Archive for the 'Ελληνική Λογοτεχνία' Category

29
Μάι.
18

Δημήτρης Χριστόπουλος – Σπουδή στο κίτρινο

Περικοπές από βίους ηττημένων και αγωνιστών

Και σκεφτόμουνα…αν, λέω αν, κάποια στιγμή καθιερωθούν παρελάσεις και παράτες για τους ανθρώπους σαν τον Αθάνατο και για όλους τους Αθάνατους του κόσμου, που ζούνε – χωρίς μπατζάκια ή μανίκια – σε σοφίτες και σε χαρτόκουτα, σε άσυλα και σε στοές, κυνηγημένοι και εξόριστοι από θεούς και ανθρώπους, γιατί πολέμησαν και έπεσαν υπέρ χρημάτων και βωμών. Γι’ αυτό μισούσα από μικρός τις παρελάσεις και τις σημαίες. Γι’ αυτό. [σ. 187]

μονολογεί ο αφηγητής του West Side Story, που κάνει συντροφιά στον Αθάνατο Θανάση, που ζει σ’ ένα δώμα, χωρίς πόδια εξαιτίας ενός εργατικού ατυχήματος στο Πέραμα αλλά πεισμώνει και ελπίζει αφού πλέον νοικιάζονται και οι άνθρωποι. Κι αρχίζει να περπατάει με τα χέρια και στερεώνει το σακατεμένο του κορμί σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο καρότσι λαϊκής με δυο ρόδες – μια εικόνα που θυμίζει στον αφηγητή τις παρελάσεις με τους ανάπηρους του πολέμου. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς για να εργαστεί; Κι όμως υπάρχει μια δουλειά ακριβώς για την περίπτωσή του: να γίνει φύλακας σκυλάνθρωπος σε μέρη κακόφημα, όπου φυλές και πλάσματα είναι «χωρίς».

Με το βλέμμα στη φυγή ο Γεράσιμος Μαρκίδης μιας εταιρείας κηδειών σε προδιαγεγραμμένη χρεοκοπία βρίσκει καταφύγιο στις ψυχρές αίθουσες των κοιμητηρίων πίνοντας φτηνά κονιάκ με τεθλιμμένους συγγενείς· στο σπίτι η Κλαίρη βρίσκεται σε συνεχή απουσία και απιστία, η μεγάλη κόρη ετοιμάζεται για πολυέξοδες σπουδές στο εξωτερικό και ο μικρός γιος περιμένει την σειρά του. Με τις παγερές σιωπές των παιδιών να εναλλάσσονται με τις κατηγορίες της για εκείνον που δεν είναι «αρκετά αρκετός» και με τον χρόνο να τους έχει όλους χωνέψει, ο Μαρκίδης ταξιδεύει αρχές φθινοπώρου εν πλω για να κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς και τα κιτάπια. Αυτός που στερήθηκε τον διάλογο συναντά στο κατάστρωμα τον Μααμούν που έχει φτάσει από τους αγριότερους τόπους του παρόντος και μιλούν με όλους τους τρόπους την πανάρχαια γλώσσα του πόνου. Οι κώδικες των οριακών στιγμών καταργούν φύλα και φυλές, σύνορα και θρησκείες. Μαζί ονειρεύονται την φυγή, «όπου σε βγάλει, χωρίς να κοιτάζεις πίσω», αλλά την ίδια στιγμή δεν τους λαχαίνει παρά μια ειρωνική έξοδος.

Στην Κρίση πανικού ο παραπάνω γιος στριμωγμένος στην γαλαρία ενός τρόλεϊ που μοιάζει με τρύπια βάρκα σε ακυβέρνητη πολιτεία παρατηρεί μια κοπέλα έξω στον δρόμο, σε ελεύθερη κατάδυση, σε μια σχεδόν ονειρική κινηματογραφική μεταφορά, ενώ μέσα στο κλυδωνιζόμενο σκάφος οι επιβάτες απαιτούν να πεταχτεί στην θάλασσα κάθε λαθρεπιβάτης – κι εδώ το όνειρο σταματά. Πιο ξένη κι εκείνη από αυτόν αντιλαμβάνεται πως δεν μπορούν παρά να σώσουν ο ένας τον άλλον γιατί δεν έχουν πια ούτε τον χρόνο να λυπηθούν τον εαυτό τους. Σε μια «συγγενική» οικογένεια δυο αδελφές απέχουν τα έτη φωτός που σκοτεινιάζουν σήμερα κάθε ανθρώπινη επικοινωνία: η μία αποβλήθηκε από το σχολείο επειδή μίλησε επιθετικά σ’ έναν Άραβα συμμαθητή της, η άλλη κάνει παρέα με την μιγάδα Σαμπίν και επιχειρεί να της μοιάσει στην εμφάνιση, ενώ ο πατέρας προτιμά να παραμένει στον δικό του κόσμο (Τομπισκοτάκιμου).

Όταν Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο ένας πετρωμένος αφηγητής περιμένει τις αργίες για να περιγράψει την τσιμεντούπολή «μας», τα ραγισμένα πεζοδρόμια και τα φαντάσματα των άδειων κτιρίων, μια πόλη φρυγμένη «που κάθε βράδυ λιγοστεύει». Βλέπει τους περαστικούς αμίλητους, κανείς να μην κοιτάζει κανέναν· ξαπλώνει στα χαρτόνια των αστέγων κάτω από ένα παροπλισμένο ξενοδοχείο και αναρωτιέται μήπως με τα χρόνια έγινε αόρατος. Είναι άραγε μνημείο αυτός που τα μνημεία απεχθάνεται γιατί εγκλωβίζουν το κεφάλι της ιστορίας σε κύφωνα; Γίνεται ποτέ να πετρώσεις το χρόνο; Τις νύχτες κάποια κοπέλα ακουμπά αδέξια πάνω του για ν’ ανάψει τσιγάρο, άλλοι του γυρνάνε την πλάτη ή περπατούν σκυφτοί, μόνο το κεφάλι να κουνάνε σαν κατάδικοι σ’ ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων, εξαργυρώνοντας στα ΑΤΜ τα τελευταία λάφυρα από τις τράπεζες που τοκίζουν την θλίψη τους. Αλλά όταν φτάνει το κορίτσι της προηγούμενης ιστορίας εκείνος της συστήνεται και το απρόβλεπτο κοινό τους στοιχείο κοκκινίζει τον ουρανό και φωτίζει το μέλλον.

Κάθε ιστορία επιστρατεύει έναν κεντρικό χαρακτήρα που ταυτόχρονα αποτελεί κεντρικό ήρωα του δικού του ταπεινού βίου και περιφερειακό κομπάρσο μιας ζωής που υπεξαιρείται κάθε μέρα από την σκληρή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Αλλά την ίδια στιγμή μας προσκαλεί να θυμηθούμε ένα αντίστοιχο πρόσωπο από την δική μας ζωή. Ποιος δεν είχε στην εφηβική του παρέα εκείνον που πάντα έμοιαζε μεγαλύτερος, έφτιαξε μια μπάντα και ονειρευόταν να πετάξει μακριά όπως εδώ ο Τσάρλυ του Never mind; Εσωτερικός μετανάστης από την επαρχία στον Πειραιά, με πατέρα για πάντα χαμένο στα ανοιχτά του Κέιπ Τάουν, στριμωγμένος στο ανήλιαγο δυάρι μιας γηραλέας πολυκατοικίας, ο δεκαεξάχρονος φίλος, όπως τον θυμάται ο αφηγητής, γνώριζε καλά σε τι ήταν προικισμένος. Αλλά αντιπαθούσε «όσους μιλούν για κανονικότητες ή γραδάρουν την κοψιά σου» γιατί του θύμιζαν τον Προκρούστη και οι γείτονες που δεν άντεξαν τα ξεσπάσματα ή την όψη του ανάγκασαν την οικογένειά του να μετακομίσει για άλλη μια φορά.

Κάπως έτσι τα σπάνια μουσικά ταλέντα που δεν έφτασαν ποτέ ως τα αυτιά μας ανέβαιναν στις ταράτσες για συναυλία με κοινό την αχανή πόλη και είχαν τα χέρια τους ανοιχτά, έτοιμα να πετάξουν αλλά φαίνεται πως αυτό δεν αρκούσε. Εκεί τον ψάχνει ο αφηγητής, στις καπνισμένες πρόβες με τις υποσχέσεις, την σιωπή των αδέσποτων του δρόμου και τους στίχους του τραγουδιού που τότε τα προέβλεπε όλα. Αν κάθε ιστορία του Χριστόπουλου είναι την ίδια στιγμή κεφάλαιο σε μυθιστόρημα και αυτόνομη ταινία μικρού μήκους, αυτή εδώ θα την κρατούσαμε αγύριστη, γιατί ανήκει στον Νίκο Νικολαΐδη.

Όλα καλά, «Όλα καλά θα πάνε τώρα», η μόνιμη επωδός εκείνων που μετανάστευσαν λέγεται κι από τους άλλους που έμειναν πίσω. Τελικά να φεύγεις για να «ζήσεις» ή να μένεις για να παλέψεις; Ο Σταύρος Δαμίγος, χαμένος νικητής και πατέρας του αφηγητή, διάλεξε το πρώτο, αλλά χάθηκε στα τάρταρα του κάρβουνου, στα ορυχεία του Βελγίου. Κι ο γιος για να μην αφεθεί η οικογένειά του στα ίδια σκοτάδια προτίμησε να παίζει στα χαμένα, κολλημένος στα περίχωρα του Λιμανιού, ορκισμένος να μην τα εγκαταλείψει ποτέ, ελεύθερος πολιορκημένος να τα βάζει με όλους και όλα. Αυτός που πεισματικά παρέμεινε έγκλειστος στον τόπο του, με την μητέρα εργάτρια στα Λιπάσματα κι έπειτα στου Κεράνη, είναι βέβαιος ότι κανείς δεν γλιτώνει φεύγοντας και εξακολουθεί να λέει «όλα καλά». Φυγή ή παραμονή, το δίλημμα της νέας γενιάς σήμερα, είναι ένα υλικό που φτιάχνει ολόκληρο μυθιστόρημα αλλά ο συγγραφέας προτίμησε να το πυκνώσει στην εκτενέστερη ιστορία του.

Στο διήγημα Δεν με λένε Αντώνη ο χαρακτήρας κατεβαίνει εσπευσμένα από το λεωφορείο για να συναντήσει τον παλιό του φίλο Οδυσσέα, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίνεται στο όνομά του. Τα μαλλιά του μοιάζουν βρώμικα, τα γένια του είναι μακριά και στο βλέμμα του αντικρίζει όλα τα πρόσωπα των ηττημένων. Μήπως εκείνος είναι κάποιος άλλος, μήπως ο ίδιος είναι ένας άλλος; Για άλλη μια φορά θα επιστρατευτεί η μνήμη για να συγκολλήσει τις σπασμένες ψηφίδες μιας εποχής, μιας αφισοκόλλησης με δυο άλλους φίλους, μιας άνανδρης επίθεσης με σιδερένιες γροθιές κι ενός από μηχανής Οδυσσέα να σώζει τις ζωές τους και να γίνεται άφαντος. Ίσως τώρα αυτός να είναι ο κυνηγημένος και να ζει με άλλο όνομα, γιατί και οι φίλοι του ξαναβαφτίστηκαν με ευπρεπή ονόματα ποιος είναι αυτός να τους κρίνει, σήμερα που «δεν αλλάζουν μόνο όνομα οι δρόμοι, αλλά και η ιστορία που ξέραμε». Αλλά από την ανάποδη, τίποτα που αξίζει να αλλάξει δεν αλλάζει. Ο ήρωας κάνει κύκλους στις προσφυγικές συνοικίες, Βούρλα, Τσιμεντάδικα, Λιπάσματα, Ηλεκτρική, Ικόνιο, και μια παραίτηση του υπαγορεύει πως τίποτε δεν είναι στο χέρι του ν’ αλλάξει. Ίσως μόνο και το δικό του όνομα.

Το εργοστάσια, μια δίνη που σε ρουφά και τότε δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς τίποτα. Το μυαλό σου θολώνει κι οι σκέψεις σου ηλεκτροφόρα καλώδια. Γίνεσαι με τον καιρό κι ο ίδιος μια ηλεκτρική συσκευή που δουλεύει ασταμάτητα, ακούραστα, αθόρυβα, με υπακοή. Κουρδίζεσαι στη νόρμα της, ανασαίνεις την ανάσα της, παίρνεις ενέργεια απ’ την πρίζα. [σ. 107]

Cum Juda: Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς για να κρατήσει την δουλειά του; Τι μπορείς να κάνεις αν δεν θέλεις να βρεθείς στην θέση του πατέρα που τον συνέλαβαν να κλέβει ένα κουτί μαρκαδόρους για το παιδί του; «Ο φόβος της απόλυσης άλλους τους κάνει πρόβατα κι άλλους τους κάνει λύκους». Ο Χρήστος Αλεξίου διάλεξε να σώσει τον εαυτό του εις βάρος κάποιου άλλου κι αναγκάστηκε να ζει με την φαρμακερή επωδό της συντρόφου του Αμαλίας, πως ο προδότης και ο ρουφιάνος είναι χειρότερος από δολοφόνο. Στο εργοστάσιο, λοξοκοιτάγματα, κομμένες μιλιές, ο κλοιός της σιωπής. Τα ελαφρυντικά του: κι οι περισσότεροι το ίδιο κάνουν ή το ίδιο θα έκαναν. Τώρα που θα δει και το όνομά του πρώτο στην λίστα των ανακοινώσεων και γίνει ένας «άνεργος, φτωχός, μη-άνθρωπος», όταν μπει και το δικό της μέσα σε άλλη λίστα έξω από τους απόπατους, ο Χρήστος Αλεξίου, που δεν έπαψε να «βλέπει» τα εργοστάσια να μπαρκάρουν σαν πλοία, ζει την δική του Μεγάλη Βδομάδα. Και τι λόγο ύπαρξης έχουν η Σταύρωση και η Ανάσταση αν δεν ανασταίνουν τους ανθρώπους;

Διωγμένος από ένα εργοστάσιο στην Ελευσίνα, από ρουφιανιά κάποιου Χρήστου, ο Διονύσης της επόμενης ιστορίας, The knocker-upper man, είναι ο εξαφανισμένος δίδυμος αδελφός του αφηγητή, ο οποίος γιορτάζει μόνος τα είκοσι επτά τους χρόνια και ανατρέχει στο δραματικό οικογενειακό παρελθόν. Πόσο μοναδική και ταυτόχρονα πόσο παγκόσμια κι αυτή η Αγία Οικογένεια, όπου ο μισητός πατέρας είναι ο γραφειοκράτης που με μια υπογραφή καθορίζει ζωές αλλά κι ένας βράχος ηθικής που ως σωστός βράχος πλακώνει την γυναίκα και τα παιδιά του. Άτακτος και ανυπότακτος, ο Διονύσης υφίσταται τα πάνδεινα και κάποια στιγμή μετατοπίζει τα σύνορα εντός του, παρατώντας όνειρα, τρέλες και κορίτσια για να γίνει ένα με το τραγούδι ενός συνομήλικου Μόρρισον.

Αυτός ο πατέρας των καθοριστικών υπογραφών μας περιμένει στην επόμενη ιστορία Τυπική καρικατούρα αναρριχώμενου πολιτικού με βαθιές υποκλίσεις και διατεταγμένους δορυφόρους, κυβερνά χάρη στις θυσίες των αγωνιστών μιας άλλης εποχής. Η αγροτική καταγωγή τού αρκεί ως πιστοποιητικό κοινωνικής ευαισθησίας και πολιτικής ορθότητας και μερικοί πίνακες στον τοίχο ως δείγματα καλλιτεχνικής παιδείας, σπουδή στο κίτρινο. Όλα πάνε κατ’ ευχήν μέχρι την στιγμή που η κομμώτρια που κάλεσε στο γραφείο αποδεικνύεται απολυμένη με την τζίφρα του, αναξιοπαθούσα προστάτης οικογένειας, οικονομικά ασθενής. Στις επόμενες σελίδες η ίδια η ζωντανή τέχνη της εκδίκησης ή της δικαίωσης θα αποκτήσει τα κίτρινα χρώματα που ο ίδιος θαύμαζε στο γραφείο της εξουσίας και αμφότεροι θα γίνουν χρώμα στον απολογισμό της ζωής τους, ο καθένας εκείνο που του αξίζει.

Μπορεί η καθημερινότητα να περιθάλπει τα όνειρα ή στο τέλος τα ξεπλένει μέχρι να ξεθωριάσουν; Η Ίντιγκο από μικρή ξέρει την τέχνη του πλυσίματος, του απλώματος και του σιδερώματος και τηρεί κατά γράμμα το πρωτόκολλο της καθαριότητας που διδάχτηκε απόν μικρή. Κάποτε τα σεντόνια γίνονται πολύχρωμοι χαρταετοί με καλούμπες τα ίδια τα σχοινιά. Τα σημάδια στα ρούχα της είναι το ίδιο αντιπαθή με τα σημάδια που επιμένουν να αφήνουν οι άνθρωποι. Τώρα μ’ έναν σύζυγο που λείπει όλη την μέρα σε κάποια υποτιθέμενη δουλειά και επιστρέφει μουρμουρίζοντας σπασμένες λέξεις από ξένα στόματα, βλέπει τα ίδια της τα όνειρα να ξεθωριάζουν όπως τα χρώματα στον ήλιο. Αλλά προέχει η επιβίωση και μια κόρη που αξίζει καλύτερη ζωή, κι ας μοιάζει το σπίτι με ναρκοπέδιο κι ας γίνεται ο σύντροφος βιαστής. Ακόμα και στην νέα εξουθενωτική της δουλειά σ’ ένα μοτέλ στον Σταθμό Λαρίσης θα φροντίσει το ζευγάρι των αστέγων που σαλεύει στο σκοτάδι. Άλλωστε….

Η χειρότερη φυλακή δεν είναι ο Κορυδαλλός, είναι αυτή που χτίζουμε, πέτρα την πέτρα, κάθε μέρα με τα ίδια μας τα χέρια –χωρίς ν’ αγγίζουμε τους τοίχους, για να ’χουμε έτσι την ψευδαίσθηση της ελευθερίας– και δεν μπορούμε να την γκρεμίσουμε ούτε να δραπετεύσουμε. Ένα μπουντρούμι που χωρά μονάχα το ασήμαντο σαρκίο μας, ένα στενό κελί που στενεύει όλο και πιο πολύ, σφίγγει, μικραίνει, συρρικνώνεται, μέχρι να μας συνθλίψει εντελώς. Και να σκεφτείς πως κάποτε έζησαν άνθρωποι κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο, αλλά το δωμάτιο είχε παράθυρα ανοιχτά στον κόσμον όλο. [Λερωθείτε, κάνει καλό, σ. 161]

Αν σε μια εποχή σαν κι αυτή οι ερωτικές ιστορίες συμβαίνουν ακαριαία, συχνά ερήμην του ενός, τότε ο ιππότης της ασφάλτου είναι μια ιδανική εκδοχή τους. Είναι η ιστορία για το κορίτσι που περνάει όλες τις γιορτές στο κουβούκλιο των διοδίων, συνηθισμένη στην μεθόριο και την μοναξιά της εθνικής οδού, πόσο μάλλον όταν ο σύζυγός της τής προσφέρει τα ίδια στο σπίτι. Κι έτσι, όταν μαζί με τον αέρα που κατεβαίνει από τα προγονικά της μέρη στην Πολωνία, βλέπει πάμφωτη μια νταλίκα να κυλά στην μαύρη άσφαλτο, με κάτι γραμμένο για την αγάπη να αναβοσβήνει στο παρμπρίζ, κι ο οδηγός της προσφέρει λόγια νοιαστικά για την ασθένειά της, εκείνη αποφασίζει να τον περιμένει σε κάθε της βάρδια, να πάρει τα λεφτά από το ταμείο και να φύγουν μαζί, όσο πιο μακριά γίνεται. Γίνεται;

Οι χαρακτήρες των δεκαοκτώ ιστοριών, πρώτοι, δεύτεροι ή τελευταίοι, πασχίζουν να κρατήσουν στην μνήμη αυτό που ήταν ή ήθελαν να είναι, να καταλάβουν τον σημερινό εαυτό τους, να μαζέψουν τα κομμάτια του. Βγαίνουν όπως βγαίνουν από δράματα και συντριβές, γαντζώνονται από ποιήματα και τραγούδια, ονειρεύονται την αναχώρηση και απορούν για την πατρίδα που σαν σαρκοβόρο ψάρι έτοιμο να τους κατασπαράξει τους προειδοποιεί να φύγουν μακριά. Όλοι μένουν και πεισματικά επιμένουν, όπως «οι ξεχασμένες σιδηροτροχιές του τραμ, που θάφτηκαν στην πυρωμένη άσφαλτο αλλά γυαλίζουν ακόμα». Ακόμα και οι Συνηθισμένοι άνθρωποι, δυο σύζυγοι που χάνουν το σπίτι τους, βγαίνουν και προχωρούν προς ένα μέλλον άδηλο αλλά πάντως μέλλον. Και δεν είναι μόνοι τους: δίπλα τους στις σελίδες, και κάπου μακρύτερα έξω στον κόσμο, περπατούν μαζί τους οι ήρωες όλων των ιστοριών όπως αυτές.

Πρόζες της ανελέητης κρίσης, θα μπορούσαν όλες αυτές οι ελάσσονες βιογραφίες να αρκεστούν στην ανάγλυφη απόδοση της σύγχρονης πραγματικότητας. Αλλά φαίνεται πως για τον συγγραφέα δεν είναι αρκετό, εφόσον όχι μόνο τους στερεί κάθε στεγνό, δημοσιογραφικό χαρακτήρα όπως κατά κόρον συνηθίζεται στην ανάλογη θεματολογία αλλά και τις μεταπλάθει σε λογοτεχνία. Είναι μια τέχνη λόγου όπου ακόμα και ο πιο σκληρός ρεαλισμός μπορεί να γράφεται με τον πλέον φυγόκεντρη ποιητικότητα. Μέσα από έναν καταιγισμό μεταφορών, παρομοιώσεων και εικόνων, όπου το ίδιο το κίτρινο χρώμα είναι κάτι παραπάνω από σκηνικό, ατμόσφαιρα ή μαρτυρία συναισθήματος, ο Χριστόπουλος, όπως ένας άλλος «συγγραφέας» στο εργαστήρι του εδώ, δοκιμάζει την αντοχή των λέξεων και υπόσχεται πως κάποια στιγμή θα τα γράψει όλα. Ήδη έγραψε αρκετά.

Είναι, τέλος, αξιοσημείωτη η διαδοχή των προσώπων από την μία ιστορία στην άλλη, χάρη σε διάφορους δεσμούς, σαν να ανταλλάσσεται η σκυτάλη του ίδιου αγώνα σε τόσο διαφορετικούς αθλητές, όχι για να τρέξουν ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα μιας σκληρής εποχής αλλά επειδή στην ουσία όλοι αποτελούμε κομμάτι της ίδιας ιστορίας και της ίδιας εποχής. Ποτέ άλλοτε τόσο ατομικές, τόσο μοναδικές ιστορίες, δεν ήταν ταυτόχρονα τόσο κοινές, τόσο συλλογικές.

Εκδ. Ροδακιό, 2018, σελ. 235, με έξι σελίδες σημειώσεων.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ. Οι προηγούμενες «Δημόσιες ιστορίες» του εδώ. Η 1η, η 4η και η 5η φωτογραφία είναι του συγγραφέα.

Advertisements
16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

05
Μαρ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 183. Σόνια Ζαχαράτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θύρα κόλασης ή παραδείσου, η αναδρομή στο παρελθόν, η λογοτεχνικοποίηση ονείρων, η κατάθεσή τους στο χαρτί. Από κάποιους επίμονους εφιάλτες ξεκίνησε  η συγγραφή του βιβλίου «Παιχνίδι με τον σπάγκο», (εκδόσεις Κουκούτσι). Ακολούθησαν μνήμες, ανασκαλέματα, φαντασία και μυθοπλασία, αναζητώντας την τακτοποίηση της σχέσης μιας κόρης με τη μάνα της και την οριστική κάθαρση. Υπάρχει, όμως, κάθαρση; Πόσο συγχωρείται η ενοχή; Πόσο γίνεται δυνατή η συγγνώμη; Πόσο αρχετυπικά λατρευτική είναι αυτή η σχέση; Ποιο είναι, εντέλει, το τραύμα και από πού εκπορεύεται και πού εδραιώνεται; Ποίηση, διάλογοι με θεατρικότητα και πεζά κείμενα έδεσαν τα αναπάντητα ερωτήματα, μετατρέποντάς τα σε μια σχεδόν τελετουργική εξομολόγηση.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Οι πρώτες προσπάθειες αφορούσαν τη συμμετοχή μου σε μικρές  ανθολογίες. Ήταν τότε, μεταξύ εφηβείας και μετεφηβείας, που τα όνειρα αλλά και η μελαγχολία έδιναν το παρών τους. Μαζεύαμε χρήματα και εκδίδαμε τα ποιήματά μας. Νομίζαμε ότι βάζαμε τα θεμέλια της διαφοράς από τους υπάρχοντες ποιητές, αλλά ακολουθούσαμε τους δρόμους που είχαν ανοίξει. Έπειτα, πέρασαν χρόνια, και το 1989 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Αστάρτη μια σειρά πεζοποιημάτων μου, με τίτλο «Πανσέληνος παρά κάτι».

Η ουσιαστική εμπλοκή μου με τη συγγραφή έγινε δέκα χρόνια αργότερα –απείχα εξ αιτίας της έντονης επαγγελματικής δραστηριότητάς μου στον χώρο της δημοσιογραφίας-, με το ψυχολογικό θρίλερ «Τρεις νύχτες του Αυγούστου (και μία ημέρα)» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Έχοντας πενθήσει, εκείνο το διάστημα, κάποιους λατρεμένους ανθρώπους μου, ήμουν πολύ θυμωμένη για το άδικο του θανάτου και προσπαθούσα να ‘τα βάλω’ μαζί του, να του αποδείξω ότι μπορούσα κι εγώ να κλέψω ζωές. Ήθελα να βγω νικήτρια, σκοτώνοντας ωσάν μαινάδα ή σαν τη θεά Εκάτη και έγραψα ένα κείμενο με αρκετή βία που με αιφνιδίασε και με τρόμαξε.

Η «Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα», εκδόσεις Εξάντας, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή ιστορικό αφήγημα αν προτιμάτε, που ξεκίνησε και προχώρησε μέσα από συμπτώσεις. Συμπτωματικά είδα μπροστά μου, καθώς περπατούσα, το όνομα Μαρία Θηρεσία, σκέφτηκα ‘πόσο δύσκολο είναι να σε φωνάζουν έτσι στις ημέρες μας’, το ξαναείδα τυχαία κάπου αλλού, θυμήθηκα την αυτοκράτειρα της Αυστρίας, ξεσκόνισα τις γνώσεις μου μπαίνοντας στο διαδίκτυο. Εκεί, ανακάλυψα και την Μαρία Θηρεσία Καρλότα. Έπεσα πάνω σε κάποιο ημερολόγιό της, το οποίο ξεκινούσε από μια 10η Αυγούστου, ημερομηνία των γενεθλίων μου. Άρχισα να το διαβάζω. Η Μαρία Θηρεσία Καρλότα ήταν η θυγατέρα της Μαρίας Αντουανέτας και του Λουδοβίκου 16ου, η οποία βίωσε στην εφηβεία της τον αποκεφαλισμό όλων των δικών της. Αναρωτήθηκα πώς μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος με τον λαιμό του, όταν μια λεπίδα έχει κόψει το κεφάλι των αγαπημένων του. Θέλει να τον βλέπει στον καθρέφτη, να τον πιάνει, να δέχεται πάνω του ένα χάδι, ένα φιλί; Έτσι, ξεκίνησε η περιπέτειά μου με αυτό το βιβλίο, για το οποίο ταξίδεψα στο Παρίσι, περιδιάβηκα όλους τους χώρους που είχε ζήσει η μικρή πριγκίπισσα, διάβασα αμέτρητες σελίδες ιστορίας.

«Τα νερά στα μάτια σου» από τις εκδόσεις Τόπος, είναι ένα ιστορικό αφήγημα, ερωτικό, η εξομολόγηση του Αντίνοου προς τον αυτοκράτορα Αδριανό, μια εξομολόγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Ο συγκεκριμένος έρωτας πάντα με συγκινούσε, καθώς είναι ίσως ο μοναδικός στην ιστορία που έχει αφήσει τόσα μνημεία πίσω του, τα οποία κοσμούν τα μουσεία της Ευρώπης. Ο Αντίνοος, μετά τον θάνατό του, ανακηρύχτηκε θεός από τον Αδριανό σε διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και στην Αθήνα, και το όνομα του δόθηκε σε μια πόλη της Αιγύπτου, σε ένα αστέρι και σε αγώνες που διεξάγονταν στη Μαντινεία.

«Ο εχθρός μου», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Κι αυτός, ο εχθρός, είχε ως ερέθισμα ένα ντοκιμαντέρ του BBC που αφορούσε τη σφαγή στο σχολείο του Μπεσλάμ, όταν το κατέλαβαν τρομοκράτες. Ποιος είναι, αλήθεια, ο τρομοκράτης; Πώς φτάνει σε μια τέτοια πράξη; Τι συνθήκη αναπτύσσεται σε έναν κλειστό χώρο, όπου εχθροί και δικοί συγκατοικούν και ο θάνατος παραμονεύει για όλους; .Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε μερικές ώρες ανάμεσα σε έναν τρομοκράτη και σε μία μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί της. Πρόκειται για έναν διάλογο, που ανέβηκε σε παράσταση στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη, με τους ηθοποιούς Γεωργία Ζώη και Βαγγέλη Στρατηγάκο. Μπαγιάν έπαιζε η Ξένια Τσέλιγκα. Επίσης, ως αναλόγιο, με τους ηθοποιούς Τιτίκα Βλαχοπούλου και Δημήτρη Πετρόπουλο, σκηνοθετημένο από την πρώτη, με συνοδεία φλάουτου από την Σοφία Μαυρογενίδου.

«Madre Dolorosa –O Έρωτας», εκδόσεις Μελάνι. Μακροσκελές ποίημα. Ένας άνδρας, κοιτώντας μια φωτογραφία, βυθίζεται στις ερωτικές μνήμες του, περνά με τη φωτογραφία στο χέρι, ολόκληρη τη ζωή του. Το ποίημα είναι μια εμμονή στο θέμα της απώλειας. Ανέβηκε, ως σκηνοθετημένο αναλόγιο, από τον Δημήτρη Καντιώτη στην Αθήνα και σε περιφερειακά φεστιβάλ με την ηθοποιό Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Τη συνόδευε με το τραγούδι του ο πορτογάλος καλλιτέχνης Αντρέ Μάια και με το τσέλο του, ο Γιώργος Ταμιωλάκης.

«Το γκολ», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Ένας θεατρικός μονόλογος μιας έγκλειστης ψυχοπαθούς, η οποία είχε σκοτώσει ένα παιδί. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, ασφαλώς δοσμένη με μυθοπλασία, καθώς έψαχνα τα αίτια που δεν γνώριζα.

«23 συνεντεύξεις και μία συζήτηση», εκδόσεις Πολύτροπον. Συνομιλίες συγκεντρωμένες από τη δημοσιογραφική πορεία μου, κυρίως ψυχογραφήματα προσωπικοτήτων. Έλληνες και ξένοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, φιλόσοφοι, που έχουν αφήσει το στίγμα τους στους τομείς με τους οποίους ασχολούνται ή ασχολήθηκαν, καθώς αρκετοί έχουν φύγει από τη ζωή.

 Η συγγραφή θεατρικών έργων έχει διαφορετικούς στόχους και απαιτήσεις σε σχέση με τα άλλα λογοτεχνικά είδη; Τι σας ωθεί στην συγγραφή ενός θεατρικού έργου;

Ασφαλώς και έχουν διαφορετικές απαιτήσεις και πιστεύω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο είδος. Αυτό που με ωθεί σε αυτό το είδος είναι η διατύπωση της άμεσης έκφρασης των ανθρώπων -ηρώων. Επίσης, η ‘συνομιλία’ αυτής της αμεσότητας με τους θεατές.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ποτέ. Ίσως μόνο να έχω κρατήσει κάποιες ελάχιστες σημειώσεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βεβαίως. Τόσο ο Αντίνοος όσο και ο Αδριανός, καθώς και ο ανώνυμος ήρωάς μου στο «Madre Dolorosa –O έρωτας». Ο τελευταίος φοβάμαι ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ότι θα σέρνει πάντα τις μνήμες και τα ερωτήματά του και τις λιωμένες παντόφλες του στους αιώνες των αιώνων, για αυτό σκέφτομαι ότι, κάποια στιγμή, θα πρέπει να τον ελευθερώσω από τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Να του χαρίσω ξανά έναν έρωτα για να αναζωογονηθεί ή να τον αφήσω να πεθάνει εν ηρεμία. Και ο Αδριανός και ο Αντίνοος πώς να μη με ακολουθούν με τόσες δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις για τον αυτοκράτορα και για τον έρωτά του; Άλλωστε, είμαι γραμμένη και δέχομαι τα newsletters της σελίδας  Following Adrian. Ξέρω, λοιπόν, κάθε τι που τους αφορά. Επίσης, τους ακολουθώ, περπατώντας όπου υπάρχουν σημάδια τους, στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού και σε ό,τι έχει απομείνει στον Εθνικό Κήπο, καθώς είναι μέρος της περιοχής, όπου ο Αδριανός είχε κτίσει την πόλη έξω από την πόλη, ονομάζοντάς την, Νέαι Αθήναι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Με βοηθά το τυφλό σύστημα φραφής, επειδή με την ταχύτητα προλαβαίνω την σκέψη μου. Φυσικά, πρόκειται για μια πρώτη γραφή, διότι ο αριθμός των αντιγραφών, των διορθώσεων, των διαγραφών είναι μεγάλος. Ως προς το πώς και πού παγιδεύω τις ιδέες μου, η απάντηση περιλαμβάνεται στην ερώτησή σας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνεγράφησαν τα βιβλία. Να προσθέσω  ότι η έμπνευση μπορεί να έρθει ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι, μια φράση, διαβάζοντας έναν στίχο, βλέποντας μια σκηνή στον δρόμο ή σε ένα φίλμ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Επιλέγω απομόνωση και σιωπή. Και αν θελήσω να ακούσω μουσική, θα είναι ή κάποιο θέμα του Φίλιπ Γκλας, του Ουμεμπαγιάσι, του Κορζενιόφσκι –για να θυμηθώ μερικούς-, ή κάποιο κλασικό κονσέρτο για βιολί ή πιάνο. Κυρίως, μουσική που δεν μου δημιουργεί σύγχυση.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στην πρώτη δημοσιογραφική σχολή της Αθήνας. Ο επηρεασμός έχει να κάνει με δικά μου διαβάσματα, με την αγάπη μου στην αρχαιολογία και στη γαλλική παιδεία, καθώς οι Γάλλοι όταν σε εκπαιδεύουν ξέρουν να σου περνούν τον πολιτισμό τους, και η γλώσσα –εννοώ, οικονομία λόγου, σύνταξη κλπ., -στη δημοσιογραφία. Κάποτε, ήταν μεγάλο σχολείο…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Άγνωστες γυναίκες που συναντώ στη ζωή. Ωστόσο, καμία δεν θα ήθελα να παρουσιάσω ως έχει. Πάντα μεταπλάθω ό,τι προσλαμβάνω. Από ιστορικά πρόσωπα, την Αρτεμισία Α΄ της Καρίας, βασίλισσα της Αλικαρνασσού, που πολέμησε με τα πλοία της στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Την γνώρισα στην Ιστορία του Ηρόδοτου και με εντυπωσίασε.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω έναν δεύτερο τόμο με συνομιλίες που είχα την τύχη να κάνω με επιφανείς Έλληνες. Συγχρόνως, γράφω πολλά και μικρά, ποιήματα και διηγήματα που βάζω στο συρτάρι μου.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αρχαίοι Έλληνες, ιδίως ιστορικοί και, κάνοντας ένα μεγάλο άλμα, Κούντερα, Ντάρελ, Μπροχ, Μπέκετ, Ναμπόκωφ, Αντρέγιεφ, Τσέχωφ, Έκο, Φώκνερ, Κορτάσαρ, Φουέντες και τόσοι πολλοί άλλοι… Από τους Έλληνες, θα αναφέρω, για λόγους ευνόητους, μόνο κάποιους που έχουν φύγει από τη ζωή: Τσίρκα, Καραγάτση, Μάτεσι, Χατζή, Κουμανταρέα, Μοσκώφ, Σεφέρη…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αν ρωτάτε μόνο για λογοτεχνικά βιβλία: ‘Έγκλημα και Τιμωρία’ του Ντοστογιέφσκι, ‘Ταξίδι στην άκρη της νύχτας’ του Σελίν, ‘Ο Εραστής’ της Ντυράς, ‘Το μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης’ του Πεντζίκη, ‘Ζήτω η κόλαση’ του Μπατάιγ, ‘Κόκκινο Σκυλί, Κόκκινο Σκυλί’ του Λέιν Πάτρικ, ‘Η γυναίκα του μεσημεριού’ της Γιούλιας Φρανκ, η τριλογία (Μύηση-Λαβύρινθος-Έξοδος) του Γιώργου Μιχαηλίδη και πολλά άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Λευκό Μακρύ Παλτό (και άλλες ιστορίες) της Χρυσοξένης Προκοπάκη, διηγήματα που διάβασα πρόσφατα και που τα αγάπησα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με έχει εντυπωσιάσει ο Σταύρος Σταμπόγλης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ιουστίνη του Ντάρελ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προσπαθώ να τα παρακολουθώ, αλλά ομολογώ ότι όχι όσο και όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτόν τον λόγο, διστάζω να αναφερθώ σε δύο που προτιμώ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία ποίησης νέων Ελλήνων, Βασίλη Αμανατίδη, Βασίλη Ζηλάκο, Δημήτρη Αγγελή, Μαρία Κουλούρη, Γιάννη Στίγκα για να θυμηθώ μερικά ονόματα. Προσπαθώ να μπω στη σκέψη τους. Συγχρόνως, διαβάζω το «Εκείνος που δεν με συντρόφευε» του Μωρίς Μπλανσό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, έντυπες και ηλεκτρονικές, αλλά δεν τις αφήνω να με επηρεάσουν, καθώς οι κριτικές τους είναι πάντα υποκειμενικές.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν μπορώ να διαβάσω στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Προτιμώ να μελετώ τα πρόσωπα των επιβατών, γύρω μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Από το θέατρο με έχει επηρεάσει κυρίως ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος με τις εμμονές του, έργα του Βογιατζή και του Γιώργου Μιχαηλίδη, σκηνές του Μαρμαρινού, του Χουβαρδά -όταν είχε το Θέατρο του Νότου-, για να θυμηθώ μερικούς, αδικώντας τους υπόλοιπους. Από τον κινηματογράφο, κατά πολύ ο Ταρκόφσκι, ο Γκριναγουέι, ο Αγγελόπουλος, ο Μπέργκμαν, κινέζοι σκηνοθέτες…

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το συμβουλεύομαι συχνά κι έχω βρει παλιούς γνώριμους, συναδέλφους και συμμαθήτριες, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι –καλοσύνη τους- με έχουν βοηθήσει στην προβολή των έργων μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τραγικό να είσαι σε μια συνεχή νιότη, όταν οι άλλοι γύρω σου γερνούν.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μα, είπαμε τόσα πολλά, ξεφεύγοντας από την οικονομία του λόγου, για την οποία πριν λίγο κόμπαζα! Και σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη.

Στις εικόνες: Lawrence Durrell, Julia Franck.

23
Φεβ.
18

Διονύσης Καψάλης – Η ταραχή των ανθρωπίνων

Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έζησε σε μια μικρή κωμόπολη της Μασαχουσέτης, στην καρδιά της πουριτανικής Νέας Αγγλίας, μετέτρεψε τα μέτρα της αγγλικής εκκλησιαστικής υμνογραφίας σε υψηλή ποίηση, γεμάτη γόο και μαγεία, οδύνη και ειρωνεία, φωτεινή ευσέβεια και υπόρρητη βλασφημία. Η Έμιλυ Ντίνκισον υπήρξε μια από τις σπαραχτικότερες γυναικείες φωνές, πλάι πλάι με την Σαπφώ και την Ήριννα, την Αχμάτοβα και την Τσβετάγειαβα, την Μαριάν Μουρ και την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Εσωστρεφής και εκκεντρική για τους συντοπίτες της, έζησε βίο μοναχικό, αποτραβημένη στο πατρικό της σπίτι. Το εκδομένο της έργο όσο ζούσε, συμποσούται σε έντεκα ποιήματα, ενώ μετά τον θάνατό της βρέθηκαν στοίβες και αυτοσχέδια τεύχη με περίπου χίλια οκτακόσια ποιήματα. Η μοναχική περίπτωση της Έμιλυ Ντίκινσον, καθρεφτίζεται με την δόξα και την παθογένεια της ποίησης, για να αντιστρέψω τον τίτλο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα σε τούτη την πλούσια δοκιμιακή συλλογή.

Πολλά από τα «επιταφικά» ποιήματά της μαρτυρούν ότι, παρά την εθελούσια απομόνωση και τον ισόβιο αναχωρητισμό της, παρέμεινε για πολλά χρόνια ευαίσθητος δέκτης των εξωτερικών γεγονότων και του συλλογικού σπαραγμού του Αμερικανικού Εμφυλίου. Έστηνε σύνθετους, αινιγματικούς και συχνά παράδοξους συλλογισμούς σ’ έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με τον στοχαστικό εαυτό της, προικίζοντας τα ποιήματά της με πυρετώδη διανοήματα και ελλειπτικούς συλλογισμούς. Η Ντίκινσον ανήκει στην λαμπρή εκείνη χορεία των ποιητών που πρέπει να σκεφτούν τον κόσμο εξαρχής μόνοι τους, με τα δικά τους μέσα· που έχουν πραγματικά δική τους σκέψη ή προτιμούν, όπως έγραφε ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, «να επινοήσουν δικό τους σύστημα παρά να υποδουλωθούν στο σύστημα κάποιου άλλου». Ο Καψάλης εμβαθύνει στην γραφή της, εξετάζει ποιήματά της και παρουσιάζει τις αντικρουόμενες απόψεις της κριτικής.

Τα τριαντάχρονα ενός ποιήματος («Η επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου») αναφέρονται σ’ ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, το Aubade του Φίλιπ Λάρκιν, που δημοσίευσε στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τεύχος του Times Literary Supplement το 1977 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών. Για τον συγγραφέα ο Φίλιπ Λάρκιν είναι η σημαντικότερη ποιητική φωνή της Αγγλίας των τελευταίων σαράντα ετών (και όχι π.χ. πενήντα ή η σημαντικότερη μεταπολεμική φωνή, ώστε να μην αφήσει έξω τον ώριμο Ώντεν και τον Ντύλαν Τόμας, «κορυφαίους και συχνά ασύλληπτης εκφραστικής ομορφιάς ποιητές»). Σχετικά ολιγογράφος, κατέλιπε τέσσερις όλες κι όλες ποιητικές συλλογές, ενώ η σιωπηλή του δεκαετία πριν τον θάνατό του καλύπτεται επαρκώς από το συγκεκριμένο ποίημα και τα μη μυθοπλαστικά του βιβλία ενώ τα ημερολόγιά του, με δική του εντολή, κάηκαν μετά τον θάνατό του.

Ελάχιστα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας μπορούν να σταθούν όρθια απέναντι σ’ αυτό το εκτυφλωτικό μάθημα θανάτου, σ’ αυτή την ήρεμη παραδοχή του κύκλου της ζωής και του θανάτου. Για άλλη μια φορά ο θρίαμβος της τέχνης του Λάρκιν είναι ο θρίαμβος του κατορθωμένου λόγου και της ανθρώπινης επινόησης πάνω στο χάος της εμπειρικής ύλης. Πάντα είρων, το χαρακτήρισε σε επιστολή του θανατοφοβικό και μίλησε για την επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου. Η δεύτερη στροφή απογυμνώνει το θέμα, «τον βέβαιο αφανισμό προς τον οποίο ταξιδεύουμε», στην τρίτη στροφή αφού ξεμπερδέψει με την θρησκεία «αυτό το τεράστιο, σκοροφαγωμένο μουσικό εργόχειρο που φτιάχτηκε για να υποκρινόμαστε ότι δεν πεθαίνουμε ποτέ», ο Λάρκιν θα απορρίψει κάθε προτεινόμενο αντίδοτο αταραξίας ή ηθικής αδιαφορίας προς τον θάνατο, στην τέταρτη θα δώσει την χαριστική βολή μ’ έναν στίχο που διαγράφει μονοκονδυλιά χιλιάδες σελίδες περί ηθικής αντοχής απέναντι στον θάνατο, στην πέμπτη και τελευταία στροφή η συνείδηση της θνητότητας μοιάζει να αραιώνει λίγο, όχι γιατί εξευμενίστηκε ή ηττήθηκε αλλά γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Το κείμενο Η ταραχή των ανθρωπίνων αφορά σχόλια σ’ ένα ποίημα του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, το 6ο μέρος από το σπονδυλωτό επταμερές Meditations in Time of Civil War. Οι «Στοχασμοί σε καιρό εμφυλίου πολέμου», που αφορούν τον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο [1922 – 1923], ανάμεσα στις κυρίαρχες παρατάξεις Ιρλανδών αυτονομιστών, προέρχονται από την κορυφαία συλλογή The tower, που εγκαινίαζε την τελευταία, εξωφρενικά εύγλωττη ωριμότητα του Ιρλανδού ποιητή. Σε αντίθεση με την αμετακίνητη τοπικότητα, τον Πύργο, πύργο χειροπιαστής βεβαιότητας σε αβέβαιους καιρούς, σταθμό, λιμάνι, «εδώ και τώρα» της ποίησης, το κυρίαρχο αίσθημα του ξεριζωμού αποκτά μια δριμύτερη διάσταση: την αγωνία του εκτοπισμένου και του κατακτημένου ανθρώπου, τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη  του αιχμαλώτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια, τη σκέψη του αυτόχθονα που νιώθει ξένος στο σπίτι του. Το ποίημα, μεταξύ άλλων, έχει απεκδυθεί τον συνήθη μεγαλοϊδεατισμό του Γέητς, την πορφύρα του ιεροφάντη και τον μανδύα του προφήτη και ανασαίνει κανονικά σ’ έναν κόσμο πιο τρυφερό και εξανθρωπισμένο. Μοιάζει μάλιστα να πάει να συναντήσει ανοχύρωτο τον φυσικό κύκλο της ζωής που γεννάει, αναγεννιέται και χτίζει μέσα στις ρωγμές του πύργου, όπως το αέναο πηγαινέλα των φιλόπονων μελισσών που διδάσκει τις αρετές της υπομονής σ’ έναν εξανθρωπισμένο κόσμο. Η ιστορία δεν εξορίζεται από το ποίημα· εξορκίζεται όμως ο πόνος και η βία της.

Το κείμενο για τον Τέλλο Άγρα επιχειρεί μια ολική επανανάγνωση του ποιητή των σχολικών αναγνωστικών και των καθιερωμένων ποιητικών ανθολογιών. Στο ερώτημα που θέτει ο Καψάλης, τι παραμένει ζωντανό για μας σήμερα στην ποίηση του Άγρα, αν απαντούσε μονολεκτικά θα έλεγε την μορφοδοξία, λέξη και έννοια που καθιέρωσε ο ίδιος ο Άγρας και που ίσως ερμηνεύεται με άλλη δική του φράση: «Η μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου». Ποια είναι η στρεβλή εικόνα της ποίησης του Άγρα; Μικροαστική μοναξιά και λόγος ενδιάθετος, ένα είδος ψυχαναγκαστικής μόνωσης σε τόνους χαμηλόφωνης εκμυστήρευσης: αυτός είναι ο κόσμος του στην κρατούσα εικόνα της κριτικής, που διανθίζεται και με όρους όπως «νεοσυμβολισμός» και «νεορομαντισμός». Ο κανόνας στην υποδοχή του Τέλλου Άγρα είναι η συγκατάβαση κι ένα εξελικτικό και ανιστόρημα ιδεολόγημα που μετράει την αξία (και την αναγνωσιμότητα) ενός ποιητή με το μέτρο της συνεισφοράς του σε αυτό που ο εκάστοτε τιμητής θεωρεί ως νομοτελειακή εξέλιξη της ποίησης. Κάπως έτσι καλή ποίηση θεωρήθηκε εκείνη που προοιωνίζεται την έλευση του ελεύθερου στίχου.

Ο Άγρας προσαρτά ολόκληρες περιοχές εμπειρίας στην ποίηση, περιοχές ως τότε απροσπέλαστες στον λυρικό λόγο· προσαρτά κυρίως μια μεγάλη περιοχή, που δηλώνεται με τον τίτλο Καθημερινές και σχεδιάζεται προαναγγελτικά με μόττο έναν στίχο του Λαφόργκ: «Α, πόσο καθημερινή είναι η ζωή!». Την καλύτερη υπεράσπιση της ποιητικής του περιοχής  την διατυπώνει ο ίδιος ο Άγρας σ’ ένα μοναδικό κείμενο ποιητικής και κριτικής αυτογνωσίας που τιτλοφορείται Nihil…minor in litteris, στην κατακλείδα του οποίου γράφει: Δεν ξέρω μήπως το βάθος του βόρβορου μέσα στον οποίον ο πολιτισμός έχει εκπέσει – ο φυσικός, ο ηθικός, ο πνευματικός; Δεν ξέρω πως μια αναγέννηση, αν πρόκειται να γίνει, θα προέλθει από σφαίρες άλλες, παρά από την Τέχνη; Δεν ξέρω τάχα, και για σήμερα, και για αύριο, και για πάντα, πως η Τέχνη δεν έκλεισε και δε θα κλείσει παρά κάτι ελάχιστο και πάρα κάτι άλλο, από τον τερατώδη ρευστόν όγκο της ζωής; Όλα αυτά δεν τ’ αγνοώ καθόλου. Κι αν, ωστόσο, ασχολούμαι ακόμη με τα παλιά και τα λεπταίσθητα, γιατί το κάνω;

Δεν θα αποκαλύψω την απάντησή του ποιητή, οι αρετές του οποίου εντοπίζονται στο ποιητικό του σύμπαν. Η σκανδαλωδώς παρεξηγημένη «παιδικότητά» του είναι ένα μοναδικό κατόρθωμα, καθώς ποτέ άλλοτε η παιδική ηλικία δεν μίλησε τόσο καθαρά στην ποίησή μας, όχι με την γλώσσα μιας αφελώς προσδιορισμένης παιδικότητας αλλά ως καθολική συνθήκη του ανθρώπινου υποκειμένου. Και μιλώντας για την ανθρώπινη εμπειρία, οι «Μικρές αγωνίες» αποτελούν ένα από τα αρτιότερα ποιήματα στην γλώσσα μας, ποίημα ανατριχιαστικής ψυχολογικής ακρίβειας και της πιο βαθιάς αλληλεγγύης με τον ανθρώπινο πόνο.

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ο Οδυσσέας Ελύτης απέναντι στον Σεφέρη και τον Καβάφη, ο Ελύτης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο Καβάφης, οι λέξεις και το πράγματα, μερικές σκέψεις για το δημοτικό τραγούδι του Αλέξη Πολίτη και μια υπόθεση για την ποίηση της παιδικής ηλικίας αποτελούν ορισμένα από τα θέματα των άλλων δοκιμίων ορισμένα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Τείχη), ειδικές εκδόσεις και τόμους ή εκφωνηθεί ως ανακοινώσεις σε εργαστήρια, ομιλίες σε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις εκδόσεων κ.ά., ενώ τα υπόλοιπα είναι ως τώρα αδημοσίευτα. Ο δοκιμιακός λόγος του Καψάλη περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που καθιστούν ένα σχετικό βιβλίο άξιο ανάγνωσης από ειδικούς και ανειδίκευτους: πλούσια και απολαυστική γλώσσα, πρωτότυπες και συζητήσιμες προτάσεις, κάθετες ερμηνευτικές ανασκαφές, κείμενα που σε στέλνουν κατευθείαν στα ίδια τα ερευνώμενα κείμενα.

Το τελευταίο κείμενο, η Ντροπή και η Συγχώρηση (από τον βασιλιά Ληρ στον Πρίμο Λέβι), αρχίζει με μια από τις πιο σπαρακτικές σκηνές αναγνώρισης στο θέατρο και ίσως σε όλη την λογοτεχνία: είναι η στιγμή που ο σαιξπηρικός Βασιλιάς Ληρ συνέρχεται και αναγνωρίζει την Κορδέλια. Τώρα γνωρίζει ότι αδίκησε την κόρη του, ότι η βάναυση πράξη του να την εξορίσει από το βασίλειό του και από την καρδιά του ήταν μια πράξη βίας· πρέπει να τον συγχωρήσει η Κορδέλια αλλά πρέπει εκείνος πρώτα να συγχωρήσει τον εαυτό του. Μπορεί κανείς πραγματικά να «συγχωρήσει τον εαυτό του»; Εδώ ο Καψάλης εκκινεί από μια ολόκληρη περιοχή της σαιξπηρικής δραματουργίας που κυριαρχείται από την θεματική της συγχώρησης και φτάνει ως την Χάνα Άρεντ και τον Πρίμο Λέβι, για να φωτίσει την συγγνωμοσύνη, το ήθος δηλαδή μιας πραγματικής κατανόησης του άλλου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 304.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Philip Larkin [2], William Butler Yates, Τέλλος Άγρας [2], Geoffrey Rush ως Βασιλιάς Ληρ.

31
Ιαν.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 182. Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Περί γραφής

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Και στα τρία βιβλία μου, αλλά και σε όποια διηγήματα έχω δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ή αλλού, οι πρωταγωνιστές μου είναι αντιήρωες. Αυτό οφείλεται στο ότι αρνούμαι στη ζωή μου να δεχθώ ότι κάτι είναι τέλειο, με πρώτο και πιο ατελή τον εαυτό μου, ενώ πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να είναι αντανάκλαση του κόσμου, ρεαλιστική, υπερρεαλιστική, συμβολιστική ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έχει επινοηθεί ή θα επινοηθεί.

Έτσι στο πρώτο μου βιβλίο, το μυθιστόρημα με τίτλο Αφιερωμένο στην Έλενα, παρακολουθούμε εν θερμώ, σε πρώτο πρόσωπο, την αφήγηση ενός τρομοκράτη-οικογενειάρχη που προσπαθεί να μας διασώσει την «αλήθεια» του.

Στην συλλογή διηγημάτων μου Η όψη, η «πραγματικότητα» είναι μυωπική και διαστρεβλωμένη από τις υποκειμενικές κρίσεις των ηρώων της, ξεκινώντας με το διήγημα «Ο παραμορφωτικός καθρέπτης». Είναι ένα κολάζ σύγχρονων χαρακτήρων.

Μέσα σε αυτή τη γενικότερη θεώρησή μου ήταν αναμενόμενο να με γοητεύσει ο μοιχός, υβριστής και λάγνος Αρχίλοχος και να αποτελέσει έναν από τους δυο  κεντρικούς ήρωές μου στο τελευταίο ιστορικό μυθιστόρημά μου Ο Αρχίλοχός του. Ο δεύτερος είναι ο σύγχρονος μας Δημήτρης, που είναι πνιγμένος στη μετριότητά του και ανίκανος να πραγματώσει τις επιθυμίες του, σε ένα περιβάλλον με το οποίο δεν μπορεί να συμφιλιωθεί.

Τους δυο αυτούς αντιήρωες επιδίωξα να φέρω κοντά, ψυχολογικά, θυμικά και νοητικά, ευελπιστώντας ότι θα αξιοποιήσω το παρελθόν μέσα στο παρόν, φτιάχνοντας ένα υβριδικό είδος μυθιστορήματος. Από την άλλη προσπάθησα να αναμίξω διάφορους τρόπους γραφής, οπτικές γωνίες και κάποτε και καλλιτεχνικά ρεύματα. Αλλά ας αφήσω να κρίνουν οι κριτικοί και το κοινό κατά πόσον πέτυχα τους στόχους μου. Άλλωστε θα ήταν ασυνεπές να εξαιρέσω τον εαυτό μου από το αίτημα της ατέλειας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν κάποιοι ήρωές μου εγκαθίστανται στο μυαλό μου με ακολουθούν παντού.

Επειδή όμως η πεζογραφία, σε αντίθεση με την ποίηση, δεν είναι αποσπασματική, μου είναι δύσκολο να ορθώσω μια οργανωμένη παράγραφο ή να καταβληθώ από οίστρο για παράδειγμα σε δημόσιους χώρους, όπως το τρένο, το λεωφορείο ή αλλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαρακτήρες μου δεν μου «μιλούν», δεν με επηρεάζουν ή ακόμα και δεν με συμβουλεύουν παντού. Άρα το μυθιστόρημα, κατά αυτήν την έννοια, «γράφεται» κάθε στιγμή του βίου μου, καθώς η επεξεργασία είναι διαρκής. Μόνο μετά τη δημοσίευσή του επέρχεται «ο θάνατος του συγγραφέα», όπως λέει και ο Ρολάν Μπαρτ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες και τα βιβλία μου είναι κομμάτια του εαυτού μου. Αν δοκίμαζα να ξεκόψω κάποιον ή κάτι θα ήταν σαν να ακρωτηριαζόμουν. Μέσα σε αυτούς υπάρχουν τμήματα του χαρακτήρα μου, βιώματά μου, αλλά και αυτών των προσώπων που γνώρισα ή γνωρίζω, παραμορφωμένα, τροποποιημένα ή με μια σειρά προσωπείων.

Αν αρνιόμουν τα βιβλία μου θα αρνιόμουν την ίδια μου τη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τα λάθη και τις αβλεψίες μου, όπως άλλωστε κάνω και στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ίδια η ζωή και αυτό το μήνυμα καλούμαστε να περάσουμε στο αναγνωστικό κοινό εμείς που λέμε ότι είμαστε συγγραφείς. Αν αποτύχουμε θα αποτύχει και το έργο μας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ήρωες και οι ιδέες μου με βρίσκουν δεν τους βρίσκω.

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου χρησιμοποιούσα τη φαντασία μου για να δραπετεύω από τον κόσμο, πλάθοντας ιστορίες και τροποποιώντας την πραγματικότητα. Αργότερα αυτό το γεγονός επηρέασε τον τρόπο που έγραφα τα έργα μου. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τη φαντασία μου και με συγχωρείτε αν ακούγεται βαρύγδουπο.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει χημικός, βιοπορίζομαι ως έμπορος, αλλά το πάθος μου είναι η λογοτεχνία.

Οι θετικές σπουδές μου ίσως με έχουν επηρεάσει όσον αφορά την ακρίβεια έκφρασης, την αποφυγή της πολυλογίας και την αναλυτική σκέψη.

Η δουλειά μου με έχει φέρει σε επαφή με πλήθος χαρακτήρων και με τις πολλές μικρές ιστορίες τους.

Ό,τι έχω ζήσει υπάρχει μέσα στα βιβλία μου με έμμεσο τρόπο. Η παιδεία και η κουλτούρα μας χτίζεται κάθε λεπτό της ζωής μας. Ο συγγραφέας πρώτα πρέπει να ζει και μετά να γράφει. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να εκφράσει τους αναγνώστες του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα πολύ όταν ήμουν φοιτητής. Και τώρα σπάνιες φορές γράφω ποιήματα για προσωπική εκτόνωση, αλλά συνήθως δεν τα κρατάω.

Πολύ συχνά χρησιμοποιώ την ποιητική έκφραση στα βιβλία μου. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι το τελευταίο βιβλίο μου είναι για τον ποιητή Αρχίλοχο. Νομίζω όμως ότι ίσως γίνω καλύτερος αν επικεντρωθώ μόνο σε λίγα αντικείμενα. Όμως όλες οι τέχνες επικοινωνούν μεταξύ τους και καμία δεν είναι αμιγής.

Φυσικά μου αρέσει να διαβάζω ποίηση όπως και πεζογραφία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Έχω εκδώσει μιας κάποιας μορφής –ας πούμε- μονογραφία, με μορφή μυθιστορήματος, που νομίζω ότι με αντιπροσωπεύει, για τον ποιητή Αρχίλοχο. Χρειάζεται πολυετή προσήλωση και μελέτη για κάτι τέτοιο.

Ίσως το ξανακάνω στο μέλλον, αλλά δεν μου αρέσει να προλέγω για κάτι που δεν είμαι σίγουρος.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Τους τελευταίους μήνες ένας ήρωας και μια ηρωίδα γυρίζουν διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου. Πλάθονται σαν ζυμάρι, σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά τους, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους όπως τα μικρά παιδιά και αναδύουν κομμάτια της πλοκής, που περιφέρονται σε μια χαώδη θάλασσα.

Κάποια στιγμή δεν θα αντέξω και θα αρχίσω να τους βγάζω στο χαρτί. Τότε για χρόνια θα στοιχειώσω και θα χρειαστεί να επισκέπτομαι βιβλιοθήκες και να κατεβάζω τόμους.

Από την άλλη ένα ισχυρό σοκ απογοήτευσης θα μπορούσε να διαλύσει το οικοδόμημα. Έχω αγωνία να μάθω τι θα γίνει.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου παθιαζόμουν ανά περιόδους με διάφορους συγγραφείς και στη συνέχεια εν μέρει τους ξεπερνούσα, καθώς ο καθένας μου άφηνε και κάτι. Στην εφηβεία μου λάτρεψα τον ευαίσθητο Σαμαράκη. Μετά, στο πανεπιστήμιο, αφού συχνά οι φοιτητές θέλουν να δείχνουν διανοούμενοι, μπήκα στον Μαρξ, στον Σαρτρ, στον Νίτσε και τον Φρόυντ.

Μετά πέρασα περιόδους Στάινμπεκ, Κούντερα (ελάχιστα μου άφησε αν και τον θαυμάζω), Καζαντζάκη, Κάφκα, Έσσε, Ντοστογιέφσκι, Ράσελ, Χάμσουν, Καραγάτση, Λέσινγκ, Κική Δημουλά και τελευταία είμαι γοητευμένος από την Αρχαία Λυρική ποίηση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο άρχοντας των μυγών  του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Η δίκη του Κάφκα και η Αρχαία Λυρική ποίηση, λόγω της πηγαίας φυσικότητας και της ευθύτητάς της.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, «το ψαράκι της γυάλας» του Μάριου Χάκκα και το «Άγριο βελούδο» της Μαρίας Κουγιουμτζή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μου αρέσουν οι ατελείς χαρακτήρες, που είναι αδύναμοι να αντισταθούν στα γεγονότα, στο περιβάλλον ή στα πάθη τους. Είναιανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε.

Πάντα θα θυμάμαι τον Ρασκόλνικωφ από το Έγκλημα και τιμωρία ή τα παιδιά του Άρχοντα των μυγών του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά λογοτεχνικά περιοδικά προσέφεραν ή προσφέρουν στο χώρο. Ενδεικτικά αναφέρω τη Λέξη και την Νέα Εστία.

Τα πολύ παλιά όπως Η Διάπλάσις των Παίδων ή Η Επιθέωρηση Τέχνης δεν τα έχω μελετήσει τόσο όσο θα ήθελα.

Τα πιο πρόσφατα και τα εν ενεργεία θα κριθούν ορθότερα στο μέλλον.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Γκαλίνα, η σκοτεινή οικιακή βοηθός του Ανδρέα Μήτσου και το αφιέρωμα του περιοδικού Φιλολογική στη θεωρεία της λογοτεχνίας και στα λογοτεχνικά ρεύματα (τεύχος 140).

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω συχνά και λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές, τόσο από λογοτεχνικά περιοδικά, όσο και από εφημερίδες, αλλά και από το διαδίκτυο. Δυστυχώς δεν προλαβαίνω να πηγαίνω συχνά σε βιβλιοπαρουσιάσεις συναδέλφων λόγω έλληψης χρόνου.

Το διαδίκτυο έχει το πλεονέκτημα τις εύκολης πρόσβασης και απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό. Όταν όμως θέλω να διαβάσω κάποιο μεγαλύτερο μελέτημα προτιμώ τις έντυπες εκδόσεις.

Θεωρώ ότι ως διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος έχω την ευθύνη να είμαι ενημερωμένος σχετικά με τους λογοτέχνες και τη λογοτεχνία. Μου φτάνουν πλήθος βιβλίων που δυστυχώς δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω όλα. Κάθε όμως αβλεψία μου, όσον αφορά κάποιο πολύ καλό έργο, κυρίως μη εγνωσμένου συγγραφέα, θεωρώ ότι είναι ένα μικρό εξ’ αμελείας έγκλημα, παρόλο που ελάχιστο ή καθόλου αποτέλεσμα θα είχε η δική μου συμβολή στην αποτίμηση. Φοβάμαι ότι έχω κάνει πολλά τέτοια εγκλήματα και ζητώ συγνώμη στον άγνωστο λογοτέχνη.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ και σύγχρονο θέατρο και κινηματογράφο. Μου άρεσαν πάντα ο Αλμοδόβαρ και ο Αγγελόπουλος. Χαριτολογούσα βέβαια πάντα λέγοντας ότι αν θα θέλαμε να φτιάξουμε ένα έργο με φυσιολογικό ρυθμό θα έπρεπε να βάλουμε να παίζουν ταυτοχρόνως μια ταινία του ενός και μια του άλλου, μια και αυτές του πρώτου εξελίσσονται ταχύτατα και του δεύτερου πολύ αργά.

Μου αρέσουν βέβαια και άλλοι σκηνοθέτες και έργα όπως ο Κουστουρίτσα, ο Βέντερ, ο Μπέρκμαν, ο Παζολίνι, ο Κόπολα και σίγουρα έχω παραλείψει πολλούς.

 Λατρεύω το αρχαίο ελληνικό θέατρο, άλλα η ερώτηση σας είναι για το σύγχρονο. Μια θεατρική παράσταση που επηρέασε τη ζωή μου και λόγω προσωπικών περιστάσεων ήταν Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που είδα όταν ήμουν περίπου εικοσιπέντε χρονών.

Πρόσφατα είδα και το Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ του Έντουαρτ Άλμπι, που μου άρεσε πολύ, γιατί αντίκριζε τη ζωή σαν ένα παιχνίδι φανταστικών ψηφίδων.

Δεν αγαπώ τις επιθεωρήσεις γιατί τις θεωρώ πολύ επιδερμικές. Προτιμώ οι παραστάσεις που βλέπω να με ψυχαγωγούν και όχι απλώς να με διασκεδάζουν. Αισθάνομαι πολύ ωραία όταν βγαίνω «γεμάτος» από την αίθουσα και όχι με ένα ψυχικό κενό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θεωρώ ότι το internet έχει κάνει καλό στη λογοτεχνία. Πολλά ποιήματα δημοσιεύονται στο facebook και διαβάζονται από ομάδες κυρίως ποιητών.

Υπάρχουν διαδικτυακοί ιστότοποι που δημοσιεύουν βιβλιοπαρουσιάσεις και κριτικά σημειώματα με πολύ χρήσιμες απόψεις. Βιβλία, καλά ή κακά, διαφημίζονται κάνοντας καλό γενικότερα στην αναγνωσιμότητα.

Σε κάποιες μόνο περιπτώσεις η σύντομη και γρήγορη πληροφορία μπορεί να είναι επιδερμική και πρόχειρη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ο  Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για να μείνει πάντα νέος, πιστοποιώντας τις θέσεις του αισθητισμού που αντιπροσώπευε ο συγγραφέας του.

Η ταπεινότητά μου, που θεωρεί ότι η ζωή και η συγγραφή είναι ένα και ευελπιστεί κάθε σημείο της ζωής της να είναι τέχνη, της φαίνεται το ζητούμενο ανεκπλήρωτο. Κατά μια όμως έννοια θα πρέπει να δώσω προτεραιότητα στη ζωή, γιατί αυτή είναι η λογοτεχνία μου. Άρα, ναι, θα δεχόμουν το δώρο της αιώνιας νιότης. Άλλωστε θα μου αρκούσε, όπως σας είπα, η φαντασία για να ζήσω, ακόμα και αν δεν έγραφα τίποτα. Αν μου την αφαιρούσατε εκεί θα είχα πρόβλημα. Σίγουρα θα τρελαινόμουν. Άρα ας πω παραφράζοντας το «η τέχνη για την τέχνη» «η τέχνη για τη ζωή».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν μου έρχεται κάτι στο μυαλό. Θεωρώ όμως ότι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να κάνει κάποιος σε έναν συγγραφέα είναι να διαβάσει τα βιβλία του. Εκεί βρίσκονται ίσως περισσότερες απαντήσεις από αυτές που σας έδωσα. Και πραγματώνονται μόνο με την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη. Μπορεί όμως να αποδειχθούν και κενά, χωρίς να αγγίξουν. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να δημοσιεύω και να μοιράζομαι πήρα αυτό το ρίσκο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Στις εικόνες: Knut Hamsun, Bertrand Russell, Herman Hesse, Doris Lessing, John Steinbeck [Scott Morse], Edward Albee, Bertolt Brecht.

27
Ιαν.
18

Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84 (Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017). Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Το ποίημα πρέπει να έχει μικρά φωτάκια που να φωτίζουν το εσωτερικό σου τοπίο, κουδουνάκια πολλά για να χτυπούν, να σε ξυπνούν, να σου θυμίζουν. Το καλό ποίημα πρέπει να διαθέτει αυτόν τον μυστικό μηχανισμό που να σε σκουντάει και να σε σηκώνει από τη θέση σου…  απαντά ο Ηλίας Κεφάλας στην ερώτηση Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαίο ένα ποίημα, σε μια συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και εικαστικών, δοκιμιογράφος, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μεταφραστής, ο τιμώμενος διακονεί εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο πνευματικό έργο ακούραστα και αθόρυβα. Του άξιζε η συμπερίληψη στα πλούσια αφιερώματα του Εμβόλιμου.

Ο Δημήτρης Αγγελής επισκέπτεται την «μουσκεμένη γη» της Θεσσαλίας και παρατηρεί τον κάμπο στην ποίησή του. Όπως γράφει στην αρχή, συμβαίνει να υπάρχει πάντα μια ποίηση εικόνων που καταλήγουν πάντα, σαν τραβηγμένες από την δύναμη ενός σκοτεινού μαγνήτη, στον θεσσαλικό κάμπο: υπάρχει εκεί ένα δέντρο ξεκομμένο, συνήθως μια λεύκα, που υπογραμμίζει επίμονα πάνω στην επίπεδη γη τη «λέξη μοναξιά». Στην ίδια παράλληλη γεωγραφία η Γεωργία Καλοβελώνη τον μελετά ως πρόσωπο ευθύβολο γης Θεσσαλικής και δέντρο μοναχικό από ασυγκράτητα ύψη. Στον Εθνικό Δρυμό της Ποίησης, άλλωστε, σπεύδει να τον συναντήσει ο Γιάννης Β. Κωβαίος, κρατώντας σημειώσεις για τους τρόπους με τους οποίους στέργει τα δέντρα ο ποιητής.

Καθώς ανοίγει και πάλι το τοπίο, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εστιάζει στην έννοια της Φύσης στην ποίησή του μέσα από την διαρκή αφήγηση μιας σωματικότητας. Διαβάζοντας τις Λεζάντες για τ’ αόρατα η Άννα Αφεντουλίδου διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο ποιητής εξακολουθητικά επιμένει να μη βαπτίζει τον ποιητικό του χώρο στο ιστορικό του γίγνεσθαι» αλλά να τον απομονώνει σαν να τον κοιτάζει σε ένα άχρονο παρελθόν, εξωραϊσμένο, απομονωμένο από όποια συμφραζόμενα θα μπορούσε αυτό να στιγματιστεί ή να αλλοιωθεί· θέλει να το κρατήσει μακριά από αυτά που μπορούν να το πληγώσουν ή να αλλοιώσουν τον παραμυθικό του χαρακτήρα. Στα Μνήστρα της αβύσσου επικεντρώνει η Κατερίνα Κούσουλα που επιχειρεί μικρή σπουδή στην συλλογή αυτή του «έκκεντρου παρατηρητή και οιωνοσκόπου».

Η συλλογή που τιτλοφορείται Τα Λιλιπούτεια προσελκύει την γραφίδα αρκετών αναγνωστών που καταθέτουν την εμπειρία τους (Αγαθοκλής Αζέλης, Ξανθίππη Καραβίδα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Θωμάς Ψύρρας κ.ά.). Η Ελένη Λιντζαροπούλου μας καλεί να μην παρασυρθούμε από τον παιγνιώδη τίτλο και θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μικρά, χαριτωμένα και σκοπίμως κομψά ποιήματα αλλά να προσέλθουμε σε μια ποίηση που ούτως ή άλλως δεν στηρίζεται μονάχα στις λέξεις, ούτε και παίζει με αυτές, παρά ολοκληρώνεται στις ιδέες που φέρει και τις οποες επιζητά να αποκαλύψει στον αναγνώστη της.

Η Άννα Γρίβα συναντάει γυναίκες ενός άλλου κόσμου στην ποίησή του ενώ περισσότερο προσωπικά κείμενα καταθέτουν οι Β. Π. Καραγιάννης, υποδοχέας ούτως ή άλλως κειμένων του Κεφάλα στην περιοδική του Παρέμβαση και η Αθηνά Γκάτσου που γράφει για την συμβίωση μ’ έναν συγγραφέα. Στο ίδιο κλίμα ο Κώστας Ριζάκης συγγράφει και του αφιερώνει ένα ποίημα· ομοίως και η Χρυσούλα Σπυρέλη. Οι Δημήτρης Κόκορης, Γεωργία Λαδογιάννη, Κώστας Λάνταβος, Κώστας Λιννός, Μαρία Πολίτου, Μαρία Σκουρολιάκου, Σωτήρης Σαράκης, Βαγγέλης Τασιόπουλος και άλλοι συνεισφέρουν προσωπικές αναγνώσεις ενός έργου που εμπνέει την σκέψη και ενεργοποιεί τα συναίσθηματα – και αντίστροφα. Και, όπως καθιερώνεται σε ανάλογα αφιερώματα, ο ίδιος ο τιμώμενος καταθέτει και ανέκδοτα ποιήματά του. Ο Ντίνος Παπασπύρου κοσμεί ζωγραφικά το τεύχος.

Τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν τον καταδιώκουν αλλά στέκουν ήρεμοι πρωταγωνιστές στη μυθοπλασία του. Συνομιλεί με ανθρώπους που χάθηκαν από την ζωή αλλά δεν ξεχάστηκαν. Ακόμη και τα παλιά πράγματα, που παροπλίσθηκαν από τη σκουριά του χρόνου, στέκουν αφηγητές ενός παρελθόντος που ακόμη σφύζει από τον παλμό του ζεστού και γάργαρου αίματος γράφει μεταξύ άλλων σκέψεων για την ποίησή του ο Παναγιώτης Ράμμης. Αυτή η εύστοχη σκέψη, ομολογώ, αποτελεί και μια μόνιμη προσωπική αίσθηση.

[σ. 128]

Οι δυο φωτογραφίες των δέντρων είναι του Ηλία Κεφάλα. Το εικαστικό έργο που κοσμεί και το τεύχος είναι του Ντίνου Παπασπύρου.

Το τελευταίο πεζογραφικό βιβλίο του Ηλία Κεφάλα στο Πανδοχείο εδώ.

13
Ιαν.
18

Μίμης Σουλιώτης – Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα

Αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερός που γνώρισα τον Μίμη Σουλιώτη και ιδίως μέσα στο άνδρο των «πνευματικώς ανήσυχων» ανδρών που ήταν ο ημιυπόγειος Ερωδός, το καφέ μπαρ όπου επένδυσα εκατοντάδες εσπερινές και μεσονύκτιες ώρες επί πολλά έτη ως έμμισθος τροφοδότης του καφέ και του οινοπνεύματος. Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στους τεχνίτες της ποίησης καθότι προτιμούσα τους τεχνίτες του προφορικού λόγου και της καλλιέπειας που ειρωνεύεται τρυφερά και ισόποσα τον πομπό και τον δέκτη της. Αν μάλιστα κρατούσαν πάντα μαζί τους ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή κάποιο παράξενο έντυπο, έτοιμοι να μοιραστούν μια φράση που τους σπίθισε το μάτι, τότε φρόντιζα να τους κρατώ όσο περισσότερο γίνεται στην μπάρα, φυσικά γεμίζοντας τα ποτήρια τους, ενίοτε και με προσωπικό κόστος. Μόνο και μόνο για να μη μου φύγουν.

Έκτοτε τον (παρ)ακολουθούσα ως αναγνώστης, κυκλώνοντας τις λέξεις του στα κείμενά του στον Χάρτη, στα παλιά Τραμ, στο Βήμα των Ιδεών και φυσικά στα έξοχα έντυπα που μαστόρευε η εκλεκτή συντεχνία (Θεοδωρίδης, Καλοκύρης, Σκαμπαρδώνης) τότε που η Θεσσαλονίκη έκανε την Πολιτιστική Πρωτεύουσα κι εγώ υπηρετούσα την στρατιωτική θητεία στην άλλη άκρη της. Αναρωτιέμαι ποια ιδιότητά του να προτάξω: ο Σουλιώτης ήταν ερευνητής ως αναγνώστης, χιουμορίστας ως συνομιλητής, ικανός πλάστης της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων Ερμής και πάνω απ’ όλα πλήρης ιδεών ως δάσκαλος – πρώτα στη μέση εκπαίδευση, ύστερα στο Πανεπιστήμιο στο τέρμα αριστερά του ελληνικού χάρτη, στην Φλώρινα, όπου σχεδίασε και οργάνωσε το πρώτο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής. Έπρεπε να σηκωθεί να φύγει από τον εδώ κόσμο για να μάθω ότι ήταν ένας Αθηναίος, αυτός ο πιστός του Βορρά, που φλόγισε την πνευματική κίνηση της Φλώρινας κι έφτιαξε κι ένα Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες. Είχε στιχουργήσει, άλλωστε, πως την θάλασσα των Πρεσπών δεν την περνάς με καντιλάκ ούτε με βέσπες.

Ο πολύτιμος αυτός τόμος συγκεντρώνει 58 κείμενα [άρθρα, σχόλια, μελετήματα, εισηγήσεις και επιφυλλίδες] δημοσιευμένα στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας σε ένθετα εφημερίδων όπως Το Βήμα / Νέες εποχές και Το Βήμα / Βιβλία, σε λογοτεχνικά περιοδικά (όπως ο Χάρτης στον οποίον άλλωστε ήταν χαρτογράφος αλλά και τα Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, η λέξη, Ο Παρατηρητής, Μικροφιλολογικά, Δοκιμασία, Εταιρεία), στο Αντί και βέβαια σε βιβλία δοκιμίων, πρακτικά συμποσίων κ.λπ. Τα κείμενα είναι  χωρισμένα σε πέντε ενότητες  με τους τίτλους: Γλώσσα και λογοτεχνία, Ποίηση Ποιητές Ποιήματα, Βιβλιολογικά, Βαλκανικά, Ποικίλα και μικρότερα και Βιβλιο – παρουσιάσεις.

Στην πρώτη ενότητα, ανάμεσα σε κείμενα για τον γραμματικό Κώστα Ταχτσή ή την καθαρεύουσα του Μανόλη Αναγνωστάκη και λοξές παρουσιάσεις βιβλίων επιλέγω εκείνο που προσκαλεί την παιγνιώδη γραφή του Σουλιώτη. Οι Καλλονές των Μικρών Αγγελιών αφιερώνονται στην μεταγλώσσα της μικρής (ερωτικής) αγγελίας και τις υπαινικτικές της στερεοτυπίες. Ο συγγραφέας αλιεύει κι ερμηνεύει τις τυπικές φράσεις και σχολιάζει τις σχετικές λέξεις για το Πρόσωπο της Καλλονής, το Σώμα και το Σύνολο, την Ψυχοσύνθεση, τα Προσόντα των Ανδρών και άλλα. Βέβαια ο ιδιότυπος της μικροαγγελτικής ομορφιάς πάσχει από προχειρότητα και μονοτονία και πάντως είναι γεμάτος από αξιόλογες δεσποινίδες με πλούσια προσόντα. Διαπιστώνει, ακόμα, ότι ο σουρεαλισμός πέθανε, το παράλογο όμως προϋπήρχε και επιβιώνει σε λεκτικό και νοηματικό επίπεδο.

Η αναφωνηματική φράση «Άγαλμα από Πάτρα νηπιαγωγός 24 ετών» συνιστά περιφανές δείγμα ακούσιου παραλογισμού. Συχνά το παράλογο προκύπτει από τον άκριτο φορμαλισμό της μικρής αγγελίας. Έτσι μόλις διαβάσουμε ότι κάποια «αδέσμευτη 19χρονη από τον χώρο του μόντελινγκ επιθυμεί γνωριμία με κύριο αναλόγων προσόντων», δικαίως θα αναρωτηθούμε αν αυτός ο κύριος οφείλει να είναι 19άρης καλλονός και μοντέλο. Αλλά ο διδάσκαλος Σουλιώτης έχει ένα ύστατο μάθημα για τους συντάκτες των σχετικών αγγελιών: θα ωφεληθούν αν αξιοποιήσουν σωστά την κλασική γραμματεία, ιδίως τον απαράμιλλο Κάτουλλο και το περίφημο ποίημά του για την Κοϊντία, το οποίο και παραθέτει σε ευαγή μετάφραση.

Στο δεύτερο μέρος, των ποιητών και της ποίησης, περιλαμβάνονται μελετήματα για τον Καβάφη (και επί τούτων «διάλογοι» με τον Γ.Π. Σαββίδη), ένα στόχαστρο για τον Στόχο του Μανόλη Αναγνωστάκη ένα «λυρικόν αποκύημα» του Κώστα Κρυστάλλη (που αφορά ένα στιχούργημα που έγραψε στην ηλικία των δεκαοκτώ ο ποιητής, χαρακτηρίζοντάς το «παρεπόμενον», δηλαδή παρακολούθημα – εδώ ο Σουλιώτης φροντίζει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιος σαδομαζοχισμός τον σπρώχνει να χρονοτριβήσει σ’ ένα πρωτόλειο στιχούργημα ενός ελάσσονος δημιουργού, που είναι μάλλον πεζογράφος και η  απάντηση φυσικά δίνεται με την ίδια την ανάγνωση των στιχουργημάτων Αι Αναμνήσεις και Το Όνειρον, «λυρικά της παιδικής φαντασίας αποκυήματα») και κείμενα για τα μετασουρεαλιστικά λογικά παίγνια του Βασίλη Στεριάδη, τον «ποιητή του Έρωτος» Έλιοτ Φεζάλ και τον «φανατικό της επανάληψης» Κώστα Μόντη.

Στο πιο ερεθιστικό κείμενο της ενότητας ο Σουλιώτης γράφει για «τα κριτήρια της ποίησης» με αφορμή την «αυθαιρεσία» του Ζήσιμού Λορεντζάτου, που έγραψε πως ο Άγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Για τον Σουλιώτη το σχετικό ερώτημα είναι ανυπόστατο εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε αποδείξιμη απάντηση κι έτσι η φιλολογικά ανοχύρωτη ιεράρχηση του Λορεντζάτου νομιμοποιείται μόνο ως κριτική αποτίμηση. Αλλά κι εδώ τίθεται θέμα εφόσον είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας κριτικός «πλήρης του ονόματος» προβαίνει σε τέτοια αξιολόγηση, σε περίοδο μάλιστα [1999] όπου οι κοινωνικές ανακατατάξεις διαρρηγνύουν τον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας όσο και των κριτικών της αποτιμήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική μας κριτική δεν αποτολμά ριψοκίνδυνα βήματα· τέτοια βήματα θα ήταν να εξετάζαμε μήπως λ.χ. τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι υπέρτερα του Παπαδιαμάντη ή μήπως ο Βουτυράς γράφει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καλύτερα απ’ όλους τους συγχρόνους του ή πόσα άλλα σύγχρονα πεζογραφήματα εφάμιλλα με του Ταχτσή και του Βαλτινού έχουν γραφτεί κ.ο.κ. Άλλωστε ο Σουλιώτης έχει μπει ήδη στον πειρασμό να αναρωτηθεί γιατί να μην προταθούν για την κορυφή του αιώνα και ο συμπαθέστερός μας Καρυωτάκη, το ωραίο δίδυμο των Εγγονόπουλου – Εμπειρίκου, ο οξύτερος σατιρικός του αιώνα Παλαμάς, οι δυο νομπελίστες κι εκείνοι που δεν παγιώθηκαν ακόμα στην συνείδησή μας (Αναγνωστάκη, Σινόπουλο) για λόγους δραστικής και βιαστικής αλλαγής της εποχής.

Το τρίτο μέρος αφιερώνεται στα Βιβλιολογικά. Μαζί με κείμενα για βιβλία άγνωστα και ειδικά, για τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και για το περιοδικό Εντευκτήριο και τον Gordon εδώ σπεύδω στην προσφιλή Σουλιώτεια γραφή, που ενοικεί στο κείμενο Οι θερινοί και οι άλλοι αναγνώστες, που αφορά μια τυπική του επισκοπική κατόπτευση ενός θέματος, που εδώ είναι η ίδια η αναγνωστική πράξη.

Στην προκαπιταλιστική εποχή σπάνιζαν οι αναγνώστες δωματίου, στο μέτρο που το δωμάτιο δεν αυτονομούνταν από το υπόλοιπο σπίτι. Σε περασμένες εποχές, εξάλλου, όταν η εξατομίκευση ήταν αμυδρή, η ανάγνωση σήμαινε κατά κανόνα την πράξη της φωναχτής ανάγνωσης, που την εκτελούμε με την (αισθητή ή) υποθετική παρουσία ενός (φυσικού ή) δυνητικού ακροατηρίου, που αρτιώνει την ανάγνωση: γιατί ακόμη και στα πιο ξελιγωμένα, δωματίσια διαβάσματά μας, εκεί όπου συχνά υπερτερούν οι παραισθήσεις του ιδιωτικού, η αναγνωστική πράξη κατορθώνεται στο βαθμό που μαζί μας συνδιαβάζει και ο άλλος – ο φαντασμαγορικός εκπρόσωπος της ανθρώπινης κοινότητας. [σ. 187]

Ο Σουλιώτης προβαίνει σε μια απολαυστική τυπολογία της ανάγνωσης, από την οποία αλιεύω και αυθαιρετώ κατά την περίληψή τους: ο ορθός αναγνώστης (κυριολεκτικά όρθιος: ο παρωχημένος αναγνώστης του λογείου, ο σύγχρονος αναγνώστης του τοίχου, του περιπτέρου, ο πλαγιοκοπών λαθραναγνώστης των λεωφορείων)· ο καθιστικός (που μάλλον δεν μπορεί να αφομοιώσει τα υψηλά νοήματα – γι’ αυτό όταν τα «πιάνουμε», πετιόμαστε όρθιοι)· ο ύπτιος (αν και τα πιο «απογειωμένα» διαβάσματα τελούνται ανάσκελα)· ο περιπατητικός· ο τακτός· ο χωρικός (που συναρτά την ανάγνωση με επιλεγμένους χώρους, που συχνά υποβάλλουν το είδος του βιβλίου)· ο ιδιωτικός (ώστε να απολαμβάνει τους ήχους της αναγνωστικής χειροναξίας – κοινώς το θρόισμα των σελίδων).

Καταλογογραφούνται ακόμα ο ετερρορεπής αναγνώστης (που διαβάζει μόνο που βιβλία που «ανακαλύπτουν» ή διαφημίζουν οι άλλοι), ο κρυπτικός (μέγας διώκτης των λαθραναγνωστών), ο οδηγητής (που απορρίπτει τα βιβλία που αρέσουν στους άλλους και προτιμά να λειτουργεί ως καθοδηγητής), ο ξεφυλλιστής, ο πραγμοποιημένος (που λατρεύει το βιβλίο ως πράγμα και θηρεύει τις δυσεύρετες εκδόσεις), ο υπνωτικός (που αποσκοπεί με την ανάγνωση να αποκοιμίσει εαυτόν ή τον ακροατή), ο καιροσκοτώστης (που διαβάζει μερικές αράδες με μηχανιστική τρόπο) και άλλοι.

Στην ενότητα των Βαλκανικών συνεχίζεται η αλίευση ωραίων βιβλίων όπως το «Γενικόν Τεφτέριον» 1903 – 1918. Μια άγνωστη περίπτωση βόρειας λογοτεχνίας. Το εν λόγω εμπορικό κατάστιχο εξυψώνεται σε κιβωτό οικογενειακής και ιστορικής μνήμης και αποκτά λογοτεχνική αξία, εφόσον άλλωστε ανάμεσα στις εγγραφές βερεσεδιών ο συγγραφέας κάνει εγγραφές ονείρων! Στο πέμπτο μέρος πάνε τα Ποικίλα και τα Μικρότερα, μεταξύ των οποίων ένα έξοχο κείμενο για την κριτικό Νόρα Αναγνωστάκη, για τα ποιήματα στο χασαπόχαρτο (ένα αξέχαστο τρικ της προαναφερθείσας συντεχνίας που συνοφρύωσε τους σοβαροφανείς) κι ένα επίσης απολαυστικό γραπτό για τους απροστάτευτους σε χώρους εκτός του Εθνικού Κομματολογίου. Στις βιβλιο – παρουσιάσεις, τέλος, οι επιλογές συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα απρόσμενες: ειδικά βιβλία μακεδονικής ιστορίας και φιλολογίας, παραγνωρισμένες ανθολογίες ποιητών, ο τέταρτος τόμος των Κριτικών του Τέλλου Άγρα και άλλα πολλά.

Κι έτσι, εκτός της πνευματικής και αναγνωστικής χαράς (δεν τολμώ να σκεφτώ σε ποια κατηγορία θα με ενέτασσε ο Σουλιώτης) ξεψάχνισα κείμενα και κύκλωσα στοχάσματα. Όπως αυτό: Όσο πιο δυνατό είναι το ποίημα τόσο πιο σαφή πράγματα λέει. Η πανσημία ισχύει για τα αδύναμα ποιήματα και η πολυσημία είναι γνώρισμα των πολύ καλών στίχων ενώ η (αμφίσημη, ενίοτε) μονοσημία είναι ίδιον των τέλειων στίχων.

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2000, σελ. 342, με οκτασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.




Αύγουστος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 935.401 hits

Αρχείο

Advertisements