριοθετούν τη σχέση μαγαζάτορα και πελάτη, αλλά, αντίθετα, οι άγραφες συνήθειες μιας δοκιμασμένης σχέσης μεταξύ παλιόφιλων. Η διήγηση ξεκινά αντίστροφα, από την περίοδο της φθίνουσας πορείας και της παρακμής. Δύσκολο: είναι η συγκυρία που πάντα μας διαλύει περισσότερο· αλλά ο συγγραφέας όχι δεν οπισθοχωρεί στα δύσκολα βιωματικά ή συγγραφικά αλλά, αντίθετα, ορμά καταπάνω τους.

Διατρέχω τις σελίδες για να βρω τις δυο εμβληματικές γυναίκες της λαϊκής νύχτας της βορειούπολης, ειδικά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Βρίσκω πρώτα την Μαριώ, την αγωνίστρια του θεσσαλονικιώτικου πάλκου και την ακολουθώ από τη χασαποταβέρνα του Μαριώλα στη Νέα Μαγνησία και το αλώνισμα των μαγαζιών του θεσσαλικού κάμπου με τον πατέρα της μέχρι την Φαρίντα της Μενεμένης και τις Αναμνήσεις της Νεάπολης, πάντα φορτωμένη μ’ ένα σωρό ιστορίες. Οι σελίδες της συχωρεμένης Λιλής βρίσκονται πιο βαθιά στο βιβλίο, όπως το ίδιο βαθιά στις μνήμες παραμένουν οι φωνές της στην πίστα για ψωμί, παιδεία και λαοκρατία, και οι νυκτωδίες στο Μινουί – ευτυχώς πρόλαβα το υπόγειο στις δόξες του, και κάναμε συχνά πέρασμα όταν κλείναμε τον Ερωδό μετά τις 3 το βράδυ.

Άνω Πόλη 1Ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στο θέμα των δημιουργών της Θεσσαλονίκης και γενικώς της μοίρας των καλλιτεχνών μέσα στην «μικροαστίλα και την μιζέρια της πόλης με τον στενόκαρδο ουρανό». Αν γίνεις λαμπερό όνομα στην πρωτεύουσα, σε σέβονται και οι ντόπιοι, που συνήθως είναι τσιγκούνηδες με τους γηγενείς καλλιτέχνες. Όσοι μένουν, παραμένουν οι «τοπικοί δημιουργοί», γνωστοί μεν αλλά «δικοί μας», γραφικά ιδωμένοι και αιώνια δεδομένοι. Η συμπρωτεύουσα είναι το πρώτο μεγαλοχώρι – όχι νύφη, αλλά νυφίτσα του Θερμαϊκού. Οι πιστοί της, όπως ο κυρ Ντίνος, καθηλωμένοι της επιτελούν έργο ιερό, αλλά προτιμούν να αγνοούν ότι η πόλη υπάρχει από έναν ατέρμονο ευτροφισμό που παράγει μουχλιασμένα μυαλά και επικράτειες που κυβερνούνται από τα κατηχητικά.

371667Ευνόητα οι γυναίκες έχουν αμέτρητες θέσεις στην μνημογραφία του Κοροβίνη. Από τη μία οι σερβιτόρες, όπως η πιο ενδιαφέρουσα γυναικεία προσωπικότητα από τις δισκοφόρες της Όμορφης Νύχτας, η Ξένια από τον Τύρναβο με την ελιά στο πάνω χείλι (κάτι θυμάμαι…) – από την άλλη οι θαμώνισσες και περαστικές από στέκια και ζωές, πολύτιμες όλες στην συναγωγή της φιλοσοφίας μιας ζωής, ακόμα και όταν ο συγγραφέας θυμοσοφεί…

…βαρέθηκα να ορέγομαι ή να μυθοποιώ όμορφα πλάσματα, που πολύ γρήγορα η ψυχική τους φτώχεια και η ανύπαρκτη πνευματικότητά τους, συχνά δε και η σχετική ή απόλυτη αισθηματική ή και ερωτική τους ανικανότητα, οδηγεί στην πλήρη απομυθοποίησή τους και ενίοτε σε μια αίσθηση καθολικής αηδίας για το πενιχρό αποτέλεσμα που όχι σπάνια δημιουργεί η αγαστή μα τραγική συνεργασία των αντιφάσεων της ανθρώπινης ύπαρξης. [σ. 55]

Ευνόητα η προσωπογραφία των μουσικών είναι ανεξάντλητη: Μανώλης Πάππος (τον έζησα προσωπικά μια χρονιά στο Αλώνι της Σίφνου, πίσω στο ’95), Χρήστος Μητρέτζης (με τις παροιμιώδεις πρωτοεμφανίσεις στο Ποντίκι στους Άγιους Πάντες του Σταθμού, να οδηγεί το κοινό στην απογείωση), Ζιγιάντ Ραζάμπ (περάσαμε από το ίδιο θρυλικό σπίτι, την μονοκατοικία της Αχιλλέως, μαζί πηγαίναμε και μπαίναμε στα άδεια, εγκαταλειμμένα σπίτια της Άνω Πόλης, για να κόψουμε τα παρατημένα ξύλινα έπιπλα, να τα φτιάξει μουσικά όργανα…), συγχωρήστε με, ξεφεύγω πάλι.

Σεβάς Χανούμ στο σπίτι της (Σταυρούπολη, φωτ. Βασίλης Μποζίκης)Δεκάδες πρόσωπα έχουν το δικό τους χώρο στις ημερολογιακές σελίδες του νυχτερινού «ημερολογίου» – συγγραφείς, στιχουργοί, τραγουδιστές, τραγουδοποιοί. Γιώργος Ιωάννου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Τόλης Καζαντζής, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Δημήτρης Μαρωνίτης, Δημήτρης Δημητριάδης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βασίλης Τσιτσάνης, Μανώλης Ρασούλης, Ηλίας Κατσούλης, Αγγελική Λεμονή, Γιώτα Λύδια, Γιώργος Ζήκας…που η Θεσσαλονίκη δεν έπλασε μόνο τον χαρακτήρα τους αλλά και πλάστηκε από τους ίδιους. Δυο κείμενα αφιερώνονται στην αξέχαστη Σεβάς Χανούμ: ένα για την συναυλία της στη Νομική το 1984, όπου τραγούδησε με ζέση έπειτα από τόσα χρόνια στην αφάνεια, Χιώτη, Μητσάκη, Τσιτσάνη και Καζαντζίδη μέχρις εξαντλήσεως, κι ενώ έπρεπε λόγω υγείας να σταματήσει, δεν αποχωρούσε κανείς, κι ένα για την επίσκεψη στο σπίτι της στη Νεάπολη και μια από τις τελευταίες συνομιλίες μαζί της.

1345037160_428860976_1---5066-VASIPAP-Εκτενή κείμενα τιμούν την Μαριάνθη Κεφάλα και την Πόλυ Πάνου (μαζί με μια μεγάλη συζήτηση με την τελευταία), τους μαγαζάτορες Γιώργος Χουλιάρα και Νίκο Πλασταρά και όλους τους υπόλοιπους γηπεδάρχες, αφανείς κι εμφανείς. Και βέβαια οι χώροι, πάντα οι χώροι: το Πλατώ στη Χαριλάου και το Όνειρο στην Παπαναστασίου, η υπόγεια Πανδούρα απέναντι απ’ τον Ευκλείδη και ο «Τζότζος» στα Κάστρα (αν είναι να ξαναζήσω μια βραδιά, ας είναι στα λερά του πλαστικά τραπεζομάντηλα), ο Μακεδονικός με το λεωφορείο να αγγίζει το τραπέζι σου (άσχετο με τα συγγραφόμενα, αλλά συγχωρήστε μου της μνήμης τα μνήματα), το Μυστικό στις Σαράντα Εκκλησιές και η Κληματαριά στο Λιμάνι – με τα ξύλινα καρούλια αντί για τραπέζια αν θυμάμαι καλά – που θυμάμαι πολύ καλά.

ΠΠΜένω ξανά να τριγυρνάω από τους Άγαμους Θύται στο Βολτάζ στην παλαιοπαραλιακή Τομπουρλίκα του Παντελή Χατζηκυριάκου (το τελευταίο οριακό μεθύσι της ζωής μου) προτού ανηφορίσω για την υγρασιασμένη Άνω Πόλη περνώντας από το Αβαντάζ στο Τούρκικο Προξενείο, που ευθύνεται, λέει ο Κοροβίνης για την αρχή του τέλους κι όλα αυτά τα μαγαζιά με το ποτό και τα φιστίκια… και μετά ξανά πίσω στην όμορφη νύχτα της Όμορφης Νύχτας, εκείνου του προσκλητήριου των ηττημένων, των όμορφων ηττημένων, των ολότυφλων σκυλιών που έμπαιναν μέσα για να βρουν το φως τους, όπως χαρακτήριζε το μέρος ο Κώστας Καλημέρης, άλλος αειχαμογέλαστος συμπότης και νυν συνάδελφος στην απέναντι πλευρά του βορρά.

ΤζότζοςO Κοροβίνης μετράει τα τρία μι της νύχτας (μαργιόλα, μπαμπέσα, μπελαλού), παίρνει μαζί του τη φράση της Σιμόν Βέιλ «Όλο τον κόσμο να γνωρίσεις, ποτέ δεν θα μπορέσεις να μπεις μέσα σε μιαν ανθρώπινη ζωή» και υποκλίνεται στους ταλαντούχους που θυσίασαν μια καριέρα δόξας και χρημάτων εν ονόματι άλλων επιλογών και εντέλει της ίδιας της ζωής. Όταν ο λόγος επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη παραπονιέται ευθέως … για την αναπάντεχη κατρακύλα της, από την αναγεννησιακή της περίοδο μέχρι το τέλος της δικτατορίας στο πέρασμά της οξεία γωνία της νεομεσαιωνικής παρακμής μετά το 2000 με αναστημένους βασιλείς στα θέατρα, αναβιώσαντα λείψανα καλλιτεχνών του ελαφρού και της ποπ στα γήπεδα, με την επικράτηση των σκυλομάγαζων, τη σιωπή των ποιητών, την εξορία ή αυτοεξορία κάποιων πικραμένων οραματιστών, την καταφυγή σχεδόν όλων των καλλιτεχνών στην Αθήνα, την αραχνομούνικη τριανδρία Ψωμιάδη – Άνθιμου – Παπαγεωργόπουλου… [σ. 153]

KOROVINIS3Αν όλα αυτά τα μέρη για ορισμένους υπήρξαν άσυλα για παραστρατημένους ή ξέμπαρκους, τότε ορθά ξεκίνησε η συζήτηση από το Άσυλο, όπου ολοκλήρωνα κι εγώ με φίλους τις εύτυχες και τις δύσθυμες μέρες. Και τώρα που βρίσκομαι τόσο μακριά, ευχαριστιέμαι να γνωρίζω πως σε τέτοια μέρη τσουγκρίστηκαν ωραία σχεδιάσματα μεταξύ φίλων και γεννήθηκαν βιβλία και για εμάς, που βρισκόμασταν στην άλλη πλευρά της μουσικής, βαθιά όμως μπλεγμένοι με τα μέλη αυτής της διονυσιάδας.

Όταν τραγουδάω, μαζεύονται γύρω μου όλοι οι άγγελοι των παιδικών μου χρόνων, με περικυκλώνουν. […] Όταν τραγουδώ, έρχονται, ζωντανοί και πεθαμένοι, άντρες πολλοί, που παρεξήγησαν ή ενέδωσαν στα πάθη μου, γυναίκες που δικαιώθηκαν ή προπαντός αποκαρδιώθηκαν από μένα, οι πιο ωραίοι και αδάμαστοι απ’ όσους χάρηκα έστω και για λίγο. Έρχονται οι απροσκύνητοι, οι ανέγγιχτοι, που δε θα πλησιαστούμε ποτέ΄. Οι ψυχές που δε γνωρίσαμε. Αυτή η αναζήτηση του άλλου μας καίει. Ψάχνουμε άραγε το συμπλήρωμα ή το ίδιο με τις ψυχές μας; [σ. 388, 393]

Δεν ξέρω, συγγραφέα, έφυγα κυνηγημένος και τ’ άφησα όλα μισά. Ακριβώς για να αισθάνομαι πως κάποτε θα ξαναγυρίσω.

ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ [φωτ. Γιάννης Βανίδης]Εκδ. Άγρα, 2008, σελ. 403 σελίδες γυαλιστερού φύλλου.

Στις φωτογραφίες: Λιλή, Οδός Ακροπόλεως στην Άνω Πόλη, Σεβάς Χανούμ στο σπίτι της στη Νεάπολη (φωτ. Βασίλης Μποζίκης), Μαριάνθη Κεφάλα, Πόλυ Πάνου, Τομπουρλίκας Ομήγυρη (Γιάννης Αλεξανδρής, Λάζαρος Χαριτίδης, Θανάσης Χαλικάς, Παντελής Χατζηκυριάκος, Κώστας Βόμβολος, Θωμάς Κοροβίνης, Μιχάλης Σιγανίδης, 1992), Κλειστός Τζότζος.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Tales from the North.

20
Σεπτ.
12

Barry Miles – Hippie. Τα παιδιά των λουλουδιών

Η ολάνθιστη εξαετία

Θα διατρανώσουμε και θα αναδείξουμε την πνευματική επανάσταση. Ενωμένοι θα λούσουμε τη χώρα σε κύματα έκστασης και εξαγνισμού. Ο φόβος θα εξαλειφθεί· η άγνοια θα εκτεθεί στο λαμπρό φως του ήλιου· κέρδη και αυτοκρατορίες θα γείρουν θνήσκουσες σε ερημωμένες παραλίες· η βία θα πνιγεί και θα μετουσιωθεί σε ρυθμό και χορό. [Berkeley Barb, σ. 186]

O Μάιλς έζησε από μέσα το κίνημα των Χίπις: υπήρξε δημιουργός του γνωστού παράνομου βιβλιοπωλείου Indica, ένας από τους ιδρυτές του International Times, ο βρετανικός σύνδεσμος των Fugs, Allen Ginsberg, Frank Zappa, συμμετείχε στην Zapple των Beatles, είναι στο εξώφυλλο του Sgt. Pepper’s, είδε αμέτρητα live, έγραψε διάφορα βιβλία με αντικείμενο την Beat γενιά και τους δημιουργούς της (έχουμε παρουσιάσει την βιογραφία του W. Burroughs) κι έγραψε το βιβλίο Black Bird μαζί με τον Paul McCartney. Συνεπώς μια δική του πλούσια και ταυτόχρονα συνοπτική εικόνα του φαινομένου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μάλιστα ο ίδιος προτιμάει την περισσότερο ψυχρή γραμμική παράθεση των βασικότερων γεγονότων, χωρισμένη σε έξι χρόνια, από το 1965 μέχρι και το 1971, παρά την διήγηση της δικής του εμπλοκής, αν και ορισμένες συμπάθειες και αντιπάθειες είναι φανερές. Το βιβλίο έχει κυρίως την μορφή λευκώματος, με συνδυασμό κειμένου και έγχρωμων και μαυρόασπρων φωτογραφιών, πολλές από τις οποίες ολοσέλιδες.

Ο συγγραφέας ερευνά αρχικά τις καταβολές των Χίπις σε ποίηση, μουσική και μόδα από το 1965. Στην αρχή επρόκειτο για φαινόμενο μικρής έκτασης που πήγαζε από την Beat γενιά της δεκαετίας του ’50· σαν τους μπίτνικς οι χίπις αρνούνταν την αποβλακωτική ανία της αμερικανικής καταναλωτικής κοινωνίας. To σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο πρωτοστήθηκε στη … Virginia City, μια ανακαινισμένη πόλη φάντασμα στα σύνορα της Νεβάδα. Εκεί φτιάχτηκε το θρυλικό Red Dog Saloon, που προσέλαβε τους τότε πρωτόβγαλτους Charlatans που με το ντύσιμό τους (ρούχα του 19ου αιώνα, μακριά πανωφόρια, καουμπόικα καπέλα) επηρέασαν τους θαμώνες και μια ολόκληρη ενδυματολογική άποψη. Τη σκυτάλη πήρε το Σαν Φρανσίσκο που διέθετε πληθώρα βικτοριανών σπιτιών ιδιαίτερα στην περιοχή Haight – Ashbury· εδώ οι χίπις θεωρήθηκαν ως μια νεότερη εκδοχή των παλαιότερων χίπστερς. Ο φαρμακοποιός Augustus Owsley Stanley ο Γ΄ πλημμυρίζει το Μπέρκλεϊ με σπιντάκια που περιέχουν ικανές δόσεις LSD, που ήταν ακόμα νόμιμο – αργότερα έγινε πάμπλουτος. Η ψιλοκυβίνη είχε διαδοθεί στην Ανατολική Ακτή από τους Allen Ginsberg και Timothy Leary, που είχαν πρωτοστατήσει σε ελεγχόμενες συνεδρίες το 1960 με καλλιτέχνες και συγγραφείς όπως ο Thelonious Monk, o Jack Kerouac και ο Robert Lowell. Παντού παρών ο Neal Cassady, το γνωστό ίνδαλμα του Kerouac, υμνηθείς ως Dean Moriarty στο On the road.

Νωρίτερα το 1962 ο συγγραφέας Ken Kesey είχε ταράξει τα νερά με το μυθιστόρημα One Flew Over The Cuckoo’s Nest [Στη φωλιά του κούκου] που είχε γράψει ενόσω εργαζόταν ως βοηθός ψυχιάτρου με ψυχικά ασθενείς και με την προκαταβολή για το δεύτερό του μυθιστόρημα (Sometimes A Great Notion) αγόρασε ένα σχολικό λεωφορείο, το καταχρωμάτισε κι έβαλε μια σχάρα στην οροφή για την παρέα του και για μια σειρά μικρόφωνα ώστε οι μέσα να ακούν τους έξω και αντίστροφα. Ιούνιο του 1964 ο Ken Kesey και οι Merry Pranksters ξεκίνησαν να ανακαλύψουν την Αμερική και να την υποβάλουν στα δικά τους Acid Test. Μεταξύ των βιβλίων που αναφέρονται σ’ εκείνο το ταξίδι είναι το [μνημειώδες] The Electric Kool – Aid Acid Test του Thom Wolfe, το On the bus του Paul Perry και το Further Inquiry του ίδιου το Kesey, 25 χρόνια μετά. Σε αντίθεση με τον Kesey και την παρέα του που έβλεπαν το LSD ως άθλημα αντοχής για προχωρημένους, κατάλληλο για περιβάλλοντα όπου τα πάντα μπορούσαν να συμβούν, ο Timothy Leary πίστευε πως πρέπει να το παίρνει κανείς σε ήρεμη ατμόσφαιρα για μια απολύτως προσωπική, ρεμβώδη πνευματική εμπειρία. Πρέπει να βγεις από το μυαλό σου και να χρησιμοποιήσεις το κεφάλι σου.

Ο καμπανιστός ήχος της δωδεκάχορδης Rickenbacker του Roger McGuinn στο Mr. Tambourine Man επέδρασε καθοριστικά στον ήχο του ’65 – το κομμάτι έκανε τον Marty Balin να ξεκινήσει για το Φρίσκο και να φτιάξει το δικό του γκρουπ, προτού συναντήσει τον Paul Kantner για τους Jefferson Airplane. Την ίδια εποχή έφταναν οι Stones στην πρώτη τους αμερικάνικη τουρνέ, σχηματίζονταν οι Warlocks (με μέλη των μετέπειτα Grateful Dead), οι Quicksilver Messenger Service και οι Country Joe and the Fish. Δημιουργείται η ομάδα των Family Dog με την Ellen Harmon (που έζησε για μήνες πάνω σ’ ένα …δέντρο στο Μεξικό) κι ένα σωρό αντεργκράουντ δραστηριότητες, ατομικές δράσεις και εκδηλώσεις στην πόλη δημιουργούν το εκπληκτικό φαινόμενο του Haight –Ashbury (H/A). Εκεί ζούσε και ο συγγραφέας Hunter S. Thomson, δημοσιογράφος τότε του Gonzo, που έγραψε αργότερα και το βιβλίο για τους Hell’s Angels, οι οποίοι  είχαν ήδη αρχίσει να δημιουργούν ταραχές στις αντιπολεμικές εκδηλώσεις. Στη Νέα Υόρκη το κίνημα των χίπις ήταν η απλή συνέχεια της Beat γενιάς· άλλωστε το Factory τoυ Andy Warhol ήταν στο αποκορύφωμά του το 1964. Απλώς κάποιοι ποιητές μεταπήδησαν από την μία κατάσταση στην άλλη, όπως ο Allen Ginsberg ενώ για άλλους στάθηκε αδύνατο, όπως για τον Jack Kerouac.

Η ανακάλυψη ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει άπειρες δυνατότητες και μπορεί να λειτουργήσει σε ανυποψίαστες διαστάσεις χώρου και χρόνου με γέμισε χαρά, μου προκάλεσε δέος, και σχεδόν με έπεισε ότι είχα ξυπνήσει από έναν μακρύ οντολογικό ύπνο. Ύστερα από μια βαθιά υπερβατική εμπειρία προκύπτει ένας διαφορετικός άνθρωπος και μια διαφορετική ζωή. [Timothy Leary, σ. 71]

Ο δόκτωρ Timothy Leary είχε ήδη από το 1960 αρχίσει να μελετά την χρήση των παραισθησιογόνων για την ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο και ως καθηγητής του … Χάρβαρντ. O Leary ήταν ήδη σαρανταπεντάρης το 1965, που το πέρασε στην Cuernavaca μελετώντας τα μαγικά μανιτάρια των προϊσπανικών πολιτισμών. To ίδιο το Χάρβαρντ είχε χρηματοδοτήσει την έρευνά του σχετικά με τις αντιδράσεις στην ψιλοκυβίνη – το 83% είχε απαντήσει ότι είχε μάθει κάτι από την έκλαμψη και το 62%  ότι η ζωή τους άλλαξε προς το καλύτερο – κι όπως είναι ευνόητο ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι είχε βρει την απάντηση στις κοινωνικές ασθένειες και ζητούσε να παραμείνει διαθέσιμη για ερευνητές και επιστήμονες. Φυσικά το πανεπιστήμιο έκοψε τη χρηματοδότηση (και δυο χρόνια αργότερα με κάποια άλλη πρόφαση τον απέλυσε) αλλά γύρω του είχε ήδη μαζευτεί μια μεγάλη ομάδα που οραματιζόταν μια νέα παγκόσμια κοινωνία βασισμένη στα ψυχεδελικά και σε μια σύνθεση ανατολικών θρησκειών. Το 1965 υπήρχαν περίπου τέσσερα εκατομμύρια χρήστες LSD κι εκείνος έκανε διαλέξεις και παρουσιαζόταν ως ο αρχηγός του ψυχεδελικού κινήματος. Τα επόμενα χρόνια πάντως θα βρίσκεται σ’ ένα διαρκές κυνηγητό με τις αρχές και θα αφιερώνει τεράστιο χρόνο για να αντικρούει κατηγορίες και να αποφεύγει την φυλακή.

Ενώ οι Αμερικανοί αντιδρούσαν σε μια από τις πλουσιότερες καταναλωτικές κοινωνίες στη γη, στην Βρετανία οι νέοι για πρώτη φορά είχαν χρήματα στην τσέπη τους – εκεί το αντεργκράουντ κίνημα προήλθε από τη συνάντηση διαφόρων στάσεων ζωής, όπως οι mods, οι ακτιβιστές της αποπυρηνικοποίησης, οι ριζοσπάστες αριστεροί φοιτητές κι ένα τεράστιο κομμάτι ροκ μουσικών και ακροατών. Το βρετανικό καλοκαίρι του ’65 έχει να θυμάται επτά χιλιάδες άτομα να συνωστίζονται στις ποιητικές βραδιές των Gregory Corso, Allen Ginsberg και Lawrence Ferlinghetti – ο τελευταίος συνεπήρε το κοινό με το To Fuck is to Love Again, ένα κοινό που συνειδητοποιούσε πως αποτελεί ένα συμπαγές «εκλογικό σώμα»: τη γενιά του ’60. Κάποιοι άρχισαν να κοιμούνται στις σπηλιές του Hastings το χειμώνα κι έξω στο Λονδίνο τις υπόλοιπες εποχές.

Το 1966 είναι η χρονιά με τις δεκάδες αντεργκράουντ ψυχεδελικές φυλλάδες και έντυπα, όπως η San Francisco Oracle με τα υπέροχα ψυχεδελικά γραφικά, με το πρώτο μαγαζί στην H/A (Το Ψυχεδελικό Κατάστημα), με τις ψυχεδελικές αφίσες που διαδίδονται ευρέως και βέβαια βλέπονταν αλλά και αποκρυπτογραφούνταν διαφορετικά από ένα «φτιαγμένο» βλέμμα. Κάθε κοινότητα έχει τη δική της εφημερίδα, όλα τα φολκ γκρουπ μετατρέπονται σε ηλεκτρικά, το LSD κηρύσσεται παράνομο. Στα Φεστιβάλ με Τριπάκια ο Kesey εμφανιζόταν με ασημένια στολή αστροναύτη και κράνος ενώ οι συλλήψεις του από τις αρχές φυσικά αποτελούσαν την καλύτερη διαφήμιση. Η ομάδα των Diggers, πρώην καταληψίες ελεύθερων περιοχών, άρχισε να φτιάχνει κοινότητες έξω από κέρδη και ιδιοκτησίες, να οργανώνει συσσίτια και να κλέβει από μαγαζιά και προμηθευτές για να δίνει σ’ όσους είχαν μεγάλη ανάγκη – σαν σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών. H πρώτη σελίδα της International Times έχει για καιρό στην κορυφή της πρώτης σελίδας τη φράση Όταν η μουσική αλλάζει, τα τείχη της πόλης σείονται.

Είμαστε στην εποχή των πολιτικών δικαιωμάτων, της επανάστασης για την σεξουαλική απελευθέρωση και τη διεύρυνση της συνείδησης και αυτά είναι τα λάβαρα υπό τα οποία οι Fugs θα παρουσιαστούν στην Αμερική δήλωνε ο Ed Sanders των Fugs, μιας μπάντας που προήλθε από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, ονομάστηκε με παραλλαγή του fuck, όπως το έγραφε ο Norman Mailer στο βιβλίο του The Naked and the Dead, και έφτιαχνε τραγουδούσε από William Blake μέχρι Allen Ginsberg. Στη Νέα Υόρκη ανεβαίνει το Exploding Plastic Inevitable του Andy Warhol με τους Velvet Underground, στην Sunset Strip οι Love, οι Byrds, οι Doors, κι ακόμα οι Mothers of Invention, οι Chocolate Watch Band, οι Buffalo Springfield. Οι μπουλντόζες ισοπεδώνουν το θρυλικό Pandora’s Box στην Sunset κι ο Stephen Stills γράφει το For what it’s worth.

Η rock’n’roll μουσική δυναμώνει όλο και περισσότερο, οι χορευτές κινούνται σε όλα και πιο ξέφρενους ρυθμούς, και τα φώτα αρχίζουν να αναβοσβήνουν σαν τρελά. Και προβολείς σε τυφλώνουν, και κλάξον αυτοκινήτων αρχίζουν να ουρλιάζουν, και ο Gerard Malanga και οι χορευτές σείονται σαν τρελοί, και δεν πιστεύεις ότι ο θόρυβος μπορεί να γίνει δυνατότερος, και τότε γίνεται ακόμα δυνατότερος, μέχρι που δημιουργείται ένα τεράστιο ηχητικό παλιρροϊκό κύμα, που συνθλίβει τα πάντα γύρω σου και είναι αρκετά θολό ώστε να μπορεί να πάρεις ό,τι το καλύτερο· οι ακροατές, οι χορευτές, η μουσική και οι ταινίες, όλα αυτά ενώνονται και γίνονται μια υπέροχη στιγμή υστερίας. [George English, άρθρο για το Exploding Plastic Inevitable, σ. 154]

Το 1967 είναι η χρονιά όπου δεκάδες χιλιάδες νέων καταφτάνουν στη Δυτική Ακτή και τα απανταχού Be-Ins για Το Καλοκαίρι της Αγάπης ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται η καταστολή της αντικουλτούρας με μαζικές διώξεις. Είναι η χρονιά των Sgt Pepper’s, Surrealistic Pillow, Satanic Magesties και δεκάδων κορυφαίων ψυχεδελικών δίσκων αλλά και της μεγαλύτερης εμπλοκής της Αμερικής στο Βιετνάμ που οδήγησε στις πιο εκδηλωτικές διαμαρτυρίες.

Όλοι άρχισαν να πηγαίνουν στο Σαν Φρανσίσκο φορώντας λουλούδια στο κεφάλι τους για να συναντηθούν με ωραίους ανθρώπους και οι αρχές δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν την μαζική ροή. H λιγότερο πανικόβλητη χίπικη κοινότητα  έφτιαξε 24ωρο τηλεφωνικό κέντρο με στεγαστικές και ιατρικές πληροφορίες, πίνακες ανακοινώσεων για τους χαμένους (και τους τρομαγμένους γονείς) κι ένα ελεύθερο κατάστημα, ενώ ένας γιατρός άνοιξε δωρεάν διανυκτερεύουσα κλινική (σε μια Αμερική όπου η δωρεάν περίθαλψη ήταν όνειρο θερινής νυκτός). Εδώ ο Miles ειρωνεύεται το σύντομο πέρασμα του George Harrison στην H/A, το γιουχάισμα και τη φυγή με την λιμουζίνα του.

Στο περίφημο Human Be In στο Golden Gate Park του Φρίσκο ο Jerry Rubin φώναζε τα χαμόγελά μας είναι τα πολιτικά μας λάβαρα και η γύμνια μας το πανό μας, ελάχιστοι άκουγαν τις ομιλίες και τις απαγγελίες, ορισμένοι ισχυρίστηκαν πως είδαν τον Θεό, όλοι συνυπήρξαν και αγαπήθηκαν μεταξύ τους, για τον Ginsberg (που μετά τις γκουρού ψαλμωδίες του ηγήθηκε μιας ομάδας καθαριότητας) ήταν η τελευταία ημέρα της αθωότητας, η τελευταία ιδεαλιστική χίπικη εκδήλωση. Κι είμαστε μόνο στο ’67…

Η H/A άρχισε να πλημμυρίζει κόσμο, άρα και με περαστικούς και περίεργους από τα υπερπροστατευμένα μεσοαστικά προάστια καθώς και δεκάδες χριστιανούς, ιεραπόστολους, ευαγγελιστές και αυτόκλητους γκουρού που έβρισκαν εύκολα οπαδούς. Πόσο θα άντεχαν αυτά; Το τηλεφωνικό κέντρο κλάπηκε, το δωρεάν κατάστημα καταστράφηκε από φτιαγμένους, τα ουρλιαχτά κάποιων που είχαν «άσχημο ταξίδι» τρόμαζαν τον κόσμο. Τα σκληρά ναρκωτικά αποδεκάτιζαν την κοινότητα και η κοινοβιακά μαστουρώματα αντικαταστάθηκαν από τις αμφεταμίνες, αν και ο Country Joe διέδιδε ότι μπορείς να φτιαχτείς καπνίζοντας μπανανόφλουδα κι ο Donovan τον σιγόνταρε στο Mellow Yellow με τη γραμμή περί electrical banana. Κάτι σχετικό έμπαινε στο εξώφυλλο των Velvets, νομίζω. Η εμπορική εκμετάλλευση του φαινομένου ήταν φανερή, εξ ου και η Πορεία για τον Θάνατο των Χίπις στον θρυλικό δρόμο.

Το L.A. αποτελεί πλέον το κέντρο της ψυχεδελικής ροκ: Seeds, Peanut Butter Conspiracy, Electric Prunes, West Coast Pop Art Experimental Band, United States of America. Το Ιούνιο γίνεται το Φεστιβάλ του Monterey, με 32 ονόματα αφιλοκερδούς εμφάνισης: Hendrix, Joplin, Canned Heat, Moby Grape, Byrd, Blues Project, Mamas and Papas, Who, Country Joe. Στη Νέα Υόρκη το Chelsea Hotel γνωρίζει νέες δόξες με τους πρώην beat και με Leonard Cohen, Nico, Warhol, Burroughs, Arthur Miller, Thomas Wolfe, Bob Dylan, Jefferson Airplane, ενώ στο Λονδίνο το κλαμπ UFO έχει ως μόνιμους παίκτες τους Pink Floyd, τους Soft Machine και τους Crazy World of Arthur Brown (όλοι τους θα εμφανιστούν και σε μια από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις της εποχής, το θρυλικό 14ωρο Technicolor Dream) και προβάλλει τις πρωτοποριακές δουλειές του Kenneth Anger ενώ οι λονδρέζικες ψυχεδελικές αφίσες εμπνέονται από ιστορίες με ιπτάμενους δίσκους, αγγλικά παραμύθια, το κίνημα της art nouveau, τον Beardsley και τους προραφαηλίτες.

Οι Stones σκανδαλίζουν τον τύπο με την ιστορία της Ταγγέρης και αρχίζει το τέλος για τον Brian Jones. Jagger, Beatles, Donovan, Marianne Faithful κ.ά. ακολουθούν πιστά τον αμφιλεγόμενο Maharishi. Ο Leary προτίμησε να ιδρύσει τη δική του …θρησκεία, την League for Spiritual Discovery (με αρχικά διόλου τυχαία) και εμφανίζεται πλέον ως προφήτης και πνευματικός δάσκαλος, έχοντας καταλήξει πως τα βασικά ανθρώπινα προβλήματα πηγάζουν από τις οικογένειες και την σεξουαλική δυστυχία.

Το 1968 ήταν η χρονιά της πολιτικής στράτευσης και της μεγάλης φυγής στην εξοχή, της εξάπλωσης του φαινομένου (κάθε πόλη και προάστιο είχαν τη δική τους χίπικη κοινότητα) και των κοινοβίων (επιβίωσης, θρησκευτικών, σεξουαλικών), με διάφορα ιδανικά: ομαδικού έρωτα, καλλιέργειας της γης, αγαμίας, θρησκευτικής μύησης. Στο LA ήταν ανέκαθεν εφικτό να ζεις ανάμεσα στα δέντρα και στα βουνά και στήθηκαν παντού ράντσα, καλύβες, σκηνές. Ο ποιητής Wavy Gravy π.χ. συμμετείχε στη Hog Farm, «μια μεγάλη οικογένεια, μια περιφερόμενη ψευδαίσθηση, ένα κοινωνιολογικό πείραμα, πενήντα άτομα σε διαρκές ταξίδι». Ένα άλλο κοινόβιο ονομαζόταν Charles Manson Family…

Οι Grateful Dead παρατούν αηδιασμένοι την Ashbury: το μέρος έχει γίνει τόσο γνωστό ώστε έρχονται διαρκώς λεωφορεία με τουρίστες που κατεβαίνουν για φωτογραφίες. Οι μέρες της μικρής δεμένης κοινότητας μουσικών και ψυχεδελιστών έχουν παρέλθει. Ειδικά η αφοσίωση των Dead στην κοινότητα τούς είχε στοιχίσει μια περιουσία, σε αντίθεση με τους Jefferson που έγιναν πάμπλουτοι. Το πέρασμα του ψυχεδελικού πνεύματος στον κινηματογράφο ήταν θέμα χρόνου: τα Mondo φιλμ, τα πρώτα σκληρά πορνό ευρείας κυκλοφορίας (Βαθύ Λαρύγγι, Ο Διάβολος στο κορμί της Μις Τζόουνς/1972), το The Trip του Jack Nicholson, το Psych-Out.

Υπήρχε μια πολιτική τάση στο αντεργκράουντ που την ακολούθησε η παλιά Αριστερά και έτεινε μάλλον προς την αναρχία παρά προς κάποιο οργανωμένο μαρξιστικό ή σοσιαλιστικό κόμμα. Jerry Rubin, Ed Sanders, Wavy Gravy και άλλοι «αρχηγοί» αλλοιωνόταν συχνά από εγωιστικές αντιδράσεις. O Abbie Hoffman και ο Jerry Rubin κάνουν το Φεστιβάλ Ζωής στο Σικάγο, δημιουργούν το Διεθνές Κόμμα των Νέων – Yippies και «συζητούν» για την επανάσταση, γράφει ειρωνικά ο Miles για τους δυο αγκιτάτορες που επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν και να καπελώσουν πολιτικά τους χίπις, ενώ η πραγματική επανάσταση βέβαια γινόταν τον Μάη στο Παρίσι. Το Σικάγο γνωρίζει βίαιες ταραχές και καταστολή και ο Jean Genet λέει στον William Burroughs: Ανυπομονώ να σαπίσει αυτή η πόλη. Ανυπομονώ να δω αγριόχορτα να φυτρώνουν μέσα σε άδειους δρόμους. Οι ταραχές στο Λονδίνο εμπνέουν τους Stones να γράψουν το Street Fighting Man για τον συγγραφέα Tariq Ali που ο Miles επίσης ειρωνεύεται επειδή εξαφανιζόταν μόλις εμφανίζονταν οι αστυνομικοί – ο ίδιος έλεγε πως προστατευόταν από τους συντρόφους του.

Το 1969 ο Ronald Reagan ως Κυβερνήτης της Καλιφόρνια ισοπεδώνει ολόκληρες περιοχές στο Μπέρκλεϊ για να μην χρησιμοποιούνται από χίπις, με αποτέλεσμα τις μεγάλες ταραχές στην περιοχή, οι Weathermen αναλαμβάνουν την ευθύνη για δεκάδες βομβιστικές επιθέσεις, το πνεύμα γνωρίζει την κορύφωσή του στο Woodstock και την πτώση του στο Altamont Speedway με τον νεκρό από τους Hell’s Angels. Το 1970 είναι  χρονιά με δίκες (του Μαύρου Πάνθηρα Bobby Seale, των Hoffman, Rubins κ.ά.), νέα κινήματα (Gay Pride, Εθνική Ημέρα Γης), νέες ταραχές (Οχάιο). Σε κάθε περίπτωση οι χίπις γίνονται πλέον το κυρίαρχο ρεύμα σε όλες τις εκφάνσεις της αμερικανικής κουλτούρας – όλοι έχουν μακριά μαλλιά και χρωματιστά ρούχα. Το 1971 υπήρχαν τόσα πολλά κοινόβια ώστε μόνο για το Μπέρκλεϊ υπήρχε ένα καθημερινό ενημερωτικό φυλλάδιο μοιραζόταν χέρι με χέρι σε πάνω από πενήντα τέτοια. Jimi, Janis, Jim αναχωρούν ο ένας μετά τον άλλον.

Σε καμιά άλλη περίοδο δεν αναπτύχθηκε τόσο πολύ η φαντασία και δεν παρατηρήθηκαν τόσες δοξασίες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Η αντικουλτούρα των χίπις αμφισβήτησε την σεξουαλική ηθική και πρότεινε μια θετική αποθέωση της σεξουαλικότητας. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τέτοιο μαζικό κίνημα ενδοσκόπησης, προσωπικής ανάπτυξης, αυτοθεραπείας, βαθιάς οικολογικής συνείδησης, κοινωνικής συλλογικότητας, αλληλεγγύης, εθελοντισμού, άρνησης ιδιοκτησίας. Τι μένει απ’ όλη αυτή την κληρονομιά της ψυχεδέλειας, εκτός από την μουσική; Σίγουρα όχι οι βλακώδεις αναβιώσεις των διαφόρων Woodstock (που πνίγηκαν στο πλιάτσικο και στη φωτιά). Η ερώτηση μένει ανοιχτή και αναπάντητη. Μόνο ο δρ. Λήρι ήταν βέβαιος:

Η βασική ενέργεια της επανάστασής μας είναι ερωτική. Ελεύθερος είναι κάποιος που η ερωτική του ενέργεια έχει απελευθερωθεί και δύναται να εκφραστεί με όλο και ομορφότερους, περίπλοκους τρόπους. Η σεξουαλική επανάσταση δεν αποτελεί απλώς μέρος της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ελευθερίας που δημιουργείται διαμέσου των παιδιών. Πιστεύω ότι είναι το επίκεντρο αυτής της ελευθερίας. [Timothy Leary, EVO, 1969, σ. 326]

Εκδ. Ψυχογιός, 2012, μτφ. Γιώργος Παρλαλόγλου, σελ. 379 [Barry Miles -Hippie, 2003]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον τίτλο: Flower. Power?

Στις εικόνες: η θρυλική γωνία, το μαγικό λεωφορείο του Ken Kesey Brian Jones Jimi Hendrix, Timothy Leary, πορεία κατά του Βιετνάμ στο Σαν Φρανσίσκο (1967), Dr Leary μπροστά στο κοινό του, Allen Ginsberg.

19
Ιολ.
12

El Muniria Stanza 218 (Homesleep 2004)

Oι El Muniria είναι στην ουσία ένα πρόσωπο, ο Emidio Clementi, ιδρυτής και τραγουδιστής της cult Ιταλιάνικης μπάντας Massimo Volume, αλλά και συγγραφέας. Αποσπάσματα από τον έργο του L’ Ultimo Dio εντάσσονται στην χαλαρή, σινεματική – ηλεκτρονική μουσική του και διαβάζονται από τον ίδιο, θυμίζοντας το πρόσφατο εγχείρημα – συνεργασία του Alessandro Baricco με τους Air.

Σχεδιασμένο σαν ένα «στιγμιαίο» άλμπουμ που θα ηχογραφούνταν σε δυο βδομάδες στην ξακουστή Ταγγέρη στο Μαρόκο, τελικά κράτησε δυο χρόνια για να αποπερατωθεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στο Hotel Massiria της πολυθρύλητης πόλης και στο Alpha Dept. Studio της Μπολόνια, και μοιράζοντας την ομάδα κάπου ανάμεσα σε Αφρική και Ιταλία, το Stanza 218 βγαίνει αλώβητο απ’ όλα αυτά: συμπαγές και ομοιογενές. Ο Clementi έβγαλε τελικά έναν δίσκο προσωπικό και ταξιδιάρικο μαζί.

Οι Vittoria Burattini και Maria Luisa Balzi προσφέρουν φωνές ή όργανα ενώ άλλοι δυο συντοπίτες συνοδεύουν σε κιθάρα και ηλεκτρονικά. Από συνθετική άποψη ο συγγραφέας ομολογεί επιρροές από John Carpenter, Angelo Badalamenti και Howard Shore στη σχεδίαση ενός νυχτερινού, κινηματογραφικού πίνακα, γεμάτου ομιλίες, εικόνες, πλάνα σε super 8. Οι απαγγελίες του εντάσσονται μέσα στα κομμάτι και δεν είναι ξέχωρες, όπως π.χ. συνέβαινε παλαιότερα με την φιλόδοξη σύζευξη της μουσικής του Steven Brown με την ποίηση του John Keats.

Όπως πάντα συμβαίνει σε ανάλογους δίσκους, η γλώσσα αποτελεί θέλγητρο και βρόγχο μαζί. Η δεδομένη μουσικότητα των ιταλικών λέξεων, ακόμα και η προσεγμένη ανάγνωση του μουσικοσυγγραφέα μπορούν πάντως να ελκύσουν και τους μη γνώστες. Σε κάθε περίπτωση οι μνήμες των Paul και Jane Bowles, του William Burroughs και όλων των Ταγγερινών Περιπλανώμενων που στοίχειωσαν την βορειοαφρικανική πόλη κυκλοφορούν εδώ μέσα, κι ας είναι ο ήχος καθαρά νοτιοευρωπαϊκός. Το βιβλιαράκι συνοδεύεται με όμορφες φωτογραφίες του Federico Labanti.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

17
Ιολ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 99. The Last Drive

Οι Αλέξης Καλοφωλιάς και Χρήστος Μιχαλάτος από τους Last Drive μας εκθέτουν τα αγαπημένα τους rock’n’ roll βιβλία.

1. Peter Guralnick – Lost Highway

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Guralnick για την αμερικάνικη roots μουσική και κουλτούρα (τα άλλα δύο μέρη είναι τα Feel like Going Home και το Sweet Soul Music). Εδώ εξερευνά διεξοδικά την country, τα blues και το νόθο παιδί που γεννήθηκε από την ένωση των δύο, το rockabilly. Η χαμένη λεωφόρος του τίτλου ξεκινάει από τα Απαλάχια και τη μουσική τους, περνά από τα jook joints του Σικάγο και καταλήγει στο Grand Ole Opry και τα στούντιο της Sun Records.

2.  Greil Marcus – Mystery train

Σαν ένα στοιχειωμένο τραίνο που τρέχει μέσα στη νύχτα, σ’ ένα ταξίδι στην rock’n’roll μουσική, την πολιτική και την λογοτεχνία της “America”. Σταθμοί: Robert Johnson, The Band, Sly και φυσικά ο Elvis.

3. Mick Farren – Gene Vincent/ There’s one in every town

Δεν είναι η πληρέστερη βιογραφία που μπορείς να διαβάσεις αλλά το τυφλό πάθος του Vincent είναι παρόν σε κάθε σελίδα. Γρήγορη και νευρική γραφή από τον χρονικογράφο του underground Mick Farren, ένα βιβλίο για το αρχέτυπο των rockers, έναν ακόμη «Elvis Presley των φτωχών».

4. Bob Dylan – H Ζωή μου (εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου)

Διαβάζεται και σαν κατάθεση μιας βασανισμένης και δημιουργικής ψυχής (ΤΗΣ βασανισμένης και δημιουργικής ψυχής), αλλά και μόνο για την υπέροχη περιγραφή της φολκ σκηνής της Νέας Υόρκης τη συγκεκριμένη εποχή, αξίζει πολλές αναγνώσεις.

5. Charles Mingus – Beneath the Underdog

Το μαύρο υπόστρωμα κάτω από το λευκό λούστρο της Αμερικής, μία ιστορία καταπίεσης και προσωπικού τσαμπουκά που δεν σταματάει ποτέ, γραμμένη καταιγιστικά, σαν σόλο του Charlie, παιγμένο ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί που τελειώνει το μανίκι του κοντραμπάσου και αρχίζει το κενό.

6. Abbie Hoffman – Επανάσταση για την κάβλα της (εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, μτφ. Δ. Φινινής)

«Οι μπάτσοι με βάζουν στο πίσω δωμάτιο. Βρίσκομαι με τους μαύρους. “Τρακάρω” ένα τσιγάρο από έναν. Είμαστε όλοι αδέλφια. Οι περισσότεροι με περνάνε για τρελλό, όπως ακριβώς ο Φινκ και οι μπάτσοι, αλλά ένας πιτσιρίκος που έχουν πιάσει, περίπου δώδεκα χρονών, χαμογελάει και μου κλείνει το μάτι. Πιάνετε τι είδους χαμόγελο εννοώ; Ο Φινκ μπαίνει μέσα και προσπαθεί πάλι να με «ψήσει» να πάω σπίτι. Του λέω ότι απλώς κάνω τη δουλειά μου και καλλίτερα θάκανε να με θέσει υπό κράτηση προτού βάλω μπουρλότο στο αστυνομικό τμήμα. Βγαίνει από το δωμάτιο ιδρώνοντας. Γίνομαι ανυπόμονος…».

Αν δεν είχε προηγηθεί το rock’n’roll, το κλίμα της εξέγερσης της αμερικάνικης νεολαίας στα σίξτις θα ήταν πολύ διαφορετικό. Δεν αρμόζουν χαμόγελα για την «αφέλεια των γίπις», καθώς η καταστολή που ακολούθησε ήταν αμείλικτη, συντριπτική και δυστυχώς αποτελεσματικότατη.

7. Hunter S. Thompson – Hell’s Angels

Δεν έχει – άμεση – σχέση με μουσική, αλλά είναι μία από τις καλύτερες δημοσιογραφικές έρευνες που έχουν προκύψει, καθώς αποδομεί την υποτιθέμενη «απειλή» των μηχανόβιων για να φτάσει στην καρδιά της υπόθεσης, που είναι ίσως πιο τρομακτική, προσεγγίζοντας το κενό στην ψυχή της Αμερικής. Ο Hunter Thompson έχει τον τρόπο να σε μεταφέρει στη στιγμή και να σε αφήνει εκεί μετέωρο και έκθετο στον παραλογισμό της, όπως έκαναν οι μεγαλύτεροι ρεαλιστές συγγραφείς, χωρίς να χάνεις στιγμή την αίσθηση ότι διαβάζεις εφημερίδα.

8. David Nobakht – Suicide: No compromise

Μέσα από συνεντεύξεις και αφηγήσεις χτίζεται σιγά-σιγά μία ιστορία που μοιάζει απίστευτη, και βγήκε πέρα μόνο από το πείσμα που προσφέρει ένα καλλιτεχνικό όραμα σαν αυτό που συνέλαβαν και υλοποίησαν με κάθε κόστος ο Martin Rev και ο Alan Vega. Squares of any kind, beware!

9. Clinton Heylin – From the Velvets to the Voidoids

Η ιστορία του αμερικάνικου punk από τα σκιρτήματα των σίξτις (ξεκινάει με τους Primitives, μία πρώιμη εκδοχή των Velvets) μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, με ιδιαίτερη έμφαση στην σκηνή της Νέας Υόρκης. Μία εμπεριστατωμένη έρευνα με συνεντεύξεις σε πρώτο πρόσωπο από σχεδόν όλους τους πρωταγωνιστές της έκρηξης. Κλασικό.

10. Lester Βangs – Psychotic Reaction and Carburetor Dung

Το βιβλίο δανείζεται τον τίτλο του δεύτερου δίσκου των Count Five, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ. Το rock’n’roll χαρίζει στο γράψιμο την εκρηκτικότητά του και η περιεκτικότητα της λογοτεχνικής γραφής εμπλουτίζει το rock’n’roll με ποταμούς νοήματος. Φαντασία και πραγματικότητα μπλέκονται με χιούμορ στο μυαλό και την καρδιά του Bangs, μια ζωή-πυροτέχνημα, μια ψυχή που είδε στο rock’n’roll την μοναδική ελπίδα ενός αμείλικτου κόσμου, και ίσως γι’ αυτό το αντιμετωπίζει με τέτοια τρυφερότητα και ταυτόχρονα τέτοια «ιερή» μανία…

11. Greil Marcus – Lipstick Traces

Με αφορμή το πνεύμα της μουσικής των Pistols κι ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει, ο Marcus ανιχνεύει την υπόγεια διαδρομή που συνδέει πολιτικά και κοινωνικά μανιφέστα, θρησκευτικές σέχτες, κινήματα τέχνης, ξεχασμένες ταινίες και κείμενα, συνθέτοντας μία μυστική ιστορία του 20ου αιώνα.

12. David Toop – Ωκεανός του Ήχου (εκδ. Οξύ, μτφ. Ηρακλής Ρενιέρης)

Από τον πρόλογο: «Δεν είναι ένα βιβλίο για τις κατηγορίες της μουσικής, – άμπιεντ, ηλεκτρονική, περιβαλλοντική ή οποιονδήποτε άλλο διαχωρισμό που αξιώνει τη δημιουργία τάξης και λογικής ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετεί εμπορικούς σκοπούς. Αντίθετα, ο δρόμος που ακολούθησα, ξεκινώντας από τον Debussy του 1889 είναι η διάβρωση των κατηγοριών, το ξεγύμνωμα των συστημάτων, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για νέα ερεθίσματα, νέες ιδέες, νέες επιρροές από ένα περιβάλλον που μεταμορφώνεται συνεχώς. Τότε, όπως και τώρα, αυτό το περιβάλλον περιελάμβανε τόσο ήχους του κόσμου- μουσικές που δεν είχαν ξανακουστεί και ατμοσφαιρικούς ήχους όλων των ειδών, θορύβους της πόλης και βιοακουστικά σήματα- όσο και πειράματα στην παρουσίαση τελετουργιών, τεχνολογικές καινοτομίες, άγνωστα συστήματα συντονισμού και δομικών αρχών, αυτοσχεδιασμό και πιθανότητες».

13. Nick Hornby – High Fidelity (εκδ. Πατάκης, μτφ. Σώτη Τριανταφύλλου)
Το χρονικό της αγάπης και της ήττας, ζεστό σαν πάπλωμα που σε τυλίγει τις κρύες νύχτες του χειμώνα, ενώ εσύ σκέφτεσαι το καλοκαίρι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

13
Ιολ.
12

Συλλογή – Caroline Now! The songs of Brian Wilson and the Beach Boys (Marina, 2000)

Ποια είναι η χρησιμότητα των διασκευαστικών δίσκων, ήτοι tributes; Να γνωρίσουμε εκείνους προς τιμή των οποίων γίνονται; Αποκλείεται, ελάχιστοι  είναι οι σχετικοί δίσκοι που επιδιώκουν τη γνωριμία μας με κάτι πιθανώς άγνωστό μας. Μήπως να γνωρίσουμε το νέο αίμα να δοκιμάζεται στα «δύσκολα»; Μα κατά κοινή ομολογία οι διάφοροι άσημοι – άγνωστοι που βρίσκουν βήμα για συμμετοχή συνήθως δεν αξίζουν φράγκο, ενώ οι όποιοι γνωστοί είναι ήδη γνωστοί. Τρίτη ευκαιρία: να έρθουμε σε επαφή με τα πιο άγνωστά τους, αφού οι αχαΐρευτοι δεν τα κυνηγάμε. Ας γίνει δεκτό, χωρίς να χρυσώνεται το χάπι.

Αυτό ισχύει εδώ, ισχυρίζονται με ήθος οι αυτουργοί, ηθικοί ή ανήθικοι: όλοι οι μαζεμένοι είναι τρελοί φανς, ο δίσκος δουλευόταν τρία χρόνια, σκοπός ήταν η επαφή και με τις «άγνωστες» στιγμές του Brian Wilson. Βέβαια αυτό που μένει είναι ένα ανομοιογενές σύνολο που σου αφήνει την εντύπωση ότι χάνεις περισσότερα απ’ όσα βλέπεις. Τι στο καλό, ο Wilson είναι υπεύθυνος για ένα μεγάλο ποσοστό όσων ακούμε σήμερα! Αλλά οι περισσότεροι από τους δημιουργούς εδώ δεν μου φαίνεται ότι καταβάλλουν και τις καλύτερες προσπάθειες. Μπορεί να είναι η συγκίνηση ή το δέος μπροστά στο υλικό του Brian, δε λέω. Υπάρχουν πάντως εδώ μερικά καλά και πρέπει να καταγραφούν.

Ο κύριος Malcolm Ross (από τους Josef K και Orange Juice) δίνει μια πρώτης τάξεως ερμηνεία του Heroes and Villains, μιας πωπάρας του τιμώμενου με ποίηση του μεγάλου Van Dyke Parks. Το κομμάτι όμως το ξέρουμε και από μια προπέρσινη συλλογή των Δίσκων της Μαρίνας, άρα μας την έφερε ο Ρόσσος. Τον ξεπερνάει λοιπόν, αλλά και όλους τους υπόλοιπους ο ημιγιαπωνέζος Jad Fair με μία καθαρά Saxonική ερμηνεία. Από τους ποπσκεκλημένους, οι Kle μιμούνται επιτυχώες τους Saint Etienne, με ένα κομμάτι από το Sweet Insanity, το δεύτερο προσωπικό του Wilson.

Όσο για τους γερόλυκους, αυτοί τη σκάνε σε όλους: από την μία ο θείος Alex Chilton με μια αρχοντική εκτέλεση του Ι wanna pick you up ξεπληρώνει φαίνεται τα μαθήματα κιθάρας που του έκανε ο Carl Wilson όταν οι Box Tops σαππόρταραν τους Βeach Βoys· από την άλλη ο θειικός Kim Fowley με το αποχαιρετιστήριο σπαραξικάρδιο Almost Summer από την ομώνυμη ταινία του 1978 – στην εισαγωγή και στο τελείωμα μάλιστα μας λέει και την ιστορία της επαφής με τα Βitch Boys. Τρίτος μπάρμπας ο Chip Taylor (συνθέτης πολλών 60s κλασσικών όπως το Wild thing).

Το βιβλιαράκι ό,τι πρέπει, με τις πληροφορίες για τα κομμάτια (σπάνιο για tribute) και τους εκτελεστές. Άλλα αξιοσημείωτα; Η επιστροφή μετά… τριαντακονταετία των σιξτάδων Free Design οι οποίοι έκαναν επανένωση ειδικά για τον κυρ Γουίλσονα, αλλά τους καλάρεσε και τώρα βγάζουν και δίσκο στην Μarina κι αυτοί. Η επιθυμία του Stevie Jackson των Belle ans Sebastian να πει τραγούδι από ποιό άλλο, από το The Beach Boys Love you LP. Η συμμετοχή του εξαίρετου Γερμανού μαέστρου ορχήστρας και σάουντρακς Peter Thomas.

Αγαπάω ιδιαίτερα τους Beach Boys, εννοώ πέρα από το γνωστό ένδοξο παρελθόν. Πάντα έβλεπα τον Brian Wilson με ιδιαίτερη συμπάθεια, ακόμα κι όταν ήταν καρικατούρα του εαυτού του, ακόμα κι όταν έβγαζε εκείνους τους ανεκδιήγητους δίσκους στα μισά 70s και στα 80s. Δεν τόριξε όμως ποτέ κάτω, παρά τα γυρίσματα της μοίρας, έριχνε καμιά συνθεσάρα που και που, το προσπαθούσε, έδωσε κι εκείνα τα αξιοπρεπή προσωπικά του. Το ότι τον βλέπουμε στο Caroline με φωτογραφίες και συνέντευξη με θέμα την ίδια τη συλλογή σου δίνει την αίσθηση ότι είναι χαρούμενα παρών και ότι δίνει το ΟΚ. Ακόμη, ότι πήγαν όλα καλά, ότι η τωρινή του «οικογενειακή» φάση είναι καλή και, το κυριότερο, έχει διάρκεια. Ξεκουράσου τώρα παππού κι άσε τα εγγόνια να κάνουν παιχνίδι. Εσύ που και που να δίνεις καμιά συμβουλή. Πήραν απουσία οι Reed, Costello, και δεκάδες άλλοι. Δικαιολογημένη ο Sky Saxon.

Συμμετέχουν ακόμα: Saint Etienne, The High Llamas, Eric Matthews, The Aluminum Group, Eugene Kelly, June & The Exit Wounds, Katrina Mitchell & Bill Wells, Souvenir, Duglas T. Stewart, Camping, Stevie Jackson, The Pearlfishers, The Radio Sweethearts, Chip Taylor & Evie Sands, Norman Blake, The Secret Goldfish, David Ritchie Coalition.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στα μπλε και πράσινα, ο Kim Fowley.

ΥΓ. Οκτώ χρόνια μετά ο Brian Wilson θα μας έδινε ένα σπάνιο προσωπικό κομψοτέχνημα, αυτό.

15
Ιον.
12

The Nits – Wool (Play It Again Sam, 2000)