Archive for the 'Δοκίμιο' Category

28
Νοέ.
17

Πέτρος Γκολίτσης – Υποβάλλοντας έναν κόσμο. Μελέτη για τις συλλογές του Ντίνου Σιώτη Αυτοβιογραφία ενός στόχου και Εκεί έξω.

Η ποιητική γλώσσα του Ντίνου Σιώτη «υποβάλλει έναν κόσμο» συνδυάζοντας την πραγματικότητα με την φαντασία με έναν ανανεωμένο τρόπο που δεν έχει προηγούμενο, γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης, ανασκάπτοντας εις βάθος τις υπό έρευνα δυο ποιητικές συλλογές (εκδ. Κέδρος, 2006 και Κοινωνία των (δε)κάτων, 2012, αντίστοιχα). Πρόκειται για έναν τύπο γραφής που ανανέωσε στον αγγλοσαξονικό χώρο αλλά και εδώ μέσω της ποίησης του Βαλαωρίτη και στη συνέχεια του Σιώτη το ξέφτισμα της προσωπικής, δηλαδή της υποκειμενικής – εξομολογητικής ποίησης ή ακόμη και του «ιδιωτικού οράματος» και των προσωπικών – εγωκεντρικών προτεραιοτήτων στρεφόμενη προς μια κοινωνική έγνοια και αγωνία. Ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαρκή διάθεση να αφυπνίσει τους «αδύναμους», τοποθετούμενος απέναντι στους έφιππους προστάτες της όποιας μεταφυσικής και κοινωνικοπολιτικής «συντηρητικής» εξουσίας.

Το ποίημα εισρέει ως ακαριαίος χώρος στον χώρο του αναγνώστη, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα εικονοκεντρικό κλίμα ένα «jazz fusion με εικόνες», που συχνά κάποτε θυμίζει την διαδοχή των εικόνων στην ταινία του Godfrey Reggio υπό την μουσική του Philip Glass και άλλοτε μορφές του αφηρημένου εξπρεσιονισμού και της ποπ άρτ ή μεταφυσικά τοπία όπως των Μαξ Ερνστ, Πωλ Ντελβώ αλλά και Αντρέι Ταρκόφσκι. Σε αυτή την ποίηση δεν είναι μόνο οι ιστορικές και κοινωνικές συμβάσεις που αμφισβητούνται αλλά και οι ίδιες οι συλλογικές και ατομικές ταυτότητες. Η ετερότητα περιλαμβάνει και τον εαυτό του ποιητή και τον άλλον. Όταν ο ποιητής αδυνατεί να εξοικειωθεί με τους ξένους που φέρει εντός του, προτάσσει τις «κοινωνικές» περσόνες του ταξιδευτή, του διοργανωτή ή του «καθοδηγητή» των συμπολιτών του. Ούτως ή άλλως οι πρωταγωνιστές αυτής της «γενιάς», υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν, οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και από την ίδια την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία, σε αντίθεση με την πρώτη μεταπολεμική γενιά (τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Άρη Αλεξάνδρου) ή και την δεύτερη (τον Βύρωνα Λεοντάρη).

Το «εδώ μέσα» αντιπαρατίθεται σχεδόν μόνιμα στο «εκεί έξω», η «ησυχία – σιωπή» στον «θόρυβο», το «υπαρκτό» στο «ανύπαρκτο», η «θάλασσα» στη «στεριά», το «θολό» στη «σκόνη»· αυτά είναι μερικά από τα δίπολα που βρίσκονται σε συνεχή αντίθεση αλλά και συνδυασμό ή αντιστοιχία μεταξύ τους, σε μια ιδιόμορφη μετασυμβολική αρχιτεκτονική. Από ποίημα σε ποίημα ο Σιώτης ειρωνεύεται και σαρκάζει εαυτόν, γίνεται προσιτός και αντι-ρητορικός, καταφεύγει στην πεζολογικότητα, χλευάζει όσα διαφεύγουν στο απυρόβλητο και κάποτε εκφέρει μια γλώσσαμιας ιδιαίτερης υποβλητικότητας· το τελευταίο αυτό στοιχείο τόνισε ο Νάνος Βαλαωρίτης στην  εισαγωγή του στο Εκεί έξω. Σε κάθε περίπτωση τα ποιήματα του Σιώτη μπορούν «να ιδωθούν και ως φέτες ζωής καθώς φαίνεται να αφηγούνται μέσω του ήρωα – ποιητή μια εποχή, χωρίς να στερούνται απαραίτητα και την συνεκτική πλοκή ή το ίδιο το τέλος.

Ο μελετητής εντοπίζει τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της καθεμιάς συλλογής και παραθέτει ενδεικτικά ποιήματα και στίχους για να προτείνει διαφορετικές αναγνώσεις αλλά και να εκκινήσει έναν διάλογο πάνω στα εμφανή και τα αφανή κλειδιά τους, ανατρέχοντας σε μυθοπλαστικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα των Fernando Pessoa, Slavoij Zizek, Ulrich Beck, Anthony Giddens, Πέτρου Θεοδωρίδη κ.ά. Η δοκιμιακή του πρόζα όχι μόνο ανατέμνει αλλά και εμπνέει στον αναγνώστη την επιθυμία να εισέλθει στην σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από τον ποιητικό κόσμο ενός ποιητή του απόλυτου παρόντος.

Εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2017, 26 σελ.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 26 Νοεμβρίου 2017. Ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας εδώ.

 Ο Ντίνος Σιώτης στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ

Οι εικόνες από έργα των Max Ernst, Godfrey Reggio [Koyaanisqatsi], Andrei Tarkovsky [Stalker].

Advertisements
27
Οκτ.
17

Οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία (εκδόσεις 2015). Το σχετικό σκεπτικό για την λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου και η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή.

Ανακοινώθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 2017 οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, Μυθιστορήματος, Διηγήματος – Νουβέλας, Ποίησης, Δοκιμίου – Κριτικής, Χρονικού – Μαρτυρίας και  Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται εδώ και συνοδεύεται από Αιτιολογημένη έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίσης περιόδου (εκδόσεις 2015).

Ι. Οι βραχείες λίστες

Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος :

Γαλανάκη Ρέα, Η άκρα ταπείνωση, Εκδόσεις Καστανιώτη

Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Ζωή μεθόρια, Εκδόσεις Πατάκη

Θεοδωρόπουλος Τάκης, Βερονάλ, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παπαδάκη Κάλλια, Δενδρίτες, Εκδόσεις Πόλις

Σωτηρίου Κωνσταντία, Η Αϊσέ πάει διακοπές, Εκδόσεις Πατάκη 

 

Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας :

Ατζακάς Γιάννης, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, Εκδόσεις`Αγρα

Κιτσοπούλου Λένα, Το μάτι του ψαριού, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μαρούτσου Έλενα, Οι χυδαίες ορχιδέες, Εκδόσεις Κίχλη

Παπαμόσχος Λ. Ηλίας, Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη

Πέτσα Βασιλική, Μόνο το αρνί, Εκδόσεις Πόλις


Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :

Αγγελής Δημήτρης, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις

Κολοτούρου Σοφία, Η τρίτη γενιά, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Κούσουλας Λουκάς, Εν παραβολαίς, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Μαρκόπουλος Θανάσης, Χαμηλά ποτάμια, Εκδόσεις Μελάνι      

Παπαλεξάνδρου Αριστέα, Μας προσπερνά, Εκδόσεις Κέδρος

 

Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :

Ανδρεάδης, Γιάγκος, Ο τραγικός καθρέφτης. Αφήγηση και θέατρο την εποχή της κρίσης, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Αριστηνός, Γιώργος, Αφερέγγυοι και πλάνητες. Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό, Εκδόσεις Κέδρος

Ζουμπουλάκης  Σταύρος, Υπό το φως του μυθιστορήματος, Εκδόσεις Πόλις

Κιουρτσάκης Γιάννης, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, Εκδόσεις Πατάκη

Φωκάς  Νίκος,  Η μοναξιά της ποίησης, Εκδόσεις Νεφέλη

Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μαρτυρίας – Bιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας :

Βασιλικός  Βασίλης, Ημερολόγιο Θάσου, Εκδόσεις Gutenberg

Βέης Γιώργος, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Λολίτα, Συρία. Χρονικό σε θαμπό καθρέφτη, Εκδόσεις Πατάκη

Καλογεροπούλου Ξένια, Γράμμα στον Κωστή, Εκδόσεις  Πατάκη

Χατζηδάκης Γιώργος, «Ω, άγιε αιθέρα…» [Ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας], Εκδόσεις Polaris 

ΣΤ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα :

Αρχιμανδρίτη Μαρία, Η μοναξιά της καμπύλης, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Βασιλεία, Η έκτη μέρα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Καμπουράκης Γιάννης, Το φως αναλύεται σε χρώματα, Εκδόσεις Κέδρος

Κλιγκάτση Μαίρη, Πλευρικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Κολτσίδας Χρήστος, Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι

Κορρυβάντη Κωνσταντίνα, Μυθογονία, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής έχει ως εξής:

Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, Πρόεδρος

Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος

Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος ΔΕΠ

Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών, Μέλος ΔΕΠ

Μαρία Σκιαδαρέση, Συγγραφέας, Μέλος

Νένα Κοκκινάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Γιάννης Τσίρμπας, Συγγραφέας, Μέλος

Λάμπρος Σκουζάκης, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος

ΙΙ. Η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή

Αποδέχτηκα την πρόσκληση για άμισθη (ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός) συμμετοχή ως μέλος στο κοπιαστικό έργο της Επιτροπής για προφανείς, υποθέτω τουλάχιστον ως προς τους αναγνώστες του Πανδοχείου, λόγους. Οι δυο σημαντικότεροι ήταν οι εξής:

Καταρχήν η δυνατότητα ανάγνωσης δεκάδων βιβλίων και η αναμέτρηση με πλήθος κειμένων, συνδυασμένη με την υποχρέωση της υποστήριξης του ενός ή του άλλου με πρωτολογίες, δευτερολογίες, σύντομα σημειώματα ή εκτενείς εισηγήσεις, προφορικές ή γραπτές, υπήρξε ακαματάχητη πρόκληση για κάποιον που επιζητεί ευκαιρίες για περισσότερες και βαθύτερες αναγνώσεις αλλά και την δυνατότητα ανεύρεσης και ανάδειξης άγνωστων ή λιγότερο προβεβλημένων έργων.

Ας παραδεχτώ εδώ ότι δίπλα στην απόλαυση της ανάγνωσης, στέκει σιωπηλή πλην απαιτητική η τέρψη της άμεσης και αναγκαστικής ανάγνωσης σε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι, αφιέρωσα συντριπτικά περισσότερο ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο για να είμαι συνεπής στις σχετικές προ συνεδριάσεων προθεσμίες, αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές μου διασπάσεις σε πολλαπλά ενδιαφέροντα. Ένας συνδυασμός μαραθωνίου και αγώνα ταχύτητας που λίγο πριν το νήμα με βρίσκει ως αναγνώστη πιο ανοιχτό από ποτέ.

Ένας δεύτερος θελκτικός λόγος συμμετοχής δικαιώθηκε: η συνομιλία με άλλους οκτώ εξίσου θερμούς και δεσμευμένους αναγνώστες. Οι επί της ουσίας συνομιλίες υπήρξαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες έως και συναρπαστικές. Η διαλεκτική των συνεδριάσεων περιελάμβανε τα πάντα: προτάσεις και αντιπροτάσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, επιχειρήματα και αντικρούσεις επιχειρημάτων. Υπήρξαν γόνιμες ανταλλαγές αλλά και αλλαγές απόψεων πάνω στο πεδίο των αναγνωστικών ανασκαφών. Σε κάθε περίπτωση συναντηθήκαμε όλοι στον δύσβατο τόπο όπου η υποκειμενικότητα κάθε ανάγνωσης συνυπάρχει και συνομιλεί με την αντικειμενικότητα των κριτηρίων.

Περιττό να τονιστεί ότι η αριθμητικά περιοριστική πεντάδα των επί μέρους κατηγοριών αδικεί πολλά βιβλία που συζητήθηκαν, επαινέθηκαν και προτάθηκαν.

Τέλος, έχω και στα περί Πανδοχείου εκφράσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιώ ως προς το πρόσωπό μου την ιδιότητα του «κριτικού λογοτεχνίας», συνεπώς θα προτιμούσα να συμμετέχω ως «αφοσιωμένος αναγνώστης», αλλά αντιλαμβάνομαι την αναγκαία ορολογική διατύπωση ενός θεσμικού πλαισίου που καθορίζεται με νόμο. Πάνω απ’ όλα είμαι και παραμένω ένας απλός πλην ανήσυχος και αδηφάγος αναγνώστης, με τους όρους που έχω διατυπώσει στην σχετική αναγραφή.

ΙΙΙ. Το Σκεπτικό του Πανδοχέα (κατά νόμον και κατά κόσμον Λάμπρου Σκουζάκη) για την λογοτεχνική παραγωγή της υπό κρίση περιόδου

Διήγημα – νουβέλα

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για το διήγημα. Το είδος σταθερά αποτελεί πρώτη επιλογή για πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, που επιθυμούν να δοκιμαστούν πρώτα στην μικρότερη σύνθεση, στην αυτοτέλεια ή στην ελλειπτικότητα μιας ακαριαίας ιστορίας, στην πυκνότητα της γραφής, στην άσκηση ενός προσωπικού ύφους κ.λπ. Ταυτόχρονα, συνέχισαν και οι παλαιότεροι «πιστοί» του είδους, ορισμένοι εκ των οποίων επιμένουν να δημιουργούν αποκλειστικά εντός των ορίων του. Παρατηρείται ιδιαίτερη έμφαση στην πολύ μικρή φόρμα («μικροδιήγημα», «μπονζάι» κ.λπ.), που ευνοείται από την ιδιαίτερη δημοσιότητα του είδους κατά τα τελευταία χρόνια αλλά και την δυνατότητα άμεσης και ευκολότερης δημοσίευσης σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ευνόητα οι σχετικές συλλογές μοιράζονται ανάμεσα σε πιο παραδοσιακές και πιο μοντέρνες μορφές έκφρασης, ενώ εκ φύσεως ευνοείται η μέγιστη δυνατή θεματολογική ποικιλία που αντλεί τόσο από την δημόσια όσο και την ιδιωτική σφαίρα, ενώ λόγω της μεγάλης ποσοτικής παραγωγής η ποιοτική στάθμη τους κυμαίνεται κλιμακωτά σε όλες τις βαθμίδες. 

Δοκίμιο

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά και για το δοκίμιο, το οποίο αποτελεί μια ευρύτατη κατηγορία διακρινόμενη σε επιμέρους τομείς. Καταρχήν εκδόθηκε ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός φιλολογικών μελετών και μονογραφιών με αντικείμενο το έργο ενός συγγραφέα, όψεις ή επιμέρους ζητήματα του έργου του, αλλά και ευρύτερα θεωρητικά και γραμματολογικά θέματα από την σκοπιά διαφόρων γνωστικών τομέων. Εδώ είναι σαφής ο επιστημονικός χαρακτήρας αλλά και η εξειδίκευση των σχετικών βιβλίων τα περισσότερα από τα οποία καλύπτουν επαρκώς το θέμα τους, ενώ συνήθως δεν χαρακτηρίζονται από λογοτεχνικά στοιχεία.

Μια δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τις συλλογές παλαιότερων άρθρων, κριτικών και άλλων κειμένων, δημοσιευμένων στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά και σε λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά. Εδώ το ενδιαφέρον και η ποιότητα των κειμένων εξαρτάται από την ίδια την γραφή και την ευρεία ή πιο «συγκεκριμένη» θεματική των συγγραφέων, που σε ορισμένες περιπτώσεις προσδίνουν ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα στα γραπτά τους.

Τέλος λιγότερα ήταν και φέτος τα δοκίμια στοχασμού, ιδεών κλπ. ενώ εμφανέστερη ήταν η εκδοτική προτίμηση σε κείμενα προβληματισμού και αναλύσεων πάνω στην άμεση πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα. Και εδώ η ανισότητα στην ποιότητα είναι αναπόφευκτη. Σε κάθε περίπτωση προτείνεται να εξεταστεί το ενδεχόμενο χωρισμού της σχετικής κατηγορίας σε δυο μέρη, το ένα εκ των οποίων να αφορά την φιλολογική μελέτη που διαφοροποιείται πολλαπλώς από τις άλλες δυο υποκατηγορίες.

Χρονικό – Μαρτυρία – Ταξιδιωτικά – Βιογραφία

Η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει πάντα ενδιαφέροντα βιβλία, ορισμένα από τα οποία εμφανώς αποτελούν προϊόντα μεγάλου μόχθου, όμως στοιχεία όπως η ευρύτατη γκάμα και οι μεγάλες αποκλίσεις ως προς τις υποκατηγορίες, τα είδη και το ίδιο το αντικείμενο των έργων καθιστούν δύσκολη την όποια συνολική αποτίμηση. Παρατηρείται, πάντως, μια σταθερή εμμονή στην συγγραφή βιογραφιών, αυτοβιογραφικών καταθέσεων, ταξιδιωτικών εμπειριών, μαρτυριών με έμφαση σε ατομικούς βίους ή ιστορικά γεγονότα ή τον συνδυασμό των παραπάνω. Ιδιαίτερη ενότητα αποτελούν οι πάντα ογκώδεις καταγραφές εθίμων και λαογραφικών στοιχείων. Εδώ, με αυτονόητη εξαίρεση την τελευταία ενότητα, κρίνεται κατά περίπτωση η δυνατότητα λογοτεχνικής γραφής που συχνά ενισχύει ή αποδυναμώνει τα έργα αλλά και το ευρύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον που μπορούν να προσελκύσουν. To ετερόκλητο και το ανομοιογενές των επιμέρους τομέων της κατηγορίας επιβάλλει και εδώ τον τριμερή διαχωρισμό της.

Μυθιστόρημα

Ως προς το μυθιστόρημα διαπιστώνονται τα εξής:

  1. Η σύγχρονη συγκυρία της παρατεταμένης κρίσης στον πολιτικό τομέα, στην οικονομική κατάσταση και στον κοινωνικό ιστό της χώρας αποτελεί την πρώτη ύλη και της φετινής μυθιστορηματικής γραφής.
  1. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται ευρύτερα θέματα της ελληνικής και διεθνούς κοινωνίας, όπως η μετανάστευση και η προσφυγιά, και συνακόλουθα η επικοινωνία με τον ξένο και η συνύπαρξη των ανθρώπων με διαφορετική εθνική, θρησκευτική κλπ. ταυτότητα. Ειδικότερα το ζήτημα των ταυτοτήτων αποτελεί μια παράμετρο που φαίνεται να απασχολεί τους σύγχρονους μυθιστοριογράφους.

  1. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις όμως περισσότερο διακρίνεται η επιμονή στην περιγραφική, πραγματολογική και καταγραφική πλευρά της συγκυρίας, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την λογοτεχνική της μετάπλαση αλλά και την ουσιαστικότερη εμβάθυνση.
  1. Η εσωτερική εστίαση, η μνήμη και ο ψυχικός βίος των ηρώων (και η ιδιαιτερότητα ή η ιδιορρυθμία ενός χαρακτήρα) αποτελούν διαχρονικά βασικές μυθιστορηματικές θεματικές αλλά αυτή τη φορά τα παραπάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τις ευρύτερες σκληρές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και ως προς την συνεχιζόμενη εμμονή με «το μυθιστόρημα της πόλης».

  1. Το πολυπρόσωπο οικογενειακό κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα μπορεί να μην μονοπωλεί την πλειοψηφία των σχετικών εκδόσεων αλλά παραμένει μια σταθερή επιλογή πολλών συγγραφέων, όπως και το «ιστορικό» μυθιστόρημά, που κοιτάζει σταθερά προς την νεότερη ελληνική ιστορία.
  1. Σε ειδικότερες παρατηρήσεις, ας τονιστούν τα συχνά προβλήματα που εντοπίζονται και στον μορφολογικό και γλωσσικό τομέα, η προτίμηση πολλών παλαιότερων συγγραφέων στην λιγότερη εκτεταμένη φόρμα της νουβέλας ή ενός «μικρότερου» μυθιστορήματος και η θεματολογική τολμηρότητα αρκετών νεότερων συγγραφέων.

  1. Η έκδοση μυθιστορημάτων αποτελεί μόνιμη και σταθερή προτίμηση των εκδοτικών οίκων· η ποσότητα όμως δεν συμβαδίζει με την ποιότητα. Όπως πάντα υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις.

Ποίηση

Στην ποίηση παρατηρήθηκε η έκδοση πληθώρας ποιητικών συλλογών, ακόμα και με λίγες σελίδες, καθώς και η εμφάνιση αρκετών νέων ποιητών, σε μια διακριτή επιλογή του είδους ως κατάλληλου για προσωπική έκφραση (κυρίως) υπαρξιακών και (λιγότερο) κοινωνικοπολιτικών προβληματισμών. Ο υπαινιγμός αλλά και ο σαρκασμός και ειρωνεία μοιάζουν να αποτελούν σταθερή υφολογική ροπή. Είναι επίσης εμφανής η συνομιλία ή και σύμπλευση της ποίησης με την μικρή πεζογραφική φόρμα, τόσο στην μορφή όσο και στην συνύπαρξη εντός της ίδιας έκδοσης. Η θεματική και γλωσσική ποικιλία συνεχίζει να χαρακτηρίζει την ποιητική δημιουργία εν γένει.

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς

Η ποίηση, η μικρή και η μεγαλύτερη φόρμα, εύλογα καταλαμβάνουν την σειρά προτίμησης των «νέων» συγγραφέων. Αναπόφευκτα, τα στοιχεία του πρωτόλειου, του ακατέργαστου και του βιαστικού είναι δεδομένα· τα τελευταία χρόνια όμως είναι εμφανής η ιδιαίτερη αναγνωστική κατάρτιση των νέων λογοτεχνών, η πρόζα των οποίων φιλοδοξεί να συνομιλήσει με την σύγχρονη διεθνή λογοτεχνία και όλες τις τάσεις της. Είναι, τέλος, περιττό να τονιστεί το γεγονός ότι το καθιερωμένο ηλικιακό όριο περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.

Η σχετική ανακοίνωση, το γενικό σκεπτικό του προέδρου της Επιτροπής και το ειδικότερο σκεπτικό όλων των μελών δημοσιεύονται εδώ.

Στις εικόνες τα υποψήφια βιβλία (κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος των συγγραφέων) στις κατηγορίες Δοκίμιο, Διήγημα – Νουβέλα, Μυθιστόρημα και Χρονικό – Μαρτυρία και δυο έργα του Jacob Lawrence.

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

08
Ιον.
17

Jean – Luc Marion – Το ερωτικό φαινόμενο. Έξι στοχασμοί

Η κοινωνία των δυο

Ο εραστής εξατομικεύει πρώτα πρώτα με την επιθυμία [désir] ή μάλλον με την επιθυμία του που δεν είναι η επιθυμία κανενός άλλου, γράφει ο Μαριόν σε έναν από τους έξι δοκιμιακούς στοχασμούς του πάνω στον έρωτα. Πράγματι, εκτός κι αν δεν υπακούει παρά σε φυσικές και φυσιολογικές αναγκαιότητες (οπότε θα επρόκειτο για μια απλή ανάγκη [besoin]), η επιθυμία δεν μπορεί να εκκαθολικευτεί για να εφαρμοστεί και σε μένα και στον οποιονδήποτε άλλο· τίποτε δεν μου ανήκει τόσο, όσο αυτό που επιθυμώ, γιατί αυτό μου λείπει· αλλά αυτό που μου λείπει με ορίζει μυχαίτερα από οτιδήποτε κατέχω, γιατί αυτό που κατέχω παραμένει εξωτερικό, ενώ αυτό που μου λείπει με κατοικεί· έτσι που μπορώ να ανταλλάξω αυτό που κατέχω, αλλά όχι την έλλειψη που κατέχει την καρδιά μου.

Ο παραπάνω στοχασμός [σ. 206 – 207] είναι ενδεικτικός της γραφής του Γάλλου φιλοσόφου έστω μιας απλούστερης μορφής της. Το κείμενό του απαιτεί μέγιστη συγκέντρωση αλλά όταν κανείς το διαβάσει προσεκτικά, όχι αποσπασματικά αλλά σε απόλυτη συνάφεια με τα προηγούμενα, τότε όχι μόνο εισχωρεί στον καρπό του έρωτα ως φιλοσοφικού κόσμου αλλά και ξεδιψάει με τους πλούσιους χυμούς του. Επιμένω σε αυτή την γραμμική, συγκεντρωμένη ανάγνωση του έργου του λέξη προς λέξη, γιατί εκτός των άλλων, κάθε επόμενη σελίδα έχει ως δεδομένο έναν συλλογισμό από την προηγούμενη, σε μια μεγάλη, διακλαδωτή αλυσίδα σκέψεων, επαγωγών και στοχασμών.

Αυτό που εξατομικεύει περαιτέρω τον εραστή, συνεχίζει λίγες σελίδες πιο κάτω ο Μαριόν, είναι η αιωνιότητα ή, τουλάχιστον, η επιθυμία αιωνιότητας. Ο εραστής και ο ερώμενος χρειάζονται, μετά από μια ενοχλητική σειρά από «προηγούμενα», την πεποίθηση, ή τουλάχιστον την επίφαση, ακόμα και την ηθελημένη ψευδαίσθηση της πεποίθησης ότι η φορά αυτή είναι η καλή, είναι η φορά του μια για πάντα. Την στιγμή που αγαπά, ο εραστής δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που λέει και κάνει παρά ορισμένως υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, ή, τουλάχιστον, «μιας αιωνιότητας στιγμιαίας, χωρίς υπόσχεση διάρκειας, αλλά με μια αιωνιότητα στην πρόθεση» ισχυρίζεται ο Μαριόν και δεν μπορούμε παρά να χαμογελάσουμε. Οι εραστές πράγματι χρειάζονται την πεποίθηση για μια ανέκκλητη, παντοτεινή αγάπη. Η ίδια η πράξη του έρωτα περιέχει εξ ορισμού το ανέκκλητο (όπως στην μεταφυσική η ουσία του θεού περιέχει την ύπαρξή του.

Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους φιλοσόφους, επιφανής εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής, καθηγητής φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια Σορβόννης και Σικάγο (όπου διαδέχτηκε αντιστοίχως τον Emmanouel Levinas και τον Paul Ricoeur), αντικομφορμιστής διδάσκαλος από κάθε είδους αυταρέσκεια και επίδειξη, γνώστης δυο συστημάτων, της λογικής και της θεολογίας που στο έργο του δεν συγκρούονται αλλά ενίοτε συνεργάζονται, ο Μαριόν έχει γράψει έργα για μείζονα καρτεσιανά και θεολογικά ζητήματα αλλά και τον διάσημο ήρωα των κόμικς Τεντέν. Εδώ επιχειρεί να εγγράψει τον έρωτα μέσα σε ένα επαρκές  φιλοσοφικό σχήμα, προλογίζοντας πρώτα την ίδια την σιωπή του για να εμβαθύνει σε σε έξι εκτενή μέρη πάνω σε πρόσφορες τομές: στην υπερίσχυσή του απέναντι στην λογική, στην αμφιβολία, στην εαυτότητα, στην αυταπάτη ότι εμμένει κανείς στο είναι του, στην αμοιβαιότητα, στην σάρκα που ερεθίζεται, στον βιασμό και στην διαστροφή, στην ζήλια και στην τιμή της, στην ελεύθερη ερωτικοποίηση, στην έλευση του τρίτου, στο αντίο.

Στο περί Ηδονής κεφάλαιο, στην παράγραφο 25, ο Μαριόν διεισδύει περίτεχνα στον σκοτεινό της πυρήνα. «Εραστές πλέον εμείς, διασταυρώνουμε τις αμοιβαίες και σεβαστές σάρκες μας», κάνει λογοπαίγνιο με τις λέξεις respectives – respectées και με μια σειρά συλλογισμών καταλήγει: Μπορώ λοιπόν νομίμως να συμπεράνω ότι χαίρομαι τον άλλον, αντί απλώς να τον χρησιμοποιώ. Ενώνομαι πράγματι με την σάρκα του για χάρη μου – για να την λάβει. Επομένως τον απολαμβάνω. Δεν απολαμβάνω την δική μου ηδονή αλλά την δική του· και αν παρ’ ελπίδα (πράγμα καθόλου υποχρεωτικό) φτάνω επίσης σε οργασμό, η ευχαρίστησή μου αναβλύζει απλώς από τη δική του, σαν επιστροφή της.

Σε ποιο χώρο όμως επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Δεν είμαι πλέον ένα φυσικό σώμα τοποθετημένο μεταξύ άλλων φυσικών σωμάτων, που μπορεί να οριστεί με στοιχεία εντοπισμού (οριζόντια ή κάθετη συντεταγμένη, γεωγραφικό μήκος και πλάτος κ.λπ.)· οι τρεις διαστάσεις του φυσικού χώρου (μήπως, πλάτος, βάθος) δεν ισχύουν παρά γι’ αυτό που ανήκει στη φύση / στον κόσμο ως αντικείμενο ή ως ένα ον, τοποθετημένο μεταξύ άλλων, σε έναν ομοιογενή χώρο. Αντίθετα, χάρη στην ερωτική αναγωγή, αισθάνομαι πια τον εαυτό μου ως καθαρή σάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τον αισθάνομαι χάρη στις αντιστάσεις αντικειμένων που μου ορίζουν έναν δεδομένο χώρο. Ως σάρκα, δεν αισθάνομαι παρά τον εαυτό μου, επομένως προσανατολίζομαι βάσει αυτού, χωρίς άλλο σημείο αναφοράς από την ίδια μου την σάρκα. Είναι η μόνη που αποφασίζει για την θέση μου, γιατί αυτή ορίζει το μοναδικό μου περιβάλλον – το ερωτικό.

Τώρα η θέση μου στο ερωτικό περιβάλλονδεν εξαρτάται παρά μόνο από τη σχετική μου θέση προς αυτή τη σάρκα αναφοράς· δεν με βρίσκω ψηλά ή χαμηλά μέσα στον φυσικό κόσμο, ούτε στο βορρά ή στο νότο του γεωγραφικού κόσμου, ούτε στην είσοδο ή στο βάθος του χτισμένου κόσμου· βρίσκομαι πάνω ή κάτω από αυτή τη σάρκα, μακριά ή κοντά της, μέσα της ή έξω. Αυτή είναι για μένα και ο τόπος μου, και οι συντεταγμένες μου και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ή μάλλον αυτή με κάνει να μην τα χρειάζομαι όλα αυτά. […] Είμαι τοποθετημένος ακριβώς εδώ, εκεί που πάει το φιλί μου. [σ. 247]

Και σε ποιο χρόνο επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Και πρώτα απ’ όλα, πρόκειται ακόμα για ένα χρόνο, από την στιγμή που δεν είμαι πια μέσα στο χρόνο του κόσμου αλλά σ’ εκείνον της ερωτικής αναγωγής, όπου το μέλλον ορίζεται ως ο χρόνος της αναμονής ενός άλλου όπου τίποτε δεν συμβαίνει; Πώς νοείται η  ερωτικοποιημένη σάρκα, ποιες οι γοητείες και οι απάτες της, πως διασταυρώνονται οι σάρκες, τι συμβαίνει στις επικράτειες του μίσους, πως λειτουργεί η πίστη στην ερωτική χρονικότητα; Ο Μαριόν χειρουργεί με απόλυτη τρυφερότητα το φαινόμενο που φέρει η λέξη με την διπλή σημασία της αγάπης και του έρωτα και αξίζει την μέγιστη προσοχή που απαιτεί ετούτη η γοητευτική αναγνωστική δοκιμασία.

Εκδ. Πόλις, Α΄ και Β΄ έκδ. 2008, Γ΄ έκδ. 2010, μτφ. και επίμετρο (κυρίως περί της μετάφρασης) Χρήστος Μαρσέλλος, σ. 426 [Le Phénomène érotique. Six meditations. 2003]

Στις εικόνες: κομικογραφική απόδοση ενός έρωτα από την Amelie [Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain, Jean-Pierre Jeunet, 2001] και έργα των Cyndavalle, Hans Baluschek και Christian Rohlfs. Παρεμβάλλονται σκηνές από δυο αλησμόνητες ερωτικές ταινίες: η γυναίκα του μάγειρα και ο εραστής της από την περίφημη ταινία του Peter Greenaway [1989] και οι εραστές από τον Θυρωρό της Νύχτας [Liliana Cavani, 1974].

28
Μάι.
17

Κώστας Θ. Καλφόπουλος – Φλίππερ

Η πρόζα που αξίζει στο αξέχαστο παιχνίδι

Ο συγγραφέας πρωτόπαιξε φλίππερ στην Γερμανία του 1974, όπου το συναντούσε κανείς παντού: σε σταθμούς, καφενεία, αίθουσες ψυχαγωγίες, λαϊκά εστιατόρια, φοιτητικές εστίες. Την ίδια εποχή ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 για να επιστρέψει είκοσι χρόνια μετά (στην δική μου εφηβεία) για να απαγορευτεί οριστικά το 2000. Αλλά πώς και τι να γράψει κανείς για κάτι τόσο αγαπημένο; Ακριβώς την στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για ένα εκτενές κείμενο γύρω από την ιστορία, την μυθολογία και την φαντασμαγορία του φλίππερ, γεννήθηκαν και οι σχετικοί προβληματισμοί του συγγραφέα ως προς την κατάλληλη γραφή αλλά και την φόρμα. Η λογοτεχνία είχε δώσει ήδη εξαίρετα δείγματα με τον Μουρακάμι, τον Νικολαΐδη, τον Κουμανταρέα. Ο Πέτερ Χάντκε στο περίφημο Δοκίμιο για το τζουκ – μποξ έκανε το ίδιο από «μη μυθοπλαστική» άποψη.

Ο Καλφόπουλος θα ακολουθήσει άλλο δρόμο, πόσο μάλλον αν η σχέση του με το παιχνίδι στροβιλίζεται γύρω από μια γυναίκα: θα σταθεί στην άκρη και θα παρατηρήσει τον εαυτό του, σε τρίτο πρόσωπο, από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα. Θα τον δει νεαρό παίκτη να αφήνει στα μηχανήματα την highscore υπογραφή του με ονόματα εθνικο-απελευθερωτικών ή «τρομοκρατικών» οργανώσεων, θα προσπαθήσει να τα θυμηθεί στα μπιλιάρδα και στα σφαιριστήρια, ακόμα και στα λούνα παρκ. Σ’ ένα συνεχή διάλογο παρόντος και παρελθόντος, θα εκφράσει όλες τους τις επιθυμίες: να φτιάξει έναν χάρτη όπου κυκλώνει ή καρφιτσώνει όλες τις πόλεις με φλίππερ από τα οποία πέρασε, να ταξιδέψει ξανά για να εντοπίσει τα παλιά μηχανήματα σαν ένα είδος «βιομηχανικού αρχαιολόγου», να τα εντάξει στην Kulturindustrie.

Η είσοδος στον φαντασμαγορικό τους κόσμο ήταν μια σχισμή, μια άλλη «στενή πύλη», η σχισμή για το κέρμα, όπως στο παγκάρι που γεμίζει με τον οβολό του πιστού. Από τον ήχο του κέρματος που έπεφτε μπορούσες να καταλάβεις την συχνότητα των παικτών ή την αχρησία του μηχανήματος. Μόλις άνοιγε το κύκλωμα ο συγγραφέας παίκτης παρατηρούσε με προσοχή το μηχάνημα, άγγιζε τις πλευρές του, δεχόταν από το ίδιο να του δείξει τι ζητά από αυτόν. Η πείρα του έλεγε ότι ένα μηχάνημα ποτέ δεν μπορείς να το κερδίσεις ολοκληρωτικά – και ειδικά εδώ, πάντα θα υπάρχει ένα κλάσμα δευτερολέπτου που η μπίλια θα ξεφύγει από τον έλεγχό σου.

Ο συγγραφέας συνομιλεί με τα γραπτά του Χάντκε και του Μπένγιαμιν (άλλωστε το παιχνίδι ως μεταφορά, το αυτόματο ως αναπαράσταση, η φαντασμαγορία των στοών, όλα αποτελούν μοτίβα όπου περιπλανήθηκε ο σπουδαίος φιλόσοφος), εμπνέεται από τις σύντομες σημειώσεις των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αναζητά αναφορές στα βιβλία και ιδίως στα αστυνομικά, όπως του ύστερου Σιμενόν, ο οποίος κάποτε έγραψε για Όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για ν’ ακούσεις μουσική ή να εκσφενδονίσεις μπίλιες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά.

Ακολουθούν οι κινηματογραφικές ταινίες όπως του Μελβίλ, εντοπίζει μια αποθήκη γεμάτη από φλίππερ στην Συμμορία των Σικελών του Ανρί Βερνέιγ [1969], αλλά και εκείνα που κατέστρεψαν οι πιστοί στο Tommy του Κεν Ράσσελ [1975]. Ταξιδεύει από την μια σειρά στην άλλη στην μεταπολεμική Γαλλία μέχρι τον Μάη του ’68 όπου δεν υπήρχε στο Παρίσι Café – tabac που να μη διέθετε ένα μηχάνημα και τα αναζητά οπουδήποτε υπήρχαν, από το πορθμείο του Ντόβερ και την Οστάνδη μέχρι την Ιαπωνία και φυσικά στην Αθήνα, την Πλατεία Βικτωρίας, τα Εξάρχεια, το Μουσείο, τα ζυθεστιατόρια του κέντρου.

Το φλίππερ, συνειδητοποιεί ο ήρωας, σχετίζεται άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και μέσα στον «κόσμο του φλίππερ»). Κάθε φλίππερ αφηγείται μια ιστορία που είναι πάντα συνδεδεμένη με ένα σύστημα κυρώσεων και αμοιβών κι όλα μαζί συγκροτούν μια μεγάλη αφήγηση με πολλαπλές αναγνώσεις  και αλλεπάλληλα μοτίβα: το μοτίβο του American Dream (πριν το αποδομήσει ο Μπρωντριγιάρ την δική του Αμερική), της τεχνολογίας, της περιπλάνησης στην ζούγκλα των πόλεων αλλά και σε εξωτικά μέρη, του χρόνου, της διακόσμησης, της σύγκρουσης και της συμφιλίωσης.

Η ορολογία είναι χαώδης: από το αγγλοσαξονικό Pinball μέχρι τα δικά μας μηχανάκια, φλιπεράκια ή φιμπεράκια (έτσι τα έλεγε και ο γυμνασιάρχης μας στην Κυψέλη, όταν μας προέτρεπε να τα αποφεύγουμε, εννοώντας τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που το αντικατέστησαν!) οι δεκάδες παραλλαγές των μηχανημάτων του ονείρου, οι κατηγορίες, οι μάρκες και τα μοντέλα, περνούν εδώ ταχύτατα αλλά σε πλήρη σειρά. Κάποια στιγμή το φλίππερ πέρασε από την φάση του επιτραπέζιου αυτόματου στην εξέλιξη που το σήκωσε στα τέσσερα, όπου ο παίκτης το ταρακουνούσε ολόκληρο· κι αυτό μαζί με την ηλεκτροδότηση, την καινοτομία της ρακέτας και την προσθήκη της «βιτρίνας» με τους μετρητές αποτέλεσαν μια τομή στην ιστορία, από εκείνες που υμνούν οι ιστορικοί.

Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά γνώρισε μια από την καλύτερες παίκτριες που έκανε το παιχνίδι δικό της, ενώ εκείνος παρατηρούσε τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της. Εκείνη που την είδε να παίζει εκεί διατρέχει όλο το βιβλίο, από την στιγμή που την αντίκρισε μέχρι την άφιξή τους ξημερώματα στο βροχερό Παρίσι. Ακόμα κι εδώ αποφεύγεται κάθε θρηνητική διάθεση, άλλωστε οι έρωτες εμπεριέχουν, τολμώ να γράψω, το ίδιο τους το τέλος. Ένα παράπονο μένει μόνο, που δεν σκέφτηκαν καν να παίξουν μια τελευταία παρτίδα. Ή όπως τραγουδούσε ο Lou Reed στο Love is here to stay: He loves to play pinball, She wants to play next…

Θα επρόκειτο εκτός των άλλων για ένα βαθιά νοσταλγικό κείμενο, που θα μπορούσε να προστεθεί στην βιβλιογραφία της νοσταλγίας του βινυλίου, της γραφομηχανής, των παλαιών τηλεφώνων. Αλλά όσο φορτισμένος κι αν είναι ο συγγραφέας, αποφεύγει μια «post – ζαχαρωμένη νοσταλγία» και χειρίζεται με μαεστρία την απολύτως προσωπική του συγκίνηση· άλλωστε αυτό που τον ενοχλεί δεν είναι τόσο η σταδιακή του εξαφάνιση όσο το γεγονός ότι συνοδεύτηκε από την εγκατάστασή του στους υπολογιστές. Αντίθετα αφήνεται σ’ ένα πυκνό, ασθματικό κείμενο, με μακριές δαιδαλώδεις προτάσεις και μια σπάνια γλωσσική μεταχείριση ενός αντικειμένου που υπήρξε γι’ αυτόν ένας ολόκληρος κόσμος. Και γι’ αυτό το τελευταίο τον ζηλεύω.

Αυτό το μικρό, μόλις εβδομήντα δυο σελίδων, βιβλίο δεν είναι μόνο η οριστική λογοτεχνική τίμηση του φλίππερ, ούτε μια πολυπρισματική προσέγγιση του κόσμου του. Είναι ένα υποδειγματικό δοκίμιο για έναν άνθρωπο που αγάπησε το φλίππερ κι έναν συγγραφέα που πασχίζει να γράψει τόσο γι’ αυτό όσο και για έναν έρωτα που άνθησε πάνω από το φλίππερ.

Εκδ. Gramma, σ. 72, με τέσσερις μαυρόασπρες φωτογραφίες (μια συντροφιά, μια διαφήμιση, ένα εξώφυλλο δίσκου, ένα απόκομμα εφημερίδας). Περιλαμβάνεται δισέλιδο με υποσημειώσεις, όπου και όλες οι προηγούμενες διαδρομές του βιβλίου.

Στις εικόνες: Fast Company [1953], Joe Strummer, Catherine Deneuve, Le clan des Siciliens [1969], Debbie Harry [NYC, 1977], Bruce Springsteen & The E Street Band.

Δημοσίευση και στο mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 217, εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

05
Μαρ.
17

Πήτερ Μπρουκ – Η Αρετή της Συγγνώμης. Σκέψεις πάνω στον Σαίξπηρ

peter-brook_

«Υπάρχει ένας κόσμος κάπου αλλού»

Για να λάβουν οι απλές φράσεις των λέξεων την πληρέστερη ανθρώπινη διάσταση, ο ομιλητής πρέπει να εμπιστευτεί τις αντηχήσεις που εμφανίζονται σε αυτά τα μικρά κενά. Αυτές οι στιγμές σιωπής υπάρχουν στις ταινίες, στην πρόζα. στο θέατρο όμως, στην αναδημιουργία κάθε φράσης σε κάθε παράσταση μαζί με το κοινό, οι παύση, οι τρεις τελείες, δεν μπορεί ποτέ να είναι ίδιες. Είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα που δείχνει ότι η ζωή είναι παρούσα…

 ….γράφει ο Πίτερ Μπρουκ σε ένα από τα εννιά κείμενα όπου στοχάζεται πάνω σε διαχρονικά σαιξπηρικά θέματα, συνομιλεί με τους χαρακτήρες που τα έφεραν πάνω στη σκηνή και θυμάται τις δικές του εμπειρίες απ’ όλες αυτές τις διόλου εύκολες αναμετρήσεις. Πάντα σεμνός, αρνείται ως προς το συγκεκριμένο βιβλίο τον χαρακτηρισμό της διάλεξης και προτιμά να το θεωρεί «εντυπώσεις, εμπειρίες και προσωρινά συμπεράσματα».

shakespeare-2_

Στο πρώτο κείμενο με τον τίτλο «Αλίμονο, καημένε Γιόρικ ή Κι αν ο Σαίξπηρ έπεφτε απ’ τον θρόνο;», ο Μπρουκ επανέρχεται σε τετριμμένο πλην μείζον θέμα. Ποιος έγραψε τον Σαίξπηρ; ρωτούν και ξαναρωτούν κάθε τόσο οι ερευνητές. Ο Σαίξπηρ αγγίζει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης· το πιο βρώμικο και ποταπό στοιχείο της συνυπάρχει με το εκλεπτυσμένο και το υψηλό. Αυτό φαίνεται τόσο στους χαρακτήρες που δημιουργεί, όσο και στις λέξεις που χρησιμοποιεί. Πώς μπορεί ένας εγκέφαλος να περιλαμβάνει μια πλούσια γκάμα; Αδύνατον να ήταν κάποιος άνθρωπος του λαού, έλεγαν, παρά μόνο κάποιος με υψηλή καταγωγή. Σαφώς αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για μεγαλοφυΐα, μια λέξη όμως που χρησιμοποιείται τόσο σπάνια σήμερα, ενώ παραδεχόμαστε ότι πλέον μπορεί να ξεπηδήσει ακόμα και από ένα πολύ ταπεινό υπόβαθρο. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ήταν ένα νόθο παιδί από ένα ιταλικό χωριό. Οι άγιοι και ο ίδιος ο Ιησούς έχουν καταγωγή κοινών ανθρώπων.

Άλλοι εμμένουν σε έναν λογοκλόπο Σαίξπηρ, που με ιδιαίτερη απληστία και προσληπτική δύναμη απορροφά κάθε κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό υλικό για τα έργα του. Πώς θα μπορούσε όμως έτσι ψεύτικος να παρίσταται στις πρόβες, να σπεύδει να διορθώνει σκηνές και να προσθέτει λέξεις κάθε φορά που του το ζητούσαν, επί χρόνια ολόκληρα; Ο Μπεν Τζόνσον τονίζει το γεγονός ότι ο σαιξπηρικός εγκέφαλος δεν σταματούσε να ψάχνει και να πειραματίζεται. Και ο Μπρουκ επιμένει: το θέατρο ζει και αναπνέει στο παρόν, όχι σε βιβλιοθήκες και αρχεία· και όσες θεωρίες δεν λαμβάνουν υπόψη τους ειδικά τις πρόβες και τις παραστάσεις είναι εκτός πραγματικότητας.

shakespeare-1

Πέρασαν αιώνες πριν αρχίσει κάποιος να αναρωτιέται ποιος είναι ο συγγραφέας πίσω από αυτό το όνομα. Μια βιομηχανία απατεώνων έπιασε δουλειά και σταδιακά εμφανίστηκαν περίπου εβδομήντα διεκδικητές για τον θρόνο του. Η Βιομηχανία Μπέηκον και ο Κύκλος Μάρλοου καλά κρατούν. Θα υπάρχει πάντα ένα μυστήριο, καθώς κάθε πλευρά της ιστορίας είναι γεμάτη ανεξήγητες αντιφάσεις. Πόσο μάλλον όταν ο Σαίξπηρ ήταν ένας πολύ σεμνός άνθρωπος που δεν χρησιμοποιούσε τους χαρακτήρες του για να μιλήσει για τις σκέψεις ή τις ιδέες του. Σε αντίθεση με τον Ίψεν που δεν δίσταζε να δείξει τι ένιωθε για την κοινωνία του ή τον Μπρεχτ που υποδείκνυε τα λάθη της κι έγραφε για να αλλάξει τον κόσμο, ο Σαίξπηρ ποτέ δεν έκρινε, «μόνο παρέθετε άπειρες οπτικές γωνίες με την δική τους πληρότητας ζωής, αφήνοντας ανοιχτά τα ερωτήματα τόσο στον ανθρωπότητα όσο και στην ευφυΐα του θεατή».

Στο κείμενο «Ήμουν εκεί. Πώς ο Μερκούτιος βρήκε το γέλιο του» περιγράφει πώς μετά το τέλος της πρώτης του παράστασης στο Στάτφορντ (Αγάπης αγώνας άγονος), έτοιμος να συνεχίσει με το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, επέλεξε δυο νεαρούς ηθοποιούς σε πείσμα μιας παράδοσης που επέλεγε πάντα ωριμότερους, γιατί ήθελε να πουν τα λόγια τους με την δική τους αίσθηση ελευθερίας, και πώς ταξίδεψε στην Ταγγέρη για να ανακαλύψει το κλίμα του έργου, διαπιστώνοντας πως η ιστορία πράγματι δεν ανήκει στον ευγενικό κόσμο του Στάτφορντ ή του West End.

vivienne-leigh-lavinia

Μετά από ένα ταξίδι στην Βερόνα, όπου έχει κατασκευαστεί η απόλυτη βιομηχανία Ρωμαίου και Ιουλιέτας, ο Μπρουκ ανέβασε μια παράσταση αποτυχημένη: της έλειπε ο γενικός ρυθμός και ο ακατανίκητος παλμός που οδηγούσε από την μια σκηνή στην άλλη, κρατώντας το κοινό καθηλωμένο. Δεν είχε μάθει ότι σε αυτό βασιζόταν όλο το ελισαβετιανό θέατρο. Και τώρα στο West End με τα δυο διαλείμματα, τις παύσεις και τις αυλαίες, αυτό το στοιχείο είχε οριστικά χαθεί. Η πρόσθετη εμπειρία της όπερας του επιβεβαίωσε το λάθος του, κι έκτοτε αντιλήφθηκε ότι ένα έργο του Σαίξπηρ πρέπει να παίζεται σαν μια μεγάλη, ελικοειδής φράση, που δεν τελειώνει ποτέ πριν από το τέλος του έργου.

Ο Μπρουκ αρκείται σε κείμενα λίγων σελίδων για να αποστάξει από τις εμπειρίες του από τις αναμέτρησεις με το σαιξπηρικό έργο. Μαγειρεύοντας τον «Τίτο Ανδρόνικο» θυμάται το έργο που υπερέβαινε όλα τα ηθικά όρια της βικτωριανής αντίληψης και το πώς επανέφερε στην επιφάνεια το άγριο έργο με τον Λώρενς Ολίβιε και την Βίβιαν Λη, μια Λαβίνια βιασμένη και με κομμένα χέρια, που μετέτρεψε το σκληρό γκραν γκινιόλ σε μια στοιχειωμένη στιγμή ομορφιάς. Έτσι όταν έφτασε η ώρα της εκδίκησης του Τίτου για τον βιασμό της, εκείνος ήταν έτοιμος να απαντήσει στην Βασίλισσα των Γότθων πού βρίσκονται οι αυτουργοί γιοί της: Εκεί…μέσα στην πίτα. «Με το ίδιο μέτρο» ακόμα βλέπει για άλλη μια φορά τον τρόπο με τον οποίο ο Σαίξπηρ συνδέει τον ουρανό επάνω με την λάσπη κάτω, αρνούμενος τη συνήθη διχοτόμηση. Τα περιττώματα έχουν κι αυτά τον ρόλο τους, καθώς λιπαίνουν το έδαφος όπου μπορεί να φυτρώσουν εκπληκτικά φυτά.

shakespeare_-_by_lukaskaraba

Όταν η συζήτηση γίνεται Για τον «Βασιλιά Ληρ» ο Μπρουκ μας υπενθυμίζει ότι ο Σαίξπηρ δείχνει πώς μέσα σε κάθε ισχυρό χαρακτήρα υπάρχουν στρώματα αδυναμίας που ούτε καν υποπτευόμασταν. Είναι το κρυφό ελάττωμα που μας οδηγεί στην τραγωδία. Σήμερα διαθέτουμε πολλούς ψυχολογικούς και νευρολογικούς όρους που δηλώνουν την ίδια δυσάρεστη αλήθεια: πως κανείς μας δεν γεννήθηκε άγραφο χαρτί. Η ελληνική Ειμαρμένη δεν είναι παρά το σύγχρονο, αποδεκτό DNA. Από τον Κοριολανό μέχρι την Τρικυμία με πυξίδα τον ίδιο τον Οιδίποδα ο Σαίξπηρ διερεύνησε πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας άνθρωπος που γεννιέται με εγγενή όρια καταφέρνει να τα ξεπεράσει.

Υπάρχει ένας κόσμος κάπου αλλού [There is a world elsewhere], μας διαβεβαίωνε ένας στίχος από τον Κοριολανό, κι ήταν κάτι παραπάνω από τα λόγια ενός πικραμένου πολεμιστή που απαρνιέται την γενέτειρά του. Δεν ήταν μόνο το κλείσιμο μιας πόρτας με πάταγο αλλά και μια ενστικτώδης αναγνώριση ότι πάντα υπάρχουν άλλες πόρτες που ανοίγουν. Η Πόρσια στον Έμπορο της Βενετίας μιλάει για την αρετή της συγνώμης, αλλά οι στίχοι που ο Μπρουκ αισθάνεται ως πλησιέστερους προέρχονται από τον Ληρ κι είναι κυρίως εκείνο το Ω, σ’ αυτά είχα δώσει πολύ λίγη προσοχή [Ι have taken too little care of this]. Αναμφισβήτητα ο καθένας δίνει το δικό του περιεχόμενο σ’ έναν τέτοιο στίχο κι ο ίδιος ο Μπρουκ σίγουρα έχει δώσει λιγότερη προσοχή σε κάτι που θα άξιζε περισσότερη. Αλλά σε κάθε περίπτωση, έδωσε την μέγιστη προσοχή στο σαιξπηρικό έργο, μέσα από θεατρικές παραστάσεις, ερμηνευτικά κείμενα, κινηματογραφικές ταινίες κι έναν συνεχή διάλογο με τους χαρακτήρες του Σαίξπηρ.

Peter Brook

Η μετάφραση του βιβλίου αφιερώνεται στον Βασίλη Ρώτα, που πρώτος μετέφρασε τα Άπαντα του Σαίξπηρ στα Ελληνικά, «σε μεταφράσεις στέρεες, ποιητικές, θεατρικές, που παίζονται και σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια». Περιλαμβάνεται δισέλιδο ευρετήριο τίτλων των έργων και χαρακτήρων και χρονολόγιο των παραστάσεων με έργα του Σαίξπηρ που ανέβασε ο συγγραφέας.

Εκδ. Σοκόλη, 2016, μτφ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ, σελ. 98. [Peter Brook, The Quality of Mercy. Reflections on Shakespeare, 2013]. Στην μαυρόασπρη φωτογραφία η Βίβιαν Λη ως Λαβίνια στον Τίτο Ανδρόνικο. Στην τελευταία εικόνα ο συγγραφέας.

12
Φεβ.
17

Κώστας Δεσποινιάδης – Έξοδος κινδύνου. Δοκιμές και αντιρρήσεις

exodos-kindynou

Τα κείμενα ως ανθρακιά

Οι θεωρητικοί της ναζιστικής προπαγάνδας ήταν υποχρεωμένοι να αποσιωπήσουν τα πολυάριθμα χωρία με τα οποία ο Νίτσε επιτίθεται στον γερμανισμό και τους Γερμανούς, κατακεραυνώνει το εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας, το απολυταρχικό κράτος, τη νοοτροπία του οπαδού και ταυτόχρονα εκφράζει τον θαυμασμό του προς τους Εβραίους, το αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό πνεύμα, την προτίμησή του προς τον κοσμοπολιτισμό και τόσα άλλα που κάθε άλλο παρά συμφωνούν με το ναζιστικό πνεύμα. [σ. 88]

Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν με ποιο τρόπο ο ναζισμός οικειοποιήθηκε τον Νίτσε και ποιες ήταν οι πραγματικές απόψεις του Νίτσε ως προς την Γερμανία; Ο Νίτσε έμελλε να πέσει θύμα της πιο χυδαίας διαστρέβλωσης και παρερμηνείας που υπέστη ποτέ φιλόσοφος. Το όνομά του συνδέθηκε για πολλές δεκαετίες με τον ναζισμό και ο υπεράνθρωπός του θεωρήθηκε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε η κτηνώδης κοσμοθεωρία του Χίτλερ. Πρόκειται για απόψεις που σήμερα κανείς μελετητής δεν συζητά σοβαρά, αλλά για πολλές δεκαετίες υπήρξαν κοινός τόπος όχι μόνο για τους αδαείς καταναλωτές ιδεολογιών αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής διανόησης. Αυτό είναι το αντικείμενο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα της παρούσης συλλογής (Ο Νίτσε και ο ναζισμός. Οικειοποίηση και αποκατάσταση).

nietzsche

Το κακό ξεκίνησε όταν η αδελφή του παντρεύτηκε έναν φανατικό αντισημίτη Μ. Φέρστερ, τον οποίο αντιπαθούσε ο Νίτσε για τις αντισημιτικές του θέσεις. Ο Φέρστερ και ο ξάδερφός του ξεκίνησαν την ιστορία της σύνδεσης με τον ναζισμό. Η Ελίζαμπετ είχε στα χέρια της όλες τις ανέκδοτες σημειώσεις και τα προσχέδια διαφόρων έργων του μετά την πνευματική του κατάρρευση [1889] και οργάνωσε στην Βαϊμάρη το «Αρχείο Νίτσε» λίγα χρόνια αργότερα. Έχοντας ασπαστεί τις απόψεις του συζύγου της άρχισε να χτίζει το αντισημιτικό και εθνικοσοσιαλιστικό προφίλ του Νίτσε. Αργότερα χάρισε το … μπαστούνι του αδελφού της στον Χίτλερ ο οποίος έσπευσε να φωτογραφηθεί δίπλα στην προτομή του.

Δυο θεωρητικά βιβλία επικύρωσαν τις συμβολικές κινήσεις της Ελίζαμπετ. Ο Ρόζενμπεργκ έγραψε για τον φιλόσοφο της πειθαρχίας και του αυτοελέγχου και ο Μπούμλερ για τον στοχαστή της θέλησης για εξουσία, που είχε ως ιδανικό του την ισχυρή Γερμανία. Ακολούθησαν οι γνωστές φτηνές συλλογές με αυθαίρετες επιλογές αποσπασμάτων από το νιτσεϊκό έργο.

nietzsche-5

Ο σπουδαίος φιλόσοφος συνταξιοδοτήθηκε έφυγε οριστικά από την Γερμανία και πήρε την ελβετική υπηκοότητα και έζησε μέχρι την κατάρρευσή του μια ζωή περιπλανώμενη. Η εναντίωσή του στον γερμανισμό και το γερμανικό έθνος υπήρξε και η βασική αιτία της σφοδρής σύγκρουσης με τον Βάγκνερ. Η απέχθειά του αυτή τον έκανε τα τελευταία χρόνια να εκθειάζει συνεχώς τους Γάλλους. Άλλωστε στην περίφημη παράγραφο 377 από την Χαρούμενη Επιστήμη με τίτλο «Εμείς οι απάτριδες» είναι έκδηλη η περιφρόνησή του προς τους εθνικιστές και τους αντισημίτες.

Ευτυχώς αργά ή γρήγορα, γράφει ο Δεσποινιάδης, όλα τα σπουδαία έργα διαβάζονται. Η ανάγνωση του Νίτσε έφερε αναπόφευκτα και την αποκατάστασή του, ενώ πολλοί από τους σημαντικότερους ευρωπαίους στοχαστές (Γιουγκ, Χάιντεγκερ, Φουκώ, ντελέζ, Αντόρνο, Κλοσόφσκι, Βανεγκέμ, Λεφέβρ, Κάουφμαν κ.ά) αλλά και λογοτέχνες (Μιούζλι, Καμύ, Έσσε, Στρίνγμπεργκ κ.ά.) επηρεάζονται από το έργο του και σχολιάζουν την φιλοσοφία του. Και μοιάζει περισσότερο από ποτέ να δικαιώνεται η φράση του: Είμαι ένα κιγκλίδωμα με ρεύμα, ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει – αλλά δεν θα είμαι το δεκανίκι σας.

hanna-arendt

Ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο καταπιάνεται με την διαμάχη της Χάννα Άρεντ με τον με τον φιλόσοφο και εξέχοντα μελετητή της Καμπάλα Γκέρσομ Σόλεμ σχετικά με το έργο της Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η φιλία τους κράτησε πάνω από τρεις δεκαετίες και διακόπηκε το 1963 με αφορμή την έκδοση του περίφημου αυτού βιβλίου της για την περίφημη σύλληψη και δίκη του υπεύθυνου για τον συντονισμό της «Τελικής Λύσης» στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως είναι γνωστό η Άρεντ αναθεωρούσε την παλαιότερη θέση της περί «ριζικού κακού» και τώρα κάνει λόγο για «κοινοτοπία του κακού». Ο Άιχμαν δεν είναι κάποιος «τέρας» αλλά ένας συνηθισμένος, μάλλον φαιδρός άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες. Δεν αισθανόταν μίσος για τα θύματά του, παρά εκτελούσε πιστά τις εντολές ως μέρος του στρατιωτικού του καθήκοντος. Πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπου του συνηθισμένου πειθήνιου εκτελεστή εντολών και όχι κάποια «εξαιρετική» σαδιστικού τέρατος.

Επιπλέον η Άρεντ επέκρινε δριμύτατα τους ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων, δίχως την συνεργασία των οποίων το έγκλημα των Ναζί δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε τέτοια διάσταση. Για την φιλόσοφο πρόκειται για το σκοτεινότερο κεφάλαιο σε αυτή την ιστορία. Ανάμεσα σ’ εκείνους που αντέδρασαν στις θέσεις της ήταν ο Σόλεμ, που την κατηγορεί για μίσος προς την εβραϊκή της καταγωγή, μίσος που οφείλεται στην νεανική θητεία της στον μαρξισμό και την αριστερά. Ο Σόλεμ διαφωνεί για την ασαφή διάκριση μεταξύ βασανιστή και θύματος και μιλάει για ακραίες συνθήκες, εξαναγκασμό συμμετοχής και άγνοια όλων όσοι δεν βρέθηκαν εκεί. Η Άρεντ απαντά συμπυκνώνοντας την οριστικής της κοσμοθεωρία:

gershom-scholem_

Ποτέ στη ζωή μου δεν αγάπησα κανέναν λαό και καμιά συλλογικότητα. Ούτε τον γερμανικό λαό, ούτε τον γαλλικό, ούτε τον αμερικάνικο, ούτε την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Στην πραγματικότητα αγαπώ «μόνο» τους φίλους μου και το είδος αγάπης στο οποίο πιστεύω είναι η αγάπη για πρόσωπα. Δεύτερον, αυτή η αγάπη για τους Εβραίους, δεδομένου ότι η ίδια είμαι Εβραία, θα μου φαινόταν μάλλον ύποπτη… και αργότερα: είμαι ανεξάρτητη…δεν ανήκω σε καμία οργάνωση και πάντοτε μιλάω εξ ονόματός μου [σ. 100 – 101, 102]. Όσο για την στάση των Εβραίων ηγετών, δεν υπήρχε η δυνατότητα αντίστασης αλλά υπήρχε η δυνατότητα να μην κάνουν τίποτα.

Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει όλη την σειρά των αντίθετων απόψεων των δυο στοχαστών και διαπιστώνει ότι ακριβώς χάρη στην επιμονή του Σόλεμ έχουμε την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σε δυο κόσμους και να αναρωτηθούμε αν πρέπει η συμπάθειά μας προς έναν λαό για την οδύνη του Ολοκαυτώματος να μας αποτρέπει από την κριτική της πολιτικής που ακολούθησαν οι ηγέτες του τότε αλλά και αργότερα ο κρατικός τους σχηματισμός.

20-noviembre-1936

Πρόκειται για μια πολύτιμη συλλογή κειμένων που καλύπτουν όλο το εύρος του προβληματισμού και των ενδιαφερόντων του Κώστα Δεσποινιάδη: Φασισμός, Ολοκληρωτισμός, Κατάσταση Εξαίρεσης, Αντιεξέγερση και Κρίση, η Προοπτική της Ουτοπίας. Παράλληλα παρουσιάζονται βιβλία σύγχρονα ή παλαιότερα, απαραίτητα όμως για μια σύγχρονη πολιτική κριτική σκέψη, όπως το Μηδέν και το Άπειρο του Άρθου Καίσλερ, το Ταξίδι στο Παρελθόν του Abel Paz, που συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο από την πλευρά των αναρχικών και γράφει όχι μόνο για την επανάσταση που βιώθηκε σαν γιορτή αλλά και για τα λάθη της πλευράς του.

Δυο κείμενα αφιερώνονται στο τρομερό παράγγελμα Wstawac, που ακουγόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το εγέρθητι που άκουγαν οι έγκλειστοι του Άουσβιτς στα πολωνικά, το οποίο σηματοδοτούσε την εφιαλτική επιστροφή στην καθημερινή ζωή. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του ο Πρίμο Λέβι είχε «προβλέψει» σε ποίημά του ότι το παράγγελμα θα ακουστεί ξανά και η κτηνωδία θα επιστρέψει. H έξαρση του φασισμού αποδίδεται στην φτώχεια και στην κρίση, ο Δεσποινιάδης όμως παραθέτει σειρά συγκριτικών στοιχείων και στοχασμών από τα οποία προκύπτει πως, ιστορικά, δεν αναπτύχθηκε ποτέ φασισμός σε μη καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου μπορεί να είχαμε άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, ποτέ όμως φασισμό. Χρειάζεται ακριβώς η συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας για να ευνοηθεί ο φασισμός.

primo-levi_

Οι σημειώσεις για τον Αγκάμπεν και την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ασχολούνται με ένα άλλο βαθύ και απαγορευμένο θέμα, που σε λίγο θα είναι αδύνατο να αγνοήσουμε, όσοι ακόμα παραμένουμε αδαείς. Ο Θορώ στα περίπτερα, Ένα σχόλιο για τον Ολοκληρωτισμό, Η χαμένη τιμής της Φαίης Μάγιερ (και της παλαιότερης Καταρίνα Μπλουμ), Το κρυφό χέρι της ακροδεξιάς, Ο επαναστατικός ρομαντισμός του Michael Lowy, είναι μερικά από τα υπόλοιπα ερεθιστικά κείμενα του τόμου, που έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Πανοπτικόν, Βαβυλωνία, Σημειώσεις της στέππας, Σημειώσεις (ένα κείμενο αφορά και στον εκδότη τους Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο), Χουλιγκανιζατέρ, Ένεκεν, Νέον Πλανόδιον, Κοινωνικός Αναρχισμός και στις εφημερίδες Εποχή και Δρόμος της Αριστεράς (από την τελευταία αναδημοσιεύεται και με ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του), ενώ άλλα αποτέλεσαν το αντικείμενο ομιλιών, παρεμβάσεων κλπ.

Όταν δεν μπορούμε παρά να προβληματιζόμαστε πάνω σε όσα ανοίγουν και συζητούν τα κείμενα του Δεσποινιάδη, ο πρόλογος και ο επίλογος είναι ο ίδιος: Αν θέλουμε όχι απλώς να βγούμε από την οικεία μας κρίση αλλά και να πολεμήσουμε την πανταχού παρούσα φρίκη και την επέλαση της βαρβαρότητας, που σθεναρά υποστηρίζει και ο κυρίαρχος λόγος, μας χρειάζεται η συσσώρευση ιδεών που θα ξαναγεννήσουν την κατά Μπλοχ Αρχή της ελπίδας. Έτσι τα κείμενα αποτελούν την ανθρακιά για μια μεγαλύτερη φωτιά. Όπως είπε και ο Ντουρούτι, καψαλισμένος από την φωτιά του Ισπανικου Εμφυλίου, δεν μας τρομάζουν τα ερείπια, γιατί κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο μες στις καρδιές μας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται αυτή τη στιγμή που μιλάμε.

Εκδ. Πανοπτικόν, 2016, σελ. 206, με δισέλιδο για τις πρώτες δημοσιεύσεις.

Στις εικόνες: Φρειδερίκος Νίτσε, Ο Νίτσε και τα ψεύδη, Χάνα Άρεντ, Γκέρσομ Σόλεμ, Ισπανικός Εμφύλιος, Πρίμο Λέβι.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης και οι Εκδόσεις Πανοπτικόν στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

 




Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 881,589 hits

Αρχείο