Archive for the 'Αυτοχειρία' Category

27
Δεκ.
16

Οράσιο Κιρόγα – Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου

quiroga_diigimata

Οικειοθελώς στην πράσινη κόλαση

Όλα τα διηγήματα του Κιρόγα, όποιο κι αν είναι το θέμα τους, είναι άψογα πραγματωμένα. Οφείλω όμως να τονίσω ότι αυτά που εκτυλίσσονται στη Μισιόνες είναι διαποτισμένα με μυστήριο, με τη σκληρή ασκητική ζωή, με την ελλοχεύουσα απειλή του δάσους. Εκεί δεν μπορεί κανείς να δημιουργεί τέχνη για την τέχνη – αυτά είναι εντρυφήματα καθαρά φιλολογικά. Γιατί το δάσος έκρυβε μέσα του μια φρίκη που γνώρισε από πρώτο χέρι ο συγγραφέας και η οποία δάμασε τον έντονο εγωκεντρισμό του…έγραφε ο περίφημος συγγραφέας Χουάν Κάρλος Ονέτι στο άρθρο του Γιος και πατέρας του δάσους στην El Pais το 1987.

Αν ο Πόε ανέδειξε το διήγημα σε ξεχωριστό και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό είδος στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Κιρόγα επιτέλεσε το αντίστοιχο έργο στην ισπανόφωνη Αμερική, επηρεάζοντας όλη την μετέπειτα διηγηματογραφία αυτού του ιδιαίτερου Νότιου Κόσμου. Η πρόζα του είναι ένα κλειστό, εντελές σύμπαν με κομμάτια καθαρόαιμα και αριστοτεχνικά, όπως τα χαρακτηρίζει στο κατατοπιστικό της επίμετρο η μεταφράστρια.

horacio-quiroga-3_

Αλλά ακόμα κι αυτό το στοιχείο της πρωτιάς χλωμιάζει μπροστά στην αδιανόητη πορεία της τραγικής ζωής του συγγραφέα: ο πατέρας του αυτοπυροβολήθηκε κατά λάθος και βρήκε ακαριαίο θάνατο και ο πατριός του αυτοκτόνησε ύστερα από μια παραλυσία εξαιτίας εγκεφαλικού και τον βρήκε ο ίδιος με διαλυμένο πρόσωπο. Οι τραγωδίες συνεχίστηκαν αμείωτες: σκότωσε κατά λάθος τον αδελφικό του φίλο, έχασε δυο αδέλφια του από τυφοειδή πυρετό, η πρώτη του σύζυγος αυτοκτόνησε, ενώ η δεύτερη του στέρησε την κόρη του και τον άφησε ολομόναχο και άρρωστο στο απομονωμένο σπίτι που εκείνος είχε επιλέξει. Ο ίδιος αυτοκτόνησε με κυάνιο στα πενήντα οκτώ του χρόνια, όταν έμαθε ότι πάσχει από μη ιάσιμο καρκίνο. Ευνόητα ο θάνατος κυριαρχεί και στα διηγήματά του, με πολλές και διαφορετικές μορφές, από το έγκλημα μέχρι την ασθένεια· άλλες αλλόκοτες και αποκλίνουσες συμπεριφορές, πνευματικές διαταραχές, καταστροφικοί έρωτες συμπληρώνουν τον κύκλο της ζοφερής θεματολογίας του.

horacio-quiroga-isidoro-reta

Η συλλογή των οκτώ διηγημάτων αποτελεί μια επιλογή από τα συντομότερα και αντιπροσωπευτικότερα ως προς την μορφή και το περιεχόμενο Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου. Τόπος των μύθων, ο δικός του τόπος: η μεθοριακή, δασοσκεπής αργεντινή επαρχία Μισιόνες αφιλόξενη περιοχή του Σαν Ιγνάσιο, όπου ο ίδιος ο συγγραφέας επέλεξε να ζει. Αυτή η φύση, πάντα νικήτρια στον αγώνα του ανθρώπου να την δαμάσει, είναι εν τούτοις ο τόπος που πάντα επέστρεφε, για να συνεχίσει ή να αλλάξει τα φιλόδοξα και συχνά επικίνδυνα σχέδιά του, όπως το να δοκιμάσει καλλιέργειες, χωρίς να έχει ανάλογη εμπειρία. Ο συγγραφέας επέμενε να ζει σε δύσκολες συνθήκες αδιαφορώντας για τα δικά του προβλήματα υγείας αλλά και για την ασφάλεια της οικογένειάς του.

Ακριβώς αυτή η επιλογή ζωής, όπως τονίζεται στο επίμετρο, να αφήσει τις ευκολίες της μεγαλούπολης, το επάγγελμα του καθηγητή  και τα λογοτεχνικά σαλόνια για να ζήσει στην άκρη του πουθενά, μοιάζει με μια λυσσώδη αναμέτρηση με το φάντασμα που στοίχειωνε την ζωή του: τον θάνατο. Άλλωστε τι αποτελούσε η διαβίωση στο δάσος με μύριους κινδύνους αν όχι ένα συνεχές παιχνίδι με αυτόν; Είχε όμως νωρίτερα αντιληφθεί ότι μονάχα ο λόγος μπορεί να μετατρέψει το χάος σε κόσμο και επέλεξε να κατονομάσει τους φόβους του, για να τους δαμάσει, αλλά και ότι ο αυθεντικός τρόμος δεν βρίσκεται έξω αλλά μέσα μας. Φυσικά ο λόγος αυτός βρήκε την πυξίδα του στους μάστορες του ίδιου χάους: τον Πόε, τον Μωπασσάν, τον Τσέχοφ αλλά και τον Κίπλινγκ.

horacio-quiroga-6

Η πρώτη επαφή με την επαρχία Μισιόνες οφείλεται στην πρόσκληση που του έκανε ο περίφημος αργεντινός ποιητής Λεοπόλδο Λουγκόνες να τον συνοδεύσει με την ιδιότητα του φωτογράφου σε μια επιστημονική αποστολή. Παρά την ταλαιπωρία, ο Κιρόγα γυρίζοντας στο Μπουένος Άιρες είχε μόνο μια έμμονη ιδέα: πώς να επιστρέψει το συντομότερο στην «πράσινη κόλαση». Εξερευνητής, κυνηγός, μοτοσυκλετιστής, κατασκευαστής του ξύλινου σπιτιού του, εφευρέτης συσκευών, κωπηλάτης, φωτογράφος, βιβλιοδέτης, ο Κιρόγα υπήρξε μανιασμένα δραστήριος και δημιουργικός ακόμα και στην άκρη του πολιτισμένου κόσμου. Στην προσωπική του ζωή υπήρξε ιδιαίτερα απαιτητικός, εκπαιδεύοντας και τα ίδια τα παιδιά του σε σκληρές και επικίνδυνες συνθήκες.

horacio-quiroga-7

Το πουπουλένιο μαξιλάρι αποτελεί μάλλον την πιο εφιαλτική (και πειστική) ιστορία της συλλογής. Ένα ζευγάρι ζει μια ιδιόμορφη ευτυχία στο τρίμηνο του μέλιτος. Παρά την στοργή του άντρα, η Αλίσια φυλακίζεται σταδιακά σε ένα σύμπαν αγάπης με άκαμπτους κανόνες ενώ το παγερό σπίτι τής προκαλεί ρίγη. Σύντομα αρχίζει να έχει παραισθήσεις και οράματα και βρίσκεται κλινήρης με συχνές απώλειες συνείδησης. Η αιτία του θανάτου της, φωλιασμένη στο πουπουλένιο της μαξιλάρι, είναι εξίσου επιστημονική και παράλογη, αλλά σε κάθε περίπτωση ευρηματική.

 horacio-quiroga-con-su-segunda-esposa_

Το δάσος, βυθισμένο όπως ήταν στη σιωπή την ώρα του δειλινού, τον έκανε γρήγορα να πλήξει. Του έδινε την – όχι άλλωστε σφαλερή – εντύπωση μιας άδειας θεατρικής σκηνής, με μόνη διαφορά ότι το φως ήταν φυσικό. Πράγματι, από την θορυβώδη τροπική ζωή δεν απομένει αυτή την ώρα της ημέρας παρά ένα παγωμένο σκηνικό…. [σ. 108]

Το άγριο μέλι ανθίζει στην ιστορία του Γκαμπριέλ Μπενινκάσα που ένιωσε την ακατανίκητη επιθυμία να γνωρίσει την ζωή στο δάσος, θέλοντας και να τιμήσει τον αδιατάρακτο βίο του με λίγες έντονες συγκινήσεις. Ο αναχωρητής αγνόησε τις προειδοποιήσεις για τα άγρια θηρία που σύντομα θα έρχονταν αλλά και για τον «κολασμό», τα παράξενα μυρμήγκια που προχωρούν ταχύτατα σχηματίζοντας ποτάμια, καταβροχθίζοντας οτιδήποτε βρουν μπροστά τους. Η ανακάλυψη μελιού στο βάθος μιας κουφάλας δέντρου τον ενθουσιάζει αλλά σύντομα η βρώση του προκαλεί ζαλάδες. Το άγριο μέλι εκδηλώνει τις παραλυτικές του ιδιότητες κι ο Μπενινκάσα βρίσκεται σύντομα σωριασμένος το έδαφος που ενώ ως τώρα απλώς κυμάτιζε πλέον γίνεται μαύρο. Τι θα μείνει από τον ίδιο μετά το πέρασμα του κολασμού;

los-desterrados-horacio-quiroga_

Ο συγγραφέας δεν αναζητά το άγνωστο μόνο στις γήινες φυσικές πηγές του. Tα πλοία της αυτοχειρίας αποτελούν αντικείμενο μιας εγκιβωτισμένης αφήγησης που αποτολμά στην γέφυρα ενός πλοίου ένας επιζών. Ελάχιστα πράγματα είναι περισσότερο επίφοβα σε ένα θαλάσσιο ταξίδι από την συνάντηση με ένα εγκαταλειμμένο πλοίο, γράφεται στις πρώτες γραμμές, και ήδη δημιουργείται ένα υγρό, ζοφερό κλίμα. Παρατημένα για άγνωστους λόγους, έρμαια των θαλάσσιων ρευμάτων και των ανέμων, σιωπηλά και ακυβέρνητα, αρχίζουν κάποτε να αποσυντίθεται μέχρι να πάρουν την θέση τους άλλα. Το άδειο πλοίο που συνάντησε ο αφηγητής εξαφάνιζε και όσους από το πλήρωμά του στέλνονταν για να ανακαλύψουν τι συμβαίνει. Άραγε τι εξήγηση επιφυλάσσεται μέσα σε μια υπνοβατική ατμόσφαιρα με μυστηριώδη σφυρίγματα ανεξήγητες βουτιές στο νερό και το ναρκωτικό μούδιασμα του ίδιου του θανάτου;

Εκδ. Ροές, 2014, μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, 160 σελ. [Horacio Quiroga, Cuentos de amor, de locura y de muerte, 1917]. Περιλαμβάνονται επίμετρο, εργοβιογραφία, βιβλιογραφικό σημείωμα και φωτογραφίες.

 

17
Φεβ.
16

Georg Trakl – Ποιήματα

Georg Trakl 0

Το μοναχικό τραγούδι ενός Κάσπαρ Χάουζερ του 20ού αιώνα

Η ποίηση του Γκεόργκ Τρακλ πάντα με προσέλκυε με έναν σκοτεινό, αδιευκρίνιστο τρόπο. Να είναι άραγε η καθαρή ουσία των λέξεων ή ίδια η προσωπικότητά του; Ακόμα κι αν η ανάγνωση των γραπτών του έχει αυτόνομο ενδιαφέρον, ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά είναι απολύτως απαραίτητα για την βαθύτερη κατανόηση της γραφής του. Κι έτσι αυτή η δίγλωσση έκδοση που περιλαμβάνει ολόκληρο το σημαντικότερο βιβλίο του Ο Σεβαστιανός μέσα στ’ όνειρο, το πρώιμο πεζό ποίημα Εγκατάλειψη (για πρώτη φορά στα ελληνικά) και τα σπουδαιότερα και εκφραστικότερα ποιήματα από ολόκληρο το ποιητικό του έργο, μας προσφέρει ακριβώς τέτοια κλειδιά.

Πρόκειται για τρία ειδικότερα κείμενα: ένα συμπαγές σώμα με εκτενή σχόλια και σημειώσεις πάνω στα ποιήματα, το τραγούδι του ξένου – ένα ευρύτερο σχόλιο στην ποίηση του Τρακλ κι ένα χρονολόγιο που περιλαμβάνει σημαντικά αποσπάσματα από σωζόμενες επιστολές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση είναι χαρά όταν όλα όσα για χρόνια πιέζονταν μέσα σου και ζητούσαν βασανιστικά την λύτρωση ξαφνικά και απροσδόκητα έρχονται με ορμή στο φως, ελευθερώνονται και σε ελευθερώνουν… έγραφε σε παιδικό του φίλο, λίγο καιρό μετά την δοκιμή γραφής των πρώτων του ποιημάτων. Αλλά ο ψυχισμός του ήταν ήδη ετοιμόρροπος.

Georg Trakl 3

Το 1904 ο Τρακλ δοκιμάζει για πρώτη φορά χλωροφόρμιο και οινοπνευματώδη ποτά· αρχίζει να καπνίζει και να επισκέπτεται τα χαμαιτυπεία. Σταδιακά εθίζεται σε τοξικές ουσίες, στα σκοτεινά δηλητήρια (κυρίως χλωροφόρμιο, όπιο, αργότερα κοκαΐνη και στα υπνωτικά χάπια Veronal). Εγκαταλείπει οριστικά το γυμνάσιο και αρχίζει πρακτική εκπαίδευση σε φαρμακείο του Ζάλτσμπουργκ· η επιλογή του επαγγέλματος βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Επέλεξε να εργαστεί στον λευκό άγγελο· αυτή ακριβώς ήταν η επωνυμία ενός φαρμακείου στο Ζάλτσμπουργκ. Αγοραφοβικός και φυγόκοσμος, δειλός και συνεσταλμένος στο έπακρο, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες· τις περισσότερες ώρες τις περνά στην αποθήκη του φαρμακείου, που είναι ένας χώρος στενός, αποπνικτικός, χωρίς παράθυρα, και όπου φυλάσσονται όλα τα παρασκευάσματα.

Η Φαρμακευτική είναι η οδός του· αλλά η εγκατάσταση στη Βιέννη το 1908 για σπουδές είναι εφιαλτική. Ζει σε μεγάλη μοναξιά σε φτηνά, καταθλιπτικά, κρύα και υγρά δωμάτια· αργότερα που ως Ανθυπολοχαγός υπηρετεί την θητεία του στην ίδια πόλη και δικαιούται να διατηρεί δωμάτιο. Από το παράθυρο έχω θέα σε μια μικρή, σκοτεινή αυλή. Όταν κοιτάζω έξω, πετρώνω από την απελπισία…έγραφε σε επιστολή του το 1910. Συμβαίνει συχνά να περιπλανιέμαι μέρες ολόκληρες στα γύρω δάση….ή σε δρόμους σε θλιβερούς κι έρημους τόπους έγραφε σε άλλο γράμμα, ένα χρόνο μετά. Καλά θα κάνει να αμύνεται κανείς μπροστά στην τέλεια ομορφιά, την οποία περιττεύει να κοιτάς σαν χαζός. Όχι, για εμάς το σύνθημα είναι ένα: Εμπρός προς τον ίδιο σου τον εαυτό! έγραφε σε τρίτη επιστολή, σε γνωστή του.

Bernd Streiter (German, 1962). Schlaf (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Η αγαπημένη του αδελφή Margarethe (ή Grete ή Gretl όπως την αποκαλούσε ο ίδιος) ήταν η μοναδική στην οικογένεια που ενδιαφέρθηκε για τον ποιητή, στο έργο του οποίου εμφανίζεται συχνά και επανέρχεται ολοένα ως Έφηβη, Καλογριά, Ξένη κλπ. Εγκατέλειψε μόλις έντεκα χρονών την πατρική εστία και κλείστηκε εσωτερική σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, μάλλον, όπως εικάζεται, εξαιτίας των στενών σχέσεων με τον αδελφό της. Εάν οι ερωτικές σχέσεις του Τρακλ με την αδελφή του υπήρξαν στην πραγματικότητα, θα πρέπει να στόχευαν ενστικτωδώς σε ένα: να στηλιτεύσουν την κοινωνία και την οικογένεια που ζει μέσα στο ψεύδος, στην σεμνοτυφία και στην υποκρισία.

Το 1912 αποδέχεται τη θέση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων στην Βιέννη με εξαιρετικά χαμηλό μισθό. Παρουσιάζεται, παραμένει λίγες ώρες και την επομένη υποβάλλει την παραίτησή του. Επιστρέφει στο Ζάλτσμπουργκ και γράφει: Πόσο σκοτεινή είναι ετούτη η ρημαγμένη πόλη, όλο εκκλησίες και εικόνες του θανάτου. Αργότερα αναγκάζεται λόγω της μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας να πουλήσει τα βιβλία της προσωπικής του βιβλιοθήκης: Χαίλντερλιν, Νοβάλις, Μπωντλαίρ, Ντοστογιέφσκι, Χόφμανσταλ, Ρεμπώ, Τσβάιγκ, Λενάου. Δεν γνώριζε πως λίγο αργότερα ο Βιττγκενστάιν θα διαθέσει ένα μέρος της τεράστιας πατρικής περιουσίας του ενισχύοντας άπορους ποιητές και καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Τρακλ, ο Ρίλκε, ο αρχιτέκτονας Άντολφ Λοος, ο ζωγράφος Όσκαρ Κοκόσκα κ.ά.

Georg Trakl 2

Οι νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση. / Κηδεύουν τον ξένο. Ύστερα αρχινά μια σιγανή βροχή που / λαμπυρίζει. / Ο γιος του Πάνα φανερώνεται με τη μορφή ενός εργάτη / Που περνά το μεσημέρι κοιμούμενος βαθιά πάνω στην πυρωμένη άσφαλτο. / Σε μιαν αυλή είναι μικρά κορίτσια ντυμένα με ρούχα φτωχικά / Που σου σπαράζουν την καρδιά! Είναι δωμάτια / Γεμάτα μελωδίες και σονάτες. Είναι ίσκιοι / Που αγκαλιάζονται μπροστά σε τυφλούς καθρέφτες. / Αυτοί που αναρρώνουν ζεσταίνονται στα παράθυρα του νοσοκομείου. / Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι μεταφέρει αιμόφυρτες επιδημίες. / Η ξένη αδελφή φανερώνεται πάλι σε κάποιου τ’ άσχημα όνειρα…

…έγραφε στον Ψαλμό, αφιερωμένο στον Καρλ Κράους. Στο παιδί Έλις ο Τρακλ δανείζεται το όνομα ενός Σουηδού εργάτη μεταλλείων Έλις Φρέμπομ, που έζησε τον 17ο αιώνα και σκοτώθηκε σε ατύχημα την ημέρα του γάμου του σε πολύ νεαρή ηλικία. Το συμβάν θεματοποίησαν ο E.T.A Hoffmann και ο Hugo von Hoffmannsthal σε διήγημα και έμμετρο δράμα αντίστοιχα. To σώμα του άτυχου νέου ανασύρθηκε ανέπαφο αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, όταν η γυναίκα του ήταν ήδη σε βαθύ γήρας.

The Bear Press - Georg Trakl. Gesang des Abgeschiedenen. Sieben Farbholzschnitte von Hanns Studer_

O εκδότης Κουρτ Βολφ [Kurt Wolff] που εκείνα τα χρόνια είχε εκδώσει έργα του Φραντς Κάφκα, του Ρόμπερ Βάλζερ, της Έλζε Λάσκερ – Σύλερ, του Γκόντφιντ Μπένν κ.ά. κάνει δεκτά τα ποιήματά του· είναι το πρώτο και το τελευταίο βιβλίο που θα δημοσιεύσει όσο ζει. Στο Ίνσμπρουκ θα απαγγείλει για πρώτη και τελευταία φορά ποιήματά του. Η επιστράτευσή στον πόλεμο και ιδίως η παρουσία του στην μάχη του Γκρούντεκ (στη σημερινή Ουκρανία) θα σημάνει και την αρχή της ψυχικής του κατάρρευσης, καθώς θα βρεθεί μόνος περιθάλποντας ενενήντα περίπου βαριά τραυματισμένους στρατιώτες, αρκετοί από τους οποίους θα αυτοκτονήσουν μπροστά στα μάτια του. Λίγες μέρες αργότερα θα κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας και θα μεταφερθεί στην ψυχιατρική πτέρυγα του Στρατιωτικού Νοσοκομείου της Κρακοβίας. Μια μέρα πριν τον θάνατό του από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία είκοσι επτά ετών, θα κάνει μια δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας με ισχυρή δόση κοκαΐνης. Τρία χρόνια μετά θα αυτοκτονήσει η αδελφή του, σε ηλικία είκοσι έξι ετών.

Χτυπημένος από ανείπωτους συγκλονισμούς, που δεν ξέρω αν είναι για να με καταστρέψουν ή για να με ολοκληρώσουν σαν άνθρωπο, αμφιβάλλοντας για κάθε καινούργιο ξεκίνημα και ενόψει ενός κατά κάποιον γελοίο τρόπο αβέβαιου μέλλοντος….  // Χαμένος ανάμεσα στη μέθη και τη μελαγχολία, μου λείπει η δύναμη να αλλάξω μια κατάσταση που μέρα με την ημέρα γίνεται όλο και πιο αδιέξοδη και δεν απομένει παρά μια επιθυμία μόνο, πως καλό θα ήταν να ξεσπάσει μια καταιγίδα για να με εξαγνίσει ή να με αφανίσει. [αποσπάσματα από επιστολές]

Georg Trakl 1_

Το τραγούδι του Κάσπαρ Χάουζερ αφορά μια από τις πιο αινιγματικές ιστορίες του 19ου αιώνα που δεν έχει διαλευκανθεί μέχρι σήμερα. Ο δεκαεξάχρονος νεαρός βρέθηκε σαν ουρανοκατέβατος σε πλατεία της Νυρεμβέργης το 1828, χωρίς να γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, μιλώντας πολύ λίγο. Ο θρύλος τον θέλει να έχει μεγαλώσει στην αγκαλιά της φύσης ή να κατάγεται από αριστοκρατική οικογένεια.

Ο αγνός και ανόθευτος νέος έγινε το σύμβολο της δολοφονίας της φύσης από τον «εκπολιτισμένο» άνθρωπο. Για την περίπτωση του Κάσπαρ Χάουζερ γράφτηκαν εκατοντάδες βιβλία και κείμενα ενώ ο Βέρνερ Χέρτζογκ γύρισε την περίφημη ταινία του. Η μοναδική αυθεντική φράση του σώζεται ήταν το: Θέλω να γίνω Ιππότης ενώ ο Τρακλ σε επιστολή στου έγραψε σε φίλο του: Τελικά θα παραμείνω για πάντα ένας κακόμοιρος Κάσπαρ Χάουζερ.

 Bernd Streiter (German, 1962). Begegnung (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Το τραγούδι του μοναχικού έχει τις ρίζες του σ’ έναν κοινό τόπο της χριστιανικής γραμματείας: την αναχώρηση του μοναχού, την αποταγή των εγκοσμίων· ο μοναχός είναι ήδη μεταφορικά νεκρός για τον κόσμο ετούτο, καθώς ασκείται νύχτα – μέρα στη νέκρωση των παθών. Αν εμβαθύνει κανείς στο Όνειρο και σκοτισμός του νου θα δει καθαρά όλο το δράμα της ζωής του ποιητή. Όνειρο ήταν η ζωή που λαχταρούσε να ζήσει, σκοτισμός του νου είναι η ζωή όπως τελικά την έζησε.  Το Grodek, το τελευταίο ποίημα που μπόρεσε να ολοκληρώσει, ανακεφαλαιώνει σε λίγους στίχους όλη την τέχνη του Τρακλ. Μέσα από την πολεμική σύρραξη φανερώνεται καθαρά η δυνατή αντίθεση ανάμεσα στη Φύση και τον Άνθρωπο. Από την μια η γαλήνη της φύσης, από την άλλη ο δυσερμήνευτος, ακατανόητος αλληλοσπαραγμός, η εγγενής αδυναμία του ανθρώπου να ζήσει σε αρμονία με τον εαυτό του και τους άλλους.

Η μοναξιά είναι η μεγαλύτερη ξενιτεία, γράφει ο μεταφραστής στο δεύτερο κείμενό του. Κάποτε, στην αδυσώπητη μοναξιά, η τρέλα γνέφει στον ξένο από μακριά. Αφετηρία και τέλος του ξένου είναι ο απέραντος χώρος του πνεύματος· εκεί ο ξένος ζει και αναπνέει ελεύθερα. Ο ξένος είναι ξένος γιατί δεν διακατέχεται από καμία ιδεολογία, ιδεοληψία, θρησκοληψία. Είναι ακόμα μοναχικός γιατί δεν ανήκει πουθενά: σε καμία οργάνωση, σε καμία πολιτική παράταξη, σε κανένα κόμμα, σύνδεσμο, σύλλογο, εκκλησία ή εταιρεία.

Masked Portrait (Georg Trakl) - Albert Bloch 1_

Ο ξένος περιφρονεί την ευτυχία, που είναι ο επιούσιος άρτος των πολλών. Το τραγούδι είναι ο τρόπος εξοικείωσης του ξένου με τον ανοίκειο κόσμο. Το τραγούδι του είναι ελεύθερο γιατί δεν ζητά τίποτα και από κανέναν. Έχει μάλιστα ένα κοινό σημείο με το τραγούδι του πουλιού: δεν απευθύνεται σε κανέναν ούτε ζητά ένα ακροατήριο. Τόσο ο ξένος όσο και ένα πουλί τραγουδούν γιατί μόνο έτσι ζουν μέσα στον κόσμο. Μόνο με αυτό τον τρόπο δεξιώνεται ο ξένος τον κόσμο. Η εστία του είναι ακριβώς το τραγούδι· και με αυτό φανερώνει τον κόσμο σε μια άλλη διάσταση, και όχι στην δεδομένη του μορφή. Η ανάγνωση των ποιημάτων του Τρακλ πρέπει οπωσδήποτε να υπολογίσει τις παραπάνω φράσεις του μεταφραστή.

Η ποίηση του Τρακλ είναι κρυπτική, αινιγματική, πολυσήμαντη αλλά όχι ηθελημένα ακατανόητη. Ο πολύτροπος, πρωτεϊκός της χαρακτήρας επιτρέπει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις. Είναι από τους πρώτους που μαθαίνει να βλέπει την ωραιότητα στην ασχημία, στη σήψη, στην κατάρρευση, στην περιοδικότητα των πάντων, λέγοντας με διαφορετικούς τρόπους πως κατά βάθος η αλήθεια είναι φοβερή και αποκρουστική. Ωστόσο, τονίζει ο μεταφραστής, δεν είναι ο ποιητής της «παρακμής» αλλά μάλλον της ακμής τους ερχόμενου γένους, Αυτό είναι που θα ζητήσει να επιστρέψει πάση θυσία στην αλήθεια, την ωραιότητα, το μέτρο, την ολιγάρκεια, στις πρωταρχικές εστίες του ανθρώπου, που λησμόνησε στην παραφροσύνη των μεγαλουπόλεων.

1924

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, μετάφραση – επίμετρο: Θανάσης Λάμπρου, 295 σελ. Περιλαμβάνονται σχόλια και σημειώσεις, συνοπτικό χρονολόγιο και βιβλιογραφικό σημείωμα.

Και η εικοσιεξάλεπτη σύνθεση Georg Trakl του ηλεκτρονικού γκουρού Klaus Schultze για τον συγγραφέα, από τον δίσκο του Χ [1978].

Τα δυο έργα του Bernd Streiter (1962) όπως και η τρίτη εικονογράφηση χρησιμοποιήθηκαν για εκδόσεις του ποιητή. Το τελευταίο πορτρέτο είναι του Albert Bloch.

27
Ιαν.
16

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Εποχές - Μαγιακόφσκι

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

Erenburg

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν  πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή. Αλεξάνδρου__

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

Το έργο τέχνης: Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

12
Ιαν.
16

Τσέζαρε Παβέζε – Έξορία – Έρωτας – Αυτοκτονία – Επιστολές – Κείμενα – Ποιήματα

Cesare Pavese 0_

«Όχι λόγια, μια χειρονομία»

Οι στίχοι του αντηχούν στα αυτιά μας, όταν γυρίζουμε στην πόλη ή όταν σκεφτόμαστε και δεν ξέρουμε πια ούτε αν είναι ωραίοι στίχοι, τόσο τους νιώθουμε δικούς μας, τόσο αντανακλούν για μας την εικόνα της νιότης μας, των ημερών, πολύ μακριών τώρα πια, που τους ακούσαμε από την ίδια τη φωνή του φίλου μας για πρώτη φορά: και ανακαλύπτουμε, με βαθύ θαυμασμό, πως και από τη γκρίζα, βαριά και αντιποιητική πόλη μας θα μπορούσε να γίνει ποίηση. [σ. 84]

Δημιούργησε, με τα χρόνια, ένα σύστημα σκέψεων και αρχών τόσο μπερδεμένο και αμείλικτο, που του απαγόρευσε να έχει μια πιο απλή αντίληψη της πραγματικότητας, και όσο απαγορευτική και αδύνατη έκανε εκείνη την απλή πραγματικότητα, τόσο πιο βαθιά γινόταν μέσα του η επιθυμία να τον κατακτήσει, μπλέκοντας και διακλαδίζοντάς την σαν μια βλάστηση μπλεγμένη και ασφυκτική. [σ. 87]

Cesare Pavese 1_

έγραφε η συγγραφέας Ναταλία Γκίνσμπουργκ για τον αγαπημένο της φίλο, αυτόχειρα ποιητή, πεζογράφο και πολιτικό αγωνιστή Τσέζαρε Παβέζε στο κείμενό της Πορτραίτο ενός φίλου. Έχουμε μπροστά μας μια εξαιρετική συλλογή κειμένων και ποιημάτων, μια ιδανική εισαγωγή στο ποιητικό έργο και σκέψη ενός σπάνιου λογοτέχνη.

Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει μια επιλογή από «τα γράμματα της εξορίας». Ο Τσέζαρε Παβέζε καταδικάστηκε το 1935 σε τρία χρόνια εξορία στο μικρό παραλιακό χωριό Μπρανκαλεόνε της Καλαβρίας στην νότια Ιταλία, ως επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Η ποινή του θα μειωθεί ύστερα από μια αίτηση χάριτος. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε από την αγαπημένη του αδελφή και τους φίλους του ήταν βιβλία: Βιργίλιος Οράτιος, Σαίξπηρ, Μίλτων, Ραμπελέ, Μπεν Τζόνσον, Κίπλινγκ – τους δυο τόμους του Βιβλίου της Ζούγκλας, την Ελληνική γραματική και τις Ασκήσεις Ελληνικών του Rocci. Από την εξορία έγραψε είκοσι συνολικά επιστολές, έντεκα προς την αδελφή του – τον μόνο άνθρωπο που εμπιστευόταν και αγαπούσε αληθινά -, επτά από τις οποίες δημοσιεύονται εδώ.  

Brancaleone

Στα γράμματά του εδώ κι εκεί διάσπαρτες ειρωνείες: το ταξίδι των δυο ημερών, με τις χειροπέδες και την βαλίτσα, ήταν μια επιχείρηση υψηλού τουρισμού· έχει κάνει πολλά ταξίδια με ωραίες μεταγωγές. Αλλού περιγράφει την καθημερινότητά του: από τις επτά το βράδυ και μετά, στο καταφύγιο – κουζίνα τριγυρίζουν οι κατσαρίδες. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα· το φλιτ τις μεγαλώνει. Με το πρώτο φως της αυγής εξαφανίζονται. Συνήθισε «στο άσθμα, στην μοναξιά, στην αβεβαιότητα». Ροκανίζει τις αναμνήσεις σαν κόκκινο μήλο και σκέφτεται ότι «θα μπορούσε να πάει και χειρότερα». Αλλά εκφράζει και τις φωτεινές του σκέψεις. Ο κόσμος σ’ αυτά τα μέρη έχει μια λεπτότητα και μια ευγένεια που εξηγούνται μόνο από ένα γεγονός: ότι εδώ κάποτε ο πολιτισμός ήταν Ελληνικός.

Σε μια επιστολή αναφέρεται στην σιωπή της Τίνας με την οποία συνδεόταν αισθηματικά από τα χρόνια του Πανεπιστημίου, αλλά η αδελφή του δεν του δίνει πληροφορίες. Έπρεπε να πάρει χάρη για να πάει στο Τορίνο και να μάθει ότι εκείνη παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Στο άκουσμα της είδησης λιποθύμησε και το γεγονός τον χάραξε βαθιά για τα υπόλοιπα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής του.

Cesare Pavese 2 [marco_ventura]

Ακολουθούν τα ποιήματα που γράφτηκαν στη φυλακή και στην εξορία. Το Poggio Reale δεν αναφέρεται μόνο στην φυλακή της Νάπολης όπου σταμάτησε το ταξίδι του προς την εξορία αλλά αποτελεί μια σύνθεση των διαφορετικών φυλακών όπου τέθηκε υπό κράτηση μετά τη σύλληψή του για τις αντιφασιστικές δραστηριότητες και καθ’ οδόν προς τον περιορισμό του στη Καλαβρία. Στο τέλος του κεφαλαίου μας περιμένει ένα εννιασέλιδο με μικρές μαυρόασπρες φωτογραφίες του ίδιου, των προσώπων της ζωής του, και σημαδιακών τόπων, όπως το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου αυτοκτόνησε αλλά και όπως είναι σήμερα, το χωριό και η παραλία του Μπρανκαλεόνε την εποχή της εξορίας του, το σπίτι που έμεινε εξόριστος

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται σε επιστολές και ποιήματα πριν την αυτοκτονία. Πολλά γράμματα αφιερώνονται στην Κόνστανς Ντόουλινγκ, ηθοποιό σε μερικές κινηματογραφικές αμερικανικές αλλά και ιταλικές ταινίες, με την οποία έζησε μια σύντομη ευτυχισμένη ερωτική ιστορία, πάντοτε όμως παγιδευμένη από την σεξουαλική του απογοήτευση και την έμμονη ιδέα των προηγούμενων ερωτικών αποτυχιών. Στην αδελφή της Ντόρις έγραφε, μεταξύ άλλων: Πάει πολύς καιρός που κατάλαβα ότι η μοίρα μου είναι ν’ αγκαλιάζω τις σκιές. Την αγαπημένη του Κόνστανς την προσφωνούσε «ανοιξιάτικο πρόσωπο».

Cesare Pavese e Constance Dowling

Θα προλάβεις να πάρεις «Το φεγγάρι και οι φωτιές». Ίσως να σε περιμένει ήδη στο North Vista Avenue πριν φτάσεις. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο – εξ’ ολοκλήρου – πριν σε γνωρίσω, και όμως κατά κάποιο τρόπο ένιωθα σ’ αυτό το βιβλίο ότι επρόκειτο να’ρθεις. Δεν είναι εκπληκτικό; / Ανοιξιάτικο πρόσωπο, εγώ αγαπούσα τα πάντα πάνω σου, όχι μόνο την ομορφιά σου, πράγμα που είναι αρκετά εύκολο, αλλά και την ασχήμια σου, τις άσχημες στιγμές σου, το σκοτεινό σου πρόσωπο. [σ. 45]

Το βιβλίο περιλαμβάνει και τρία πολύτιμα κείμενα τρίτων. Το πρώτο, που προέρχεται από το βιβλίο του Πάολο Σπριάνο Τα πάθη μιας δεκαετίας, 1946 – 1956 και τιτλοφορείται Η αυτοκτονία του Τσέζαρε Παβέζε, εστιάζει στους πολιτικούς φόβους του συγγραφέα και θυμάται κοινές τους στιγμές, όπως όταν έτρωγαν σε μια ταβέρνα συντρόφου. Ο Παβέζε καθόταν πάντα στην πρώτη της αίθουσα, εκεί όπου έμπαιναν οικοδόμοι και εργάτες της τηλεφωνικής εταιρείας. Καθόταν μόνος με μισό λίτρο κόκκινο κρασί, όπως και οι ήρωες των βιβλίων του.

Cesare Pavese 4

Δεν θα χρειαστεί ν’ αφήσω το κρεβάτι. / Μόνο η αυγή θα μπει στο άδειο δωμάτιο. / Θ’ αρκεί μόνο το παράθυρο για να ντύσει κάθε πράγμα / με μια ήσυχη αναλαμπή, σχεδόν ένα φως/ / Θ’ αποθέσει μια αδύνατη σκιά πάνω στο ανάσκελα ξαπλωμένο πρόσωπο. / Οι αναμνήσεις θα είναι θρόμβοι σκιάς κρυμμένοι σαν την παλιά θράκα / στο τζάκι. Η ανάμνηση θα είναι φλόγα / που χτες ακόμα σιγόκαιε μέσα στα σβηστά μάτια.

Σε αυτό το παλιό του ποίημα ο Παβέζε είχε ήδη φανταστεί τον θάνατό του, χρόνια πριν. Στα τέλη Αυγούστου του 1950 κλείστηκε στο ξενοδοχείο του Τορίνο «Η Ρώμη» και κατάπιε είκοσι υπνωτικά χάπια. Όχι λόγια, μια χειρονομία. Το ίδιο βράδυ αναζητούσε συντροφιά για να αλλάξει δυο κουβέντες και να καθυστερήσει την «χειρονομία». Γνώριζε ότι η σύνταξη των εφημερίδων ήταν η μόνη του ευκαιρία. Πήγε στην Unita, και αναζήτησε τον Σπριάνο, αλλά η επίσκεψη είχε την συνηθισμένη μορφή ενός χαιρετισμού.

Cesare Pavese 7

Ένας κομμουνιστής δεν αυτοκτονεί, έλεγαν όλοι, και αναρωτιούνταν μήπως υπήρχε κάποια πολιτικο – ιδεολογική κρίση στην ουσία της πράξης του. Έφυγε το καλοκαίρι του 1950 ομολογώντας ουσιαστικά ότι η πολιτική δέσμευση δεν αρκούσε για να καλύψει την «γύμνια» του μιας ζωής που δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει. Αυτή την απάρνηση ύμνησαν οι φίλοι του και κατά πρώτο λόγο ο Καλβίνο, γράφοντας για το «καθαρτικό» του θανάτου του.

Το δεύτερο κείμενο τρίτου προσώπου είναι η εισαγωγή του Μικέλε Τόντο, για τη συλλογή «Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου» και το τρίτο το προαναφερθέν, της Ναταλία Γκίνσμπουργκ. Η ουσιαστική φύση της πόλης είναι μελαγχολία, γράφει η Γκίνσμπουργκ· η πόλη μάς μοιάζει, τώρα το καταλαβαίνουμε, με τον φίλο που χάσαμε και που την αγαπούσε.

Cesare Pavese 6_

Οι μέρες του ήταν, σαν αυτές των εφήβων, μεγάλες και γεμάτες από χρόνο: ήξερε να βρίσκει χρόνο για να μελετάει και να γράφει, για να ξοδεύει τη ζωή και να τεμπελιάζει στους δρόμους που αγαπούσε: και μεις ματαιοπονούσαμε παλεύοντας ανάμεσα στην νωθρότητα και στη δράση, χάναμε τις ώρες μας στην αβεβαιότητα να αποφασίσουμε εάν είμαστε τεμπέληδες ή εργατικοί. [σ. 84]

Ήταν, πότε – πότε θλιμμένος: αλλά εμείς σκεφτόμαστε, για αρκετό καιρό, ότι θα είχε αρρωστήσει από εκείνη την θλίψη, όταν θα είχε αποφασίσει να γίνει ενήλικας, γιατί μας φαινόταν η θλίψη του σαν ενός αγοριού – η ηδονική και ονειροπαρμένη μελαγχολία του αγοριού που δεν έχει πατήσει στη γη… Στο τέλος, ξαφνικά έπαιρνε το παλτό του και έφευγε. Ταπεινωμένοι, εμείς αναρωτιόμασταν εάν τον είχε απογοητεύσει η συντροφιά μας, εάν έψαχνε κοντά μας να ευχαριστηθεί και δεν το κατάφερνε· ή εάν αντίθετα ήθελε να περάσει μια σιωπηλή βραδιά κάτω από το φως μιας λάμπας που δεν ήταν η δική του. [σ. 85]

Τα τελευταία χρόνια είχε ένα πρόσωπο αυλακωμένο και σκαμμένο, ρημαγμένο από σκληρές σκέψεις· όμως διατήρησε μέχρι τέλους στη μορφή του την ευγένεια του εφήβου. Διάλεξε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στο σταθμό: θέλοντας να πεθάνει, στην πόλη που του ανήκε, σαν ένας ξένος.

Cesare Pavese 8_

Το βιβλίο κλείνει με τις τελευταίες ημερολογιακές του σημειώσεις (Η τέχνη του ζην). Στις 25 Μαρτίου της τελευταίας του χρονιάς έγραφε: Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, την αθλιότητά μας, την αδυναμία μας, το τίποτα. Σε άλλη εγγραφή, στις 27 Μαΐου ήταν βέβαιος: Τώρα με τον τρόπο μου μπήκα σε μια δίνη: βλέπω την αδυναμία μου, την νιώθω ως τα κόκαλά μου και είμαι παγιδευμένος στις πολιτικές μου υποχρεώσεις που με εξοντώνουν. Η απάντηση είναι μόνο μία: αυτοκτονία.

Εκδ. διαπολιτισμός, 2011, μτφ. – σχόλια: Γιάννης Η. Παππάς, σ. 121. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφία και βιβλιογραφία του Παβέζε με βιβλία που εκδόθηκαν εν ζωή, με βιβλία που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του και μεταφράσεις έργων του στα ελληνικά.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 199, με τίτλο Vita spericolata, εμπνευσμένο από τον παλιό μας γνώριμο.

20
Μαρ.
15

Mário de Sá – Carneiro – Η απολογία του Λούσιο

1

Έχω κλείσει δέκα χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που δεν διέπραξα και για το οποίο ποτέ δεν υπερασπίστηκα τον εαυτό μου· είμαι νεκρός για τη ζωή και για τα όνειρα: καθώς πια τίποτα δεν μπορώ να ελπίζω και τίποτα να επιθυμώ – αποφάσισα τελικά ν’ απολογηθώ, δηλαδή ν’ αποδείξω την αθωότητά μου…

γράφει ο αφηγητής στις πρώτες αράδες του βιβλίου, έτοιμος να συγγράψει την απολογία της ζωής του, μιας ζωής τόσο ρημαγμένης που η φυλακή του φάνηκε ως χαμόγελο, ως ένα επιθυμητό τέλος. Η ιστορία του ξεκινάει το 1895, όπου βρίσκεται σπουδαστής στο πανεπιστήμιο Παρισιού και συναναστρέφεται με καλλιτεχνικούς κύκλους, όπου τον εισάγει ο επιβλητικός και μαυροντυμένος Τζερβάσιο Βίλα – Νόβα. Ο Νόβα εγκωμιάζει μια λογοτεχνική σχολή του συρμού, τον Πρωτογονισμό, που προτείνει μια πρωτότυπη και εκτυφλωτική τυπογραφία, οι δε ποιητές της μεταφράζουν τα συναισθήματά τους σ’ ένα παιχνίδι συλλαβών, με «κομματιασμένες ονοματοποιήσεις δημιουργώντας νέες λέξεις που μπορεί και να μην σημαίνουν τίποτα» αλλά αποκαλύπτουν έτσι μια διαφορετική ομορφιά. Η φιληδονία στην τέχνη είναι μόνιμο θέμα συζήτησης στις καλλιτεχνικές τους συναντήσεις κι η διέγερση των δονήσεων της ηδονής αποτελεί ένα μόνιμο ζητούμενο.

mario sa-- carneiro

Ο Λούσιο γνωρίζεται με τον ποιητή Ρικάρντο ντε Λαουρέιρο και συνδέεται μαζί του με στενό δεσμό φιλίας και καθίσταται πρόθυμος ακροατής των καταρρακτωδών ομολογιών του, που ξεχειλίζουν από αλλόκοτες εικόνες. Ο Ρικάρντο εκφράζει την ανία του και τον κορεσμό του από την ζωή· τα πάντα τού φαίνονται αδιάφορα και ο ενθουσιασμός του εξανεμίζεται γρήγορα: Κι αν κάποιες στιγμές μπορώ να υποφέρω επειδή δεν έχω ορισμένα πράγματα που ακόμα δεν τα γνωρίζω ολοκληρωτικά, όταν βαθαίνω καλύτερα, διαπιστώνω το εξής: Ω Θεέ μου, αν τα είχε θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος μου, ακόμα μεγαλύτερη η ανία μου. Τελικά η σπατάλη χρόνου είναι σήμερα ο μοναδικός σκοπός της έρημης ύπαρξής μου. Αν ταξιδεύω, αν γράφω – αν ζω, με μια λέξη, είναι μόνο και μόνο για να καταναλώνω στιγμές, πίστεψέ με: αλλά πολύ σύντομα – ήδη το προαισθάνομαι – κι αυτό ακόμα θα το χορτάσω. Και τι θα κάνω τότε; [σ. 45]

Ο Ρικάρντο σταδιακά βυθίζεται σε έναν κόσμο παραίτησης και παραίσθησης συμπαρασέρνοντας τον συνομιλητή του. Ο ίδιος ο κόσμος των ηδονών και της τέχνης μοιάζει να αποτελεί ένα προπέτασμα για μια άλλη θέαση των πραγμάτων, διαθλασμένη, παραμορφωμένη. Είναι ενδιαφέρον το πώς η περιγραφή μιας αίθουσας χορού αποδίδει τα σημερινά κλαμπς: «το ηλεκτρικό φως προέρχεται από άπειρες σφαίρες, με διάφορα χρώματα, με ποικιλία σχεδίων και διαφορετική διαφάνεια», και αλλού: «η κύρια πηγή του φωτός είναι κρυμμένοι προβολείς που ξεχύνουν άπλετα κύματα». Αλλά και εκεί χάσκει ένα μεγάλο κενό. Το ψυχικό βάσανο του ανικανοποίητου νέου καθίσταται μέρος του σώματος. Η ψυχή του πετρώνει, οι σκέψεις του προκαλούν πρωτοφανή σωματικό πόνο. Τα απογεύματα στη νότια Λισσαβώνα είναι αβάσταχτα, η ίδια η ζωή είναι πια ανυπόφορη. Υπάρχει άραγε η έσχατη δυνατότητα φυγής στην τέχνη;

mario_sa_carneiro-1

Οι αιώνιες αντιφάσεις μου! Εσείς, όλοι οι αληθινοί καλλιτέχνες, οι αληθινά μεγάλες ψυχές – το ξέρω – ποτέ δεν βγαίνετε, ούτε επιδιώκετε να βγείτε ποτέ από το χρυσό σας κύκλο – ποτέ δεν νιώθετε την επιθυμία να κατεβείτε στη ζωή. Αυτή είναι η αξία σας, η αξιοπρέπειά σας. Και σωστά κάνετε. Είστε πολύ πιο ευτυχισμένοι…Γιατί εγώ υποφέρω διπλά, ζω μέσα στον ίδιο χρυσό κύκλο και συνάμα ξέρω να κινούμαι εκεί κάτω… [σ. 58]

Ο Πορτογάλος ποιητής και μυθιστοριογράφος Μάριο ντε Σα – Καρνέιρο γεννήθηκε στη Λισαβόνα το 1890 και πέθανε στο Παρίσι το 1916. Ήταν ο πιο στενός φίλος του μείζονος Πορτογάλου ποιητή του περασμένου αιώνα Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος τον γνώρισε στην αβανγκάρντ επιθεώρηση της Λισαβόνας, Orpheus, που εισήγαγε το μοντερνισμό στην Πορτογαλία. Στον Πεσσόα έστειλε και τα αδημοσίευτά ποιήματά του λίγο πριν αυτοκτονήσει. σε ηλικία είκοσι έξι ετών, σ’ ένα ξενοδοχείο της Μονμάρτης, αφού έγραψε επιστολές για τον πατέρα του, την φίλη του, τον ίδιο τον Πεσσόα και άλλους φίλους. Κατάθλιψη, απογοήτευση από την ζωή, πνευματική κατάπτωση (που περιγράφει εδώ, στην μόνη νουβέλα που έγραψε), όλα οδήγησαν στην αυτοχειρία αυτού του γνήσιου συγγενή του Ρεμπώ. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω τις Επιστολές που αντάλλαξαν οι δυο λογοτέχνες [1958 -1959].

rui-blogue

Η πλειονότητα, αγαπητέ μου…Η πλειονότητα, οι ευτυχείς….Αλλά ποιος ξέρει αν τελικά αυτοί έχουν δίκιο…αν όλα τα υπόλοιπα είναι μπούρδες… / Κι ωστόσο θα άξιζε περισσότερο αν ήμασταν σα το μέσο άνθρωπο που βλέπουμε γύρω μας. Θα είχαμε, τουλάχιστον στο πνεύμα, ηρεμία και ειρήνη. Τώρα έχουμε μόνο το φως. Όμως το φως τυφλώνει τα μάτια…Είμαστε ολάκεροι αλκοόλ, σκέτο αλκοόλ! – είμαστε οινόπνευμα και εξατμιζόμαστε σ’ ένα φως που μας καίει! [σ. 59, 60]

Οι καλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν γύρω μας, αγαπητέ μου φίλε, δεν έχουν ποτέ τέτοιου είδους περίπλοκα προβλήματα. Απλώς ζουν. Δεν σκέφτονται καν… Μονάχα εγώ δεν παύω ποτέ να σκέφτομαι…Ο εσωτερικός μου κόσμος έχει πλατύνει πολύ, έγινε άπειρος και ώρα με την ώρα επεκτείνεται! Είναι φρικτό. Αχ, Λούσιο, Λούσιο! φοβάμαι – φοβάμαι πως θα υποκύψω, πως θα παραδοθώ σον εσωτερικό μου κόσμο, θα εξαφανιστώ από τη ζωή, θα χαθώ μέσα του… / … Ορίστε ένα θέμα για τα διηγήματά σας, ένας άνθρωπος που από την πολλή αυτοσυγκέντρωση εξαφανίζεται από τη ζωή, μεταναστεύει στον εσωτερικό του κόσμο… [σ. 61 – 62]

mario-sa-carneiro-1

Όπως γράφεται στο πολύτιμο επίμετρο του μεταφραστή, το έργο του Σα – Καρνέιρο θεωρείται αντιπροσωπευτικό του ρεύματος «της παρακμής» που ονομάστηκε Decadentismo, μαζί με το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Γουάιλντ και την Ηδονή [Il piacere] του Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο. Πρόκειται για την αριστοκρατική, ελιτίστικη απόρριψη της αστικής κοινωνίας που δείχνει πια σαφώς την αποτυχία της να φέρει την ευτυχία στην ανθρωπότητα. Μοναδική διέξοδος σε μια τέτοια κοινωνία είναι η τέχνη· ο αληθινός καλλιτέχνης δεν «ζει», παρά τον κοσμοπολιτισμό του· είναι απέξω, αρνείται τον συρμό, η ομορφιά και η ηδονή ορίζουν αποκλειστικά την τέχνη. Φοβάται την ομοιομορφία, επιθυμεί σφοδρά το μοναδικό και το ξεχωριστό. Σύμφωνα με μια από τις περαστικές γυναίκες της νουβέλας, μια Αμερικανίδα, η ίδια η ηδονή είναι τέχνη – θυμόμαστε εδώ τον δανδή λόρδο του Όρκαρ Γουάιλντ: «έναν νέο Ηδονισμό χρειάζεται ο αιώνας μας».

Και γι’ αυτόν, όπως και για μένα, η ζωή είχε σταματήσει – είχε ζήσει κι αυτός την κορυφαία στιγμή που περιέγραψα. Μιλούσαμε αρκετά συχνά γι’ αυτές τις μεγαλειώδεις στιγμές, και τότε εκείνος υποστήριζε την πιθανότητα να κρατήσουμε, να φυλάξουμε τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μας – γεμάτες αγάπη ή θλίψη – και έτσι να μπορούμε να την ξαναδούμε, να τις ξανανιώσουμε. Μου έλεγε ότι αυτό ήταν το κυριότερο ενδιαφέρον του στη ζωή – όλη η τέχνη της ζωής του[σ. 159]

mario

Μια διαφορετική γυναίκα εισχωρεί στη σχέση των δυο αντρών· η Μάρτα συνδέεται με τον Ρικάρντο και πλέον οι σκέψεις και οι εμπειρίες μοιράζονται δια τρία. Όσο όμως η τριμερής συντροφικότητα εισχωρεί στους διάφορους ομόκεντρους κύκλους πνευματικότητας, άλλο τόσο η αληθοφάνεια της διήγησης μοιάζει να κυκλώνεται από πέπλα αμφιβολίας. Η ίδια η αφήγηση του Λούσιο είναι παραληρηματική, καθώς απορεί για την Μάρτα, μια γυναίκα χωρίς παρελθόν, μια ύπαρξη χωρίς αφήγηση. Δεν είναι μόνο η συνεχής χρήση των λέξεων «παράδοξο» και «παράξενο» ή τα πολλαπλά χάσματα της μνήμης. Είναι η ίδια η βύθιση σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό. Σκεφτείτε μέχρι ποιο βάθος μπορεί να φτάσει όλη αυτή η πτώση, μέχρι ποιο σημείο είναι δυνατόν η απολογία του Λούσιο να παραλλάσσει ή να πλαστογραφεί ολόκληρη την πραγματικότητα. Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η ένωση των τριών αυτών προσώπων, σε ψυχή, πνεύμα και σώμα.

Αν έπρεπε χωρίς ειρμό και χωρίς επιχειρήματα να αναφέρω όλα τα αναγνώσματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσκαλεί η νουβέλα του άγνωστου Πορτογάλου συγγραφέα (που έμεινε ως σήμερα απαρατήρητη), εδώ υπάρχουν οι άβυσσοι του Λωτρεαμόν και τα εγκαύματα του Αρτώ, η παραφορά του Απολλιναίρ και η παράνοια του Ρεμπό, η ποίηση του Κρο, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι και Μια Ιστορία με Κοκαΐνη του Μ. Αγκέεφ, οι οπτασίες του Νοβάλις και προφανώς οι μονολογίες του Πεσσόα.

mdsc

Αν φτάσουμε στη μέγιστη οδύνη, με τίποτα πια δεν υποφέρουμε. Αν συγκλονιστούν στο έπακρο οι αισθήσεις μας, τίποτα δεν μπορεί να μας κλονίσει. Απλώς, αυτή τη στιγμή της αποκορύφωσης ελάχιστοι άνθρωποι τη ζουν. [σ. 13]

Εκδ. Νήσος, 2012, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 167 σελ., με επτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [A confissão de Lúcio, 1914]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 178. Hallucinations.

30
Ιαν.
15

Αντόνιο ντι Μπενεντέττο – Οι αυτόχειρες

exo_800[4]

Ένας αργεντινός συγγραφέας άγνωστος στις ελληνικές εκδόσεις· ένας λογοτέχνης για τον οποίο εκφράστηκαν ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ εκφράστηκαν με τα καλύτερα λόγια (ο πρώτος μίλησε για σελίδες που τον συγκίνησαν, ο δεύτερος για ένα σπάνιο παράδειγμα μυθιστοριογράφου που δεν χρειάζεται να καταφύγει στην ιδεολογική ανασύνθεση του παρελθόντος, καθώς ζει το παρελθόν και μας φέρνει κοντά σε εμπειρίες και συμπεριφορές που διατηρούν άθικτο τον παραλογισμό τους)· ένας αγωνιστής κατά του φασισμού, καθώς το 1976, λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη, και αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ένα χρόνο φυλάκισης και βασανιστηρίων, χάρη στην πίεση Αργεντινών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Ερνέστο Σάμπατο και ο Χάινριχ Μπελ. Ο καθένας από τους παραπάνω λόγους υπήρξε αρκετός για να ενδιαφερθώ άμεσα για αυτό το βιβλίο, μαζί μ’ ένα ακόμα στοιχείο, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέμα: η αυτοκτονία ως κεντρικό θέμα όχι ενός δοκιμίου αλλά ενός μυθιστορήματος!

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να αποτελέσει η αυτοχειρία το κέντρο ενός μύθου; Εδώ υπάρχει ως αστυνομικό μυστήριο, ως προσωπική οικογενειακή ιστορία, ως ιδιότυπος κατάλογος περιπτώσεων αυτοχειρίας, ως παράθεση των απόψεων πάνω στο θέμα και ως αντικείμενο στοχασμού. Μέτοχος όλων των παραπάνω πεδίων είναι ο ανώνυμος αφηγητής, που ως δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει τις περιπτώσεις τριών ανώνυμων αυτοχείρων: οι φωτογραφίες των αναχωρητών βρίσκονται σ’ ένα διεθνές πρακτορείο τύπου κι εκείνος αναλαμβάνει την σύνταξη μιας σειράς άρθρων που θα πουληθούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μάλλον ο καταλληλότερος: στοιχειώνεται από την ανάλογη πράξη του πατέρα του, στην ηλικία των τριάντα τριών και αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Γύρω του κινούνται τρεις γυναίκες, η σύζυγός του (με την οποία βρίσκεται σε έντονη φιλονικία ύστερα από την επιμονή του να μοιραστεί σχετικό ερωτηματολόγιο στους μικρούς της μαθητές), η συνεργάτης του Μαρσέλα (μια ιδιόμορφη σχέση έλξης και απώθησης) και η μεγαλύτερη Μπίμπι ή αλλιώς «Αρχειοθήκη».

absurdos-antonio-di-benedetto-1era-edicion

Ο αφηγητής ισορροπεί σε τέσσερα πεδία. Πρώτα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, καθώς σπεύδει στους τόπους της αυτοκτονίας, συνομιλεί με τους συγγενείς, ερευνά όλα τα σχετικά δεδομένα, μέχρι τα αρχεία των αγνοουμένων και τα πρωτόκολλα των αυτοψιών. Έπειτα καλείται να επιλύσει ένα αστυνομικό μυστήριο: μια μυστική εταιρεία που αφαιρεί το χέρι ενός αυτόχειρα. Από την άλλη, προσπαθεί να ισορροπήσει στην προσωπική του ζωή: εμπλέκεται με την ζωή της οικογένειας του αδελφού του και επισκέπτεται συχνά την μητέρα του, από την οποία ζητάει να συμπληρώσει τις καταχωνιασμένες του στο παρελθόν εικόνες. Στο τέταρτο βρίσκεται μόνος του στον προβληματισμό του για την έσχατη πράξη αλλά και την έλξη του προς την σχετική ιδέα.

Τα στοιχεία σταδιακά απαρτίζουν μια ιστορία της αυτοκτονίας, όπου μελετώνται τα πάντα: η παραλλαγή των τρόπων – οι γυναίκες προτιμούν το γκάζι, το υδροκυάνιο, τα υπνωτικά και μερικές τον απαγχονισμό· η ποικιλία των λόγων – ο έρωτας ή η έλλειψη έρωτα, η ντροπή και η υπερηφάνεια, οι ιδέες και ο μυστικισμός· η διάκριση των ιδιοτήτων – οι μορφωμένοι και οι ευκατάστατοι στα υψηλότερα ποσοστά· οι χώρες με τους περισσότερους αυτόχειρες: πάντα στην κορυφή η Γερμανία, πρώτα η Ανατολική Γερμανία, μετά η Δυτική.

 107288

Κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάποτε σκεφτεί την αυτοκτονία έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ, άρα και ως προς τα πρόσωπα ο κατάλογος των κατηγοριών δεν έχει τελειωμό: αυτοκτονίες από μίμηση, αυτόχειρες που περιμένουν κάποιον να τους σώσει, εκείνοι που αποχαιρετούν τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι πολιορκημένοι που προτιμούν να πεθάνουν, για τους οποίους ο Μονταίν έγραψε όλα όσα κάνει κανείς για να γλιτώσει από το θάνατο, το έκαναν εκείνοι για να ξεφύγουν απ’ τη ζωή. Και τα μη έλλογα όντα που δεν αυτοκτονούν επειδή τα ίδια αγνοούν ότι θα πεθάνουν και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν πως θα μπορούσαν να πεθάνουν ηθελημένα. Ή τελικά κάθε περίπτωση είναι μοναδική, όπως η μπορχεσιανή Αδριάνα Πισάρρο;

Ζούσε με το φόβο ότι δεν ήταν μοναδική, ότι πολλαπλασιάζεται: εκείνη ήταν οι άλλοι. Αν συζητούσε με έναν άνθρωπο, εκείνη γινόταν αυτός ο άνθρωπος. Αν πήγαινε στο θέατρο, η ηθοποιοί και οι θεατές ήταν εκείνη, εκείνη πολλές φορές. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους οποίους πρόβαλλε τον εαυτό της, τους θεωρούσε εχθρούς. Ήταν φορές που εξαφανιζόταν: δεν έβρισκε τον εαυτό της, ούτε στον καθρέφτη, ούτε στο κρεβάτι, ούτε μες στα ρούχα της. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο τρόμος της δούλευε αντίστροφα: δεν ήταν ούτε μια ούτε πολλές. Ήταν λιγότερο από μία, είχε σβηστεί απ’ τον κόσμο. [σ. 75]

 retrato-a-antonio-di-benedetto-azzoni-roberto--(1899-1989)

Στην εξωτερική ζωή του ο αφηγητής τρέχει ως άλλος ντετέκτιβ στους λόφους για δυο φοιτητές που σκοτώθηκαν μαζί, παρατηρεί ότι οι αυτόχειρες έχουν το φόβο στα μάτια τους, εντούτοις στα χείλη τους σχηματίζεται μια έκφραση αιώνιας ευχαρίστησης και μπερδεύεται όταν βρίσκει τα βλέφαρα κλειστά, να του στερούν την έκφραση του βλέμματος. Κι εκείνοι που επιλέγουν το κρεβάτι; Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς τους ανθρώπους το κρεβάτι; Είναι ένα σύμβολο της μοναξιάς τους; Τι υπονοεί γι’ αυτούς: κάτι το βαθιά προσωπικό και οικείο, τον έρωτα, την ανάπαυση, τη χώρα των ονείρων, την επιστροφή στη μητρική αγκαλιά; [σ. 122]

Τα ερωτήματα διαρκώς ανοιχτά: Κάποια σημειώματα ζητούν στην ουσία βοήθεια; Η αποσιώπηση του θανάτου από τους γονείς προς τα παιδιά είναι στην ουσία η προβολή του δικού τους φόβου; Και τελικά αποκρυπτογραφείται το αίνιγμα της αυτοκτονίας; Αναπόφευκτα όμως ο αφηγητής θα βρεθεί αντιμέτωπος με πιο φλέγοντα ερωτήματα: γεννιόμαστε με τον θάνατο μέσα μας; Ένας αυτόχειρας στην οικογένεια πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μίμησης στους επίγονους; Ο Ντυρκέμ έγραψε πως σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ’ επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

 antonio_di_benedetto

Παράλληλα συντάσσεται σιγά σιγά μια εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών θέσεων για την αυτοκτονία αλλά και δοκιμάζεται ένα σύντομο ταξίδι πάνω στην σκέψη της ίδιας της λογοτεχνίας: από τον Δημοσθένη στην Σαπφώ, από τον Στέφαν Τσβάιχ στον Κυρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, τον Βέρθερο του Γκαίτε και την Άννα Καρένινα· από εκείνους που την απορρίπτουν (Δάντης, Σαίξπηρ, Καντ, Σπινόζα), σ’ εκείνους που την αποδέχονται (Βούδδας, Διογένης, Σενέκας, Μονταίν, Ρουσσώ, Χέγκελ, Νίτσε, Χιούμ, Σοπενχάουερ – που έγραψε ότι «το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου είναι να μπορεί να δώσει τέλος στη ζωή του»). Ο ερευνητής του οικείου θανάτου καταγράφει με ζήλο τις απόψεις των θρησκειών και τις καταδίκες των εκκλησιών και όλα τα δεδομένα για εκείνη την «δειλία που απαιτεί πολύ θάρρος», όπως έγραψε ο Κίρκεγκαρντ.

Στο τέλος χάσκει πάνω στην οικειοθελή πράξη του πατέρα του: Στο πορτρέτο του έχει μείνει πάντα νέος· δεν θα γεράσει ποτέ. Να περιμένει κανείς τον θάνατο ως συνταξιούχος ή να τον προκαλέσει μόνος του; Κάποιες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της φυγής: «Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα».

 di benedetto1

Από το μικρό πορτρέτο, ο μπαμπάς, με ένα βλέμμα διαπεραστικό και ανήσυχο, παρατηρεί. / Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί μπροστά στον φωτογράφο, πως με αυτή την άγρυπνη ματιά προς το φακό, θα μας κοίταγε για πάντα πίσω απ’ το τζάμι της κορνίζας; / Η μορφή μου αντανακλάται στο τζάμι και μου δημιουργείται η εντύπωση ότι από το σώμα μου έχει εξέλθει η εσωτερική μου εικόνα, που είναι όμοια με την εξωτερική, και επιθυμεί να τρυπώσει μες στη κόγχη. Στέκεται όμως στο γυαλί, δεν διαπερνά την επιφάνειά του, και αυτή είναι η ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο έξω και το μέσα. [σ. 167]

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τα σχετικά δεδομένα του πολιτιστικού – λογοτεχνικού κλίματος της Αργεντινής που έζησε, ότι η γραφή του Μπενεντέττο θα ήταν συναρμονισμένη με το μοντέρνο λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60 κι ότι θα βρισκόταν και αυτός σε εκείνον τον καταιγιστικό κύκλο. Όμως όχι: το ύφος του είναι λακωνικότατο, η γραφή ρεαλιστική, η εξέλιξη του μύθου γραμμική – τουλάχιστον σε αυτό το δείγμα που διαβάζουμε τώρα.

Antonio-Di-Benedetto

Ο συγγραφέας απάχθηκε από τον στρατό από τα γραφεία της εφημερίδας του λίγες μόνο ώρες μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα παρέμεινε στην φυλακή για δεκαεννέα ολόκληρους μήνες, χωρίς ποτέ να του δοθούν εξηγήσεις για την κράτησή του. Τα βασανιστήρια και οι εικονικές εκτελέσεις έκαμψαν για πάντα τη σωματική και πνευματική του υγεία. Μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της αργεντινής δικτατορίας ο συγγραφέας και εξορίστηκε στην Ισπανία, απ’ όπου επέστρεψε στην Αργεντινή λίγο πριν από το θάνατό του. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα ο ντι Μπενεντέττο [1922 – 1986] έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Οι αυτόχειρες αποτελούν το τρίτο μέρος ενός είδους τριλογίας [Trilogía de la espera] και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 2006 από τον Juan Villegas.

Εκδ. Απόπειρα, 2014, μτφ. – σχόλια: Άννα Βερροιοπούλου, 177 σελ. [Antonio di Benedetto, Los suicidas, 1969].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174 [Suicidal Tendencies].

10
Ιολ.
14

Primo Levi – Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Όταν τελ0383_LEVI-ANTHRWPOS NEOειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του. Χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έχουμε καθρέφτη για να δούμε το πρόσωπό μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντι μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμoρφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα, σαν εκείνα που είδαμε χθες. [σ. 30]

Αν τα μεγάλα έργα γεννιούνται σχεδόν πάντα από εμπειρίες και ανάγκες που υπερβαίνουν την καθαρή λογοτεχνία και από τις προκλήσεις μιας πραγματικότητας όπου κρίνεται το νόημα της ύπαρξης, όπως γράφει ο Κλαούντιο Μάγκρις, τότε αναμφίβολα σε αυτά ανήκει και το παρόν βιβλίο. Εδώ μια μετριοπαθής μαρτυρία διηγείται την αθλιότητα και το μεγαλείο της ζωής σε συνθήκες απόλυτα ακραίες. Χωρίς πάθος και χωρίς μίσος, η γυμνή αλήθεια των γεγονότων αναβλύζει αβίαστα από την γραφή μην αφήνοντας την αδιανόητη εμπειρία της φυσικής και ηθικής εξουθένωσης να παραμορφώσει την ανθρώπινη ύπαρξη του συγγραφέα.

primo_levi__Ο Πρίμο Λέβι στάλθηκε στο Άουσβιτς μαζί με άλλους εξακόσιους σαράντα εννιά ανθρώπους τον Φεβρουάριο του 1944 και ήταν ο ένας από τους τρεις μοναδικούς επιζώντες μέχρι την απελευθέρωσή τους τον Ιανουάριο του 1945. Ο μοναδικός τρόπος να διαχειριστεί τις μνήμες εκείνου του μηδενικού έτους ήταν η γραφή αυτού του βιβλίου, που ολοκληρώθηκε σε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του. Μερικοί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι το απέρριψαν, ώσπου έγινε δεκτό το 1947 από έναν μικρότερο και τυπώθηκε σε 2.500 αντίτυπα, αλλά μετά ο οίκος έκλεισε και το βιβλίο έπεσε στη λήθη. Ο Λέβι αντιλαμβάνεται ότι εκείνα τα μεταπολεμικά χρόνια, αρνούνταν να επιστρέψουν στην ανάμνηση μιας βασανιστικής εποχής που μόλις είχε τελειώσει. Τελικά το βιβλίο ξανατυπώθηκε από τις εκδόσεις Einaudi το 1956.

Κάποιος, πολύ καιρό πριν, έγραψε ότι τα βιβλία, όπως οι άνθρωποι, έχουν το δικό τους πεπρωμένο, απρόβλεπτο, διαφορετικό από αυτό που επιθυμούσαμε και αναμέναμε… Γράφω αυτό που δεν θα. μπορούσα να πω σε κανέναν. Ήταν τόσο επιτακτική μέσα μας η ανάγκη να διηγηθούμε, που άρχισα να γράφω το βιβλίο εκεί, σ’ εκείνο το γερμανικό εργαστήριο γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να. φυλάξω τις σημειώσεις που μουντζούρωνα, όπως όπως, θα έπρεπε αμέσως να τις καταστρέψω, γιατί η τυχόν αποκάλυψή τους θα μου κόστιζε τη ζωή. [σ. 211]

Pantheon_PrimoΟ συγγραφέας ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων όταν συνελήφθη ως «Ιταλός πολίτης εβραϊκής φυλής» και κλείστηκε σ’ ένα στρατόπεδο στη Μόντενα. Η αναγγελία του εκτοπισμού εκεί τους βρήκε όλους απροετοίμαστους· ελάχιστοι αφελείς και ονειροπόλοι συνέχιζαν πεισματικά να ελπίζουν αλλά σύντομα ο καθένας αποχαιρετούσε την προηγούμενη ζωή του με τον δικό του τρόπο: άλλοι προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατονόμαστο πάθος. Κι ύστερα… Η αυγή μας ξάφνιασε σαν προδοσία…Ο χρόνος της περισυλλογής και των αποφάσεων έκλεισε και κάθε λογική σκέψη διαλυόταν…Το ανέφικτο της απόλυτης ευτυχίας είναι κάτι που αργά ή γρήγορα όλοι ανακαλύπτουν στη ζωή, αλλά σπάνια εμβαθύνει κανείς στο ανέφικτο της απόλυτης δυστυχίας. Οι ίδιες οι υλικές φροντίδες που δηλητηριάζουν την διαρκή ευτυχία, είναι που μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας, γράφει ο Λέβι. Εκείνη η απόλυτη δυστυχία τον περίμενε στο Άουσβιτς.

Τότε, για. πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένoι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δε γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να. σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας· εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκoυγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ’ όνομά μας: κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρoύμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ’ αυτό να σώσουμε κάτι από μας, απ’ αυτό που υπήρξαμε. [σ. 30]

SequestoΗ θερμή του υποδοχή του βιβλίου από μαθητές και καθηγητές ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες του εκδότη και του ίδιου του συγγραφέα Εκατοντάδες μαθητές από όλη την Ιταλία τον προσκάλεσαν να μιλήσει γι’ αυτό κι εκείνος το αποδέχτηκε ως μια τρίτη του ιδιότητα, εκτός από εκείνη του χημικού και του συγγραφέα. Και ακριβώς όλες οι ερωτήσεις των παιδιών κωδικοποιήθηκαν στο πολύτιμο επίμετρο του βιβλίου. Πρόκειται για ένα δεύτερο συγκλονιστικό κείμενο που αντικαθρεφτίζει με άλλο τρόπο την ουσία του μυθιστορήματος.

Στην ερώτηση για ποιο λόγο δεν εκφράζει μίσος, μνησικακία ή επιθυμία εκδίκησης εναντίον των Γερμανών, και αν τους έχει συγχωρήσει, ο Λέβι απαντάει: όλα αυτά αποτελούν πρωτόγονα αισθήματα που δεν έχουν σχέση με τη λογική· ακόμα, αποτελούν ατομικά συναισθήματα, που στρέφονται εναντίον ενός ανθρώπου. Οι διώκτες του όμως δεν είχαν ούτε πρόσωπο ούτε όνομα. Είναι γνωστή η επιμέλεια με την οποία η ναζί απέφευγαν κάθε άμεση επαφή με τους σκλάβους τους. Πώς να μισήσει λοιπόν κανείς ένα πλήθος φαντασμάτων;

primoleviΟύτως ή άλλως ο φασισμός παρέμεινε παρών αλλά κρυμμένος· προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο. Σ’ εκείνες της συνθήκες σιωπής, επιείκειας και συνενοχής, ο Λέβι αισθάνθηκε τον πειρασμό του μίσους, αλλά ακριβώς η μη φασιστική νοοτροπία του και η πίστη στη λογική, το δίκαιο και τον διάλογο υπερίσχυε κατά κράτος. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ύφος του βιβλίου ήταν αυτό της νηφάλιας και συγκρατημένης μαρτυρίας παρά κάποια οργισμένη ή μεμψίμοιρη γραφή. Όμως η απουσία καταδικαστικής κρίσης δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως άφεση αμαρτιών. Ο συγγραφέας δεν συγχώρεσε ποτέ κανέναν από τους υπαίτιους.

LeviΣτα αγκάθινα ερωτήματα αν οι Γερμανοί και οι Σύμμαχοι γνώριζαν και, ακόμα, πώς έγινε δυνατή μια γενοκτονία στην καρδιά της Ευρώπης χωρίς να το πληροφορηθεί κανείς ο Λέβι απαντά, μεταξύ άλλων, ότι σε ένα αυταρχικό κράτος εκείνης της εποχής η πληροφορία μπορούσε να εξαλειφθεί και η εξουσία να επιβάλει την μία και μοναδική «αλήθεια». Η διατήρηση κλίματος τρόμου ανάμεσα στον γερμανικό λαό και η πλήρης μυστικότητα σαφώς έπαιξαν τον ρόλο τους. Κι όμως, δεν υπήρχε ούτε ένας Γερμανός που να μη γνώριζε την ύπαρξη των στρατοπέδων. Εκατομμύρια παρακολούθησαν με αδιαφορία, περιέργεια ή αποστροφή, κάποτε και με ευχαρίστηση, τις εκτός στρατοπέδων ταπεινώσεις των Εβραίων. Η πλειονότητα των Γερμανών δεν ήξερε γιατί δεν ήθελε να ξέρει, ή επέλεξε να μην ξέρει. Και ο γερμανικός λαός στο σύνολό του, δεν επιχείρησε καν να αντισταθεί· σχημάτιζε δε την πεποίθηση ότι δεν γνωρίζει, συνεπώς δεν είναι συνεργός σε ό,τι συνέβαινε έξω από την πόρτα του.

FEDIZ_L00001Στο επίμετρο περιλαμβάνονται οι εκτενείς απαντήσεις του συγγραφέα σε οκτώ θεμελιώδεις ερωτήσεις των παιδιών, ένα κείμενο του συγγραφέα (Η μαύρη τρύπα του Άουσβιτς. Πολεμική στους Γερμανούς Ιστορικούς), μια συνέντευξή του στον Philip Roth και το σύντομο δοκίμιο του Claudio MagrisΈπος και μυθιστόρημα στον Primo Levi. Στο προαναφερθέν κείμενο ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ταύτιση εβραϊσμού και μπολσεβικισμού, έμμονη ιδέα του Χίτλερ, στερούνταν αντικειμενικής βάσης (κυρίως στη Γερμανία, όπου εμφανώς η πλειονότητα των Εβραίων ανήκε στην αστική τάξη) και ότι το Άουσβιτς εμφανώς στηρίχτηκε σε μια ιδεολογία διαποτισμένη από ρατσισμό. Εάν η Γερμανία του σήμερα υπολογίζει στη θέση που της αξίζει ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να απαλύνει την ενοχή του παρελθόντος.

primolevi1Μένει ένα βιβλίο, που όπως έγραψε ο ίδιος ο Λέβι, δεν προσθέτει τίποτα σε όσα ήδη είναι γνωστά, ούτε γράφτηκε με σκοπό να διατυπώσει ένα νέο κατηγορητήριο, αλλά για να προσφέρει στοιχεία για μια νηφάλια μελέτη των διαφορετικών όψεων της ανθρώπινης φύσης, και ιδίως των συνεπειών της αντίληψης ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός». Ούτως ή άλλως, η πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, γράφει ο Μάγκρις, ίσως να μην επιτρέπει κανένα μυθιστόρημα, γιατί είναι σε τέτοιο βαθμό απίστευτη ώστε δεν μπορεί να προσκαλέσει τη λογοτεχνία η οποία θα θέλει να την επινοήσει ξανά στη φαντασία παρά να τη γράψει στη γυμνή επικότητά της.

Εκδ. Άγρα, 2009 (Α΄ εκδ. 1997, Β΄ εκδ. 2007), μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, σελ. 275. Περιλαμβάνεται, εκτός των προαναφερθέντων, και εργοβιογραφία του συγγραφέα [Primo Levi, Se questo è un uomo, 1947].

Σημ.  Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τις καταθέσεις και τις διαφορετικές απόψεις του επίσης έκλειστου σε ναζιστικό στρατόπεδο και επίσης αυτόχειρα Jean Amery στο βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση.




Αύγουστος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 851,541 hits

Αρχείο