Archive for the 'Εκλεκτές Λίστες' Category

04
Ιολ.
11

Χρήστος Χρυσόπουλος – Ο βομβιστής του Παρθενώνα

Ο Αντίστροφος Ηρόστρατος

Καταναγκαστικά (θαυμασμού) έργα

Κάποιοι τον αγαπούν γιατί είναι απλός, ελαφρύς, καθάριος, απέριττος. Πού είναι η απλότητα, η ελαφράδα, η καθαρότητα, η ευγένεια στη ζωή τους, στους ίδιους; Αν η ομορφιά δεν είναι αξία που σέβονται, πώς μπορούν να τον αγαπήσουν επειδή είναι όμορφος; Γιατί δεν αποζητούν την ομορφιά στον εαυτό τους, στους γύρω τους; (σ. 19)

Ο λόγος περί Παρθενώνα κι ο («πιθανός») μονόλογος από τον δράστη Χ.Κ. Τι ακριβώς έπραξε και πώς έδρασε ο μονολογών απολογούμενος; Ανατίναξε εκ βάθρων το υπέρτατο Ελληνικό Μνημείο και τώρα διατυπώνει εν πλήρει συνειδήσει την αναγκαιότητα και την κάθαρση της εμπρηστικής του τελετουργίας. Η πόλη του έχει ένα μνημείο που εξυπηρετεί κάθε λογής σκοπούς, ένα μνημείο που όλοι πιστεύουμε ότι μας ανήκει δικαιωματικά, κι αν αυτό το πειστήριο καταγωγής εξαφανιστεί τότε θα αισθανθούμε πως ζούμε σ’ έναν κόσμο ξένο. Σημάδι της πόλης βρίσκεται σφηνωμένο στο ψηλότερο σημείο της, με τρόπο που είναι αδύνατο να το αποφύγει το μάτι, ενώ όταν βρεθείς εκεί εγκλωβίζεσαι στη γεωμετρία και φυλακίζεσαι στη σκόνη και στο φως. Καθώς όλοι τον λατρεύουν, όλοι τονίζουν πως δεν υπάρχει ψεγάδι πάνω του, ακόμα κι αν έχεις ενδοιασμούς, αργά ή γρήγορα θα συναινέσεις. Γιατί είναι δύσκολο να διαφωνείς εκεί όπου όλοι συμφωνούν. Έτσι λοιπόν αρχίζεις κι εσύ το παραμύθι, και τελικά όχι μόνο το πιστεύεις, μα γίνεσαι υπερασπιστής του μύθου του.

Δανεικό φόβητρο

Τον επικαλούμαστε με θαυμασμό όταν νιώθουμε μικροί, κάτι που συμβαίνει συχνά, ή όταν συνειδητοποιούμε ότι έχουμε παραμείνει φτωχοί. Έτσι βολευόμαστε. (…) Κι όταν αισθανόμαστε νάνοι, λέμε πως οι άλλοι μας φοβούνται γι’ αυτόν εκεί πάνω, στην κορυφή της πόλης. (σ. 28, 29)

Ο Χ.Κ. το γνωρίζει πως έχει βουβούς συμμάχους. Ζούμε όλοι με δανεισμένο μεγαλείο. Πολλοί συμφωνούν, μα είναι δειλοί. Δεν το ομολογούν. Γυρνάει και τον ξανακοιτάει. Εκείνος «διαφεντεύει» – δεν είναι απλώς υπερτιμημένος. Αλλού βρίσκεται η δύναμή του, διαφορετική είναι η εξουσία του. Είναι τυπωμένος σε μπλούζες, σε δρόμους, σε επωνυμίες, σε αναπτήρες, έχει γιγαντώσει μια βαριά τουριστική βιομηχανία, έχει αλώσει κάθε αισθητική. Σε άλλο επίπεδο, σε μια εποχή όπου υπάρχει μόνο η ψευδαίσθηση της αυτενέργειας και τίποτα δε σου ανήκει αδιαμέριστα, του αρκεί μια πράξη που θα του ανήκει ολοκληρωτικά. Κι αν ως τώρα την καθυστερούσε, ήταν για να αποφύγει να καταστεί ένα βολικό στερεότυπο: τερατόμορφος εγκληματίας ή γοητευτικός παρανοϊκός. «Η παρόρμηση της πράξης (ως δημιουργία αλλά και ως δημιουργική καταστροφή) μοιάζει να είναι άκρως επιτακτική στους καλλιτέχνες», γράφει ο συγγραφέας σε μια από τις δεκάδες κρύπτες του βιβλιακού ιστολογίου (βλ. πιο κάτω). Λίγο προτού η εγγραφή σταματήσει απότομα, ο Βομβιστής θα έχει προλάβει να πει την παραπάνω παραθεματική φράση.

Ο Σαμποτέρ των Αρχαιοτήτων και του Λόγου

Ο Χ.Κ. εμπνεύστηκε από την Προκήρυξη αρ. 1 του «Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων» δια χειρός του αυτόχειρα ποιητή Γιώργου Β. Μακρή (1923-1968). Αναγνωρίζοντας βασικά το έργο τέχνης, μα αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική του κατοχύρωση… Αποφασίζουμε […] την ανατίναξη αρχαίων μνημείων….Διαβάζω στην εισαγωγή του Ε.Χ. Γονατά, από τη μοναδική έκδοση των γραπτών του (Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή, εκδ. Εστία, 1986) πως ο Μακρής χαρακτηριζόταν από μια «ονομαστή» αδιαφορία του για την τύχη και τη διαφύλαξη των γραπτών του (πλήθος πεζών και ποιητικών κειμένων της δεκαετίας 1940-1950). Όταν κάποτε του ζήτησε κάποια ποιήματά του, εκείνος σχεδόν ανακουφισμένος του είπε πως είχε ξεχάσει το φάκελο με όλα τα γραπτά του σ’ ένα ξενοδοχείο. Μετακινούνταν συνεχώς, άλλαζε τόπους διαμονής, ζούσε ιδιόρρυθμα και αδιοργάνωτα. Χαρακτηριζόταν από μόνιμη δυσπιστία προς το λόγο και επίμονη άρνηση δημοσίευσης των γραπτών του. Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της απόλυτης ελευθερίας της σκέψης του, που αποτελούσε γι’ αυτόν το υπέρτατο αγαθό. Ελεύθερος κι αδέσμευτος στοχαστής έζησε τη σκέψη κι εμπιστεύτηκε περισσότερο τον προφορικό λόγο. Ακριβώς επειδή δεν προόριζε τα γραπτά του για δημοσίευση, έγραφε μόνο όταν πιεζόταν από την ανάγκη της έκφρασης. Στην ερώτηση του θυρωρού, καθώς ανέβαινε στην ταράτσα της αυτοχειρίας του (31 Ιανουαρίου 1968) απάντησε: Κατεβαίνω αμέσως.

Η πόλη μας αποτελεί πλέον έναν τρόπο και όχι έναν τόπο όπου ζούμε.

Ό,τι δεν γνωρίζουμε μας τρομάζει. Οχυρωνόμαστε πίσω από την οικειότητα και λουφάζουμε. Αγκαλιάζουμε τρυφερά όποιον μας μοιάζει και κοιτάμε με βλοσυρότητα όποιον διαφέρει. Και όσο οι άλλοι παραμένουν μακριά μας, συνεχίζουμε απλώς να κοιτάμε με βλοσυρότητα εν κρυπτώ. Πάντα εν κρυπτώ, διακριτικά, εμείς δεν είμαστε βάρβαροι…Πάντα εν κρυπτώ, μα κρατώντας σφιγμένη τη γροθιά στην τσέπη. (σ. 24)

Στην πόλη αυτή κατοικούμε μόνοι ανάμεσά μας, γιατί έχουμε από καιρό καταφέρει να τρομάξουμε όλους τους ξένους. Τους επισκέπτες δεν τους έχουμε πλέον ανάγκη, και όποιος έρχεται από μακριά μένει ξεκομμένος από εμάς. Κι έτσι, ακόμα και όταν δυστυχούμε, δεν έχουμε ανάγκη κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό μας. Αποφεύγουμε τους ανθρώπους και δεν θέλουμε να ακούσουμε για καινούργια πράγματα. Αν κάποιος θελήσει να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους υπόλοιπους, δεν γίνεται ανεκτός – η πόλη μας δεν συγχωρεί τέτοιους είδους πρωτοβουλίες. (σ. 24)

Παρθενώνες Πολλαπλών Χρήσεων

Η καταστροφή των έργων τέχνης σαφώς έχει αμέτρητες ιδεολογικές, πολιτικές, πολιτιστικές προεκτάσεις, πολύ δε περισσότερο η καταστροφή ενός εθνικού μνημείου, και δη υπέρτατου συμβόλου μιας χώρας ή ενός έθνους. Αν κάθε σημαντικό μνημείο όπως ο Παρθενώνας αποτελεί εθνικό υπέρβαρο, ιδεολογικό τσόφλι, πατριωτικό σύμβολο, καλλιτεχνικό κορύφωμα, κοσμικό άβατο, ορισμό του ωραίου, αρχαίο – αρχαιολογικό επιβίωμα, τουριστικό έμβλημα, βολικό άλλοθι – αντιστάθμισμα κάθε σύγχρονης γηγενούς ασχήμιας, σήμα κατατεθέν μιας χώρας, τότε αυτόματα κινεί τις αντίστοιχες αντιδράσεις που φτάνουν ως την επιθυμία καταστροφής του η οποία μπορεί να αποτελεί:  ιδεολογική έκφραση, ψυχολογική αποφόρτιση, φαντασιακό ξέσπασμα, συμβολική κίνηση, πολεοδομική δήλωση – πρόταση, απελευθέρωση από τα ιερά και όσια αλλά και κριτική όχι του μνημείου αλλά του περίγυρου – καθότι το μνημείο στέκει τραγικά αταίριαστο εν μέσω μιας τσιμεντωμένης αθλιούπολης. Σε τελευταία ανάλυση, η στασιμότητα και στατικότητα ενός μνημείου εναντιώνεται στη ζωή που εμπεριέχει την κίνηση, την μεταλλαγή και την φθορά.

Μνημειακή Τοπογραφία Καταστροφών

Ο Βομβισμένος Παρθενώνας σαφώς καταλαμβάνει επίκεντρη θέση στον πραγματικό και λογοτεχνικό χάρτη των μνημείων που κατεδαφίστηκαν, ανατινάχθηκαν και γενικώς με κάθε τρόπο καταστράφηκαν από σύγχρονα πνεύματα, τόσο σε μια διαρκώς βίαιη συλλογική πραγματικότητα όσο και ως ατομικές δράσεις. Στην παρισινή κομμούνα ο ζωγράφος Γκυστάβ Κουρμπέ συμμετείχε στην κατεδάφιση της στήλης του Βαντόμ, ως συμβόλου μιλιταρισμού (καταδικάστηκε να πληρώσει μέρος των εξόδων, πράγμα που δεν έκανε ποτέ, φεύγοντας για την Ελβετία), φουτουριστές και σουρεαλιστές μιλούσαν για καταστροφή, ο Μαρινέτι μιλούσε για την αναγκαιότητα της καταστροφής των μουσείων και την αποδέσμευση από κάθε παρελθόν, ο Νικόλας Κάλας συχνά καταφερόταν εναντίον της Ακρόπολης, πρόσφατα ο Καρλχάινζ Στοκχάουζεν δήλωσε πως ότι η 11η Σεπτεμβρίου αποτέλεσε το μεγαλύτερο έργο τέχνης στην ιστορία, ο Γιώργος Μακρής…

Ο Γιούκιο Μισίμα (The Temple of the Golden Pavilion, 1956) έγραψε για τον εμπρησμό βουδιστικού ναού στο Κυότο, ο Χάινριχ Μπελ (Billiards at half past nine, 1959) για μια μυθιστορηματική ανατίναξη του Αβαείου του Αγίου Αντωνίου στην Κολωνία, στη Βέβηλη Πτήση του Βασίλη Γκουρογιάννη οι κίονες του Παρθενώνα κλυδωνίζονται από τις πτήσεις τουρκικών αεροσκαφών και ο …δικός μας Bill Drummond (μουσικός της βρεττανικής σκηνής  – KLF κ.λπ.) έχει διατυπώσει σε διήγημά του την συλλογική επιθυμία καταστροφής του Στόουνχετζ…(εδώ). Ο ήρωας του διηγήματος του Χρήστου Βακαλόπουλου Εικοσιτέσσερις ώρες για την Ακρόπολη (από τις Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες) ταράζεται επί δεκαπέντε μέρες από τον ίδιο εφιάλτη – η Ακρόπολη σωριαζόταν ξαφνικά κι άφηνε την τελευταία της πνοή σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Μια ομάδα τουριστών παρακολουθούσε αυτό το θέαμα αμήχανη κι ύστερα σκόρπιζε με αλαλαγμούς – ενώ βήχει λες και η ιερή σκόνη έχει εισχωρήσει στα πνευμόνια του, και ωθείται για δράση… Και σίγουρα κάπου στον κόσμο κάποιοι γράφουν για τις πρόσφατες καταστροφές χιλιοετών βουδιστικών μνημείων από τους Ταλιμπάν και των αρχαιοτήτων της Βαγδάτης από τους εισβολείς;

Ορθάνοιχτη Βιβλιο-διαδικτυογραφία

Τακτώς ανανεώσιμο ψηφιακό συμπλήρωμα του βιβλίου (μαζί με την ηλεκτρονική έκδοση/ebook κι ένα photoblog) αλλά και συνέχισμα και αποθετήριο των δικών μας σκέψεων και προσλήψεων αποτελεί ένα ιστολόγιο με υλικό που δεν συμπεριλήφθηκε στο τελικό κείμενο, πληροφορίες, στοιχεία, επίκαιρα ζητήματα, διαδικτυακές παραπομπές, φωτογραφικές αποτυπώσεις, όψεις και προτάσεις διαφορετικής ανάγνωσης. Με τον τρόπο αυτό δεν εμπλουτίζεται μόνο διαρκώς το κείμενο από τον ίδιο τον συγγραφέα, σε αλλεπάλληλες νέες εκδόσεις, αλλά και συν-γράφεται σε διηνεκή βάση, με συμμέτοχους τους αναγνώστες, σαν ένα οιονεί ανοιχτό βιβλίο – ένα ζήτημα για το οποίο ο ίδιος έχει συχνά καταθέσει τις απόψεις του.

Θρυμματισμένος Παρθενώνας, Σπασμένο Βιβλιο

Στα επόμενα μετά την μονολογία του δράστη κεφάλαια, συντάσσεται ο πλήρης φάκελος της υπόθεσης με διαφορετικό κάθε φορά στιλ και περιεχόμενο γραφής: [2]. Μαρτυρίες της ίδιας μέρας (Ενδεικτικά: Ξ.Ο., 22:45΄ …πολλές φορές η φαντασία του τον οδηγεί σε απρόσμενες αντιδράσεις. Μου έχει εξαγγείλει πολλά μεγαλόπνοα σχέδια….Πάντως, βλέπει τον κόσμο με διαφορετικό μάτι και θέλει ν’ αλλάξει πολλά γύρω του. Μήπως όλοι δεν θα θέλαμε κατά βάθος;), [3]. Η είδηση (…Ο Παρθενώνας ανατινάχτηκε, η κορυφή της πόλης έμεινε άδεια, το κενό της σκοτεινό. Η μεγαλύτερη αγωνία ήταν να πουν για κάποιον: «Αυτός κατά βάθος συμφωνεί με την καταστροφή που έγινε».), [4, 5]. Ευρήματα: Η Προκήρυξη του Γιώργου Β. Μακρή και σχετικά με αυτήν, Μαρτυρίες φίλων του (τρείς από τον Λεωνίδα Χρηστάκη), [6] Σύντομη εξομολόγηση ενός φύλακα (Τόσους αιώνες που έστεκε εκεί πάνω, νόμιζες πως είχε για δικό του ένα κομμάτι από τον ουρανό. / Τι είναι η πόλη χωρίς αυτόν; / Η πόλη μας ήταν ανάξια. Ήταν μικρή, δεν άντεχε να τον βαστάξει πλέον. Δεν του άξιζε…Η ίδια η πόλη τον σκότωσε. Μας εκδικήθηκε.), [7-11]. Κατάσταση προσώπων, αντικειμενικά πειστήρια, μια ευρεθείσα φωτογραφία, καταδίκη και ποινή, επιμύθιο. Σημειώσεις.

Είσοδος κινδύνου

Στην έκδοση των κειμένων του Γ.Β. Μακρή παραλείπονται τα άρθρα 3 έως 9 της προκήρυξης που αναφέρονται στο οργανωτικό μέρος της όλης επιχείρησης. Αν δημοσιεύονταν και κάποιος τα εφάρμοζε κατά γράμμα ποια θα ήταν – αν υπήρχε – η ευθύνη του Γ.Β. Μακρή, του επιμελητή Ε.Χ. Γονατά, του εκδότη του βιβλίου και του συγγραφέα; Προφανώς καμία αλλά το ζήτημα παραμένει ερεθιστικό, στη συζήτηση για την Ηθική της Γραφής και της Διακινδύνευσης. Πάντως στη θέση του Αφανισθέντος Ναού προτίθεται να χτιστεί ένας Νέος Παρθενώνας. Γιατί Νέοι Παρθενώνες πάντα θα χτίζονται. Επειδή εξυπηρετούν, βολεύουν, αποδίδουν πολλαπλώς.

Και τώρα για πρώτη φορά χωρίς (αρχαία) αφετηρία, ίσως καταφέρουμε να διαλέξουμε έναν προορισμό.

Εκδ. Καστανιώτη, νέα έκδοση αναθεωρημένη, [πρώτη κυκλοφορία: εκδ. Ανατολικός, 1996], 2010, σελ. 88.

Οι Παρθενωνιακές φωτογραφίες προέρχονται από το ιστολόγιο και το e-book του Βομβιστή και είναι του ίδιου του συγγραφέα, με εξαίρεση την τελευταία, όπου κρατούμενοι στη Μακρόνησο (τον Νέον Παρθενώνα, κατά δήλωση αποδιδόμενη στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο) κατασκευάζουν μοντέλο του αυθεντικού Παρθενώνα (από το βιβλίο του Γιάννη Χαμηλάκη, The Nation and its Ruins). Τα αποκαΐδια είναι του Ζεν Βουδιστικού ναού Kinkaku-ji (Rokuon-ji) στο Κυότο (βλ. αναφορά σε Μίσιμα).

Δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή) και σε: mic.gr.  Στην επόμενη ανάρτηση, συνομιλία με τον συγγραφέα (εδώ).

11
Νοέ.
10

Hawkwind – Blood Of The Earth (Eastworld Recordings, 2010)

 

Οι Hawkwind αποτελούν μια σπάνια, ιδιάζουσα περίπτωση με την οποίο είναι αδύνατο να ξεμπερδέψεις με τρεις αράδες. Ακόμα κι αν επιθυμεί κανείς να περιοριστεί αποκλειστικά σε κάποιο δίσκο, είναι αδύνατο να εστιάσει μόνο στη μουσική, από τη στιγμή που κάθε έργο τους αποτελεί ένα σύνολο ήχων, εικόνων, εικαστικών, ιδεών, σημειώσεων και κειμένων, τα οποία άλλωστε αποτυπώνονται στις εκπληκτικές τους εκδόσεις (πολύ περισσότερο στο άπλετο χώρο των βινυλιακών εσώφυλλων) ή αναζητούνται «με άλλο τρόπο». Συνεπώς πάντα θα αποφαινόμαστε απολύτως υποκειμενικά και θα υποκλινόμαστε απολύτως εθελοντικά.

Όλα είναι Hawkwind εδώ: από τους τίτλους και το εξώφυλλο, ως το μεδούλι της δημιουργίας τους. Δεν μοιάζει να έχει υπάρξει μεγάλη διαφορά από πλείστους παρελθοντικούς δίσκους τους, αλλά για έναν εξειδικευμένο χωκγουιντολόγο οι διακρίσεις είναι εμφανείς όπως για έναν εντομολόγο ακόμα κι οι πλέον όμοιες πεταλούδες έχουν θαυμαστές διαφορές. Ο Dave Brock (φωτ.) πέρασε τα … 70 και μάλλον τιμητικά μπαίνει πρώτος στον αγωνιστικό χώρο με δυο εισιτήρια κομμάτια. Ο ακροατής βέβαια θα ηλεκτριστεί αργότερα από το Sweet Obsession με αέρα και φως κλασικού, μόνο που πρόκειται για την δεύτερη ζωή ενός τριαντάχρονου κομματιού από το πρώτο σόλο του Brock (Earthened to the Ground, 1984). Που μαζί με το You’d Better Believe It από το θρυλικό 74άρι τους Hall of the Mountain Grill συμπληρώνουν μια δυάδα επανεκτέλεσης – επανασύνδεσης με τα πρώτα τους διασημό – πλοια.

Ο Jason Stuart δεν ζει πια στην Γη, αλλά φεύγοντας έχει αφήσει την καταληκτήρια σύνθεση, σαν ηχητική συνοδεία στον κοσμικό του θάνατο. Οι Alan Davey και Arthur Brown έφυγαν, νέο αίμα καλείται να αποδείξει ότι αξίζει να βρίσκεται στο πλήρωμα, το οποίο άλλωστε έχει κοινά δικαιώματα στην σύνθεση. Ο Tim Blake διαπράττει την πρώτη του συνθετική εμπλοκή στο σχήμα εδώ και …30 χρόνια, ο Mr Dibs είναι πιο αποδοτικός, αλλά είναι ο Niall Hone που βγάζει εις πέρας την αποστολή «Εκτυφλωτικό Ορχηστρικό» (Green Machine). Η κοσμική τους σκηνογραφία περιλαμβάνει ακόμα, όπως πάντα, μια παρολίγον (ανατολίζουσα) ψυχοτροπική εκτροπή (Comfey Chair) και μερικές επικές σάγκες, τα ξέρετε αυτά.

Διαπιστώνεται μια έλλειψη υπερβολής που πάντα κυκλοφορούσε ανάμεσα στα τραγούδια, το καθαρό ροκ εντ ρολλ υπόστρωμα σβήνει περιττά λίπη, ορισμένες συνθέσεις μοιάζουν να γράφτηκαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία (εξ ου και ο δίσκος περισσότερο ελκύει λόγω ονόματος και κοσμικής αίγλης παρά ως αυτό καθεαυτό αριστείο), άλλα μοιάζουν να έχουν ήδη διανύσει χιλιόμετρα σκηνής σε live κι απλώς στο ρελαντί να παρκάρουν στο στούντιο. Εντύπωση κάνουν τα καθαρά post punk φωνητικά του Wraith – κάποιος νεαρότερος τραγουδιστής εμβαπτίζεται εδώ στην γαλαξιακή τους σκόνη. Ένας δεύτερος live δίσκος συμπληρώνει την περιορισμένη CD έκδοση με 7 κομμάτια (μαζί με το Long Gone του Syd Barrett και μια φετινή συνέντευξη).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

19
Μάι.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 3: Τάσος Γουδέλης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Πόε, Kάφκα, Τόμας Μαν, Μπόρχες, Νίκος Καρούζος, Φιλίπ Σολλέρς, Ντε Λίλο

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Άπαντα των ανωτέρω

Αγαπημένα σας διηγήματα.

To επεισόδιο του εχθρού μου του Μπόρχες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο ήρωας του παραπάνω διηγήματος όπου ο «εχθρός» είναι ο εαυτός μας…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός b20503του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων Αρπακτικά, το 1989, γράφτηκε στο πατρικό σπίτι της πρώην γυναίκας μου. Έκτοτε δεν χρησιμοποίησα άλλο χώρο πέρα από αυτόν του γραφείου μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μισοκοιμισμένος το πρωί συλλαμβάνω πολλές ιδέες, τις οποίες αργότερα επεξεργάζομαι στον κομπιούτερ. Οι περισσότερες, πάντως, ιδέες προκύπτουν μέσα από «δουλειά γραφείου», εντελώς πεζά..

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Αγαπb21392ημένος ναί, ζηλευτός όχι: ο Χανς Κάστορπ ο ήρωας του Μαγικού βουνού, ο οποίος «ασθενεί» εξωτερικά από φυματίωση, νοσηλεύεται εκεί στο Νταβός, στον «Αδη του ύψους», διαλέγεται φιλοσοφικά, ερωτεύεται, παρακολουθεί γύρω του άλλους «πάσχοντες». Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να δούμε την ασθένειά του «ως μεταφορά», όπως θάλεγε και η Σούζαν Σόνταγκ, ίσως και ο Καρούζος: δηλαδή ως μια κατάσταση υπαρξιακής …μόλυνσης.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα Αρπακτικά (1990,b73654 εκδ. Το Δέντρο) περιέχουν ποικίλα διηγήματα, τα περισσότερα είναι ρεαλιστικά, που αντανακλούν βιώματα από το πατρικό σπίτι, το Στρατό, την Ασφάλεια επί Χούντας. Πιστεύω ότι δεν είναι απολύτως αναπαραστατικά, δεν αντιγράφουν εξωτερικά σκηνικά αλλά εσωτερικά.
Η συλλογή Πρωϊνή επίσκεψη (1993, εκδ. Ερατώ) είναι πιο κλειστοφοβική, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν, κινούνται σε χώρους και καταστάσεις όπου επικρατεί ημίφως, το ύφος προσπαθεί να υπηρετήσει ένας είδος ποιητικού μινιμαλισμού.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις Σκιές γυναικών (1996, εκδ. Νεφέλη), όπου διάφορες ηρωίδες σκιαγραφούνται μέσα από μια διασπασμένη γλώσσα που καταγράφει ένα κυβιστικό βλέμμα.
Στη συλλογή Ο ύπνος του Άλφρεντ (1999, εκδ. Νεφέλη) κυριαρχεί το διακειμενικό, μεταμοντέρνο διήγημα, που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο. Με βάση τον γνωστό, παλιό, ρομαντικό αμερικανό συγγραφέα Ουάσινγκτον Ίρβιν, επινοούνται φανταστικοί ήρωες και σκηνές της ζωής του τελευταίου καθώς και σελίδες της αμερικανικής ιστορίας της λογοτεχνίας.
Στο Η γυναίκα που μιλά (2002, εκδ. Κέδρος, κρατικό βραβείο και βραβείο διηγήματος του Διαβάζω) συναντάμε διηγήματα που δεν αφηγούνται μονότροπα μια ιστορία. Πολυεστιακά στον πυρήνα τους οδηγούν τον ανγνώστη σε διάφορες κατευθύνσεις ταυτόχρονα…
Στο μοναδικόb113039 μου βραχύ (επειδή δεν πιστεύω στα πολυσέλιδα βιβλία) μυθιστόρημα Οικογενειακές ιστορίες (2006, εκδ. Κέδρος), περιγράφεται σε συνειρμική γλώσσα η πορεία μιας ελληνικής οικογένειας από το 1920 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το παράδοξο με αυτή την οικογένεια είναι το ότι η Ιστορία τους υπηρετεί και όχι το αντίθετο: τα μέλη της, αυτιστικά σχεδόν, συμμετέχουν στα εξωτερικά γεγονότα όταν αυτά το θελήσουν, όταν επιθυμούν να ξεφύγουν από τα προσωπικά τους προβλήματα.

Αγαπώ αρκετά διηγήματα από διάφορες συλλογές. Εάν θα έπρεπε, οπωσδήποτε να πάρω τη δύσκολη απόφαση να διαλέξω ένα μου βιβλίο, μάλλον θα στρεφόμουν προς τον Ύπνο του Άλφρεντ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Όπως πάντα πολλά βιβλία παράλb155072ληλα: αφηγηματικά, δοκιμιακά, φιλοσοφικά.
Ξαναδιάβασα Ρίτσο, με την ευκαιρία του προσεχούς αφιερώματος του Δέντρου και εντυπωσιάσθηκα από τα νέα μου θετικά συνασθήματα απέναντι σε μια ποίηση, άνιση μεν, πλην με ενα υπέδαφος θησαυρών που καταπλήσσει.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω, γιατί διασπώμαι. Η μουσική θέλει αφοσίωση, έχει δικο της πλήρη κόσμο.
Προτιμώ ξένη και ελληνική τζαζ και κλασσικά κομμάτια.

Τι γράφετε τώρα;

Μια συλλογή διηγήμάτων, πολλά από τα οποία έχουν προδημοσιευθεί σε περιοδικά.

b188157Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο;

Την κριτική λογοτεχνίας την αντιμετωπίζω σαν σπορ ή σαν ψυχαγωγία. Πάντα σημείωνα, ως αναγνώστης τις εντυπώσεις μου και αυτό με διασκέδαζε, μπορώ να πω.

Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Παραπέμπω στην προηγούμενη απάντηση.

Έχετε γράψει κείμενα για τον κινηματογράφο. Παρακολουθείτε τη σύγχρονη μορφή του;

Όσο μπορώ. Διαβάζω ξένα κείμενα και παρακολουθώ μάλλον συστηματικά τις νέες παραγωγές.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της 7ης τέχνης ποιο θα επιλέγατε;

b77223Ε, δεν θέλει και πολύ σκέψη: τη μεγαλύτερη μορφή του σινεμά μετά τον Όρσον Γουέλς, τον Ζαν Λικ Γκοντάρ φυσικά. Τώρα, υπάρχει μια σύγχρονη ανεξέλεγκτη, άνιση προσωπικότητα, που μπορεί να χαρίσει ένα αριστούργημα και μετά κάτι ευτελές, εννοώ τον Λας φον Τρίερ. Το Στοιχείο του εγκλήματος (1984) διαθέτει μια γλώσσα συνειρμική που μου ταιριάζει πολύ Αλλά εάν με ρωτούσατε ποια ταινία θεωρώ ανεπανάληπτη θα απαντούσα αδίστακτα: το Πέρσι στο Μαρίεμπαντ (1961) του Αλαίν Ρεναί.

Υπο/Σημείωση: Στο αίθριο του Πανδοχείου φιλοξενούμενοι συγγραφείς και έτεροι δημιουργοί των λέξεων μοιράζονται τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, τις σκέψεις για το έργο τους και τις οδούς της συγγραφής.

Δημοσίευση και εδώ.

03
Μαρ.
09

Διασκεδάσεις στην καλύτερη διασκευασία (Αφιέρωμα: διασκευές)

Δεν θα διαλέξω διασκευές που «έμειναν κλασικές» αλλά εκείνες που συνεχίζω ν’ ακούω με πάθος και σήμερα. Θα επικρατήσει, δηλαδή, και πάλι ο θρίαμβος του υποκειμενισμού, κατά τον αενάως επίκαιρο Guy Debord.

Να ξεμπερδέψω πρώτα με τα αυτονόητα ντυλανικά: το «Mr Tambourine man» τραγουδισμένο απ’ τους Byrds και το «Like a rolling stone» απ’ τους Rolling Stones (απ’ το «Stripped» του ’95). Απ’ τα Μπρεχτικά/ Bαϊλικά δε νομίζω να υπάρξει «ιδανικότερο» του «Alabama Song (Whiskey Bar)» απ’ τη φωνή του Jim Morrison – όταν το είπε ο Bowie ήταν πλέον αργά και γέρος. Ένα κομμάτι όμως που ύμνησε ο Λεπτός Αδύνατος Δούκας, το «Heroes», τραγουδιέται «αλλιώς» απ’ τη Nico στο «Drama of exile» του ’81. Μια άλλη ιέρεια ξεχωρίζει απ’ όλα τα χιλιοδιασκευασμένα Στοουνικά: η Marianne Faithfull όπως περιγράφει το «As tears go by» στο «Strange weather» της (1987). Είχε και κάποια σχέση μαζί τους, αν δε κάνω λάθος…

Δυο συναρπαστικές διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών και δη ρώσικων κοκκινοστρατιωτικών έθελξαν την καρδιά μου: το «The carnival is over» των Νick Cave and the Bad Seeds απ’ τον υποδειγματικό διασκευόδισκο «Kicking against the pricks» και το «Red Army Blues» των Waterboys (στο «Pagan Place» του ’84). Ο Cave στον ίδιο δίσκο εκτοξεύει κι άλλες καταστροφικές για την ηρεμία μας ρουκέτες: το «Running scared» του Roy Orbinson και, φυσικά, την οριστική απoδόμηση του «All tomorrows’ Parties» των Velvets. Ίσως όμως η πλέον απόλυτη γυμνή κλοπή του Μαυροκόρακα ήταν στο κυκλοφορημένο μόνο σε σινγκλ «In the Ghetto», το οριστικό Elvis τραγούδι.

Στα ίδια μαυροκλίματα: ηδυπαθής γίνεται η διασκευή του «Τhe Song of slurs» του σατανικού ζεύγους Anita Lane – Mick Harvey και τον παραγνωρισμένο «Intoxicated man» (1995) δίσκο του τελευταίου, γεμάτο με Serge Gainsbourg επαναγνώσεις. Μιλώντας για δίσκους – διασκευές ολόκληρων δίσκων, στο αμήχανο… μπητλικό «Let it be» (1988) των τευτονικών υμνωδών Laibach υπάρχει ένα ασύλληπτο «Two of us». Παραμένοντας στις σκοτεινές πλαγιές της ανθρώπινης ψυχής, αδυνατώ να ξεχάσω την εφιαλτικότερη-δε-γίνεται μετατροπή του «I walked with a zombie» του Roky Erickson στο παρθενικό LP των Vietnam Veterans. Όσο για τα παραγνωρισμένα γλαμ 70ς, παίρνουν μια μικρή δικαίωση με το «Cum on feel the noise» των Slade απ’ τους χαρντ ρόκερς Quiet Riot.

Προχωρώντας χρονικά, ίσως θα ήταν αδικία να μη βάλουμε και μια διασκευή που κατά πολλούς επικάλυπτε το πρωτότυπο, καθώς ο δεύτερος ζούσε όσα απλώς τραγουδούσε ο πρώτος: o Ferry ήταν περισσότερο «Jealous Guy» απ’ τον Lennon και συν τοις άλλοις σηματοδοτούσε τις αρχές των 80ς. Μπορεί μια διασκευή να αποτελέσει τον δραματικό ύμνο μιας μεταγενέστερης γενιάς; Το «That suicide is painless» (Altman/Mandel, theme from «Mash») απ’ τους Manic Street Preachers (ως σινγκλ και μετά σε συλλογές) το έκανε.

Mπορεί ένα ολόκληρο σάουντρακ να βασιστεί σ’ ένα easy listening κομμάτι σε διάφορες όψεις διαθέσεων υπέροχων ως μελλοντολογικώς εφιαλτικών; O Michael Kamen στην ταινία – σταθμό των 80ς, το Brazil του Terry Gilliam, το έκανε. Πάντως αν καθήσουμε και υπολογίσουμε πόσες διασκευές κλασσικών ή λιγότερο κλασσικών κομματιών (ιδίως 60ς) έχουμε απολαύσει, τελειωμό δε θα ’χουμε. Το ίδιο θα γινόταν κι αν πιάναμε τις ψυχεδελικές μπάντες των 60ς. Παράδειγμα η διασκευή του «In the past» των We the people (;) στο «Inner Mystique» των Chocolate Watchband – ίσως σ’ ένα άλλο αφιέρωμα αυτά. Αφήστε δε τα προσωπικά classics του καθενός μας – π.χ. το δικό μου κουμπί που λέγεται «Ring of fire» (Johnny Cash) από ποιόν να το πρωτοδιαλέξω; Από Αnimals ή Country Joe and the Fish; Ακόμα κι από πλανόδιο αν τ’ ακούω, «φεύγω».

Κι απ’ τους τελευταίους των Μοϊκανών; Αφού έχουμε το άλλοθι της υποκειμενικότητας ας μνημονεύσουμε τις «συγκινητικές» διασκευές έκαναν οι πολυαγαπημένοι μας Triffids. Ποιος αντιστέκεται στο «Can’t help falling in love» (Creatore/Peretti/Weiss) έστω κι αν το βρίσκει στα rarities τους; Ή στην απρόσμενη του «Rent» των … Pet Shop Boys, ξεπερνώντας το πρωτότυπο;

Άφησα για το τέλος τα δυο κορυφαία κατ’ εμέ διασκευάσματα. Το ένα το βρήκα στο «Catfish Eyes and Tales» (1988) των ασύλληπτων Γάλλων ψυχεδελιστών Vietnam Veterans. Ήταν μια ατέλειωτη στα λεπτά μαγική ψυχεδελοποίηση του φολκ «The Days of Pearly Spencer» του David McWilliams, πλημμυρισμένη φαζ, όργανα, εφφέ, παραισθησιογόνα. Το άλλο, γνωστό τοις πάσι, μετέτρεπε σκωπτικά και υμνητικά ένα δακρύβρεχτο χιτ σε ροκ εντ ρολλ λάβαρο. Και ξέρω πολλούς που το έκαναν μανιφέστο στη σύντομη αλλά συναρπαστική ζωή τους, όπως κι ο ίδιος ο αυτουργός Sid Vicious και το «My way» του. Άλλωστε ταιριάζει και για επίλογο εδώ, καθώς όλοι οι παραπάνω κλέφτες did it their way.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, ως μέρος ευρύτερου αφιερώματος του mic. gr στις διασκευές. Στις φωτ.: N. Cave, M. Harvey, V. Veterans.




Δεκέμβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.053.198 hits

Αρχείο