Archive for the 'Γυναικείο φύλο' Category

22
Οκτ.
17

Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία

Η λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης

Πρόκειται κατά κυριολεξία για λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης, εφόσον σ’ αυτό το απολαυστικότατο μυθιστόρημα η λογοτεχνία αλλάζει σταδιακά πλην ολοκληρωτικά την κεντρική ηρωίδα, την εβδομηντάχρονη Ρέμε: της αναστατώνει το πνεύμα και της ξεσηκώνει το σώμα· ανοίγει τους κρουνούς της ηδονής αλλά και της ίδιας της συνείδησης· της εμπνέει την σκέψη και την ωθεί στην πράξη. Κοινώς, την ξυπνάει παντοιοτρόπως. Η λογοτεχνία της μαθητείας και της αφύπνισης δεν αποτελεί πρωτότυπο εύρημα αλλά ο βασικός της χαρακτήρας, μια άσεμνη γριά, με λυτά μαλλιά σαν άγρια χόρτα, ντυμένη με κουρέλια, «που ήταν είκοσι χρονών πριν κλείσει τα εβδομήντα» και η δια της κατακλυσμικής λογοτεχνικής γραφής δραματοποίηση του συγγραφέα απογειώνουν το βιβλίο.

Πού, πώς γλίστρησε η ζωή της δόνα Ρεμέδιος; Πώς στέρεψε η αρχική της πλημμύρα; Από τα δεκαπέντε της η Ρέμε ένοιωθε την καταρροή να κυλάει στα πόδια της, ποθούσε τους άντρες, μα πώς να τα βγάλει πέρα με τα λόγια της γειτονιάς και τα χαστούκια των γονιών; Στα μέρη της ο έρωτας θεωρείται αμαρτία και ντροπή κι έτσι στα δεκαοκτώ της δεν της μένει παρά να διαλέξει κάποιον, κι ας συνεχίζει να μουσκεύει με την ιδέα των φιλιών ενός ωραίου ηθοποιού και με φαντασιώσεις που ξεκινούν ήδη  με τις αφίσες έξω από τον κινηματογράφο.

Η Ρέμε δεν ανήκει στους προνομιούχους της ισπανικής, φρανκικής κοινωνίας, άρα ζει εκτός των τειχών, εκεί που η Καθολική Δράση ιδρύει έναν νέο οικισμό και παραχωρεί για πενήντα χρόνια σπίτια μικρά σαν ποντικοφωλιές, καλύβες από λαμαρίνα, χτισμένες σ’ έναν ξερότοπο με αγκάθια. Οι εργολάβοι της νέας πατρίδας αναλαμβάνουν να βάλουν σε τάξη τους φτωχούς, έστω και ως τρωγλοδύτες των χαμόσπιτων. Όχι ιδιοκτησία και συμβόλαια: το κράτος κυριαρχεί και παραχωρεί, η οικογένεια ευγνωμονεί και κατοικεί. Πρώην καταδικασμένοι και νυν προσηλυτισμένοι προσήλθαν στην ελεημοσύνη και στο πρώτο συγκρότημα κτιρίων που ονομάστηκε Βασιλικό Ίδρυμα Εργατικών Κατοικιών. Τα νανόσπιτα με τα ακάλυπτα δοκάρια αυξάνονται και πληθύνονται στη άκρη του ξερού αυτοκινητόδρομου και φτιάχνουν τείχος από ομοιόμορφες οικοδομές σαν μια μασέλα. Η δεκαετία του ’60 αλλάζει τον ψημένο πηλό με το σκυρόδεμα, τα ατσάλινα πλέγματα και τον αμίαντο, που είναι εύκαμπτος κι αφήνει μόνο μια ελάχιστη σκόνη. Ο εργάτης σύζυγος βήχει, νοιώθει τα γυαλάκια στο στήθος, η ζωή με σκονισμένο πνεύματα αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση.

Οι εκκλησιαστικές τελετές θα συμπληρώσουν περίτρανα αυτήν την ενοριακή δημοκρατία. Η συμμετοχή των νέων σε αδελφότητες για την λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί χρέος τους, είναι άλλωστε μια τελετουργία της νομιμότητας και μια καλή ευκαιρία για στολές και μουσικά όργανα. Δεν είναι η θρησκευτική πίστη ή χριστιανική ηθική που ωθεί το κατεστραμμένο λούμπεν να σπεύδει στις παρελάσεις όσο το ίδιο το φετίχ της ομάδας, η φιγούρα της πομπής, και βέβαια η αρσενική επίδειξη για τους βαστάζους του άρματος. Για μια αλλά Μεγάλη Βδομάδα, γίνονται οι εθνικοί φύλακες του οικισμού, ενώ μαζί τους παρελαύνουν και οι φιλήσυχοι κλητήρες που παριστάνουν τους ιδιοκτήτες των δρόμων αλλά και οι τραυματισμένοι φαλαγγίτες του καθεστώτος, για να φανούν δοξασμένοι πολεμιστές. Και όπως πάντα «αυτοί που σέρνουν τους πιο βαρείς σταυρούς είναι αυτοί που δέρνουν πιο δυνατά τις γυναίκες τους».

Άλλωστε οι επιφανείς γνωρίζουν «πως κάποια πνευματικά δεσμά θα ήταν αναγκαία μόλις ολοκληρωνόταν η διαχείριση του τούβλου για να μη δραπετεύσουν τα ποντίκια όταν πια όλα θα ήταν βαρετά». Οι γυναίκες του οικισμού γεννούν παιδιά μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, όπως είναι και τα παιδιά της Ρέμε που μεγαλώνουν σε χολερικά δωμάτια, γίνονται τεμπέλικα κι επιθετικά και σύντομα ζουν περισσότερο έξω από το σπίτι. Γύρω τους μαζεύονται, δεύτεροι χαρακτήρες του βιβλίου και πρώτοι αναλώσιμοι της συντηρητικής κοινωνίας οι συνομήλικοι φίλοι τους, οι μεγαλύτεροι των συμμοριών, οι νεαροί «βαρόνοι» της περιοχής, όλοι εθισμένοι στη χημεία και στην επιθυμία να ξεφύγουν από μια περιοχή που δημιουργήθηκε ως οχετός της απόμακρης πόλης.

Η δεκαετία του ’80 φέρνει κι άλλες καλύβες στις αλάνες, μαζί με την πανδημία της άσπρης. Οι νέοι που φυλακίζονται συχνά προτιμούν την άνεση ενός κελιού από το ξεροκόμματο του φτωχικού. Το πνεύμα του κιμπούτς έχει πεθάνει, τώρα κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μόνο τον θεό των ναρκωτικών. Το ’90 έρχεται μαζί με την επέλαση της πορνογραφίας και τα αμέτρητα χάπια που κρατούν τους νέους σε συνεχή χορό κάτω απ’ τα στροβοσκόπια. Τα κορίτσια αλητεύουν μέχρι να μείνουν έγκυες και να συνεισφέρουν σε μια ολόκληρη αποικία χαμένων παιδιών που οι μητέρες έχουν για παιχνίδια, βασανισμένες κούκλες οι μεν για τους δε και αντίστροφα, όπως η Ανίτα κι ο Ρόμπε, δεύτερα πρόσωπα του δράματος: εκείνη ένα κορίτσι που καταδέχτηκε να πάρει την θέση της φεύγουσας κόρης της Ρέμε· εκείνος, ένας θετός εγγονός, που εθίζει δεκάδες χρήστες σε στρατηγικά βιντεοπαιχνίδια δικής του έμπνευσης, πουλώντας κουπόνια με κωδικούς εισόδου ενώ φτιάχνει σιγά σιγά ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό βασίλειο, έχοντας ανακαλύψει «την μήτρα του καπιταλισμού για νέους».

Μέχρι που έφτασε η ημέρα όπου ένα κιβώτιο με βιβλία προορισμένα για έναν γείτονα παραδόθηκε από λάθος στην δική της πόρτα. Επρόκειτο να κλείσει τα εβδομήντα και τα βιβλία έφτασαν με πενήντα χρόνια καθυστέρηση αλλά ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη που μέχρι τώρα έβλεπε μόνο τις μεσημεριανές τηλενουβέλες άρχισε να διαβάζει όλα όσα δεν ήξερε: πως είχαν σφετεριστεί την μισή και παραπάνω ζωή της. Βιβλία! Αυτά ξορκίζουν την μελαγχολία και την επανάληψη ολόιδιων ημερών και κάνουν την Ρέμε να γίνεται πολλές ηρωίδες και να βρίσκεται παντού και να μαθαίνει την ζωή. Φυσικά η αρχή είναι δύσκολη, το διάβασμα αργό, οι δύσκολες λέξεις συλλαβίζονται, το δάχτυλο σημαδεύει σειρά με τη σειρά. Δεν πηδάει καμία παράγραφο και συμπληρώνει με το μυαλό της ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Το κλεμμένο κιβώτιο ήταν ένας θάλαμος θεραπείας, ένα πλατωνικό καταφύγιο. Τώρα η μοναξιά της είναι ανακούφιση κι ο χρόνος ατέλειωτος, να διαβάζει μέρα νύχτα κι ύστερα να παίρνει τους δρόμους και να κάθεται στα μπαρ όπου δεν αντέχει για πολύ χωρίς διάβασμα. Όλος ο χωροχρόνος είναι στην διάθεσή της, και τα μάτια της τώρα είναι ορθάνοιχτα μετά από τόσα χρόνια αυτοματισμού. Ατημέλητη και ρακένδυτη, η «τρελή» Ρέμε, διαβάζει τα βιβλία της παντού, στο παγκάκι της άδειας πλατείας ή στο ύπαιθρο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια της. Οι γυναίκες του οικισμού, γειτόνισσες, νεαρές χήρες, παρατημένες, μητέρες μόνες ή νοσοκόμες ανάπηρων συζύγων του εμφυλίου ή του αμίαντου, απορούν για το μόνιμο χαμόγελό της. Δεν έχουν ποτέ τους καταφύγει στα βιβλία «για να σταματήσουν την αγωνία του χαμένου χρόνου»· προτιμούν την πάντα αναμμένη τηλεόραση και  προτιμούν να ξεφυλλίζουν ανόρεχτα τα περιοδικά ή να μαντάρουν την κάπα της Παρθένου. «Το αλέτρι της τηλεόρασης είχε αφήσει χέρσα τα κεφάλια τους, πενήντα χρόνια παραχώρησης συνέθλιψαν το ηθικό τους και το μισό τους ένστικτο ανταρσίας· η ενορία πήρε το άλλο μισό».

Τα απρόσμενα βιβλία έπεσαν στα χέρια της σαν μία θεραπευτική ιεροτελεστία για να επουλώσουν μια πληγή που δεν μάτωνε από την επερχόμενη μοναξιά αλλά από τη συνειδητοποίηση μιας σοβαρής αλήθειας: πως η ζωή της έσβηνε, πως όλα ήταν λάθος από την αρχή, πως τίποτα δεν είναι καίριο εκτός από το πέρασμα του χρόνου. [σ. 179]

Στο μεταξύ σ’ ένα τυπογραφείο του Δήμου γράφεται ένα άλλο, διόλου μυθιστορηματικό κείμενο: ένας κανονισμός που θα διανεμηθεί σε όλα τα γραμματοκιβώτια του οικισμού. Κι ο κόσμος της Ρέμε είναι έτοιμος να ανατραπεί για δεύτερη φορά. Απαγορεύεται το κρέμασμα της μπουγάδας γιατί ασχημαίνουν οι δρόμοι. Οι κάτοικοι διατάζονται να απλώνουν τα ρούχα μέσα στα σπίτια τους. Η Ρέμε βγαίνει από την έκστασή της και διαβάζει μεγαλόφωνα το χαρτάκι στις περαστικές, ένα «Ζερμινάλ στο ιδίωμα της καθημερινής πλύσης». Ποιος τολμάει να ζητάει κάτι τέτοιο;

Οι γυναίκες εξέρχονται από την κοσμική τους αποξένωση και συμφωνούν ν’ αδειάσουν τα συρτάρια τους σε σκοινιά σαν πανηγυρικές σημαίες. Προτού νυχτώσει κάθε μπαλκόνι του οικισμού είναι γεμάτο «αναρχικά ρούχα». Ανεβασμένες πάνω σ’ επικίνδυνες σκάλες οι γυναίκες τεντώνουν τα σκοινιά από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, για να κατασκευάσουν ένα δάσος από κρεμασμένα ρούχα, σαν μοντέρνα τέχνη ενός οργισμένου γκέτο. Νυχτικά, σεντόνια, ρούχα, χιτώνες της Μεγάλης Εβδομάδας ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα στη μέση των δρόμων. Οργανώνονται βάρδιες επιτήρησης – η Ρέμε αναλαμβάνει την νυχτερινή φύλαξη με μια λάμπα κι ένα βιβλίο. Ο οικισμός ξεσηκώνεται μόνος του, χωρίς πολιτικές συγκεντρώσεις ή υψωμένες γροθιές. Ο Πίο Μπαρόχα και οι άλλοι συγγραφείς ήταν αρκετοί.

Η επανάσταση είχε αρχίσει αλλά χρειάζεται και η απαραίτητη προπαγάνδα. Σ’ ένα διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης ένας ακτιβιστής και η σύντροφός του, ο Λεάνδρο και η Ελοΐζα, ούτως ή άλλως ονειρεύονται την καταστροφή του σύμπαντος. Εδώ ψυχογραφούνται περίφημα οι μονομανείς με τις προλεταριακές φαντασιώσεις που αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τον ίδιο τον έρωτα αλλά και αναζητούνται στις δικές τους βιογραφίες τα κίνητρα της εξέγερσης. Άλλωστε αυτές ακριβώς οι φαντασίες πυροδοτούν τα πρώτα βήματα της. Ο ακτιβιστής εκστασιάζεται: μια αληθινή λαϊκή επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτός θα είναι ο διανοούμενος ταραχοποιός που έλειπε σε προηγούμενες καταστάσεις, αφού κάθε φορά περίσσευαν τα μπράτσα και οι πέτρες αλλά έλειπαν τα μυαλά και οι ιδέες. Δημοσιεύει τα δεδομένα σε μια σελίδα για κοινωνικές πρωτοβουλίες, ακολουθούν τα ειδικά έντυπα και μια βάση δεδομένων για διεθνή κινήματα αντίστασης.

Σε όλη τη χώρα αναδύεται ένα ρεύμα αλληλεγγύης – η πλατεία της Καταλωνίας περικυκλώθηκε με σεντόνια απλωμένα σε αυτοσχέδιες λόγχες, η Πουέρτα ντε Σολ είδε να ξαναφυτρώνουν οι σκηνές εκστρατείας του τότε – ενώ αντικαπιταλιστικά κινήματα σε άλλες χώρες τυπώνουν μπλουζάκια με το περίγραμμα ενός πουκάμισου απλωμένου στον ήλιο. Η είδηση διαρρέει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, «ο οικισμός του Ιδρύματος επαναστατεί εναντίον της νέας διάταξης». Η τηλεόραση γνωρίζει καλά να μεγαλοποιεί τα γεγονότα, η ηθική της συμβαδίζει με την ακροαματικότητα. Μια τόσο μικροσκοπική και φωτογενής επανάσταση κι ένας αυτοδίδακτος διαφωτισμός δικαιώνει και διαφημίζει τον οικισμό. Η κοινωνική οργή ενώθηκε με την περιέργεια, ο οικισμός κυριεύτηκε από ένα εκστρατευτικό σώμα που μυρίστηκε εξέγερση: πανκς και ρέτρο-πανκς, Ινδιάνοι και πλείστοι οργανωμένοι ισοπεδώνουν την πλατεία για να κατασκηνώσουν, μια θορυβώδης στρατιά που τις νύχτες παίζει αφρικανικά τύμπανα σε γιορτές αδελφοποίησης.

Αλλά η υδροφόρα φυσιολογία της Ρέμε συνεχίζει να ρέει σαν ένα υδραυλικό κέντρο βαρύτητας. Αυτό που θα μπορούσε να της έχει προσφέρει αμέτρητους οργασμούς τώρα δεν βρίσκει τους απαραίτητους χειριστές, αλλά και πάλι τα βιβλία συνδράμουν και διεγείρουν τις ευαίσθητες ζώνες. Τα βήματα την οδηγούν μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη ακριβώς όπως οι τζάνκις οδηγούνταν στις αλάνες για την δόση τους. Αναζητά την ηδονή, επιθυμεί το σεξ που δεν είχε, μια ανάμνηση, μια δαγκωματιά, κάτι να έχει να θυμάται, δεν έχει καν για παρηγοριά το καταφύγιο ενός παρελθόντος με περιπέτειες σχεδόν παρθένα, όμοια με την κούκλα στο άρμα της αδελφότητας, δυο φορές παρθένα απ’ αυτήν και δυο φορές μητέρα δυο σταυρωμένων παιδιών [σ. 136]

Δυο πρόσθετοι ήρωες που μάλλον λειτουργούν παραπληρωματικά, ο Ντεβότο που βρίσκει παρηγοριά στην θρησκεία και ο Ρομάν ο Φερόμενος ταπεινωμένος ξυλουργός, ενδεικτικές μορφές για τον τρόπο που η εκκλησία διάβρωσε τις ψυχές στην φρανκική Ισπανία ή για την αιωνιότητα της μισογυνίας ή των κρυπτών ερωτισμών. Άλλοι δυο δικαιούνται μερικές σελίδες εφόσον άθελά τους τα ξεκίνησαν όλα: ο δημοτικός σύμβουλος που έγραψε την απαγόρευση και η «Μαινάδα» σύζυγός του, που αναζητούν κι αυτοί τον μέσω διαδικτύου πλουτισμό, εκθέτοντας στις οθόνες των υπολογιστών, φορώντας μάσκα φυσικά, τις ερωτικές περιπτύξεις ή διαστροφές που επιλέγουν οι χρήστες – θεατές.

Ο αγκιτάτορας διακαώς επιθυμεί να μετατρέψει το ξεχασμένο γκέτο σε προμαχώνα της πάλης των τάξεων, ακόμα και σε μια καινούργια προσοβιετική δημοκρατία. Αλλά φυσικά θέλει αυτός να εμφανιστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος των εξεγερμένων, κι όχι η γριά μάγισσα, «ένα πέτρινο άγαλμα στις συνελεύσεις, ένα κλειστό στόμα Ινδιάνου αρχηγού». Ακολουθούν συναντήσεις, διαβουλεύσεις, ο δημοτικός σύμβουλος εκλιπαρεί ή προστάζει, η Ρέμε σιωπά, η εξέγερση είναι έτοιμη να μολυνθεί από έμπορους ναρκωτικών, κι εφόσον επανάσταση χωρίς πολιτοφύλακες δεν έχει νόημα, οι συγκρούσεις με τα μέσα καταστολής θα είναι σκληρές. Νεομαρξιστές και ιακωβίνοι, συνειδητοποιημένοι και ασυνείδητοι, όλοι συμμετέχουν με το μερίδιό τους στην «αναρχική φαντασίωση» και στο μυθιστόρημα του εξεγερμένου οικισμού. Δεν έχει σημασία αν η επανάσταση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί στον λήθαργο της καθημερινότητας και στο ζεστό φαγητό ή αν οι ακτιβιστές θα αναζητήσουν άλλη μάχιμη αποικία. Ορισμένοι δεν εξαγοράζονται και επιλέγουν το τέλος που τους αξίζει.

Είναι σε κάθε σελίδα εμφανές πως ο συγγραφέας επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία του με την μέγιστη δυνατή λογοτεχνικότητα. Παίζει με τις λέξεις, τις ρίχνει σωρηδόν κάθε φορά, πρωτότυπες και αντι-κυριολεκτικές (οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις πράγματι κατακλύζουν την πρόζα του)· αλλάζει πρόσωπα και αφηγητές, βομβαρδίζει με επίθετα, εξαντλεί την παρατακτική σύνδεση. Ενίοτε μοιάζει να παραληρεί αλλά την ίδια στιγμή δεν βιάζεται καθόλου, καθώς ξεδιπλώνει με την ησυχία του τις ιστορίες του, τις διακλαδώνει, τους ξεφεύγει για να εστιάσει σε μικρο- και μακρο-περιβάλλοντα.

Το διακειμενικό του εύρημα σαφώς ενισχύει την πρόζα του, καθώς εντάσσει ανθολογημένα αποσπάσματα απολύτως ταιριαστά με όσα ήδη γράφονται, τα οποία δεν αποτελούν μόνο δείγματα των αναγνώσεων της Ρέμε αλλά και λειτουργούν ως διαλεκτική για την μαθητεία και την μεταμόρφωσή της. Πρόκειται για βιβλία των Πιο Μπαρόχα [ιδίως Ο διεστραμμένος αισθησιασμός, Κόκκινη αυγή, Κακό χορτάρι κ.ά.], Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ [Η εξέγερση των μαζών], Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο [Ιστορία μιας σκάλας] αλλά και των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βισέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Πέρεθ ντε Αγιάλα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, Ρουμπέν Νταρίο, Αντόνιο Ματσάδο, Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Μιγέλ ντε Ουναμούνο κ.ά.

Κρατώντας στον βασικό κορμό την αδιανόητη ιστορία της αξιολάτρευτης Ρέμε, την εγκαταλείπει κάθε τόσο για να ασχοληθεί με τις παράπλευρες βιογραφήσεις των δεύτερων χαρακτήρων, ενίοτε με ιδιαίτερες και μάλλον άσχετες με την βασική ιστορία λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την πορεία όλων όσοι πρόκειται ή νομίζουμε πως θα συμμετάσχουν στην τελική φάση της εξέγερσης. Το τέλος τους βρίσκει όλους εξουθενωμένους, νικητές ή νικημένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, που διαβάσαμε μια ιστορία πλήρους αληθοφάνειας αλλά και απατηλής ουτοπίας. Σε κάθε περίπτωση ο έρωτας συνδιαλέγεται με την επανάσταση, την εμπνέει ή την ακυρώνει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν τις μέγιστες εξεγέρσεις.

Κι αυτά τα βιβλία που διάβασες, τι λένε; – Εξηγούν πώς είναι η ζωή, η αληθινή ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε – Καταραμένα να ’ναι! [Πίο Μπαρόχα, Κόκκινη αυγή]

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, μτφ. από τα Ισπανικά Κλαίτη Σωτηριάδου, σελ. 282, [Pablo Guttiérez, Los libros repentinos, 2015].

Στις εικόνες, εκτός από τα «ανατρεπτικά βιβλία» του βιβλίου, επέλεξα δυο ώριμες υπό ερωτισμό γυναίκες της Paula Rego ως απολύτως ταιριαστές με την μορφή της Ρέμε δυο έργα του Andre de Loba και δυο αφίσες των ελεύθερων γυναικών μιας παράλληλης με το μυθιστόρημα Ιστορίας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 220, με τίτλο Spanish Bombs, από άλλες διαχρονικές ισπανικές βόμβες.

Advertisements
29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

12
Ιον.
17

Μαργκαρέτε Μπούμπερ – Νόυμαν – «Μίλενα από την Πράγα»

Μίλενα, τώρα γνωρίζουμε ποια ήσουν

Όταν χάνεις την ελευθερία, δεν χάνεις βέβαια και την ανάγκη ν’ αγαπηθείς. Μάλιστα, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, η επιθυμία για τρυφερότητα και παρηγορητική εγγύτητα με τον άνθρωπο που αγαπάς γίνεται σφοδρότερη. Στο Ράβενσμπρουκ άλλες κατέφευγαν στη φιλία γυναίκας με γυναίκα, άλλες μιλούσαν πολύ για αγάπη κι άλλες επέτειναν τον πολιτικό, ακόμη και τον θρησκευτικό φανατισμό τους ως υποκατάστατο του έρωτα… [σ. 71]

… γράφει η συγγραφέας σε μια από τις αναρίθμητες πυκνές παραγράφους της συγκλονιστικής της μαρτυρίας από την ζωή της στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπουργκ από το 1940 ως το 1945. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη έκδοση που συμπληρώνει όχι μόνο την λογοτεχνία και την ευρύτερη γραμματεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης αλλά και το βιογραφικό κενό για την ζωή της γυναίκας που γοήτευσε τον Κάφκα και ενέπνευσε την γνωστή αλληλογραφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η συγγραφέας ήταν η πρώτη, μαζί με τον Βικτόρ Σερζ  (για τα δυο συγκλονιστικά βιβλία του βλ. δεξιά πλευρική στήλη), που έγραψε εκτενώς για τα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εδώ βρίσκεται η μέγιστη τραγικότητα της ιστορίας της, καθώς γνώρισε τον φρικιαστικό εγκλεισμό και στις δυο μορφές του ολοκληρωτισμού που κυριάρχησε στον εικοστό αιώνα. Άλλωστε ήταν το ίδιο το σταλινικό στρατόπεδο που την παρέδωσε στους Γερμανούς και την οδήγησε στο Ράβενσμπουργκ.

Επιστρέφοντας στο παραπάνω απόσπασμα, πράγματι, οι παθιασμένες φιλίες των πολιτικών κρατουμένων ήταν εξίσου συχνές όσο και μεταξύ των «αντικοινωνικών» και των ποινικών. Η στενή συμβίωση χιλιάδων νεαρών γυναικών και κοριτσιών, παρά τον τρόμο που επικρατούσε στο στρατόπεδο, δημιουργούσε ατμόσφαιρα ερωτισμού. Η συγγραφέας θυμάμαι κατά την βραδινή βάρδια στο ραφείο των Ες Ες νεαρές Τσιγγάνες καθισμένες στις ραπτομηχανές τους να τραγουδούν λιγωμένα ερωτικά τραγούδια παρά το αδιάκοπο γάζωμα, την αφόρητη ζέστη, την σκονισμένη ατμόσφαιρα και την εξόντωση της δουλειάς. Ορισμένες εκτόνωναν τις ερωτικές τους επιθυμίες με τον χορό. Στροβιλίζονταν «στο βάθος του βρομερού καμπινέ» ενώ οι φίλες τους κρατούσαν τσίλιες στην είσοδο για τυχόν έλεγχο από τις Ες Ες. Άλλες αντάλλαζαν απλώς ερωτικές επιστολές.

Αλλά η αφηγήτρια συγκράτησε μια άλλη ιδιαίτερη σκηνή που αποδίδει ανάγλυφα την μανιασμένη ανάγκη να υπάρξει το ερωτικό και το ωραίο ακόμα και σε τόσο τραγικές συνθήκες: το κεφάλι ενός άντρα να ξεπροβάλει από ένα φρεάτιο και να κοιτάζει προς την μεριά των γυναικείων παραπηγμάτων, όπου πηγαινοερχόταν λικνιζόμενη μια αντικοινωνική, η οποία είχε σφίξει το άχαρο ριγέ ρούχο της φυλακής και το είχε σηκώσει ψηλά ώστε να φαίνονται οι γάμπες της μέχρι τα γόνατα. Μπορεί να ήταν «ισχνές σαν λιανοκλάδια και γεμάτες εξανθήματα», όμως εκείνη το είχε ξεχάσει και το χαμόγελό της έλαμπε από γυναικεία αυτοπεποίθηση. Και άλλωστε ο θαυμαστής με το στρογγυλό κρανίο την έβρισκε ωραία και αξιέραστη.

«Ο έρωτας δεν σκοτώνεται…είναι δυνατότερος από κάθε βαρβαρότητα» είπε η Μίλενα Γιέσενσκα στην συγγραφέα που της διηγήθηκε την σκηνή. Οι δυο γυναίκες γνωρίστηκαν στο στρατόπεδο και συνδέθηκαν με ιδιαίτερη φιλία. Ακριβώς αυτή η βαθειά σχέση που ξεπερνά τις καθιερωμένες λέξεις είναι το αντίπαλο δέος μπροστά στην φρίκη της ζωής στα στρατόπεδα εξόντωσης· και είναι ακριβώς εκείνη που διαφοροποιεί αυτή την κατ’ ουσίαν βιογραφία από την σχετική λογοτεχνία εφόσον θέτει ακριβώς αυτή τη σχέση στο επίκεντρο του βίου που βρισκόταν για πέντε χρόνια στα όρια, κάτω από την άβυσσο της βίας, του εξευτελισμού και του πανταχού παρόντος θανάτου. Άλλωστε το όνομα Μίλενα σημαίνει στα τσεχικά ερώσα αλλά και ερωμένη, και σα να ήταν γραφτό της, έρωτας και φιλία έμελλα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη τη ζωή της, μας βεβαιώνει η συγγραφέας

Η Μίλενα έζησε εκτός των άλλων την τραγική ειρωνεία να ακροβατεί σ’ ένα ακόμα μεταίχμιο: ήταν απόλυτα ξένη και συχνά αντιπαθής ανάμεσα στις διάφορες «ταυτότητες» των έγκλειστων γυναικών, ακριβώς όπως και ο κυνηγημένος Σερζ, υπό άλλες βέβαια περιστάσεις. Ήταν αντικομμουνίστρια για τις κομμουνίστριες (γι’ αυτό άλλωστε και η ζωή της παρέμεινε απαγορευμένο θέμα στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού) και πρώην κομμουνίστρια για τις αντικομμουνίστριες, ήταν Τσέχα για τις Γερμανίδες και Γερμανίδα για τις Τσέχες, ήταν αμφιβόλου πίστεως για τις Καθολικές.

Είναι γεγονός ότι καταπώς φαίνεται όλοι είμαστε ικανοί να ζούμε, γιατί όλοι μας δραπετεύσαμε κάποτε στο ψέμα, στην τυφλότητα, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε κάποια πεποίθηση, στον πεσιμισμό ή σε κάτι άλλο. Εκείνος όμως δεν ζήτησε ποτέ προστασία σε κανέναν άσυλο. Είναι απολύτως ανίκανος να πει ψέμα, όπως είναι ανίκανος και να μεθύσει. Δεν έχει απολύτως κανέναν καταφύγιο, καμία στέγη. Γι’ αυτό είναι εκτεθειμένος σ’ όλα αυτά από τα οποία εμείς προστατευόμαστε. Είναι σαν γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους. Και ό, τι λέει, ό, τι είναι και ό, τι ζει δεν είναι καν η αλήθεια. Είναι ένα ον απόλυτο, αφ’ εαυτού και δι’ εαυτό, απαλλαγμένο από κάθε είδους συστατικό που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να παραποιήσει την εικόνα της ζωής, την ομορφιά ή την αθλιότητά της, αδιάφορο… [σ. 108]

… γράφει η Μίλενα για τον Κάφκα, έναν άλλο και αλλιώς ανένταχτο και μοναδικό, και τα σχετικά γραπτά της αποτελούν έναν ακόμα πόλο ενδιαφέροντος εφόσον το βιβλίο ρίχνει τους πλάγιους φωτισμούς του και στην ερωτική και επιστολογραφική σχέση τους. Για την Μίλενα, την ερώσα, όπως την περιγράφει ο Κάφκα, ο έρωτας ήταν η μόνη μεγάλη ζωή. Δεν είχε καμία αναστολή και δεν θεωρούσε ντροπή το να αισθάνεται έντονα. Δεν κατέφευγε ποτέ σε κανενός είδους γυναικεία τεχνάσματα, θεατρινισμούς ή κοκεταρίες. Με τον Κάφκα δεν συνδεόταν μόνο με τον σαρκικό έρωτα αλλά και μια βαθιά συγγένεια άλλου είδους κι αυτά ακριβώς τα βάθη ανασκάπτονται σ’ αυτό το ούτως ή άλλως απόλυτα ψυχογραφικό έργο.

Το βιβλίο καλύπτει τις 303 σελίδες της έκδοσης. Ακολουθεί ένα εκτενές επίμετρο 75 σελίδων από την επιμελήτρια, η οποία διανθίζει το πλούσιο κείμενό της με ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Ακολουθούν άλλες 85 σελίδες βιογραφικών σημειωμάτων, το απαραίτητο εργοβιογραφικό σημείωμα για την συγγραφέα, πίνακας κυριωνύμων, ευρετήριο προσώπων κι ένα δεκαεξασέλιδο με εικόνες και σχετικά κείμενα από την εκδότρια Γιώτα Κρισέλη. Σε κάποιο σημείο του επιμέτρου αναφέρεται το βιβλίο της Ρουτ Κλύγκερ Η ζωή συνεχίζεται [γαλλ. και ελλ. τίτλος Άρνηση μαρτυρίας], άλλη μια μεταξύ δοκιμίου και αυτοβιογραφίας κατάθεση στην στρατοπεδική γραμματεία, όπου η συγγραφέας διαλέγεται και με το παρόν της. Εκεί, μεταξύ άλλων, η Κλύγκερ θυμάται μια χειρονομία της μητέρας της προς την ορφανή Ντίτα, που βρέθηκε μόνη και ορφανή στο Μπίρκεναου: της είπε απλά «Έλα από δω»· κι έκτοτε οι τρεις τους έμειναν αχώριστη, χάρη στην πιο ασυνήθιστη χειρονομία, την υιοθεσία ενός παιδιού στο Άουσβιτς.

Η ανθρωπογεωγραφία του στρατοπέδου και η διαρκής αίσθηση της ζοφερότερης απειλής, ο χρόνος που δεν υπολογίζεται πια σε μήνες ή μέρες αλλά σε στιγμές, η μνήμη που πασχίζει να φωτίσει ό,τι δεν μαυρίζει, ο καταλυτικός έρωτας που πηγάζει από την φιλία, όλα διασώζονται σε ελάχιστα υλικά απομεινάρια της, στα γραπτά της και σε τούτη την ιδιωτική βιογραφία που την ίδια στιγμή, γυρισμένη από την άλλη πλευρά είναι η μαρτυρία για μια συλλογική ιστορία, για το πριν και το μετά του Κακού, για την ομορφιά ενός ανθρώπου που χάθηκε στο σκοτάδι, για τις δυο κορυφώσεις της ζωής, την φιλία και τον έρωτα. 

Αναζητώ το όνομα της Μπούμπερ – Νόυμαν στο περίφημο βιβλίο του Τσβέταν Τοντόροφ Απέναντι στο ακραίο [εκδ. Νησίδες, 2002, μτφ. Βασίλης Τομανάς, σ. 248], που άρχισα να διαβάζω παράλληλα με ετούτο το βιβλίο και το οποίο θα παρουσιάσω εδώ σύντομα κι εντοπίζω ένα τραγικό της ερώτημα: «Αναρωτιέμαι ποιο είναι κατά βάθος το χειρότερο: η καλύβα με άχυρο και λάσπη και τις ψείρες στην Μπούρμα [του Καζακστάν] ή αυτή η εφιαλτική τάξη [Ράβενσμπρουκ]». Τελικά επιβίωσε και από τα δυο· η Μίλενα πέθανε από μη αναστρέψιμη, στις συνθήκες του στρατοπέδου, νεφρική νόσο το 1944. Ο βίος της ήταν έτοιμος να γραφτεί από την φίλη της, στην οποία άλλωστε ζητούσε να πει στον κόσμο ποια ήταν. Τώρα μπορούμε το να γνωρίζουμε κι εμείς.

Εκδ. Κίχλη και Τα πράγματα, 2015, σελ. 516, μτφ. Τούλα Σιετή, επιμέλεια – επίμετρο Αδριανή Δημακοπούλου, θεώρηση κειμένων Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη [Margarete Buber – Neumann, Milena, Kafkas Freundin, 1963].

Στις εικόνες: η συγγραφέας [1968], μια γυναίκα – θύμα ιατρικών πειραμάτων στο Ravensbrück, η Milena Jesenska, εικόνες από το στρατόπεδο, σχέδιο από την κρατούμενη του στρατοπέδου Nina Jirsikova, μνημείο του Will_Lammert [Ravensbrück Tragende, 1959].

29
Μαρ.
17

Κέιτ Σοπέν – Η ιστορία μιας ώρας και άλλα διηγήματα

Η αυτοδιάθεση μιας γυναίκας: η ισχυρότερη παρόρμηση της ύπαρξης

Η Σοπέν αποτελεί μια σπάνια περίπτωση συγγραφέως: έγραψε σε μια εποχή όπου η ίδια η συγγραφή έμοιαζε απαγορευμένη για τις γυναίκες, σμίλευσε το δικό της ιδιαίτερο ύφος και, το κυριότερο, τόλμησε ιστορίες που αποκαλύπτουν σκέψεις και πράξεις γυναικών που ελάχιστοι και ελάχιστες θα διανοούνταν να παραδεχτούν.

Από περιέργεια ξεκίνησα με Ένα ζευγάρι μεταξωτές κάλτσες. Η κοντούλα κυρία Σόμμερς διαπιστώνει πως της περισσεύουν λίγα παραπάνω χρήματα από τον οικογενειακό προϋπολογισμό και βρίσκεται σε ένα κατάστημα ενθουσιασμένη μπροστά στις προσφερόμενες επιλογές. Δεν υπάρχει τίποτα παρά ένα περίλαμπρο παρόν: Δεν της περίσσευε ούτε μια στιγμή να την αφιερώσει στο παρελθόν. Οι ανάγκες του παρόντος απορροφούσαν όλη την ικμάδα της. Ακόμα κι η οποιαδήποτε αίσθηση ενοχής εξαφανίζεται: έχει εγκαταλείψει τον εαυτό της σε κάποια μηχανική παρόρμηση που κατεύθυνε τις πράξεις της και την απελευθέρωνε από οποιαδήποτε ευθύνη. Κάλτσες, μποτίνια, γάντια … η κυρία Σόμμερς απολαμβάνει τόσο την δοκιμή όσο και την αγορά τους· στην συνέχεια προσφέρει στον εαυτό της ένα γεύμα σε εστιατόριο και την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης. Το όνειρο τελειώνει μόλις αδειάζει το θέατρο και καθώς επιστρέφει με το τραμ εύχεται «να μην σταματήσει ποτέ, παρά να πηγαίνει, να πηγαίνει ολοένα, παίρνοντάς την μαζί του για πάντα».

Αναρωτιέμαι πόσες αναγνώσεις μπορεί να έχει αυτή η απόδραση. Η επιθυμία φυγής από τα οικογενειακά και μητρικά καθήκοντά της και στην ουσία από τον ίδιο τον ρόλο της είναι εμφανής. Είναι μια φυγή που αναζητά τόσο το σώμα της, με όλες αυτές τις πρόσκαιρες χαρές όσο και το πνεύμα της, με την παράσταση. Από την άλλη, κάποια ειρωνική φωνή μοιάζει να προεικονίζει τις επιτρεπόμενες «αποδράσεις» του γυναικείου φύλου, ασφαλείς εντός του ρόλου του και με εγγυημένη επιστροφή.

Σε μια περίοδο απέραντης μοναξιάς, το 1888, η συγγραφέας διάβασε Μωπασσάν και έμεινε έκθαμβη. Εδώ υπήρχε ζωή, όχι μυθοπλασία, έγραψε αργότερα στις Εκμυστηρεύσεις της. Η ίδια αυτή ζωή που μοιάζει να ντύνεται ως μυθοπλασία και πηγάζει από τις δικές της ιστορίες είναι ακριβώς το ίδιο στοιχείο που μας καθιστά μάρτυρες κάθε φορά μιας μικρής αποκάλυψης μέσα στα καθημερινά και τα τετριμμένα. Η πρόζα της είναι σύντομη, άρα «οικονομημένη» με τον δικό της τρόπο. Σημασία δεν έχει η πλοκή, αλλά ο ίδιος ο χειριστής της, που δεν είναι άλλος από τον εκάστοτε χαρακτήρα. Κι είναι αυτός που σαν σκανδαλιά ανατρέπει την πλοκή και της κλέβει την παράσταση την τελευταία στιγμή. Συχνά μάλιστα πρόκειται για διπλή κλοπή, καθώς αναποδογυρίζει την ήδη αιφνίδια τροπή.

Η πρώτη αίσθηση από τα κείμενα είναι μια τρυφερή περιγραφή απλών στιγμών, μια αναφορά των σιωπηλών σκέψεων της ηρωίδας. Διάβασε άραγε τον Τσέχωφ το ίδιο με τον Μωπασσάν; Αναρωτιέμαι, γιατί ως δεύτερη εντύπωση άκουγα έναν ανεπαίσθητο θόρυβο ξυσίματος κάτω από τις επιφάνειες, εκεί που κρύβονται οι υπαινιγμοί. Αυτό που μας επιβεβαιώνει το επίμετρο είναι εμφανές: η συγγραφέας υπήρξε μια ασυνήθιστη γυναίκα που μπορεί μεν να ακολούθησε την «αναπότρεπτη» πορεία των γυναικών της τάξης της και της εποχής της (μόρφωση, γάμος, παιδιά) αλλά κοίταξε προς την άλλη πλευρά, προς τα μη αποδεκτά και αναμενόμενα για τα ήθη και το φύλο της. Η αυτονομία που κατέκτησε (ή απαίτησε) με τον γάμο της την ώθησε σε περιπλανήσεις στην κοσμοπολίτικη Νέα Ορλεάνη και στο Νάκιτος, όπου συναναστράφηκε με Νέγρους και Κρεολούς. Αλλά σε αντίθεση με τους συγγραφείς του αμερικανικού Νότου, δεν ενδιαφέρθηκε για το παρελθόν ή τα εξωτικά στοιχεία.

Την ίδια εποχή αναδύονταν το φεμινιστικό, το φυλετικό και το εργατικό κίνημα αλλά εκείνη εστίασε στην ψυχολογία των ανθρώπων παρά στο κοινωνικό πρόβλημα ή στην ιδεολογική αντιπαράθεση – ούτε όμως και σε κάποιο ηθογραφικό πλαίσιο. Της αρκούσε η αναπαράσταση της πραγματικότητας όπως ήταν, όπως την έβλεπε η ίδια. Αλλά είναι ακριβώς αυτή η ματιά της μέσα στις ζωές των γυναικών που ανιχνεύει την δική τους επιθυμία για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη της απόπειρα στην μικρή φόρμα, πριν καν γίνει είκοσι χρονών, είχε τον τίτλο Χειραφέτηση: ένας μύθος για τη ζωή. Τώρα ως συγγραφέας εστίασε στην πνευματική πλευρά της γυναικείας συνειδητοποίησης, χωρίς ίχνος μισανδρίας ή σύγκρισης των φύλων με αξιολογικούς όρους. Την ίδια στιγμή καραδοκεί μια δεύτερη όψη, μια διαφορετική πλευρά της ιστορίας.

Η ιστορία μιας ώρας περικλείει ακριβώς σε μια ώρα και λίγες υπέροχες σελίδες όλη αυτή την διπλή φύση: την φυλάκιση των γυναικών και την φαντασίωση της φυγής. Οι οικείοι της νεότατης κυρίας Μάλλαρντ ετοιμάζονται να της ανακοινώσουν προσεκτικά την είδηση για τον θάνατο του συζύγου της σε σιδηροδρομικό ατύχημα. Η σύζυγος αναλύεται σε λυγμούς και επιθυμεί την απομόνωση στο δωμάτιό της. Αλλά έξω από τα παράθυρο σκιρτά η ανοιξιάτικη ζωή· και σύντομα η έλλογη σκέψη δίνει την θέση της σε μια ιδιαίτερη ταραχή που προκαλεί μια και μόνο λέξη: «ελεύθερη».

Δεν θα υπήρχε κανένας να ζει γι’ αυτήν στα χρόνια που έρχονταν· θα ζούσε εκείνη για τον εαυτό της. Δε θα υπήρχε καμία ισχυρή βούληση να κάμπτει τη δική της με την τυφλή εκείνη επιμονή με την οποία άντρες και γυναίκες θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν τη δική τους θέληση στο πλάσμα που τους συντροφεύει. Η πρόθεση, είτε ευγενής είτε βάναυση, δεν καθιστούσε λιγότερο εγκληματική μια τέτοια πράξη, όπως το στοχαζόταν τώρα σε τούτη τη σύντομη στιγμή της έκλαμψης. [σ. 13]

Ακόμα κι αν τον είχε αγαπήσει, «τι αξία έχει η αγάπη μπροστά σ’ αυτή την κατάκτηση της αυτοδιάθεσης που αίφνης την αναγνώριζε ως την ισχυρότερη παρόρμηση της ύπαρξης»; Το ελιξίριο της ζωής μπαίνει από εκείνο το παράθυρο, η φαντασία της καλπάζει αχαλίνωτη, ένας πυρετός θριάμβου την κατακλύζει. Θα μπορούσε το διήγημα να σταματά εδώ, σοκάροντας με βεβαιότητα όλους τους αναγνώστες της εποχής. Κι όμως, ένα αδιανόητο περιστατικό ανατρέπει την ήδη πρότερη αναπάντεχη τροπή.

Ένα δεύτερο ευφυέστατο διήγημα, «Το φιλί» δικαιώνει τόσο την ιδανικότερη ερωτική απιστία όσο και την ίδια την γυναικεία ευφυΐα. Ένας νέος κάθεται στην σκιά, απέναντι από μια νέα που αγαπά σφοδρά. Η νέα δεν είναι ιδιαίτερα γοητευμένη αλλά σκοπεύει να τον παντρευτεί για να απολαύσει τον πλούτο που θα της προσφέρει. Αλλά ένας άλλος νέος μπαίνει απρόσκλητος στο δωμάτιο και την φιλά, χωρίς να διακρίνει την σκιερή παρουσία του μνηστήρα. Ο γάμος κινδυνεύει άμεσα αλλά η γυναίκα «σαν τον σκακιστή χειρίστηκε έξυπνα τα πιόνια της» και με ορισμένες ιδιαίτερες εξηγήσεις όχι απλώς λύνει την παρεξήγηση αλλά εξασφαλίζει τον δεύτερο νεαρό ως μόνιμο οικογενειακό φίλο και εξασφαλίζει το δικαίωμα να την φιλάει όποτε θέλει. Κι όμως, ενώ η τροπή μοιάζει επιθυμητή για δυο από τους τρεις, το τέλος είναι και πάλι απρόσμενο!

Φανταστείτε λοιπόν στις υπόλοιπες ιστορίες πόσα έχουν ακόμα να συμβούν σε «Μια ευυπόληπτη γυναίκα» ή σε «Μια επονείδιστη σχέση», πώς έρχεται Το «διαζύγιο της μαντάμ Σελεστέν», και πως εννοεί η συγγραφέας το «Μετάνιωμα» και την «Καταιγίδα». Η έκδοση περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα, σημειώσεις και επίμετρο της μεταφράστριας, καθώς και εργοβιογραφία της συγγραφέως, τα τέσσερα εξώφυλλα των πρώτων εκδόσεων, πηγές και βιβλιογραφία. Εκτός από τα κείμενα το σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμα μας αποκαλύπτει πως η Σοπέν [1850 – 1904] υπήρξε πράγματι μια πρωτοπόρος γυναίκα συγγραφέας· άλλωστε το μυθιστόρημά της Η αφύπνιση, η ηρωίδα του οποίου ανάμεσα στην επιθυμία της για ελευθερία και στην ευθύνη της απέναντι στα παιδιά της επιλέγει την αυτοκτονία, είχε διχάσει τους κριτικούς, που την εγκωμίασαν για το απαράμιλλο ύφος της αλλά την κατηγόρησαν για ανηθικότητα. Σήμερα βέβαια το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως Κρεολή Μποβαρύ και τα διηγήματά της θεωρούνται σπουδαία.

Εκδ. Ροές, μετάφραση – επίμετρο: Δέσποινα Σαραφίδου, σελ. 141.

Στις εικόνες: η συγγραφέας σε δυο ηλικίες και εικονογραφήσεις από τα αναφερόμενα έργα της.

07
Ιαν.
17

Marina Abramovic – Περνώντας από τοίχους

abramovic

Αυτό που ζει καθένας από εμάς, το να είναι ο μικρός, δικός του εαυτός μέσα στην ιδιωτικότητά του, δεν υπάρχει στην περφόρμανς. Είσοδος στο χώρο της σημαίνει πως ενεργείς ορμώμενος από έναν υψηλότερο εαυτό, δεν είσαι πλέον εσύ. […] Έζησα την απόλυτη ελευθερία, ένιωσα το κορμί μου απεριόριστο, χωρίς φραγμούς. Δεν είχε σημασία ο πόνος, τίποτα δεν είχε σημασία…Είχα μεθύσει από την τεράστια ποσότητα ενέργειας που δέχτηκα. Εκείνη τη στιγμή ήξερα πως βρήκα το δικό μου μέσο. Κανένας πίνακας, κανένα αντικείμενο που θα δημιουργούσε δε θα μπορούσαν να μου χαρίσουν αυτό το συναίσθημα [σ. 58, 59]…

… γράφει για την περφόρμανς Rhythm 10 η σπάνια καλλιτέχνις και περφόρμερ στην συναρπαστική της αυτοβιογραφία, σε μια διήγηση που πραγματικά δεν ήθελα να τελειώσει. Ακόμα και στα πρώτα κεφάλαια, που αναφέρονται όπως είναι αναμενόμενο στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά της χρόνια, η αφήγηση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καθώς αυτά ακριβώς έφτιαξαν την προσωπικότητά της και το έργο της.

abramovic-2

Η μικρή Μαρίνα δυστροπεί μπροστά στην θλιβερή αισθητική του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού «που βασίζεται αμιγώς στην ασχήμια», υποφέρει με τους ατέλειωτους καυγάδες των γονέων της, που αποτελούν σημαίνοντα πρόσωπα του Κόμματος υπό την ηγεσία του Τίτο αλλά κοιμούνται παρ’ όλα αυτά με ένα πιστόλι στο κομοδίνο ο καθένας τους, βρίσκει όποτε μπορεί καταφύγιο στην γιαγιά της, που έχασε όλη της την περιουσία όταν η κόρη της τα κατέθεσε στο Κόμμα, φοβάται παθολογικά το αίμα μια ψυχοσωματική αντίδραση στην σωματική κακοποίηση που υφίστατο από την μητέρα της (το χαστούκι έπεφτε σύννεφο με κάθε αφορμή και μη αφορμή).

Κι όμως, άλλες δυο τιμωρίες της μητέρας της άνοιξαν, εκτός από τα συναρπαστικά της όνειρα, νέους κόσμους στην ανήσυχη Μαρίνα. Πρώτα η εξοικείωση με το σκοτάδι και τα πνεύματά του και τα πάσης φύσεως αόρατα όντα όταν έπρεπε τιμωρημένη να μπει στο πλακάρ, την βαθειά ντουλάπα ρούχων. Ύστερα η υποχρέωσή της διαβάσει όλο τον Προυστ, τον Καμύ και τον Ζιντ: η πραγματικότητα των βιβλίων ήταν ισχυρότερη από την πραγματικότητα γύρω της.

abramovic-relation-in-space

Η σκληρή κομμουνίστρια μητέρα της, με παθολογική εμμονή στην τάξη και την πειθαρχία την χρησιμοποιούσε συχνά ως … ασπίδα για τα χτυπήματα του συζύγου της. Η έφηβη πλέον Μαρίνα αισθάνεται ως τέρας με τα απαίσια σοσιαλιστικά διορθωτικά θορυβώδη παπούτσια και σύντομα με γυαλιά και αισθάνεται μεγάλη ντροπή όταν βρεθεί μπροστά σε οποιονδήποτε. Τι άλλαξε; Η ίδια η τέχνη: το πρώτο της δώρο, ένα σετ  με λαδομπογιές. Όταν ένας καλλιτέχνης απανθρακώνει μπροστά της το ίδιο του το έργο εκείνη συνειδητοποιεί ότι η διαδικασία είναι ανώτερη από το αποτέλεσμα, όπως ακριβώς αργότερα η περφόρμανς θα σημαίνει περισσότερα απ’ ότι το αντικείμενο. Το αντικείμενο δεν έχει διάρκεια ούτε σταθερότητα. Οι πίνακές μου δεν είναι παρά οι στάχτες της τέχνης μου, έλεγε ο Υβ Κλάιν.

Τότε ήταν που αναρωτήθηκε γιατί να περιοριστεί στις δυο διαστάσεις της ζωγραφικής όταν μπορεί να δημιουργήσει τέχνη με οτιδήποτε, με φωτιά, νερό, με το ανθρώπινο σώμα, με σκόνη, με σκουπίδια, με τα πάντα. Συνειδητοποίησε ότι το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει απόλυτη ελευθερία και το συναίσθημα ήταν απόλυτα απελευθερωτικό. Στην Σχολή Καλών Τεχνών άρχισε να βγάζει σε κοινή θέα εκείνα για τα οποία ντρεπόταν.

abramovic-freeing-the-voice

Το διεθνές 1968 έκανε τους νεαρούς γιουγκοσλάβους να δουν πως όλα είχαν γίνει για το θεαθήναι: ο τιτοϊκός κομμουνισμός δεν είχε ούτε ελευθερία ούτε δημοκρατία και η συμμετοχική τέχνη αποτελεί προς το παρόν τον μοναδικό τρόπο ελευθερίας. Η Αμπράμοβιτς μαζί με πέντε φίλους φτιάχνει την Ομάδα 70 που επιθυμεί να φέρει την ίδια την ζωή στην τέχνη. Ενημερώνονται για τους κονσεπτουαλιστές στην Αμερική που έβαζαν σημαντικές λέξεις στα αντικείμενα, το ιταλικό κίνημα Arte Povera που μετέτρεπε καθημερινά αντικείμενα σε τέχνη, το αντιεμπορικό Γερμανικό Fluxus, τον Γόζεφ Μπόις, τον Ναμ Τζουν Πάικ. Εκείνη αρχίζει να κατασκευάζει καρτ ποστάλ όπου αφαιρεί τα μνημεία του Βελιγραδίου – μια άλλη έκφραση έντονης επιθυμίας για ελευθερία.

Όπως είναι αναμενόμενο, η συγγραφέας αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου της στην χρονολογικά γραμμική αφήγηση των περφόρμανς της. Σταχυολογώ εδώ ένα μόνο μέρος από τις διηγήσεις της. Στο Rhythm 10 (1973) μετατρέπει σε περφόρμανς ένα παράφρον ρωσικό και γιουγκοσλαβικό «παιχνίδι»: χτυπάει γρήγορα με ένα μαχαίρι το κενό ανάμεσα στα ανοιγμένα δάχτυλα του χεριού της. Σε κάθε αστοχία υποχρεώνεσαι να πιεις και φυσικά όσο περισσότερο μεθάς τόσο πιθανότερο είναι να μαχαιρωθείς. Η καλλιτέχνις για πρώτη φορά αισθάνεται τον ηλεκτρισμό τους σιωπηλού κοινού και το αίσθημα κινδύνου που την ενώνει με τους θεατές. Ήμασταν ένας ενιαίος οργανισμός. Φυσικά στο τέλος είναι καταματωμένη.

abramovic-freeing-the-body

Ακολουθεί το Rhythm 5 (1974), όπου βάζει το σώμα της μέσα σε φλεγόμενο ξύλινο πεντάκτινο αστέρι (σύμβολο της καταπίεσης του κομμουνισμού, πεντάλφα αρχαίων θρησκειών κλπ.)· μπροστά στο καθηλωμένο κοινό χάνει τις αισθήσεις της. Στο Rhythm 2 (1974) παίρνει ταυτόχρονα δυο χάπια, ένα που αναγκάζει τους κατατονικούς να κινηθούν κι ένα που ηρεμεί τους σχιζοφρενείς. Πρώτα τραντάζεται ολόκληρη, ύστερα πέφτει σε παθητική έκσταση, χωρίς καμία επαφή με την πραγματικότητα. Στο Rhythm 4 (1974) αναζητά και πάλι τις δυο καταστάσεις, της συνειδητότητας και της μη συνειδητότητας, ως νέους τρόπους χρήσης του σώματός της ως υλικού. Γονατισμένη πάνω από έναν βιομηχανικό ανεμιστήρα προσπαθεί να βάλει στους πνεύμονές της όσο περισσότερο αέρα μπορεί, μέχρι αναισθησίας.

abramovic-rhythm-0

Οι γιουγκοσλαβικές εφημερίδες την σχολιάζουν ως επιδειξιομανή μαζοχίστρια που πρέπει να μπει σε ψυχιατρείο. Αυτές οι αντιδράσεις της εμπνέουν το πιο τολμηρό της έργο μέχρι σήμερα. Τι θα γινόταν αν, αντί να κάνει κάτι η ίδια στον εαυτό της, αφήσει το κοινό να αποφασίσει τι θα της κάνει; Στο Rhythm 0 (1975) στη Νάπολη στέκει ανέκφραστη μπροστά από ένα τραπέζι με εβδομήντα δυο αντικείμενα (από τσεκούρι, σφυρί, πριόνι, μαχαίρι, βελόνες, μέχρι στιλό, μέλι, καθρέφτη) που το κοινό μπορεί να χρησιμοποιήσει πάνω της όπως θέλει για τις επόμενες έξι ώρες. Η Αμπράμοβιτς θυμάται πως σε όλη την περφόρμανς οι γυναίκες ήταν που έλεγαν στους άντρες τους τι να της κάνουν και τελικά δεν την βίασαν επειδή εκείνες ήταν μπροστά. Στο χώρο υπήρξε μια διάχυτη σεξουαλικότητα· άλλωστε  η συμπεριφορά απέναντι σε μια γυναίκα στη Νότια Ιταλία είναι άλλοτε σαν σε Παναγίας και άλλοτε σαν σε πόρνης. Στο τέλος καταλήγει μισόγυμνη και αιμορραγούσα, αλλά όταν αρχίσει εκείνη πλέον να πλησιάζει το κοινό όλοι τρέχουν να φύγουν.

abramovic-thomas-lips

Τι έμεινε από εκείνη την παράσταση πέρα από την ύστερη συνειδητοποίηση ότι το κοινό μπορεί να σε σκοτώσει; Η ουσία μιας περφόρμανς είναι πως κοινό και ερμηνευτής δημιουργούν το έργο μαζί. Η καλλιτέχνις ήθελε να δοκιμάσει τα όρια του κοινού, να δει πόσο μακριά θα έφταναν. Οι άνθρωποι φοβόμαστε την οδύνη, την θνητότητα· η αναπαράσταση αυτών των φόβων απελευθέρωσε τους δικούς της φόβους. Η συνέχεια δεν μπορεί να μην είναι ανάλογη. Στην περφόρμανς Thomas Lips (1975) αυτομαστιγώνεται άγρια μέχρι· στην αρχή σπαράζει αλλά μετά ο πόνος εξαφανίζεται. Ο πόνος ήταν τοίχος κι εκείνη πέρασε μέσα του βγαίνοντας στην άλλη πλευρά.

Στο Art Must Be Beautiful, Artist Must Be Beautiful (1975) κάθεται γυμνή ενώπιον του κοινού κρατώντας μεταλλική βούρτσα και χτένα, βουρτσίζοντας τα μαλλιά της όσο πιο λυσσασμένη μπορεί, μέχρι να πονάει αφόρητα, ενώ επαναλαμβάνει τις φράσεις του τίτλου, που σαρκάζουν την γιουγκοσλαβική αισθητική αντίληψη πως η τέχνη πρέπει να είναι όμορφη και οι πίνακες πρέπει να ταιριάζουν με τα χαλιά και τα έπιπλα. Αν πάλι η τέχνη είναι απλώς πολιτική καταντάει εφημερίδα. Η τέχνη πρέπει να ενοχλεί, να θέτει ερωτήματα, να προβλέπει το μέλλον.

abramovic-art-must-be-beautiful-artist-must-be-beautiful

Στο Freeing the Voice (1975) ουρλιάζει επί τρεις ώρες μέχρι να χάσει την φωνή της. Η γνωριμία της με τον καλλιτέχνη Φρανκ Ούβε (Ουλάι) Λάιζιπεν δεν την οδηγεί μόνο σε έναν θυελλώδη έρωτα αλλά και στον βασικό της παρτενέρ στις επόμενες παραστάσεις. Στο Relation in Space (1976) τρέχουν γυμνοί πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον, ενώ από τα μικρόφωνα ακούγεται ο ήχος της σάρκας πάνω στην σάρκα, ένας ήχος μουσικός, ρυθμικός. Το ζευγάρι ζει κυριολεκτικά στον δρόμο, σε ένα παλιό αστυνομικό Σιτροέν και ταξιδεύει, κάτι που για την Αμπράμοβιτς ήταν πάντοτε αφροδισιακό. Στο Breathing In, Breathing Out (1977) αναπνέουν ο ένας μέσα στον άλλον μέχρι λιποθυμίας. Στο Imponderabilia (1977) στέκονται γυμνοί στις άκρες μιας στενής πόρτας αναγκάζοντας τους θεατές να περάσουν ανάμεσά τους στραμμένοι σε έναν από τους δυο. Στο Light / Dark (1978) ο ένας χαστουκίζει τον άλλον επί είκοσι λεπτά, χρησιμοποιώντας τα σώματα ως μουσικά όργανα.

abramovic-breathing-in-breathing-out

Η τέχνη της περφόρμανς έχει τις ιδιαιτερότητές της. Είναι πολύ πιο αυθόρμητη από το θέατρο, εφόσον δεν γίνονται πρόβες. Το κοινό συνήθως δεν χειροκροτάει ενώ συχνά ανάμεσά του βρίσκονται «διάφοροι περίεργοι και διαταραγμένοι τύποι». Όταν κάποτε σταματήσει η περιπλάνηση το ζευγάρι νοικιάζει μια παγωμένη αποθήκη στο λιμάνι του Άμστερνταμ, που σύντομα λειτουργεί ως κοινόβιο εκκεντρικών καλλιτεχνών. Στο Rest Energy (1980) προκαλεί τον κίνδυνο για άλλη μια φορά, έχοντας ένα βέλος στραμμένο στην καρδιά της, ενώ ο κόσμος ακούει μεγεθυμένο τον ήχο της. Η ίδια συνειδητοποιεί πως επανέρχεται συνεχώς στο ίδιο μοτίβο: μια ζωή προσπαθεί να αποδείξει σε όλους που μπορεί να τα καταφέρει μόνη της, πως μπορεί να επιβιώσει χωρίς να χρειάζεται κανέναν.

abramovic-imponderabilia

Τα ταξίδια κρατούν τον άνθρωπο νέο, επειδή δεν έχει χρόνο να γεράσει και το ζευγάρι δοκιμάζει να κάνει περφόρμανς στις άκρες του κόσμου. Εδώ οι σελίδες είναι βγαλμένες από την ιδανικότερη ταξιδογραφική παράδοση. Πρώτα ζουν με τους Αβορίγινες της Αυστραλίας, ύστερα με τους Θιβετιανούς μοναχούς. Οι δυο παρτενέρ αναζητούν τον συγκερασμό αρσενικού και θηλυκού ως το ύψιστο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Απέτυχαν γιατί για την Αμπράμοβιτς η προσωπική ζωή ήταν κι εκείνη μέρος της δημιουργίας της και της συνεργασίας τους και επέλεγε να θυσιάζει τα πάντα για την εκάστοτε ιδέα. Ο Ουλάι το έβλεπε διαφορετικά, έμενε όμως ένα μεγαλεπήβολο πρότζεκτ μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους: να διασχίσουν περπατώντας το Σινικό Τείχος ξεκινώντας ο καθένας από το απώτατο άκρο για να συναντηθούν στη μέση. Οι αφηγήσεις είναι συναρπαστικές για μια άγνωστη στους ξένους Κίνα, λίγο πριν το τέλος του Κομμουνισμού.

abramovic-carrying-the-skeleton

Παρά τις απογοητεύσεις η Αμπράμοβιτς δεν έπαψε να αναζητά το απόλυτο στην τέχνη της αλλά και στον ίδιο τον έρωτα. Την μια εκφράζει την κούρασή της από τα συνεχή ταξίδια, την άλλη διασώζει μαγευτικές εικόνες, όπως η επίσκεψη στο παλιό σπίτι του πατέρα της στο Μαυροβούνιο, όπου στα χαλάσματα πλέον «πλησιάζουν δυο άλογα και κάνουν έρωτα». Ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος την συντρίβει και εκφράζει την ντροπή της για τον ρόλο της Σερβίας. Αναπόφευκτα η μπαρόκ νοοτροπία των Βαλκανίων της εμπνέει το Balkan Baroque (1997), ενώ η ασίγαστη αναζήτησή της φτάνει μέχρι την Ιαπωνία και τις Ινδίες. Μέχρι και την τελευταία σελίδα δεν παύει να κατακλύζεται από ιδέες, περφόρμανς, σχέδια, μνήμες, εικόνες, φιλοσοφίες, εξομολογήσεις από τους έρωτές της. Όλα είναι ζωή, καταλήγει, και όλη αυτή την ζωή κατάφερε να την παραχώσει σε 358 σελίδες, σε μια από τις πιο συναρπαστικές αυτοβιογραφίες που διαβάσαμε τα τελευταία χρόνια.

Marina Abramovic, σε συνεργασία με τον James Kaplan. Εκδ. Ροπή, 2016, μτφ. Αφροδίτη Γεωργαλιού, σελ. 358 [Walk through Walls, 2016] Εκτός από το πλήθος ασπρόμαυρων φωτογραφιών που διανθίζουν τις σελίδες, στο τέλος περιλαμβάνεται δεκαεξασέλιδο παράρτημα και έγχρωμων φωτογραφιών.

abramovic-1_

Στις εικόνες: Μ.Α, Relation in space, Freeing the voice, Freeing the body, Rhythm 0, Thomas Lips, Art Must Be Beautiful, Artist Must Be Beautiful, Breathing In Breathing Out, Imponderabilia, Carrying the skeleton, M.A.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 211.

21
Φεβ.
16

Γιάννης Φούντας – Αναρχικό λεξικό, Β΄ Τόμος, Ν – Ω

Print

Κατά την παρουσίαση του πρώτου τόμου εδώ γράφαμε για την σπανιότητα ενός τέτοιου λεξικού τόσο από πλευράς περιεχόμενου – μια ολόκληρη Ιστορία οραματιστών ενός αξιοβίωτου κόσμου – αλλά και τρόπου – λήμματα περιεκτικά και απολαυστικά, γραμμένα με ίσες δόσεις σοβαρότητας, διακειμενικότητας, ειρωνείας χιούμορ. Περιμέναμε τον δεύτερο τόμο και για το πολυσέλιδο παράρτημά του, τις δεκάδες σελίδες με τις έντυπες διαδρομές στον ελλαδικό αντιαυταρχικό γαλαξία (1974 – 2014), στο περίπτερο, στον δρόμο και στο βιβλιοπωλείο (όλα τα έντυπα, περιοδικά, φυλλάδες, εφημερίδες, που έβγαλαν ακόμα κι ένα μόνο τεύχος) και φυσικά την πλήρη, διπλή βιβλιογραφία. «Εγκυκλοπαιδικό, ιστορικό …μια περιπλάνηση στα σπλάχνα, στις παρυφές και στα νεφελώματα του Ελευθεριακού Σύμπαντος», λοιπόν, μέρος δεύτερο.

Οι πάσης φύσεως ελευθεριακές κοινότητες έχουν την δικαιωματικά θέση τους σε μια σειρά λημμάτων. Πρόκειται για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του λεξικού, εφόσον η καθ’ ημάς βιβλιογραφία είναι ανύπαρκτη. Από πού να αρχίσει κανείς; Ίσως από τον Σαρλ Φουριέ, τον Γάλλο στοχαστή του 18ου αιώνα, θιασώτη πολύ πριν την εμφάνιση της ψυχανάλυσης και του Ράιχ ενός …λιμπιντικού σοσιαλισμού, που προσδοκούσε την βαθμιαία απονέκρωση των κρατικών διαμεσολαβήσεων προτείνοντας την ίδρυση αυτοδιαχειριζόμενων κοινοβιακών εγχειρημάτων, τα γνωστά φαλανιστήρια.

Fourier Phalanstere

Οι ευτοπικές αυτές κοινότητες είχαν επιβλητικά οικοδομήματα ικανά να φιλοξενήσουν εκατοντάδες οικογένειες και προέβλεπαν αντίστοιχο αριθμό στρεμμάτων, ενώ στον 20ό πλέον αιώνα θα εμπνεύσουν τις αγροπόλεις, τα εβραϊκά κιμπούτς, τις πολυποίκιλες ελευθεριακές αποικίες κλπ. Ο Φουριέ αναγκάστηκε να αφήσει κατά μέρος ως ασύμβατες με την αυστηρή ηθική των καιρών τους τις ελευθεριάζουσες ερωτικές ονειρώξεις του αλλά οραματίστηκε την νέα ακρατική κοινωνία, που ονόμαζε Αρμονία, δανειζόμενος τον όρο από τον Ρόμπερτ Όουεν.

Πάμε λοιπόν στο Όμικρον, στον Άγγλο ελευθεριακό στοχαστής της πράξη, που επηρεασμένος από τις απόψεις του πρώτου θεωρητικού του «αντικυβερνητισμού» Ουίλιαμ Γκόντγουιν, θα διαθέσει μέχρι τον θάνατό του όλη του την ενέργεια και τα διόλου ευκαταφρόνητα εισοδήματά του σε ατελέσφορες μα χρήσιμες ως παρακαταθήκη απόπειρες δημιουργίας ελεύθερων παραγωγικών κοινοτήτων, όπως αυτή του Νιου Λανάρκ στη Σκοτία και η Νέα Αρμονία στις ΗΠΑ, θεωρώντας πως η ευτυχία του ατόμου «μπορεί να επιτευχθεί με τη δράση που προωθεί την ευτυχία της κοινότητας». [Μια εικόνα της Αρμονίας του Ρόμπερτ Όουεν δείτε εδώ, στα περί του βιβλίου του Pierre Rosanvallon Η κοινωνία των ίσων]

La Cecilia Film

Η κοινότητα Ουτοπία [Utopia] στην βορινή όχθη του ποταμού Οχάιο, ανύπαρκτη για τους εντεταλμένους χαρτογράφους, ιδρύθηκε από φουριεριστές εποίκους το 1944 και προσέλκυσε το ενδιαφέρον του γνωστού ιντιβιντουαλιστή Τζοσάια Γουόρεν που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1850 πειραματίστηκε με τους «επιχειρηματίες συντρόφους» στο οικονομικό μοντέλο ανταλλαγών με οικοτρόφους της Ουτοπίας αλλά και ομόφρονες εκτός των ορίων της. Πενήντα χρόνια μετά στο Σαλέντο της Ιταλίας μια άλλη αγροτική ελευθεριακή κοινότητα, η Ουρουπία [Urupia, 1995] θα προωθούσε την πρακτική των εξισωτικών σχέσεων.

Οι αρχές του ελευθεριακού κομμουνισμού ενέπνευσαν τον αναρχικό συγγραφέα Τζουλιάνο Ρόσι στην δημιουργία της περίφημης αποικίας Τσετσίλια [Cecilia] στην πολιτεία Παράνα της Βραζιλίας. Εκεί δεν υπήρχε κανένας όρος, κανένας διακανονισμός, κανένα ωράριο, καμία διάκριση εξουσιών, παρά μόνο η «φυσική ζωή, άνευ νόμων και κυρίων». Αλλά το σχέδιο θα επιβιώσει τελικά μόνο τέσσερα χρόνια λόγω …ερωτικών κυρίως διενέξεων, που δημιουργήθηκαν λόγω σπάνεως των γυναικών. Μέχρι και ο Άγγλος ρομαντικός ποιητής Samuel Taylor Coleridge σχεδίασε την Πανισοκρατία του [Pantisocracy], συνεπαρμένος από τις αντικρατικές θεωρίες του Γκόντουιν και το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης.

Lucy-Parsons-2

Η Φύση δεν έδωσε σε κανέναν άνθρωπο το δικαίωμα να κυβερνά τους άλλους, έγραφε στις Σκέψεις για την Ερμηνεία της Φύσης ο Γάλλος πανεπιστήμονας του 18ου αιώνα φιλόσοφος, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και εγκυκλοπαιδιστής Ντενί Ντιντερό που με τα γραπτά του υπέσκαψε το έδαφος της θεοκρατικής απολυταρχίας συμβάλλοντας στην ιδεολογική προπαρασκευή της Γαλλικής επανάστασης αλλά και στην ελευθεριακή προβληματική του επόμενου αιώνα με την ευτοπίες του Συμπλήρωμα στο Ταξίδι του Μπουγκενβίλ και στις προαναφερθείσες Σκέψεις. Ο έτερος διαφωτιστής Ζαν Ζακ Ρουσό θα επηρεάσει με τις καινοφανείς ιδέες του σχεδόν την κατοπινή «ουτοπική» προβληματική και με τις θέσεις της περί του «καλού καγαθού αγρίου» που έχει όμως συναίσθηση ότι είναι ελεύθερος τόσο τον πρώιμο κοινωνικό αναρχισμό όσο και τον ύστερο αναρχοπριμιτιβισμό.

Μπορεί οι γυναίκες να σπάνιζαν στην Cecilia, αλλά είναι παρούσες στο λεξικό, καθώς δεκάδες υπήρξαν οι αγωνίστριες των ουτοπιών, όπως η Βολτερίν Ντε Κλερ, η Βορειοαμερικανίδα θιασώτρια ενός «αναρχισμού χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς», η πιο προικισμένη από τις εκπροσώπους του γυναικείου φύλου στο ελευθεριακό κίνημα της χώρας κατά την κρίση της συνεργάτιδάς της Έμα Γκόλντμανμε πολύπλευρη συγγραφική ενασχόληση – δοκιμιακή, ποιητική, μεταφραστική, δημοσιογραφική. Ή η Λούσι Πάρσονς, Αμερικανίδα αναρχική ακτιβίστρια μεξικανοϊνδιανικής καταγωγής, μια γυναίκα πιο επικίνδυνη από χίλιους μαζεμένους ταραχοποιούς κατά την εκτίμηση των αστυνομικών αρχών του Σικάγο, στέλεχος από το 1877 της Ένωσης Εργαζομένων Γυναικών και ιδρυτικό στέλεχος των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW). [Εδώ ένα ιδανικό graphic novel για τους Εργάτες]

Tolstoy

Ένα άλλο μείζον μέρος καταλαμβάνουν οι Έλληνες που με λόγο και πράξη πρότειναν τα δικά τους κοινωνικά οράματα αλλά έμειναν στις περισσότερες περιπτώσεις στην σκοτεινότερη σκιά της Ιστορίας. Επαρκώς λημματογραφημένος, για παράδειγμα, είναι ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης, κοσμοπολίτης ελευθεριακός κοινωνιστής με σημαντική συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα στο Μεξικό, που αφού εντρύφησε μεταξύ άλλων σε Φουριέ και Προυντόν, ίδρυσε την περίφημη Κοινωνική Λέσχη των Σπουδαστών και το Σύγχρονο και Ελεύθερο Σχολείο, επιχειρώντας να υλοποιήσει τις αγροτοσυνεταιριστικές του ιδέες στο Νότιο Μεξικό. Αλλά και ο Επτανήσιος δημοσιογράφος και πρώιμος κοινωνιστής Παναγιώτης Πανάς, που ξεχώρισε από τους σύγχρονούς του ριζοσπάστες για τον ιδιότυπο κομμουναλισμό του και παρότι απεχθανόταν την βία πλησίασε σταδιακά τις απόψεις των κομμουνάρων στο Παρίσι και τους υπερασπίστηκε δημόσια.

Δεν μπορεί να λείπει βέβαια ο κατά δήλωσή του «αναρχομόνος» Γιάννης Σκαρίμπας, αυτοχαρακτηριζόμενος «συνταξιούχος εκτελωνιστής και τάχα λογοτέχνης συν κιόλας απαράσημος», που έγραψε με το απαράμιλλο ύφος του ποιητικές και πεζογραφικές ακροβασίες, πιστεύοντας άλλωστε ότι ανάρχα και θεοί πείθονται. Και βρισκόμαστε ήδη στην μεγάλη στρατιά των συγγραφέων που δίνουν το παρόν, όπως ο Λέων Τολστόι, ιδιότυπος αναρχοχριστιανός, εισηγητής της μη βίαιης ανυπακοής στους κρατικούς θεσμούς, και ο Όσκαρ Ουάιλντ που εκτός από την συγκλονιστική Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντινγκ συνέγραψε την αναρχίζουσα συνηγορία Ψυχή του Ανθρώπου στον Σοσιαλισμό, εκδήλωσε την εκλεκτική του συγγένεια με τους ελευθεριακούς κύκλους της εποχής του και συμμετείχε στην καμπάνια για να δοθεί χάρη στους έγκλειστους τότε και μετέπειτα εκτελεσμένους αναρχικούς του Σικάγου, στην Υπόθεση Χεϊμάρκετ (που φυσικά λημματογραφείται εδώ, μαζί με άλλες σημαντικές δικαστικές υποθέσεις).

Peret et Pretre_

Συγγραφέας του Θησαυρού της Σιέρρα Μάντρε, του Πλοίου των Νεκρών και πολλών άλλων κοινωνικών μυθιστοριών, ο δισυπόστατος και τρισυπόστατος Μπ. Τρέιβεν κρυβόταν επί σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια. Γερμανός αναρχικός που εξέδιδε το περιοδικό Ο Τουβλοποιός, συμμετείχε στην γερμανική επανάσταση του 1919 σαν …λογοκριτής του αστικού τύπου στο σοβιέτ της πόλης και έζησε με πλήθος ψευδωνύμων και πρόλαβε να πεθάνει μόνος του, με θανατικές ποινές να εκκρεμούν από τα γερμανικά στρατοδικεία. Ο Τζόρτζ Όργουελ, από την άλλη, έπρεπε να βιώση εξαετή αστυνομική θητεία στη Βιρμανία για να επέλθει εντός του μια ολική μεταστροφή για να αρχίσει να περιπλανιέται στην Ευρώπη και να γράφει τα βιβλία του και φυσικά να συμμετάσχει στην Ισπανική Επανάσταση του 1936 μέσα από τις γραμμές του τροτσκίζοντος POUM, να τραυματιστεί και να συγγράψει το Προσκύνημα στην Καταλονία, την Φάρμα των Ζώων και το 1984.

Στην απέναντι όχθη, ο σουρεαλιστής ποιητής Μπενζαμίν Περέ, συνυπέγραψε το προκλητικό κείμενο Στην Πυρά, χαιρετίζοντας την πυρπόληση πεντακοσίων εκκλησιών και μοναστηριών από τους αναρχικούς στην επαναστατημένη Ισπανία το 1931, πήγε εθελοντής στον ισπανικό εμφύλιο, προσχώρησε στην Διεθνή Συνομοσπονδία Ανεξάρτητης Τέχνης (FIARI) που είχαν συγκροτήσει οι Τρότσκι και Μπρετόν και εξέδωσε το περίφημο μανιφέστο του ενάντια στην στρατευμένη τέχνη Η Καταισχύνη των Ποιητών.  

Abel Paz

Στις ίδιες μάχες πολέμησε και ο Ισπανός αναρχικός ακτιβιστής και συγγραφέας Abel Paz [Αβέλ Παθ], ένας από τους Κιχώτες του Ιδανικού της Ισπανικής Επανάστασης και εκ των «ανεξέλεγκτων» στη σύγκρουση του Μαΐου του 1937 στη Βαρκελώνη με τους κομμουνιστές. Μετά την ήττα των «δημοκρατικών» κατέφυγε όπως οι περισσότεροι στη Γαλλία αλλά σε λίγα χρόνια επανήλθε όπως οι…λιγότεροι στην Ισπανία για να πάρει μέρος στον ένοπλο αντιφρανκικό αγώνα, αγνοώντας την πιθανότητα – που αργότερα έγινε πραγματικότητα της – σύλληψης και της φυλάκισης. Επέστρεψε για τελευταία φορά στην Ισπανία μετά τον θάνατο του δικτάτορα το 1976 και δεν έπαψε να υποστηρίζει τις ιδέες του ως το τέλος.

Εξαιρετική περίπτωση κορυφαίου συγγραφέα αποτελεί ο … αναρχοατομιστής στα νιάτα του και τροτσκιστής αργότερα Βικτόρ Σερζ (που έχουμε διαβάσει εδώ και εδώ). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σερζ καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για την συμμετοχή του στην Γαλλική ιλεγκαλιστική ομάδα – «Τραγική» Συμμορία Μπονό, συμμετοχή που πάντως αρνήθηκε. Η Συμμορία, ο πυρήνας της οποίας εκκολάφθηκε στο ελευθεριακό κοινόβιο του Ρομενβίλ και υποστήριζε την υγιεινή διατροφή και διαβίωση, είχε διαπράξει την πρώτη παγκοσμίως ληστεία τράπεζας με χρήση αυτοκινήτου και ενέπνευσε τραγουδοποιούς (Τζο Ντασέν), λογοτέχνες (Λεό Μαλέ) και κινηματογραφιστές (Φιλίπ Φουραστιέ).

Sandino 1_

Παραμένουμε στον Ισπανικό Εμφύλιο, όπου και ο Ισπανός αναρχικός Ντουμάνχε Ντουρούτι, «άνθρωπος ακέραιος σε υπέρτατο βαθμό που απείχε έτη φωτός από οποιαδήποτε ματαιοδοξία χαρακτηρίζει τις βεντέτες της αριστεράς» κατά την ετυμηγορία του συντρόφου και συμπολεμιστή του Καρλ Αϊνστάιν, ενώ η πάντα αυστηρή Έμα Γκόλντμαν τον θεωρούσε ως την ίδια την ψυχή της Ισπανικής Επανάστασης. Το λήμμα είναι εκτενές και σύντομο μαζί και μας θυμίζει την ένταξή του στους Justicieros [Τιμωρούς], στους Solidarios [Αλληλέγγυους] και στους Nosotros [Εμείς], την συμμετοχή τους στην εξουδετέρωση των φρανκικών και στη εξάπλωση του αυτοδιαχειριστικού πνεύματος στην Αραγονία, μέχρι τον θάνατό του, για τον οποίο ο Χ.Μ. Εντσενμπέργκερ στο Σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας έγραφε ότι πολλοί υποστήριξαν την εμπλοκή σταλινικού ή αναρχικού δακτύλου. Φυσικά και χωριστό λήμμα για την Ταξιαρχία Ντουρούτι, που εμείς του νέου ροκ μάθαμε πρώιμα με τους Durruti Column (αντιστρέφοντας τα διπλά σύμφωνα).

Στην άλλη άκρη του κόσμου, επαναστατούσε ο Αουγκούστο Σέζαρ Σαντίνο που γνώρισε τις ιδέες του ως εργάτης στις πετρελαιοπηγές του Μεξικό και επέστρεψε για να τις διαδώσει στους συναδέλφους του εργάτες στα ορυχεία χρυσού της Νικαράγουας, για να ακολουθήσουν ένοπλες αγροτικές κινητοποιήσεις και δημιουργίες κοοπερατίβων σε ελεγχόμενες από τους χωρικούς περιοχές. Ο Σαντίνο είχε ως σύνθημά του Η Νικαράγουα δεν πρέπει να γίνει ιδιοκτησία καμιάς ομάδας και κανενός συγκεκριμένου κόμματος και «δάνεισε» το όνομά του στους Σαντινίστας, ενώ,  όχι πολύ μακριά, ξεκινούσε την δική του επανάσταση ο Εμιλιάνο Σαπάτα, που έδωσε το δικό του όνομα στους επίγονους Σαπατίστας (έχουμε παρουσιάσει τις περισσότερες σχετικές ελληνικές εκδόσεις).

agosto-emiliano-zapata [diego rivera, 1886]

Δεν λείπουν στοχαστές που ενέπνευσαν ιδέες και κινήματα, από τον Νίτσε ως τον Γκι Ντεμπόρ και από τον Μαξ Στίρνερ (διαβάστε εδώ μια περιεκτική παρουσίασή του) μέχρι τον ελευθεριακό διανοούμενο Νοάμ Τσόμσκι που δεν βρίσκει, όπως δηλώνει, λόγο να αναθεωρήσει την από δεκαετιών έλξη του από τον αναρχισμό, και φυσικά τον Βίλχελμ Ράιχ, που υπήρξε εισηγητής της σεξοπολιτικής, οραματιστής της σεξουαλικής επανάστασης και μιας ελευθεριακής εργατικής δημοκρατίας, που απομακρύνθηκε κοσμίως από την υπό τον Φρόιντ Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης και διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας, ενώ οι εργασίες του κρίθηκαν εξτρεμιστικές και καταστράφηκαν κατόπιν «παροτρύνσεων» και ο ίδιος πέθανε στις φυλακές.

….ούτε και σημαντικές μορφές, ξεχασμένες και αξέχαστες, όπως ο Σεργκέι Γκιενάντγιεβιτς Νετσάγιεβ, ο κατά Μπακούνιν Ρώσος «ιδεαλιστής, προφήτης, καλόγερος της επανάστασης», οι άνθρωπος που ενέπνευσε τον Ντοστογιέβσκι στην συγγραφή των Δαιμονισμένων, που κράτησε αξιοπρεπή στάση στις ελβετικές φυλακές (όπου πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες), χωρίς να προδώσει κανέναν, ενώ κατάφερε να προσηλυτίσει και κάποιους από τους δεσμώτες του! Γάλλος λογοτέχνης αναρχοατομικιστικών πεποιθήσεων και λιβελογράφος ολκής, ο Ζορζ Νταριέν δεν έπαψε, σύμφωνα με τον Μπρετόν, να καταγγέλλει με σφοδρότητα «το στρατιωτικό έγκλημα, τη θλιβερή παρωδία της θρησκείας και άλλες μορφές της αστικής ατιμίας» μέσω εντύπων αλλά και με τις μυθιστορίες του Μπιριμπί και Ο κλέφτης. Στα πεδία της ποίησης και του τραγουδιού ο Πολ Αμπρουάζ Παγιέτ οργάνωσε και χορτοφαγικά όργια και ύμνησε την αναρχία και τον ελεύθερο έρωτα.

Αλέξανδρος Σχινάς

Το λεξικό δεν ξεχνάει ούτε τον Αλέξανδρο Σχινά, τον φυσικό αυτουργό της εκτέλεσης του βασιλιά Γεωργίου Α΄, που σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής είχε «φάτσαν ηλιθίου παρά κακούργου», ενώ η αστυνομία και σύσσωμος ο τύπος τον χαρακτήρισαν ανισόρροπο. Σενάρια επί σεναρίων γράφτηκαν από ιστορικούς προς αναζήτηση ηθικών αυτουργών και πολιτικών κινήτρων, χωρίς κανείς να εξετάσει σοβαρά την εκδοχή που ο ίδιος ο Σχινάς έδωσε στην ερώτηση, πώς τόλμησε σκοτώνοντας το βασιλιά να προξενήσει τέτοιο κακό, κι εκείνος απάντησε: «εγώ δεν έχω πατρίδα, είμαι σοσιαλιστής, είμαι μέλος πολλών σοσιαλιστικών συλλόγων». Και βέβαια, οδηγούμενος προς τον ανακριτή διέλαθε της προσοχής των φρουρών και έπεσε από το παράθυρο στο λιθόστρωτο της αυλής…

Το λεξικό περιλαμβάνει και όλες τις εξεγέρσεις (π.χ. Ουγγαρία 1956,  Πολυτεχνείο 1973), στάσεις ζωής όπως η ολική άρνηση στράτευσης, καλλιτεχνικά ρεύματα όπως το Νταντά, πρακτικές όπως το εργασιακό σαμποτάζ, κινήματα όπως οι Provos και το προβοταριάτο (για την εκπληκτική τους περίπτωση διαβάστε εδώ), τους σχετικούς όρους και νεολογισμούς (νεοαναρχισμός, οικοαναρχισμός, πρακτικός κοσμοπολιτισμός, πράσινος αναρχισμός). Δεν λείπουν τα ελεύθερα ραδιόφωνα, όπως τα Ράδιο Κιβωτός και Ράδιο Ουτοπία της Θεσσαλονίκης και φυσικά τα ελεύθερα διερχομένων σπίτια, όπως η περίφημη Παράγκα του Σίμου στον Ψυρρή, στην πόρτα της οποίας τοιχοκολλούνταν και η πρώτη ίσως χειρόγραφη ελευθεριακή εφημερίδα τοίχου στην Ελλάδα, η Ιπτάμενη Παράγκα.

SAN_MICHELE_AVEVA_UN_GALLO_

Καταγράφονται φυσικά βιβλία όπως ο θρυλικός Ουώλντεν του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, ένα βιβλίο για τα έργα και τις ασκητικές ημέρες του Αμερικανού ελευθεριακού στοχαστή συγγραφέα, που για δυο χρόνια έζησε μόνος στις όχθες της ομώνυμης λίμνης (διαβάστε εδώ για την καλύβα του) αλλά και από τα καθ’ ημάς, όπως το αισιόδοξο έμμετρο μανιφέστο του Ηρακλή Αναστασίου Οι μισθωτοί, δημοσιευμένο ελαφρώς λογοκριμένο στην εφημερίδα Σοσιαλιστής [1893] ή Οι Κούρδοι του Γιάννη Καμπύση [1899]. Η δε κινηματογραφία δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει την ταινία των αδελφών Ταβιάνι Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα (1971), με όλες τις παρακρούσεις ενός φυλακισμένου αναρχικού, τα αδιέξοδα μπροστά σε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα θα τον οδηγήσουν στην αυτοκτονία μέσα από τον ελαφρώς παραμορφωτικό φακό του μαρξιζόντων σκηνοθετών.

Στην υπηρεσία των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου είχε θέσει το ταλέντο του ο τραγουδοποιός Τζο Χιλ και ήδη βρισκόμαστε στο σάουντρακ του λεξικού, που σαφώς περιλαμβάνει το πανκ ροκ και την ψυχεδέλεια των χίππηδων αλλά και τον Γάλλο συνάδελφο του Χιλ, Λεό Φερέ, που «μόνο στην ιδέα της Αναρχίας διακρίνει ένα σχολείο σεβασμού του άλλου». Ο Φερέ είχε δώσει το μουσικό του παρόν στους κατειλημμένους χώρους του Μάη του ’68 με ένα γκρουπ βαπτισμένο Λουίζ Μισέλ, προς τιμήν της περίφημης αναρχικής του περασμένου αιώνα, ενώ «αποκατεστάθη» η Γαλλική τάξη, αυτοεξορίστηκε οικογενειακώς γυρίζοντας τον κόσμο για συναυλίες. Και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ελάχιστο μέρος αυτής της πλημμύρας λημμάτων για κόσμους ελεύθερους, ελευθεριακούς, ελευθέριους και ελευθεριάζοντες.

Le-Voleur_

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2015, 449 σελ.

Στις εικόνες: Σχέδιο φαλανιστηρίου του Φουριέ, αφίσα της ταινίας που αφηγείται την ιστορία της κοινότητας Cecilia, Lucy Parsons, Leo Tolstoy, Benjamin Péret κατά ιερέως, Abel Paz, Augusto César Sandino, Emiliano Zapata, Αλέξανδρος Σχινάς, Ο Σαν Μικέλε χωρίς τον Κόκορα και Ο κλέφτης.

Δημοσίευση και σε συντομότερη μορφή, στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 202.

05
Σεπτ.
15

Ελφρίντε Γέλινεκ – Εκ βαθέων (Συνομιλία με την Κριστίν Λεσέρ)

ek2

Η ανύπαρκτη γλώσσα της γυναίκας

Σπανίζουν οι γυναίκες που κατορθώνουν να χαράξουν το όνομά τους στον ψυχρό κόσμο των ανδρικών αριστουργημάτων. Κοιτάξτε την Ingeborg Bachmann που κάηκε μέσα στη νάιλον νυχτικιά της! Κοιτάξτε την Sylvia Plath με το κεφάλι χωμένο στο φούρνο φωταερίου. Επίσης έχω κατά νουν την θλιβερή ζωή της Marie Louise Fleisser, που ως συγγραφέα την θεωρώ ανώτερη από τον Brecht. Ο Brecht, αφού είδε το θεατρικό της έργο στο Βερολίνο, την ξετίναξε και τότε αυτή επέστρεψε στη βαυαρική επαρχία της, για να ζήσει μιαν άθλια ζωή πουλώντας πούρα το μαγαζί του άντρα της. Αυτόν ακριβώς τον φοβερό εξευτελισμό της γυναίκας – εξευτελισμό του έργου της και του σώματός της – τον έχει περιγράψει έξοχα η Ingeborg Bachman. [σ. 64]

Σπάνια ένα βιβλίο εκατόν είκοσι σελίδων μπορεί να εγκιβωτίζει μια τόσο συναρπαστική συνομιλία πάνω στο έργο, την σκέψη και την συγγραφική προσωπικότητα ενός λογοτέχνη· πόσο μάλλον όταν η διαλεκτική εκφέρεται από μια τόσο ιδιαίτερη συγγραφέα. Αυτή η επιτομή προέκυψε εν μέρει από ορισμένες συνομιλίες μεταξύ της συγγραφέως και της Κριστίν Λεσέρ, οι οποίες μεταδόθηκαν από τον γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό France Culture [Φεβρουάριος – Μάρτιος 2005].

Jelinek_1

Η Γέλινεκ είναι μια βαθύτατα πολιτική και φεμινιστική συγγραφέας που παραδέχεται πως παρά την ποικιλία της γραφής της (πρόζα, δοκίμια, λιμπρέτα, ραδιοφωνικό θέατρο) κατά βάθος γράφει ένα και το αυτό πράγμα. Φωτίζει όλα τα πρίσματα των θεμάτων της, εξαίροντας πάντα στο τέλος την φεμινιστική και τη πολιτική τους πλευρά – για εκείνη δεν υπάρχουν in fine παρά μόνον αυτά τα δυο μεγάλα πεδία διερεύνησης. Το αρχικό παράθεμα αναφέρεται στην βασική της άποψη ότι η καλλιτεχνική εργασία των γυναικών υπόκειται σε ιδιαζόντως ανδρικά αξιολογικά κριτήρια. Δεν υπάρχει κανένα αισθητικό κριτήριο για την καλλιτεχνική αξιολόγηση που μπορεί να εκφέρεται από γυναίκες.

Ακόμα και η σεξουαλικότητα, πεδίο που θεωρείται λανθασμένα ως το πιο ιδιωτικό πράγμα. Πρόκειται για σχέσεις εγελιανές, που, όπως επιχείρησε να δείξει κυρίως στα μυθιστορήματα Λαγνεία και Απληστία, δεν μπορούν παρά να καταλήξουν στη σχέση κυρίου και υπηρέτριας. Η συγγραφέας κατηγορήθηκε για ψυχρότητα και έλλειψη συναισθηματικής κατανόησης απέναντι στις γυναίκες της μυθοπλασίας της. Η ίδια όμως συνειδητά δεν δείχνει την γυναίκα από την μοναδική σκοπιά του θύματος, της αγίας και της πονεμένης, ενώ κρίνει σκληρά εκείνη που γίνεται συνένοχος του αντρικού συστήματος.

Jelinek_2

Η δουλεία της γυναίκας δεν γίνεται μόνο στο κοινωνικό και σεξουαλικό επίπεδο αλλά και στην γλώσσα. Η γλώσσα του άσεμνου, για παράδειγμα, είναι ανδρική – εκεί η γυναίκα αποκαλύπτεται και προσφέρεται, ενώ ο άντρας καταναλώνει το σώμα της. Η ίδια η κοινωνία είναι πορνογραφική, γιατί πάντοτε έχει κάτι να κρύψει. Και αυτό ακριβώς της αποσπά η συγγραφέας: την άσεμνη εργασία [επί] των γυναικών, αυτήν που ουδείς θέλει να δει και ουδείς βλέπει. Η μόνη δυνατότητα που διαθέτει τώρα η Γέλινεκ είναι να γελοιοποιήσει την αντρική γλώσσα και τους κυρίους της· να την εκτρέψει, να της προσδώσει χαρακτήρα ανατρεπτικό. Εφόσον δεν διαθέτει προσίδια γλώσσα, δεν έχει παρά να παραμορφώσει εκείνη που της παραδίδεται, ώστε να την αναγκάσει να πει την αλήθεια.

Η Γέλινεκ δεν σταματά να σκάβει με την πένα της την αδυνατότητα της γυναίκας να είναι κυρίαρχη της γλώσσας της και του έργου της, της γυναίκας που δεν μπορεί να πει «εγώ». Σε όλα αυτά βασίζεται το έργο της Δράματα πριγκιπισσών. Μόλις βρεθεί στην κοινωνία η πριγκίπισσα ανακαλύπτει ότι δεν είναι παρά ένα αντικείμενο και εισπράττει την περιφρόνηση, προπάντων τον χλευασμό, που είναι η ύψιστη μορφή περιφρόνησης. H Μαλίνα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν εξαφανίζεται μέσα στον τοίχο. Η ίδια η συγγραφέας της δεν κατάφερε να διαφύγει από το φύλο της· ήθελε να συνεχίσει ννα είναι γυναίκα στα μάτια των ανδρών όπως του Max Frisch ή του Hans Werner Henze. Το έργο της μίλησε αλλά ως πρόσωπα κάηκε. Τώρα έχοντας δει την κατάληξη της Μπάχμαν και της Πλαθ, η Γέλινεκ χωρίς να απαρνείται την θηλυκότητά της έμαθε να πηδά από το πλοίο εγκαίρως, να εγκαταλείπω το σώμα της για κάτι άλλο. Γιατί χάρη σ’ εκείνες έχει πια μάθει.

jelinek-8

Η συγγραφέας μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι όπου η καλλιτεχνική φιλοδοξία της μητέρας συνέθλιψε την κόρη, επιφορτίζοντάς την με μαθητείες που την αντικαθιστούσαν όταν δεν ήταν παρούσα: κλασικός χορός και πέντε μουσικά όργανα! Πότε δεν πέρασε από το νου της μητέρας της ότι μπορεί να κάνεις κάτι για την απλή ευχαρίστηση. Κι όταν εκείνη, υποχρεωμένη να μένει κλεισμένη στο δωμάτιό της, άρχισε να πηγαινοέρχεται ακατάπαυστα και να χτυπά το κεφάλι της στον τοίχο, παραδόθηκε στα χέρια του διάσημου παιδοψυχιάτρου Asperger που καθιέρωσε το αυτιστικό σύνδρομο με το όνομά του, για μια μορφή αυτισμού που προσβάλλει τα μεγαλοφυή άτομα, ανθρώπους πολύ έξυπνους αλλά κοινωνικά απροσάρμοστους. Πιο συνετό θα ήταν να την είχαν γράψει σε έναν αθλητικό σύλλογο ή σε οτιδήποτε άλλο θα αντιστάθμιζε την υπερκινητικότητά της. Κι έτσι η Γέλινεκ είχε μια ανύπαρκτη παιδική ηλικία, καθώς ποτέ δεν είχε το δικαίωμα να είναι παιδί. Η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας δεν αποτελεί υπόβαθρο στη γραφή της και στο έργο της δεν υπάρχει κανένας παιδικός ήρωας. Το βιβλίο Η πιανίστρια είναι σαφώς εμπνευσμένο από αυτήν την σχέση.

photo of Elfriede Jelinek. photo by Jerry Bauer.

Με αυτή την λοξή οικογένεια η συγγραφέας ανατράφηκε σαν περιθωριακή. Ήταν πάντα το κορίτσι – εξωτικό πουλί, που παίζει πολλά όργανα. Η επιστροφή στην κανονική ζωή ήταν πλέον αδύνατη. Η μόνη κοινοτική εμπειρία ήταν η συνεργασία με τους άλλους μουσικούς. Όταν δεν μπορείς να χτυπάς το κεφάλι σου στους τοίχους, πρέπει οπωσδήποτε να βρεις κάτι άλλο – και στη περίπτωση της Γέλινεκ αυτό ήταν η γραφή. Προηγήθηκε φυσικά η ανάγνωση ως μόνο μέσο διαφυγής, μαζί με την ανυπαρξία της τηλεόρασης. Κάποτε έφτασε η ενηλικίωση και η φυγή για σπουδές: μια αιφνίδια ελευθερία που συνοδεύτηκε από ένα σοκ, σήμερα με το όνομα «οξεία κρίση άγχους». Νέος εγκλεισμός στο σπίτι, σοβαρότερη εμβύθιση στην γραφή – πρώτα ποίηση και μετά πρόζα. Καθώς δεν γνώριζα τίποτε από τη ζωή, ή επειδή φοβόμουν να μάθω να τη γνωρίσω, άρχισα πολύ νωρίς να ενδιαφέρομαι για την επιφάνεια των πραγμάτων, αυτήν τη «δεύτερη φύση¨, για την οποία ενδιαφερόταν επίσης η Ποπ Αρτ. Τότε κατάλαβα ότι τα πάντα δεν ήσαν παρά μόνο επιφάνεια… [σ. 37]

Austria/ Vienna/ Literature Nobel Prize Winner at home at Jupiterweg/ Vienna

Κι έτσι πέφτει με τα μούτρα στα γλυκερά αισθηματικά μυθιστορήματα, στα περιοδικά και στα κόμικς, ταυτόχρονα με την νέα αμερικανική ποίηση και στην Acid ανθολογία του Rolf Dieter Brinkmann, που περιελάμβανε τον Jack Kerouac και τον Robert Creeley. Μπορεί να ήταν αδύνατη η άμεση συμμετοχή στην ζωή, αλλά η περιπλάνηση στους σύγχρονους μύθους θα της έδινε την δυνατότητα να συλλάβει έμμεσα όλα τα φαινόμενα – όπως στο μύθο του πλατωνικού σπηλαίου – μέσω της αντανάκλασής τους στην καθημερινή ζωή. «Όχι εγειρόμενη πάνω από τα πράγματα, αλλά κρατώντας μιαν ορισμένη απόσταση από αυτά». Συνεπαρμένη από την πειραματική λογοτεχνία των αρχών της δεκαετίας του ’70 και εμπνευσμένη από την τεχνική του cut up γράφει αυτό το βιβλίο wir sind lockvoegel baby! [Είμαστε κράχτες μωρό μου!], που ορισμένοι εξέλαβαν ως «το πρώτο ποπ μυθιστόρημα της γερμανικής γλώσσας». Σε αντίθεση με τον Arno Schmidt που επεξεργάζεται λεπτομερώς κάθε λέξη, η γραφή της ήθελε τα πράγματα να είναι ρευστά και να κινούνται γρήγορα

Η συγγραφέας έχει μια φρενήρη εμμονή με την γλώσσα. Δεν είναι τόσο το περιεχόμενο της γλώσσας που την ενδιαφέρει όσο ο τρόπος με τον οποίο τα πράγματα κολυμπούν μέσα στα νερά της. Σχεδόν σαν τις αμοιβάδες που παραμονεύουν για την παραμικρή τροφή, είμαστε πάντοτε έτοιμοι για το παραμικρό παιχνίδι με τη γλώσσα, έτοιμοι να επινοήσουμε ένα λογοπαίγνιο ή να διακωμωδήσουμε μια φράση από την εφημερίδα. Αν η μετάφραση ορισμένων συγγραφέων του ευρύτερου κύκλου της όπως του Bernhard ή του Handke μπορεί να γίνει χωρίς προβλήματα, στην δική της περίπτωση πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να διανοηθεί την μετάφραση των έργω της. Ο ποιητής H.C. Artmann, ένας δάσκαλός της εξίσου στοιχειωμένος με την γλώσσα, δίνει έμφαση στην σεξουαλική δύναμη των λέξεων, στην ικανότητά τους να ζευγαρώνουν, να αφήνονται στην απόλαυση που γεννά η μία την άλλη. Κι εκείνη αναφέρεται ακριβώς στην λιβιδική της σχέση με την γλώσσα, που την αφήνει σε ένα είδος ερωτικής μέθης μέσω της ίδιας της πράξης της γραφής.

br-online-publikation-211211-20081003113316

Δεν  μπορώ να χαλιναγωγήσω την παρορμητική ανάγκη να παίξω με τις λέξεις, τη μανία να εκτρέψω τις λέξεις προς όλες τις σημασίες μέχρι να τις κάνω να πουν το αντίθετο απ’ ότι σημαίνουν. Στο τέλος, αντιλαμβάνεται και την μέγιστη ειρωνεία: η μοναδική μου προστασία, η γλώσσα μου, στρέφεται εναντίον μου. Γεύτηκα αυτή την εμπειρία μέσω του τρόπου με τον οποίο έγινε η πρόσληψη των κειμένων μου. Αυτό που σε προστατεύει σε μια ορισμένη χρονική στιγμή, στρέφεται ξαφνικά εναντίον σου. [σ. 114 – 115]

Η πολιτική στράτευση στην Αυστριακή Αριστερά αρχίζει λίγο αργότερα: το 1968. Το κομμουνιστικό κόμμα Αυστρίας είχε ανοιχτεί σε ανθρώπους της τέχνης αλλά σύντομα είδε ότι την εξουσία την είχε πάντοτε η σκληρή γραμμή του Κόμματος, άνθρωποι υπερσυντηρητικοί. Ελπίζαμε ότι θα μπορούσαμε να αλλάξαμε το Κόμμα, αλλά αυτό αποδείχτηκε βεβαίως πως ήταν αυταπάτη. Δεν άλλαξε απολύτως τίποτα, γιατί ένα τέτοιο Κόμμα είναι αδύνατον να αλλάξει. Παρά την απογοήτευση, η συγγραφέας έχει πάντοτε τις ίδιες θέσεις. Τίποτε δεν έχει χαθεί από τον αντικαπιταλισμό της, από το μίσος της για την καταστροφή και την κοινωνική αδικία που γεννήθηκαν από αυτό το σύστημα. Απλώς τώρα αντιλαμβάνεται την αυταπάτη που υποστήριζε ότι η τέχνη μπορούσε να αλλάξει κάτι και κάνει την αποτίμηση «του φοβερά μάταιου πράγματος που υπήρχε σε εκείνους τους αγώνες». Σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα είναι ο απόλυτος νικητής, δείχνοντας με μια απίστευτη δύναμη αυτό που μπορούσε ανέκαθεν να κάνει, λέει η Γέλινεκ αλλά προσθέτει: Θα αναδυθούν νέες μάχες που θα έχουν άλλο πρόσωπο και ίσως θα προκύψουν από τον αγώνα εναντίον της παγκοσμιοποίησης.

Jelinek 9

Η συγγραφέας απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε θρησκεία, εξακολουθεί να είναι διεθνίστρια και η ιουδαϊκότητά της εκδηλώνεται πολιτισμικά και όχι διαμέσου της θρησκείας. Οι απόψεις της για την Αυστρία είναι γνωστές: μια χώρα όπου ο «αυστροφασισμός» – ο κληρικαλιστικός φασισμός του μεσοπολέμου που κυριαρχεί εκ νέου, ως ένα μείγμα υποταγής και συντεχνιακής αντίληψης. Η χώρα άλλωστε καθυστέρησε χαρακτηριστικά στην αντιμετώπιση του βρώμικου πολεμικού της παρελθόντος και στον σχετικό πολιτικό αναστοχασμό. Στην ανατολική πλευρά της Αυστρίας όπου έχει τις ρίζες της όλοι προέρχονται από ένα μείγμα διαφορετικών εθνοτήτων και θρησκειών, μια ανάμειξη που οφείλεται στις μεταναστεύσεις. Είναι βέβαια ένα στοιχείο που πολλοί Αυστριακοί προτιμούν να μην θυμούνται.

Στην ίδια ανατολική κουλτούρα η συγγραφέας αναζητά τις ρίζες της: Joseph Rot, Paul Celan, πρώιμος Wittgenstein όλη εκείνη την παράδοση με το χαρακτηριστικό μείγμα μελαγχολίας, σαρκασμού και απελπισμένου χιούμορ, μαζί με την καχυποψία απέναντι στην σημασιολογία της γλώσσας. Η Γέλινεκ αφιερώνει πολλές λέξεις στον ιδιαίτερο συγγραφέα Ρόμπερτ Βάλζερ, τον οποίο και συμπεριέλαβε στην ανθολογία της σχετικά με τις λογοτεχνικές της συγγένειες μαζί με τον Celan, τον Trakl, τον Hoelderlin, την Plath, συγγραφείς που και μεταξύ τους έχουν κάτι κοινό: δεν είναι βέβαιοι για τον εαυτό τους και νιώθουν άστεγοι μέσα στη γλώσσα. Και βέβαια αναγνωρίζει την μέγιστη οφειλή της στην Ομάδα της Βιέννης που συνδέθηκε με την παράδοση πειραματισμού με την γλώσσα (παράδοση που είχαν τελείως αποκρύψει και εκμηδενίσει οι ναζί).

elfriede-jelinek

Είμαι η εγγύηση της αντιπαράθεσης στους ναζί, στους νεοναζί, στη Δεξιά ή στον κληρικαλιστικό φασισμό αλλά ποτέ δεν τίθεται το ζήτημα της αισθητικής διαδικασίας του έργου μου. Κατά βάθος συνέβη περίπου το ίδιο πράγμα στον Thomas Bernhard. Αρχικά επισήμαναν την κριτική του κατά της Αυστρίας, προτού αναδείξουν την απίστευτη μουσικότητα των φράσεών του. [σ. 97]

Εκδ. Εκκρεμές, 2009, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, σελ. 127 [Elfriede Jelinek, L’ Entretien d’ Elfriede Jelinek et Christine Lecerf, 2007]. Περιλαμβάνεται παράρτημα με εργογραφία της συγγραφέως και κατάλογο αυστριακών και γερμανόφωνων συγγραφέων.




Νοέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 875,816 hits

Αρχείο