Archive for the 'Εργαστήρι μεταφραστή' Category

30
Μαρ.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 177. Γιώργος Κεντρωτής

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Ορίτζιναλ μαϊμούδες» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2016). Περιλαμβάνει 144 ποιήματα: 72 δικά μου (ορίτζιναλ) και 72 μεταφράσεις (μαϊμούδες).

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Είναι και δύσκολο, είναι (κρίνω) και περιττό. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 70 βιβλία. Για όλα θα μπορούσα να πω πολλά – οπότε είναι καλύτερο (το αντιλαμβάνεσθε, φαντάζομαι) να μην πω τίποτα. Μπορώ απλώς να αναφέρω ότι, παρ’ όλο που γράφω ποιήματα από πολύ νεαρή ηλικία, την πρώτη ποιητική συλλογή μου τη δημοσίευσα το 2006: «Με απ’ όλα μέσα» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2006). Παρ’ όλο που έχω συγγράψει πολλά βιβλία, ποτέ δεν βιάστηκα να δημοσιεύσω κάτι. Όλα έγιναν στον καιρό τους. Γι’ αυτό και δεν έχω «μετανιώσει» για καμία έκδοσή μου.

Γράψατε κάποτε το έξοχο μυθιστόρημα «Βικέντιος Καρμπονάρος. Ο συνονόματος, ή Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου». Γιατί δεν συνεχίσατε να μυθιστοριογραφείτε;

Πριν από τον «Συνονόματο» είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Το βάφτισμα». Είχα φτάσει 1200 σελίδες και ήμουν σχεδόν στην αρχή – το σταμάτησα! Δεν έβγαινε πουθενά. Κατόπιν ήρθε ο «Συνονόματος».  Ο Βικέντιος Καρμπονάρος είμαι εγώ – απλώς χάριν της μυθιστορηματικής πλοκής χρειάστηκε να «αλλάξω» όνομα και να «υποκριθώ» τον επιμελητή της έκδοσης. Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε. Το λέω αυτό, γιατί το βιβλίο αυτό πέρασε «κριτικώς» απαρατήρητο.  Όσοι το διάβασαν (όπως εσείς) μου είπαν / έγραψαν από καλά έως πάρα πολύ καλά λόγια. Αυτό με παρωθεί να καταπιαστώ επί τέλους με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με τίτλο «Το τριήμερο». Το σέρνω από το 2008, αλλά δεν το αποφασίζω…

Αποτελείτε μια σπάνια περίπτωση λογοτέχνη που έχει γράψει βιβλία για μια αθλητική ομάδα, τον Ολυμπιακό. Τι βιβλία είναι αυτά;

Το ένα από αυτά (το «45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους» από τις εκδόσεις Δίαυλος) το χαρακτηρίζω «μυθιστόρημα» – υπό όρους, μάλιστα, είναι! Κατ’ ουσίαν όμως, πρόκειται για ένα ιδιότροπο δοκίμιο πάνω στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από το 1958 που γεννήθηκα μέχρι το 2003, που έγινα 45 χρονών. Την αφορμή της συγγραφής μού την έδωσαν οι νίκες που κατήγαγε μέσα σε τούτα τα 45 χρόνια η αγαπημένη μου ομάδα, ο Ολυμπιακός, επί του αιώνιου αντιπάλου του, του Παναθηναϊκού. Έχω συγγράψει επίσης ένα σύντομο και ιστορικού περιεχομένου βιβλίο με τίτλο «Το Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού» και έχω συμμετάσχει σε πέντε κοινές εκδόσεις με θέμα τον Ολυμπιακό. Αγαπώ τον Ολυμπιακό, λατρεύω τον Ολυμπιακό. Τον παρακολουθώ ανελλιπώς από μικρό παιδί σε όλα τα σπορ. Μου έχει χαρίσει απίστευτες συγκινήσεις – χαρές και λύπες. Μου έχει μάθει τη ζωή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κατά βάση ποιήματα. Αλλά έχω εκδώσει και πεζά και δοκίμια. Μεταφράζω και εκδίδω ποιήματα, πεζά, δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχω ασχοληθεί και με την επιμέλεια και έκδοση παλαιών κειμένων. Γενικώς με ενδιαφέρουν όλα τα είδη γραφής. Δεν μπορώ ούτε να εξάρω ούτε να αποκλείσω κάποιο από αυτά.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω τα χούγια μου! Σχεδόν ποτέ δεν μεταφράζω ποίημα στο σπίτι! Πάντα σε καφενεία – σε χώρους γνωστούς μου, άκρως φιλόξενους. Ποιήματα έχω μεταφράσει και στα καφέ του Γηπέδου Καραϊσκάκη.  Όταν μεταφράζω ποίηση δεν θέλω ησυχία. Αντιθέτως επιζητώ τη δυνατή μουσική και τη φασαρία. Στο σπίτι μεταφράζω κατά βάση πεζά και φιλοσοφικά κείμενα. Εκεί βάζω να παίζει κλασική μουσική. Στην ανάγνωση η μουσική δεν με ενδιαφέρει: διαβάζω και με και χωρίς μουσική. Είμαι μουσικόφιλος πάντως, και διαθέτω πολύ μεγάλη δισκοθήκη. Τα βιβλία μου και οι δίσκοι μου είναι όλη η περιουσία μου. Τα λαϊκά τραγούδια από όλον τον κόσμο, το τάνγκο, οι ναπολιτάνικες καντσονέτες, το ροκ της δεκαετίας 1965-1975, ο Βέρντι, ο Μπραμς, ο Σοστακόβιτς ανήκουν στις κορυφαίες προτιμήσεις μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όπως είπα, μου αρέσει να γράφω έξω. Στην Αθήνα τα συγγραφικά στέκια μου είναι «Πόρτες» στο Νέο Ψυχικό (είναι κοντά στο σπίτι μου) και το παλιό «Dolce», νυν «Φίλιον» (στο κέντρο, στην οδό Σκουφά). Στην Κέρκυρα πηγαίνω σε 4-5 μέρη εναλλάξ, αλλά αγαπώ και το «Lunatico» στην πλατεία του παλιού Ψυχιατρείου. Εκεί έχω παρέα και πολύ αγαπημένα φιλαράκια μου: τον Μπάμπη, τον Μένιο, τον Λυκούργο, τη Τζούντυ – τα σκυλάκια που συχνάζουν εκεί.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία -παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Το κάνω ήδη. Γράφω για τον Δημήτρη Αρμάο – φίλο, ποιητή, άνθρωπο του βιβλίου, συνοδοιπόρο στις αναγνώσεις και στις μεταφράσεις. Μακάρι να ήταν στη ζωή και ας μην έγραφα τίποτα γι’ αυτόν…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά και η μικρή επιλογή είναι διαχρονική. Από τους δικούς μας: Σολωμός, Καβάφης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Πατρίκιος από τους ποιητές. Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Πολίτης, Μπακόλας, Βαλτινός από τους πεζογράφους. Σκαρίμπας – ποιητής και πεζογράφος. Από τους ξένους θα αναφέρω ενδεικτικά πέντε συγγραφείς του 20ού αιώνα: Μαγιακόφσκη, Παβέζε, Μπρεχτ, Μπόρχες, Παζολίνι. Ο αγαπημένος μου ποιητής: ο Κάρολος Μπωντλαίρ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Από τα ξένα έργα: «Τα άνθη του κακού» (Μπωντλαίρ), «Πόλεμος και ειρήνη» (Λέων Τολστόη), «Τα παιδιά της ζωής» (Παζολίνι), «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (Μούζιλ), «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Μπέκετ) και μέγα πλήθος άλλων. Από τα δικά μας: «Το κιβώτιο» (του Αλεξάνδρου), «Η φόνισσα» (του Παπαδιαμάντη), «Η πάπισσα Ιωάννα» (του Ροΐδη), «Στου Χατζηφράγκου» (του Κοσμά Πολίτη), «Με το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον» (του Γιάννη Πάνου).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Παβέζε, του Μπόρχες. Το «Θείο τραγί» του Σκαρίμπα και «Η κάθοδος των εννιά» του Βαλτινού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Παρακολουθώ στενά την πορεία της ποίησης στην πατρίδα μας. Με κάποιους ποιητές αναγνωρίζω συγγένεια, με κάποιους μας χωρίζουν πολλά. Να μερικά ονόματα – εντελώς ενδεικτικά: Αγγελής, Καψάλης, Κοσμόπουλος, Κουτσουρέλης, Λαλιώτης, Λουκίδου, Παπαλεξάνδρου, Στρούμπας… Ο Χρήστος Βάθης έβγαλε στη δεκαετία του ’80 τη «Μάγια σκιά» (εκδόσεις Διάττων) και έκτοτε –ποιητικώς– ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Την πεζογραφία δεν την παρακολουθώ τόσο στενά, γι’ αυτό και θα αναφέρω μόνο το όνομα του Γιάννη Παλαβού. Από τους θεατρικούς συγγραφείς επιλέγω τον Αντώνη Παπαϊωάννου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο «Ομπλόμωφ» του Ιβάν Γκοντσάρωφ! Τρεις φορές έχω διαβάσει το ομώνυμο μυθιστόρημα και πάντοτε νιώθω χαρά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Μαριάμπα» του Γιάννη Σκαρίμπα!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω σχεδόν όλα τα περιοδικά – και τώρα και από παλιά. Κρίνω ότι συμβάλλον θετικά στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας μας. Με πολλά από αυτά συνεργάζομαι τακτικότατα, οπότε δεν τίθεται θέμα «αγαπημένου». Για να απαντήσω, όμως, στην ερώτησή σας, θα πω ότι μου λείπουν η «Λέξη» και ο «Χάρτης», δύο εξαιρετικής ποιότητας περιοδικά, με τα οποία ποτέ δεν συνεργάστηκα, παρά τις άριστες σχέσεις μου με τους εκδότες τους.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω διαγωνίως τις παρουσιάσεις στα διάφορα έντυπα. Σπανίως παρουσιάζουν, πάντως, ενδιαφέρον. Συνήθως αναπαράγονται τα «δελτία τύπου» των εκδοτών – όταν δεν πρόκειται για «δημόσιες σχέσεις». Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Οι ολιγάριθμες εξαιρέσεις δεν επηρεάζουν τον κανόνα. Μπορεί να κακοχαρακτηρισθώ, αλλά δεν παρακολουθώ αυτού του είδους την «ξεπεταχτική» κριτικογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω και μεταφράζω, όπως ήδη είπα, ποίηση σε καφενεία. Συστηματικά δε, επί δεκαετίες! Είναι τόσο πολύ ρουτινιάρικο αυτό (με την καλή έννοια του όρου) που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον να πω τίποτα. Και επειδή με τα γραπτά μου είμαι πολύ προσεκτικός, θα σας πω ότι ούτε τον καφέ δεν έχω χύσει ποτέ στα χαρτιά μου, για να είναι το γεγονός «αξιομνημόνευτο». Μια φορά στο τρόλεϋ είχα δει κάποιον να διαβάζει τους «Αγροίκους» του Παβέζε, που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Τον ρώτησα, τάχα με απορία, τάχα αδιάφορα, αν παρουσιάζει ενδιαφέρον το μυθιστόρημα και μου είπε ότι η μετάφραση είναι πάρα πολύ τολμηρή, «σαν περίεργο πρωτότυπο». Τον ρώτησα ποιος το έχει μεταφράσει. Γύρισε στη σελίδα 5, διάβασε το όνομά μου και μου το είπε παρατονισμένο μάλιστα: «Κεντρώτης». Τι να σας πω: το είχα ευχαριστηθεί πολύ!

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω από τα 18 μου χρόνια ανελλιπώς. Αισίως άγω το 59ο έτος της ηλικίας μου. Ο μεταφραστικός τρόπος μου είναι η αυστηρότητα και η προσοχή μου. Δεν αφήνω ποτέ τίποτα έξω από τη μετάφραση, δεν «παρακάμπτω» ποτέ τίποτα. Μου λένε ότι τα μεταφράσματά μου είναι «ιδιότυπα» ή «χαρακτηριστικά». Αυτός είναι εμένα ο έπαινός μου! Η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού» – άρα ο μεταφραστής πρέπει να «διακρίνεται», να «ξεχωρίζει». Η μετάφραση, αν είναι και όσο είναι τέχνη, δεν μπορεί παρά να είναι η τέχνη του δημιουργού της. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «απρόσωπη» ή «αντικειμενική» μετάφραση. Δεν έχω μεταφράσει ποτέ κείμενα που δεν μου αρέσουν. Όλα μου τα μεταφράσματα είναι δικής μου επιλογής και ανάγονται σε δικά μου ενδιαφέροντα. Μπορεί κάποια από τα ενδιαφέροντά μου να έχουν ατονήσει μέσα μου με τα χρόνια, αλλά δεν έχουν σβηστεί. Μεταφράζω συγγραφείς που αγαπώ… που με ενδιαφέρουν τουλάχιστον με την προσωπικότητά τους… που με «καλλιεργούν»… που μου δίνουν ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα… που με πάνε παραπέρα… παραπάνω. Ουδέποτε μετάφρασα κάτι «επαγγελματικά» ή «ξεπεταχτιδίστικα». Ούτε θα το κάνω!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν και θα μπορούσα να σας απαντήσω με ένα «όλες», που θα ανταποκρινόταν και στα δύο σκέλη του ερωτήματός σας, θα προβώ σε επιλογή! Πιο πολύ με δυσκόλεψε η μετάφραση της «Νέας Επιστημονικής Γνώσης» του Τζαμπαττίστα Βίκο (εκδόσεις Gutenberg 2015), διότι έπρεπε να καλέσω στο χαρτί πολλά είδη γνώσεων και επιστημών, προκειμένου να συνεργασθούν. Η πιο μεγάλη δυσκολία από όλες ήταν το άτσαλο ύφος του συγγραφέα, το οποίο δεν έπρεπε να μεταφερθεί ούτε ως άτσαλο ούτε άτσαλα. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε εν τη γενέσει την προσπάθειά μου, που συνίστατο στο να μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά η τρίτη και τελική έκδοση του βικιανού έργου που είχε δει το φως της δημοσιότητας το 1744 στη Νάπολη. Το έργο έπρεπε να μεταφρασθεί με ήθος λόγου ελληνικού μικτού και επιστημονικού. Τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Η εγγενής πυκνότητα τόσο του νομικού όσο και του φιλοσοφικού λόγου αυτό ακριβώς απαιτούσαν – τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Αυτό το είχα αποφασίσει εξ αρχής – προτού καλά-καλά τραβήξω την πρώτη μολυβιά. Αποφασισμένο είχα επίσης και το ότι θα έπρεπε πολλές φορές σε κάθε σελίδα πρώτα να παραθέτω κάποια ξενόγλωσσα στοιχεία και ύστερα να τα μεταφράζω μέσα στο σώμα του μεταφράσματος.

Η άλλη απόφασή μου ήταν, όταν εισήγαγα ορολογία, να παραθέτω σε υποσημείωση την ιταλική ή όποια άλλη πρωτότυπη μορφή της: ο αναγνώστης θα διαπιστώσει έτσι ότι, ενδεικτικώς, η πρωτεία είναι η degnità, τα ρεύματα και αναρρεύματα είναι τα corsi e recorsi, και το διαφορολόγιοαλληγορία) είναι το diversiloquium. Είχα αποφασίσει και κάτι άλλο, που το επετέλεσα στο μέτρο του δυνατού: να διορθώσω τα λάθη του Βίκο, όλα τους συγγνωστά. Γράφοντας ο Βίκο από μνήμης τα πάντα περιέπεσε σε λάθη: καμιά φορά ο Πλάτων ήταν Αριστοτέλης ή κάποιο έργο του Πλάτωνος ονομαζόμενο ήταν άλλο (φέρ’ ειπείν ο Αλκιβιάδης Β΄ και όχι ο Αλκιβιάδης Α΄). Όλα αυτά τα λάθη αποκαταστάθηκαν· όπως αποκαταστάθηκαν φιλολογικώς και όσα λάθη είχαν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα λατινικά χωρία παρμένα από τον Τίτο Λίβιο ή τον Τάκιτο. Κατά τη μετάφραση βοηθήθηκα σημαντικά από μεταφράσεις του έργου σε άλλες γλώσσες: από την αγγλική του Νταίηβιντ Μαρς, από τη γαλλική της Κριστίνα Τριβούλτσιο και, κυρίως, από τη γερμανική του φιλόσοφου Βιττόριο Χαίσλε.

Έκρινα ότι έπρεπε να υπομνηματίσω εξαντλητικά το έργο – και το έκανα. Οι υποσημειώσεις, που ξεπερνούν τις 4000, είναι δύο ειδών: είναι «φιλολογικές», αναφερόμενες στις πηγές του Βίκο, και «αυταναφορικές», καθώς παραπέμπουν σε σημεία του βικιανού έργου. Έκρινα ότι έπρεπε να παρατεθούν όλες τους, καθώς προέρχονταν μέσα από το ίδιο το έργο, για να βοηθηθεί ο κριτικός αναγνώστης στη μελέτη του· όπως έκρινα επίσης ότι δεν θα έπρεπε να παρατεθεί ούτε μία υποσημείωση δευτεροταγούς χαρακτήρα, δηλαδή υποσημείωση αναφερόμενη μεν στο μεταφραζόμενο έργο, αλλά προερχόμενη έξω από αυτό. Αν το έκανα, οι σελίδες του έργου δεν θα ήσαν 1050, αλλά 2050! Και εν πάση περιπτώσει, ας το κάνει κάποια στιγμή κάποιος άλλος, διορθώνοντας και τα τυχόν δικά μου αβλεπτήματα. Να προσθέσω και τούτο: όποτε είχα αναφορά σε αρχαιοελληνικό ή λατινικό κείμενο, προτιμούσα να προσθέτω, πέραν της φιλολογικής του ταυτότητας, και το σώμα του κειμένου, ακριβώς για να διευκολύνεται ο μελετητής επί τόπου και να μην χρειάζεται να τρέχει να ψάχνει ή να ανοίγει βιβλία.

Η μετάφραση που πιο πολύ έχω ευχαριστηθεί δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα: είναι «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ. Τόσο πολύ την ευχαριστήθηκα που έκατσα και έγραψα και έναν επίλογο, που υπολογίζω ότι θα καλύπτει κοντά στις 350 σελίδες. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει –με το καλό– από τις εκδόσεις Gutenberg ως τα τέλη του 2017.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θα ήθελα να συστήσω το «Βιργιλίου θάνατος» του Χέρμαν Μπροχ (Gutenberg 2000), το «Στα χθόνια δώματα» του Πάμπλο Νερούδα (εκδόσεις Ύψιλον 2007),  και το «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή» (Gutenberg 2014), που είναι η μετάφραση του Ε΄ βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, με ποιήματα ερωτικά.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα αναφερθώ σε τρεις «αρνητικές» περιπτώσεις. Από την ιστορία της μετάφρασης έργων του Ρόμπερτ Μούζιλ θυμάμαι τον «ζήλο», τον «φανατισμό», με τον οποίον είχα επιδοθεί. Σε κάποιους δεν άρεσε η ενασχόλησή μου και προσπάθησαν να μου αμαυρώσουν τα μεταφράσματα, ακόμα και αν δεν ήξεραν το βασικότερο: γερμανικά! Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Βιργιλίου θάνατος» του Μπροχ. Στην πρώτη περίπτωση, εν έτει 1987, είχα απαντήσει γραπτώς και εξαντλητικά από τις στήλες του περιοδικού ΑΝΤΙ και είχα ξεκάνει τον «αντιρρησία» – δεν ήταν, πάντως, και ιδιαίτερα δύσκολο, διότι «δεν φέλαγε» όπως λένε στο χωριό μου. Στη δεύτερη περίπτωση (ούτε εδώ ο κριτής εγνώριζε καθ’ ομολογίαν του γερμανικά) δεν καταδέχτηκα να απαντήσω στο κακόβουλο δημοσίευμα που φιλοξενήθηκε σε «σαλόνι» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ. Μετά από μερικά χρόνια το έφερε η συγκυρία να συνυπάρξω κάπου με τον «κριτικό», ο οποίος, προβαίνων σε αλλεπάλληλα καραγκιοζιλίκια, προσπαθούσε να εκμαιεύσει κάποια συγγνώμη εκ μέρους μου. Εννοείται ότι δεν έλαβε τίποτα. Τρίτη περίπτωση, πάλι με τα γερμανικά στη μέση. Όταν μετέφρασα τη «Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα» του Μπρεχτ (Gutenberg 2014) κάποιοι ξεβολεύτηκαν (αλήθεια γιατί;), αλλά περιορίστηκαν σε προφορικά σχόλια, που φτάνανε ώς τ’ αφτιά μου. Περιορίστηκα σε όλες τις περιπτώσεις σε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Μακροθυμία, καλέ μου φίλε! Μακροθυμία! Κανείς δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν να γράψει ή να μεταφράσει ό,τι τραβάει η ψυχή του. Στην εποχή του διαδικτύου, μάλιστα, εκδίδονται τα πάντα ακόπως. Οπότε όποιος γουστάρει ό,τι γουστάρει μπορεί να το κάνει. Και δεν χρειάζεται να πάρει την άδεια από κανέναν ούτε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Νομίζω ότι από άλλη αφορμή έχω απαντήσει στις ερωτήσεις σας, αλλά μιας και ρωτάτε, θα ήθελα να προσθέσω τούτο. Αγαπώ πολύ τη μουσική – όλα τα είδη μουσικής, αρκεί να πρόκειται για μουσική και όχι για ήχους ατάκτως ερριμμένους. Θα γράψω μόνο ονόματα, όπως που έρχονται. Μάρκος Βαμβακάρης και Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, Γιώργος Μουφλουζέλης, Νίκος Ξυλούρης, Μανώλης Μητσιάς, Βίκυ Μοσχολιού, Δανάη Στρατηγοπούλου, Μαίρη Λω, Κούλα Νικολαΐδου, Τάσος Χαλκιάς, Γιώργος Παπασιδέρης, Κάρλος Γαρδέλ, Ιμπέριο Αρχεντίνα, Ασουκένα Μαϊσάνι, Ανδριάνα Βαρέλα, Αταουάλπα Γιουπάνκι, Ρομπέρτο Μούρολο, Ρόζα Μπαλιστρέρι, Οτέλλο Προφάτσιο, Γκίζελα Μάυ, Βολφ Μπίρμαν, Τράφικ, Άνιμαλς, Τεν Γίαρς Άφτερ, Μπενιαμίνο Τζίλι, Τζουζέπε Ντι Στέφανο, Ζωρζ Μπρασένς, Πατασού, Μονίκ Μορελί – και χίλιοι άλλοι!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Οι συγγραφείς που αγαπώ πάρα πολύ έχουν ήδη μεταφραστεί από εμένα. Ποτέ δεν μετέφρασα έργο ή συγγραφέα που δεν μου άρεσε.  Έχω ετοιμάσει περίπου 20 μεταφράσεις που δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Καλά να είμαστε και θα εκδοθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Θέλω να μεταφράσω τα σονέτα του Γκουίντο Καβαλκάντι και μια επιλογή από τα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Στην Ελλάδα έχω αρνητική εμπειρία από την «κριτική» των μεταφράσεων.  Όταν δεν είναι «λαθολογία», γίνεται αδιάφορη «γενικολογία», όπου και συνήθως διαβάζουμε ότι «ο μεταφραστής απέδωσε με ευαισθησία και γνώση όλες τις πτυχές του πρωτοτύπου»… Όταν διαβάζω τέτοια πράγματα, σχηματίζω την εντύπωση ότι ο «κριτικός» μπορεί να μην έχει πιάσει καν στα χέρια του το βιβλίο που «κρίνει».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ουδέποτε είχα προβλήματα. Έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί με τον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο, με τη Μαρία Ράμμου, με τον Θανάση Χριστοδούλου, με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, με τον Ηλία Καφάογλου, με ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει διόρθωση και επιμέλεια. Εξ άλλου κι εγώ έχω εργασθεί ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων, οπότε…

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ομολογώ όχι! Μάλλον δεν με συμπαθούν… Ο Βιργίλιος ως προσωπικότητα έχει, πάντως, στοιχειώσει τη ζωή μου. Τον μελετώ με ιερό φανατισμό.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είμαι διδάκτωρ νομικής,καθώς έχω συγγράψει διδακτορική διατριβή στο Διοικητικό Δίκαιο στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο της Σααρλάνδης. Η εν γένει κουλτούρα μου είναι επηρεασμένη από τη νομική σκέψη. Άρα και ο τρόπος γραφής μου μετέχει και της νομικής παιδείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Παλιότερα ήμουν δικηγόρος. Από το 1994 μέχρι σήμερα είμαι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Διδάσκω «Θεωρία και πράξη της μετάφρασης», «Νεοελληνική λογοτεχνία» και «Μετάφραση νομικών κειμένων από τα γερμανικά στα ελληνικά».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω λατινοαμερικανούς ποιητές, κυρίως από την Αργεντινή. Γράφω ποιήματα. Μεταφράζω το «Ασματολόγιο» («Canzoniere») του Πετράρχη και την «Αινειάδα» του Βιργιλίου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν είμαι φίλος ή συστηματικός θεατής του κινηματογράφου και του θεάτρου. Μου αρέσει ο Παζολίνι και ο Βάιντα. Από τους θεατρικούς συγγραφείς αγαπώ τον Μπέκετ και τον  Ίψεν. Εννοείται ότι έχω διαβάσει πολύ καλά τους τρεις κορυφαίους έλληνες τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Εξ άλλου έχω μεταφράσει τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και τι να την κάνω την αιώνια νιότη; Εξ άλλου ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη της ζωής. Μπα, δεν θα το δεχόμουν – πέραν του ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται! Εύχομαι πάντως «καλά ξέτελα»!

Περί Ολυμπιακού

Πώς γίνατε οπαδός του Ολυμπιακού; Πώς αρχίσατε να γράφετε για την ομάδα; Υπάρχει κάποιο μυθιστόρημα ή άλλο έργο που θα θέλατε να γράψετε για τον Ολυμπιακό; Έχετε ξεχωρίσει κάποιο κείμενο άλλου δημιουργού με λογοτεχνικές αρετές αφιερωμένο στην ομάδα;

Θυμάμαι τον εαυτό μου ως οπαδό του Ολυμπιακού από το 1963. Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής νικήσαμε τον Παναθηναϊκό με 5-3 μέσα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε αγώνα Κυπέλλου. Για τον Ολυμπιακό άρχισα να γράφω με την προτροπή του αείμνηστου φίλου μου Παναγιώτη Γαρίδη, που από τις εκδόσεις Δίαυλος εξέδωσε το «Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού». Έχω γράψει δύο βιβλία για τον Θρύλο και έχω συμμετάσχει σε άλλες πέντε ομαδικές εκδόσεις. Θέλω να γράψω κείμενα για τον Ανδρέα Μουράτη και τον Γιώργο Σιδέρη. Έχω όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αγαπημένη μου ομάδα. Ξεχωρίζω το «Μίλα μου για τον Θρύλο» του Νίκου Μαυρωνά, εκδεδομένο ομοίως από τις εκδόσεις Δίαυλος.

Μπορείτε να αναφέρετε μια αξέχαστη στιγμή της ομάδας σας από κάθε δεκαετία, στιγμή που έμεινε εντυπωμένη στην μνήμη σας;

Θα σας αναφέρω μόνο μία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1987 ο Ολυμπιακός είναι προτελευταίος στη βαθμολογία με 6 βαθμούς  σε 11 αγώνες. Στο ΟΑΚΑ έχουν συρρεύσει 61.000 θεατές. Εγώ δεν ήμουν εκεί. Ήμουν στη Γερμανία, μεταπτυχιακός φοιτητής. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, κι εγώ περιμένω το κορίτσι μου, την Πολυξένη –που είχε την «ατυχία» να γίνει σύζυγός μου αργότερα– να έλθει να γιορτάσουμε μαζί. Από το αεροδρόμιο της Φραγκφούρτης την παίρνω και ανεβαίνουμε τραινάτοι σε κάτι γερμανούς φίλους στον Βορρά, στο Αμβούργο. Όταν φτάσαμε, ανοίγουμε τη βαλίτσα της, τακτοποιούμε τα πράγματά της, και κατόπιν ανοίγουμε και τη βαλίτσα μου, από όπου προς μεγίστην έκπληξή της βλέπει να βγάζω ένα ραδιόφωνο ικανού όγκου, μια μπακατέλα του κερατά, που έπιανε βραχέα και το είχα για να ακούω τα ματς του Θρύλου. Παρακαλώ τον οικοδεσπότη μας (έναν ευγενέστατο κύριο μιας κάποιας ηλικίας) να με «πετάξει» ώς το Μπλανκενέζε που ήξερα ότι έχει «μεγάλο άνοιγμα» (μια ώρα δρόμος από το Ποπενμπύτελ, όπου μέναμε) για να «πιάνει καλύτερα το ράδιο».

Τί να κάνει ο άνθρωπος, με πήγε – παρά τις έντονες αποτρεπτικές κουβέντες της κυρίας μου και τα συνακόλουθα «μούτρα». Και όχι μόνο με πήγε ο καλός εκείνος άνθρωπος, αλλά και έκατσε σε ένα ωραίο ημιυπαίθριο καφέ και με περίμενε μέχρι να τελειώσει το ματς με την Παναχαϊκή, διασκεδάζοντάς το κιόλας, καθώς αυτός έπινε τις μπυρούλες του (χειμωνιάτικα…) κι έβλεπε εμένα να παρακολουθώ το ματς μέσα από έναν καταιγισμό από «αγγγγγκτ… γτγτγτγτρκρτφζξθγ… κλτρμνγργργρμρψταπλ… γτκτρμντγρκδρτα»! Και από κοντά μου ήσαν και δυό άλλοι πατριώτες (ναι, και γαύροι) που είχαν βρεθεί τυχαία εκεί ως τουρίστες, και είχαν αφήσει τις παρέες τους σύξυλες για ν’ αφοσιωθούν και αυτοί στην ακρόαση. Το τί έγινε στα γκολ είναι πέραν πάσης περιγραφής. Στο 1ο κιόλας λεπτό ο Τάσος Μητρόπουλος και στο 70ό ο Σάκης Μουστακίδης ήσαν οι σκόρερ. Ο γερμανός φίλος μου (λάτρης του φολκλόρ, όπως άλλωστε όλοι οι Γερμανοί) το κατευχαριστήθηκε. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο «πράμα». Ούτε του είχε τύχει να δει ποτέ τρία αφτιά στριμωγμένα και κολλημένα σε ένα ράδιο της συμφοράς να ακούνε ποδόσφαιρο. Πάντα μαθαίνει κανείς νέα πράγματα, πάντα σε περιμένουν νέες εμπειρίες – λέω… Γι’ αυτό και είναι ωραία η ζωή!

Εικονίζονται: ελάχιστα από τα βιβλία που συνέγραψε ή μετάφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής, Charles Baudelaire, ένα αγαπημένο του βιβλίο, ένας αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας, Νεμέα 1973, Giambattista Vico, Hermann Broch, ένας δίσκος της Imperia Argentina, ένα χαμόγελο του Carlos Gardel, o φιλοξενούμενος σε μια εποχή που δεν γνώριζε κανέναν από τους παραπάνω και Γιώργος Σιδέρης.

Σημείωση: Το Πανδοχείο προειδοποιεί: οι εικόνες μπορεί να εναλλάσσονται χωρίς προειδοποίηση, κατά το κοινώς λεγόμενον ροτέισον.

Advertisements
23
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 175. Θωμάς Συμεωνίδης

Θ.Σ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», υπάρχει ένας ανώνυμος αφηγητής που καταφεύγει στο Παρίσι προκειμένου να αποφύγει μία πλεκτάνη που έχει στηθεί σε βάρος του. Ο αφηγητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μία νέα πραγματικότητα, αυτή της περιπλάνησης και της επιβίωσης στο Παρίσι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαχειριστεί ένα ασήκωτο κατά τα φαινόμενα φορτίο ενοχών και τύψεων που οφείλεται στην αδυναμία του να αποτρέψει τη δολοφονία και την αυτοχειρία, αντίστοιχα, δύο νέων ανθρώπων, που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, σε έναν δημόσιο οργανισμό υγείας με έδρα την Αθήνα.

Η αναμέτρηση με την αλήθεια και τις ψευδαισθήσεις, αλλά και η διατήρηση στη ζωή μέσα από τον επαναπροσδιορισμό και την αναζήτηση νέων αναφορών, είναι η πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπος ο αφηγητής της ιστορίας. Μία πρόκληση που πιστεύω ότι έχει μία γενικότερη, ατομική και συλλογική αξίωση.

Cover Gine o iroas mou-1

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Η συγγραφή του «Γίνε ο ήρωάς μου!», ξεκίνησε το 2010, όταν πήρα την απόφαση να φύγω από την Ελλάδα, και ολοκληρώθηκε στη Γαλλία το 2014. Η συγγραφή του, σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με αυτή την απόφαση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει πολύ τα τελευταία χρόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (Bnf), και κάνω μία έμμεση αναφορά και στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», αναφέροντας τη θέση W.113, όπου δουλεύω συνήθως και η οποία βρίσκεται κοντά στον τομέα της ελληνικής λογοτεχνίας. Για την ύπαρξη αυτής της βιβλιοθήκης νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη, αλλά και για κάθε χώρο που συγκροτεί αντίστοιχες κοινότητες ανάγνωσης, γραφής και έρευνας.

Cover_Ola einai parexigisi-1

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Θραύσματα των ηρώων μου, υπάρχουν μέσα μου, γύρω μου, υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο συνδέομαι με ό,τι με περιβάλλει.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ιδανικά, το πρωί, με ησυχία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Ναι, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν υπόσταση σε ένα συγκεκριμένο τυπικό. Ανάφερα πιο πάνω για παράδειγμα, τη θέση W.113, όταν πηγαίνω στην Bnf. Από ένα σημείο και μετά όμως, δεν ξέρω πόσο νόημα θα είχε να αναφερθώ σε πράγματα που έχουν να κάνουν κυρίως με τη διαδικασία της συγκέντρωσης και τις συνθήκες γραφής, αλλά όχι και με την ουσία της.

Layout 1

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είναι ελάχιστες οι φορές που έχω γράψει ή διαβάσει κάτι συνοδεία μουσικής, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μου αρέσει η μουσική. Ακούω σε διάφορες στιγμές και κυρίως κατά τις μετακινήσεις μου, ηλεκτρονική μουσική θα έλεγα, στις διάφορες εκδοχές της, από ροκ μέχρι κλασική. Ενδεικτικά, αναφέρω κάποια σχήματα που υπάρχουν στις τωρινές επιλογές μου: Apparat, Archive, Daughter, Infadels, Lali puna, M83, Of Monsters and Men, Placebo, Steve Reich, Tim Hecker.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είχα επαφή με πολλά και διαφορετικά αντικείμενα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου και αυτό οφείλεται περισσότερο σε μία εσωτερική ανάγκη παρά στην αναζήτηση μίας επαγγελματικής κατάρτισης/εξειδίκευσης. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναγνωρίσω τη στήριξη που είχα από τους γονείς μου, σε σημείο αυτοθυσίας θα έλεγα, καθώς δεν υπήρχε η οικονομική άνεση για κάτι τέτοιο.

Layout 1

Εργάστηκα πάντως σε διάφορους τομείς, κυρίως στη δημόσια διοίκηση, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, σε κάποια αρχιτεκτονικά γραφεία.

Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να βρω μία λύση στη βιοποριστική εξίσωση μέσα από την έρευνα και τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο.

Θεωρώ αυτή την ενασχόληση πιο συμβατή με τη συγγραφική μου δραστηριότητα, αν και πιστεύω ότι η γραφή τροφοδοτείται από όλο το φάσμα της εμπειρίας και της ζωής ενός συγγραφέα, και όχι από ένα ή κάποια μεμονωμένα αντικείμενα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω γράψει και συνεχίζω να γράφω, χωρίς όμως να έχω εκδώσει κάποια συλλογή. Θεωρώ πάντως, ότι παρά το γεγονός ότι η πρόζα και η ποίηση αντιστοιχούν σε διαφορετικές κλίμακες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, η ουσία παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ίδια. Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», πιστεύω ότι οι τελευταίες σελίδες θα μπορούσαν να διαβαστούν από μόνες τους ως ένα μεγάλο σε έκταση ποίημα, ενώ το δεύτερο ολοκληρωμένο μου μυθιστόρημα (καθοδόν για την έκδοσή του), πιστεύω ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία σύνθεση ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές κλίμακες: ποίηση, διήγημα/νουβέλα, μυθιστόρημα.

paul celan-

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν ξέρω πραγματικά αν θα μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο, με την έννοια ότι θα μου ήταν δύσκολο να κινηθώ σε ένα αυστηρά ρεαλιστικό/πραγματολογικό πλαίσιο. Έχω δουλέψει πάντως πάνω σε έναν υπαρκτό πρόσωπο για τις ανάγκες του πρώτου μου θεατρικού κειμένου. Αναφέρομαι στον Paul Celan και σε μία μεγάλη σχετικά έρευνα που έκανα πάνω στη ζωή και το έργο του. Ωστόσο, το τελικό κείμενο σε συνδυασμό με την θεατρική φόρμα, ανταποκρίνεται περισσότερο στα χαρακτηριστικά μίας αναζήτησης παρά σε αυτά μίας παρουσίασης.

Τι γράφετε τώρα; 

Αυτό που πιστεύω ότι θα είναι το τρίτο μου μυθιστόρημα.

Saul Bellow 3-

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Υπάρχουν πολλοί. Θα αρκεστώ όμως σε αυτούς που μελέτησα πιο συστηματικά: Samuel Beckett, James Joyce, Saul Bellow.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Youth (Σκηνές από τη ζωή ενός νέου) του J.M.Coetzee είναι ένα από τα βιβλία που ακριβώς την εποχή που το διάβασα, το 2005, ένιωσα να έρχομαι τόσο κοντά σε έναν ήρωα: ίδια πόλη, ίδια γειτονιά, ίδιες ανησυχίες, ίδια αίσθηση εξορίας, ίδια μορφή απομόνωσης, ίδια αμφιθυμία απέναντι σε όσα θεωρούνται σταθερά στη ζωή κάποιου, ίδια επιθυμία για μία άλλη ζωή και πάνω από όλα ο πόθος του καλλιτέχνη για έκφραση και μεταμόρφωση μέσω της τέχνης.

marcovaldo1

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για λόγους περισσότερο συναισθηματικούς, κάποιες από τις ιστορίες στον Μαρκοβάλντο του Καλβίνο. Τις είχα διαβάσει όταν είχα εγκατασταθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 2006. Η πραγματικότητα που διανοιγόταν κάποιες στιγμές μπροστά μου, ειδικά κάποιες νύχτες, επικοινωνούσε με εκείνες της ιστορίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η ονοματολογία δεν ξέρω αν θα βοηθούσε στην προκειμένη περίπτωση. Αυτοί πάντως ξέρουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αίαντας του Σοφοκλή. Πέρα για πέρα ανθρώπινος, από όλες τις απόψεις.

Richardson Clarissa1967

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Η συγκεκριμένη ερώτηση, είναι ερώτηση παγίδα, όπως και πολλές από αυτές που προηγήθηκαν και ακολουθούν.

Έχω καταρτίσει μία λίστα με αναγνώσεις, για τις ανάγκες του τρίτου μυθιστορήματος που γράφω, καθώς και για ένα θεατρικό.

Η λίστα αυτή είναι δίπλα μου τώρα, μοιάζει με το νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης των Sanaa στη Νέα Υόρκη.

Το μεγαλύτερο σε όγκο έργο, είναι η Κλαρίσσα του Richardson. To παλαιότερο, μάλλον η Αντιγόνη του Σοφοκλή και το πιο σύγχρονο, ένα λεύκωμα για το μαύρο στη ζωγραφική.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, τόσο έντυπες όσο και ηλεκτρονικές, αν και λόγω απόστασης πολλές φορές, προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο μπορώ από το διαδίκτυο.

steve_reich

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Τον Σεπτέμβριο του 2006, στην αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκη – Αθήνα, το Καντίς για ένα αγέννητο παιδί του Kertesz. Ένιωσα να ταυτίζομαι με κάποιες τονικότητες του αφηγητή, σε σχέση με κάποια πράγματα που πίστευα ότι είχα αφήσει πίσω μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή, ότι θα ταυτιζόμουν αργότερα με κάποιες άλλες τονικότητες της αφήγησης, σε σχέση με κάποια πράγματα που θα έβρισκα μπροστά μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Παρακολουθώ όσο μπορώ. Ειδικά στο θέατρο, ασχολούμαι και ερευνητικά πλέον με την παραγωγή του Romeo Castellucci και την Socìetas Raffaello Sanzio, ενώ μου αρέσει πολύ και η δουλειά του Christoph Marthaler. Από την ελληνική θεατρική σκηνή, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στον Σάββα Στρούμπο, με τον οποίο έχουμε ξεκινήσει μία συνεργασία για την παρουσίαση του πρώτου μου κειμένου για το θέατρο. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα για το θάρρος του, την ακεραιότητα και τη συνέπειά του. Παρακολουθώ επίσης σύγχρονο, αλλά και κλασικό κινηματογράφο.

romeo-castellucci

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Απέχω από τα κοινωνικά δίκτυα με την έννοια ότι δεν έχω κάποιον λογαριασμό αυτή τη στιγμή στο facebook ή στο twitter, γιατί έχω την αίσθηση ότι λειτουργούν σε διαφορετικούς χρόνους από αυτούς τους οποίους θέλω να πιστεύω ότι υπηρετεί η τέχνη και η λογοτεχνία. Αναγνωρίζω βέβαια, ότι χάνω την επαφή μου με κάποιους ανθρώπους και γεγονότα, αλλά πιστεύω και πάλι, ότι αν πρόκειται για μία αληθινή και ουσιαστική επαφή, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να συσταθεί και να διατηρηθεί. Από την άλλη, αν θεωρήσουμε τα κοινωνικά δίκτυα ως εργαλείο προώθησης, δεν σας κρύβω, ότι νιώθω μία αμηχανία όταν αυτό πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι.

John Ashberry

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν κάποιος σας χάριζε τη συγγραφική και αναγνωστική ιδιότητα με αντίτιμο την απώλεια της αιώνιας νιότης, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; Ναι.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω μεταφράσει τα τελευταία τρία πεζά έργα του Samuel Beckett γνωστά και ως H Τελευταία Τριλογία του Beckett και τους Τρεις Διαλόγους επίσης του Beckett. Θεωρώ ότι πρόκειται για κάποια από τα πιο σημαντικά κείμενα του Beckett, τα οποία μεταφράζονται κατά το μεγαλύτερό τους μέρος για πρώτη φορά στα ελληνικά. Με αφορμή αυτές τις μεταφράσεις, θέλησα να τοποθετηθώ και στον σχετικό διάλογο που αφορά τη σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, αλλά και τη σχέση της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες, όπως η ζωγραφική. Για αυτό το λόγο, οι μεταφράσεις συνοδεύονται από δύο εκτενή επίμετρα πάνω ακριβώς σε αυτά τα θέματα. Βασικός μου σκοπός ήταν μέσα από τις μεταφράσεις, τις αντίστοιχες εισαγωγές και τα επιμέτρα, να προσεγγιστεί το έργο του Beckett μέσα από καινούριες οπτικές γωνίες.

Θ.Σ.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

John Ashbery, Paul Celan, Elfride Jelinek.

Στις εικόνες: Paul Celan, Saul Bellow, Steve Reich, Romeo Castellucci, John Ashbery

18
Οκτ.
15

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 172. Γιάννης Παπαδημητρίου

YannisP_

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

ΣυBERLIN-TESSERA_μμερίζομαι την άποψη (της G. Spivak) ότι η μετάφραση (επιδιώκει να) είναι η πιο προσεκτική ή, επίσης, η πιο προσωπική ανάγνωση. Και με τη λέξη «ανάγνωση» εννοώ τόσο τη διαδικασία της αναγνώρισης και της κατανόησης όσο και την ερμηνευτική προσέγγιση ενός κειμένου. Ειδικά όσον αφορά τη λογοτεχνία, θα περιέγραφα τη μετάφραση ως ένα είδος αναγνωστικής σχέσης με το κείμενο, μια εξελικτική πορεία που ξεκινά με τη διαισθητική κυρίως εμβάθυνση στο περιεχόμενο και στο ύφος του, για να καταλήξει στη λεπτομερή αποκωδικοποίησή του και τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής εκδοχής.

MILXAUSER-DRESLER_Η όλη διαδικασία δημιουργεί, κατά κανόνα, την αίσθηση μιας διπλής επικοινωνιακής κίνησης (προς το κείμενο και προς τον αναγνώστη), η οποία γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική όταν ο μεταφραστής έχει ήδη ή αναπτύσσει σταδιακά προσωπικό ενδιαφέρον για έναν συγκεκριμένο συγγραφέα και καλείται να μεταφράσει περισσότερα έργα του – πράγμα που σημαίνει ότι, με τον καιρό, τον κατανοεί ολοένα πληρέστερα (προς όφελος, εντέλει, του αναγνώστη). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πιστεύω ότι ένας μεταφραστής μπορεί να «ταυτιστεί» με έναν συγγραφέα, να «γίνει η φωνή του», όπως λέγεται ενίοτε, σε μιαν άλλη γλώσσα. Αντιθέτως, ένας συγγραφέας (ή και ένα κείμενο) μπορεί (και μάλλον πρέπει) να έχει πολλές και επαρκείς φωνές σε μιαν άλλη γλώσσα, πολλές και διαφορετικές «αναγνώσεις».  

b3648Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι περισσότερες μεταφράσεις μου με έχουν δυσκολέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, και ίσως γι’ αυτό στο τέλος με έχουν ικανοποιήσει ιδιαίτερα. Ίσως, λοιπόν, οι «ηδονές» που αναφέρετε να σχετίζονται με τις ιδιαίτερες «αντιστάσεις» των κειμένων. Εάν πάντως επέλεγα ένα και μόνο βιβλίο που με έκανε να σηκώσω τα χέρια ψηλά πολλές φορές, αυτό θα ήταν μάλλον το The Making of the English Working Class του Ε. Ρ. Thompson, η ελληνική έκδοση του οποίου ετοιμάζεται αυτή την περίοδο.

Ο μεγάλος όγκος ιστορικών στοιχείων για τηνBERLIN-RIZES_ εργατική Αγγλία του 18ου19ου αιώνα και, κυρίως, η δυσκολία εξακρίβωσης εννοιών, ιδιωμάτων, πραγμάτων και καταστάσεων πολιτισμικά δυσπρόσιτων με οδήγησαν σε μια πολύ απαιτητική ερευνητική διαδικασία. Και για να προλάβω μια κατοπινή ερώτηση: δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να μεταφραστεί ένα τέτοιο βιβλίο (σε εύλογο χρονικό διάστημα) χωρίς τη διαδικτυακή συμβολή. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι η ολοκλήρωση της μετάφρασης ενός τόσο πολυδαίδαλου έργου, και τόσο συναρπαστικού από ιστορική και θεωρητική άποψη, μπορεί μόνο να συγκριθεί με τις πιο έντονες προσωπικές εμπειρίες, από τις οποίες βγαίνεις σημαντικά διαφορετικός ως άνθρωπος.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Said 1Χωρίς δεύτερη σκέψη, θα πρότεινα τις Ρίζες του ρομαντισμού (Scripta, 2000) του Isaiah Berlin. Άρχισα τη μετάφραση αυτή όταν ακόμη έκανα τη στρατιωτική μου θητεία. Και, κυριολεκτικά, το συγκεκριμένο βιβλίο ήρθε να με σώσει εκείνη την περίοδο πλήρους δημιουργικής αδράνειας. Πέραν αυτού, όμως, θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα που έχω διαβάσει, ένας οδηγός για το φιλοσοφικό σύμπαν του ρομαντισμού αλλά και του ίδιου του Berlin, οι ιδέες του οποίου εξακολουθούν να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Θα πρότεινα όμως τις Ρίζες, ειδικά σήμερα, και για έναν ακόμη λόγο: για την ιστορική σύνδεση ρομαντισμού, εθνικισμού και φασισμού, την οποία θεμελιώνει με τρόπο αφοπλιστικό ο συγγραφέας. Για όσους πιστεύουν ότι πίσω από τον φασισμό υπάρχει και κάτι άλλο πέραν της ψυχοπαθολογίας ή, γενικότερα, κατανοούν ότι πίσω από κάθε απόλυτη επιδίωξη υπάρχει ένας τρόπος σκέψης δυνητικά αδιέξοδος ή και καταστροφικός, η ανάλυση του Berlin νομίζω ότι μπορεί να αποδειχθεί αποκαλυπτική.

Ρίτσαρντ ΒόλχαϊμΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τον καιρό έχω διαπιστώσει ότι η μεταφραστική εργασία αποδίδει περισσότερο κατά τις πρωινές ώρες. Καθώς όμως οι πρωινές μου ώρες είναι αφιερωμένες στην υπηρεσία στην οποία εργάζομαι, έμαθα να εκτιμώ και το νυχτερινό ωράριο. Σε αυτό, προφανώς, συμβάλλει πολύ η μουσική – αλλά μόνο πριν ή έπειτα από την «πράξη»: γενικώς, όταν υπάρχει μουσική στον χώρο, μου είναι απλώς αδύνατον να συγκεντρωθώ σε κάτι άλλο.

b125049Τα τελευταία χρόνια, ακούω κυρίως σύγχρονη electronica, την οποία εκτιμώ, μεταξύ άλλων, για τις απεριόριστες ηχητικές εξερευνήσεις της και την ικανότητά της να δίνει σε μηχανικούς τρόπους συναισθηματική τροπή (Pye Corner Audio, Karen Gwyer, Andy Stott). Το ενδιαφέρον μου για τις σύγχρονες παρυφές του ροκ και τα lo-fi παρακλάδια άλλων ειδών στρέφεται σε μουσικούς μιας αντίστοιχης λογικής (Grumbling Fur, Julia Holter, Dean Blunt, Kim Hiorthøy).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Εδώ και μερικά χρόνια, στα διαλείμματα της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη μετάφραση, επιστρέφω σε μερικά ποιήματα της Emily Dickinson. Θα ήθελα επίσης να μεταφράσω δοκίμια του John Berger, ποιήματα του Frank O’Hara, το βιβλίο Englands Hidden Reverse του Άγγλου μουσικοκριτικού David Keenan και αρκετά ακόμη. Λόγω επαγγελματικής διαστροφής μάλλον, πάντα θέλω να μεταφράσω κάθε ξενόγλωσσο κείμενο που με συγκινεί∙ ίσως επειδή θεωρώ ότι μέσω της μετάφρασης θα το διαβάσω καλύτερα. Κάπως έτσι, έχω ήδη συγκεντρώσει κάμποσες ημιτελείς μεταφράσεις ή, για να το θέσω πιο κομψά, αρκετές μεταφραστικές αναγνώσεις εν εξελίξει…

emily_dickenson 1

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι το ζήτημα αυτό αφορά καταρχήν την κριτική της μετάφρασης και τη θέση της στη λογοτεχνική κριτική. Στη χώρα μας έχουν γίνει, τα τελευταία χρόνια, λίγα μεν αλλά σημαντικά βήματα προς μια ουσιαστική κριτική της μετάφρασης. Παρ’ όλα αυτά, η ένταξη της κριτικής της μετάφρασης στο πλαίσιο της λογοτεχνικής κριτικής εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Και το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό.

Κάτι όμως που, προσωπικά, βρίσκω άδικο είναι ότι ενίοτε τα ευάριθμα σχόλια ενός κριτικού για μια μετάφραση επικεντρώνονται σε μία, δύο, πέντε αστοχίες, αφήνοντας εντελώς ασχολίαστο το υπόλοιπο μετάφρασμα και τη συνολική, πολυδιάστατη ποιότητα της δουλειάς του μεταφραστή (η οποία, περιέργως, εκλαμβάνεται ως δεδομένη και ίσως γι’ αυτό τις περισσότερες φορές δεν σχολιάζεται καν).

Frank O' Hara

Με τα χρόνια, έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι, εντός αλλά και εκτός του κριτικού πεδίου, η μετάφραση ενεργοποιεί το αντανακλαστικό του εντοπισμού του λάθους ή τουλάχιστον του γλωσσικού ελέγχου, αντανακλαστικό το οποίο στην κριτική ή και την απλή ανάγνωση πρωτότυπων κειμένων δεν φαίνεται να είναι εξίσου ενεργό. Ένας λόγος σχετίζεται ενδεχομένως με το γεγονός ότι, συνήθως, στη μετάφραση και στον μεταφραστή δεν αναγνωρίζεται απολύτως δημιουργική ή πρωτότυπη συμβολή ως προς το λογοτεχνικό έργο, παρά μόνον η λειτουργία της ακριβούς και ευανάγνωστης μεταγλώττισης.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990, ορισμένοι θεωρητικοί της μετάφρασης έχουν προτείνει ως λύση την ενίσχυση και την υπεράσπιση της παρουσίας του μεταφραστή μέσα στο ίδιο το κείμενο αλλά και εκτός αυτού (μέσω σημειωμάτων, σχολιασμών, προλόγων κ.ο.κ.). Τα αποτελέσματα έχουν σταθεί πενιχρά. Προσωπικά, θα εντόπιζα μία ακόμη λύση στην έναρξη ενός ζωντανού διαλόγου μεταξύ μεταφραστών, θεωρητικών, κριτικών και αναγνωστών λογοτεχνίας (και όχι μόνο), με σκοπό, όπως είπα, τον ακριβή προσδιορισμό της θέσης και της λειτουργίας της μετάφρασης και της κριτικής της μετάφρασης στη λογοτεχνική κριτική.

H. Shelby Jr 1

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Στο βιβλιοφιλικό πλαίσιο, κάθε «ενδιαφερόμενο μέρος» έχει σαφή επίγνωση του ρόλου του επιμελητή και του διορθωτή∙ επειδή μάλιστα δεν υφίσταται μετάφραση (ή, γενικότερα, κείμενο) που να μην επιδέχεται διόρθωση ή τουλάχιστον βελτίωση, διαδραματίζουν και οι δύο, προφανώς, κρίσιμο ρόλο. Θα τολμούσα να πω ότι ειδικά οι μεταφραστές πάντα ελπίζουν στην ουσιαστική συμβολή του επιμελητή και του διορθωτή, τη σπουδαιότητα των οποίων μόνον ένας πολύ αθώος αναγνώστης θα την παρέβλεπε.

Έχοντας δουλέψει και ο ίδιος ως γλωσσικόςεπιμελητής/διορθωτής, έχω καταλάβει την πρακτική αναγκαιότητα της στενής συνεργασίας με τους μεταφραστές ή τους συγγραφείς κειμένων, γιατί είναι αλήθεια ότι μπορεί να προκύψουν συγκρούσεις μεταξύ των διαφορετικών γλωσσικών επιλογών. Ως επιμελητής, ωστόσο, σκέφτομαι ότι το ύφος του συγγραφέα ή του μεταφραστή ενός κειμένου πρέπει πάντα να είναι κυρίαρχο, μια και αυτός είναι ο δημιουργός του. Γενική μου διαπίστωση πάντως είναι ότι η ιδεώδης κατάσταση αφορά την παραγωγή κειμένων από σταθερά και στενά συνεργαζόμενους μεταφραστές/συγγραφείς και διορθωτές/επιμελητές.

Carson McCullers 1

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι πρώτοι λογοτέχνες που μου έρχονται στον νου: ο Τh. Bernhard, o Ch. Dickens, o K. Π. Καβάφης, ο G. Trakl, η C. McCullers, o J. Baldwin, η Ε. Dickinson, ο P. Celan, η Μ. Μήτσορα, ο H. Shelby Jr, o Th. Hardy, ο I. McEwan, η E. Jelinek, ο Π. Μάτεσις, ο Τh. Mann, o J. G. Ballard, o W. Burroughs, o D. DeLillo. Θεωρητικοί: ο E. W. Said, o T. Adorno, o W. Benjamin, η H. Arendt, o G. Lukács, o I. Berlin, η J. Butler, ο Κωστής Παπαγιώργης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

To μυθιστόρημα στο οποίο έχω ξαναγυρίσει τις περισσότερες φορές είναι τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Μπορώ να αφηγηθώ αποσπάσματά του από μνήμης. Μερικά ακόμη αγαπημένα βιβλία: Η καρδιά κυνηγάει μονάχη της C. McCullers, Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες του R. Musil, Ο Τσιμεντόκηπος και η Εξιλέωση του Ι. McEwan, Το Λευκό Ξενοδοχείο του Ντ. Μ. Τόμας, Μια άλλη χώρα του J. Baldwin, Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία του J. Joyce, Δρ Φάουστους του Τ. Mann, Σκόρπια Δύναμη της Μ. Μήτσορα, Τελευταία Έξοδος για το Μπρούκλιν του H. Shelby Jr, Τζουντ ο αφανής του Th. Hardy, Άπαντα της E. Dickinson, High Windows του Ph. Larkin, Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός του E. W. Said, Μονόδρομος του W. Benjamin, Ways of Seeing και Selected Essays του J. Berger, Η πρόζα του κόσμου του Μ. Merleau-Ponty, Audio Culture του C. Cox και του D. Warren (επιμ.).

Wuthering-Heights-Penguin-Classics-Deluxe-Edition_

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η λέξη «διήγημα» αυτομάτως φέρνει στη σκέψη μου, μάλλον ως υποδείγματα, τα διηγήματα «Sonny’s Blues» του J. Baldwin, «Α Family Supper» του K. Ishiguro και «Οι νεκροί» του J. Joyce. Επίσης, αρκετά διηγήματα του G. de Maupassant, τις συλλογές Family Dancing του D. Leavitt, What We Talk About When We Talk About Love του R. Carver, Περσινή Αρραβωνιαστικιά της Ζ. Ζατέλη και Η φλέβα του λαιμού του Σ. Δημητρίου.

Το διήγημα ήταν πάντα η αγαπημένη μου πεζογραφική μορφή (μάλλον επειδή δεν είμαι πολύ υπομονετικός αναγνώστης). Πάντα με συγκινεί η πυκνή αποτύπωση μιας ιδέας, ενός συναισθήματος, μιας αποκαλυπτικής στιγμής.

ISAIAH-BERLIN-FOR-VOGUE-1949-

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από όσους έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια (και, ομολογώ, δεν είναι πάρα πολλοί), με εντυπωσιάζουν η στιλιστική ικανότητα και η ακρίβεια του Χρήστου Χρυσόπουλου· η αφηγηματική θερμότητα της Μαρίας Πετρίτση· η διεισδυτικότητα της Βασιλικής Πέτσα· η δραματική ποίηση της Γλυκερίας Μπασδέκη. Μιλώντας επίσης για σύγχρονους λογοτέχνες που παρακολουθώ σε σταθερή βάση, θα πρέπει να αναφέρω τη Μαρία Μήτσορα, τα αραιά βιβλία της οποίας παίρνουν πάντα ξεχωριστή θέση μέσα μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Χίθκλιφ.

james_baldwin_0

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μιλώντας γενικά για περιοδικά λόγου, και όχι αποκλειστικά λογοτεχνίας, οι Σημειώσεις και το Πλανόδιο είναι τα περιοδικά που πάντα εκτιμούσα περισσότερο. Ακόμη και σήμερα ξεφυλλίζω παλιά τεύχη τους, συνεχείς πηγές ανακαλύψεων. Από τα πιο πρόσφατα, ενδιαφέρον, κυρίως επειδή δείχνει να μεταφέρει μιαν ανανεωτική ποιητική πρόταση, θεωρώ το περιοδικό [φρμκ].

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο Ζοφερός Οίκος του Dickens στην εξαιρετική μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ (Gutenberg, 2008). Καθώς αφιερώνω τον περισσότερο αναγνωστικό χρόνο μου σε κείμενα σχετικά με την εκάστοτε (συνήθως όχι λογοτεχνική) μετάφρασή μου,είναι πάντα απολαυστική η στροφή σε τόσο καθηλωτικές ιστορίες.

john berger

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Την τελευταία εξαετία εργάζομαι ως μεταφραστής σε έναν δημόσιο οργανισμό. Όπως προανέφερα, όμως, τις νύχτες (!) και τα σαββατοκύριακα (θα γνωρίζετε, φαντάζομαι, ότι οι μεταφραστές δουλεύουν πάντα…), ασχολούμαι με τη μετάφραση και τη γλωσσική επιμέλεια πιο δημιουργικών κειμένων.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στην εργασία σας (π.χ. στην επιλογή των τίτλων);

Έχω σπουδάσει Μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και στο ΕΚΠΑ. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο – πέρα από το γεγονός ότι οι σπουδές μου στην Κέρκυρα έχουν σταθεί καθοριστικές για τις κατοπινές επιλογές μου.

Film director Derek Jarman, portrait, London, United Kingdom, 1992. (Photo by Martyn Goodacre/Getty Images)

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Derek Jarman. Οι ταινίες, τα βιβλία, τα ημερολόγια και το γενικότερο πνεύμα του συνεχίζουν, εδώ και χρόνια, να με εμπνέουν και να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Ανάλογες πηγές έμπνευσης έχουν σταθεί ο μουσικός Jhonn Balance και ο κριτικός τέχνης και μυθιστοριογράφος John Berger. Αν μπορώ να βρω κάποια σύνδεση μεταξύ των τριών, θα έλεγα ότι σε όλους εκτιμώ το γεγονός ότι συνειδητά ώθησαν το έργο τους στη λογική του κατάληξη, ανάγοντάς το εμπράκτως σε πολιτική θέση ή, ευρύτερα, σε πρόταση ζωής.

john-balance-

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πηγαίνω αραιά στο θέατρο. Αντιθέτως, έχω ένα σχετικά πρόσφατο αλλά έντονο ενδιαφέρον για τον θεατρικό χορό. Τελευταία, έχω θαυμάσει τα έργα της Anne Teresa De Keersmaeker και της ομάδας DV8 Physical Theatre.

Αγαπημένοι μου σύγχρονοι κινηματογραφιστές είναι ο Michael Haneke, σταθερά ο David Lynch και, πιο πρόσφατα, ο Cristian Mungiu. Την προηγούμενη χρονιά μού άρεσαν πολύ οι ταινίες Μακριά από τους ανθρώπους του David Oelhoffen και Κάτω από το δέρμα του Jonathan Glazer. Βρίσκω επίσης ενδιαφέρον το εξελισσόμενο ελληνικό weird wave, κυρίως επειδή αισθάνομαι ότι πρόκειται για το βλέμμα μιας πραγματικά νέας κινηματογραφικής γενιάς, με το οποίο, συνήθως, μπορώ να ταυτιστώ. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να αντισταθώ σε καμία ταινία που ξεκινάει με το «Ghost Rider» των Suicide. 

Julia-Holter-

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Όπως όλοι οι μεταφραστές σήμερα, αδυνατώ πλέον να φανταστώ πώς μπορεί κανείς να μεταφράσει χωρίς το διαδίκτυο. Η αλήθεια είναι ότι μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, παλαιότερα, να τρέχει από βιβλιοθήκη σε βιβλιοθήκη, να συναντιέται ή να προσπαθεί να επικοινωνήσει με άγνωστους ειδικούς, για να βρει την απόδοση μίας και μόνης λέξης! Είχε και αυτό τη μαγεία του, βέβαια. Γενικότερα, όμως, το διαδίκτυο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και της δουλειάς μου και της καθημερινής ζωής μου. Η αμεσότητα της πληροφόρησης, η απλοποίηση της έρευνας και, κυρίως, η διαδικτυακή επικοινωνία εξακολουθούν πάντα να με συναρπάζουν.

the cost of living

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; 

«Αιώνια» σε καμία περίπτωση, αλλά, ναι, μερικές ακόμη δεκαετίες νεότητας νομίζω ότι τις χρειάζομαι.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Frank O’ Hara, Hubert Shelby Jr., Curson McCullers, Isaiah Berlin, James Baldwin, John Berger, Derek Jarman [1992, Martyn Goodacre/Getty Images], Johhn Balance, Julia Hotler, The cost of living [DV8 Physical Theatre]

25
Νοέ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 168. Μανώλης Ανδριωτάκης

manolis_2 copyΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η Μεγάλη Εικόνα (εκδ. Διόπτρα) είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που ξεκίνησα να γράφω όταν ήμουν έφηβος κι ολοκληρώθηκε λίγο πριν κλείσω τα σαράντα.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

b197592Μέχρι τη Μεγάλη Εικόνα, δημοσίευα βιβλία δοκιμιακού περιεχομένου, με εξαίρεση το 33 (εκδ. Οξύ), ένα ποιητικό graphic novel, και το Ήμουν ασπρόμαυρο (εκδ. GarageBOOKS), ένα εξίσου ποιητικό βιβλίο με σχέδια και κουβέντες μου. Τα υπόλοιπα μιλούν για τη δημοσιογραφία στη νέα εποχή (Blog, ειδήσεις απ’ το δικό σου δωμάτιο, εκδ. Νεφέλη), τη διαφήμιση (Η πέμπτη εξουσία, εκδ. Νεφέλη), την τέχνη του δρόμου (Σχέδια πόλης, εκδ. Νεφέλη), τη Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη 1896, εκδ. Ζήτρος) και τα μεταμοντέρνα κινήματα αντίστασης (Πολιτισμικός ακτιβισμός, εκδ. Futura).

b157993Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε πολλούς χώρους.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με τους ήρωες των βιβλίων αναπτύσσω σχέσεις αγάπης μίσους. Άλλοτε με έλκουν κι άλλοτε με απωθούν, αλλά πάντα τους αγαπώ. Σε κάθε περίπτωση απολαμβάνω να μαθαίνω νέα τους.

b116395Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όσο πιο αναπάντεχος ο χώρος, τόσο πιο αιχμηρή η ιδέα. Στο μπάνιο ή στο τρέξιμο έρχονται πολύ δυνατές ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως δεν ακούω μουσική όταν γράφω. Μου αρέσει κάποιες φορές να ακούω ραδιόφωνο.

b101974Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει σκηνοθεσία κινηματογράφου. Βιοπορίζομαι από εργασίες σχετικές με το Διαδίκτυο. Ο κινηματογράφος έχει αναμφίβολα επηρεάσει τη γραφή μου.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

b96422Έγραψα, γράφω κι ελπίζω να γράφω ποιήματα. Με ανανεώνουν.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

b78234Μ’ ενδαφέρει πολύ ο Λεονάρντο (ένας είναι ο Λεονάρντο) αλλά δε θα έλεγα όχι και για τον Φίλιπ Ροθ.

Τι γράφετε τώρα;

Γράφω κυρίως για το μπλογκ μου και για τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Αν με ρωτάτε για καινούργιο βιβλίο, δεν έχω ξεκινήσει ακόμα το γράψιμο. Είμαι στη φάση των σχεδίων. Ετοιμάζομαι να ρίξω σύντομα την “πλάκα”, όπως λένε οι μηχανικοί.

Περί μετάφρασης

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλFINAL-FRONT-Micro-195x300οιπα βιβλία που μεταφράσατε;

Έχω μεταφράσει δύο βιβλία, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ομολογώ ότι στο πρώτο ήμουν εντελώς απροετοίμαστος (Νίτσε και μεταμοντερνισμός, εκδ. Futura). Το δεύτερο (Τι θα έκανε η Google, Jeff Jarvis, εκδ. Μεταίχμιο) με δυσκόλεψε αρκετά, αλλά το ευχαριστήθηκα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

b76628Θα ήθελα να μεταφράσω λογοτεχνία.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχω αγαπήσει πολλούς συγγραφείς. Θα πω δύο ενδεικτικά: Κάφκα και Παπαγιώργης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Δίκη, Ο Μόμπυ Ντικ, η Καρδερίνα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλος ο Παπαδιαμάντης.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλb172363ληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Αστερίου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Κάπτεν Άχαμπ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν είμαι συστηματικός αναγνώστης λογοτεχνικών περιοδικών. Τσιμπολογάω.

f083e3469c91d5ac48f94148f0e891d2Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις ξεκίνησα την Υπεραιχμή του Πίντσον.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω πολλά κριτικά κείμενα τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Αεροπλάνο – Προς Λισαβώνα – Βιογραφία του Πεσσόα – Αγάπη για τον Πεσσόα.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρkubrickονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Λατερύω τον κινηματογράφο. Απ’ τον Σκορσέζε και τον Ταρκόφσκι μέχρι τον Τριερ και τον Άντερσον, απ’ τον Κιούμπρικ μέχρι τον Τρυφώ και τον Χίτσκοκ. Αλλά κι ο Ρινόκερος του Ιονέσκο, εργάρα!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; Τι περιλαμβάνει η ιστοσελίδα σας;

www.andriotakis.com

Ionesco_1966Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Να με ρωτήσετε ξανά όταν γεράσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε με απογητεύσατε. Αντίθετα απόλαυσα τις ερωτήσεις σας.

06
Ιον.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 160. Νίκος Σταμπάκης

b193032Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η θύρα είναι μάλλον κατάλληλο μέσο εισόδου σε ένα βιβλίο που λέγεται Το Διπλό δωμάτιο (εκδόσεις Φαρφουλάς). Πρόκειται βέβαια για ένα μονό δωμάτιο, που πρέπει όμως κανείς να το φανταστεί διπλασιαζόμενο σε έναν καθρέφτη (με τον ανάλογο, ίσως, διπλασιασμό θυρών). Είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που άρχισε με τους Αναπόφευκτους (2012) κι ελπίζω να ολοκληρωθεί στην προσεχή διετία. Κατά βάση πρόκειται για ένα αφήγημα που αναπτύσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής μου και στο οποίο δεν μπόρεσα να μην δώσω τη μορφή ενός ψευδο-αστυνομικού πολυ-αινίγματος, του οποίου τη λύση εξακολουθώ να αγνοώ.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

b175189Τα βιβλία που έχω εκδώσει, καθώς και τα δύο που παραμένουν ανέκδοτα (το ένα μάλλον έτοιμο, το πρώτο μόνο σε μορφή προσχεδίου), με συνοδεύουν χρόνια μέχρι που τείνουν να ωριμάσουν σε γεωλογικούς σχηματισμούς. Βέβαια, για την τελική μορφή παίζουν ρόλο ο χρόνος και η τύχη. Το πρώτο ποιητικό μου βιβλίο (Το Μπαούλο με τις μπίλιες) επρόκειτο να εκδοθεί πολύ παλιότερα απ’ όσο βγήκε τελικά, και αν είχε γίνει έτσι θα ήταν ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο. Με ανάλογο τρόπο διαμορφώθηκε σε διάστημα 16 ετών Η Νύχτα των αποκρίσεων, μια σειρά παιγνίων πάνω σε πεζό και έμμετρο λόγο. Από την άλλη, η δεύτερη συλλογή ποιημάτων, Το Άλας των ηφαιστείων, απαρτίζεται από δυο ενότητες, η βασική από τις οποίες γράφτηκε λίγο-πολύ παροξυσμικά, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Μια τρίτη συλλογή, ανέκδοτη ακόμη, υπήρξε η πιο δύσκολη στην τελική (;) διαμόρφωσή της, από το 1998 μέχρι πέρυσι, μολονότι έτρεφα άλλοτε την αυταπάτη ότι είχε ολοκληρωθεί μέσα σε μερικούς μήνες. Γενικά είναι γραφή δύο ταχυτήτων, ακαριαία στη σύλληψη των ψηφίδων της αλλά συνήθως αργή στην τελική συγκόλληση.

b161338Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το βασικό είναι οι ιδέες να παγιδεύσουν εμένα, οπότε ο τρόπος δεν εναπόκειται στον έλεγχό μου. Βέβαια, έχει συμβεί και το συμμετρικό αντίθετο, αφού η εκκρεμής ακόμη τριλογία μου προέκυψε από σκαριφήματα στο γόνατο, που έγιναν σε μιαν εποχή κατά την οποία κατατρυχόμουν από τις αλληλοαντικρουόμενες πεποιθήσεις ότι πρέπει να γράψω και ότι δεν μπορώ να γράψω. Δεκαετίες αργότερα, ακόμη ανακαλύπτω τις άγνωστές μου σχέσεις και προϊστορίες των βεβιασμένων φαντασμάτων που δημιούργησα σε μια στιγμή ριζικής αβεβαιότητας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

b143812Η πρώτη γραφή, είτε μου επιβάλλεται είτε προκύπτει από έναν ελαφρό καταναγκασμό, δεν γνωρίζει εργασιακούς κανόνες, εκτός από την απουσία παραγόντων που θα με αποσπούσαν. Στους παράγοντες αυτούς δεν περιλαμβάνεται η παρουσία ανθρώπων, τους οποίους μπορώ να αγνοήσω, περιλαμβάνεται όμως η μουσική. Κατά τα άλλα, έχω γράψει σε καφετέριες, τραίνα, σκόρπια χαρτιά πάνω στο κρεβάτι… Στη φάση αναδιάταξης παλιού υλικού για έκδοση, όπως είναι η περίπτωση στα εκτενέστερα πεζογραφήματα, λειτουργώ με τη μεθοδικότητα ενός editorή scriptdoctorπαλιών διαδοχικών εαυτών μου, σε μια διαδικασία δημιουργίας κειμένων-παλιμψήστων. Εκεί το γραφείο κρίνεται απαραίτητο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

b128932Έχω ήδη γράψει μια μελέτη για τον Buñuel, που ήταν η διδακτορική μου διατριβή. Δεν είναι βέβαια πρόσωπο της λογοτεχνίας, άρα τον εντάσσω στα «γενικότερα». Είναι περίπτωση ανθρώπου που έπιασε ένα νέο σχετικά μέσο, κατάλαβε αμέσως τη γλώσσα και τον ορίζοντά του, το αποδόμησε αδίστακτα χωρίς να εγκαταλείπει τις λαϊκές του ρίζες, το πήγε εκεί που είχε έννοια να πάει, έπαιξε με όλες τις αμφισημίες του, είδε τις φαντασιακές του δυνατότητες αλλά αρνήθηκε συστηματικά τον εγκλεισμό στη φόρμα ή στο τελικό νόημα, άγγιξε την ανησυχία του αιώνα του, και, παρ’ ότι για 30 χρόνια αδυνατούσε να λειτουργήσει ελεύθερα κι έπεφτε στην ανάγκη της ρουτίνας, δεν ξέχασε την κατεύθυνση της επιθυμίας του, και μέχρι τέλους, με κάθε ευκαιρία, επανερχόταν σε αυτήν. Κρίμα που δεν γύρισε την τελευταία ταινία που ονειρευόταν, για την τρομοκρατία της πληροφορίας. Οπότε, αν μου γινόταν σήμερα η πρόταση, μάλλον θα ετοίμαζα για έκδοση αυτήν τη μελέτη, που την έχω λίγο-πολύ αφήσει πίσω (εκτός από κάποια παραλλαγμένα κεφάλαια που δημοσιεύτηκαν εδώ κι εκεί).

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

b161255Η λειτουργία της αέναης περιπλάνησης στο δάσος των σημάτων, που αποτελεί τον μόνο τρόπο με τον οποίο μπορώ να δω τη γραφή, είναι στη βάση της ποιητική. Όταν παίρνει τη μορφή αφήγησης (την οποία, καθώς είπα, δεν μπορώ να δω διαφορετικά από μια παρωδία αστυνομικής αναζήτησης, όπου ο λαβύρινθος πάντα βγαίνει κερδισμένος και ο μπάτσος πάντα, και οικτρά, ηττημένος), προσαρμόζω την άσκησή της στην απαιτούμενη πειθαρχία, αλλά αυτό αφορά μάλλον τη δική μου πρακτική παρά κάποιο είδος διπλής οπτικής.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Lautréamont, Εγγονόπουλος, Edward Lear, Alfred Jarry, Raymond Roussel, Benjamin Péret.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

b162539Εκτός από έργα των παραπάνω, οι Εκλάμψεις (Rimbaud), η Μελαγχολία του Παρισιού (Baudelaire),η Αυρηλία (Nerval), το Passagen-Werk (WalterBenjamin), τα βιβλία της Αλίκης (Carroll), ο Φαντομάς (Allain-Souvestre), ο Σωσίας (Ντοστογιέφσκυ), οι Εξομολογήσεις Άγγλου οπιοφάγου (de Quincey), η Οδός των κροκοδείλων (Bruno Schulz), η Ζαζί στο μετρό (Queneau), η Ζωή, Οδηγίες χρήσεως (Perec). Βιβλία αστικών/δασικών/ονειρικών λαβυρίνθων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Γουέικφιλντ» (Hawthorne), «Το Βιβλίο της άμμου» (Borges), «Μανταλένια» (Εμπειρίκος), «Ο Μαύρος γάτος» (Poe), «Σφύρα και θα έρθω» (M.R. James), «Η Μουσική του Έριχ Ζαν» (Lovecraft), «Η Βαμπίρισσα» (Κουτρουμπούσης). Kafka, Γονατάς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος/νέος έλληνας λογοτέχνης;

Χάρηκα με τις δυο συλλογές ποιημάτων που έβγαλε τα τελευταία χρόνια ο Κοστ Σιγαρέτ στις εκδόσεις «Απόπειρα». Σκέφτηκα ότι καιρός ήταν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Θα έλεγα τον Λέβιν από την Άννα Καρένινα, εν μέρει επb185038ειδή συνήθως αγνοείται απ’ όσους γνωρίζουν το έργο από διασκευές, μολονότι είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του βιβλίου. Παρ’ ότι alter egoτου Τολστόι (μεγάλη παγίδα), καταφέρνει να εντυπώνεται πιο επίμονα στη μνήμη (τη δική μου τουλάχιστον) απ’ ό,τι η πρωταγωνίστρια, γιατί στοχάζεται με ενδιαφέροντα και αποδεικτικό τρόπο το δράμα του ενώ το ζει, ανάγοντάς το σε βασικά θέματα της ύπαρξης, τη σχέση επιθυμίας και πραγματικότητας, την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, το ερώτημα της αυτοκτονίας. Πολύ προβληματικά (αφού ο σεξισμός ελλοχεύει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό), η Άννα στοχάζεται (κατ’ αντίστιξη/ανταπόδειξη) τα ίδια θέματα με τρόπο αποσπασματικό και παραληρηματικό, καταλήγοντας μάλλον αξιωματικά στο δίπτυχο αυτοκτονία-τρέλα (ο Λέβιν πάντα σώζεται παρά τρίχα, και όχι πάντα τόσο πειστικά, χάρη στη στιβαρή παρά τα πάθη της και τα διαρκή της αδιέξοδα σκέψη του). Σε πείσμα των επιφυλάξεών μου, η αντίθεση των δυο ηρώων (που συναντώνται μία και μόνη φορά στο βιβλίο) είναι αξέχαστη.

Στο χώρο του φανταστικού, ο Πήτερ Ίμπετσον, πρωτb149223αγωνιστής του ομώνυμου βιβλίου του George du Maurier που μετέφρασα στα ελληνικά πριν από κάμποσα χρόνια, αποτελεί έναν άλλον alter ego ήρωα, ο οποίος αντιμετωπίζει την καταστροφή μιας υπόσχεσης ευτυχίας που επιζεί στις παιδικές του αναμνήσεις με την απόδραση στο όνειρο, όπου η αμφιταλάντευση μεταξύ εκπληρωμένης επιθυμίας και συντριπτικής ματαιότητας είναι επίσης διαρκώς παρούσα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μάλλον, λόγω του εμβληματικού του χαρακτήρα, και παρά τα πολλά του προβλήματα, το Πάλι, στο οποίο και αφιέρωσα ένα κεφάλαιο σε μιαν αγγλόφωνη ανθολογία ελληνικού υπερρεαλισμού που είχα μεταφράσει και επιμεληθεί πριν από χρόνια.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι διαδρομές με τον ηλεκτρικό ενώ διάβαζb173971α το Hearing Trumpet της Leonora Carrington, ένα από τα πρώτα αγγλόφωνα βιβλία που αγόρασα (στου Κάουφμαν) και, μάλλον γοητευμένος από την πρωτόγνωρη εμπειρία της ανάγνωσης ξενόγλωσσου πρωτοτύπου, προσπαθούσα να βρω μεταφραστικές λύσεις για τα έμμετρα στιχουργήματα-γρίφους που περιέχονται στο μυθιστόρημα, χωρίς βέβαια, εννοείται, να έχω κάνει ακόμη την παραμικρή μετάφραση στη ζωή μου. Μου έχουν διατηρηθεί στη μνήμη κάποιοι πρόχειροι δεκαπεντασύλλαβοι που είχα σκαρώσει τότε. Η μετάφραση βέβαια παραμένει εκκρεμότητα μετά από 26 χρόνια.

 Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μb192903εταφραστής είναι ένα είδος ηθοποιού, με την έννοια ότι υποδύεται κάποιον άλλον δανείζοντάς του τη δική του γλώσσα και φωνή. Αυτό που προκύπτει είναι βέβαια μια τρίτη φωνή, κάτι που ο Borges τράβηξε στα άκρα με τη σύλληψη του «τρίτου ποιητή» που δεν είναι ούτε ο Fitzgerald ούτε ο Ομάρ Καγιάμ. Η δοσολογία προφανώς πρέπει να ευνοεί τον συγγραφέα, κι έτσι η γλώσσα οφείλει να ρέει κατά τον τρόπο που βλέπω να επιθυμεί εκείνος (ή «εκείνη», η ίδια η γλώσσα), και όχι βέβαια κατά τον τρόπο του εγωπαθούς λογοτέχνη που οικειοποιείται το έργο, δηλαδή με την αυθαίρετη μεταγραφή στο τοπικό ή προσωπικό ιδίωμα του μεταφραστή. Επειδή όμως η μετάφραση είναι και ακροβασία, τα ατυχήματα είναι πολύ εύκολα, είτε με τη μορφή ενός γλιστρήματος προς την αυθαιρεσία, είτε ενός νηπιακά γελοίου σφάλματος, στο οποίο μπορεί κάλλιστα να υποπέσει κανείς μετά από ένα δύσκολο «νούμερο». Με τον καιρό, έχω μάθει να συγχωρώ στον εαυτό μου τέτοιους είδους ολισθήματα, γνωρίζοντας ότι αποτελούν παρεπόμενα μιας σκληρής πειθαρχίας. Ωστόσο, κάθε πειθαρχίας προηγείται η προδιάθεση να ακούσεις διαλεκτικά την άλλη φωνή, ικανότητα που δεν εκμαθαίνεται.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αναμφίβολα η πιο δύσκολη ήταν η μετάφb161254ραση του Φαουστρόλλ του Jarry, που είναι και η τελευταία μου υπό μορφή βιβλίου μέχρι στιγμής. Η πιο απολαυστική ήταν η μετάφρασή μου στα αγγλικά του περίφημου παρωδιακού δοκιμίου του Ελευθερίου Δούγια (Άλεκ Σχινά) για τον Υπερλεξισμό (από το περιοδικό Πάλι — στην προαναφερθείσα ανθολογία που κυκλοφόρησε από το University of Texas Press), ένα κείμενο που θεωρείτο μη μεταφράσιμο αλλά που προσωπικά διασκέδασα παίζοντας δημιουργικά με τις λεξιπλαστικές δυνατότητες που μου προσφέρονταν (και χάρηκα που το αποτέλεσμα άρεσε και στον συγγραφέα του). Στο ίδιο βιβλίο, ευχαριστήθηκα επίσης τις μεταφράσεις του Εγγονόπουλου στα αγγλικά.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω b142177ιδιαίτερη αγάπη για το πρώτο τομίδιο που μετέφρασα, εντελώς ερασιτεχνικά, και που δημοσιεύτηκε ξανακοιταγμένο 15 χρόνια αφού ολοκλήρωσα την πρώτη μορφή του, τη μικρή ανθολογία Τα Γραπτά της α-νοησίας του Lear, που ήταν και από τα πρώτα-πρώτα βιβλία των εκδόσεων Φαρφουλάς (2007). Στις ίδιες εκδόσεις, ο Αιρεσιάρχης και Σία του Apollinaire, ο Φαουστρόλλ του Jarry, τα υπερρεαλιστικά δοκίμια του René Crevel, τα σπαράγματα των Arthur Cravan και Jacques Vaché. Και ο Πήτερ Ίμπετσον στις εκδόσεις «Αρχέτυπο», εξαντλημένο πια, όπως και ο Ναπολέων του Νότινγκ Χιλ στις πάλαι ποτέ εκδόσεις «Κατάρτι», ένα βιβλίο του Chesterton, συγγραφέα εντελώς ξένου σε μένα ιδεολογικά, αλλά που συχνά αγγίζει θέματα που με απασχολούν συστηματικά (εν προκειμένω το αστικό τοπίο ως λαβύρινθο), και το απόλαυσα ως πρόκληση, καθ’ ότι σπαρταριστό κείμενο, τουλάχιστον κατά τα πρώτα δύο τρίτα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα ήθελb136780α πιο πολύ να μιλήσω για ένα βιβλίο που έμεινε στη σκιά, και που μολονότι ούτε επέλεξα ούτε και λάτρεψα μου έδωσε την αίσθηση ενός σήματος. Μου ανατέθηκε προ ετών να μεταφράσω ένα βιβλίο που δεν είχα διαβάσει, το Point/Counter Point του Huxley, που στα ελληνικά υπάρχει μόνο σε μια κακή και εξαντλημένη πια μετάφραση, ως Κοντραπούντο. Μολονότι βρήκα πολλά συζητήσιμα στοιχεία στο κείμενο, με αιφνιδίασε η εικόνα ενός ολοζώντανου Λονδίνου της δεκαετίας του ’20, τόσο αναγνωρίσιμου όσο και μακρινού. Για διάφορους λόγους, η περιπλάνηση στο Λονδίνο παίζει κεντρικό ρόλο σε δικά μου πεζογραφήματα όπως και σε αγαπημένα μου κείμενα (de Quincey, du Maurier, Machen, Chesterton). Δυστυχώς, ο οίκος έκλεισε και η μετάφραση παραμένει ανέκδοτη, αλλά έχω προσπαθήσει έκτοτε να φανταστώ το χώρο στον οποίο τοποθετεί ο Huxley το ιταλικό εστιατόριο-στέκι των πρωταγωνιστών του στη σημερινή πλατεία του Σόχο.

b128935Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τίποτε το ιδιαίτερο, αν και είναι πολύ πιθανό να παίζει μουσική, γιατί ζω σε ένα σπίτι γεμάτο δίσκους και CD. Επειδή συνήθως μεταφράζω νύχτα, ίσως κάτι που δεν χρειάζεται πολλή ένταση (π.χ. ένα κομμάτι από τη folk συλλογή μου).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

b107217Για το άμεσο μέλλον, σκέφτομαι μιαν ανθολογία κειμένων του Robert Desnos (πεζά, ποιήματα και κριτικές) για την αδικοχαμένη τραγουδίστρια Yvonne George, την οποία είχε ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση. Η υλοποίησή της εξαρτάται και από τον δικό μου χρόνο και από την αγορά του βιβλίου, τώρα με την κρίση, αλλά ο Desnos είναι μια εκκρεμότητα για μένα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει αυτό. Όσο σημαντικότερο το κείμενο τόσο βαρύτερη η ευθύνη του μεταφραστή, κάτι που αναγνωρίζεται στις όποιες σοβαρές κριτικές. Όταν η δυσκολία του κειμένου απαιτεί κρίσιμες επιλογές, αυτό εν γένει δεν μένει ασχολίαστο. Αν μια μετάφραση περάσει απαρατήρητη ως τέτοια, ίσως και να b125427συμβαίνει επειδή ο μεταφραστής έχει απλώς κάνει σεμνά τη δουλειά του. Ούτως ή άλλως, δεν βλέπω γιατί πρέπει να είναι αυτή η έγνοια μου. Είναι καλό να έχεις ένα corpus μεταφράσεων που σε εκφράζουν και που ίσως συνομιλούν με το όποιο άλλο έργο σου (προσωπικά διακρίνω αυτές που ανέλαβα ως εργασία από εκείνες που επέλεξα και στις οποίες θέτω με λίγο-πολύ σαφή τρόπο τη σφραγίδα μου), όμως το ενδεχόμενο να υποταχθούν τα κείμενα στις εκάστοτε φιλοδοξίες ή εμμονές του μεταφραστή (όταν εκείνος θέλει να τα μετατρέψει διά της βίας σε «φτερό» στον συγγραφικό/θεωρητικό του σκούφο) πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

b136779Έχω υπάρξει επανειλημμένα επιμελητής/διορθωτής. Δύο προφανή προβλήματα είναι η αδαής «διόρθωση» που εκθέτει τον μεταφραστή, και αντίστροφα η υποχρεωτική διόρθωση που τον διασώζει μεν αλλά μπορεί και να τον ενοχλήσει. Μου έχει συμβεί να προκύψουν στην επιμέλεια σοβαρά λάθη που δεν υπήρχαν στη μετάφρασή μου, όπως και ως επιμελητής έχω κάνει συχνά σιωπηρές μεταφράσεις για να αποκαταστήσω συστηματικές αστοχίες. Ενώ, από την άλλη, έχω αποδεχθεί ταπεινά τις όχι λίγες δίκαιες διορθώσεις που μου έχουν γίνει κατά καιρούς, αλλά και έχω αναλάβει την ευθύνη για λάθη μου που πέρασαν αδιόρθωτα. Το θέμα της «αφάνειας», σε όλο αυτό το πλέγμα πιθανών προβλημάτων, τίθεται όταν ο επιμελητής/διορθωτής αισθάνεται ότι αδικείται (όχι κατ’ ανάγκην σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας, αλλά μάλλον από επαγγελματική άποψη) σώζοντας π.χ. μια κακή μετάφραση που τελικά θα πιστωθεί σε άλλον, δηλαδή όταν η ποιότητα της δευτερεύουσας εργασίας είναι καλύτερη από της ευνοημένης πρωτεύουσας. Ιδανική μορφή, εννοείται, θα ήταν μια καλόπιστη συνεννόηση και διασταύρωση, διεπόμενη από αμοιβαία εμπιστοσύνη, κάτι όχι πάντα δυνατό.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφρb83411άσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Πήτερ Ίμπετσον, ναι, συχνά-πυκνά, αλλά αυτό συνέβαινε και πριν τον μεταφράσω.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Κυρίως κινηματογραφικές (θεωρητικές, όχι πρακτικές). Ναι, ο κινηματογράφος υπάρχει παντού στη γραφή μου, αλλά αυτό το στοιχείο προηγείται των σπουδών.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως μεb133045ταφραστής. Τα τελευταία χρόνια υποτιτλιστής.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Confound the Wise του Νικόλαου Κάλας, ένα βιβλίο-φάντασμα που κατάφερα επιτέλους να αποκτήσω πριν από λίγο καιρό. Κλασικό κείμενο αναφοράς της υπερρεαλιστικής αισθητικής θεωρίας, αλλά ταυτόχρονα και ένα βιβλίο που ελάχιστοι έχουν διαβάσει, λόγω μη διαθεσιμότητας. Ανακαλύπτω ότι χρειαζόταν έναν καλό επιμελητή για τα αγγλικά του — αμήχανο να διορθώνεις νοερά τα γλωσσικά ολισθήματα ενός βιβλίου που εκδόθηκε εδώ και πάνω από 70 χρόνια. Και που βέβαια δεν έχει επανεκδοθεί, όπως και παραμένει απρόσιτο το μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού έργου του Κάλας, παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις για αποκατάσταση της έλλειψης.

b148255Κι αυτή η αίσθηση του τυχαία σημαίνοντος, του Unheimliche, ανακαλύπτοντας κατά την ανάγνωση ότι στο βιβλίο ο Κάλας κάνει ιδιαίτερη μνεία στον Φοιτητή της Πράγας, ταινία που παίζει βασικό ρόλο στο τελευταίο βιβλίο μου, ξεκινώντας από το εξώφυλλο.

Κατά τα άλλα, προετοιμάζομαι για να ολοκληρώσω επιτέλους την τριλογία των, ας τα πούμε έτσι, «μυθιστορημάτων» μου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω παρακολουθήσει άπειρο κινηματογράφο στη ζωή μου, αλλά όχι ιδιαίτερα σύγχρονο. Με ενδιαφέρει ο κινηματογράφος ως απόγονος των μαγικών θεαμάτων περασμένων αιώνων και έχω την αίσθηση ότι η εξέλιξη, παρά τις απεριόριστες εικονοπλαστικές δυνατότητες της τεχνολογίας, οδήγησε στην απομάγευση. Μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως νιώθω ότι μετά το θάνατο του Buñuel δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολλά από το μέσο. Αγαπώ τις ταινίες των Powell/Pressburger, την κινηματογραφική μεταφορά του Πήτερ Ίμπετσον από τον Hathaway, τα ποιήματα τρελού έρωτα του Borzage, τις ταινίες των Carnet/Prévert, το Vertib138478go του Hitchcock, το Some Came Running του Minnelli, το Πορτραίτο της Τζέννυ του Dieterle, τον Chaplin, τους αδελφούς Marx, και πάρα πολλά άλλα. Κινηματογραφικές αναφορές υπάρχουν διάσπαρτες στα κείμενά μου, αλλά προέρχονται κυρίως από το προπολεμικό ή πρώιμο μεταπολεμικό Χόλιγουντ. Από πιο σύγχρονους, βλέπω πάντα με ενδιαφέρον τις ταινίες του Lynch, του Švankmajer, ή (όταν τις βρω) του Guy Maddin. Του Gilliam επίσης. Και των Coen (αν και δεν μου αρέσουν πάντα). Ίσως και μερικούς ακόμη. Με ενδιέφερε το σκοτεινό φαντασιακό στοιχείο στον Tim Burton(στο Edward Scissorhands και όχι μόνο) μέχρι τον πραγματικό βιασμό της Αλίκης, πριν από λίγα χρόνια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μάλb144055λον ναι, σε αυτό το στάδιο, με την προϋπόθεση ότι δεν θα μου αφαιρούσε τη μνήμη και ότι θα μπορούσα να βλέπω πού και πού καμιά ταινία και να ακούω δίσκους. Ωστόσο θα ήθελα να έχω προλάβει να γράψω το βιβλίο που συμπληρώνει την τριλογία μου, τουλάχιστον για να μάθω πώς τελειώνει.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Περιμένω κάποτε να μου κάνουν τη μόνιμη ανόητη ερώτηση που γίνεται στο γνωστό ερωτηματολόγιο: τι θα θέλατε να σας πει ο Θεός αν τον συναντούσατε. Προσωπικά θα ήθελα να μου πει: «Είχες δίκιο τελικά: δεν υπάρχω». Κι εγώ να απαντήσω: «Εμ, τα ’λεγα».

20
Μάι.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 159. Αλεξάνδρα Ρασιδάκη

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τον Δεκέμβριο του 2013 εκδόθηκε η μελέτη μου «περί Μελαγχολίας», αποτέλεσμα πολλών ετών έρευνας.

Τι σας έθελξε στην ιδέα της συγγραφής πάνω στο θέμα της Μελαγχολίας;

Η μελαγχολία ανήκει, όπως άλλωστε και η τρέλα, ο έρωτας ή ο θάνατος με τα οποία προφανώς συνδέεται, στα «μεγάλα ζητήματα» που απασχολούν, συναρπάζουν και θορυβούν τον άνθρωπο κάθε εποχής. Οι τρόποι έκφρασης του φόβου και του δέους ποικίλουν ανάλογα με την εποχή και το εκάστοτε γνωστικό πλαίσιο (θρησκευτικό, ιατρικό, φιλοσοφικό κτλ.). Από την οπτική της πολιτισμικής ιστορίας δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για την μελαγχολία καθεαυτή, αλλά για τους ποικίλους λόγους περί μελαγχολίας. Πρόκειται δηλαδή για μια έννοια, που ενώ χρησιμοποιείται καθημερινά, έχει ένα ευρύτατο φάσμα νοηματοδοτήσεων, ιδίως αν την μελετήσει κανείς διαχρονικά και διεπιστημονικά. Με άλλα λόγια: η μελέτη της αντιμετώπισης της μελαγχολίας αποκαλύπτει τον τρόπο του σκέπτεσθαι της κάθε εποχής. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια πολιτισμική κληρονομιά «ενεργή» που επηρεάζει και την σύγχρονη δημιουργία.

b184834Πώς εργαστήκατε πάνω στο βιβλίο σας; Ακολουθήσατε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Το πρώτο μέρος, η παρουσίαση των πλέον σημαντικών σταθμών του λόγου περί μελαγχολίας απαιτούσε πολύ μελέτη και εκτενή βιβλιογραφική αναζήτηση, είχε όμως ένα σαφές περίγραμμα εξαρχής. Η μεγάλη δυσκολία στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η επιλογή των λογοτεχνικών κειμένων τα οποία προσέγγισα στο δεύτερο μέρος της μελέτης, υπό το πρίσμα του λόγου περί μελαγχολίας. Κάθε επιλογή συνεπάγεται αποκλεισμούς: έτσι δεν περιέλαβα τελικά συγγραφείς τον Καβάφη, τον Τόμας Μάνν τον Σέμπαλντ και τον Γρυνμπαιν. Κατά την διάρκεια της συγγραφής και σύνθεσης προσπαθούσα αφενός να φανταστώ τον «ιδανικό αναγνώστη» – το προφίλ δηλαδή του αναγνωστικού κοινού που θα ενδιαφέρονταν για ένα τέτοιο βιβλίο, αφετέρου να ακολουθήσω τα μονοπάτια εκείνα που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μένα.

Ποια είναι η τελική αποτίμηση μιας τόσο ευρείας έρευνας; Θεωρείτε πως καλύψατε το θέμα;

Δεν τb144838ίθεται θέμα να «καλυφθεί» ένα θέμα όπως η μελαγχολία; ελπίζω όμως ότι συνέβαλα στην ανάδειξη της πολυπρισματικότητας της έννοιας αυτής, η οποία άλλωστε και την καθιστά ανεξάντλητη ως ερευνητικό αντικείμενο.

Ποια είναι τα γενικότερα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα; Σε ποιους τομείς εξειδικεύεστε;

Ασχολήθηκα για πολλά χρόνια με τον γνωστικισμό, που, ως «μεταφυσική αναρχία» εξακολουθεί να με γοητεύει. Με συναρπάζει η κοσμοαντίληψη και η λογοτεχνική παραγωγή του γερμανικού ρομαντισμού ενώ στην ενασχόλησή μου με την σύγχρονη λογοτεχνία με ενδιαφέρει η σχέση μύθου και λογοτεχνίας, η λογοτεχνία του φανταστικού και η δυστοπία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας αλλά και γενικότερα πάνω σε κάποιο ευρύτερο θέμα ποιο θα επιλέγατε;  

Ετοιμάζω μια μελέτη για την πεζογραφία του Γεώργιου Βιζυηνού υπο «ρομαντική οπτική γωνία» στην οποία αντιπαραβάλλω τα κείμενά του με τις τεχνικές γραφής του γερμανικού ρομαντισμού.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση – κι αν όχι, για ποιο b81895λόγο;

Είμαι πολύ απαιτητική αναγνώστρια και είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορούσα να παράγω ένα κείμενο που θα με έπειθε.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω αποκλειστικά κείμενα που με συναρπάζουν και με προκαλούν. Για μένα η μεταφραστική διαδικασία είναι κατ αρχήν μια πράξη κανιβαλισμού, ενσωμάτωσης του κειμένου. Κατά συνέπεια πρόκειται για κείμενα που δεν μου αρκεί να τα διαβάσω αλλά θέλω να γίνουν μέρος του εαυτού μου. Όσο για τον συγγραφέα, ακολουθώ τον Barthes: ο συγγραφέας δεν με ενδιαφέρει ως ιστορική οντότητα – είναι μια αράχνη που μου προσφέρει τον ιστό της.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Ο Κάb57226φκα αποτελεί πάντοτε πηγή έκπληξης. Υπήρξαν κείμενα στα «μικρά πεζά» που είναι τόσο συμπυκνωμένα και ελλειπτικά που χρειάστηκα ώρες για μια πρόταση.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συγγραφείς όπως ο Κάφκα και ο Ρίλκε δεν χρειάζονται συστάσεις. Η Άιχιγκερ όμως δεν είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα, η συλλογή στις εκδόσεις Ροές «Επίκαιρη συμβουλή» αποτελεί επαρκή εισαγωγή στο έργο μιας από τις πλέον σημαντικές φωνές της σύγχρονης Αυστριακής λογοτεχνίας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

b109717Χόφμαν, Ντον, Κλάιστ, Γουλφ, Καβάφης, Τσελαν, Ματσάδο, Χικμέτ, Κάφκα, Ζενέ, Γκιμπράν, Μπόρχες, Κορτάσαρ, Αιρε, Μαντέλ, Φαιμπερ, Γκανατσίνο, Νότεμποομ, Κουτσί, Μπαρίκο…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Άσμα Ασμάτων στην μετάφραση του Σεφέρη, Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Γοτφρείδου του Στρασβούργου, Λενς του Μπυχνερ, Απόψεις ενός κλοουν του Μπελ, Άνθρωπος χωρις ιδιότητες του Μούζιλ, Ο εκλεκτός του Τομας Μανν, Ο Αδριανός της Γιούρσεναρ, Το έτος των θαυμάτων της Μπρουκς, Σίλας Μάρνερ της Έλιοτ, Γράμματα μιας πορτογαλής μοναχής (στη μετάφραση του Ρίλκε), Τούνελ του Σάμπατο, Το κουτσό του Κορτάσαρ, Κόκκινο του Ούβε Τιμ, Των ψυχών του Νότεμποομ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο μαGeorg Buchnerύρος γάτος του Πόε, Παιχνίδι υπομονής του Κάφκα, Η λοταρία της Βαβυλώνας του Μπόρχες,   Αποκάλυψη στο Σολεντινάμε του Κορτάσαρ, Ηλεκτρικό μερμήγκι του Ντικ, O χοντρούλης του Keret, To άσυλο του Φάιμπερ, Η γλώσσα μου κι εγώ της Άιχιγκερ…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω την αμεσότητα και την γλωσσική μαεστρία της Καρυστιάνη που με συγκινεί χωρίς να γίνεται ποτέ μελό. Με συνεπήρε το Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι της Αναστασέα, με έπεισε Το αστείο του Παλαβού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Το ζώο στο κτίσμα του ΚάφκAntonio Machadoα

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Την άνοιξη του 97 επιστρέφοντας από την Γρανάδα βρέθηκα αποκλεισμένη στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, να περιμένω την ανταπόκριση της πτήσης μου που μέσω Αθηνών θα με πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Άρχισα ένα μυθιστόρημα που είχα τυχαία αγοράσει στην Γρανάδα. (Λέω τυχαία, επειδή δεν είχα υπ όψη μου τον συγγραφέα). Δεν θυμάμαι τίποτα από την πολύωρη καθυστέρηση και το μακρύ ταξίδι που ακολούθησε, γιατί πέρασα τις ώρες αυτές φυλακισμένη σε μια εφιαλτική καθημερινότητα: Ήταν το Περί τυφλότητος του Σαραμάγκου. Στα επόμενα χρόνια διάβασα και τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, κάποια από τα οποία θεωρώ και καλύτερα από την τυφλότητα. Αλλά οι ώρες αυτές που πέρασα στον κόσμο των τυφλών θα μου μείνουν αξέχαστες.

Heinrich BoellΠερί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στις επιλογές των βιβλίων και των θεμάτων με τα οποία ασχολείστε;  

Σπούδασα Γερμανική και ισπανική (λατινομερικάνικη) Φιλολογία και λογοτεχνική μετάφραση. Από το 2001 διδάσκω γερμανική και συγκριτική γραμματολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Είχα δηλαδή την τύχη να σπουδάσω και να κάνω επάγγελμα την λογοτεχνία, που από μαθήτρια με συνάρπαζε.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή, την ανάγνωση ή την κριτική; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Uwe TimmΠροκλασική μουσική, κλασσική ινδική μουσική, πέρσικο σαντούρι, Γρηγοριανούς ύμνους, κλασσική μουσική δωματίου, Σοστακόβιτς, Λουτοσλάβσκι, Μαρτινού. Μπαχ και παλι Μπαχ.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο μυθιστόρημα του Σιράχ, Ταμπού.

Γράφω μια μελέτη για την σύζευξη θρησκευτικότητας και οικολογίας στις σύγχρονες δυστοπίες.

Μεταφράζω κάποια από τα διηγήματα με ζώα του Κάφκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι για μένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα αυτής της πόλης. Οι λύκοι ήταν μια από τις πρόσφατες παραστάσεις που με εντυπωσίασαν.

Αν κάποιος σαΑ.Ρ.1ς χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε μπορώ – δεν θέλω- να φανταστώ μια ζωή χωρίς βιβλία.

Στις εικόνες: Georg Buchner, Antonio Machado, Heinrich Boell, Uwe Timm.

Παρουσίαση του βιβλίου της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη Περί μελαγχολίας εδώ. Περί Ίλζε Άιχινγκερ και Επίκαιρης Συμβουλής εδώ.

27
Απρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 157. Γιώργος Χαβουτσάς

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΘα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για τη μετάφραση, από τα αγγλικά, μιας ανθολογίας ποιημάτων της Λιθουανής ποιήτριας Γιανινά Ντεκουτίτε (εκδόσεις Περισπωμένη, Νοέμβριος 2013). Τη γνωριμία μου με το έργο της συγκεκριμένης ποιήτριας την περιγράφω διεξοδικά στο επίμετρο του βιβλίου. Τα ποιήματα της Ντεκουτίτε με συγκλόνισαν, μολονότι δεν τα γνώρισα στη γλώσσα του πρωτοτύπου. Η ποίησή της, σύμφωνα με τον Ρέμβιντας Σίλμπαγιορις, είναι μια ποίηση αλλαγών και μεταμορφώσεων. Η Ντεκουτίτε τρέφει μια ακατανίκητη ορμή για ένα είδος ώσμωσης με τα τοπία της πατρίδας της, με τους δρόμους, με τα αντικείμενα, με την ανάγκη να μετατραπεί σ’ εκείνο που ο καθένας βλέπει και αισθάνεται ολόγυρά του, ανοιχτός «ως το απώτατο νεύρο». Ταπεινά πιστεύω ότι η ποίηση της Ντεκουτίτε άξιζε να γίνει γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

b101179Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μια συλλογή ποιημάτων, με τον τίτλο «Η Φοινικιά» (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005). Απαρτίζεται από επτά ενότητες, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να περιληφθούν σε τρία ή τέσσερα ξεχωριστά βιβλία. Η «Φοινικιά» περιλαμβάνει ποιήματα διαφορετικής τεχνοτροπίας και ύφους, που γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε χρόνων. Στη συλλογή δεσπόζει θεματικά η φύση και θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι τα περισσότερα ποιήματα ανήκουν στην κατηγορία που ο Ελύτης ονόμασε «πρισματική ποίηση».

b124350Το δεύτερο βιβλίο μου είναι η μετάφραση, από τα ρωσικά, του περίφημου πεζογραφήματος του Όσιπ Μαντελστάμ «Ταξίδι στην Αρμενία» (Ίνδικτος, 2007). Αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στη συγκεκριμένη μετάφραση, για δύο χρόνια. Εκ των υστέρων κατάλαβα, με δεδομένο το επίπεδο των ρωσικών μου, ότι είχα κάνει μια τρέλα, συνειδητοποιώντας τις μεταφραστικές απαιτήσεις του κειμένου. Ωστόσο, πιστεύω ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει τελικά την προσπάθειά μου.

Το τρίτο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Σημείο Πετρούπολης» (Πλανόδιον, 2011). Η συλλογή γράφτηκε με αφορμή δύο επισκέψεις μου στην Αγία Πετρούπολη, το 2005. Ο τόπος, η συγκεκριμένη πόλη, συνιστούν ένα συγγραφικό πρόσχημα, για κάτι που νομίζω αφορά μόνο το πνεύμα και το ήθος της ελληνικής γλώσσας. Η συλλογή μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτό που οι Ρώσοι ονομάζουν Ποίημα (Ποέμα), και αφορά τη συγγραφή μιας ποιητικής ενότητας με αυστηρό θεματικό πυρήνα.

b168403Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα ποιήματα «έρχονται» σε μένα, όπως θα έλεγε η Αχμάτοβα, με δύο συνήθως τρόπους. Η πρώτη περίπτωση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι επιθυμώ να μιλήσω για ένα ορισμένο θέμα, και για να το πετύχω πρέπει να συγκεντρωθώ πάνω από το λευκό χαρτί δίχως να έχει υπάρξει ένα ισχυρό αρχικό ερέθισμα για όσα θέλω να πω. Τον τρόπο αυτό τον χαρακτηρίζω περισσότερο νοητικό, και συνήθως δεν οδηγεί σε καλά αποτελέσματα, εκτός εάν επακολουθήσει συστηματική εργασία σε σχέση με ό,τι επιθυμώ να γράψω. Η δεύτερη περίπτωση, που είναι και η πιο παραγωγική, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ιμπρεσσιονιστική», όταν μια έντονη εικόνα, ένας λεκτικός ρυθμός που σχηματίζεται ανεξήγητα μέσα μου, αφού αναπτυχθούν, δομούνται σε κάτι ευρύτερο και πιο συνεκτικό. Για να θυμηθούμε και πάλι τον Ελύτη, η δεύτερη αυτή περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως «η ανάπτυξη μιας στιγμής».

b192491Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος εργασίας. Ένα ήσυχο γραφειάκι αρκεί. Το σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν ακούγεται μουσική υπόκρουση όταν γράφω. Επειδή είμαι άνθρωπος που συγκεντρώνεται και δίνει βάση στα πράγματα, θεωρώ ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι δεν χωράνε. Είτε θα γράφεις και θα διαβάζεις, είτε θ’ ακούς μουσική. Προσωπικά δεν μπορώ να πράξω και τα δύο μαζί. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές μου προτιμήσεις, μου αρέσει οτιδήποτε σχετίζεται με την ορχηστρική μουσική από την κλασική περίοδο και έπειτα, καθώς και οτιδήποτε περικλείει τον αυτοσχεδιασμό μέσα του (τζάζ, παραδοσιακή μουσική κ.λπ.). Απεχθάνομαι εντελώς την όπερα (με εξαίρεση δυο τρεις ρωσικές όπερες), την οποία θεωρώ ως μη-ανθρώπινο είδος τέχνης. Μου προξενεί απέραντη δυσφορία η ακρόασή της, και η απαρέσκεια τούτη εδράζεται επί μιας σχεδόν οργανικής, βιολογικής βάσης, όπως όταν κάποιος έχει δυσανεξία στη λακτόζη ή είναι αλλεργικός σε μια ουσία. Αντιθέτως, μπορώ ν’ ακούσω με ευχαρίστηση οπερέτα.

Arseny TarkovskyΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει κείμενα πάρα πολλές φορές εκτός γραφείου και σπιτιού, κατά κόρον δε τα τελευταία χρόνια: αίθουσες αναμονής αεροδρομίων, μεταφορικά μέσα εν γένει, ξενοδοχεία, καφετέριες… Φυσικά, όλα αυτά είναι πρώτες γραφές και σημειώσεις οι οποίες υπόκεινται πάντοτε σε περαιτέρω, εργώδη επεξεργασία εν οίκω.

Nikolay GumilevΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αναμφισβήτητα και δίχως δεύτερη σκέψη θα ήθελα να γράψω για την ποιήτρια Θεώνη Κοτίνη. Θεωρώ ότι, ανεξαρτήτως γενιάς, είναι η πιο σπουδαία ποιητική φωνή των ημερών μας. Πιστεύω επίσης ότι πρέπει να τιμούμε το έργο των ποιητών όταν οι στίχοι τους είναι ακόμα ζεστοί, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, και όχι όταν το έργο τους έχει βρει με τα χρόνια την αποδοχή που του αξίζει από το κοινό. Για να το πω και με τα λόγια του Γιάννη Βαρβέρη, «πρέπει να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές/ αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στη ίδια πόλη». Πάντως, και χωρίς πρόταση από κάποιον τρίτο, έχω σκοπό να γράψω για την Θεώνη Κοτίνη και ευελπιστώ να βρω τη δύναμη να το πράξω σύντομα.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λOlga_Sedakovaόγο;

Έχω γράψει πεζογραφία, αρκετά χρόνια πριν. Μεταξύ άλλων ένα διήγημα που ονομάζεται «Ο μεγάλος ελκυστής», καθώς και ένα κείμενο που καταπιάνεται με τη βιογραφία μου αλλά και την ιστορία των προγόνων μου, ιδωμένες αμφότερες υπό το πρίσμα ορισμένων αστρονομικών δεδομένων. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Μικρή Αστρολογία». Έχω γράψει επίσης ένα θεατρικό έργο, με τη μορφή, το εύρος και το ύφος των θεατρικών έργων του Τσέχωφ. Από όλα αυτά έχω σκοπό να επεξεργαστώ τη «Μικρή Αστρολογία», με απώτερο σκοπό τη μελλοντική έκδοσή της.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Νίκος Καζαντζάκης, Δημήτρης Χατζής, Α. Παπαδιαμάντης, Γ. Βυζιηνός, Ο. Ελύτης, Δ. Παπαδίτσας, Αλέξανδρος Μπάρας, Θεώνη Κοτίνη, Αντών Τσέχωφ, Πρίμο Λέβι, Γιοχάννες Μπομπρόφσκι, Έμιλυ Ντίκινσον, Όσιπ Μαντελστάμ, Αρσένι Ταρκόφσκι, Νικολάι Γκουμιλιώφ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Όλγα Σεντακόβα.

Поэт МандельштамΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το διπλό βιβλίο», του Δ. Χατζή, όλη η αλληλογραφία του Ν. Καζαντζάκη, το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», του Πρίμο Λέβι, τα «Ελεγεία της Οξώπετρας», του Ο. Ελύτη καθώς και ένα πλήθος βιβλίων που σχετίζονται με την Αστρονομία, τη Βιολογία, τη Μηχανική της Πτήσης και με τις θετικές εν γένει επιστήμες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Η νήσος άνυδρος», του Δ. Χατζή, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», του Γ. Βυζιηνού, «Όλια, μια ψυχούλα», του Α. Τσέχωφ, «Ανάλαφρη αναπνοή», του Ιβάν Μπούνιν, «Στο Παρίσι», του Ιβάν Μπούνιν.

Αλέξανδρος Μπάρας__Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θα επιμείνω στη Θεώνη Κοτίνη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αν και δεν είμαι λάτρης των πεζογραφημάτων, ακόμα και όταν αυτά είναι αναγνωρισμένη αξίας και προέρχονται από τους αγαπημένους μου Ρώσους, θα έλεγα ότι βρίσκω έναν βαθμό ταύτισης με τον πρίγκιπα Μίσκιν. Το γεγονός αυτό με έχει κάνει και να αγαπήσω τον συγκεκριμένο ήρωα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Πλανόδιον» και η «Ποίηση». Και τα δύο Janina Degutytėδεν είναι πλέον «ενεργά». Η προτίμησή μου για το πρώτο σχετίζεται κυρίως με το γεγονός ότι το συγκεκριμένο περιοδικό το χαρακτήριζε μια ανεξαρτησία σε σχέση με τις επικρατούσες τάσεις και γνώμες του καθιερωμένου λογοτεχνικού σιναφιού. Το δεύτερο το αγαπούσα διότι ήταν το μοναδικό που είχε ως θεματική του καθαρά την ποίηση. Σε ό,τι αφορά το «Πλανόδιον», είμαι σίγουρος ότι οι συνεχιστές του, το «Νέο Πλανόδιον» δηλαδή, θα ακολουθήσουν την ίδια ανεξάρτητη πορεία με αυτή του μητρικού περιοδικού. Πάντως, στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι το πιο αγαπημένο μου περιοδικό, επί σειρά ετών, δεν ήταν λογοτεχνικό αλλά σχετιζόταν με την επιστήμη της Αστρονομίας. Πρόκειται για το αμερικανικό «Astronomy», το οποίο με βοηθούσε να παρατηρώ τον ουρανό και κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος των θεωρητικών ενδιαφερόντων μου σε σχέση με την Αστρονομία. Ήμουν τόσο παθιασμένος με το συγκεκριμένο περιοδικό που έλεγα, αστειευόμενος, στον εαυτό μου και στους φίλους μου ότι το μόνο που θα επιθυμούσα όταν πεθάνω ήταν να σηκώνομαι μια φορά τον μήνα από τον τάφο μου και να πηγαίνω ώς το κοντινότερο περίπτερο για το Astronomy!

"Áóíèí", êàðòèíà õóäîæíèêà Â.È.ÐîñèíñêîãîΔιαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις διαβάζω, με τη διαπίστωση και την πίκρα ότι δεν διαθέτουν το κριτικό πνεύμα που θα έπρεπε να τις διακρίνει. Είναι συνήθως παρουσιάσεις και κείμενα κατάλληλα για ένα οποιοδήποτε άλλο υλικό προϊόν ή εμπόρευμα, όχι όμως για έργα του πνευματικού πεδίου που ονομάζεται ποίηση ή πεζογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όλες οι αναγνώσεις των Ρώσων ποιητών (κυMarina_Tsvetaeva_1914ρίως της Μαρίνας Τσβετάγιεβα), που πραγματοποίησα στην πτήση Αθήνα-Βρυξέλλες-Αθήνα, επί μία δεκαετία περίπου, αρχής γενομένης το 1999. Ο λόγος που θυμάμαι έντονα αυτές τις αναγνώσεις είναι ότι την περίοδο εκείνη βρισκόμουν στο μέγιστο της αναγνωστικής μου πρόσληψης. Ό,τι διάβαζα δηλαδή χωνευόταν τάχιστα και πολύ παραγωγικά μέσα μου. Η περίοδος αυτή έχει πλέον πάψει να υφίσταται για μένα. Κάποτε θα ήθελα να γράψω ένα κείμενο που θα το ονόμαζα «Η Κοινωνιολογία της πτήσης Αθήνα-Βρυξέλλες», στο οποίο θα τόνιζα, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν συνάντησα ούτε έναν άνθρωπο μέσα στο αεροπλάνο της συγκεκριμένης πτήσης που να διάβαζε κάποιο σοβαρό βιβλίο. Φαίνεται πως οι άνθρωποι που έχουν την τύχη της χώρας μας στα χέρια τους περί πολλά τυρβάζουν, αγνοώντας τα σημαντικότερα.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο τρόπος μemily-dickinson-head.tου δεν διαφέρει από αυτόν της συγγραφής των ποιημάτων. Εννοώ ότι το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα ήσυχο γραφειάκι, συγκέντρωση και μεθοδικότητα. Η μετάφραση από τα ρωσικά χρήζει περισσότερης οργάνωσης, καθώς, όπως έχω εξηγήσει αλλού, υπάρχουν προσώρας ελάχιστα βοηθήματα για έναν που θέλει να μεταφράσει τα ρωσικά στην ελληνική γλώσσα. Όσο για τη σχέση μεταξύ μεταφραστή και μεταφραζόμενου συγγραφέα, η μόνη λέξη που μπορεί να την χαρακτηρίσει είναι η αγάπη. Αγάπη για το έργο τού προς μετάφραση συγγραφέα, αγάπη για τα γραπτά του.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Σίγουρα η πιο δύσκολη μετάφραση με την οποία καταπιάστηκα ήταν το «Ταξίδι στην Αρμενία», του Όσιπ Μαντελστάμ. Συμπληρωματικά, σε σχέση με τα όσα ανέφερα παραπάνω, πρόκειται για ένα κείμενο εξαιρετικής δυσκολίας, ακόμα και για όσους έχουν τα ρωσικά ως μητρική τους γλώσσα. Για τον λόγο αυτό, τη μεγαλύτερη χαρά μεταφράζοντας (για να μην χρησιμοποιήσω τον όρο ηδονή) την ένιωσα με τη μετάφραση του συγκεκριμένου έργου, διότι ήταν μια χαρά που προήλθε μέσα από μια μεγάλη δυσκολία.

johannes-bobrowskiΜπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι οι υπόλοιπες μεταφράσεις μου δεν έχουν περιβληθεί τον τύπο του βιβλίου, δηλαδή, πρόκειται για δημοσιεύσεις σε περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Έτσι λοιπόν, έχω μεταφράσει από τα ρωσικά τα εξής: τον ποιητικό κύκλο «Αϋπνία», της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, ο οποίος δημοσιεύτηκε, συνοδευόμενος από επίμετρο, στο έκτο τεύχος του περιοδικού «Ποιητική», τον ποιητικό κύκλο «Κινέζικο οδοιπορικό», της σύγχρονης ρωσίδας ποιήτριας Όλγας Σεντακόβα, ο οποίος δημοσιεύτηκε στο έβδομο τεύχος του ιδίου περιοδικού καθώς και μεταφράσεις μικρών διηγημάτων Ρώσων συγγραφέων, οι οποίες αναρτήθηκαν στο ιστολόγιο «Ιστορίες Μπονζάι», του Γιάννη Πατίλη.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να βρω τον τρόπο και τη δύναμη να συνεχίσω τη μετάφραση έργων του Όσιπ Μαντελστάμ και της Όλγας Σεντακόβα. Σε σχέση με τον πρώτο, έχω ήδη αρχίσει από καιρό τη μετάφραση του πεζογραφικού-βιογραφικού του έργου, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο θόρυβος του καιρού». Επίσης, επιθυμώ να ολοκληρώσω τη μετάφραση πενήντα ποιημάτων της Όλγας Σεντακόβα, τα οποία περιλαμβάνονται στην ποιητική ενότητα «Παλιά τραγούδια». Και οι δύο προαναφερόμενες μεταφραστικές απόπειρες τελούν, για την ώρα, υπό αναστολή.

Περί αδιακρισίας

Ορισμένα τελικά σχόλια

Ας θεωρηθούν τα παρακάτω σχόλιαOLYMPUS DIGITAL CAMERA ως απάντηση στην ερώτηση που θα ήθελα να μου κάνουν και δεν έγινε. Θα ήθελα να επισημάνω λοιπόν ότι στο ανωτέρω ερωτηματολόγιο απάντησα ως εάν να ήμουν ένας εν ενεργεία συγγραφέας και μεταφραστής. Πράγμα που διόλου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθώς η διαδικασία της συγγραφής και της μετάφρασης έχει ανασταλεί για μένα, όπως προείπα, εδώ και αρκετό καιρό – ήδη από το 2008. Θα μπορούσε η συγκεκριμένη κατάσταση να ονομαστεί ποιητική ή συγγραφική σιγή. Το δέχομαι, και δεν γνωρίζω εάν θα επανακτήσω ξανά τη σωματική και ψυχική δύναμη που θα με επαναφέρουν ξανά στον χώρο της ποίησης ή της μετάφρασης. Θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι το κύριο μέλημα της ζωής μου είναι η διατήρηση της σχέσης μου με την ομορφιά και τίποτε παραπάνω. Οι τρόποι με τους οποίους θα συνεχίσω να προσεγγίζω την ομορφιά δεν έχουν πλέον σημασία για μένα. Θα μπορούσαν να είναι, επί παραδείγματι, τα αεροπλάνα, τα αερομοντέλα και το φαινόμενο της πτήσης καθεαυτό, πράγματα και διαδικασίες στις οποίες ενεπλάκην όλο το πρόσφατο παρελθόν με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Τον τελευταίο καιρό έχω επανακτήσει το ενδιαφέρον μου για τη ζωγραφική (ακουαρέλες), την οποία δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω. Επίσης, σκοπεύω να συνεχίσω να ασχολούμαι με πράγματα που με ενδιέφεραν ανέκαθεν: τις περσικές μινιατούρες, τις ινδικές μινιατούρες, την τέχνη της Αρμενίας (λόγω καταγωγής), την ιαπωνική και κινεζική τέχνη και την τέχνη της Ανατολής γενικότερα. Θα συνεχίσω να αισθάνομαι, δυστυχώς, ως ένας άνθρωπος εκτός τόπου και καιρού, ο οποίος δεν δύναται να ασχοληθεί, φαινομενικά τουλάχιστον, με τα τρέχοντα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας του, αλλά παραδόξως τον ενδιαφέρουν πολύ έντονα, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο οι Γιαπωνέζοι φυλάσσουν μέσα σε μικρά κλουβάκια γρύλους ή πυγολαμπίδες. Όλα αυτά διόλου δεν χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του εξωτισμού, αλλά συνιστούν βαθύτατη ψυχική μου ανάγκη. Εάν υφίσταται ένα πνευματικό ζήτημα σήμερα για μένα, τότε αυτό θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: πώς θα μπορέσω να διατηρήσω τη σχέση μου με την ομορφιά, ζώντας στην Ελλάδα και μιλώντας την ελληνική γλώσσα, όταν οι αναφορές και τα ενδιαφέροντά μου βρίσκονται ολωσδιόλου εκτός Ελλάδας, και συγκεκριμένα στον γεωγραφικό και πνευματικό χώρο της Ανατολής. Τα ελάχιστα αυτά λόγια ελπίζω ότι καλύπτουν, ενδεχομένως, ορισμένα κενά που φάνηκαν να χαίνουν σε όλες τις προηγούμενες απαντήσεις μου. Με τούτα και με κείνα, ήρθε νομίζω η στιγμή να ευχαριστήσω τον οικοδεσπότη του Πανδοχείου για την φιλοξενία του.

Στις εικόνες: Arseny Tarkovsky, Nikolay Gumilev, Olga Sedakova, Osip Mandelstam, Αλέξανδρος Μπάρας, Janina Degutytė, Ivan Bunin, Marina Tsvetaeva, Emily Dickinson, Johannes Bobrowski.

Ελάχιστα λόγια για το αλησμόνητο Ταξίδι στην Αρμενία εδώ.




Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 862,025 hits

Αρχείο