Archive for the 'Αφιερώματα' Category

25
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]

Advertisements
21
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 22 (Ιούνιος 2017). Αφιέρωμα στον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου

Είναι φανερό ότι ήμουν από τότε αναρχικός χωρίς να τα ξέρω. Ήμουνα οπαδός των «συμβουλίων» ή της «αυτοδιαχείρισης» – όπως προτιμάς. Έριξα το σύνθημα των ναυτών της Κροστάνδης: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ και όχι στα κόμματα» […] Ο μόνος τρόπος να αποφύγεις τον μακιαβελισμό είναι να παραιτηθείς από την κατάκτηση της εξουσίας. Κάθε άλλη προσπάθεια ηθικοποίησης, κάθε άλλος «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο θα αποδειχτεί αργά ή γρήγορα ατελέσφορος, όπως αποδείχτηκε ο χριστιανισμός και ο δεσποτισμός του «φωτισμένου ηγεμόνα»…

έγραφε το 1976 ο Άρης Αλεξάνδρου σε επιστολή του προς τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που δημοσιεύεται ολόκληρη στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού. Πρόκειται για ένα βαρύνουσας σημασίας ντοκουμέντο που αποσιωπήθηκε ή υποβαθμίστηκε όλα αυτά τα χρόνια, καθώς μια τέτοια ταύτιση δεν θα βόλευε καμία αριστερή ή δεξιά ένταξη, όπως τονίζει ο Κώστας Δεσποινιάδης σε ένα από τα κείμενά του, επισημαίνοντας ένα βασικό στοιχείο που δεν έχει καθόλου τονιστεί από τους κριτικούς και τους σχολιαστές του Αλεξάνδρου.

Πράγματι: η πορεία του βίου του Αλεξάνδρου από την κομμουνιστικη στράτευση της νεότητας, στην απογοήτευση, την ρήξη με το κόμμα αλλά και η επιθυμία της μη απόσυρσης και η συνεχής εναντίωση με τον φασισμό, η δέσμευση σε μια προσωπική στάση συνεπή προς την υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης και της καθολικής ελευθερίας, τον φέρνει δίπλα σε μια αναρχική στάση, που ειδικά στην περίπτωσή του συμπυκνώνει τα πλέον ουμανιστικά της χαρακτηριστικά. Πρόκειται, συνεχίζει ο Δεσποινιάδης, για μια αναρχική στάση σε μια Ελλάδα με πλήρη την απουσία αναρχικού κινήματος και αναρχικών ιδεών, μια στάση που ίσως ήταν και για εκείνον δύσκολο να συνειδητοποιήσει.

Το εν λόγω αφιέρωμα είναι απολύτως αντάξιο των τιμώμενων αλλά και της μέχρι τώρα πορείας του περιοδικού για μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα όπου έργο και άνθρωπος είναι Ένα. Στο πρόσωπό του Αλεξάνδρου συγκλίνουν η καλλιτεχνική και ηθική συνέπεια. Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα διέγραψε έναν φίλο του ως φραξιονιστή, ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε να υπακούσει στην κομματική εντολή να πάψουν ακόμα και να του μιλάνε. Συνέχισε να του μιλάει κανονικά και αυτοδιαγράφηκε από κάθε συλλογική και οργανωμένη δράση, συνεχίζοντας να συμμετέχει στις αντιστασιακές πράξεις που θεωρούσε αναγκαίες. Οι ποιητικές του συλλογές, τυπωμένες ως αυτοεκδόσεις, πουλούσαν ελάχιστα αντίτυπα, αποσιωπημένες από την αριστερή κριτική, ενώ κανείς αριστερός εκδότης δεν τολμούσε να βγάλει τα βιβλία του αποσυνάγωγου. Όταν το 1972 η Ασφάλεια απαίτησε να αφαιρεθούν τρία ποιήματα από την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του εκείνος αρνήθηκε και το βιβλίο απαγορεύτηκε και αποσύρθηκε.

Ένεκα των ταραγμένων περιστάσεων του βίου του ο Αλεξάνδρου ήταν ένας συγγραφέας ολιγογράφος (ένα μυθιστόρημα, τρεις ποιητικές συλλογές, ένα ιστορικό βιβλίο για την Κροστάνδη, λίγα σκόρπια δοκίμια, δυο τρία σενάρια και θεατρικά). Η εξορία, η απομόνωση, η μοναξιά ήταν κυρίως συνθήκη επιβεβλημένη από τους γύρω του· το τίμημα που πληρώνει κανείς για να μείνει ακέραιος και συνεπής στον εαυτό του. Ελ Ντάμπα (Βόρεια Αφρική), Μούδρος, Μακρόνησος, Άγιος Ευστράτιος, φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας, Γυάρου. Ενώπιον των αντιπάλων του αλλά και των δικαστών δήλωνε κομμουνιστής ενώ στους κομμουνιστές δήλωνε ότι δεν ανήκει πουθενά. Οι συνεξόριστοί του αρνούνταν ακόμα και καλημέρα να του πουν, ευθυγραμμιζόμενοι με την γραμμή του Κόμματος. Έτσι βίωνε διπλή εξορία μέσα στην εξορία· ή, όπως το διατύπωνε ο ίδιος, ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα.

Η διαρκώς «φιμωμένη» αυτή φωνή βρήκε διέξοδο στο μοναδικό μυθιστόρημά του, Το Κιβώτιο, για το οποίο πλέον σήμερα έχουν γραφεί αμέτρητες σελίδες. Βέβαια και πάλι το σπάνιο αυτό βιβλίο διαβάστηκε με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, όπως κάθε σημαντικό λογοτεχνικό έργο, αλλά και πάλι αποσιωπήθηκε η ερμηνεία της πολιτικής μεταφοράς – αλληγορίας. Ο Δεσποινιάδης προτείνει εδώ τρεις βασικούς άξονες που τεκμηριώνουν την σχετική ερμηνεία. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο Αλεξάνδρου, σε επιστολή στον Γιάννη Ρίτσο, που πάντα τον στήριζε, αδιαφορώντας εκτός των άλλων για τις κομματικές εντολές, περιέγραψε το Κιβώτιο ως μαρτυρία μιας νοοτροπίας που παρατηρήθηκε σε διάφορες εποχές.

Πράγματι, τονίζει ο Δεσποινιάδης, ο σχετικός συμβολισμός αρθρώνεται γύρω από ένα συγκρουσιακό δίπολο. Από την μια η στράτευση στο Κόμμα εμφανίζεται ως μέσον για την υπόθεση της πραγμάτωσης της πανανθρώπινης χειραφέτησης, και συνακόλουθα μετατρέπεται ως αυτοσκοπός των φορέων του. Η ιδεολογία μετατρέπει τα σε ψευδή συνείδηση, η ηγεσία σε αλάνθαστο πόλο, οι στρατευμένοι σε άβουλα φερέφωνα της κομματικής γραμμής. Στο άλλο άκρο υπάρχει η επιλογή της προσωπικής συνέπειας σ’ ένα επαναστατικό όραμα χωρίς παραχωρήσεις στους παραλογισμούς της ηγεσίας, δίχως αναγνώριση κανενός αλάθητου. Κι έτσι ο Κιβώτιο, μπορεί να ήταν άδειο, αλλά η «επιχείρηση Κιβώτιο» δεν είναι το νόημα του αγώνα για ανθρώπινη χειραφέτηση αλλά η αναίρεση αυτού του νοήματος από την ηγεσία, που το άδειασε από το περιεχόμενό του.

Η Καίτη Δρόσου δεν ήταν απλώς «η σύντροφος του Αλεξάνδρου» αλλά και μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα που υπήρξε εξίσου συνεπής στην ηθική της στάση. Ο Δεσποινιάδης, που είχε την τύχη να την γνωρίσει προσωπικά, μας παρουσιάζει την φυσιογνωμία του ποιητικού της έργου (που θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Πανοπτικόν), ενώ δημοσιεύονται ένα ποίημα, δυο επιστολές (στην Αίγλη Μπρούσκου και στον ίδιο) και μια συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα τα κείμενα των Ζ. Δ. Αϊναλή Ένα κιβώτιο μέσα σ’ ένα κιβώτιο, Γρηγόρη Αμπατζόγλου Η γιορτή στις Άλπεις και Αισιοδοξία για το τίποτα, Κατερίνας Καμπάνη  Άρης Αλεξάνδρου – Καίτη Δρόσου και φυσικά η πλήρης βιβλιογραφία των δυο συγγραφέων.

Άλλα δυο κείμενα εκτός αφιερώματος ολοκληρώνουν το τεύχος: Ο Φώτης Τερζάκης συνεχίζει πάνω στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση που εγείρει το ερώτημα «υπάρχει μια αναρχική θεωρία του κράτους;» και ο Θανάσης Αλεξίου διερευνά το τρίπτυχο «Οικογένεια, σεξουαλικές πρακτικές και κοινωνικό υποκείμενο».

Σε έναν κόσμο φανατικού διπολισμού μια στάση σαν αυτή του Αλεξάνδρου ήταν αδιανόητη, επί της ουσίας σχεδόν αυτοκτονική, πόσο μάλλον όταν δεν επρόκειτο για στάση ουδέτερη αλλά επιθετικά ενάντια και στους δύο πόλους· επιθετικά βέβαια ως προς την ουσία και όχι ως προς το ύφος, καθώς ήταν πάντα πράος. Άνθρωποι σαν τον Αλεξάνδρου δεν θα είχαν χώρο να υπάρξουν. Σήμερα όμως, είμαι βέβαιος, όχι απλά βρίσκεται εδώ αλλά φωτίζει και εμπνέει ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή.

                                                [σελ. 144]

Στην τρίτη εικόνα, η τελευταία φωτογραφία του Άρη Αλεξάνδρου, μια βδομάδα πριν από τον θάνατο του, τέλη Ιουνίου 1978. Στην τελευταία εικόνα η Καίτη Δρόσου με τον Γιάννη Ρίτσο, έναν από τους ελάχιστους υποστηρικτές του Αλεξάνδρου. Ανάμεσα στις εικόνες των συγγραφέων, το βιβλίο που διάβαζε ο σοφός παππούς της οικογένειάς μου στην Αιδηψό το 1976. Μέσα στις σελίδες, κιτρινισμένο από τον χρόνο, το απόκομμα της κριτικής από Τα Νέα (από τον Κώστα Σταματίου).

Παρουσίαση του βιβλίου του Άρη Αλεξάνδρου Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975 εδώ.

Στην μεθεπόμενη ανάρτηση, η επανέκδοση παλαιότερου τεύχους του περιοδικού με αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και το περιοδικό Σημειώσεις.

27
Ιον.
17

Συλλογικό – 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή. Ο άνθρωπος. Το έργο. Η εποχή. (Επιμ.) Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Δεκαοκτώ σπουδές στο μαύρο και ισάριθμες σπονδές στον εξιχνιαστή του

Το γερμανικό οικονομικό θαύμα, τα swinging 60s, η γαλλική nouvelle vague, το miracolo italiano: οι τέσσερις κυρίαρχες εκδοχές της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη των τελών της δεκαετίας του ’50, σε συνδυασμό με την διάδοση του «αμερικανικού ονείρου» επουλώνουν τα τραύματα της Ευρώπης, ενώ την ίδια περίοδο η Ελλάδα προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί από τις δικές της καταστροφές, πάντα μοιρασμένη σε «Ανατολή» και «Δύση». Σε αυτές τις συνθήκες γράφει ο Γιάννης Μαρής κι αυτό ακριβώς είναι το υπόβαθρο των ιστοριών του, όπως γράφει ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος στο δικό του Hommage στον Γιάννη Μαρή.

Εδώ ο επιμελητής του τόμου συντάσσει ένα πλήρες διάγραμμα της περίπτωσης Μαρή: ένας δημοσιογράφος που εισέρχεται ως «ξένο σώμα» στους συγγραφείς, που μεταλαμπαδεύει το «αστυνομικό» στα λογοτεχνικά δρώμενα αλλά και το εγκαθιδρύει συγγραφικά και κινηματογραφικά, που εντοπίζει έναν εγχώριο κοσμοπολιτισμό και χαρτογραφεί εκ νέου την πόλη με ένα «χρονοτοπικό» σύστημα, διαγράφει τις εμφύλιες διαμάχες και «επιστρέφει» στην σκοτεινή περίοδο της Κατοχής και ακόμα αναδεικνύει το δράμα των Ελλήνων Εβραίων.

Μα οι «νεωτερισμοί» του Μαρή δεν σταματούν εδώ: Ο επιθεωρητής Μπέκας μπορεί να συγκριθεί ισότιμα με ξένους συναδέλφους, κυρίως τον Μαιγκρέ του Σιμενόν αλλά και τον υπαστυνόμο Κολόμπο εκ των υστέρων. Στο έργο του ενσωμάτωσε ολόκληρη την ποπ κουλτούρα της εποχής αλλά και στοιχεία pulp fiction, αποϊδεολογικοποίησε τους διωκτικούς μηχανισμούς, «στοχοποίησε» το μικροαστικό νοικοκυριό και όχι τους συνήθεις υπόπτους περιθωριακούς. O Πέτρος Μάρκαρης στις «σημειώσεις πάνω στο φαινόμενο «“Γιάννης Μαρής”» γράφει για την ατυχία του συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματά του σε λάθος τόπο και χρόνο αλλά και εστιάζει στην διάρρηξη μιας παράδοσης, της μέχρι τότε καθιερωμένης μορφής του αγγλικού αστυνομικού, του «whodunit», όπου ο ντετέκτιβ έλυνε το μυστήριο μέσα από μια διανοητική διαδικασία, ενώ ο αναγνώστης τον ακολουθούσε ασθμαίνοντας από τις διάφορες παγίδες. Τώρα ο Μαρής επιλέγει ως ήρωα έναν αστυνομικό και όχι ντετέκτιβ · όχι έναν ιδιοφυή ή ιδιόρρυθμο εξιχνιαστή αλλά έναν απλό, μικροαστό επαγγελματία που κάνει την δουλειά του με ένα αίσθημα δικαιοσύνης.

Ο Άγγελος Τσιριμώκος γράφει τον πατέρα του Γιάννη Μαρή, ο Ριχάρδος Σωμερίτης για τα πρώτα χρόνια του συγγραφέα στην εφημερίδα Μάχη, ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης θυμάται την γνωριμία τους, η Αθηνά Κακούρη επιχειρηματολογεί για την ανάγκη μας για έναν τέτοιο συγγραφέα, ο Φίλιππος Φιλίππου ερευνά τις δημοσιεύσεις του στα λαϊκά περιοδικά Οικογένεια, Πρώτο και Θεατής, ο Βασίλης Βασιλικός τον τοποθετεί «ανάμεσα στον Σιμενόν και τον Καμιλλέρι», ο Νίκος Μπακουνάκης αναρωτιέται πού τελικά ανήκει, ο Στράτος Μυρογιάννης προβαίνει σε μια σπουδή σε ονόματα και χαρακτήρες,  ο Νίκος Βατόπουλος μας ξεναγεί στην Αθήνα του Γιάννη Μαρή, η Νίνα Κουλετάκη μας γνωρίζει τις γυναίκες του έργου του, ο Σταύρος Πετσόπουλος καταγράφει την εκδοτική περιπέτεια των επανεκδόσεων του έργου του στις εκδόσεις Άγρα, οι Τεύκρος Μιχαηλίδης, Γιάννης Ράγκος, Αναστάσης Σιχλιμήρης και Loic Marcou προσθέτουν τις δικές τους οπτικές πάνω σε ιδιαίτερες πλευρές του έργου του.

Επιστρέφω στον φόρο τιμής του Καλφόπουλου για να τονίσω τις πολλαπλές αναγνώσεις του Μαρή. Σε ένα πρώτο φιλολογικό πλαίσιο ο Μαρής έγραψε ευτελή λογοτεχνία, με γλώσσα απλή και πλαίσιο μανιχαϊστικό. Από την σκοπιά της λογοτεχνικής θεωρίας οι αφηγηματικές στρατηγικές είναι εξίσου απλές, με το noir στοιχείο να είναι προσαρμοσμένα στα ελληνικά δεδομένα, χωρίς δηλαδή τον αμερικανικό πρότυπο του σκληροτράχηλου ήρωα – ντετέκτιβ. Από ιδεολογική άποψη ο συγγραφέας υπηρετεί ένα «παρακμιακό» είδος και αποποιείται την μήτρα της Αριστεράς από την οποία προέρχεται, καθώς γράφει στον συντηρητικό Τύπο.

Αλλά πέρα από αυτά ο Μαρής συνδιαμόρφωσε σημαντικά στον χώρο του Τύπου, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου την δημόσια σφαίρα της εποχής, επαναδημιούργησε με μοντέρνο τρόπο ένα υποτιμημένο λογοτεχνικό είδος, όπου μάλιστα συνδύασε την ελληνοκεντρικότητα με τον κοσμοπολιτισμό, και ψυχαγώγησε ως πρωτοπόρος για τα δεδομένα της ελληνικής pulp fiction της εποχής ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό. Και όπως γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης στο δικό του κείμενο, ο Μαρής, αυτός ο αστείρευτος ως προς την πλοκή και απόλυτα ταυτισμένος με την εποχή του συγγραφέας, κατάφερε εκτός των άλλων εν μέσω πολιτικής θύελλας και πολιτικών παθών να αποκλείσει από την καθημερινότητα των ηρώων την «πολιτική» του αλλά όχι και από την ηθική τους υπόσταση.

Εκδόσεις Πατάκη, 2016, σ. 198. Στο Παράρτημα περιλαμβάνονται ανέκδοτα τεκμήρια (φωτογραφίες, χειρόγραφα και δακτυλόγραφα) από το αρχείο του συγγραφέα και το οικογενειακό αρχείο του γιου του, Άγγελου Τσιριμώκου.

Στην τελευταία φωτογραφία, το κέντρο της Αθήνας, προσφιλές σκηνικό του Γιάννη Μαρή, σε φωτογραφία του Ιάσονα Αποστολίδη, αρχές της δεκαετίας του ’50.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 218.

13
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 49 (άνοιξη 2017)

Λογοτεχνικές περιθάλψεις. Γράφουν 35 ιατροί και φαρμακοποιοί, ψυχής τε και λόγου θεράποντες

Πιστά στα πρωτότυπα αφιερώματα, τα τρέχοντα (δε)κατα προσκαλούν γιατρούς και φαρμακοποιούς, κοινώς τους θεράποντες των ψυχών και των σωμάτων μας, για να θερμομετρήσουν με την σειρά τους την συγγραφική τους πένα. Η δομή του αφιερώματος ακολουθεί μια αντίστοιχη «επιστημονική» φαρμακολογική διάκριση. Οι συνεντεύξεις αναλαμβάνουν τον ρόλο των «εμβολίων». Ο καθηγητής Ιατρικής Φυσικής Τζων Καλέφ – Εζρά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της Γερμανίας [1933 – 1945] όπου η διαφύλαξη της υγείας του «έθνους» τέθηκε υπεράνω της υγείας του ασθενούς. Με την Ευγονική και τον Κοινωνικό Δαρβινισμό υποστηρίχτηκε το δόγμα ότι ο ρατσισμός (ή φυλετισμός) είναι μια ιδεολογία που έχει στιβαρό επιστημονικό της υπόβαθρο στην σύγχρονη Βιολογία. Διάσημοι γιατροί προωθούσαν την αναπαραγωγή αυτών που είχαν επιθυμητά χαρακτηριστικά φυλής και υγείας (Θετική Ευγονική) και την στείρωση των ανεπιθύμητων ή όσων είχαν σωματικά ή ψυχικά νοσήματα κλπ. (Αρνητική Ευγονική).

Οι εξολοθρευτικές φυλετικές πολιτικές είχαν ήδη δοκιμαστεί έγινε στις ιμπεριαλιστικές αποικίες (Ναμίμπια, Πολυνησία, Ωκεανία κ.λπ.). Οι βιομηχανίες θανάτου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ενίσχυσαν ακριβώς την αρνητική ευγονική με τις γνωστές συνέπειες αλλά οι περισσότεροι δολοφόνοι καθηγητές ουδέποτε κατηγορήθηκαν ή, αν κατηγορήθηκαν, αθωώθηκαν και συνέχισαν την ακαδημαϊκή τους πορεία. Σε άλλη συνομιλία ο μουσικοσυνθέτης γιατρός  Αθανάσιος Σίμογλου είναι βέβαιος ότι η μουσική διαθέτει θεραπευτική ιδιότητα, αγχολυτική, αντικαταθλιπτική, αντινευρωτική· πολύ περισσότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόληψη για να μη γεννηθούν παθολογικές καταστάσεις που αφορούν στην ψυχολογία αλλά και την  κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.

Η πεζογραφία λειτουργεί ως «αντιβίωση»: εδώ ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου βάζει «Στον καναπέ του κτηνίατρου» τον ιδιοκτήτη ενός ζώου να αποζητά ο ίδιος έναν γιατρό της ψυχής και «Η  προσφυγοπούλα» της Μαριέττας Πεπελάση είναι πια μια γυναίκα που συνεχίζει να «ζει» στην γενέτειρά της, σε μια ασθένεια χωρίς όνομα, ενώ ανθολογείται και το «Πενηντάρι» που έλαβε ως αμοιβή ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος για να πιστοποιήσει έναν θάνατο, εισπράττοντας όμως το περιφρονητικό βλέμμα του σκύλου του αποθανόντος. Πεζογραφούν ακόμη οι Φωτεινή Τσαλίκογλου, Γιώργος Γώτης, Πάνος Ι. Μαυρομμάτης, Άγγελος Δ. Κανιούρας, Γεράσιμος Ρηγάτος, Χρήστος Ναούμ κ.ά.

Στα δοκίμια, που χρίζονται «αντικαταθλιπτικά», μεταξύ άλλων, δυο ποιητές – ψυχίατροι καταθέτουν την εμπειρία της συνύπαρξης των δυο ιδιοτήτων. Ο Γιάννης Ζέρβας γράφοντας για την ποίησή (του) ως ψυχοπάθειά (του), αναρωτιέται μήπως οι πυθμένες των δυο επιλογών συγκοινωνούν· μήπως δεν είναι δυο ξέχωρες ταυτότητες αλλά δυο ανεξάρτητα εξελιγμένες όψεις ενός βαθύτερου διχασμού και μια προσπάθεια να επιβιώσει κανείς με την ανάπτυξη μιας ψευδο – διπλής προσωπικότητας. Ο Μανόλης Πρατικάκης, εντοπίζει στον Λόγο το κοινό πρωταρχικό εργαλείο της ποίησης και της ψυχιατρικής. Αμφότερες επιχειρούν να εξορύξουν τον ορυκτό πλούτο της συνείδησης, των συναισθημάτων, των φόβων, των ενστίκτων, της μηδαμινότητας. Εκεί πουδιαφέρουν είναι ο τρόπος που διαχειρίζονται το κρυμμένο υλικό. Η ψυχιατρική ανεβάζει ρίχνει το φως της σε όλα όσα κρύβονται «στο μηχανουργείο του ερέβους». Η ποίηση, αντίθετα, δεν περιγράφει τον κόσμο, αλλά αποτελεί η ίδια κόσμο, ένα αυτούσιο αισθητικό σύμπαν, παράπλευρο και σε διαρκή διαλεκτική σχέση με το υπαρκτό.

Πράγματι, τα ποιήματα είναι «καταπραϋντικά» όπως αποκαλείται και η σχετική ενότητα που συμπληρώνει την τέταρτη ιαματική πλευρά του τεύχους. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας, που επιμελήθηκε τις συνομιλίες (με τους Δημήτρη Κρεμαστινό, Στυλιανό Καρέντζο, Χρήστο Ναούμ κ.ά.), παρουσιάζει και είκοσι ένα σχετικά βιβλία, ενώ ο δεκατοδείκτης ταξινομεί, όπως πάντα, κωμικοτραγικά στατιστικά δεδομένα που αφορούν όλους μας, ασθενείς και οδοιπόρους.

[192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 13 Μαΐου 2017 (εδώ).

02
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 45 (άνοιξη 2016)

Αφιέρωμα: Έγκλημα και ατιμωρισία

Μόνο ξεκαρδιστικό γέλιο προκαλεί η δήλωση, κατά καιρούς, πολιτικών μας ανδρών ότι «σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν νόμοι και κανόνες». Δεν μας λένε όμως ότι αυτοί οι νόμοι και οι κανόνες λειτουργούν με βάση την αρχή «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Αλλιώς, πώς εξηγείται η ατιμωρησία που κατατρέχει τούτη τη χώρα από γεννέσεώς της; Μια ματιά μόνο αν ρίχνουμε κάθε μέρα στις ειδήσεις, διαπιστώνουμε το μέγεθος της ανομίας και της ατιμωρησίας. Είναι πια κοινός τόπος ότι τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα από την μεταπολίτευση και μετά ή δεν ερευνώνται ποτέ ή παραπέμπονται στις καλένδες (λέγε με Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής) για δήθεν διερεύνηση, αλλά στην πραγματικότητα για να παραγραφούν.

Αν κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο έξω από τη μικρή μας πατρίδα, αμφιβάλει κανείς ότι το μεγαλύτερο έγκλημα του 21ου αιώνα είναι, μέχρι στιγμής, η εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ; Και είναι διότι είχε ως συνέπεια την δημιουργία των τρομοκρατών του Ισλαμικού Χαλιφάτου και, κατά προέκταση, τον εμφύλιο στη Συρία και τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας ανάφλεξης – αυτά τα ομολογούν τώρα οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Και είναι ένα έγκλημα οικουμενικών διαστάσεων που παραμένει ατιμώρητο και που δεν θα διερευνηθεί ούτε θα διαλευκανθεί ποτέ…

….γράφεται στην εισαγωγή του τεύχους, ως μια μικρή υπενθύμιση σε δυο από τις αμέτρητες μορφές εγκλημάτων που διαφεύγουν της τιμωρίας στον σύγχρονο κόσμο. Θέμα πικρό πλην ερεθιστικότατο από λογοτεχνική άποψη, που προκάλεσε τριάντα δύο συγγραφείς, επιστήμονες, δημοσιογράφους και άλλους τεχνίτες του λόγου, απατηλού και μη, να καταθέσουν τις όψεις του. Σε «Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο» ο Ηλίας Κουτσούκος γράφει μια αληθοφανέστατη ιστορία παρ’ ολίγον τιμωρίας αλλά, ευτυχώς, τετελεσμένου έρωτα, ο Φίλιππος Δρακονταειδής απευθύνει επιστολή στον Σάμιουελ Μπέκετ και η Ροζίτα Σπινάσσα προσωπογραφεί την διλημματική ιστορία μιας παρένθετης μητέρας.

Τα τιμωρητέα πεζογραφούν ακόμη οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ηρώ Νικοπούλου, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Χρύσα Φάντη, Φλώρα Ορφανουδάκη, Δήμητρα Δεσύπρη, Φώτης Χρονόπουλος, Μηνάς Βιντιάδης, Γιάννης Παπαγιάννης, Ζέτα Κουντούρη κ.ά. και στιχουργούν οι  Κώστας Ζωτόπουλος, Έλσα Κορνέτη, Κώστας Κουτσουρέλης κ.ά. Μυθιστορηματικά αποσπάσματα καταθέτουν οι Sascha Arango, Miguel Bonnefoy, Δημήτρης Μαμαλούκας, ενώ στα δοκίμια εξετάζονται το έγκλημα και η ατιμωρησία στη λογοτεχνία [Ahmet Umit], η ατιμωρησία στο περιβάλλον [Bill McKibben] αλλά και περιπτώσεις λογοτεχνικών αντιπάλων [Richard Bradford] κ.ά. ενώ στα καθ’ ημάς ο Σάββας Πατσαλίδης ταξινομεί τις περιπέτειες της νέας ελληνικής θεατρικής γραφής.

Ο Ντίνος Σιώτης σε άλλο κείμενό του με τίτλο «Το ψέμα, η αλήθεια, η φόλα, η κλοπή, ο πολιτισμός» αναφέρεται στους ανθρώπους «των γραμμάτων» που έχουν λαχανιάσει στο κυνηγητό της επιτυχίας, ενίοτε συγκροτούν λογοτεχνικά τάγματα με υπηρέτες και νεοσσούς, για να λιβανίζουν ο ένας τον άλλον. Ένα άλλο ατιμώρητο έγκλημα ασκούν εκείνοι που, στυλωμένοι στην ανασφάλεια έλλειψης ταλέντου, αναζητούν δανεικά δεκανίκια στην δήθεν «διακειμενικότητα», ασκώντας πλήρη λογοκλοπή που δικαιολογούν ως νόμιμη ενσωμάτωση. Υπάρχει, τέλος, και η περίπτωση εκείνων που αρθρογραφούν κατά της εξωστρέφειας της ποίησης και των δημόσιων εκδηλώσεων, λησμονώντας ότι ακόμη και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη εξωστρεφής. Είναι άνθρωποι που ζουν στον κόσμο τους και όχι για τον κόσμο.

Μια τιμωρία γίνεται πιο κτηνώδης από τις τιμωρίες παρά από τα εγκλήματα, είπε ο Όσκαρ Γουάιλντ το 1891 αλλά φαίνεται να το αγνοούν, σκέφτομαι, τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή. Δυο χρόνια αργότερα ο Μπέντζαμιν Τάκερ είχε αλλού δίκιο: Χρειαζόμαστε πολλούς νόμους που κατασκευάζουν τους εγκληματίες και μερικούς (μόνο) που τους τιμωρούν. Ως προς την βέργα, τέλος, ο Γκορ Βιντάλ μερικές δεκαετίες μετά έβαλε τα πράγματα στην θέση τους: Είμαι υπέρ της επαναφοράς της βέργας, αλλά μόνο μεταξύ συναινούντων ενηλίκων.

[σ. 192]

Στην προτελευταία εικόνα, η περίφημη Δίκη στην ταινία The Wall [Alan Parker, 1982] και στην τελευταία το έργο της Ola Lubczynska Crime Story. Στην επόμενη ανάρτηση η παρουσίαση του τρέχοντος «θεραπευτικού» τεύχους του περιοδικού.

25
Απρ.
16

Το Δέντρο, τεύχος 207 – 208 (Μάρτιος 2016)

dentro

Τώρα που πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, με γοητεύουν τα όρια όλης της αφήγησης. Ούτε ο Σέξπιρ ούτε ο Δάντης θα μπορούσα να επινοήσουν τον Στίβεν Χόκινγκ, το άτομο, το έργο του. Από το ελάχιστο άνοιγμα ενός βλεφάρου αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος…

λέει ο Τζορτζ Στάινερ σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Νίκολας Σέξπιρ. Ο «αταξινόμητος στοχαστής» θυμάται μεταξύ άλλων και την φράση που τον σημάδεψε για όλη του την ζωή: στην ηλικία των πέντε, παρατηρούσε από το παράθυρο στο Παρίσι τον όχλο που φώναζε «Θάνατος στους Εβραίους!». Αλλά ακολούθησε και η πολύτιμη φράση του πατέρα του: «Δεν πρέπει ποτέ να φοβηθείς. Αυτό που έχεις μπροστά στα μάτια σου ονομάζεται Ιστορία». Ο Στάινερ, που χαρακτηρίζεται στην αυτοβιογραφία του  ως «αναρχικός πλατωνιστής» παραδέχεται πως θα ήθελε να έχει γράψει αφήγηση υψηλοτάτου επιπέδου αλλά υπήρξε παθιασμένος με πάρα πολλά πράγματα για να το κάνει.

George-Steiner_

Σειρά στην θέση του συνομιλητή παίρνουμε εμείς, καθώς μας χαρίζει το κείμενό του Αγαπητοί αναγνώστες, τα βιβλία σάς χρειάζονται, κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον Φέλιξ Κρουλ του Τόμας Μαν. Ο Μάριος Βάργκας Λιόσα διαβάζει προσεκτικά το πρόσφατο προκλητικό βιβλίο του Στάινερ Η ιδέα της Ευρώπης [The idea of Europe] και εστιάζει στην ιδιότητα του ευρωπαϊκού τοπίου που είναι προσβάσιμο με τα πόδια, μια γεωγραφία στα μέτρα των ποδιών. Αυτό το εκπολιτισμένο τοπίο δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή εκεί η φύση δεν συνέθλιψε ποτέ την ανθρώπινη ύπαρξη.  Η Ευρώπη είχε πάντα ένα φυσικό περιβάλλον φιλικό προς τον άνθρωπο, που διευκόλυνε την επιβίωση και ευνόησε την επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς. Η Ευρώπη πλάστηκε και εξανθρωπίστηκε από την κίνηση του ανθρώπινου ποδιού. Δεν είναι υπερβολική η άποψή του Στάινερ ότι όλη η φιλοσοφία μας είναι βασισμένη στο βάδισμα, στην απλή πράξη του να βάλεις το ένα πόδι μπροστά στο άλλο, ενέργεια που χωρίς να το αντιληφθούμε μας πηγαίνει στον προορισμό μας.

calvino-wesley-large

Ο Αλμπέρτο Μανγκέλ διαβάζει ένα παλαιότερο βιβλίο του Στάινερ, Τα βιβλία που δεν έγραψα [My unwritten books], που δεν είναι μια επιτομή ευσεβών πόθων, αλλά περισσότερο ένας χάρτης τόπων την εξερεύνηση των οποίων ο Στάινερ αρνείται να ξεκινήσει. Μυστηριωδώς, η χαρτογραφία επαρκεί. Ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα αφορά τον Ίταλο Καλβίνο και περιλαμβάνει μια συναρπαστική Απολογία της εντιμότητας στη χώρα των διεφθαρμένων. Το ειρωνικό αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στην La Repubblica το 1980, πυκνογραφεί σε τέσσερις σελίδες όλη την κωμικοτραγική παθογένεια των σύγχρονων διεφθαρμένων πολιτικών συστημάτων και ταιριάζει ιδανικά στα καθ’ ημάς. Ακόμα, ο Ουμπέρτο Έκο γράφει για τον Αναρριχώμενο βαρόνο, δυο Ιταλοί δημοσιογράφοι συνομιλούν για τον Καλβίνο «στον αστερισμό της Αθηνάς» και μια ακόμα παρουσιάζει συντομογραφικά τρία από τα έργα του Ιταλού συγγραφέα.

Svetlana-Alexievich_03_

Η τρίτη διακριτικά τιμώμενη του τεύχους είναι η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Τα βιβλία της Αλεξίεβιτς αποκαλύπτουν, γράφει στο κείμενό της η Βαλζίνα Μορτ, ένα συγκλονιστικά φιλόδοξο σχέδιο, μια προσπάθεια να συνοψισθεί ολόκληρη η σοβιετική ιστορία – επανάσταση, γκουλάγκ, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Αφγανιστάν, Τσερνόμπιλ, πτώση του Κομουνισμού – σε ένα χρονικό, δημιουργημένο από τον λόγο των ανθρώπων τους οποίους σπάνια ρωτούν οι ιστορικοί. «Τι κρίμα να λέγονται, να ψιθυρίζονται, να ακούγονται στεντόρεια τόσα πολλά στο σκοτάδι…Λάμπουν για ένα λεπτό και σβήνουν, όσο για σήμερα, εξαφανίζονται αμέσως», είχε πει παλαιότερα η Αλεξίεβιτς. Η συγγραφέας επηρεάστηκε από την πολυφωνική μέθοδο του βιβλίου των Άλες Αντάμοβιτς, Γιάνκα Μπριλ και Βλαντιμίρ Κόλεσνικ Κατάγομαι από το χωριό της φωτιάς, ένα «συλλογικό μυθιστόρημα» που αποτελείται μόνο από τον λόγο αληθινών ανθρώπων. Εδώ δεν μπορώ να μην θυμηθώ στα καθ’ ημάς το εξαιρετικό συλλογικό έργο μαρτυριών Ο κοινός λόγος με αφηγήσεις από την Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά, τον πόλεμο και άλλες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Svetlana Alexievich_

Ο συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο θεωρεί πως το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς δεν είναι απλώς αναγνώριση σε μια διανοούμενη που υπέστη την καταπίεση του καθεστώτος Λουκασένκο αλλά και μια επιβράβευση της μη μυθοπλαστικής αφήγησης [non fiction]. Η ετικέτα της λογοτεχνίας μέχρι τώρα έμπαινε στα ράφια με τα έργα μυθοπλασίας, καθώς εκδότες και βιβλιοπώλες συμμετέχουν στην μεγάλη παρεξήγηση σύμφωνα με την οποία λογοτεχνία είναι μόνο ό,τι είναι καθαρή επινόηση. Η στενοκέφαλη διαίρεση μεταξύ μυθοπλασίας και ρεαλισμού έγινε νόμος. Όμως η μη μυθοπλαστική αφήγηση είναι ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, το οποίο δεν έχει στόχο την πληροφορία αλλά την περιγραφή της πραγματικότητας. Ο συγγραφέας της εργάζεται πάνω σε μια πραγματικότητα η οποία μπορεί να ερευνηθεί με επιστημονικά κριτήρια, αλλά την αντιμετωπίζει με την ελευθερία της ποίησης. Γνωρίζει ότι η πραγματικότητα υπερβαίνει κατά πολύ την φαντασία και δέχεται να γίνει το φερέφωνό της, ο ενισχυτής της.

Το μεγαλείο της Αλεξίεβιτς, καταλήγει ο Σαβιάνο, βρίσκεται ακριβώς στο λογοτεχνικό της σθένος, στην απόφασή της να μην ακολουθήσει την νόρμα εργασίας που επιβάλλουν οι εφημερίδες.  Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται για μιαν άλλη αλήθεια: την αποτύπωση γεγονότων φιλτραρισμένων μέσα από τη λογοτεχνική σκέψη, τη φροντίδα των λέξεων: τον ενδιαφέρει να μετατραπούν αυτές οι συνεντεύξεις σε δημιουργικό υλικό και όχι σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Το κείμενο που επιλέχτηκε από το έργο της ίδιας της Αλεξίεβιτς για να ολοκληρώσει τις σχετικές σελίδες προέρχεται από μια συλλογή με μαρτυρίες για αυτοκτονίες [Μαγεμένοι απ’ το θάνατο, 1994].

Mikhail Zoshchenko_

Ένας τέταρτος φάκελος εγκαινιάζει μια σειρά ολιγοσέλιδων αφιερωμάτων σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, κυρίως πεζογράφους. Πρώτοι «φακελωμένοι» οι Νίκος Χουλιαράς και Γιάννης Ευσταθιάδης, με κείμενα των ιδίων (ανέκδοτα στην περίπτωση του Ν.Χ.) και δοκίμια για το έργο τους. Παρακάτω σέρνει τα βήματά του Ένας ενοχλητικός γέρος δια χειρός του ανεπιθύμητου για το Σοβιετικό Καθεστώς Μιχαήλ Ζοστσένκο, ο Μαρσέλ Προυστ αναζητά την χαμένη σιωπή στο θορυβώδες διαμέρισμα όπου έμεινε από το 1906 έως το 1919, συντάσσοντας επιστολές προς την γειτόνισά του με θέμα την έλλειψη ησυχίας, η Βιρτζίνια Γουλφ παίζει με τα ανίψια της [1923 – 1927] συντάσσοντας μια καθημερινή οικογενειακή εφημερίδα, ο Φίλιπ Ροθ γράφει ένα κείμενο Στον δάσκαλό του (όλοι οι εκπαιδευτικοί ονειρευόμαστε μια τέτοια αφιέρωση από τον συγγραφέα πρώην μαθητή μας), ο Κουρτ Βόνεγκατ προβαίνει σε παραινέσεις, οι περίφημοι αδελφοί Γκονκούρ μας ανοίγουν λίγες από τις σελίδες των μοναδικών τους ημερολογίων.

Smultronstallet.1957.

Στις Αναγνώσεις συνυπάρχουν μια Ιφιγένεια από την Βόρειο Ιρλανδία, ο Επίκτητος και ο μέσος άνθρωπος, και στα Φύλλα ο Τάσος Γουδέλης σκέφτεται πάνω στην διαβόητη έννοια του κλασικού και στην γνωστή αγγλοσαξονική φράση «τα πνεύματα που ωριμάζουν νωρίτερα από τα άλλα, δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη», ενώ ένας εμμονικός συντάσσει επιστολή στην αγαπημένη του Ζαν Μορώ σε επτά μέρη. Η Χλόη Κ. Μουρίκη, τέλος, θυμάται τις Άγριες φράουλες και τον εβδομηνταεξάχρονο διάσημο γιατρό Ίζακ Μπορκ, που ταξιδεύει προς το Λουντ για να παρασημοφορηθεί από το πανεπιστήμιο για τα πενήντα χρόνια της επαγγελματικής του προσφοράς. Πρόσωπο κουρασμένο και μοναχικό έως μισανθρωπίας, κάνει τον απολογισμό της ζωής του ανάμεσα σε εφιάλτες και ηθικά διλήμματα.

Η σκηνή του αποχαιρετισμού με ενδιέφερε πάντα το ίδιο με τις μείζονες εστιάσεις του έργου: τα ερείπια της προσωπικής ζωής, τη νοσταλγία του χαμένου. Οι οπισθοφυλακές του Ίζακ Μπορκ (η γενική εκτίμηση, η αναγνώριση) δείχνουν ηττημένες απ’ τη νεανική ζωντάνια, όσο κι αν ο σύντομος διάλογος μοιάζει με τρυφερή κατανόηση. Εκείνοι που χαιρετούν ίσως νοιώθουν το δέος του επιλόγου. Αυτό που ποτέ δεν θα μας ξανασυμβεί είναι η ύλη της ιστορίας μας.

[200 σελ.]

Στις εικόνες: George Steiner, Italo Calvino, Svetlana Alexievich, Mikhail Zoshchenko, Άγριες Φράουλες.

19
Φεβ.
16

(δε)κατα, τεύχος 44

COVER 44_

Αφιέρωμα Ειδήσεις

Ειδήσεις: Σε ποιον ανήκουν, ποιος τις φτιάχνει, από πού έρχονται; Σαράντα τέσσερις συγγραφείς και δημοσιογράφοι επιχειρούν να απαντήσουν με όλους τους τρόπους, μυθοπλαστικούς και μη. Με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι ειδήσεις από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης – ειδησεογραφικά πρακτορεία, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση -, δεν είναι απορίας άξιο ότι ο κόσμος έχει περιέλθει σε αξιολύπητη κατάσταση, γράφουν τα (δε)κατα στην εισαγωγή του αφιερώματος, με τίτλο οι ειδήσεις είναι η κρίση. Πράγματι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αμέτρητα συμβατικά, καλωδιακά αλλά και ιντερνετικά κανάλια εκφέρουν έναν λόγο και μια εικόνα που μετά βίας μοιάζει με «ειδήσεις», ενώ κατ’ ουσία είναι ρηχές ματιές σε συμβάντα. Είναι σα να παίζουν το ίδιο έργο, βασισμένο στην αρχή που λέει ότι κάθε θεατής πρέπει να στρέφεται σε μια οθόνη και να βρίσκει θέματα που γυαλίζουν και καθηλώνουν.

Μια ενδιαφέρουσα θέση εκφράζει ο David Jacobson στο κείμενό του Η τηλεόραση σου κάνει καλό. Η τηλεόραση κατηγορείται συνεχώς ότι ενθαρρύνει την απάθεια, την αδράνεια, την παθητικότητα, την δουλική υπακοή. Κανένας όμως δεν έχει παρατηρήσει την επίδρασή της σε εκείνους που τους είχαν στερήσει την δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε όλη την παγκόσμια ποικιλία και χυδαιότητά της. Μπορεί αρχικά να προκαλέσει απογοήτευση και οργή στους αποκλεισμένους θεατές και συμμέτοχους στο παγκόσμιο ηλεκτρονικό καρναβάλι· στην συνέχεια όμως μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Όταν βέβαια κερδίσουν την μάχη τους, είναι αλήθεια ότι μπορεί να γίνουν όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

A woman watches television in her house in the outskirts of Sudan's capital, Khartoum April 5, 2010. REUTERS/Zohra Bensemra (SUDAN - Tags: SOCIETY IMAGES OF THE DAY)

Οι κάτοικοι των χωρών του πρώην Σοβιετικού μπλοκ και οι Νοτιοαφρικανοί την εποχή του απαρτχάιντ εκδήλωσαν αυτή την κατάσταση. Οι κυβερνήσεις δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό του πληθυσμού από κάθε σχετική πρόσβαση ως απόδειξη της ηθικής και πολιτιστικής του ανωτερότητας. Όφειλαν λοιπόν να είναι και ευγνώμονες στους πολιτικούς τους κυρίους που προαποφάσιζαν για λογαριασμό τους τι του ωφελούσε και τι όχι. Ο συγγραφέας θυμάται μερικούς κατηφείς ντόπιους σ’ ένα μπαρ στην Πράγα, να παρακολουθούν στην τηλεόραση μια ταινία που έδειχνε την παρακμή των Δυτικών· το ύφος τους έμοιαζε με εκείνων που ετοιμάζονται να περάσουν από μια εξέταση. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας, εργάτες στην Ανατολική Γερμανία αρνούνταν να εργαστούν σε περιοχές που δεν έφτανε το σήμα της δυτικογερμανικής τηλεόρασης.

Man Watching TV in a Bar, Detroit 1972

Αλλά εκείνο που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον συγγραφέα ήταν τα πρόσωπα των πρώην υπαλλήλων του καθεστώτος, στους οποίους είχαν επιρρίψει την ευθύνη των παραπτωμάτων του παρελθόντος και οι οποίοι ήταν πλέον ευπρόσδεκτοι σε τηλεοπτικές συζητήσεις από τις οποίες αποκλείονταν στο παρελθόν: Έμοιαζαν με παιδιά ξαμολημένα στο δρόμο. Που δεν χρειάζονταν πια να υπερασπιστούν τα αδικαιολόγητα, να εμφανίζονται πάντα με το προσωπείο του επίσημου ψεύτη, να φοβούνται τους φίλους στη χώρα τους περισσότερο από τους υποτιθέμενους εχθρούς της, που τώρα άρχισαν αν τους χαμογελάνε, να συζητάνε, να μιλάνε εφεξής για απαγορευμένα θέματα, να παραδέχονται τα λάθη του παρελθόντος. Το ίδιο συνέβαινε με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Η ευχαρίστηση που αισθάνθηκαν όταν τους αντιμετώπισαν ως πραγματικούς ανθρώπους, όχι σαν αφύσικα τέρατα και απόκληρους, ήταν πασιφανής. Τουλάχιστον είχαν γίνει ξανά αποδεκτοί στο ανθρώπινο γένος. [σ. 53]

Φίλιππος Δρακονταειδής, Τάσος Καλούτσας, Χρύσα Φάντη, Δημήτρης Μίγγας, Μάριος Ποντίκας, Γιώργος Σκαμπαρδώνης κ.ά. στο διήγημα, Θανάσης Τριαρίδης, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Γιάννης Τζώρτζης στο αφήγημα, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ηλίας Γκρης, Κώστας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μπουλώτης, Σοφία Διονυσοπούλου κ.ά. στην ποίηση συγγράφουν πλευρές των ειδήσεων, ενώ ο Γώργος Ρούβαλης ενώνει τις δυο ειδήσεις για τις τραγικές δολοφονίες του 1963 (Λαμπράκης – Κέννεντι) σε ένα κείμενο προσωπικής μνήμης.

News

Στο πεδίο των απόψεων και των εκτιμήσεων ο Μανώλης Παράσχος γράφει για την δημοσιογραφική αξία των ειδήσεων την ψηφιακή εποχή, ο Ben Bagdikian αναρωτιέται ποιος είναι κύριος της ενημέρωσης, ο Γιάννης Στρούμπας «τοποθετεί» την είδηση μεταξύ τραγωδίας και παρωδίας, ο Τάσος Τσακίρογλου επιχειρεί να αναπνεύσει υπό το τοξικό νέφος των ΜΜΕ, ο Δημήτρης Τζουμάκας παρακολουθεί «ειδήσεις με μανικιούρ στις οκτώ» και o Justin Fox παρακολουθεί τα νέα μονοπώλια του διαδικτύου και ιδίως το Facebook με την Google, που «ετοιμάζονται να μας πνίξουν, αν τους αφήσουμε». Και μιας και το έφερε η κουβέντα, αλιεύω από τον δεκατοδείκτη, την καθιερωμένη σελίδα – στήλη του περιοδικού, που παρουσιάζει κάθε φορά αδιανόητα δεδομένα από διάφορους τομείς, το έτος κατά το οποίο εικάζεται ότι θα κυκλοφορήσει η τελευταία εφημερίδα στην Αμερική είναι το 2034.

Σε άλλα που δεν φτάνουν ποτέ ως ειδήσεις, ο Θεοδόσης Πυλαρινός ερευνά την Αλληλογραφία Μενέλαου Λουντέμη – Αντώνη Μυστακίδη, η Μάρω Δούκα θυμάται ποιος ήταν ο Ασαντούρ Μπαχαριάν, ο Γιώργος Μπράμος επιχειρεί ένα υπαρξιακό πορτρέτο του επιστήθιου φίλου του Ανταίου Χρυσοστομίδη και το περιοδικό καταγράφει υποψηφίους, νικητές και σκεπτικά για το καθιερωμένο βραβείο των (δε)κάτων, The Athens Prize for Literature.

50s family

Το τεύχος περιλαμβάνει και μια εκτενή, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία του Ρωμανού Κοκκινάκη με τον Χρήστο Οικονόμου. Ο συγγραφέας αναφέρεται, εκτός πολλών άλλων, στην συνειδητοποίηση της μεγάλης γοητείας της γραφής που για τον ίδιο είναι η έκσταση της διαδικασίας να βγαίνει από τον εαυτό του και να γίνεται κάθε φορά κάποιος άλλος· να θέλει να ζήσει περισσότερες από μια ζωές, σα να μην του φτάνει η δική του. Γι’ αυτό και ποτέ δεν γοητεύθηκε από την ιδέα της ατέρμονης ενδοσκόπησης μέσω της λογοτεχνίας. Το στοίχημά του είναι να μπαίνει στην θέση του άλλου και να προσπαθεί να κάνει την ιστορία κομμάτι του εαυτού του αναγνώστη, μέρος της δικής του εμπειρίας.

Δεν χρειάζεται να είσαι άστεγος για να γράψεις μια καλή ιστορία για έναν άστεγο, όμως πρέπει να έχεις εκείνη την ακατανίκητη παρόρμηση να μπεις στη θέση ενός άστεγου, ή οποιουδήποτε άλλου, και να προσπαθήσεις να δεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, σε όλες τις ανεπαίσθητες και ιδιαίτερες εκδοχές του.

 [σ. 192]

Οι πρώτες δυο εικόνες: Τηλεθεατές στο Σουδάν [2015, Reuters / Zohra Bensemra] και στο Ντιτρόιτ [1972]




Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 862,027 hits

Αρχείο