Archive for the 'Δημοσιογραφία' Category

15
Δεκ.
17

Μιχάλης Μητσός – Οι ιστορίες θα μας σώσουν. Ένα ημερολόγιο του 2014

Θησαυρίσματα βίων και αποκόμματα ιδεών

Όταν η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Τρις Ο’ Κέιν ερευνούσε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Γουατεμάλα, και έβλεπε τους ξένους οικολόγους να έρχονται για να μετρήσουν τους πληθυσμούς των πουλιών, το θεωρούσε μεγάλη ασέβεια. Ύστερα μετακόμισε στην Νέα Ορλεάνη λίγο πριν τον κυκλώνα Κατρίνα. Όταν μερικούς μήνες μετά επέστρεψε στην κατεστραμμένη, σιωπηλή πόλη είδε έκπληκτη μικρούς καφέ σπουργίτες στα κάτισχνα δέντρα. Αναρωτήθηκε πού είχαν πάει κατά την διάρκεια του κυκλώνα και πώς επέζησαν και βρήκε μόνη της την απάντηση: τα πουλιά ικανοποιούσαν τις άμεσες ανάγκες τους. Όταν έχαναν μια φωλιά, έφτιαχναν άλλη. Δεν είχαν ούτε χρόνο, ούτε ενέργεια να στενοχωρηθούν. Δέκα χρόνια αργότερα διδάσκει ορνιθολογία, ο κύκλος των μαθημάτων της έχει τον τίτλο Birding to Change the World και χρησιμοποιεί τα πουλιά για να δείξει πως είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας, ανθρώπινα και μη ανθρώπινα όντα.  [σ. 339]

Πρόκειται για μια από τις δεκάδες ενδιαφέρουσες έως συναρπαστικές ιστορίες που εντάσσει ο συγγραφέας στο «ημερολόγιό» του, που απαρτίζεται από τις στήλες μιας ολόκληρης χρονιάς στο διεθνές τμήμα της εφημερίδας Τα Νέα. Τι είναι αυτό που κάνει αξιανάγνωστο ένα τέτοιο βιβλίο; Ο συγγραφέας διαβάζει τα σημαντικότερα διεθνή έντυπα, είτε πρόκειται για εφημερίδες, είτε για περιοδικά, αποθησαυρίζει πολύτιμα αποκόμματα από τα πολιτιστικά και λογοτεχνικά τους ένθετα, αλιεύει όλα τα ενδιαφέροντα θέματα που προκάλεσαν κάποια συζήτηση και αξίζουν ακόμα περισσότερες και παραθέτει γνώμες και αντιγνωμίες που ζυγίζουν το ίδιο. Ανοίγει διάλογο πάνω σε λογοτεχνικά ή κινηματογραφικά έργα, προβληματίζεται σχετικά με τα συμπεράσματα εκδόσεων πολιτικής, φιλοσοφίας ή οικονομίας, και δεν παράγει – όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος – αλλά μεταγράφει για χάρη μας μιας σειρά  ιδεών που πάντα αξίζει να διαβάσουμε. Ο ίδιος διατηρεί το θάρρος της γνώμης του και διατυπώνει τις δικές του σκέψεις, ευτυχώς όχι πάντα αναμενόμενες ή «ευρέως αποδεκτές», αυτοβιογραφείται με περισσή ειλικρίνεια και συχνά ολοκληρώνει το σημείωμά του με μια έξυπνη, ενίοτε χιουμοριστική φράση.

Το σημείωμα της 29ης Ιανουαρίου αφιερώνεται στον αποθανόντα Pete Seeger, για τον οποίον η Guardian θυμίζει μια ελάχιστα γνωστή ιστορία: η μεγαλύτερη κληρονομιά του Σίγκερ δεν έχει σχέση ούτε με την μουσική ούτε με την πολιτική: είναι η σωτηρία του ποταμού Χάντσον. Την δεκαετία του 40 ο Σίγκερ έφτιαξε μια καλύβα κοντά στο ποτάμι και ζούσε εκεί με τη γυναίκα του. Ο Χάντσον ήταν τότε ένας ανοιχτός βόθρος, γεμάτος με τοξικά απόβλητα από τα εργοστάσια. Ο σπουδαίος τραγουδοποιός δεν ζήτησε την παρέμβαση των αρχών, ούτε κατέφυγε στην δικαιοσύνη. Πίστευε ότι τέτοια προβλήματα λύνονται μόνο από την βάση, από τους ίδιους τους κατοίκους της περιοχής. Κατασκεύασε την δική του ξύλινη βάρκα, πήρε την κιθάρα του κι άρχισε να ζητά με τον δικό του τρόπο από τους ψαράδες να σώσουν το ποτάμι. Έτσι έγραψε και το τραγούδι Sailing up my dirty stream. Σήμερα ο Χάντσον ανήκει σε όλους.

Οι επέτειοι γέννησης και θανάτου σαφώς αποτελούν μια πρόσφορη αφορμή για το ημερήσιο σημείωμα. Κι εκεί δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς τι απέγινε η κληρονομιά σημαντικών προσωπικοτήτων όπως στην περίπτωση του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, όπου οι αναφορές εκτός Ιταλίας ήταν ακόμα λιγότερες. Ο δημοσιογράφος ανατρέχει στο πρώτο τεύχος του Αντί (και με την ευκαιρία διαπιστώνει πόσο λείπει ένα τέτοιο περιοδικό στην Ελλάδα). Ήταν μόνο 1984 όταν ο Μπερλινγκουέρ διαπίστωνε ότι οι κυρίαρχες καπιταλιστικές ομάδες και οι συγγενείς συντηρητικές ευρωπαϊκές ιδεολογίες δεν μπορούν να βρουν μια θετική λύση για την κρίση. Το σήμα κινδύνου ανάβουν τα 13 εκατομμύρια άνεργοι της Κοινότητας. Το τεράστιο δυναμικό ανθρώπινης ενέργειας, φυσικής και διανοητικής, παραμένει ανενεργό και δεν γνωρίζουν τρόπους αξιοποίησής του. Από την κριτική του σπουδαίου ηγέτη δεν γλιτώνουν και τα εργατικά, σοσιαλιστικά και λαϊκά κινήματα, που «έχουν στρέψει όλη την προσοχή τους στην υπεράσπιση των κεκτημένων δικαιωμάτων, χωρίς να διακρίνουν καθαρά το μέλλον που μας περιμένει». Και, σκέφτομαι, ήταν μόνο 1984…

Η εκατοστή επέτειος της δολοφονίας του Ζαν Ζορές επίσης δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τον αριστερό τύπο, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την Ρόζα Λούξενμπουργκ. Ίσως η απάντηση να είναι ότι ο μεγάλος ειρηνιστής και ανεπανάληπτος ρήτορας μπορεί να υπήρξε το ενοποιητικό στοιχείο του γαλλικού σοσιαλισμού, αλλά είχε σοβαρές διαφωνίες τόσο με τον Μαρξ όσο και με τον Λένιν. Επικριτής του καπιταλισμού, ήταν την ίδια στιγμή αντίθετος στον αυταρχισμό και τον δογματισμό που χαρακτήριζαν την σοσιαλιστική ορθοδοξία. Ένα άρθρο στην El Pais από έναν Ισπανό διπλωμάτη ίσως διαφωτίζει περισσότερο: σε μια από τις ιδεολογικές διαμάχες που απασχόλησαν την προπολεμική Αριστερά ο Ζορές δεν πήγε με το «ρεύμα». Στην αντιπαράθεση ανάμεσα στους θεωρητικούς της επανάστασης και της ρήξης με τα αστικά κόμματα, από την μια πλευρά, και στο πραγματικό στρατόπεδο που αναγνώριζε τα πλεονεκτήματα του κοινοβουλευτισμού, από την άλλη, εκείνος τάχτηκε με τους δεύτερους, ενώ στην δεύτερη μεγάλη αντιπαράθεση της εποχής, ανάμεσα στον διεθνισμό και τον σοσιαλπατριωτισμό, επεδίωξε μια σύνθεση: «Λίγος διεθνισμός σε απομακρύνει από την πατρίδα, αλλά λίγο περισσότερος σε φέρνει πιο κοντά σ’ αυτήν».

Μια άλλη αιρετική μορφή του κομμουνισμού, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης με αφορμή την ταινία του Φεράρα Παζολίνι. Ο Ισπανός συγγραφέας Χουάν Αρίας δυσκολεύεται να επιλέξει αν ήταν καλύτερος σκηνοθέτης ή ποιητής ή αν ήταν ένας αναλυτής ή ένας πολιτικός προφήτης. Χωρίς αμφιβολία, πάντως, ήταν ένας διανοούμενος που προέβλεψε την βία των εργατικών συνοικιών και κατήγγειλε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το κόμμα του, επειδή εγκατέλειψε το προλεταριάτο που ζούσε στην περιφέρεια αλλά κι επειδή «παραβίαζε και χειραγωγούσε την πραγματικότητα των σωμάτων». Ένας από τους καλούς του φίλους, ο συγγραφέας Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ γράφει πως ήταν τελευταίος άνθρωπος στον οποίο οι Ιταλοί μπορούσαν να απευθύνονται, για καλό ή για κακό. Μέχρι την δεκαετία του 70 ο κόσμος στρεφόταν ακόμα στους ποιητές για να μάθει το μυστικό της ζωής. Και ο Παζολίνι πίστευε σε αυτόν τον ρόλο, δηλαδή στην δημόσια λειτουργία του ποιητή.

Άλλα σημειώματα μας μεταφέρουν σε ωραίες ιδέες που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας μιας εφημερίδας ή και αυτοτελείς εκδόσεις. Το περιοδικό Le Point ρώτησε είκοσι «γέρους» τι τους έμαθε η ζωή. Σταχυολογώ από το κείμενο του ενενηνταδυάχρονου Ενγκάρ Μορέν: Εναπέθεσα τις ελπίδες μου στο απίθανο, που μερικές φορές πραγματοποιήθηκε, όπως με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η πτώση του Γ΄ Ράιχ έμοιαζε κι αυτή απίθανη όταν εντάχτηκα στην Αντίσταση […] Αν ειχα ένα σύνθημα να μοιραστώ, αυτό θα ήταν: Να περιμένετε το απρόβλεπτο! Η ελπίδα δεν βρίσκεται στην βεβαιότητα, αυτό μου έμαθε η ζωή.

«Το κοινοβούλιο των αόρατων» αποτέλεσε ιδέα του ιστορικού Πιέρ Ροζανβαλόν, ο οποίος παρατηρούσε ότι πολλοί Γάλλοι είναι αποκλεισμένοι από τον κόσμο των θεσμών και των μίντια, και νιώθουν ότι η ζωή τους δεν έχει καμία σημασία. Είναι αόρατοι και δεν έχουν βήμα να μιλήσουν. Ο σχετικός τόμος περιλαμβάνει μαρτυρίες και ανακαλεί στην ουσία ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που είχε επιμεληθεί ο Πιέρ Μπουρντιέ αλλά και στην προ-κοινωνιολογική έρευνα που είχε κάνει ο Τσαρλ Μπουθ στο East End του Λονδίνου και το πρόγραμμα προφορικής ιστορίας στο Σικάγο του ’50.

Ο ιστότοπος Edge.org κάθε χρόνο θέτει και ένα προκλητικό ερώτημα, καλώντας τους διανοούμενους να το απαντήσουν. Το ερώτημα της χρονιάς: Ποια επιστημονική ιδέα είναι έτοιμη να πάρει σύνταξη; Ο Ίαν Μακγιούαν απαντά πως μια μεγάλη επιστημονική παράδοση θα πρέπει να εμμένει σε οτιδήποτε διαθέτει. Η αλήθεια δεν είναι το μόνο μέτρο. Υπάρχουν τρόπο να κάνεις λάθος που βοηθούν άλλους να κάνουν το σωστό. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστείς μια παλιά ιδέα. Μπορεί να ανακύψει ξανά μια μέρα για να βελτιώσει μια προοπτική που το παρόν δεν μπορεί να φανταστεί. Και πρέπει πάντα να θυμόμαστε πώς φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε.

Μεγάλη μερίδα ύλης αφιερώνεται σε σπουδαίες προσωπικότητες, γνωστές ή άγνωστες, αλλά και σε γεγονότα μιας άγνωστης Ιστορίας. Η δημοσιογραφία είναι η τέχνη τού να φτάνεις πολύ αργά όσο το δυνατόν νωρίτερα, έγραφε ο Στιγκ Ντάγκερμαν, που βρέθηκε ως δημοσιογράφος στην μεταπολεμική Γερμανία, το 1946. Ο σπουδαίος Σουηδός αυτόχειρας ποιητής δεν άρχισε, όπως οι άλλοι ξένοι ανταποκριτές, να διαβάζει τις γερμανικές εφημερίδες αλλά έμπαινε ο ίδιος στα σπίτια των Γερμανών και έγραφε για την αφόρητη καθημερινότητά τους σε μια ερειπωμένη Γη. Σε μια περίοδο που όλοι θεωρούσαν την Γερμανία συλλογικά υπεύθυνη για τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, εκείνος έγραφε για τον ανθρώπινο πόνο και τα ηθικά διλήμματα της δικαιοσύνης.

Η πρωταγωνίστρια του ντοκιμαντέρ Η Γυναίκα στον αριθμό 6: Η Μουσική έσωσε τη ζωή μου Άλις Χερτς – Σόμερ, η γηραιότερη επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, δεν πρόλαβε να χαρεί την βράβευσή του· έφυγε σε ηλικία εκατόν δέκα ετών. Οι Ναζί χρησιμοποιούσαν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν ως προπαγανδιστικό μέσο για να δείξουν ότι δήθεν φέρονταν καλά στους κρατούμενους. Επέτρεπαν συνεπώς συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Η ίδια ήταν παρούσα σε όλες τις συναυλίες, είτε ως μουσικός είτε ως κοινό. Η καλύτερη στιγμή της ήταν όταν έπαιξε στο πιάνο το Ρέκβιεμ του Βέρντι. Ο πλούτος της ήταν ο ίδιος ο πόνος. Όπως είπε χαρακτηριστικά: Οι πλούσιοι είναι γελοίοι. Νομίζουν πως έχουν τα πάντα, αλλά δεν έχουν τίποτα. Εμείς που επιζήσαμε στο Ολοκαύτωμα έχουμε τον πόνο που βιώσαμε, την μουσική που μας αποσπούσε από αυτόν τον πόνο, και αυτό μας κάνει πιο πλούσιους από οποιονδήποτε πλούσιο.

Ο Μητσός μας συστήνει και σε σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς, όπως ο Ζαν Ντανιέλ, ιδρυτής του Nouvel Observateur, που έλαβε μέρος στην απελευθέρωση του Αλγερίου, έγραψε δεκάδες βιβλία, έχει τακτική και ενεργή σχέση με τους αναγνώστες του μέσα από το εβδομαδιαίο άρθρο του περιοδικού του. Στα ενενήντα τέσσερά του ο Ντανιέλ δηλώνει ένας μανιακός του αισθησιασμού, του αφιερώνει μερικές έξοχες φράσεις: η σεξουαλικότητα είναι η σαρκική κατάληξη μιας ενωτικής επιθυμίας που δεν θριαμβεύει παρά όταν σβήνει. Είναι η εφήμερη δόξα της απόλαυσης. Ο αισθησιασμός είναι μια συνέργεια του δέρματος και του αγγίγματος: είναι η συμπληρωματικότητα των αισθήσεων. Η συμβουλή του προς τους εκκολαπτόμενους δημοσιογράφους είναι η αναζήτηση της ψυχής των λαών μέσα στην λογοτεχνία. Η λογοτεχνία είναι ένα ρεπορτάζ που πηγαίνει πιο μακριά από το ρεπορτάζ. «Για να γίνετε δημοσιογράφοι, διαβάστε τους συγγραφείς».

Μπορεί το καλοκαίρι να μην υπάρχουν πάντα ειδήσεις, αλλά συμβάντα που ποτέ δεν θα περνούσαν στον τύπο της επικαιρότητας. Την 15η Ιουλίου του 1976 άρχισε να ηχογραφείται ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Tom Waits, το Tom Traubert’s Blues, που μερικές φορές αναφέρεται ως Waltzing Matilda, παραπέμποντας στην γνωστή Αυστραλιανή μπαλάντα για το ταξίδι με τα πόδια ενός ανθρώπου που κουβαλάει στην πλάτη τον σάκο με τα υπάρχοντά του. Ο Γουέιτς χρησιμοποιεί ένα παραδοσιακό τραγούδι για να αναφερθεί στις δικές του περιπέτειες με το αλκοόλ. Υπήρχε πράγματι μια Ματίλντα, μια Δανή τραγουδίστρια και βιολονίστρια, με την οποία μοιράστηκε πολλά βαλς κι άλλα τόσα οινοπνευματώδη. Στην Ευρώπη ο Γουέιτς αισθανόταν σαν στρατιώτης μακριά από το σπίτι του, άφραγκος και μεθυσμένος. Στο σπαρακτικό τραγούδι ο βραχνός τραγουδοποιός αναρωτιέται πού είναι τα χέρια που με αγκάλιαζαν και αποδείκνυαν κάποτε την αγάπη της και συντρίβεται κάτω από την ίδια του την εξομολόγηση: Της έδωσα την χρυσή υπόσχεση / ότι δεν θα χωρίζαμε ποτέ / έδωσα στην αγάπη μου ένα μενταγιόν / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά [μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς – Πάνος Τομαράς].

Βρισκόμαστε ήδη στην αχανή επικράτεια του έρωτα κι εκεί μαθαίνουμε για μια σειρά από ενδιαφέροντα βιβλία. Ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Κομτ-Σπονβίλ στο βιβλίο του Ούτε σεξ ούτε θάνατος. Τρία δοκίμια για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα αναφέρει για την διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες φιλίας και τις ιστορίες έρωτα. «Δεν υπάρχει κάποιο αδιάβατο χάσμα ανάμεσα στον έρωτα και την φιλία. Τα όρια ανάμεσά τους πάντα μου φαίνονταν θολά, πορώδη, ρευστά. Στην πραγματικότητα, έβλεπα μια ευρεία ενδιάμεση ζώνη, που περιλαμβάνει (όπως κάνει η φιλία, στον Αριστοτέλη, με τον έρωτα) ακόμα και τα άκρα που χωρίζει ή ενώνει. Υπάρχουν ερωτικές φιλίες και φιλικοί έρωτες που μας διδάσκουν περισσότερα για την πράξη και το πάθος της αγάπης από τις υπερβολικά ευφυείς φιλίες ή τους υπερβολικά έντονους έρωτες».

Σε κάπως εκτενέστερα κομμάτια μπορεί να ζωντανεύουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συζητήσεις, όπως εκείνη μεταξύ του Τόνι Νέγκρι και του Νοτιοκορεάτη φιλόσοφου, συγγραφέα της Ψυχοπολιτικής και πρώην … μεταλλουργού Μπιουνγκ-σουλ Χαν, σε ένα θέατρο στο Βερολίνο. Ο πρώτος υποστήριξε, όπως πάντα, την ιδέα της παγκόσμιας αντίστασης στην αυτοκρατορία, στο σύστημα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. Ο δεύτερος προσπάθησε να εξηγήσει γιατί η αντίσταση αυτή είναι πολύ μικρότερη του αναμενόμενου και εξαντλείται πολύ εύκολα. Το νεοφιλελεύθερο σύστημα κυριαρχίας, υποστήριξε, δεν χρησιμοποιεί την καταστολή αλλά την άσκηση γοητείας. Έτσι δεν είναι εμφανής ο εχθρός που καταστέλλει την ελευθερία, ώστε να οργανωθεί η αντίσταση εναντίον του. Ο καταπιεσμένος εργάτης μετατρέπεται σε επιχειρηματία, σε εργοδότη του εαυτού του· κι αν αποτύχει, αυτόν κατηγορεί. Ο κομφορμισμός και η συναίνεση συνοδεύονται από μια ευρέως διαδεδομένη κατάθλιψη και τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονίας στον κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον κανένα «πλήθος» που να μπορεί να μετατραπεί σε μια παγκόσμια εξεγερμένη μάζα.

Σε πολλές περιπτώσεις έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας ανυπομονεί να μοιραστεί μερικά πολύτιμα αποστάγματα της σκέψης που συλλέγει από τα καθημερινά του διαβάσματα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το βιβλίο του Σλοβένου διανοητή Λούκα Ζέβνικ σχετικά με τις Κριτικές προοπτικές για την αναζήτηση της ευτυχίας. Φαίνεται πως αγνοούμε ότι οι περισσότερες ινδοευρωπαϊκές λέξεις για την ευτυχία παραπέμπουν στην καλή τύχη. Η παράλογη πεποίθηση ότι αυτό το δώρο μπορεί να μετατραπεί σε μια μόνιμη κατάσταση όπου μπορεί να φτάσει ο καθένας δεν είναι παρά μια ιδιοτροπία της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Ο Πολ Ντόλαν, καθηγητής συμπεριφορικής επιστήμης, στο δικό του βιβλίο Ο σχεδιασμός της ευτυχίας γράφει πως η ευτυχία αποτελεί άμεσο προϊόν όχι αυτών που μας συμβαίνουν αλλά της δικής μας στάσης απέναντι σ’ αυτά. Αρκεί να βρούμε δηλαδή τι μας κάνει στιγμιαία ευτυχισμένους και στη συνέχεια να σχεδιάσουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά τα πράγματα.

Τέλος, όπως είναι αναμενόμενο, στα πιο αυτοβιογραφικά κομμάτια, είναι εμφανής η συγκίνηση εκείνου που επιθυμεί να διασώσει την μνήμη σημαντικών συνεργατών και αναρωτιέται αν τήρησε τις πολύτιμες συμβουλές τους. Η αποδημία του Λέοντα Καραπαναγιώτη, ενός αληθινού διανοούμενου, του οποίου η άρνηση να υποκύψει σε πιέσεις έχει μείνει παροιμιώδης, αποτελεί αφορμή για να θυμηθεί τα λόγια του Καμύ, πως «η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες, όπως φαίνεται και από το ότι έχουν λίγους εραστές». Αλλά ένα άλλο κείμενο μου χάρισε κι εμένα ιδιαίτερη συγκίνηση: η ενθύμηση μιας σπάνιας προσωπικότητας, του δημοσιογράφου των Νέων και της ΕΡΤ Κώστα Γαλανόπουλου, που ήταν συχνός επισκέπτης στο καθιστικό μας, ως οικογενειακός φίλος, πίσω στην δεκαετία του ’70. Ο συγγραφέας διασώζει ένα σημείωμά του από το 2002, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του: «Ακόμα και μια λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται».

Εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 539, με εξασέλιδο σημειώσεων.

Στις εικόνες: Pete Seeger στον ποταμό Hudson,  Εnrico Βerlinguer, Jean Jaurès, Pier Paolo Pasolini, Εdgar Μorin, Ian McEwan, Stig Dagerman, o Stig Dagerman στην βομβαρδισμένη Φρανκφούρτη [1946], Tom Waits, Ang Kiukok – Lovers [1981], Toni Negri, Byung-Chul Han, Κώστας Γαλανόπουλος.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 222, υπό τον τίτλο The stories of the blues, παραφρασμένο τίτλος από έναν πολυαγαπημένο ιστοριοσυλλέκτη, εδώ

26
Απρ.
17

Γιώργος Χρονάς – Μια στιγμή Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«Καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…»

Συγγραφέας, ποιητής, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, με μια διαγραφή από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πολίτης με τριάντα τρεις δικαστικές διώξεις, ο Παζολίνι υπήρξε ένας πολλαπλώς αιρετικός δημιουργός και μια ασυμβίβαστη, θυελλώδης προσωπικότητα· ένας τραγικός που, αιώνες μετά τους αρχαίους τραγικούς, ετοιμαζόταν να γυρίσει την Ορέστεια στην Αφρική με χορό τους γηγενείς της. Η έκδοση περιέχει πολλά είδη κειμένων – πεζά και ποιήματα του Γιώργου Χρονά, σύντομα γραπτά άλλων πάνω στον Παζολίνι και σύντομες λογοτεχνικές και δοκιμιακές καταθέσεις του ίδιου του Παζολίνι.

Ο Παζολίνι δημιούργησε μια εντελώς καινούργια κινηματογραφική γλώσσα. Τα παγκόσμια θύματα της βιαστικής αισθητικής δεν μπορούν εδώ να πάρουν την δόση τους, γράφει ο Χρονάς. Οι Θρύλοι του Καντέρμπουρυ, οι Χίλιες και μια Νύχτες, το Δεκαήμερο, η Μήδεια ήταν «όστιες τέχνης» για όλους έτσι ώστε το Σαλό ή Οι 120 μέρες των Σοδόμων να είναι το οριστικό τέλος του ονείρου. Το φθινόπωρο του 1975 τελείωσε το γύρισμα και άρχισαν οι απαγορεύσεις της προβολής, λίγο πριν την άγρια δολοφονία του στο λιμάνι της Όστιας, σ’ ένα τοπίο όπως στις ταινίες του· «ένα βιαστικό σκηνικό του τέλους». Κανείς δεν πίστευε πως πραγματικά δολοφονήθηκε από έναν δεκαεφτάχρονο νεαρό. Οι κυριακάτικες εφημερίδες είχαν ήδη τυπωθεί, κι έτσι η είδηση περίμενε τον τύπο της Δευτέρας. Ο επίσημος δολοφόνος του είπε πως έσωσε την Ρώμη από ένα περίεργο και χυδαίο υποκείμενο· ο χωροφύλακας που σκότωσε τον Λόρκα στα χωράφια της Γρανάδας λέγεται πως είπε σκότωσα τον ομοφυλόφιλο ποιητή· το ίδιο και οι δολοφόνοι του αρχαίου ποιητή Ίβυκου στην Κόρινθο, το ίδιο και το γκαρσόνι που σκότωσε τον αρχαιολόγο Βίνκελμαν.

Ο Χρονάς επιστρέφει στο Ακατόνε – πρώτη του ταινία αλλά και συνοικία όπου έζησε, καθώς η μουσική του Μπαχ σκεπάζει τα πλινθοκεραμένια σπίτια. Βλέπει τριγύρω παντού μικρά παιδιά, ενώ στις αρχαίες τραγωδίες μόνο στον Ευρυπίδη ο μικρός Αστυάναξ στις Τρωάδες και τα παιδιά της Μήδειας εμφανίζονται στην σκηνή. Εδώ κυριαρχούν παντού. Ο Ακατόνε ιερουργεί μέσα στην καταστροφή του χαμόσπιτου. Όταν ο Παζολίνι έφτιαξε την ταινία ήταν ήδη ένας συγγραφέας πολλών ποιητικών συλλογών και ενός πεζού. Κι αν η Μάμα Ρόμα είναι η Μεγάλη Παρασκευή, ο Ακατόνε είναι η Μεγάλη Πέμπτη του.

Και πώς βρέθηκε ο Παζολίνι στην Θεσσαλονίκη; Σε ένα όνειρο του Χρονά, την εποχή του μεγάλου σεισμού, έμειναν μόνοι να ανεβαίνουν στα κάστρα κι εκείνος του είπε καλύτερα να ήμουνα δάσκαλος σε κάποιο άγνωστο χωριό, στα περίχωρα της Πεσκάρας. Μόνος, σ’ ένα γυμνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο με Πλάτωνα κι Αριστοτέλη στο κομοδίνο και Δάντη στο πάτωμα. Όταν έφτασαν στον Όσιο Δαυίδ του εξομολογήθηκε ότι πολλοί τον αγάπησαν αλλά κανείς δεν τον κατάλαβε. Του είπε κι άλλα και στο τέλος του ζήτησε έναν «ειδικό» κινηματογράφο· άλλωστε οι πεθαμένοι δεν θέλουν πολυτέλειες.

Σε άλλο κεφάλαιο επανέρχεται στον θάνατό του, μια υψηλής ποιότητας ταινία φρίκης. Από μια άποψη, έπεσε θύμα ενός από τους χαρακτήρες που δραματοποίησε στις ταινίες του, είπε ο Αντονιόνι, για την «τέλεια τραγωδία». Για τον Ίταλο Καλβίνο η δολοφονία ήταν η επιβεβαίωση της νέας και χωρίς οίκτο βίας που ο Παζολίνι έβλεπε στα μάτια της νέας γενιάς.  Λίγο αργότερα ανοίγουμε τις μεγάλες σελίδες της μιας Παέζε Σέρα του 1962. Ο Παζολίνι συνομιλεί με την Άννα Μανιάνι· για τα πλάνα που την δυσκόλεψαν, για την πλάσιμό της στα χέρια του σκηνοθέτη· του εξομολογείται ότι στο Μάμα Ρόμα ένιωσε σαν μια καινούργια ηθοποιός που όμως έχασε την ισορροπία της. Εκείνος επιμένει για μια σκηνή: δεν ήθελα να υπάρχει, πριν εκραγεί η τραγωδία σου, η παραμικρή θλίψη ή μελαγχολία στο γέλιο σου.

«Η ιδεολογική διαθήκη» του Παζολίνι είναι η ομιλία που θα έκανε στο Συνέδριο του ιταλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος στην Φλωρεντία, ένα κείμενο που έγραψε στην γραφομηχανή του λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, μια συνοπτική παρουσίαση όλων των θαρραλέων μαχών που έδωσε από πολλές διαφορετικές επάλξεις – και από τις σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Περιλαμβάνονται ακόμα άλλα δυο κείμενά του (Ναρκωτικά και κουλτούρα, Μια κραυγή που θα διαταράξει και θα ερεθίσει). Η Sandra Petrignani γράφει για το Petrolio, το τελευταίο μυθιστόρημα του Pier Paolo Pazolini, ένα μεγαλειώδες σχέδιο δύο χιλιάδων σελίδων όπου άφηνε ξέχειλη την οργή του για τις παρεκκλίσεις της εξουσίας και τα καταστρεπτικά λάθη μιας εκφυλισμένης χώρας. Η αποφυγή της μεταθανάτιας έκδοσης κρίθηκε ότι θα συγκέντρωνε όλη την προσοχή κι αφήνει ακόμα ανοιχτό ερώτημα τι θα μπορούσε να ήταν στα χρόνια του ’70 αυτό το βιβλίο. Και ο Σέρτζιο Τσίτι δακτυλογραφεί για την «ευρηματικότητα του Παζολίνι, που κάποτε είπε «καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…».

Σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο [Π. Π. Παζολίνι: Η Πολιτική (θεωρία) της Αίρεσης] ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος εστιάζει στο επεισόδιο της επίσκεψής του Παζολίνι στο Πανεπιστήμιο Βενσέν (1974), το οποίο ενσάρκωνε τις αξίες του Μάη του 1968. Εκεί ο συγγραφέας αντιμετώπισε την αισχρή συμπεριφορά των μαοϊκών, όταν τόλμησε να υπενθυμίσει ότι ο φασισμός υπάρχουν παντού, υπάρχει ακόμα, υπάρχει σε όλους. Εκείνο που ενοχλούσε γενικότερα ήταν η απόλυτη «αιρετικότητά» του. Στο πρόσωπό του συνυπήρχαν τέσσερις αιρέσεις: η αποκάλυψη των φασισμού και νεοφασισμού του τότε παρόντος, η καταδίκη της εθνικιστικής καταδίκης των τοπικών ιταλικών διαλέκτων προς όφελος μιας «εθνικής» τηλεοπτικής γλώσσας, η θρησκευτική του ελευθερία, ο κομμουνισμός του που διαλογιζόταν μόνο με την σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι.

Από άλλη σκοπιά, ο  ψυχαναλυτής Ροζέ Νταντούν ξεχώρισε τρεις χώρους αίρεσης στην ζωή και το έργο του Παζολίνι: την πολιτική (πρώτα την εγγραφή του στο κόμμα, ύστερα την κριτική του στάση και το πλησίασμα του αναρχισμού κ.ά.), την σεξουαλική (η σεξουαλικότητα είναι αφ’ εαυτής αίρεση, πόσο μάλλον η ομοφυλοφιλία) και την καλλιτεχνική αίρεση (η ίδια η τέχνη του, με την εκρηκτική παρουσία του σώματος, τις τοπικές διαλέκτους, την κουλτούρα των ορίων και του ερωτισμού). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως οτιδήποτε νέο και διαφοροποιό φέρει αναγκαστικά την σφραγίδα της αίρεσης

Ο Παζολίνι δεν έπαυε να ενοχλεί και τότε και μετά τον θάνατό του. Ο συγγραφέας Φιλίπ Σολλέρς θεωρεί ότι η ιταλική κοινωνία ήταν συνυπεύθυνη για το μεταθανάτιο λιντσάρισμα του Παζολίνι: το εξογκωμένο πτώμα του χρησιμοποιήθηκε στα μέσα ενημέρωσης. Όταν μια κοινωνία δίνει στον εαυτό της την αναπαράσταση ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της σαν υπερεκτεθειμένο πτώμα, υποστηρίζει, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πάνω στην συμβολική εκδίκηση που αυτό αντιπροσωπεύει….Τριάντα έτη μετά την δολοφονία του ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε ξανά. Η περίπτωσή του παρουσιάστηκε επισήμως ως «υπόθεσις ηθών» αλλά δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο πολιτικού εγκλήματος: λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί είχε δεχτεί απειλές από την άκρα Δεξιά για τον Σαλό, όπου κατήγγειλε με σφοδρότητα τον ιταλικό φασισμό στην τελευταία φάση του (1943 – 45)

Ο Χρονάς είναι από τους ελάχιστους που «δικαιούται» να μιλά και να γράφει για τον Αφρικανό και ανατολίτη Ιταλό, όπως ονομάζει τον Παζολίνι· και το κάνει με τον απόλυτα δικό του αισθαντικό και απροκάλυπτο τρόπο, με την τρυφερότητα ενός φίλου, την γραφή ενός ποιητή και την σκληρότητα ενός φίλου, την άγρια κατανόηση ενός μακρινού συγγενή. Γράφει πεζά σαν ποίηση και αφήγηση σαν ρεπορτάζ. Άλλωστε από τις δικές του εκδόσεις τον πρωτοδιαβάσαμε, δεκαετίες πριν. Τώρα τον αποχαιρετά για άλλη μια φορά με ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα (Ο Παζολίνι στη Ραφήνα), αφού νωρίτερα πεζογράφησε την αγαπημένη του Μαρία Κάλλας στη Ραφήνα και τους Πεταλιούς. Το βιβλίο κλείνει με το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό του έργο.

Εκδ. Οδός Πανός, 2016, B΄ έκδ.  με προσθήκες, αλλαγές, διορθώσεις [Α΄ έκδ. Μπιλιέτο, 2004], σ. 143.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 216, εδώ.

Στις εικόνες: με την Άννα Μανιάνι στα γυρίσματα του Mamma Roma το 1962, με την μητέρα του Susanna Colussi το 1963, με την Μαρία Κάλλας το 1970.

06
Δεκ.
14

Γιάννης Καλαϊτζής – Υπάρχει ζωή μετά τα αφεντικά;

Το παρελθόν προσεχώς

GK

Χρεώνουμε εξ ολοκλήρου την τηλεοπτική έλξη στη δύναμη της εικόνας. Λάθος. Η κινηματογραφική εικόνα είναι πολλαπλάσια γοητευτική αλλά οι σινεμάδες κλείνουν. Η τηλεόραση είναι συνδεδεμένη στο οικιακό μας μαγκανοπήγαδο. Ο κινηματογράφος παραγκώνισε την επανάληψη Πάω σινεμά σημαίνει βγαίνω στο αβέβαιο νέο. Βλέπω τηλεόραση, θα πει νιώθω ασφαλής και πάλι.

…γράφει ο Γιάννης Καλαϊτζής, σ’ ένα από τα αχαρακτήριστα (από τον εκδότη του Αιμίλιο Καλλιακάτσο), χαρακτηρισμένα δε από τον ύποπτο αυτουργό τους και εμάς τους συνένοχους αναγνώστες ως χρονογραφήματα, επιφυλλίδες, ευτράπελα άρθρα, δοκίμια, άντε και editorials προσεχών εκδόσεων. Ο ίδιος καταθέτω και την ετικέτα «σημειώματα σημασίας» και «κείμενα ευφυή που διατρέχουν σε μια, δυο ή τρεις σελίδες δεκαετίες ολόκληρες, για να μην πω αιώνες, αποκαλύπτοντας την σπαρταριστή τραγικότητα της Ιστορίας που όχι απλώς επιβιώνει μέχρι σήμερα αλλά και συνδέεται ευθέως με το εδώ, τώρα, δίπλα μας. Πρόκειται για γραπτά που προέρχονται από την Γαλέρα, την «Ελευθεροτυπία» του Τεγόπουλου και την Εφημερίδα των Συντακτών· για τα κείμενα από τις πρώτες δυο πηγές ο συγγραφέας συνεχίζει να πληρώνει αδρά, καθώς μόνο η τελευταία εφημερίδα παραχωρεί στον γράφοντα το δικαίωμα της αναδημοσίευσης εντελώς δωρεάν.

Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης

Συνεπώς τι είναι ετούτο το έντυπο δημιούργημα; Ένα δημιούργημα τύπου, προφανώς, αλλά μας προλαβαίνει μια ένθετη – ξέμπαρκη σελίδα εντός του βιβλίου. Τα προϊόντα του τύπου ήσαν πάντα «τύπου Κερκύρας» και ουδέποτε κερκυραϊκά, κοινώς ποτέ δεν συναντηθήκαμε με το αυθεντικό και το πρωτότυπο. Κάτι λέγαμε περί επανάληψης λοιπόν: Ο Πάολο Βίρνο, στις διαλέξεις του με θέμα Μορφές τρόμου και προστασίας, μας θυμίζει ο συγγραφέας, ανάγει την προστασία μέσω της επανάληψης στην παιδική ηλικία. Το ίδιο παραμύθι ακόμα μια φορά, το ίδιο παιχνίδι, ή ίδια χειρονομία. Αυτή η παιδική εμπειρία επεκτείνεται στα μεγάλα παιδιά στους ενήλικες.

Τυφών

Εκκλησία και τηλεόραση συμπίπτουν όχι μόνο στη χρήση της επανάληψης, αλλά και στο ρεπερτόριο. Λεηλασίες, εξανδραποδισμοί, βιασμοί, βασανιστήρια, πορνεία, ποταμοί αίματος και βιβλικές καταστροφές κατακλύζουν τόσο τα τηλεοπτικά προγράμματα όσο κα την Αγία Γραφή. Μετά από τόση κόλαση πέφτουν σε γόνιμο έδαφος η παρηγοριά του παπά και η καταγγελία του ρεπόρτερ. / Τηλεόραση και Εκκλησία, δυο συστήματα ασφαλείας με διαφορετικό δείκτη δυσκολίας. Η πρώτη παραλαμβάνει ένα πληροφοριακό χάος για να το με­τατρέψει σε τακτικό ημερήσιο ή εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Η δεύτερη υπηρεσία, η Εκκλησία, έχει δεδομένο πρόγραμμα (τον πριονισμό της Αγ. τον αποκεφαλισμό της Αγ. Αικατερίνης, τη Σταύρωση του Κυρίου) και το μεταμορφώνει σε συνεδριακά κέντρα, ξενοδοχειακά συγκροτήματα και τραπεζικούς οργανισμούς. [σ. 29]

BonViver_10

Πρόσωπα, αντιπρόσωπα, περσόνες και μορφές παίρνουν τη σειρά τους για ένα προς τιμήν τους κείμενο: ο Μανόλης Αναγνωστάκης και η Οκτομπριάνα, ο Νυμφίος Σουλεϊμάν, Καζαντζίδης ο Θεολόγος, ο Φρεντ Ασταίρ των γραφικών τεχνών, ο Καραγκιόζης ασκεπής, η συμπαθητική μελάνη, ο μη Χείρων βέλτιστος και πλήθος άλλων αξιοπερίγραπτων. Δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα παιδιά και γενικώς όλοι όσοι ζουν την παιδική ηλικία, που σήμερα τυγχάνει μέγιστης στοργής και προστασίας. Ήταν όμως πάντα έτσι; Η Αγία Γραφή και Ιερή Παράδοση επιφυλάσσουν ιδιαίτερη τύχη στα παιδιά της οικουμένης: να συρθούν στα θυσιαστήρια, να σφαγούν κατά χιλιάδες, να ριχτούν σε καμίνους, κοινώς όλα τα απαραίτητα για την βασιλεία των ουρανών.

Τσιγγάνικη Ορχήστρα

Η παιδική ηλικία και η ιδιαίτερη στοργή και φροντίδα που απαιτεί, είναι ανακαλύψεις των δύο µεγάλων ευρωπαϊκών επαναστάσεων, της αστικής και της βιοµηχανικής. Μέχρι τότε, τα παιδιά στη συντριπτική τους πλειονότητα εθεωρούντο υποσύνολο των νάνων, των ζώων ή των ξωτικών. Το εύρηµα δηµιούργησε τόσο ισχυρή εντύπωση, που για χάρη του γράφτηκαν τα πρώτα µεγάλα µυθιστορήµατα µε θέµα και πρωταγωνιστές τα παιδιά. Ας θυµηθούµε τα απολαυστικά και πολυδιαβασµένα «Η Αλίκη στη χώρα των θαυµάτων», «Όλιβερ Τουίστ», «Το κλεµµένο παιδί», το «Νησί των θησαυρών», «Μεγάλες προσδοκίες», «Χωκ Φιν», «Τοµ Σόγιερ», κ.ά. Ο Γαβριάς τού Ουγκώ µάς είναι αξέχαστος, ενώ δίπλα στη Μαριάν, τη γυµνόστηθη επανάσταση του Ντελακρουά, πάντα ορµητικά βαδίζει ένας πάνοπλος έφηβος. [σ. 35-36]

Αν υπολογίσουμε ότι ο Κρόνος κατάπινε τα παιδιά του, ο Δίας µεγάλωσε ολομόναχος µε το γάλα μιας Αµάλθειας, ο ίδιος μετά εγκατέλειπε τους απογόνους του στην «Αγάπη των Ξένων», ο Οιδίπους είναι ένα έκθετο κλπ. κλπ., κι αν θυμηθούμε ότι ο ανώνυμος θεός του χριστιανισμού του ανώνυμου θεού καταδικάζει την Εύα να γεννάει µε φρικτούς πόνους τα παιδιά της και οδηγεί στο µαρτύριο τον γιο του αντί να σπεύσει µε αυτοθυσία αυτός ο ίδιος, ο δε Ιησούς προτιμάει το «άφετε τα παιδία…» αντί να πάει αυτός πρώτος, τότε ίσως πράγματι υπάρχει κάτι κοινή δράση στον «ελληνοχριστιανικό πολιτισµό. Ποιοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα το θεάρεστο παιδαγωγικό έργο; Οι Υπουργοί των παιδιών, σκέφτομαι, σίγουρα.

Το πέλαγος της Μποτίλιας

Στο «Υπέρ γαϊδάρων» αποδίδεται επιτέλους, η δικαιοσύνη που άργησε μερικούς αιώνες. Έχουμε και λέμε λοιπόν: Αν, σύμφωνα με τον πλέον κατάλληλο επιστήμονα, ο γάιδαρος κατοικεί στη Νότια Βαλκανική αναρίθμητους αιώνες πριν από την κάθοδο των τρισχιλιετών Ελλήνων, τότε τα προελληνικά Βαλκάνια υπήρξαν γαϊδουρινή επικράτεια. «Η σύνοψη όλων των επιστημών, η μυθολογία δηλαδή», γράφει ο γράφων, «μας διδάσκει ότι το ελληνικό βαπτιστικό της χερσονήσου -Αίμος- προέκυψε από το αίμα του μέγιστου των Τιτάνων, από το γαϊδουρόμορφο θηρίο ονόματι Τυφών». Τι συνέβη λοιπόν και οι Έλληνες δεν κληρονόμησαν τίποτα από τις αρετές του ολιγαρκή, συνετού, εργατικού, ανεκτικού και φιλάνθρωπου γαϊδάρου; Για να μη μιλήσουμε για την ακατάβλητη σεξουαλική ορμή του συμπαθούς τετραπόδου, που στερούνται οι δυσανεκτικοί, αρειμάνιοι, μισαλλόδοξοι και φοβικοί εντόπιοι…

Στην από κει «Ευρώπη», πάντως, ο γάιδαρος του Αμμωνίου Σακκά «εμβριθώς παρηκολούθει την φιλοσοφικήν διδασκαλίαν του δεσπότου του και τη θέση του βασιλικού αστρονόμου στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΑ’ κατείχε ευφυέστατος όνος». Και πάλι ύποπτοι αστοιχείωτοι τον πίστωσαν με την έως τελικής εξοντώσεως εργασία, μαζί με τους ψευδέστατους χαρακτηρισμούς «βλάκας, νωθρός, βρωμερός, αναίσχυντος και αναίσθητος» (αυτούς που σήμερα παρέλαβαν τα σύγχρονα υποζύγια, οι Βόρειοι δηλαδή, οι Αραβες, Ινδοί και Αφρικανοί πρόσφυγες). Αλλά ας είμαστε ήσυχοι: όσοι υπερασπίζονται την καθαρότητα του αίματος, ουδεμία σχέση έχουν με τους αυθεντικούς προαιώνιους κληρονόμους του Αίμου, τους άκακους δηλαδή και ρωμαλέους γαϊδάρους.

Έκτακτα Περιστατικά

Και επειδή ζούμε ημέρες όπου απαγορεύεται ακόμα και να κυκλοφορήσουμε ή να πάμε από το ένα μέρος στο άλλο, υφιστάμενοι φραγμούς και εμπόδια, σε κάθε δε περίπτωση υποχρεούμαστε σε απόδοση ταυτότητας ή κάποιας υποτέλειας, ας θυμηθούμε ότι… Η Ιλιάδα του Ομήρου είναι το πρώτο έπος των διοδίων. Οι Τρώες ελέγχουν τη διέλευση από το Αιγαίο στον Εύξεινο Πόντο, κατάσταση απαράδεκτη για τους ναυτικούς, εμπόρους και πειρατές Δαναούς. Η σφαγή, η πυρπόληση της πόλης – διόδια και ο εξανδραποδισμός των Τρωάδων ήταν αναμενόμενη. Η απαγωγή της Ελένης, η οργή του Αχιλλέα και ο Δούρειος Ίππος εφευρέθησαν χάριν της αφήγησης, όπως το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης χάριν της διάλυσης των κοινωνικών ασφαλίσεων. [σ. 74]…κι εδώ βρίσκει ο δαιμόνιος γελοιογράφος ευκαιρία για μια σύντομη ιστορία των ελεγχόμενων περασμάτων, από τις μπάρες του Λεωνίδα στην Εθνική Αθηνών – Λαμίας με τις σχετικές αιωνόβιες μπορώ να πω καθυστερήσεις μέχρι τα βυζαντινά διόδια, τις μαύρες συμπληγάδες, τη Σκύλλα και τον Σκείρωνα και το κατά ομολογία «πολιτικών» Άβατο των Αθηνών, τα Εξάρχεια.

Photo1

Συνεπώς δίκιο είχε ο εκδότης Αιμίλιος Καλλιακάτσος, όταν στο σπανίζον προσκύνημά μου στο τέμενος της Στιγμής, μου εγχείρισε το παρόν βιβλίο, πρώτα με την φράση «αυτό είναι ακριβώς για εσάς» και κατόπιν με την γνωστή του απαγόρευση να γράψω οτιδήποτε. Στο πρώτο είχε δίκιο, το δεύτερο το αγνόησα, έτοιμος να αποδεχτώ όλες τις συνέπειες.

Εκδ. Στιγμή, 2013, σελ. 158.

Ιστοσελιδοποιημένος Καλαϊτζής εδώ.

Στις εικόνες: σελίδες από τα άλμπουμ κόμικς του συγγραφέα: Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης, Τυφών, Μπον Βιβέρ, Τσιγγάνικη Ορχήστρα, Το πέλαγος της Μποτίλιας, Έκτακτα Περιστατικά– και ο συγγραφέας επ’ αυτοφώρω επί το έργον.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 170. Editorials για το μέλλον.

25
Φεβ.
14

Ανδρέας Αποστολίδης – Αρχαιοκαπηλία και εμπόριο αρχαιοτήτων. Μουσεία, έμποροι τέχνης, οίκοι δημοπρασιών, ιδιωτικές συλλογές

teliko arxaiokapiliaΛηστές της τέχνης, κλέφτες του πολιτισμού

Ο συγγραφέας σχεδίαζε την συγγραφή ενός μη μυθοπλαστικού βιβλίου – μελέτης για την σύγχρονη αρχαιοκαπηλία κατά τη διάρκεια των ερευνών και των γυρισμάτων του ντοκιμαντέρ για το παράνομο εμπόριο ελληνικών αρχαιοτήτων [Το κύκλωμα, 2006]. Κινητήρια έμπνευση υπήρξε, μια δεκαετία περίπου νωρίτερα, η μετάφραση των βιβλίων του Όλιβερ Μπανκς Μανία για τον Καραβάτζο και Ο χαμένος πίνακας του Ρέμπραντ [εκδ. Άγρα, 1990 και 1995 αντίστοιχα]. Και να φανταστεί κανείς πως τα πρωτότυπα, τότε άγνωστα μυθιστορήματα προτάθηκαν στον συγγραφέα από φίλο του που τα ανακάλυψε σε κάποιο αεροδρόμιο. Δεν είναι συναρπαστική η αλυσιδωτή πορεία που μας οδηγεί μερικές φορές εδώ που βρισκόμαστε;

Το ντόμινο της έμπνευσης μόλις είχε ξεκινήσει, καθώς η αρχαιολογία ως μέθοδος ανασκαφής, το αστυνομικό μυθιστόρημα και η οπτικοακουστική λειτουργία του ντοκιμαντέρ αποτελούσαν αγαπημένα του παίγνια. Και το τιτάνιο σχέδιο του συνδυασμού τους, τυπωμένο τώρα πια, καλύπτει κάθε μορφή έρευνας και συγγραφής. Η πρωτογενής του έρευνα περιλαμβάνει μια μεγάλη σειρά συνομιλιών, αφηγήσεων, ερμηνειών. Ακόμα εντρυφά σε αρχεία, αποδελτιώνει τον τύπο, μελετά μελέτες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε φωτιστεί τόσο πολύ ο θεοσκότεινος και μουχλιασμένος κόσμος των κλεμμένων αρχαίων. Παρουσιάζονται αδιανόητες περιπτώσεις εγχώριας αρχαιοκαπηλίας, εκτίθενται όλα τα νομικά δεδομένα, αποκαλύπτονται όλοι οι εμπλεκόμενοι – πρόσωπα και, το ελεεινότερο, θεσμοί.

Κεφαλή Διονύσου Ληστεία ΚορίνθουΑπό πού να αρχίσει κανείς, από ποιο νήμα να πιάσει αυτή την Ατέλειωτη Ιστορία; Στην ιστορία των αμερικανικών μουσείων σταθμός υπήρξε το 1870, όταν δημιουργήθηκαν οι δυο μεγάλοι οργανισμοί: το Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης της Νέας Υόρκης και το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης. Ήταν από τις πρώτες «εγκυκλοπαιδικές γκαλερί», που επιθυμούσαν να επιδείξουν την παγκόσμια τέχνη όλων των περιόδων και περιοχών. Μιλάμε για μια εποχή όπου ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος είχε τελειώσει και η διάχυτη εθνικιστική αναζωογόνηση έφερνε τους αμερικανούς σε ανταγωνισμό με την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Κι έτσι ενορχηστρώθηκε η μεγάλη μετανάστευση: τον επόμενο μισό αιώνα οι άδειες αίθουσες γέμισαν με έργα τέχνης απ’ όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές.

Η έννοια του μουσείου, μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 18ου αιώνα τώρα έπαιρνε διαφορετική μορφή στο Νέο Κόσμο. Σε αντίθεση με το Βρετανικό ή το Λούβρο που ήταν υπό κρατικό έλεγχο, τα αμερικανικά μουσεία ήταν ιδιωτικά, συνεπώς μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς να αποδίδουν λογαριασμό σε κανέναν. Το μέτρο δε της επιτυχίας τους ήταν ο αριθμός των επισκεπτών τους – η δημοκρατική επιβεβαίωση ενός θεσμού αριστοκρατικής προέλευσης, γράφει ο Αποστολίδης. Κι η πολυπόθητη επισκεψιμότητα δεν μπορούσε παρά να επιτευχθεί παρά με νέα, εντυπωσιακά αποκτήματα. Κάπως έτσι, με διεργασίες που περιγράφονται στο βιβλίο, η μισή αρχαιολογική ιστορία της Κύπρου βρίσκεται στις αποθήκες του ΜΜΝΥ.

από την Γόρτυνα στο Λούβρο 1Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισε να γίνεται λόγος για το ύψος των χρημάτων που διακυβευόταν από τα μεγάλα μουσεία των ΗΠΑ και μια από τις απόψεις που διατυπώθηκαν υποστήριζε την στροφή στην αγορά μικρών αρχαίων ευρημάτων. Η τάση αυτή συνδέεται άμεσα και με το κύμα σύλησης ταφών σε όλη την Ελλάδα σ’ εκείνη και την επόμενη δεκαετία, ιδιαίτερα στη Νεμέα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη. Άλλωστε εκτός από τα μουσεία υπάρχουν και οι αγοραστές ιδιώτες, που ζούνε σε σχετικά μικρά διαμερίσματα στη Νέα Υόρκη και προτιμούν τα μικρού μεγέθους αρχαία από τα μνημειώδη. Κάπως έτσι οι συλλέκτες μεταπήδησαν από τις κλασικές στις κυκλαδικές αρχαιότητες!

Γύρω στο 1961 έγινε ηΤΟ-ΚΥΚΛΩΜΑ-ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ- μεγάλη λαθρανασκαφή στην Κέρο, μία από τις σημαντικότερες και αινιγματικότερες αρχαιολογικές θέσεις των Κυκλάδων, η οποία συνεχίστηκε σε όλη τη δεκαετία του ’60. Εκατοντάδες θραύσματα αγγείων και ειδωλίων κατέκλυσαν τη διεθνή αγορά, σχηματίζοντας στα χέρια του Ελβετού καθηγητή Ερλενμάγιερ τον λεγόμενο Θησαυρό της Κέρου. Η οικογένεια Γουλανδρή αμέσως απέκτησε τη συλλογή, ακολουθώντας μια γραμμή που έκτοτε τήρησε το ελληνικό κράτος, με βάση έναν νόμο του 1935: καλύτερα τα αρχαία να καταλήξουν σε ιδιωτικό συλλέκτη παρά να εκπατρισθούν. Η συναίνεση της αρχαιολογικής υπηρεσίας στην ανάμειξη ενός ιδιώτη σε μια ελληνική συλλογή εξυπηρετούσε το βασικό κριτήριο να μη φύγουν τα αντικείμενα στο εξωτερικό.

Έτσι η συγκέντρωση των κυκλαδικών ευρημάτων έδωσε την ευκαιρία στους Έλληνες αρχαιολόγους να ασχοληθούν με την καταγραφή τους και συνεπώς οι εγχώριοι επιστήμονες αποτέλεσαν ανεπίληπτα συστατικό μέρος της όλης προβληματικής κατάστασης. Είναι η αντίληψη που επικρατεί τη δεκαετία του ’60 πριν από τη Συνθήκη της ΟΥΝΕΣΚΟ που έμελλε δραματικά να αλλάξει ολόκληρη την ηθική γύρω από τη διεξαγωγή του εμπορίου αρχαιοτήτων και τη συγκρότηση ιδιωτικών συλλογών.

christiesΤι συμβαίνει όταν κάτι βγαίνει από το έδαφος στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Ιορδανία ή την Ιταλία; Μια μεγάλη διαδρομή που έχει ως πρώτο σταθμό το Φρη Πορτ της Γενεύης, ένα τεράστιο συγκρότημα αποθηκών στο οποίο μπορεί να εισάγονται και να εξάγονται αρχαιότητες χωρίς κανέναν τελωνειακό έλεγχο, πιστοποιητικό ή παραστατικό προέλευσης. Μα πώς διαφεύγει, αναρωτιέμαι, από τους τόσο νομότυπους Ελβετούς; Μια σταθερή κατάληξη αποτελούν οι γνωστοί οίκοι Κρίστι’ς και Σόθμπι’ς. Η μεγαλύτερη δημοπρασία ελληνικών αγγείων που έγινε ποτέ πραγματοποιήθηκε το 2000 στους Κρίστι’ς. Η ελάχιστη έστω νομιμοποίηση της δημοπρασίας αυτής και κάθε ανάλογης στηρίζεται πρώτα στο γεγονός ότι κάποιος αρχαιολόγος παίρνει την ευθύνη να συντάξει, να προλογίσει και να σχολιάσει τον κατάλογό της!

Το 1992 εγκαινιάζεται στην Ιερουσαλήμ ένα νέο ιδιωτικό μουσείο, το Μουσείο των Χωρών της Βίβλου, που σε λίγα χρόνια εμφανίζει μια εντυπωσιακή ξεχωριστή πτέρυγα με ελληνικές αρχαιότητες. Μόνο που δεν υπήρχε καμία συγκεκριμένη ένδειξη για το πού και πότε βρέθηκαν τα συγκεκριμένα εκθέματα. Κατά τα άλλα, σκοπός του μουσείου είναι η συγκέντρωση αντικειμένων από την βιβλική περίοδο, ώστε «άνθρωποι όλων των πεποιθήσεων να επιστρέψουν στα ήθη και την ηθική της Βίβλου». Η ηθική πάνω απ’ όλα!

Βόρεια ΚϋπροςΣε κάποιο άλλο κεφάλαιο διαβάζουμε για το Τέμπλο της Παναγίας της Κανακαριάς και την Μαφία του Μονάχου. Στο βόρειο, κατεχόμενο τμήμα του νησιού, οι είκοσι περίπου χιλιάδες εικόνες που κλάπηκαν από εκκλησίες και μοναστήρια μεταφέροντας στις καρότσες των αγροτικών ημιφορτηγών με κατάληξη συνήθως το Μόναχο. Εδώ η αφήγηση ξεπερνάει κάθε κινηματογραφική φαντασία. Η εκκλησία λεηλατήθηκε το 1976 κι έγινε γνωστή μόλις το 1979 από έναν Άγγλο τουρίστα. Δέκα χρόνια μετά μια έμπορος τέχνης στην Ινδιανάπολη αγόραζε από γνωστό αρχαιοκάπηλο τέσσερα ψηφιδωτά του ναού, αλλά η έφορος του Μουσείου Πωλ Γκεττύ την κάρφωσε στην Εκκλησία της Κύπρου, η οποία την μήνυσε και κέρδισε την υπόθεση.

Η απόφαση ήταν ιστορική, διότι δεν ασχολήθηκε με τον φυσικό αυτουργό της κλοπής αλλά με τον έμπορο τέχνης που εισέπραξε το μερίδιο του λέοντος από την όλη συναλλαγή. Φυσικά τα συγκεκριμένα συναλλακτικά «ήθη» και έθιμα δεν άλλαξαν στο παραμικρό. Η περίπτωση της Κύπρου είναι ενδεικτική: το διεθνές εμπόριο εκμεταλλεύεται ιδιαίτερα τις χώρες όπου επικρατεί πολιτική αστάθεια, εμφύλιος πόλεμος, τοπική σύρραξη ή ξένη κατοχή. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Λίβανος, Σομαλία, Καμπότζη, Αφγανιστάν, Ιράκ. Και στον αντίποδα, η ιστορία που ούτε κινηματογραφικά δεν μπορεί να αποδοθεί: η περίφημη ληστεία της Κορίνθου, που παρουσιάζεται σε ένα αδιανόητο χρονικό, από την εμπλοκή ομογενών «πατριωτών» μας και τα κοντέινερ στο Μαϊάμι της Φλόριντα όπου βρίσκονταν κρυμμένα για οκτώ χρόνια μέχρι την επιστροφή τους.

IRAQ-US-MUSEUMΜια μεγάλη πυραμίδα αποτελεί πλέον θεσμικό και αποδεκτό μνημείο της μεγάλης πολιτισμικής κλοπής. Το εμπόριο στηρίζεται στις λαθρανασκαφές, την κλοπή και την λεηλασία. Ακολουθούν αγοραστές και συλλέκτες, μουσεία και ιδιώτες. Ο όρος κύκλωμα ίσως είναι πολύ μικρός για να περιλάβει όλα τα γρανάζια ενός τόσο βρώμικου συστήματος. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα βιβλίο που οφείλουν να διαβάσουν όχι μόνο όλοι όσοι «ασχολούνται» με τον πολιτισμό αλλά και εκείνοι που υμνούν να μιλούν εξ ονόματος της εθνικής μας κληρονομιάς. Θα ήταν απλώς ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα αν επρόκειτο για μυθοπλασία. Δεν είναι όμως, συνεπώς απαιτεί ορθάνοιχτα μάτια και πολύ γερό στομάχι για να διαβαστεί και, κυρίως, να χωνευτεί.

Εκδ. Άγρα, 2006, 535 σελ. Περιλαμβάνονται: γυαλιστερό 32σέλιδο με 72 έγχρωμες φωτογραφίες με τις επεξηγήσεις τους. Επίμετρο: Παράρτημα 1: Η Σύμβαση του 1972, Η Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας, Πίνακας με τα 172 πιο ακριβά αγγεία που πουλήθηκαν σε δημοπρασίες από το 1960 έως το 2000, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Κεφαλή Διονύσου από την ληστεία της Κορίνθου / Από την Γόρτυνα στο … Λούβρο / Βυζαντινός ναός στη Βόρεια Κύπρο / Βαγδάτη 2003.

10
Ιολ.
13

Μαριλένα Αστραπέλλου – Πρόσωπα

PROSOPA_EX_Layout 1Διαλογικό πανόραμα σύγχρονης σκέψης και δημιουργίας

… όλες οι σύγχρονες δραστηριότητες, όλες οι μετακινηματογραφικές δραστηριότητες είναι βέβαια πολύ ενδιαφέρουσες. Επιδίδομαι σε αυτές. Είμαι καλλιτέχνης VJ, κάνω ταινίες που προβάλλονται σε κινητά τηλέφωνα και ασχολούμαι με τη διαδραστικότητα των μέσων. Όλα αυτά όμως είναι προσωρινά φαινόμενα, συναρπαστικά μεν, αλλά βαθύτατα συνδεδεμένα με σύγχρονες ενεργειακές δυνάμεις. Πια παράδειγμα, τίποτε απ’ ότι προανέφερα δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τον ηλεκτρισμό. Τι θα συμβεί αν κάποιος τραβήξει την πρίζα; Η ζωγραφική στον πυρήνα της είναι πολύ απλή τεχνολογία και όλοι στον κόσμο μπορούν να την κάνουν. Και όταν ο πολιτισμός βουλιάξει στον υπόνομο – και είμαι σίγουρος ότι αυτό θα συμβεί – οι τελευταίες δραστηριότητες του ανθρώπου και πάλι θα αφορούν τη ζωγραφική. Οι παραθέσεις κειμένων δημιουργούν προβλήματα στη μετάφραση, υπάρχουν οι περιορισμοί της γλώσσας. Η δύναμη της ζωγραφισμένης εικόνας όμως είναι προφανής σε όλους. Είμαι σίγουρος λοιπόν ότι θα είναι παντοτινή…

marilena 3… απαντά ο Πίτερ Γκρίναγουεϊ σε ερώτηση που αφορά την ζωγραφική και κατά πόσο θεωρείται παρωχημένο μέσο έκφρασης σε ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από άλλες εικαστικές δυνατότητες χάρη στην τεχνολογία, την οποία άλλωστε εξυμνεί και ο ίδιος με τη δουλειά του. Η ερώτηση δεν είναι τυχαία· ο εξαιρετικός σκηνοθέτης τα τελευταία χρόνια μελετάει ζωγραφικά αριστουργήματα, τα οποία εντάσσει σε πολυμεσικές δημιουργίες, με λόγο, μουσική και εικόνα. Ο δαιμόνιος δημιουργός είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων ομιλητής που ομολογεί πως το πρωταρχικό του ενδιαφέρον είναι «η έκφραση ιδεών από εικονογραφικά μέσα, πρωτίστως μέσω της ζωγραφικής, η οποία είναι πολύ ανώτερη από τον κινηματογράφο».

Ο δικός του κινηματογράφος πάντως υπήρξε συγκλονιστικός και όποτε χρειαστεί τον υπερασπίζεται, ιδίως απέναντι στην κατηγορία της συναισθηματικής απόστασης των ταινιών του, θυμίζει τις αιχμές της σεξουαλικής εμπειρίας στον αξέχαστο Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του και ο Εραστή της ή την βαθιά επιθυμία για σεξουαλικη συντροφικότητα στο αξιόβλεπτο Κρυφό ημεPETER_GREENAWAY_2009_CPH_v2ρολόγιο. Όσον αφορά τη θρησκεία ο Γκρίναγουεϊ πιστεύει πως οι περισσότερες θρησκείες είναι μισογυνικές και πάντα δυσκολεύονταν να χειριστούν την θηλυκότητα, ίσως επειδή οι περισσότερες δημιουργούνται από γέρους και φοβισμένους άνδρες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την έννοια της γυναικείας σεξουαλικότητας, της γυναικείας δύναμης, την ικανότητα γέννας και δημιουργίας. Ίσως γι’ αυτό και ο ίδιος στις ταινίες του υποβάλλει γυναίκες σε ταπεινωτικές καταστάσεις, που «περνάνε στην πραγματική ζωή έτσι κι αλλιώς».

Δεν υπάρχουν όρια. Το πιο γενναίο πράγμα είναι να ζεις ανάμεσα στα δυο φύλα. Σε αυτή την γκρίζα ζώνη. Όχι ότι θέλω αλλαγή φύλου. Ένα τμήμα του εαυτού μου είναι θηλυκού γένους και ένα άλλο αρσενικού. Η Σούζαν Σόνταγκ μου είπε κάποτε: «Ποτέ δεν ξέρεις τι φύλο είσαι κάθε μέρα που έρχεται. ¨Όπως ποτέ δεν ξέρεις τι ηλικία έχεις κάθε μέρα που περνάει». Κάποιες φορές είμαι ένα αγορόσι, άλλες ένας άνδρας, άλλοτε ένα κορίτσι και άλλοτε μια γυναίκα, κάποιες άλλες φορές είμαι drag queen. Εξαρτάται πώς αισθάνεσαι για τον εαυτό σου τη συγκεκριμένη μέρα. Δεν έχει να κάνει με το τι βλέπει ο κόσμος.

Goldin_Portraitεξομολογείται η Ναν Γκόλντιν, μια άλλη ιέρεια της εικόνας, από τον φωτογραφικό αυτή τη φορά κόσμο, έναν κόσμο που την βοήθησε να μιλάει, στην ουσία άρχισε να φωτογραφίζει  για να αποκτήσει τη δική της γλώσσα και να διακόψει δυο βουβά χρόνια. Αν θεωρεί πως κάτι έχει καταφέρει, αυτό είναι ότι «έδωσε στον κόσμο την άδεια να «νομιμοποιήσει» τη ζωή του μέσα από την καλλιτεχνική φωτογραφία, ενώ εκπλήσσεται με τις βλακώδεις αντιδράσεις σχετικά με την φωτογραφία της με τα δυο κοριτσάκια από το Βερολίνο, βαφτιστήρια της, που χορεύουν γυμνά, καθώς κατηγορήθηκε για παιδεραστία! Η δική της επιθυμία ήταν ο συμβολισμός της μεγάλης αδελφής, η επιθυμία της μικρότερης να της μοιάσει, μια αληθινή ψύχωση της Γκόλντιν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της. Η περίπτωση, νομίζω, είναι ενδεικτική της ισοπέδωσης προθέσεων και εννοιών, καθώς και νέων μορφών εξουσίας. Και μιλώντας για εξουσίες:

Από την εποχή του Πλάτωνα η εξουσία πιστεύει ότι το γράψιμο εμπεριέχει κίνδυνο. και όντως έτσι είναι, επειδή ο λόγος που χρησιμοποιεί είναι τελείως διαφορετικός από όλους τους άλλους λόγους. Τον οικογενειακό, τον οικονομικό, τον θρησκευτικό. Ο Κάφκα έκανε λόγο στα βιβλία του μόνο για τη σχέση με τον πατέρα του και παρ’ όλα αυτά τον είχε απαγορεύσει το κομμουνιστικό καθεστώς για σαράντα χρόνια.

52324-924-550Ο λόγος έχει ήδη περάσει στον Ενρίκε Βίλα – Μάτας που επιμένει πως ο κόσμος πάντα φαντάζεται ότι ζει σε ένα τέλος εποχής, ήδη και από την εποχή της Βίβλου, πως η ιστορία της λογοτεχνίας είναι μια σειρά από αναστάσεις μέσα από πράγματα που φαίνονταν πως είχαν πεθάνει και πώς σήμερα είναι δυσκολότερο από ποτέ να βρεις αναγνώστες αν θες να γράφεις σοβαρά. Ο Καταλανός λογοτέχνης «πιστεύει στη δύναμη των λέξεων», κατά τη φράση του Ελίας Κανέτι και υποστηρίζει πως οι συγγραφείς του άλλαξαν τη ζωή: Όλες οι ιστορίες που ζει ο ίδιος ή ο κόσμος γύρω του τού θυμίζουν ιστορίες που έχει διαβάσει.

J_COE_20--469x239Ένας άλλος αξιανάγνωστος συγγραφέας, ο Τζόναθαν Κόου δεν βλέπει το νόημα να είναι κανείς συγγραφέας αν πιστεύει πως όλα βαίνουν καλώς στο κόσμο. Το γράψιμο αποτελεί για τον ίδιο μια θεμελιώδη έκφραση της δυσαρέσκειας για την πραγματικότητα γύρω του, είτε συναισθηματικά είτε από κοινωνική πολιτική άποψη. Ο συγγραφέας συζητά πάντα με ενδιαφέροντα τρόπο για την σύγχρονη πραγματικότητα, όπως άλλωστε την αποτύπωσε στον Ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ: οι Βρετανοί είναι πολύ καλοί στο να καταπνίγουν τα συναισθήματά τους· κουκουλώνουν αυτό που αισθάνονται μέχρις ότου τα πράγματα φτάσουν στο απροχώρητο. Αυτή τη στιγμή, λέει ο Κόου, ο κόσμος δεν συνειδητοποιεί το μέγεθος της κρίσης και τι του έχει ζητηθεί να στερηθεί· θα το καταλάβει σε μερικά χρόνια.

fran-liebowitzΚαι πώς παρατηρεί την κρίση η συγγραφέας και ευθυμογράφος Φραν Λίμποβιτς, μια απολαυστική public speaker στην καρδιά του κόσμου, ή έστω της Νέας Υόρκης;  Όλους να συμπεριφέρονται σαν να πρόκειται για μια φυσική καταστροφή, σαν τη έκρηξη ενός ηφαιστείου ή σαν να πρόκειται για ένα μεταφυσικό μυστήριο και να λένε «Τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτό μας συνέβη». Κανείς δεν αντιλαμβάνεται πως στις πραγματικότητα οι αιτίες που προκάλεσαν την κρίση ήταν πολύ ανθρώπινες. Σε μια δημοκρατία, όταν τα πράγματα καταρρέουν, φταίνε οι άνθρωποι, υποστηρίζει η Λίμποβιτς και συνεχίζει:

Η δημοκρατία είναι το πιο περίπλοκο πολίτευμα, διότι πρόκειται για μια αφύσικη μορφή διακυβέρνησης. Για παράδειγμα, οι φυσικές, αυθόρμητες μορφές οργάνωσης που σχηματίζουν τα παιδιά σε μια σχολική αυλή είναι είτε ένα σύστημα βασιλείας όπου ένας άτομο συμπεριφέρεται σαν βασιλιάς είτε ο φασισμός όπου ένα άτομο τρομοκρατεί τα υπόλοιπα. Είναι φυσικό για τους ανθρώπους να είναι ατομιστές. Η δημοκρατία είναι κάτι που πρέπει να διδαχθείς, χρόνο με τον χρόνο, για να το μάθεις.

Autosave-File vom d-lab2/3 der AgfaPhoto GmbHΟ Ντάνιελ Μέντελσον, εκτός από συγγραφέας των Χαμένων, μεταφραστής του Καβάφη και δημοσιογράφος σημαντικών εντύπων πάντα με μια αρχαιοελληνική αναφορά στα κείμενά του, παίρνει θέση υπέρ της αναγκαιότητας απέναντι στην τυχαιότητα: μπορεί να μην προέρχεται από ελληνικό περιβάλλον, «αλλά ο καθένας μας βρίσκει τον πολιτισμό που του χρειάζεται». Έχοντας ως ομοφυλόφιλος δημιουργήσει οικογένεια με μια φίλη του, άρα τοποθετημένος «έξω από την φυσιολογική, αναμενόμενη ιστορία ζωής», o συγγραφέας διαπιστώνει σε αυτό το νέο οικογενειακό μοντέλο την καλύτερη εφαρμογή της «κατανεμητικής δικαιοσύνης της φιλίας». Και τι έμαθε από την ανασύνθεση της Οδύσσειας που αφάνισε την οικογένεια του αδελφού του πατέρα του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μια τραυματική αφήγηση που έγραψε στους Χαμένους ακριβώς για την ξορκίσει;

Αυτό που είναι σοκαριστικό όταν εντρυφείς στο Ολοκαύτωμα είναι ότι συνειδητοποιείς πόσο λεπτό είναι το επίχρισμα του πολιτισμού. Βλέπεις πόσο γρήγορα μπορεί να διαλυθεί Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό που μου είπε ένας από τους επιζήσαντες: «Μετά από μια βδομάδα τρόμου και πείνας ο άνθρωπος θα κάνει τα πάντα». Ο πολιτισμός δεν μπορεί να δώσει τη λύση σε κάθε περίσταση. Οι άνθρωποι, ή μάλλον κάποιοι άνθρωποι, αποκτηνώνονται πολύ γρήγορα. Αφότου τελείωσα το βιβλίο, για κάποιο διάστημα ένιωθα φριχτή καχυποψία. Όπως περίμενα το μετρό στην αποβάθρα κοίταζα τριγύρω μου τους ανθρώπους και σκεφτόμουν «μπορούν οι άνθρωποι να γίνου δολοφόνοι;». Τρελαίνεσαι όταν έρχεσαι σε πολύ κοντινή επαφή με αυτό το γεγονός. Και όμως όχι, οι άνθρωποι δε μαθαίνουν ποτέ. Γι’ αυτό διαβάζουμε τον Καβάφη.

doris_lessing1Οι ερωτήσεις της Αστραπέλλου είναι ευθύβολες, δεν χαρίζονται στον συνομιλητή, επιμένουν σε διευκρινίσεις όταν εκείνος εκφράσει συζητήσιμο αφορισμό και δεν αφήνουν ανεκμετάλλευτες τυχόν ενδιαφέρουσες κρίσεις. Γενικώς δημιουργείται ένα κλίμα συζήτησης επί ίσοις όροις, δίνοντας φυσικά μέγιστο χωροχρόνο στον συνεντευξιαζόμενο. Η ευρύτατη πολιτισμική προέλευση των δημιουργών προσδίδει στο corpus των διαλόγων ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πανόραμα σύγχρονης δημιουργικής σκέψης και πράξης – απόλυτα σύγχρονης και ταυτόχρονα διαχρονικής.

vargas-llosaΤζορτζ Λόης, Ντόρις Λέσινγκ, Σωτήρης Δημητρίου, Ραλφ Στέντμαν, Γκίλμπερτ, Τζορτζ, Ορχάν Παμούκ, Αντρέ Ασιμάν, Ίαν Ράνκιν, Μωρίς Αττιά, Ρομέο Καστελούτσι, Ντέϊμιαν Χέρστ, Πάουλ Βεράχεν, Θωμάς Μοσχόπουλος, Φίλιπ Ροθ, Αλέξανδρος Νεχαμάς, Τζέφρυ Ευγενίδης, Ελί Βιζέλ, Μάριο Βάργκας Λιόσα, Τζον Λε Καρέ και Διονύσης Φωτόπουλος συμπληρώνουν το σώμα των εξαιρετικών συνομιλητών επαληθεύοντας, τουλάχιστο στην περίπτωση μου, τα λόγια του Ντον ΝτεΛίλλο στην ερώτηση για τους επιθυμητούς αναγνώστες των βιβλίων του: …μου αρέσει να φαντάζομαι ότι τα διαβάζει κάποιος που αγαπάει την ανάγνωση λογοτεχνίας, που του αρέσει να χάνεται στον κόσμο ενός βιβλίου. Και που ενδεχομένως μπορεί να βρει κάποιο ίχνος παρηγοριάς μέσα σε αυτό. Μοναχικοί άνθρωποι επί το πλείστον.Πράγματι, είναι πολλοί οι άνθρωποι και τα λεγόμενά τους που παρηγορούν.

Εκδ. Πόλις, 2013, σελ. 403.

Στις εικόνες: Peter Greenaway, Nan Goldin, Enrique Vila Matas, Jonathan Coe, Fran Leibovich, Daniel Mendelsohn, Doris Lessing, Mario Vargas – Llosa.

17
Φεβ.
13

Cristopher Hitchens – Hitch 22

ΣCH coverκέψη ανεξάρτητη, πνεύμα αντίλογο

1. Πιστός στην απιστία του

Όταν εκδίδεται αυτό το βιβλίο ο Χίτσενς μόλις έχει γίνει εξήντα ενός και κατά τα λεγόμενα των γιατρών του πιθανώς αυτά να είναι τα τελευταία του γενέθλια. Κι όπως γράφει ο ίδιος, είναι αναγκασμένος να προετοιμάζεται να πεθάνει και ταυτόχρονα να συνεχίσει να ζει, ανακαλύπτοντας μάλιστα πως έχει ακόμα την θέληση να γράψει και την αχόρταγη λαχτάρα να διαβάσει. Άλλωστε πάντα είχε την ιδιαίτερη τύχη να βγάζει τα προς το ζην κάνοντας τα δύο πράγματα με την μεγαλύτερη γι’ αυτόν σημασία, γράψιμο και διάβασμα. Αν ο σκοπός της ζωής του ήταν να πολεμήσει τις προλήψεις, τώρα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος και με τους φόβους που τις τρέφουν. Το «φανταχτερό, κακόγουστο οικοδόμημα από δήθεν θρησκευτικές μεταστροφές στο κατώφλι του θανάτου και από δακρύβρεχτη ευλαβική φιλολογία» άρχισε πάλι να χτίζεται πάνω στην ασθένειά του και δεν έκανε τίποτα παρά να αναζωογονήσει την αθεΐα του και να διατηρήσει ανοιχτή μια μακρά συζήτηση στην οποία είχε από χρόνια συνεισφέρει και ο ίδιος. Η εισβολή του θανάτου τον έκανε ικανό να εκφράσει ακόμα πιο στέρεα «την περιφρόνησή του για την κίβδηλη παρηγοριά της θρησκείας και την πίστη στην επιστήμη και την λογική». Που μαζί με την αγάπη, την φιλία, την λογοτεχνία και την διαλεκτική του γέμισαν το μικρό υπόλοιπο της ζωής του.

2. Οικοτροφεία = απολυταρχίες

CH 1968Η θητεία του στην εμπειρία του αγγλικού οικοτροφείου τού έδωσε τις πρώτες σκέψεις – κλειδιά για τα απολυταρχικά καθεστώτα. H αληθινή ουσία μιας δικτατορίας στην πραγματικότητα δεν είναι η κανονικότητά της αλλά το απρόβλεπτό της και η ιδιοτροπία της: αυτοί που ζουν υπό την εξουσία της δεν πρέπει ποτέ να μπορούν να χαλαρώσουν, δεν πρέπει ποτέ να είναι βέβαιοι αν ακολούθησαν σωστά τους κανόνες. Συχνά ο μόνος εμπειρικός της κανόνας είναι: ό,τι δεν είναι υποχρεωτικό απαγορεύεται. Το να μην έχεις πού να κρυφτείς είναι μια άλλη όψη του πνεύματος του οικοτροφείου. Το μαζοχιστικό στοιχείο τον προσέλκυσε περισσότερο στις παρατηρήσεις του: πώς τα θύματα γίνονταν ευχαρίστως συνεργοί. Στο σχολικό οπλοστάσιο ψυχολογικού βασανισμού ο Χίτσενς αναγνωρίζει πια το λειτουργικό μοντέλο της μονοθεϊστικής θρησκείας όπου η αγάπη προς το υπέρτατο ον είναι υποχρεωτική και εμπνέει τον φόβο· αυτός ο ηθικός εκβιασμός βασίζεται στην πεμπτουσία της δουλοπρέπειας και επιβεβαιώνει την επικουρία της θρησκείας σε κάθε είδος εξουσίας.

3. Τα συστήματα στα σκουπίδια

item3.rendition.slideshowWideHorizontal.christopher-hitchens-life-in-pictures-ss04Έγκαιρα ο Χίτσενς άρχισε να απομυθοποιεί το ένα σύστημα μετά το άλλο. Όταν βρέθηκε στην Κύπρο, την Παλαιστίνη, τη Νότια Αφρική ή οπουδήποτε αλλού, ένιωσε μεγάλη συμπάθεια για εκείνους που αντιστάθηκαν στη βρετανική κυριαρχία, και φρόντισε να καταγράψει οτιδήποτε είδε και έζησε. Από την άλλη, απομυθοποίησε έγκαιρα και τους Εργατικούς καθώς περίμενε να αρνηθούν την βρετανική υποστήριξη στον βρόμικο πόλεμο του Βιετνάμ. Εκεί ένοιωσε πως αδυνατεί να σπαταλήσει τα νιάτα του μένοντας να χάσει απλώς μπροστά σ’ ένα θέαμα απροκάλυπτης ωμότητας και επιθετικότητας, λες κι ήταν κάτι που έπρεπε να το δεχτεί γαλήνια. Υιοθέτησε το παγκόσμιο σύμβολο της ειρήνης, το φόρεσε στο πέτο του και βγήκε στους δρόμους.

Πολέμιος της οικονομίας των όπλων, όπως είναι ο καπιταλισμός, οργισμένος από την συμβατική πολιτική, καχύποπτος απέναντι σε πολλά από τα συνθήματα του Μάη του ’68 που τού ηχούσαν γελοία ή δονκιχωτικά, δεν τσίμπησε με τους «ψευδοδιανοούμενους της ηθικής ανοησίας» όπως ο Χέρμπερτ Μαρκούζε και ο Ρόναλντ ΝΤ. Λενγκ· ο ειδικός του μαρξισμου Αϊζάια Μπερλίν του φάνηκε ημιμαθής, ο Τσόμσκι καθόλου πειστικός· όσο περισσότερο πλησίαζε τους ειδικούς, τόσο περισσότερο ανεπαρκείς έμοιαζαν· όσο γνώριζε τα σωματεία, τόσο στενοκέφαλα και συντηρητικά του φαίνονταν.

cccp_ussr_100Ούτε ο κομμουνισμός τον παραμύθιασε καθώς γνώριζε την δηκτική ρήση του Μπρεχτ για τους ανατολικογερμανούς: «αν ο Λαός απογοήτευσε όντως το Κόμμα, τότε το Κόμμα ίσως θα έπρεπε να διαλύσει τον Λαό και να εκλέξει έναν νέο». Ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που θαύμασε ήταν ο ανά τον κόσμο κυνηγημένος Βικτόρ Σερζ, που έγραψε την πρώτη και καλύτερη μυθιστορηματική απεικόνιση του Μεγάλου Σταλινικού Τρόμου και μια από τις σημαντικές αυτοβιογραφίες του περασμένου αιώνα (Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός επαναστάτη). Μακριά από εθνικισμούς, φασισμούς και κομμουνισμούς, ο Χίτσενς αναζητούσε την Δημοκρατία και τον Διεθνισμό και εντάχθηκε σε μια ομάδα αντισταλινιστών «Διεθνών Σοσιαλιστών» που ενδιαφερόταν για μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση, για μια Αριστερά που ήταν μέσα στην Αριστερά αλλά όχι της «Αριστεράς». Είχε άλλωστε έγκαιρα διαβάσει την μοιραία φράση του Όσκαρ Γουάιλντ: το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό είναι πως σπαταλά πάρα πολλά βράδια σε «συνελεύσεις».

4. Οι απατεώνες της αδιαλλαξίας

Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία του δόθηκε με τη συνεργασία με το New Left Review και αργότερα με το New Statesman και όλα τα σημαντικά αριστερά ή ανεξάρτητα πολιτικά έντυπα που διαμόρφωναν γνώμη. Η πρώτη του εμπειρία στην Βόρεια Ιρλανδία είναι αρκετή:

iraΤελικά αντιλήφθηκα ένα γνώρισμα αυτής της κατάστασης, που έκτοτε με έχει βοηθήσει να καταλάβω περιπτώσεις αντίστοιχης αδιαλλαξίας στον Λίβανο, τη Γάζα, την Κύπρο κι αλλού. Οι τοπικές ηγεσίες που γεννιούνται από τα «προβλήματα» σε τέτοια μέρη, δεν θέλουν να υπάρξει λύση. Μια λύση θα σήμαινε ότι οι μεσολαβητές της Αμερικής και των Ηνωμένων Εθνών δεν θα υποτάσσονταν πλέον στη θέληση τους και δεν θα τους σέβονταν, δεν θα τους προσκαλούσαν  σε διεθνείς διασκέψεις με κύρος και αίγλης, δεν θα τους συμπεριφέρονταν πια με σεβασμό τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δεν θα μπορούσαν να κερδίζουν κάνοντας λαθρεμπόριο και πουλώντας προστασία. Η δύναμη αυτής της παρασιτικής τάξεις παρέτεινε τον ένοπλο αγώνα στη Βόρεια Ιρλανδία χρόνια ολόκληρα αφού είχε γίνει πλέον φανερό στους πάντες ότι κανένας (εκτός από τους κομπιναδόρους) δεν μπορούσε να νικήσει. Κι όταν έληξε, πάρα πολλοί κέρδισαν απ’ την «ειρηνευτική διαδικασία». [σ. 175]

5. Κόκκινοι καταυλισμοί

ΘαErich-Honecker-a18394143 μπορούσε η Κούβα να αποτελεί την τελευταία ελπίδα; Μπορεί σήμερα η Αβάνα, όπως γράφει, να κυβερνάται από μια ρυτιδωμένη ολιγαρχία γέρικων κομμουνιστικών ξόανων, τότε όμως έμοιαζε νεανική και αυθόρμητη και βοηθούσε γενναία τις κατατρεγμένες λατινοαμερικανικές χώρες. Βρίσκεται λοιπόν φιλοξενούμενος σε …ειδικό καταυλισμό για «διεθνιστές», πλημμυρισμένο από εμψυχωτική μουσική και κομπαστικούς λόγους από τα μεγάφωνα, και μόλις που επιχειρεί να κάνει μια βόλτα στη φύση τον σταματούν στην πύλη: δεν ήταν ελεύθερος να πάει πουθενά, είχε φτιαχτεί πρόγραμμα ειδικά γι’ αυτόν κι έπρεπε να το ακολουθήσει. Για άλλη μια φορά ο Χίτσενς αναγνωρίζει γνώριμες αιωνόβιες καταστάσεις: ο κουβανικός σοσιαλισμός κατά ένα τρόπο μοιάζει πάρα πολύ με ιδιωτικό οικοτροφείο και κατά έναν άλλον με εκκλησία. Εκεί τον βρίσκει και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα, που ο Κάστρο, εξαρτημένος από την σοβιετική βοήθεια, κατάπιε μεγαλοπρεπώς. Ο καστροϊσμός λοιπόν φαίνεται πως είχε νόημα στην Λατινική Αμερική και τις τερατώδεις δικτατορίες αλλά συμμετείχε στην οικουμενική κομμουνιστική σιωπή για τις τερατωδίες της Ανατολικής Γερμανίας.

Kurdistan against Hussein first Gulf War6. Οι επαναστατικές αποστολές

Μια από τις μεγάλες ελπίδες του ’68 ήταν η απαλλαγή της Ισπανίας και της Πορτογαλίας από τα απαρχαιωμένα φασιστικά τους καθεστώτα. Η πτώση του φασισμού στην Λισαβόνα το 1974, η χειραφέτηση των αφρικανικών της αποικιών, τα πρώτα φεμινιστικά μανιφέστα, η έντονη μυρωδιά στον αέρα του επί μακρόν κατεσταλμένου σεξ, η απουσία έστω και ενός πυροβολισμού στην αρχή τον γέμισαν με αισιοδοξία. Όταν όμως ρωτούσε γιατί αφού οι επαναστάτες δεν φορούν πολιτικά και γιατί υποτάσσονται στη Σοβιετική Ένωση δεν πήρε απάντηση· ήταν ώρα να φύγει κι από εκεί. Στην Πολωνία η σταλινική γεροντοκρατία ξέπεφτε ως και σε χιτλερικές τακτικές για να καταπνίξει τις διαφωνίες. Ήταν εκπληκτικό, γράφει, να βλέπεις σε ποια έκταση το κομματικό κράτος εξαρτιόταν από ψέματα· κάθε είδους χονδροειδής διαστρέβλωση αποτελούσε καθημερινό γεγονός στα πολωνικά μέσα ενημέρωσης. Κατά τα άλλα, τα όπλα παρέμεναν τα ίδια: μισαλλοδοξία, αντισημιτισμός, δωσιλογισμός. Έφυγε κρατώντας τα λόγια του αντιφρονούντος Άνταμ Μίτσνικ: Η αληθινή πάλη για εμάς είναι να πάψει ο πολίτης να είναι ιδιοκτησία του κράτους.

romania 1989Επόμενη στάση η Αργεντινή του φόβου υπό την χούντα του Βιντέλα, γεμάτη από τα δίχως διακριτικά Φορντ Φάλκον της στρατιωτικής αστυνομίας. Ο ίδιος ο δικτάτορας δεν κράτησε τα προσχήματα και του είπε απερίφραστα και προς έκπληξη των επιτελών του πως κίνδυνο δεν αποτελεί μόνο ο βομβιστής αλλά και ο ιδεολόγος. Ο Χίτσενς έζησε από πρώτο χέρι την στενή τους παρακολούθηση αλλά ήταν ήδη γνωστός και κανείς δεν τον άγγιξε. Όμως η εμπειρία του σκοτεινού, βασανισμένου Μπουένος Άιρες ήταν καθοριστική.  H ώρα για τις ΗΠΑ είχε φτάσει, μαζί με τις βασικές του απορίες: Πώς γίνεται η πιο συντηρητική και εμπορική κοινωνία στη γη να είναι ταυτόχρονα και η πιο επαναστατική; Πώς γίνεται και σε όσες χώρες έχει εργαστεί ως ανταποκριτής – Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρο, Χιλή η αμερικανική εξουσία πάντα στήριζε τις δυνάμεις της αντίδρασης; Πώς ο Χένρυ Κίσινγκερ είχε το ελεύθερο να υποκινεί φόνους και να χρηματοδοτεί στρατιωτικά πραξικοπήματα; Το βιβλίο του για τον τελευταίο υπήρξε το πρώτο που δεν φοβήθηκε μην αποτελέσει σφαίρα στην πλάτη του συγγραφέα του.

7. Μια αξιοζήλευτη ζωή

hitchens in iraq 1975 Ο Χίτσενς αυτοβιογραφείται διηγούμενος συναρπαστικές ιστορίες περί πολιτικής, διπλωματίας, δημοσιογραφίας. Δεκάδες σελίδες αφιερώνονται σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ιστορίες και απόψεις πάνω σε διάφορα θέματα: στις γελοίες προσωπικότητες του Ρίγκαν και της Θάτσερ και την προσωπική του γνωριμία με την Σιδηρά Κυρά, στο τραγικό κυνήγι του Σαλμάν Ρούσντι και στη φιλία του με τον Μάρτιν Έιμις, στο τρομοκρατικό χτύπημα της 11/9 και την κάθετη διαφωνία του με τον Τσόμσκι που μίλησε για απονομή δικαιοσύνης, στο Μεσανατολικό και την διαφωνία του με τον Έντουαρντ Σαΐντ, στον κουρδικό αγώνα του μεγαλύτερου πληθυσμού στον κόσμο δίχως δικό του κράτος, σε αποστολές στη Βοσνία, τη Βόρεια Κορέα, το Ιράκ και το Αφγανιστάν αλλά και στην ευθύνη που βίωσε όταν ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του επηρεασμένος από ένα άρθρο του.

DSC_0026Με κάθε ευκαιρία άλλοι χείμαρροι λέξεων αφιερώνονται στις σκέψεις του για την αυτοκτονία (η μητέρα του βρέθηκε νεκρή στην Αθήνα ύστερα από μια συμφωνία αυτοχειρίας με τον μανιοκαταθλιπτικό εραστή της) και στο ποτό, καθώς υπήρξε πάντα γερός, ανίκητος πότης ακολουθώντας την άποψη του Τσαρλς Ράιντερ στο Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ όταν πως διαλέγει να πίνει χάρη στην «αγάπη για τη στιγμή και στην επιθυμία να την παρατείνει και να την εντείνει» αλλά και στην απέχθειά του για τα ναρκωτικά που θεώρησε εξίσου θλιβερή και επιπόλαιη τάση φυγής, σχεδόν εξίσου αξιοκαταφρόνητη με τις θρησκείες, ιδίως τις τρεις μονοθεϊστικές που πολέμησε ως το τέλος, ως απάνθρωπα συστήματα που σε τιμωρούν για τη φύση σου και σε παρενοχλούν ακόμα και στον θάνατό σου με τις γνωστές φλυαρίες περί μεταθανάτιας ζωής. Στις τελευταίες του στιγμές προτίμησε να έχει δίπλα του τους φίλους του και να κοιτάζει κατάματα τις αλήθειες του.

USA - Authors - Christopher HitchensΚάθε άρθρο, κάθε κριτική, κάθε βιβλίο που ’χω δημοσιεύσει ή εκδώσει, συνιστά έκκληση προς το άτομο ή τα άτομα με τα οποία θα ’πρεπε να είχα μιλήσει προτού τολμήσω να το γράψω. Δεν ξεκινώ ποτέ να γράφω ως και το πιο μικρό δοκίμιο δίχως την ελπίδα – και τον φόβο επειδή υ συνάντηση μπορεί επίσης να φέρει αμηχανία – ότι θα λάβω ένα γράμμα που θ’ αρχίζει: «Αγαπητέ κ. Χίτσενς, φαίνεται να αγνοείτε ότι…». Υπ’ αυτήν την έννοια ο αναγνώστης συνυπογράφει την πατρότητα του κειμένου. Και δεν γίνεται αλλιώς – ανακαλύπτεις τι θα ’πρεπε να γνωρίζεις μόνο αν έχεις παραστήσει ότι ήδη γνωρίζεις ένα μέρος του. [σ. 405]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, σ. 487, με δεκαπεντασέλιδο ευρετήριο [Cristopher Hitchens – Hitch 22, 2011].

Στις εικόνες: Σοβιετική Ευωχία, Βορειοιρλανδικη Ισορροπία, ο Θεός της Άθεης Ανατολικής Γερμανίας και ο Χίτσενς σε αποστολές στο Κουρδιστάν (Πόλεμος του Κόλπου, 1991), στη Ρουμανία (1989) και στο Ιράκ (1975).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Hitch Only Rock’n’Roll.

05
Φεβ.
13

Ελένη Βαροπούλου – Το θέατρο στην Ελλάδα. Η παράδοση του καινούργιου, 1974 – 2006. Τόμος Β΄

1040 BAROPOYLOY_THEATRO Bκαι η δεύτερη πανδαισία σκηνικών συλλογισμών

Στο μισοερειπωμένο Καφέ Francis, σ’ έναν κατάσπαρτο με νεκρά φύλλα πλατανιών χώρο, η Ωρελί συναντάει τους γαντοφορεμένους καιροσκόπους, μέλη ανώνυμων εταιρειών, γραφικούς τύπους, ανθρώπινα εμβλήματα του καθημερινού Παρισιού. Η τερατώδης εμφάνισή της μετατρέπεται σε εξιδανικευμένο είδωλο («η ωραία Κυρία του Σαγιώ») πίσω από ένα θαμπό τζάμι, φίλτρο της παραίσθησης. Στην περίφημη δεύτερη πράξη η Τρελή του Σαγιώ παγιδεύει και δικάζει με τις άλλες τρελές τους κακούς και διεκπεραιώνει την τελετή της εξολόθρευσής τους. Στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε., [1982, με τα αξέχαστα σκηνογραφήματα του Διονύση Φωτόπουλου] η αυταρχική, παρορμητική Ωρελί, βαλσαμωμένη ιέρεια, ζυμωμένη με όνειρα και αναμνήσεις ρυθμίζει τις σχέσεις καλών και κακών, πιστή στους κανόνες της σκηνικής φαντασμαγορίας του Ζιρωντού.

PinterΣτην Βουνίσια γλώσσα του Χ. Πίντερ [Θ. Σημείο, 1991] ο θίασος μετατοπίζει τη γλώσσα από την περιοχή του ψυχολογικού τρόμου (εκεί όπου η γλώσσα είναι ταυτόσημη με την καταπίεση και αποτελεί μέσο βασανισμού και εξουσίας), στην περιοχή του σωματικού τρόμου και [φτιάχνει] μια παράσταση ρέκβιεμ για τη γλώσσα, όχι μόνο επειδή ο Πίντερ εγκαλεί τα όρια της γλώσσας ως απαρχής και τέλους της ανθρώπινης επικοινωνίας αλλά και γιατί η γλώσσα σπαράσσεται και βουβαίνεται μέσα στο οπτικοακουστικό πανδαιμόνιο της παράστασης. Σε άλλο πιντερικό Τοπίο [Θ. Τέχνης, 1982], οι εικόνες που αναθυμούνται κλεισμένοι στον εαυτό τους η Μπεθ και ο Νταφ, ζωγραφισμένες με διαφορετική αισθαντικότητα και ποιότητα ερωτικού πάθους, παραμένουν ασύμβατες. Καμία συζήτηση δεν στήνεται, οι δυο ειρμοί βαίνουν παράλληλα στο άπειρο, η διάταξη των ψυχικών τοπίων είναι εξαρχής ασυμβίβαστη, μονόδρομος που δε θα διασταυρωθεί ποτέ.

PP0230M0002v00Όπως και στον πρώτο τόμο, συχνά πριν από τις κριτικές των θεατρικών παραστάσεων προηγείται ένα ευρύτερο κείμενο θεωρητικού και θεατρολογικού προβληματισμού πάνω στον εκάστοτε συγγραφέα ή το είδος που εκπροσωπεί. Έτσι στην ευρύτερη ενότητα «Το φανταστικό και το παράλογο», το ειδικό κείμενο «Το παράλογο ως νέα επικαιρότητα» εντοπίζει έναν πρώτο … παραλογισμό στην συστοιχία τόσο διαφορετικών συγγραφέων, όπως ο Μπέκετ, ο Ιονέσκο και ο Ζενέ κάτω από την επωνυμία Θέατρο του Παραλόγου, καθώς είναι πλέον αποδεκτό πως ο μοναδικός κοινός παρανομαστής όλων όσων ονομάστηκαν Νέο Θέατρο, Θέατρο της αβάν – γκαρντ, Αντι – Θέατρο, Μετα – Θέατρο, Θέατρο του Παραλόγου ήταν μόνο ό,τι απέρριπταν.

Με αφορμή και την παράσταση Αμεδαίος ή Πώς να το ξεφορτωθούμε [Εθνικό Θ., 1980] η κριτικός αναρωτιέται τι μένει από το ιονεσκικό παράλογο, τιθασευμένο και οικειοποιημένο από το ίδιο το αστικό θέατρο που πριν από δεκαετίες είχε βαλθεί να σαρκάσει, χωρίς την τόλμη της πρόκλησης και την δύναμη της έκπληξης, ενώ σήμερα ηχεί γραφικά, παράφωνα και κουρασμένα; Mπορεί το συγκεκριμένο έργο, γραμμένο το 1954, με την συζυγική σύγκρουση ως πρώιμο Παραλήρημα για δυο (1962) και το εύρημα «πεθαμένη αγάπη εκτρέφει ένα πτώμα» να αποκτήσει σύγχρονη φωνή; Και πώς μπορούν να αξιοποιηθούν όλες οι χιουμοριστικές διαστάσεις και ionesco-11-portrait-of-playwright-eugene-ionesco_474να ανακαλυφθεί το κωμικό νήμα που συνδέει το εξουθενωμένο θλιβερό ζευγάρι με τα ανδρείκελα της μικρής πλατείας;

Το περίφημο έργο του Ροζέ Βιτράκ Βικτόρ ή Τα παιδιά στην εξουσία (που έχω δει σε πολλές, έστω και άνισες, παραστάσεις χωρίς ποτέ να το βαρεθώ) επιδέχεται απίσης διαφορετικές αναγνώσεις και επιλογές: κοινωνική παραβολή όπου το παιδί, εγγύηση και διάδοχος της αστικής οικογένειας ξεκουρδίζει το μηχανισμό της και ξεσκεπάζει τα ταμπού της, άρα πρέπει να πεθάνει· πρόδρομος του θεάτρου του παραλόγου· καθαρός φορμαλισμός – παιχνίδι με το φανταστικό, την έκπληξη και το απροσδόκητο· πολιτική αλληγορία μιας επαναστατημένης νεολαίας. Η υπό ερμηνεία παράσταση [Θεατρική Λέσχη Βόλου, 1979] – πρόκληση συμφωνεί απόλυτα με τις σκέψεις του Αντονέν Αρτώ όταν έγραφε στο Γράμμα στην Ίντα Μορτεμάρ αλίας Ντομένικα: «Με ρωτάτε τι περιμένω από το Βικτόρ ή Τα παιδιά στην εξουσία. Είναι πολύ απλό. Τα περιμένω όλα.. Εδώ βρισκόμαστε τελείως μέσα στη μαγεία, τελείως μέσα στην ανθρώπινη πτώση…Το έργο μιλάει για τη βαθιά αντίθεση ανάμεσα στην υποδουλωμένη κατάστασή μας, τις υποδουλωμένες υλικές λειτουργίες μας και την ποιότητα του καθαρού μας νοητικού και των καθαρών πνευμάτων. [σ. 177]

Heroines_SarahKane_400pxΠάνω στο ίχνος του Αρτώ κραυγάζει και το βαθύτερο Εγώ στο έργο της Σάρα Κέην 4:48 Ψύχωση, όπου επιχειρείται μια μετενσάρκωση του σώματος σε λόγο και του λόγου σε σώμα. Η οριακή δραματουργία της Κέην δικαιώνει την διατύπωσή της πως προτιμάει «να ριψοκινδυνεύει τις πιο βίαιες αντιδράσεις και άμυνες από μέρους των θεατών παρά να ανήκει σε μια κοινωνία που έχει αυτοκτονήσει». Μια εντελώς διαφορετική εικόνα Σκληρότητας δίνουν τα τέσσερα σύγχρονα Νό του Γιούκιο Μισίμα που παρουσιάστηκαν από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης [1986] σε μια από τις πλέον αξέχαστες παραστάσεις που βίωσα και ο ίδιος. Ο σκηνοθέτης Νίκος Χουρμουζιάδης έστησε τις ιστορίες σαν γιαπωνέζικη υδατογραφία μέσα στη φωταψία του φεγγαριού και με φόντο τους γαλαξίες της οικουμένης και τις κέντησε με φίνες μελοδραματικές διακυμάνσεις δικαιώνοντας τον Μισίμα ως στυλίστα και ταυτόχρονα δέσμιο του μετενσαρκωμένου προσώπου και της μάσκας.

mamΜια άλλη αξέχαστη παράσταση, που επίσης είχα την τύχη να δω, ήταν η Ολεάννα του Ντέηβιντ Μάμετ [Απλό Θέατρο, 1994], στην μετάφραση του Παύλου Μάτεσι. Θέατρο δωματίου, δραματουργία διεισδυτική, εξαντλητικός διάλογος, τέλειο δείγμα κοινωνικού ψυχογραφήματος, η Ολεάννα κινείται στη «μικροφυσική της εξουσίας», σε ένα πεδίο μικρών εξουσιαστικών δομών όπου κυριαρχεί ένας εκπληκτικός διάλογος βιαστικής καθημερινής στιχομυθίας και ολοκληρωτικής πυκνότητας μαζί. Ο δραματουργός συνέδεσε το εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό ζήτημα με την εξουσία, τόσο τη θεματική όσο και την ρητορική της και η παράσταση ανέδειξε ακριβώς τις εκφάνσεις υπεροχής και υποταγής, τις μετατοπίσεις από θέση ισχύος και θέση αδυναμίας και τους αμοιβαίους εκβιασμούς.

nuxtes-xamenwn-erwtwn-perigrafi-IMG_0006Ένδεικτική αναφορά των κεφαλαίων: Σαίξπηρ & Co (Όρτον, Σω, Φορντ, Στόππαρντ κ.ά., Με στόχο την ψυχαγωγία (Φεντώ, Ντύρενματ κ.ά.), Σε γλώσσα γαλλική (Ζενέ, Κολτές κ.ά.), Το όσιο, το βέβηλο και η σκληρότητα (Θεοφανώ, Χριστός Πάσχων, Μπρέγκελ και Μπος κ.ά.), Το αμερικανικό όνειρο (Μίλλερ, Ο’ Νηλ, Ουίλλιαμς κ.ά.), Ισπανικά Πάθη (Βάλιε – Ινκλάν, Λόρκα, ντε Βέγκα), Στον αστερισμό των Πολωνών (Γκρομπρόβιτς, Βιτκιέβιτς, Ρουζέβιτς κ.ά.), Αριστοφανικές ποικιλίες, Αρχαίοι τραγικοί στα φεστιβάλ, Νεοελληνικές φωνές (Αναγνωστάκη, Ζιώγας, Διαλεγμένος, Καπετανάκης, Χορν, Μανιώτης, Στάικος, Μουρσελάς, Καμπανέλλης, Κεχαΐδης κ.ά.).

Εκδ. Άγρα, 2011, σελ. 558. Με δεκαεξασέλιδο ευρετήριο προσώπων, έργων, θεάτρων και θιάσων. Παρουσίαση του πρώτου τόμου εδώ.

Στις εικόνες: Harold Pinter, ζωγραφική μακέτα κοστουμιού (Διονύσης Φωτόπουλος) για την Τρελή του Σαγιώ, Eugène  Ionesco, Sarah Kane,  David Mamet, Νύχτες Χαμένων Ερώτων.

31
Ιαν.
13

Ελένη Βαροπούλου – Το θέατρο στην Ελλάδα. Η παράδοση του καινούργιου, 1974 – 2006. Τόμος Α΄

0935 BAROPOULOU_THEATROΉδη από την εισαγωγή τα desiderata της κριτικού είναι σαφή: τα κείμενα της συλλογής να μην αποτελούν μόνο άμεση αισθητική αντίδραση και σύντομο θεατρικό στοχασμό πάνω σε συγκεκριμένα θεατρικά γεγονότα αλλά και κατασταλάγματα ενός οράματος θεάτρου, που θα αφορά όχι μόνο τις σημασίες του αρχικού δραματικού ή λογοτεχνικού κειμένου αλλά κυρίως την συγκρότηση των σημασιών κατά την διαδικασία της παράστασης και μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό της περιβάλλον. Τα δεκάδες κείμενα της Βαροπούλου, δημοσιευμένα στις εφημερίδες Αυγή, Πρωινή Ελευθεροτυπία, Μεσημβρινή και Το Βήμα, δεν αφορούν μόνο κριτικές παραστάσεων με την στενή έννοια αλλά επεκτείνονται και σε ευρύτερα θέματα, σε δραματουργούς, σε θεωρητικά ζητήματα και γενικώς αποτελούν μια πλήρη παρουσίαση· σκίτσο το ονομάζει η ίδια αλλά εδώ έχουμε ολόκληρη εικαστική και πολυτεχνική σύνθεση του Θεάτρου στην Ελλάδα κατά την τελευταία τριακονταετία.

1312687-MarivauxΕνδεικτική περίπτωση της ευρύτερης θεματολογίας αποτελούν τα αρχικά εκτενή κείμενα που αφορούν τους θεατρικούς χώρους, σε συνάρτηση με τα κινητά, πλανόδια και περιοδεύοντα θέατρα, το χορευτικό θέατρο, την περφόρμανς, αλλά και τις παραστάσεις των «θεάτρων δωματίου» στην κυριολεξία του όρου. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η Φιλονικία του Μαριβώ όπως παρουσιάστηκε στο [Γαλάζιο Σπίτι της Πλάκας, 1984], στη μετάφραση της Κλαίρης Μιτσοτάκη – το ίδιο κείμενο χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση που προσωπικά με συγκλόνισε από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, το 1987. Στο καθιστικό λοιπόν ενός διώροφου της Πλάκας αναδείχθηκαν πλήρως το άδολο κλίμα των εκμυστηρεύσεων ενός σαλονιού και ο αινιγματικός χαρακτήρας ενός διανοητικού παιχνιδιού αλλά και η αποπλάνηση του συναισθήματος, οι διαστροφές του πολιτισμού και η διαπίστωση πως δεν υφίσταται αγνή, φυσική πράξη έξω από το σύστημα της αγωγής και τους δαιδάλους της γλώσσας.

Η παράσταση του ημιτελούς Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ [Θ. Άνοιξης, 1981, Αμφιθέατρο, 1991] θέτει εξαρχής δύσκολα θεατρικά ζητήματα. Ο πολυεδρικός κορμός της δραματικής ιστορίας του στρατιώτη – κουρέα θίγει ταυτόχρονα την εκμηδένιση ενός λαϊκού ανθρώπου και την συνθλιβή του ατόμου από τον κοινωνικό περίγυρο, το παραλήρημα ερωτικής ζήλειας και απόγνωσης και το οδοιπορικό στην ενδοχώρα της τρέλας. Με τι σειρά θα παιχτούν οι αποσπασματικές ενότητες και ποια πλευρά τους θα ευνοήσει η σκηνοθεσία;

Pressefoto_Bernhard_Schmied_1988Ιδιαίτερο κείμενο αφιερώνεται στις «υποθήκες του Μπέρνχαρντ», του περίφημου κριτή των καθημερινών σχέσεων εξουσίας, καταδυνάστευσης και υποταγής· του ποιητή των εξουθενωτικών μονολόγων με παθητικούς αποδέκτες καταδικασμένους στη σιωπή, που στα δράματά του πέτυχε «μια σύνθεση ολόκληρου του μεταπολεμικού θεάτρου». Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί το έργο Ρίτερ, Ντένε, Φος [Θ. Οδού Κυκλάδων, 1991] όπου η νοσηρή αδελφική τριάδα καταδύεται στην ενδοχώρα των αμοιβαίων εξαρτήσεων και της ψυχοφθόρας σχέσης εξουσιασμού και υποτέλειας και σε μια ιδιότυπη αναζήτηση του χαμένου χρόνου με όλη την αηδία και την οργή της αποτυχίας που προσιδιάζουν στις μπερνχαρντικές μνημονεύσεις τους παρελθόντος. Εδώ οι κραυγές των διαταραγμένων υπάρξεων συγχρονίζονται σε ηχητικά σύνολα και η γελοιότητα των όντων αναδεικνύεται πλήρης μέσα στην απέλπιδα προσπάθεια να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους.

29206_1_org_WedekindFrank___Fotoportrait_mit_verschraenkte_ArmeΕξίσου πυκνό είναι το εισαγωγικό κείμενο για τον Φρανκ Βέντεκιντ, «τον εξπρεσιονιστή πριν από τον εξπρεσιονισμό», τον θεατρικό συγγραφέα, διηγηματογράφο, ποιητή, σκηνοθέτη και ηθοποιό – ερμηνευτή η υπόκριση του οποίου γκρέμισε τον διαχωριστικό τοίχο εξωτερικής και εσωτερικής διάστασης – έκφρασης. Ο Βέντεκιντ εξέθετε ακέραιο τον εαυτό του στη σκηνή ξεκινώντας από μια βαθύτατη ανάγκη αυτοτιμωρίας ενώ στα τολμηρά του δράματα δοκίμασε την προκλητική αντιπαράθεση προς τις κυρίαρχες απόψεις και την παγιωμένη ηθική των αστών, γράφοντας ακόμα και για την θέση της σεξουαλικότητας μέσα στην αστική κοινωνία. Η Λούλου [Ανοιχτό Θέατρο, 1988] αποτέλεσε ακριβώς ένα κείμενο ανταρσίας, που μεταμόρφωνε σε δράμα του λίμπιντο και του γυναικείου πεπρωμένου μια σειρά επεισοδίων υπό την επίδραση και των νιτσεϊκών απόψεων και των αντιλήψεων του Σόπενχάουερ για τη σεξουαλικότητα ως γενεσιουργό δύναμη της ζωής αλλά και την σύγκρουση του γενετήσιου ενστίκτου με την αστική ψευδοηθική.

1- beckettΠερισσότερο απ’ όλα τα δραματικά πρόσωπα του Μπέκετ η Γουίνι στις Ευτυχισμένες μέρες, Ω, οι ωραίες μέρες κατορθώνει να δαμάσει τη μελαγχολία και να διασκεδάσει την αποσύνθεση χάρη σε μια σοφή ελαφρότητα και μια λυτρωτική αμεριμνησία προσφεύγοντας στο ευρετήριο ελάχιστων μικροαντικειμένων, στην υπερβολή εξαίσιων στίχων, σ’ ένα ερωτικό παραμύθι [Δραματικό Θέατρο Ρούλας Πατεράκη, 1990]. Αναρωτιέμαι μήπως αυτό ακριβώς το τραγικωμικό μπεκετιανό σύμπαν αποτελεί φωτεινή πυξίδα στους σύγχρονους ζοφερούς καιρούς.

Ο Πιραντέλο δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει, τόσο ως αντικείμενο ειδικού κειμένου που εξετάζει με ποιο τρόπο οι σύγχρονοι σκηνοθέτες τον βλέπουν σήμερα πέρα από το γνωστό παιχνίδι της μάσκας και των κατόπτρων, όσο και με αφορμή τις σχετικές παραστάσεις. Καθώς Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα [ΚΘΒΕ, 1997] η αγωνιώδης τους αναζήτηση αναδεικνύει την αδυναμία της συγκρότησης μιας παράστασης, την αθεράπευτη αγωνία της τέχνης και της ζωής και την μάσκα ως επιδερμίδα στα διαδοχικά στρώματα της συνείδησης αλλά και ως προσωπείο που προσπαθεί να γεμίσει την άδεια ανώνυμη μορφή.

Pirandello 2Κατά τα άλλα η Ερσίλια Ντρέι, – Να ντύσουμε τους γυμνούς [Διονύσια, 1989] -,  μια επιπλέον περίπτωση στην πλειάδα των έκθετων γυναικείων υπάρξεων, αυτών που ο Πιραντέλο παρουσίασε να ψάχνουν μέσα στο κενό και στην απόλυτη ρευστότητα του Είναι μια υπόσταση αρεστή στους άλλους, συνεχίζει να εκλιπαρεί τον συγγραφέα Νότα να την κάνει εξαγνισμένη ηρωίδα μυθιστορήματος προκειμένου να ξεπεράσει το μαρτύριο της διαλυμένης προσωπικότητας, αλλά ούτε κι αυτόν μπορεί να έχει. Εδώ ο υπαρξιστής Πιραντέλο είναι βέβαιος πως το τραγικό είναι ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπότητας.

Ιδιαίτερα κατατοπιστικά είναι τα κείμενα που αφορούν τον Πέτερ Βάις, τον « ποιητή της Ιστορίας» που μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στην πολιτική και την καλλιτεχνική δραστηριότητα και υπήρξε μέτοικος και πολίτης του κόσμου, διατηρώντας ως μόνιμο πυρήνα της δραματουργίας του την πάλη των ιδεών και την ιστορική αναμέτρηση ομάδων, δυνάμεων και συστημάτων. Ο Βάις προχώρησε τις κοινωνικές του καταγγελίες ακόμα πιο πέρα από τις μπρεχτικές διδαχές και τους δραστικούς σκηνικούς τρόπους της αγκίτ – προπ [θέατρο αγκιτάτσιας – προπαγάνδας], την στεγνή παράθεση ντοκουμέντων [theater Weiss_Peterof facts] και την θεατροποίηση ιστορικών περιστατικών τύπου Χόχουτ. Στην Ανάκριση, για παράδειγμα, δεν παρουσιάζεται το ναζιστικό παρελθόν αλλά εξετάζεται το γερμανικό παρόν έτσι που το παρελθόν να ανασύρεται και να ανασυγκροτείται από αυτό.

Η καταδίωξη και η δολοφονία του Ζαν Πωλ Μαρά, όπως παίχτηκε από το Θεατρικό Όμιλο του Σαραντόν με τη διεύθυνση του κ. ντε Σαντ, [Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης, 1982 και Εθνικό Θέατρο, 1989] προσφέρεται για ανάδειξη της ιδεολογικής διαμάχης γύρω από το νόημα της Επανάστασης και τα πολιτικά και ψυχολογικά ελατήρια του επαναστατημένου ατόμου. Η διαλογική πάλη Μαρά – Σαντ έχει ως κέντρα βάρους την αντίφαση ανάμεσα στην ελευθερία και στην κοινωνική δικαιοσύνη και το ασυμβίβαστο της ανθρώπινης φύσης με τη ηθική. Στη μία πλευρά στέκεται ο φανατικός Μαρά, εκφραστής της επαναστατικής ουτοπίας, στην άλλη ο ντε Σαντ, απόστολος μιας ατομικότητας που διεκδικεί τη βία πέρα από κάθε ηθική παράμετρο και ιστορική αναγκαιότητα.

AVT_Botho-Strauss_8239Το πάρκο του Μπότο Στράτους [Θ. Τέχνης, 1988], του κατεξοχήν Δυτικογερμανού συγγραφέα που αναδείχθηκε μέσα από το ίδιο το θέατρο αποτελεί ένα ιδιαίτερο νοητικό θέατρο, μακριά τις ψευδαισθήσεις της ρεαλιστικής καταγραφής και της ιλουζιονιστικής αναπαράστασης. Ο εκφραστής ενός νεότερου γερμανικού δράματος που δημιουργήθηκε ως αντίποδας στην μπρεχτική κληρονομιά, όπως κάποτε διασκεύασε δραστικά το 1974 τους Παραθεριστές του Γκόρκι, το ίδιο κάνει και τώρα με το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, μόνο που οι θεοί που επιθυμούν να αναζωπυρώσουν τη χαμένη ορμή για έρωτα και ζωή, δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τον εχθρικό κόσμο εμπορευματοποιημένων σχέσεων, σκοπιμότητας και οριστικά αποδιωγμένου πάθους [Θ. Τέχνης, 1982].

Αναζητώντας τις παραστάσεις που και ο ίδιος παρακολούθησα, στέκομαι σΤα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ [Θ. της Οδού Κεφαλληνίας, 1987] του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, σ’ εκείνη την δεύτερη στροφή του προς το μελόδραμα (του οποίου τον κώδικα κατέκτησε άμεσα) και στην αξέχαστη εισβολή στο άδυτο του ερωτισμού, που επαλήθευε εκείνο που ο ίδιος κάποτε έγραψε, ότι ο έρωτας είναι το αποτελεσματικότερο εργαλείο κοινωνικής καταπίεσης.

woyzeck on the HighveldΕίναι αδύνατο να αναφερθούν όλα τα έργα που παρουσιάζονται. Ενδεικτικά αναφέρονται οι κατηγορίες: Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, Σκανδιναβικές ατμόσφαιρες (Ίψεν, Στρίντμπεργκ), Ρωσικές εκλάμψεις (Τσέχοφ, Αρμπούζοφ, Γκέλμαν, Μπουλγκάκοφ κ.ά.), Από την πλευρά των γυναικών, Γερμανόφωνες δημιουργίες (Σίλλερ, Λέσσινγκ, Γκαίτε, Φρόυντ, Σνίτσλερ, Χόρβατ κ.ά.), Το Πολιτικό, η Ιστορία και το Ντοκουμένο (Ντάνιελ Μπέρριγκαν, Αλαίν Ντεκώ κ.ά.), Μπρεχτικές στιγμές, Ζήτημα διασκευής (Μέγιερχολντ, Ζαρρύ, Ζουβέ κ.ά.), Η κομέντια ντελ άρτε, ο Γκολντόνι, ο Φο και ο Ρουτζάντε.

Το θέατρο στην Ελλάδα αποτελείται από δυο τόμους, Α΄ και Β΄. Μια συνολική παρουσίαση θα αδικούσε το πλούσιο υλικό του κάθε τόμου συνεπώς ακολουθεί νέα ανάρτηση για τον Β΄ τόμο.

Εκδ. Άγρα, 2011, σελ. 444. Με δεκαεξασέλιδο ευρετήριο προσώπων, θεάτρων, θιάσων, φεστιβάλ και τίτλων των έργων.

Στις εικόνες: Pierre de Marivaux, Thomas Bernhard, Frank Wedekind, Samuel Beckett, Luigi Pirandello, Peter Weiss, Botho Strauss κι ένας Woyzeck.

25
Ιαν.
13

Γκίντερ Βάλραφ – Από τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Η αθέατη πλευρά του γερμανικού θαύματος

WALLRAFF_HIGHΣτα σωθικά του μοντέρνου γερμανικού μεσαίωνα

Από τους πλέον μαχητικούς, στρατευμένους και πολυδιαβασμένους δημοσιογράφους στον κόσμο ο Βάλραφ (γενν. 1942) εφαρμόζει μια μέθοδο που σχεδόν έχει ταυτιστεί με το όνομά του: προκειμένου να ζήσει από πρώτο χέρι τις καταστάσεις που επιθυμεί να καταγγείλει, γίνεται κομμάτι τους, ως θύμα τους. Μεταμφιέζεται, αποκτά ψεύτικα στοιχεία, αλλάζει «χαρακτήρα» και εισέρχεται χωρίς φόβο με πάθος στα στόματα των λύκων. Οι τίτλοι των βιβλίων του, πολλά από τα οποία αποτελούν συλλογές με ρεπορτάζ, είναι ενδεικτικοί: Σε χρειαζόμαστε: Εργάτης στις γερμανικές βιομηχανίες, 13 ανεπιθύμητα ρεπορτάζ, Εσείς εκεί πάνω, εμείς εκεί κάτω, Ο φασισμός δίπλα μας. Ο Βάλραφ ήρθε στην Ελλάδα τον Μάιο του 1974 και αλυσοδέθηκε στο Σύνταγμα διαμαρτυρόμενος για το δικτατορικό καθεστώς· συνελήφθη, δικάστηκε (με συνήγορο τον Γ.Α. Μαγκάκη) και φυλακίστηκε μέχρι την πτώση της χούντας. Ο Βάλραφ λαμβάνει κάθε βδομάδα γράμματα και e – mail από ολόκληρη τη Γερμανία στα οποία πάσης φύσεως εργαζόμενοι του εξιστορούν τα καψόνια που υφίστανται κάθε μέρα στη δουλειά τους, αδυνατώντας όμως να βγουν από την ανωνυμία τους.

1986-GunterWallraffΚάπως έτσι οδηγείται και στην μεγάλη αρτοποιία Gebr. Weinzheimer Brot που ανήκει στον όμιλο Lidl, στην κατηγορία των προμηθευτών τροφίμων σε τιμές προσφοράς. Η παράκλησή του να εργαστεί το πρώτο διάστημα δωρεάν γίνεται δεκτή με μεγάλη χαρά από τους υπεύθυνους, που συμφωνούν με χειραψία αλλά όχι με συμβόλαιο, και αμέσως εντάσσεται στους εργάτες που φουρνίζουν και συσκευάζουν προψημένα ψωμάκια σε σακούλα. Κάθε φορά που ακούγεται η εφιαλτική σειρήνα, οι εργάτες υποχρεούνται να κατεβάσουν τις καυτές λαμαρίνες από τον ιμάντα, ενώ τα καυτά ψωμάκια εκσφενδονίζονται προς κάθε κατεύθυνση· τα εγκαύματα αποτελούν μέρος της εργασιακής καθημερινότητας. Όταν ο ίδιος ο Βάλραφ τραυματίζεται, διαπιστώνει ότι το ντουλάπι των πρώτων βοηθειών δεν έχει ούτε τα στοιχειώδη, ενώ δεν του επιτρέπεται να πάει στο νοσοκομείο πριν το τέλος της βάρδιας.

gunter_wallraff_623655Από τη στιγμή που το εργοστάσιο βρίσκεται στο έλεος του Lidl, δηλαδή του ενός αγοραστή μεγάλων ποσοτήτων, οι εργάτες εξαναγκάζονται να δουλεύουν αδιάκοπα επί δύο και τρεις εβδομάδες χωρίς ρεπό ή να στέλνονται στο σπίτι τους μέχρι νεωτέρας. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης έχει καθιερώσει ένα αποδοτικό σύστημα ρουφιανιάς και επιτηρεί τους υπαλλήλους του μέσω ίντερνετ σε οποιαδήποτε γενιά του κόσμου· ενδεικτική είναι η επίπληξη από την κρεβατοκάμαρά του μια εργαζόμενη που φορούσε λάθος χρώμα παντελόνι εργασίας!

Η εμπειρία στις εταιρείες διαχείρισης τηλεφωνικών κλήσεων δεν τραυματίζει το σώμα αλλά τη συνείδηση. Εδώ ο Βάλραφ εισέρχεται στον επιβλητικό πύργο της Κολονίας Μέντια Παρκ, όπου έχουν εγκατασταθεί επιχειρήσεις με κλειστά χαρτιά και πλήρη ασυλία από το γερμανικό κράτος. Το συγκρότημα των γραφείων, χαρακτηριστικό παράδειγμα του θαυμαστού καινούργιου εργασιακού κόσμου. αποτελεί και την έδρα της CallOn, εταιρείας διαχείρισης τηλεφωνικών κλήσεων. Σε αυτά τα ορυχεία της νεότερης εποχής (ο χώρος περιλαμβάνει εκατό πόστα εργασίας με Η/Υ) χιλιάδες άνθρωποι δουλεύουν αόρατοι, στα κρυφά και εμπορεύονται πάσης φύσεως υπερτιμολογημένα και κατώτερης ποιότητας προϊόντα ή πληροφορούν για υποτιθέμενα κέρδη σε τυχερά παιχνίδια. Σε κάθε περίπτωση ο πελάτης βγαίνει πάντα εξαπατημένος.

GLnter-Wallraff-Schriftsteler-D-in-der-Maske-des-TLrken-AliΈνας επαγγελματίας πωλητής εξομολογείται στον συγγραφέα ότι προσφέρεται κάθε τόσο για πειραματόζωο σε φαρμακευτικές εταιρείες έναντι μικρών αμοιβών. Παρά το γεγονός ότι το τηλέφωνο δεν είναι οπτικό, ο ενδυματολογικός κώδικας είναι αυστηρός: απαγορεύονται τα τζιν και τα αθλητικά παπούτσια, καθώς, σύμφωνα με τον υπεύθυνο, το παρουσιαστικό μεταφέρεται στην εσωτερική στάση του πωλητή που αντιλαμβάνεται ο πελάτης. Ο ίδιος μάλιστα επιπλήττει τον Βάλραφ που σέβεται τις παρακλήσεις μιας κυρίας να μην επιμένει άλλο: όχι, έπρεπε να επιμείνει να την πείσει· η συνείδηση πρέπει να αφήνεται στο σπίτι.

Σε αυτή την πρώτη μέρα δουλειάς ενόχλησα συνολικά 80 ανθρώπους. Η λέξη «πελάτες» μού είναι δυσάρεστη, το σωστό θα ήταν «υποψήφια θύματα». Με κανέναν δεν έχω την αίσθηση πως του είναι επιθυμητό το τηλεφώνημα. Οι περισσότεροι θυμώνουν και νευριάζουν. Πολλοί σου δίνουν να καταλάβεις πως το να τους ενοχλούν διαρκώς με νέες τηλεφωνικές προσφορές τους φαίνεται σαν τηλεφωνική τρομοκρατία. Έχω σημειώσει κρυφά αρκετά τηλέφωνα. Την επόμενη μέρα παίρνω τους τηλεφωνικούς «πελάτες» της CallOn από το σπίτι και τους ρωτάω αν έχουν λάβει μέρος σε διαγωνισμό ή αν έχουν υπογράψει κάποια συγκατάθεση, όπου συμφωνούν ρητά με ένα τέτοιου είδους τηλεφώνημα. Όλοι ανεξαιρέτως απαντούν αρνητικά. Κανένας δεν είχε θελήσει να τους εξηγήσει «εκούσια ή συνειδητά», όπως απαιτεί η νομολογία. [Απάτη μέσω τηλεφώνου, σ. 107]

kami_wallraff_DW_V_1223348pΕπόμενη αποστολή τα Starbucks, ο δισεκατομμυριούχος κύριος μέτοχος των οποίων, εξακολουθεί να επιμένει πως για τους εργαζόμενους δεν είναι απλώς μια δουλειά αλλά ένα πάθος που μοιράζονται όλοι ως «συνεργάτες». Προφανώς μέσα στο πάθος εντάσσεται η πρόταση των υπευθύνων της βάρδιας προς τους υπαλλήλους να κοιμούνται σε δυο πολυθρόνες μέσα στο μαγαζί ώστε να είναι φρέσκοι την άλλη μέρα στη δουλειά, να μην πληρώνονται τις υπερδιπλάσιες υπερωρίες ή να ιεραρχούνται με βάση τις αφαιρέσεις πόντων (που προβλέπονται αν ο υπάλληλος δεν κοιτάξει τον πελάτη μέσα σε τρία δευτερόλεπτα από την ώρα που μπήκε, αν δεν του χαμογελάσει, αν αφήσει το συρτάρι της ταμειακής παραπάνω από τον καθορισμένο αριθμό δευτερολέπτων κλπ.). Διαφορετικές αλλά εξίσου απάνθρωπες, σχεδόν σαρκοβόρες συνθήκες συναντά και στο πιο φημισμένο γκουρμέ εστιατόριο τη Γερμανίας.

günter-wallraff-interviewΟ Βάλραφ δεν περιορίζεται στον κόσμο της εργασίας αλλά παραμένει κυριολεκτικά στο δρόμο. Στην χώρα μοντέλο λοιπόν που διατείνεται πως είναι η Γερμανία τουλάχιστο 30.000 άνθρωποι δεν έχουν δική τους στέγη παρά ζουν και διανυκτερεύουν στο δρόμο ή κάποιες φορές σε «υπνοθήκες έκτακτης ανάγκης», κοινώς καταλύματα αστέγων. Ο συγγραφέας έμεινε μήνες σε τέτοια καταλύματα σε διάφορες γερμανικές πόλεις και κατέγραψε τις συγκλονιστικές ιστορίες των, κομψότερα ονομαζόμενων στην επίσημη γλώσσα, ανέστιων. Για το ανύπαρκτο γερμανικό κράτος «πρόνοιας» ακόμα και η έκτακτη ανάγκη έχει τους κανόνες της και η γραφειοκρατία κάνει ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή των πολλαπλά καταφρονεμένων ανθρώπων. Ενδεικτικό παράδειγμα από το χωριό … Κοντέινερ στην Φρανκφούρτη: όταν κάποιος θέλει να έχει ένα μόνιμο κατάλυμα πρέπει τουλάχιστο να παρουσιάζει πρόβλημα με ναρκωτικά και αλκοόλ. Πολλοί αρχίζουν να πίνουν γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο!

Ανήμερα τα Χριστούγεννα ψάχνω να βρω ένα μέρος να κοιμηθώ – λέω να στρώσω έξω. Κατά τις εννιά το βράδυ στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κολονίας πέφτω πάνω σε έναν νεαρό άντρα. Δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά του, μου δίνει ια παράξενη εντύπωση που δεν μπορώ να την καταλάβω. Τα πουκάμισά του έχουν βγει έξω από το παντελόνι, τρέμει από το κρύο. Με ένα κόμπιασμα στη φωνή του αναφέρει ότι το έσκασε από ένα ίδρυμα περίθαλψης αστέγων στο Μπαντ Χόνερ, μια μικρή πόλη ανατολικά της Κολονίας, ότι εδώ και τρεις μέρες κοιμάται στον δρόμο και την τελευταία νύχτα τον κλέψανε. / Τον πήρα αγκαζέ και ψάξαμε παρέα να βρούμε το αστυνομικό τμήμα του σιδηροδρομικού σταθμού. Εκεί αναφέρει το όνομά του, Τόμας Σ., και την ημερομηνία γεννήσεώς του. Ο αστυνόμος κοιτάει στον κομπιούτερ του: «Με αυτό το όνομα δεν έχουμε δηλωμένο κανέναν. Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». [Υπό το μηδέν, σ. 59]

WΗ πλήρης ακύρωση των εργασιακών σχέσεων, ο ψυχολογικός πόλεμος εναντίον των εργαζόμενων, η απαξίωση της κρατικής εταιρείας σιδηροδρόμων, με στόχο την ιδιωτικοποίησή της και ο ρατσισμός αποτελούν ορισμένα μόνο από τα θέματα των υπόλοιπων κειμένων. Ο Βάλραφ διαπιστώνει διαρκώς πως η γερμανική ξενοφοβία δεν έχει καμία σχέση με πραγματικές εμπειρίες – όσο πιο σπάνια οι άνθρωποι συναντούν ξένους, τόσο πιο συχνό είναι το φαινόμενο του ρατσισμού. Και είναι σχεδόν κωμικοτραγική η προσπάθειά του ως Σομαλού μετανάστη να συμμετάσχει σε μια τοπική εκδρομή. Η ομήγυρη των γηραιών γερμανών κάνουν τα πάντα για να του δείξουν πόσο ανεπιθύμητος είναι. Όταν δεν το καταφέρνουν, απλώς τον αγνοούν: κάνουν σα να μην υπάρχει!

guenther-wllraff100~_v-image853_-7ce44e292721619ab1c1077f6f262a89f55266d7Τι είδους ανάπτυξη ευαγγελίζεται το γερμανικό υπερκράτος όταν απαρτίζεται από πολίτες που ζουν πάνω και κάτω από τα όρια της ανέχειας και βασίζεται στην εργασία μεταναστών που κατά τα άλλα αντιμετωπίζονται με κάθε ρατσιστικό τρόπο; Η υποτιθέμενη αυστηρή γερμανική πολιτεία ανέχεται απροκάλυπτα την φοροδιαφυγή, επιτρέπει τον μαύρο τζόγο, αφήνεται στην κυριαρχία των ισχυρότερων και παραδίδεται άνευ όρων στην παγκοσμιοποίηση. Κατά τα άλλα επιθυμεί να ηγείται της Ευρώπης διδάσκοντας δεοντολογία, πολιτική και σωστή διακυβέρνηση.

Εκδ. Τόπος, 2011, μτφ. Μαρία Μουρσελά, σ. 334, με σχόλια [Gunter Wallraff, Aus der schonen neuen Weit. Expeditionen ins Landesinnere, 2009].

Πρώτη δημοσίευση: σΤο Παράθυρο.

19
Ιαν.
13

Τάκης Θεοδωρόπουλος – Το τελευταίο Τέταρτο. Ένα ελληνικό χρονικό

theodoropoulos_ex_ekdoseisPolisΜια εποχή σε περιοδικό, δυο άκρα σε συνεργασία

Δυο «εμβληματικά» πρόσωπα και δυο εντελώς διαφορετικές ανθρώπινες ποιότητες, ο Μάνος  Χατζηδάκις και ο Γιώργος Κοσκωτάς, συνυπήρξαν κάτω από το ίδιο φιλόδοξο σχέδιο: συνεργάστηκαν  στο «πολιτιστικό» περιοδικό Τέταρτο, ως ιδιοκτήτης ο πρώτος, ως εκδότης – διευθυντής ο δεύτερος. Ενδιάμεσος συγγραφέας, τότε και τώρα, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος παρουσιάζει το χρονικό της περιπέτειας του Τετάρτου που για τον ίδιο κράτησε από τις αρχές του καλοκαιριού του 1984 ως τα τέλη του καλοκαιριού του 1985. Ο συγγραφέας καταγράφει μόνο ό,τι διασώθηκε στις τριακονταετείς του αναμνήσεις χωρίς να χρησιμοποιήσει το αρχείο ή τις σημειώσεις του.

Η συνύπαρξη προφανώς φαίνεται παράδοξη, αν και κατά την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή ο Κ. δεν είχε γίνει ακόμη Κ. Σύντομα βέβαια θα γινόταν ο κατεξοχήν νομιμοποιητής της σχέσης του μεγάλου χρήματος με την πολιτική και ο λαϊκός μύθος της συλλογικής φαντασίας που περίμενε επιτέλους έναν επιχειρηματία να μυήσει τη χώρα στα μυστικά του σύγχρονου κόσμου. Ο Κοσκωτάς έπεσε με το αλεξίπτωτο σαν υπόσχεση στην κεντρική πλατεία μιας ανοχύρωτης κοινωνίας. Εμφανίστηκε στην αθηναϊκή πιάτσα όπως στη δεκαετία του ΄50 εμφανιζόταν στην κεντρική πλατεία του χωριού ο ομογενής με τη σεβρολέτα και τα λαμπερά της νίκελ και γύρω μαζευόταν μη μαρίδα, κουρεμένη γουλί απ’ τον φόβο τα ψείρας, για να τον προϋπαντήσει. [σ. 23]

Χατζιδάκις 13Η ανάθεση της διεύθυνσης στον Χατζηδάκι υπήρξε πρόταση του Θεοδωρόπουλου προς τον Κοσκωτά, που το συζήτησε με τους σοφούς παρατρεχάμενους και τελικώς το αποδέχτηκε. Η συμφωνία Χατζηδάκι – Κοσκωτά επισφραγίστηκε την κλασική διαδικασία του ελληνοπρεπώς επιχειρείν: την χειραψία, που δέσμευε μεν, όχι όμως και εντελώς. Αποφευγόταν έτσι κάθε ανάληψη προσωπικής ευθύνης και αρκούσε που ο ένας έβαζε τα χρήματα και ο άλλος την προσωπικότητα. Την ίδια οδό ακολούθησαν και κάθε συνομιλία με τον τεράστιο επιχειρηματία: πάντα επί της διαδικασίας και ποτέ επί της ουσίας. Η ουσία ήταν η διαδικασία, με βασικότερο μέρος της το ποιος θα έχει το πάνω χέρι.

Κι εδώ αρχίζει το πανηγύρι. Ο Χατζηδάκις με το έργο του είχε κατακτήσει το δικαίωμα να παίζει με όσους τον καταλάβαιναν και να καταρρακώνει με τα καυστικά του σχόλια τους υπόλοιπους. Τα μπλεξίματα και οι δημόσιες συγκρούσεις αποτελούσαν υπαρξιακή του ανάγκη, πλήρως απογυμνωμένη όμως από πολιτικά ή συμφεροντικά συμφραζόμενα. Ο συνθέτης δεν μιλούσε ποτέ ως εκπρόσωπος κόμματος, συνδικάτου, οργάνωσης, ορχήστρας. Παρέμενε μεν εμβληματική μορφή της Δεξιάς αλλά με απόλυτα ανεξάρτητη σκέψη και πράξη. Δεν δίστασε να αποχωρήσει από φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ επειδή δεν ήθελε να παίξει μπροστά σε ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν μουσική, ενώ έδωσε συναυλία στο φεστιβάλ το Ρήγα Φεραίου.

EPSON scanner imageΤο όνομα του περιοδικού (ύστερα από ένα σπαρταριστό στάδιο κύησης επιλογών) αναφερόταν στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα αλλά και ως συνέχεια του Τρίτου [Προγράμματος]. Εξίσου πνευματώδεις υπήρξαν οι συνομιλίες με τον συνθέτη, συχνά με παρόντα τον Νίκο Γκάτσο, που αρκούνταν σε νεύματα και εύστοχη κριτική προσγείωση του συνθέτη, πάντα με το αναμμένο του τσιγάρο και την El Pais στο πλευρό του – «το δωρικό αντίβαρο στην ιωνική ελαφρότητα του Χατζηδάκι». Ο Χατζηδάκις είχε επεξεργαστεί σε τέτοιο σημείο το ύφος του, την εκφορά της ευαισθησίας του, ώστε να απλώνει γύρω του μιαν αύρα αφέλειας και άνεσης την οποία οι αποδέκτες της την εισέπρατταν ως εκκεντρικότητα. Ποιος άλλος θα σκεφτόταν ή θα τολμούσε να απαγορεύσει στο κρατικό ραδιόφωνο να μεταδίδει τα τραγούδια του, διότι, όπως είχε δηλώσει, «τα μεταδίδει αποκλειστικά και μόνον για να τα κακοποιεί»; [σ. 53]

Ν.Γ. - Μ.Χ.Απολαυστικές γραμμές αφιερώνονται στη σχέση του Χατζηδάκι με τον Καραμανλή, η φιλία με τον οποίο του παρείχε ασυλία σε όλα όσα έκανε, όπως, για παράδειγμα, να παίξει τον απαγορευμένο Θεοδωράκη στο κρατικό ραδιόφωνο. Ο Θεοδωρόπουλος ευστοχεί: εκτός από γαλλικά με σερραϊκή προφορά ο Καραμανλής έμαθε στο Παρίσι πως η πολιτική εξουσία οφείλει να περιβάλλεται από ανθρώπους που την βοηθούν να ανεβάσει το πνευματικό της επίπεδο και να βελτιώσει τη δημόσια εικόνα της. Η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία αφορά την επιλογή ως εξωφύλλου ενός πορτραίτου του Καραμανλή, φιλοτεχνημένου από τον …Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Το αδιανόητο καλλιτέχνημα ξετρυπώθηκε από μια αποθήκη, ανάμεσα σε άλλα κειμήλια θαυμασμού απέναντι στον μεγάλο Εθνάρχη – εικόνες με φωτοστέφανα, δρακοντοκτόνους έφιππους, βάζα με χαλκομανία του προσώπου του και ξυλόγλυπτες προτομές και απεικόνιζε τον Καραμανλή με ρεντικότα με ουρά, που ανέμιζε μπροστά στο Λευκό Πύργο! Φυσικά απορρίφθηκε η ιδέα, αλλά για να μην παραδεχτεί την ήττα του ο Χατζηδάκις τη δημοσίευσε σε μέγεθος γραμματοσήμου κάπου στις μέσα σελίδες.

22-43b-thumb-largeΜέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο συγγραφέας, που περιγράφει την προηγούμενη πορεία του με σύντομες αναδρομές (Liberation, Μεσημβρινή, Παρίσι, Αμερική, Επιστροφή) και προκρίνει την αποτίμηση των αισθημάτων απέναντι σε κάθε νοσταλγία, προσπαθεί να συμβιβάσει την μοναχική του ιδιοσυγκρασία με τις φρενήρεις απαιτήσεις του εγχειρήματος. Κυρίως όμως ακολουθεί το κείμενο του Μισέλ Λεϊρός Η λογοτεχνία σαν ταυρομαχία, σύμφωνα με το οποίο όταν γράφεις διακινδυνεύεις πολλές και ουσιαστικές φιλίες και δίπλα στον Μ.Χ. απελευθερώνεται από πολλά στερεότυπα και από τις κοινωνιολογικές υποχρεώσεις που όριζαν την καλή λογοτεχνική συμπεριφορά (άρα και γραφή) τον καιρό εκείνο: …στα μέρη μας η μεγάλη τραγική παράδοση η οποία βαφτίστηκε στα νάματα του χριστιανισμού ορίζει πως τίποτε δεν αξίζει τον κόπο αν δεν σε κάνει να υποφέρεις. Δεν είναι σοβαρός αν δεν πονάς και υποφέρεις για τα δεινά του κόσμου. Κι απ’ τον πολύ πόνο δεν προλαβαίνεις να ξυριστείς. [σ. 50]

5bb111fc1aa058e1283875b86b1a571c_0_taytothta%20hadjidakis_jpgΗ αισθητική αποτίμηση της ζωής είναι πρώτα από όλα ηθικό ζήτημα. Κι η μουσική του Χατζιδάκι, όπως η ζωγραφική του Τσαρούχη ή η ποίηση του Εγγονόπουλου, και τόσα άλλα παιδιά της Ψωροκώσταινας είναι τα υλικά που ακόμα και σήμερα με συμφιλιώνουν με την ύπαρξη στον τόπο μου, ο οποίος κατά τα άλλα με κάνει να αισθάνομαι μέτοικος στην καλύτερη περίπτωση, εξόριστος στη χειρότερη. [σ. 156]

Πώς τελειώνει το Τέταρτο; Ο Θεοδωρόπουλος καλείται να συνδράμει στην χειραγώγηση του χατζιδακικού παρορμητισμού, πράγμα που αρνείται, με τα απλά επιχειρήματα: ο Χατζηδάκις αποτελεί σύμπλεγμα του ψυχισμού του, του έχει περισσότερη εμπιστοσύνη από τον προχθεσινό Κοσκωτά και βέβαια όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουν τις τους περιμένει όταν αποφάσισαν τη συνεργασία με τον συνθέτη. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά όταν ο Κοσκωτάς γίνεται πλέον παράγων της Δημοκρατίας και ενοχλείται που δεν πουλάει αμέτρητα αντίτυπα, αγνοώντας το γεγονός ότι ένα μηνιαίο πολιτιστικό περιοδικό με άρθρα για τη σειριακή μουσική και συζητήσεις του Χατζηδάκι με τον Μπεζάρ έφτανε τα δώδεκα χιλιάδες αντίτυπα σε μια επικράτεια σαν την ελληνική· άλλωστε η επίκληση της αγοράς «μοιάζει ασπόνδυλο μαλάκιο, που μεγαλώνει ή μικραίνει ανάλογα με το επιχείρημα». Αναμφίβολα η ενόχληση των σοφών εκδοτών για την απρόβλεπτη και απείθαρχη παρουσία του Χατζηδάκι έγινε ανυπόφορη.

xatzidakis_afiervmaΟ συγγραφέας συγκαταλέγει τον συνθέτη ανάμεσα στους ηττημένους του 2012, καθώς αυτή τη στιγμή στην σύγχρονη Ελλάδα κυβερνούν όλα όσα εκείνος πολέμησε: το θράσος της αγραμματοσύνης, το παραλήρημα του φασισμού, οι εκδικητικές κραυγές των αδικημένων. Ο Χατζιδάκις διεκδικούσε το ύφος της ζωής του και δεν ανεχόταν να τον υποτιμούν, αντίθετα με ό,τι κάνει η χώρα σήμερα με τον εαυτό της. Χωριατιά κι επαρχιωτισμός χορεύουν τσάμικο στην πλάτη μας. Αρκεί να σκεφτείς πως τον Βάρναλη και τον Γληνό τους καθοδηγούσε ο Σιάντος του δημοτικού ή να θυμηθείς πώς φέρθηκε η Αριστερά στον Αλεξάνδρου και τον Τσίρκα που τόλμησαν να ατακτήσουν. Αυτή τη χωριατιά κι αυτόν τον επαρχιωτισμό πολεμούσε ο Χατζιδάκις με τα όπλα του, κι όπως έλεγε: «Στο κάτω κάτω θα μπορούσα κι εγώ να βγω και να πω ότι είμαι αριστερός…». [σ. 149]

Xatzidakis 298Έτσι το Τελευταίο Τέταρτο είναι δυο παράλληλα βιβλία, γραμμένα με την ίδια εξομολογητική ειλικρίνεια και την ίδια γαντοφορεμένη λεπτοειρωνεία. Από τη μία αποτελεί ένα κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας της δεκαετίας του ’80 καθώς, εν παραλλήλω, διασχίζονται βασικοί σταθμοί και μορφές της περίφημης «δεκαετίες της ιδιαιτερότητας»: η περίφημη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά με το ακριβό εισιτήριο και τους Αυριανιστές, τους θλιβερούς εκείνους εκπροσώπους της φυλλάδας που αποτελούσε κοινωνικά πρωτόγονη και πολιτικά ανθρωποφαγική ενσάρκωση της σκοτεινής βαλκανικής μας επαρχίας, ο μνημειώδους βλακείας Μαρούδας και οι λοιπές αριστερές δυνάμεις, τα επίπονα γεννητούρια της ελεύθερης ραδιοφωνίας, η ανεξέλεγκτη χρήση των όρων πολιτιστικός και κουλτούρα και η υποχρεωτική τους ταύτιση με την ποιότητα, ανεξαρτήτως δεξιότητας, ταλέντου ή ευφυΐας. Από την άλλη εκφράζει ένα κεφάλαιο της προσωπικής ιστορίας του συγγραφέα, που έχει πειστεί πως …ένα μεγάλο μέρος της ζωής σου ξεφεύγει από οποιαδήποτε απόπειρα ορθολογικής ερμηνείας, πως αυτό ενδέχεται να είναι το σημαντικότερο και πως η τέχνη της γραφής είναι ο τρόπος να μεταφράσεις σε αρθρωμένο λόγο το μερίδιο της ζωής  που δεν μπορείς να ερμηνεύσεις με άλλο τρόπο. [σ. 68 – 69].

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 176.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

13
Σεπτ.
12

Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου

Τα κατά (σπουδαίων) συγγραφέων ευαγγέλια

«Τι είναι η μυθοπλασία; Είναι να γράφεις μια απλή ιστορία με κοινότοπους ανθρώπους αλλά να τη γράφεις τόσο ζωντανά, με τόση ένταση και τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε ο αναγνώστης να τη νιώθει, να την κάνει δική του. […] Αυτό κάνει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο. Παίρνει κάτι το συνηθισμένο και, μολονότι δεν το μετατρέπει σε κάτι ασυνήθιστο, δείχνει καθαρά πόσο ασυνήθιστο είναι το κάθε αντικείμενο στην κοινοτοπία του. Αυτή είναι τελικά η δουλειά της τέχνης: να δείχνει πόσο εκπληκτική είναι η κοινή εμπειρία». (Τζον Μπάνβιλ, σ. 44)

Πώς γεννιέται ένας συγγραφέας και γιατί αρχίζει να γράφει; Επειδή του αρέσει να διηγείται ιστορίες ή επειδή θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του μέσω των ιστοριών που επινοεί;  Πώς επιλέγει τα θέματά του και πώς καταλαβαίνει ότι μια ιδέα μπορεί να γίνει μυθιστόρημα και μια άλλη όχι; Ξεκινάει το γράψιμο ενός βιβλίου έχοντας την πλοκή ή την ιδεολογία του; Όταν γράφει σκέφτεται τον αναγνώστη; Πότε η βιογραφία γίνεται λογοτεχνία; Πότε αυτό που εμείς έχουμε ζήσει αποκτά ενδιαφέρον και για τους άλλους; Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Επειδή θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή άλλη από την αληθινή μας; Μήπως επειδή θέλουμε να μάθουμε μέσα από τις ζωές άλλων τι είναι η ζωή; Μια ολόκληρη σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων οδηγούν στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνομιλίες που μεταγράφονται εδώ από την γνωστή τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει από το 2006 ο Α.Χ. είτε μόνος του είτε με την Μικέλα Χαρτουλάρη.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πιστεύειπως αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία: «Η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από το αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν τη λογοτεχνία». Η Μάργαρετ Άτγουντ υποστηρίζει πως το διάβασμα επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν τη δική τους ζωή με πιο προσεκτικό τρόπο, τους δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και τη σκέψη πως η δική τους ζωή είναι καλύτερη, πως μπορούν να αισθάνονται ευτυχείς εφόσον αυτό που διαβάζουν – τουλάχιστον όσον αφορά δυστυχείς καταστάσεις – δεν τους έχει συμβεί ακόμα.

Για τον Ίνγκο Σούλτσε η λογοτεχνία γεννά κάτι το εντελώς καθημερινό που έχει όμως ταυτόχρονα τη δύναμη να ξεπερνά τον εαυτό του και να διασπά το αυτονόητο της καθημερινότητας: «Και τότε, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται κανείς το θαύμα της ζωής, πόσο μεγάλο θαύμα είναι ότι ζούμε, ότι ακούμε, βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε – πράγμα που ούτε καν σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας». Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε «άλλοι». Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται κάτω από απολύτως οικείους όρους. Αναφέρομαι στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Μαζί φτιάχνουν το βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο συγγραφέας. Είναι και ο αναγνώστης που επινοεί ένα βιβλίο. Κάθε αναγνώστης διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Διότι φέρνεις όλη σου τη ζωή σε ό,τι διαβάζεις» λέει ο Πολ Όστερ και οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν για την αυτονομία της κάθε ανάγνωσης. Σύμφωνα με τον Χάρι Μούλις το βιβλίο δεν ανήκει τον συγγραφέα, αλλά στον αναγνώστη: «Το χαρακτηριστικό ενός καλού μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστό ή λάθος, όπως μια επιστημονική πραγματεία». Για τον Μάρτιν Βάλζερ ο κάθε αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα κάποιου άλλου δημιουργεί το δικό του μυθιστόρημα. «Μου γράφουν συχνά πολυσέλιδα γράμματα για κάποιο μυθιστόρημα μου: είναι άντρες και γυναίκες κάθε επαγγέλματος και καταγωγής, που πιστεύουν ότι μου γράφουν σχετικά με κάποιο κείμενό μου. Στην πραγματικότητα μου γράφουν για τον εαυτό τους, γι’ αυτό που οι ίδιοι νιώθουν σημαντικό όταν διαβάζουν ένα μυθιστόρημά μου».

Όσον αφορά τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας, ο Χαβιέρ Θέρκας υποστηρίζει ότι υπάρχει μεν μια αλήθεια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι το άθροισμα όλων των εκδοχών της πραγματικότητας. «Αυτό μπορεί να ισχύει για την Ιστορία, δεν ισχύει όμως για την ηθική: υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ηθικών αληθειών. Εκεί δεν υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές. Εξαρτάται από την εποχή, την οπτική γωνία, το πρόσωπο που διερευνά». Ο ίδιος ομολογεί πως στα βιβλία του τον ενδιαφέρει περισσότερο να κατανοήσει (αλλά όχι και δικαιολογήσει) τους εχθρούς του, παρά τους φίλους του και να ερευνήσει γιατί οι καλύτερες προθέσεις και τα καλύτερα ιδανικά μετατράπηκαν σε τερατωδίες και δημιούργησαν μια επίγεια κόλαση αλλά και ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα.

Για τον Μούλις η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη για τα εγκλήματα των καθεστώτων. Αν δεν μιλήσουμε για τις συλλογικές ευθύνες όσων ανέχτηκαν τη φρίκη, υποστηρίζει, θα έχουμε πάντα ανοιχτή την πόρτα σε άλλα παρόμοια εγκλήματα του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία είναι άτεγκτη, δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά δράματα, σε κάθε της στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Για τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ιστορική πηγή δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται στα ράφια, αλλά και ό,τι κρύβεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Οι συγγραφείς εκφράζουν τις σύγχρονες πολιτικές τους ανησυχίες αλλά και πολλές διαπιστώσεις σε σχέση με το παρελθόν. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει πιστός στην φράση του Γκράμσι πως πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας και αισιόδοξοι στη βούλησή μας· άλλωστε οι τελευταίες του λέξεις στο blog του ήταν ένα «Ευχαριστώ, Μανκέλ», που απευθυνόταν στον μόνο διάσημο συγγραφέα που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» για να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας. Κατά τη γνώμη του η ελευθερία λόγου δεν αρκεί όταν περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών· μπροστά δε στην παγκοσμιοποίηση, που είναι ο φασισμός της εποχής μας, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε και να ξαναδούμε τι σημαίνουν διεθνισμός και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν επιτρέπει τις ένοπλες επαναστάσεις με την κλασική έννοια του όρου. Αν δεν καταφέρει η Δημοκρατία να προσφέρει φαγητό, μόρφωση και στέγαση στα εκατομμύρια των μη προνομιούχων τότε οι κατακτημένοι δημοκρατικοί θεσμοί θα κινδυνεύσουν. Στο ίδιος μήκος κύματος ο Ίνγκο Σούλτσε δίνει έμφαση στα οικονομικά θέματα και τις σχέσεις ιδιοκτησίας καθώς εκεί κρίνεται η ελευθερία μας, έννοια ανύπαρκτη όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Ο Τζον Λε Καρέ είναι απογοητευμένος που χάθηκε το τρένο όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και εξοργισμένος με τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς πολέμους, αλλά και τους Βρετανούς που γίνονται σκλάβοι της εξωτερικής της πολιτικής. Για τον Άμος Όζ το βασικό πρόβλημα του 21ου αιώνα θα είναι ο φανατισμός· το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς και απόλυτα πεπεισμένοι ότι οφείλουμε να αλλάξουμε τον άλλον:. «Ο φανατικός είναι πάντα αλτρουιστής: θέλει να σε αλλάξει, ακόμα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκοτώνει για το καλό σου. Ο συμβιβασμός είναι ζωή. Το αντίθετο του συμβιβασμού είναι ο φανατισμός και ο θάνατος».

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική».

Ο Βάλζερ είναι βέβαιος πως ο ναζισμός αποτελεί οριστικό παρελθόν και πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο: «Θεωρώ γελοίο, επειδή κάποιοι μισότρελοι ή δυστυχισμένοι νεαροί τρέχουν δεξιά κι αριστερά με τις σβάστικες στον ώμο, να πιστεύουμε ότι θα επαναληφθεί κάτι που συνέβη κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες». Η Ναντίν Γκόρντιμερ τονίζει πως οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στην μεγάλη πλειονότητα του λαού της και δεν ύψωσαν ποτέ φωνή διαμαρτυρίας, αλλά αντίθετα επιθυμούσαν την διατήρηση του καθεστώτος ανισότητας και ανελευθερίας. Ο Νικολό Αμανίτι διαπιστώνει ότι όλα όσα έμαθε από μικρός ως κακά πράγματα, την ανηθικότητα, την γελοιότητα, την χυδαιότητα, τώρα πια θεωρούνται συνηθισμένα και νόμιμα και ηθικά και δεν εκπλήσσουν πλέον κανέναν.

Ο Χρυσοστομίδης αφηγείται περίτεχνα και το περιθώριο των συνομιλιών: τις εντυπώσεις του από την υποδοχή, την επικοινωνία, την περιποίηση, τις απαιτήσεις τους αλλά και το σαλόνι τους, το γραφείο τους, την περιοχή όπου ζουν , με την ζωντανή γραφή μιας λογοτεχνίας ταξιδιωτικής– ταξιδιωτικής όμως όχι μόνο όσον αφορά τις γειτονιές των συγγραφέων και τους καθημερινούς τόπους της έμπνευσης, της δημιουργίας και της προσωπικής τους μυθολογίας. Επιπρόσθετα, καθώς διαθέτει την απαραίτητη γνώση του έργου τους, η συζήτηση επεκτείνεται σε ιδέες που πηγάζουν από συγκεκριμένα βιβλία κι έτσι ο αναγνώστης αποκτά έναν δεύτερο, ειδικότερο οδηγό ανάγνωσης. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Μωρίς Αττιά, Γκαμάλ Αλ Γιτάνι, Αντρέα Καμιλέρι, Ντάνιελ Κέλμαν, Χανίφ Κιουρέισι, Κλαούντιο Μάγκρις, Βλαντίμιρ Μακάνιν, Ιάν ΜακΓιούαν, Νόρμαν Μανέα, Ορχάν Παμούκ, Τζορτζ Πελεκάνος, Σέρχιο Πιτόλ, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Π.Ντ. Τζέιμς, Ντάριο Φο, Γιασμίνα Χάνρα και Άλαν Χόλινγκχερστ.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι συγγραφείς εκφράζονται με αυτοσαρκασμό για το έργο και την εποχή τους, όπως ο Άμος Όζ, που παραδέχεται πως όταν γράφει τα βιβλία του ο νους του πηγαίνει καμιά φορά στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί: «Σκέφτομαι ποια άραγε γνώμη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας διαβάσουν. Αν θα μας αγαπήσουν ή αν θα μας αντιμετωπίσουν ως τους απόλυτους ηλίθιους». Ή παραδέχονται με συγκινητική ειλικρίνεια τους λόγους που τους ωθούν στη γραφή, όπως ο Ταμπούκι: «Ίσως περισσότερο η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Είναι η διάθεση να πλάσεις μια άλλη πραγματικότητα. Είναι ότι η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς. Γράφουμε κυρίως επειδή η ζωή δεν μας αρκεί».

Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδ. Καστανιώτη, 2012, σελ. 589.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (Φθινόπωρο 2012).

Στις εικόνες: John Banville, Antonio Tabucchi, Paul Auster, Javier Cercas, Harry Mulisch, José Saramagu, Hans Markus Enzersberger, Martin Walser, Niccolò Amaniti, Amos Oz.

13
Ιον.
12

Διονύσης Ελευθεράτος – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις;

Μαύρα γήπεδα με γραβατωμένους παίκτες

Γήπεδο Μεστάγια, Βαλένθια, 2009, τελικός Ισπανικού Κυπέλλου «Copa del Rey». Οι οπαδοί των φιναλίστ Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο Μπιλμπάο δύσκολα ξεχωρίζουν μεταξύ τους: τόσο στους δρόμους όσο και στις κερκίδες οι μεν συχνά φέρουν τα χρώματα και τις σημαίες των δε. Παρουσία του βασιλιά Χουάν Κάρλος και πλήθους επισήμων, ο ισπανικός εθνικός ύμνος καλύπτεται από τα σφυρίγματα Βάσκων και Καταλανών! Ο διακοσμητικός βασιλιάς τώρα δεν μπορεί να επαναλάβει την φράση που είπε στον Τσάβες («γιατί δεν το βουλώνεις;») – πώς να το πεις σε δεκάδες χιλιάδες Βάσκους και Καταλανούς, που συν τοις άλλοις συμμαχούν;

Μπορεί ο Θαπατέρο να μιλούσε για την Ισπανία της ποικιλότητας (λες και πρόκειται για αγροτικές καλλιέργειες) αλλά την τελευταία πενταετία, το συνηθέστερο που παθαίνει στη Χώρα των Βάσκων οποιοσδήποτε (φυσικό πρόσωπο ή πολιτικός φορέας) υποστηρίζει το αίτημα της αυτονομίας είναι να τυλίγεται σε μια κόλλα δικαστικού χαρτιού και να αντιμετωπίζεται ως τρομοκράτης. Οι περιπτώσεις είναι τόσες πολλές ώστε οι καταγγελίες για «επιχείρηση εξάλειψης της εθνικής ταυτότητας των Βάσκων» στην βασική βουλή να είναι δικαιολογημένες. Λίγες μέρες μετά ήρθε και ο τελικός, ενώπιον του πειθήνιου Χουάν Κάρλος που άλλωστε υπήρξε πάντα το χαϊδεμένο παιδί του Φράνκο, ακριβώς επειδή δεν ψέλλισε ποτέ τίποτα για δημοκρατικές ελευθερίες, όπως οι άλλοι του θρόνου διεκδικητές.

Λονδίνο, 1982. Τελικός Κυπέλλου Αγγλίας, μεταξύ Τόττεναμ και Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Εδώ κι ένα χρόνο το μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα Φόλκλαντ ή Μαλβίνες αποτελεί αντικείμενο πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Αργεντινής. Καθώς βασικές μονάδες της Τότεναμ και πολυαγαπημένοι της κερκίδας είναι οι περίφημοι διεθνείς αργεντινοί Βίγια και Αρντίλες, το πλανώμενο ερώτημα είναι: πώς θα παραταχθούν οι νυν εχθροί της χώρας στο ναό του αγγλικού ποδοσφαίρου, πώς θα ανταλλάξουν χειραψίες με τη βασίλισσα; Τελικά στους δυο τελικούς αμφότεροι είναι …άφαντοι. Εντέλει ο Αρντίλες πήγε (ή στάλθηκε) δανεικός στην Παρί ΣΖ, ο δε Βίγια αποφάσισε να παραμείνει στην ομάδα κι έγινε κόκκινο πανί. Η υποκριτική διπλωματία πάντως στον τελικό υπερίσχυσε όλων. Δυο μήνες μετά, ο πόλεμος των 74 ημερών τελειώνει, αλλά το εθνικιστικό πνεύμα θα παραμένει εσαεί. Όσο για τον πόλεμο, ο Μπόρχες τα είπε όλα: «Ήταν ο καβγάς δυο φαλακρών για μια τσατσάρα…».

Αργεντινή, δεκαετία ’90. Ο πρόεδρος της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ έχει εκδηλώσει δημοσίως την αμέριστη αγάπη του για την Ρίβερ Πλέιτ· προτίμηση πολιτικώς παρακινδυνευμένη, εφόσον η ομάδα θεωρείται η «επίσημη αγαπημένη» των εύπορων, ενώ η Μπόκα Τζούνιορς υποστηρίζεται από τις λαϊκές τάξεις. Πώς μπορεί λοιπόν να ισορροπήσει την «πολιτική» απρονοησία; Απλούστατα υποχρεώνοντας την …κόρη του να γίνει οπαδός της Μπόκα Τζούνιορς! Τουλάχιστον η νέα της ομάδα έχει … ειδικό νεκροταφείο μόνο για τους φίλους της, με συγκεκριμένες κρατημένες θέσεις για πιστούς, παίκτες και παράγοντες, ενώ τα άνθη είναι πάντα μπλε και κίτρινα (αυτό είναι που λέμε το ποδόσφαιρο ως θέμα ζωής και θανάτου). Παρόμοια αλλαγή ομάδας έκανε και ο άγγλος πρωθυπουργός Τζον Μέιτζορ: την εποχή που ζητούσε μια ενδεδειγμένη ποδοσφαιρική ταυτότητα οι σύμβουλοί του συνέστησαν να αποφύγει την άχρωμη και βαρετή Arsenal (προ Βενγκέρ) και έστρεψαν προς την Τσέλσι, ως περισσότερο συμβατή με το target group του Συντηρητικού Κόμματος. Λίγο καιρό αργότερα η Sun αποκάλυπτε πως ο ίδιος έκανε σεξ φορώντας την φανέλα της…

Ρωσία, Σιβηρία, 2009. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανοίγει τους κρουνούς των χρημάτων (περίπου 4, 5 εκατομμύρια ευρώ) προς όφελος της ποδοσφαιρικής ομάδας Τομ Τομσκ που μόλις απέφυγε τη χρεοκοπία· η αίτησή του προς τις επτά μεγαλύτερες ρωσικές ενεργειακές εταιρίες ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει το απαραίτητο ποσό. Τι είδους πολιτικά οφέλη έχει ο πρόεδρος σώζοντας μια τέτοια ομάδα; Η Τομ Τομσκ τα τελευταία χρόνια επιβίωνε χάρη στα χρήματα του βασικού χορηγού της, επιχειρηματία Μιχαήλ Χανταρκόφσκι, από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρωσίας. Ο Χανταρκόφσκι είχε αρνηθεί να δεχτεί τους κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού που υπαγόρευσε το Κρεμλίνο για εκείνους που έγιναν ζάπλουτοι στην πρώτη μετασοβιετική περίοδο (εποχή Γέλτσιν, 1990 – 1999) σε ταχύτατο χρόνο και με αδιανόητες μεθόδους. Ο Πούτιν τον φιλοδώρησε με δικαστικές διώξεις που είχαν ως αποτέλεσμα βαριές κατηγορίες, πολύχρονη φυλάκιση και κρατική αφομοίωση των επιχειρήσεών του, δράττοντας την ευκαιρία να γίνει ο ίδιος ευεργέτης της Τομσκ αλλά και να αποδείξει «κοινωφέλεια» του νέου status της χώρας.

Γαλλία, 1998, προημιτελικά Μουντιάλ. Οι Γερμανοί συντρίβονται με 3-0 από τους Κροάτες, τέσσερα χρόνια μετά την άλλη μουντιαλική προημιτελική ήττα από τους Βούλγαρους. Η παροιμιώδης γερμανική ψυχραιμία κάνει φτερά και ο Λόταρ Ματέους θεωρεί «πατέρα της ήττας» τον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Χανς Ντίντριχ Γκένσερ, αφού «αυτός φαγώθηκε να γίνει ανεξάρτητο κράτος η Κροατία». Ο Γκένσερ άμεσα αντιγύρισε ανάλογη απάντηση: «Ο Λόταρ θα έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη για αυτό. Αν η Κροατία μας έβαλε τρία γκολ, μια ενιαία Γιουγκοσλαβία πόσα θα μας έβαζε; Έξι;». Ας τονιστεί πάντως ότι στο πολιτικό πόκερ για το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ο Γκένσερ αποδείχθηκε αποφασιστικός παίκτης – σύμμαχος των Κροατών, τους οποίους και προέτρεπε να κηρύξουν ανεξαρτησία ενάντια σε κάθε συμφωνία, πιθανώς και λόγω των ιστορικών δεσμών Γερμανίας – Κροατίας (κυρίως από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η δεύτερη υπήρξε κράτος – υποχείριο του Τρίτου Ράιχ).  Διόλου τυχαία και η θερμή αγάπη του Πάπα για τον Φράνιο Τούτζμαν.

Εν έτει 1998 ο εκνευρισμός ενός διάσημου ποδοσφαιριστή και η χλευαστική απάντηση ενός – επίσης διάσημου – τέως υπουργού Εξωτερικών «ανακεφαλαιώνουν» την αιματηρή διάλυση μιας χώρας. Ξαναγράφουν τα «πρέπει» της Ιστορίας με γνώμονα την τσαντίλα και τον χαβαλέ, κάνουν τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν στη Γιουγκοσλαβία να μοιάζουν με ασήμαντα σταξίματα μελανιού σε ένα αναθεματισμένο, ποδοσφαιρικό «φύλλο αγώνα». […]. Τι δείχνει ο πιο σημαντικός Γερμανός ποδοσφαιριστής της γενιάς του, όταν εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ το «κράτος – μικρό αδελφάκι» της Γερμανίας, μόνο και μόνο επειδή η ομάδα του έχασε σε ένα ματς; Δείχνει ότι είναι ασταθέστατες οι λυκοφιλίες που γεννιούνται υπό συνθήκες έξαρσης των εθνικισμών. Ότι οι περίφημες «αδελφοσύνες» και τα «κοινά πεπρωμένα» πάνε περίπατο, μόλις κάποιος εκ των «αδελφών» δει το δικό του συμφέρον να πλήττεται ή ακόμη και την …ποδοσφαιρική εστία του να παραβιάζεται… [σ. 156]

Από τον Μπερλουσκόνι που περιχαρής μετά το 4-1 της Μίλαν προς την Λα Κορούνια στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ δίνει δημοσίως γραμμή στον προπονητή Αντσελότι που δεν τολμάει να φέρει αντίρρηση και στη ρεβάνς η Μίλαν ηττάται με …4-0 μέχρι τον Τζίτζι Μπεκάλι, ζάπλουτο ιδιοκτήτη της Στεάουα Βουκουρεστίου και πολιτικό παράγοντα στη Ρουμανία (ευρωβουλευτή με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα «Μεγαλύτερη Ρουμανία») που παραγγέλνει πίνακα με Ιησού τον εαυτό του και δώδεκα μαθητές τους έντεκα παίκτες της ομάδας με τον προπονητή τους, οι ιστορίες είναι ατέλειωτες. Μιλάμε για δεκάδες ιστορίες από κάθε άκρη του ποδοσφαιρικού και μπασκετικού κόσμου και κάθε μορφή συλλογικής και διασυλλογικής οργάνωσης που δεν χαρακτηρίζεται μόνο από σπαρταριστό σχολιασμό αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συγχρονικές διαχρονικές συνδέσεις. Πάνω απ’ όλα όμως εδώ περιγράφονται οι «άλλοι» αγώνες, όπου το τερέν είναι βρώμικο όσο και η πολιτική, το έπαθλο είναι η εξουσία και οι παίκτες δε φοράνε φανέλες και σορτσάκια αλλά κοστούμια και γραβάτες.

Ο Διονύσης Ελευθεράτος (γεν. 1961) είναι δημοσιογράφος κοινωνικοπολιτικής αρθρογραφίας. Ανάμεσα στις παλαιότερες συνεργασίες του υπήρξε η Sportday και το SportFM, όπου και οι εξαιρετικές δίωρες μεταμεσονύκτιες εκπομπές διαλόγου (και με εναρκτήριο κομμάτι πάντα το Midnight Rumbler των Stones σε live εκτέλεση). Τελευταία βρίσκω κείμενά του στην iefimerida.gr.

Εκδ. Τόπος, 2010, εισαγ.: Παντελής Μπουκάλας, 357 σελ., με δισέλιδη βιβλιογραφία.

Στις φωτογραφίες: «Στρατηγός» Φράνκο και «Βασιλιάς» Χουάν Κάρλος, πάντα σύμμαχοι. / Αύγουστος 1978, λίγο καιρό μετά το βρώμικο Μουντιάλ της Αργεντινής, Αρντίλλες και Βίγια υπογράφουν στην Τότεναμ και παίρνουν ένα σύντομο … μάθημα αγγλικών. / Ο Κάρλος Μένεμ ποδοσφαιρίζει με την ομάδα των παλαίμαχων εκείνου του Μουντιάλ… / Ο Βλαντιμίρ Πούτιν περιχαρής υποδέχεται την είδηση της διοργάνωσης του Μουντιάλ του 2018 στην Ρωσία. / Μιλόσεβιτς, Τούτζμαν, Κάρατζιτς, σχεδιάζουν τον βολικότερο δυνατό χάρτη της  Γιουγκοσλαβίας. Το βιβλίο έχει ιστορίες ποδοσφαιρικής εμπλοκής για τον καθέναν τους. / Λόταρ Ματέους: κάτοχος της μνημειώδους φράσης. / Ο Μπερλουσκόνι παραδίδει σεμινάριο προπονητικής στον πρόθυμο Αντσελόττι. / Πάολο Μαλντίνι: ένας από τους παίκτες για τους οποίους είχε προσληφθεί ειδικός image maker στην Μίλαν, τα έσοδα του οποίου φρόντιζε να αποκρύπτει ο αντιπρόεδρος και δεξί χέρι του «Καβαλιέρε» Αντριάνο Γκαλιάνι.  Θα μπορούσε πάντως η χειρονομία του να απευθύνεται σε πολλούς από τους παραπάνω. / Μονρόβια, Λιβερία: αυτό που μένει όταν η εξουσία κάνει το παιχνίδι της.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr υπό τον τίτλο Kick the ball or kick them all?

04
Ιον.
12

Δημήτρης Δουλγερίδης – Δεύτερη ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους

Στοχασμών αποστάγματα

Υπάρχει ένας σωστός τρόπος να αγαπάς τη γη σου, την ταυτότητά σου, το σπίτι που έχεις γεννηθεί, την ντοπιολαλιά σου, αλλά και υπάρχει και λανθασμένος τρόπος. Υπάρχουν πρόσωπα που έζησαν στην επαρχία διατηρώντας αυτή την ανάσα του οικουμενικού, νιώθοντας την παγκοσμιότητα. Οι Εβραίοι των μικρών κοινοτήτων στα βιβλία του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ δεν είναι ασφαλώς λιγότερο οικουμενικοί από τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων που τοποθετούνται στο Παρίσι ή τη Νέα Υόρκη. Η επαρχία προκαλεί συχνά μια εμμονή με την ταυτότητα και υπό αυτή την έννοια είναι ασφυκτική… υποστηρίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις [σ. 160], πιστός στην προσωπική του πνευματική πορεία αλλά και στους διαχρονικούς του προβληματισμούς για τα σύνορα, τις γέφυρες και την ενδιάμεσή τους λογοτεχνία.

Στην ίδια συνομιλία παραδέχεται για άλλη μια φορά πως ήταν η Τεργέστη που τον έκανε να αισθανθεί την αξία αλλά και τους κινδύνους της γης των συνόρων, που άλλοτε γίνεται γέφυρα για να συναντήσεις τον Άλλο και άλλοτε ένα τείχος για να τον κρατήσεις μακριά. Η εμμονική με την ταυτότητά της πόλη διατηρούσε ταυτόχρονα και την αμφιβολία της για την εν λόγω ταυτότητα, κι ίσως γι’ αυτό, προσθέτει, είχε σπουδαία λογοτεχνία: Όταν δεν ξέρεις καλά τι είσαι, το έδαφος στο οποίο μπορείς να ρισκάρεις για ν’ ανακαλύψεις την ταυτότητά σου είναι η λογοτεχνία…

Ο Ίαν Κέρσοου, που μαζί με τον Μαρκ Μαζάουερ αποτελούν τους δύο σύγχρονους πυλώνες της εκλαϊκευμένης εκδοχής της Ιστορίας που δεν χάνει ποτέ τα επιστημονικά της διαπιστευτήρια, εξερευνά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το ναρκοθετημένο πεδίο του Ναζισμού. Στους δυο τόμους του για τον Χίτλερ κυριαρχεί τόσο η ιδέα της χαρισματικής προσωπικότητας που εμπνέει λατρεία όσο και το εργάζεσθαι υπέρ του Φύρερ, η ριζοσπαστική δράση των μεσαίων και κατώτερων επιπέδων της ναζιστικής γραφειοκρατίας, προς υλοποίηση της βούλησης του ηγέτη τους – σε κάθε περίπτωση πάντως μακριά από την δαιμονοποίησή του. Επιπρόσθετα επιβεβαιώνεται η δική του υπόθεση εργασίας, πως σε ακραίες συνθήκες, οι «κανονικές» καθημερινές έγνοιες απορροφούν τόση ενέργεια, ώστε να αυξάει σημαντικά η αδιαφορία απέναντι την απανθρωπιά, και κατ’ επέκταση η υποστήριξη ενός απάνθρωπου πολιτικού συστήματος.

Όπως πρόσφατα υποστήριξε ο Κέρσοου, η Γερμανία οδεύει προς μια σημαντική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την περίοδο του Τρίτου Ράιχ, δίνοντας πλέον έμφαση στη συνέργεια του λαού, ενώ σταδιακά εξαλείφεται η μεταφυσική προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου. Επιμένοντας πάντα πως η ερμηνεία και όχι η ηθική καταδίκη πρέπει να είναι το κλειδί στην καταγραφή της Ιστορίας, προσπαθεί να είναι ακριβοδίκαιος απέναντι στα δυο μεγέθη, τόσο στην προσωπικότητα των ηγετών όσο και τις ευρύτερες δομές εξουσίες, την πολιτική κουλτούρα και τα συστήματα αξιών που την επηρεάζουν.

Ο Κέρσοου συζητά ακόμα θέματα όπως οι «λογικές» ρίζες της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης – επιμένοντας όμως πως εκτός από τα SS και την Αστυνομία, το ναζιστικό κόμμα και οι συνεργάτες του, η Βέρμαχτ, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός και η βιομηχανική ελίτ ήταν επίσης συνεργοί στο Ολοκαύτωμα έστω και με διαφορετικό εμπλοκής ο καθένας -, την «κουλτούρα του Φύρερ» (μια πλατιά βάση στήριξής του στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών) αλλά και το γεγονός ότι στην περίπτωσή του είναι ευκολότερη η περιγραφή του ως μανιακού και τρελού, καθώς αποτελούσε τον δημιουργό ενός συστήματος, σε αντίθεση με τον Στάλιν που αποτελούσε προϊόν του.

Από τον ζόφο του παρελθόντος στον προβληματισμό του σήμερα, ο Γάλλος ισλαμολόγος Ολιβιέ Ρουά έχει (στο Παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ) ανατρέψει την δοξασία ότι ο φονταμενταλισμός είναι η άμυνα των παραδοσιακών κοινωνιών απέναντι στο κύμα της νεωτερικότητας, υποστηρίζοντας, αντίθετα, ότι αποτελεί ταυτόχρονα προϊόν και παράγοντα της ίδιας της νεωτερικότητας. Από τη στιγμή που η παγκοσμιοποίηση απέκοψε τις θρησκείες από το παραδοσιακό τους περιβάλλον (οικογένεια, κοινότητα), το Ισλάμ ανήκει στους μοντέρνους, όχι στους μεσαιωνικούς καιρούς. Ο Ρουά είδε για πρώτη φορά στο Ιράν και το Αφγανιστάν με ποιον τρόπο μπορεί το Ισλάμ να λειτουργήσει ως πολιτικό εργαλείο – στην πρώτη περίπτωση οι μουλάδες ενσάρκωσαν την πολιτική εις βάρος της θρησκείας, στην δεύτερη οι ισλαμιστές απομάκρυναν το προηγούμενο κομμουνιστικό καθεστώς. Οι σύγχρονες όμως συγκρούσεις στη Βόρεια Αφρική έχουν όμως το αίτημα για σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις πολιτικές επιδιώξεις και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Η ισλαμοποίηση της αραβικής κοινωνίας τα τελευταία σαράντα χρόνια δεν έχει οδηγήσει σε νίκη του πολιτικού ριζοσπαστισμού – συνήθως κυριαρχούν οι τοπικοί ιμάμηδες και οι ιεροκήρυκες. Οι θρησκευτικοί καθοδηγητές χάνουν τη νομιμοποίησή τους και κυρίως η νέα γενιά παύει να ακολουθεί τους χαρισματικούς θρησκευτικούς ηγέτες, αλλά, αντίθετα, προσπαθεί να κατασκευάσει ένα καινούργιο brand name για το Ισλάμ, μέσα από το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα – σε κάθε περίπτωση πάντως ασκεί μια εξατομικευμένη μορφή της θρησκευτικότητας και προσπαθεί να ενταχθεί στην κυρίαρχη κουλτούρα. Οι νέοι έχουν την πεποίθηση ότι η θρησκεία αποτελεί μια υπόθεση προσωπική και κανείς δεν πρέπει να τους διδάξει αυτό που μπορούν να μάθουν μόνοι τους.

Είναι πλέον φανερό πως οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη την ισλαμική πίστη για να εφαρμόσουν το νόμο, ενώ αναγνωρίζεται η ανάγκη εκδημοκρατισμού και η ποικιλομορφία στην προσωπική έκφραση. Το πρόβλημα πλέον με τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, λέει ο Ρουά, είναι τι θα κάνουν με την θρησκεία εντός μιας δημοκρατίας κι αυτό αποτελεί μια από τις μελλοντικές προκλήσεις. Άλλωστε στις κοσμικές κοινωνίες ή όπου επικρατεί η διάκριση κράτους και Εκκλησίας δεν ανήκει στην αρμοδιότητα κανενός κρατικού αξιωματούχου να αποφασίσει τι είναι αποδεκτό στη θρησκεία. Τα κράτη οφείλουν να αποστασιοποιούνται από τη θεολογική διαμάχη, που αφορά τους πιστούς. Η θρησκευτική έκφραση ανήκει στα ατομικά και όχι στα συλλογικά δικαιώματα.

O κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ στρέφει τους προβληματισμούς του στην αφήγηση του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου στον δυτικό πολιτισμό, περιγράφοντας την μάχη ανάμεσα στην πόλη και το άτομο, ανάμεσα στη δημόσια έκθεση και τον προσωπικό ναρκισσισμό και, εν τέλει, τον ατομικισμό που δημιουργείται και τρομάζει. Η αμερικανική κοινωνία εδώ εκφράζει ένα τρομερό παράδοξο: ενώ έδωσε τόση σημασία στην αξία του ατόμου, κατέληξε κομφορμιστική. Στο ερώτημα πώς συνέβη αυτό η συνήθης απάντηση είναι ο ατομικισμός: είναι τόσο ισχυρός ώστε να αποκλείει την έννοια της συλλογικής διεκδίκησης. Ο Σένετ υποστηρίζει πως η Αριστερά της εποχής έχει αρνηθεί την ευχαρίστηση, το χιούμορ, την ευφυΐα, την κοινωνικότητα και τοποθετεί τον εαυτό του σε μια Αριστερά που δεν εστιάζει τόσο στη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όσο στους τρόπους ενίσχυσης της ανοιχτής κοινωνίας, σε σημείο ακόμα και ν’ αποδέχεται τον καπιταλισμό ακριβώς για να υπηρετήσει την κοινωνία και όχι το αντίθετο.

Ήμουν πολέμιος κι εξακολουθώ να είμαι της άποψης για την συνέχεια και το αμετάβλητο της ελληνικής γλώσσας. Όπως ήμουν αντίθετος και με την κόντρα αρχαίας και νέας γλώσσας, που προσωποποιήθηκε ως κόντρα Μαρωνίτη – Χρηστίδη και Μπαμπινιώτη. Η άλλη πλευρά ισχυριζόταν ότι χωρίς τα δεκανίκια της αρχαίας γλώσσας η νέα δεν στέκεται. Η δική μου αντίρρηση είναι η άρση αυτής της ιδεοληψίας. Η νέα γλώσσα έχει επάρκεια φτάνει να διδαχτεί σωστά και να ασκηθεί με τρόπο που ευνοεί την εξέλιξή της. Αν θέλεις, και με την αναγκαιότητα ανεφοδιασμού προς τα πίσω…υποστηρίζει ο Δημήτρης Μαρωνίτης [σ. 149] στην δική του βαθύτατη εξομολόγηση. Ο Μαρωνίτης μιλάει για μετάφρασή του στην Ιλιάδα και την αίσθηση της απόλυτης ισοτιμίας της αρχαίας με τη νέα ελληνική γλώσσα με την οποία την εμπότισε, την συνάντηση των δύο γλωσσών και την δημιουργία ενός τρίτου σημείου τριβής όπου το αρχαίο κείμενο ξυπνάει και διεγείρει τη νέα ελληνική. Ο πειρασμός και η γοητεία είναι να δει κανείς πόσο η νεοελληνική γλώσσα υποδέχεται ως δικά της στοιχεία τα αρχαιοπρεπή.

Το βιβλίο συμπληρώνεται με συνομιλίες με τους Ρενέ Ζιράρ, Τζωρτζ Στάινερ, Χάρολντ Μπλουμ και Τζούντιθ Χέριν. Όπως είναι φανερό, το σύνολο των συνεντεύξεων με παρεμβατικούς στοχαστές της εποχής μας που ανέλαβε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δουλγερίδης, ορισμένες από τις οποίες έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο Τύπο ή σε περιοδικά για το βιβλίο, είναι γεμάτο από ανάλογα αποστάγματα πολύτιμων στοχασμών.

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 165.

25
Μάι.
12

Συλλογικό – Debtocracy

Το χρέος σου η ζωή μου

H ιστορία του project Debtocracy/Χρεοκρατία είναι γνωστή: είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα με παραγωγό το θεατή (συνολικά 425 συμπαραγωγοί, με ταυτόχρονη άρνηση εμπλοκής χορηγών, κονδυλίων κλπ.) και με θέμα την αναζήτηση των αίτιων της κρίσης, των βημάτων που οδήγησαν στην παγίδα το χρέους και την πρόταση λύσεων που αποκρύπτονται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Το ντοκιμαντέρ είχε από την πρώτη στιγμή εκρηκτικών διαστάσεων τηλεθέαση στο διαδίκτυο, εφόσον για τα ΜΜΕ θεωρήθηκε ενοχλητικό κι επικίνδυνο και δεν προβλήθηκε ποτέ, παρά το γεγονός ότι διανέμεται χωρίς δικαιώματα χρήσης και αναμετάδοσης. Σε αντίθεση με τους ομιλούντες στα ΜΜΕ που έχουν άμεσο προσωπικό, κομματικό ή πολιτικό συμφέρον (με συχνότατες περιπτώσεις πολιτικών άσχετων, αμόρφωτων και κάθε περίπτωση ανενημέρωτων πάνω στο θέμα, που αναπαράγουν αυτά που τους παραδίδονται από τα κομματικά επιτελεία), εδώ δίνεται λόγος στους σχετικούς, στους γνώστες, στους εξειδικευμένους, στους διανοούμενους και στους αποδεδειγμένους κοινωνικούς αγωνιστές που έχουν ήδη τις πνευματικές τους περγαμηνές και δεν διατηρούν κανένα περαιτέρω όφελος.  Να σημειωθεί ότι στην έντυπη μορφή του το Debtocracy δεν περιλαμβάνει μόνο το ακριβές κειμενικό και εικονιστικό σενάριό του αλλά και ολόκληρες συνομιλίες με τα παραπάνω πρόσωπα, στις οποίες και εστιάζουμε.

Για τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό Ντέιβιντ Χάρβεϊ (που έχει επαναφέρει την μαρξιστική σκέψη σε ένα ευρύτατο ακροατήριο μέσα από τα κείμενά του αλλά και τις διαδικτυακές ομιλίες του) δεν υπάρχει καπιταλισμός χωρίς κρίση και η μορφή της παρούσης κρίσης ήταν αρκετά προβλέψιμη τουλάχιστον εφτά – οχτώ χρόνια πριν, όπως και το κραχ που θα ξεσπούσε στην ανεξέλεγκτη αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ. Το άνοιγμα των εθνικών οικονομιών στον διεθνή ανταγωνισμό, η εισαγωγή δυο δισεκατομμυρίων κινέζων στην παγκόσμια αγορά εργασίας μετά το 1990 και η ανάπτυξη φτηνού εργατικού δυναμικού δημιούργησαν το πρόβλημα της πώλησης των αγαθών σε κοινωνίες χωρίς αγοραστική δύναμη. Το κενό καλύφθηκε με το σύνθημα «Δώστε πίστωση σε όλους».

Όλη η ιστορία του καπιταλισμού, λοιπόν, είναι μια ιστορία ανανέωσης μέσω κρίσεων που μετακυλίονται. Η λύση τους συνήθως είναι η σωτηρία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και το φόρτωμα των κρατών με όλα τα χρέη, δημιουργώντας έτσι μια δημοσιονομική κρίση κρατικού χρέους. Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική απόφαση. Και μπορεί σε κάθε κρίση μεγάλο μέρος της αστικής τάξης να χάνει πολλά, αλλά ταυτόχρονα πολλοί κερδίζουν περισσότερα. Πολλές τράπεζες κατέρρευσαν, όμως αυτές που έμειναν, όπως η Goldman Sachs, είναι πλέον ισχυρότερες από ποτέ. Το σύστημα περνά φοβερές αναταράξεις, αλλά ορισμένοι εξέρχονται από αυτές σε πολύ καλύτερη θέση από πριν.

Ο Χάρβεϊ δεν είναι αισιόδοξος: δεν διακρίνει κάποιου είδους τελική κατάρρευση αλλά μια αυξανόμενη συγκέντρωση της εξουσίας στην τάξη των καπιταλιστών, ενώ ταυτόχρονα βλέπει αδύναμη την Αριστερά σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνήθης αντίδραση είναι να σκύβουμε το κεφάλι και να περιμένουμε να περάσει. Πολλοί απλώς ελπίζουν ότι θα την ξεπεράσουμε, ενώ ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος υποστηρίζει ότι βρισκόμαστε προς την έξοδο από την κρίση. Η πρότασή του είναι απόλυτη: πρέπει να γίνει μια συλλογική προσπάθεια , στην οποία θα συμμετέχουν η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία (τα λεγόμενα PIGS) για κήρυξη μορατόριουμ στην αποπληρωμή του χρέους και πλήρη επαναδιαπραγμάτευση.

Έχουν περάσει τριάντα χρόνια προπαγάνδας για τις αρετές της νεοφιλελεύθερης ηθικής, η οποία προτάσσει την προσωπική ευθύνη, το να φροντίζεις τον εαυτό σου, να μη βασίζεσαι στο κράτος. Η τάση, λοιπόν, είναι όλοι να κατηγορούν τον εαυτό τους Γι’ αυτά που συμβαίνουν. Και είναι πολύ δύσκολο να πείσεις τον κόσμο πως το πρόβλημα είναι συστημικό και πως πρέπει να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνες, οι περισσότεροι από εκείνους που έχασαν τα σπίτια τους έριχναν την ευθύνη στον εαυτό τους και όχι στο σύστημα που δημιούργησε τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου. [σ. 121]

Το ίδιο απαισιόδοξος είναι και ο Αλέν Μπαντιού, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλοσόφους κι ένας ακούραστος μαχητής της επαναστατικής Αριστεράς που συνεχίζει να παίρνει και ο ίδιος μαθήματα – όπως  τονίζει– από τα λαϊκά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, με στόχο την ανάπτυξη νέων τρόπων οργάνωσης, δράσης και αντίστασης. Οι καπιταλιστές, ισχυρίζεται, δε σκοπεύουν να την πληρώσουν γιατί δεν είναι αλτρουιστές. Θεωρούν ότι πρέπει να γίνει συλλογική προσπάθεια, αλλά από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Το είδαμε να συμβαίνει ξανά τη δεκαετία του ’’30: η κρίση συνέβαλε στην άνοδο της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού. Είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτούς που μας εξουσιάζουν να βλέπουν το λαό διαιρεμένο αντί ενωμένο εναντίον τους. Ο Μπαντιού βλέπει σε τέσσερις κοινωνικές ομάδες την ικανότητα για δράση και κινητοποίηση, με την προϋπόθεση της ενότητάς τους: στην μορφωμένη νεολαία (των λυκείων και των πανεπιστημίων), στην λαϊκή νεολαία (όπως οι νέοι των προαστίων στη Γαλλία), στην μάζα των μισθοσυντήρητων (εργάτες, χαμηλόμισθοι υπάλληλοι) και στους προλετάριους που έρχονται από άλλες χώρες – στους μετανάστες γενικά.

Ο Κώστας Λαπαβίτσας ήταν από τους πρώτους Έλληνες ακαδημαϊκούς που μίλησαν ανοιχτά για την ανάγκη εξόδου από την Ευρωζώνη, όταν κάθε σχετική αναφορά αποτελούσε ταμπού στην Ελλάδα. Συμμετείχε στην Πρωτοβουλία Οικονομολόγων και Πανεπιστημιακών, η οποία άνοιξε τη συζήτηση για την ανάγκη στάσης πληρωμών, εξόδου από το ευρώ και εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος, ενώ έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο και στην πρωτοβουλία για τη σύσταση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου στην Ελλάδα. Με ακαδημαϊκό ορμητήριο τη σχολή SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και με τη βοήθεια μιας πολύ δυνατής ομάδας επιστημόνων από το δίκτυο Research on Money and Finance, έχει παρουσιάσει σειρά ερευνών για την κατάσταση της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας.

O καθηγητής παρουσιάζει ένα κατατοπιστικό διάγραμμα της παγκόσμιας κρίσης: η φούσκα στα ακίνητα των ΗΠΑ οδήγησε σε κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος καθώς οι τράπεζες είχαν δανείσει υπερβολικά ποσά, μετατρέποντας την κρίση σε τραπεζική και αργότερα κρίση της οικονομίας, λόγω της συρρίκνωσης και της κατάρρευσης των εξαγωγών. Εκεί παρενέβη το κράτος διασώζοντας τις τράπεζες και τονώνοντας την ζήτηση, οδηγώντας με τη σειρά του στην σημερινή δημοσιονομική κρίση. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί ως τώρα είναι μέτρα σταθεροποίησης (δηλαδή για να πάψει να προστίθεται χρέος), όχι μέτρα που θα αποτρέψουν την άμεση παύση πληρωμών, ούτε μέτρα που θα μειώσουν το χρέος! Ο δανεισμός στο ελληνικό κράτος στοχεύει στη  διάσωση των τραπεζών, κυρίως γερμανικών και γαλλικών και τα μεταγενέστερα μέτρα λαμβάνονται για να εξασφαλιστούν οι δανειστές. Ο νέος δανεισμός προς την Ελλάδα δεν ήταν καθόλου χαριστικός γιατί είχε υψηλότατα επιτόκια και η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχτηκε σκληρότερη από το ΔΝΤ. Έτσι τα μέτρα (με όλα τα τραγικά αποτελέσματα για το επίπεδο ζωής και την καθημερινή ζωή των πολλών) είναι άκρως απίθανο να έχουν θετικό αποτέλεσμα όσον αφορά την οικονομία και τον τρόπο αντιμετώπισης του χρέους συνολικότερα.

Οι τράπεζες, αξιοποιώντας το δανεισμό τους από τη διεθνή αγορά, άρχισαν και οι ίδιες να δανείζουν και εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με κύριους δανειζόμενους τα … νοικοκυριά, που άρχισαν να υπερχρεώνονται. Ταυτόχρονα το ελληνικό κράτος χαρακτηρίζεται από συστηματική αδυναμία αποτελεσματικής και δίκαιης φορολογίας, καθώς τεράστιες μερίδες πληθυσμού δεν φορολογούνται καθόλου ή φορολογούνται ελάχιστα. Ο μεγάλος όγκος του εξωτερικού δημόσιου χρέους κατέχεται από ξένες τράπεζες, κυρίως γαλλικές και γερμανικές, που δάνειζαν αφειδώς το ελληνικό δημόσιο, με τη σιγουριά πως η Ελλάδα βρίσκεται στην Ευρωζώνη και αποκλείεται να αθετήσει τις πληρωμές της.

Τι προτείνει ο Λαπαβίτσας; Πρώτα την ευθεία αντιμετώπιση του χρέους ως δυσβάσταχτου άχθους για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, που απαιτεί αθέτηση πληρωμών και διαδικασία διαγραφής. Η Ελλάδα πρέπει να βγει από την Ευρωζώνη, να ανατάξει την οικονομία της σε νέα βάση και να αλλάξει τις κοινωνικές της σχέσεις υπέρ των πολλών και κατά των λίγων. Η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου δεν είναι απαραίτητη για να προχωρήσει μια χώρα σε αθέτηση πληρωμών αλλά παρέχει μεγάλα πλεονεκτήματα. Πρέπει να ανοίξουν τα βιβλία ώστε να φανεί πώς ακριβώς διαμορφώθηκε το τωρινό δημόσιο χρέος. Πρόκειται για δημόσιο χρέος που δεν είναι τόσο άμεμπτο όσο συχνά πιστεύεται. Έννοιες όπως αυτή του απεχθούς, του παράνομου ή του μη νομιμοποιημένου χρέους χρησιμοποιούνται ευρέως στη διεθνή βιβλιογραφία και συζήτηση ενώ στην προκείμενη περίπτωση αποσιωπούνται.

Ερευνώντας το ζήτημα της νομιμότητας τίθεται το ερώτημα: έχουν ακολουθηθεί όλοι οι κανόνες σχετικά με την έκδοση ομολόγων; Ποιες τράπεζες αλλά και ποιοι ενδιάμεσοι κάτω απ’ το τραπέζι επωφελήθηκαν και πώς αμείφθηκαν; Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απαγόρευε τον δημόσιο δανεισμό άνω του 60% του ΑΕΠ, συνεπώς οι δανειστές αποδέχτηκαν μια ξεκάθαρη νομική παραβίαση. Ακόμα όμως κι δεν αν επρόκειτο για παράνομο χρέος, τίθεται θέμα κοινωνικής βιωσιμότητας ή διατηρησιμότητάς του. Εάν η εξυπηρέτησή του επιβάλλει διάλυση των νοσοκομείων ή της παιδείας και δεν επιτρέπει στους Έλληνες να ζήσουν με φυσιολογικό τρόπο τότε πρόκειται για μη νομιμοποιημένο χρέος. Όταν το χρέος αποδεικνύεται καταστροφέας των κοινωνικών συνθηκών και της ζωής ενός λαού τότε χάνει τη νομιμοποίησή του και μπορεί να διαγραφεί.

Η Ελλάδα, μετά τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, είναι η χώρα που αφιερώνει το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της για εξοπλισμούς. Είναι απολύτως αφύσικο. Είναι προφανές ότι υπάρχουν εξαγωγείς όπλων, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, οι οποίοι ασκούσαν πιέσεις στη χώρα για να αγοράζει όλο και περισσότερα όπλα. Είναι επίσης προφανές ότι ευθύνονται και Έλληνες πολιτικοί από τα δύο μεγάλα κόμματα, οι οποίοι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ενέκριναν υπερβολικές εξοπλιστικές δαπάνες, επειδή ωφελούνταν οι ίδιοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο [σ. 167] λέει ο Ερίκ Τουσέν, που εκτός από πλούσιο συγγραφικό του έργο, έχει ενεργή δράση σε οργανώσεις όπως η CADTM – Επιτροπή Κατάργησης των Χρεών του Τρίτου Κόσμου, γνωρίζει καλά την περίπτωση των χωρών που βάζουν το χρέος πάνω απ’ τη ζωή και μας θυμίζει ένα βασικό στοιχείο που επίσης αποσιωπάται.

Σύμφωνα με το «δόγμα του απεχθούς χρέους», όταν ένα χρέος συνάπτεται από ένα δεσποτικό καθεστώς αποτελεί προσωπικό χρέος του καθεστώτος κι όταν αυτό χάσει την εξουσίας του τότε αυτόματα ακυρώνεται. Πρόκειται για βασική εξαίρεση στη «συνέχεια των κρατών» του διεθνούς δικαίου. Πώς μπορούν να διατηρούνται χρέη δικτατορικών (αλλά και δημοκρατικών) καθεστώτων όταν συνάπτονται χωρίς κανένα σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες και ενάντια στα συμφέροντα του λαού; Συνεπώς το χρέος που συνήφθη από τους χουντικούς αποτελεί ένα τυπικό απεχθές χρέος που πρέπει να αφαιρεθεί.

Ο Τουσέν συμμετείχε στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου στον Ισημερινό, που έκαναν φύλλο και φτερό τα συμβόλαια 30 χρόνων και απέδειξαν πως ένα μεγάλο μέρος του χρέους ήταν μη νομιμοποιημένο. Εκεί οι πολίτες διαπίστωσαν ότι, σε αντίθεση με ό,τι τους έλεγαν, η μη αποπληρωμή ενός χρέους δεν οδηγεί σε χαοτικές καταστάσεις· τους έλεγαν ότι το κεφάλαιο θα εγκαταλείψει τη χώρα και ότι θα παρέλυε η οικονομία. Τίποτα από αυτά δε συνέβη. Αυτό που έγινε στην πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση απέκτησε περισσότερα χρήματα για να διαθέσει στην εκπαίδευση, την υγεία και τη βελτίωση των υποδομών. Ο Τουσέν είναι βέβαιος πως το ίδιο θα συμβεί και με την Ελλάδα.

Θέλουν να δώσουν την εντύπωση στον ελληνικό λαό πως, αν σταματήσει την αποπληρωμή τους χρέους, ολόκληρη η Ελλάδα θα παραλύσει. Στην πραγματικότητα θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Η Ελλάδα δανείζεται σήμερα για να μπορέσει να εξοφλήσει παλιά χρέη. Παίρνει χρήματα για να επιστρέψει χρήματα. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να σταματήσει την αποπληρωμή, αυτό που θα συμβεί θα είναι ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της περισσότερα χρήματα για τους μισθούς των υπαλλήλων, τις συντάξεις, την κοινωνική ασφάλιση, τη δημόσια υγεία και την ανάπτυξη των υποδομών. Επομένως, η κατάσταση θα βελτιωθεί. [σ. 166]

Όταν η Αργεντινή προχώρησε σε αθέτηση πληρωμών –και ήταν η μεγαλύτερη αθέτηση στην παγκόσμια ιστορία–, αν πιστεύαμε όσα έλεγε στο παρελθόν το ΔΝΤ, θα έπρεπε να έχει επέλθει ολοκληρωτική καταστροφή στην οικονομία. Ξέρετε όμως τι συνέβη; Το μόνο πράγμα που καταστράφηκε ήταν η αξιοπιστία του ΔΝΤ, γιατί η Αργεντινή εισήλθε σε μια περίοδο τρομακτικής ανάπτυξης. Και αυτό συνέβη επειδή οι πόροι που χρησιμοποιούνταν για την αποπληρωμή του παράνομου και απεχθούς χρέους ανακατευθύνθηκαν για τις ανάγκες της οικονομίας [σ. 181] λέει ο Άβι Λούις, που παρουσίασε μαζί με την σύζυγό του Ναόμι Κλάιν, το ντοκιμαντέρ Κατάληψη, για τους εργάτες των υπό κατάληψη εργοστασίων της Αργεντινής, με φόντο την ιστορική πορεία της χώρας από την ακμή μέχρι τον οικονομικό στραγγαλισμό της από το ΔΝΤ.

Ο Καναδός δημοσιογράφος που καλεί στις εκπομπές του τους διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής ατζέντας συνήθως για να τους ξεμπροστιάσει, ανατρέποντας την εικόνα που οι ίδιοι παρουσιάζουν για τις διεθνείς εξελίξεις, μιλάει για την επανεμφάνιση του ταπεινωμένου ΔΝΤ με έναν τρομακτικό και κακόβουλο τρόπο στην «διάσωση» της Ελλάδας και απορεί που ενώ ο κόσμος εδώ κατεβαίνει στους δρόμους και παραπονιέται για την άδικη παρουσίαση στα κυρίαρχα μέσα (που στήριξαν τις παρεμβάσεις του ΔΝΤ και της ΕΚΤ) δεν σκέφτεται ποτέ να κατευθύνει τις αντιδράσεις του σε αυτά.

Η Ζάρα Βάγκενκνεχτ (ένα από τα πιο μαχητικά στελέχη του αριστερού κόμματος Die Linke που δεν διστάζει να ασκήσει κριτική ακόμα και στο ίδιο της το κόμμα) εξηγεί με ποιο τρόπο η γερμανική οικονομία επωφελείται από τον πολλαπλασιασμό των χρεών στις άλλες χώρες: Όταν η Γερμανία διαπραγματεύτηκε το πακέτο στήριξης της Ελλάδας πριν από ένα χρόνο, βασικός όρος ήταν να μη σταματήσουν οι εισαγωγές γερμανικών στρατιωτικών εξοπλισμών. Η Ελλάδα έπρεπε να κάνει οικονομία σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές, αλλά όχι στους εξοπλισμούς. Αυτό δείχνει το πεδίο των συμφερόντων. Η γερμανική κυβέρνηση λειτουργεί ως προστάτης των συμφερόντων των μεγάλων εταιρειών όπλων καθώς και της βιομηχανίας εξαγωγών.

Η Βάγκενκνεχτ εστιάζει στο σκανδαλώδες γεγονός ότι οι τράπεζες μπορούν να δανείζονται με επιτόκιο 1% από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ τα κράτη είναι υποχρεωμένα να δανείζονται από τις τράπεζες. Έτσι, δεδομένου ότι οι τράπεζες και οι χρηματαγορές μπορούν να αυξάνουν αυθαίρετα τα επιτόκια, τα κράτη πέφτουν θύματα της κερδοσκοπίας των τραπεζιτών. Μόνο η Γερμανία μπορεί και δανείζεται πολύ φτηνά, κυριαρχώντας έτσι στον μηχανισμό στήριξης. Η πρότασή της είναι η κοινή αντίδραση χωρών όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, να αρνηθούν να συνεχίσουν αυτή την πορεία και να πληρώσουν αυτοί των οποίων η περιουσία πηγάζει από το χρέος. Η λογική της λιτότητας με στόχο τη διάσωση της οικονομίας είναι αποδεδειγμένα εντελώς λανθασμένη και επιδεινώνει την κρίση – δεν οδηγεί στη μείωση του χρέους αλλά στην διόγκωσή του.

«H χώρα χτυπήθηκε από οικονομικούς δολοφόνους» δήλωσε ο Τζον Πέρκινς πρώην οικονομικός δολοφόνος ο ίδιος, που τώρα δρα ως ακτιβιστής και περιγράφει ακριβώς πώς λειτουργεί το σύστημα, «Η χώρα καταστρέφεται, δεν επιδιορθώνεται από το ΔΝΤ και την Ευρωζώνη», έγραψε η Guardian. Μιλούν ακόμα ο επικεφαλής της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του Ισημερινού Ούγκο Αρίας, οι ακαδημαϊκοί Σαμίρ Αμίν και Ζεράρ Ντιμενίλ, ο Ζαν Κατρμέρ της Liberation, ο Αργεντίνος σκηνοθέτης Φερνάντο Σολάνας, ο Μανώλης Γλέζος και προλογίζει ο Γιώργος Δελαστίκ. Ο λόγος είναι καταιγιστικός, τα στοιχεία μιλούν μόνα τους και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Όπως είναι γνωστό, η Καταστρόικα, το δεύτερο ντοκιμαντέρ των δημιουργών του debtocracy, είναι εδώ: www.catastroika.com

Συντελεστές: Κατερίνα Κιτίδη [Ράδιο Infowar, αρχισυνταξία Thepressproject.gr], Άρης Χατζηστεφάνου [Τηλε- Infowar, αρχισυνταξία tvxs.gr]. Επιστ. επιμ.: Λεωνίδας Βατικιώτης. / www.debtocracy.gr / Εκδ. Λιβάνη, 2012, σελ. 239 [μεγάλο μέγεθος, γυαλιστερό χαρτί, έγχρωμη εκτύπωση, με φωτογραφίες, σκίτσα, κόμικς κλπ.].

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή σε : mic. gr, υπό τον τίτλο Debt can dance.

06
Φεβ.
11

Anna Funder – Stasiland. Ιστορίες πίσω από το τείχος του Βερολίνου

Το τείχος μέσα στο κεφάλι

Μέρος Α΄

Το ότι μιλάς για την ιστορία σου σημαίνει ότι απελευθερώνεσαι απ’ αυτή; Ή μήπως ότι οδεύεις προς τα μέλλον σου αλυσοδεμένος; (σ. 110)

Αν ζούσαμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κι έπρεπε να επιλέξουμε ανάμεσα στο να δώσουμε πληροφορίες για τους φίλους μας ή να αποχωριστούμε δια παντός σύζυγο και παιδιά τι θα επιλέγαμε; Πόσοι από εμάς θα έμεναν ηθικά ακέραιοι; Μετά την πτώση τέτοιων καθεστώτων οι φάκελοι των πολιτών θα πρέπει παραδίδονται στους ίδιους, να καίγονται ή να ανοίγονται έπειτα από πολλά χρόνια ή μετά τον θάνατό τους; Τα κτίρια των μαρτυρίων να γίνονται μνημεία του παρελθόντος, να κατεδαφίζονται απαλλάσσοντας τον τόπο από το βάρος τους ή να υφίστανται «ιδεολογική ανακαίνιση» με σοβάντισμα και μετονομασία; Πιο επικίνδυνη είναι η γνώση ή το να αγνοείς το παρελθόν και να ξαναρχίζεις από την αρχή, με διαφορετικές σημαίες, διαφορετικά φουλάρια και κράνη;

Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν όσους έζησαν υπό το καθεστώς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ακόμα και σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η Φάντερ (γεν. 1966) δίνει τον λόγο και στις δυο πλευρές του καθεστώτος: τόσο στους ανθρώπους της Στάζι όσο και στα θύματά τους. Δεν περιορίζεται στις αυτονόητες επισκέψεις σε αρχεία, σημεία του τείχους ή στα πνιγμένα στο λινόλαιο και τις αποχρώσεις του καφέ δημόσια κτίρια που έχουν ακόμα «την οσμή των γέρων» κυβερνητών ή του καθαρού φόβου. Αναζητά η ίδια τους συνομιλητές της μέσω αγγελίας και συζητά ακόμα και με τους περίφημους ανεπίσημους συνεργάτες (ΙΜ – Inoffizielle Mitarbeiter), δηλαδή μυστικούς καταδότες συγγενών και φίλων. Οργανώνει το υλικό της υπό μορφή ταξιδιωτικού χρονικού με στοιχεία ρεπορτάζ, ενσωματώνοντας σύντομα ιστορικά της κατασκευής και πτώσης του τείχους και μικρές προσωπογραφίες των Χόνεκερ και Μίλκε (αρχηγού της Στάζι), και θίγει αποσιωπημένα ζητήματα, όπως η αποκλειστική σύνδεση του Ναζισμού με την Δυτική Γερμανία, που χαρακτηρίζεται ως ένας από τους ευφυέστερους αθωωτικούς ελιγμούς του εικοστού αιώνα.

Το «ανατολικογερμανικό σύστημα» δεν είχε απλώς τα γνωστά χαρακτηριστικά των δικτατοριών (γραφειοκρατία, τεράστιος όγκος εγγράφων, παθολογική εμμονή στις λεπτομέρειες). Ήταν πιθανώς το πιο τελειοποιημένο κράτος παρακολούθησης όλων των εποχών: ένας πράκτορας της Στάζι αντιστοιχούσε σε είκοσι τρεις ανθρώπους. Στην υπηρεσία τους επικουρούνταν από μικρόφωνα κρυμμένα σε διακοσμητικά λουλούδια, ποτιστήρια ή στις πόρτες των Τράμπαντ, από «δείγματα οσμής» του κάθε ανθρώπου (που σήμερα κανείς δεν γνωρίζει σε ποια χέρια βρίσκονται) και σπρέι με χειροκίνητες αντλίες που ψέκαζαν τα άτομα στο πλήθος ή στις ανακρίσεις – μήπως έτσι πέθαναν από ένα σπάνιο είδος καρκίνου οι αντιφρονούντες συγγραφείς Γύργκεν Φουκς και Ρούντολφ Μπάρο;

Σε μια κοινωνία όπου οι πάντες υποπτεύονταν τους πάντες και η δυσπιστία που απέρρεε απ’ αυτό αποτελούσε θεμέλιο της κοινωνικής ύπαρξης, οι πολίτες αισθάνονταν ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τη συμφωνία τους με όσα λέει και κάνει το κράτος. Έπρεπε, συνεπώς, να μάθουν να ζουν σε μια σχέση «εσωτερικής εχθρότητας αλλά εξωτερικής συμμόρφωσης προς το κράτος». Εξασκήθηκαν στην αυτο–λογοκρισία και βίωσαν μια εσωτερική ψυχολογική εξορία. Αντιλαμβανόταν την κατάσταση αλλά προσπαθούσαν να μη δίνουν σημασία σ’ αυτή την πραγματικότητα για να μην τρελαθούν. Αν ήθελες να διατηρήσεις την πνευματική σου υγεία, έπρεπε να αποδέχεσαι και ταυτόχρονα να αγνοείς «τη λογική της ΛΔΓ». Αν παίρναμε τα πράγματα τόσο σοβαρά όσο νόμιζε ο κόσμος στη Δύση, θα αυτοκτονούσαμε όλοι!

Η γελοιότητα αποτελεί κοινό στοιχείο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Συχνά εκπονούνταν διατριβές με θέμα «Περί των πιθανών αιτίων της ψυχολογικής παθολογίας της επιθυμίας παραβίασης των συνόρων», ενώ επινοήθηκε ο χορός Λίπσι, άχαρος, αλύγιστος και χωρίς αγγίγματα, προερχόμενος τάχα από τη νεολαία, ως ένα αντίδοτο στο ξενόφερτο ροκ. Όταν πράκτορες εντόπισαν σε βιβλιοθήκη αντίτυπο της απαγορευμένης Φάρμας των Ζώων, χαμογέλασαν χαρούμενοι καθώς είδαν στο εξώφυλλο γουρούνια που κρατούσαν μια κόκκινη σημαία!

Βασικό κορμό του Stasiland αποτελούν οι συνομιλίες της Φάντερ (δημοσιογράφου αλλά και δικηγόρου διεθνών υποθέσεων) με απλούς, «καθημερινούς» ανθρώπους των οποίων η ζωή καθορίστηκε ολοκληρωτικά από το γεγονός ότι θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους, ακόμα και εξαιτίας ενός τυχαίου συμβάντος. Η Μίριαμ θεωρήθηκε εχθρός του κράτους από τα 16 της ενώ μέχρι σήμερα συναντά εμπόδια αναζητώντας την αλήθεια για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του συζύγου της στη φυλακή. Θέλουν να πάψουν να σκέφτονται το παρελθόν. Θέλουν να προσποιηθούν πως αυτά δεν υπήρξαν. Η Γιούλα καλούνταν συχνά στα γραφεία της Στάζι για να ερμηνεύσει λέξεις που έγραφε στα γράμματά που αντάλλαζε με τον Ιταλό εραστή της, ενώ στο τέλος των παρακολουθούμενων υπεραστικών κλήσεων μεταξύ τους έλεγε «καληνύχτα σε όλους». Η φράου Πάουλ αρνήθηκε να προδώσει το πρόσωπο που της υπέδειξαν, χάνοντας το αντάλλαγμα να βρεθεί κοντά στο άρρωστο παιδί της στην άλλη πλευρά του τείχους. Άλλοι δεν άφησαν τον εαυτό τους να διαλυθεί, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τα παθήματά τους, όπως ο Κλάους Ρενφτ, αρχηγός του δημοφιλέστερου ροκ συγκροτήματος της χώρας, που αφανίστηκε ολοκληρωτικά από το προσκήνιο λόγω ανυπακοής. Ο Ρενφτ θεωρεί ως μικρή του νίκη την κρυφή μαγνητοφώνηση της υπαλλήλου που τους ανακοινώνει από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε και δηλώνει: Για τις λεπτομέρειες της ζωής μου μπορώ σήμερα να ανατρέξω στους φακέλους κι αυτό είναι ευτύχημα.

Στην απέναντι πλευρά, αρκετοί δέχονταν να γίνουν πληροφοριοδότες, «άλλοτε γιατί πίστευαν στην υπόθεση, άλλοτε γιατί ένοιωθαν πως θα γίνουν κάποιοι, πως κάποιος θα τους ακούει με προσοχή». Ο Χάγκεν Κοχ επιμένει πως διδάχτηκε από πολύ μικρός ότι η χώρα τους είναι θρησκεία, με το δικό της κλειστό σύστημα πίστης, δική της κόλαση, παράδεισο και άφεση αμαρτιών. Πολλοί παραμένουν αμετανόητοι, όπως ο Καρλ Έντουαρντ φον Σνίτσλερ που σε ειδική τηλεοπτική εκπομπή ασκούσε κριτική σε αποσπάσματα από την δυτική τηλεόραση ή απλώς διακατέχονται από την νοσταλγία της Ανατολής (Ostalgie). Είναι αξιοσημείωτο πως οι πρώην πράκτορες σταδιοδρομούν ως ασφαλιστές, τηλεπωλητές ή μεσίτες, ακριβώς δηλαδή σε επαγγέλματα που απαιτούν την τέχνη του να πείθεις κάποιον να κάνει κάτι παρά την επιθυμία του ή τα ενδιαφέροντά του. Πολλοί συναντιούνται μεταξύ τους ακόμα και με ημερήσια διάταξη ή συμμετέχουν στον μυστικό σύλλογο πρώην ανδρών της Στάζι (Insiderkomitee), όπου ασκούν πιέσεις για παραχωρήσεις δικαιωμάτων, γράφουν την δική τους άποψη για την Ιστορία και αλληλοϋποστηρίζονται σε δίκες, ενώ λέγεται πως παρενοχλούν όσους εργάζονται για να μαθευτούν τα πάντα για τις ενέργειές της.

Μπορεί πλέον να μην υπάρχουν παρά ελάχιστα απομεινάρια του τείχους, ένα άλλο τείχος όμως παραμένει σε πιο δύσβατη περιοχή. Η έκφραση Mauer im Kopf (τείχος στο κεφάλι) δεν υποδηλώνει μόνο την συνεχιζόμενη διάκριση των Γερμανών σε Ανατολικούς και Δυτικούς, αλλά και την διαιώνιση της ύπαρξης του στον μυαλό των μεν νοσταλγών ως ελπίδα, των δε θυμάτων ως εφιαλτικό ενδεχόμενο.

Σήμερα στο πρώην αρχηγείο της Στάζι πηγαίνουν άνθρωποι για να διαβάσουν τις βιογραφίες τους, ενώ σε άλλο τμήμα οι «συναρμολογήτριες» συγκολλούν μεταξύ τους όσα κατεστραμμένα αρχεία δεν πρόφτασαν να κάψουν ή να πολτοποιήσουν. Θα χρειαστούν 375 χρόνια με 40 εργαζόμενους για να αποκατασταθούν, αλλά η συμβολική σημασία είναι δεδομένη. Πώς είναι άραγε να περιμένεις να συναρμολογηθεί ένα κομμάτι της ζωής σου;

Μέρος Β΄

Τι απέγινε το δημοφιλέστερο ροκ συγκρότημα της Ανατολικής Γερμανίας (δηλ. της περίφημης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Klaus Renft Combo όταν το 1975 υπερέβη τα όρια; Ήταν πολύ διάσημοι για να συλληφθούν, συνεπώς κλήθηκαν από μια αξιωματούχο που απλά τους ανακοίνωσε: από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε. Στην ερώτηση του αρχηγού Κλάους αν είναι πλέον απαγορευμένοι, διευκρίνισε: Δεν είπαμε ότι είστε απαγορευμένοι. Είπαμε ότι δεν υπάρχετε. Οι δίσκοι τους εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα, ο Τύπος σταμάτησε να τους αναφέρει, το ραδιόφωνο να τους παίζει. Η δισκογραφική AMIGA ανατύπωσε ολόκληρο τον κατάλογό της χωρίς αυτούς. Κατασκεύασαν και τους αντικαταστάτες τους Carousel, καθαρούς αντιγραφείς των KRC χωρίς τα κακά λογάκια φυσικά. Όμως ο Κλάους είναι μια αληθινή ροκ εντ ρολλ ψυχή: έχοντας προβλέψει τις εξελίξεις, κόλλησε ένα κασετοφωνάκι στο λουρί της κιθάρας και κατέγραψε τα λόγια της «συντρόφισσας» κατσίκας έτσι για ηχητικό εφφέ – μπορείτε σήμερα να ακούσουμε στον δίσκο 40 Years Klaus Renft Combo (1997).

Λίγα χρόνια πριν, μια νεαρή κοπέλα καλείται κάθε τόσο στα γραφεία της Στάζι για να τους εξηγήσει ορισμένα σημεία των ερωτικών επιστολών που ανταλλάζει με τον Ιταλό φίλο της- φανταστείτε την τραγελαφική σκηνή, όπου ο αξιωματικός την ρωτάει για λέξεις που δεν μπορεί να βρει στο μικροσκοπικό του λεξικάκι – μήπως δεν είναι τρυφερότητες αλλά συνθηματικές κατά του κράτους; Όταν δεν τής φράζονται όλοι οι επαγγελματικοί δρόμοι, επειδή αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότρια, κι εκείνη δηλώνει στο Γραφείο Εργασίας πως είναι άνεργη, η ένστολη υπεύθυνη ουρλιάζει «δεν είστε άνεργη, απλώς ψάχνετε δουλειά!», αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας της ΛΔΓ, στο απόλυτο κενό.

Όταν ζητήθηκε από τους διαδηλωτές που κατέλαβαν το κτίριο της Στάζι (4.12.89) να δείξουν στους φρουρούς τις ταυτότητές τους, σαν μια παράδοξη παρωδία ελέγχου που έχαναν εκείνη τη στιγμή, εκείνοι αιφνιδιασμένοι το έκαναν υπάκουα, προτού καταλάβουν το κτίριο!

Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο- καταγραφή μαρτυριών είναι γεμάτο από παρόμοιες ανατριχιαστικές και πολύ σκληρές ιστορίες. Ανθρώπων που έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην προδοσία φίλων και την ζωή της οικογένειάς τους, που συνειδητοποίησαν πως το κράτος δεν ήταν ο καλός πατέρας που είχαν στο μυαλό τους. Κι έτσι όπως ο ορισμός του «εχθρού» διευρυνόταν όλο και περισσότερο, καριέρες καταστρέφονταν προτού καν αρχίσουν, σχέσεις διαλύονταν, συνειδήσεις κατατρώγονταν.

Παρά την παθολογική της εμμονή στην λεπτομέρεια (ή μήπως εξαιτίας της;), η Στάζι απέτυχε τελείως να προβλέψει το τέλος του κομμουνισμού και της χώρας. Μεταξύ 1989 και 1990, από σταλινική κατασκοπευτική μονάδα τη μία μέρα, μουσείο την επόμενη. Αναλογίζομαι τον περιβόητο διοικητή της Στάζι Μίλκε, την στιγμή που αντιλαμβάνεται πως ο μηχανισμός που έχει δημιουργήσει είναι τόσο τέλειος, ώστε κάπου, κάποιος παρακολουθούσε στενά και τον ίδιο.

Όμως οι άνθρωποι – ερείπια που άφησε προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, ενώ οι πρώην καθεστωτικοί παραμένουν αμετανόητοι και πρέπει να νοιώθουν πολύ τυχεροί που οι Γερμανοί αντέδρασαν με σύνεση και ψυχραιμία. Σε άλλη χώρα, θα τους είχαν κατακρεουργήσει.
Εκδ. Οκτώ, 2008, μτφ.: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σελ. 334, με σημειώσεις για τις πηγές. (Anna Funder – Stasiland: Stories from Behind the Berlin Wall, 2003).
Πρώτη δημοσίευση: Α’ μέρος: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24, χειμώνας 2011. Β ‘ μέρος: εδώ.
10
Νοέ.
10

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Αυτοπροσωπογραφία ενός ρεπόρτερ

Με ρωτούσαν συχνά εάν έχω σκοπό να μεταναστεύσω. Και απαντούσα: Μα έχω ήδη μεταναστεύσει. Το σπίτι μου είναι κάπου αλλού, σε κάποια άλλη χώρα.

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον Καπισίνσκι από τρία έργα που πέρσι συγκεντρώθηκαν και σε ενιαίο τόμο: Έβενος. Το χρώμα της Αφρικής, Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου, Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (από τις ίδιες εκδ.). Στα πρώτα δύο πλησίασε «γράφοντας» την Αφρική ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον – στο δεύτερο τριγύρισε και την Λατινική Αμερική. Στο τρίτο δοκίμασε μια ηροδότεια πλεύση του «μακρινού» κόσμου, προσεγγίζοντας την Ασία. Υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική κι ένας από τους πλέον αξιανάγνωστους ταξιδευτές δημοσιογράφους – συγγραφείς. Η επιμελήτρια του βιβλίου ζήτησε και πήρε από τον ίδιο ένα τεράστιο πάκο κειμένων, τα περισσότερα από τα οποία ήταν – συχνά δυσεύρετες – πολωνικές δημοσιεύσεις (κυρίως συνεντεύξεις, αλλά και διαλέξεις, συζητήσεις κλπ.) ώστε να επιλέξει τα πλέον ενδιαφέροντα κομμάτια τους και να συγκεντρώσει το απόσταγμα τόσων χρόνων ταξιδιών και εμπειρίας.

Υπεύθυνος για πενήντα αφρικανικές χώρες, αυτόπτης μάρτυρας είκοσι επτά επαναστάσεων, με πάνω από σαράντα χρόνια «στο δρόμο» ο Καπισίνσκι ήταν ανέκαθεν περίεργος για τον κόσμο και πάντα ανήσυχος όταν άφηνε οποιοδήποτε μέρος του «ανεπίσκεπτο». Ακόμα κι όταν βρισκόταν σε μια χώρα, αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού. Δεν πήγαινε πουθενά χωρίς βαριά θεωρητική προετοιμασία, δεν είχε άλλο κίνητρο από το πάθος. Είχε πάντα στο νου του πως μπορεί να μην ξαναβρισκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος, γνώριζε πως στο ταξίδι οφείλει κανείς να είναι μόνος. Έβλεπε πάντα τη δουλειά του ως προορισμό, ως αποστολή. Δεν θα εξέθετε τον εαυτό του σε τόσους κινδύνους αν δεν ένιωθε πως επρόκειτο για κάτι σημαντικό που ένιωθε υποχρεωμένος να το μεταδώσει. Έβλεπε πως η εξαθλίωση δεν κλαίει, δεν έχει φωνή, υπομένει σιωπηλά, δεν επαναστατεί. Οι εξαθλιωμένοι δεν εξεγείρονται, οπότε χρειάζονται κάποιον να μιλήσει γι’ αυτούς. Δεν είχε αυταπάτες: γνώριζε πως ο ρους της ιστορίας δεν αλλάζει, αλλά μπορεί κανείς να περιορίσει τη φρίκη της.

Ο Καπισίνσκι αισθανόταν καλύτερα στα πιο απομακρυσμένα σημεία του κόσμου – στην Αφρική, την Λατινική Αμερική, την Ασία. Στον Τρίτο Κόσμο πάνω απ’ όλα προσαρμοζόταν από τη δεύτερη μέρα. Τα ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας που άλλοτε ήταν μια αναγκαιότητα, αργότερα αποτελούσαν συνειδητή επιλογή, αφού εκεί συναντούσε πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους (Στα πιο φτωχά ξενοδοχεία μπορείς συχνά να πέσεις πάνω σε συναρπαστικές προσωπικότητες). Σ’ ένα σημείο ήταν τυχερός: ο Τρίτος Κόσμος αποτελούσε πεδίο όπου οι ιδεολογικές πιέσεις από την πλευρά της εξουσίας ήταν πολύ μικρότερες απ’ αυτές που ασκούνταν π.χ. στον ανταποκριτή της Μόσχας ή της Πράγας. Η κατάσταση στη Ρουάντα ή στο Τσαντ σε καμιά περίπτωση δεν απειλούσε την εξουσία.

Μια διαρκής αντίφαση ενυπάρχει στην δουλειά του: από τη μια ανακαλύπτει έναν συναρπαστικό, άγνωστο κόσμο, από την άλλη το δημοσιογραφικό τέλεξ είναι τόσο επιφανειακό και ατελές που χάνεται όλη η πληρότητα και η διαφορετικότητα αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό και ξεκίνησε να γράφει βιβλία: για να ακυρωθεί ο παροδικός και κοινότοπος χαρακτήρας της δημοσιογραφίας του πρακτορείου ειδήσεων. Στον τύπο, στην τηλεόραση όλα κλίνουν προς τη συντόμευση – κανείς χώρος για τον πλούτο των αποχρώσεων. Σε μια εφημερίδα δεν έχουν θέση το περιβάλλον, το κλίμα και η ατμόσφαιρα ενός δρόμου, τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούν σε μια πόλη, χιλιάδες στοιχεία που συνιστούν την αλήθεια ενός γεγονότος.

Στην Αφρική εκρήγνυνται η αποκάλυψη μιας ασυνήθιστης αλήθειας – ότι δεν είμαστε μόνοι σ’ αυτό τον κόσμο, ότι ανήκουμε στην μεγάλη πολυπληθή ανθρώπινη οικογένεια και «μας ενώνουν πολλές κλωστές και καλώδια που απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση». Ο Κ. προσπαθεί να μιλήσει για την συναίσθηση αυτής της τεράστιας χωρικής αλλά κυρίως πολιτισμικής απεραντοσύνης που είναι αδύνατο να καταγραφεί. Ήδη από το 1912 ο πολωνός ανθρωπολόγος Μαλινόφσκι είχε (βλάσφημα για την εποχή) γράψει πως ο κόσμος των πολιτισμών δεν είναι ιεραρχικός και πως όλοι είναι ίσοι. Σήμερα η νοοτροπία μας παραμένει ευρωκεντρική – λες και επιστρέφουμε στον 19ο αιώνα όπου οι άνθρωποι σκέφτονταν σε επίπεδο λαού, περιφέρειας ή ηπείρου. Κι ας γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως οι πολιτισμοί του κόσμου είναι ατέλειωτοι. Ήμουν σ’ ένα πόλεμο που διαρκεί εδώ και σαράντα χρόνια, στο Σουδάν, παρόλο που πολύ λίγοι άνθρωποι τον γνωρίζουν, κι αν τον γνωρίζουν, ανήκει στους «ασήμαντους» ή «ξεχασμένους.

Γράφω για πολέμους και ονειρεύομαι την ειρήνη. Όταν όμως βρίσκεσαι σε πόλεμο (ο οποίος ούτως ή άλλως είναι αδύνατο να περιγραφεί)), η ίδια η κατάσταση σε κάνει να εμπλέκεσαι τόσο συναισθηματικά, ώστε τελικά να ταυτίζεσαι με την πλευρά στην οποία βρίσκεσαι. Η ίδια η πολεμική κατάσταση, γράφει, γεννάει μια υποκειμενικότητα. Εδώ ήταν η μεγάλη δυσκολία: να τραβήξει τη γραμμή ανάμεσα στην προσωπική συμμετοχή και στην περιγραφή. Διόλου τυχαία αναφέρει το πείραμα που έκανε Έλενα Πονιατόφσκα ως άριστο παράδειγμα των προβλημάτων μιας τέτοιας δημοσιογραφίας. Η μεξικανή συγγραφέας έγραψε το χρονικό της σφαγής εκατοντάδων φοιτητών το 1968 στην πλατεία Τλατελόλκο χρησιμοποιώντας διηγήσεις πάνω από εκατό ανθρώπων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες: όλες διαφέρουν εντελώς η μία από την άλλη.

Κάθε φορά που βρισκόταν με τους νομάδες στη Σαχάρα έβλεπε πως ελάχιστα μπορούσε να τον βοηθήσει ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Όλες του οι γνώσεις, όλος ο Καντ και ο Σπινόζα ήταν άχρηστοι μπροστά στο χάος της Σαχάρας. Δεν υπάρχει Σπινόζα στη Σαχάρα. Από την ομάδα των ρεπόρτερ που ταξίδευαν στον κόσμο την δεκαετία του ’60 μόνο αυτός απέμεινε να τριγυρνάει χωρίς τέλος. Οι άλλοι έγιναν επικεφαλής δικτύων, σταθμών, οίκων, τύπων, παρέμειναν ακίνητοι. Εκείνος αισθανόταν άσχημα κάθε φορά που βρισκόταν σε σταθερό ή ανιαρό περιβάλλον. Για να γράψει ρεπορτάζ χρειαζόταν δυνατά συναισθήματα και βιώσεις. Πάντα ήταν γεμάτος «άγραφες», όπως έλεγε, ιστορίες και αναρωτιέμαι τώρα που μας έχει αφήσει, πόσες από αυτές παρέμειναν άγραφες.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, επιλογή κειμένων και εισαγωγή: Κριστίνα Στρόντσεκ, μτφ. από τα πολωνικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σελ. 172 (Ryszard Kapuściński, Autoportret reportera, 2003).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Το «μπαρ» της τελευταίας φωτογραφίας σερβίρει βενζίνη. Ο Καπισίνσκι αναφέρει συχνά περίπτωση προμήθειας βενζίνης από κάποιο κρυφό δωμάτιο όπου τον οδήγησε μια …έγκυος Μασάι.

04
Οκτ.
10

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Έβενος, Το χρώμα της Αφρικής – Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου – Ταξίδια με τον Ηρόδοτο

Οδυσσέας της Αφρικής, του «Άλλου» συνομιλητής

Ο Καπισίνσκι (1932-2007) υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική. Οι ανταποκρίσεις του από τα δύσβατα πεδία της Ιστορίας συχνά συγκεντρώθηκαν σε βιβλία του, τρία από τα οποία επανεκδίδονται εδώ σε ενιαίο τόμο, προσφέροντας την ευκαιρία για μια εκ νέου αποτίμηση κρίσιμων και οριακών καταστάσεων. Η Έβενος (1998) αφορά την περιπέτεια της εμβύθισής του στην Μαύρη Ήπειρο, που έζησε από κοντά, από τις ελπιδοφόρες δεκαετίες της αποαποικιοποίησης (’50 – ’60) μέχρι τις οριακές πολιτικές συγκυρίες της τελευταίας τριακονταετίας. Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου (1988) επίσης εστιάζει κυρίως στην Αφρική, ενώ το φερώνυμο κείμενο αναφέρεται στον πόλεμο Ονδούρας – Σαλβαδόρ, που ξέσπασε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που αποτέλεσε ιδανική εστία έκρηξης «των εθνικιστικών διαθέσεων και της υπερπατριωτικής υστερίας, αναγκαίων για να ενισχυθεί η εξουσία των ολιγαρχικών καθεστώτων στις δυο χώρες». Στα Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (2004) επιστρέφει στις απαρχές της δημοσιογραφικής του περιπέτειας, βασική έμπνευση της οποίας υπήρξαν οι ηροδότειες ιστορίες. Η συνειδητοποίηση της άγνοιάς του κατά τις πρώτες αποστολές σε Ινδία και Κίνα (1956-1957) και η πεποίθηση πως κανένας πολιτισμός δεν θα αποκαλυφθεί χωρίς απροσμέτρητο κόπο, οδήγησαν στην επιλογή της «κατακερματισμένης, πιο διαφοροποιημένης στην απεραντοσύνη της» Αφρικής.

Ο Καπισίνσκι φωτίζει τόσο την ιστορία όσο και την καθημερινότητα, κινούμενος με άνεση από το δημόσιο στο ιδιωτικό. Εμβριθή κείμενα για την Ρουάντα, το Σουδάν, την Λιβερία, την Νιγηρία, την Ουγκάντα, την Αιθιοπία κ.ά. εναλλάσσονται με μικρότερα κομμάτια για ποικίλες πτυχές της αφρικανικής ζωής: ένα σχολείο προφορικό και ανοιχτό σε όλους κάτω από ένα δέντρο στον Γαλάζιο Νείλο, την οδύσσεια της αναζήτησης μιας γούρνας στη Σομαλία, τον αφανισμό της κοινωνίας των Τουαρέγκ. Ερμηνείες για την αποικιοκρατία και το Απαρτχάιντ συνυπάρχουν με προσωπογραφίες ηγετών που επιχείρησαν να κυβερνήσουν δίκαια και ειρηνικά στην μετα-αποικιακή συγκυρία και αντιπαρατέθηκαν με το αποικιακό παρελθόν, την διαφθορά και τις εξωτερικές επεμβάσεις (όπως ο Πατρίς Λουμούμπα στο Κονγκό, ο Κβάμε Νκρούμα στην Γκάνα, ο Μπεν Μπέλα στην Αλγερία). Η γραφή του θυμίζει το ειδολογικό και θεματολογικό εύρος σπουδαίων συγγραφέων της ταξιδευτικής λογοτεχνίας, όπως ο Μπρους Τσάτουιν ή ο Πωλ Θερού, εμπλουτισμένη με πρόσθετα νεωτερικά στοιχεία, καθώς καθίσταται ο ίδιος μέρος της αφήγησης και συμπεριλαμβάνει, ως «σχέδιο ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε ποτέ», σημειώσεις, συγγραφικά desiderata και υπενθυμίσεις προς εαυτόν, στην ουσία εξαρτήματα του εργαστηρίου του.

Αποφεύγοντας τις προστατευμένες περιοχές των λευκών και τα άνετα ξενοδοχεία, κοινώς οτιδήποτε έμοιαζε με ευρωπαϊκή προέκταση στην ήπειρο, ο Καπισίνσκι προτιμά να ζήσει σε αμιγώς αφρικανικές συνθήκες, ακόμα κι όταν η επιλογή του να μείνει σ’ ένα δωμάτιο σε μια Νιγηριανή συνοικία συνεπάγεται την σιωπηρή αποδοχή συνεχών κλοπών, με αντάλλαγμα την κοινωνική αποδοχή και ασφάλεια! Προσαρμόζεται στην διαφορετική αντίληψη για τον μη γραμμικό ή μετρήσιμο χρόνο και τον χώρο, που ιδίως στα χωριά δεν είναι διαιρεμένος αλλά ανοιχτός, χωρίς περιορισμούς. Συνηθίζει στην ανυπαρξία πινακίδων ή χαρτών, καθώς οι γηγενείς είναι γνώστες της γραφής του τοπίου και αποδέχεται διαφορετικές νοοτροπίες. Ενδεικτική είναι η περίπτωση μιας τεράστιας τρύπας στη μέση του δρόμου που δεν διορθώνεται ποτέ, ώστε να απασχολούνται πολλοί άνθρωποι στις ρυμουλκήσεις των φορτηγών και να δημιουργηθεί ολόκληρη εμπορική εστία τριγύρω! Περιπλανιέται στους προσφυγικούς καταυλισμούς – τόπους συλλογικού μαρτυρίου που, εκτός από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, κανείς δεν γνωρίζει ή δεν επιθυμεί να γνωρίζει, στα αφρικανικά μπαρ, που αποτελούν ταυτόχρονα το φόρουμ, το ενεχυροδανειστήριο, το καπηλειό και την βουλή του Αφρικανού, στα «μνημεία» των εξωτερικών επεμβάσεων, όπως η στρατιωτική νεκρόπολη του Ντέμπρε Ζέιτ της Ερυθραίας, μια αχανής πεδιάδα χιλιάδων τόνων οπλικών συστημάτων, αχρησιμοποίητα λόγω άγνοιας δώρα του Μπρέζνιεφ προς τον Μενγκίστου!

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασε κοντά στο θάνατο ή την εκτέλεση και εκτέθηκε σε κάθε κίνδυνο που συνεπαγόταν η παρουσία του σε κρίσιμες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, πόσο μάλλον ως ξένου. Βίωσε την μοναξιά του τρόμου απέναντι στη βία που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή τιμωρία. Το χρώμα του δέρματός του τον έφερνε πάντα αντιμέτωπο με τον φόβο ή το μίσος απέναντι στον Λευκό ή ως απολογητή της αποικιοκρατίας. Αντιμετώπισε πολλές ασθένειες αλλά και την «νόσο της τροπικής μελαγχολίας», καθώς ατέλειωτες μέρες κυλούσαν κενές και άπραγες. Έπρεπε να προσαρμοστεί στην καυτή σαβάνα ή την υγρή ελονοσιακή βιολογία των τροπικών, σε μέρη «εξόριστα μεταξύ ουρανού και γης» και σε πυρακτωμένα κλίματα όπου ήλιος γινόταν εχθρός, να βρίσκει προστασία κάτω από τα φορτηγά ή τις σκιές των θάμνων ή να περιπλανιέται άσκοπα, με «την ψευδαίσθηση και την αστάθεια της ύπαρξης». Επιπρόσθετα, βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση από τους συναδέλφους μεγάλων πρακτορείων (έλλειψη χρημάτων, μεταφραστών κ.λπ.),

Βασική είναι η διαπίστωση της εμπλοκής του πολυφυλετικού αφρικανικού πληθυσμού στο φυλετικό μίσος, την «τερατώδη, δαιμονική μονομανία της Αφρικής», που οδηγεί σε εμφύλιες συγκρούσεις οι οποίες προκαλούν σήμερα μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων σε σχέση άλλες. Εξετάζονται οι μηχανισμοί της διχόνοιας και των ενδοαφρικανικών αντιθέσεων και ερευνάται με ποιό τρόπο συγγενικοί πολιτισμοί κατέληξαν από την προσέγγιση και την αλληλεπίδραση στην εχθρότητα. Καθόλου άσχετο το παράδοξο που τόνισε ο Ρόναλντ Όλιβερ στην Αφρικανική Εμπειρία: ενώ λέγεται πως οι αποικιοκράτες διαίρεσαν την Αφρική, ουσιαστικά υπήρξε μια βάναυση ενοποίηση, με τον περιορισμό χιλιάδων οντοτήτων σε δεκάδες.

Οι αφρικανικοί πόλεμοι, απροσπέλαστοι στα μέσα ή τους διεθνείς παρατηρητές, παραμένουν άγνωστοι στον Δυτικό κόσμο. Η Αφρική, εκτός του ισλαμικού βορρά, δεν γνώρισε τη γραφή, συνεπώς ούτε την συγγραφή της ιστορίας, που πάντα μεταδιδόταν προφορικά, με την μορφή μύθου από στόμα σε στόμα και όριο την μνήμη, γι’ αυτό και οι συνευρέσεις των τοπικών κοινωνιών είναι σημαντικές για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Για εκατοντάδες χρόνια η ιστορία της ηπείρου υπήρξε «ανώνυμη»: τα ονόματα εκατομμυρίων σκλάβων και ξεριζωμένων παρέμεναν ακατάγραφα, άγνωστα. Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις τα στρατιωτικά πραξικοπήματα γεννιούνται με επαναλαμβανόμενη νομοτέλεια και γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού βίου. Οι περιπλανώμενοι άνεργοι bayaye αποτελούν ιδανική δεξαμενή στρατολόγησης, με αντάλλαγμα φαγητό και οπλισμό, αλλά και την αίσθηση πως έχουν κάποια αξία. Ένας στρατός πλιατσικολόγων (lumpenmilitariat) που ληστεύει και λεηλατεί ατιμώρητος κι ένας δικτάτορας με αστείρευτη πηγή κέρδους την διεθνή βοήθεια, επιβεβαιώνουν πως όποιος έχει όπλο έχει τρόφιμα και όποιος έχει τρόφιμα έχει εξουσία. Ο στρατός αποτελεί συχνά τη μόνη λύση επιβίωσης για τα παιδιά. Καθόλου τυχαία τα αυτόματα όπλα γίνονται όλο και ελαφρύτερα και φτάνουν σε τόπους νωρίτερα από το τηλέφωνο ή το ηλεκτρικό ρεύμα.

Ο Αφρικανός είναι διαρκώς «στο δρόμο», λόγω πολέμου, ξηρασίας ή πείνας και η εικόνα του καθώς κουβαλά στο κεφάλι μια λεκάνη με τα απαραίτητα αγαθά κατά τις συνεχείς μετακινήσεις του είναι συνηθισμένη. Κάθε υλική ή εδαφική κοινότητα μοιάζει ρευστή και παροδική∙ η μόνη ζωντανή συνέχεια είναι πνευματική – φυλετική. Το εφήμερο της ζωής του κυριαρχεί ακόμα και σε ειρηνικές συνθήκες, στην πάλη με την εχθρική φύση και την διαρκή ισορροπία μεταξύ επιβίωσης και θανάτου, καθώς τα αποθέματα τροφής είναι ελάχιστα, ακόμα και εντός των ορίων της ημέρας, και η εξάρτηση από το βυτίο του νερού είναι ζωτική. Πιθανώς γι’ αυτό οι Αφρικανοί αποτελούν συλλογικές φύσεις∙ η ευρωπαϊκή αξία του ατομικισμού είναι συνώνυμη της κατάρας: ένας μοναχικός άνθρωπος εδώ είναι αδύνατο να επιβιώσει. Ο Καπινσίνσκι διαπιστώνει όμως και την γενικότερη κατάσταση ιδεολογικής ρευστότητας και την συνακόλουθη μεταφορά των πολιτικών αγώνων σε ατομικό επίπεδο. Αναρωτιέται πώς θα μπορέσει η Αφρική να αναπτυχθεί χωρίς την δική της πνευματική τάξη, εφόσον στην πλειοψηφία της η αφρικανική διανόηση ζει στα κέντρα της Δύσης. Επιχειρεί να γνωρίσει τον πολύπλοκο πνευματικό κόσμο του Αφρικανού, όπου το υπερφυσικό στοιχείο εμπνέει φόβο και δέος, οι πρόγονοι θάβονται στις αυλές για να εμψυχώνουν τους απογόνους και οποιοδήποτε ασήμαντο αντικείμενο μπορεί να γίνει ιερό ή συμβολικό. Πρόκειται για έδαφος πρόσφορο για τις αναρίθμητες χριστιανικές σέκτες και τους ναούς που αποτελούν τόπους κοινωνικών συγκεντρώσεων, ένα είδος κλειστών λεσχών όπου κυριαρχούν οι μεσσιανικές μορφές, αλλά και αντλίες χρηματικών επιχορηγήσεων.

Για τον Καπισίνσκι ο Ηρόδοτος αποτελούσε πρότυπο, ως ο «πρώτος θιασώτης της παγκοσμιοποίησης», ο συγγραφέας του «πρώτου μεγάλου ρεπορτάζ στην παγκόσμια λογοτεχνία», ο ιστορικός που ανακάλυψε την πολυπολιτισμική φύση του κόσμου και υποστήριξε ότι κάθε πολιτισμός απαιτεί αποδοχή και κατανόηση, και πως για να τον καταλάβεις, πρέπει πρώτα να τον γνωρίσεις. Ο Ηρόδοτος γνώριζε τον αντιφατικό χαρακτήρα της ιστορικής έρευνας: σπουδαιότερη και σχεδόν μοναδική πηγή γνώσης υπήρξε ο «άλλος», αλλά αποκλειστικά μέσω της μνήμης, κατεξοχήν μεταβλητού κι εφήμερου υλικού. Όμως εκείνος ο συνομιλητής αποτελούσε μοναδικό και αναντικατάστατο οδηγό προς αυτό τον κόσμο της έστω ρευστής και ασταθούς γνώσης. Κάπως έτσι προσέγγισε ο Καπισίνσκι την Αφρική και την ατέλειωτη ετερογένεια των πολιτισμών της: με την καθολική επικοινωνία με την οποιαδήποτε ετερότητα. Μολυσμένος με τη νόσο του πολυπολιτισμικού ταξιδιώτη, μοιράστηκε μαζί μας μια συναρπαστική, όσο και σκληρή περιπλάνηση, όπου Ιθάκη υπήρξε η Γνώση και Κατανόηση των Άλλων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2009, μτφ. Ζώγια Μαυροειδή, σελ. 840.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ).




Νοέμβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 1.051.911 hits

Αρχείο