Archive for the 'Ελληνική Λογοτεχνία' Category

09
Νοέ.
18

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου – Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017

Κανονικά και μόνο η κυκλοφορία ενός τόμου με το συγκεκριμένο θέμα και αυτή την υπογραφή θα αρκούσε για να μιλάμε όχι μόνο για μια πολύτιμη, και μάλλον αναπάντεχη έκδοση αλλά και για ένα σπάνιο έργο που αποτελεί ταυτόχρονα ιστορία, γραμματολογία, κριτική και ερμηνεία της αχανούς εγχώριας πεζογραφικής παραγωγής των τελευταίων σαράντα πέντε χρόνων, και όχι μόνο, εφόσον ο διάλογος με τα προγενέστερα έργα των ίδιων συγγραφέων είναι συνεχής. Αξίζει όμως να γράψουμε ελάχιστα λόγια πέρα από την αυτονόητη αξία του ενιακοσασέλιδου βιβλίου.

Για εμάς που τον διαβάζουμε εδώ και δεκαετίες, ο κριτικός λόγος Χατζηβασιλείου, εκτός των δεδομένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν κάθε άξιο κριτικό λόγο, έχει τρία πρόσθετα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από πλείστους ομότεχνους: είναι εύληπτος και προσιτός στην (ωραία) ανάγνωση, δεν απαξιοί να αναφερθεί με σαφήνεια στην πλοκή κάθε βιβλίου και, τέλος, μπορεί να εστιάσει τον μεγεθυντικό φακό του στο έργο και την ίδια στιγμή να αποστασιοποιηθεί ώστε να το δει με τηλεσκόπιο, ως μέρος ενός γενικότερου κοινωνικού και λογοτεχνικού όλου. Αυτά τα στοιχεία απογειώνουν το βιβλίο του, που όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, μπορεί να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από τον ειδικότερο των ειδικών ως τον πλέον αδαή, με την ίδια απόλαυση.

Σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας προτάσσει, όπου κρίνει ότι χρειάζεται, απαραίτητα εισαγωγικά δοκίμια, ενώ στο τέλος ανακεφαλαιώνει σε ανάλογο κείμενο τα συμπεράσματά του. Όσον αφορά τα θεωρητικά του εργαλεία, φροντίζει να συμπυκνώσει σε λίγες σελίδες ή παραγράφους τα βασικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας εκτενέστατη βιβλιογραφία, την οποία, παρεμπιπτόντως, συμπεριλαμβάνει μόνο στις εκάστοτε υποσημειώσεις και όχι σε ειδικό παράρτημα στο τέλος, όπως πιθανώς θα επέλεγαν άλλοι περισσότερο της επίδειξης. Εννοείται πως η μοιρασιά θεματολογίας και μορφής των αναφερόμενων έργων είναι ακριβοδίκαιη, ενώ τα κείμενά του χρωματίζονται από την προσωπική του άποψη.

Η παρακάτω ταχύτατη διέλευση δεν είναι παρά μια ενδεικτική, κλεφτή ματιά σ’ έναν τεράστιο χάρτη μυθοπλασίας. Οι φράσεις με πλάγια γράμματα είναι ακριβώς οι χρησιμότατοι και πρωτότυποι τίτλοι που προτάσσει ο συγγραφέας στα κεφάλαια, τα υποκεφάλαια και τις ειδικότερες ενότητες. Ας σημειωθεί πως αναφέρω ελάχιστους από τους εκατοντάδες περιλαμβανόμενους συγγραφείς και περιορίζομαι μόνο σε θέματα θεματολογίας. Εννοείται, τέλος, πως κάθε αναφορά στους συγγραφείς αφορά συνήθως συγκεκριμένα έργα, που εδώ παραλείπονται· έτσι ο κάθε συγγραφέας μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικά κεφάλαια ανάλογα με το μυθιστόρημα ή την συλλογή διηγημάτων του.

Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Το δημόσιο βάρος μιας εποχής κοιτάζει κατευθείαν μέσα στο καμίνι της πολιτικής και της Ιστορίας. Η πολιτική ως κενό νοήματος εκφράζεται με το πολύτροπο και πολυκύμαντο Κιβώτιο (1974) του Άρη Αλεξάνδρου, που παραμένει μέχρι σήμερα ένα βιβλίο – σταθμός· η πολιτική ως λογοτεχνικό βαρίδι κυριαρχεί στην Χαμένη άνοιξη (1976) του Στρατή Τσίρκα, ενώ στο Διπλό βιβλίο (1976) του Δημήτρη Χατζή ό, τι ετοιμαζόταν να γεννηθεί και να ανθήσει στο Τέλος της μικρής μας πόλης τώρα έχει ακινητοποιηθεί και λιμνάσει. Οι ήρωες δεν περιμένουν πια να αλλάξουν και να μεταμορφωθούν· το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αποδεχτούν την κοινή τους μοίρα και την συντριβή από ένα υπερσύστημα που αλέθει τα πάντα, από τις συνειδήσεις και τα όνειρα μέχρι τους φίλους και τους εχθρούς. Η πολιτική ως ηθικός αναστοχασμός χαρακτηρίζει το έργο του Σπύρου Πλασκοβίτη· στο μυθιστόρημά του Η πόλη (1979) το συλλογικό είναι αδύνατο να αποσπαστεί από το ατομικό αλλά και το ατομικό συναντά αναπόφευκτα, κάτω από τις πιο διαφορετικές περιστάσεις το συλλογικό.

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς εμφανίζεται με το ωριμότερο μέχρι τότε βιβλίο του, Αντιποίησις αρχής (1979), με έναν απόλυτα αρνητικό λογοτεχνικό ήρωα, ενώ η Φανταστική περιπέτεια (1985) βάζει στην άκρη τους ματωμένους ογκόλιθους του ιστορικού και πολιτικού παρελθόντος πλησιάζοντας την καθημερινότητα και το παρόν της Μεταπολίτευσης, όπου κι εκεί γρήγορα τα πάντα καταρρέουν. Εδώ ο ήρωας αδυνατεί να δει ότι η επερχόμενη καταστροφή έχει πολύ συγκεκριμένες και χειροπιαστές αιτίες και δεν προέκυψε από το πουθενά· η καταστροφή του δεν είναι μια κατ’ ιδίαν διάλυση αλλά μια απείρως σκοτεινή απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας.

Στο σημαδιακό βιβλίο του Αντρέα Φραγκιά Το πλήθος (1985, 1986) σ’ έναν αδιευκρίνιστο ως προς την οποιαδήποτε λεπτομέρεια χωροχρόνο δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές αλλά επιμέρους σύνολα, ένας διασκορπισμένος και ταυτόχρονα περιχαρακωμένος πληθυσμός. Κανείς μέσα στην πολιτεία του Πλήθους δεν μετράει ως μονάδα. Το άτομο συντρίβεται εκ των προτέρων μπροστά σε μια εξουσία που έχει ως στόχο την καταστροφή οποιασδήποτε πνευματικής ή υλικής οντότητας που ξεχωρίζει. Η πολιτική ως άκρατη και απροκάλυπτη βία αποτελεί απαραγνώριστο χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Νίκου Κάσδαγλη, όπου αναδεικνύεται η πολιτική και κοινωνική παθολογία τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος και η κατάδειξη των αόρατων μηχανισμών της εξουσίας και της ακαριαίας δράσης τους. Οι πεζογράφοι του μυθιστορήματος της πολιτικής εξορίας (Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Άλκη Ζέη, Μιμίκα Κρανάκη) συνδέουν αξεχώριστα τον ξεριζωμό και την εσωτερική τους αποξένωση.

Στο κεφάλαιο Η Ιστορία ως απουσία και ο παραλογισμός της ύπαρξης κυριαρχούν δυο γλωσσικά παλίμψηστοι συγγραφείς: ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης και ο Παντελής Καλλιότσος. Στον πρώτο, ο έρωτας, το κατεξοχήν προσωπικό καταφύγιο, μεταβάλλεται γρήγορα σε ένα νεκρωμένο πάθος, που απλώς επιτείνει την αίσθηση της ανυπαρξίας. Οι διαστροφικοί δεσμοί του έρωτα με την Ιστορία που κυριαρχούν στην Κίτρινη ώρα (1980) αγγίζουν το κορυφαίο τους σημείο στον Ιερό μαστό (1987) ενώ στην Δεκεμβριανή νύχτα του δεύτερου (1979) η Ιστορία συμβολίζει μια ευθύς εξαρχής χαμένη επανάσταση. Υπάρχουν άλλες Γέφυρες και έξοδοι; Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας δίνει την απόλυτη προτεραιότητα στον έρωτα, το μοναδικό αντίδοτο για τον θάνατο, ενώ η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ εστιάζει στον δύσκολο και μοναχικό δρόμο της γυναίκας προς την δική της ελευθερία.

Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που παίζουν σχεδόν μόνοι στην την περιοχή της τέχνης τους, για να παραφράσω ελαφρά τον τίτλο μια άλλης υποενότητας. Ο Νάνος Βαλαωρίτης, για παράδειγμα, μέσα από την γλωσσική φαντασμαγορία του απομυθοποιεί οποιαδήποτε ιδεολογία – κοινωνική, πολιτική, ηθική και κυρίως αισθητική – σε ένα πεδίο που μένει μακριά από τα φώτα της πολιτικής και της Ιστορίας. Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς διαγράφει την τροχιά του έξω από τον ιστορικό χρόνο ή, καλύτερα, έξω από οιονδήποτε χρόνο, ενώ ο Αλέξανδρος Σχινάς φροντίζει να υπενθυμίζει πως έξω από την σκακιέρα δεν υφίσταται κανένας κόσμος.

Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά την μεσολάβηση της μνήμης. Αρκετοί από τους διαδόχους των πρώτων μεταπολεμικών εξακολουθούν να κινούνται στο πεδίο της πολιτικής και της Ιστορίας, με τη διαφορά ότι η Ιστορία παίρνει τώρα μια εντελώς διαφορετική μορφή και ενεργεί ως ένα εντελώς διαφορετικό είδος πηγής για την δουλειά τους. Οι εν λόγω συγγραφείς φροντίζουν να προβάλουν το αναμνηστικό τους υλικό σ’ ένα καυτό παρόν ενώ παρατηρείται και η πορεία προς την ανάδειξη του ατόμου και του προσώπου. Η στρατηγική των ίσων αποστάσεων αφορά κυρίως τον Θανάση Βαλτινό στο έργο του οποίου η μνήμη χωρίζεται σε προσωπική και σε επινοημένη, ενώ τα θαμπά αποτυπώματα ανήκουν στον Χριστόφορο Μηλιώνη, που κρατά τις αποστάσεις του μένοντας πιο μακριά από την ιστορική πραγματικότητα.

Η πεζογραφία του Τόλη Καζαντζή κινείται από την ευφορία του παρελθόντος στον σαρκασμό του παρόντος, καθώς η μνήμη αποβάλλει κάθε ενήλικο βάρος και σταθεροποιείται στο παιδικό βλέμμα. Μαζί με το πέρασμα στη νιότη και στην ενήλικη ζωή επέρχεται και η ενηλικίωση της μνήμης, όχι για να ξαναζήσει τις συγκινήσεις αλλά για να έχει ένα σταθερό και έγκυρο μέτρο σύγκρισης των πραγμάτων. Στην περίπτωση του Βασίλη Βασιλικού ο εαυτός ρίχνει στο συλλογικό τη σκιά του με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, ενώ στα βιβλία του Χρόνη Μίσσιου και του Όμηρου Πέλλα κυριαρχεί ο εγωτικός εαυτός ως πολιτική μαρτυρία.

Η ελευθερία του ατόμου κυρίως με την έννοια της απομάκρυνσης από την θηλιά της πολιτικής και της Ιστορίας αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου. Πρόκειται για την επίκληση της αυτοβιογραφικής μνήμης ή την μετατόπιση του βλέμματος προς μια καθημερινότητα όπου το άτομο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τη συμβίωσή του σε έναν διπλό έλεγχο ευθυνών. Ο πόθος για ατομική απελευθέρωση του κοινωνικού περίγυρου χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου του Μένη Κουμανταρέα και του Πέτρου Αμπατζόγλου. Στο αφηγηματικό σύμπαν του Γιώργου Ιωάννου (όπου εστιάζει κυρίως η ενότητα Ένταση και περιορισμοί της υποκειμενικότητας) το ατομικό δημιουργεί από την πρώτη στιγμή τους όρους για την οικοδόμηση μιας άκρατης υποκειμενικότητας που όχι μόνο θεωρεί πλέον αυτονόητη την ελευθερία της αλλά και αγωνίζεται να την βιώσει με όσους όρους διαθέτει ενάντια σε κάθε συλλογικό ντετερμινισμό. Ωστόσο, το ακέραιο της ατομικής υπόστασης μένει εκκρεμές σε έναν κόσμο όπου το άτομο δεν μπορεί να κερδίσει μια επιτέλους ισορροπημένη ταυτότητα.

Το καθημερινό τοπίο χαρακτηρίζει το έργο του Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλου ενώ ακόμα πιο πέρα ο Περικλής Σφυρίδης διοργανώνει ένα σύμπαν καθημερινών αυτοβιογραφικών συμβάντων με την πολιτική και την Ιστορία να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από το πεδίο του. Συμπληρωματικές εδώ είναι οι τροχιές των Κώστα Ταχτσή, Κώστα Λαχά, Κωστούλας Μητροπούλου και Νανάς Ησαΐα. Ένας ορκισμένος του μοντερνισμού πραγματοποιεί άλλου είδους καλλιτεχνική διαφυγή: η γραφή του Γιώργου Χειμωνά απελευθερώνει από την μία πλευρά το υποκείμενο από το συλλογικό του περιβάλλον τονίζοντας την αναντικατάστατη προτεραιότητα του ατόμου, ενώ από την άλλη σημαίνει τον ενταφιασμό της λογικής συγκρότησής του.

Στο τέταρτο κεφάλαιο οι μεταπολιτευτικοί πεζογράφοι αποχαιρετούν την πολιτική και την Ιστορία και βρίσκονται αντιμέτωποι με το δράμα της δημόσιας πτώσης. Οι νέοι πεζογράφοι στρέφουν την προσοχή τους στο Πολυτεχνείο, στις μνήμες της Κατοχής και του Εμφυλίου και στο νεόκοπο φαινόμενο της τρομοκρατίας αλλά από την άλλη πλευρά κατευθύνονται προς τα κράσπεδα της πολιτικής και της Ιστορίας είτε για να εξισώσουν το ατομικό με το συλλογικό είτε για να μεγεθύνει την παράμετρο του εγώ, είτε, τέλος, για να καταφύγουν σε μια συμβολική σύλληψη του υπερατομικού. Η ταλάντευση ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό εκφράζεται από την Μάρω Δούκα, η αρνητική υπογράμμιση του ατομικού από τον Αλέξη Πανσέληνο, η εκτρωματική του εκδοχή από τον Δημήτρη Νόλλα, ο δρόμος της παραβολής και του συμβολικού από τον Γιώργη Γιατροανωλάκη και η αναζήτηση των εκφραστικών του ορίων από τον Δημήτρη Δημητριάδη. Στο έργο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή εμφανής είναι η έκπτωση των ιστορικών μεγεθών και ο ρόλος της ανώνυμης καθημερινότητας, ενώ η ίδια αυτή καθημερινότητα για τον Μήτσο Κασόλα έχει ένα επίμονα φαρσικό στοιχείο που μπορεί να εξελιχθεί σε τραγέλαφο.

Ολόκληρο το πέμπτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην επέλαση της παρωδίας. Οι πεζογράφοι που την υιοθετούν έχουν προ οφθαλμών μια ζωντανή και άμεση, εντελώς καθημερινή πραγματικότητα. Ο κόσμος της παρωδίας δεν προσδοκά την διόρθωση της σάτιρας και δεν έχει τίποτε να ελπίζει από την εκτόνωση της κωμωδίας. Πρόκειται για έναν κόσμο που θέλει να αγνοήσει το μέλλον και να προκαλέσει μόνο το παρόν μέσα από τη διακωμώδηση και την ανοχή των πάντων. Η πολιτική και η Ιστορία, ο αγώνας υπέρ του ατόμου αλλά και η πτώση του από το δημόσιο βάθρο αποσύρονται από την περιοχή φιλοτεχνώντας ένα θεαματικά σβησμένο παρελθόν.

Σε αυτή την σκόρπια ζωή της αποπροσωποποίησης και της ιδιώτευσης οι ήρωες του Χρήστου Βακαλόπουλου διακηρύσσουν την απόδραση από την σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας, και σε αντίστιξη με το ανυποψίαστο και τη μακαριότητα της παιδικής ηλικίας επιδιώκουν να ελαφρώσουν τα πράγματα. Ο Σάκης Σερέφας κινείται ανάμεσα σε μια υπερεξατομικευμένη και ολοφάνερα διαταραγμένη καθημερινότητα και στο χάος μιας φαντασίας με πλήρη άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού. Όταν οι δαίμονες είναι ακόμα πιο ιδιωτικοί, οι τόνοι αναβαίνουν. Ο Λένος Χρηστίδης επιδίδεται σε μια λεξιλαγνική παραμόρφωση της σύγχρονης πραγματικότητας με πληθώρα φραστικών και εικονοποιητικών ευρημάτων.

Ο δραματικός κυνισμός και η μετεξέλιξη της γελοιογραφίας σε τερατόμορφη εξαχρειωμένη καρικατούρα ξεπηδούν ως αναπόφευκτες προτεραιότητες. Το εγώ προβάλλει ως η μοναδική ζωτική περιοχή και η οποιαδήποτε ανθρωπολογία καταλήγει στο ξήλωμα της ανθρωπιάς και περνά στην ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση. Το άδειο κέλυφος και οι τεχνικές μετατόπισης ή απώθησης του δράματος αναφέρονται στους πεζογράφους που δεν καταπίνουν ή καταναλώνουν το δράμα αλλά το υπομένουν δια του εξορκισμού του. Ο Αντώνης Σουρούνης χρησιμοποιεί την ειρωνεία, οι Βασίλης Τσιαμπούσης, Νίκος Βασιλειάδης και Χρήστος Χαρτοματσίδης το χιούμορ.

Το έκτο και εκτενέστερο κεφάλαιο έχει τον εύγλωττο τίτλο Καθημερινές και αλληγορικές κοινωνίες. Στο κάστρο του εγώ και της οικογένειας η ατομικότητα συνορεύει με τον άκρατο ατομικισμό και το συλλογικό παραμένει σε αβυσσαλέα απόσταση από τη μυθοπλαστική δράση. Η Κασσάνδρα της Μαργαρίτας Καραπάνου είναι ένα εξωφρενικά διογκωμένο εγώ προσπαθεί να αποσαφηνίσει την ταυτότητα του, ενώ στην Μαρία Μήτσορα το κατακερματισμένο εγώ προβάλλεται σε μια εξίσου ασταθή αλλά και ευπαθή πραγματικότητα. Οι ήρωες του Διαμαντή Αξιώτη παραδίδονται στα πάθη και την αυτοκαταστροφή στην οποία μπορεί να οδηγήσει το σεξουαλικό ένστικτο, ενώ εκείνοι της Ιωάννας Καρυστιάνη, παρά τις αποστάσεις από το κλίμα του άγριου ατομικισμού, δεν ξεφεύγουν από τα όρια ενός εσωστρεφούς, σχεδόν περίκλειστου ατομικού κόσμου. Το κακό φωλιάζει στην διηγηματογραφία της Μαρίας Κουγιουμτζή κουρελιάζοντας την ζωή των ηρώων της και οδηγώντας τον στενόχωρο κόσμο τους στα όριά του.

Εντός κι εκτός των τειχών, το εγώ και η οικογένεια μπορούν να κρατούν την εσωστρεφή συμπεριφορά τους, αλλά να λειτουργούν ταυτόχρονα σ’ έναν κόσμο που κοιτάζει προς το εξωτερικό περίβολο, φτάνοντας μέχρι την προοδευτική προσέγγιση και υποδοχή του Άλλου. Η κοινωνική καθημερινότητα κυριαρχεί στα γραπτά του Δημήτρη Πετσετίδη όπου η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό κινείται πάνω σε ένα πολύ λεπτό νήμα, ενώ τα μελαγχολικά και συχνά ευτράπελα πλην πάντοτε σκιώδη ανθρώπινα κάδρα μοιάζουν να προκύπτουν από την καρδιά της κοινωνίας και της εποχής τους χωρίς υπερσυγκινησιακές διογκώσεις.

Στην πρόζα του Τάσου Καλούτσα κάτω από την ήρεμη αδιατάρακτη επιφάνεια της οικογενειακής ζωής κινείται πάντα κάτι δυσοίωνο, έτοιμο να διαρρήξει την τάξη των πραγμάτων. Η καθημερινότητα γίνεται κοινωνικοπολιτική στο Άκυρο αύριο του Κοσμά Ι. Χαρπαντίδη όπου, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, τα συλλογικά πάθη του παρελθόντος μεταγγίζονται σχεδόν ακέραια στο παρόν, αποδεσμεύοντας τα ίδια ποσοστά πολιτικής βίας και κοινωνικού διαχωρισμού. Άλλοτε ο στόχος των ακροδεξιών ήταν οι κομμουνιστές, σήμερα είναι οι μετανάστες. Η μόλυνση της φυλής και του έθους εκπροσωπεί πάντοτε τον μείζονα κίνδυνο.

Στις υπερβάσεις της αλληγορίας μια πρώτη μεγάλη επικράτεια αφορά το παραμυθητικό, το ονειρικό και το καθημερινό ως όψεις του φανταστικού. Οι ήρωες του Νίκου Χουλιαρά ασφυκτιούν μέσα στην καθημερινότητά τους, δίνοντας έναν επίμονο αγώνα για την παράκαμψη και την αποφυγή της, μένοντας μετέωροι μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, φροντίζοντας να κρυφτούν πίσω από τη σαγήνη του παραμυθιού ή τρέχοντας να αρπαχτούν από το όνειρό τους. Ο συγγραφέας πάντως δείχνει εμμέσως πλην σαφώς πως το παραμύθι και το όνειρο μπορεί να ευαγγελίζονται την κατάργηση κάθε περιοριστικής σύμβασης αλλά δεν είναι σε θέση να διασφαλίσουν την απολύτρωση ούτε να εγγυηθούν τα φρόνημα της ελευθερίας. Ένας ανάλογος μαγικός ρεαλισμός διατρέχει και την πεζογραφία της Ζυράννας Ζατέλη όπου το αντιθετικό δίδυμο του έρωτα και του θανάτου συνυπάρχει μ’ έναν θησαυρό αφανών λεπτομερειών της καθημερινότητας.

Ο διηγηματογράφος Γιώργος Σκαμπαρδώνης μυθοποιεί το περιστασιακό και το τετριμμένο ενώ οι ήρωές του κυνηγούν απεγνωσμένα την ίδια χίμαιρα: την αθωότητα του παιχνιδιού και την λυτρωτική αγαθοσύνη των παιδικών χρόνων, σε μια επινόηση μεταφορικών προσώπων που θέλουν να απαγκιστρωθούν από τη μέγγενη της καθημερινής κατάθλιψης. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εστιάζει στον δισυπόστατο και ρευστό χαρακτήρα της σεξουαλικής και της ερωτικής ταυτότητας, ενώ ομόλογη είναι και η προβληματική του για τα πορώδη σύνορα ανάμεσα στους διακριτούς ρόλους που επιβάλλουν οι κοινωνικά και ηθικά οριοθετημένες διαφορές το φύλου.

Οι Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα αυτοτελές εγχώριο είδος, συνενώνοντας τις επιρροές τους μόνο κατά το σκέλος του μαγικού ρεαλισμού. Δεν ισχύει το ίδιο και για τους μυθιστοριογράφους της μελλοντολογίας, της δυστοπίας και της επιστημονικής φαντασίας, όπως ο Τριαντάφυλλος Πίττας, ο Μάκης Πανώριος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Οι ετεροτοπίες, από την άλλη πλευρά, οι οποίες δεν αναφέρονται σε ένα φανταστικό μέλλον, όπως η ουτοπία και η δυστοπία, αλλά στο παρόν, έχουν την δικό τους αντικατοπτρισμό στην σύγχρονη πεζογραφία. Με τα πεζά του Αριστείδη Αντονά βρισκόμαστε στην λογοτεχνία της ηθικοπολιτικής ετεροτοπίας η οποία διοργανώνει τους χώρους της επί τη βάσει μιας σειρά σημείων που παραπέμπουν σε ένα σύστημα σχέσεων εξουσίας. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι ο χώρος, ένας τυραννικός και εν πολλοίς ακατανόητος χώρος ενώ τα πρόσωπα που κινούνται σε αυτόν είναι καταδικασμένα στο φάσμα της ανωνυμίας.

Το έβδομο κεφάλαιο αφιερώνεται στο αστυνομικό μυθιστόρημα και το όγδοο στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος και τη στροφή προς μια καινούργια συλλογικότητα. Εδώ εξετάζονται η ριζική μεταμόρφωση ενός δοκιμασμένου είδους και οι νέες εκδοχές του. Μεταξύ των ειδικότερων κατηγοριοποιήσεων αξίζει να αναφερθεί το μυθιστόρημα του Διαμαντή Αξιώτη Το ελάχιστον της ζωής του, καθώς, εκείνο που καθορίζει τα γεγονότα είτε της συλλογικής είτε της ατομικής ζωής δεν είναι ο διαχωρισμός των φυλετικών και θρησκευτικών ιδιοτήτων αλλά η μείξη αυτών.

Γενικότερα, είτε πρόκειται για τον ιστορικό Άλλο και το τέλος των εθνικών ανατάσεων είτε για την εισβολή του καθημερινού στη θαμμένη Ιστορία, διαπιστώνεται πως η μυθιστορηματική καθημερινότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον δρόμο που ακολούθησε η Ιστορία. Η Ιστορία αποτελεί τη μήτρα και την τροφό της καθημερινότητας. Στην πεζογραφία του Τάσου Χατζητάτση η συλλογική εμπειρία αποκτά τη μορφή θραυσμάτων που αιωρούνται γύρω και πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, για να δώσουν πρωτίστως την ατομική της διάσταση.

Στην πρόζα του Νίκου Μπακόλα κυριαρχεί η ιστορική μεταμυθοπλασία. Η εποχή και το κλίμα της αποτυπώνονται σε συνειδήσεις που κατανοούν το ιστορικό τους περιβάλλον μέσα από το χαμηλό και καθημερινό τους βίωμα. Οι ήρωες δεν ζωντανεύουν ιδεολογίες και δεν επωμίζονται ορατά κοινωνικά βάρη. Το συλλογικό εισβάλλει στη ζωή τους λιγότερο ως κοντινό και χειροπιαστό συμβάν και περισσότερο ως μακρινός και παραμορφωμένος θόρυβος. Ο συγγραφέας συντονίζεται και με την διεθνή πορεία της ιστορικής μεταμυθοπλασίας, καθώς υιοθετεί ένα ειρωνικό ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, που βάζει στη θέση του έθνους όχι τον ιστορικό Άλλο ή μια σειρά από ετερογενείς ταυτότητες, αλλά μια αμέριστη υποκειμενικότητα.

Στην ίδια περιοχή προσέρχεται ο Πάνος Θεοδωρίδης που δεν παύει ούτε στιγμή να μεταφέρει τον αναγνώστη στον παρόντα ιστορικό χρόνο, σε μια λογοτεχνία που αποτελεί μια ατέλειωτη διαδικασία κατασκευής και επινόησης. Στην περίπτωση του Μιχάλη Μοδινού η ιστορική μεταμυθοπλασία ανοίγει διάλογο με το οικολογικό μυθιστόρημα όπου, μεταξύ άλλων, τίθεται κάθε φορά το ίδιο ερώτημα: μπορεί ο ονειρικός πόθος για άλλη μια πραγματικότητα να έχει την οποιαδήποτε πολιτική προοπτική; Σε κάθε περίπτωση η διαχρονική επιμονή του ονείρου μοιάζει να εγγράφεται οργανικά έστω και ως χρονικό συντριβής στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού.

Οι Θανάσης Βαλτινός, Κώστας Βούλγαρης, Θανάσης Σκρουμπέλος, Ελένη Στεφανοπούλου και άλλοι έχουν ξεκινήσει έναν νέο γύρο για τον Εμφύλιο. Η λογοτεχνική αποθεραπεία που εφαρμόζουν οι νεότερες γενιές αποκαθιστά μια επί δεκαετίες διασαλευμένη ισορροπία, ικανή να ενθαρρύνει αν όχι την αμοιβαία συγχώρηση, τουλάχιστον ένα κλίμα καταλλαγής και συνεννόησης. Η πεζογραφία της κρίσης με την ολική επαναφορά του συλλογικού, αποτελεί βασική επιλογή δεκάδων πεζογράφων και δικαίως καταλαμβάνει αυτόνομο κεφάλαιο. Οι πεζογράφοι της θέτουν την κρίση στο επίκεντρο, αναζητούν τα ιστορικά της αίτια, στρέφονται στην καλλιτεχνική εξωστρέφεια, τοποθετούν το Κακό να έρχεται από το μέλλον (κάποτε κι από το αρχαίο παρελθόν) ή επιλέγουν την φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Με μια σειρά από ποικίλες διαβαθμίσεις η μυθοπλασία οδηγείται σε μια βίαιη συλλογικότητα, υποχρεωμένη να μιλήσει για μια κοινωνία σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Πέρα από το άτομο και την κοινωνία, υπάρχει και ο λόγος του συγγραφικού εργαστηρίου, στον οποίο αφιερώνεται το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο. Οι συγγραφείς δεν εκθέτουν μόνο τις αφηγηματικές τους τεχνικές αλλά και τις αναρωτήσεις τους γύρω από το ίδιο το νόημα και τους σκοπούς της τέχνης τους. Στην εσωτερική, σκοτεινή οθόνη του Σάκη Παπαδημητρίου η ερωτική μοναξιά συνταιριάζεται με μια σαφώς αντικοινωνική στάση. Οι ήρωες του Νάσου Θεοφίλου αποδρούν από τον περίκλειστο λογοτεχνικό τους χρόνο στον χρόνο της καθημερινής πραγματικότητας, όπου και διεκδικούν μια πρωτόφαντη ελευθερία. Φαίνεται ακόμα πως τα παιδικά χρόνια αρδεύουν πάντοτε τη μνήμη μας και μας καθησυχάζουν για την τωρινή μας ρευστότητα.

Ο πεζογραφικός κύκλος του Αχιλλέα Κυριακίδη χαρακτηρίζεται από δεσμούς αναστροφής με τους μείζονες λογοτεχνικούς μύθους, καθώς η πραγματικότητα των ηρώων του οδηγεί σε μια ολοζώντανη, καθημερινή ύπαρξη που υπονομεύει τη μυθολογική τους καταγωγή. Η λογοτεχνία αποτελεί για την Μαρία Ευσταθιάδη μια σύμβαση ή μια επινοημένη συνθήκη όπου ο κόσμος αναπαριστά την πραγματικότητα όπως ο σπασμένος καθρέφτης, με παραμορφωμένα είδωλα και ραγισμένες εικόνες, ενώ ο παράδοξος κόσμος του Ευγένιου Αρανίτση ζει ανάμεσα στην απομάγευση και την επαναμυθολόγηση.

Παράπλευρα λειτουργεί και ο λόγος των ποιητών οι οποίοι, δημοσιεύοντας συστηματικά πρόζα, πρότειναν ένα υβρίδιο, μια ανάμειξη πεζογραφίας και ποίησης, διαμορφώνοντας κατά κάποιο τρόπο ένα καινούργιο είδος. Εδώ το παράδειγμα του Δημήτρη Καλοκύρη είναι ενδεικτικό, καθώς μοναδική του έγνοια είναι η αναμέτρηση με την φαντασία της γλώσσας και η διερεύνηση των δυνατοτήτων της λογοτεχνίας να γεννήσει εκ του μηδενός και εξ υπαρχής τον κόσμο. Το μέγα θέμα για τους συγγραφείς του κεφαλαίου αλλά στην ουσία όλων των συγγραφέων εδώ είναι η σχέση της λογοτεχνικής αλήθειας με την υπό αναπαράσταση πραγματικότητα (αν πιστέψουμε ότι αμφότερες υπάρχουν), ο κατασκευαστικός και  επανακατασκευαστικός  χαρακτήρας της λογοτεχνίας και η ικανότητά της να προσφέρει αναστάσιμο βίο.

Εκδ. Πόλις, 910 σελ. Περιλαμβάνεται εξασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

Advertisements
04
Νοέ.
18

Κώστας Χατζηαντωνίου – Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας: Από τις «Μακεδονικές Ημέρες» στις ημέρες μας.

Η Ιστορία ήταν πάντα η μεγάλη πηγή της λογοτεχνίας αλλά το ερώτημα που παραμένει ζεστό αφορά την δομική σχέση που ενώνει σε ένα σχήμα μία τέχνη όπως η λογοτεχνία και μία επιστήμη όπως η ιστορία. Οριστικές απαντήσεις είναι δύσκολο να δοθούν αλλά ο συγγραφέας στην εισαγωγή του προβαίνει σε μια τυπολογία προσλήψεων της ιστορίας στην λογοτεχνία ενώ τονίζει την ειδικότερη σχέση της ελληνικής πεζογραφίας με όλο το πανόραμα των ιστορικών γεγονότων της ελληνικής διαχρονίας. Έγκαιρα όμως ξεκαθαρίζει πως οι μηχανές του χρόνου είναι γοητευτικές, πλην όμως ύποπτες συσκευές· το είχαν, άλλωστε φωνάξει και οι αξέχαστοι χαρακτήρες του Πάνου Θεοδωρίδη, στο άριστο Τι εφύλαγε εκείνος ο Χαμαιδράκων;

Δεν έχουμε λοιπόν παρά να διασχίσουμε το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορά, τις απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής και του βυζαντινού βάθους μιας πόλης που υπήρξε πολυφυλετική, κοσμοπολίτικη αλλά και πανορθόδοξη, για να ψάξουμε για άλλη μια φορά τις ιδιότυπες προσλαμβάνουσες του χώρου που επέτρεψε την δημιουργία μιας διακριτής τάσης που ονομάστηκε «Σχολή της Θεσσαλονίκης». Πλοηγός μας θα είναι ο συγγραφέας μ’ ετούτο το μικρό σκάφος – δοκιμιακή μεταγραφή μιας ομιλίας, και το ταξίδι θα είναι σύντομο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς στο τέλος θα κατεβούμε με εντελώς διαφορετική ματιά χάρη στην φιλολογική ερμηνευτική του πρόταση.

Ήταν βέβαια ο κύκλος του περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες», κατά την δεκαετία του 1930, που ανέδειξε ένα νέο ύφος, με θεμελιώδη στοιχεία τον εσωτερικό μονόλογο, την χαλαρή δομή (με περιορισμό ή και ανατροπή της πλοκής) και την αποσπασματική αφήγηση, ορίζοντας ένα τετράγωνο που χαράζουν η Εσωτερικότητα, η Λύπη, η Μεταφυσική και το Ημίφως. Η αντιρεαλιστική γραφή, η διάκριση φυσικού και ψυχολογικού χρόνου, το ονειρικό στοιχείο, η υπαρξιακή αγωνία και η συγκινησιακή φόρτιση διαπερνούν το ύφος αυτής της λογοτεχνίας. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν η εκλογή αυτού του ύφος προερχόταν από ένα αίσθημα φυγής, γεννιόταν από το εξωτερικό περιβάλλον ή επρόκειτο για έναν προγραμματικό καρπό μύησης στη νεωτερική γραφή.

Φαίνεται πως οι συγγραφείς επιθυμούσαν να απελευθερωθούν από τη συμβατικότητα και δεν αποστρέφονταν την Ιστορία, αλλά ήθελαν να ανακαλύψουν τα μυστικά της πέρα από τις προφάνειες· ακόμα και να νιώσουν την πιο μεγάλη επίδρασή της, πάνω στην ίδια τους την ψυχή. Τα Τετράδια του Παύλου Φωτεινού του Στέλιου Ξεφλούδα (1930) με την δίχως πρόσωπα και γεγονότα υπόθεση δεν μαρτυρούν παρά την καταθλιπτική μοναξιά του ανθρώπου σ’ έναν κατατεμαχισμένο κόσμο. Ταυτόχρονα εμφανίζονται εξαιρετικές μορφές όπως ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, ο Γεώργιος Δέλιος και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.

Είναι καιρός να μεταστούμε από τον αστερισμό της παγανιστικής μορφολατρίας και του αρμονικού κάλλους όπου μας έχει εντάξει η γεωγραφική μεσογειακή μας μοίρα, στον αστερισμό της δύναμης και της τόλμης μπροστά στο ανεξερεύνητο, το προ-αρμονικό, το ουσιαστικό ή και το γυμνά εκφραστικό…έγραφε σε δοκίμιό του ο Πέτρος Σπανδωνίδης, μια άλλη μορφή του περιοδικού και κριτικός του νους. Εδώ πρέπει να τονιστεί μια ουσιώδης επισήμανση του συγγραφέα: οι ιδέες του Σπανδωνίδη αποκαλύπτουν τις προθέσεις εκείνων των πεζογράφων της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης που δεν ήταν απλώς πιο κοντά σε νεωτερικές επιρροές απ’ ότι οι ποιητές της πόλης αλλά πιο μπροστά και από την περίφημη γενιά του Τριάντα, από μορφική άποψη και ως προς την εξέλιξη της πεζογραφίας τις επόμενες δεκαετίες. Δεν είναι λοιπόν επίτευγμα των μεταπολεμικών χρόνων ο μοντερνισμός και η γνωριμία με τα πιο πρωτοποριακά ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την Θεσσαλονίκη ξεκίνησε η σύνδεση της λογοτεχνίας μας με μορφές όπως ο Προυστ, ο Κάφκα, ο Μαλρώ, ο Τόμας Μαν, η Γουλφ, ο Τρακλ. Γι’ αυτό, γράφει, και ο όρος «σχολή» έπρεπε να περιποιεί τιμή και όχι να προκαλεί την υποψία της περιφερειακότητας.

Ο προσανατολισμός των «Μακεδονικών Ημερών» συνεπώς υπήρξε ευρύτατος και διόλου τοπικιστικός. Δεν επρόκειτο όμως για μια «κοσμοπολίτικη» εκλογή ή απόπειρα επικοινωνίας μ’ έναν μοντέρνο ή εκλεκτικό κόσμο. Ο βαθύτερος λόγος αφορούσε κάτι περισσότερο οργανικό και περιπαθές. Οι Θεσσαλονικείς πεζογράφοι αναζητούσαν το αληθινό τους πρόσωπο, ενώ η ενδοσκόπηση, η εξομολόγηση και οι μονόλογοι αντικαθιστούσαν την έλλειψη συνομιλίας με το παρόν. Αυτή η πεζογραφία που αφηγείται την ιστορία μέσα από την εσωτερική περιπέτεια του «εγώ» βρήκε στον εσωτερικό μονόλογο το ιδανικό σχήμα που διαδραματίζεται στην περιοχή της υποκειμενικής μας ζωής.

Ο μοντερνισμός της σχολής της Θεσσαλονίκης έρχεται από τον γερμανικό ρομαντισμό που με το κοινοτικό του πνεύμα θα οδηγούσε τους διανοούμενους σε φυγές στον εσωτερικό κόσμο, μέσα από την σύνδεση δυο τέμνων του ρομαντισμού, το γερμανικού εξπρεσιονισμού και του γαλλικού συμβολισμού, υπό το φως του υποστασιακού δράματος του Νίτσε, του Χάιντεγκερ, του Τρακλ, χωρίς να υποβαθμίζεται η καταλυτική επιρροή των Κάφκα, Προυστ και Σβέβο. Ιδού γιατί, συνεπώς, ήταν επόμενο η ιδιαίτερη σχέση της Θεσσαλονίκης με τη βυζαντινή μυστική παράδοση, με την Ιουδαϊκή εσωτερικότητα αλλά και με την Κεντρική Ευρώπη, να φέρουν πρώτα σε αυτή την πόλη τον εσωτερικό μονόλογο. Στην Θεσσαλονίκη με τις έντονες μεταφυσικές και αναχωρητικές διαθέσεις, ο εσωτερικός μονόλογος είναι η μόνη διέξοδος από την απομόνωση και την ερμητισμό.

Οι πεζογράφοι του ύφους των «Μακεδονικών Ημερών» δεν ενδιαφέρθηκαν για το ρεαλιστικό αντίκρισμα της ζωής, την λογική κατασκευή ή την αντικειμενικότητα. Αντιλαμβάνονταν τους ανθρώπους ως συνθέσεις πολλών προσώπων και την ανυπαρξία αρχής και τέλους σε οτιδήποτε και τα πάντα. Η μόνη αλήθεια έγκειτο στην μυθική αντιμετώπιση του παρελθόντος, σε μια ονειρική ή εφιαλτική προβολή του εσωτερικού μας κόσμου. Δεν επρόκειτο για κατάσταση απελπισίας αλλά για μια ακραία αυτοσυνειδησία, ένα υπερευαίσθητο παραμορφωτικό κοίταγμα του εγώ ενός αποτραβηγμένου ατόμου, μια προβολή του υπόγειου ανθρώπου, μια ζωγραφική της φαντασίας που έδινε «πίσω στην πεζογραφία ό,τι η ποίηση της υπέκλεψε»! Κάπως έτσι ο Κλείτος Κύρου έγραψε για την κρύπτη που θα διασώζει τα όνειρα, ο Κωστής Μοσκώφ αναζήτησε την πνευματική του οδό στην σύμπλευση του κομμουνισμού με την κοινοβιακή ορθοδοξία.

Μετά τον πόλεμο η εσωστρέφεια, η φιλοσοφική διάθεση και η υποβλητική ποιητικότητα του πεζού λόγου φαίνεται να υποχωρούν, χωρίς να χαθεί οριστικά ο κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών», που συμπλέει τώρα με τον ρεαλισμό της πρωτεύουσας, σε μια ώσμωση εμφανή στους Τριαντάφυλλο Πίττα, Γιώργο Κιτσόπουλο, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Γιώργο Καφταντζή. Ακόμα και ο ισχυρός ρεαλισμός του Γιώργου Ιωάννου και του Νίκου Μπακόλα είναι ιδιαίτερος· δε είναι πια η πιστή αναπαράσταση μα η οδυνηρή αναπόληση της ενδόμυχης πραγματικότητας. Η εικαστική ματιά του Κώστα Λαχά, η εικονοκλαστική δράση του Γιώργου Χειμωνά, το εγώ που αυτοσχεδιάζει στον Σάκη Παπαδημητρίου, η παθιασμένη περιγραφή των ξεγραμμένων στον Γιώργο Κάτο, ο βιωματικός και ειρωνικός λόγος του Τόλη Καζαντζή, η παρωδία κάθε νοσταλγίας στον Αντώνη Σουρούνη, όλα τονίζουν πως είτε επικρατεί είτε υποχωρεί ο ρεαλισμός, ο μοντερνισμός και η εσωτερική αφήγηση δεν εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη και στοιχεία πρωτοποριακά κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους…

Η μεταπολιτευτική περίοδος βρίσκει την πεζογραφία σε μια ανεξάντλητη περιδίνηση σε όλο το σώμα της γλώσσας (Δημήτρης Δημητριάδης), στην αναζήτηση της ενότητας του διασπασμένου προσώπου στην πατερική αποταγή της φαντασίας (Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), στον βιωματικό υπερρεαλισμό (Μανόλης Ξεξάκης), στην γλωσσική μυθοπλασία της ιστορίας (Πάνος Θεοδωρίδης), στην διαφυγή προς το παράλογο (Νίκος Βασιλειάδης) ή προς το ονειρικό στοιχείο και τις ετερόκλητες φωνές (Τάσος Χατζητάτσης). Με τον τελευταίο βρισκόμαστε ήδη στην δεκαετία του 1980 και στην εντυπωσιακή ανανέωση της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης (Γιάννης Πάνου, Στέλλα Βογιατζόγλου, Ηλίας Κουτσούκος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Θωμάς Κοροβίνης, Σοφία Νικολαΐδου κ.ά). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως ένα μεγάλο μέρος των προαναφερθέντων πεζογράφων έχει σηματικό ποιητικό έργο. Για άλλη μια φορά εκείνο το εσωτερικό κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών» απαντά σε κάθε ορθολογιστική προσέγγιση για δήθεν ασύμπτωτα είδη γραφής.

Εκδ. Κουκούτσι, [Έρημος Βάρκα – 1], 2016, σελ. 50.

29
Μάι.
18

Δημήτρης Χριστόπουλος – Σπουδή στο κίτρινο

Περικοπές από βίους ηττημένων και αγωνιστών

Και σκεφτόμουνα…αν, λέω αν, κάποια στιγμή καθιερωθούν παρελάσεις και παράτες για τους ανθρώπους σαν τον Αθάνατο και για όλους τους Αθάνατους του κόσμου, που ζούνε – χωρίς μπατζάκια ή μανίκια – σε σοφίτες και σε χαρτόκουτα, σε άσυλα και σε στοές, κυνηγημένοι και εξόριστοι από θεούς και ανθρώπους, γιατί πολέμησαν και έπεσαν υπέρ χρημάτων και βωμών. Γι’ αυτό μισούσα από μικρός τις παρελάσεις και τις σημαίες. Γι’ αυτό. [σ. 187]

μονολογεί ο αφηγητής του West Side Story, που κάνει συντροφιά στον Αθάνατο Θανάση, που ζει σ’ ένα δώμα, χωρίς πόδια εξαιτίας ενός εργατικού ατυχήματος στο Πέραμα αλλά πεισμώνει και ελπίζει αφού πλέον νοικιάζονται και οι άνθρωποι. Κι αρχίζει να περπατάει με τα χέρια και στερεώνει το σακατεμένο του κορμί σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο καρότσι λαϊκής με δυο ρόδες – μια εικόνα που θυμίζει στον αφηγητή τις παρελάσεις με τους ανάπηρους του πολέμου. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς για να εργαστεί; Κι όμως υπάρχει μια δουλειά ακριβώς για την περίπτωσή του: να γίνει φύλακας σκυλάνθρωπος σε μέρη κακόφημα, όπου φυλές και πλάσματα είναι «χωρίς».

Με το βλέμμα στη φυγή ο Γεράσιμος Μαρκίδης μιας εταιρείας κηδειών σε προδιαγεγραμμένη χρεοκοπία βρίσκει καταφύγιο στις ψυχρές αίθουσες των κοιμητηρίων πίνοντας φτηνά κονιάκ με τεθλιμμένους συγγενείς· στο σπίτι η Κλαίρη βρίσκεται σε συνεχή απουσία και απιστία, η μεγάλη κόρη ετοιμάζεται για πολυέξοδες σπουδές στο εξωτερικό και ο μικρός γιος περιμένει την σειρά του. Με τις παγερές σιωπές των παιδιών να εναλλάσσονται με τις κατηγορίες της για εκείνον που δεν είναι «αρκετά αρκετός» και με τον χρόνο να τους έχει όλους χωνέψει, ο Μαρκίδης ταξιδεύει αρχές φθινοπώρου εν πλω για να κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς και τα κιτάπια. Αυτός που στερήθηκε τον διάλογο συναντά στο κατάστρωμα τον Μααμούν που έχει φτάσει από τους αγριότερους τόπους του παρόντος και μιλούν με όλους τους τρόπους την πανάρχαια γλώσσα του πόνου. Οι κώδικες των οριακών στιγμών καταργούν φύλα και φυλές, σύνορα και θρησκείες. Μαζί ονειρεύονται την φυγή, «όπου σε βγάλει, χωρίς να κοιτάζεις πίσω», αλλά την ίδια στιγμή δεν τους λαχαίνει παρά μια ειρωνική έξοδος.

Στην Κρίση πανικού ο παραπάνω γιος στριμωγμένος στην γαλαρία ενός τρόλεϊ που μοιάζει με τρύπια βάρκα σε ακυβέρνητη πολιτεία παρατηρεί μια κοπέλα έξω στον δρόμο, σε ελεύθερη κατάδυση, σε μια σχεδόν ονειρική κινηματογραφική μεταφορά, ενώ μέσα στο κλυδωνιζόμενο σκάφος οι επιβάτες απαιτούν να πεταχτεί στην θάλασσα κάθε λαθρεπιβάτης – κι εδώ το όνειρο σταματά. Πιο ξένη κι εκείνη από αυτόν αντιλαμβάνεται πως δεν μπορούν παρά να σώσουν ο ένας τον άλλον γιατί δεν έχουν πια ούτε τον χρόνο να λυπηθούν τον εαυτό τους. Σε μια «συγγενική» οικογένεια δυο αδελφές απέχουν τα έτη φωτός που σκοτεινιάζουν σήμερα κάθε ανθρώπινη επικοινωνία: η μία αποβλήθηκε από το σχολείο επειδή μίλησε επιθετικά σ’ έναν Άραβα συμμαθητή της, η άλλη κάνει παρέα με την μιγάδα Σαμπίν και επιχειρεί να της μοιάσει στην εμφάνιση, ενώ ο πατέρας προτιμά να παραμένει στον δικό του κόσμο (Τομπισκοτάκιμου).

Όταν Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο ένας πετρωμένος αφηγητής περιμένει τις αργίες για να περιγράψει την τσιμεντούπολή «μας», τα ραγισμένα πεζοδρόμια και τα φαντάσματα των άδειων κτιρίων, μια πόλη φρυγμένη «που κάθε βράδυ λιγοστεύει». Βλέπει τους περαστικούς αμίλητους, κανείς να μην κοιτάζει κανέναν· ξαπλώνει στα χαρτόνια των αστέγων κάτω από ένα παροπλισμένο ξενοδοχείο και αναρωτιέται μήπως με τα χρόνια έγινε αόρατος. Είναι άραγε μνημείο αυτός που τα μνημεία απεχθάνεται γιατί εγκλωβίζουν το κεφάλι της ιστορίας σε κύφωνα; Γίνεται ποτέ να πετρώσεις το χρόνο; Τις νύχτες κάποια κοπέλα ακουμπά αδέξια πάνω του για ν’ ανάψει τσιγάρο, άλλοι του γυρνάνε την πλάτη ή περπατούν σκυφτοί, μόνο το κεφάλι να κουνάνε σαν κατάδικοι σ’ ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων, εξαργυρώνοντας στα ΑΤΜ τα τελευταία λάφυρα από τις τράπεζες που τοκίζουν την θλίψη τους. Αλλά όταν φτάνει το κορίτσι της προηγούμενης ιστορίας εκείνος της συστήνεται και το απρόβλεπτο κοινό τους στοιχείο κοκκινίζει τον ουρανό και φωτίζει το μέλλον.

Κάθε ιστορία επιστρατεύει έναν κεντρικό χαρακτήρα που ταυτόχρονα αποτελεί κεντρικό ήρωα του δικού του ταπεινού βίου και περιφερειακό κομπάρσο μιας ζωής που υπεξαιρείται κάθε μέρα από την σκληρή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Αλλά την ίδια στιγμή μας προσκαλεί να θυμηθούμε ένα αντίστοιχο πρόσωπο από την δική μας ζωή. Ποιος δεν είχε στην εφηβική του παρέα εκείνον που πάντα έμοιαζε μεγαλύτερος, έφτιαξε μια μπάντα και ονειρευόταν να πετάξει μακριά όπως εδώ ο Τσάρλυ του Never mind; Εσωτερικός μετανάστης από την επαρχία στον Πειραιά, με πατέρα για πάντα χαμένο στα ανοιχτά του Κέιπ Τάουν, στριμωγμένος στο ανήλιαγο δυάρι μιας γηραλέας πολυκατοικίας, ο δεκαεξάχρονος φίλος, όπως τον θυμάται ο αφηγητής, γνώριζε καλά σε τι ήταν προικισμένος. Αλλά αντιπαθούσε «όσους μιλούν για κανονικότητες ή γραδάρουν την κοψιά σου» γιατί του θύμιζαν τον Προκρούστη και οι γείτονες που δεν άντεξαν τα ξεσπάσματα ή την όψη του ανάγκασαν την οικογένειά του να μετακομίσει για άλλη μια φορά.

Κάπως έτσι τα σπάνια μουσικά ταλέντα που δεν έφτασαν ποτέ ως τα αυτιά μας ανέβαιναν στις ταράτσες για συναυλία με κοινό την αχανή πόλη και είχαν τα χέρια τους ανοιχτά, έτοιμα να πετάξουν αλλά φαίνεται πως αυτό δεν αρκούσε. Εκεί τον ψάχνει ο αφηγητής, στις καπνισμένες πρόβες με τις υποσχέσεις, την σιωπή των αδέσποτων του δρόμου και τους στίχους του τραγουδιού που τότε τα προέβλεπε όλα. Αν κάθε ιστορία του Χριστόπουλου είναι την ίδια στιγμή κεφάλαιο σε μυθιστόρημα και αυτόνομη ταινία μικρού μήκους, αυτή εδώ θα την κρατούσαμε αγύριστη, γιατί ανήκει στον Νίκο Νικολαΐδη.

Όλα καλά, «Όλα καλά θα πάνε τώρα», η μόνιμη επωδός εκείνων που μετανάστευσαν λέγεται κι από τους άλλους που έμειναν πίσω. Τελικά να φεύγεις για να «ζήσεις» ή να μένεις για να παλέψεις; Ο Σταύρος Δαμίγος, χαμένος νικητής και πατέρας του αφηγητή, διάλεξε το πρώτο, αλλά χάθηκε στα τάρταρα του κάρβουνου, στα ορυχεία του Βελγίου. Κι ο γιος για να μην αφεθεί η οικογένειά του στα ίδια σκοτάδια προτίμησε να παίζει στα χαμένα, κολλημένος στα περίχωρα του Λιμανιού, ορκισμένος να μην τα εγκαταλείψει ποτέ, ελεύθερος πολιορκημένος να τα βάζει με όλους και όλα. Αυτός που πεισματικά παρέμεινε έγκλειστος στον τόπο του, με την μητέρα εργάτρια στα Λιπάσματα κι έπειτα στου Κεράνη, είναι βέβαιος ότι κανείς δεν γλιτώνει φεύγοντας και εξακολουθεί να λέει «όλα καλά». Φυγή ή παραμονή, το δίλημμα της νέας γενιάς σήμερα, είναι ένα υλικό που φτιάχνει ολόκληρο μυθιστόρημα αλλά ο συγγραφέας προτίμησε να το πυκνώσει στην εκτενέστερη ιστορία του.

Στο διήγημα Δεν με λένε Αντώνη ο χαρακτήρας κατεβαίνει εσπευσμένα από το λεωφορείο για να συναντήσει τον παλιό του φίλο Οδυσσέα, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίνεται στο όνομά του. Τα μαλλιά του μοιάζουν βρώμικα, τα γένια του είναι μακριά και στο βλέμμα του αντικρίζει όλα τα πρόσωπα των ηττημένων. Μήπως εκείνος είναι κάποιος άλλος, μήπως ο ίδιος είναι ένας άλλος; Για άλλη μια φορά θα επιστρατευτεί η μνήμη για να συγκολλήσει τις σπασμένες ψηφίδες μιας εποχής, μιας αφισοκόλλησης με δυο άλλους φίλους, μιας άνανδρης επίθεσης με σιδερένιες γροθιές κι ενός από μηχανής Οδυσσέα να σώζει τις ζωές τους και να γίνεται άφαντος. Ίσως τώρα αυτός να είναι ο κυνηγημένος και να ζει με άλλο όνομα, γιατί και οι φίλοι του ξαναβαφτίστηκαν με ευπρεπή ονόματα ποιος είναι αυτός να τους κρίνει, σήμερα που «δεν αλλάζουν μόνο όνομα οι δρόμοι, αλλά και η ιστορία που ξέραμε». Αλλά από την ανάποδη, τίποτα που αξίζει να αλλάξει δεν αλλάζει. Ο ήρωας κάνει κύκλους στις προσφυγικές συνοικίες, Βούρλα, Τσιμεντάδικα, Λιπάσματα, Ηλεκτρική, Ικόνιο, και μια παραίτηση του υπαγορεύει πως τίποτε δεν είναι στο χέρι του ν’ αλλάξει. Ίσως μόνο και το δικό του όνομα.

Το εργοστάσια, μια δίνη που σε ρουφά και τότε δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς τίποτα. Το μυαλό σου θολώνει κι οι σκέψεις σου ηλεκτροφόρα καλώδια. Γίνεσαι με τον καιρό κι ο ίδιος μια ηλεκτρική συσκευή που δουλεύει ασταμάτητα, ακούραστα, αθόρυβα, με υπακοή. Κουρδίζεσαι στη νόρμα της, ανασαίνεις την ανάσα της, παίρνεις ενέργεια απ’ την πρίζα. [σ. 107]

Cum Juda: Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς για να κρατήσει την δουλειά του; Τι μπορείς να κάνεις αν δεν θέλεις να βρεθείς στην θέση του πατέρα που τον συνέλαβαν να κλέβει ένα κουτί μαρκαδόρους για το παιδί του; «Ο φόβος της απόλυσης άλλους τους κάνει πρόβατα κι άλλους τους κάνει λύκους». Ο Χρήστος Αλεξίου διάλεξε να σώσει τον εαυτό του εις βάρος κάποιου άλλου κι αναγκάστηκε να ζει με την φαρμακερή επωδό της συντρόφου του Αμαλίας, πως ο προδότης και ο ρουφιάνος είναι χειρότερος από δολοφόνο. Στο εργοστάσιο, λοξοκοιτάγματα, κομμένες μιλιές, ο κλοιός της σιωπής. Τα ελαφρυντικά του: κι οι περισσότεροι το ίδιο κάνουν ή το ίδιο θα έκαναν. Τώρα που θα δει και το όνομά του πρώτο στην λίστα των ανακοινώσεων και γίνει ένας «άνεργος, φτωχός, μη-άνθρωπος», όταν μπει και το δικό της μέσα σε άλλη λίστα έξω από τους απόπατους, ο Χρήστος Αλεξίου, που δεν έπαψε να «βλέπει» τα εργοστάσια να μπαρκάρουν σαν πλοία, ζει την δική του Μεγάλη Βδομάδα. Και τι λόγο ύπαρξης έχουν η Σταύρωση και η Ανάσταση αν δεν ανασταίνουν τους ανθρώπους;

Διωγμένος από ένα εργοστάσιο στην Ελευσίνα, από ρουφιανιά κάποιου Χρήστου, ο Διονύσης της επόμενης ιστορίας, The knocker-upper man, είναι ο εξαφανισμένος δίδυμος αδελφός του αφηγητή, ο οποίος γιορτάζει μόνος τα είκοσι επτά τους χρόνια και ανατρέχει στο δραματικό οικογενειακό παρελθόν. Πόσο μοναδική και ταυτόχρονα πόσο παγκόσμια κι αυτή η Αγία Οικογένεια, όπου ο μισητός πατέρας είναι ο γραφειοκράτης που με μια υπογραφή καθορίζει ζωές αλλά κι ένας βράχος ηθικής που ως σωστός βράχος πλακώνει την γυναίκα και τα παιδιά του. Άτακτος και ανυπότακτος, ο Διονύσης υφίσταται τα πάνδεινα και κάποια στιγμή μετατοπίζει τα σύνορα εντός του, παρατώντας όνειρα, τρέλες και κορίτσια για να γίνει ένα με το τραγούδι ενός συνομήλικου Μόρρισον.

Αυτός ο πατέρας των καθοριστικών υπογραφών μας περιμένει στην επόμενη ιστορία Τυπική καρικατούρα αναρριχώμενου πολιτικού με βαθιές υποκλίσεις και διατεταγμένους δορυφόρους, κυβερνά χάρη στις θυσίες των αγωνιστών μιας άλλης εποχής. Η αγροτική καταγωγή τού αρκεί ως πιστοποιητικό κοινωνικής ευαισθησίας και πολιτικής ορθότητας και μερικοί πίνακες στον τοίχο ως δείγματα καλλιτεχνικής παιδείας, σπουδή στο κίτρινο. Όλα πάνε κατ’ ευχήν μέχρι την στιγμή που η κομμώτρια που κάλεσε στο γραφείο αποδεικνύεται απολυμένη με την τζίφρα του, αναξιοπαθούσα προστάτης οικογένειας, οικονομικά ασθενής. Στις επόμενες σελίδες η ίδια η ζωντανή τέχνη της εκδίκησης ή της δικαίωσης θα αποκτήσει τα κίτρινα χρώματα που ο ίδιος θαύμαζε στο γραφείο της εξουσίας και αμφότεροι θα γίνουν χρώμα στον απολογισμό της ζωής τους, ο καθένας εκείνο που του αξίζει.

Μπορεί η καθημερινότητα να περιθάλπει τα όνειρα ή στο τέλος τα ξεπλένει μέχρι να ξεθωριάσουν; Η Ίντιγκο από μικρή ξέρει την τέχνη του πλυσίματος, του απλώματος και του σιδερώματος και τηρεί κατά γράμμα το πρωτόκολλο της καθαριότητας που διδάχτηκε απόν μικρή. Κάποτε τα σεντόνια γίνονται πολύχρωμοι χαρταετοί με καλούμπες τα ίδια τα σχοινιά. Τα σημάδια στα ρούχα της είναι το ίδιο αντιπαθή με τα σημάδια που επιμένουν να αφήνουν οι άνθρωποι. Τώρα μ’ έναν σύζυγο που λείπει όλη την μέρα σε κάποια υποτιθέμενη δουλειά και επιστρέφει μουρμουρίζοντας σπασμένες λέξεις από ξένα στόματα, βλέπει τα ίδια της τα όνειρα να ξεθωριάζουν όπως τα χρώματα στον ήλιο. Αλλά προέχει η επιβίωση και μια κόρη που αξίζει καλύτερη ζωή, κι ας μοιάζει το σπίτι με ναρκοπέδιο κι ας γίνεται ο σύντροφος βιαστής. Ακόμα και στην νέα εξουθενωτική της δουλειά σ’ ένα μοτέλ στον Σταθμό Λαρίσης θα φροντίσει το ζευγάρι των αστέγων που σαλεύει στο σκοτάδι. Άλλωστε….

Η χειρότερη φυλακή δεν είναι ο Κορυδαλλός, είναι αυτή που χτίζουμε, πέτρα την πέτρα, κάθε μέρα με τα ίδια μας τα χέρια –χωρίς ν’ αγγίζουμε τους τοίχους, για να ’χουμε έτσι την ψευδαίσθηση της ελευθερίας– και δεν μπορούμε να την γκρεμίσουμε ούτε να δραπετεύσουμε. Ένα μπουντρούμι που χωρά μονάχα το ασήμαντο σαρκίο μας, ένα στενό κελί που στενεύει όλο και πιο πολύ, σφίγγει, μικραίνει, συρρικνώνεται, μέχρι να μας συνθλίψει εντελώς. Και να σκεφτείς πως κάποτε έζησαν άνθρωποι κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο, αλλά το δωμάτιο είχε παράθυρα ανοιχτά στον κόσμον όλο. [Λερωθείτε, κάνει καλό, σ. 161]

Αν σε μια εποχή σαν κι αυτή οι ερωτικές ιστορίες συμβαίνουν ακαριαία, συχνά ερήμην του ενός, τότε ο ιππότης της ασφάλτου είναι μια ιδανική εκδοχή τους. Είναι η ιστορία για το κορίτσι που περνάει όλες τις γιορτές στο κουβούκλιο των διοδίων, συνηθισμένη στην μεθόριο και την μοναξιά της εθνικής οδού, πόσο μάλλον όταν ο σύζυγός της τής προσφέρει τα ίδια στο σπίτι. Κι έτσι, όταν μαζί με τον αέρα που κατεβαίνει από τα προγονικά της μέρη στην Πολωνία, βλέπει πάμφωτη μια νταλίκα να κυλά στην μαύρη άσφαλτο, με κάτι γραμμένο για την αγάπη να αναβοσβήνει στο παρμπρίζ, κι ο οδηγός της προσφέρει λόγια νοιαστικά για την ασθένειά της, εκείνη αποφασίζει να τον περιμένει σε κάθε της βάρδια, να πάρει τα λεφτά από το ταμείο και να φύγουν μαζί, όσο πιο μακριά γίνεται. Γίνεται;

Οι χαρακτήρες των δεκαοκτώ ιστοριών, πρώτοι, δεύτεροι ή τελευταίοι, πασχίζουν να κρατήσουν στην μνήμη αυτό που ήταν ή ήθελαν να είναι, να καταλάβουν τον σημερινό εαυτό τους, να μαζέψουν τα κομμάτια του. Βγαίνουν όπως βγαίνουν από δράματα και συντριβές, γαντζώνονται από ποιήματα και τραγούδια, ονειρεύονται την αναχώρηση και απορούν για την πατρίδα που σαν σαρκοβόρο ψάρι έτοιμο να τους κατασπαράξει τους προειδοποιεί να φύγουν μακριά. Όλοι μένουν και πεισματικά επιμένουν, όπως «οι ξεχασμένες σιδηροτροχιές του τραμ, που θάφτηκαν στην πυρωμένη άσφαλτο αλλά γυαλίζουν ακόμα». Ακόμα και οι Συνηθισμένοι άνθρωποι, δυο σύζυγοι που χάνουν το σπίτι τους, βγαίνουν και προχωρούν προς ένα μέλλον άδηλο αλλά πάντως μέλλον. Και δεν είναι μόνοι τους: δίπλα τους στις σελίδες, και κάπου μακρύτερα έξω στον κόσμο, περπατούν μαζί τους οι ήρωες όλων των ιστοριών όπως αυτές.

Πρόζες της ανελέητης κρίσης, θα μπορούσαν όλες αυτές οι ελάσσονες βιογραφίες να αρκεστούν στην ανάγλυφη απόδοση της σύγχρονης πραγματικότητας. Αλλά φαίνεται πως για τον συγγραφέα δεν είναι αρκετό, εφόσον όχι μόνο τους στερεί κάθε στεγνό, δημοσιογραφικό χαρακτήρα όπως κατά κόρον συνηθίζεται στην ανάλογη θεματολογία αλλά και τις μεταπλάθει σε λογοτεχνία. Είναι μια τέχνη λόγου όπου ακόμα και ο πιο σκληρός ρεαλισμός μπορεί να γράφεται με τον πλέον φυγόκεντρη ποιητικότητα. Μέσα από έναν καταιγισμό μεταφορών, παρομοιώσεων και εικόνων, όπου το ίδιο το κίτρινο χρώμα είναι κάτι παραπάνω από σκηνικό, ατμόσφαιρα ή μαρτυρία συναισθήματος, ο Χριστόπουλος, όπως ένας άλλος «συγγραφέας» στο εργαστήρι του εδώ, δοκιμάζει την αντοχή των λέξεων και υπόσχεται πως κάποια στιγμή θα τα γράψει όλα. Ήδη έγραψε αρκετά.

Είναι, τέλος, αξιοσημείωτη η διαδοχή των προσώπων από την μία ιστορία στην άλλη, χάρη σε διάφορους δεσμούς, σαν να ανταλλάσσεται η σκυτάλη του ίδιου αγώνα σε τόσο διαφορετικούς αθλητές, όχι για να τρέξουν ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα μιας σκληρής εποχής αλλά επειδή στην ουσία όλοι αποτελούμε κομμάτι της ίδιας ιστορίας και της ίδιας εποχής. Ποτέ άλλοτε τόσο ατομικές, τόσο μοναδικές ιστορίες, δεν ήταν ταυτόχρονα τόσο κοινές, τόσο συλλογικές.

Εκδ. Ροδακιό, 2018, σελ. 235, με έξι σελίδες σημειώσεων.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ. Οι προηγούμενες «Δημόσιες ιστορίες» του εδώ. Η 1η, η 4η και η 5η φωτογραφία είναι του συγγραφέα.

16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

05
Μαρ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 183. Σόνια Ζαχαράτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θύρα κόλασης ή παραδείσου, η αναδρομή στο παρελθόν, η λογοτεχνικοποίηση ονείρων, η κατάθεσή τους στο χαρτί. Από κάποιους επίμονους εφιάλτες ξεκίνησε  η συγγραφή του βιβλίου «Παιχνίδι με τον σπάγκο», (εκδόσεις Κουκούτσι). Ακολούθησαν μνήμες, ανασκαλέματα, φαντασία και μυθοπλασία, αναζητώντας την τακτοποίηση της σχέσης μιας κόρης με τη μάνα της και την οριστική κάθαρση. Υπάρχει, όμως, κάθαρση; Πόσο συγχωρείται η ενοχή; Πόσο γίνεται δυνατή η συγγνώμη; Πόσο αρχετυπικά λατρευτική είναι αυτή η σχέση; Ποιο είναι, εντέλει, το τραύμα και από πού εκπορεύεται και πού εδραιώνεται; Ποίηση, διάλογοι με θεατρικότητα και πεζά κείμενα έδεσαν τα αναπάντητα ερωτήματα, μετατρέποντάς τα σε μια σχεδόν τελετουργική εξομολόγηση.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Οι πρώτες προσπάθειες αφορούσαν τη συμμετοχή μου σε μικρές  ανθολογίες. Ήταν τότε, μεταξύ εφηβείας και μετεφηβείας, που τα όνειρα αλλά και η μελαγχολία έδιναν το παρών τους. Μαζεύαμε χρήματα και εκδίδαμε τα ποιήματά μας. Νομίζαμε ότι βάζαμε τα θεμέλια της διαφοράς από τους υπάρχοντες ποιητές, αλλά ακολουθούσαμε τους δρόμους που είχαν ανοίξει. Έπειτα, πέρασαν χρόνια, και το 1989 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Αστάρτη μια σειρά πεζοποιημάτων μου, με τίτλο «Πανσέληνος παρά κάτι».

Η ουσιαστική εμπλοκή μου με τη συγγραφή έγινε δέκα χρόνια αργότερα –απείχα εξ αιτίας της έντονης επαγγελματικής δραστηριότητάς μου στον χώρο της δημοσιογραφίας-, με το ψυχολογικό θρίλερ «Τρεις νύχτες του Αυγούστου (και μία ημέρα)» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Έχοντας πενθήσει, εκείνο το διάστημα, κάποιους λατρεμένους ανθρώπους μου, ήμουν πολύ θυμωμένη για το άδικο του θανάτου και προσπαθούσα να ‘τα βάλω’ μαζί του, να του αποδείξω ότι μπορούσα κι εγώ να κλέψω ζωές. Ήθελα να βγω νικήτρια, σκοτώνοντας ωσάν μαινάδα ή σαν τη θεά Εκάτη και έγραψα ένα κείμενο με αρκετή βία που με αιφνιδίασε και με τρόμαξε.

Η «Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα», εκδόσεις Εξάντας, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή ιστορικό αφήγημα αν προτιμάτε, που ξεκίνησε και προχώρησε μέσα από συμπτώσεις. Συμπτωματικά είδα μπροστά μου, καθώς περπατούσα, το όνομα Μαρία Θηρεσία, σκέφτηκα ‘πόσο δύσκολο είναι να σε φωνάζουν έτσι στις ημέρες μας’, το ξαναείδα τυχαία κάπου αλλού, θυμήθηκα την αυτοκράτειρα της Αυστρίας, ξεσκόνισα τις γνώσεις μου μπαίνοντας στο διαδίκτυο. Εκεί, ανακάλυψα και την Μαρία Θηρεσία Καρλότα. Έπεσα πάνω σε κάποιο ημερολόγιό της, το οποίο ξεκινούσε από μια 10η Αυγούστου, ημερομηνία των γενεθλίων μου. Άρχισα να το διαβάζω. Η Μαρία Θηρεσία Καρλότα ήταν η θυγατέρα της Μαρίας Αντουανέτας και του Λουδοβίκου 16ου, η οποία βίωσε στην εφηβεία της τον αποκεφαλισμό όλων των δικών της. Αναρωτήθηκα πώς μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος με τον λαιμό του, όταν μια λεπίδα έχει κόψει το κεφάλι των αγαπημένων του. Θέλει να τον βλέπει στον καθρέφτη, να τον πιάνει, να δέχεται πάνω του ένα χάδι, ένα φιλί; Έτσι, ξεκίνησε η περιπέτειά μου με αυτό το βιβλίο, για το οποίο ταξίδεψα στο Παρίσι, περιδιάβηκα όλους τους χώρους που είχε ζήσει η μικρή πριγκίπισσα, διάβασα αμέτρητες σελίδες ιστορίας.

«Τα νερά στα μάτια σου» από τις εκδόσεις Τόπος, είναι ένα ιστορικό αφήγημα, ερωτικό, η εξομολόγηση του Αντίνοου προς τον αυτοκράτορα Αδριανό, μια εξομολόγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Ο συγκεκριμένος έρωτας πάντα με συγκινούσε, καθώς είναι ίσως ο μοναδικός στην ιστορία που έχει αφήσει τόσα μνημεία πίσω του, τα οποία κοσμούν τα μουσεία της Ευρώπης. Ο Αντίνοος, μετά τον θάνατό του, ανακηρύχτηκε θεός από τον Αδριανό σε διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και στην Αθήνα, και το όνομα του δόθηκε σε μια πόλη της Αιγύπτου, σε ένα αστέρι και σε αγώνες που διεξάγονταν στη Μαντινεία.

«Ο εχθρός μου», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Κι αυτός, ο εχθρός, είχε ως ερέθισμα ένα ντοκιμαντέρ του BBC που αφορούσε τη σφαγή στο σχολείο του Μπεσλάμ, όταν το κατέλαβαν τρομοκράτες. Ποιος είναι, αλήθεια, ο τρομοκράτης; Πώς φτάνει σε μια τέτοια πράξη; Τι συνθήκη αναπτύσσεται σε έναν κλειστό χώρο, όπου εχθροί και δικοί συγκατοικούν και ο θάνατος παραμονεύει για όλους; .Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε μερικές ώρες ανάμεσα σε έναν τρομοκράτη και σε μία μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί της. Πρόκειται για έναν διάλογο, που ανέβηκε σε παράσταση στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη, με τους ηθοποιούς Γεωργία Ζώη και Βαγγέλη Στρατηγάκο. Μπαγιάν έπαιζε η Ξένια Τσέλιγκα. Επίσης, ως αναλόγιο, με τους ηθοποιούς Τιτίκα Βλαχοπούλου και Δημήτρη Πετρόπουλο, σκηνοθετημένο από την πρώτη, με συνοδεία φλάουτου από την Σοφία Μαυρογενίδου.

«Madre Dolorosa –O Έρωτας», εκδόσεις Μελάνι. Μακροσκελές ποίημα. Ένας άνδρας, κοιτώντας μια φωτογραφία, βυθίζεται στις ερωτικές μνήμες του, περνά με τη φωτογραφία στο χέρι, ολόκληρη τη ζωή του. Το ποίημα είναι μια εμμονή στο θέμα της απώλειας. Ανέβηκε, ως σκηνοθετημένο αναλόγιο, από τον Δημήτρη Καντιώτη στην Αθήνα και σε περιφερειακά φεστιβάλ με την ηθοποιό Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Τη συνόδευε με το τραγούδι του ο πορτογάλος καλλιτέχνης Αντρέ Μάια και με το τσέλο του, ο Γιώργος Ταμιωλάκης.

«Το γκολ», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Ένας θεατρικός μονόλογος μιας έγκλειστης ψυχοπαθούς, η οποία είχε σκοτώσει ένα παιδί. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, ασφαλώς δοσμένη με μυθοπλασία, καθώς έψαχνα τα αίτια που δεν γνώριζα.

«23 συνεντεύξεις και μία συζήτηση», εκδόσεις Πολύτροπον. Συνομιλίες συγκεντρωμένες από τη δημοσιογραφική πορεία μου, κυρίως ψυχογραφήματα προσωπικοτήτων. Έλληνες και ξένοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, φιλόσοφοι, που έχουν αφήσει το στίγμα τους στους τομείς με τους οποίους ασχολούνται ή ασχολήθηκαν, καθώς αρκετοί έχουν φύγει από τη ζωή.

 Η συγγραφή θεατρικών έργων έχει διαφορετικούς στόχους και απαιτήσεις σε σχέση με τα άλλα λογοτεχνικά είδη; Τι σας ωθεί στην συγγραφή ενός θεατρικού έργου;

Ασφαλώς και έχουν διαφορετικές απαιτήσεις και πιστεύω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο είδος. Αυτό που με ωθεί σε αυτό το είδος είναι η διατύπωση της άμεσης έκφρασης των ανθρώπων -ηρώων. Επίσης, η ‘συνομιλία’ αυτής της αμεσότητας με τους θεατές.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ποτέ. Ίσως μόνο να έχω κρατήσει κάποιες ελάχιστες σημειώσεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βεβαίως. Τόσο ο Αντίνοος όσο και ο Αδριανός, καθώς και ο ανώνυμος ήρωάς μου στο «Madre Dolorosa –O έρωτας». Ο τελευταίος φοβάμαι ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ότι θα σέρνει πάντα τις μνήμες και τα ερωτήματά του και τις λιωμένες παντόφλες του στους αιώνες των αιώνων, για αυτό σκέφτομαι ότι, κάποια στιγμή, θα πρέπει να τον ελευθερώσω από τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Να του χαρίσω ξανά έναν έρωτα για να αναζωογονηθεί ή να τον αφήσω να πεθάνει εν ηρεμία. Και ο Αδριανός και ο Αντίνοος πώς να μη με ακολουθούν με τόσες δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις για τον αυτοκράτορα και για τον έρωτά του; Άλλωστε, είμαι γραμμένη και δέχομαι τα newsletters της σελίδας  Following Adrian. Ξέρω, λοιπόν, κάθε τι που τους αφορά. Επίσης, τους ακολουθώ, περπατώντας όπου υπάρχουν σημάδια τους, στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού και σε ό,τι έχει απομείνει στον Εθνικό Κήπο, καθώς είναι μέρος της περιοχής, όπου ο Αδριανός είχε κτίσει την πόλη έξω από την πόλη, ονομάζοντάς την, Νέαι Αθήναι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Με βοηθά το τυφλό σύστημα φραφής, επειδή με την ταχύτητα προλαβαίνω την σκέψη μου. Φυσικά, πρόκειται για μια πρώτη γραφή, διότι ο αριθμός των αντιγραφών, των διορθώσεων, των διαγραφών είναι μεγάλος. Ως προς το πώς και πού παγιδεύω τις ιδέες μου, η απάντηση περιλαμβάνεται στην ερώτησή σας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνεγράφησαν τα βιβλία. Να προσθέσω  ότι η έμπνευση μπορεί να έρθει ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι, μια φράση, διαβάζοντας έναν στίχο, βλέποντας μια σκηνή στον δρόμο ή σε ένα φίλμ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Επιλέγω απομόνωση και σιωπή. Και αν θελήσω να ακούσω μουσική, θα είναι ή κάποιο θέμα του Φίλιπ Γκλας, του Ουμεμπαγιάσι, του Κορζενιόφσκι –για να θυμηθώ μερικούς-, ή κάποιο κλασικό κονσέρτο για βιολί ή πιάνο. Κυρίως, μουσική που δεν μου δημιουργεί σύγχυση.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στην πρώτη δημοσιογραφική σχολή της Αθήνας. Ο επηρεασμός έχει να κάνει με δικά μου διαβάσματα, με την αγάπη μου στην αρχαιολογία και στη γαλλική παιδεία, καθώς οι Γάλλοι όταν σε εκπαιδεύουν ξέρουν να σου περνούν τον πολιτισμό τους, και η γλώσσα –εννοώ, οικονομία λόγου, σύνταξη κλπ., -στη δημοσιογραφία. Κάποτε, ήταν μεγάλο σχολείο…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Άγνωστες γυναίκες που συναντώ στη ζωή. Ωστόσο, καμία δεν θα ήθελα να παρουσιάσω ως έχει. Πάντα μεταπλάθω ό,τι προσλαμβάνω. Από ιστορικά πρόσωπα, την Αρτεμισία Α΄ της Καρίας, βασίλισσα της Αλικαρνασσού, που πολέμησε με τα πλοία της στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Την γνώρισα στην Ιστορία του Ηρόδοτου και με εντυπωσίασε.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω έναν δεύτερο τόμο με συνομιλίες που είχα την τύχη να κάνω με επιφανείς Έλληνες. Συγχρόνως, γράφω πολλά και μικρά, ποιήματα και διηγήματα που βάζω στο συρτάρι μου.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αρχαίοι Έλληνες, ιδίως ιστορικοί και, κάνοντας ένα μεγάλο άλμα, Κούντερα, Ντάρελ, Μπροχ, Μπέκετ, Ναμπόκωφ, Αντρέγιεφ, Τσέχωφ, Έκο, Φώκνερ, Κορτάσαρ, Φουέντες και τόσοι πολλοί άλλοι… Από τους Έλληνες, θα αναφέρω, για λόγους ευνόητους, μόνο κάποιους που έχουν φύγει από τη ζωή: Τσίρκα, Καραγάτση, Μάτεσι, Χατζή, Κουμανταρέα, Μοσκώφ, Σεφέρη…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αν ρωτάτε μόνο για λογοτεχνικά βιβλία: ‘Έγκλημα και Τιμωρία’ του Ντοστογιέφσκι, ‘Ταξίδι στην άκρη της νύχτας’ του Σελίν, ‘Ο Εραστής’ της Ντυράς, ‘Το μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης’ του Πεντζίκη, ‘Ζήτω η κόλαση’ του Μπατάιγ, ‘Κόκκινο Σκυλί, Κόκκινο Σκυλί’ του Λέιν Πάτρικ, ‘Η γυναίκα του μεσημεριού’ της Γιούλιας Φρανκ, η τριλογία (Μύηση-Λαβύρινθος-Έξοδος) του Γιώργου Μιχαηλίδη και πολλά άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Λευκό Μακρύ Παλτό (και άλλες ιστορίες) της Χρυσοξένης Προκοπάκη, διηγήματα που διάβασα πρόσφατα και που τα αγάπησα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με έχει εντυπωσιάσει ο Σταύρος Σταμπόγλης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ιουστίνη του Ντάρελ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προσπαθώ να τα παρακολουθώ, αλλά ομολογώ ότι όχι όσο και όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτόν τον λόγο, διστάζω να αναφερθώ σε δύο που προτιμώ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία ποίησης νέων Ελλήνων, Βασίλη Αμανατίδη, Βασίλη Ζηλάκο, Δημήτρη Αγγελή, Μαρία Κουλούρη, Γιάννη Στίγκα για να θυμηθώ μερικά ονόματα. Προσπαθώ να μπω στη σκέψη τους. Συγχρόνως, διαβάζω το «Εκείνος που δεν με συντρόφευε» του Μωρίς Μπλανσό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, έντυπες και ηλεκτρονικές, αλλά δεν τις αφήνω να με επηρεάσουν, καθώς οι κριτικές τους είναι πάντα υποκειμενικές.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν μπορώ να διαβάσω στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Προτιμώ να μελετώ τα πρόσωπα των επιβατών, γύρω μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Από το θέατρο με έχει επηρεάσει κυρίως ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος με τις εμμονές του, έργα του Βογιατζή και του Γιώργου Μιχαηλίδη, σκηνές του Μαρμαρινού, του Χουβαρδά -όταν είχε το Θέατρο του Νότου-, για να θυμηθώ μερικούς, αδικώντας τους υπόλοιπους. Από τον κινηματογράφο, κατά πολύ ο Ταρκόφσκι, ο Γκριναγουέι, ο Αγγελόπουλος, ο Μπέργκμαν, κινέζοι σκηνοθέτες…

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το συμβουλεύομαι συχνά κι έχω βρει παλιούς γνώριμους, συναδέλφους και συμμαθήτριες, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι –καλοσύνη τους- με έχουν βοηθήσει στην προβολή των έργων μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τραγικό να είσαι σε μια συνεχή νιότη, όταν οι άλλοι γύρω σου γερνούν.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μα, είπαμε τόσα πολλά, ξεφεύγοντας από την οικονομία του λόγου, για την οποία πριν λίγο κόμπαζα! Και σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη.

Στις εικόνες: Lawrence Durrell, Julia Franck.

23
Φεβ.
18

Διονύσης Καψάλης – Η ταραχή των ανθρωπίνων

Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έζησε σε μια μικρή κωμόπολη της Μασαχουσέτης, στην καρδιά της πουριτανικής Νέας Αγγλίας, μετέτρεψε τα μέτρα της αγγλικής εκκλησιαστικής υμνογραφίας σε υψηλή ποίηση, γεμάτη γόο και μαγεία, οδύνη και ειρωνεία, φωτεινή ευσέβεια και υπόρρητη βλασφημία. Η Έμιλυ Ντίνκισον υπήρξε μια από τις σπαραχτικότερες γυναικείες φωνές, πλάι πλάι με την Σαπφώ και την Ήριννα, την Αχμάτοβα και την Τσβετάγειαβα, την Μαριάν Μουρ και την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Εσωστρεφής και εκκεντρική για τους συντοπίτες της, έζησε βίο μοναχικό, αποτραβημένη στο πατρικό της σπίτι. Το εκδομένο της έργο όσο ζούσε, συμποσούται σε έντεκα ποιήματα, ενώ μετά τον θάνατό της βρέθηκαν στοίβες και αυτοσχέδια τεύχη με περίπου χίλια οκτακόσια ποιήματα. Η μοναχική περίπτωση της Έμιλυ Ντίκινσον, καθρεφτίζεται με την δόξα και την παθογένεια της ποίησης, για να αντιστρέψω τον τίτλο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα σε τούτη την πλούσια δοκιμιακή συλλογή.

Πολλά από τα «επιταφικά» ποιήματά της μαρτυρούν ότι, παρά την εθελούσια απομόνωση και τον ισόβιο αναχωρητισμό της, παρέμεινε για πολλά χρόνια ευαίσθητος δέκτης των εξωτερικών γεγονότων και του συλλογικού σπαραγμού του Αμερικανικού Εμφυλίου. Έστηνε σύνθετους, αινιγματικούς και συχνά παράδοξους συλλογισμούς σ’ έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με τον στοχαστικό εαυτό της, προικίζοντας τα ποιήματά της με πυρετώδη διανοήματα και ελλειπτικούς συλλογισμούς. Η Ντίκινσον ανήκει στην λαμπρή εκείνη χορεία των ποιητών που πρέπει να σκεφτούν τον κόσμο εξαρχής μόνοι τους, με τα δικά τους μέσα· που έχουν πραγματικά δική τους σκέψη ή προτιμούν, όπως έγραφε ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, «να επινοήσουν δικό τους σύστημα παρά να υποδουλωθούν στο σύστημα κάποιου άλλου». Ο Καψάλης εμβαθύνει στην γραφή της, εξετάζει ποιήματά της και παρουσιάζει τις αντικρουόμενες απόψεις της κριτικής.

Τα τριαντάχρονα ενός ποιήματος («Η επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου») αναφέρονται σ’ ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, το Aubade του Φίλιπ Λάρκιν, που δημοσίευσε στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τεύχος του Times Literary Supplement το 1977 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών. Για τον συγγραφέα ο Φίλιπ Λάρκιν είναι η σημαντικότερη ποιητική φωνή της Αγγλίας των τελευταίων σαράντα ετών (και όχι π.χ. πενήντα ή η σημαντικότερη μεταπολεμική φωνή, ώστε να μην αφήσει έξω τον ώριμο Ώντεν και τον Ντύλαν Τόμας, «κορυφαίους και συχνά ασύλληπτης εκφραστικής ομορφιάς ποιητές»). Σχετικά ολιγογράφος, κατέλιπε τέσσερις όλες κι όλες ποιητικές συλλογές, ενώ η σιωπηλή του δεκαετία πριν τον θάνατό του καλύπτεται επαρκώς από το συγκεκριμένο ποίημα και τα μη μυθοπλαστικά του βιβλία ενώ τα ημερολόγιά του, με δική του εντολή, κάηκαν μετά τον θάνατό του.

Ελάχιστα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας μπορούν να σταθούν όρθια απέναντι σ’ αυτό το εκτυφλωτικό μάθημα θανάτου, σ’ αυτή την ήρεμη παραδοχή του κύκλου της ζωής και του θανάτου. Για άλλη μια φορά ο θρίαμβος της τέχνης του Λάρκιν είναι ο θρίαμβος του κατορθωμένου λόγου και της ανθρώπινης επινόησης πάνω στο χάος της εμπειρικής ύλης. Πάντα είρων, το χαρακτήρισε σε επιστολή του θανατοφοβικό και μίλησε για την επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου. Η δεύτερη στροφή απογυμνώνει το θέμα, «τον βέβαιο αφανισμό προς τον οποίο ταξιδεύουμε», στην τρίτη στροφή αφού ξεμπερδέψει με την θρησκεία «αυτό το τεράστιο, σκοροφαγωμένο μουσικό εργόχειρο που φτιάχτηκε για να υποκρινόμαστε ότι δεν πεθαίνουμε ποτέ», ο Λάρκιν θα απορρίψει κάθε προτεινόμενο αντίδοτο αταραξίας ή ηθικής αδιαφορίας προς τον θάνατο, στην τέταρτη θα δώσει την χαριστική βολή μ’ έναν στίχο που διαγράφει μονοκονδυλιά χιλιάδες σελίδες περί ηθικής αντοχής απέναντι στον θάνατο, στην πέμπτη και τελευταία στροφή η συνείδηση της θνητότητας μοιάζει να αραιώνει λίγο, όχι γιατί εξευμενίστηκε ή ηττήθηκε αλλά γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Το κείμενο Η ταραχή των ανθρωπίνων αφορά σχόλια σ’ ένα ποίημα του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, το 6ο μέρος από το σπονδυλωτό επταμερές Meditations in Time of Civil War. Οι «Στοχασμοί σε καιρό εμφυλίου πολέμου», που αφορούν τον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο [1922 – 1923], ανάμεσα στις κυρίαρχες παρατάξεις Ιρλανδών αυτονομιστών, προέρχονται από την κορυφαία συλλογή The tower, που εγκαινίαζε την τελευταία, εξωφρενικά εύγλωττη ωριμότητα του Ιρλανδού ποιητή. Σε αντίθεση με την αμετακίνητη τοπικότητα, τον Πύργο, πύργο χειροπιαστής βεβαιότητας σε αβέβαιους καιρούς, σταθμό, λιμάνι, «εδώ και τώρα» της ποίησης, το κυρίαρχο αίσθημα του ξεριζωμού αποκτά μια δριμύτερη διάσταση: την αγωνία του εκτοπισμένου και του κατακτημένου ανθρώπου, τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη  του αιχμαλώτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια, τη σκέψη του αυτόχθονα που νιώθει ξένος στο σπίτι του. Το ποίημα, μεταξύ άλλων, έχει απεκδυθεί τον συνήθη μεγαλοϊδεατισμό του Γέητς, την πορφύρα του ιεροφάντη και τον μανδύα του προφήτη και ανασαίνει κανονικά σ’ έναν κόσμο πιο τρυφερό και εξανθρωπισμένο. Μοιάζει μάλιστα να πάει να συναντήσει ανοχύρωτο τον φυσικό κύκλο της ζωής που γεννάει, αναγεννιέται και χτίζει μέσα στις ρωγμές του πύργου, όπως το αέναο πηγαινέλα των φιλόπονων μελισσών που διδάσκει τις αρετές της υπομονής σ’ έναν εξανθρωπισμένο κόσμο. Η ιστορία δεν εξορίζεται από το ποίημα· εξορκίζεται όμως ο πόνος και η βία της.

Το κείμενο για τον Τέλλο Άγρα επιχειρεί μια ολική επανανάγνωση του ποιητή των σχολικών αναγνωστικών και των καθιερωμένων ποιητικών ανθολογιών. Στο ερώτημα που θέτει ο Καψάλης, τι παραμένει ζωντανό για μας σήμερα στην ποίηση του Άγρα, αν απαντούσε μονολεκτικά θα έλεγε την μορφοδοξία, λέξη και έννοια που καθιέρωσε ο ίδιος ο Άγρας και που ίσως ερμηνεύεται με άλλη δική του φράση: «Η μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου». Ποια είναι η στρεβλή εικόνα της ποίησης του Άγρα; Μικροαστική μοναξιά και λόγος ενδιάθετος, ένα είδος ψυχαναγκαστικής μόνωσης σε τόνους χαμηλόφωνης εκμυστήρευσης: αυτός είναι ο κόσμος του στην κρατούσα εικόνα της κριτικής, που διανθίζεται και με όρους όπως «νεοσυμβολισμός» και «νεορομαντισμός». Ο κανόνας στην υποδοχή του Τέλλου Άγρα είναι η συγκατάβαση κι ένα εξελικτικό και ανιστόρημα ιδεολόγημα που μετράει την αξία (και την αναγνωσιμότητα) ενός ποιητή με το μέτρο της συνεισφοράς του σε αυτό που ο εκάστοτε τιμητής θεωρεί ως νομοτελειακή εξέλιξη της ποίησης. Κάπως έτσι καλή ποίηση θεωρήθηκε εκείνη που προοιωνίζεται την έλευση του ελεύθερου στίχου.

Ο Άγρας προσαρτά ολόκληρες περιοχές εμπειρίας στην ποίηση, περιοχές ως τότε απροσπέλαστες στον λυρικό λόγο· προσαρτά κυρίως μια μεγάλη περιοχή, που δηλώνεται με τον τίτλο Καθημερινές και σχεδιάζεται προαναγγελτικά με μόττο έναν στίχο του Λαφόργκ: «Α, πόσο καθημερινή είναι η ζωή!». Την καλύτερη υπεράσπιση της ποιητικής του περιοχής  την διατυπώνει ο ίδιος ο Άγρας σ’ ένα μοναδικό κείμενο ποιητικής και κριτικής αυτογνωσίας που τιτλοφορείται Nihil…minor in litteris, στην κατακλείδα του οποίου γράφει: Δεν ξέρω μήπως το βάθος του βόρβορου μέσα στον οποίον ο πολιτισμός έχει εκπέσει – ο φυσικός, ο ηθικός, ο πνευματικός; Δεν ξέρω πως μια αναγέννηση, αν πρόκειται να γίνει, θα προέλθει από σφαίρες άλλες, παρά από την Τέχνη; Δεν ξέρω τάχα, και για σήμερα, και για αύριο, και για πάντα, πως η Τέχνη δεν έκλεισε και δε θα κλείσει παρά κάτι ελάχιστο και πάρα κάτι άλλο, από τον τερατώδη ρευστόν όγκο της ζωής; Όλα αυτά δεν τ’ αγνοώ καθόλου. Κι αν, ωστόσο, ασχολούμαι ακόμη με τα παλιά και τα λεπταίσθητα, γιατί το κάνω;

Δεν θα αποκαλύψω την απάντησή του ποιητή, οι αρετές του οποίου εντοπίζονται στο ποιητικό του σύμπαν. Η σκανδαλωδώς παρεξηγημένη «παιδικότητά» του είναι ένα μοναδικό κατόρθωμα, καθώς ποτέ άλλοτε η παιδική ηλικία δεν μίλησε τόσο καθαρά στην ποίησή μας, όχι με την γλώσσα μιας αφελώς προσδιορισμένης παιδικότητας αλλά ως καθολική συνθήκη του ανθρώπινου υποκειμένου. Και μιλώντας για την ανθρώπινη εμπειρία, οι «Μικρές αγωνίες» αποτελούν ένα από τα αρτιότερα ποιήματα στην γλώσσα μας, ποίημα ανατριχιαστικής ψυχολογικής ακρίβειας και της πιο βαθιάς αλληλεγγύης με τον ανθρώπινο πόνο.

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ο Οδυσσέας Ελύτης απέναντι στον Σεφέρη και τον Καβάφη, ο Ελύτης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο Καβάφης, οι λέξεις και το πράγματα, μερικές σκέψεις για το δημοτικό τραγούδι του Αλέξη Πολίτη και μια υπόθεση για την ποίηση της παιδικής ηλικίας αποτελούν ορισμένα από τα θέματα των άλλων δοκιμίων ορισμένα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Τείχη), ειδικές εκδόσεις και τόμους ή εκφωνηθεί ως ανακοινώσεις σε εργαστήρια, ομιλίες σε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις εκδόσεων κ.ά., ενώ τα υπόλοιπα είναι ως τώρα αδημοσίευτα. Ο δοκιμιακός λόγος του Καψάλη περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που καθιστούν ένα σχετικό βιβλίο άξιο ανάγνωσης από ειδικούς και ανειδίκευτους: πλούσια και απολαυστική γλώσσα, πρωτότυπες και συζητήσιμες προτάσεις, κάθετες ερμηνευτικές ανασκαφές, κείμενα που σε στέλνουν κατευθείαν στα ίδια τα ερευνώμενα κείμενα.

Το τελευταίο κείμενο, η Ντροπή και η Συγχώρηση (από τον βασιλιά Ληρ στον Πρίμο Λέβι), αρχίζει με μια από τις πιο σπαρακτικές σκηνές αναγνώρισης στο θέατρο και ίσως σε όλη την λογοτεχνία: είναι η στιγμή που ο σαιξπηρικός Βασιλιάς Ληρ συνέρχεται και αναγνωρίζει την Κορδέλια. Τώρα γνωρίζει ότι αδίκησε την κόρη του, ότι η βάναυση πράξη του να την εξορίσει από το βασίλειό του και από την καρδιά του ήταν μια πράξη βίας· πρέπει να τον συγχωρήσει η Κορδέλια αλλά πρέπει εκείνος πρώτα να συγχωρήσει τον εαυτό του. Μπορεί κανείς πραγματικά να «συγχωρήσει τον εαυτό του»; Εδώ ο Καψάλης εκκινεί από μια ολόκληρη περιοχή της σαιξπηρικής δραματουργίας που κυριαρχείται από την θεματική της συγχώρησης και φτάνει ως την Χάνα Άρεντ και τον Πρίμο Λέβι, για να φωτίσει την συγγνωμοσύνη, το ήθος δηλαδή μιας πραγματικής κατανόησης του άλλου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 304.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Philip Larkin [2], William Butler Yates, Τέλλος Άγρας [2], Geoffrey Rush ως Βασιλιάς Ληρ.

31
Ιαν.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 182. Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Περί γραφής

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Και στα τρία βιβλία μου, αλλά και σε όποια διηγήματα έχω δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ή αλλού, οι πρωταγωνιστές μου είναι αντιήρωες. Αυτό οφείλεται στο ότι αρνούμαι στη ζωή μου να δεχθώ ότι κάτι είναι τέλειο, με πρώτο και πιο ατελή τον εαυτό μου, ενώ πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να είναι αντανάκλαση του κόσμου, ρεαλιστική, υπερρεαλιστική, συμβολιστική ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έχει επινοηθεί ή θα επινοηθεί.

Έτσι στο πρώτο μου βιβλίο, το μυθιστόρημα με τίτλο Αφιερωμένο στην Έλενα, παρακολουθούμε εν θερμώ, σε πρώτο πρόσωπο, την αφήγηση ενός τρομοκράτη-οικογενειάρχη που προσπαθεί να μας διασώσει την «αλήθεια» του.

Στην συλλογή διηγημάτων μου Η όψη, η «πραγματικότητα» είναι μυωπική και διαστρεβλωμένη από τις υποκειμενικές κρίσεις των ηρώων της, ξεκινώντας με το διήγημα «Ο παραμορφωτικός καθρέπτης». Είναι ένα κολάζ σύγχρονων χαρακτήρων.

Μέσα σε αυτή τη γενικότερη θεώρησή μου ήταν αναμενόμενο να με γοητεύσει ο μοιχός, υβριστής και λάγνος Αρχίλοχος και να αποτελέσει έναν από τους δυο  κεντρικούς ήρωές μου στο τελευταίο ιστορικό μυθιστόρημά μου Ο Αρχίλοχός του. Ο δεύτερος είναι ο σύγχρονος μας Δημήτρης, που είναι πνιγμένος στη μετριότητά του και ανίκανος να πραγματώσει τις επιθυμίες του, σε ένα περιβάλλον με το οποίο δεν μπορεί να συμφιλιωθεί.

Τους δυο αυτούς αντιήρωες επιδίωξα να φέρω κοντά, ψυχολογικά, θυμικά και νοητικά, ευελπιστώντας ότι θα αξιοποιήσω το παρελθόν μέσα στο παρόν, φτιάχνοντας ένα υβριδικό είδος μυθιστορήματος. Από την άλλη προσπάθησα να αναμίξω διάφορους τρόπους γραφής, οπτικές γωνίες και κάποτε και καλλιτεχνικά ρεύματα. Αλλά ας αφήσω να κρίνουν οι κριτικοί και το κοινό κατά πόσον πέτυχα τους στόχους μου. Άλλωστε θα ήταν ασυνεπές να εξαιρέσω τον εαυτό μου από το αίτημα της ατέλειας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν κάποιοι ήρωές μου εγκαθίστανται στο μυαλό μου με ακολουθούν παντού.

Επειδή όμως η πεζογραφία, σε αντίθεση με την ποίηση, δεν είναι αποσπασματική, μου είναι δύσκολο να ορθώσω μια οργανωμένη παράγραφο ή να καταβληθώ από οίστρο για παράδειγμα σε δημόσιους χώρους, όπως το τρένο, το λεωφορείο ή αλλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαρακτήρες μου δεν μου «μιλούν», δεν με επηρεάζουν ή ακόμα και δεν με συμβουλεύουν παντού. Άρα το μυθιστόρημα, κατά αυτήν την έννοια, «γράφεται» κάθε στιγμή του βίου μου, καθώς η επεξεργασία είναι διαρκής. Μόνο μετά τη δημοσίευσή του επέρχεται «ο θάνατος του συγγραφέα», όπως λέει και ο Ρολάν Μπαρτ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες και τα βιβλία μου είναι κομμάτια του εαυτού μου. Αν δοκίμαζα να ξεκόψω κάποιον ή κάτι θα ήταν σαν να ακρωτηριαζόμουν. Μέσα σε αυτούς υπάρχουν τμήματα του χαρακτήρα μου, βιώματά μου, αλλά και αυτών των προσώπων που γνώρισα ή γνωρίζω, παραμορφωμένα, τροποποιημένα ή με μια σειρά προσωπείων.

Αν αρνιόμουν τα βιβλία μου θα αρνιόμουν την ίδια μου τη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τα λάθη και τις αβλεψίες μου, όπως άλλωστε κάνω και στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ίδια η ζωή και αυτό το μήνυμα καλούμαστε να περάσουμε στο αναγνωστικό κοινό εμείς που λέμε ότι είμαστε συγγραφείς. Αν αποτύχουμε θα αποτύχει και το έργο μας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ήρωες και οι ιδέες μου με βρίσκουν δεν τους βρίσκω.

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου χρησιμοποιούσα τη φαντασία μου για να δραπετεύω από τον κόσμο, πλάθοντας ιστορίες και τροποποιώντας την πραγματικότητα. Αργότερα αυτό το γεγονός επηρέασε τον τρόπο που έγραφα τα έργα μου. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τη φαντασία μου και με συγχωρείτε αν ακούγεται βαρύγδουπο.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει χημικός, βιοπορίζομαι ως έμπορος, αλλά το πάθος μου είναι η λογοτεχνία.

Οι θετικές σπουδές μου ίσως με έχουν επηρεάσει όσον αφορά την ακρίβεια έκφρασης, την αποφυγή της πολυλογίας και την αναλυτική σκέψη.

Η δουλειά μου με έχει φέρει σε επαφή με πλήθος χαρακτήρων και με τις πολλές μικρές ιστορίες τους.

Ό,τι έχω ζήσει υπάρχει μέσα στα βιβλία μου με έμμεσο τρόπο. Η παιδεία και η κουλτούρα μας χτίζεται κάθε λεπτό της ζωής μας. Ο συγγραφέας πρώτα πρέπει να ζει και μετά να γράφει. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να εκφράσει τους αναγνώστες του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα πολύ όταν ήμουν φοιτητής. Και τώρα σπάνιες φορές γράφω ποιήματα για προσωπική εκτόνωση, αλλά συνήθως δεν τα κρατάω.

Πολύ συχνά χρησιμοποιώ την ποιητική έκφραση στα βιβλία μου. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι το τελευταίο βιβλίο μου είναι για τον ποιητή Αρχίλοχο. Νομίζω όμως ότι ίσως γίνω καλύτερος αν επικεντρωθώ μόνο σε λίγα αντικείμενα. Όμως όλες οι τέχνες επικοινωνούν μεταξύ τους και καμία δεν είναι αμιγής.

Φυσικά μου αρέσει να διαβάζω ποίηση όπως και πεζογραφία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Έχω εκδώσει μιας κάποιας μορφής –ας πούμε- μονογραφία, με μορφή μυθιστορήματος, που νομίζω ότι με αντιπροσωπεύει, για τον ποιητή Αρχίλοχο. Χρειάζεται πολυετή προσήλωση και μελέτη για κάτι τέτοιο.

Ίσως το ξανακάνω στο μέλλον, αλλά δεν μου αρέσει να προλέγω για κάτι που δεν είμαι σίγουρος.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Τους τελευταίους μήνες ένας ήρωας και μια ηρωίδα γυρίζουν διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου. Πλάθονται σαν ζυμάρι, σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά τους, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους όπως τα μικρά παιδιά και αναδύουν κομμάτια της πλοκής, που περιφέρονται σε μια χαώδη θάλασσα.

Κάποια στιγμή δεν θα αντέξω και θα αρχίσω να τους βγάζω στο χαρτί. Τότε για χρόνια θα στοιχειώσω και θα χρειαστεί να επισκέπτομαι βιβλιοθήκες και να κατεβάζω τόμους.

Από την άλλη ένα ισχυρό σοκ απογοήτευσης θα μπορούσε να διαλύσει το οικοδόμημα. Έχω αγωνία να μάθω τι θα γίνει.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου παθιαζόμουν ανά περιόδους με διάφορους συγγραφείς και στη συνέχεια εν μέρει τους ξεπερνούσα, καθώς ο καθένας μου άφηνε και κάτι. Στην εφηβεία μου λάτρεψα τον ευαίσθητο Σαμαράκη. Μετά, στο πανεπιστήμιο, αφού συχνά οι φοιτητές θέλουν να δείχνουν διανοούμενοι, μπήκα στον Μαρξ, στον Σαρτρ, στον Νίτσε και τον Φρόυντ.

Μετά πέρασα περιόδους Στάινμπεκ, Κούντερα (ελάχιστα μου άφησε αν και τον θαυμάζω), Καζαντζάκη, Κάφκα, Έσσε, Ντοστογιέφσκι, Ράσελ, Χάμσουν, Καραγάτση, Λέσινγκ, Κική Δημουλά και τελευταία είμαι γοητευμένος από την Αρχαία Λυρική ποίηση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο άρχοντας των μυγών  του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Η δίκη του Κάφκα και η Αρχαία Λυρική ποίηση, λόγω της πηγαίας φυσικότητας και της ευθύτητάς της.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, «το ψαράκι της γυάλας» του Μάριου Χάκκα και το «Άγριο βελούδο» της Μαρίας Κουγιουμτζή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μου αρέσουν οι ατελείς χαρακτήρες, που είναι αδύναμοι να αντισταθούν στα γεγονότα, στο περιβάλλον ή στα πάθη τους. Είναιανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε.

Πάντα θα θυμάμαι τον Ρασκόλνικωφ από το Έγκλημα και τιμωρία ή τα παιδιά του Άρχοντα των μυγών του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά λογοτεχνικά περιοδικά προσέφεραν ή προσφέρουν στο χώρο. Ενδεικτικά αναφέρω τη Λέξη και την Νέα Εστία.

Τα πολύ παλιά όπως Η Διάπλάσις των Παίδων ή Η Επιθέωρηση Τέχνης δεν τα έχω μελετήσει τόσο όσο θα ήθελα.

Τα πιο πρόσφατα και τα εν ενεργεία θα κριθούν ορθότερα στο μέλλον.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Γκαλίνα, η σκοτεινή οικιακή βοηθός του Ανδρέα Μήτσου και το αφιέρωμα του περιοδικού Φιλολογική στη θεωρεία της λογοτεχνίας και στα λογοτεχνικά ρεύματα (τεύχος 140).

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω συχνά και λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές, τόσο από λογοτεχνικά περιοδικά, όσο και από εφημερίδες, αλλά και από το διαδίκτυο. Δυστυχώς δεν προλαβαίνω να πηγαίνω συχνά σε βιβλιοπαρουσιάσεις συναδέλφων λόγω έλληψης χρόνου.

Το διαδίκτυο έχει το πλεονέκτημα τις εύκολης πρόσβασης και απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό. Όταν όμως θέλω να διαβάσω κάποιο μεγαλύτερο μελέτημα προτιμώ τις έντυπες εκδόσεις.

Θεωρώ ότι ως διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος έχω την ευθύνη να είμαι ενημερωμένος σχετικά με τους λογοτέχνες και τη λογοτεχνία. Μου φτάνουν πλήθος βιβλίων που δυστυχώς δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω όλα. Κάθε όμως αβλεψία μου, όσον αφορά κάποιο πολύ καλό έργο, κυρίως μη εγνωσμένου συγγραφέα, θεωρώ ότι είναι ένα μικρό εξ’ αμελείας έγκλημα, παρόλο που ελάχιστο ή καθόλου αποτέλεσμα θα είχε η δική μου συμβολή στην αποτίμηση. Φοβάμαι ότι έχω κάνει πολλά τέτοια εγκλήματα και ζητώ συγνώμη στον άγνωστο λογοτέχνη.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ και σύγχρονο θέατρο και κινηματογράφο. Μου άρεσαν πάντα ο Αλμοδόβαρ και ο Αγγελόπουλος. Χαριτολογούσα βέβαια πάντα λέγοντας ότι αν θα θέλαμε να φτιάξουμε ένα έργο με φυσιολογικό ρυθμό θα έπρεπε να βάλουμε να παίζουν ταυτοχρόνως μια ταινία του ενός και μια του άλλου, μια και αυτές του πρώτου εξελίσσονται ταχύτατα και του δεύτερου πολύ αργά.

Μου αρέσουν βέβαια και άλλοι σκηνοθέτες και έργα όπως ο Κουστουρίτσα, ο Βέντερ, ο Μπέρκμαν, ο Παζολίνι, ο Κόπολα και σίγουρα έχω παραλείψει πολλούς.

 Λατρεύω το αρχαίο ελληνικό θέατρο, άλλα η ερώτηση σας είναι για το σύγχρονο. Μια θεατρική παράσταση που επηρέασε τη ζωή μου και λόγω προσωπικών περιστάσεων ήταν Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που είδα όταν ήμουν περίπου εικοσιπέντε χρονών.

Πρόσφατα είδα και το Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ του Έντουαρτ Άλμπι, που μου άρεσε πολύ, γιατί αντίκριζε τη ζωή σαν ένα παιχνίδι φανταστικών ψηφίδων.

Δεν αγαπώ τις επιθεωρήσεις γιατί τις θεωρώ πολύ επιδερμικές. Προτιμώ οι παραστάσεις που βλέπω να με ψυχαγωγούν και όχι απλώς να με διασκεδάζουν. Αισθάνομαι πολύ ωραία όταν βγαίνω «γεμάτος» από την αίθουσα και όχι με ένα ψυχικό κενό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θεωρώ ότι το internet έχει κάνει καλό στη λογοτεχνία. Πολλά ποιήματα δημοσιεύονται στο facebook και διαβάζονται από ομάδες κυρίως ποιητών.

Υπάρχουν διαδικτυακοί ιστότοποι που δημοσιεύουν βιβλιοπαρουσιάσεις και κριτικά σημειώματα με πολύ χρήσιμες απόψεις. Βιβλία, καλά ή κακά, διαφημίζονται κάνοντας καλό γενικότερα στην αναγνωσιμότητα.

Σε κάποιες μόνο περιπτώσεις η σύντομη και γρήγορη πληροφορία μπορεί να είναι επιδερμική και πρόχειρη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ο  Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για να μείνει πάντα νέος, πιστοποιώντας τις θέσεις του αισθητισμού που αντιπροσώπευε ο συγγραφέας του.

Η ταπεινότητά μου, που θεωρεί ότι η ζωή και η συγγραφή είναι ένα και ευελπιστεί κάθε σημείο της ζωής της να είναι τέχνη, της φαίνεται το ζητούμενο ανεκπλήρωτο. Κατά μια όμως έννοια θα πρέπει να δώσω προτεραιότητα στη ζωή, γιατί αυτή είναι η λογοτεχνία μου. Άρα, ναι, θα δεχόμουν το δώρο της αιώνιας νιότης. Άλλωστε θα μου αρκούσε, όπως σας είπα, η φαντασία για να ζήσω, ακόμα και αν δεν έγραφα τίποτα. Αν μου την αφαιρούσατε εκεί θα είχα πρόβλημα. Σίγουρα θα τρελαινόμουν. Άρα ας πω παραφράζοντας το «η τέχνη για την τέχνη» «η τέχνη για τη ζωή».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν μου έρχεται κάτι στο μυαλό. Θεωρώ όμως ότι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να κάνει κάποιος σε έναν συγγραφέα είναι να διαβάσει τα βιβλία του. Εκεί βρίσκονται ίσως περισσότερες απαντήσεις από αυτές που σας έδωσα. Και πραγματώνονται μόνο με την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη. Μπορεί όμως να αποδειχθούν και κενά, χωρίς να αγγίξουν. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να δημοσιεύω και να μοιράζομαι πήρα αυτό το ρίσκο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Στις εικόνες: Knut Hamsun, Bertrand Russell, Herman Hesse, Doris Lessing, John Steinbeck [Scott Morse], Edward Albee, Bertolt Brecht.




Δεκέμβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 956.655 hits

Αρχείο

Advertisements