Archive for the 'Δοκίμιο' Category

09
Ιον.
20

Κωστής Παπαγιώργης – Ίμερος και κλινοπάλη. Το πάθος της ζηλοτυπίας

Πολλές φορές με κυρίευε τέτοια ντροπή ώστε έτρεχα να ντυθώ και μετά ριχνόμουν στο δρόμο για να πάρω αέρα και να αναμασήσω τις αμφιβολίες και τους αόριστους φόβους μου. Άλλες μέρες, αντίθετα, η αντίδρασή μου ήταν θετική και βάναυση: ριχνόμουν πάνω της, της παγίδευα τα μπράτσα σα με τανάλιες, της τα έστριβα και κάρφωνα το βλέμμα μέσα σα μάτια της προσπαθώντας να την εξαναγκάσω να μου εγγυηθεί για τον έρωτά της, τον αληθινό έρωτα… έλεγε ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ στο Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο) κι αυτός είναι ένας από τους παθιασμένους ζηλότυπους που εδώ βρίσκουν μια στέγη και μια κατανόηση.

Οργισμένος και ετοιμοπόλεμος, ο ζηλότυπος ζει με τον βρόχο στον λαιμό. Η «φυσιολογική» ζωή τον έχει ξεράσει. Κάθε στιγμή ξιφουλκεί κατά φανταστικών εχθρών και ξέρει την «αλήθεια» για όσα γίνονται ερήμην του. Ο μέγας όμιλος των αρσενικών δε κάθεται ποτέ με σταυρωμένα τα χέρια. Είναι αδύναμος πριν απ’ όλα γιατί είναι αρσενικός, άρα ενδεής απέναντι στο άλλο φύλο. Ως αρσενικός πάσχει και ψυχοπιάνεται από την θηλύτητα· είναι ένας ερωτευμένος άντρας που ταράττεται και ιλιγγιά. Και είναι ικανότατος να γίνεται χάλια και να πίνει το πικρό ποτήρι χωρίς καλά καλά να ξέρει γιατί, να ζει την μεταμόρφωση της αγάπης σε κνούτο και διαπόμπευση. Άλλωστε, όσο άπραγος κι αν είναι κανείς στην απόλαυση της ευτυχίας, όταν καλείται να δυστυχήσει, επιδεικνύει απρόσμενες ικανότητες, λες και η δυστυχία (η πτώση, η συντριβή) είναι καταστάσεις που ταιριάζουν περισσότερο στον άνθρωπο.

Αφροδισιακός ο κάθε άνθρωπος, είναι διαποτισμένος από την μαγιά του φύλου του. Και αφροδισία σημαίνει στέρηση, μανικό ψυχανέμισμα εκείνου που μας λείπει. Όταν δύο πρόσωπα, δύο ψυχές, δύο σάρκες οδηγούνται στην προσωρινή σύμφυση, η ένωση αυτή πρέπει να τα βγάλει πέρα με το χαοτικό στοιχείο της διαφοράς, την οποία δεν υπάρχει καμία συνθηματική γλώσσα να εξορκίσει. Γιατί κάθε ένωση υποφέρει. Ο Παπαγιώργης φτάνει ως τα μυθολογικά βάθη, για να εντοπίσει στην ιστορία του ανδρόγυνου τις απαρχές αυτών των καταστάσεων. Για να ταπεινώσει τα δυο πρόσωπα του ανδρόγυνου ο Δίας αντέδρασε δαιμονικά: τους αφαίρεσε το προνόμιο της πληρότητας. Έκανε την μονάδα δυάδα, την πληρότητα έλλειψη, την ενότητα σχίσμα κα έτσι τα παρέδωσε στο άβατο της ερωτικής ένδειας. Έτσι οριστικά και αμετάκλητα θα του λείπει  έτερον ήμισυ,  αφροδίσιο συμπλήρωμα, το υπόλοιπον της αρχαίας φύσεως. Η χαμένη ενότητα, ένας απωλεσθείς παράδεισος. Η αρχική τιμωρία της τμήσης είναι ταυτόχρονα και το γενεσιουργό τέχνασμα του έρωτα.

Όπως κι αν συμβεί, το συναπάντημα άνδρα και γυναίκας καθοδηγείται ασύνειδα από την πανίσχυρη βούληση του είδους για αναπαραγωγή και διαιώνιση. Το πάθος με άλλα λόγια είναι μια δολοπλοκία της φύσης που παγιδεύει τα άτομα γιατί με δόλωμα την ηδονή, τα υποχρεώνει να υπηρετήσουν το είδος. Ο εραστής εντοπίζει την ευτυχία του στην κατοχή ενός προσώπου κα ως δια μαγείας η απόλαυση του ατόμου μετασχηματίζεται σε ευεργεσία του είδους. Άρα κάθε μισότρελος ερωτευμένος είναι, στην ουσία, ένας ακόμα υποψήφιος αναπαραγωγός.

Όμως αυτό που δεν διέκριναν  ο πλατωνικός Αριστοφάνης και ο Σοπενχάουερ είναι το γεγονός ότι ο ίμερος δεν έχει άμεση σχέση με την τεκνογονία και ο ιμερόπληκτος ζει ένα μυστικό δράμα που δεν ανάγεται στην διαιώνιση του είδους. Αν η βαθιά αιτία του πάθους είναι η αρχαία φύσις τότε πώς δικαιολογείται το δηλητήριο της αποκλειστικότητας; Κανονικά, οι βουλές της φύσης θα έπρεπε να ίσχυαν, απαλλαγμένες όμως απ’ το βαρύ σαράκι της μοναδικότητας και της αποκλειστικότητας. Έτσι θα εξαφανιζόταν και κάθε μορφή ζήλιας. Ο ίμερος δεν υποφέρει για την πανάρχαια ενότητα ειδικά αλλά για τον δεσμό με κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο· για μια γυναίκα – και όχι για την γυναίκα. Άλλωστε η σύγχρονη λογοτεχνία απαντάει αποστομωτικά. Κανένα ζεύγος ερωτευμένων δεν τεκνοποιεί μέσα στο πάνθεο του σύγχρονου ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Αδόλφος και Ελεονόρα, Γκριέ και Μανόν, Φρεντερίκ και Αρνού, Δημήτρης και Γκρούσενκα, Ούλριχ και Αγάθη, Ραγκόζιν και Φιλίποβνα, Βρόνσκι και Άννα είναι όλοι άτεκνοι επειδή οδηγούν τον έρωτα στα άκρα.

Υπάρχει στον εραστή μια ανάγκη να βρίσκει άκοπα στα χαρακτηριστικά της εκλεκτής του ό,τι καλό αναλογίζεται. Η ερωμένη παραμένει πάντα εκτός συναγωνισμού και ως τέτοια γεννάει την αφοσίωση. Η γυναίκα που αγαπάμε δεν μοιάζει σε τίποτα με τις άλλες. Ο ερωτευμένος δεν ζει με μια αντιπρόσωπο του θηλυκού γένους. Αν συνέβαινε αυτό, και ισχύει όταν ερωτοτροπούμε χωρίς έμπνευση και οχεύουμε σαν θηρία, το πρόσωπο δεν θα είχε την αξία του ανεπανάληπτου. Τώρα μια γυναίκα γίνεται πανηγυρικά η γυναίκα· γυναίκα εξατομικευμένη απολύτως και όχι θήλυ. Για αιώνιο θήλυ μιλάνε οι φιλήδονοι και οι ρέκτες του δονζουανισμού. Για τον εραστή υπάρχει μόνο το άτομο.

Πάθος σημαίνει έξοδος από κάθε ορθόδοξη συμπεριφορά και υγεία. Είναι μια βαρύτατη ασθένειας της ψυχής και του σώματος, που όπως όλες, έχει ανάγκη την κλίνη. Ο έρωτας είναι κλινική κατάσταση. Και η κλινοπάλη που έρχεται σαν ραγδαίο επακόλουθο, είναι η πιο πειστική ένδειξη για την ανάγκη της θεραπείας. [σ. 64]

Υπάρχει ένα στοιχεί ακατανόητου μυστηρίου στην σωματική επαφή. Η όραση, που για τις πληγές της ψυχής κράτησε πρωταγωνιστικό ρόλο, τώρα, στην σφαίρα της κλινοπάλης υποχωρεί σημαντικά. Την θέση της υποβλέπει η αφή, δηλαδή η αίσθηση με την μεγαλύτερη εσωτερικότητα. Μόνο το άπτεσθαι πείθει σωματικά. Γιατί η όραση είναι αίσθηση επηρμένη, πολυπράγμων· εύκολα ξεμυαλίζεται, ενώ η αφή είναι πιστός σύμβουλος – ό,τι λέει το λέει χαμηλόφωνα και εμπιστευτικά. Γι’ αυτό άλλωστε της πάει το ημίφως, ένα κλίμα άφωνης ντροπής.

Αγγίζοντας την γυναίκα ο άντρας την καλεί να ξεχάσει, όχι μόνο τους προηγούμενους άνδρες (που ενίοτε δεν υπάρχουν), όχι τους άλλους άνδρες (που υπάρχουν και ασκούν το αναφαίρετο δικαίωμα της αναμονής), αλλά το απτικό παρελθόν της. Γιατί η γυναίκα –όπως και ο ίδιος άλλωστε–  μεγάλωσε και διαμορφώθηκε με την αφή. Αποφλοιώνοντας την ερωμένη, ο εραστής την αποσπά από την οικογένεια και από τους άλλους προκατόχους. Δεν παίρνει στα χέρια του το κορμί της γυναίκας αλλά την αισθητοποίηση μιας εσωτερικότητας, έναν ενσαρκωμένο ψυχισμό. Την σάρκα λατρεύουμε για να μιλήσουμε στην ψυχή, κι όταν πλήττουμε, την σάρκα σκίζουμε για να πληγώσουμε την ψυχή. Η κλινοπάλη είναι πέρα για πέρα ψυχική· και χυδαία ή ευγενής όπως η ψυχή.

Οι εραστές επί κλίνης θεραπεύονται και ωριμάζουν παλεύοντας. Έτσι βρίσκουν τον νέο τους εαυτό· πρόκειται για μια αμοιβαία μεταμόρφωση που προϋποθέτει ατμόσφαιρα αλαφιασμένης κατάπληξης. Πάνω στο κορμί της γυναίκας δοκιμάζονται όλοι οι αταβισμοί, όλες οι αφαιμάξεις της ηδονής, όλο το αρχαϊκό βάθος του πόθου και του πόνου. [σ. 70-71]. Πιθανώς και η μείζων ψευδαίσθηση της θεραπευμένης αρχαίας πληγής. Ο κόσμος του πάθους είναι μια εθελούσια εξορία από την ομοιότητα, την φύση, την τεκνογονία. Το φιλί, το χάδι, ο αυνανισμός, ο πρωκτός, τα στοματικά, το στήθος της γυναίκας, οι σπαταλημένες οχείες, δεν έχουν καμία σχέση με την τεκνογονία. Ζώντας εκτός φυσικού νόμου οι εραστές πασχίζουν να καταστούν το απόλυτο «έξω».

Ο εναγκαλισμός, η κατάσταση του σάρκα με σάρκα, εκδηλώνει παράφορα την λαχτάρα του κατέχειν και κατέχεσθαι. Η κλινοπάλη αποτελεί το απαράγραπτο στοιχείο κατοχής της γυναίκας. Είναι η βαθύτητα του έρωτα και του γάμου. Γι’ αυτό κάθε εραστής με το βλέμμα του κόβει χέρια, σκοτώνει ανθρώπους, στήνει παραπετάσματα. Ο εραστής δεν είναι άνθρωπος της αλληλεγγύης. Το ερωτικό πάθος διέπεται από μια μισάνθρωπη έπαρση.

Η αποκορύφωση γράφεται στο κεφάλαιο «H γυναίκα του Ποζνιτσόφ». Ευεργετημένος από την σάρκα και συνάμα καταδυναστευμένος, ο ήρωας του Τολστόι από την Σονάτα του Κρόυτσερ ξέρει ότι η γυναίκα «του» του έχει παραχωρήσει  το μέγα δικαίωμα να είναι ιδιωτική του πόρνη, μια γυναίκα μόνο γι’ αυτόν. Είναι δικαίωμα αυτονόητο, το οποίο όμως μόλις μας το στερήσουν ανακαλύπτουμε την αξία του. Ό,τι ο θεσμός του γάμου δείχνει να διασφαλίζει, η γυναικεία καρδιά φαίνεται ικανή να το ακυρώσει μια μονάχα ματιά. Από πρώην κορυφαίος και μόνος, φαλλός και εξουσιαστής της οικογένειας, νοιώθει να υποβιβάζεται στην άθλια θέση του γελοίου θεατή. Αφού οι εφιάλτες του είναι υποψίες και μόνο (έως το τέλος  Τολστόι δεν θα δώσει ξεκάθαρες αποδείξεις για την μοιχεία) αναγκάζεται να μένει αργός, μανιασμένος κα άπραγος. Καθώς φαντάζεται την γυναίκα του παίγνιο στην αγκάλη του Τουχατσέφκσι ο Ποζνιτσόφ τρελαίνεται· η θεμιτή ακολασία που έχει ζήσει με την γυναίκα του, όλη η ψυχοσωματική της παράδοση, τώρα αλλάζει χέρια. Δεν την ταπεινώνουν, απεναντίας της προσφέρουν γενναιόδωρα ό,τι επιθυμεί, χαρίζοντάς της αφειδώς την ηδονή.

Κι ύστερα ο εραστής θα μισήσει ό,τι λάτρεψε ενώ η ζήλεια θα αλλάζει ριζικά το πρόσωπο της γυναίκας του. Κάτι ιερό βεβηλώθηκε ανάμεσά τους και δεν την αναγνωρίζει, δεν ξέρει πλέον να πει ποια είναι. Την χαριστική βολή δίνει η υποψία ότι η γυναίκα που τον κρατούσε δέσμιο με την σαρκική γοητεία ώρα θητεύει ως παίγνιο της δύναμης του άλλου· την φαντάζεται σε στάση περίφοβης ικεσίας απέναντι στον δυνάστη του, σαν πειθήνιο σκεύος ηδονής. Ένα είναι βέβαιο: ο πόλεμος της ζήλειας έχει ως πεδίο μάχης το σώμα της γυναίκας. Κι ένας πόλεμος έχει νεκρούς, καταλήγει  ο Παπαγιώργης, αλλιώς τι νόημα θα είχαν ο έρωτας και η ομορφιά, αν δεν μπορούσαν να ξεκάνουν τον άνθρωπο; Έτσι βασανίζονταν ο Ποζιντσόφ του Τολστόι, ο Ραγκόζιν του Ντοστογιέφσκι, ο Ζήνων του Σβέβο· έτσι αγάπησαν ο Βόυτσεκ την Μαρία, ο Οθέλος την Δεισδαιμόνα, ο δον Χοσέ την Κάρμεν. Η ζηλοτυπία, γράφει ο Παπαγιώργης, αποτελεί μια σπάνια ευκαιρία να περιεργαστεί κανείς την ερωτευμένη καρδιά στην μεταρσίωση και στην εξευτελιστική συντριβή της.

Εκδ. Καστανιώτη, 11η έκδ, 2014 [1η έκδ: Ροές, 1988], σελ. 139.

Στις εικόνες έργα των: Koola Adams [2], Lucie Llong, Sergey Golovatyuk [Othello collage], Koola Adams.

Δημοσίευση και σε Mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο αρ. 239, σύντομα.

05
Ιον.
20

Κωστής Παπαγιώργης – Γειά σου, Ασημάκη

Διάβασα τον Χρήστο Βακαλόπουλο για πρώτη φορά το 1987 στην Θεσσαλονίκη, την Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ στην δεύτερη έκδοσή της σ’ ένα μικρό τομάκι από τον Καστανιώτη. Μου πήρε δυο ολονυχτίες στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έζησα τα πρώτα δυο φοιτητικά μου χρόνια· κι ύστερα άλλες δυο για την δεύτερη, λιγότερο βουλιμική και πιο σημειωτική ανάγνωση. Ήταν ο πρώτος «σύγχρονος» έλληνας πεζογράφος που μου μίλησε μέσα από μια κοφτερή, μπαχαρική γραφή για πράγματα που γνώριζα καλά, και ιδίως την Κυψέλη της δεκαετίας του ’80, καθώς εκεί γεννήθηκα, περιπλανήθηκα, συμπλέχτηκα και αποσυμπλέχτηκα με τους πρώτους αξιομνημόνευτους ανθρώπους του κόσμου μου. Την ίδια στιγμή μου έδειχνε άλλες όψεις μιας ροκ εντ ρολλ φιλίας που ήταν περισσότερο ενήλικη αλλά όχι συμβιβασμένη – ή έτσι ένιωθε.

Λίγο καιρό αργότερα πήρα τους Πτυχιούχους, στην πρώτη έκδοση από την Ερατώ, όπου επιτέλους έβαλε στην νεανική του εκθαμβωτική ιστορία και τους αγαπημένους μου βυζαντινούς, εξηγώντας άλλωστε πως όλες οι προς τιμήν τους ονομασίες των δρόμων πάνω από την Καλλιδρομίου είναι επειδή οι βυζαντινοί κατέφυγαν στα Εξάρχεια γιατί όταν κινδυνεύουν ανηφορίζουν γρήγορα προς τον Στρέφη και τον Λυκαβηττό καβαλάνε τα σύννεφα και γίνονται καπνός. Διάλεξαν τους κάθετους δρόμους, αυτούς που αγγίζουν τους λόφους… Ύστερα από πολλά και διάφορα, επέστρεψα μετά από τρία χρόνια στο ίδιο ξενοδοχείο μουσκεμένος από παθήματα και θεώρησα πως ήταν η καταλληλότερη στιγμή για τις Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες στις εκδ. Εστία. Τι κι αν τις είχε σαν δυο πλευρές βινυλίου, μου φάνηκαν λίγες σε έκταση και περιπέτεια, ήθελα ξανά τις συντροφικές του νυκτουργίες. Όταν αρχές της επόμενης δεκαετίας διάβασα την Γραμμή του Ορίζοντος, από τις ίδιες εκδόσεις, με την μονολογική φωνή εκείνης της γυναίκας, κατάλαβα ότι βρισκόταν πια σε άλλο σύμπαν. Επέστρεψα στην Δεύτερη Προβολή, στα κινηματογραφικά του δοκίμια και καλύφτηκα για κάποιο καιρό, μέχρι να μάθω την φυγή του, και να βεβαιωθώ ότι εκείνα τα τέσσερα βιβλία του ήταν η αλησμόνητη Πρώτη Προβολή.

Δεν διάβασα τίποτα απ’ όσα αγιολογικά δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του, μου αρκούσαν τα γραπτά του. Αλλά όταν τον είδα σ’ αυτό το εξώφυλλο που έμοιαζε με εξώφυλλο δίσκου κι ύστερα τον μουσικοσυνθέτη των λέξεων στην μαρκίζα, σκέφτηκα εδώ είναι η περιοχή των εξαίρετων εξαιρέσεων: κάτι θα έχει να πει και με τον σπάνιο τρόπο του ο μη μυθοπλαστικός (αλλά στο βάθος βαθύτατα μυθοπλαστικός) συγγραφέας για τον μυθοπλαστικό (αλλά στο βάθος βαθύτατα μη μυθοπλαστικό) συγγραφέα.  Ο Παπαγιώργης δεν στρώνει μόνο ένα απολαυστικό κείμενο με την γνωστή γραφή του αλλά και μας φιλοδωρεί με υποσημειωμένο γραμμικό χρονολόγιο στο υπόγειο μερικών σελίδων, μαζί με σπαράγματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Βακαλόπουλου.

Στις πρώτες σελίδες αμηχανία – πουθενά ο Βακαλόπουλος. Γίνεται λόγος για τους εργένηδες, τους μοναχικούς, τους μπεκιάρηδες, τους τζερεμέδες· εκείνους των οποίων η σχέση με την στέγη κρύβει θλίψη και κλειδί μπαίνει και βγαίνει μόνο για ανάπαυση, γράψιμο και τηλεφωνήματα; Τα λοιπά τελούνται εκτός οικίας. Ό,τι ώρα κι αν ξεπορτίσει αυτό το είδος του άντρα, η πλατεία παραμένει ορθάνοιχτη κι ο χώρος ξεδιπλώνεται σαν τεράστια μαγική εικόνα που δεν χάνει από πουθενά. Με όλους τους κινδύνους και την χασούρα, η νύχτα αναδεικνύεται σε ιδεώδες φροντιστήριο των αρχάριων ψυχών. Σου δείχνει το μπόι σου· κι από κανακεμένος του εαυτού σου παίρνεις σιγά σιγά το αληθινό σου σχήμα. Στους δημόσιους χώρους καθένας που σε ζυγώνει κρατάει ψαλίδα και μάλιστα κοφτερή. Με το κόψε-κόψε γυρνάς σπίτι σου με ό,τι απόμεινε. Αυτός είσαι, κι ας είσαι λίγος. Κατά βάθος όλοι ψάχνουμε το χέρι που θα μας σπρώξει στα ταραγμένα νερά της Βηθεσδά. Αλλιώς τι νόημα έχει όλο αυτό το χασομέρι και το χασονύχτι; Κι όταν επί χρόνια ξηλώνεις την μέρα και την νύχτα σε κάποια στέκια κάτι θα γίνει κάτι θα προσφέρει Αυτή η αιωνιότητα μιας χρήσης, που είναι η κάθε μέρα…

Σύντομα αναδύεται η εικόνα του: τσιγάρο, ποτήρι, βλέμματα στα κορίτσια, αυτιά στους θαμώνες. Είχε πάντα το σύνδρομο της συντροφιάς που διαπραγματεύεται την ανέφικτη συγκατοίκηση και προτιμούσε εκείνο το είδος της ομαδικής μοναξιάς και των συντροφιών αδιεξόδων. Και τι περίεργο, στα δυο πρώτα του βιβλία (εκείνα που αγαπώ και περισσότερο) ενώ ο λόγος γίνεται διαρκώς για το έξω, οι καταστάσεις διαδραματίζονται σε κλειστούς χώρους. O άνθρωπος που συναναστράφηκε ο Παπαγιώργης είναι ακριβώς ο άνθρωπος των δημόσιων χώρων – γέννημα θρέμμα του γεια χαρά, κάτσε. Φυσικά δεν του έλειπαν οι βδομάδες που κλεινόταν μέσα για να γράψει, αλλά τα χειρόγραφά του δεν ήταν παιδεμένα τεφτέρια.

Από νέος ο Βακαλόπουλος αιχμαλώτιζε περιστατικά και, κοιτώντας τα από τις πιο διαφορετικές γωνίες, τα ξεψάχνιζε κανονικά. Αυτό τον βοήθησε να αναδειχθεί σε φοβερό παρατηρητή και κατ’ επέκταση σε μέγιστο γνώστη του δημόσιου βίου. Η πολυλογία, απτό γνώρισμα αδυναμίας -αφού μιλώντας ακατάσχετα ζητάς να πείσεις, με αποτέλεσμα να πείθεις, τελικά για το αντίθετο- δεν ήταν μέσα στις ζωτικές ανάγκες του. Του ταίριαζε η συζήτηση με τις μεγάλες παύσεις, όπως κανείς ξεφυλλίζει ένα ενδιαφέρον σύγγραμμα και μέσα μέσα εντοπίζει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Με τις πρώτες επαφές καταλάβαινε αν ο άλλος κουβαλάει κάποια προσωπική μοίρα ή μια δική του ματιά ή αν είναι το γνωστό άθροισμα από πλαστογραφημένες κουβέντες. Συνάμα είχε τον τρόπο να γλιτώνει από τον συρφετό ανεβαίνοντας την αθέατη κλίμακα που διαθέτει κάθε προφυλαγμένη εσωτερικότητα.

Η κλίση του στην αξιομνημόνευτη φράση πέρασε και στα βιβλία του· όπως «Ό,τι και να ψάχνεις έχει χαθεί μέσα σου» ή «Στην βιβλιοθήκη ξεψυχούσαν διάφοροι Λένιν». Ήταν κατά μία έννοια άτυπος σχολάρχης του αποφθέγματος. Στις κουβέντες του κυριαρχούσαν μόνο οι ταινίες, τα βιβλία, τα γραψίματα και φυσικά οι άπειροι αυτοσχεδιασμοί της συνάφειας. Όταν άκουγε ένα τραγούδι ήταν σαν να του διηγούνταν ξένα χείλη την σύνοψη μιας βιογραφίας. Αρκεί όμως ένας στίχος για να συνδεθείς ως δια μαγείας με το γνωστό απόθεμα μελαγχολίας που σέρνει ο καθένας: το παρελθόν. Αλλά ακόμα κι αν δεν έχεις, το τραγούδι σου χαρίζει την βαθύτητα του παρελθόντος. Όπως στους έρωτες μόνο οι άτυχες στιγμές αντέχουν στον χρόνο, στο τραγούδι (τέχνη του έρωτα και του χρόνου) εκδηλώνεται μια σπαραξικάρδια ανάγκη των συμποτών να θυμηθούν ή να επινοήσουν δυστυχίες.

Ο Βακαλόπουλος παρουσίαζε ένα ανεξήγητο ελάττωμα: του έλειπε απολύτως η εμπειρία της αδικίας ή της ταπείνωσης μέσα στους κόλπους της οικογένειας (και ξέρουμε τι κάνει η νεοελληνική οικογένεια στα παιδιά της). Έζησε σ’ ένα σύμπαν χωρίς άρνηση, όριο, μερισμό, ετερότητα. Ίσως αυτή η ακέραιη απόλαυση τον βοήθησε να πλάσει μια ακέραιη προσωπικότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι ευνοημένες υπάρξεις δεν έχουν χρόνο – ίσως γι’ αυτό οι μονογενείς έχουν αδυναμία στο παρόν, κι ο δικός του χρόνος ήταν όντως το τώρα. Αλλά ακόμα κι αυτή η ατμόσφαιρα σταθερής εύνοιας και προστασίας στο μέλλον γεννάει τους μεγάλους ανικανοποίητους. Μήπως είναι άμοιρο νοήματος ότι κανείς δεν τον θυμάται να αμφιβάλλει για τον εαυτό του; Πέρα από αυτά, ο μικρός γαλουχήθηκε από τους γονείς του στον κινηματογράφο, άλλωστε, όπως έγραψε στην Δεύτερη προβολή,  τα παιδιά είναι οι μεγαλύτεροι κινηματογραφόφιλοι που υπάρχουν.

Ποδόσφαιρο, συγκροτήματα, οι αλητείες της Φωκίωνος Νέγρη, έρχονται με την βία να συμπληρώσουν τα ατροφικά όνειρα της παιδικής κάμαρης. Το σπουδαίο παιδαγωγικό μυστικό σ’ αυτή την ηλικία, γράφει ο Παπαγιώργης, είναι οι φιλίες – καλές και κακές. Κάθε έφηβος έχει την μανία να βρει κάτι από τον εαυτό του στο πρόσωπο του άλλου, άρα να ανακαλύψει την ειρήνη και τον πόλεμο. Μόλις βρει την χρυσοφόρο φλέβα, αρχίζει να σκάβει σαν τυχοδιώκτης χρυσοθήρας ­και το σκάψιμο για εκείνον πήγε καλά, καθώς βρήκε πολλά πλασματικά αδέλφια. Κι ύστερα έρχεται ο κινηματογράφος και η μουσική: Κατά μία έννοια, ο άπειρος νεανίας -λίγος στην ζωή και γι’ αυτό πολύς σε επιθυμία- διαβάζει, βλέπει ταινίες, ακούει τραγούδα για να ζήσει, για να βιώσει πλασματικές καταστάσεις, που, όπου να ’ναι, δεν μπορεί, θα περάσουν κι από το δικό του σπιτικό. Επιλαχών της ζωής ακόμα, πετάει την σκούφια του για να αναδειχτεί σε περισπούδαστο γνώστη των αναπαραστάσεών της. Στα χρόνια του Χρήστου, τα μεγάλα αναπαραστατικά νεύματα τελούνταν στο σινεμά, κυρίως, και στα τραγούδια. Άλλωστε ο ίδιος δεν είναι που θα γράψει αργότερα «Τα τραγούδια μου λένε να ερωτευθώ κι εγώ υπακούω»; [σ. 78]

Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα όπου ο κάθε νέος αλλάζει ιθαγένεια εκείνος αρχίζει να γράφει (Θούριος, Αυγή, Σύγχρονος Κινηματογράφος), να βλέπει αμερικάνικο κινηματογράφο, να διαβάζει γαλλική σημειολογία, να γράφει την Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ με ταχύτητα χιλιάδων λέξεων την ημέρα. (Στην παλιά καλή ιστορία, τα κείμενα έρχονται από εκεί που δεν το περιμένουμε.)  Ό,τι του λείπει από εμπειρίες και ζωή, το παίρνει σε άτοκα δάνεια από τα βιβλία και τις ταινίες. Αναχωρεί για μαθητεία στο Παρίσι (μια πόλη-ταινιοθήκη) και σύντομα τον περιμένει και μια άλλη σκληρή μαθητεία, στην ασθένεια. Δεν γίνεται κυνικός αρνητής στην ζωή αλλά, ξεφτέρι στο στρατήγημα της απάτης, ζει ακόμα πιο έντονα. Κάνει το εμπόδιο όπλο· ειρωνευόμενος κερδίζει, όπως θα έλεγε ο Κίρκεγκαρντ μια αρνητική ελευθερία. Επιστρέφει στο παρελθόν (Νέες αθηναϊκές ιστορίες) για την ψευδαίσθηση πως η ρίζα του δέντρου αντέχει. Άλλωστε εκεί δεν επιστρέφουμε όλοι για να βρούμε την αυθεντικότητα της ζωής; Η παιδική ηλικία είναι το τέρμα έγραφε στους Πτυχιούχους, και όλα έπρεπε να σταματάνε στο δημοτικό· εκεί όπου ο νεαρός βλαστός βιώνει απολαυστικά μια μαγική σχεδόν αχρονία. Εκεί ήταν το πιο άφθαρτο μέρος του εαυτού του.

Και το περίφημο τέταρτο και τελευταίο βιβλίο; Πρέπει να ήταν πολύ ανακουφιστική στιγμή όταν ανακάλυψε το μυστικό της τριτοπρόσωπης αφήγησης, αυτό το πανίσχυρο άλλοθι που χαρίζει όλα τις ελευθερίες και δεν στερεί τίποτα στον συγγραφέα. Όσο πιο καλά κρυβόταν πίσω από ένα τρίτο και θηλυκό πρόσωπο, τόσο καλύτερα θα μπορούσε να μιλήσει για το εαυτό του. Έχοντας τιμήσει ισοβίως τις γυναίκες, μπορούσε να τους αναθέσει την μύχια αντιπροσώπευση. Τελικά ενώ στον δρόμο βρίσκει κανείς πιο εύκολα τον εαυτό του, αν θέλει να τον διαφυλάξει πρέπει να φύγει απ’ τον δρόμο.

Όταν έμενα στην Μεθώνης, ένα δρόμο κάτω από την Καλλιδρομίου, έβγαινα αιφνιδιαστικά τα βράδια για την διαδρομή Καλλιδρομίου – Ασημάκη Φωτήλα, μήπως πιάσω κάτι από τους απόηχους των μονολόγων του όταν έφευγε από τα αγαπημένα του στέκια. Και υπήρχε μια εποχή που αναρωτιόμουν για οτιδήποτε, πώς θα το διύλιζε αυτό ο Παπαγιώργης; Τώρα λείπουν κι οι δυο. Τώρα μας λείπουν κι οι δυο. Και καλά ο Βακαλόπουλος, είχε την τύχη να γίνει ένα ταπεινό, περίφημο βιβλίο από τον Παπαγιώργη. Για τον Παπαγιώργη ποιος θα το κάνει;

Εκδ. Καστανιώτη, 1993, 5η έκδ. 2014, σελ. 159. Περιλαμβάνεται το ποίημα του Ηλία Λάγιου Για τον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Δημοσίευση και σε mic.gr/βιβλιοπανδοχείο, αρ. 238, εδώ.

01
Ιον.
20

Σάββας Κονταράτος – Ουτοπία και πολεοδομία. Δεύτερος τόμος

Η παρούσα ανάρτηση είναι η τρίτη συνολικά ανάρτηση για το βιβλίο και αφορά τον δεύτερο τόμο. Έχουν προηγηθεί η παρουσίαση του πρώτου τόμου σε δυο αναρτήσεις, εδώ και εδώ.

Με τον δεύτερο τόμο του μείζονος αυτού έργου, βρισκόμαστε στο τέταρτο και τελευταίο μέρος, που τιτλοφορείται «Το ουτοπικό πάθος της μοντέρνας πολεοδομίας και οι κριτικοί του». Στο 16ο κεφάλαιο (Η βιομηχανική πόλη και η γένεση της νεότερης πολεοδομίας) κάνουμε μια στάση στο περίφημο Crystal Palace που στέγασε την πρώτη Διεθνή Έκθεση του 1851, το οποίο δημιουργούσε μια νέα αίσθηση εσωτερικού χώρου χάρη στο φως του διάφανου περιβλήματος, δίνοντας πάντως την ευκαιρία στον Μπένγιαμιν να εστιάσει στην ενθρόνιση του εμπορεύματος και στην λάμψη με την οποία περιβάλλεται». Αλλά ήταν η αναμόρφωση του Παρισιού από τον Ωσμάν, το μεγαλύτερο και πιο πολυσυζητημένο πολεοδομικό εγχείρημα του αιώνα.

Οι διανοίξεις νέων δρόμων αποτελούσαν ήδη μια από τις συνηθέστερες πολεοδομικές παρεκβάσεις και σε παλαιότερες περιόδους, αλλά το εγχείρημα του Ωσμάν ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Αυτές οι διανοίξεις θα ενθάρρυναν την οικιστική ανάπτυξη ενώ στο συμφορημένο κέντρο θα παρείχαν την δυνατότητα για μια μερική εξυγίανση των τρωγλών και θα διευκόλυναν τις κινήσεις των δυνάμεων επιβολής της τάξης σε περίπτωση ταραχών. Ο ρέκτης νομάρχης κατηγορήθηκε για την καταστροφή σημαντικού μέρους της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης και για πολιτικές σκοπιμότητες όπως ο έλεγχος των συνοικιών από τις οποίες ξεκινούσαν οι λαϊκές εξεγέρσεις. Σύμφωνα και πάλι με Μπένγιαμιν αυτό το σύστημα ήθελε να καταστήσει για πάντα αδύνατη την ύψωση οδοφραγμάτων. Ωστόσο ο ίδιος στοχαστής, με την Κομμούνα του 1971 παρατήρησε πως το οδόφραγμα επανεμφανίστηκε ισχυρότερο, ενώ ο Λεφέβρ έγραψε για την δυναμική επιστροφή στο αστικό κέντρο των εργατών που είχαν εξοριστεί στα προάστια και την επανάκτηση της πόλης.

Οι πολεοδομικοί προβληματισμοί στις ΉΠΑ εμπνεύστηκαν εκτός από το βρετανικά κινήματα της γοτθικής αναβίωσης και της γραφικότητας και από ντόπιες πηγές: την αντιαστική παράδοση του Τζέφερσον, την εξιδανίκευση της φύσης που καλλιεργούσαν οι υπερβατιστές Έμερσον και Θορώ αλλά και το κοινοτικό ιδεώδες των Όουεν, Καμπρέ και Φουριέ (βλ. προηγούμενο τόμο). Στο επίκεντρο των προβληματισμών αυτών ήταν η ιδέα της οργανικής διασύνδεσης πόλης και φύσης. Το περίφημο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης θεωρήθηκε επιτυχημένο αντιστάθμισμα της μεγάλης μητρόπολης και έγινε το σύμβολο των δυνατοτήτων αντίστασης στο κερδοσκοπικό σύστημα αστικής ανάπτυξης, προπάντων όμως στάθηκε η απαρχή ενός ολόκληρου κινήματος για την δημιουργία δημοσίων πάρκων.

Το Σικάγο αποτέλεσε τον τόπο γέννησης του ουρανοξύστη κι έκτοτε ο κτιριακός αυτός τύπος ευνοούσε την υπερεκμετάλλευση της οικοδομήσιμης γης και λειτούργησε ως τεκμήριο των τεχνικών δυνατοτήτων της νέας εποχής· ταυτόχρονα όμως εξήψε και την φαντασία αρκετών πολεοδόμων, όπως ο Κινγκ Καμπ Τζιλλέτ που παρουσίασε τα σχέδια μια πολυκατοικίας με τετρακόσια πενήντα διαμερίσματα που αναπτύσσονταν σε 18 στήλες 25 ορόφων στο ισόγειο κέντρο των οποίων βρισκόταν η κοινή τραπεζαρία. Το πανύψηλο αυτό κυκλοτερές «φαμιλιστήριο» αποτελούσε την βασική μονάδα ενός πολεοδομικού σχεδίου για την ανέγερση μιας γιγάντιας Μητρόπολης εξήντα εκατομμυρίων κατοίκων.

Οι ιδέες της αστικής αποκέντρωσης και της επανένταξης του οικισμού στη φύση και της ορθολογικής οργάνωσης της βιομηχανικής πόλης ανιχνεύονται στις πρωτοβουλίες ίδρυσης προαστίων και εργατικών οικισμών και επανεμφανίζονται σε τρεις θεωρητικές προτάσεις: στην Γραμμική Πόλη (ένας ταινιοειδής οικισμός κατά μήκος ενός κυρίου οδικού άξονα με ηλεκτρικό σιδηρόδρομο στο μέσο του και ελεύθερες διώροφες μονοκατοικίες με κήπους και λαχανόκηπους), την Κηπούπολη και την Βιομηχανική Πόλη. Πολλές ομοιότητες με την Γραμμική Πόλη έχει η Πόλη-δρόμος (Roadtown) του Ένγκαρ Τσέιμπλες, μια διώροφη σειρά συνεχόμενων κατοικιών πάνω από έναν ημιυπόγειο δρόμο με γραμμές αθόρυβου τραμ στη μέση. Η Κηπούπολη, κέντρο της οποίας θα ήταν ένας τεράστιος κήπος, χαρακτηρίστηκε ως η τελευταία ουτοπία. Καθώς ξεκινούσε από ουτοπικοκοινωνικές ιδέες της εποχής, τον συνεργατικό σοσιαλισμό των Βρετανών ριζοσπαστών και τα αποκεντρωμένα «βιομηχανικά χωριά» του Κροπόκτιν, υπήρξε η πεποίθηση ότι άνοιγε ο «ειρηνικός» δρόμος για την επιθυμητή κοινωνική μεταρρύθμιση. Η υπερβολική εμπιστοσύνη στον σχεδιασμό του δομημένου χώρου ως μέσο επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων θα αποτελέσει μια σταθερά της ιδεολογίας του μοντέρνου κινήματος.

Ανάμεσα στα ριζοσπαστικά πολεοδομικά οράματα που παρουσιάζονται στο 17ο κεφάλαιο (Ο αμφίθυμος ουτοπισμός του μοντέρνου κινήματος) ξεχωρίζει το κείμενο του γερμανού λογοτέχνη Πάουλ Σέερμπαρτ Γυάλινη αρχιτεκτονική, το οποίο ευαγγελιζόταν την αντικατάσταση του τούβλου με μια γυάλινη αρχιτεκτονική που αφήνει το φως του ήλιου και του φεγγαριού και των άστρων να μπαίνει στους χώρους όπου ζούμε όχι μόνο από ένα δυο παράθυρα, αλλά όσο το δυνατό από περισσότερους τοίχους… Εδώ εκτίθενται και οι ιδέες των Φουτουριστών και των Ντανταϊστών. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι συνέπειές του δεν ανέκοψαν την ορμή των καλλιτεχνικών πρωτοποριών· αντίθετα, συνέθεσαν ακόμα στενότερα τις ιδέες τους με τα αιτήματα κοινωνικού μετασχηματισμού. Η αναρχική διάθεση ανατροπής των κοινωνικών συμβάσεων χαρακτήριζε και τους ρώσους μοντερνιστές.

Το όραμα ενός κορυφαίου κτίσματος του σοσιαλιστικού μέλλοντος, ανάλογου με τον μεσαιωνικό καθεδρικό ναό, αν και κατεξοχήν εκφραστικό της ιδεολογίας του Μπάουχαους, φαίνεται πως απηχούσε ευρύτατα διαδεδομένες συζητήσεις. Ο Λουνατσάρκσι στο κείμενό του Επανάσταση και αρχιτεκτονική (1920) έγραφε η δημιουργία ναών ήταν ο έσχατος, ο μέγιστος και πανίσχυρος τρόπος επιρροής στην κοινωνική ψυχή – και ίσως στο εγγύς μέλλον, όταν κτίσουμε τα σπίτια του μεγάλου λαού μας, θα τα αντιπαραβάλουμε με τα λαϊκά σπίτια του παρελθόντος, τις εκκλησίες όλων των δογμάτων. Η παραπάνω ιδέα, το αίτημα του Μαγιακόφσκι να μεταμορφωθούν οι δρόμοι σε «γιορτή της τέχνης για όλους», η «πόλη φωτός» που διεκδικούσαν οι ντανταϊστές του Βερολίνου κ.λπ. δεν αποτελούσαν παρά επιμέρους εκφάνσεις μιας θερμής ουτοπίας μεταφερμένης στο πεδίο της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας. Ο επαναστατικός πυρετός πάντως δεν ευνοούσε την νηφάλια επεξεργασία ολοκληρωμένων σχεδίων για την ιδανική πόλη της νέας εποχής.


Στο 18ο κεφάλαιο (Οι πολεοδομικές ουτοπίες του μεσοπολεμικού μοντερνισμού) ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν οι πολυκατοικίες-επαύλεις που μαζί με τις ουσιώδεις απολαύσεις του χώρου, του ήλιου και του πράσινου, προέβλεπαν κοινές εξυπηρετήσεις (π.χ. για το πλύσιμο των ρούχων, την προμήθεια τροφίμων, την ετοιμασία γευμάτων κατά παραγγελία) ώστε να έχουν οι κάτοικοί τους περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Επηρεασμένος από τα townships του Όουεν και τα phalanasteres του Φουριέ (βλ. προηγούμενο τόμο), o Λε Κορμπυζιέ πρότεινε τα lotissements της Σύγχρονης Πόλης του, έναν συνδυασμό ιδιωτικής ζωής στοχασμού στα ατομικά κελιά με την εύτακτη συλλογική ζωή στους κοινόχρηστους χώρους. Εδώ ο Κονταράτος παρατηρεί ότι αυτές οι ιδέες δεν έπαιζαν τον ρόλο μικρών κοινότητων, εφόσον οι εξυπηρετήσεις αποσκοπούσαν στη μεγιστοποίηση του ατομικού χρόνου και όχι σε ενδυνάμωση των κοινωνικών σχέσεων. Η ιδέα της γειτονιάς δεν φαίνεται ποτέ να έθελξε τον Λε Κορμπυζιέ και ο ίδιος δεν είχε καμία διάθεση να θυσιάσει την ελευθερία του ατόμου στον βωμό της κοινωνικής ευρυθμίας και της συλλογικής ευδαιμονίας. Το μεγαλείο του όμως είναι ότι κατόρθωσε να προσδώσει στις πολεοδομικές ουτοπίες του μια ποιητική διάσταση και να τις υψώσει σε αρχιτεκτονική, σε «καθαρή δημιουργία του πνεύματος». Και σαν καλός ουτοπιστής ήθελε την πόλη να λειτουργεί και ως συγκινησιακός μηχανισμός αγωγής στην κοινωνική και βιοψυχολογική αρμονία.

Ο Άντολφ Λόος στην Βιέννη υποστήριξε την δημιουργία προαστιακών οικισμών με μονοκατοικίες που θα διέθεταν τον δικό τους λαχανόκηπο αλλά οι αρχές της Βιέννης αντιδρούσαν στην ιδέα της διασποράς της εργατικής τάξης σε ειδυλλιακές κηπουπόλεις και τελικά υιοθέτησαν την λύση της ανέγερσης μεγάλων ενοποιημένων συγκροτημάτων κατοικίας γύρω από ευρύτατες αυλές, από τις οποίες πήραν και την ονομασία Hof. Το Karl Marx-Hof αποτελείται από συνεχόμενες οικοδομές 6-8 ορόφων με δυο επιμήκεις περίκλειστες αυλές, βρεφονηπιακούς σταθμούς, κοινόχρηστα πλυντήρια, εξωτερικό ιατρείο, καταστήματα και βιβλιοθήκη. Η εξωτερική εντύπωση είναι του λαϊκού ανακτόρου και προπύργιου της εργατικής τάξης.

Αν στις ευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες οι ουτοπίες του πολεοδομικού μοντερνισμού άνθησαν στο πλαίσιο μιας εύθραυστης σοσιαλδημοκρατικής πολιτείας και μαράθηκαν μαζί της, στην Σοβιετική Ένωση συνυφάνθηκαν με τις πρωτόγνωρες δυνατότητες του σοσιαλισμού αλλά και με τις τρομακτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικοδόμησή του σε μια χώρα κοινωνικά και οικονομικά υπανάπτυκτη. Καταρχήν το νεοπαγές σοβιετικό καθεστώς έσπευσε να καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία στο έδαφος και το υπέδαφος, αίροντας έτσι το κυριότερο εμπόδιο στο οποίο σκόνταφταν τα πιο φιλόδοξα πολεοδομικά εγχειρήματα στην Δύση. Ήδη από το 1924 ο Μοϊσέι Γκίνσμπουργκ είχε τονίσει την ανάγκη διασύνδεσης του νέου μορφολογικού ρεπερτορίου με τα νέα κοινωνικά προγράμματα. Η έκφραση «κοινωνικές πυκνωτές» που χρησιμοποίησε σήμαινε πως η αρχιτεκτονική όφειλε όχι απλώς να προσφέρει το κατάλληλο υλικό για τη νέα σοσιαλιστική κοινωνία αλλά και να αποτελέσει ένα εργαλείο για την διαμόρφωση του «νέου τρόπου ζωής», που θα την χαρακτήριζε, ένα μέσο αγωγής του σοβιετικού πολίτη στη νέα συλλογικότητα. Ως «κοινωνικούς πυκνωτές» οι αρχιτέκτονες της ΟΣΑ, της Εταιρείας Σύγχρονων Αρχιτεκτόνων, ξεχώρισαν την συλλογική κατοικία, την Ντομ-Κομμούνα (κατοικία- κοινότητα) που θα συνένωνε σε ενιαίο κτίσμα έναν μεγάλο αριθμό διαμερισμάτων με πολυάριθμες κοινές εξυπηρετήσεις, την εργατική λέσχη και το εργοστάσιο.

Ωστόσο, την εποχή εκείνη, κυκλοφορούσαν ακόμη υπερεπαναστατικές ιδέες για μια άμεση και ριζική αλλαγή ηθών στην σοβιετική κοινωνία, για την μεταμόρφωση του θερμού της οικογένειας και την καθιέρωση του ελεύθερου έρωτα. Εκείνος που αναδείχθηκε σε υπέρμαχο της υπερκολεκτιβοποίησης ήταν ο Β. Κουζμίν που προέβλεπε κοιτώνες των έξι ατόμων, χωριστούς για άνδρες και γυναίκες, ειδικά δωμάτια για την κατά διαστήματα νυχτερινή συνεύρεση των ζευγαριών, ανεξάρτητους κοιτώνες για τις διάφορες ηλικιακές ομάδες παιδιών που θα μπορούσαν να συναντούν τους γονείς τους σε θερμαινόμενους συνδετήριους διαδρόμους.

Ο θεωρητικός προβληματισμός των σοβιετικών αρχιτεκτόνων φούντωσε στα χρόνια 1929-1930 με την περίφημη διένεξη μεταξύ «πολεοδομιστών» και «αποπολεοδομιστών». Οι πρώτοι υποστήριζαν την υπερκολεκτιβοποίηση στον τομέα της κατοικίας και στην σύνδεση του «κομπινάτ ζωής» με το «βιομηχανικό κομπινάτ» ή την αγροτική κολλεκτίβα, ενώ οι δεύτεροι πρότειναν τον πλήρη διασκορπισμό βιομηχανίας και κατοικίας στην απέραντη ρωσική ύπαιθρο, κατά μήκος οδικών αξόνων. Έτσι η Μόσχα με τον καιρό θα εξαφανιζόταν και την θέση της θα έπαιρνε ένα απέραντο πάρκο μέσα στο οποίο θα διατηρούνταν μόνο κάποια απαραίτητα διοικητικά και πολιτιστικά κτίρια. Σε κάθε περίπτωση θα επιτυγχανόταν ο στόχος που είχε θέσει ο Ένγκελς για την σοσιαλιστική κοινωνία: η υπέρβαση της αντίθεσης πόλης και υπαίθρου.

Το όραμα των «αποπολεοδομιστών» εμπνεόταν κατά βάθος από μια ρομαντική διάθεση επιστροφής στη φύση και στη νομαδική ζωή. Φαντάζονταν την Πράσινη Πόλη τους σαν ένα απέραντο κάμπινγκ όπου οι πολίτες, εκμεταλλευόμενοι το πανταχού προσφερόμενο ηλεκτρικό ρεύμα, θα μπορούσαν να στήνουν ελεύθερα τις λυόμενες «πρωτόγονες καλύβες» τους στις φυσικές τοποθεσίες της επιλογής τους και να συγκροτούν με τους γείτονες μικρές ομάδες φιλικής συμβίωσης και αλληλοεξυπηρέτησης. Δεν αποκλείεται, υποστηρίζει ο Κονταράτος, να υπήρχε κι ένας υποσυνείδητος φόβος απέναντι στον ολοκληρωτικό χαρακτήρα που είχε η «ψυχρή» ουτοπία των πολεοδομιστών και αυτή η ελευθεριακού τύπου αντιπολεοδομία, με αναρχικές ενδεχομένως καταβολές, να ήταν μια τελευταία αναλαμπή επαναστατικού ενθουσιασμού.

Στις ΗΠΑ το βάρος δόθηκε αποκλειστικά σε μια στρατηγική αποκέντρωσης σε νέους οικισμούς και προάστια, όπου θα μπορούσαν να ανακτηθούν η επαφή με την φύση, οι κοινωνικοί δεσμοί της μικρής κοινότητας και, προπάντων, το ήθος που αντιπροσώπευε η οικογενειακή εστία. Κυρίαρχος τύπος ήταν, προφανώς, η μονοκατοικία. Ακολουθούν τρία ακόμη εκτενή κεφάλαια (Μοντερνισμός και αντιμοντερνισμός στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, Πολεοδομικές πραγματώσεις του μεταπολεμικού μοντερνισμού, Τεχνολογικές φαντασιώσεις και συστημικός σχεδιασμός) και φτάνουμε στο 22ο με τον τίτλο Από την κριτική της μοντέρνας πολεοδομίας στις ελευθεριακές πολεοδομικές ουτοπίες.

Εδώ διαπιστώνεται ότι παρά το γεγονός ότι ο αναρχισμός είχε χάσει την ακτινοβολία του στο εργατικό κίνημα μετά την επιτυχία της Οκτωβριανής Επανάστασης και την ήττα των δημοκρατικών στον ισπανικό εμφύλιο, αναρχικές ιδέες εξακολουθούσαν να εκφράζονται, είτε ενσωματωμένες ή μη στην προβληματική ορισμένων ανανεωτών του μαρξισμού, είτε από διανοούμενους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νεοαναρχικοί. Οι ιδέες αυτές αναζωπυρώθηκαν χάρη στην εκλεκτική συγγένεια με τα προτάγματα διαφόρων κινημάτων αμφισβήτησης του αστικοβιομηχανικού πολιτισμού, με κυρίαρχο το οικολογικό κίνημα. Ιδιαίτερα στην δεκαετία του ’60 παρουσιάζονταν σχέδια για «ηλιακά σπίτια» και «αγροκτήματα με ενεργειακή αυτάρκεια», εφαρμογή που προϋπέθετε μια κοινωνική οργάνωση πολύ διαφορετική από αυτή του σύγχρονου καπιταλισμού ή του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το χωροταξικό κίνημα του οικολογικά ευαισθητοποιημένου νεοαναρχικού κινήματος βρήκε τον πιο εύγλωττο εκφραστή του στο πρόσωπο του Μάρρυ Μπούκτσιν ο οποίος, επηρεασμένος από τον Λούις Μάμφορντ άσκησε την παραδοσιακή κριτική στον αστικοβιομηχανικό πολιτισμό και παρέμεινε στο μάλλον απαρχαιωμένο αναρχικό ιδεώδες των μικρών κοινοτήτων που βασίζονται στην τοπική οικονομία και αυτοδιοικούνται με λαϊκές συνελεύσεις άμεσης δημοκρατίας.

Στο μεταπολεμικό ρεύμα ανανέωσης των δυο μεγάλων παραδόσεων της αριστεράς, της μαρξιστικής και της αναρχικής, εντάσσονται και οι τάσεις εκείνες που χαρακτηρίστηκαν συνολικά ως «αριστερισμός». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το δομημένο περιβάλλον εκδήλωση η Internationale Situationniste [Καταστασιακή Διεθνής], μια από τις κεντρικές ιδέες της οποίας ήταν η «κατασκευή καταστάσεων», πρόσκαιρων χώρων ζωής που να ανταποκρίνονται στις επιθυμίες των πολιτών και να κάνουν την ζωή συναρπαστική. Κρίνοντας ακριβώς πως η απελευθέρωση των επιθυμιών προϋποθέτει την ολική ανασυγκρότηση του περιβάλλοντος, έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική, την πολεοδομία και την χωροταξία. Η Ενιαία Πολεοδομία τους θεωρούσε τον χώρο της πόλης πεδίο ενός αληθινά ομαδικού παιχνιδιού και πρότεινε σειρά τεχνικών, η κυριότερη των οποίων ήταν η «περιπλάνηση» μέσα στο «ψυχογεωγραφικό ανάγλυφο» της πόλης, όπου οι πολίτες αφήνονται ελεύθεροι όπου τους πάει ο χώρος και οι συναντήσεις που αντιστοιχούν σε αυτόν.

Ο μόνος σιτουασιονιστής που προσπάθησε να μορφοποιήσει σε σχέδια και προπλάσματα την ιδέα της ενιαίας πολεοδομίας ήταν ο Κόνσταντ, παλαιό μέλος της COBRA, ο οποίος πρότεινε ένα κοινό στέγαστρο με κινητά χωρίσματα και κατασκευές αρκετά εύπλαστες ώστε να επιτρέπουν τις δημιουργικές πρωτοβουλίες των κατοίκων. Η  Νέα Βαβυλώνα, όπως ονόμασε την πόλη των ιδεών του, υπήρξε η πιο ριζοσπαστικά ουτοπική απ’ όλες τις μεγακατασκευαστικές προτάσεις, καθώς προεικονίζει μια αταξική κοινωνία, στην οποία η συλλογική ιδιοκτησία της γης και των μέσων παραγωγής και η αυτοματοποίηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων θα έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία στην οποία κανείς δεν θα σπαταλά τις δυνάμεις του και ο καθένας θα μπορεί να αναπτύξει όλη του την ενέργεια για την ανάπτυξη των δημιουργικών του ικανοτήτων· έτσι την θέση του homo faber θα πάρει ο homo ludens που κοιμάται μέσα στον καθένα μας, ο οποίος θα ικανοποιεί την ανάγκη του για παιχνίδι, περιπέτεια και κινητικότητα.

Ο τόμος κλείνει με το 23ο κεφάλαιο (Η «μεταμοντέρνα» στροφή: θεωρία και πράξη) κι έναν εκτενέστατο απόλογο, όπου ο συγγραφέας εκφράζει Συμπεράσματα και απορίες στην αυγή του 21ου αιώνα. Όπως είναι ευνόητο ο δεύτερος αυτός τόμος περιλαμβάνει εκτός από τις ποικίλες φωτογραφίες και απεικονίσεις και τις πολυσέλιδες υποσημειώσεις, μια αχανή βιβλιογραφία καθώς και  τις πηγές εικονογράφησης και το ευρετήριο. Ο Κονταράτος, ομότιμος καθηγητής της Θεωρίας του Χώρου και της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, έγραψε ένα μείζον έργο που σε χίλιες σελίδες αγκαλιάζει με μοναδικό τρόπο τόσες διαφορετικές επιστήμες αλλά και αναρίθμητα σχεδιασμένα όνειρα για μια καλύτερη ή και μια ιδανική ζωή.

Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, 2014, σελ. 469, μεγάλου μεγέθους (27Χ21).

Στις εικόνες: The Crystal Palace,  K.C. Gillette – The human drift, Edgar Chambless – Roadtown, Ebenezer Howard – Διάγραμμα διάταξης κηπουπόλεων, Antonio Sant’ Elia – La Città Nuova [Φουτουριστική αρχιτεκτονική], Le Corbusier, Le Corbusier – Immeuble villas, Adolf Loos – Karl Marx-Hof, Moisei Ginzburg – Narkomfin Building (Dom Narkomfin) (2), Mikhail Okhitovich (ένας από τους σημαντικότερους αντιπολεοδομιστές), Guy Debord – Guide Pychogéographique de Paris, Constant – New Babylon.

31
Μάι.
20

Σάββας Κονταράτος – Ουτοπία και πολεοδομία. Πρώτος τόμος (μέρος Β΄)

Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί το δεύτερο μέρος της παρουσίασης του Α΄ τόμου. Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε εδώ. Ακολουθεί μια ακόμη ανάρτηση για τον Β΄ τόμο.

Το δεύτερο μέρος του πρώτου τόμου τιτλοφορείται «Κοινωνικός ουτοπισμός και Δομημένο Περιβάλλον» και εστιάζει στην αναγνώριση και κατανόηση των ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν την πολεοδομία των κοινωνικών ουτοπιών. Το έβδομο κεφάλαιο (Ουτοπική νοοτροπία και πόλη) επισκοπεί την στάση των δυο μεγάλων παραδόσεων, της ιουδαιοχριστιανικής και της ελληνικής, απέναντι στην πόλη, από το κατά κυνικών δικαίωμα να είναι κανείς «άοικος» και «άπολις» ή «κοσμοπολίτης» και το σχέδιο του Πλωτίνου για μια «Πλωτινούπολη» μέχρι την νέα Ιερουσαλήμ του Ευαγγελιστή Ιωάννη, που δεν θυμίζει πια σε τίποτα τον κήπο της Εδέμ. Η αρχαιοελληνική σκέψη διακατέχεται από σαφώς αστυφιλικό πνεύμα, ανάγοντας το αίτημα της ιδανικής πολιτείας και πόλης σε ζητήματα πολιτικής θεωρίας και πράξης, ενώ η ιουδαιοχριστιανική θεωρεί τις πόλεις δημιουργήματα του έκπτωτου ανθρώπου και θεωρεί πως η τέλεια ανθρώπινη κοινότητα είναι συνυφασμένη με την θεία επαγγελία.

Η ουτοπική νοοτροπία των μεσαιωνικών και των νεότερων χρόνων άντλησε τα κύρια μοτίβα της και από τις δυο παραδόσεις. Στον αιώνα των Φώτων η αντίθεση πόλης – υπαίθρου εμφανίζεται λίγο πολύ συναρτημένη με την αντίθεση πολιτισμού – πρωτογονισμού. Σύμφωνα με τον Φουριέ ο πολιτισμούς ασκούσε καταπίεση στις φυσικές κλίσεις και τα πάθη των ανθρώπων· έτσι, η διέξοδος από την κρίση βρισκόταν στην μετάβαση σε μια κατάσταση αρμονίας, με την κατάργηση όλων των αυθαίρετων κανόνων συμπεριφοράς που είχαν επιβάλει η πολιτική επιστήμη και η ηθική. Αποτίοντας φόρο τιμής στον Σαντ και προεξαγγέλοντας ως έναν βαθμό τον ύστερο Φρόυντ, ο Φουριέ πρότεινε ως ιδανική μονάδα κοινωνικής συμβίωσης το φαλανιστήριο των 1700 ατόμων, αριθμός επαρκής για την δημιουργία μιας πληθώρας σχέσεων έρωτα και εργασίας που να ικανοποιούν τις έμφυτες κλίσεις όλων των ανθρώπινων χαρακτηριστικών.

Η ουτοπία του Όουεν, αν και γεννήθηκε στα βαμβακοκλωστήρια του Νιού Λάναρκ και πρότεινε townships που ήταν μικρές αυτοδιοικούμενες και συνεργατικές κοινότητες για την από κοινού καλλιέργεια του εδάφους. Αργότερα ο Κροπότκιν περιέγραψε ως ιδανική μονάδα που θα επιτρέπει την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου μέσα στην συλλογικότητα, μια μικρή αγροτική και βιομηχανική κοινότητα, ενώ ο Γκούσταφ Λατνάουερ ένα σοσιαλιστικό χωριό με αγροτικά εργαστήρια και εργοστάσια και λιβάδια. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περί πόλης απόψεις των Γκέοργκ Ζίμμελ, Σαρλ Μπωντλαίρ αλλά και των ποιητών και πεζογράφων της εποχής εν γένει – ειδικά στους τελευταίους η πόλη επιβλήθηκε ως κυρίαρχη εκδοχή αφηγηματικού χώρου.

Καθώς Η εικόνα της ουτοπικής πόλης (όγδοο κεφάλαιο) αρχίζει να σχηματίζεται τα γνωρίσματα που συνιστούν την χωρική έκφραση του ουτοπικού λόγου (ο συγγραφέας αφιερώνει σελίδες στο καθένα, με αντίστοιχες αναφορές των σχεδίων του κάθε ουτοπιστή) είναι τα εξής: α) το ελεγχόμενο πληθυσμιακό μέγεθος και η σαφώς καθορισμένη έκταση, β) η αστικότητα και η προσοικείωση στοιχείων της υπαίθρου, γ) η ιεραρχική οργάνωση του χώρου, δ) η σαφής διάκριση των λειτουργιών και των χρήσεων γης, ε) η γεωμετρική τάξη και η ομοιομορφία· ως προς το τελευταίο, εμφανώς η όποια αρμονική γεωμετρία του αρχιτεκτονήματος και της πόλης ήταν μια οφειλόμενη μίμηση της θείας δημιουργίας ή της αρμονίας του σύμπαντος, ενώ πίσω από την ομοιομορφία υπάρχει η ιδέα της ισότητας των πολιτών.

Σε σχέση με την αστικότητα και την προσοικείωση στοιχείων της υπαίθρου αξίζει να αναφερθεί η περίπτωση της ουτοπίας του Χένρυ Όλερικ (Ένας κόσμος χωρίς πόλεις και χωρίς ύπαιθρο, 1893) που προτείνει την λύση μεγάλων σπιτιών με μονόχωρα διαμερίσματα εφόσον η οικογένεια έχει καταργηθεί, οι ενώσεις μεταξύ των δυο φύλων είναι ελεύθερες και τα παιδιά ανατρέφονται από κοινού, σε ένα περιβάλλον ευρύτερου πρακτικού συνεργατικού ατομικισμού, ενώ εντελώς διαφορετικό είναι το περιβαλλοντικό όραμα του Ουίλλιαμ Μόρρις στο βιβλίο του Νέα από το πουθενά, το οποίο, πιο κοντά στην αναρχική παράδοση, παρουσιάζει την ανθρώπινη οίκηση να βρίσκεται ξανά σε αρμονική σχέση με την φύση μέσα από μια επιθυμητική εικόνα ενός επίγειου φυσικού παραδείσου.

Ο κοινωνικός ουτοπισμός δεν περιορίστηκε μόνο στην επινόηση ιδανικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης· ενίοτε τόλμησε να δοκιμάσει την εφαρμογή τους στην πράξη. Αυτό είναι το αντικείμενο του ένατο κεφαλαίου με τίτλο Οι ουτοπικογενείς κοινότητες και οι οικισμοί τους. Οι σχετικές απόπειρες γίνονται κυρίως στον 19ο αιώνα όταν οι ιδρυτές των ουτοπικοσοσιαλιστικών συστημάτων και οι ακόλουθοί τους επιχείρησαν να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα των ιδεών τους ιδρύοντας πρότυπες κοινότητες, κατά κανόνα στον Νέο Κόσμο, που πρόσφερε ευνοϊκότερες συνθήκες για τέτοιους πειραματισμούς. Έτσι πολλαπλασιάζονταν και οι κοινότητες που συγκροτούσαν οι διάφορες πιετιστικής ή χιλιαστικής αγωγής παραφυάδες του προτεσταντισμού.

Αναφέρονται εδώ οι μπεγάρδοι και οι μπεγκίνες με τα περίφημα μπεγκινάρια, η προαναφερθείσα περίπτωση των Γκουαράνι (στους οποίους η ηγεμονία της θρησκείας και η σοσιαλιστική οργάνωση ήταν τόσο στενά συνυφασμένες ώστε δικαιολογημένα το καθεστώς έχει αποκληθεί χριστιανική κομμουνιστική δημοκρατία και σοσιαλιστική θεοκρατία), διάφορες προτεσταντικές σέκτες στην Βόρεια Αμερική, η Εφράτα των βαπτιστών της έβδομης ημέρας, η θρησκευτική σέκτα των σέικερ, που αποκαλούσαν την κοινωνία τους «ζωντανό οικοδόμημα», η κοινότητα των περφεξιονιστών (Perfectionists) που ασκούσε την κοινοκτημοσύνη αλλά και είχε θεσπίσει τον «σύνθετο γάμο», σύμφωνα με τον οποίο κάθε γυναίκα της ομάδας ήταν σύζυγος όλων των αντρών και κάθε άνδρας σύζυγος όλων των γυναικών, ενώ για τον έλεγχο των γεννήσεων εφαρμοζόταν μια τεχνική διακεκομμένης συνουσίας, αλλά με την υποχρέωση του άνδρα να φέρει την γυναίκα σε οργασμό.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ιδρυτής της κοινότητας είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο σοσιαλισμός χωρίς την θρησκεία είναι ανέφικτος και πως μόνο ένα πνεύμα αγάπης μπορεί να οδηγήσει αβίαστα στην κοινότητα των αγαθών. Και είναι πράγματι ενδιαφέρον το γεγονός ότι γενικότερα η εφαρμογή της κοινοκτημοσύνης για μεγάλο χρονικό διάστημα και η γενικότερη ευδοκίμηση τέτοιων κοινοτήτων σπανιότερα επιτεύχθηκε σε αμιγώς σοσιαλιστικές περιπτώσεις, καθώς τα ουμανιστικής αγωγής κοινωνικά ιδεώδη αποδείχθηκαν στην πράξη λιγότερο επαρκή από τον θρησκευτικό ζήλο για την υπακοή των οπαδών στις απαιτήσεις συλλογικής διαβίωσης και δράσης. Ας σημειωθεί ακόμα ότι αναφέρονται πολλές περιπτώσεις όπου η χιλιαστικής αγωγής σωτηριολογία αποδεικνυόταν πολύ πιο ικανή να διατηρεί την κοινοτική συνοχή απ’ όσο η σοσιαλιστική ή και η χριστιανοσοσιαλιστική ιδεολογία.

Ο αναρχισμός, πλέον βασική και μαχητική έκφανση του αμερικανικού εργατικού κινήματος, δεν έπαψε να εμπνέει και την ίδρυση αυτόνομων ελευθεριακών κοινοτήτων. Αναρχικό χαρακτήρα είχε η μακρόβια κοινότητα Φερρέρ Κόλονυ στο Σέλτον της Νέας Υερσέης, το σχολείο μάλιστα του οποίου έχει καταγραφεί σαν ένα τολμηρό και αρκετά επιτυχημένο πείραμα «αντιπαιδαγωγικής». Σε κάθε περίπτωση σε όλα αυτά τα κοινωνικά εργαστήρια της ουτοπίας, αυτό που προείχε ήταν η πειραματική αναζήτηση δυνατοτήτων κοινωνικής απελευθέρωσης και νέου τύπου διαπροσωπικών σχέσεων.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 υπήρξε μια μεγάλη έξαρση ελευθεριακών κοινοτήτων στις ΗΠΑ, η ιδεολογία των οποίων, καθόλου ενιαία, εντασσόταν στο γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας που διαμόρφωναν τότε από την μία οι αιρετικές απόψεις ορισμένων στοχαστών (Φρομ, Ράιχ, Μαρκούσε, Μπράουν κ.ά) και από την άλλη οι εντάσεις στην αμερικανική πολιτική ζωή. Αυτές οι μικροκοινότητες πάντως γεννήθηκαν μάλλον στις παρυφές της κοινωνικής κριτικής και του ακτιβισμού της «νέας αριστεράς». Τα μέλη τους ήταν ειρηνιστές που με την έξοδό τους στην ύπαιθρο σε εγκαταλειμμένα αγροκτήματα ή σε επί τούτου στημένους καταυλισμούς προσπαθούσαν, όπως αιώνες πριν οι αδαμίτες, να ξαναβρούν την αθωότητα της κατά φύσιν  ζωής, υιοθετώντας τις πρακτικές της συντροφικής αλληλοβοήθειας, του ελεύθερου έρωτα, του γυμνισμού, της χορτοφαγίας, δοκιμάζοντας να διευρύνουν τις εσωτερικές εμπειρίες τους με τεχνικές του ανατολικού μυστικισμού αλλά και την χρήση παραισθησιογόνων.

Οι ελευθεριακές αυτές κοινότητες των δεκαετιών του 1960 και 1970 αρνήθηκαν την παγίωση στο  χώρο, που θα ερχόταν άλλωστε σε αντίθεση με την κατά κάποιο τρόπο νομαδική ζωή τους και δεν προσπάθησαν να καταξιωθούν ως πρότυπες εφαρμογές αλλά να βιωθούν ως δυνατότητα μιας προσωπικής, έστω και σύντομης, περιπέτειας, κι έτσι σπάνια διατηρούνταν πάνω από δυο χρόνια. Ο μελετητής Ρόναλντ Κρεκ επισημαίνει ότι η εξίσωση “σύντομη διάρκεια = αποτυχία” αποτελεί κυρίαρχη δυτική ιδεολογία, και αναρωτιέται: Στο όνομα τίνος πράγματος αποφασίζεται εκ των προτέρων ότι το εφήμερο είναι λιγότερο ουσιαστικό από το χρόνιο;

Στον επίλογο του βιβλίου του Μονοπάτια στην Ουτοπία ο Μάρτιν Μπούμπερ τονίζει ότι όλες οι κοινοκτημονικού ή στενά συνεργατικού τύπου κοινότητες υπήρξαν βραχύβιες ή απέτυχαν ή αφομοιώθηκαν από το καπιταλιστικό σύστημα ή διατηρήθηκαν σε απομόνωση, χωρίς δεσμούς με τις ομόλογες ή με την υπόλοιπη κοινωνία. Σε αυτές αντιπαραθέτει τις συνεργατικές αγροτικές κοινότητες των Εβραίων στην Παλαιστίνη, με γνωστότερες εκείνες των «κιμπούτς», που, σε αντίθεση με τις χριστιανικές σέκτες, απέρριπταν κάθε θρησκευτική εκδήλωση, υποστήριζαν την συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την δωρεάν παροχή υπηρεσιών και αγαθών, την πλήρη εξίσωση των φύλων, την ισότιμη συμμετοχή στην λήψη των αποφάσεων και τα κοινά γεύματα.

Τέλος στο τρίτο μέρος με τίτλο «Τροπές του ουτοπικού ήθους στον σχεδιασμό της προβιομηχανικής πόλης άλλα πέντε μεγάλα κεφάλαια εξαντλούν πλήρως το θέμα σε ολόκληρη την ιστορική του διάσταση· οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Αυτογενείς και σχεδιασμένοι οικισμοί στην αρχαιότητα, Οι μετασχηματισμοί της πόλης στον Μεσαίωνα, Η πόλη και ο σχεδιασμός της στους «εξωτικούς» πολιτισμούς, Ιδεώδη και πραγματικότητες στην πολεοδομία της Αναγέννησης, Οι πολύτροπες εκφάνσεις της θεληματικής πολεοδομίας την περίοδο του μπαρόκ, Πολεοδομικά οράματα την περίοδο του νεοκλασικισμού.

Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, 2014, σελ. 570, μεγάλου μεγέθους (27Χ21), από τις οποίες οι 90 είναι υποσημειώσεις.

Στις εικόνες: Sunburst Community, Robert Owen – New Harmony, Piotr Kropotkin, Henry Olerich [Big House Diagram],  Shakers (2), Perfectionists – Oneida Community (2), Drop City Commune, 1968 (3), Kibbutz [Sde Nachum, 1944], Farm Community (η αρχαιότερη μέχρι σήμερα στην Αμερική).

Συνεχίζεται

30
Μάι.
20

Σάββας Κονταράτος – Ουτοπία και πολεοδομία. Πρώτος τόμος

Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί το πρώτο μέρος της παρουσίασης του Α΄ τόμου. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος για τον ίδιο τόμο και μια ακόμη ανάρτηση για τον Β΄ τόμο.

Τι θα ήταν η ευτυχία που δεν θα αναμετρούνταν με την άμετρη θλίψη γι’ αυτό που ήδη υπάρχει; Τ.Β. Αντόρνο, Minima moralia

Τι να πρωτογράψει κανείς για ένα τέτοιο έργο, που βγάζει εις πέρας ένα θέμα τόσο ευρύ ανεξάντλητο, με μια αφήγηση αφάνταστα γοητευτική, με αναρίθμητες αναφορές σε κάθε σχετικό λογοτεχνικό και μυθοπλαστικό κείμενο και σε κάθε σχετική κάθε πολιτική και φιλοσοφική θέση, με πλήθος βιβλιογραφικών παραπομπών αλλά και φωτογραφιών προσώπων, διαγραμματικών σχεδίων, προοπτικών σκαριφημάτων και κάθε είδους απεικόνισης των αναφερόμενων πολεοδομημένων ουτοπιών, με γλώσσα τόσο πλούσια και προσιτή μαζί. Ένα σπάνιο έργο, ένα πολύτιμο απόκτημα για κάθε ανήσυχο νου.  Προφανώς πρόκειται για έναν καρπό πολύχρονου μόχθου, αλλά αδυνατώ να φανταστώ πόση πνευματική προσπάθεια και πόση μεθοδική και συστηματική εργασία απαιτήθηκε για να γραφτούν αυτοί οι δυο μνημειώδεις τόμοι για ένα θέμα τόσο σαγηνευτικό, αυστηρό και ονειρικό.

Η ακόρεστη επιθυμία του ανθρώπου για κάτι καλύτερο, έστω κι αυτό μοιάζει συχνά απροσπέλαστο, υπάρχει σε κάθε ρίζα προόδου, γράφει στην εισαγωγή του (Ουτοπία και πολεοδομία: σε αναζήτηση μιας βαθύτερης συγγένειας) ο συγγραφέας. Όπως έγραψε ο Ε.Μ. Τσιοράν η σωφροσύνη προτείνει τη δοσμένη, υπαρκτή ευτυχία· ο άνθρωπος την αρνείται και η άρνηση τούτη από μόνη της τον κάνει ζώο ιστορικό, …εραστή μιας φανταστικής ευτυχίας. Γι’ αυτό και συχνά ο homo sapiens είναι ένας διχασμένος άνθρωπος, ένας πολίτης δυο κόσμων που ζει ταυτόχρονα «στο εδώ και τώρα και σ’ έναν άλλο κόσμο δικής του επινόησης». Αποσκοπώντας τον πολυσήμαντο ρόλο των ουτοπικών συλλήψεων ο Ερνστ Κασσίρερ έγραψε πως η μεγάλη αποστολή της ουτοπίας είναι να δημιουργεί χώρο για το δυνατόν γενέσθαι σαν αντίθεση προς μια παθητική υποταγή στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Είναι σκέψη συμβολική που ξεπερνά την φυσική αδράνεια του ανθρώπου και τον προικίζει με μια νέα ικανότητα, την ικανότητα να ανασχηματίζει συνεχώς το ανθρώπινο σύμπαν του.

Ο Τόμας Μορ πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο Ουτοπία για να ονομάσει μιας φανταστική νησιωτική χώρα του Νέου Κόσμου το 1516, ένα έργο που σήμερα σπάνια διαβάζεται αλλά στάθηκε το λογοτεχνικό πρότυπο για παρόμοια έργα όπως η Πολιτεία του Ήλιου του Τομμάζο Καμπανέλλα (1623), η Νέα Ατλαντίδα του Φράνσις Μπέικον (1627), το Ταξίδι στην Ικαρία του Ετιέν Καμπέ (1840), το Νέα από το πουθενά του Ουίλλιαμ Μόρρις (1890). Ο πολεοδομικός σχεδιασμός μπορεί θαυμάσια να χαρακτηριστεί «ουτοπικός», εφόσον ο πολεοδόμος αποβλέπει πράγματι σ’ έναν τόπο που όχι μόνο δεν υπάρχει ακόμη, αλλά και που δεν πρόκειται να υπάρξει, καθώς το αρχικό σχέδιο σπάνια εφαρμόζεται πιστά και το αποτέλεσμα είναι πάντα κάτι διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος οραματίστηκε. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν παράδοξο αν η πολεοδομία δεν γεννούσε τις δικές της προτάσεις για μια ιδανική οργάνωση της ανθρώπινης κοινότητας.

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος (Φαινομενολογία του κοινωνικού ουτοπισμού) αφιερώνεται στις καθαυτό κοινωνικές ουτοπίες, στις προτυπώσεις δηλαδή μιας ιδανικής κοινωνίας που μας έχουν παραδοθεί γραπτά, άλλοτε με τη μορφή μιας αφηγηματικής περιγραφής του τρόπου ζωής σε μια φανταστική χώρα, και άλλοτε με την μορφή μιας διαλεκτικής ανάπτυξης των αρχών ενός ριζοσπαστικού κοινωνικοπολιτικού προγράμματος. Σύμφωνα με το πρώτο κεφάλαιο (Χαρακτήρας και δομή της ουτοπικής πολιτείας), μια από τις κύριες εκφάνσεις του κοινωνικού ουτοπισμού είναι η «ουτοπία» με την στενότερη σημασία του όρου, η περιγραφή δηλαδή μιας φανταστικής πολιτείας που λειτουργεί ταυτόχρονα και ως προδιαγραφή της ιδανικής κοινωνίας. Ο ουτοπιστής διοχετεύει την διαμαρτυρία του στη νοητική κατασκευή μιας υποθετικής κοινωνίας από την οποία λείπουν ακριβώς οι προβληματικές καταστάσεις του παρόντος του. Η Ουτοπία του Τόμας Μορ είχε μια κοινωνία θεμελιωμένη στην κοινότητα ζωής και αγαθών, που λειτουργούσε χωρίς χρηματικές συναλλαγές και έθετε το ζήτημα της κοινοκτημοσύνης. Κάθε ουτοπία αποτελεί ένα σχέδιο λογικά επεξεργασμένο, έναν κόσμο ορθολογικά δομημένο, που παραμένει ένας mundus possibilis.

Εδώ ο συγγραφέας τυπολογεί τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών ουτοπιών αντλώντας παραδείγματα από πλήθος άλλων, από την Πολιτεία του Πλάτωνα ως την Μοντέρνα Ουτοπία του Χ. Τζ. Γουέλς (1905) καθώς και ορισμένα σύγχρονα μυθιστορήματα. Αυτά τα στοιχεία είναι α) η ακριβής ρύθμιση της ζωής από άκαμπτους θεσμούς (τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, για όλα μεριμνά η πολιτεία), β) ο δίκαιος καταμερισμός της εργασίας, γ) ο συλλογικός ευδαιμονισμός και η εξάλειψη των ατομικών διαφορών (ο ευδαιμονισμός βρίσκει την συμβολική του έκφραση στο «κοινό γεύμα» ενώ ακόμα και στην προεπαναστατική ουτοπία που συστήνουν οι  Παράδοξες ιδέες του Ρετίφ ντε λα Μπρετόν η μονοτονία της ασκητικής ζωής διακόπτεται από εύτακτες αγροτικές γιορτές), δ) η κυριαρχία του μέτρου και η αγνότητα των ηθών (οι σχέσεις των δυο φύλων δεν έχουν τίποτε το άσεμνο η κοινοκτημοσύνη των γυναικών εξυπηρετεί…κοινωνικούς σκοπούς· ο ντε λα Μπρετόν στο έργο του Η ανακάλυψη της Μεσημβρίας από έναν ιπτάμενο άνθρωπο (1781) προβλέπει την αλλαγή συζύγων κάθε χρόνο ώστε να περιορίζονται οι πειρασμοί που οδηγούν στην μοιχεία· εδώ παρατηρείται πως, σε κάθε περίπτωση, πίσω από την λογική κάθε σχετικής νομιμότητας ή την φοβία για κάθε άλογο πάθος δεν παύει να κρύβεται και μια απαίτηση αγνότητας….

… ε) Η ηγεμονία του Λόγου και η θρησκευτική αδιαφορία (οι θεσμοί και οι νόμοι εξασφαλίζουν σε τέτοιο βαθμό την αρμονία ώστε η εκτελεστική εξουσία έχει περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα) στ) ο φετιχισμός της εκπαίδευσης και η αστυνόμευση της πνευματικής ζωής (στο βασίλειο της Μακαρίας του Γκάμπριελ Πλατς (1641) αν ένας φιλόσοφος εκφέρει μια νέα ιδέα θεωρείται εχθρός της δημόσιας ειρήνης και αποκεφαλίζεται) και ζ) η γεωγραφική απομόνωση και η οικονομική αυτάρκεια, καθώς οι ουτοπιστές γνωρίζουν πολύ καλά πως το πείραμά τους δεν θα μπορούσε να πετύχει παρά σε ελεγχόμενες συνθήκες και σε μια κοινότητα λίγο πολύ στεγανή. Όλα τα παραπάνω στοιχεία σαφώς υποδεικνύουν ένα βαθύτερο δομικό γνώρισμα του ουτοπικού σχεδίου: την τάξη και την αρμονία ενός κλειστού και εξαρχής καλά ρυθμισμένου συστήματος αλλά και το γεγονός ότι δεν έχει ιστορία, καθώς η ζωή κυλά σ’ ένα αιώνιο παρόν, χωρίς μεταβολές.

Στο δεύτερο κεφάλαιο (Ουτοπίες και επαναστατικός χιλιασμός) ο Κονταράτος γράφει πως η ουτοπία πρέπει να διακριθεί από μια άλλη έκφανση της ουτοπικής νοοτροπίας, την πίστη των αδικημένων του κόσμου στην έλευση μιας νέας τάξης πραγμάτων όπου θα βασιλεύουν η δικαιοσύνη και η ευδαιμονία, πίστη στην οποία δόθηκε η ονομασία του «χιλιασμού». Αυτό το δόγμα που κατάγεται από τον ιουδαϊκό μυστικισμό και ήταν πλατιά διαδεδομένο στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες επανεμφανίζεται στους ύστερους μεσαιωνικούς χρόνους με διάφορα λαϊκοθρησκευτικά επαναστατικά κινήματα της Δύσης: αυτόκλητοι μεσσίες, paupers, ουσίτες, θαβωρίτες που επιχειρούν να οικοδομήσουν μια κομμουνιστική κοινωνία «δικαίων» με κοινοτικά ταμιευτήρια καιι οι οποίοι μπροστά στην επερχόμενη τελευταία Κρίση περιφέρονται γυμνοί και ζευγαρώνουν ελεύθερα, αναβαπτιστές και δεκάδες άλλα αιρετικά κινήματα που ακόμα κι όταν το επαναστατικό τους πρόγραμμα εκφυλίζεται σε χιλιαστικό αναρχισμό δεν παύει να αποτελεί μια ριζοσπαστική αμφισβήτηση της κυρίαρχης ιδεολογίας στο ίδιο το πεδίο που εκείνη αντλούσε την δύναμή της, το θρησκευτικό. Βασισμένα στην ιδέα του απόλυτου φυσικού δικαίου ως τις ακραίες αναρχικές και κομμουνιστικές της συνέπειες, η παλαιά χιλιαστική επαγγελία γίνεται μοτίβο της κοινωνικής εξέγερσης και ακούστηκε ως τα επαναστατικά κηρύγματα του νεότερου σοσιαλισμού, από το Μανιφέστο των ίσων ως τα συνθήματα του Μάη του ’68

Οι κοινωνικές ουτοπίες της Αναγέννησης αναπαράγουν την βασική δομή της πλατωνικής πολιτείας: παρουσιάζονται ως έλλογες κοινότητες δίκαιων νόμων, ως ολοκληρωμένες και κλειστές κοινωνίες. Ο Μάρτιν Μπούμπερ χαρακτηρίζει την ουτοπία ως «εικόνα μιας κοινωνίας που είναι σχεδιασμένη ωσάν να μην ενεργούσαν άλλοι παράγοντες εκτός από την ενσυνείδητη ανθρώπινη βούληση». Αν πολλά εγχειρήματα του 19ου αιώνα στάθηκαν βραχύβια, υπήρξε παράδειγμα ουτοπικής κοινωνίας που κατόρθωσε να επιζήσει 150 ολόκληρα χρόνια. Πρόκειται για την περίφημη Πολιτεία των Γκουαράνι που ίδρυσαν οι Ιησουίτες στην Παραγουάη στις αρχές του 17ου αιώνα, η οποία δεν ξεκίνησε από κάποιο ουτοπικό σχέδιο αλλά διέθετε όλα τα σχετικά χαρακτηριστικά: κοινοκτημοσύνη μέσων παραγωγής και αγαθών, απουσία χρηματικών συναλλαγών, πληθώρα ομαδικών εκδηλώσεων κ.λπ. Πάντως οι συγγραφείς ουτοπιών αντλούσαν και από τα δυο μεγάλα πρότυπα, της αρχαίας Σπάρτης και του μεσαιωνικού μοναστηριού, ενώ ο Ζιλ Λαπούζ διέγνωσε ουτοπικό χαρακτήρα και σε άλλους μεσαιωνικούς θεσμούς: τον οίκο ανοχής, τα τάγματα των ιπποτών, τους γενίτσαρους των Οθωμανών. Αργότερα ο χιλιασμός έχασε τον επαναστατικό του χαρακτήρα και επιβίωσε είτε μ την μορφή καθαρά θρησκευτικών κινήσεων είτε σε προφητικές εξάρσεις μυστικοπαθών ατόμων.

Στο τρίτο κεφάλαιο, που αφορά τις Μεταμορφώσεις της ουτοπικής νοοτροπίας, γίνεται πλέον σαφές πως παρά τον αντιθετικό τους χαρακτήρα, επαναστατικός χιλιασμός και ουτοπία συμπλέκονται πολλές φορές μέσα στην ιστορία. Ο Καμπανέλλα της Πολιτείας του Ήλιου, ο Γιόχαν Βάλεντιν Αντρέαι της Χριστιανόπολης, ο Σαιν-Σιμόν και ο Φουριέ αναζήτησαν τις πηγές της ουτοπίας στην θρησκευτική προσδοκία του μεσσιανισμού. Για τον Μάρτιν Μπούμπερ η ουτοπική φαντασία δεν πλανιέται στην τύχη, αλλά θεμελιώνεται γερά σε μια επιθυμία που ξεπερνά την ατομική κατηγορία και αποτελεί μια ενστικτώδη αναφορά σε ιερές πηγές. Η κυρίαρχη αντίθεση των δυο αντανακλά τον πόλεμο μεταξύ Πάθους και Λόγου. Εδώ ο συγγραφέας παρουσιάζει τις βασικές θέσεις των Ζωρζ Σορέλ, Καρλ Μάνχαϊμ, Ροζέ Μικκιελλί και Παναγιώτη Κονδύλη.

Στο τέταρτο κεφάλαιο (Ουτοπισμός, αντιουτοπισμός και κλασική πολιτική φιλοσοφία) τονίζεται καταρχήν πως, παρά το γεγονός ότι συνιστούν οπωσδήποτε ένα είδος συγγραφικής παραγωγής, οι ουτοπίες ανήκουν μάλλον στην ιστορία των κοινωνικοπολιτικών ιδεών παρά στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ουσιαστικά, η ουτοπική σκέψη είναι αδύνατο να αποσπαστεί από αυτό που αποκαλούμε πολιτική φιλοσοφία. Στην διδασκαλία του Ιησού δεν υπάρχει βέβαια κανένα στοιχείο κοινωνικού ουτοπισμού, ωστόσο, φαίνεται πως η πρώτη χριστιανική κοινότητα ακολούθησε μια κομμουνιστική πρακτική, γνωστή άλλωστε στον ιουδαϊκό κόσμο και από τους εσσαίους, ενώ ο Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην Ανατολή ή ο Αμβρόσιος στην Δύση, διακήρυσσαν την πίστη τους στο ιδανικό του αποστολικού κομμουνισμού. Το ιδανικό αυτό παρέμενε ενεργό σε διάφορες αιρέσεις αλλά μετά την κωνσταντινική μεταστροφή, η Εκκλησία έσπευσε να ανακηρύξει την επίγεια μοναρχία ως «μίμημα» της ουράνιας βασιλείας.

Ο συγγραφέας εδώ παρουσιάζει κάθε θέση που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζεται με την ιδέα της κατάλληλης ή ιδανικής πολιτείας ή την αντίκρουση αυτής, διασχίζοντας αιώνες σκέψης, από τον Λακτάντιο και τον Αυγουστίνο ως τον Μακιαβέλι και τον Μορ, που εγκαινιάζουν δυο διαφορετικές τάσεις του πολιτικού στοχασμού στους νεότερους χρόνους, κι ύστερα από τον Καλβίνο, τον Τόμας Χομπς (Λεβιάθαν), τον Σπινόζα, τον Χιούμ (Ιδέα μιας τέλειας πολιτείας) στον Καντ και τον Ρουσσώ, τον Σαιν-Ζυστ, τον μαρκήσιο ντε Σαντ και τον Χέγκελ. Στην λογοτεχνία αξιοσημείωτο είναι το περίφημο αβαείο του Θελήματος στον Γαργαντούα του Φρανσουά Ραμπελέ, το οποίο μοιάζει με μια ευφάνταστη αντιουτοπία, έναν κόσμο χλιδής, χαράς και ελευθερίας, αλλά και η πικρή και προφητική καρικατούρα του παραδείσου των τεχνοκρατών στα Ταξίδια του Γκάλλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ.

Στο πέμπτο κεφάλαιο (Κοινωνικός ουτοπισμός, αναρχισμός και  μαρξισμός) διαβάζουμε πως η Γαλλική Επανάσταση και η απογοήτευση που γέννησε έδωσε νέα ώθηση αλλά και διαφορετική τροπή στην ουτοπιστική γραμματεία. Στην θέση των απομονωμένων και στατικών ουτοπιών μιας ήρεμης μακαριότητας, εμφανίζονται τώρα πια προτάσεις με οικουμενικότερο και δυναμικότερο χαρακτήρα. Συχνά ο τύπος του έργου φαντασίας εγκαταλείπεται για να υιοθετηθεί η σοβαρότερη μορφή της θεωρητικής πραγματείας ή του μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Το κομμουνιστικό σύστημα του Ετιέν Καμπέ (Ικαρία) παρέμεινε πιστό στην παραδοσιακή ουτοπική μορφή (όλοι εργάζονται για την κοινότητα που σε αντάλλαγμα τους παρέχει δωρεάν τα μέσα για την ικανοποίηση των αναγκών τους ενώ όλα τα αγαθά είναι κοινά), ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας επεχείρησε την έμπρακτη εφαρμογή των ιδεών του που δεν άργησε να διαλυθεί μετά τον θάνατό του. Η αμφισβήτηση των ουτοπικών σχεδίων προέρχεται τώρα από το ίδιο το σοσιαλιστικό στρατόπεδο (Κροπότκιν), ενώ παρουσιάζονται οι ιδέες των Προυντόν, Μπακούνιν, Μαρξ, Ένγκελς, Τρότσκι και Λούξεμπουργκ.

Εκείνος που αναγνώρισε στον προφητικό μεσσιανισμό μια ύψιστη αρετή της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι ο Ερνστ Μπλοχ, για τον οποίο ο αυθεντικός μαρξισμός είναι μια συγκεκριμένη ουτοπία που απαιτεί συνειδητή συμμετοχή στην διαδικασία του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, επειδή ακριβώς έχει κατανοήσει το όνειρο που είναι ριζωμένο στην ίδια την ιστορική τάση. Μαρξ και Ένγκελς γνώριζαν καλά πως η ιστορία του πρώιμου χριστιανισμού έχει πολλά χαρακτηριστικά σημεία επαφής με το κίνημα της εργατικής τάξης και επεδίωξαν να υποκαταστήσουν το όνειρο μιας επικείμενης συντέλειας του κόσμου. Αν, όπως είπε ο Νικολάι Μπερντιάεφ, η επανάσταση έχει μια αντανάκλαση αποκάλυψης, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε ότι τα αποκαλυπτικά οράματα και οι χιλιαστικές προσδοκίες δεν είναι παρά θρησκευτικές μεταμορφώσεις της επαναστατικής βούλησης, ενώ στην ουτοπική σκέψη έχουν κατά κανόνα καθαρθεί και υποταχθεί στις απαιτήσεις μιας λογικής αφαίρεσης.

Μετά την αποτυχία της Παρισινής Κομμούνας (1871), την διάλυση της Πρώτης Διεθνούς (1873-1876) και την οπισθοχώρηση των επαναστατικών δυνάμεων, η ελπίδα αναζητά και πάλι καταφύγιο στην φαντασία, όπως βλέπουμε στο έκτο κεφάλαιο με τίτλο Οι δυστοπίες του 20ού αιώνα και η αναβίωση του αιρετικού πνεύματος. Στην Βοστόνη του 2000 του Έντουαρντ Μπέλλαμυ (Looking backward) η προωθημένη τεχνολογία αφήνει αρκετά περιθώρια στην ατομική πρωτοβουλία ενώ στο αναγεννημένο έπειτα από μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση Λονδίνο του Γουίλλιαμ Μόρρις (News from nowhere) κυριαρχεί η σχεδόν αναρχική συγκρότηση μιας κοινωνίας αγροτών και τεχνιτών, οπισθοδρομώντας μάλλον ρομαντικά σε μια προβιομηχανική κοινωνία. Η επερχόμενη φυλή του Έντουαρντ Μπύλουερ-Λύττον περιγράφει μια κοινωνία σε μακάρια ραστώνη, χωρίς επιθυμία ή φιλοδοξίες, στο Έρεβον του Σάμιουελ Μπάτλερ οι μηχανές έχουν οικειοθελώς καταστραφεί, στην Χρονομηχανή του Χ.Τζ. Γουέλς οι Ηλόι περνούν τον χρόνο τους με παιχνίδια, συμπόσια και ύπνο αλλά στις υπόγειες στοές ζουν αποκτηνωμένοι οι Μόρλοκ, ενώ στην Μοντέρνα του Ουτοπία παρά την ευτυχισμένη κοινωνία τηρείται ένα τεράστιο αρχείο με τα προσωπικά δεδομένα όλων των κατοίκων του παγκόσμιου κράτους.

Στο Player Piano του Κερτ Βόννεγκατ η τεχνολογικά υπερανεπτυγμένη κοινωνία των ΗΠΑ έχει επιβάλλει ένα αυστηρά αξιοκρατικό σύστημα χάρη στην επεξεργασία των στοιχείων υγείας, IQ και επαγγελματικών ικανοτήτων που υπάρχουν καταγραμμένα στην κάρτα κάθε πολίτη. Σε ορισμένες λογοτεχνικές δυστοπίες διατηρείται ο κόσμος της κοινωνικής ουτοπίας αλλά δείχνεται κάτω από ένα ιδιαίτερο πρίσμα που αποκαλύπτει την εφιαλτική του όψη. Το Εμείς του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν παρουσιάζει την κοινωνία του Μονοκράτους της οποίας τα μέλη δεν έχουν προσωπική ζωή, αντί για ονόματα ταυτίζονται με κωδικούς αριθμούς και ζευγαρώνουν με ροζ κουπόνια που τους χορηγεί το αρμόδιο Σεξουαλικό Γραφείο, είναι δε όλοι τόσο όμοιοι ώστε να μην υπάρχουν πια αιτίες για φθόνο. Ο Θαυμάσιος νέος κόσμος του Ώλντους Χάξλευ εκθέτει μια κοινωνία που παρέχει σε όλους πλήθος ανέσεων και απολαύσεων, ενώ διακαθορισμένα από την γέννησή τους με ευνουχισμένο ψυχισμό τα άτομα δεν μπορούν παρά να αγαπούν αυτό που είναι υποχρεωμένα να κάνουν, ενώ στο Χίλια ενιακόσια ογδόντα τέσσερα του Τζόρτζ Όργουελ η Νέα Γλώσσα θεσπίζεται για να καταστήσει αδύνατη ακόμα και την σύλληψη μιας ετερόδοξης ιδέας.

Τα παραπάνω έργα και πολλές δεκάδες ακόμη που παρουσιάζονται εδώ (από τον Έρνστ Γύνγκερ ως την Μάργκαρετ Άτγουντ) δείχνουν πως η απόσταση ανάμεσα στην ουτοπία και στην δυστοπία ποτέ δεν ήταν μεγάλη. Οι οδυνηρές εμπειρίες των ολοκληρωτισμών είναι εμφανείς. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στα περισσότερα έργα παρά την δεδομένη ελεύθερη βούληση των πολιτών υπάρχει πάντα μια ισχυρή εξουσία έτοιμη να πατάξει κάθε διαφωνία και παρέκκλιση. Στην συνέχεια εξετάζονται οι απόψεις πολλών φιλοσόφων και στοχαστών (Αντόνιο Γκράμσι, Έριχ Φρομ, Χέρμπερτ Μαρκούζε, Τέοντορ Αντόρνο, Βάλτερ Μπένγιαμιν κ.ά.) όσον αφορά τις ελευθεριακές ουτοπίες που προέκυψαν από το αμάλγαμα φροϋδισμού και μαρξισμού αλλά και γενικότερα το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης και της κοινωνικής προόδου.

Ο σύγχρονος αριστερισμός, πλέον, από τα κινήματα διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης (μπήτνικς, πρόβος, χίπηδες, ζενγκακούρεν) παρά τα θεμελιώδεις μεταξύ τους διαφορές δεν παύουν να εκφράζουν μια απόλυτη άρνηση των υπαρκτών κοινωνιών και να προβάλλουν το όραμα μιας κοινωνίας άλλης, ριζικά διάφορης. Όπως είπε ο Ανρί Λεφέβρ, κάθε σκέψη που δεν αρκείται να αντανακλά, να επικυρώνει τους καταναγκασμούς, να αποδέχεται τις εξουσίες και να νομιμοποιεί τη δύναμη των πραγμάτων, κάθε άλλη σκέψη ενέχει μια ουτοπία. Έτσι η έμφαση δίνεται τώρα στην άρνηση και όχι στην θέση, στην ρήξη με το παρελθόν και όχι στην πρόοδο, στο επιθυμητικό και όχι στο λογικό μέρος της ψυχής. Από το παλαιό αιρετικό πνεύμα και τις ποικίλες μεταμοντέρνες τάσεις (αναφέρονται οι βασικές θέσεις των Μισέλ Φουκώ, Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, Γύργκεν Χάμπερμας, Φρέντρικ Τζέιμσον, Ντέιβιντ Χάρβυ κ.ά.) παρά τις ουσιώδεις διαφορές θέασης ως προς την ουτοπία ξεπήδησε μια ριζοσπαστική κριτική της πολεοδομικής θεωρίας και πράξης. Και η πολεοδομία θα αποτελέσει ένα από τα πεδία στα οποία κατεξοχήν διατηρείται και αναπαράγεται το ουτοπικό ήθος και πάθος.

Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, 2014, σελ. 570 (από τις οποίες οι 90 αποτελούν υποσημειώσεις), μεγάλου μεγέθους (27Χ21).

Χάρτης της Ουτοπίας του Thomas More,  Thomas More [έργο του Hans Holbein the Younger], Francis Bacon – New Atlantis, 2 σχέδια της Christianopolis του Johannes Valentinus Andreae, Martin Buber, Γκουαρανί / Ιησουίτες, Charles Fourier [έργο του Philibert Léon Couturier], Φαλανιστήριο του Φουριέ, Peter Owen – New Lanark, Robert Owen – New Armony, Ernst Bloch, News from Nowhere [William Morris], William Morris, Χίππικη Κοινότητα.

Συνεχίζεται.

28
Μάι.
20

Κωστής Παπαγιώργης – Περί Μέθης

Επανερχόμαστε συχνά στον κατεξοχήν λογοτεχνικό δοκιμιογράφο Κωστή Παπαγιώργη, καθώς κάθε του εγχειρίδιο, εκτός από την ολική πνευματική και αναγνωστική ευφορία που προκαλεί, μας εισάγει στο βάθος του οιουδήποτε θέματος πραγματεύεται αλλά και στην ίδια την ανεξάντλητη, εμπνευσμένη γραφή. Όντας την ίδια στιγμή αντικειμενικός εργαστηριακός επιστήμονας και απόλυτα υποκειμενικός εκφραστής, ο Παπαγιώργης υπήρξε ο ιδανικός λογογράφος για ένα τόσο μεθυσμένο βιβλίο όπως το Περί μέθης κι εμείς, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, δεν παύουμε να επανερχόμαστε σε αυτό το Ευαγγέλιο των Πιστών Αλκοολικών που σε δεκαεπτά περικοπές αποστάζει οριστικά ό,τι έκρινε πως αξίζει να αποσταχθεί.

Σπεύδω άναρχα στην 14η περικοπή, για να συναντήσω τον πιο οικείο μου παραπαίοντα του οινοπνεύματος, τον κύριο Τζόφρεϊ Φέρμιν από το Κάτω από το ηφαίστειο του Malcolm Lowry, την μεγαλύτερη μορφή μεθυσμένου μέσα στην δυτική λογοτεχνία. Πρώην πρόξενος στο Μεξικό, αλλά στη ουσία έκπτωτος πολίτης του κόσμου, έχει μεταναστεύσει στην πολιτεία Κουαουναουάκ όχι για να γιατρέψει τις πληγές του αλλά για να τις αφήσει να θυμώσουν. Στα πάντα είναι πρώην, μόνο μεθύστακας είναι νυν και αυτό το νυν ξέρει να το τιμάει: δεν πίνει απλώς· έχει ταυτιστεί με τον μεθυσμένο εαυτό του. Κουρελιασμένος μύστης μιας ιδιωτικής θρησκείας που το φίλτρο της είναι το μεσκάλ, ζώντας με την πένθιμη αυτοειρωνεία να ζει με αυτό που θα τον πεθάνει.

Το Μεξικό αποτελεί την ιδανική σκηνή για το δράμα του. Ο Φέρμιν περνάει την τελευταία μέρα της ζωής του μέσα σε μια πόλη όπου τα πάντα παραληρούν θανατολογώντας. Το μόνο πράγμα που του μοιάζει είναι ο ίδιος ο τόπος. Με δραγουμάνο το ποτό, συνεννοείται τέλεια με τον θάνατο. Στην ουσία ζει για να πεθάνει. Αυτός ο σε όλα πρώην, προοικονομεί τον χαμό του. Ό,τι τον χωρίζει από τους άλλους είναι αυτή η αλλόκοτη ψυχική ανωτερότητα, που την χρωστάει στο ποτό: «Πώς είναι δυνατόν, αν δεν πίνεις σαν κι εμένα, πώς ελπίζεις να καταλάβεις την ομορφιά μιας γριάς γυναίκας απ’ το Ταράσκο, που παίζει ντόμινο στις εφτά το πρωί;». Είναι παράδοξο, αλλά κάθε θολωμένο μυαλό αναγνωρίζει κάποια ιερότητα στα πράγματα.  

Κάθε βίωμα, όπως μάθε μνήμη, είναι πια φεγγίτες απ’ όπου μπαίνει άφθονο το μαύρο φως, γράφει ο Παπαγιώργης. Ο Φέρμιν έχει απαλλάξει το ποτό από κάθε χλιαρή σχετικότητα. Παυσίλυπο; Θα το περιφρονούσε. Βηματοδότης για τις αρρυθμίες της ύπαρξης; Θα το μισούσε. Μόνο μέσα στο μαύρο κύμα της μέθης μπορεί να παραδίδονται στην τελική εκμηδένιση. Δεν ζει, δεν πίνει, πινειζεί. Η ανώτερη φιλοδοξία του Λόουρι, που γνώριζε βαθύτατα ότι η λογοτεχνία είναι ένα ιδιοφυές υποκατάστατο της προσευχής, αποβλέπει σε ένα μεταφυσικό ξεντρόπιασμα του ανθρώπου. Όχι με τη λύση, όχι με την όποια λύτρωση, αλλά με την κατασυντριβή, τη σπαρακτική συγκατάνευση στο μέγα τίποτα.

Στον δρόμο ο Τζακ Κέρουακ θα περιγράψει ακατασίγαστες μετακινήσεις από πόλη σε πόλη, από μπαρ σε μπαρ, από μεθύσι σε μεθύσι. Η πορειομανία του Σαλ και του Ντιν θα ξέφτιζε γρήγορα σε ανούσιο τουρισμό·· το ενδιαφέρον αρχίζει να ξυπνάει από την στιγμή που φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει κάποιο δαιμόνιο που τους βγάζει στον δρόμο. Μέσα από το αλάφιασμα των μετακινήσεων μας μιλάει μια βαθειά ρίζα. Αυτοί οι εκ πεποιθήσεως αλήτες διακατέχονται από ένα είδος ευλαβικής φρενίτιδας –  η μοίρα τους μιλάει μια άλλη γλώσσα. Υπάρχει ένας τρόπος να αφουγκράζεσαι υπερκόσμιους ψιθύρους, να εκστασιάζεσαι με τη χρωματική μουσική που τυλίγει τις πολιτείες και τις ερημιές, να αποκαλύπτεις ένα άλλο εγώ σε κάθε κατάσταση. Να πλήτεσσαι δηλαδή από ανεξερεύνητα χτυπήματα, που, αντί να σε καταβάλλουν, σου χαρίζουν ένα ευεργετικό τραύμα που ισχύει ως φιλία με το άγνωστο.

Λαχανιάζοντας από πόλη σε πόλη δείχνουν να υποφέρουν από ένα σαράκι που λατρεία και αίνιγμά του είναι η απόσταση. Στην κυριολεξία ιερουργούν στον ατείχιστο ναό του χώρου. Ο αλήτης δεν πάει κάπου, υπάρχει ως φυγή. Κάθε στιγμή προσφέρεται ως δυσανάγνωστο χειρόγραφο μιας άγνωστης γλώσσας, όπου ο λαθραναγνώστης πλάνης διαβάζει συλλαβιστά κάτι από τη μοίρα του. Κι όσο πιο μεθυσμένος, τόσο πιο διαυγής. «Μέθυσα και δεν έδινα μια· όλα ήταν θαυμάσια». Τέτοιοι άνθρωποι θεωρούν το αλκοόλ καταδικό τους, φίλο τους, κι ένας φίλος σε φροντίζει και σε περιμένει παντού, γιατί αν το μυστικό του έρωτα είναι η ανασφάλεια, της φιλίας είναι η ασφάλεια.

Το αλκοόλ είναι σαν την καρδιά: δεν έχει ανάγκη την ξεκούραση και τον ύπνο· το συμβουλεύεσαι σαν πυξίδα. Αινιγματική και φευγαλέα η ζωή διατηρεί την ιερότητά της. Πάντα υπάρχει ένας νέος τόπος που προσφέρεται ως πατρίδα της αλήθειας. Μέσα στις μεθυσμένες συντροφιές όπου οι γυναίκες δείχνουν να κουβαλούν στα χαρακτηριστικά τους όλες τις φρενιασμένες αλήθειες, η αλητεία βρίσκει την δικαίωσή της. Μεθυσμένες υπάρξεις δοξολογούν ένα παρόν που υπάρχει σαν αιώνιο τρανταχτό γέλιο.

Αμφίθυμος απέναντι στο ποτό, ο Τζον Μπάρλικορν του Τζακ Λόντον έχει, όπως και ο ίδιος ο δημιουργός του, από την μια την μόνιμη επωδό της έχθρας για το ποτό και από την άλλη μια ερωτική έλκη για την κατάσταση εκτός εαυτού και της αυτοκαταστροφικής ευφορίας. Το αλκοόλ καταργεί την διυποκειμενικότητα. Πίνει κανείς μέσα σε συντροφιά κι όταν πίνει μόνος πάλι, έχει μαζί του τον φανταστικό ακροατή του. Άνθρωπος του παράφορου διαλόγου, ο μεθυσμένος ξέρει ότι κάθε εγώ υπάρχει χάρη στο εσύ. Στην ουσία δεν πίνει σα ένας, αλλά σαν διπλός άνθρωπος.

Η κοινή γνώμη, γράφει ο συγγραφέας, που βαφτίζει καθημερινά την ψυχή της στο φόβο, μιλάει για τον αλκοολικό και τον πρεζάκια όπως συνηθίζει να αποφαίνεται για τους αδικοχαμένους. Εφευρίσκει μιαν αιτία και οικοδομεί ένα πειστικό συμπέρασμα. Δεν ατύχησε επειδή ζει – που είναι η ξεκάθαρη αλήθεια – αλλά επειδή κάτι τον βρήκε. Έτσι η ζωή αθωώνεται πανηγυρικά και τα σκοτάδια διαλύονται. Αλλά χρειάζεται θάρρος να κρατάς μια μοιραία απόσταση από την ζωή και ο Ουίλλιαμ Μπάρροουζ ενσαρκώνει ακριβώς την απόφαση της κατρακύλας και της αυτοδιάλυσης χωρίς ξεφωνητά. Απόστρατος των μεγάλων ερωτημάτων, ο κύριος Λι ξηλώνει μεθοδικά τους δεσμούς του με την ζωή. Απαξιεί σχεδόν για τα πάντα, όχι επειδή φοβάται τον διάλογο, αλλά επειδή η ωριμότητα, όταν καταλήγει στην σιωπή, το κάνει σαν οριστική απάντηση για τις δυνάμεις που σπατάλησε. Καμία λόγια κλαψοκουβέντα για το νόημα της ζωής, το ακατανόητο του κόσμου ή την βλακεία της ανθρωπότητας.

Ο πρεζάκιας του εκλέγει έναν δικό του θάνατο και κάνει την πτώση του τρόπο ζωής. Μπορεί ο ίδιος να πιστεύει ότι ζει κανονικά, πως η βελόνα είναι κάτι σαν γάζα πάνω σε μια επιπόλαιη πληγή. Σχολασμένος από τη ζωή, δεν μετέχει, περιορίζεται σε μιαν αργή ενατένιση. Μόνο όταν του λείψει η δόση κατεβαίνει στην ζωή. Η διαφορά του από τον μέθυσο είναι διαμετρική. Ο τελευταίος κυριεύεται από την μελαγχολία όταν δεν πίνει, ενώ ξεσπάει όταν βρει τις μποτίλιες του. Αντίθετα ο πρεζάκιας βρίσκεται σε πλήρη αυτάρκεια όταν τον στηρίζει η δόση του, για να παραδοθεί σε φλυαρία όταν του λείψει το βελόνι. Το βέβαιο είναι ότι το ποτό και η πρέζα δεν δανείζουν κάτι που δεν έχεις – απλώς υπερτονίσουν αυτό που είσαι.

Το μεθύσι για τον Μποντλέρ είναι στάση και επανάσταση ζωής. Ό,τι χάνουμε στη  ζωή μας το ξαναφέρνει πίσω η μεθυσμένη φαντασία. «Υπάρχει πάνω στη γη ένα πολυάριθμο και ανώνυμο πλήθος, που ο ύπνος του δεν αποκοιμίζει αρκετά τους πόνους του. Γι’ αυτό το πλήθος το κρασί συνθέτει τα τραγούδια και τα ποιήματα». Έτσι το κρασί ακολουθεί πιστά τον άνθρωπο σε όλα του τα πάθη. Αν ρωτήσουμε: ποιος μιλάει μέσα από το στόμα του μεθυσμένου, το πνεύμα ή το οινόπνευμα, η απάντηση είναι απλή – πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Γιατί το κατά Μποντλέρ μεθύσι δεν χαρίζει νέα ψυχή, απλώς αναπτερώνει ποιητικά αυτή που έχει ο μέθυσος. Συνεπώς, μέσα στην μποτίλια βρίσκουμε ό,τι ήδη έχουμε Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Και οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι; Αν είναι αλλόφρονες και σύμμαχοι με το έγκλημα και την τρέλα, η αιτία δεν βρίσκεται στην φύση τους αλλά στην ελευθερία. Καθώς στο δράμα τους λαμβάνουν μέρος όλες οι ηθικές στάσεις και όλες οι ιδεολογικές θέσεις μιας εποχής, είναι η ελευθερία της επιλογής είναι που τους οδηγεί στο κακό. Έτσι ο Ντοστογιέφσκι δεν διστάζει να μεθύσει πολλούς από τους ήρωές του αλλά όχι τους πρωταγωνιστές, που οι αποφάσεις τους βγαίνουν από έναν θυμοειδή πλην καθαρό νου και ανεπηρέαστη βούληση (έτσι παραμερίζοντας την μέθη ο Ντοστογιέφσκι προστατεύει τις δυνάμεις του κακού) αλλά κυρίως τους τριταγωνιστές που, αδύναμοι και παρατημένοι, βρίσκουν στο ποτό την μεγάλη τους δικαιολογία. Το δικό τους μεθύσι χρησιμοποιείται ως αντιπαράθεση με τον δαιμονικό πυρετό που συγκλονίζει τα κεντρικά πρόσωπα.

Ο Άλντους Χάξλεϊ και ο Ανρί Μισώ ανήκαν στις σημαίνουσες περιπτώσεις ανθρώπων δεν αρκούνται να ζουν κάτι, αλλά φιλοδοξούν να το κατανοήσουν και να το περιγράψουν, υποβάλλοντας εκούσια στις παρά φύση επιδράσεις της μεσκαλίνης χρησιμοποιώντας την συνείδησή τους ως απλό πειραματικό υλικό. Καταπάτησαν τα σύνορα του φυσιολογικού με άδεια την περιέργεια και ελπίδα την εμπλουτισμένη επιστροφή. Για να πλατύνει ο χώρος της εσωτερικής περιπλάνησης, πρώτη προϋπόθεση είναι η ρήξη των δεδομένων σχέσεων με την πραγματικότητα. Συμβαίνει μια συνολική μετατόπιση που κάνει τον άνθρωπο να πιστεύει ότι μολονότι παραμένει ο ίδιος, ζει μέσα στην επείγουσα αίσθηση ενός ριζικά άλλου. Σε αυτή την θαμβωτική μετ-εμπειρία, δεν εμφανίζεται κανένα πρόσωπο γι’ αυτό κανείς τους δεν αναφέρει μια υποψία έστω διαπροσωπικής επαφής – μέσα στην αχρονική απέθεια της μεσκαλίνης οι ανθρώπινες σχέσεις καταργούνται. Στην περίπτωση του Χάξλεϊ τα πράγματα γίνονται αντιληπτά όχι με βάση τον χώρο και τα μέγεθος, αλλά με βάση την ένταση και την χρωματική τους υπόσταση, ενώ ο Μισώ (επιβεβαιώνοντας ότι το ίδιο ναρκωτικό παραλλάσσει από άτομο σε άτομο) μιλάει για την βίωση ενός οπτικού δράματος· στην δική του εμπειρία η φαντασία δεν παίζει κανένα ρόλο.

Ο Λουίς Μπουνιουέλ στην βιογραφία του παρουσιάζει την δική του σχέση με το ποτό. Πρώτα κυριαρχεί η ενστικτώδης αναζήτηση του χώρου: επιθυμεί ένα απομονωτήριο, έναν χώρο σκέψης και περισυλλογής, μια ήσυχη γωνία σ’ ένα ήσυχο μπαρ/ «Σαν τον άγιο Συμεών τον Στυλίτη, που σκαρφαλωμένος στην κολόνα του διαλεγόταν με τον αόρατο θεό του, έτσι κι εγώ έχω περάσει μέσα στα μπαρ ατέλειωτες ώρες…». Το ντράι-μαρτίνι και το τζιν του φέρνουν όχι την μέθη αλλά την ένταση μιας λεπτής τελετουργίας που φέρνει ζάλη, ευφορία και βοηθάει στην ζωή και την εργασία. Ο Μπουνιουέλ εκμεταλλεύεται το ποτό, δεν του παραδίνεται· το χρησιμοποίει σαν διεγερτικό της φαντασίας, σαν πανούργο εμψυχωτικό, αλλά στις καίριες στιγμές του αφαιρεί κάθε δικαίωμα.

Πίνει κανείς για τις χαμένες μάχες, που προικίζουν με άφθονο υλικό την ζωή. Μια ερωτική συντριβή είναι η πιο δοκιμασμένη αφορμή για να αρχίσει κανείς την γνωριμία του με το αλκοόλ. Το ποτό ευδοκιμεί σε ψυχές που έχουν το στίγμα του φυγά και του καμένου. Και, παρά τα φαινόμενα, δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς αυτό το στίγμα. Αναμφίβολα μπορεί κανείς να ζήσει ραγισμένος μακριά από την μέθη. Σε περίπτωση όμως που το ποτό μπει στην ζωή του, είναι σίγουρο ότι θα του δείξει το δρόμο. Τότε ανακαλύπτει κανείς την αυτοκατάλυση σαν ευγενή δυνατότητα. Όχι σαν απόφαση αυτοχειρίας, αλλά ως εκ βαθέων μετοχή σε μια μαύρη τελετή. Μια ισχυρή δόση νοσηρότητας δίνει πειστικότερο νόημα στα πράγματα και τα καθιστά αληθοφανέστερα – κάτι γνωρίζουν οι σαμάνοι. Ο μεθυσμένος αισθάνεται κάτοχος και ενσαρκωτής της αλήθειας.

Από τον Όμηρο, τον Διόνυσο, τον Σωκράτη και τους Δειπνοσοφιστές ως τον Ραμπελέ, τον Φάλσταφ, τον Τόμας ντε Κουίνσι και τους προαναφερθέντες, ο συγγραφέας ποτίζει το γραπτό του με πνευματώδη και οινοπνευματώδη θερμότητα γράφοντας ένα κλασικό πια βιβλίο.

Εκδ. Καστανιώτη, [1η έκδ.: 1990,] 13η έκδ.: 2014, σελ. 174.

Στις εικόνες: Peter Finch [Under the Volcano], Malcolm Lowry, Jack Kerouak, William Burroughs [Graziano Origa], Charles Baudelaire [Bernard Buffet], Aldous Huxley, Henri Michaux, Michel Fingesten [The Drinkers],

Δημοσίευση και σε mic.gr/βιβλιοπανδοχείο αρ. 237, εδώ.

 

23
Μάι.
20

Freddy Decreus – Η τελετουργία στο θέατρο του Θεόδωρου Τερζόπουλου

«Η έκκληση για έναν νέο τύπο ανθρωπισμού ξεκινάει από το απελευθερωμένο σώμα»

O συγγραφέας μας ανοίγεται εξαρχής: τα αινιγματικά και πρωτόγνωρα πρόσωπα που είδε στο Θέατρο Άττις του Θεόδωρου Τερζόπουλου θα στοιχειώνουν πάντα την μνήμη του: δαιμονικές μορφές που ψελλίζουν λόγια ακατανόητα στο ημίφως, λευκά προσωπεία από άλλον κόσμο ή ένα τοπίο ξεχασμένης από παλιά ανάμνησης· περίεργες μορφές που εκφράζουν το τραγικό βάρος της ζωής αλλά και την μέγιστη ελαφρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, κατάδυση σε άγνωστες αβύσσους του ψυχισμού μας. Αν είμαστε τυχεροί να δούμε έστω και λίγο, τον Χρόνο να παγώνει και τον Χώρο να παύει να έχει σημασία, τότε ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να αντικρίσουμε τον εαυτό μας και τον Άλλο από διαφορετική σκοπιά. Εκεί ακριβώς, σ’ αυτή την απόσταση που χωρίζει τα πράγματα από τις λέξεις και τον άνθρωπο από την πραγματικότητα που κατοικεί, τοποθετείται ο ηθοποιός.

Τα μυστηριώδη πρόσωπα που εμφανίζονται στο Θέατρο Άττις είναι διονυσιακά είδωλα που μας καλούν, ηθοποιούς και κοινό, να μη λησμονούμε μια σειρά από υπαρξιακά ερωτήματα που μας αφορούν. Με ορθάνοιχτα μάτια μας προκαλούν, αφήνοντας να εννοηθεί πως η ζωή δεν είναι μόνο ύλη, υποδηλώνοντας την ύπαρξη μιας υπερβατικής πραγματικότητας, έστω προσεγγίσιμης μόνος μέσω της τέχνης. Υπ’ αυτό το πρίσμα της τελετουργικότητας, ο σκηνοθέτης βλέπει το μάτι του Διονύσου (2015) ως εκείνη τη ζωτική αρχή που τρέφει την πίστη μας ότι υπάρχει κάτι άλλο πέρα από τα καθιερωμένα.

Το υλικό του ανεξάντλητο: οι αρχαίοι μύθοι και το πλούσιο σώμα κλασικών έργων, το κλίμα αποξένωσης του Μπρεχτ, η μεταπολεμική παράδοση του Χάινερ Μύλλερ, η ριζική αμφιβολία του Μπέκετ, οι σεξουαλικές εμμονές του Λακλός, όλα τον οδήγησαν στην αίσθηση πως ο μύθος είχε έναν ρόλο να παίξει σε αυτή την κοινωνία του όψιμου καπιταλισμού και της τεχνολογία. Όπως η ανθρωπολογική φιλοσοφία του Μπλούμενμπεργκ υποστήριζε ότι ο μύθος είναι πάντα μια αντίδραση μπροστά σε έναν ακατανόητο και τρομακτικό Άλλο, έτσι και ο Τερζόπουλος αναγνωρίζει στον μύθο την εξουσία να συμπληρώνει τα επικίνδυνα υπαρξιακά κενά. Και μιλώντας για μύθους, είναι οι ίδιοι μύθοι που για λόγους ιδεολογικούς, θρησκευτικούς ή ορθολογικούς, ερμηνεύτηκαν με έναν δογματικό τρόπο, εκτοπίζοντας τον Διόνυσο και δίνοντας αξία μόνο στο απολλώνιο στοιχείο, ξεχνώντας τις παλιές «μητριαρχικές» δυνάμεις (Γαία, Μέδουσα, Κυβέλη, Έχιδνα) και καλλιεργώντας την λατρεία της αντι-ερωτικής Αθηνάς.

«Γιατί τα πάντα πρέπει να εξηγούνται και να ορίζονται εγκεφαλικά, διανοητικά, εννοιολογικά» ρωτάει, «και όχι με συναισθήματα, αφού κάλλιστα θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε μια κατάσταση μέσω των συναισθημάτων. Πού πήγε η μαγεία; Γιατί πρέπει να τα καταλαβαίνουμε όλα; Πού ακριβώς εδρεύει η ενέργεια; Και τι γίνεται με τα πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε, επειδή δεν χρειάζεται να καταλάβουμε;» Και προσθέτει: «Σίγουρα, όσα δεν είναι άμεσα αντιληπτά από τη σκέψη, αυτά συνιστούν και καθορίζουν τη μεγάλη τέχνη». [σ. 69]

Ο Μύλλερ τον έπεισε ότι τα ίδια τα κείμενα είναι φορτισμένα με ενέργεια και ότι διατρέχονται από ενεργειακούς ρυθμούς και ροές. Ο ίδιος ο Τερζόπουλος πείστηκε οριστικά πως η σιωπή είναι το ίδιο σημαντική με το αντίθετό της – τη γλώσσα. Αν όχι πιο σημαντική. Με αφορμή το έργο του Τζενίν, ένα «δρώμενα σε επτά στάδια σιωπής», όπου συμμετείχε μια ομάδα Κούρδων μεταναστών, κατοίκων της περιοχής του θεάτρου, στο Μεταξουργείο, ο σκηνοθέτης θυμάται την συνεργασία με τους είκοσι αυτούς ανθρώπους από το Βόρειο Ιράκ, που είχαν ζήσει ανείπωτα τραυματικές εμπειρίες και, σε αντίθεση με την επιθυμία του να διηγηθούν τις ιστορίες τους και να μοιραστούν τα βιώματά τους, το γεγονός ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με μια βαθιά σιωπή, η οποία προκάλεσε και την δική του σιωπή. «Οφείλουμε να αποβάλουμε τον ηγεμονικό βερμπαλισμό και απλώς να αρχίσουμε να ακούμε».

Από την σωματική τελετουργική βία των πρώτων του παραστάσεων, η βία σε πολλές από τις επόμενες δουλειές του Τερζόπουλου έγινε κυρίως υπαρξιακή, ένα αναπόδραστο στίγμα της ανθρώπινης φύσης που το αντιμετωπίζει με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο η αρχαία τραγωδία. Ο Διόνυσος εγκατέλειψε σταδιακά ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των αρχαίων μυθολογικών του ιδιοτήτων και έγινε ο πρόμαχος ενός νέου ψυχοφυσικού ανθρώπου. Όπως έλεγε ο ίδιος, η βία δεν είναι ανθρώπινη ασθένεια, προκύπτει από τη σύγκρουση με τον Θεό, είναι, με άλλα λόγια, η σύγκρουση του ανθρώπου με την άλλη του φύση. Είναι μια απόπειρα υπέρβασης των ορίων. Αν δεν δοθεί η ευκαιρία στη συσσωρευμένη οργή να εκραγεί, τότε δημιουργούνται συμπλέγματα. Την τραγωδία την απασχολεί η βία του Διονύσου, του Άττη, η βία που φέρνει την αναγέννηση. Ο στόχος της τραγωδίας είναι αυτή η ηρεμία μετά την έκρηξη βίας. Και αυτό επειδή η τραγωδία έχει κατανοήσει ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, ένα είδος πένθους ή μελαγχολικής θλίψης. Όταν ο άνθρωπος φτάνει σε αυτό το σημείο, αρχίζει να αποδέχεται το ρόλο του και λέει «Ναι, είμαι άνθρωπος. Είμαι διχασμένος. Βρίσκομαι σε σύγκρουση. Αυτό σημαίνει ότι είμαι άνθρωπος και όχι Θεός».

Από τους χαρακτήρες που απέδωσε σκηνοθετικά ο Τερζόπουλος στα τριάντα χρόνια της έως τώρα σταδιοδρομίας του, πολλοί ήταν αυτοί που κατέφυγαν, έστω έμμεσα ή μεταφορικά, σε έναν δικό τους Κάτω Κόσμο, ανίκανοι να επανορθώσουν τους δεσμούς τους με τον επικίνδυνο και αφιλόξενο Απάνω Κόσμο. Και όλοι τους απηχούν τις περιπέτειες με τις οποίες όλοι μας ερχόμαστε αντιμέτωποι προκειμένου να εννοήσουμε καλύτερα την ζωή μας και να τελειοποιηθούμε· μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας σ’ έναν κόσμο ο οποίος φαινομενικά στερείται νοήματος και είναι γεμάτος βία.

Η φιλοσοφία του Τερζόπουλου βασίζεται σε μια εξαιρετικά ευρεία αντίληψη του ανθρώπινου σώματος· ενός σώματος ανοιχτού, δυναμικού, με πλήρως ανεπτυγμένες τις δυνατότητές του, εκστατικού, που υπερβαίνει χώρο και χρόνο και γι’ αυτό είναι αποκαλυπτικό μιας δημιουργικής θεραπευτικής οδού. Η Μέθοδος του Τερζόπουλου ξεπερνά τον δυϊσμό σώματος – πνεύματος και επεκτείνει το τετραπλό μοντέλο συνειδηότητας, τα τέσσερα επίπεδα συναισθηματικής, φυσικής, διανοητικής και πνευματικής συνειδητότητας). Για τον Τερζόπουλο «δεν υπάρχει σώμα ελληνικό, γερμανικό ή ιαπωνικό. Το σώμα είναι παγκόσμιο, είναι ένα πολύριζο δέντρο». Το σώμα είναι ενιαίο και πολλαπλό, ατομικό και συλλογικό, θριαμβευτικό και ηττημένο, ζωντανό αλλά και πάντα παρόν στον προθάλαμο του θανάτου, ο όμηρος ενός παγιωμένου παρελθόντος και ενεός αβέβαιου μέλλοντος.

Έχοντας ερευνήσει παραδοσιακές τελετές στην Κολομβία και την περιοχή του Αμαζονίου, και αφού είδε τους σαμάνους να εκτελούν τα καθήκοντά τους, ο δυτικός αυτός σκηνοθέτης πέτυχε εντυπωσιακά αποτελέσματα ανεβάζοντας τον Διόνυσο [1998] με εντυπωσιακά αποτελέσματα με εννέα Κολομβιανούς ηθοποιούς ιθαγενούς καταγωγής, βασίζοντας την παράσταση στον μύθο μιας αντίστοιχης προκολομβιανής θεότητας. Έχουν γραφτεί πολλά για τον αντίκτυπο της ανθρωπολογίας στο μοντερνικό θέατρο των Μπρουκ, Μπάρμπα και Γκροτόφσκι, κανείς τους όμως δεν μελέτησε το σώμα στον βαθμό που το έκανε εκείνος, υποστηρίζει ο Decreus. Και ακριβώς αυτό το ενδιαφέρον για την οντολογική θέση του σώματος μεταλλάχτηκε στην ιδέα ότι το σώμα, αφ’ ης στιγμής ελευθερωθεί, θα πρέπει να γίνει ένα εργαλείο, το οποίο προάγει την συμπόνια και την αλληλεγγύη. Όπως έλεγε ο ίδιος ο σκηνοθέτης:

…Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το σώμα πρέπει να βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση. Πρέπει να συναντάει άλλες ενέργειες, επειδή η ενέργεια φθίνει αν μείνει αδρανής. Σε μια τέτοια κατάσταση, το σώμα γίνεται ένα σώμα διαπολιτισμικό, που μπορεί να υφίσταται μόνο εντός του διαλόγου. […] Το σώμα από μόνο του αποφασίζει υπέρ της διαπολιτισμικότητας. […] Το σώμα πρέπει να κινείται για να βρει ανταπόκριση. […] Όταν το σώμα είναι ελεύθερο αναζητά συνομιλητή, κάποιον για να ανοίξει διάλογο. Δεν υπάρχει αρμονία όταν κανείς ζει μόνος του. Πρέπει να υπάρξει πραγματική συνάντηση με τον Άλλο, το διαφορετικό. αυτός είναι ο δρόμος του ελεύθερου σώματος που μας οδηγεί πέρα από τα όριά μας. Αν το σώμα υπερβεί τα στενά πλαίσια των ορίων του, γεννιέται η ανάγκη να περιοριστούν και τα όρια της τοπικότητας. Αυτό μας λέει το ταξίδι του Διονύσου. [σ. 340]

Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει με γοητευτικότατο τρόπο τις δοκιμιακές του εγγραφές, διαπερνώντας κάθε φιλοσοφικό ή διανοητικό ρεύμα που θεωρεί πως επηρέασε με οιονδήποτε τρόπο τον σκηνοθέτη, από την σημειωτική και τον δομισμό μέχρι το κατά Rudolf Otto Ιερό, αλλά τις ιδέες των Paul Ricoeur, Rene Girard, George Bataille, Jacques Derrida, Julia Kristeva, Jacques Lacan, Gilles Deleuze, Judith Butler και δεκάδων άλλων που ως μια μεγάλη πνευματική κιβωτός υπήρξε πολύτιμο υλικό θέσης και αντίθεσης και αντλώντας παραδείγματα από το έργο και τις παραστάσεις του Τερζόπουλου· ένα έργο όπου, ανάμεσα σε τόσα άλλα, ξεχειλίζει η έκκληση για έναν νέο τύπο ανθρωπισμού που ξεκινάει από το απελευθερωμένο σώμα, ως βαθιά ριζωμένη ανάγκη, ως μια έντονη επιθυμία για πληρότητα και (επαν)ένωση, ως μια έκκληση για έναν ουσιαστικό διάλογο.

Εκδ. Άγρα, 2016, μτφ. από τα Αγγλικά Γιάννης Σιδέρης, σ. 368. Περιλαμβάνονται 18σέλιδη βιβλιογραφία και ένθετο γυαλιστερό 24σέλιδο με ασπρόμαυρες και έγχρωμες φωτογραφίες.

Στις εικόνες, φωτογραφίες από τις παραστάσεις: Βάκχες (National Theatre of Taipei, φωτ. Johanna Weber), Alarme, Μάνα Κουράγιο (Alexandrinsky Theatre, Αγία Πετρούπολη), Τρωάδες (φωτ. Ανδρέας Σιμόπουλος), Βάκχες (The Stanislavky Electrotheatre, Μόσχα, φωτ. Johanna Weber) και το βιβλίο του σκηνοθέτη από τις εκδόσεις του Θεάτρου Άττις.

21
Μάι.
20

Διονύσης Καψάλης – Η ευτυχής φιλολογία

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια ομιλία ενός πνευματικού ανθρώπου σε τελετή αναγόρευσης, βράβευσης κ.λπ. βρίθει πλούσιων νοημάτων και συλλογισμών. Είναι όμως σπάνια η περίπτωση κείμενα σαν κι αυτό να διαβάζονται και να ξαναδιαβάζονται με την ίδια επιθυμία, υποδείγματα ενός περιεχομένου που πραγματικά έχουμε ανάγκη. Πρόκειται για την αντιφώνηση και ομιλία στην τελετή της αναγόρευσης του Διονύση Καψάλη σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στις 24 Μαρτίου 2015. Εδώ μπορούμε να βρεθούμε για λίγο στην μεγάλη και ευγενή δημοκρατία των γραμμάτων, την respublica literarum, που είναι ο κόσμος της ευρωπαϊκής λογιοσύνης από τον οποίον καταγόμαστε όλοι: ένας υστερολατινόφωνος κόσμος που μορφοποιείται στα χρόνια της ιταλικής Αναγέννησης, ακμάζει τον 16ο και 17ο αιώνα, διαχέεται σε όλον τον 18ο αιώνα και συμβάλλεται με τον Διαφωτισμό.

Αν κοιτάξουμε μέσα στις ανθρωπιστικές επιστήμες, γράφει ο τιμώμενος, θα διαπιστώσουμε πόσα κοινά χαρακτηριστικά μοιραζόμαστε με τους μακρινούς γεννήτορες των επιστημών μας: κοινές αγωνίες, αξίες, επιθυμίες, ακόμα και συνήθειες· μια εντυπωσιακή, σχεδόν αδιάκοπη ιδεών και συναισθημάτων, που γρήγορα μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας σε αλληλεγγύη, εκείνη την απέραντη αλληλεγγύη νεκρών και ζωντανών που είναι, κατά τον Σεφέρη, η τέχνη. Η συνέχεια αυτή των ανθρωπιστικών μαθήσεων είναι η συνέχεια του ίδιου του βλέμματος που μας επιτρέπει να δούμε και να διακρίνουμε τις άλλες συνέχειες. Αυτός ο καταρρακωμένος ανθρωπισμός, μαζί με το ώριμο τέκνο του τον Διαφωτισμό, όσους αντιανθρωπισμούς και αντιδιαφωτισμούς κι αν εκσφενδονίσουμε εναντίον τους, παραμένουν για μας ένα είδος ασφαλιστικού συμβολαίου που υπογράφτηκε για λογαριασμό μας. Αυτός είναι το νήμα ζωτικής μας συνέχειας και της προσδοκώμενης εξόδου.

Για να ξεδιπλώσει τον συλλογισμό του ο Καψάλης εστιάζει σε τρεις ιστορίες που εικονογραφούν περίφημα την εμμονή μας στην αγάπη και την μελέτη των κειμένων. Στην πρώτη ιστορία γνωρίζουμε τον Ισαάκ Καζωμπόν, γεννημένο στα μέσα του 16ου αιώνα, ο οποίος κρατούσε καθημερινά ημερολόγιο επί δεκαεπτά συναπτά έτη, όπου κατέγραφε τα διαβάσματά του, καταχώριζε τα βιβλία ή τα κείμενα που μελετούσε ή μπορεί απλά να αντέγραφε ένα χωρίο, το οποίο και σχολίαζε, χωρίς να παραλείπει να γράφει και οιαδήποτε άλλη πληροφορία για την καθημερινότητά του. Μέσα από τις Εφημερίδες του, όπως ονομάστηκαν τα ημερολόγια, αναδύεται η μορφή ενός λογίου για τον οποίο τα γράμματα και η λογιοσύνη είναι τρόπος ζωής. Και πώς μπορούμε ν’ αγνοήσουμε το γεγονός ότι την ίδια στιγμή ένας μελαγχολικός πρίγκιπας, λόγιος κι αυτός, επινοεί τον εσωτερικό άνθρωπο που θα κατοικήσει έκτοτε την λογοτεχνία μας, τον Άμλετ… Ο μεγάλος έρωτας του Καζωμπόν και η μεγαλύτερή του απόλαυση είναι η μελέτη, το διάβασμα. Οι ώρες που αφιερώνει τις υπόλοιπες ασχολίες του θεωρούνται σπατάλη. Όταν κατορθώνει μια ολόκληρη μέρα απερίσπαστης μελέτης, ο ενθουσιασμός του είναι έκδηλος: «Σήμερα πραγματικά έζησα». «Ή ήσυχη φιλία, η ανάγνωση (όπως την ονόμαζε ο Προυστ, είναι πάντα κείνη στην οποία αγωνιά να επιστρέψει. «Χωρίς γυναίκα και παιδιά η ζωή θα ήταν αβίωτη, χωρίς βιβλία είναι ισοθάνατος».

Ο δεύτερος αναγνώστης του απολαυστικού τρίπτυχου είναι ο Αδαμάντιος Κοραής, η παιδιόθεν πνευματική του ανάγκη για γνώση και μόρφωση και ο ενθουσιασμός του όταν, όπως συνέβη και με τον Καζωμπόν, είχε την δυνατότητα χρήσης μιας σπάνιας βιβλιοθήκης, ενώ ο τρίτος ένθερμος αναγνώστης, ο Στρατής Δούκας, συγγραφέας ή ιδιοφυής καταγραφέας της πιο ευγενικής και ανεξίθρησκης ιστορίας από τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής, που όταν εντόπισε έναν Γερμανό στρατιώτη να έχει θρονιαστεί στο σβέρκο του αγάλματος του Αδαμαντίου Κοραή στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου αντιλήφθηκε ότι η εικόνα έπρεπε να διασωθεί ως τεκμήριο που καταρρίπτει την ναζιστική προπαγάνδα περί σεβασμού και λατρείας των κατακτητών προς τον ελληνικό πολιτισμό. Η στιγμή που ο Δούκας ζητούσε από τον πλανόδιο φωτογράφο να στήσει την καρέκλα του κάτω από το άγαλμα και να απαθανατίσει όλη την εικόνα γεννούσε το ιστορικό τεκμήριο.

Λόγιοι λοιπόν… Κι εδώ υπεισέρχεται η γνωστή προκατάληψη που παριστάνει τους λόγιους και τους φιλολόγους σαν αναιμικά και φιλάσθενα πλάσματα με υποτονικές , αν όχι νεκρωμένες τις γενετήσιες λειτουργίες και τις αφροδισιακές τους ορέξεις. Πάνω σε αυτό το στερεότυπο ο Καψάλης θα ασκήσει το διεισδυτικό του χιούμορ, παρουσιάζοντας την διόλου ευκαταφρόνητη ερωτική ζωή και τουλάχιστο των δυο. Αλλά ο πυρήνας της συζήτησης βρίσκεται αλλού: πέρα από το γεγονός ότι οι τρεις ιστορίες προέρχονται ακριβώς από την μεγάλη πολιτεία των γραμμάτων, ο Καψάλης υποδεικνύει προφανείς και μη ομοιότητες των λογίων, που άλλοτε είναι οι παράλληλοι βίοι ανθρώπων για τους οποίους τα γράμματα δεν ξεχωρίζουν από τον βίο, μόνο είναι τρόπος ζωής, νοοτροπία και βιοτροπία μαζί, με το πάθος της παιδείας να είναι αξεχώριστο από την αναγνωστική ευδαιμονία και άλλοτε η δημόσια αρετή.

Δεν πιστεύω λοιπόν να έχει υπάρξει αναγνώστης, με την πιο απαιτητική αποδοχή της λέξης, για τον οποίο το διάβασμα δεν ήταν άσκηση ελευθερίας. Ελευθερία με διπλή σημασία: ελευθερία από τις βιοτικές μέριμνες, τις ευθύνες, τον άχαρο αγώνα της επιβίωσης· μια ιδιωτική τελετή μετάβασης από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας. […] Αλλά και ελευθερία με την ευρύτερη έννοια: εκείνη που συνδέει την ατομική ελευθερία των δικαιωμάτων με τη δημόσια αρετή και αναδεικνύει την ουσιώδη συνάφεια της δημοκρατίας των γραμμάτων και των θεσμών που την υλοποιούν με τη δημοκρατική πολιτεία και τους θεσμούς της. [σ. 32-33]

Αν η λογοτεχνία, γράφει, είναι ο κατεξοχήν «τόπος στον οποίο όλοι μπορούμε να συναντηθούμε, τότε είναι σημαντικότερο από ποτέ να κατορθώσουμε ένα καινούριο σέβας απέναντι στην διαφορά και την ετερότητα, άλλο τόσο απαραίτητο είναι να περιθάλψουμε αυτούς τους κοινούς τόπους των συναντήσεών μας, ώστε να αποκαταστήσουμε, σε βαθύτερο επίπεδο κατανόησης, την ερμηνευτική ομοιογένεια και τη συνέχεια του ανθρωπίνου γένους. Αρκεί άραγε η ανανεωμένη μας εμπιστοσύνη στον ουμανισμό, αρκεί η φροντίδα των κοινών τόπων για να οδηγηθούμε στην αιθρία μιας καλύτερης κατανόησης του εαυτού μας και του άλλου;

Και ο γοητευτικός λόγος του Καψάλη κινείται με χιούμορ και αισιοδοξία από τον Λουκρήτιο στον Μονταίνιο και τον Σαίξπηρ ως τον Άουερμπαχ, που ανέσυρε από τον μεσαίωνα μια ιστορική πηγή πραγματοποιημένης παγκοσμιότητας, την νηφάλια εκκίνηση του ουμανισμού πριν την εθνικιστική παράνοια και την βαρβαρότητα του εικοστού αιώνα, και πρότεινε ακριβώς μια ισχυρή δόση ανοσοποιητικής παγκοσμιότητας, την οποία θα μπορούσε να χορηγήσει μια περιπλανώμενη, εξόριστη φιλολογία, που θα είχε επιτέλους συντονιστεί με το αντικείμενό της, την ανθρωπότητα. Κι όσοι είμαστε συμπολίτες στην μεγάλη ευγενική δημοκρατία των γραμμάτων, κρατάμε στα χέρια μας ένα λαμπερό κομμάτι ηθικής τύχης. Όποιες κι αν είναι οι ατυχίες του βίου του καθενός μας, οι μέρες οι ανάσβολες, οι αναπόφευκτες λύπες και οδύνες του, εμείς, ευεργετημένοι καθώς είμαστε από την τύχη να επαγγελλόμαστε τα γράμματα, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι περιστάσεις της ζωής μάς επέβαλαν να ζήσουμε «βίο ανεξέταστο». Τέτοιο άλλοθι αφελείας δεν υφίσταται για μας. [σ. 44]

Εκδ. Άγρα, 2015, σελ. 45.

Στις εικόνες έργα των Alasdair Gray, Sergius Pauser, Aaron Shikler, Andrea Kaspryk, Darren Thompson, Αγνώστου, Leon Zernitsky.

Για την έξοχη συλλογή δοκιμίων Η ταραχή των ανθρωπίνων του συγγραφέα βλ. παρουσίαση από τον Πανδοχείο εδώ.

19
Μάι.
20

Ηρακλής Παπαϊωάννου – Η χώρα του Marlboro και η χλιαρή άγρια Δύση

Η Marlboro δεν είναι η μόνη εταιρική φίρμα που έχει εκδηλώσει εμμονή στην φυσιολατρία. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί μια κολοσσιαία πολυεθνική εταιρεία όπως η Philip Morris, ενώ μπορεί να οικοδομήσει για το προϊόν της ένα σύγχρονο προφίλ μέσα από μια νεανική εκδοχή lifestyle εξακολουθεί μια γραμμή συντηρητική και φαινομενικά παθητική. Στο παρόν δοκίμιο ο συγγραφέας θα προσπαθήσει να απαντήσει στο ερώτημα ερμηνεύοντας ιστορικά, ιδεολογικά και αισθητικά την μακροβιότερη και πιο επιτυχημένη διαφημιστική εκστρατεία. Σε αυτό το δύσκολο στοίχημα εκκινεί με μια αναδρομή στην ιστορία του τοπίου, της Άγριας Δύσης, του ουέστερν, της ιστορίας της φωτογραφίας και της φωτογραφίας τοπίου, ώστε να δίνουν ευδιάκριτα, όπως γράφει, τα θεμέλια στα οποία οικοδομήθηκε η εκστρατεία.

Ενώ στην Ευρώπη ο αισθητικός διάλογος για το τοπίο είχε ξεκινήσει από την αναγέννηση, στον Νέο Κόσμο μόλις στο τέλος του 18ου αιώνα άρχισε να αναπτύσσεται μια διακριτή ιδεολογία στην αντίληψη του χώρου, η οποία, κατά τον Leo Marx, γνώρισε τρεις διαφορετικές εκδοχές: την ωφελιμιστική, που έβλεπε την φύση σαν λευκό χάρτη, ένα απόθεμα ανεκμετάλλευτων πόρων κι έναν αποικίσιμο αγριότοπο· την πριμιτιβιστική, που ταύτιζε την φύση με την ελευθερία και την πνευματική ζωή· και την βουκολική, που αντιμετώπισε τον Νέο Κόσμο ως ευκαιρία υλοποίησης του αρχαίου ονείρου για την επίτευξη αρμονίας ανάμεσα στην ανθρωπότητα με την φύση. Η Αμερική φάνταζε σαν Κήπος της Εδέμ και περιγραφόταν ως καταφύγιο από την αγχώδη ευρωπαϊκή ζωή αλλά και ως τόπος ατομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας καθώς και οικονομικής ευημερίας και πνευματικής ολοκλήρωσης. Τελικά, όμως, η αμερικανική ιδεολογία που κυριάρχησε από τον 19ο αιώνα ήταν η ωφελιμιστική εκδοχή: η μετατροπή της γης σε χρηστικό αγαθό, η ανέγγιχτη γη ως ένας λευκός κάναβος όπου μπορούν να εγγραφεί η πρόοδος. Το αχανές της χώρας και η «κενότητά» της (που διεκδικήθηκε με την αιματηρή εξόντωση των αυτοχθόνων) την έκαναν να μοιάζει με προφητεία που είχε φτάσει η ώρα να εκπληρωθεί.

Η φωτογραφία λειτούργησε ως βασικό μέσο εξοικείωσης των ανθρώπων με το τοπίο της άγνωστης ενδοχώρας και της Άγριας Δύσης. Οι καρποί των φωτογραφικών αποστολών μαρτυρούσαν τόπους μεγαλειώδεις, ορίζοντες εκτεταμένους, αισθήσεις αρχέγονης ηρεμίας και πνευματικότητας. Μια σειρά φωτογράφων κατοχύρωσε το αμερικανικό τοπίο ως ανυπέρβλητο φυσικό μνημείο ενός νεοϊδρυθέντος πολιτισμού, που δεν είχε να παρουσιάσει μνημεία αντίστοιχα με τα ευρωπαϊκά. Το υψηλό αναζητούνταν πλέον οπουδήποτε η φύση παρέμενε άγρια και ανέγγιχτη. Ο John Muir και ο Henry David Thoreau κήρυτταν ότι «διατήρηση του κόσμου βρίσκεται στην άγρια ερημία» (wilderness). Όμως οι φωτογράφοι των αποστολών συνέπρατταν ασυνείδητα στην διαμόρφωση μιας οξύμωρης συνθήκης: καταγράφοντας την μεγαλοπρέπεια της φύσης σε έντεχνα ντοκουμέντα, τα προσέφεραν την ίδια στιγμή ως δόλωμα στους μελλοντικούς αποίκους. Το έργο τους «διαφήμιζε» το τοπίο. Με την βοήθεια της φωτογραφίας και του τοπίου η Αμερική κατασκεύασε για τον εαυτό της το παρελθόν που φαινόταν να έχει ανάγκη, αυτό της αχανούς, παρθενικής, έρημης χώρας της αφθονίας.

Ο έλεγχος και η εκμετάλλευση αυτής της φύσης ήταν η μεγάλη πρόκληση του νέου Αμερικανού πολίτη, του φρέσκου μετανάστη. Η κατάκτηση της Δύσης υπήρξε ιστορικό σταυροδρόμι για την ιδεολογική φυσιογνωμία της Αμερικής, καθώς ταυτίστηκε με το αμερικανικό μεγαλείο και την θεϊκή του αποστολή. Τα πρώτα κείμενα που γράφτηκα για την Δύση, εκτός από τις ταξιδιωτικές ιστορίες, ήταν «αφηγήματα αιχμαλωσίας», βασισμένα σε πραγματικές ιστορίες αιχμαλωσίας λευκών από Ινδιάνους. Σταδιακά η Δύση άρχισε να μοιάζει με εκρηκτικό μείγμα πραγματικών και φανταστικών κινδύνων που έδωσαν πλούσια τροφή σε μυθιστορήματα και βιογραφίες ιστορικών προσώπων όπως ο Buffalo Bill, ήρωας πολλών μυθιστορημάτων, ανιχνευτής του στρατού και καβαλάρης του ταχυδρομικού Pony Express.

Η εικόνα του μοναχικού, ανθεκτικού ιππέα που με μόνη συντροφιά του άλογό του διέσχιζε τα γεμάτα κινδύνους μονοπάτια της Δύσης έγινε διακριτό στοιχείο της μυθολογίας της και βρήκε την ιδανική της έκφραση στο ουέστερν. Μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ο κάουμπόυ ήταν ο ατρόμητος ιππότης που κινούνταν στην κόψη μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας και φυσικού και κοινωνικού νόμου, ενώ βρισκόταν αντιμέτωπος με μια φύση συχνά εχθρική. Οι Ινδιάνοι εμφανίζονταν  ως άγριοι και αιμοδιψείς. Ο πολιτισμός και η γενοκτονία  τους απαλειφόταν σε μια εξόφθαλμη αντιστροφή της Ιστορίας που διευκόλυνε την επινόηση του ιδανικού «κακού» για την πλοκή του έργου, ενισχύοντας την φανταστική συνοχή της αμερικανικής κοινωνίας που είχε προκύψει από τεχνητή συγκόλληση ετερόκλιτων ομάδων μεταναστών. [σ. 48]

Ο φωτογράφος Ansel Adams έφερε το τοπίο της Δύσης στο σπίτι του μέσου Αμερικανού μέσα από μια μικρή βιομηχανία λευκωμάτων, εκδόσεων, ημερολογίων και αφισών, ενώ ο Edward Weston ξεκίνησε μια σημαντική τάση στην αμερικανική φωτογραφία τοπίου, τον αφαιρετικό φορμαλισμό, όπου η φόρμα επιβάλλεται στην εικόνα ως δυναμικός συνδυασμός γραμμών, τόνων, επιφανειών, ξεφεύγοντας από τα κλαστικά πρότυπα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Philip Hyde, βασικός φωτογράφος του Sierra Club, φωτογράφιζε με απώτερο στόχο την αφύπνιση του κοινού στην προστασία της φύσης και οι φωτογραφίες του χρησιμοποιούνταν ως ζωτικά εργαλεία σε νομικές μάχες με στόχο την προστασία περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλος, καθώς και σημαντικών οικοσυστημάτων.

Σε μια άλλη εξέλιξη, η αφαιρετικότητα και ο φορμαλισμός παραχώρησαν την θέση τους στην περιγραφή της τεχνολογίας και της κατανάλωσης στα σωθικά της φύσης: διαφημίσεις, αυτοκινητόδρομοι, συρματοπλέγματα, σκουπιδότοποι κλπ.· αυτή η τάση δημιούργησε μια διαλεκτική λιγότερο ιδεαλιστική και περισσότερο ρεαλιστική στην αντιμετώπιση του τοπίου. Στην δεκαετία του ’70 η νεότερη γενιά φωτογράφων εδραίωσε αυτή την τάση φωτογραφίζοντας ένα τοπίο απομυθοποιημένο και κοινότοπο, γεμάτο συγκροτήματα κατοικιών και πεδία στρατιωτικών βολών, ενώ την επόμενη δεκαετία διακρίνονται στο βάθος τα πυρηνικά εργοστάσια. Το περιβάλλον πλέον δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως φυσικό, καθώς οι ανθρώπινες επεμβάσεις ανιχνεύονται παντού.

Από το διάστημα του μεσοπολέμου όμως η Άγρια Δύση, που εξημερωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς, είχε αρχίσει να αντικαθίσταται από τον εικονογραφικό της μύθο. Η εικόνα του τοπίου της έγινε το σήμα κατατεθέν του Νέου Κόσμου και πάνω σ’ αυτόν τον μύθο και στο ιδεολογικό και αισθητικό του πλαίσιο οικοδομήθηκε η εκστρατεία του Marlboro. Η αρχική της μορφή επηρεάστηκε από μια ιστορία δημοσιευμένη στο περιοδικό Life· ήταν η ιστορία ενός επιστάτη σε κάποιο ράντσο του Τέξας, που ηλιοκαμένος και αξύριστος φωτογραφιζόταν με βλέμμα που χάνεται στο βάθος. Η πρώτη διαφήμιση του τσιγάρου υπήρξε μια από τις πιο θεματικές στροφές στην διαφημιστική πορεία ενός προϊόντος: από την σικ θηλυκότητα στην τραχιά αρρενωπότητα. Και το πιο αρρενωπό σύμβολο της συντηρητικής μεταπολεμικής Αμερικής ήταν ο καουμπόυ, ο οποίος μάλιστα προτού αρχίσει να πλανιέται στα μονοπάτια της Άγριας Δύσης πόζαρε στη μέση μιας λεωφόρου, σε ένα άδειο στάδιο μπέιζμπολ, περπατούσε σ έρημους δρόμους ή άναβε τσιγάρο σε μια ταράτσα πάνω από το νυχτερινό Μανχάταν.

Σύντομα συντελείται η έξοδος από τον αστικό χώρο και τοποθετείται οριστικά στη μυθική χώρα του Marlboro. Έτσι σηματοδοτείται και η μετάβαση από την κυριαρχία της μορφής στην σκηνογραφία του ανοιχτού χώρου. Ο παναμερικανικός ήρωας είναι πάντα άντρας, όχι πολύ νέος ούτε πολύ μεγάλος και μοιάζει σμιλεμένος από τις δοκιμασίες. Η μυθολογία της αμερικανικής Δύσης οριοθετείται ως αντρική υπόθεση, επιφυλάσσοντας προνομιακή θέση στον πιονέρο, αγρότη, πολεμιστή των Ινδιάνων, φύλακα των συνόρων, δαμαστή της φύσης, ενώ διαθέτει αγγλοσαξονικά χαρακτηριστικά αλλά και εκπληρώνει το αρχικό αταξικό όραμα της αμερικανικής κοινωνίας. Δεν οπλοφορεί αφού πλέον δεν απειλείται από κανέναν: οι Ινδιάνοι έχουν εξολοθρευτεί. Απερίσπαστος από οποιαδήποτε άγρια απειλή, κινείται προς τα εμπρός, σε μια συμβολική κίνησης φυγής από τον πολιτισμό στην φύση.

Και η Αρκαδία συναντά την Ουτοπία. Αν η πρώτη φάση της εκστρατείας προσηλώθηκε στην ελλειπτική περιγραφή της ζωής του καουμπόυ, με το τοπίο να αποτελεί απλώς το φόντο της, σε μια θεματική στροφή από την δεκαετία του ’70 περίπου και μετά, κυρίαρχο θέμα γίνεται πλέον το ίδιο το φυσικό τοπίο και ξαναβρίσκουμε έτσι το ιδανικό του ελεύθερου, ημιαδάμαστου φυσικού χώρου, του «ενδιάμεσου τοπίου» που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αμερικανικού ονείρου. Οι σχετικές φωτογραφίες συνθέτουν μια ουτοπική θεώρηση του αρκαδικού οράματος για μια ισορροπία ανάμεσα στην ερημιά και στον πολιτισμό. Από αυτή την πλευρά αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι τα μεγάλα εργοστάσια του Marlboro και τα επιτελεία της Philip Morris εδρεύουν στην Πολιτεία Βιρτζίνια, που ονομάστηκε έτσι για να υποδηλώσει μια γη που διατηρούσε ακόμα την παρθενική της αγνότητα…

Πώς συνέβη η πτώση του Marlboro Man; Ήδη από το 1967 ένα άρθρο στο Reader’s Digest συνέδεε ευθέως το τσιγάρο με τον καρκίνο του πνεύμονα. To 1971 απαγορεύτηκαν οι διαφημίσεις τσιγάρων στην αμερικανική τηλεόραση και το ραδιόφωνο κι έτσι ο καουμπόυ βυθίστηκε στην υπαινικτική σιωπή της φωτογραφίας.  Το 2006 οι περιοριστικές διατάξεις για την διαφήμιση των τσιγάρων στην Αμερική επεκτάθηκαν και στις αφίσες. Καθώς όμως οι περιορισμοί δεν ισχύουν σε πολλές από τις δεκάδες χώρες όπου κυκλοφορεί το προϊόν, ο Marlboro Man συνεχίζει απτόητος την ένδοξη καριέρα του σε νέα λιβάδια, όπου τον καλούν η γεωστρατηγική επιρροή της Αμερικής και το μάρκετινγκ της εταιρείας. Άλλωστε φέρει μαζί του ιδεολογίες τριών αιώνων…

Ο συγγραφέας φέρνει για άλλη μια φορά εις πέρας (έχουμε ήδη παρουσιάσει το βιβλίο του «Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου. Μεταξύ μύθου και ιδεολογίας» εδώ) την δύσκολη δοκιμασία συγγραφής ενός δοκιμίου που δεν περιορίζεται μόνο στην ενδελεχή ανάλυση ενός φωτογραφικού συνόλου αλλά επεκτείνεται ως τα βάθη των καταβολών του, παρουσιάζοντας το πλήρες ιστορικό, κοινωνικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο.

Εκδ. Άγρα, 2009, σ. 152 με γυαλιστερό φύλλο. Περιλαμβάνονται τετρασέλιδη βιβλιογραφία και 21 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τραβηγμένες στην πόλη ή στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, με δυο εξαιρέσεις.

Στις εικόνες: φωτογραφία του Timothy O’ Sullivan, Henry David Thoreau, John Muir, φωτογραφία του Ansel Adams [Taos pueblo, New Mexico], φωτογραφία του Sierra Club, Carleton Williams.

Δημοσίευση και στο mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο αρ. 235, εδώ.

12
Μάι.
20

Νικήτας Σινιόσογλου – Λεωφόρος ΝΑΤΟ. Δοκιμή περιπλάνησης

Η δίπλευρη περιπλάνηση

Γέμισαν τα βιβλία των τελευταίων χρόνων με πλάνητες και περιπλανητές, με υμνητές των πόλεων των δικών μας και των εξωτερικών, που ταυτόχρονα γίνονται και ερευνητές μυστικών σημείων και ανείδωτων ιδιοτήτων μιας πολεοδομίας ή μιας φύσης που μας διαφεύγει. Ελάχιστοι όμως επιλέγουν ως πυρήνα της περιπλάνησής τους ένα σημείο χωρίς αισθητική, χωρίς παράδοση, χωρίς καν κάτι το ελκυστικό. Εξαίρεση των εξαιρέσεων, ο συγγραφέας βγαίνει στην λεωφόρο που αποτελεί τον μεγαλύτερο οδικό άξονα της Δυτικής Αττικής, την ταχεία αρτηρία μεταξύ Ασπρόπυργου και Ελευσίνας. Εδώ δεν ισχύει το ερώτημα «τι έχει να δει κανείς;». Κάθε περιπλάνηση περικλείει εντός της και απελευθερώνει την ίδια στιγμή μια δεύτερη περιπλάνηση, ψυχική, εσωτερική, απόλυτα προσωπική. Κι έχει πραγματικά ενδιαφέρον να δει κανείς πώς μεταγράφεται αυτή η δίπλευρη οδοιπορεία.

Τι συναντά κανείς λοιπόν στην λεωφόρο ΝΑΤΟ; Πρώτα νέες «θέσεις» -αυτός είναι ο πολεοδομικός όρος– με παράξενα ονόματα και αμφίβολη διάρκεια, που οδηγούν στην την σκέψη ότι τελικά είναι δύσκολο να βρει κανείς τις εσχατιές της Αθήνας, καθώς η πόλη δεν περικλείεται πουθενά και τα όρια της πόλης κινούνται ολοένα παραέξω. Η Αθήνα ζει τη σύγχυση της εσχατιάς της, η οποία συμπίπτει με την τελεσίδικη αποχύρωσή της. Όμως… τι είναι μια πόλη χωρίς τείχη και πύλες, δίχως οχυρώσεις; Άλλοτε η πύλη συμπίεζε τον οδοιπόρο προτού τον ελευθερώσει σαν έλασμα και τον ρίξει με ορμή στην οδοιπλανία, ενώ τα τείχη όριζαν ένα πολιτικό σχήμα σαν εκμαγείο. Σήμερα οι μόνες πύλες βρίσκονται στα αεροδρόμια και στα διόδια, εκτός αν θεωρήσουμε τέτοιες και τα θυροτηλέφωνα ή τις οθόνες…

Εκκρεμείς εργοστασιακές μονάδες και μολυσμένα βοσκοτόπια· υπαίθριοι ή κλειστοί αποθηκευτικοί χώροι· μάντρες αυτοκινήτων και υπερφυών ανταλλακτικών· ημιτελείς κατασκευές και χαλάσματα κάθε είδους, προκατασκευασμένα σπίτια και περιφράξεις. Καφετέριες και καντίνες με μουσαμάδες, πλαστικά διαφημιστικά σταντ και συνθετικούς χλοοτάπητες στραβοκομμένους με κοπίδι. Παράδρομοι που εξαχνώνονται σε σημεία εκτός σχεδίου, αυτοσχέδια χαραγμένοι, χωρίς πεζοδρόμια, χωρίς τεχνική ονομασία, μέχρι κι ένα απόκρυφο βοσκοτόπι. Μιζεριασμένες ελιές, πυλώνες της ΔΕΗ, μάντρες και βιοτεχνίες, ακόμα και μια εκκλησία νάνος και δη ρωσικού ρυθμού, η πλέον «απρόβλεπτη» εικόνα. Σύγχρονα χαλάσματα που δεν κουβαλούν κανένα συμβολισμό, μόνο χάσκουν δύσμορφα. Αυτά τα ερείπια δεν θα γοητεύσουν κανέναν περιπατητή, όπως συνέβαινε με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της αρχαίας ομορφιάς.

Αυτός ο τόπος είναι άπλαστος, γράφει ο συγγραφέας, κι ο φλανέρ απάνω του ένα ξένο σώμα. Δεν μένει παρά ν’ αρχίσει να κάνει τις δικές του εγγραφές σε κάθε βήμα, ακόμα και να αποτολμά αυθαίρετες προεκτάσεις ή διαχρονικές παραβολές: Τα φορτηγά που περνούν με θόρυβο από την Λεωφόρο ΝΑΤΟ καταλήγουν σε τόπους όπου ξεστράτιζαν τα πιο ατίθασα μέλη της πομπής των Ελευσίνιων μυστηρίων, ενώ η άσφαλτος πάλι μοιάζει να έχει μια ιδιάζουσα πλαστικότητα που απελευθερώνει στοιχεία κρατημένα από τα πιο σιβυλλικά φορτία. Ή να επιστρέφει στην παρατηρητικότητα ενός μικρού παιδιού: ο ογκώδης κάδος μιας μπετονιέρας άτσαλα βαμμένος μπεζ με ζωηρές γαλάζιες λωρίδες του θυμίζει την παιδική του επιθυμία να γίνει οδηγός μπετονιέρας, περιοριζόμενος τότε αναγκαστικά στις μικρές πλαστικές απομιμήσεις (είμαστε λοιπόν τόσοι πολλοί;). Και βέβαια να συνταιριάζει τις περιφερειακές σκέψεις του με την ενήλικη πια ματιά: η συνειδητοποίηση πως η μπετονιέρα είναι συναρπαστική επειδή το σκυρόδεμα δεν αποθηκεύεται σαν τα άλλα δομικά υλικά, αλλά καθώς βρίσκεται διαρκώς σε ρευστή κατάσταση απαιτεί ακριβώς έναν τέτοιο άοκνο κύλινδρο.

Και άλλες εικόνες αποτελούν αφορμή για μια επιστροφή στο προσωπικό του παρελθόν. Ο άνθρωπος της Michelin, για παράδειγμα, του πρωτοεμφανίστηκε στο πίσω κάθισμα μιας ολόμαυρης Giulietta του 1973, σαν ένα αέρινο φάντασμα, τώρα δεν είναι ο αυθεντικός δηλαδή μια λαστιχένια κόπια από εκείνες που χορηγεί η πολυεθνική στα βουλκανιζατέρ αλλά κάποιος που του μοιάζει, ζωγραφισμένος και κομμένος με το χέρι, ίσα για να ξεγελά τους οδηγούς. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι ο Αντρέ Μισελέν συνέλαβε την ιδέα του λογότυπου της εταιρείας βλέποντας μια στοίβα με ελαστικά σε μια έκθεση το 1894, τότε «υπάρχουν, φαίνεται, τρόποι να ξαναζεί κανείς τις πιο φευγαλέες στιγμές, και ίσως ενδοξότερα από τις πρωτότυπες».

Σ’ ένα νεκροταφείο λυόμενων οικίσκων και τροχόσπιτων (ορισμένα με πινακίδες από χώρες που δεν υπάρχουν πια) ο συγγραφέας εύχεται να επιταχυνθεί η διάλυση της χαμερπούς ύλης τους. Ισχύει άραγε εδώ η σκέψη του Σπινόζα πως καθετί στον κόσμο επιδιώκει την παράταση της ύπαρξής του; Στα νεκροταφεία αυτοκινήτων και σκαφών η φθορά ακολουθεί πάντως τροχιά αντίθετη από κείνη που παρατηρείς σ’ εκείνα των ανθρώπων, όπου η ζωή συνεχίζεται χάρις στο νοιάξιμο των επισκεπτών και στη θύμηση που νοτίζουν καθημερινά το παν. Κάπου εδώ γύρω ο ήρωας Θριάσιος θα κάνει ξέπνοος το πέρασμά του σε κάποια θερινή πολιτιστική εκδήλωση από την μνήμη των ηθοποιών για μια βραδιά. Καμιά παράδοση δεν αναπνέει εδώ. Ολόγυμνη η Λεωφόρος από παρελθόν και ιστορία, αρνείται θα θησαυρίσει κάτι που ν’ αξίζει. Εδώ η γη δεν γεωργείται, ούτε αρδεύεται η μνήμη.Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτή την γη είναι το ανεπανόρθωτο πότισμα από λύματα δεκαετιών.

… χαμένος σ’ ένα κομμάτι αναπάντεχα στιβαρού πεζοδρομίου της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, εύρημα ανέλπιστο αλλά μάταιο· γιατί δυο βήματα πιο κάτω ρημαγμένες πλάκες λοξεύουν σαν μισοβγαλμένα λέπια, ανάκατες με χόρτα και σκατά σκύλων, χωρίς ποτέ να έχουν ρουφήξει αγάπη, μόχθο ή μια ανθρώπινη ματιά παρά μόνο κραδασμούς από πόδια και τροχούς που επείγονται να φύγουν από δω… [σ. 62]

Κι αν κανείς αναρωτιέται αν σε όλα αυτά υπάρχει πολιτική διάσταση, ας σκεφτεί ότι η διάνοιξη λεωφόρων θεωρήθηκε άψογο μέσο καταστολής των μαζών και αποτροπής των οδομαχιών. Άλλωστε τι είναι ένας αντάρτης χωρίς την κόγχη του; H περίπτωση του Παρισιού είναι ενδεικτική. Ο Walter Benjamin παρατήρησε ότι απώτερος σκοπός της τεχνητής ένωσης των μικρών πόλεων που είχαν αναπτυχθεί οργανικά μες στον χρόνο δεν ήταν μόνο η αποτροπή των οδομαχιών όσο η κατασκευή ενός νέου προλεταριάτου, απολύτως εξαρτημένου από το κράτος. Ιδού λοιπόν μια πολεοδομική ευγονική που όμως ενέπνεε και την ανησυχία για το ενδεχόμενο συσπείρωσης της ευερέθιστης μάζας των εργατών. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι αυλές ισοπεδώθηκαν προς όφελος του δημόσιου χώρου που προορίζεται για όλους και για κανέναν. Γιατί και από αισθητική άποψη οι λεωφόροι είναι ξερές ευθείες που ενώνουν απομακρυσμένες γειτονιές αμβλύνοντας την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους. Και τελικά φωτίζουν τις πόλεις ή τις στραγγίζουν από ψυχικές διακυμάνσεις και ζωή;

Όμως οι ιδεαλιστές της πολεοδομικής και της νομικής επιστήμης συμφωνούν πως η κοινόχρηστη οδός οφείλει να είναι κάτι παραπάνω από ένας τεχνητά διαμορφωμένος χώρος που συνδέει τοποθεσίες· μπορεί να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης, να ευνοεί την απροσδόκητη γειτνίαση με άλλους πολίτες και να συντηρεί την αίσθηση του ανήκειν και του συνανήκειν. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλλει η αντίθεση που πιθανώς οδηγεί σε κάποια ισορροπία: ο περιπατητής διατηρεί το δικαίωμά του να παραμείνει ανώνυμος και να κινείται ως ξένος μέσα σε οποιοδήποτε πλήθος. Καταγράφεται μάλιστα εδώ μια δικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όπου αναφέρεται «το δικαίωμα να είσαι αποσυνάγωγος» (the right to be an outsider)! Και προσπαθώ ο ίδιος να θυμηθώ μια σχετική αναφορά σε σκεπτικό απόφασης όταν ακόμα υπήρχε το ποινικό αδίκημα της αλητείας στο άρθρο 408 του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο είχα την αγαστή τύχη ως δικηγόρος τότε να παρακολουθήσω δυο σχετικές δίκες, προτού καταργηθεί, το 1994.

Εκεί που ταυτιζόμαστε άμεσα με τον συγγραφέα είναι η κατά την περιπλάνηση αναζήτηση μιας αφορμής ικανής να τονώσει την παρουσία του, κάτι να τον συνδέσει με τον τόπο ή τους ανθρώπους. Αλλά τίποτα, τα ερεθίσματα θα αντληθούν ξανά από μέσα του. Στην θέα των κοντέινερ «που αποκρύβουν ό,τι διασώζουν» συλλογίζεται: Πιεσμένος ανάμεσα στα κοντέινερ και στη μάντρα, βλέπω αλλιώς, επιτέλους, τα περασμένα λόγια των εραστών όλων. Στην ώρα τους είναι το πιο διάφανο πράγμα στον κόσμο· με τον καιρό αποδεικνύονται άξια μόνο για την ασφυξία. Κρημνίζονται μέσα μας κι ούτε η μνήμη δεν τα βρίσκει. [σ. 60]

Αυτός ο συνειρμικός συρμός αλλεπάλληλων σκέψεων που εκκινούν από εικόνες και δίνουν ζωή σε άλλες εικόνες, αποτελεί ένα ιδιαίτερο στοχαστικό ημερολόγιο περιπλάνησης όπου καταγράφονται τα πάντα: αποστροφές συγγραφέων (από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Edmont About μέχρι τον Oswald Spengler και τους στοχαστές της περιπλάνησης, όπως ο Georg Simmel), φιλοσοφημένες ή αυθόρμητες σκέψεις (για την όραση του ανθρώπου που ατρόφησε στις πόλεις ή την φύση της ηδονής και της ανηδονίας), εικονοπλαστικές παράγραφοι, προβληματισμοί για την αισθητική εμπειρία, απολύτως προσωπικές συνδέσεις. Δοκίμιο και δοκιμή σε 102 κομμάτια αυτόνομων στοχασμών, κειμενική φωτογράφηση ενός «ασύντακτου» δρόμου, περίπατος φιλοσοφίας σε θλιβερό τοπίο, ό,τι και να είναι αυτό το βιβλίο εκπλήσσει με το γεγονός ότι συνομιλεί με τόσους τρόπους με το τοπίο. Γιατί όσο κι αν «είναι ο πλάνης που μετατρέπει με την ματιά του την φύση σε τοπίο», απαιτείται μια τέτοια εμβάθυνση σε πλείστες ψυχικές, λογοτεχνικές και άλλες προεκτάσεις για να το κάνει τόσο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να συνεχίζεται για δεκάδες άλλες σελίδες και να κρύβει διαρκώς εκπλήξεις. Και θα ήταν πραγματικά συναρπαστικό να εκδοθεί κάποια στιγμή ένα μεγάλο συλλογικό εγχείρημα κειμενικών περιπλανήσεων σε όλους αυτούς τους αντιαισθητικούς αστικούς τόπους, που θα τους δούμε, πλέον, και με άλλη ματιά.

Εκδ. Κίχλη, 2020, σελ. 95 με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών και (εκτός σελιδαρίθμησης) τριάντα μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Στις εικόνες: φωτογραφίες του συγγραφέα από το βιβλίο.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο αρ. 234, με τίτλο The wanderer, ως ταιριαστό με το τραγούδι του Jackie Leven.

14
Απρ.
20

Θανάσης Λάμπρου – Κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό. Εισαγωγή στον Γκαίτε. Η τραγωδία του Φάουστ. Η αγαλλιαστική περιπλάνηση του Βίλχελμ Μάιστερ

Μπορούμε να φτάσουμε στην αληθινή και ουσιαστική γνώση; Ή μήπως αυτό που θεωρούμε γνώση δεν είναι παρά μια αυταπάτη που μας κάνει να πλανιόμαστε στην επιφάνεια των πραγμάτων; αναρωτιέται ο Φάουστ που δεν πιστεύει ούτε στην χριστιανική θρησκεία ούτε στην Ανάσταση του Χριστού αλλά σε μια ακαριαία μέθεξη στην θεϊκή μακαριότητα με το βίαιο μέσον της αυτοκτονίας. Χάρη σ’ ένα όραμα πριν την αυτοκτονία του διαπιστώνει πως η αγάπη αποτελεί την μεγαλύτερη δοκιμασία που αν την περάσει κανείς θα οδηγηθεί στην ίδια την ανάσταση. Η αγάπη είναι η δύναμη που όλα τα δημιουργεί, όλα τα συνέχει και τα συγκρατεί. Αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα τον έκανε να νιώσει ότι γύρισε πίσω στα χρόνια που ήταν παιδί, τότε που ακόμη ψηλαφούσε και μάντευε τον κόσμο. Αυτό που του έσωσε την ζωή δεν ήταν η πίστη αλλά η ανάμνηση. Η καταφυγή στα παιδικά χρόνια, στην παιδική ηλικία: η κρυφή και ανεξάντλητη πηγή από την οποία τρέφεται ολοένα και πιο πολύ η τέχνη του ποιητή όσο περνούν τα χρόνια.

Όμως πριν από την εμφάνιση του Φάουστ στο μυθιστόρημα προηγείται ένας Πρόλογος στον ουρανό, όπου ο Μεφιστοφελής συναντά τον ίδιο τον Κύριο. Ο χώρος του Μεφίστο είναι ο κόσμος των ανθρώπων· οι άνθρωποι και τα βάσανά τους είναι το ιδιαίτερο έργο του (εδώ ο Γκαίτε ακολουθεί στην χριστιανική θρησκεία σύμφωνα με την οποία ο Διάβολος είναι ο άρχων του κόσμου τούτου). Μολονότι ο άνθρωπος είναι κάτοχος του ουράνιου φωτός, έχει καταφέρει από την αρχή της εμφάνισής του επάνω στη γη μέχρι σήμερα, να είναι χειρότερος, αγριότερος και από το πιο άγριο ζώο. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Μεφίστο ύστερα από μακρόχρονη σπουδή του ανθρώπινου είδους. Ο Λόγος είναι η σωτηρία του ανθρώπου αλλά, επειδή ακριβώς δεν τον χρησιμοποιεί  οδηγείται αργά ή γρήγορα στην καταστροφή και στην αυτοκαταστροφή. Στον διάλογο που διαμείβεται στον ουρανό ανάμεσα στον Κύριο και στον Μεφιστοφελή, εν αγνοία του Φάουστ, ο Μεφιστοφελής επιθυμεί να στοιχηματίσει με τον ίδιο τον Κύριο πάνω στον ίδιο τον Φάουστ. Ο Μεφίστο θεωρεί πως ο Κύριος θα απωλέσει τον Φάουστ, φτάνει ο Κύριος να επιτρέψει στον Μεφίστο να οδηγήσει τον Φάουστ στον δικό το δρόμο. Θρασύς και πανούργος προτείνει ένα στοίχημα στον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος τελικά του δίνει την άδεια υπό τον όρο όλα αυτά να συμβούν μόνο για όσο καιρό ζει ο Φάουστ στη γη.

Ο Μεφιστοφελής με την όψη ενός περιπλανώμενου φοιτητή εμφανίζεται στον Σπουδαστήριο όπου μελετά ο Φάουστ, στον τόπο που τον απομονώνει από τον έξω κόσμο αλλά την ίδια στιγμή είναι σαν να τον εγκαθιστά στο κέντρο του κόσμου. Η άρνηση είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Μεφίστο – Είμαι το πνεύμα που διαρκώς αρνείται! Η συμφωνία τους είναι θέμα χρόνου· αυτός θα τον κάνει να καταλάβει τι είναι η ζωή, να του επιστραφεί η χαμένη νεότητα, τα τριάντα ολόκληρα χρόνια που έχασε μελετώντας, να ελευθερωθεί απ’ όλα και προπαντός από την μέχρι τώρα έγκλειστη ζωή του, να του δώσει όλα όσα δεν είδε κανένας άνθρωπος μέχρι τώρα. Στον πρώτο του έρωτα με την δεκατετράχρονη παιδίσκη Μαργαρίτα (Γκρέτχεν) ο Φάουστ παρακαλεί και ικετεύει να μπορέσει να βρει καταφυγή στην αγκαλιά της, αυτός που έζησε μέχρι τώρα σαν άστεγος πάνω στη γη, ένας μη άνθρωπος. Φυσικά το τραγικό τέλος αυτού του έρωτα είναι δεδομένο.

Όμως ο απόλυτος έρωτας έρχεται στην Τρίτη Πράξη του Δεύτερου Μέρους η οποία συμπυκνώνει τον ιστορικό χρόνο τριών χιλιάδων χρόνων και αποτελεί έναν οριστικό αποχαιρετισμό στον παλαιό κόσμο. Αν για τον Φάουστ όσο πιο αδύνατο είναι κάτι, τόσο περισσότερο ζητά να το φτάσει, τότε η επιθυμία του να κερδίσει την ίδια την Ωραία Ελένη, το αρχέτυπο σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς, είναι απόλυτη και επιτακτική. Ο Γκαίτε διάλεξε την Ελένη όχι μόνο επειδή ήθελε να διατηρήσει ένα από τα σταθερά στοιχεία του θρύλου, ούτε γιατί απέβλεπε στο «πάντρεμα» του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου. Οι λόγοι ήταν πολύ βαθύτεροι, όπως βαθύτερος είναι ο συμβολισμός που φέρνει στο φως η μορφή της Ωραίας Ελένης, όπου σμίγει όλη η λαχτάρα και η νοσταλγία του αρχαίου κόσμου. Ο δρόμος προς την Ελένη είναι ο δρόμος που διανύει ο κάθε δημιουργός αναζητώντας την ομορφιά. Η ομορφιά του έρωτα και ο έρωτας της ομορφιάς μεταμορφώνουν τον άνθρωπο εσωτερικά. Όλα είναι παρόν, δεν υπάρχει ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον. Η Ελένη είναι η ενσάρκωση της ωραιότητας, το άχρονο, αιώνιο σύμβολο τόσο του ωραίου όσο και του έρωτα. Όταν στο τέλος της Πράξης ο Φάουστ μένει να κρατά στα χέρια του μόνο το πέπλο της, η ίδια η ομορφιά έχει χαθεί για πάντα. Το έργο τέχνης ως φορέας της ομορφιάς, γίνεται πλέον ένα άσαρκο σχήμα, ένα άδειο ρούχο για το οποίο θα ερίζουν εσαεί οι «καλλιτέχνες».

Ακολουθεί η βαθιά λαχτάρα για εξουσία, ιδιοκτησία και πλούτο η οποία δεν αποτελεί μια αόριστη επιθυμία που ποθεί ο Φάουστ αλλά ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την πραγματοποίηση του οποίου δεν ορρωδεί προ ουδενός. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κανείς να μείνει ασυγκίνητος στην Πέμπτη Πράξη με τον νέο που οδηγείται στην  ταπεινή καλύβα όπου ένα γεροντικό ζευγάρι, ο Φιλήμων και η Βαυκίς, έχει περάσει όλη του τη ζωή με βαθιά απλότητα, μη ζητώντας παρά τα λίγα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει πάνω σ’ ένα ελάχιστο κομμάτι γης; Η καλύβα, ένα μικρό ξωκλήσι και μια παραλία βρίσκονται σε κίνδυνο καθώς εκεί κοντά έχει εγκατασταθεί ο Φάουστ με το παλάτι του, τα αποξηραντικά έργα κι ένα τεράστιο τεχνητό λιμάνι που έχουν αλλάξει ολότελα την φυσιογνωμία του τόπου. Ό,τι χαρίζει δύναμη και ανάπαυση στο γεροντικό ζευγάρι τον εξοργίζει· οι γέροι, λέει κοφτά, πρέπει να βγουν από την μέση· τα μέρη τους του χαλάνε την παγκόσμια επικράτηση.

Σε αυτά τα λίγα λόγια (και δεν είναι τυχαίο που τα εξομολογείται στον Μεφιστοφελή) εντοπίζεται το αθέατο κέντρο όλου του έργου. Εδώ εκφράζεται η βαθύτερη λαχτάρα του Φάουστ που μέχρι τώρα διάλεγε μόνο πλάγιους δρόμους. Μπορεί η επικράτειά του να είναι απέραντη αλλά τώρα θέλει να μπορεί, λέει, να κοιτάζει από εκεί ψηλά όλα όσα έφτιαξε μέχρι τώρα. Όποιος προβάλλει αντίσταση στην ισχυρότατη θέλησή του, θέληση η οποία αποβλέπει στο καλό όλων, καθώς τα μεγαλεπήβολα έργα του είναι κέρδος για όλους, τον εξοργίζει και θεωρείται εχθρός του. Το ζευγάρι βγαίνει από την μέση με τρόπο βίαιο, απάνθρωπο και ανίερο.

Αλλά στο απέραντο παλάτι του, κυρίαρχος πια όλου του κόσμου, κι ενώ δε νιώθει να του λείπει τίποτα, ο Φάουστ έχει μια βαριά έγνοια: δεν έφτασε σ’ εκείνον τον ελεύθερο, ανοιχτό χώρο, στην εσωτερική ελευθερία που απελευθερώνει τα πράγματα και φέρνει στο φως την αλήθεια τους. Όλες οι κινήσεις του τείνουν προς έναν και μοναδικό σκοπό: την παγκόσμια κυριαρχία, μια επιδίωξη που θεμελιώνεται στην πεποίθησή του πως με τον τρόπο αυτόν η ανθρωπότητα οδηγείται σε νέους κόσμους και διανοίγονται ορίζοντες που πριν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Αλλά ο Φάουστ δεν θέτει ποτέ στον εαυτό του το ερώτημα εάν η ανθρωπότητα, για την οποία τόσο πασχίζει και κόπτεται, επιθυμεί να ζήσει σε αυτό τον νέο κόσμο.

Φτάσαμε σε μια διατομή των καιρών, γράφει ο συγγραφέας, όπου ο άνθρωπος φυλακίστηκε εκούσια σε έναν ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο κόσμο με απάνθρωπα χαρακτηριστικά που αναιρούν την ανθρώπινη ουσία του. Η πανταχού παρουσία του θεϊκού, ανήκει πια στο παρελθόν. Πανταχού παρόν είναι πλέον το ανθρώπινο είδος που επεμβαίνει με βιαιότητα παντού. Ο Φάουστ κατέληξε να γίνει εν ζωή ένας μη άνθρωπος, χωρίς σκοπό και ησυχία. Είναι ακριβώς όπως ο σημερινός άνθρωπος, που δεν βρίσκει ησυχία πουθενά, που όλες οι επιθυμίες του γεννούν άλλες με τις επιθυμίες και αυτές με την σειρά τους άλλες επιθυμίες. ο άνθρωπος που είναι ακόρεστος, εγωπαθής και αχαλίνωτος, όλο πλεονεξία και απληστία, διψώντας, επιθυμώντας με μανία την άβυσσο και, τέλος χιμώντας ίσια κατά την άβυσσο. Η τραγωδία του Φάουστ είναι ακριβώς η τραγωδία του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αφορά το τέταρτο μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια περιπλάνησης του Βίλχελμ Μάιστερ, που, σε αντίθεση με το πρώτο του, Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, που τον έκανε γνωστό σε μια νύχτα σε ολόκληρο τον γερμανόφωνο κόσμο, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Είναι το μυθιστόρημα που θα μπορούσε να ιδωθεί ως η άλλη όψη της τραγωδίας του Φάουστ, ως η άλλη, διαφορετική δυνατότητα στην αδιέξοδη μεγαλομανία του Φάουστ, μια προσπάθεια να φανεί ένας άλλος δρόμος. Σε αυτό το αντι-μυθιστόρημα δεν κυριαρχούν η πλοκή ή τα πρόσωπα αλλά τρεις έννοιες: η περιπλάνηση, η αποταγή και απάρνηση του εαυτού και ο σεβασμός.

Ο Βίλχελμ Μάιστερ ανήκει στην κοινότητα των περιπλανώμενων, των οδοιπορούντων, που ακολουθούν μια θεμελιώδη αρχή: Να μη μένουν στον ίδιο τόπο πάνω από τρεις μέρες και ο επόμενος να βρίσκεται μίλια μακριά από τον προηγούμενο. Ο άνθρωπος είναι κατά βάθος ένας περιπλανώμενος αυτού του κόσμου, και ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά μια οδοιπορία, όπου τίποτα δεν γίνεται δυο φορές· όλα συμβαίνουν μια και μοναδική φορά. Η περιπλάνηση αποτελεί για όλους τους περιπλανώμενους το μέσον εποπτείας του εαυτού τους και μια αγχιβασίη, μια προσέγγιση της κίνησης του κόσμου. Όσον αφορά την αποταγή, εδώ δεν σημαίνει τη απάρνηση των εγκοσμίων, αλλά, αντίθετα, την πλήρη και ενθουσιαστική τους κατάφαση. Η αποταγή σημαίνει περιορισμό και αυτοπεριορισμό, χάραξη ορίων, τιθάσευση και χαλιναγώγηση της σφοδρότητας του Εγώ, που οδηγούν στην αυτογνωσία. Αρνούμενος τον εαυτό του ο Βίλχελμ Μάιστερ πηγαίνει πέρα από τον εαυτό του και βλέπει καθαρά τον κόσμο.

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο που δεν αναλύει ούτε σχολιάζει φιλολογικά τα δυο έργα του Γκαίτε αλλά εμβαθύνει στην πολύπλευρη θεματολογία τους, προβληματίζεται πάνω στην φιλοσοφία τους και στοχάζεται πάνω στις αλήθειες τους· μια πραγματεία που μας χαρίζει μια διπλή απόλαυση: αφενός μας παραμερίζει το βαρύ παραπέτασμα που μας κρατά αμήχανους και φοβισμένους μπροστά στα κλασικά έργα του μακρινού (;) παρελθόντος και μας προσκαλεί να εξοικειωθούμε και να οικειωθούμε με τα δυο μείζονα λογοτεχνικά έργα του Γκαίτε, και αφετέρου, μας προσφέρει ένα σπάνιο κείμενο, αυτό καθεαυτό, γραμμένο με υπέροχη γλώσσα και μια έξοχη δοκιμιακή πλοκή. Μια κατάβαση και ανάβαση μαζί, σ’ ένα συναρπαστικό λογοτεχνικό και εξωλογοτεχνικό σύμπαν.

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, σελ. 428. Περιλαμβάνεται εξασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες: έργα των Georg Melchior Kraus, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Ary Scheffe [Faust and Marguerite in the Garden], Johann Heinrich Wilhelm Tischbein, 2 έργα αγνώστου, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Karl Bauer.

04
Νοέ.
18

Κώστας Χατζηαντωνίου – Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας: Από τις «Μακεδονικές Ημέρες» στις ημέρες μας.

Η Ιστορία ήταν πάντα η μεγάλη πηγή της λογοτεχνίας αλλά το ερώτημα που παραμένει ζεστό αφορά την δομική σχέση που ενώνει σε ένα σχήμα μία τέχνη όπως η λογοτεχνία και μία επιστήμη όπως η ιστορία. Οριστικές απαντήσεις είναι δύσκολο να δοθούν αλλά ο συγγραφέας στην εισαγωγή του προβαίνει σε μια τυπολογία προσλήψεων της ιστορίας στην λογοτεχνία ενώ τονίζει την ειδικότερη σχέση της ελληνικής πεζογραφίας με όλο το πανόραμα των ιστορικών γεγονότων της ελληνικής διαχρονίας. Έγκαιρα όμως ξεκαθαρίζει πως οι μηχανές του χρόνου είναι γοητευτικές, πλην όμως ύποπτες συσκευές· το είχαν, άλλωστε φωνάξει και οι αξέχαστοι χαρακτήρες του Πάνου Θεοδωρίδη, στο άριστο Τι εφύλαγε εκείνος ο Χαμαιδράκων;

Δεν έχουμε λοιπόν παρά να διασχίσουμε το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορά, τις απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής και του βυζαντινού βάθους μιας πόλης που υπήρξε πολυφυλετική, κοσμοπολίτικη αλλά και πανορθόδοξη, για να ψάξουμε για άλλη μια φορά τις ιδιότυπες προσλαμβάνουσες του χώρου που επέτρεψε την δημιουργία μιας διακριτής τάσης που ονομάστηκε «Σχολή της Θεσσαλονίκης». Πλοηγός μας θα είναι ο συγγραφέας μ’ ετούτο το μικρό σκάφος – δοκιμιακή μεταγραφή μιας ομιλίας, και το ταξίδι θα είναι σύντομο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς στο τέλος θα κατεβούμε με εντελώς διαφορετική ματιά χάρη στην φιλολογική ερμηνευτική του πρόταση.

Ήταν βέβαια ο κύκλος του περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες», κατά την δεκαετία του 1930, που ανέδειξε ένα νέο ύφος, με θεμελιώδη στοιχεία τον εσωτερικό μονόλογο, την χαλαρή δομή (με περιορισμό ή και ανατροπή της πλοκής) και την αποσπασματική αφήγηση, ορίζοντας ένα τετράγωνο που χαράζουν η Εσωτερικότητα, η Λύπη, η Μεταφυσική και το Ημίφως. Η αντιρεαλιστική γραφή, η διάκριση φυσικού και ψυχολογικού χρόνου, το ονειρικό στοιχείο, η υπαρξιακή αγωνία και η συγκινησιακή φόρτιση διαπερνούν το ύφος αυτής της λογοτεχνίας. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν η εκλογή αυτού του ύφος προερχόταν από ένα αίσθημα φυγής, γεννιόταν από το εξωτερικό περιβάλλον ή επρόκειτο για έναν προγραμματικό καρπό μύησης στη νεωτερική γραφή.

Φαίνεται πως οι συγγραφείς επιθυμούσαν να απελευθερωθούν από τη συμβατικότητα και δεν αποστρέφονταν την Ιστορία, αλλά ήθελαν να ανακαλύψουν τα μυστικά της πέρα από τις προφάνειες· ακόμα και να νιώσουν την πιο μεγάλη επίδρασή της, πάνω στην ίδια τους την ψυχή. Τα Τετράδια του Παύλου Φωτεινού του Στέλιου Ξεφλούδα (1930) με την δίχως πρόσωπα και γεγονότα υπόθεση δεν μαρτυρούν παρά την καταθλιπτική μοναξιά του ανθρώπου σ’ έναν κατατεμαχισμένο κόσμο. Ταυτόχρονα εμφανίζονται εξαιρετικές μορφές όπως ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, ο Γεώργιος Δέλιος και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.

Είναι καιρός να μεταστούμε από τον αστερισμό της παγανιστικής μορφολατρίας και του αρμονικού κάλλους όπου μας έχει εντάξει η γεωγραφική μεσογειακή μας μοίρα, στον αστερισμό της δύναμης και της τόλμης μπροστά στο ανεξερεύνητο, το προ-αρμονικό, το ουσιαστικό ή και το γυμνά εκφραστικό…έγραφε σε δοκίμιό του ο Πέτρος Σπανδωνίδης, μια άλλη μορφή του περιοδικού και κριτικός του νους. Εδώ πρέπει να τονιστεί μια ουσιώδης επισήμανση του συγγραφέα: οι ιδέες του Σπανδωνίδη αποκαλύπτουν τις προθέσεις εκείνων των πεζογράφων της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης που δεν ήταν απλώς πιο κοντά σε νεωτερικές επιρροές απ’ ότι οι ποιητές της πόλης αλλά πιο μπροστά και από την περίφημη γενιά του Τριάντα, από μορφική άποψη και ως προς την εξέλιξη της πεζογραφίας τις επόμενες δεκαετίες. Δεν είναι λοιπόν επίτευγμα των μεταπολεμικών χρόνων ο μοντερνισμός και η γνωριμία με τα πιο πρωτοποριακά ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την Θεσσαλονίκη ξεκίνησε η σύνδεση της λογοτεχνίας μας με μορφές όπως ο Προυστ, ο Κάφκα, ο Μαλρώ, ο Τόμας Μαν, η Γουλφ, ο Τρακλ. Γι’ αυτό, γράφει, και ο όρος «σχολή» έπρεπε να περιποιεί τιμή και όχι να προκαλεί την υποψία της περιφερειακότητας.

Ο προσανατολισμός των «Μακεδονικών Ημερών» συνεπώς υπήρξε ευρύτατος και διόλου τοπικιστικός. Δεν επρόκειτο όμως για μια «κοσμοπολίτικη» εκλογή ή απόπειρα επικοινωνίας μ’ έναν μοντέρνο ή εκλεκτικό κόσμο. Ο βαθύτερος λόγος αφορούσε κάτι περισσότερο οργανικό και περιπαθές. Οι Θεσσαλονικείς πεζογράφοι αναζητούσαν το αληθινό τους πρόσωπο, ενώ η ενδοσκόπηση, η εξομολόγηση και οι μονόλογοι αντικαθιστούσαν την έλλειψη συνομιλίας με το παρόν. Αυτή η πεζογραφία που αφηγείται την ιστορία μέσα από την εσωτερική περιπέτεια του «εγώ» βρήκε στον εσωτερικό μονόλογο το ιδανικό σχήμα που διαδραματίζεται στην περιοχή της υποκειμενικής μας ζωής.

Ο μοντερνισμός της σχολής της Θεσσαλονίκης έρχεται από τον γερμανικό ρομαντισμό που με το κοινοτικό του πνεύμα θα οδηγούσε τους διανοούμενους σε φυγές στον εσωτερικό κόσμο, μέσα από την σύνδεση δυο τέμνων του ρομαντισμού, το γερμανικού εξπρεσιονισμού και του γαλλικού συμβολισμού, υπό το φως του υποστασιακού δράματος του Νίτσε, του Χάιντεγκερ, του Τρακλ, χωρίς να υποβαθμίζεται η καταλυτική επιρροή των Κάφκα, Προυστ και Σβέβο. Ιδού γιατί, συνεπώς, ήταν επόμενο η ιδιαίτερη σχέση της Θεσσαλονίκης με τη βυζαντινή μυστική παράδοση, με την Ιουδαϊκή εσωτερικότητα αλλά και με την Κεντρική Ευρώπη, να φέρουν πρώτα σε αυτή την πόλη τον εσωτερικό μονόλογο. Στην Θεσσαλονίκη με τις έντονες μεταφυσικές και αναχωρητικές διαθέσεις, ο εσωτερικός μονόλογος είναι η μόνη διέξοδος από την απομόνωση και την ερμητισμό.

Οι πεζογράφοι του ύφους των «Μακεδονικών Ημερών» δεν ενδιαφέρθηκαν για το ρεαλιστικό αντίκρισμα της ζωής, την λογική κατασκευή ή την αντικειμενικότητα. Αντιλαμβάνονταν τους ανθρώπους ως συνθέσεις πολλών προσώπων και την ανυπαρξία αρχής και τέλους σε οτιδήποτε και τα πάντα. Η μόνη αλήθεια έγκειτο στην μυθική αντιμετώπιση του παρελθόντος, σε μια ονειρική ή εφιαλτική προβολή του εσωτερικού μας κόσμου. Δεν επρόκειτο για κατάσταση απελπισίας αλλά για μια ακραία αυτοσυνειδησία, ένα υπερευαίσθητο παραμορφωτικό κοίταγμα του εγώ ενός αποτραβηγμένου ατόμου, μια προβολή του υπόγειου ανθρώπου, μια ζωγραφική της φαντασίας που έδινε «πίσω στην πεζογραφία ό,τι η ποίηση της υπέκλεψε»! Κάπως έτσι ο Κλείτος Κύρου έγραψε για την κρύπτη που θα διασώζει τα όνειρα, ο Κωστής Μοσκώφ αναζήτησε την πνευματική του οδό στην σύμπλευση του κομμουνισμού με την κοινοβιακή ορθοδοξία.

Μετά τον πόλεμο η εσωστρέφεια, η φιλοσοφική διάθεση και η υποβλητική ποιητικότητα του πεζού λόγου φαίνεται να υποχωρούν, χωρίς να χαθεί οριστικά ο κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών», που συμπλέει τώρα με τον ρεαλισμό της πρωτεύουσας, σε μια ώσμωση εμφανή στους Τριαντάφυλλο Πίττα, Γιώργο Κιτσόπουλο, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Γιώργο Καφταντζή. Ακόμα και ο ισχυρός ρεαλισμός του Γιώργου Ιωάννου και του Νίκου Μπακόλα είναι ιδιαίτερος· δε είναι πια η πιστή αναπαράσταση μα η οδυνηρή αναπόληση της ενδόμυχης πραγματικότητας. Η εικαστική ματιά του Κώστα Λαχά, η εικονοκλαστική δράση του Γιώργου Χειμωνά, το εγώ που αυτοσχεδιάζει στον Σάκη Παπαδημητρίου, η παθιασμένη περιγραφή των ξεγραμμένων στον Γιώργο Κάτο, ο βιωματικός και ειρωνικός λόγος του Τόλη Καζαντζή, η παρωδία κάθε νοσταλγίας στον Αντώνη Σουρούνη, όλα τονίζουν πως είτε επικρατεί είτε υποχωρεί ο ρεαλισμός, ο μοντερνισμός και η εσωτερική αφήγηση δεν εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη και στοιχεία πρωτοποριακά κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους…

Η μεταπολιτευτική περίοδος βρίσκει την πεζογραφία σε μια ανεξάντλητη περιδίνηση σε όλο το σώμα της γλώσσας (Δημήτρης Δημητριάδης), στην αναζήτηση της ενότητας του διασπασμένου προσώπου στην πατερική αποταγή της φαντασίας (Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), στον βιωματικό υπερρεαλισμό (Μανόλης Ξεξάκης), στην γλωσσική μυθοπλασία της ιστορίας (Πάνος Θεοδωρίδης), στην διαφυγή προς το παράλογο (Νίκος Βασιλειάδης) ή προς το ονειρικό στοιχείο και τις ετερόκλητες φωνές (Τάσος Χατζητάτσης). Με τον τελευταίο βρισκόμαστε ήδη στην δεκαετία του 1980 και στην εντυπωσιακή ανανέωση της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης (Γιάννης Πάνου, Στέλλα Βογιατζόγλου, Ηλίας Κουτσούκος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Θωμάς Κοροβίνης, Σοφία Νικολαΐδου κ.ά). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως ένα μεγάλο μέρος των προαναφερθέντων πεζογράφων έχει σηματικό ποιητικό έργο. Για άλλη μια φορά εκείνο το εσωτερικό κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών» απαντά σε κάθε ορθολογιστική προσέγγιση για δήθεν ασύμπτωτα είδη γραφής.

Εκδ. Κουκούτσι, [Έρημος Βάρκα – 1], 2016, σελ. 50.

12
Ιολ.
18

Ivan Jablonka – Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία. Μανιφέστο για τις κοινωνικές επιστήμες

Η Ιστορία ως ένα αληθές μυθιστόρημα

Oι διαπιστώσεις: οι γνωστικοί κλάδοι κατέκτησαν την μεθοδολογική πρόοδο αλλά έχασαν σε σχέση με την μορφή, την συγκίνηση και την απόλαυση. Οι σχετικοί επιστήμονες αδιαφόρησαν για την γραφή και τον δημόσιο λόγο και πίστεψαν ότι ένα άρθρο σε επιστημονικό περιοδικό είναι από μόνο του πιο «επιστημονικό» από ένα ντοκιμαντέρ ή μια μουσειακή έκθεση. Οι ιστορικοί ασκούν τεχνική και όχι συγγραφή: συγκεντρώνουν αρχεία, παραθέματα, υποσημειώσεις, σχέδια, σε σημείο να παράγεται όχι ένα κείμενο αλλά ένα μη κείμενο· μια έκθεση ενός ειδικού η οποία έχει απονεκρωμένη γλώσσα και καθαρά εργαλειακή μορφή.

Η υπόθεση εργασίας: η λογοτεχνία δεν αποδυναμώνει αλλά ενισχύει την μέθοδο των κοινωνικών επιστημών καθώς και την θέση τους στην πολιτεία. Είναι ταυτόχρονα επεξεργασία της γλώσσας, αφηγηματική κατασκευή, μοναδική φωνή, συγκίνηση, ρυθμός ατμόσφαιρα, φυγή προς αλλού. Αν δεχτούμε ότι ο ιστορικός αφηγείται και η ιστορία είναι αφήγημα, τότε αξίζει να λάβουμε στα σοβαρά τον πολύτιμο χαρακτηρισμό του Πωλ Βεν για την ιστορία: αληθές μυθιστόρημα. Το ζητούμενο δεν συνίσταται στην μείωση των απαιτήσεων για τις κοινωνικές επιστήμες αλλά στην επαύξησή τους, στον ξορκισμό της έλλειψης γοητείας, στο άνοιγμα προς το κοινό.

Η αντιστροφή του ερωτήματος είναι εξίσου διαφωτιστική: σε ποιο βαθμό η λογοτεχνία είναι ικανή να αποδώσει το πραγματικό; Η λογοτεχνία δεν περιορίζεται στα δεσμά της μυθοπλασίας αλλά εκτείνεται και στο δοκίμιο, στην αυτοβιογραφία, στο μεγάλο ρεπορτάζ, στην δημιουργική μη μυθοπλασία, στην μαρτυρία. Προσαρμόζει τις ερευνητικές μεθόδους των κοινωνικών επιστημών· ο συγγραφέας γίνεται, με τον τρόπο του, ερευνητής. Αναζητά κι αυτή, και κυρίως αυτή, έναν τρόπο να κατανοούμε το παρόν και το παρελθόν. Η ιστορία είναι πιο λογοτεχνική απ’ όσο η ίδια θα επιθυμούσε και η λογοτεχνία είναι πιο ιστορική απ’ όσο η ίδια νομίζει.

Είναι το μυθιστόρημα, πατέρας της ιστορίας; αναρωτιέται ο Ζαμπλονκά στο κεφάλαιο με τον σχετικό τίτλο. Ο Σατωμπριάν υπήρξε ιστορικός, ποιητής και ρήτορας και οι Μάρτυρές του [1809] είναι ταυτόχρονα ιστορία, εποποιία, ποίημα, αφήγηση ενός ατυχούς έρωτα, ένα είδος ιστορικού μυθιστορήματος με άποψη αλλά και λεπτομερή τεκμηρίωση· ο συγγραφέας βρίσκεται στα χνάρια του Βολταίρου και του Γκίμπον. Ακολουθεί η ιστοριογραφική επανάσταση του Γουέιβερλι [1814] του Γουόλτερ Σκοτ, ο οποίος, αντίθετα από τους ιστορικούς, επινοεί και αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα των συμφερόντων και των συναισθημάτων, αποσπώντας την ιστορία από την πληκτική λιτανεία των βασιλείων.

Ακολουθούν, σε άλλο κεφάλαιο, οι πόλεμοι της αλήθειας: με την επανανακάλυψη του Σαίξπηρ στην σκηνή δεν παρουσιάζονται μόνο τα γεγονότα αλλά και τα κρυφά τους ελατήρια, ενώ δίπλα στο παλάτι αναδεικνύεται η καλύβα. Ο Βινιύ στο Σενκ-Μαρς διακρίνει ανάμεσα στην αλήθεια της τέχνης και το αληθές που υπάρχει στο γεγονός. Η πρώτη ολοκληρώνει το δεύτερο: τελειοποιεί το γεγονός για να του προσδώσει το ηθικό νόημα που οφείλει να διατηρήσει στην αιωνιότητα. Ο Βινιύ ξαναβρίσκει την ικανότητα της εξιδανίκευσης που διέθετε η ιστορία-ρητορεία του Κικέρωνα.

Οι ιστορικοί θα διακηρύξουν ότι και αυτοί μπορεί να είναι δημιουργοί· όχι επειδή επινοούν όντα της μυθοπλασίας, αλλά επειδή, καθώς προσωποποιούν συλλογικότητες και κατονομάζουν δυνάμεις, γεννούν και νέα πρόσωπα· πρόσωπα που υπάρχουν. Ο συγγραφέας διατρέχει την νατουραλιστική μέθοδο ιδίως των Μπαλζάκ, Σίνκλερ, Ζολά και την «αίσθηση του πραγματικού», ενώ την ίδια εποχή η έλευση της ιστορίας – επιστήμης επιθυμεί, αν δεν διακηρύσσει, την αντικειμενικότητα, τον εξορισμό του «εγώ», την οικουμενική – πανοραμική θεώρηση.

Η εξάντληση των ποσοτικών παραδειγμάτων του μαρξισμού και των Annales ωθεί τον ιστορικό να ανακαλύψει εκ νέου την παμπάλαιη λειτουργία του αφηγητή / story-teller και να επενδύσει σε νέα εδάφη: στους καταδικασμένους, στο προσωπικό στοιχείο, στις νοοτροπίες, στα συναισθήματα, στην οικογένεια, στον έρωτα, στο σεξ, στον θάνατο. Συνυπογράφοντας την ιδέα ότι η ιστορία είναι αφηγηματικό μέσο, στοχαστές όπως ο Γκάλι, ο Ντάντο, ο Κρακάουερ, ο Σερτώ και άλλοι, με τους οποίους συναντώνται στην δεκαετία 1980 – 1990 ο Ρικέρ και ο Ρανσιέρ, έδειξαν ότι η κατανόηση του παρελθόντος έχει ανάγκη την πλοκή, την σκηνοθεσία, τις περιγραφές, τα πορτρέτα, τα υφολογικά σχήματα.

Η γλωσσική στροφή, φυσικά, θεωρεί ότι τα πάντα είναι γλώσσα και ότι η ιστορία δεν είναι παρά μία λεκτική κατασκευή ανάμεσα στις άλλες. Ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της, ο Χέυντεν Γουάιτ, αναπτύσσει μια ερεθιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ιστορία συνδυάζει μια γλώσσα με τρεις μεθόδους εξήγησης: την πλοκή, την επιχειρηματολογία και την ιδεολογική εμπλοκή. Διέπεται, λοιπόν, από αισθητικές, λογικές και πολιτικές επιλογές, οι οποίες  προηγούνται της γνώσης και διαμορφώνουν την μήτρα του λόγου, το μετα-ιστορικό υπόστρωμα του αφηγήματος. Αυτή η προσέγγιση αποκαλύπτει την ρητορική και ποιητική της διάσταση. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν οι επιστήμονες, η γραφή δεν περιβάλλει τον ιστορικό «περιεχόμενο», αλλά το συγκροτεί.

Συναντώντας τον μεταμοντερνισμό και την επιφυλακτικότητα απέναντι στα «μεγάλα αφηγήματα», ο Ρολάν Μπαρτ θεωρεί πως η ιστορία αποτελεί «ιδεολογική επεξεργασία». Είναι η ίδια αυτή ιστορία που θα ήθελε να «μας κάνει να πιστέψουμε τις νομιμοποιητικές εποποιίες που χρησιμεύουν ως πρόσχημα για την κυριαρχία της Δύσης ή για την κοινωνική εκμετάλλευση», η ιστορία την οποία μισεί κάθε επανάσταση, είτε ακροδεξιά είτε ακροαριστερή. Η γλωσσική στροφή σύντομα θεωρήθηκε επικίνδυνη και πλείστοι ιστορικοί υπογράμμισαν το γεγονός ότι ο ιστορικός έχει ως αποστολή την αναζήτηση του αληθούς, ότι εντέλει υποτάσσεται στο πραγματικό, ότι η γνώση του είναι επαληθεύσιμη, αποδεικνύεται με κείμενα, μαρτυρίες, κατάλοιπα, και τα λοιπά.

Στο Εμβατήριο του Ραντένσκυ [1932] ο Γιόζεφ Ροτ εγείρει ψευδαισθήσεις Ιστορίας. Το μυθιστόρημα ανακαλεί κυρίως «ιδιωτικά πεπρωμένα που η Ιστορία, τυφλή και ανέμελη» παρέλειψε στο πέρασμά της. Τα μυθοπλαστικά και οικογενειακής τάξεως γεγονότα αναπαράγουν σε μικρογραφία την εξέλιξη της «Ιστορίας». Προσφεύγοντας στην μηδενική εστίαση, ο αφηγητής αποκαλύπτει τυχαία αυτό που τα πρόσωπα αγνοούν· ποτέ δεν παραδίδει το νόημα του μυθιστορήματος με την μορφή ενός μηνύματος. Πάνω από το κεφάλι των ηρώων, ο Ροτ μας ψιθυρίζει πληροφορίες και με αυτό καταφέρνει ταυτόχρονα να σεβαστεί την αληθοφάνεια και να συντηρήσει ανάμεσα στον ίδιο και τον αναγνώστη του την συνενοχή των ανθρώπων που γνωρίζουν. Δεν πρόκειται παρά για τυπικές μεθόδους του ιστορικο-ρεαλιστικού μυθιστορήματος, όπου η «ιστορία» ενσαρκώνεται στο μυθοπλαστικό πεπρωμένο ανώνυμων ατόμων ή οικογενειών, όπως τα δυο αδέλφια στους Τιμπώ ή ο ντον Φαμπρίτσιο στον Γατόπαρδο.

Το απόφθεγμα του Φώκνερ,  σύμφωνα με το οποίο «το παρελθόν δεν έχει παρέλθει ακόμη», έχει ευρετική αξία: το παρελθόν που μελετούν οι ιστορικοί εξακολουθεί να πάλλεται στο παρόν μας, με την μορφή λέξεων, θεσμών, έργων, συνόρων, κτιρίων, συνηθειών, σε βαθμό μάλιστα που το παρόν μας να συγκροτείται από διάφορα στρώματα του παρελθόντος τα οποία προστίθενται, κατακάθονται και στερεοποιούνται με ποικίλους τρόπους. Πολύ περισσότερο, ο ιστορικός συλλογισμός δεν χρησιμεύει αποκλειστικά στην κατανόηση του παρελθόντος αλλά βοηθά επίσης στην δράση στο παρόν. Ο συγγραφέας παραθέτει μια σειρά λογοτεχνικά παραδειγμάτων που μας διδάσκουν ότι ορισμένες μυθοπλασίες διαθέτουν γνωστικό δυναμικό και όχι απλώς μιμητική λειτουργία, που μπορεί να «αναδιαμορφώνει» λίγο-πολύ ελεύθερα την πραγματικότητα.

Ο Ζέμπαλντ δεν μπορεί να λείπει από ένα βασικό τμήμα του βιβλίου, που τιτλοφορείται Από την μη μυθοπλασία στην λογοτεχνία-αλήθεια. Το Άουστερλιτς απορρίπτει τον όρο μυθιστόρημα και ορίζεται ως ένα «βιβλίο απροσδιόριστης φύσεως, σε πρόζα». Ανάλογα βιβλία δεν αποσκοπούν τόσο να δώσουν λογοτεχνική μορφή στην ιστορία όσο να συγγράψουν την πραγματικότητα ακολουθώντας τις γνωστικές διαδικασίες που κάτι τέτοιο προϋποθέτει. Εδώ ο Ζαμπλονκά τυπολογεί μια σειρά από σχετικά αταξινόμητα έργα σε κατηγορίες όπως η αυτοαπογραφή (τα Σκουπίδια της γης του Καίσλερ ή το Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι του Γκρας), η κοινωνική ακτινογραφία (έργα του Λόντον και του Όργουελ), οι ανθρωπολογίες της καθημερινής ζωής (βιβλία του Μαίηλερ ή του Μασπερό), το βιβλίο του κόσμου που υμνεί την αναχώρηση και τον νομαδισμό (από τον Καπυσίνσκι στον Βόλμαν), η εξερεύνηση της ανθρώπινης αβύσσου (Ζιντ, Καπότε, Καρέρ), η αποκατάσταση ενός παρελθόντος μέσω της δικαιοσύνης, όπως τα θεμελιώδη βιβλία των Ντοστογιέφσκι, Σαλάμοφ, Σολζενίτσιν αλλά και του Μέντελσον.

Αν το παραπάνω ενδεικτικό σώμα βιβλίων συγκεντρωθεί υπό την προσωρινή ετικέτα «λογοτεχνία της πραγματικότητας», τότε πρέπει να αναγνωριστεί ότι αυτή η λογοτεχνία, κληρονόμος του ρεαλισμού, επιθυμεί να μιλήσει για τον κόσμο χωρίς να αποκρύψει τίποτα. Ωστόσο και εδώ αρνείται την βοήθεια της μυθοπλασίας και τις συνταγές της ψυχολογίας. Ο Ζαμπλονκά προτείνει την προσέγγιση αυτών των κειμένων από την σκοπιά του μετα-ρεαλισμού, μιας στάσης απέναντι στο πραγματικό, που με την σειρά της διακρίνεται σε τρεις λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα: τον αντικειμενισμό, την μαρτυρία και το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα. Ευκαιρία εδώ να θυμηθούμε το πρώτο μη μυθοπλαστικό βιβλίο, την Επιχείρηση Σφαγή [1957] του αργεντινού δημοσιογράφου Ροντόλφο Γουόλς που ερευνά την καταστολή ενός πραξικοπήματος, για να ακολουθήσουν λίγα χρόνια μετά οι Αμερικανοί – Καπότε, Μαίηλερ, Χάντερ Τόμσον, Τομ Γουλφ. Κατά μεγάλη ειρωνεία, να προσθέσω, ο Γουόλς, ατρόμητος και κατά της χούντας του Βιντέλα, αντιστάθηκε στην σύλληψή του (που θα οδηγούσε στον βέβαιο βασανισμό και θάνατό του) με το δικό του περίστροφο και δολοφονήθηκε επί τόπου από τους στρατιώτες της δικτατορίας.

Ακούραστος ο Ζαμπλονκά προχωρά σε νέα παραδείγματα, κατηγορίες, διαπιστώσεις αλλά και ερωτήματα. Από τον 19ο αιώνα η διεκδίκηση της απόλυτης ελευθερίας διέπει τον λόγο των συγγραφέων. Ο Περέκ ήταν από τους μεγάλους ωφελημένους αυτής της ελευθερίας, όμως ακριβώς οι μέθοδοι που επεξεργάζεται, η αυστηρή λίστα καθηκόντων και το σύστημα των περιορισμών του μύθου δείχνουν πως υιοθετεί κανόνες για να είναι «ολοκληρωτικά ελεύθερος». Αυτός ο νεοκλασικός ύμνος στον περιορισμό, με τον οποίο ταυτίζεται και ο Ίταλο Καλβίνο, μας επιτρέπει να αναθεωρήσουμε την ψευδο-αντίθεση ανάμεσα στην δημιουργική και ανυπότακτη ελευθερία και τον κανόνα. Είτε το θέλει, είτε όχι, κάθε συγγραφέας θέτει στον εαυτό του κανόνες. Ο Ντέηβιντ Λοτζ το αναγνωρίζει με εντιμότητα: «Ο χρυσός κανόνας της μυθοπλαστικής πρόζας είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες – με εξαίρεση εκείνους που κάθε συγγραφέας θέτει στον εαυτό του». Και οι περιορισμοί της δημιουργικότητας του ερευνητή δεν σταματούν εδώ: το ύφος αποτελεί έναν από αυτούς και ο Ζαμπλονκά παραθέτει μια ακόμα ενδιαφέρουσα τυπολογία των υφών, σε μια παράλληλη εξέταση των περιορισμών που χαρακτηρίζουν το έργο των ιστορικών. Είναι άραγε παράλληλοι ή τέμνονται μ’ εκείνους των λογοτεχνών;

Ο λόγος του πολωνοεβραϊκής καταγωγής Γάλλου ιστορικού και μυθιστοριογράφου, χειμαρρώδης στην έκφραση και πλούσιος από παραδείγματα, υποστηρίζει με ενθουσιασμό μιαν άκρως γοητευτική πρόταση. Πεπεισμένος ότι η ιστορία μπορεί να επινοήσει νέες μορφές λόγου και να κατακτήσει την βαθύτερη κατανόησή της, παραθέτει μια σειρά από πρωτότυπους συλλογισμούς αποκαλύπτοντας την ίδια στιγμή το βαθύ τους παρελθόν. Παρά τον δοκιμιακό της χαρακτήρα, η έρευνά του διαβάζεται ως ένα ιδιαίτερα ελκυστικό κείμενο, όχι μόνο επειδή, σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους Γάλλους θεωρητικούς δεν φοβάται τα σύντομα κεφάλαια, τους επεξηγηματικούς τίτλους και την παράθεση των αντίθετων απόψεων, αλλά κυρίως χάρη σ’ έναν ακόμα παραλληλισμό: αν η γοητευτική του πρόταση αφορά την συμβατότητα της Ιστορίας με τις αρετές της Λογοτεχνίας, στο βιβλίο του είναι ο στοχαστικός λόγος που είναι απόλυτα συμβατός με την αναγνωστική απόλαυση.

Εκδ. Πόλις, 2017, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, σελ. 412. Περιλαμβάνονται 93 σημειώσεις και δίγλωσσο ευρετήριο προσώπων.

Στις εικόνες: François-René de Chateaubriand, Upton Sinclair, Siegfried Kracauer, Roland Barthes, W.G. Sebald, Rodolfo Walsh, Georges Perec, Ivan Jablonka.

05
Ιολ.
18

Χρίστος Χαραλαμπόπουλος – Η τέχνη του πολέμου για το ποδόσφαιρο. Μια παράλληλη ανάγνωση του κειμένου του Σουν Τσου

Σ’ ένα από τα περίφημα δοκίμιά του ο Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει ήδη από το 1945, με αφορμή έναν αγώνα της Άρσεναλ με τη Δυναμό Μόσχας, για το πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και τη στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι «το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος χωρίς τους πυροβολισμούς». Το ποδόσφαιρο και πιο συγκεκριμένα το γήπεδο θεωρήθηκε η φαντασιακή προέκταση ενός πεδίου μάχης, όπου ο ηττημένος του πραγματικού πολέμου επιδιώκει την ρεβάνς, όπως συνέβη στο παγκόσμιο κύπελλο του 1986, με την «επεισοδιακή» νίκη της Αργεντινής επί της Αγγλίας, μια απάντηση στην στρατιωτική ήττα στα Φόκλαντς. Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, όπως μας θυμίζει ο Κριστιάν Μπρομπερζέ, η πρώτη επίσημη εχθροπραξία ενός εμφυλίου που θα οδηγούσε στην διάλυση μιας χώρας, της Γιουγκοσλαβίας, έγινε στις κερκίδες του αγώνα (που δεν άρχισε ποτέ) μεταξύ Δυναμό Ζάγκρεμπ και Ερυθρού Αστέρα…

Ένα παιχνίδι πολέμου λοιπόν ή ένας πόλεμος για το παιχνίδι; αναρωτιέται στην Εισαγωγή του o συγγραφέας, στο πρώτο από τα δεκάδες ερεθιστικά ερωτήματα της. Η ίδια η γλώσσα των αθλητικών μέσων δανείζεται δεκάδες πολεμικές εκφράσεις. Στο σύγχρονο και έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, σε αυτόν τον εικονικό πόλεμο, η υιοθέτηση των αρχών της στρατηγικής σκέψης, όπως τις διατύπωσαν οι κλασικοί συγγραφείς, όταν προσαρμοστούν στο παιχνίδι μπορούν πράγματι να οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η Τέχνη του Πολέμου του Σουν Τσου, γραμμένη ανάμεσα στον 5ο και τον 3ο προχριστιανικό αιώνα, δεν λογίζεται μόνο ως μελέτη της ανατομίας οργανισμών που βρίσκονται σε σύγκρουση αλλά και ως ένα αξεπέραστο εγχειρίδιο στρατηγικής.

Ο συγγραφέας φέρνει εις πέρας μια εξαιρετική πλην δύσκολη σύλληψη. Υφαίνει την συγκριτική του μελέτη κομμάτι κομμάτι: πρώτα παραθέτει το κάθε κεφάλαιο και υποκεφάλαιο της Τέχνης και αμέσως από κάτω εντάσσει ένα σχετικό κείμενο, στην ουσία την παράλληλη εφαρμογή του στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Αυτό και μόνο θα αρκούσε, αλλά δεν σταματά εδώ· σε ειδικό πλαίσιο παρουσιάζει ξεχωριστές περιπτώσεις, με την μορφή αυτόνομων πραγματικών ιστοριών που φυσικά έχουν άμεση σχέση με τα εκάστοτε θέμα.

Το κεφάλαιο που αφορά την Εκτίμηση της Κατάστασης και αντιστοιχεί στη Πρόβλεψη του ποδοσφαιρικού αποτελέσματος περιλαμβάνει και το ειδικό θέμα της σημασίας της προσωπικότητας. Αν υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία ποδοσφαιριστή που δεν επιβάλλει μόνο το ύφος του αλλά και αναγνωρίζει μέσα στο παιχνίδι τους συμπαίκτες που δυσκολεύονται ή είναι εκτός φόρμας και τους βοηθά ή τους αναπληρώνει, τότε ο Ερίκ Καντονά σίγουρα ανήκει σ’ αυτήν. Με μια παρουσία που ξεπερνούσε τις απαιτήσεις του αγγλικού ποδοσφαίρου, με ιδιαίτερη κουλτούρα και δηλώσεις με πολιτικό περιεχόμενο, ο Καντονά παραμένει ένα ισχυρό παράδειγμα για την επίδραση της προσωπικότητας σε μια ομάδα και στο παιχνίδι γενικότερα. Ό ίδιος όταν ρωτήθηκε γιατί παίζει ποδόσφαιρο απάντησε: Παίζω για να πολεμήσω την ιδέα της ήττας. Κι εγώ ακόμα θυμάμαι την καρατιά που πρόσφερε σ’ έναν οπαδό που εκτόξευε ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς και αποδείχτηκε εγγεγραμμένος φασίστας, κι ας του στοίχισε την αναπόφευκτη τιμωρία.

Η διάταξη σχετικά με την διοίκηση του στρατού, που πρέπει να χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τις αρετές της σοφίας και της ηθικής ακεραιότητας, δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στον προπονητή. Εδώ ξεχωριστό πρότυπο αποτελεί ο Αρσέν Βενγκέρ που ανέλαβε σχεδόν άσημος στην Άρσεναλ, πιστώθηκε το παρατσούκλι Κλουζώ και ενέπνευσε ανέκδοτα για την εμμονή του με την διατροφή των παικτών με λαχανικά. Υπό την μαεστρία του οι εποχές της κλασικής βρετανικής «γιόμας» τελείωσαν και η Άρσεναλ, που έπαιζε το πιο βαρετό ποδόσφαιρο στο νησί, μεταμορφώθηκε σε ομάδα γρήγορου και θεαματικού ποδοσφαίρου.

Η διάταξη που αναφέρεται στις κατάλληλες περιστάσεις για την προσποίηση, τον δελεασμό, την προσέλκυση και τα συναφή, αφορά απόλυτα το σύγχρονο ποδόσφαιρο και ταιριάζει γάντι στον Λούις Σέζαρ Μενότι. Ο τεχνικός της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Αργεντινής στο δραματικό μουντιάλ του 1978 είχε ισχυριστεί πως το ποδόσφαιρο είναι μια μορφή τέχνης της παραπλάνησης [deception], ή της προσποίησης, όπως προτιμά να αποδώσει ο συγγραφέας. Και το τήρησε πολλές φορές. Είναι δε γνωστή η περίφημη δημόσια παραδοχή του Μαντσίνι την σαιζόν 2011-2012, όταν η Μάντσεστερ Σίτυ του έμεινε 8 βαθμούς πίσω από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, πως η μάχη του πρωταθλήματος είχε τελειώσει. Φαίνεται πως και ο ίδιος ο Άλεξ Φέργκιουσον, αυθεντία στα mind games, είχε παραπλανηθεί ή πάντως δεν μπόρεσε να αποτρέψει την χαλάρωση των παικτών του: στο τέλος η Σίτυ στέφθηκε πρωταθλήτρια.

Στο κεφάλαιο περί της επιθετικής στρατηγικής η ρήση «Είναι καλύτερο να αιχμαλωτίζεις ολόκληρο τον εχθρικό στρατό, παρά να σκοτώνεις στρατιώτες» μπορεί να ερμηνευτεί, αντίστροφα, με όρους fair play· να προτιμηθεί δηλαδή, για λόγους σεβασμού, δηλαδή μια άνετη νίκη εναντίον ενός μεγάλου αντιπάλου παρά η συντριβή του με πολλά γκολ. Και αν «η καλύτερη στρατηγική είναι να επιτίθεσαι εναντίον της στρατηγικής του αντιπάλου», μια αναγνώριση της διαλεκτικής σχέσης των δυο στρατηγικών, που εφαρμόζεται και στο σκάκι, τότε δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε το δημιουργικό «καταστροφικό» ποδόσφαιρο, όχι δηλαδή αυτό που καταστρέφει όλο το παιχνίδι αλλά εκείνο που επιλέγει να ακυρώσει τα δυο-τρία ζωτικά όργανα της μηχανής του αντιπάλου. Το τελευταίο το γνωρίζει καλά ο Ζοσέ Μουρίνιο.

Σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που μετέφρασε ο ίδιος ο Χαραλαμπόπουλος και παρουσιάσαμε παλαιότερα στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, ο Τζόναθαν Γουίλσον γράφει πως η εξέλιξη του ποδοσφαίρου είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης δυο αντιτιθέμενων ζευγών: αισθητική εναντίον αποτελέσματος το ένα και τέχνη εναντίον δύναμης το άλλο. Η αντιπαλότητα αυτή έχει αποκτήσει και πολιτικό – ιδεολογικό πρόσημο. Ο προαναφερθείς Μενότι, ένας μποέμ και υπέρμαχος του επιθετικού ποδοσφαίρου, είχε υποστηρίξει πως υπάρχει ένα δεξιόστροφο και ένα αριστερόστροφο ποδόσφαιρο. Το δεξιόστροφο θέλει να θυμίσει πως η ζωή είναι αγώνας. Απαιτεί θυσίες. Πρέπει να ατσαλωθούμε και να κερδίσουμε με οποιαδήποτε μέθοδο…να υπακούμε και να λειτουργούμε με αυτό τον τρόπο, είναι εκείνο που θέλουν οι προπονητές που έχουν εξουσία, από τους παίκτες. Με αυτό τον τρόπο δημιουργούν καθυστερημένους, χρήσιμους ηλίθιους που εξυπηρετούν το σύστημα. Κι όσο κι αν οι ομάδες του υπήρξαν περισσότερο «συστημικές» απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί, ο συγκερασμός των ζευγών του Γουίλσον παραμένει το ιδανικό.

Το κεφάλαιο για τον Ελιγμό και η εφαρμογή του στην καθοδήγηση της ομάδας και την διαχείριση των ποδοσφαιριστών αφορά μεταξύ άλλων και τις ειδικές περιπτώσεις της προσαρμογής των παικτών σε διαφορετικό εθνικό και πολιτιστικό περιβάλλον αλλά και στην πίεση του επαγγελματισμού και στην αντίστοιχη αναγκαιότητα ψυχολογικής στήριξης. Ο Νικολάς Ανελκά αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση χαρισματικού παίκτη που δεν άντεξε την πίεση των μέσων και του μάρκετινγκ, που επένδυσαν πάρα πολλά, προσδοκώντας να κερδίσουν ακόμα περισσότερα. Οι συνθήκες πλέον είναι αγριότερες σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν αλλά οι νεαροί ποδοσφαιριστές πλέον εκπαιδεύονται ανάλογα.

Οι περί Εδάφους στοχασμοί προσαρμόζονται στον προπονητή, το σύστημα και τον αγωνιστικό χώρο και περιλαμβάνουν το ειδικό θέμα των συστατικών της προπονητικής. Εδώ ανήκει η ιδιαίτερη περίπτωση του Άλεξ Φέργκιουσον: ήταν εκείνος που κατηγορήθηκε πως έκλεψε τον Καντονά από την Λιντς, επέλεξε τον Κιν για αντικαταστάτη του, συγκρούστηκε με τον Μπέκαμ, επέμενε στην απόκτηση του τραυματισμένου Νίστελρόυ, καταξοδεύτηκε για τον Φέρνινταντ και εμπιστεύτηκε στον 18χρονο Κριστιάνο Ρονάλντο την φανέλα του βασικού, πράξεις που όλες τον έκαναν «ξεμωραμένο» αν όχι μισητό για την εξέδρα. Κι όμως, τα 27 χρόνια παρουσίας του στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ δείχνουν πως κάθε μεγάλη του επιλογή υπήρξε αποτέλεσμα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Και ήταν το πνεύμα νικητή που πέρασε στην ομάδα, δεκαετίες μετά τον Ματ Μπάσμπι. Το περίφημο United Spirit, όπως διαπιστώνεται και σε μια αυτοβιογραφία της ύστερης περιόδου του.

Διεξαγωγή πολέμου (Οι πηγές χρηματοδότησης και η σύσταση του ρόστερ), Εννέα παραλλαγές τακτικής (Τακτικές και επιλογές του προπονητή), Στρατηγική τοποθέτηση (Οργάνωση ομάδων και διάταξη αγωνιστικού υλικού), Το Συμβατικό και το ανορθόδοξο (Δημιουργία στρατηγικού πλεονεκτήματος), Ανάπτυξη στρατευμάτων (Ζητήματα ποδοσφαιρικής ανάπτυξης), Εννέα είδη εδάφους (Η εκμετάλλευση του αγωνιστικού χώρου), Εμπρηστικές επιθέσεις (Προκλητικές συμπεριφορές), Κατασκοπεία (Κατάσκοποι, ανιχνευτές και μάνατζερ): ιδού οι υπόλοιποι τίτλοι των κεφαλαίων του πολεμικού εγχειριδίου και των παράλληλων εφαρμογών τους στο ποδόσφαιρο. Τα δεκατρία κεφάλαια συμπληρώνονται από έναν επίλογο και τρία παραρτήματα: Για το ποδόσφαιρο των πλουσίων, FFP: Ένα ελαττωματικό εργαλείο και Μια δικαστική απόφαση που άλλαξε το ποδόσφαιρο. Το τελευταίο αφορά την περίφημη υπόθεση Μποσμάν, που ουσιαστικά πέρασε μια ουσιαστική εξουσία της στους ποδοσφαιριστές, οι οποίοι από τη στιγμή που έληγε στο συμβόλαιό τους ήταν πλέον ελεύθεροι να διαπραγματευτούν την μεταγραφή τους σε όποια ομάδα ήθελαν.

Άφησα για το τέλος ένα σπάνιο υπόδειγμα συλλογικότητας: πρόκειται, βέβαια, για την βραζιλιάνικη ομάδα της Κορίνθιανς που στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές δεκαετίας του ’80 υπήρξε ένα περίφημο παράδειγμα ακτιβισμού, σε μια δικτατορική Βραζιλία. Σε αυτή την «πολιτική» Κορίνθιανς η επίδραση του Σόκρατες, που προερχόταν από μια μεσοαστική οικογένεια με ισχυρές αριστερές καταβολές, ήταν καθοριστική. Η ομάδα ήταν οργανωμένη σαν σοσιαλιστικός πυρήνας, όπου οι ποδοσφαιριστές μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του τμήματος έπαιρναν όλες τις αποφάσεις κατόπιν ψηφοφορίας. Σε μια από τις χαρακτηριστικότερες κινήσεις της, λίγο πριν από τις κρίσιμες εκλογές του 1982 που οδήγησαν στην πτώση της δικτατορίας, όλοι οι παίκτες τύπωσαν πάνω στις φανέλες τους την προτροπή Dia 15 Vote (στις 15 ψηφίζουμε). Εκείνη την χρονιά κέρδισαν το πολιτειακό πρωτάθλημα του Σάο Πάολο και στις φανέλες πλέον αναγραφόταν η λέξη «Δημοκρατία». Μπορεί, σκέφτομαι, ένα τέτοιο πρότυπο συλλογικής δράσης να μην είναι εύκολο να επεκταθεί στον ανελέητα σκληρό οικονομικό κόσμο του σύγχρονου ποδοσφαίρου αλλά στον ίδιο αυτόν κόσμο τα δημοκρατικά και αντιρατσιστικά μηνύματα διαρκώς κερδίζουν έδαφος.

Ο Χρήστος Χαραλαμπόπουλος έφερε εις πέρας ένα δύσκολο εγχείρημα, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εφαρμογή ενός αρχαίου πλην διαχρονικού εγχειριδίου στο πλέον συναρπαστικό σύγχρονο άθλημα. Αλλά όλοι εμείς που τον παρακολουθούμε χρόνια και απολαμβάνουμε τις ραδιοφωνικές ή γραπτές εμβαθύνσεις του, δεν αιφνιδιαστήκαμε. Ήμασταν βέβαιοι πως θα το κατάφερνε και αυτό.

Εκδ. Δίαυλος, 2016, σελ. 255. Εκτός από τα τρία παραρτήματα περιλαμβάνονται δυο πρόλογοι από τους Γιώργο Κεντρωτή και Αντώνη Καρπετόπουλο και βιβλιογραφία.

Στις εικόνες: Εθνική Αργεντινής υπέρ Μαλβίνων [1982], Eric Cantona, Arsene Wenger, Luis Cesar Menotti, Nicolas Anelka, Sir Alex Ferguson, Corinthians και ο συγγραφέας σε σκίτσο του Ντένη Τζαννάτου.

Δημοσίευση και σε: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 228, υπό τον τίτλο Great balls of fire.

29
Ιον.
18

Αμπδόν Ουμπίδια – Η ερωτική περιπέτεια και οι χαρακτήρες της

Οι εταίροι του έρωτα: μια τυπολογία

Έχουμε απολαύσει και παρουσιάσει τον Ουμπίδια σε μυθιστόρημα ερωτικής ζήλειας και απρόβλεπτες μικρές Τερπινοήσεις αλλά τώρα μας αποκαλύπτεται ως δεινός δοκιμιογράφος της ερωτικής περιπέτειας και της σχετικής έρευνας σε μυθοπλαστικά και θεωρητικά έργα. Πώς συνέλαβε αυτή την ιδέα; Όταν συνειδητοποίησε πόσες πολλές Ερωτικές περιπέτειες λάμβαναν χώρα στην πόλη του και αναρωτήθηκε πόσο όμοιες ήταν μ’ εκείνες που είχε διαβάσει στα μείζονα μυθιστορήματα. Παρείχε η λογοτεχνία ένα «πατρόν» Ερωτικής περιπέτειας ανθεκτικής στο χρόνο, που η Ιστορία απλώς τροποποιούσε, προσαρμόζοντάς το στα εφήμερα δεδομένα της;

Η Ερωτική περιπέτεια επιδιώκει να σπάσει τη Νόρμα. Γιατί στο ξεκίνημά της, το σεξ, είτε ως αδάμαστο σαρκικό ένστικτο είτε ως ορμέμφυτο εξυψωμένο σε ερωτισμό, δεν αναγνωρίζει καμία νόρμα. Πρόκειται για τον μοναδικό πραγματικό χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο ερωτισμός γεννήθηκε όταν το σεξ πέρασε στο πεδίο του φαντασιακού: όταν δηλαδή έγινε αναπαράσταση, αντικείμενο λατρείας· είτε παρουσία του Ερωμένου είτε εν τη απουσία του Ερωμένου, όταν το σεξ εξαχνώνεται σε νοσταλγία, αγωνία, μοναξιά, αυτοϊκανοποίηση, λαχτάρα γι’ αυτό που δεν έχει κανείς, απεγνωσμένη αναμονή… με άλλα λόγια, όταν μετουσιώνεται σ’ έναν πνευματικό ορυμαγδό ιδιαίτερα ευνοϊκό για τη δημιουργία. Κι ο σημερινός, ανώνυμος «αντιήρωας», ένας οποιοσδήποτε πολίτης οποιασδήποτε πολιτείας, όταν υιοθετεί τον ρόλο του Εραστή, αναδεικνύεται σε «ήρωα» της Ερωτικής περιπέτειας.

Η τέχνη και, ειδικότερα, η λογοτεχνία, είναι τα μόνα αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να δοθεί μια πλήρης και πολυπρισματική μαρτυρία του ανθρώπινου έρωτα. Ζωή και λογοτεχνία είναι ισοδύναμες. Η λογοτεχνία είναι το κατεξοχήν σημαίνον του βαθύτερου σημαινόμενου της ανθρώπινης ζωής. Μόνο στη γνήσια λογοτεχνία παρουσιάζεται η πραγματική ζωή στη φυσική και μεταφυσική της διάσταση.  Το μυθιστόρημα είναι η σημερινή μυθολογία και οι αντιήρωές του αναλογούν στους ήρωες του μυθολογικού χαρακτήρα ποιητικών συνθέσεων των αρχαίων πολιτισμών· σ’ αυτούς αντανακλάται η διαχρονικότητα της ανθρώπινης περιπέτειας. Και φυσικά ο κινηματογράφος αποτελεί μια νέα μορφή λογοτεχνίας, με τεχνικά και τεχνολογικά βοηθητικά μέσα.

Ο συγγραφέας επιμένει στην ανάγκη να γίνει αποδεκτή η Ερωτική περιπέτεια ως ατομικό δικαίωμα, ως μια περιστασιακή όσο και αναγκαία «ερωμένη»· ως χώρος ελευθερίας και ευφρόσυνης τρέλας που μπορεί να συνοδεύει, σε ακανόνιστα διαστήματα, την κανονική συζυγική αγάπη. Εάν η ερωμένη ή η παλλακίδα υπήρξαν μορφές αποδεκτές από τόσες κοινωνίες, ίσως είναι ώρα και στην σύγχρονη κοινωνία να υπάρξει ένας χώρος για τις εφήμερες και εναλλασσόμενες σχέσεις που θα αναζωογονούν κάθε τόσο τις στιγμές μονοτονίας της συζυγικής αγάπης ή θα αποτελούν ευχάριστες ανάπαυλες για τους μοναχικούς που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να απαρνηθούν την μοναξιά τους.

Ο Σαρτρ έλεγε πως κάθε αληθινό πάθος έχει γεύση στάχτης: γεννιέται για να πεθάνει. Ο Ίγκορ Καρούζο στο βιβλίο του Ο χωρισμός των εραστών: μια φαινομενολογία του θανάτου δείχνει ανάγλυφα την τελετουργία θανάτου που λαμβάνει χώρα όταν η «δυαδική ένωση» των Εραστών καταλύεται. Εκείνοι θα πρέπει τότε να αποδεχτούν ότι καθένας από τους δυο πεθαίνει μέσα στον άλλο. Το πρώτο μέρος ολοκληρώνεται με κεφάλαια που αναφέρονται στον Γάμο, τα Πάθη, τα Μικροπάθη, το Σεξ, την Ελαφρότητα και το Βάθος.

Στο δεύτερο μέρος ο Ουμπίδια τυπολογεί οκτώ πιθανούς χαρακτήρες της Ερωτικής περιπέτειας. Πρώτος απ’ όλους ο Εραστής, ο οποίος διεκδικεί την εξουσία να υπάρξει. Η οξυμένη φαντασία του περιπλανώμενου Δον Κιχώτη επινόησε την Ερωμένη του Δουλτσινέα αλλά εκείνη παραμένει απόμακρη, κλεισμένη στο κάστρο των ονείρων του. Έχει αξία γιατί είναι άπιαστη, όπως η Λολίτα για τον αρχετυπικό μελαγχολικό Εραστή Χάμπερτ Χάμπερτ. O Δον Ζουάν συνιστά ειδική περίπτωση Εραστή· ωστόσο παρά τον οικουμενικό του χαρακτήρα δεν αποτελεί έναν ενιαίο τύπο αλλά έναν χαρακτήρα που ποικίλλει, ανάλογα με την οπτική γωνιά προσέγγισης από τους κατά καιρούς δημιουργούς του. Ένα από τα μέσα επίτευξης του σκοπού του είναι το γεγονός ότι «εκείνες ξέρουν πώς είναι ελόγου του»: αμετανόητος γυναικάς αλλά ταυτόχρονα η ζωντανή εικόνα της ανατροπής και της ελευθερίας. Πιστό αντίγραφο του Δον Ζουάν ή ανεξάρτητος χαρακτήρας, ο Καζανόβα αγαπά την ζωή· είναι ένας αιώνιος εραστής ερωτευμένος με την αρχική φάση της Ερωτικής περιπέτειας, όχι όμως και με την εξέλιξή της, ούτε βέβαια με το θλιβερό της φινάλε.

Ο Ερώμενος βρίσκεται πάντα πέρα από τον Εραστή· είναι ένας αιώνιος φυγάς. Είναι ένα «υποκείμενο», κάτοχος μιας ελεύθερης συνείδησης. Στην αντίθετη εκδοχή, μπορεί να μετατρέπεται σε σκοτεινό αντικείμενο του πόθου ή σε εκείνο που εννοούσε ο Φρόυντ όταν έλεγε «η επιθυμία είναι η επιθυμία μιας επιθυμίας». Ο φόβος του Ερωμένου ότι ο Εραστής θα καταλήξει να τον «ξεγυμνώσει» δηλαδή να του αφαιρέσει όλα τα εξιδανικευμένα χαρακτηριστικά που του είχε αποδώσει, δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τον ίδιο αλλά και τον Εραστή, ο οποίος, μετά την ολοκληρωτική του νίκη ποτέ πια δεν θα του αποδώσει την ίδια αξία. Ένα ενδιαφέρον υπόδειγμα εδώ προσφέρει το μυθιστόρημα της Μαργκερίτ Ντυράς Ο Εραστής, που στην πραγματικότητα θα έπρεπε να τιτλοφορείται Η Ερωμένη, γιατί εκείνη είναι η πρωταγωνίστρια κι εκείνος δεν θα καταφέρει να γίνει Ερώμενος παρά μόνο στη θύμηση αυτού που χάθηκε.

Το κεφάλαιο για τον Προδομένο ανακαλεί την Ιστορία της σεξουαλικότητας του Φουκώ, σύμφωνα με τον οποίο η καταπίεση στον ερωτικό τομέα, τουλάχιστον στην Ευρώπη, είναι έργο του 19ου αιώνα, κατά τον οποίο η αναδυόμενη αστική τάξη βρήκε στο έσχατο αμυντικό μέσο του μονογαμικού ανδρόγυνού τον τρόπο να διασφαλίσει την συνέχιση και αναπαραγωγή του «κοινωνικού της σώματος». Τα χαρούμενα και τερπνά ερωτικά παιχνίδια στα οποία αρέσκονταν ευγενείς και αυλικοί έλαβαν τέλος, όπως προεικονίζει ο ντε Λακλό στο μυθιστόρημα Οι επικίνδυνες σχέσεις. Η μοιχεία θεωρήθηκε ως χείριστο αμάρτημα· η πορνογραφία έπαψε να είναι εκείνος ο ευάρεστος περί πορνών λόγος, γνωστός από την ελληνορωμαϊκή Αρχαιότητα, και μετατράπηκε σε απεχθές, διεστραμμένο αμάρτημα· τα παιδιά σύμφωνα με το επίσημο ψεύδος ήταν ασεξουαλικά και η βικτωριανή ηθική επιβλήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέχρι, φυσικά, να ανακαλυφθεί από τις ΗΠΑ και τον καταναλωτικό τους «πολιτισμό» και να μετατραπεί σε πωλήσιμο εμπόρευμα όπως κατέδειξε ο Χέρμπερτ Μαρκούζε στο βιβλίο Ο μονοδιάστατος άνθρωπος.

Ο συγγραφέας επιφυλάσσει ειδική μνεία για την κατανόηση και την συγκατάνευση του Προδομένου, όπως στην περίπτωση του συζύγου στον Εραστή της Λαίδης Τσάττερλυ του Λώρενς ή του συζύγου της Ιουστίνης στο Αλεξανδρινό κουαρτέτο του Ντάρελ, αλλά και την ιδιότητα του Προδομένου ως ανίσχυρου εραστή όπως στο Ημερολόγιο ενός εξαπατημένου του Ντριε Λα Ροσέλ ή στον Οδυσσέα του Τζόυς, αλλά και στους Υποχθόνιους του Κέρουακ, όπου η Μαρντού προτείνει να την μοιράζονται Εραστής και Αντίζηλος. Κι έτσι φτάνουμε αισίως στον Αντίζηλο:

Πόσο αστείος και θλιβερός εραστής υπήρξε ο Σουάν του Προυστ στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, καθώς κατασκόπευε την Ερωμένη του κάτω από λάθος παράθυρα ή ταξίδευε στα χωριά για να την παρακολουθήσει. Κι όμως, αυτά τα βασανιστήρια ήταν ικανά να ενδυναμώσουν το πάθος του. Η αναδρομική ζήλεια του Σολάλ στην Ωραία του Κυρίου, η μάταιη ζήλεια του Μπέντριξ στο Τέλος μιας σχέσης, η απόγνωση του Πρόξενου Κάτω από το ηφαίστειο δεν είναι παρά κάποιες από τις πλευρές του σύνθετου θέματος της ζήλειας.

Ο Έμπιστος λειτουργεί ανάμεσα στη Νόρμα και τις παραβιάσεις της. Γίνεται ανιδιοτελής φίλος, φιλέρευνος εξομολογητής, αυτόκλητος δικαστής, πρόθυμος ψυχογράφος. Ο ψυχαναλυτής της ανοργασμικής Ρέικο στην Μουσική του Μισίμα, ο περίφημος Δόκτωρ Γκλας του φερώνυμου μυθιστορήματος του Σέντερμπεργκ, ο μέντορας του ήρωα στο Μετάξι του Μπαρίκκο βρίσκονται πολύ κοντά στην ερωτική σχέση για να είναι απλά τρίτα πρόσωπα. Ποια βαθιά ανάγκη υποχρεώνει τον έμπιστο να αναμειχθεί στην ερωτική περιπέτεια των άλλων; Μήπως είναι ένας αποκλεισμένος σε δυσαρμονία με την αποστολή του; Μήπως ονειρεύεται ή νοσταλγεί την θέση του Εραστή σε αντίστοιχη περιπέτεια; Μήπως ταυτίζεται μαζί του; Ο Χορός του κοινωνικού περίγυρου, ο Αντικαταστάτης και το Τέλος της ερωτικής περιπέτειας συμπληρώνουν την τυπολογία του απολαυστικού αυτού έργου.

Εκδ. Ροές, 2017, μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 272 [La aventura amorosa (y sus personajes), 2011]. Με προλογικό σημείωμα και 75 σημειώσεις της μεταφράστριας και επίμετρο του Βίκτορα Ιβάνοβιτς με τίτλο Ο έρωτας στα χρόνια του Μεταμοντερνισμού.

Στις εικόνες, φωτογραφίες από αγαπημένες κινηματογραφικές ιστορίες αξέχαστων εραστών: The Servant, [Joseph Losey, 1963, Sarah Miles, Dirk Bogarde] / La fine del mondo nel nostro solito letto in una notte piena di pioggia [Lina Wertmüller, 1978, Giancarlo Giannini Candice Bergen] / Morgan – A Suitable Case for Treatment [Karel Reisz, 1968, Vanessa Redgrave, David Warner] / I am a cyborg but that’s ok [Park Chan-wook, 2006, Im Soo-jung, Rain] / The Getaway [Sam Peckinpah, 1972, Ali MacGraw, Steve McQueen] / Ça n’ arrive qu’ aux autres [Nadine Trintignant, 1971, Catherine Deneuve, Marcello Mastroianni] / Darling [John Schlesinger, 1965, Julie Christie, Dirk Bogarde] / Il prato [Paolo e Vittorio Taviani, 1978, Isabella Rossellini, Saverio Marconi] / American Honey [Andrea Arnold, 2016, Sasha Lane, Shia LaBeouf].

28
Μαρ.
18

Σάββας Μιχαήλ – Homo liber. Δοκίμια για την εποχή, την ποίηση και την ελευθερία

Μια αειθαλής διακλάδωση ιδεών και κειμένων

«Τι αιώνα κάνει εκεί έξω;» αναρωτιέται σε ένα ποίημά του ο Μπορίς Παστερνάκ · «Αιώνα μου θεριό μου, ποιος θα τολμήσει / στις κόρες των ματιών να σ’ αντικρίσει;» αναρωτιέται ο Οσίπ Μαντελστάμ σ’ ένα δικό του, καθώς αμφότεροι είδαν την ρήξη που σημαδεύει την είσοδο στη νέα Εποχή, που έκανε τον Αιώνα ένα θηρίο με σπασμένη ράχη· είναι η ίδια ράχη που στον καιρό της ξέφρενης νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης χάθηκε κάτω από το κολοσσιαίο πλασματικό κεφάλαιο, το μέγιστο και έσχατο όλων των φετίχ, όπως προείδε ο Μαρξ. Εάν καταρρεέουν όλες οι βεβαιότητες που λειτουργούσαν ως «καθεστώς αλήθειας», τότε ο υπαρκτός καπιταλισμός στον οποίον κυρήσσεται πλέον κατά κανόνα κι όχι κατ’ εξαίρεση η κατάσταση εξαίρεσης ή έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβάνει σ’ αυτήν ακριβώς την διάσωση του καθεστώτος αλήθειας που την στηρίζει.

Το καθεστώς αλήθειας είναι ένας από τους όρους διαμόρφωσης και ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ο Μισέλ Φουκώ το ονομάζει πολιτική οικονομία της αλήθειας και διακρίνει σ’ αυτήν, μεταξύ άλλων, την υποταγή της σε μια συνεχή οικονομική και πολιτική υποκίνηση, την μετατροπή της σε αντικείμενο τεράστιας διάδοσης, την παραγωγή και μετάδοσή της κάτω από τον κυρίαρχο έλεγχο μεγάλων πολιτικοοικονομικών μηχανισμών. Το πρόβλημα, υποστήριζε ο Φουκώ, δεν είναι να αλλάξουμε την συνείδηση των ανθρώπων ή το τι έχουν μέσα στα κεφάλια τους, αλλά να αλλάξουμε το πολιτικό, οικονομικό, θεσμικό καθεστώς παραγωγής της αλήθειας. Αλλιώς, ποια εξουσία θα ενδιαφερθεί να βρει εάν υπάρχει άλλη αλήθεια έξω από το δικό της καθεστώς αλήθειας, γεγονός που θα ισοδυναμούσε με το τέλος της; Η συμβουλή του Μαντελστάμ παραμένει επιτακτική: να αντικρίζουμε την Εποχή πάντα στις κόρες των ματιών της.

Το κείμενο Heimat – Η ανέστια Εστία ή Ένας περίπατος στο Gezi Park μαζί με τους Ernst Bloch, Walter Benjamin και Alain Badiou εκκινεί με τις φράσεις του Νίτσε από το Also spracht Zarathoustra (Πού βρίσκεται τα δικό μου σπίτι; Αυτό είναι που ζητώ και ψάχνω κι αυτό είναι που πάντα έψαχνα και ποτέ δεν βρήκα), την ζοφερή πρόγνωση του Charles Fourier – Ολοένα περισσότερο είναι στα γραφεία και στα κέντρα των εμπορικών – οικονομικών επιχειρήσεων που πρέπει να ψάξουμε να βρούμε το πραγματικό πλαίσιο της ζωής του πολίτη – και την παρομοίωση του Μπένγιαμιν του διαμερίσματος – κουτιού με ανθρώπους με τα κουτιά για παπούτσια ή καπέλα. Δεν είναι λοιπόν αυτονόητο ότι η κατοικία είναι οικεία. Το σπίτι δεν είναι αυτόματα η γεμάτη θαλπωρή εστία του ανθρώπου. Η μέχρι τώρα Ιστορία είναι Ιστορία της αποξένωσης του ανθρώπου και ο τόπος διαμονής του δεν μπορεί παρά να συμπυκνώνει την αλλοτρίωσή του.

Ο σπουδαίος μαρξιστής φιλόσοφος Ernst Bloch έβαλε στο κέντρο της φιλοσοφικής του αναζήτησης όχι το όν ή την Ιδέα αλλά την Εστία [die Heimat]. Και στο λαμπρό πανόραμα των ανθρωπίνων προσδοκιών που μας χαρίζει το μπλοχιανό έργο Η Αρχή της Ελπίδας, ιδιαίτερη και αξιοπρόσεκτη θέση καταλαμβάνουν οι αρχιτεκτονικές ουτοπίες. Από την αρχαιότητα η αρχιτεκτονική και η ουτοπία συνδέονται με την άριστη Πολιτεία του ευ ζην. Η ουτοπία, έγραψε, έχει δυο τάσεις, την μορφή της άκαμπτης πέτρα, του κλειστού και αμετάβλητου κόσμου, και την μορφή του εδεμικού Δέντρου της Ζωής. Ίσως με αυτή την σκέψη μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η τύχη είκοσι δένδρων στο πάρκο Γκεζί της Πλατείας Ταξίμ που απειλούνταν με κόψιμο πυροδότησε μια εντελώς αναπάντεχη λαϊκή εξέγερση κατά της νέο-οθωμανικής τάξης, ένα Συμβάν-Τομή. Η αναδόμηση – καταστροφή της ιστορικότερης Πλατείας και τόπου ιστορικής μνήμης, ακολούθησε άλλα έργα της νέο-οθωμανικής μεγαλομανίας και νεοφιλελεύθερης κερδοσκοπίας της τουρκικής κυβέρνησης, και ήταν η πιο προκλητική και αντιδραστική «αλλαγή κόσμου» για τον λαό της πόλης. Δεν του έκοβαν απλώς είκοσι δέντρα, αλλά το ίδιο το Δέντρο της Ζωής.

Η αθέατη πλευρά της τέφρας αφορά το βιβλίο Αντιμέτωπη με το Ολοκαύτωμα – Η Λίζα Πίνχας διηγείται [έκδοση του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδας, 2014], όπου η Πίνχας αφηγείται την ζωή μέσα στον θάνατο, στο στρατόπεδο Άουσβιτς – Μπίρκενάου, όπου μπήκε στο στρατόπεδο το 1943, είκοσι επτά χρονών κορίτσι, και βγήκε ζωντανή δυο χρόνια μετά αφήνοντας εκατόν δώδεκα συγγενείς νεκρούς μαζί με τα έξι εκατομμύρια των εξοντωμένων Εβραίων. Η τέφρα ενάντια στην οποία γράφει είναι εκείνη που εκμηδενίζει ή απειλεί να εκμηδενίσει ακόμα και την δυνατότητα να μαρτυρήσει κανείς για την ίδια την εκμηδένιση. Υπάρχουν πάνω από εκατό χιλιάδες ατομικές μαρτυρίες επιζώντων, καθεμιά μοναδική, όπως η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, καθεμιά ανεπανάληπτη, ενική, μη αφομοιώσιμη σε κάποιο γενικό στατιστικό σύνολο. Η μαρτυρία της συνεχίζεται στο διπλό αυτό ενάντια: αντιμέτωπη με την Καταστροφή, την Σοά, μένει ακλόνητη στον αγώνα ενάντια στην εκμηδένιση όχι μόνο του θανάτου αλλά και της ίδιας της μνήμης.

Η δικαιοκρισία της Λίζας Πίνχας είναι αμείλικτη. Μέσα από την μαρτυρία της περνάει μπροστά στα μάτια μας μια ατέλειωτη σειρά εξευτελισμών και βασάνων, μέχρι την εξόντωση και την αποτέφρωση. Όλα όσα το σύγχρονο σύστημα θέλει να ξεχαστούν και να σβήσουν ή να μετατραπούν σε ακίνδυνα εικονίσματα· να μη φανεί προπαντός η ίδια η αδυσώπητη λογική του Ναζισμού και κάθε φασισμού που αρχίζει με το ποδοπάτημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και καταλήγει στα στρατόπεδα εκμηδένισης. Αυτόν ακριβώς τον κεντρικό άξονα της δράσης του φασισμού, την συστηματική καταστροφή του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο, ξεσκεπάζει χωρίς φτιασιδώματα η μαρτυρία αυτής της απλής αλλά αλύγιστης Θεσσαλονικιάς Εβραίας. Η αντίσταση σε αυτή την καταστροφή του ανθρώπινου ήταν η δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης ανάμεσα στους κρατούμενους. Με την απελευθέρωσή της η Πίνχας γνώριζε καλά ότι το πένθος της δεν τελείωσε, ότι το ζήτημα της απόδοσης Δικαιοσύνης ως αίτημα Ζωής εκκρεμεί. Γι’ αυτό και δεν εξαφάνισε την πικρή της ελευθερίας μέσα στο πένθος αλλά μετέτρεψε την εργασία του πένθους σε δράση για τα δίκαια των επιζώντων, σε μαρτυρία.

Στο κείμενο Ελευθερία – …non ut Legem, sed ex amore ο συγγραφέας αναρωτιέται ποιο ευαίσθητο νεύρο άγγιξε ο Εβραίος σοφός του Άμστερνταμ Μπαρούχ Σπινόζα για να έχει προκαλέσει και να συνεχίζει να προκαλεί τόσα πάθη και να εξαπολύονται εναντίον του, από τον 17ο ως τον 21ο αιώνα τόσες  βίαιες επιθέσεις. Τόσο η Ηθική του όσο και η Θεολογικοπολιτική πραγματεία στα υπό έρευνα κεφάλαια έχουν ως κοινή κατάληξη την Ελευθερία [Libertas] και σ’ αυτούς τους δρόμους συναντιέται με έναν άλλο πρώιμο εξάγγελο της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης, τον Giovanni Pico della Mirandola, ο οποίος στον λόγο του περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου επέστρεψε στην Ελευθερία το αληθινό της όνομα: Αξιοπρέπεια [Dignitas].

O Σπινόζα συγκρούστηκε με τις συντηρητικές πολιτικές και θρησκευτικές εξουσίες, με όλες τις σύγχρονές του μορφές υποδούλωσης, μαζί και με την εθελούσια δουλεία του πλήθους, την οποία διατηρούσαν κι εκμεταλλεύονται οι εξουσίες για να κάνουν τις λαϊκές μάζες «να μάχονται για την δουλεία τους σαν να επρόκειτο για την σωτηρία τους». Στον πρόλογο της Πραγματείας του ο Σπινόζα είχε ήδη δείξει πως σε καιρούς κρίσεις η fluctuation animi, ο κλυδωνισμός της ψυχής μεταξύ φόβου και ελπίδας γίνεται το πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους σαπρόφυτα και προκαταλήψεις. Κι αυτός ήταν ο στόχος του έργου του, η δεισιδαιμονία ως εξουσιαστικός μηχανισμός υποδούλωσης και ελέγχου των πληθυσμών στην νεωτερική αστική κοινωνία. Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, κατά τον Πίκο ντέλλα Μιράντολα, έγκειται στην καθολικότητα στην οποία μπορεί να ανοιχτεί κάθε άνθρωπος· στο ίδιο μοίρασμα ανοίγεται και ο Σπινόζα, που, παρόλο που δεν έχασε τις εβραϊκές ρίζες της σκέψης του, θα συμφωνούσε με την δαιμόνια ξεριζωμένη Εβραία, την Γερτρούδη Στάιν, η οποία, σαρκάζοντας την μυθολογία των Ναζί για «ρίζες», «αίμα και γη», θα πει: Είναι σπουδαίο να έχεις ρίζες, αρκεί να μπορείς να τις πάρεις μαζί σου!

Ο Jean Genet στον κόσμο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή έχει ως αφορμή το βιβλίο του Το παιδί εγκληματίας [Άγρα, 2015]. Ο Ζενέ δεν έπαψε ποτέ να επανέρχεται και να μιλά σαν Νέμεση, πόσο μάλλον όταν επιχείρησε την απαγορευμένη τελικά ραδιοφωνική εκπομπή Το παιδί εγκληματίας. Το ίδιο απαγορευμένα ήταν και τα λόγια του πέντε χρόνια μετά το τέλος του Άουσβιτς: Οι εφημερίδες εξακολουθούν να δημοσιεύουν φωτογραφίες των πτωμάτων […] … αυτά είναι τα εγκλήματα του Χίτλερ. Κανείς όμως δεν διανοήθηκε ότι ανέκαθεν στις φυλακές ανηλίκων, στις γαλλικές φυλακές, βασανιστές βασανίζουν παιδιά και άνδρες… Εμάς μας κακοποίησαν τόσο στη φυλακή και τόσο άνανδρα που ζηλεύω τα δικά σας βασανιστήρια. […] εμείς όμως θα εξακολουθούμε να ενσαρκώνουμε τις τύψεις σας.

Ο Ζενέ μιλάει ως εχθρός του κόσμου, ως νομικός εκπρόσωπος του Κακού. Δηλώνει απερίφραστα ότι πρόθεσή του είναι «να ακουστεί η φωνή του εγκληματία». Χρειάζεται, γράφει, θάρρος να έρθεις σε ρήξη με την παντοδυναμία του κόσμου, και ακόμα να αρνηθείς οποιοδήποτε «σωφρονισμό» ή «ανασυγκρότηση» ή «επανένταξη». Όπως ο Ιβάν Καραμάζοφ του Ντοστογέφσκυ στην αφήγηση του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, έτσι και αυτός εναντιώνεται σε κάθε κανόνα γιατί είναι κανόνας υποδούλωσης στην υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων. Αν η ανθρωπότητα, το ανθρώπινο που την καθιστά «ανθρωπότητα» δεν είναι μια αφηρημένη ταυτότητα κοινών χαρακτηριστικών αλλά η αναγνώριση του Μοναδικού ως του κοινού στους ανθρώπου, στοιχείο που διαπερνά και την συζήτηση με τον Αλμπέρτο Τζιακομέττι στο Εργαστήριό του, τότε δεν μας κάνει εντύπωση που ο μεγάλος ζωγράφος ερωτεύτηκε μια γοητευτική γριά κλοσάρ κι ο Ζενέ έναν εξίσου ρακένδυτο ζητιάνο.

Ένας άλλος έρωτας ενέπνευσε τον σπουδαίο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο έργο του Μονόδρομος: η αναφερόμενη Οδός Άσια Λάτσις στην αφιέρωση στην αρχή του βιβλίου δεν είναι παρά η Λεττονή μπολσεβίκα από την Ρίγα, πρωτοποριακή σκηνοθέτρια του προλεταριακού παιδικού θεάτρου στην Σοβιετική Ρωσία και παιδαγωγός αφοσιωμένη στα ορφανά και εγκαταλελειμμένα παιδιά. Η Άσια Λάτσις δεν ήταν κάποια εφήμερη ερωτική περιπέτεια αλλά μια συνάντηση με το πνεύμα της μοντέρνας τέχνης και την ψυχή της επανάστασης, ένας μονόδρομος. Σύντομα καταλήγουν σ’ έναν άλλου είδους μονόδρομο, την σταδιακή απογοήτευση από το έλλειμμα και την γραφειοκρατικοποίηση της επανάστασης από τον σταλινισμό. Όμως η περίπτωση του Μπένγιαμιν (στον οποίο αφιερώνονται και άλλα κεφάλαια) έχει ένα παράδοξο: ενώ στον Μάη του ’68 ήρθε στην επικαιρότητα ως ο στοχαστής της επανάστασης, όπως όντως είναι, στα τέλη του 20ού αιώνα μετατράπηκε σε θλιβερό εστέτ και σε εκπρόσωπο όλων των παραιτημένων. Ποιος φοβάται άραγε την επαναστατική του ιδιότητα και τον Μονόδρομο του, έναν δρόμο που τον χαράσσεις όσο τον περπατείς ενώ τα ερείπιά του που σωριάζονται μπροστά σου δεν φράζουν αλλά ανοίγουν τον δρόμο;

Ο Angelus Novus στον καιρό της Μεγάλης Ύφεσης, Ο William Blake στην Πλατεία Συντάγματος, Ο αντισημιτισμός ως κρίση του πολιτισμού, Η Άκρα Ταπείνωση της Ρέας Γαλανάκη, Οι Κώδικες του Γιώργου Λαζόγκα, Το Άουσβιτς sub specie future, Η τέχνη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, Ο Ρωμαίος, η Ιουλιέττα και τα φαντάσματα των ταυτοτήτων, Ο Ζντάνωφ και οι γάτες της Αχμάτοβα, Η αλληλογραφία Γιάννη Ρίτσου – Άρη Αλεξάνδρου – Καίτης Δρόσου, Σκέψεις για τον Βύρωνα Λεοντάρη, Ο Μίλτος Μακρίδης και η απόγνωση ως ευγένεια, Ο βιβλικός ποιητής Α. Εμπειρίκος, Η επανάσταση στους Deleuze και Guattari είναι μόνο ορισμένα θέματα που αναταράσσει η γραφή του συγγραφέα με το γνωστό της ύφος: με πλήρη επιστημονικό εμπλουτισμό (πάντα με πλούσιες σημειώσεις), απρόσμενους συνειρμούς, ενθουσιώδη γραφή και απολαυστικό λόγο, όπου το κάθε κείμενο ανοίγει και παραπέμπει σε πολλαπλά άλλα κείμενα, σ’ ένα καταιγισμό ιδεών και προβληματισμών. Έχουμε, άλλωστε, ήδη παρουσιάσει στο Πανδοχείο τις γραφές του για την Περιπλάνηση, το Μεσσιανικό και την Musica ex nihilo.

Στις εικόνες: Michel Foucault, Ernst Bloch, Εξεγερτές της Κωνσταντινούπολης, Holocaust Survivor [Hanka Kornfeld-Marder], Baruch Spinoza [Alexey Leonov], Anna Lācis.

23
Φεβ.
18

Διονύσης Καψάλης – Η ταραχή των ανθρωπίνων

Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έζησε σε μια μικρή κωμόπολη της Μασαχουσέτης, στην καρδιά της πουριτανικής Νέας Αγγλίας, μετέτρεψε τα μέτρα της αγγλικής εκκλησιαστικής υμνογραφίας σε υψηλή ποίηση, γεμάτη γόο και μαγεία, οδύνη και ειρωνεία, φωτεινή ευσέβεια και υπόρρητη βλασφημία. Η Έμιλυ Ντίνκισον υπήρξε μια από τις σπαραχτικότερες γυναικείες φωνές, πλάι πλάι με την Σαπφώ και την Ήριννα, την Αχμάτοβα και την Τσβετάγειαβα, την Μαριάν Μουρ και την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Εσωστρεφής και εκκεντρική για τους συντοπίτες της, έζησε βίο μοναχικό, αποτραβημένη στο πατρικό της σπίτι. Το εκδομένο της έργο όσο ζούσε, συμποσούται σε έντεκα ποιήματα, ενώ μετά τον θάνατό της βρέθηκαν στοίβες και αυτοσχέδια τεύχη με περίπου χίλια οκτακόσια ποιήματα. Η μοναχική περίπτωση της Έμιλυ Ντίκινσον, καθρεφτίζεται με την δόξα και την παθογένεια της ποίησης, για να αντιστρέψω τον τίτλο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα σε τούτη την πλούσια δοκιμιακή συλλογή.

Πολλά από τα «επιταφικά» ποιήματά της μαρτυρούν ότι, παρά την εθελούσια απομόνωση και τον ισόβιο αναχωρητισμό της, παρέμεινε για πολλά χρόνια ευαίσθητος δέκτης των εξωτερικών γεγονότων και του συλλογικού σπαραγμού του Αμερικανικού Εμφυλίου. Έστηνε σύνθετους, αινιγματικούς και συχνά παράδοξους συλλογισμούς σ’ έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με τον στοχαστικό εαυτό της, προικίζοντας τα ποιήματά της με πυρετώδη διανοήματα και ελλειπτικούς συλλογισμούς. Η Ντίκινσον ανήκει στην λαμπρή εκείνη χορεία των ποιητών που πρέπει να σκεφτούν τον κόσμο εξαρχής μόνοι τους, με τα δικά τους μέσα· που έχουν πραγματικά δική τους σκέψη ή προτιμούν, όπως έγραφε ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, «να επινοήσουν δικό τους σύστημα παρά να υποδουλωθούν στο σύστημα κάποιου άλλου». Ο Καψάλης εμβαθύνει στην γραφή της, εξετάζει ποιήματά της και παρουσιάζει τις αντικρουόμενες απόψεις της κριτικής.

Τα τριαντάχρονα ενός ποιήματος («Η επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου») αναφέρονται σ’ ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, το Aubade του Φίλιπ Λάρκιν, που δημοσίευσε στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τεύχος του Times Literary Supplement το 1977 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών. Για τον συγγραφέα ο Φίλιπ Λάρκιν είναι η σημαντικότερη ποιητική φωνή της Αγγλίας των τελευταίων σαράντα ετών (και όχι π.χ. πενήντα ή η σημαντικότερη μεταπολεμική φωνή, ώστε να μην αφήσει έξω τον ώριμο Ώντεν και τον Ντύλαν Τόμας, «κορυφαίους και συχνά ασύλληπτης εκφραστικής ομορφιάς ποιητές»). Σχετικά ολιγογράφος, κατέλιπε τέσσερις όλες κι όλες ποιητικές συλλογές, ενώ η σιωπηλή του δεκαετία πριν τον θάνατό του καλύπτεται επαρκώς από το συγκεκριμένο ποίημα και τα μη μυθοπλαστικά του βιβλία ενώ τα ημερολόγιά του, με δική του εντολή, κάηκαν μετά τον θάνατό του.

Ελάχιστα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας μπορούν να σταθούν όρθια απέναντι σ’ αυτό το εκτυφλωτικό μάθημα θανάτου, σ’ αυτή την ήρεμη παραδοχή του κύκλου της ζωής και του θανάτου. Για άλλη μια φορά ο θρίαμβος της τέχνης του Λάρκιν είναι ο θρίαμβος του κατορθωμένου λόγου και της ανθρώπινης επινόησης πάνω στο χάος της εμπειρικής ύλης. Πάντα είρων, το χαρακτήρισε σε επιστολή του θανατοφοβικό και μίλησε για την επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου. Η δεύτερη στροφή απογυμνώνει το θέμα, «τον βέβαιο αφανισμό προς τον οποίο ταξιδεύουμε», στην τρίτη στροφή αφού ξεμπερδέψει με την θρησκεία «αυτό το τεράστιο, σκοροφαγωμένο μουσικό εργόχειρο που φτιάχτηκε για να υποκρινόμαστε ότι δεν πεθαίνουμε ποτέ», ο Λάρκιν θα απορρίψει κάθε προτεινόμενο αντίδοτο αταραξίας ή ηθικής αδιαφορίας προς τον θάνατο, στην τέταρτη θα δώσει την χαριστική βολή μ’ έναν στίχο που διαγράφει μονοκονδυλιά χιλιάδες σελίδες περί ηθικής αντοχής απέναντι στον θάνατο, στην πέμπτη και τελευταία στροφή η συνείδηση της θνητότητας μοιάζει να αραιώνει λίγο, όχι γιατί εξευμενίστηκε ή ηττήθηκε αλλά γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Το κείμενο Η ταραχή των ανθρωπίνων αφορά σχόλια σ’ ένα ποίημα του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, το 6ο μέρος από το σπονδυλωτό επταμερές Meditations in Time of Civil War. Οι «Στοχασμοί σε καιρό εμφυλίου πολέμου», που αφορούν τον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο [1922 – 1923], ανάμεσα στις κυρίαρχες παρατάξεις Ιρλανδών αυτονομιστών, προέρχονται από την κορυφαία συλλογή The tower, που εγκαινίαζε την τελευταία, εξωφρενικά εύγλωττη ωριμότητα του Ιρλανδού ποιητή. Σε αντίθεση με την αμετακίνητη τοπικότητα, τον Πύργο, πύργο χειροπιαστής βεβαιότητας σε αβέβαιους καιρούς, σταθμό, λιμάνι, «εδώ και τώρα» της ποίησης, το κυρίαρχο αίσθημα του ξεριζωμού αποκτά μια δριμύτερη διάσταση: την αγωνία του εκτοπισμένου και του κατακτημένου ανθρώπου, τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη  του αιχμαλώτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια, τη σκέψη του αυτόχθονα που νιώθει ξένος στο σπίτι του. Το ποίημα, μεταξύ άλλων, έχει απεκδυθεί τον συνήθη μεγαλοϊδεατισμό του Γέητς, την πορφύρα του ιεροφάντη και τον μανδύα του προφήτη και ανασαίνει κανονικά σ’ έναν κόσμο πιο τρυφερό και εξανθρωπισμένο. Μοιάζει μάλιστα να πάει να συναντήσει ανοχύρωτο τον φυσικό κύκλο της ζωής που γεννάει, αναγεννιέται και χτίζει μέσα στις ρωγμές του πύργου, όπως το αέναο πηγαινέλα των φιλόπονων μελισσών που διδάσκει τις αρετές της υπομονής σ’ έναν εξανθρωπισμένο κόσμο. Η ιστορία δεν εξορίζεται από το ποίημα· εξορκίζεται όμως ο πόνος και η βία της.

Το κείμενο για τον Τέλλο Άγρα επιχειρεί μια ολική επανανάγνωση του ποιητή των σχολικών αναγνωστικών και των καθιερωμένων ποιητικών ανθολογιών. Στο ερώτημα που θέτει ο Καψάλης, τι παραμένει ζωντανό για μας σήμερα στην ποίηση του Άγρα, αν απαντούσε μονολεκτικά θα έλεγε την μορφοδοξία, λέξη και έννοια που καθιέρωσε ο ίδιος ο Άγρας και που ίσως ερμηνεύεται με άλλη δική του φράση: «Η μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου». Ποια είναι η στρεβλή εικόνα της ποίησης του Άγρα; Μικροαστική μοναξιά και λόγος ενδιάθετος, ένα είδος ψυχαναγκαστικής μόνωσης σε τόνους χαμηλόφωνης εκμυστήρευσης: αυτός είναι ο κόσμος του στην κρατούσα εικόνα της κριτικής, που διανθίζεται και με όρους όπως «νεοσυμβολισμός» και «νεορομαντισμός». Ο κανόνας στην υποδοχή του Τέλλου Άγρα είναι η συγκατάβαση κι ένα εξελικτικό και ανιστόρημα ιδεολόγημα που μετράει την αξία (και την αναγνωσιμότητα) ενός ποιητή με το μέτρο της συνεισφοράς του σε αυτό που ο εκάστοτε τιμητής θεωρεί ως νομοτελειακή εξέλιξη της ποίησης. Κάπως έτσι καλή ποίηση θεωρήθηκε εκείνη που προοιωνίζεται την έλευση του ελεύθερου στίχου.

Ο Άγρας προσαρτά ολόκληρες περιοχές εμπειρίας στην ποίηση, περιοχές ως τότε απροσπέλαστες στον λυρικό λόγο· προσαρτά κυρίως μια μεγάλη περιοχή, που δηλώνεται με τον τίτλο Καθημερινές και σχεδιάζεται προαναγγελτικά με μόττο έναν στίχο του Λαφόργκ: «Α, πόσο καθημερινή είναι η ζωή!». Την καλύτερη υπεράσπιση της ποιητικής του περιοχής  την διατυπώνει ο ίδιος ο Άγρας σ’ ένα μοναδικό κείμενο ποιητικής και κριτικής αυτογνωσίας που τιτλοφορείται Nihil…minor in litteris, στην κατακλείδα του οποίου γράφει: Δεν ξέρω μήπως το βάθος του βόρβορου μέσα στον οποίον ο πολιτισμός έχει εκπέσει – ο φυσικός, ο ηθικός, ο πνευματικός; Δεν ξέρω πως μια αναγέννηση, αν πρόκειται να γίνει, θα προέλθει από σφαίρες άλλες, παρά από την Τέχνη; Δεν ξέρω τάχα, και για σήμερα, και για αύριο, και για πάντα, πως η Τέχνη δεν έκλεισε και δε θα κλείσει παρά κάτι ελάχιστο και πάρα κάτι άλλο, από τον τερατώδη ρευστόν όγκο της ζωής; Όλα αυτά δεν τ’ αγνοώ καθόλου. Κι αν, ωστόσο, ασχολούμαι ακόμη με τα παλιά και τα λεπταίσθητα, γιατί το κάνω;

Δεν θα αποκαλύψω την απάντησή του ποιητή, οι αρετές του οποίου εντοπίζονται στο ποιητικό του σύμπαν. Η σκανδαλωδώς παρεξηγημένη «παιδικότητά» του είναι ένα μοναδικό κατόρθωμα, καθώς ποτέ άλλοτε η παιδική ηλικία δεν μίλησε τόσο καθαρά στην ποίησή μας, όχι με την γλώσσα μιας αφελώς προσδιορισμένης παιδικότητας αλλά ως καθολική συνθήκη του ανθρώπινου υποκειμένου. Και μιλώντας για την ανθρώπινη εμπειρία, οι «Μικρές αγωνίες» αποτελούν ένα από τα αρτιότερα ποιήματα στην γλώσσα μας, ποίημα ανατριχιαστικής ψυχολογικής ακρίβειας και της πιο βαθιάς αλληλεγγύης με τον ανθρώπινο πόνο.

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ο Οδυσσέας Ελύτης απέναντι στον Σεφέρη και τον Καβάφη, ο Ελύτης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο Καβάφης, οι λέξεις και το πράγματα, μερικές σκέψεις για το δημοτικό τραγούδι του Αλέξη Πολίτη και μια υπόθεση για την ποίηση της παιδικής ηλικίας αποτελούν ορισμένα από τα θέματα των άλλων δοκιμίων ορισμένα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Τείχη), ειδικές εκδόσεις και τόμους ή εκφωνηθεί ως ανακοινώσεις σε εργαστήρια, ομιλίες σε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις εκδόσεων κ.ά., ενώ τα υπόλοιπα είναι ως τώρα αδημοσίευτα. Ο δοκιμιακός λόγος του Καψάλη περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που καθιστούν ένα σχετικό βιβλίο άξιο ανάγνωσης από ειδικούς και ανειδίκευτους: πλούσια και απολαυστική γλώσσα, πρωτότυπες και συζητήσιμες προτάσεις, κάθετες ερμηνευτικές ανασκαφές, κείμενα που σε στέλνουν κατευθείαν στα ίδια τα ερευνώμενα κείμενα.

Το τελευταίο κείμενο, η Ντροπή και η Συγχώρηση (από τον βασιλιά Ληρ στον Πρίμο Λέβι), αρχίζει με μια από τις πιο σπαρακτικές σκηνές αναγνώρισης στο θέατρο και ίσως σε όλη την λογοτεχνία: είναι η στιγμή που ο σαιξπηρικός Βασιλιάς Ληρ συνέρχεται και αναγνωρίζει την Κορδέλια. Τώρα γνωρίζει ότι αδίκησε την κόρη του, ότι η βάναυση πράξη του να την εξορίσει από το βασίλειό του και από την καρδιά του ήταν μια πράξη βίας· πρέπει να τον συγχωρήσει η Κορδέλια αλλά πρέπει εκείνος πρώτα να συγχωρήσει τον εαυτό του. Μπορεί κανείς πραγματικά να «συγχωρήσει τον εαυτό του»; Εδώ ο Καψάλης εκκινεί από μια ολόκληρη περιοχή της σαιξπηρικής δραματουργίας που κυριαρχείται από την θεματική της συγχώρησης και φτάνει ως την Χάνα Άρεντ και τον Πρίμο Λέβι, για να φωτίσει την συγγνωμοσύνη, το ήθος δηλαδή μιας πραγματικής κατανόησης του άλλου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 304.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Philip Larkin [2], William Butler Yates, Τέλλος Άγρας [2], Geoffrey Rush ως Βασιλιάς Ληρ.

20
Ιαν.
18

Κώστας Βούλγαρης – Η μεταμυθοπλασία στην νεοελληνική λογοτεχνία

Η μυθοπλασία που σχολιάζει τον εαυτό της. Μια πρώτη εγκυκλοπαίδεια

Η μεταμυθοπλασία είναι η μυθοπλασία για την μυθοπλασία, δηλαδή εκείνη που εμπεριέχει ένα σχόλιο πάνω στην δικιά της αφήγηση και την γλωσσική της ταυτότητα και αυτή η αυτοσυνείδητη εκδοχή της αφήγησης είναι ευδιάκριτη στα έργα των γάλλων nouveaux romanciers, σε αυτά του ιταλικού Gruppo 63 και σε μεμονωμένους συγγραφείς, από τον Barth στον Fowles, από τον Cohen στον Coover και από τον Borges στον Cortazar. O χρήσιμος αυτός ορισμός της Linda Hutcheon αποτελεί μια πρώτη χρήσιμη πυξίδα για το συναρπαστικό ταξίδι.

Πρέπει όμως να τονιστεί η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί γέννημα της νεωτερικότητας· αντίθετα, στοιχεία της εμφανίζονται σε πολλά σημαντικά έργα και πριν απ’ όλους αυτό το γνωρίζουν καλά ο Τρίστραμ Σάντυ του Laurence Stern, ο Ζακ ο μοιρολάτρης του Diderot και ο Γουλιέλμος Μάιστερ του Γκαίτε.  Η πληθώρα και η ένταση των μεταμυθοπλαστικών εγχειρημάτων από την δεκαετία του 1960 μέχρι και σήμερα μπορεί να φωτιστεί από ένα ιστορικό ρεύμα που προηγήθηκε κατά δύο περίπου αιώνες και που μένει στην αφάνεια της θεωρίας και της κριτικής: ο κύκλος του πρώιμου ρομαντισμού της Ιένας, του περιοδικού Athenaeum, των αδελφών Schlegel και του Novalis. Ο κύκλος αυτός κατέστησε δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ λογοτεχνικής και κριτικής γραφής.

O τρόπος που επιλέγει ο Βούλγαρης για να μας περιπλανήσει στις δαιδαλώδεις διαδρομές όλης αυτής της ιστορίας είναι ο πιο δύσκολος αλλά και ο πιο συναρπαστικός. Ίσως είναι καθαρά προσωπική μου αίσθηση, αλλά ο ογκώδης αυτός τόμος άλλοτε μοιάζει με ενιαία κεντρική οδό γεμάτη παραδρόμους και παρακαμπτήριες παρόδους που μπορεί να χάνονται ή να επιστρέφουν στην βασική αρτηρία και άλλοτε με πλατειά σκακιέρα όπου η κίνηση–έργο του ενός παίκτη συγγραφέα επηρεάζει με θεατούς και αθέατους τρόπους τις κινήσεις–έργα άλλων παικτών συγγραφέων. Σε κάθε περίπτωση η χαρτογράφηση της μεταμυθοπλασίας ως αισθητικού προτάγματος αποτελεί ένα δύσκολο στοίχημα που ο συγγραφέας δεν φέρνει απλώς εις πέρας, αλλά στην ουσία απλώνει μπροστά μας ώστε να πλοηγηθούμε οι ίδιοι με όποιον τρόπο θέλουμε. Γιατί και αυτό αποτελεί ένα θελκτικό στοιχείο αυτής της λογοτεχνικής εγκυκλοπαίδειας: γράφεται με τον τρόπο της ίδιας της μεταμυθοπλασίας!

Για κάθε λαβύρινθο χρειαζόμαστε έναν μίτο κι εδώ αρχικά από Τα ευρισκόμενα του Ιάκωβου Πολυλά που μας οδηγούν στα Σολωμικά του Στέφανου Ροζάνη και εκείνα στο βιβλίο του Κώστα Βάρναλη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική [1925]. Ο Βάρναλης φυσικά δεν είναι μεταμοντέρνος, όμως η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί αποκλειστικά μεταμοντέρνο δημιούργημα αλλά κάτι που το συναντάμε σε πολλά άλλα έργα της νεωτερικής και της προνεωτερικής λογοτεχνίας. Έτσι τόσο στα ποιητικά όσο και στα πεζά έργα του Βάρναλη όχι μόνο γίνεται ποικιλότροπα κατάδηλος ο τεχνηματικός χαρακτήρας της γραφής αλλά ταυτόχρονα έχουμε μια παρώδηση, υπεξαίρεση ποικίλων λόγων και «γραφών», ενίοτε και μια ιερόσυλη (ή ειδόσυλη) ανάμειξη. Απώτερος στόχος του συγγραφέα δεν είναι να πει πως τα πάντα είναι κατασκευή αλλά να χειραφετήσει την ανάγνωση από τις δουλείες ψευδαισθήσεων και φαντασιώσεων. Στο ίδιο το προαναφερθέν δοκιμιακό του βιβλίο παρεισφρέει, ρηγματώνοντας την μέχρι τότε φιλοσοφική, δοκιμιακή, ειρωνική γλώσσα και την νομοταγή ροή της γραφής μια ζωντανότατη λογοτεχνική περιγραφή της καθημερινής ζωής της Κέρκυρας των χρόνων του Σολωμού, όπως αναφέρει ο Βασίλης Αλεξίου.

Πριν από τον καλλιτεχνικό μοντερνισμό, ο ρομαντισμός υπήρξε η αμέσως προηγούμενη καλλιτεχνική τάση που πρόσφερε στην καλλιτεχνική συνείδηση την δυνατότητα να διευρύνει την ελευθερία της με την καθιέρωση του ατόμου ως εμπειρικού όντος. Την συγκεκριμένη δυνατότητα τα ελληνικά γράμματα του 19ου αιώνα δεν μπόρεσαν να την εκμεταλλευτούν διότι περιθωριοποιώντας το σολωμικό μάθημα και πριμοδοτώντας την αθηναϊκή σχολή, επέλεξαν την μεγαληγορία και την υπερβολή, εις βάρος της εσωτερικής ειλικρίνειας και της αυθεντικότητας, όπως τονίζει η Ελισάβετ Κοτζιά.

Αν Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι ο εφιάλτης της αρχής, η Ιστορία ως καταστροφή, η εκ των ένδον κατάρρευση, η εσωτερική αιμορραγία και εξάντληση της Επανάστασης το Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη είναι ο εφιάλτης του τέλους· του τέλους ενός ιστορικού κύκλου που τώρα περιλαμβάνει και όλη την φρίκη του 20ού αιώνα, την εποχή των χωρίς τέλος πολέμων, της κατοχής, του εμφυλίου, της στρατοκρατικής κοινωνίας των νικητών, της δικτατορίας. Ο Σάββας Μιχαήλ στο Homo poeticus είναι βέβαιος: ο Σολωμός προφήτευσε και ο Δημητριάδης έδειξε την εξάντληση του έθνους ως ιστορικής δυνατότητας. Η Τζίνα Πολίτη χαρακτηρίζει το βιβλίο του Δημητριάδη ως ένα αποκαλυπτικό καρναβαλικό παν-όραμα, όπως άλλωστε ο Μπαχτίν χαρακτήριζε το Καρναβάλι ως την λαϊκή έκρηξη των ταπεινών και καταφρονεμένων, μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα απαγόρευση και την τάξη του Νόμου. Ο λόγος της Αποκάλυψης και το καρναβάλι είναι οι δυο σηματωροί του ιστορικού τέλους.

Ο Μπαχτίν, άλλωστε, ανέδειξε την σχετική ντοστογεφσκική ποιητική· οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι δεν αποτελούν μόνο αντικείμενα του συγγραφικού λόγου αλλά και υποκείμενα του δικού τους, άμεσα σημαίνοντος λόγου. Όπως τόνιζε ο Leonid Grossman το Βιβλίο του Ιώβ, τα Ευαγγέλια, ο λόγος του Συμεών του Νέου Θεολόγου και φυσικά τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στα οποία αναφερόταν, συνδυάζονται με ιδιόμορφο τρόπο με την εφημερίδα, την παρωδία, την σκηνή στο δρόμο, το γκροτέσκο ή και την επιφυλλίδα»

Κείμενα για τον Γιώργο Χειμωνά ανοίγουν το χώρο προς το νεοελληνικό μεταμυθοπλαστικό τοπίο, ενώ η ενσωμάτωση της κριτικής σε πεζογραφικά λογοτεχνικά κείμενα και γενικότερα η  μετάβαση από την λογοτεχνία στον λόγο περί αυτής χαρακτηρίζει έργα του Νάνου Βαλαωρίτη, από τον Προδότη του γραπτού λόγου. Διηγήματα 1964 – 1974 μέχρι το Μα το Δία. Σε παρεμφερές κλίμα, τα ονομαζόμενα «διστακτικά κείμενα» ενσωματώνουν διαφορετικούς τομείς και πεδία γνώσης ή επιστημονικά αντικείμενα, και φυσικά και κριτική. To κεφάλαιο Λογοτεχνία των τεκμηρίων εκκινεί με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λουτσιάνο Κάνφορα Η θάλασσα της ιστορίας και εκτείνεται μέχρι σχεδιάσματα αναγνώσεων, όπως εκείνο της Τζίνας Πολίτη για το καβαφικό έργο με έμφαση στην ποιητική της ανασκαφής και της μετάβασης.

Στην συνέχεια, ο διάλογος για την μεταμυθοπλασία εστιάζεται στην λογοτεχνία–ντοκουμέντο που καθιερώθηκε ως είδος στην μεταπολεμική Γερμανία στα μέσα της δεκαετίας του ’60, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική κριτική και στην διάρρηξη των κανόνων της αστικής λογοτεχνίας, απαλείφοντας κάθε στοιχείο αλληγορίας ή μεταφοράς, γειώνοντας την γραφή στα σύγχρονα προβλήματα της γερμανικής κοινωνίας. Από τις απομαγνητοφωνημένες μαρτυρίες των απλών εργατών ή γυναικών στο έργο της Έρικα Ρούγκε μέχρι τα λογοτεχνικά ρεπορτάζ του Γκύντερ Βάλραφ και από την χρήση εγγράφων δικογραφίας στην Έρευνα του Πέτερ Βάις μέχρι τα αποσπάσματα από ομιλίες ή πανηγυρικούς μεγάλων εταιριών στον Φρίντριχ Κρίστιαν Ντέλιους, η λογοτεχνία αυτή στράφηκε στην υποφωτισμένη πλευρά της γερμανικής ιστορίας και του οικονομικού της «θαύματος». Εκείνο όμως πού λείπει είναι η έλλειψη πειραματισμού μέσα στην ίδια την γλώσσα και αυτό είναι το στοιχείο που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του Γιάννη Πάνου: η εναγώνια και συνεχής αναζήτηση και εναλλαγή νέων μορφών γραφής, που, παρ’ όλα αυτά δεν χάνει ποτέ την πολιτική χροιά της, ακόμα κι αν γίνεται ποιητική, όπως γράφει η Λήδα Καζαντζάκη.

Το λογοτεχνικό υβρίδιο του non fiction novel καθιερώθηκε με έργα όπως το Operacion Masacre του αργεντινού Rodolpho Walsh [1957], το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε [1965] οι Άγγελοι της Κολάσεως από τον Χάντερ Τόμσον [1966], το Electric Kool – Aid Acid Test του Τομ Γουλφ [1968] και Οι στρατιές της νύχτας του Νόρμαν Μέιλερ [1968]. Πρόκειται για αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων ή ανθρώπων, με την τεχνική και το δραματικό ύφος του μυθιστορήματος, ένα είδος «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας». Το Ζ του Βασίλη Βασιλικού, Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών του Μ. Καραγάτση και η Εποποιία 1940–41 του Ά. Τερζάκη αποτελούν τις πρώτες ελληνικές εκδοχές του είδους.

Στο κεφάλαιο Λογοτεχνία και ιστορία ένα πολύτιμο εκτενές κείμενο του Κώστα Βούλγαρη ανοίγεται προς τον διπλό αυτό κόσμο κι ένα πολύτιμο σώμα κριτικών και θεωρητικών κειμένων επεκτείνουν την σχετική εμβάθυνση: της Λίνας Πανταλέων για το βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, της Ελισάβετ Αρσενίου για το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχινά Αναφορά περιπτώσεων και την αφηγηματική ετερότητα στο έργο του, του Δημήτρη Αγγελάτου για τις όψεις και τις εφαρμογές της διαλογικότητας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα με εστίαση στον Ήρωα της Γάνδης του Νίκου Καχτίτση. Η αφανής διακειμενικότητα του Κώστα Βούλγαρη εκκινεί από τον Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, το κατά την γνώμη του κορυφαίο συνθετικό ποίημα του καθ’ ημάς 20ού αιώνα, όπου ανευρίσκεται άλλωστε το ερεθιστικό ζεύγος εαυτός / άλλος με την παροιμιώδη κρυπτικότητα της γραφής να καλύπτει πάντα την δαιμονιώδη διακειμενικότητα των ποιημάτων του.

Και βρισκόμαστε μπροστά στο θεμελιώδες βιβλίο του Γιάννη Πάνου …από το στόμα της παλιάς Remington… Δίπλα στην ιστορική αφήγηση ο Πάνου ενσωματώνει ποικίλα και αντιθετικά στοιχεία (ηθογραφία, κοσμοπολιτισμός, πολιτική λογοτεχνία, ερωτικός λόγος) «ξαναδιαβάζοντας» δυναμικά την παράδοση και πλαισιώνοντάς την με νεωτερικούς πειραματισμούς. Ο Πάνου είναι αρκετά υποψιασμένος γύρω από το θέμα της «ομιλίας» των τεκμηρίων, με αποτέλεσμα να καθιστά και την αφήγησή του καχύποπτη απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό αλλά και την «γραφή – ως – αντικείμενο» ως αντικείμενο της γραφής.

Στην μεταμυθοπλασία των τελευταίων χρόνων αναπνέουν οι Τεχνητές αναπνοές και τα λοιπά του Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος άλλωστε έγραψε ένα βασικό κείμενο για τον Μπόρχες, που περιλαμβάνεται εδώ, ο Τάσος Χατζητάτσης γράφει για τα βιβλία του Δημήτρη Δημητριάδη Η Ανθρωπωδία. Μια ατελής χιλιετία, 1ος και 7ος τόμος ενώ ο Στέφανος Ροζάνης με αφορμή την Αρεσίλοφο χώρα του Κώστα Βούλγαρη προβληματίζεται πάνω στην κειμενικότητα ενός κειμένου και υπενθυμίζει την εποπτεία του Roland Barthes, ο οποίος έγραψε για τον ορίζοντα της γλώσσας και το κάθετο του ύφους που χαράζουν για τον συγγραφέα μια φύση, καθώς δεν διαλέγει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Αν ο ρόλος του αναγνώστη στην μεταμυθοπλασία του 20ού αιώνα είναι πολύ πιο επιτακτικά υπεύθυνος και δεν είναι απλά και μόνο συμμέτοχος στην ανάγνωση αλλά και στην γραφή, ενώ συχνά έχει την ελευθερία και να διαμορφώνει το κείμενο τότε στην ίδια παράδοση ανήκουν τόσο τα Φιλοθέου Πάρεργα του Νικόλαου Μαυροκορδάτου όσο και ο Παπατρέχας του Αδαμάντιου Κοραή. Αλλά εκείνος που ζητά από τον αναγνώστη να γράψει ξανά το μυθιστόρημα, διαβάζοντας τα κεφάλαια με διαφορετική σειρά είναι ο Εμμανουήλ Ροΐδης, που εκτός αυτού επινοεί πρωτοποριακές τεχνικές και τεχνάσματα, ενώ τα ίδια τα κείμενά του παρουσιάζονται ως βιβλιοθήκες, με τους εγκιβωτισμούς έργων των ηρώων ή άλλων συγγραφέων. Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πρώτο κατ’ εξοχήν νεοτερικό μυθιστόρημα στην καθ’ ημάς παραγωγή, και μια σειρά κειμένων, μεταξύ των οποίων η καίρια μελέτη της Μαρίας Κακαβούλια δημοσιευμένη στον Χάρτη [τ. 15, 1985] το αναδεικνύουν.

Αυτή είναι η πρώτη ιδρυτική στιγμή της μεταμυθοπλασίας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ενώ η δεύτερη εντοπίζεται στα Τρία ελληνικά μονόπρακτα του Θανάση Βαλτινού, που μαζί με τα Στοιχεία για την δεκαετία του ’60 και αργότερα την Ορθοκωστά ανοίγουν μια ουσιαστική συζήτηση που παραμένει θερμή, εμπλουτισμένη και με την Ιστορία των μεταμορφώσεων του Γιάννη Πάνου, το δεύτερο μείζον βιβλίο του συγγραφέα που τιμάται εδώ με αναλυτικά κριτικά κείμενα, για να ακολουθήσει η ποιητική πρόζα του Ευγένιου Αρανίτση, η ποίηση του Ηλία Λάγιου, μαζί με τα μυθιστορήματα των Κώστα Βούλγαρη, Τάσου Χατζητάτση, Θωμά Σκάσση και Μισέλ Φάις. Τα κείμενα των Γρηγορίου Νανζιανζηνού, Μιχαήλ Ψελλού, Κωνσταντίνου Σάθα, Στρατή Δούκα, Όμηρου Πέλλα, Κώστα Καρυωτάκη, Νικόλα Κάλα, Hoelderlin, Michel Foucault, Walter Benjamin Giorgio Agamben, Samuel Beckett, Gilles Deleuze, Allen Ginsberg, Raymond Queneau και πολλών άλλων, καθώς και τα κριτικά κείμενα δεκάδων ελλήνων κριτικών και θεωρητικών συμπληρώνουν το παλίμψηστο της νεοελληνικής μεταμυθοπλασίας.

Εκδ. Βιβλιόραμα, 2017, σελ. 471, με πεντασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

Εικονιζόμενοι: Διονύσιος Σολωμός σε προτομή, Rodolpho Walsh, Νίκος Καχτίτσης, Εμμανουήλ Ροΐδης.

14
Ιαν.
18

Enzo Traverso – Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)

Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Οι παλαιότερες ιστορικές ήττες δεν σκόρπιζαν την απόγνωση ούτε προκαλούσαν ηττοπάθεια αλλά ξεπεράστηκαν χάρη στην ελπίδα που απέβλεπε στην επαναστατική ουτοπία. Το μυστικό αυτού του μεταβολισμού της ήττας έγκειται ακριβώς στην συγχώνευση ανάμεσα στον πόνο μιας καταστροφικής εμπειρίας και στην εμμονή μιας ουτοπίας που βιώνεται σαν ιστορική προοπτική και σαν κοινός ορίζοντας προσμονής. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Ζαν Αμερί και Πρίμο Λέβι που τόνισαν τα πνευματικά αποθέματα χάρη στα οποία οι κομμουνιστές κρατούμενοι του Άουσβιτς ήταν ικανοί να αντέξουν στην βία, καθώς έβρισκαν μια αναντικατάστατη βοήθεια στις πεποιθήσεις τους. Άντεχαν περισσότερο στα βάσανα και πέθαιναν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από τους απολίτικους διανοούμενους συγκρατούμενους. Κατείχαν ένα κλειδί κι ένα στήριγμα, μια χιλιαστική επαύριο για την οποία είχε νόημα να θυσιαστούν.

Στις πιο ζοφερές μέρες του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, όταν η σοβιετική εξουσία απειλούνταν και η επανάσταση έμοιαζε καταδικασμένη, το φάσμα της Παρισινής Κομμούνας στοίχειωνε τους μπολσεβίκους. Αντί να σκορπίζει αποθάρρυνση και παραίτηση αυτή η έντονη συνείδηση του κινδύνου «γαλβάνιζε το πνεύμα της αντίστασης», όπως έγραφε ο Βικτόρ Σερζ. «Εμείς οι Κόκκινοι, παρά την πείνα, τα σφάλματα, ακόμα και τα εγκλήματα, βαδίζουμε προς την πολιτεία του μέλλοντος»

Η σοσιαλιστική και κομμουνιστική εικονογραφία απεικόνιζε ακριβώς αυτήν την τελεολογική θεώρηση της ιστορίας. Η Τέταρτη Τάξη (1900) του Πελίτσα ντα Βολπέντο παριστάνει την πρόοδο των εργαζόμενων τάξεων προς ένα φωτεινό μέλλον και εικονογραφεί τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό που είχε διαπιστώσει ο Ένγκελς: η εποχή των οδομαχιών και των οδοφραγμάτων είχε περάσει. Η παλαιού τύπου εξέγερση ήταν πια απαρχαιωμένη σε σύγκριση με την «διεθνή μεγάλη στρατιά των σοσιαλιστών που αυξάνει κάθε μέρα». Η κριτική της εξεγερσιακής μεθόδου αντιπαρέθετε δυο ιστορικές χρονικότητες: την εκρηκτική στιγμή της επανάστασης και μια πιο αργή εξελικτική αλλαγή. Υπήρχε εδώ, εν σπέρματι, η διαλεκτική που ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει αργότερα ο Γκράμσι ανάμεσα στον «πόλεμο κινήσεων» και στον «πόλεμο θέσεων».

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση η ουτοπία έπαψε ν’ αποτελεί την αφηρημένη αναπαράσταση μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που προβαλλόταν σ’ ένα μακρινό μέλλον κι έγινε το αχαλίνωτο φαντασιακό ενός κόσμου που οικοδομείται στο παρόν. Η μεσσιανική προσδοκία μεταμορφώθηκε σε παρακίνηση για επαναστατική δράση. Η χτυπητή ομοιότητα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας με το βιβλικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι, μέσα στην κομμουνιστική παράδοση, παραμένει πάντα μια θρησκευτική παρόρμηση που συνυπάρχει με τον διακηρυγμένο αθεϊσμό της.

Για τον Χέρμπερτ Μαρκούζε η λειτουργία της μνήμης συνίσταται στην διατήρηση των δυνατοτήτων και των επαγγελιών που προδόθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μπορεί να προβάλλονται στο μέλλον σαν ουτοπίες οικουμενικής ευτυχίας. Η μαρξιστική «αντιμνήμη» έπρεπε να προσανατολιστεί προς την καταπνιγμένη ευτυχία των ανθρώπων και να μετατρέψει την ουτοπία σε υπόσχεση ελευθερίας.

Οι ταινίες του Αϊζεστάιν περιγράφουν την ρωσική ιστορία σαν μια ακαταμάχητη πορεία προς την επανάσταση, ενώ ο κινηματογράφος των νικημένων επαναστατών χαρακτηρίζεται από μελαγχολικές εικόνες. Από την δεκαετία του 1990 και εξής, η σχέση του με το παρελθόν έχει ριζικά ανατραπεί. Προηγουμένως παρουσίαζε μαζικά κινήματα και προεικόνιζε αναπότρεπτες νίκες, στην συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να αφηγείται το πένθος της ήττας. Στην ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και ελευθερία, το μήνυμα είναι το ίδιο με του Τζορτζ Όργουελ στον Φόρο τιμής στην Καταλονία (1938): ο ισπανικός εμφύλιος κατέληξε σε μια διπλή ήττα: την κατάρρευση της Δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό και τον ενταφιασμό της επανάστασης από μια σταλινική κυβέρνηση. Όσοι τον έζησαν όμως έμαθαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια εφικτή μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Όργουελ είχε γράψει ότι το 1937 η Βαρκελώνη είχε ήδη χάσει τον κοινοτιστικό ενθουσιασμό της προηγούμενης χρονιάς, γέννησε όμως μια σοσιαλιστική μνήμη ικανή να επιζήσει μετά την ήττα. Ο ήρωας του Λόουτς δεν είναι μάρτυρας αλλά ο ανώνυμος αγωνιστής, συνηθισμένος να χάνει μάχες, από την ισπανική επανάσταση του 1936 ως την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων στην δεκαετία του 1980. Υπό το ίδιο πρίσμα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της Καστίγιο, του Γκουσμάν και άλλων απεικονίζουν τον 20ό αιώνα σαν τραγική εποχή συντριμμένων επαναστάσεων και ηττημένων ουτοπιών. Είναι η αισθητική διάσταση μιας διεργασίας πένθους.

O Τραβέρσο εστιάζει ιδιαίτερα στις δυο εκδοχές της ταινίας του Κρις Μαρκέρ, Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο (Le fond de l’ air est rouge). Μέσα από έναν στρόβιλο εικόνων αποκαλύπτεται ένας κόσμο όπου η επαναστατική ουτοπία κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ περιγράφεται ο πληθωρικός χαρακτήρας των επαναστατικών κινημάτων, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους. Μια αξιοσημείωτη σκηνή εκφράζει την αίσθηση μιας νέας εξέγερσης που ξεπερνάει τα σύνορα, δείχνοντας σε διαδοχικές εικόνες χέρια νεαρών από διάφορες φυλές

Ανακαλώντας μια συζήτηση με τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, ο Μαρκέρ θυμίζει στην ταινία του τις προσδοκίες και τον ενθουσιασμό του Μάη του ’68 όταν όλα έμοιαζαν εφικτά αλλά και το γεγονός ότι τα παρισινά οδοφράγματα έμοιαζαν με εύθυμη μασκαράτα: Φαντασιώναμε ότι κάναμε έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα, κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να βαδίσει προς τα Ηλύσια. Στην Λατινική Αμερική η επανάσταση νικήθηκε και πνίγηκε στο αίμα, ενώ στη δυτική Ευρώπη απλώς δεν συνέβη ποτέ. Παρέμεινε «η τελική πρόβα ενός έργου που δεν παίχτηκε ποτέ».

Ο Μαρκέρ είχε στο μυαλό του «την συντριβή των αντάρτικων, την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, την χιλιανή τραγωδία και τον κινέζικο μύθο της Πολιτιστικής Επανάστασης». Η ταινία είναι γεμάτη εικόνες από κηδείες – από τον Τσε Γκεβάρα και τον Βίκτορ Χάρα μέχρι την Ούλρικε Μάινχοφ, να υποδηλώνουν μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και τον θάνατο. Αντί να σημαδεύουν το τέλος της κομμουνιστικής ελπίδας, οι μαζικές αυτές κηδείες αποτελούν μια από τις εκφράσεις της.

Στο κεφάλαιό του για τα Φαντάσματα της αποικιοκρατίας ο Τραβέρσο εστιάζει στην ειδικότερη μεταποικιακή μελαγχολία της αριστεράς. Έπρεπε να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να αρχίσει ο μαρξισμός να αναγνωρίζει τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Ο Μαρξ θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε την εξέλιξή του, θεωρώντας την δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ έναν οριενταλιστικό ορίζοντα, μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική συνάντηση του μαρξισμού και των ρευμάτων που ξεπήδησαν από τον αντιιμπεριαλισμό παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από αυτό το χαμένο συναπάντημα τρέφεται η συγκεκριμένη μελαγχολία.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν στάθηκαν ικανοί να ξεπεράσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε τον βιολογικό ρατσισμό (συνεπώς και τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του 1930), έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία, με εξαίρεση τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική, για να αποσυρθεί στην φιλοσοφία και την αισθητική. Άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα, πάντως, όπως ο Μαύρος Μαρξισμός, έστρεψαν τον διεθνισμό σε ριζικά αντιαποικιακή κατεύθυνση.

Η αριστερά έχει πρόβλημα με την μνήμη της. Γενική αμνησία. Έχει καταπιεί πάρα πολλά, έχει παραβεί πάρα πολλές υποσχέσεις. Πάρα πολλές υποθέσεις που δεν ξεκαθαρίστηκαν, ένα σωρό πτώματα που δεν χρεώθηκαν. […] Δεν υπάρχουν πια ιδρυτικά γεγονότα. Ούτε πια γέννηση. Ούτε πια σημεία αναφοράς…

έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ [σ. 236], ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 68 κι ένας από τους βασικούς ηγέτες της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας [LCR]. Το τελευταίο κεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο στρατευμένο στοχαστή που μετά την ιστορική καμπή του 1989 αναζητούσε μια νέα κριτική σκέψη και νέες μορφές δράσης. Ο Μπενσαΐντ ευνόησε την συνάντηση των «πολλών μαρξισμών» με παραμελημένα ρεύματα σκέψης αλλά και της γενιάς του Μάη με εκείνη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 κι έγινε ένας μεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες. Για τον ίδιο η πρόοδος δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία αλλά μια αντιφατική κίνηση που φέρει διαλεκτικά μαζί της την άρνηση. Η ιστορία είναι ένα πεδίο πιθανοτήτων, ένα ανοιχτό σταυροδρόμι με πολλές εκβάσεις. Όπως είπε ο Γκράμσι, «το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας».

Πρότεινε την πολιτική πλευρά του Μπένγιαμιν, ενός άλλου «μεσολαβητή» απέναντι στην «ιστορία που δυστροπεί», και διάβασε κάτω από το πρίσμα του παρόντος τις «Θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας». Σ’ ένα περιβάλλον καταστροφών και σε μια εποχή κυριαρχημένη από τον ναζισμό και τον σταλινισμό, ο Γερμανός φιλόσοφος έγραφε ότι το να συνεχίζει κανείς να πιστεύει στις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης αποδεικνύεται μια πράξη πίστης. Η θεολογία γινόταν απαραίτητος σύμμαχος του μαρξισμού κι ο μεσσιανισμός έμοιαζε να καλείται να αναστήσει έναν σαστισμένο αντιφασισμό και να επινοήσει μια νέα ιδέα του κομμουνισμού, εμψυχωμένου από την επιθυμία να λυτρώσει τους νικημένους της ιστορίας.

Οι Θέσεις ήταν μια προσπάθεια να θεωρηθεί διαφορετικά η επανάσταση (και ο αγώνας ενάντια στον φασισμό), σαν λυτρωτική πράξη ικανή να σπάσει την συνέχεια της ιστορίας και να λυτρώσει την μνήμη των νικημένων. Στο κείμενο αυτό ο μαρξισμός και ο μεσσιανισμός είναι αξεδιάλυτοι. Αλλά ο πυρήνας της αιρετικής του προσέγγισης στην βιβλική παράδοση βρίσκεται αλλού: αντί να περιμένει την έλευση του Μεσσία, πίστευε ότι έπρεπε να την προκαλέσουμε κι ότι αυτή η διακοπή της πορείας του κόσμου έπρεπε να επέλθει σαν επαναστατική πράξη των ανθρώπων.

Ο Μπένγιαμιν αντιλαμβανόταν την επανάσταση, ταυτόχρονα, σαν υλική και ανθρώπινη πράξη και σαν πνευματική κίνηση λύτρωσης, ανασύστασης και αποκατάστασης του παρελθόντος. Εκκοσμικευμένη πράξη κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, η επανάσταση είχε ανάγκη από μια ορμή που μόνο το θρησκευτικό βίωμα κι η θρησκευτική έμπνευση μπορούσαν να της προσφέρουν. Και η  αλλαγή του κόσμου παρέμενε ένα μελαγχολικό στοίχημα (όπως τιτλοφορούσε ένα βιβλίο του), ζυμωμένη με μνήμη και θεμελιωμένο στην λογική.

Η συναρπαστική αυτή περιπλάνηση στο διανοητικό και καλλιτεχνικό τοπίο της αριστεράς ανακαλύπτει μια μελαγχολία που αποτελεί την διαλεκτική άλλη όψη των ελπίδων και των ουτοπιών. Το πένθος και η οδύνη δεν είναι ασύμβατα με τους αγώνες, ούτε εμποδίζουν την συνείδηση και τον στοχασμό. Η επαναστατική δράση απαιτεί τόσο στρατηγική όσο και συναισθηματική θεμελίωση και η μελαγχολία είναι ένα από τα συναισθήματα της, μια ψυχική διάθεση ενταγμένη στην διανοητική και πολιτική στράτευση.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος Παράλληλος], 2017, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 294 [Left-Wing Melancholia. Marxism, History, and Memory, 2016]. Περιλαμβάνονται σαράντα εννέα φωτογραφίες και ευρετήριο ονομάτων.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 14 Ιανουαρίου 2018 (το ακριβές κείμενο εδώ)

Στις εικόνες: Άγαλμα του Lenin στο Βερολίνο που απομακρύνθηκε το 1992, Παρισινή Κομμούνα (οδόφραγμα Rue Saint-Sébastien), Rosa Luxemburg, Σπαρτακιστές [1919], Leon Trotsky στην Ρωσική Επανάσταση, Antonio Gramsci, Αφίσα του Aleksandr Rodchenko για το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Sergei Eisestein, Σκηνή από την ταινία του Chris Marker, Louise Michel, Karl Marx, Daniel Bensaid (πρώτος από αριστερά), Boris Iofan – Σχέδιο για το Μέγαρο των Σοβιέτ [Palace of the Soviets, 1931-1933], Giuseppe Pellizza da Volpedo – Quarto_Stato [1900].

13
Ιαν.
18

Μίμης Σουλιώτης – Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα

Αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερός που γνώρισα τον Μίμη Σουλιώτη και ιδίως μέσα στο άνδρο των «πνευματικώς ανήσυχων» ανδρών που ήταν ο ημιυπόγειος Ερωδός, το καφέ μπαρ όπου επένδυσα εκατοντάδες εσπερινές και μεσονύκτιες ώρες επί πολλά έτη ως έμμισθος τροφοδότης του καφέ και του οινοπνεύματος. Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στους τεχνίτες της ποίησης καθότι προτιμούσα τους τεχνίτες του προφορικού λόγου και της καλλιέπειας που ειρωνεύεται τρυφερά και ισόποσα τον πομπό και τον δέκτη της. Αν μάλιστα κρατούσαν πάντα μαζί τους ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή κάποιο παράξενο έντυπο, έτοιμοι να μοιραστούν μια φράση που τους σπίθισε το μάτι, τότε φρόντιζα να τους κρατώ όσο περισσότερο γίνεται στην μπάρα, φυσικά γεμίζοντας τα ποτήρια τους, ενίοτε και με προσωπικό κόστος. Μόνο και μόνο για να μη μου φύγουν.

Έκτοτε τον (παρ)ακολουθούσα ως αναγνώστης, κυκλώνοντας τις λέξεις του στα κείμενά του στον Χάρτη, στα παλιά Τραμ, στο Βήμα των Ιδεών και φυσικά στα έξοχα έντυπα που μαστόρευε η εκλεκτή συντεχνία (Θεοδωρίδης, Καλοκύρης, Σκαμπαρδώνης) τότε που η Θεσσαλονίκη έκανε την Πολιτιστική Πρωτεύουσα κι εγώ υπηρετούσα την στρατιωτική θητεία στην άλλη άκρη της. Αναρωτιέμαι ποια ιδιότητά του να προτάξω: ο Σουλιώτης ήταν ερευνητής ως αναγνώστης, χιουμορίστας ως συνομιλητής, ικανός πλάστης της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων Ερμής και πάνω απ’ όλα πλήρης ιδεών ως δάσκαλος – πρώτα στη μέση εκπαίδευση, ύστερα στο Πανεπιστήμιο στο τέρμα αριστερά του ελληνικού χάρτη, στην Φλώρινα, όπου σχεδίασε και οργάνωσε το πρώτο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής. Έπρεπε να σηκωθεί να φύγει από τον εδώ κόσμο για να μάθω ότι ήταν ένας Αθηναίος, αυτός ο πιστός του Βορρά, που φλόγισε την πνευματική κίνηση της Φλώρινας κι έφτιαξε κι ένα Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες. Είχε στιχουργήσει, άλλωστε, πως την θάλασσα των Πρεσπών δεν την περνάς με καντιλάκ ούτε με βέσπες.

Ο πολύτιμος αυτός τόμος συγκεντρώνει 58 κείμενα [άρθρα, σχόλια, μελετήματα, εισηγήσεις και επιφυλλίδες] δημοσιευμένα στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας σε ένθετα εφημερίδων όπως Το Βήμα / Νέες εποχές και Το Βήμα / Βιβλία, σε λογοτεχνικά περιοδικά (όπως ο Χάρτης στον οποίον άλλωστε ήταν χαρτογράφος αλλά και τα Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, η λέξη, Ο Παρατηρητής, Μικροφιλολογικά, Δοκιμασία, Εταιρεία), στο Αντί και βέβαια σε βιβλία δοκιμίων, πρακτικά συμποσίων κ.λπ. Τα κείμενα είναι  χωρισμένα σε πέντε ενότητες  με τους τίτλους: Γλώσσα και λογοτεχνία, Ποίηση Ποιητές Ποιήματα, Βιβλιολογικά, Βαλκανικά, Ποικίλα και μικρότερα και Βιβλιο – παρουσιάσεις.

Στην πρώτη ενότητα, ανάμεσα σε κείμενα για τον γραμματικό Κώστα Ταχτσή ή την καθαρεύουσα του Μανόλη Αναγνωστάκη και λοξές παρουσιάσεις βιβλίων επιλέγω εκείνο που προσκαλεί την παιγνιώδη γραφή του Σουλιώτη. Οι Καλλονές των Μικρών Αγγελιών αφιερώνονται στην μεταγλώσσα της μικρής (ερωτικής) αγγελίας και τις υπαινικτικές της στερεοτυπίες. Ο συγγραφέας αλιεύει κι ερμηνεύει τις τυπικές φράσεις και σχολιάζει τις σχετικές λέξεις για το Πρόσωπο της Καλλονής, το Σώμα και το Σύνολο, την Ψυχοσύνθεση, τα Προσόντα των Ανδρών και άλλα. Βέβαια ο ιδιότυπος της μικροαγγελτικής ομορφιάς πάσχει από προχειρότητα και μονοτονία και πάντως είναι γεμάτος από αξιόλογες δεσποινίδες με πλούσια προσόντα. Διαπιστώνει, ακόμα, ότι ο σουρεαλισμός πέθανε, το παράλογο όμως προϋπήρχε και επιβιώνει σε λεκτικό και νοηματικό επίπεδο.

Η αναφωνηματική φράση «Άγαλμα από Πάτρα νηπιαγωγός 24 ετών» συνιστά περιφανές δείγμα ακούσιου παραλογισμού. Συχνά το παράλογο προκύπτει από τον άκριτο φορμαλισμό της μικρής αγγελίας. Έτσι μόλις διαβάσουμε ότι κάποια «αδέσμευτη 19χρονη από τον χώρο του μόντελινγκ επιθυμεί γνωριμία με κύριο αναλόγων προσόντων», δικαίως θα αναρωτηθούμε αν αυτός ο κύριος οφείλει να είναι 19άρης καλλονός και μοντέλο. Αλλά ο διδάσκαλος Σουλιώτης έχει ένα ύστατο μάθημα για τους συντάκτες των σχετικών αγγελιών: θα ωφεληθούν αν αξιοποιήσουν σωστά την κλασική γραμματεία, ιδίως τον απαράμιλλο Κάτουλλο και το περίφημο ποίημά του για την Κοϊντία, το οποίο και παραθέτει σε ευαγή μετάφραση.

Στο δεύτερο μέρος, των ποιητών και της ποίησης, περιλαμβάνονται μελετήματα για τον Καβάφη (και επί τούτων «διάλογοι» με τον Γ.Π. Σαββίδη), ένα στόχαστρο για τον Στόχο του Μανόλη Αναγνωστάκη ένα «λυρικόν αποκύημα» του Κώστα Κρυστάλλη (που αφορά ένα στιχούργημα που έγραψε στην ηλικία των δεκαοκτώ ο ποιητής, χαρακτηρίζοντάς το «παρεπόμενον», δηλαδή παρακολούθημα – εδώ ο Σουλιώτης φροντίζει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιος σαδομαζοχισμός τον σπρώχνει να χρονοτριβήσει σ’ ένα πρωτόλειο στιχούργημα ενός ελάσσονος δημιουργού, που είναι μάλλον πεζογράφος και η  απάντηση φυσικά δίνεται με την ίδια την ανάγνωση των στιχουργημάτων Αι Αναμνήσεις και Το Όνειρον, «λυρικά της παιδικής φαντασίας αποκυήματα») και κείμενα για τα μετασουρεαλιστικά λογικά παίγνια του Βασίλη Στεριάδη, τον «ποιητή του Έρωτος» Έλιοτ Φεζάλ και τον «φανατικό της επανάληψης» Κώστα Μόντη.

Στο πιο ερεθιστικό κείμενο της ενότητας ο Σουλιώτης γράφει για «τα κριτήρια της ποίησης» με αφορμή την «αυθαιρεσία» του Ζήσιμού Λορεντζάτου, που έγραψε πως ο Άγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Για τον Σουλιώτη το σχετικό ερώτημα είναι ανυπόστατο εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε αποδείξιμη απάντηση κι έτσι η φιλολογικά ανοχύρωτη ιεράρχηση του Λορεντζάτου νομιμοποιείται μόνο ως κριτική αποτίμηση. Αλλά κι εδώ τίθεται θέμα εφόσον είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας κριτικός «πλήρης του ονόματος» προβαίνει σε τέτοια αξιολόγηση, σε περίοδο μάλιστα [1999] όπου οι κοινωνικές ανακατατάξεις διαρρηγνύουν τον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας όσο και των κριτικών της αποτιμήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική μας κριτική δεν αποτολμά ριψοκίνδυνα βήματα· τέτοια βήματα θα ήταν να εξετάζαμε μήπως λ.χ. τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι υπέρτερα του Παπαδιαμάντη ή μήπως ο Βουτυράς γράφει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καλύτερα απ’ όλους τους συγχρόνους του ή πόσα άλλα σύγχρονα πεζογραφήματα εφάμιλλα με του Ταχτσή και του Βαλτινού έχουν γραφτεί κ.ο.κ. Άλλωστε ο Σουλιώτης έχει μπει ήδη στον πειρασμό να αναρωτηθεί γιατί να μην προταθούν για την κορυφή του αιώνα και ο συμπαθέστερός μας Καρυωτάκη, το ωραίο δίδυμο των Εγγονόπουλου – Εμπειρίκου, ο οξύτερος σατιρικός του αιώνα Παλαμάς, οι δυο νομπελίστες κι εκείνοι που δεν παγιώθηκαν ακόμα στην συνείδησή μας (Αναγνωστάκη, Σινόπουλο) για λόγους δραστικής και βιαστικής αλλαγής της εποχής.

Το τρίτο μέρος αφιερώνεται στα Βιβλιολογικά. Μαζί με κείμενα για βιβλία άγνωστα και ειδικά, για τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και για το περιοδικό Εντευκτήριο και τον Gordon εδώ σπεύδω στην προσφιλή Σουλιώτεια γραφή, που ενοικεί στο κείμενο Οι θερινοί και οι άλλοι αναγνώστες, που αφορά μια τυπική του επισκοπική κατόπτευση ενός θέματος, που εδώ είναι η ίδια η αναγνωστική πράξη.

Στην προκαπιταλιστική εποχή σπάνιζαν οι αναγνώστες δωματίου, στο μέτρο που το δωμάτιο δεν αυτονομούνταν από το υπόλοιπο σπίτι. Σε περασμένες εποχές, εξάλλου, όταν η εξατομίκευση ήταν αμυδρή, η ανάγνωση σήμαινε κατά κανόνα την πράξη της φωναχτής ανάγνωσης, που την εκτελούμε με την (αισθητή ή) υποθετική παρουσία ενός (φυσικού ή) δυνητικού ακροατηρίου, που αρτιώνει την ανάγνωση: γιατί ακόμη και στα πιο ξελιγωμένα, δωματίσια διαβάσματά μας, εκεί όπου συχνά υπερτερούν οι παραισθήσεις του ιδιωτικού, η αναγνωστική πράξη κατορθώνεται στο βαθμό που μαζί μας συνδιαβάζει και ο άλλος – ο φαντασμαγορικός εκπρόσωπος της ανθρώπινης κοινότητας. [σ. 187]

Ο Σουλιώτης προβαίνει σε μια απολαυστική τυπολογία της ανάγνωσης, από την οποία αλιεύω και αυθαιρετώ κατά την περίληψή τους: ο ορθός αναγνώστης (κυριολεκτικά όρθιος: ο παρωχημένος αναγνώστης του λογείου, ο σύγχρονος αναγνώστης του τοίχου, του περιπτέρου, ο πλαγιοκοπών λαθραναγνώστης των λεωφορείων)· ο καθιστικός (που μάλλον δεν μπορεί να αφομοιώσει τα υψηλά νοήματα – γι’ αυτό όταν τα «πιάνουμε», πετιόμαστε όρθιοι)· ο ύπτιος (αν και τα πιο «απογειωμένα» διαβάσματα τελούνται ανάσκελα)· ο περιπατητικός· ο τακτός· ο χωρικός (που συναρτά την ανάγνωση με επιλεγμένους χώρους, που συχνά υποβάλλουν το είδος του βιβλίου)· ο ιδιωτικός (ώστε να απολαμβάνει τους ήχους της αναγνωστικής χειροναξίας – κοινώς το θρόισμα των σελίδων).

Καταλογογραφούνται ακόμα ο ετερρορεπής αναγνώστης (που διαβάζει μόνο που βιβλία που «ανακαλύπτουν» ή διαφημίζουν οι άλλοι), ο κρυπτικός (μέγας διώκτης των λαθραναγνωστών), ο οδηγητής (που απορρίπτει τα βιβλία που αρέσουν στους άλλους και προτιμά να λειτουργεί ως καθοδηγητής), ο ξεφυλλιστής, ο πραγμοποιημένος (που λατρεύει το βιβλίο ως πράγμα και θηρεύει τις δυσεύρετες εκδόσεις), ο υπνωτικός (που αποσκοπεί με την ανάγνωση να αποκοιμίσει εαυτόν ή τον ακροατή), ο καιροσκοτώστης (που διαβάζει μερικές αράδες με μηχανιστική τρόπο) και άλλοι.

Στην ενότητα των Βαλκανικών συνεχίζεται η αλίευση ωραίων βιβλίων όπως το «Γενικόν Τεφτέριον» 1903 – 1918. Μια άγνωστη περίπτωση βόρειας λογοτεχνίας. Το εν λόγω εμπορικό κατάστιχο εξυψώνεται σε κιβωτό οικογενειακής και ιστορικής μνήμης και αποκτά λογοτεχνική αξία, εφόσον άλλωστε ανάμεσα στις εγγραφές βερεσεδιών ο συγγραφέας κάνει εγγραφές ονείρων! Στο πέμπτο μέρος πάνε τα Ποικίλα και τα Μικρότερα, μεταξύ των οποίων ένα έξοχο κείμενο για την κριτικό Νόρα Αναγνωστάκη, για τα ποιήματα στο χασαπόχαρτο (ένα αξέχαστο τρικ της προαναφερθείσας συντεχνίας που συνοφρύωσε τους σοβαροφανείς) κι ένα επίσης απολαυστικό γραπτό για τους απροστάτευτους σε χώρους εκτός του Εθνικού Κομματολογίου. Στις βιβλιο – παρουσιάσεις, τέλος, οι επιλογές συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα απρόσμενες: ειδικά βιβλία μακεδονικής ιστορίας και φιλολογίας, παραγνωρισμένες ανθολογίες ποιητών, ο τέταρτος τόμος των Κριτικών του Τέλλου Άγρα και άλλα πολλά.

Κι έτσι, εκτός της πνευματικής και αναγνωστικής χαράς (δεν τολμώ να σκεφτώ σε ποια κατηγορία θα με ενέτασσε ο Σουλιώτης) ξεψάχνισα κείμενα και κύκλωσα στοχάσματα. Όπως αυτό: Όσο πιο δυνατό είναι το ποίημα τόσο πιο σαφή πράγματα λέει. Η πανσημία ισχύει για τα αδύναμα ποιήματα και η πολυσημία είναι γνώρισμα των πολύ καλών στίχων ενώ η (αμφίσημη, ενίοτε) μονοσημία είναι ίδιον των τέλειων στίχων.

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2000, σελ. 342, με οκτασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

08
Ιαν.
18

Θανάσης Γιαλκέτσης – Η σοφία των άλλων. Κριτικές αναγνώσεις

Χρηστική βίβλος βιβλίων στοχασμού και δράσης

Όπως και η προηγούμενη συλλογή κειμένων του, το Σημειωματάριο ιδεών [Εκδ. Πόλις, 2012, ανατύπ. 2013], έτσι και η νέα αυτή συλλογή του Γιαλκέτση αποτελεί μια χρηστική βίβλο πολύτιμων βιβλίων πολιτικού στοχασμού και πρακτικών δυνατοτήτων πολιτικής πράξης. Ο συγγραφέας επιλέγει εξαιρετικά μη μυθοπλαστικά / δοκιμιακά βιβλία που αποτελούν σημαντικές συμβολές στην έρευνα του εκάστοτε θέματος και τα παρουσιάζει με τρόπο ευσύνοπτο αλλά διεισδυτικό. Η Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγονται έργα από πολλούς και διαφορετικούς στοχαστές. Τονίζεται έτσι η αίσθηση της πολυεδρικότητας της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά και προστατευόμαστε  από τα λάθη που προκαλούν οι εύκολες βεβαιότητες. Η θεματική ποικιλία, όπως γράφει ο ίδιος στην εισαγωγή του, πολλαπλασιάζει τα σημεία παρατήρησης και μπορεί να συμβάλλει στην διεύρυνση των οριζόντων και της προοπτικής. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας αντλεί και παρουσιάζει το απόσταγμα σύνθετων και εκτεταμένων έργων μέσα στα στενά όρια μιας βιβλιοκριτικής δεν μπορεί παρά να είναι αξιοθαύμαστο.

Ζούμε την σημερινή παγκόσμια κρίση, γράφει ο Γιαλκέτσης, ως μια διαδοχή των δραματικών συμβάντων που δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε και να αποτρέψουμε. Υπάρχουν ωστόσο σημαντικές θεωρητικές συμβουλές που μας βοηθούν να δώσουμε νόημα και ορθολογική εξήγηση σε αυτή την χαοτική ροή γεγονότων. Ένα παράδειγμα αποτελεί το βιβλίο Παράπλευρες απώλειες του πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν [Zygmunt Bauman]. Εδώ οι παράπλευρες απώλειες είναι ανθρώπινα θύματα της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης η οποία καθοδηγείται από το κυνήγι του  αχαλίνωτου κέρδους και οι στρατιές των εξαθλιωμένων και των κοινωνικά αποκλεισμένων. Η οικονομική ανάπτυξη τελικά όχι μόνο δεν μεταφράζεται σε αύξηση της ισότητας, αλλά μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την έκρηξη των ανισοτήτων. Το σύγχρονο κράτος, αφού έχει αθετήσει την δέσμευσή του να προστατεύει τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας προσπαθεί να στηρίξει στην νομιμοποίησή του στην υπόσχεση της διατήρησης της προσωπικής ασφάλειας των πολιτών. Τελικά όμως η κυριότερη επίπτωση αυτής της ψύχωσης για ασφάλεια είναι η αναπαραγωγή αισθημάτων φόβου, ανασφάλειας, εχθρότητας και αμοιβαίας καχυποψίας.

 «Η δημοκρατία σε δοκιμασία» αναφέρεται στο σπουδαίο έργο του Marcel Gauchet Η άνοδος της δημοκρατίας. Η δημοκρατία υπό την δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914 – 1974, όπου ο γάλλος φιλόσοφος προτείνει μια σφαιρική φιλοσοφική ερμηνεία του 20ού αιώνα και αναλύει τους μετασχηματισμούς της δημοκρατίας που προέκυψαν ως απάντηση στην πρόκληση των ολοκληρωτισμών. Μπορεί σήμερα να κατανοούμε την θρησκεία σαν μια πίστη, λησμονώντας ότι, ιστορικά, αυτή υπήρξε πρώτα απ’ όλα μια μορφή οργάνωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Είναι ακριβώς η βαθμιαία εγκατάλειψη της ετερονομίας στην οποία η θρησκεία καθόριζε και διαμόρφωνε την πολιτική και η μετάβαση σε μια αυτονομία κοινωνία που χαρακτηρίζουν την νεωτερικότητα.

Ο Γκοσέ ερμηνεύει τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα ως απόπειρες αναδημιουργίας της προηγούμενης θρησκευτικής μορφής της κοινωνίας. Ο φασισμός, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός διαθέτουν μια έντονα θρησκευτική διάσταση, παρόλο που παρουσιάζονται ως αντιθρησκευτικά κινήματα. Οι ολοκληρωτικές τους ιδεολογίες επιδίωκαν να καλύψουν κάθε πεδίο της πραγματικότητας, να δώσουν ένα νόημα σε όλα και να αναδημιουργήσουν κάτι που μοιάζει με την οργανική κοινότητα του παρελθόντος. Η ενότητα των πνευμάτων γύρω από μια κοινή σκέψη έρχεται σε αντίθεση με την αναρχία των φιλελεύθερων κοινωνιών όπου ο καθένας υποστηρίζει την δική του γνώμη. Ενώ η περίοδος του ολοκληρωτισμού σημαδεύτηκα από μια υπερπολιτικοποίηση της συλλογικής ζωής, η δημοκρατία καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει μια πρωτόγνωρη απειλή: την ριζική αποπολιτικοποίηση.

Και ποιοι είναι άραγε οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας, όπως τιτλοφορείται το βιβλίο του Τσβετάν Τοντορόφ [Tzvetan Todorov]; Ο συγγραφέας κατονομάζει και αναλύει τρεις: τον πολιτικό μεσσιανισμό, τον υπερφιλελευθερισμό και τον ξενόφοβο λαϊκισμό· χαρακτηρίζονται δε εσωτερικοί επειδή είναι τέκνα της δημοκρατίας και επικαλούνται τις δημοκρατικές αρχές. Ο πολιτικός μεσσιανισμός αγνοεί το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο κι ότι είναι ένα ατελές καθεστώς για ατελείς ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά πάντως διαθέτει τα νόμιμα μέσα και τις διαδικασίες για να βελτιώνεται. Αντίθετα, προβάλλει την μεταμόρφωση του κόσμου σύμφωνα με κάποιο ιδεώδες και την δημιουργία ενός νέου ανθρώπου· και στο όνομα αυτού του «μεγαλειώδους» σκοπού δικαιολογεί την χρήση κάθε μέσου.

Ο υπερφιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός παραχωρούν απεριόριστη ελευθερία στην αγορά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνοντας την κυριαρχία του νόμου. Όταν η ιδιωτική οικονομική εξουσία δεν υπόκειται στον πολιτικό έλεγχο των κρατών αλλά και υπαγορεύει την βούλησή της στις εθνικές κυβερνήσεις, η λαϊκή κυριαρχία γίνεται κενό γράμμα. Ο λαϊκισμός, τέλος, εκμεταλλεύεται τις ανησυχίες και τους φόβους των πολλών και φορτώνει την ευθύνη για τα δεινά μας στους ξένους, καταφεύγοντας στον εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Στο βιβλίο του Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο ο Terry Eagleton αντικρούει δέκα από τα κυριότερα επιχειρήματα των σύγχρονων επικριτών του μαρξισμού. Ας περιοριστούμε σε τρία: α. Η άποψη ότι ο Μαρξ ανήκει οριστικά στο παρελθόν εφόσον άλλαξε βαθιά ο καπιταλισμός αντικρούεται από το γεγονός ότι η βαθύτερη λογική του συστήματος – το κυνήγι του επιχειρηματικού κέρδους εις βάρος των κοινωνικών αναγκών και οι αβυσσαλέες ανισότητες και αδικίες του – δεν έχει μεγάλη διαφορά με τον άγριο καπιταλισμό της βικτοριανής εποχής· β. Η επίκληση του σταλινικού τρόμου και η δημιουργία τυραννικών καθεστώτων κατά τον Ίγκλετον δεν υποστηρίχθηκαν ποτέ από τον Μαρξ, που άσκησε σκληρή κριτική σε κάθε μορφή πολιτική καταπίεσης· γ. Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ ως ουτοπικού στοχαστή που παραγνώρισε τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης δεν ευσταθεί, εφόσον η βασική του ανάλυση δεν εστιαζόταν στον σχεδιασμό ενός ουτοπικού μέλλοντος ούτε πίστευε στην μαγική μεταμόρφωση των ανθρώπων. Αντίθετα επεδίωκε την επίλυση αντιφάσεων του παρόντος και τις κοινωνικές μεταβολές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν και τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Εδώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κριτική διαπίστωση του Γιαλκέτση, ότι ο μαρξιστής Ίγκλετον παραγνωρίζει τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις της μαρξιστικής σκέψης και προσπερνάει χωρίς αυτοκριτικό προβληματισμό το γεγονός ότι καμία σοσιαλιστική ή κομμουνιστική επανάσταση δεν προβλέπεται σήμερα στον κόσμο, ακόμα και στις ζώνες της φτώχιας και της εξαθλίωσης. Ενώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια δραματική κρίση του καπιταλισμού, η μαρξιστική αριστερά δείχνει να μην διαθέτει ρεαλιστικές προτάσεις σοσιαλιστικής αλλαγής.

Ο συγγραφέας επιλέγει βιβλία «ένα κι ένα» στο είδος τους ή, έστω, στον προβληματισμό ή τον διάλογο που προκαλούν: Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας, Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του φιλελευθερισμού, Πιερ Μανάν, Οι μεταμορφώσεις της πόλεως, Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για ρίζες, Σέρι Μπέρμαν, Το πρωτείο της πολιτικής, Μαρκ Μαζάουερ, Κυβερνώντας τον κόσμο, Αλέν Ερενμπέργκ, Η κούραση να είσαι ο εαυτός σου, Martha Nussbaum Όχι για το κέρδος, Πιερ Αντρέ Ταγκιέφ, Ο νέος εθνικο – λαϊκισμός, Πιερ Ροζανβαλόν, Η κοινωνία των ίσων, Εμίλ Ντιρκέμ, Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης κ.ά. Τα κείμενά Γιαλκέτση συχνά υπερβαίνουν τα όρια της ανάγνωσης ενός βιβλίου και εκτείνονται σε πυκνές και ευανάγνωστες προσωπογραφίες σπουδαίων στοχαστών, όπως οι Νίκος Πουλαντζάς και Ρόναλντ Ντουόρκιν, ενώ τιμώνται και έργα πλέον κλασικά, όπως Ο επαναστατημένος άνθρωπος του Αλμπέρ Καμύ και Ο μονοδιάστατος άνθρωπος του Χέρμπερτ Μαρκούζε.

Το προαναφερθέν έργο του Μαρκούζε σήμερα μοιάζει επίκαιρο όσο ποτέ. Η συναίνεση στην οποία στηρίζονται οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού οφείλεται στην ικανότητά τους να διαπλάθουν τις συνειδήσεις, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τους τρόπους σκέψης και ζωής των υποκειμένων. Η κοινωνία της κατανάλωσης και της αφθονίας τείνει να εξαλείψει πλήρως την ελεύθερη υποκειμενικότητα και την κριτική σκέψη. Στην μονοδιάστατη κοινωνία το ατομικό υποκείμενο υποχρεώνεται σε συμμόρφωση προς τις επιταγές επιβλητικών αντικειμενικών δομών και χάνει την ικανότητά του να ανιχνεύει εναλλακτικούς δρόμους. Αυτό που απειλείται είναι η ίδια η ύπαρξη υποκειμένων ικανών για δημιουργία και ελευθερία. Ο σύγχρονος «μονοδιάστατος» άνθρωπος έχει χάσει την ατομικότητά του, την ικανότητά του να διαφωνεί, να σκέφτεται κριτικά και να δρα αυτόνομα προκειμένου να ελέγξει την μοίρα του.

Όμως υπάρχει πάντα διέξοδος. Η ίδια η κρίση, όπως γράφει ο Γιαλκέτσης, μπορεί να ενθαρρύνει τον κριτικό και αυτοκριτικό αναστοχασμό, που αποτελεί και την αφετηρία για την αναζήτηση νέων λύσεων και να απελευθερώσει μια πνευματική δημιουργικότητα ικανή να θέσει σε κίνηση δυνάμεις ανανέωσης και μετασχηματισμού. Και είναι εμφανές, προσθέτουμε εμείς, ότι όλα αυτά τα βιβλία αποτελούν πολύτιμα εργαλεία συνειδητοποίησης, στοχασμού και δράσης.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος.

Η προηγούμενη συλλογή κριτικών κειμένων του Θανάση Γιαλκέτση εδώ.

Στις εικόνες: Zygmund Bauman, Marcel Gauchet, Tzvetan Todorov, Terry Eagleton, Martha Nussbaum, Herbert Marcuse.

30
Δεκ.
17

Ανοίξετε την πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων. Αρχείο Σίμωνα Καρρά, 1958 – 1976

Αυτή η ιδιαίτερα καλοδεχούμενη έκδοση μου δημιούργησε ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και έκπληξη. Είναι ένα βιβλίο που θυμίζει άλλες εποχές, όπου οι αφηγήσεις για την  Ιστορία των ημερών, ανεξάρτητα από πίστη και θρησκεία, συνοδεύονταν από μια βαθειά αίσθηση συνέχειας και συμμετοχής. Ακόμα και για έναν έκθαμβο νεαρό που μεγάλωσε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 αυτές οι ημέρες δεν νοούνταν χωρίς το αναγνωστικό, το τελετουργικό και το εικαστικό στοιχείο. Αλλά η αστική γειτονιά δεν διέθετε ούτε την κοινοτική βίωση, ούτε τον πλούτο των δρώμενων και την αναπόσπαστη μουσική τους. Δεν έμεναν παρά οι γραπτές διηγήσεις και η αναζήτηση των τελετών σε απλές ζωγραφιές, σε κάτι αρχαία βιβλία και αναγνωστικά.

Κι έρχεται αυτό το βιβλίο να μας καλεί να ανοίξουμε την πόρτα μας στο πιο αναγνωρίσιμο και μνημονικό στοιχείο των εορτών, τα κάλαντα, αλλά στην ουσία αυτό να μας ανοίγει στην ιστορία, την μουσική και τις ζωγραφισμένες εικόνες τους. Αρχικά περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο 75 σελίδων για τα κάλαντα στην πορεία του χρόνου, την άμεση σχέση τους με μεταμφιεστικά δρώμενα, την παρουσία τους στην παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη κοινωνία και ειδικότερα σχόλια στην ποίηση και την μουσική τους, με έμφαση στα στοιχεία της αναγγελίας του γεγονότος της γιορτής, των παινεμάτων, της παρότρυνσης για προσφορά φιλοδωρήματος και των ευχών.

Υπάρχει ακόμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά στις παρανοήσεις και την φαινομενική ασυναρτησία των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, όπου και διαπιστώνουμε την ύπαρξη ένθετων στίχων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με το νόημα των υπόλοιπων, αλλά να εκφράζουν κάποια χαλαρότερη σχέση ή και να εισάγουν με καλυμμένο τρόπο μια εντελώς διαφορετική έκφραση. Η σχετική ερμηνεία αλλά και το ενδεχόμενο τέτοιων κρυφών νοημάτων έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για τα ζωγραφικά έργα, πρόκειται για πρωτότυπες δημιουργίες της ζωγράφου Βάσως Γώγου, εμπνευσμένες από την παλαιά αλλά και την σύγχρονη επιτέλεση του εθίμου.

Το έθιμο των καλάντων παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που δύσκολα τις συναντά κανείς σε άλλα παραδοσιακά έθιμα, αφενός λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους και αφετέρου λόγω της παρόμοιας λειτουργίας αλλά και της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας και των αμέτρητων παραλλαγών ανά περιοχή. Το υπόβαθρό είναι βαθύ: παγανιστικά κατάλοιπα, λατρευτικές πρακτικές μια πανάρχαιας πρωτογονικής εποχής, κληρονομική διαδοχή των ρωμαϊκών εορτών που βέβαια ανάγονται ευθέως στις αρχαιοελληνικές και ιδίως τις διονυσιακές τελετές, αυθόρμητες ή τυποποιημένες θεατρικές παραστάσεις. Η επίκληση των δυνάμεων της γης, η διαρκής παρουσία του θανάτου και της ανάστασης, η μίμηση και η μεταμφίεση που λειτουργεί ως ευκαιρία για πρόσκαιρη αντιστροφή των κανόνων που ισχύουν μέσα σε ένα αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν όλα στοιχεία ενός εθίμου που διακλαδώνεται και βαθαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως φαίνεται στους νεώτερους.

Η έκπληξη είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς το βιβλίο συνοδεύεται με δυο ψηφιακούς δίσκους όπου θησαυρίζονται 59 σπάνιες και αυθεντικές ηχογραφήσεις καλάντων από όλη την Ελλάδα μέσα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά (1958-1976). Μετρώ 37 κάλαντα για τα Χριστούγεννα, 11 για την Πρωτοχρονιά και, 11 για τα Φώτα. Τα κάλαντα τραγουδούν ντόπιοι, αποδίδοντας πιστά το ιδιαίτερο μουσικό και γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής αλλά και, τολμώ να πω, το ίδιο το κλίμα· θαρρείς και είσαι αυτόπτης και αυτήκοος της απόδοσής τους. Το μουσικό αρχείο του Σίμωνα Καρρά αποτελεί για το έθιμο των καλάντων ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο καθώς οι καταγραφές του τόσο σε χειρόγραφο όσο και σε ταινίες περιλαμβάνουν εκατοντάδες κάλαντα τραγουδισμένα αποκλειστικά από ντόπιους, από δεκάδες μέρη απ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Τα λαϊκά δρώμενα λειτουργούν εκτός των άλλων και ως πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρώνεται και συγκροτεί την ταυτότητά της η ίδια η κοινότητα. Αλλά η  σύγχρονη ζωή και η εξέλιξη του εθίμου «στον δρόμο» μεταλλάσσουν την σχέση καλαντιστή και νοικοκύρη. Τα κάλαντα στις πόλεις απευθύνονται συνηθέστερα σε κάποιον αόριστο ή συλλογική αποδέκτη και αποδυναμώνεται έτσι η ίδια η δύναμη της αναγγελίας της γιορτής και των παινεμάτων. Στο λεωφορείο ή στο σούπερ μάρκετ δεν έχει νόημα το παίνεμα του αφέντη, της κυράς ή της κόρης. Δεν μένουν παρά οι κοινότητες όπου διατηρείται και αναβιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος επιτέλεσης του εθίμου. Ίσως είναι κι αυτή, σκέφτομαι, μια ακόμα εκδοχή της περίφημης «νεωτερικότητας».

Σε αντίθεση με άλλες εκδόσεις όπου οι πληροφορίες «αλιεύονται» από πηγές που δεν αναφέρονται, εδώ οι συγγραφείς των κειμένων περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές παραπομπές από βασικά έργα των Ν. Πολίτη, Γ. Μέγα και Σ. Λουκάτου, επιστημονικά περιοδικά (Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογραφία, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού), εκδόσεις (του Κέντρου Αιγαιακών, Λαογραφικών και Μουσικολογικών Ερευνών κ.ά.), σύγχρονες πανεπιστημιακές εργασίες, άρθρα από συμπόσια κλ.π. Μια άψογη έκδοση.

Κείμενα: Δημήτριος Μαντζούρης, Βασίλειος Σταυρόπουλος

Εκδ. ΚΕΠΕΜ [Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής. Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά], Δεκέμβριος 2017, σελ. 192 με γυαλιστερό φύλλο. Ιστοσελίδα εδώ, επικοινωνία εδώ.

Στις εικόνες έργα των Γιώργου Κόρδη (Τα κάλαντα), αγνώστου, αγνώστου από Αναγνωστικό του 1977, Γιώργου Σικελιώτη (Τα κάλαντα) και Βάσως Γώγου, ενδεικτικό της εικονογράφησης του βιβλίου.

28
Νοέ.
17

Πέτρος Γκολίτσης – Υποβάλλοντας έναν κόσμο. Μελέτη για τις συλλογές του Ντίνου Σιώτη Αυτοβιογραφία ενός στόχου και Εκεί έξω.

Η ποιητική γλώσσα του Ντίνου Σιώτη «υποβάλλει έναν κόσμο» συνδυάζοντας την πραγματικότητα με την φαντασία με έναν ανανεωμένο τρόπο που δεν έχει προηγούμενο, γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης, ανασκάπτοντας εις βάθος τις υπό έρευνα δυο ποιητικές συλλογές (εκδ. Κέδρος, 2006 και Κοινωνία των (δε)κάτων, 2012, αντίστοιχα). Πρόκειται για έναν τύπο γραφής που ανανέωσε στον αγγλοσαξονικό χώρο αλλά και εδώ μέσω της ποίησης του Βαλαωρίτη και στη συνέχεια του Σιώτη το ξέφτισμα της προσωπικής, δηλαδή της υποκειμενικής – εξομολογητικής ποίησης ή ακόμη και του «ιδιωτικού οράματος» και των προσωπικών – εγωκεντρικών προτεραιοτήτων στρεφόμενη προς μια κοινωνική έγνοια και αγωνία. Ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαρκή διάθεση να αφυπνίσει τους «αδύναμους», τοποθετούμενος απέναντι στους έφιππους προστάτες της όποιας μεταφυσικής και κοινωνικοπολιτικής «συντηρητικής» εξουσίας.

Το ποίημα εισρέει ως ακαριαίος χώρος στον χώρο του αναγνώστη, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα εικονοκεντρικό κλίμα ένα «jazz fusion με εικόνες», που συχνά κάποτε θυμίζει την διαδοχή των εικόνων στην ταινία του Godfrey Reggio υπό την μουσική του Philip Glass και άλλοτε μορφές του αφηρημένου εξπρεσιονισμού και της ποπ άρτ ή μεταφυσικά τοπία όπως των Μαξ Ερνστ, Πωλ Ντελβώ αλλά και Αντρέι Ταρκόφσκι. Σε αυτή την ποίηση δεν είναι μόνο οι ιστορικές και κοινωνικές συμβάσεις που αμφισβητούνται αλλά και οι ίδιες οι συλλογικές και ατομικές ταυτότητες. Η ετερότητα περιλαμβάνει και τον εαυτό του ποιητή και τον άλλον. Όταν ο ποιητής αδυνατεί να εξοικειωθεί με τους ξένους που φέρει εντός του, προτάσσει τις «κοινωνικές» περσόνες του ταξιδευτή, του διοργανωτή ή του «καθοδηγητή» των συμπολιτών του. Ούτως ή άλλως οι πρωταγωνιστές αυτής της «γενιάς», υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν, οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και από την ίδια την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία, σε αντίθεση με την πρώτη μεταπολεμική γενιά (τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Άρη Αλεξάνδρου) ή και την δεύτερη (τον Βύρωνα Λεοντάρη).

Το «εδώ μέσα» αντιπαρατίθεται σχεδόν μόνιμα στο «εκεί έξω», η «ησυχία – σιωπή» στον «θόρυβο», το «υπαρκτό» στο «ανύπαρκτο», η «θάλασσα» στη «στεριά», το «θολό» στη «σκόνη»· αυτά είναι μερικά από τα δίπολα που βρίσκονται σε συνεχή αντίθεση αλλά και συνδυασμό ή αντιστοιχία μεταξύ τους, σε μια ιδιόμορφη μετασυμβολική αρχιτεκτονική. Από ποίημα σε ποίημα ο Σιώτης ειρωνεύεται και σαρκάζει εαυτόν, γίνεται προσιτός και αντι-ρητορικός, καταφεύγει στην πεζολογικότητα, χλευάζει όσα διαφεύγουν στο απυρόβλητο και κάποτε εκφέρει μια γλώσσαμιας ιδιαίτερης υποβλητικότητας· το τελευταίο αυτό στοιχείο τόνισε ο Νάνος Βαλαωρίτης στην  εισαγωγή του στο Εκεί έξω. Σε κάθε περίπτωση τα ποιήματα του Σιώτη μπορούν «να ιδωθούν και ως φέτες ζωής καθώς φαίνεται να αφηγούνται μέσω του ήρωα – ποιητή μια εποχή, χωρίς να στερούνται απαραίτητα και την συνεκτική πλοκή ή το ίδιο το τέλος.

Ο μελετητής εντοπίζει τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της καθεμιάς συλλογής και παραθέτει ενδεικτικά ποιήματα και στίχους για να προτείνει διαφορετικές αναγνώσεις αλλά και να εκκινήσει έναν διάλογο πάνω στα εμφανή και τα αφανή κλειδιά τους, ανατρέχοντας σε μυθοπλαστικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα των Fernando Pessoa, Slavoij Zizek, Ulrich Beck, Anthony Giddens, Πέτρου Θεοδωρίδη κ.ά. Η δοκιμιακή του πρόζα όχι μόνο ανατέμνει αλλά και εμπνέει στον αναγνώστη την επιθυμία να εισέλθει στην σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από τον ποιητικό κόσμο ενός ποιητή του απόλυτου παρόντος.

Εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2017, 26 σελ.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 26 Νοεμβρίου 2017. Το κείμενο στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας εδώ.

 Ο Ντίνος Σιώτης στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ

Οι εικόνες από έργα των Max Ernst, Godfrey Reggio [Koyaanisqatsi], Andrei Tarkovsky [Stalker].

27
Οκτ.
17

Οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία (εκδόσεις 2015). Το σχετικό σκεπτικό για την λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου και η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή.

Ανακοινώθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 2017 οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, Μυθιστορήματος, Διηγήματος – Νουβέλας, Ποίησης, Δοκιμίου – Κριτικής, Χρονικού – Μαρτυρίας και  Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται εδώ και συνοδεύεται από Αιτιολογημένη έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίσης περιόδου (εκδόσεις 2015).

Ι. Οι βραχείες λίστες

Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος :

Γαλανάκη Ρέα, Η άκρα ταπείνωση, Εκδόσεις Καστανιώτη

Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Ζωή μεθόρια, Εκδόσεις Πατάκη

Θεοδωρόπουλος Τάκης, Βερονάλ, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παπαδάκη Κάλλια, Δενδρίτες, Εκδόσεις Πόλις

Σωτηρίου Κωνσταντία, Η Αϊσέ πάει διακοπές, Εκδόσεις Πατάκη 

 

Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας :

Ατζακάς Γιάννης, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, Εκδόσεις`Αγρα

Κιτσοπούλου Λένα, Το μάτι του ψαριού, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μαρούτσου Έλενα, Οι χυδαίες ορχιδέες, Εκδόσεις Κίχλη

Παπαμόσχος Λ. Ηλίας, Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη

Πέτσα Βασιλική, Μόνο το αρνί, Εκδόσεις Πόλις


Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :

Αγγελής Δημήτρης, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις

Κολοτούρου Σοφία, Η τρίτη γενιά, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Κούσουλας Λουκάς, Εν παραβολαίς, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Μαρκόπουλος Θανάσης, Χαμηλά ποτάμια, Εκδόσεις Μελάνι      

Παπαλεξάνδρου Αριστέα, Μας προσπερνά, Εκδόσεις Κέδρος

Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :

Ανδρεάδης, Γιάγκος, Ο τραγικός καθρέφτης. Αφήγηση και θέατρο την εποχή της κρίσης, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Αριστηνός, Γιώργος, Αφερέγγυοι και πλάνητες. Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό, Εκδόσεις Κέδρος

Ζουμπουλάκης  Σταύρος, Υπό το φως του μυθιστορήματος, Εκδόσεις Πόλις

Κιουρτσάκης Γιάννης, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, Εκδόσεις Πατάκη

Φωκάς  Νίκος,  Η μοναξιά της ποίησης, Εκδόσεις Νεφέλη

Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μαρτυρίας – Bιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας :

Βασιλικός  Βασίλης, Ημερολόγιο Θάσου, Εκδόσεις Gutenberg

Βέης Γιώργος, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Λολίτα, Συρία. Χρονικό σε θαμπό καθρέφτη, Εκδόσεις Πατάκη

Καλογεροπούλου Ξένια, Γράμμα στον Κωστή, Εκδόσεις  Πατάκη

Χατζηδάκης Γιώργος, «Ω, άγιε αιθέρα…» [Ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας], Εκδόσεις Polaris 

ΣΤ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα :

Αρχιμανδρίτη Μαρία, Η μοναξιά της καμπύλης, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Βασιλεία, Η έκτη μέρα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Καμπουράκης Γιάννης, Το φως αναλύεται σε χρώματα, Εκδόσεις Κέδρος

Κλιγκάτση Μαίρη, Πλευρικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Κολτσίδας Χρήστος, Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι

Κορρυβάντη Κωνσταντίνα, Μυθογονία, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής έχει ως εξής:

Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, Πρόεδρος

Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος

Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος ΔΕΠ

Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών, Μέλος ΔΕΠ

Μαρία Σκιαδαρέση, Συγγραφέας, Μέλος

Νένα Κοκκινάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Γιάννης Τσίρμπας, Συγγραφέας, Μέλος

Λάμπρος Σκουζάκης, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος

ΙΙ. Η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή

Αποδέχτηκα την πρόσκληση για άμισθη (ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός) συμμετοχή ως μέλος στο κοπιαστικό έργο της Επιτροπής για προφανείς, υποθέτω τουλάχιστον ως προς τους αναγνώστες του Πανδοχείου, λόγους. Οι δυο σημαντικότεροι ήταν οι εξής:

Καταρχήν η δυνατότητα ανάγνωσης δεκάδων βιβλίων και η αναμέτρηση με πλήθος κειμένων, συνδυασμένη με την υποχρέωση της υποστήριξης του ενός ή του άλλου με πρωτολογίες, δευτερολογίες, σύντομα σημειώματα ή εκτενείς εισηγήσεις, προφορικές ή γραπτές, υπήρξε ακαματάχητη πρόκληση για κάποιον που επιζητεί ευκαιρίες για περισσότερες και βαθύτερες αναγνώσεις αλλά και την δυνατότητα ανεύρεσης και ανάδειξης άγνωστων ή λιγότερο προβεβλημένων έργων.

Ας παραδεχτώ εδώ ότι δίπλα στην απόλαυση της ανάγνωσης, στέκει σιωπηλή πλην απαιτητική η τέρψη της άμεσης και αναγκαστικής ανάγνωσης σε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι, αφιέρωσα συντριπτικά περισσότερο ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο για να είμαι συνεπής στις σχετικές προ συνεδριάσεων προθεσμίες, αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές μου διασπάσεις σε πολλαπλά ενδιαφέροντα. Ένας συνδυασμός μαραθωνίου και αγώνα ταχύτητας που λίγο πριν το νήμα με βρίσκει ως αναγνώστη πιο ανοιχτό από ποτέ.

Ένας δεύτερος θελκτικός λόγος συμμετοχής δικαιώθηκε: η συνομιλία με άλλους οκτώ εξίσου θερμούς και δεσμευμένους αναγνώστες. Οι επί της ουσίας συνομιλίες υπήρξαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες έως και συναρπαστικές. Η διαλεκτική των συνεδριάσεων περιελάμβανε τα πάντα: προτάσεις και αντιπροτάσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, επιχειρήματα και αντικρούσεις επιχειρημάτων. Υπήρξαν γόνιμες ανταλλαγές αλλά και αλλαγές απόψεων πάνω στο πεδίο των αναγνωστικών ανασκαφών. Σε κάθε περίπτωση συναντηθήκαμε όλοι στον δύσβατο τόπο όπου η υποκειμενικότητα κάθε ανάγνωσης συνυπάρχει και συνομιλεί με την αντικειμενικότητα των κριτηρίων.

Περιττό να τονιστεί ότι η αριθμητικά περιοριστική πεντάδα των επί μέρους κατηγοριών αδικεί πολλά βιβλία που συζητήθηκαν, επαινέθηκαν και προτάθηκαν.

Τέλος, έχω και στα περί Πανδοχείου εκφράσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιώ ως προς το πρόσωπό μου την ιδιότητα του «κριτικού λογοτεχνίας», συνεπώς θα προτιμούσα να συμμετέχω ως «αφοσιωμένος αναγνώστης», αλλά αντιλαμβάνομαι την αναγκαία ορολογική διατύπωση ενός θεσμικού πλαισίου που καθορίζεται με νόμο. Πάνω απ’ όλα είμαι και παραμένω ένας απλός πλην ανήσυχος και αδηφάγος αναγνώστης, με τους όρους που έχω διατυπώσει στην σχετική αναγραφή.

ΙΙΙ. Το Σκεπτικό του Πανδοχέα (κατά νόμον και κατά κόσμον Λάμπρου Σκουζάκη) για την λογοτεχνική παραγωγή της υπό κρίση περιόδου

Διήγημα – νουβέλα

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για το διήγημα. Το είδος σταθερά αποτελεί πρώτη επιλογή για πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, που επιθυμούν να δοκιμαστούν πρώτα στην μικρότερη σύνθεση, στην αυτοτέλεια ή στην ελλειπτικότητα μιας ακαριαίας ιστορίας, στην πυκνότητα της γραφής, στην άσκηση ενός προσωπικού ύφους κ.λπ. Ταυτόχρονα, συνέχισαν και οι παλαιότεροι «πιστοί» του είδους, ορισμένοι εκ των οποίων επιμένουν να δημιουργούν αποκλειστικά εντός των ορίων του. Παρατηρείται ιδιαίτερη έμφαση στην πολύ μικρή φόρμα («μικροδιήγημα», «μπονζάι» κ.λπ.), που ευνοείται από την ιδιαίτερη δημοσιότητα του είδους κατά τα τελευταία χρόνια αλλά και την δυνατότητα άμεσης και ευκολότερης δημοσίευσης σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ευνόητα οι σχετικές συλλογές μοιράζονται ανάμεσα σε πιο παραδοσιακές και πιο μοντέρνες μορφές έκφρασης, ενώ εκ φύσεως ευνοείται η μέγιστη δυνατή θεματολογική ποικιλία που αντλεί τόσο από την δημόσια όσο και την ιδιωτική σφαίρα, ενώ λόγω της μεγάλης ποσοτικής παραγωγής η ποιοτική στάθμη τους κυμαίνεται κλιμακωτά σε όλες τις βαθμίδες. 

Δοκίμιο

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά και για το δοκίμιο, το οποίο αποτελεί μια ευρύτατη κατηγορία διακρινόμενη σε επιμέρους τομείς. Καταρχήν εκδόθηκε ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός φιλολογικών μελετών και μονογραφιών με αντικείμενο το έργο ενός συγγραφέα, όψεις ή επιμέρους ζητήματα του έργου του, αλλά και ευρύτερα θεωρητικά και γραμματολογικά θέματα από την σκοπιά διαφόρων γνωστικών τομέων. Εδώ είναι σαφής ο επιστημονικός χαρακτήρας αλλά και η εξειδίκευση των σχετικών βιβλίων τα περισσότερα από τα οποία καλύπτουν επαρκώς το θέμα τους, ενώ συνήθως δεν χαρακτηρίζονται από λογοτεχνικά στοιχεία.

Μια δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τις συλλογές παλαιότερων άρθρων, κριτικών και άλλων κειμένων, δημοσιευμένων στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά και σε λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά. Εδώ το ενδιαφέρον και η ποιότητα των κειμένων εξαρτάται από την ίδια την γραφή και την ευρεία ή πιο «συγκεκριμένη» θεματική των συγγραφέων, που σε ορισμένες περιπτώσεις προσδίνουν ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα στα γραπτά τους.

Τέλος λιγότερα ήταν και φέτος τα δοκίμια στοχασμού, ιδεών κλπ. ενώ εμφανέστερη ήταν η εκδοτική προτίμηση σε κείμενα προβληματισμού και αναλύσεων πάνω στην άμεση πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα. Και εδώ η ανισότητα στην ποιότητα είναι αναπόφευκτη. Σε κάθε περίπτωση προτείνεται να εξεταστεί το ενδεχόμενο χωρισμού της σχετικής κατηγορίας σε δυο μέρη, το ένα εκ των οποίων να αφορά την φιλολογική μελέτη που διαφοροποιείται πολλαπλώς από τις άλλες δυο υποκατηγορίες.

Χρονικό – Μαρτυρία – Ταξιδιωτικά – Βιογραφία

Η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει πάντα ενδιαφέροντα βιβλία, ορισμένα από τα οποία εμφανώς αποτελούν προϊόντα μεγάλου μόχθου, όμως στοιχεία όπως η ευρύτατη γκάμα και οι μεγάλες αποκλίσεις ως προς τις υποκατηγορίες, τα είδη και το ίδιο το αντικείμενο των έργων καθιστούν δύσκολη την όποια συνολική αποτίμηση. Παρατηρείται, πάντως, μια σταθερή εμμονή στην συγγραφή βιογραφιών, αυτοβιογραφικών καταθέσεων, ταξιδιωτικών εμπειριών, μαρτυριών με έμφαση σε ατομικούς βίους ή ιστορικά γεγονότα ή τον συνδυασμό των παραπάνω. Ιδιαίτερη ενότητα αποτελούν οι πάντα ογκώδεις καταγραφές εθίμων και λαογραφικών στοιχείων. Εδώ, με αυτονόητη εξαίρεση την τελευταία ενότητα, κρίνεται κατά περίπτωση η δυνατότητα λογοτεχνικής γραφής που συχνά ενισχύει ή αποδυναμώνει τα έργα αλλά και το ευρύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον που μπορούν να προσελκύσουν. To ετερόκλητο και το ανομοιογενές των επιμέρους τομέων της κατηγορίας επιβάλλει και εδώ τον τριμερή διαχωρισμό της.

Μυθιστόρημα

Ως προς το μυθιστόρημα διαπιστώνονται τα εξής:

  1. Η σύγχρονη συγκυρία της παρατεταμένης κρίσης στον πολιτικό τομέα, στην οικονομική κατάσταση και στον κοινωνικό ιστό της χώρας αποτελεί την πρώτη ύλη και της φετινής μυθιστορηματικής γραφής.
  1. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται ευρύτερα θέματα της ελληνικής και διεθνούς κοινωνίας, όπως η μετανάστευση και η προσφυγιά, και συνακόλουθα η επικοινωνία με τον ξένο και η συνύπαρξη των ανθρώπων με διαφορετική εθνική, θρησκευτική κλπ. ταυτότητα. Ειδικότερα το ζήτημα των ταυτοτήτων αποτελεί μια παράμετρο που φαίνεται να απασχολεί τους σύγχρονους μυθιστοριογράφους.

  1. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις όμως περισσότερο διακρίνεται η επιμονή στην περιγραφική, πραγματολογική και καταγραφική πλευρά της συγκυρίας, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την λογοτεχνική της μετάπλαση αλλά και την ουσιαστικότερη εμβάθυνση.
  1. Η εσωτερική εστίαση, η μνήμη και ο ψυχικός βίος των ηρώων (και η ιδιαιτερότητα ή η ιδιορρυθμία ενός χαρακτήρα) αποτελούν διαχρονικά βασικές μυθιστορηματικές θεματικές αλλά αυτή τη φορά τα παραπάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τις ευρύτερες σκληρές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και ως προς την συνεχιζόμενη εμμονή με «το μυθιστόρημα της πόλης».

  1. Το πολυπρόσωπο οικογενειακό κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα μπορεί να μην μονοπωλεί την πλειοψηφία των σχετικών εκδόσεων αλλά παραμένει μια σταθερή επιλογή πολλών συγγραφέων, όπως και το «ιστορικό» μυθιστόρημά, που κοιτάζει σταθερά προς την νεότερη ελληνική ιστορία.
  1. Σε ειδικότερες παρατηρήσεις, ας τονιστούν τα συχνά προβλήματα που εντοπίζονται και στον μορφολογικό και γλωσσικό τομέα, η προτίμηση πολλών παλαιότερων συγγραφέων στην λιγότερη εκτεταμένη φόρμα της νουβέλας ή ενός «μικρότερου» μυθιστορήματος και η θεματολογική τολμηρότητα αρκετών νεότερων συγγραφέων.

  1. Η έκδοση μυθιστορημάτων αποτελεί μόνιμη και σταθερή προτίμηση των εκδοτικών οίκων· η ποσότητα όμως δεν συμβαδίζει με την ποιότητα. Όπως πάντα υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις.

Ποίηση

Στην ποίηση παρατηρήθηκε η έκδοση πληθώρας ποιητικών συλλογών, ακόμα και με λίγες σελίδες, καθώς και η εμφάνιση αρκετών νέων ποιητών, σε μια διακριτή επιλογή του είδους ως κατάλληλου για προσωπική έκφραση (κυρίως) υπαρξιακών και (λιγότερο) κοινωνικοπολιτικών προβληματισμών. Ο υπαινιγμός αλλά και ο σαρκασμός και ειρωνεία μοιάζουν να αποτελούν σταθερή υφολογική ροπή. Είναι επίσης εμφανής η συνομιλία ή και σύμπλευση της ποίησης με την μικρή πεζογραφική φόρμα, τόσο στην μορφή όσο και στην συνύπαρξη εντός της ίδιας έκδοσης. Η θεματική και γλωσσική ποικιλία συνεχίζει να χαρακτηρίζει την ποιητική δημιουργία εν γένει.

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς

Η ποίηση, η μικρή και η μεγαλύτερη φόρμα, εύλογα καταλαμβάνουν την σειρά προτίμησης των «νέων» συγγραφέων. Αναπόφευκτα, τα στοιχεία του πρωτόλειου, του ακατέργαστου και του βιαστικού είναι δεδομένα· τα τελευταία χρόνια όμως είναι εμφανής η ιδιαίτερη αναγνωστική κατάρτιση των νέων λογοτεχνών, η πρόζα των οποίων φιλοδοξεί να συνομιλήσει με την σύγχρονη διεθνή λογοτεχνία και όλες τις τάσεις της. Είναι, τέλος, περιττό να τονιστεί το γεγονός ότι το καθιερωμένο ηλικιακό όριο περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.

Η σχετική ανακοίνωση, το γενικό σκεπτικό του προέδρου της Επιτροπής και το ειδικότερο σκεπτικό όλων των μελών δημοσιεύονται εδώ.

Στις εικόνες τα υποψήφια βιβλία (κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος των συγγραφέων) στις κατηγορίες Δοκίμιο, Διήγημα – Νουβέλα, Μυθιστόρημα και Χρονικό – Μαρτυρία και δυο έργα του Jacob Lawrence.

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεο