Archive for the 'Αποικιοκρατία' Category

14
Ιαν.
18

Enzo Traverso – Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)

Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Οι παλαιότερες ιστορικές ήττες δεν σκόρπιζαν την απόγνωση ούτε προκαλούσαν ηττοπάθεια αλλά ξεπεράστηκαν χάρη στην ελπίδα που απέβλεπε στην επαναστατική ουτοπία. Το μυστικό αυτού του μεταβολισμού της ήττας έγκειται ακριβώς στην συγχώνευση ανάμεσα στον πόνο μιας καταστροφικής εμπειρίας και στην εμμονή μιας ουτοπίας που βιώνεται σαν ιστορική προοπτική και σαν κοινός ορίζοντας προσμονής. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Ζαν Αμερί και Πρίμο Λέβι που τόνισαν τα πνευματικά αποθέματα χάρη στα οποία οι κομμουνιστές κρατούμενοι του Άουσβιτς ήταν ικανοί να αντέξουν στην βία, καθώς έβρισκαν μια αναντικατάστατη βοήθεια στις πεποιθήσεις τους. Άντεχαν περισσότερο στα βάσανα και πέθαιναν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από τους απολίτικους διανοούμενους συγκρατούμενους. Κατείχαν ένα κλειδί κι ένα στήριγμα, μια χιλιαστική επαύριο για την οποία είχε νόημα να θυσιαστούν.

Στις πιο ζοφερές μέρες του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, όταν η σοβιετική εξουσία απειλούνταν και η επανάσταση έμοιαζε καταδικασμένη, το φάσμα της Παρισινής Κομμούνας στοίχειωνε τους μπολσεβίκους. Αντί να σκορπίζει αποθάρρυνση και παραίτηση αυτή η έντονη συνείδηση του κινδύνου «γαλβάνιζε το πνεύμα της αντίστασης», όπως έγραφε ο Βικτόρ Σερζ. «Εμείς οι Κόκκινοι, παρά την πείνα, τα σφάλματα, ακόμα και τα εγκλήματα, βαδίζουμε προς την πολιτεία του μέλλοντος»

Η σοσιαλιστική και κομμουνιστική εικονογραφία απεικόνιζε ακριβώς αυτήν την τελεολογική θεώρηση της ιστορίας. Η Τέταρτη Τάξη (1900) του Πελίτσα ντα Βολπέντο παριστάνει την πρόοδο των εργαζόμενων τάξεων προς ένα φωτεινό μέλλον και εικονογραφεί τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό που είχε διαπιστώσει ο Ένγκελς: η εποχή των οδομαχιών και των οδοφραγμάτων είχε περάσει. Η παλαιού τύπου εξέγερση ήταν πια απαρχαιωμένη σε σύγκριση με την «διεθνή μεγάλη στρατιά των σοσιαλιστών που αυξάνει κάθε μέρα». Η κριτική της εξεγερσιακής μεθόδου αντιπαρέθετε δυο ιστορικές χρονικότητες: την εκρηκτική στιγμή της επανάστασης και μια πιο αργή εξελικτική αλλαγή. Υπήρχε εδώ, εν σπέρματι, η διαλεκτική που ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει αργότερα ο Γκράμσι ανάμεσα στον «πόλεμο κινήσεων» και στον «πόλεμο θέσεων».

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση η ουτοπία έπαψε ν’ αποτελεί την αφηρημένη αναπαράσταση μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που προβαλλόταν σ’ ένα μακρινό μέλλον κι έγινε το αχαλίνωτο φαντασιακό ενός κόσμου που οικοδομείται στο παρόν. Η μεσσιανική προσδοκία μεταμορφώθηκε σε παρακίνηση για επαναστατική δράση. Η χτυπητή ομοιότητα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας με το βιβλικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι, μέσα στην κομμουνιστική παράδοση, παραμένει πάντα μια θρησκευτική παρόρμηση που συνυπάρχει με τον διακηρυγμένο αθεϊσμό της.

Για τον Χέρμπερτ Μαρκούζε η λειτουργία της μνήμης συνίσταται στην διατήρηση των δυνατοτήτων και των επαγγελιών που προδόθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μπορεί να προβάλλονται στο μέλλον σαν ουτοπίες οικουμενικής ευτυχίας. Η μαρξιστική «αντιμνήμη» έπρεπε να προσανατολιστεί προς την καταπνιγμένη ευτυχία των ανθρώπων και να μετατρέψει την ουτοπία σε υπόσχεση ελευθερίας.

Οι ταινίες του Αϊζεστάιν περιγράφουν την ρωσική ιστορία σαν μια ακαταμάχητη πορεία προς την επανάσταση, ενώ ο κινηματογράφος των νικημένων επαναστατών χαρακτηρίζεται από μελαγχολικές εικόνες. Από την δεκαετία του 1990 και εξής, η σχέση του με το παρελθόν έχει ριζικά ανατραπεί. Προηγουμένως παρουσίαζε μαζικά κινήματα και προεικόνιζε αναπότρεπτες νίκες, στην συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να αφηγείται το πένθος της ήττας. Στην ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και ελευθερία, το μήνυμα είναι το ίδιο με του Τζορτζ Όργουελ στον Φόρο τιμής στην Καταλονία (1938): ο ισπανικός εμφύλιος κατέληξε σε μια διπλή ήττα: την κατάρρευση της Δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό και τον ενταφιασμό της επανάστασης από μια σταλινική κυβέρνηση. Όσοι τον έζησαν όμως έμαθαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια εφικτή μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Όργουελ είχε γράψει ότι το 1937 η Βαρκελώνη είχε ήδη χάσει τον κοινοτιστικό ενθουσιασμό της προηγούμενης χρονιάς, γέννησε όμως μια σοσιαλιστική μνήμη ικανή να επιζήσει μετά την ήττα. Ο ήρωας του Λόουτς δεν είναι μάρτυρας αλλά ο ανώνυμος αγωνιστής, συνηθισμένος να χάνει μάχες, από την ισπανική επανάσταση του 1936 ως την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων στην δεκαετία του 1980. Υπό το ίδιο πρίσμα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της Καστίγιο, του Γκουσμάν και άλλων απεικονίζουν τον 20ό αιώνα σαν τραγική εποχή συντριμμένων επαναστάσεων και ηττημένων ουτοπιών. Είναι η αισθητική διάσταση μιας διεργασίας πένθους.

O Τραβέρσο εστιάζει ιδιαίτερα στις δυο εκδοχές της ταινίας του Κρις Μαρκέρ, Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο (Le fond de l’ air est rouge). Μέσα από έναν στρόβιλο εικόνων αποκαλύπτεται ένας κόσμο όπου η επαναστατική ουτοπία κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ περιγράφεται ο πληθωρικός χαρακτήρας των επαναστατικών κινημάτων, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους. Μια αξιοσημείωτη σκηνή εκφράζει την αίσθηση μιας νέας εξέγερσης που ξεπερνάει τα σύνορα, δείχνοντας σε διαδοχικές εικόνες χέρια νεαρών από διάφορες φυλές

Ανακαλώντας μια συζήτηση με τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, ο Μαρκέρ θυμίζει στην ταινία του τις προσδοκίες και τον ενθουσιασμό του Μάη του ’68 όταν όλα έμοιαζαν εφικτά αλλά και το γεγονός ότι τα παρισινά οδοφράγματα έμοιαζαν με εύθυμη μασκαράτα: Φαντασιώναμε ότι κάναμε έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα, κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να βαδίσει προς τα Ηλύσια. Στην Λατινική Αμερική η επανάσταση νικήθηκε και πνίγηκε στο αίμα, ενώ στη δυτική Ευρώπη απλώς δεν συνέβη ποτέ. Παρέμεινε «η τελική πρόβα ενός έργου που δεν παίχτηκε ποτέ».

Ο Μαρκέρ είχε στο μυαλό του «την συντριβή των αντάρτικων, την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, την χιλιανή τραγωδία και τον κινέζικο μύθο της Πολιτιστικής Επανάστασης». Η ταινία είναι γεμάτη εικόνες από κηδείες – από τον Τσε Γκεβάρα και τον Βίκτορ Χάρα μέχρι την Ούλρικε Μάινχοφ, να υποδηλώνουν μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και τον θάνατο. Αντί να σημαδεύουν το τέλος της κομμουνιστικής ελπίδας, οι μαζικές αυτές κηδείες αποτελούν μια από τις εκφράσεις της.

Στο κεφάλαιό του για τα Φαντάσματα της αποικιοκρατίας ο Τραβέρσο εστιάζει στην ειδικότερη μεταποικιακή μελαγχολία της αριστεράς. Έπρεπε να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να αρχίσει ο μαρξισμός να αναγνωρίζει τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Ο Μαρξ θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε την εξέλιξή του, θεωρώντας την δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ έναν οριενταλιστικό ορίζοντα, μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική συνάντηση του μαρξισμού και των ρευμάτων που ξεπήδησαν από τον αντιιμπεριαλισμό παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από αυτό το χαμένο συναπάντημα τρέφεται η συγκεκριμένη μελαγχολία.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν στάθηκαν ικανοί να ξεπεράσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε τον βιολογικό ρατσισμό (συνεπώς και τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του 1930), έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία, με εξαίρεση τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική, για να αποσυρθεί στην φιλοσοφία και την αισθητική. Άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα, πάντως, όπως ο Μαύρος Μαρξισμός, έστρεψαν τον διεθνισμό σε ριζικά αντιαποικιακή κατεύθυνση.

Η αριστερά έχει πρόβλημα με την μνήμη της. Γενική αμνησία. Έχει καταπιεί πάρα πολλά, έχει παραβεί πάρα πολλές υποσχέσεις. Πάρα πολλές υποθέσεις που δεν ξεκαθαρίστηκαν, ένα σωρό πτώματα που δεν χρεώθηκαν. […] Δεν υπάρχουν πια ιδρυτικά γεγονότα. Ούτε πια γέννηση. Ούτε πια σημεία αναφοράς…

έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ [σ. 236], ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 68 κι ένας από τους βασικούς ηγέτες της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας [LCR]. Το τελευταίο κεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο στρατευμένο στοχαστή που μετά την ιστορική καμπή του 1989 αναζητούσε μια νέα κριτική σκέψη και νέες μορφές δράσης. Ο Μπενσαΐντ ευνόησε την συνάντηση των «πολλών μαρξισμών» με παραμελημένα ρεύματα σκέψης αλλά και της γενιάς του Μάη με εκείνη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 κι έγινε ένας μεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες. Για τον ίδιο η πρόοδος δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία αλλά μια αντιφατική κίνηση που φέρει διαλεκτικά μαζί της την άρνηση. Η ιστορία είναι ένα πεδίο πιθανοτήτων, ένα ανοιχτό σταυροδρόμι με πολλές εκβάσεις. Όπως είπε ο Γκράμσι, «το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας».

Πρότεινε την πολιτική πλευρά του Μπένγιαμιν, ενός άλλου «μεσολαβητή» απέναντι στην «ιστορία που δυστροπεί», και διάβασε κάτω από το πρίσμα του παρόντος τις «Θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας». Σ’ ένα περιβάλλον καταστροφών και σε μια εποχή κυριαρχημένη από τον ναζισμό και τον σταλινισμό, ο Γερμανός φιλόσοφος έγραφε ότι το να συνεχίζει κανείς να πιστεύει στις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης αποδεικνύεται μια πράξη πίστης. Η θεολογία γινόταν απαραίτητος σύμμαχος του μαρξισμού κι ο μεσσιανισμός έμοιαζε να καλείται να αναστήσει έναν σαστισμένο αντιφασισμό και να επινοήσει μια νέα ιδέα του κομμουνισμού, εμψυχωμένου από την επιθυμία να λυτρώσει τους νικημένους της ιστορίας.

Οι Θέσεις ήταν μια προσπάθεια να θεωρηθεί διαφορετικά η επανάσταση (και ο αγώνας ενάντια στον φασισμό), σαν λυτρωτική πράξη ικανή να σπάσει την συνέχεια της ιστορίας και να λυτρώσει την μνήμη των νικημένων. Στο κείμενο αυτό ο μαρξισμός και ο μεσσιανισμός είναι αξεδιάλυτοι. Αλλά ο πυρήνας της αιρετικής του προσέγγισης στην βιβλική παράδοση βρίσκεται αλλού: αντί να περιμένει την έλευση του Μεσσία, πίστευε ότι έπρεπε να την προκαλέσουμε κι ότι αυτή η διακοπή της πορείας του κόσμου έπρεπε να επέλθει σαν επαναστατική πράξη των ανθρώπων.

Ο Μπένγιαμιν αντιλαμβανόταν την επανάσταση, ταυτόχρονα, σαν υλική και ανθρώπινη πράξη και σαν πνευματική κίνηση λύτρωσης, ανασύστασης και αποκατάστασης του παρελθόντος. Εκκοσμικευμένη πράξη κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, η επανάσταση είχε ανάγκη από μια ορμή που μόνο το θρησκευτικό βίωμα κι η θρησκευτική έμπνευση μπορούσαν να της προσφέρουν. Και η  αλλαγή του κόσμου παρέμενε ένα μελαγχολικό στοίχημα (όπως τιτλοφορούσε ένα βιβλίο του), ζυμωμένη με μνήμη και θεμελιωμένο στην λογική.

Η συναρπαστική αυτή περιπλάνηση στο διανοητικό και καλλιτεχνικό τοπίο της αριστεράς ανακαλύπτει μια μελαγχολία που αποτελεί την διαλεκτική άλλη όψη των ελπίδων και των ουτοπιών. Το πένθος και η οδύνη δεν είναι ασύμβατα με τους αγώνες, ούτε εμποδίζουν την συνείδηση και τον στοχασμό. Η επαναστατική δράση απαιτεί τόσο στρατηγική όσο και συναισθηματική θεμελίωση και η μελαγχολία είναι ένα από τα συναισθήματα της, μια ψυχική διάθεση ενταγμένη στην διανοητική και πολιτική στράτευση.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος Παράλληλος], 2017, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 294 [Left-Wing Melancholia. Marxism, History, and Memory, 2016]. Περιλαμβάνονται σαράντα εννέα φωτογραφίες και ευρετήριο ονομάτων.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 14 Ιανουαρίου 2018 (το ακριβές κείμενο εδώ)

Στις εικόνες: Άγαλμα του Lenin στο Βερολίνο που απομακρύνθηκε το 1992, Παρισινή Κομμούνα (οδόφραγμα Rue Saint-Sébastien), Rosa Luxemburg, Σπαρτακιστές [1919], Leon Trotsky στην Ρωσική Επανάσταση, Antonio Gramsci, Αφίσα του Aleksandr Rodchenko για το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Sergei Eisestein, Σκηνή από την ταινία του Chris Marker, Louise Michel, Karl Marx, Daniel Bensaid (πρώτος από αριστερά), Boris Iofan – Σχέδιο για το Μέγαρο των Σοβιέτ [Palace of the Soviets, 1931-1933], Giuseppe Pellizza da Volpedo – Quarto_Stato [1900].

Advertisements
22
Ιαν.
17

W. Somerset Maugham – Χονολουλού και άλλα διηγήματα

maugham-xonoloyloy_

Σύγκρουση κόσμων στην άκρη του κόσμου

Πώς να χορτάσει ένας διαρκώς πεινασμένος αναγνώστης την επιθυμία του για ιστορίες που διαβάζονται ως ιστορίες και αφηγήσεις που χτίζονται με αξιομνημόνευτους χαρακτήρες και γεγονότα; Κρίνω και αναρωτιέμαι εξ ιδίων, εφόσον ο κορεσμός μου από τα συνεχή μορφικά και πειραματικά γραφήματα, τις μισοειπωμένες ιστορίες και τις πλοκές που μπορούν να πυκνωθούν σε πέντε γραμμές είναι μεγάλος. Είναι ακριβώς η ίδια αίσθηση με αναρίθμητες σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες: δεν αρκούν οι εικόνες, δεν αρκεί το στιλ, δεν αρκεί ο σκηνοθετικός πειραματισμός. Χρειάζομαι επειγόντως διηγήσεις που κλέβουν την παράσταση ως τέτοιες, ιστορίες με αρχή και αρχές, μέση και μέσες, τέλος και τέλη.

maugham-4

Εγγυημένη επιλογή ένας παλιός στυλίτης της αφηγηματικής λογοτεχνίας, ένας μυθιστοριογράφος που διακρίθηκε και ως θεατρικός συγγραφέας και ως διηγηματογράφος. Κι έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς τι κυριαρχεί περισσότερο σε εννιά ιστορίες με χαρακτήρες που ζουν ή καμώνονται πως ζουν στις άκρες της βρετανικής αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, στην Μαλαισία, το Βόρνεο και την Χαβάη: : η βρετανική, φλεγματική, πνευματώδης γραφή, που εμφανίζεται επαρκώς σωβινιστική και τονίζει διακριτικά την ανωτερότητα του πολιτισμού της ή η αποστασιοποιημένη, μεταποικιοκρατική ματιά που μοιράζει τους σαρκασμούς της και στις δυο πλευρές; Η μάχη είναι αντίρροπη και η διπλή κυριαρχία του συγγραφέα αναμφισβήτητη. Η επιλογή είναι δύσκολη αλλά θα σταθώ στις τρεις ιστορίες που διάβασα και δεύτερη φορά.

maugham-2

Ο απομακρυσμένος σταθμός: Ο αρμοστής κύριος Ουώρμπερτον υποδέχεται τον κύριο Κούπερ, τον νέο του βοηθό. Παρόλο που είναι ο μοναδικός λευκός της περιοχής η άφιξη ενός δεύτερου αξιωματούχου του προκαλεί ανησυχία. Η χαώδης τους διαφορά φαίνεται από την αρχή: μπροστά στην επίσημη περιβολή του αρμοστή ο προσκεκλημένος Κούπερ καταφτάνει με τα ταξιδιωτικά του ρούχα. Ο αρμοστής του δηλώνει πάντως πως επί τρία χρόνια δειπνεί ολομόναχος με αυτή την αμφίεση. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να διατηρήσετε την υψηλοφροσύνη σας. Όταν ένας λευκός υποκύπτει στις συνθήκες που τον περιβάλλουν γρήγορα χάνει τον αυτοσεβασμό του και σύντομα οι ιθαγενείς θα πάψουν να τον υπολήπτονται. Έτσι έμμεσα προστάζει «το ενδεδειγμένο ένδυμα της πολιτισμένης κοινωνίας».

Ο αρμοστής κύριος Ουώρμπερτον είναι ένας περίτεχνος χαρακτήρας: τόσο σνομπ όσο και τζέντλεμαν, έχει την δική του σκοτεινή ιστορία για το πώς άφησε πίσω του όλα όσα έδιναν αξία στην ζωή του κι έφτασε ως εδώ. Η μόνη επαφή με τον κόσμο που άφησε πίσω του είναι μόνο η αλληλογραφία με διάφορες κυρίες. Η τωρινή του θέση σαφώς κολακεύει την ματαιοδοξία του: είναι ένας ηγέτης του οποίου ο λόγος αποτελεί νόμο. Κατά την απονομή της δικαιοσύνης ανάμεσα σε αντίπαλους φυλάρχους βαθμηδόν αισθάνεται βαθιά αγάπη για τους Μαλαισιανούς και ενδιαφέρεται για τα ήθη, τις συνήθειες, την άποψή τους. Είναι ακριβοδίκαιος και τηρεί τα όρια, χωρίς να πάψει να είναι ανένδοτος σε θέματα πειθαρχίας. Σε κάθε περίπτωση «το αναλλοίωτο Βόρνεο ήταν πλέον η πατρίδα του».

malay_kampung_house_

Ο Κούπερ από την άλλη έχει πολεμήσει στην Αφρική και ισχυρίζεται ότι «γνωρίζει καλά τους νέγρους» (όπως «αστοιχείωτα», σύμφωνα με τον Ο., χαρακτηρίζει τους Μαλαισιανούς). Είναι απόλυτος ως προς την ανωτερότητα της φυλής του και έτοιμος να ασκήσει εξουσία με κάθε τρόπο. Ο καθένας τους προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να διατηρήσει την ελάχιστη ψυχική επαφή με εκείνο που ήταν κάποτε. Σε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιστατικό, ο Ο. διατηρεί την τελετουργία της ανάγνωσης όλων των εφημερίδων, ξεκινώντας όχι από τις τελευταίες αλλά από τις παλαιότερες, διαβάζοντας μια την ημέρα, για να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι ζει στην πατρίδα. Ακόμα και στην διάρκεια του πολέμου προτιμά να ζει ώρες αβάσταχτης αγωνίας παρά να σπεύσει να διαβάσει τις ειδήσεις των επόμενων ημερών. Και φυσικά θα εξοργιστεί μέχρι μανίας όταν μια μέρα διαπιστώσει ότι ο Κούπερ έχει πρώτος σκίσει το περιτύλιγμα και τις έχει ξεφυλλίσει, δηλαδή μαγαρίσει.

maugham-5_

Οι δυο άντρες ανταγωνίζονται τόσο στην ισχύ όσο και την ειρωνεία. Είναι οι μόνοι λευκοί σε ακτίνα τριακοσίων χιλιομέτρων και ζουν σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλον. αλλά δειπνούν και μεθούν ολομόναχοι, ο καθένας στο ενδιαίτημά του. Η βαθειά αμοιβαία αντιπάθεια τούς οδηγεί σε σύγκρουση όταν ο βοηθός φέρεται βίαια στους υπηρέτες του αλλά αρνείται να ανακληθεί στην τάξη. Ο O. ακυρώνει τις διαταγές του Κούπερ για να τον γελοιοποιήσει αλλά υφίσταται κι ο ίδιος κάτι ανάλογο, καθώς ο υφιστάμενός του τον πετυχαίνει στο αδύνατο σημείο του, γνωστοποιώντας του εκείνους που ξεκαρδίζονται στην λέσχη όταν τους διηγείται τις ψεύτικες ιστορίες του.

Ο κόσμος του οποίου αποτελούσε μέρος είχε παρέλθει και το μέλλον ανήκε σε μια κατώτερη γενιά. Την εκπροσωπούσε ο Κούπερ, τον οποίο μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του. [σ. 142]. Οι μήνες περνούσαν και κανένας δεν έδειχνε σημάδια υποχώρησης. Ήταν σαν δυο άνθρωποι παγιδευμένοι σ’ έναν τόπο όπου βασιλεύει η νύχτα, και οι βασανισμένες ψυχές τους είχαν χάσει κάθε ελπίδα ότι θα ξημερώσει γι’ αυτές. Όλα έδειχναν ότι η ζωή τους θα συνεχιζόταν επ’ άπειρον σε τούτη τη μουντή και αποτρόπαια μονοτονία του μίσους [σ. 147] Για άλλη μια φορά δυο κόσμοι ετοιμάζονται να συγκρουστούν αλλά η κλιμάκωση που επιλέγει ο συγγραφέας είναι αναπάντεχη.

maugham-1

Στον αντίποδα του εκτενούς αυτού διηγήματος βρίσκεται Ο ολιγοσέλιδος παντογνώστης. Αυτή τη φορά ο αντιπαθής για τον αφηγητή χαρακτήρας μοιράζεται μαζί του μια καμπίνα επί δεκατέσσερις ημέρες. Εμείς οι Εγγλέζοι πρέπει να κάνουμε κόμμα, όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, τονίζει ο ενθουσιώδης συγκάτοικος. Η πολυλογία του δεν είχε τίποτα το εγγέλζικο, και συνόδευε τα λόγια του με υπερβολικές χειρονομίες. Θα έπαιρνα όρκο ότι ένας προσεκτικότερος έλεγχος εκείνου του βρετανικού διαβατηρίου θα αποκάλυπτε πως ο κύριος Κελάντα ήταν γεννημένος κάτω από έναν ουρανό πολύ πιο γαλανό απ’ ότι βλέπουμε, εν γένει, στην Αγγλία [σ. 155], μονολογεί ο αφηγητής. Άλλωστε, λίγο αργότερα, δέχεται ένα χαμόγελο «μ’ όλη τη λάμψη της ανατολής».

Ο δύσθυμος αφηγητής μοιράζεται μαζί του τα τρία ημερήσια γεύματα και υφίσταται την συνοδεία του σε κάθε περίπατό του στο κατάστρωμα. Ο απεχθής κύριος Κελάντα είναι πανταχού παρών στο πλοίο, διοργανώνοντας παιχνίδια και λοταρίες, ετοιμάζοντας γιορτές, γνωρίζοντας τους πάντες. Το χειρότερο όλων, εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της γνώσης κι εμείς ήδη ψυχανεμιζόμαστε ότι σε αυτό το λαμπρό πεδίο δόξας θα τελεστεί η εκδίκηση του αφηγητή. Κι όμως, πάλι μας παραπλανά ο συγγραφέας! Σ’ ένα ευφυέστατο συμβάν μιας ευρύτερης συντροφιάς ο κύριος Κελάντα θυσιάζει την παντογνωστική του αύρα και κερδίζει έστω και στην τελευταία σελίδα την χαμένη συμπάθεια.

maugham-3_

Ο σάκος των βιβλίων ανήκει σε κάποιον αφηγητή που μας εξομολογείται πως δεν ανήκει στην «ελεεινή κατηγορία» εκείνων που διαβάζουν από συνήθεια και πως αναζητά το βιβλίο του όπως ο οπιομανής την πίπα του. Ελλείψει άλλου αναγνώσματος, ο κατάλογος των στρατιωτικών πρατηρίων ή τα δρομολόγια των σιδηροδρόμων του φτάνουν και του περισσεύουν. Ομολογεί μάλιστα ότι κυριεύεται από ταραχή όταν στερείται επί μακρόν το διάβασμα και αναστενάζει με ανακούφιση στην θέα μιας τυπωμένης σελίδας. Παραδέχεται, τέλος, ότι αυτός ο τρόπος ανάγνωσης δεν είναι λιγότερο αξιόμεμπτος από την κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών, συνεπώς πρέπει να είμαστε εξίσου ταπεινοί με τους δυστυχισμένους σκλάβους της σύριγγας ή του ποτού.

Επόμενο είναι στα ταξίδια του να παίρνει έναν όσο το δυνατό μεγαλύτερο σάκο απλύτων, φίσκα από κάθε λογής βιβλία για όλες τις διαθέσεις. Όταν κάποτε βρέθηκε στο Πενάγκ δέχτηκε την φιλοξενία ενός κυρίου Φέδερστοουν ο οποίος τον ρωτάει αν τυχαίνει να έχει μαζί του κάποιο βιβλίο να διαβάσει και φυσικά εκπλήσσεται όταν του προτείνεται να διαλέξει από έναν ολόκληρο σάκο. Τελικά επιλέγει μια βιογραφία του λόρδου Βύρωνα. Με την περιέργεια για τους ανθρώπους να αποτελεί κομμάτι του συγγραφικού του επαγγέλματος, ο αφηγητής αναρωτιέται με ποιο τρόπο το γαλήνιο περιβάλλον, το φορτισμένο παρ’ όλα αυτά, με νοήματα υποφώσκοντα και σκοτεινά, επηρέαζε τον Φέδερστοουν στην καθημερινότητά του.

maugham-6

Όταν κάποτε η συζήτηση φτάνει στην σχέση του Βύρωνα με την αδελφή του Αυγούστα και γενικά  τα όρια της αγάπης και της στοργής, ο οικοδεσπότης διηγείται την ιστορία του Τιμ Χάρντυ και της αδελφής του, μια ιστορία ακραίας αδελφικής αγάπης και αυτοχειρίας. Σκέφτομαι πως ο συγγραφέας (ο Μωμ; ο ήρωάς του;) συναντά μια ιστορία που δεν περιλαμβάνεται στον σάκο του και πως εκφέρεται από την πλέον αδιάφορη συντροφιά.

Σε όλες αυτές τις ιστορίες η πληθωρική, σχεδόν κατακλυσμική φύση μοιάζει να παίρνει τον ρόλο που της επιφυλάσσει η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας. Αν οι χαρακτήρες αισθάνονται τυχεροί και προικισμένοι που ζουν δίπλα της, τότε είναι μαγευτική. Όταν όμως η ζωή τους παίρνει απειλητική ή δραματική τροπή, τότε μοιάζει αφιλόξενη, σχεδόν εχθρική, ενώ συχνά αποτελεί την ύστατη παγίδα.

corner_coffeeshop-perak_

Η ίδια αυτή φύση μοιάζει το τρομερό αλλά και ειρωνικό περιβάλλον μιας άλλης μεγάλης αντίθεσης. Μέσα της συγκρούονται δυο δικαιικά συστήματα: δεν είναι τόσο το δίκαιο του ισχυρού κυρίαρχου με εκείνο του αδύναμου υπόδουλου. Εδώ αλληλοσπαράσσονται οι νόμοι και τα έθιμα, οι κανόνες και οι άγραφες επιταγές, η ξένη με την ενδημική ηθική. Κι είναι ένα ακόμα ειρωνικό παίγνιο του συγγραφέα, συχνά να βάζει τους ντόπιους να επικαλούνται ακριβώς το σύστημα που δεν θα περιμέναμε, όπως ακριβώς και το αντίθετο.

Από μια άλλη άποψη, αυτά τα διηγήματα εκφράζουν πειστικότερα από οποιοδήποτε εγχειρίδιο Ιστορίας τα υποκείμενα της αποικιοκρατίας, τον ψυχισμό τους, το διαφαινόμενο τέλος τους. Όποιο κι αν ήταν το κίνητρο της συμμετοχής τους – εξουσία, δύναμη, τυχοδιωκτισμός, περιπέτεια, φυγή – ο δρόμος τους θα κατέληγε στην ζούγκλα, την ίδια άγνωστη, αλλόκοσμη επικράτεια που ήθελαν να αλλάξουν. Σε κάθε περίπτωση, ο εξαιρετικός Άγγλος συγγραφέας πλάθει περίτεχνα το υλικό του.

Εκδ. Άγρα, 2015, μτφ. Παλμύρα Ισμυρίδου, σελ. 327 [τα διηγήματα εκδόθηκαν από το 1920 έως το 1947].




Σεπτεμβρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 995.334 hits

Αρχείο

Advertisements