Archive for the 'Εργαστήρι συγγραφέα' Category

23
Οκτ.
19

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 186. Λίζα Καβάγιου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Σας συνοδεύω ως την θύρα της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων «Εκεί, ακριβώς». Εκεί θα σας υποδεχθεί η ηρωίδα του πρώτου διηγήματος της συλλογής, η κυρία Μάρω.  Η κυρία Μάρω στέκεται υποδειγματικά στην αρχή του βιβλίου ως πιο σοφή, πιο έμπειρη.  Αποτελεί την εισαγωγή σε μια σειρά μαχών μεταξύ των ηρώων και της καθημερινότητας.  Ο καθένας τους στέκεται ηρωικά ή όχι, ανάλογα με τις αδυναμίες και την ψυχοσύνθεσή του. Το «Εκεί, ακριβώς» είναι έντεκα διηγήματα εμπνευσμένα από έντεκα εικόνες, του φωτογράφου Μπάμπη Γιαννικάκη, που εστιάζουν ακριβώς τη στιγμή που οι ήρωες καλούνται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ζωής τους.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Τα διηγήματα γράφτηκαν μέσα σε δύο χρόνια, αφότου γέννησα τον γιο μου. Είχα πάντα ιστορίες στο μυαλό μου αλλά τότε έκατσα τελικά να τις γράψω. Παρακολούθησα κάποια σεμινάρια, που με βοήθησαν αρκετά.  Οι συνθήκες δεν ήταν και δεν είναι εύκολες, διότι εργάζομαι, ασχολούμαι το απόγευμα εξ ολοκλήρου με τον γιο μου και καταλήγω να κοιμάμαι ελάχιστα προκειμένου να γράψω στις μόνες ελεύθερες ώρες που διαθέτω το βράδυ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Τελευταία έτυχε να γράψω σε ταξί στο κινητό μου. Επειδή, όμως, γράφω πολύ πιο γρήγορα στο πληκτρολόγιο απ’ ότι σε χαρτί, κυρίως γράφω όπου έχω υπολογιστή (σπίτι) ή laptop. Επίσης «γράφω» το μυαλό μου ενώ οδηγώ και συνήθως τότε μου έρχονται οι καλύτερες ιδέες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η κυρία Μάρω είναι η αγαπημένη μου και αποτελεί ένα αμάλγαμα αγαπημένων μου πραγματικών προσώπων. Με ακολουθεί κάπως σαν συμβουλάτορας.  Αλλα γενικά, όχι, δεν συνηθίζω να σκέφτομαι ήρωες των οποίων την ιστορία έχω «κλείσει» στο νου μου, γιατί αφοσιώνομαι στους τρέχοντες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή ή στο μυαλό μου.  Συνήθως σκέφτομαι την αρχική ιδέα, την δουλεύω όλη μέρα νοητά και το βράδυ την καταγράφω.  Βέβαια με την καταγραφή έρχονται νέες ιδέες, προβλήματα, αδιέξοδα και νέες σκέψεις για την επόμενη μέρα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ανοίγω τον υπολογιστή μου, κλείνω εκκρεμότητες (λογαριασμούς, email, κοινωνικά δίκτυα) πριν ξεκινήσω και φροντίζω να έχω ανοιχτό μόνο το αρχείο στο οποίο πρόκειται να γράψω. Το καλοκαίρι συνήθως έχω ένα δροσερό κρασί και το χειμώνα ένα σκωτσέζικο ουίσκι. Μουσική σπάνια ακούω όταν γράφω ή όταν διαβάζω, γιατί με αποσπά. Τραγουδάω από μέσα μου, της δίνω πολλή σημασία και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Μερικές φορές, όμως, μπορεί να ακούσω ορχηστρικό metal γιατί με βοηθά να μείνω ξύπνια.

Ως προς τις γενικότερες μουσικές προτιμήσεις, αγαπώ το rock, alternative και κάποιες metal μπάντες. Η ελληνική μουσική σκηνή έχει πολλά χρόνια να με συγκινήσει, δυστυχώς. Αγαπημένος μουσικός και ποιητής, που θαυμάζω και μου ασκεί τεράστια επιρροή, είναι ο Nick Cave.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι κάπως ετερόκλητες γι’αυτό και στο βιβλίο μου δεν έχω συμπεριλάβει το μη-λογοτεχνικό μου βιογραφικό.  Έχω σπουδάσει στη σχολή Ηλεκτρολόγων και Μηχανικώς Υπολογιστών του ΕΜΠ και κατόπιν έκανα MSc in Computer Science στο Εδιμβούργο. Παράλληλα, πήρα πτυχίο στο πιάνο και στον χορό, και για κάποιο διάστημα δίδαξα και τα δύο. Από γλώσσες, πέρα από αγγλικά, έχω μάθει γερμανικά και ιταλικά.  Εργάζομαι στην οικογενειακή επιχείρηση χονδρικού εμπορίου κοσμημάτων. Ξεκίνησα να ασχολούμαι με υπολογιστές για να αποφύγω τους ανθρώπους και κατέληξα να γράφω μόνο για αυτούς!

Οι θετικές επιστήμες σίγουρα με έχουν επηρεάσει στο να γράφω με μια λογική αλληλουχία, χωρίς κύκλους και αδιέξοδες σπείρες, ακόμη κι όταν αναφέρομαι σε ονειρικές καταστάσεις. Από τις καλλιτεχνικές μου σπουδές έχω πειστεί ότι αν θες να ακούσει ο αναγνώστης αυτό που έχεις να πεις, οφείλεις να το εκφράσεις δυνατά και καθαρά. Η εργασία μου, από την άλλη πλευρά, με έχει φέρει σε επαφή με μια τεράστια ποικιλία ανθρώπων –εν δυνάμει ηρώων διηγημάτων- που καλούμαι να ψυχογραφήσω προκειμένου να συνεργαστώ επιτυχώς. Από όλα, κάτι μαθαίνεις αν θέλεις να μάθεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Αν είχα τον χρόνο και τις γνώσεις, θα επέλεγα την Ζυράννα Ζατέλη.

Τι γράφετε τώρα; 

Έχω στο νου μου ένα μυθιστόρημα, το οποίο όμως μου κρατάει πολλά μυστικά ακόμη, οπότε δεν το ξεκινάω. Συνθέτω δύο νέες συλλογές.  Η μία αφορά ανθρώπους που τόλμησαν την υπέρβαση. Η άλλη, πιο ελαφριά και χιουμοριστική, αφορά παράδοξα και παιχνίδια της ειρωνείας και της τύχης στις ζωές μας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αυτή είναι μία από τις ερωτήσεις, που σίγουρα θα έχω πολλά ονόματα να προσθέσω, αφού στείλω την απάντηση. Ενδεικτικά λοιπόν, οι Χέμινγουεϊ, Πόε, Καμύ, Μπόρχες,  Δάντης,  Παπαδιαμάντης, Καζαντζάκης, Στάινμπεκ, Ζατέλη, Λουντέμης, Βιρτζίνια Γουλφ, Σκαμπαρδώνης, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ και η λίστα συνεχίζεται…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Κερασιές θ’ανθίσουν και φέτος (Λουντέμης), Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους (Ζατέλη), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Confiteor (Καμπρέ), Τα σταφύλια της οργής (Στάινμπεκ), Το άρωμα (Ζισκιντ).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μου είναι πολύ δύσκολο να θυμάμαι τίτλους διηγημάτων, οπότε θα αναφερθώ στους συγγραφείς διηγημάτων που με έχουν συγκινήσει. Χέμινγουεϊ, Παπαδιαμάντης, Παπαδημητρακόπουλος, Ροϊδης, Σκαμπαρδώνης, Alice Munro, Flannery O’Connor και Πόε.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Σκαμπαρδώνης, η Ζατέλη και ο Παλαβός. Η αλήθεια είναι ότι τελευταία εντρυφώ στην παιδική λογοτεχνία λόγω του γιου μου, οπότε έχω μείνει αρκετά πίσω ως προς τις νέες ελληνικές κυκλοφορίες!

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ζαν Μπατίστ στο «Άρωμα», ο Μερσώ στον «Ξένο» και ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πρέπει να είναι κοντά στα δέκα βιβλία ταυτόχρονα. Έχω μεγάλη περιέργεια να ξεκινήσω κάποιο νέο μου απόκτημα, οπότε δεν μπορώ να περιμένω να τελειώσω το προηγούμενο.  Είναι ο «Επικίνδυνος Οίκτος» του Τσβάιχ, το «Αστείο» του Παλαβού, τα Άπαντα του Σαχτούρη, δύο βιβλία με πεζά του Μπόρχες που μ’ αρέσει να ανοίγω και να διαβάζω τυχαία κάποιο, «Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια» του ντε Λούκα, «Η γραμματική της φαντασίας» του Ροντάρι, κάποια λογοτεχνικά περιοδικά και άλλα!

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω ηλεκτρονικές λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές. Είναι πολύ πιο προσβάσιμες και ανά πάσα στιγμή διαθέσιμες οι ηλεκτρονικές. Έχω ξεχωρίσει συγκεκριμένους κριτικούς, που δε με έχουν απογοητεύσει ποτέ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ήταν ανάγνωση ακριβώς, αλλά ακρόαση, γιατί ακούω και βιβλία στα αγγλικά μέσω του audible. Σε μια πτήση άκουγα τον Δράκουλα του Bram Stoker και αποκοιμήθηκα. Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα την εξοχή, το σπίτι και τον ίδιο τον Δράκουλα, όπως τα περιγράφει ο συγγραφέας κι ήταν μια εμπειρία σχεδόν βιωματική, λόγω του ονείρου και της απώλειας της συνείδησης.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ να βλέπω τις παραστάσεις της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Μου αρέσει η ματιά της, οι πειραματισμοί που τολμά, και διαλέγει έργα που σου εντυπώνονται πολύ μετά το πέρας της παράστασης.  Ταινίες βλέπω κυρίως ξένες και με εμπνέει η απλότητα κι ο ρεαλισμός του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Δεν μπορώ τις επικές και  πολύ φορτωμένες, θορυβώδεις ταινίες. Συνήθως όταν γράφω φαντάζομαι την σκηνή όπου δρουν οι ήρωές μου, ως σκηνή ταινίας, ειδικά του Κισλόφσκι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Έχοντας μεγαλώσει με το διαδίκτυο και σπουδάσει τους υπολογιστές, δε με ξενίζει καθόλου.  Αποτελεί ένα ακόμη μέσο, που είτε θα το χρησιμοποιήσουμε έξυπνα είτε θα μας αποχαυνώσει. Ως προς την κοινωνική πλευρά του πράγματος, όπως σε οποιαδήποτε κοινωνική συναναστροφή, αργά ή γρήγορα ο καθένας δείχνει τον χαρακτήρα/απωθημένα/στόχους του και αντίστοιχα κρίνουν οι γύρω του.  Προσωπικά με διευκολύνει και με βοηθά να κρατώ ουσιαστική επαφή με φίλους σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό ακόμη και τώρα που έχω μηδενικό ελεύθερο χρόνο.  Άλλωστε το πόσο ουσιαστική είναι η επαφή μας με κάποιον δεν ορίζεται από το μέσο ή από το αν η επικοινωνία είναι σύγχρονη ή ασύγχρονη, αλλά από το κατά πόσον είμαστε διατεθειμένοι να επιδιώξουμε την ουσιαστικότητα των σχέσεών μας.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οτιδήποτε «αιώνιο» μού μοιάζει τρομακτικό. Δεν θα με απασχολούσε τόσο η απώλεια της συγγραφικής μου ιδιότητας.  Θα έβρισκα άλλον τρόπο να εκφραστώ αργά ή γρήγορα, αλλά η ατέρμονη νιότη, χμ, βγαίνει εκτός των ορίων του εγκεφάλου μου…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί γράφετε;

Από τη μία γράφω για να πω κάποιες ιστορίες ανθρώπων που δεν θέλω να περάσουν στην αφάνεια. Να αναδείξω ήρωες και να διηγηθώ αυτό που δεν μπορούν εκείνοι. Από την άλλη, όμως, γράφω επειδή στον γραπτό λόγο εκφράζομαι καλύτερα από τον προφορικό, οπότε είναι το μέσο που ασυνείδητα διάλεξα για να με γνωρίσουν οι γύρω μου.

Στις εικόνες: Virginia Woolf, Ernest Hemingway, Nick Cave, John Steinbeck, Flannery O’Connor, Patrick Suskind, Μερσώ Εικονογραφημένος, Alice Munro, Κατερίνα Ευαγγελάτου.

24
Μαρ.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 5. Στέργια Κάββαλου

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Μακάρι να είχε αυλή ο Κωστής αν και δεν ξέρω αν αυτό θα τον έκανε πιο χαρούμενο. Αλλά και πάλι οι ανοιχτοί χώροι είναι για τα παιδιά, ο Κωστής πάει μεγάλο δημοτικό, οπότε… Στα σοβαρά όμως, το πιο πρόσφατο μου βιβλίο λέγεται «Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις» και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2018 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ξεκινά με τον πρωταγωνιστή να θέλει να πολεμήσει το κακό που τον βρήκε, το γεγονός ότι πρέπει όλη η οικογένεια να μετακινηθεί από το Παγκράτι στην Αβινιόν της Γαλλίας επειδή ο μπαμπάς του βρήκε εκεί καλύτερη δουλειά. Η ιστορία ξεκινά κατακαλόκαιρο στην Αθήνα και τελειώνει στο αεροπλάνο με την προσγείωση στην Ελλάδα του μπαμπά Γιώργου, της μαμάς Κάσης, της αδερφής Λητώς και της γιαγιάς Ιουλίας για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Ας πούμε ότι στο ενδιάμεσο διάστημα ο Κωστής θα προσπαθήσει να βρει τον τρόπο να μη χάσει, ξεχάσει, λησμονήσει, όπως θέλετε πείτε το τη γλώσσα του, τις δικές του ελληνικές λέξεις.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιπτάμενο Κάστρο το πρώτο μου παιδικό βιβλίο, «Η κόκκινη πινέζα». Με θυμάμαι να κάθομαι στο γραφείο και να έχω πλάι μου ένα κουτάκι με πινέζες. Με έπιασε μια λύπη που σαν αντικείμενο η πινέζα εντάξει, δεν είναι και από τα πιο πολύτιμα. Ήταν έτσι και όλες μαζί παρεάκι, ήταν και κόκκινες, δεν ήθελα και πολύ. Επίσης κάποτε δούλευα στη Fnac στο τμήμα του παιδικού βιβλίου. Εκεί λοιπόν οι ενήλικες έψαχναν πολύ συχνά βιβλία για την υιοθεσία και είχα μόνο ένα να τους προτείνω, της Έρης Ρίτσου. Κάπως αυτά λειτούργησαν, μπλέχτηκαν και γέννησαν μια ιστορία στην οποία εξαιτίας μιας πυρκαγιάς η πινέζα χάνει τις αδερφές της με τις οποίες στόλιζε τους τοίχους ενός σπιτιού. Αναγκάζεται να αναζητήσει αλλού μια νέα οικογένεια κολλώντας σε σόλες παπουτσιών. Μέχρι στιγμής νομίζω ότι είναι το πιο «πετυχημένο» μου παραμύθι.

Την επόμενη χρονιά, βγήκε πάλι από το Ιπτάμενο Κάστρο «Το μπλε τριαντάφυλλο». Υπήρχε η φιλοδοξία να γίνει μια σειρά με τίτλο «Τα χρώματα…αλλιώς» που δυστυχώς σταμάτησε στα δύο πρώτα. Διάλεξα το μπλε για να συμβολίζει μια κάποια πνευματικότητα ή έστω τη δεύτερη σκέψη απέναντι στα πράγματα και έφτιαξα ένα οικολογικό παραμύθι που ενώνει όλα τα τριαντάφυλλα της πλαγιάς κόντρα στην επέμβαση των ανθρώπων. Ακολούθησε πάλι από τον ίδιο οίκο, «Η ερωτευμένη μπόσα νόβα». Γελάω και μόνο που σκέφτομαι τον τίτλο. Ήθελα κάτι χαρούμενο και παιχνιδιάρικο. Μια κάμπια λοιπόν ερωτεύεται ένα ποντικάκι. Η αφορμή ήρθε από προσωπικό βίωμα. Όταν βρέθηκα σε μια αντισυμβατική ας το πούμε σχέση και προσπαθούσα ή πίστευα ότι μπορώ να βρω τις ισορροπίες. Τουλάχιστον στα παραμύθια όλα γίνονται.

Ακολούθησε το βιβλίο «Και οι μέρες είναι εφτά!». Είναι ένα έμμετρο παραμύθι για τις ημέρες της εβδομάδας. Είχα κολλήσει στην κίνηση, μέσα στο λεωφορείο και το έγραψα στο κινητό μου. Πήγαινα να συναντήσω τον εκδότη του Ιπτάμενου Κάστρου τον Νίκο τον Ράμμο να ηχογραφήσουμε το τραγούδι της κόκκινης πινέζας-είπαμε η πινέζα είναι το πιο πετυχημένο μου-οπότε το λάτρεψε αμέσως διαβάζοντάς το από τη συσκευή. Η Ναταλία Ρασούλη με τον Κωστή τον Στεφανή έχουν μελοποιήσει κάποιες «μέρες». Ελπίζουμε να ολοκληρωθεί σύντομα και να έχετε και τα ηχητικά ντοκουμέντα.

Το 2016 ξεκίνησε η συνεργασία μου με το Μεταίχμιο. «Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής» μιλά για τον Κάρολο που είναι πολύ άσπρος, αρκετά κοντός και διοπτροφόρος. Κακοπερνάει στην τάξη από τον Άγγελο και τα υπόλοιπα «αγγελάκια» των μεσαίων θρανίων. Χαίρομαι που για τρίτη χρονιά επισκέπτομαι σχολεία, βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία με αυτό το βιβλίο όμως λυπάμαι κιόλας για το επίκαιρο του θέματος. Παρά την κουβέντα που γίνεται γύρω από τον σχολικό εκφοβισμό, το πρόβλημα μοιάζει να γιγαντώνεται και να περιπλέκεται ακόμα περισσότερο. Όσο για τον Κωστή, είμαι ομοιοπαθής. Όταν ζούσα στη Λυών, πίστεψα ότι ξέχασα με έναν τρόπο τη γλώσσα μου και βρέθηκα σε απόγνωση. Οπότε είπα να τον βοηθήσω να μην πάθει και εκείνος τα ίδια.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Είχα δει έναν διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού όταν ήμουν είκοσι κάτι οπότε λέω γράψε κάτι και ταχυδρόμησέ το. Δεν πήρα ποτέ απάντηση. Οι συγκεκριμένες εκδόσεις έχουν πλέον κλείσει αλλά πάντα θα τις ευγνωμονώ για το έναυσμα.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Δεν ξέρω… Ίσως ο διδακτισμός να είναι το κόκκινο πανί. Και κάτι άλλο που το κρίνω σαν αναγνώστρια. Απολαμβάνω να διαβάζω συγγραφείς που δεν κοιτούν τα παιδιά αφ’υψηλού αλλά στέκονται συνένοχοί τους.

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Μπορώ να θυμηθώ και πώς να το ξεχάσω άλλωστε ότι στο δημοτικό ένας συμμαθητής μου ο Αντρέας, με απομόνωνε στην τουαλέτα, μου πίεζε τους ώμους και μου φώναζε «θα σε κοντύνω». Υπάρχει σαν περιστατικό στο βιβλίο «Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής».

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Όλα τα παιδικά βιβλία αφορούν και τους μεγάλους. Είτε γιατί εκείνοι τα διαβάζουν δυνατά στα παιδιά είτε γιατί τους βοηθούν να αποκωδικοποιήσουν τον κόσμο των παιδιών, είτε γιατί τελικά μεγαλώνουμε και μεγαλώνουμε για να φτάσουμε και πάλι στον πυρήνα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Το παίρνω απόφαση. Ότι θέλω να μιλήσω για ένα θέμα, στρώνομαι και το κάνω. Τριγυρίζουν διάφορα άσχετα στο κεφάλι μου, χαζεύω απίστευτα πολύ αλλά είναι αναπόφευκτο. Κάποια στιγμή ανοίγω το word. Είναι και μένα το παιχνίδι μου.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία;

Νομίζω ότι τώρα που έχω κόρη, θα είναι η μόνιμή μου έμπνευση. Θα την εκθέσω ανεπανόρθωτα. Θα κυκλοφορήσει από την Ελληνοεκδοτική ένα βιβλίο για πολύ μικρά παιδιά που είναι αφιερωμένο στη Μάντη και λέγεται «Εδώ είναι η μαμά!» Πόσο ανυπομονώ να το δει!

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Η σειρά Bad Kitty του Nick Bruel που κυκλοφορεί από τη Διόπτρα και τα τρία βιβλία της Ελίζ Πάρσλι «Αν θελήσεις να φέρεις ένα πιάνο στην παραλία, μην το κάνεις!» «Αν ποτέ θελήσεις να φέρεις έναν αλιγάτορα στο σχολείο, μην το κάνεις!» και «Αν ποτέ θελήσεις να φέρεις ένα τσίρκο στη βιβλιοθήκη, μην το κάνεις» που κυκλοφορούν από τον Ψυχογιό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Θα ήθελα πάρα πολύ να είναι ταχτοποιημένο το γραφείο μου, η βιβλιοθήκη μου, το δωμάτιό μου. Όμως έχω ανοιχτή τη σιδερώστρα με ένα βουνό ρούχα, αυτή τη στιγμή έχω δίπλα μου έναν μεγάλο λούτρινο χιονάνθρωπο, παιδικά καλτσάκια με τη Μίνι, τσάντες με ρούχα της μπέμπας που δεν της χωράνε πια και όλη τη σειρά του Ρένου. Έχω και κλειστές βαλίτσες από τα πρόσφατα ταξίδια. Αν κάτι χρειάζομαι πραγματικά είναι ησυχία και την αίσθηση ότι μπορώ να απομονωθώ κάποια ώρα ξέροντας ότι το παιδί μου είναι σε καλά χέρια.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μόνο στο λεωφορείο το παιδικό «Και οι μέρες είναι εφτά!» Αλλιώς, ούτε θέση στον λάπτοπ δεν αλλάζω.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Συνειδητοποίησα ότι μιλάω για τον Κωστή λες και είναι άνθρωπος πραγματικός. Ο Κωστής εκείνο, ο Κωστής το άλλο σε σημείο που περιμένω να τον δω μπροστά μου. Είναι πολύ κοντά μου. Έχει χαρακτήρα. Το ψάχνει, τον συμπαθώ. Δυο ταξίδια κάναμε μαζί, ένα στο Μπράιτον στους μαθητές του ελληνικού σχολείου και ένα στο Άμστερνταμ όπου συναντήσαμε τους μαθητές του Αμστελβέιν. Πώς να μην κολλήσουμε!

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Απόλαυση. Η κατάκτηση της γλώσσας είναι μεγάλο πράγμα. Σε κάνει αυτόνομο μ’ έναν τόσο τρισδιάστατο τρόπο.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Τένεσι Ουίλιαμς, Μίλτος Σαχτούρης, Νικολό Αμανίτι, Έτγκαρ Κέρετ, Αν Σέξτον, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Πολ Εμόντ, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Φίλιπ Πούλμαν, Ντιμίτερ Ινκιόφ και πόσοι άλλοι…

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Για κάποια που δεν πιάνει το χέρι της και που το μόνο που έκανε με μανία ήταν τετραγωνάκια, στα θρανία, στα βιβλία, στις κασετίνες, στα χέρια, θαυμάζω τους παρακάτω και όχι μόνο δικούς μας: Σοφία Γαλή, Πετρούλα Κρίγκου, Βασίλη Γρίβα, Κατερίνα Χαδουλού, Σάντρα Ελευθερίου, Πέτρο Μπουλούμπαση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Θα πω τους τρεις πρώτους που μου έρχονται στο νου. Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ από το Άρωμα του Πάτρικ Ζίσκιντ, Τερέζ Ρακέν από το ομώνυμο βιβλίο του Έμίλ Ζολά και Ρομπέρτο Τζούκο από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Κολτές.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη συλλογή διηγημάτων «Κυρίαρχοι πονηροί λογισμοί» της πρωτοεμφανιζόμενης Νατάσας Σίδερη (εκδ. Μωβ Σκίουρος), το «Σικάγο» του Ντέιβιντ Μάμετ (εκδ. Μεταίχμιο) και τα βιβλία του Ψυχογιού για τις γυναίκες επαναστάτριες επειδή έχει τρελαθεί η μικρή με την ποιήτρια Κόρα Κοραλίνα, τη Λέλα Λομπάρντι και τη Μαντόνα. Στην πραγματικότητα διαβάζω ξανά και ξανά το βιβλίο του Benji Davies «Ο Νόι και η φάλαινα» και το «Πώς να κρύψεις ένα λιοντάρι» της Helen Stephens-και τα δύο κυκλοφορούν από τον Ίκαρο – με τα οποία η κόρη πάει για το βραδινό της ύπνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα; 

 Θυμάμαι να διαβάζω το «Άγρια» της Σέριλ Στρέιντ (Key Books) στο τρένο Θεσσαλονίκη-Αθήνα σε ένα άδειο βαγόνι, να τη φαντάζομαι να πεζοπορεί στην Αμερική και να με πονάνε τα δικά μου πόδια.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Θυμάμαι να διαβάζω τη Ματίλντα, καθισμένη στο κόκκινο παιδικό μου χαλί με ανοιχτό ένα αρχαίο αερόθερμο, τσάι με μπισκοτάκια και κλειδωμένη πόρτα να μη με ενοχλήσει κανείς. Κυριακή απόγευμα.

Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Παίζω με τη μικρή παγωτατζίδικο (έχει ένα καροτσάκι και μου πουλάει χωνάκια, ξυλάκια και ποπ κορν), κάνουμε μαζί μουσικοκινητική αγωγή, χορεύουμε… Αυτά τα «παιχνίδια» παίζω πλέον και με τα παιδιά που συναντώ στις παρουσιάσεις. Το πιο αγαπημένο που είναι και χειροπιαστό και επινοημένο είναι η συγγραφή.

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Μου άρεσε να οργανώνω παραστάσεις στη γειτονιά. Γεμίζαμε πλαστικές καρέκλες την πιλοτή και ανεβάζαμε θεατρικά. Έκανα από σκηνοθεσία μέχρι κουστούμια και περνούσα τέλεια. Αλλά πολύτιμη είναι η αλληλεπίδραση με παππού Γιώργο, γιαγιά Μαρία, παππού Δημοκράτη. Η γιαγιά Στεργιωτή ζει ακόμα οπότε η αλληλεπίδραση συνεχίζεται. Επίσης νομίζω ότι σοκαρίστηκα όταν έφεραν τον αδερφό μου στο σπίτι από το μαιευτήριο. Με θυμάμαι να σκέφτομαι πως «ετούτο εδώ παραείναι μικρό!»

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Θα προφύλασσα τον παιδικό εαυτό μου από τέτοια πράγματα. Καμία ενήλικη γνώση. Καμία όμως.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τελείωσα Γαλλική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ, λογοτεχνική μετάφραση (γαλλικά-ελληνικά) και το μεταπτυχιακό της Πολιτιστικής Διαχείρισης στην Πάντειο. Έχω κάνει υποτιτλισμό, μεταγλωττίσεις για μεγάλες εταιρείες, μαθήματα γαλλικών, έχω δουλέψει στην επικοινωνία. Δούλευα στις εκδόσεις Μεταίχμιο ως Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων αλλά έπρεπε να σταματήσω γιατί δεν είχα καλή εγκυμοσύνη. Εννιά μήνες μετά τη γέννηση της κόρης και επειδή ήθελα να είμαι σπίτι μαζί της ξεκίνησα συνεργασίες με Netflix και Authorwave, συνεργάστηκα με το Κουκλοθέατρο «Πράσσειν Άλογα» ως Υπεύθυνη Επικοινωνίας, έκανα δυο μεταφράσεις και τώρα συνεχίσω μόνο σε αυτό. Δουλεύω δυο μεταφράσεις από το σπίτι δηλαδή, ένα ποιητικό βιβλίο και ένα δοκίμιο, για να μπορώ να είμαι με τη δίχρονη πλέον κόρη.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Λόγω της συνεργασίας μου με την Εμμανουέλα Καποκάκη, είδα κουκλοθέατρο. Μάλιστα επισκεφθήκαμε και προσφυγικές δομές για παραστάσεις. Η εμπειρία ήταν πολύτιμη. Αναζητήστε τα «πράσσειν άλογα» στη Νεάπολη Εξαρχείων για παραστάσεις κάθε Σάββατο στις 6:30. Ο χώρος λέγεται Κουκλόσπιτο, τι καλύτερο…

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Το 2018 κυκλοφόρησαν με διαφορά ενός μήνα, το παιδικό βιβλίο για τον Κωστή, η ποιητική συλλογή «δρόμος από γάλα» από τον Κέλευθο και τα διηγήματα «Κάτι κλαίει ακόμα» από τον Μωβ Σκίουρο. Η αλήθεια είναι ότι επειδή έπεσαν όλα μαζί, ασχολούμαι με τα νέα βιβλία. Επίσης προγραμματίζεται η έκδοση δύο νέων παιδικών από την Ελληνοεκδοτική. Όμως θα βάλω στόχο να ολοκληρώσω άμεσα ένα ακόμα βιβλίο για παιδιά που έχει μείνει μισό…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι για κάποιο λόγο ήθελα να πω ότι τρελαίνομαι για ανθρακικό, ότι στο Άμστερνταμ έφαγα πρώτη φορά φύκια και ότι μισώ το τζίντζερ.

Στην τελευταία εικόνα, έργο της Galya Popova

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις, εδώ κι εκεί.

Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής, σύντομα.

17
Φεβ.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 4. Χρυσάνθη Τσιαμπαλή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως! Μου ήρθε μια ιδέα! είναι ο τίτλος του τελευταίου μου βιβλίου. Η ηρωίδα, μια Φαεινή Ιδέα, ζει στον Κόσμο των Ιδεών, μέχρι που η πλήξη και οι συμβουλές μια Παλιάς Ιδέας θα την οδηγήσουν στον Κόσμο των Ανθρώπων για να αναζητήσει εκείνον που θα τη μεταμορφώσει σε Πράξη και θα χαρίσει και στους δυο την ευτυχία. Η Ιδέα μας μπαίνει σε έξι διαφορετικά κεφάλια, ενός πολιτικού, ενός φούρναρη, ενός υποχθόνιου επιστήμονα, μιας συγγραφέα, ενός ποντικού και ενός παιδιού. Αν και τα πράγματα θα αποδειχθούν δυσκολότερα απ ό,τι φανταζόταν, η Ιδέα μας θα βρει τον άνθρωπό της.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Δεν ήταν ακριβώς απόφαση. Στις ιστορίες για παιδιά με γοητεύει, ανάμεσα σε άλλα, η αισιοδοξία, η απουσία κακού τέλους. Το πρώτο βιβλίο ξεκίνησα να το γράφω το 2000-2001 και με την απόσταση των 18 χρόνων που μας χωρίζουν από τότε, μπορώ να πω πως ήταν ένας πειραματισμός. Θα μπορούσα να γράψω μια ιστορία για παιδιά; Και αν τα κατάφερνα, θα αποτελούσε ικανοποιητικό τρόπο έκφρασης για μένα αυτό το είδος; Το δεύτερο ερώτημα απαντήθηκε πολύ γρήγορα γιατί η διαδικασία με είχε συνεπάρει από την πρώτη σελίδα. Το πρώτο, καθώς εμπεριέχει και ανησυχίες για την ποιότητα της ιστορίας, απαντήθηκε επί της ουσίας χρόνια μετά, όταν το 2005 την έστειλα στις Εκδόσεις Ψυχογιός. Εγώ είχα πια κατασταλάξει στο τι ήθελα να κάνω και οι εκδόσεις Ψυχογιός ήθελαν τις ιστορίες μου. Οπότε τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα βιβλία για παιδιά είναι πράγματι περίπλοκη υπόθεση. Όσο μικρής έκτασης και αν είναι, κουβαλούν μηνύματα, ιδέες, αξίες, Αυτό που δεν χρειάζεται να κουβαλούν είναι διδαχή. Κανείς (άρα και κανένα παιδί ή έφηβος) δεν έχει όρεξη να διαβάσει ένα βιβλίο που να του υποδεικνύει γλυκερά ή αυστηρά πώς πρέπει να συμπεριφέρεται. Τα βιβλία μας ωθούν να σκεφτούμε.

Επιπλέον, η γλώσσα πρέπει να είναι πλούσια και καλοδουλεμένη αλλά απολύτως κατανοητή από τα παιδιά. Το χιούμορ είναι απαραίτητο. Τα παιδιά το λατρεύουν. Μπορούν όμως να γελάσουν και με ‘’εύκολες’’ ατάκες που ανακυκλώνουν στερεοτυπικές και ρατσιστικές αντιλήψεις. Άρα το χιούμορ που τους δίνουμε πρέπει να είναι ποιοτικό. Η δράση είναι επίσης απαραίτητη, αλλά χρειάζεται να σμιλεύουμε όσο είναι δυνατό τους χαρακτήρες των ηρώων. Γενικότερα το παιδικό βιβλίο πρέπει να κινείται γύρω από τα ενδιαφέροντα των παιδιών και την ίδια στιγμή να συμβάλλει με έναν αδιόρατο τρόπο στην συναισθηματική και νοητική τους καλλιέργεια και εξέλιξη. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Πιστεύω πως οι παιδικές μνήμες ενεργούν αθόρυβα πάνω μας. Ανεπαίσθητα συμβάλλουν στο να χτιστεί η προσωπικότητα μας, κατ’  επέκταση και η γραφή μας. Έχω την αίσθηση πως ασυνείδητα με έχουν επηρεάσει πολύ περισσότερο από όσο νομίζω ή θα μπορούσα να σκεφτώ.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Τα παιδικά βιβλία πρέπει να αφορούν και τους ενήλικες αναγνώστες. Εννοώ πως πρέπει να αποτελούν ευχάριστα/αξιόλογα αναγνώσματα και για τους ενήλικες, αν θέλουμε να είναι τέτοια για τα παιδιά. Κατά πόσο βέβαια απολαμβάνει κάποιος ενήλικας ένα βιβλίο για παιδιά, έχει να κάνει και με τον χώρο που έχει κρατήσει μέσα του για τον… παιδικό του εαυτό.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;  

Α! Δεν τις παγιδεύω… Ειδικά από τότε που έγραψα την ιστορία για τη Φαεινή Ιδέα νιώθω μια ευθύνη και ένα ιδιαίτερο νοιάξιμο για εκείνες. Γενικότερα τις αφήνω να μπαινοβγαίνουν στο μυαλό μου, καταγράφω ατάκες ή εικόνες που μου δημιουργούν. Εστιάζω σε εκείνη που με ενδιαφέρει περισσότερο, αλλά και πάλι είμαι ανοιχτή σε νέες ιδέες, πράγμα που οδηγεί στο να γράφω, γενικά, μάλλον αργά.

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Τόσα πολλά που θα ήταν άδικο να αναφέρω ένα συγκεκριμένο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αγαπώ την ροκ μουσική, παλιά και νέα, ελληνική και ξένη. Μουσική ακούω στα διαλείμματα, θέλοντας να χαλαρώσω ή να γεμίσω τις μπαταρίες μου. Όταν γράφω συνήθως θέλω ησυχία, απομόνωση και καφέ. 

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; 

Όχι, δεν έχω γράψει. Νομίζω πως για να καταφέρω να γράψω κάπου αλλού, θα πρέπει να νιώσω πολύ οικεία και δεν υπάρχει εκτός του σπιτιού μου ένας τέτοιος χώρος, ακόμη.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Η επίδραση των βιβλίων στα παιδιά είναι τόσο πολυδιάστατη, που δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τις ηλεκτρονικές συσκευές. Ένα βιβλίο καλλιεργεί γλωσσικά αλλά και αισθητικά. Πλαταίνει και εμβαθύνει τη σκέψη. Κοινωνικοποιεί, φέρει δηλαδή τα παιδιά σε επαφή με σοβαρά κοινωνικά προβλήματα χωρίς όμως να τα πληγώνει. Ηρεμεί και ανακουφίζει τα παιδιά, τόσο μέσα από αστείες ιστορίες, όσο και μέσα από ιστορίες που τα παιδιά συναντούν ήρωες με τους δικούς τους προβληματισμούς. Και επιπλέον τα βιβλία καλλιεργούν μοναδικά την φαντασία και την πολυπόθητη ενσυναίσθηση, που είναι απαραίτητη για την πολιτισμένη και αρμονική συμβίωση όλων των ανθρώπων.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω σύγχρονους συγγραφείς ή παιδικά και εφηβικά βιβλία γιατί είναι πάρα πολλά αυτά που έχω απολαύσει, ξένα και ελληνικά. Θα αναφέρω, ωστόσο, έναν αγαπημένο μου συγγραφέα (κυρίως) για ενήλικες, τον Ζοζέ Σαραμάγκου.

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Κατά τον ίδιο τρόπο απολαμβάνω τις εικονογραφήσεις τόσο των παλιών όσο και των νέων εικονογράφων, ιδιαιτέρως εκείνων που με σεβασμό στα κείμενα προσπαθούν να δώσουν το στίγμα τους μέσα από πανέμορφες εικονογραφήσεις.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω τη βιογραφία του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, του Walter Isaacson, εκδ. Ψυχογιός και πείθομαι ακόμη περισσότερο για τη δύναμη της φαντασίας και την αξία της παρατήρησης.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Υπήρχαν 3-4 βιβλία που αγαπούσα πολύ στα χρόνια του δημοτικού. Η ιστορία του μέρμηγκα που κλείστηκε κατά λάθος σε μια σαπουνόφουσκα με γέμιζε ενθουσιασμό και αγωνία ίδια με του μέρμηγκα! Φυσικά έχω ακόμη το βιβλίο. (Μια ωραία πεταλούδα, Μαρία Γουμενοπούλου, Έπαινος Κύκλου, 2 Απριλίου 1976). Εξίσου έντονα θυμάμαι την ποίηση του Καρυωτάκη στην εφηβεία. Τον είχα ανακαλύψει στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μου και τον είχα ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλους, προφανώς γιατί η μελαγχολία και η υπαρξιακή αγωνία των ποιημάτων του έβρισκε ήδη πρόσφορο έδαφος στις περίπλοκες ψυχικές διεργασίες της εφηβείας.

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Η αξία της τόλμης και της προσπάθειας. Να τολμάς για ό,τι επιθυμείς και να προσπαθείς χωρίς να υποτιμάς τις ικανότητές σου.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Α.Π.Θ. Εργάζομαι ως υπεύθυνη παιδαγωγός σε Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης του Δήμου Λαρισαίων. Επειδή οι σπουδές μου έχουν να κάνουν με παιδιά, (αν και δεν εργάστηκα ποτέ στην τυπική εκπαίδευση ως νηπιαγωγός) τα πρώτα χρόνια μού ήταν δύσκολο να διακρίνω την επίδραση των σπουδών μου στη γραφή μου. Αναμφίβολα υπάρχει επίδραση στον τρόπο προσέγγισης. Υπάρχει η γνώση της παιδικής ψυχολογίας που την κουβαλάς. Αυτό σε σώζει από διάφορα ατοπήματα. Από την άλλη μπορεί να σου βάλει εμπόδια που δεν είσαι σε θέση να αντιληφθείς εύκολα. Θεωρώ όμως τη γνώση δύναμη και προσπαθώ να τη θέτω στην υπηρεσία της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ελπίζω να μη σας απογοητεύσω, αλλά αυτό τον καιρό δεν γράφω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Με καλύψατε πλήρως! Σας ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Τα βιβλία Μου ήρθε μια ιδέα  και Το αγόρι που κέρδισε τον χρόνο στο Πανδοχείο των παιδιών εδώ και εδώ, αντίστοιχα.

26
Ιαν.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 3. Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα τρία καινούρια παιδικά βιβλία μου, ένα από αυτά είναι το «Οι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας». Είναι το πρώτο της νέας σειράς «Βιβλία που προάγουν την κοινωνική νοημοσύνη»,  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας και στοχεύει –όπως και τα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν– να αναδείξει και να καλλιεργήσει ένα βασικό στοιχείο της νοημοσύνης αυτής, την καλοσύνη. Αποφάσισα να γράψω τούτες τις ιστορίες  σκεπτόμενη πως στην εποχή του θυμού και του εκφοβισμού που ζούμε, γονείς και εκπαιδευτικοί επιβάλλεται να θέσουμε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας νοημοσύνης με καρδιά διδάσκοντας στα παιδιά να νοιάζονται για τους άλλους και να ευγνωμονούν όσους τα φροντίζουν και τα αγαπούν. Παράλληλα με το βιβλίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητήσουν και το ομότιτλο επιτραπέζιο παιχνίδι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας επίσης και αρέσει πολύ. 

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν); 

Ταξιδεύω αρκετά κάθε χρόνο, έτσι πολλά βιβλία μου είναι εμπνευσμένα από τόπους που επισκέπτομαι. Για παράδειγμα το «Εγώ κι εσύ μαζί» που βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων από τον Σεπτέμβριο γράφτηκε αμέσως μετά τον ερχομό μου από την Προβηγκία με τις ατελείωτες εκτάσεις ανθισμένης λεβάντας. Είχα κατά νου να γράψω μια ιστορία πάνω στη βασική ιδέα «Ό,τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε αλλιώς, το μπορούμε με την αγάπη», οπότε δανείστηκα ήρωες και περιβάλλον από το μέρος αυτό για να αναπτύξω την πλοκή και να μπορέσω να μοιραστώ με τους αναγνώστες το θαύμα που είχαν δει τα δικά μου μάτια και το συναίσθημα που είχα νιώσει. Το «Μπατλό ο δράκος» επίσης, καινούριο κι αυτό, το επινόησα βγαίνοντας από το παραμυθένιο κτίριο Casa Batlló του Antoni Gaudi στη Βαρκελώνη. Γενικότερα κάθε βιβλίο μου έχει την απαρχή του σε έναν λόγο, ένα θέαμα, μια συμπεριφορά, ένα συναίσθημα.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Κάποιος είπε πως για όλα τα σημαντικά πράγματα που μας συμβαίνουν, δεν κλείνουμε εμείς το ραντεβού, αλλά η ίδια η ζωή. Τρία τέτοια ραντεβού έκλεισε λοιπόν και σε εμένα η ζωή με καταξιωμένους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, οι οποίοι, διαβάζοντας ανέκδοτα ακόμα κείμενά μου, με ενθάρρυναν με τα θετικά σχόλιά τους να «εκτεθώ». Στα χρόνια που ακολούθησαν γράφω γιατί πιστεύω πως έχω κάτι να πω και αυτό το «κάτι» θέλω να το μοιραστώ. Ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω πως η παρουσία μου στον εκδοτικό χώρο δεν ξεκίνησε με τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά. Το πρώτο βιβλίο μου επιχειρεί να φωτίσει το παρασκήνιο δημιουργίας παροιμιακών φράσεων της καθημερινότητάς μας και φέρει τον τίτλο «Γιατί το λέμε έτσι…». Πρόκειται για ένα ογκώδες πόνημα, αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, κίνητρο για την οποία υπήρξε το πάθος μου για τη λαογραφία και η αγωνία μου να διασωθεί το ήθος, τα χαρακτηριστικά και η σοφία του λαού μας. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα για ενήλικες, «Η σύγκρια», και ευελπιστώ πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχω τελειώσει και το δεύτερο.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα παιδιά είναι απαιτητικοί αναγνώστες. Έτσι, η συγγραφή βιβλίων γι’ αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Για τη δημιουργία του μυθοπλαστικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο επιλέγεις ως συγγραφέας να εντάξεις την ιστορία σου, οφείλεις να λάβεις υπόψη σου την εξελικτική ψυχολογία, κοινωνικές παραμέτρους, την ψυχοσύνθεση των παιδιών. Πρέπει ακόμα να μπορείς, τηρουμένων των αναλογιών, να ξαναγίνεις παιδί και να δεις με τη ματιά του αυτό που γράφεις, πρέπει επίσης να «κατεβάσεις» το λεξιλόγιό σου στα μέτρα του με συνώνυμα που έχουν το σημασιολογικό περιεχόμενο και το εννοιολογικό δυναμικό που θέλεις. Αυτές είναι δύσκολες λειτουργίες κι αν δε δουλέψεις το κείμενο ξανά και ξανά, έχοντας όλα αυτά υπόψη σου, τα παιδιά βρίσκουν τελικά αδιάφορο το βιβλίο σου. Όταν όμως τα σεβαστείς ως προσωπικότητες, σκύψεις στα προβλήματα που φαντάζουν στα μάτια τους αξεπέραστα, όταν τα απενοχοποιήσεις μέσω των ηρώων σου, εισπράττεις τον ενθουσιασμό τους και την αίσθηση ότι το βιβλίο, γενικά το βιβλίο, τα κέρδισε. Γενικότερα θα έλεγα πως η συγγραφή παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας απαιτεί ειλικρίνεια και σεβασμό στις ανάγκες, τους προβληματισμούς, τα «θέλω» και τις δυνατότητες της κάθε ηλικίας. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Τα βιώματα της προσωπικής μου διαδρομής αποτελούν για μένα πρωταρχικές πηγές έμπνευσης και δημιουργίας. Η γλώσσα των λαϊκών παραμυθιών που άκουγα από τη Μικρασιάτισσα γιαγιά μου νομίζω πως επηρεάζει πάντοτε τη γραφή μου, γι’ αυτό και συχνά βάζω στο στόμα των ηρώων παροιμίες, παροιμιακές εκφράσεις και ό,τι άλλο έχει τη «μυρωδιά» εκείνων των ακουσμάτων.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Καλώς ή κακώς τα βιβλία που προορίζονται για μικρά παιδιά περνούν αναγκαστικά από τα χέρια και τα μάτια των μεγάλων. Καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία θα έλεγα πως οι γονείς είναι αρκετά εξασκημένοι πλέον να ξεχωρίζουν αναγνώσματα που έχουν να προσφέρουν κάτι στα παιδιά τους. Και ναι, νομίζω πως υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στη ζωή των μεγάλων είτε γιατί θέλουν να ξαναβρούν ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού τους είτε γιατί βαθιά μέσα τους έχουν ανάγκη να (ξανα)πιστέψουν πως όλα είναι δυνατά είτε για να «παρηγορηθούν» πως στο τέλος πάντα το καλό νικάει. 

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Η αρχική ιδέα συνήθως έρχεται απρόσμενα. Μπορεί να ακούσω, να δω ή να νιώσω κάτι που θα με εμπνεύσει. Γι’ αυτό έχω πάντοτε στην τσάντα μου χαρτί και μολύβι, ώστε να μπορώ να κρατήσω σημειώσεις. Ακολούθως αναπτύσσω την ιστορία στον υπολογιστή. Παρόλα αυτά μία και μοναδική φορά έγραψα βιβλίο σε μια χαρτοπετσέτα εστιατορίου στην Αμφιλοχία. Ήταν «Το τικ και το Τακ» που τόσο τελικά άρεσε σε μικρούς και μεγάλους.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

Από τους μαθητές μου εμπνεύστηκα αρκετά βιβλία, γιατί ο τρόπος που σκέφτονται, η αθωότητα, το χιούμορ τους, οι αναστολές τους, τα διλήμματά τους, ο εγωκεντρισμός τους, ακόμα και οι πονηριές τους δίνουν άφθονη πρώτη ύλη για… μαγείρεμα ιστοριών. Ωστόσο ένας συγκεκριμένος  μαθητής μου, ο αγαπημένος μου αλλά ατίθασος Οδυσσέας, έγινε πρωταγωνιστής του βιβλίου «Ένας πιγκουίνος όχι και τόσο τέλειος».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ κάποιο ιδιαίτερο τελετουργικό γραφής ούτε ακούω μουσική όταν προσπαθώ να συνθέσω τις σκέψεις μου. Σε αντίθεση με άλλους δημιουργούς η μουσική εκείνη την ώρα με αποδιοργανώνει κι εγώ θέλω να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη. Όταν δε γράφω όμως, νότες από έντεχνο ελληνικό τραγούδι πλημμυρίζουν το σπίτι μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Μόνο σκόρπιες σκέψεις. Κι αυτό γιατί, προκειμένου να αποδώσω, χρειάζομαι το οικείο περιβάλλον και τη ρουτίνα μου. Η μόνη γραφή που «ξεστράτισε», σας είπα… Ήταν «Το τικ και το τακ».   

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βέβαια. Οι περισσότεροι από τους ήρωές μου μαθαίνω πως ζουν σε σχολεία και νηπιαγωγεία, αισθάνονται όμορφα στις αγκαλιές των παιδιών, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από παιχνίδια ρόλων και δραματοποιήσεις των περιπετειών τους στις τάξεις. Πολύ συχνά οι εκπαιδευτικοί μού στέλνουν υλικό και φωτογραφίες από τις δράσεις και τις επεκτάσεις που κάνουν με τους μαθητές τους, οπότε γνωρίζω πως οι ήρωές μου συνεχίζουν τη ζωή τους και μετά το τέλος των σελίδων της ιστορίας. Χαίρομαι που περνούν καλά τα παιδιά μαζί τους και που εξαιτίας τους μπορούν να γνωρίσουν προοδευτικά τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου; 

Η ανάγνωση ενός βιβλίου δίνει στα παιδιά χρόνο να τοποθετήσουν τα γεγονότα σε σειρά, να παρατηρήσουν τους ήρωες, να ταυτιστούν μαζί τους, να εξετάσουν προσεκτικά συμπεριφορές και καταστάσεις που μοιάζουν με τις δικές τους, να ξεφορτωθούν ενοχές, να σκεφτούν και να βρουν λύσεις σε πιθανά προβλήματα, να μπουν στη θέση των άλλων, να συνδέσουν τον προφορικό με τον γραπτό λόγο, να απολαύσουν την εικονογράφηση και να καλλιεργήσουν την αισθητική τους. Όλα αυτά δεν μπορούν να τα κάνουν όταν η μία εικόνα διαδέχεται την άλλη στην οθόνη εν ριπή οφθαλμού. Τα τελευταία χρόνια, εκτιμώ, πως  η αξία του βιβλίου έχει αναδειχτεί, ως ένα βαθμό, με τη συμβολή βιβλιόφιλων εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν προγράμματα φιλαναγνωσίας. Χρειάζεται βέβαια πολλή δουλειά ακόμα, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Όταν εγώ ήμουν μικρή δεν υπήρχαν παραμύθια με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα. Μόνο μεταφρασμένη λογοτεχνία κυκλοφορούσε τότε –και σε ογκώδη μάλιστα βιβλία. Διάβαζα λοιπόν, και μου άρεσαν πολύ, τα «Χωρίς οικογένεια», «Με οικογένεια», «Οι τρεις σωματοφύλακες», «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και δε θυμάμαι πόσα άλλα. Μεγαλώνοντας διαπιστώνω εμμονή μου με τους παλαιότερους Έλληνες συγγραφείς, αν και έχω διαβάσει αρκετά κλασικούς και σύγχρονους ξένους. Δε θα ήθελα να αναφερθώ σε ονόματα της σύγχρονης λογοτεχνίας την οποία επίμονα παρακολουθώ, σας βεβαιώ όμως πως το διάβασμα καταναλώνει τον περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο μου. Η ποίηση επίσης είναι κομμάτι της ζωής μου και ομολογώ πως με συναρπάζουν τα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί σε ύφος ποιητικό. 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Θα σας φανεί περίεργο, αλλά εδώ κι έναν χρόνο μελετώ την αρχαία ελληνική τραγωδία. Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει να διαβάσω τα έργα που θα ήθελα, είχα όμως δώσει από παλιά την υπόσχεση στον εαυτό μου και βοηθούν τώρα οι συγκυρίες να την εκπληρώσω.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα;  

Σε μεταφορικά μέσα δεν μπορώ να διαβάσω, πραγματικά αρρωσταίνω. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά την ανάγνωση του «Αλέξης Ζορμπάς» στη Στούπα Μεσσηνίας κάτω από τη συκιά που, καθώς λέγεται, ο μεγάλος λογοτέχνης έγραψε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ήμουν τότε δεκαοκτώ ετών και με είχε συνεπάρει η εκδοχή πως μπορούσα να απολαύσω το «γέννημα» στον τόπο που έγινε η «σύλληψη». Από τότε, κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, με συνοδεύουν πάντα οι έντονες μνήμες εκείνων των στιγμών. 

Εσείς ως παιδί

 Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Όταν ήμουν παιδί, τα περισσότερα ήταν ομαδικά παιχνίδια που τα παίζαμε στην αλάνα της γειτονιάς οχτώ μήνες τον χρόνο. «Τζαμί», «Μήλα», «Πινακωτή», «Βασιλιά-Βασιλιά» κι ένα σωρό άλλα μας κρατούσαν πολλές ώρες της σχόλης στους δρόμους. Τους χειμώνες όμως που μαζευόμασταν στα σπίτια, πολύ μου άρεσε το επιτραπέζιο «φιδάκι». Τώρα πια επινοώ διάφορα που τα παίζω με τα παιδιά στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου, επειδή θέλω μέσα από το κατάλληλο παιχνίδι να βγαίνει βιωματικά το νόημα της ιστορίας που μόλις αφηγήθηκα και να συνειδητοποιεί έτσι το παιδί πως κάθε παραμύθι κρύβει μια αλήθεια της καθημερινής μας ζωής. 

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Έχω τόσες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια που δυσκολεύομαι να επιλέξω. Θυμάμαι όμως με νοσταλγία τις φωτιές που ανάβαμε στη γειτονιά το βράδυ της 23ης Ιουνίου και τους χορούς μικρών και μεγάλων γύρω από αυτές, τη μεταφορά του αμίλητου νερού και την ιεροτελεστία της προετοιμασίας για τον «Κλείδωνα», τις κούνιες που ρίχναμε στα δέντρα ανήμερα του Αγιωργιού, τα ομαδικά παιχνίδια που παίζαμε στους ανοιχτούς χώρους.  Η εικόνα επίσης  του ψαρά, του γαλατά, του γιαουρτά, του μανάβη, του καρεκλά, του γανωματή, του παπλωματά και του αρκουδιάρη που περιδιάβαιναν ανά εποχή τις ρούγες διαλαλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, με συνοδεύει πάντα. Το Δωδεκαήμερο επίσης στο χωριό του πατέρα μου, τις ετοιμασίες των γλυκών, τα κάλαντα που τα λέγαμε τότε βράδυ και αμειβόμασταν με ξηρούς καρπούς, τις ψημένες φέτες στο τζάκι με λαδορίγανη και τη γιαγιά στο παραγώνι να μας λέει ιστορίες με ξωτικά. Όλα αυτά και άλλα πολλά είμαι Εγώ, συνιστούν την ταυτότητα και την προσωπικότητά μου. 

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Για να αφήσω θετικό αποτύπωμα στο διάβα μου επί Γης θα έπαιρνα από τα βιώματα της ενήλικης ζωής μου το «Να βρίσκεις νόημα σε αυτό που κάνεις, να πορεύεσαι με καθαρή καρδιά, να αγαπάς τους ανθρώπους και να δρας ως μέρος της Φύσης και όχι ως κυρίαρχός της», ενώ για την ψυχική μου υγεία θα έπαιρνα το «Και αυτό θα περάσει». 

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχω μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκα για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση ως δασκάλα, συνταξιοδοτήθηκα όμως το 2014 μετά από 30 χρόνια Υπηρεσίας. Εκτιμώ ωστόσο πως συνεχίζω να υπηρετώ τις ανάγκες του παιδιού μέσα από τα βιβλία μου, τα οποία μαζί με τις μελέτες λαογραφικού περιεχομένου που έχουν εκδοθεί ξεπερνούν πλέον τα εβδομήντα. Η θητεία μου ως δασκάλας αναμφίβολα «προικοδότησε» το Είναι μου με τη γνώση της παιδικής ψυχής και τους προβληματισμούς της κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα δικό μου «συν» που αποτυπώνεται, ευελπιστώ,  στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Όταν ήμουν δασκάλα, πήγαινα στο θέατρο συχνά με τους μαθητές μου. Τώρα παρακολουθώ λιγότερο. Φέτος είδα δύο έργα. Ωραία σκηνικά, εντυπωσιακά κοστούμια, έλειπαν όμως τα μηνύματα που έχει ανάγκη η εποχή μας, αλλά και οι μικρές σιωπές ανάμεσα σε ορισμένες ατάκες, απαραίτητες για να ανασάνει ο Λόγος. Από φόβο προφανώς των σκηνοθετών μήπως το κείμενο κάνει «κοιλιά», βομβάρδιζαν το κοινό με λόγια και κινήσεις, έτσι που, τα παιδιά ιδιαίτερα, δεν είχαν το χρονικό περιθώριο να αφομοιώσουν τα τεκταινόμενα. Όχι, κανένα από τα δυο δε με μάγεψε. Για να μην αδικήσω όμως όλες τις παραστάσεις, ίσως δεν έκανα εγώ καλή επιλογή θεατρικών έργων. 

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Μόλις έφυγαν από τα χέρια μου για εικονογράφηση τρία βιβλία μου για παιδιά. Έτσι, μέχρι να αρχίσει ο νέος κύκλος επισκέψεών μου σε νηπιαγωγεία και σχολεία της χώρας, θα συνεχίσω το δεύτερο μυθιστόρημα που ήδη έχω αρχίσει να γράφω και το οποίο ελπίζω να καταφέρω να τελειώσω μέσα στη χρονιά.

Παρουσίαση του βιβλίου Ο μέγας Μελομακάρων …. εδώ κι εκείΟι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας σύντομα στα δυο Πανδοχεία. 

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

03
Δεκ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 185. Ελένη Γιαννάτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ο κύριος Πηνελόπη μοιάζει με έναν στίχο του αγαπημένου μου Χουαρρός: είναι μια πόρτα που έμαθε να είναι χτύπος. Νομίζω ότι αρκεί το κείμενο που έγραψα για τον Κύριο Πηνελόπη, το οποίο έχει καταλάβει τα αυτιά του βιβλίου.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το έγραψα όταν δεν πίστευα πια σε τίποτα παρά μόνο στην αναμονή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν όπως τα μπαλάκια τον καφκικό Μπλούμφελντ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως, προτού καταφύγω στο word, δοκιμάζω το μολύβι μου σε μπλοκάκια, που τα αγαπώ τόσο, ώστε θα ήθελα να έχω δεκάδες τσέπες για να τα ενθυλακώνω. Ίσως να τα αγαπώ περισσότερο από την ανάγνωση και τη συγγραφή, διότι φροντίζω επιμελώς να διατηρώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις σελίδες τους λευκές.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φτιάχνω καφέδες. Αλλάζω αμέτρητες φορές τη μουσική. Ξεσκονίζω το γραφείο μου. Αλλάζω τη θέση μερικών βιβλίων. Νοσταλγώ όσα δεν έχω πια στη βιβλιοθήκη μου. Επιθυμώ καινούργια. Θυμάμαι να αναζητήσω κάποιο εξαντλημένο. Όταν εξαντλήσω όλους τους τρόπους αναβολής, αρχίζω να γράφω. Δεν ακούω σε όλα τα στάδια της γραφής μουσική. Οι μουσικές μου προτιμήσεις εκτείνονται από την αφρικανική έως την ατονική μουσική.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Το αυτί του βιβλίου μου γράφει ότι σπούδασα θεατρολογία και κατόπιν κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική  Σχολή της Αθήνας. Ωστόσο πιστεύω ότι δεν είμαστε μόνο ό,τι σπουδάσαμε αλλά ό,τι τολμήσαμε να γνωρίσουμε. Εάν γυρνούσα τον χρόνο πίσω, θα επέμενα, εκτός από τη φωτογραφία μου στο αυτί του βιβλίου, να μην μπει και κανένα βιογραφικό στοιχείο που να έχει σχέση με σπουδές και παρόμοια. Τέτοιες πληροφορίες είναι επιζήμιες για την (κριτική) σκέψη και ευνοούν προκατασκευασμένες αναγνώσεις. Προς το παρόν βιοπορίζομαι κυρίως από την εκπαίδευση και προσπορίζομαι ηδονή από την επιμέλεια και τη μετάφραση. Παρά ταύτα διαπιστώνω πράγματι κάποια εμφανή απορρόφηση της χρόνιας ανεργίας στη γραφή μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα πρόταση για μονογραφίες από καθηγητές και των δύο σχολών, αλλά αρνήθηκα, διότι πλήττω θανάσιμα. Αυτός είναι και ο λόγος που, ακόμη και σήμερα, βρίσκω πιο ελκυστική την ιδέα ενός τρίτου ή τέταρτου πτυχίου από την ιδέα ενός διδακτορικού. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αποδεχόμουν μια πρόταση για μια μουνογραφία ή μια στηθογραφία, για να διαψεύσω τον Χουάν Μανουέλ δε Πράδα που έχει δηλώσει ότι τέτοια βιβλία γράφονται από ή για άντρες και για να επαληθεύσω τον ισχυρισμό του Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα ότι οι γυναίκες είναι άφθαστες στην εξαπάτηση, διότι επιλέγουν από ποιον θα εξαπατηθούν.

Τι γράφετε τώρα; 

Το επόμενό μου βιβλίο είναι ένα κιβωτιόσχημο ερώτημα που δεν διατύπωσε ποτέ ο Ρομπέρ Φιλλιού.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια του Ομήρου, οι Ιστορίες του Ηροδότου, η Αποκολοκύνθωση του Σενέκα, το Σατυρικόν του Πετρωνίου, οι Σάτιρες του Γιουβενάλη, Περί παρασίτου και Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία ωνούμενον του Λουκιανού, Φαίδρος, Ίων, Κρατύλος και Συμπόσιο του Πλάτωνα, η ψευδολογγίνεια πραγματεία Περί Ύψους,  Κανών περιεκτικός πολλών εξαιρέτων πραγμάτων… του Δαπόντε, 20,000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, Η πράσινη αχτίδα και  Η σφίγγα των πάγων του Βερν, Χαμένα Όνειρα, Λαμπρότητες και αθλιότητες εταιρών και Σαραζίν του Μπαλζάκ, Μπουβάρ και Πεκυσέ του Φλωμπέρ, Ο ηλίθιος και Οι δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι, Ομπλόμοφ του Γκοντσάροφ, Φερντυτούρκε, Υπεραντλαντικός και ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς, Μόμπυ Ντικ και Μπάρτλμπυ ο γραφιάς του Μέλβιλ, H χλομή φωτιά του Ναμπόκοφ,

Το μηδέν και το άπειρο του Καίστλερ, Καθώς ψυχορραγώ και Άγρια φοινικόδεντρα του Φώκνερ, Θωμάς ο σκοτεινός και Εκείνος που δεν με συντρόφευε του Μπλανσό, Θλιβεροί τροπικοί του Λεβί-Στρος, Errata και Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ, Βίοι Ελάσσονες του Μισσόν, Ο φωτεινός θάλαμος, Μυθολογίες, Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης και Οι Αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Πράγματα, Ζωή, οδηγίες χρήσεως, Cantatrix sopranica και άλλα επιστημονικά συγγράμματα και W ή Η παιδική ηλικία του Περέκ, Ο κλέφτης της νοσταλγίας του Ερβέ Λε Τελιέ, Χειμώνας στη Λισσαβώνα και Ο Πολωνός ιππέας του Μολίνα, Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας, Η ερυθρά παρθένα του Αρραμπάλ, Το μαύρο πρόβατο και άλλοι μύθοι του Μοντερρόσο, Το πετρέλαιο του Παζολίνι,

Φράγμα στον Ειρηνικό, Ο άνδρας που καθόταν στον διάδρομο και Τα πράσινα μάτια της Ντυράς, Τα κύματα και Στον Φάρο της Γουλφ, Μυθοπλασίες και Ο ποιητής του Μπόρχες, Το κουτσό και Άπαντα τα διηγήματα του Κορτάσαρ, Μπάρτλεμπυ και Σία του Μάτας, Η ακτή των Σύρτεων του Γκρακ, Η ζήλια του Γκριγιέ, Η ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, Μερόη και Πορτ Σουδάν του Ρολέν, Η τριλογία της Μασσαλίας του Ιζζό, Η Ιγκουάνα της Άννα Μαρία Ορτέζε, Η γνώση του πόνου του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, Ρέκβιεμ και Νυχτερινό στην  Ινδία του Αντόνιο Ταμπούκι, Οι άγριοι ντετέκτιβ και Τα τηλεφωνήματα του Μπολάνιο, το Χειρόγραφο της Σαραγόσα του Γιαν Ποτότσκι, Περί ηρώων και τάφων του Σάμπατο, το Paradiso του Λίμα, η Πρώτη και η Τελευταία τριλογία του Μπέκετ, Λεντς και Βόυτσεκ του Μπύχνερ,  τα ποιήματα του Μισώ,

του Μπονφουά, του Σαρ, του Πικαμπιά, του Πονζ, του Χιρόντο, του Πάρρα, του Μπρόταρς, του Φιλλιού, του Αναγνωστάκη, του Βάθη, του Εγγονόπουλου, του Κάλας, του Λεοντάρη, του Παυλόπουλου, του Πούλιου, του Σαράκη, του Σινόπουλου, του Σολωμού, του Στεριάδη, του Φωκά, της Καρέλλη, της Ρένας Χατζηδάκη, της Μαστοράκη, της Βακαλό, της Βέμη, του Δημάκη, του Ντε Κάμπος, του Ιβάν Γκολ, Οι Βενετίες του Μοράν, Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου — Συνεντεύξεις με τον Μαρσέλ Ντυσάν του Καμπάν, η Λιμναία Οδύσσεια του Κουνέλλη, Η νέα τέχνη να φτιάχνεις βιβλία του Ουλίσες Καρριόν, Η εικόνα στο χαλί και Τα χαρτιά του Άσπερν του Χένρυ Τζέημς, Τα αδέρφια Τάννερ και τα Μικροκείμενα του Βάλζερ, Από τη ζωή ενός φαύνου του Άρνο Σμιτ, Ο ανιψιός του Βιτγκενστάιν και το Μπετόν του Μπέρνχαρντ, Οι ξεριζωμένοι και Οι δακτύλιοι του Κρόνου του Ζέμπαλντ, Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι του Στερν, Ο τρίτος αστυφύλακας του Ο’Μπράιαν,

Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία του Σαντράρ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ, Ο ζοφερός οίκος του Ντίκενς, η Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ του Μάστερς, H σύντομη ζωή, Το ναυπηγείο και Ο Πτωματοσυλλέκτης του Ονέττι, το Κουιντέτο του Μπουένος Άιρες του Μονταλμπάν, το Τσούρμο του Χουάν Φιγιόυ, Εντυπώσεις από την Αφρική του Ρεημόν Ρουσσέλ, Τα γαλάζια άνθη και Ασκήσεις ύφους του Ρεημόν Κενώ, Το γαλάζιο τετράδιο του Χαρμς, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος του Χόφμανσταλ, Μαθήματα χορού για ενήλικες του Χράμπαλ, Ταξίδι στην Αρμενία του Μάντελσταμ, Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου του Τουργκένιεφ, Ο μετέωρος άνθρωπος και Χέρτσογκ του Μπέλοου, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, Δίχως Θεό του Τερζάκη, Η κενή διαθήκη του Τακόπουλου,

Ιφιγένεια εν Ληξουρίω του Κατσαΐτη, Αναφορά περιπτώσεων του Αλέξανδρου Σχινά, ο πέμπτος τόμος των Απάντων του Ροΐδη, Οι έμποροι των Εθνών του Παπαδιαμάντη, τα Σκαλαθύρματα του Κάσδαγλη, Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη του Μάρκογλου, Ζωγραφικοί πίνακες και ιδιότροπα ζώα  του Αποστολίδη, ο Λοιμός του Φραγκιά, Ο Ιερός μαστός του Νικολαΐδη, Το πλατύ ποτάμι και Ο μαύρος φάκελος του Μπεράτη, Το θείο τραγί και Το σόλο του Φίγκαρω του Σκαρίμπα, τα Άπαντα του Χάκκα, τα Άπαντα του Μπαρλά, Ιστορία των μεταμορφώσεων του Πάνου, Νεράιδα της Αθήνας. Πολυξένη του Νόλλα, Το γονίδιο της αμφιβολίας του Παναγιωτόπουλου, Το λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη, Η μεγάλη πλατεία του Μπακόλα, Ο εξώστης του Καχτίτση, Οι αγελάδες του Γονατά, Βάρδια και Λι του Καββαδία, Η αρχιτεκτονική της Σκόρπιας ζωής του Πεντζίκη, Ο υπνοβάτης της Καραπάνου, Το τσίρκο της Μιμίκας Κρανάκη (συνεχίζεται παρακάτω).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ρίχτερ ο μοναδικός» του Ροΐδη, «Το ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου» του Μπαρλά, «Αυτόχειρ» του Μητσάκη, «Όταν οργά η φύση» του Πικρού, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού, «Οι χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη «Οι καρφίτσες» του Πέλλα, «Το βάρος του Φωτάκη Σεβαστοκράτορα» του Χουλιαρά, «Οι Χτίστες» της Κρανάκη, «Σκυλοπολιορκία» του Ιωάννου, «Το τρίτο νεφρό» του Χάκκα, «Η άτιμη τιμή» του Χατζηαργύρη, «Το άγαλμα» του Καζαντζή, «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» του Χατζή, «Σχολιάζοντας ένα νεανικό του διήγημα» του Πίττα, «Ένα δωμάτιο έξω από το παράθυρο» του Τσίζεκ, «Η καμπάνα» του Κ.Χ. Μύρη, «Η επίσκεψη» του Γονατά,

«Βοροφρύνη» του Πεντζίκη, «Επιστολή προς τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη» του Αντονά, «Σημειώσεις μιας ζωής» του Γιαννακουδάκη, «Γέροι άνθρωποι» του Παλαβού, «Ήτο ένα μπουκ» του Σερέφα, «Σαμογέτες» του Μπαρρέτο, «Η τρίτη όχθη του ποταμού» του Ρόζα, «Ο Ρίντερ και το πρες παπιέ» του Ριμπέυρο, «Οριγκάμι» του Σέρζι Πάμιες, «Η κότα και το αυγό» της Λισπέκτορ, «Η αποκεφαλισμένη κότα» του Κιρόγα, «Ένα σπάνιο πουλί» του Μπερνάρ Κιρινί, «Σέσιλ Τέιλορ» του Άιρα, «Το καινούργιο φόρεμα» της Γουλφ, «Ο κυβερνήτης» του Αντρέγιεφ, «Είναι τραγωδία; Είναι κωμωδία;» του Μπέρνχαρντ, «Η χοντρομπαλού» του Μωπασσάν, «Ο βούρκος» του Ιονέσκο,

«Η πράσινη καρδιά» του Ερνάντες, «Το βιολί του Ρότσιλντ» και «Ο χοντρός και ο λιγνός» του Τσέχοφ, «Ένας λυρικός ποιητής» του Κεϊρός, «Η καταστροφή» του Μπουλγκάκοφ, «Ο βιρτουόζος της πείνας» του Κάφκα, «Το κόκκινο κουκούλι» του Αμπέ, «Ελάτε στη θέση μου» του Κάρβερ, «Ένα ενοχλητικό γράμμα» του Μπουζάτι, «Λίγεια» του Λαμπεντούζα, «Η γαλάζια περίοδος του Ντε Ντομιέ Σμιθ» του Σάλιντζερ, «Οι νεκροί» του Τζόυς, «Το ποντίκι και η γυναίκα» του Τόμας, «Θα περιμένω» του Τσάντλερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Ευθύμης Σακκάς, ο Γιάννης Αστερής, ο Νίκος Χρυσός, η Μαρία Α. Ιωάννου, η Λουίζα Λαζάρου και η Ιωάννα Ξυλόσομπα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Είναι πολλοί οι ζηλευτοί λογοτεχνικοί ήρωες. Μπαίνω στον πειρασμό να απαντήσω: ο Μπουβάρ και o Πεκυσέ, ο Μερσιέ και ο Καμιέ, ο Βίτολντ και ο Φουξ, αλλά θα προτιμήσω την απάντηση που έχω ξαναδώσει πριν από λίγους μήνες (χωρίς αυτή τη φορά να χρειάζεται, προκειμένου να δημοσιευτεί, να δώσω και μια φωτογραφία μου): Το Οντραντέκ που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα ερμηνείας ή ο Μπαλνταντέρς που μεταμορφώνεται αδιάκοπα και γνωρίζει πώς να συνομιλεί με μια καρέκλα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω δύο ανενεργά λογοτεχνικά περιοδικά: Τον Θεσσαλονικιό Κοχλία, που έχει φιλοξενήσει υπέροχα κείμενα στις σελίδες του και το Φυλλάδιο του Ιωάννου, στο οποίο δεν έχω πάψει να ανατρέχω. Όταν ήμουν φοιτήτρια υπήρξα για ένα μεγάλο διάστημα συνεπής συλλέκτρια μουσικών και κινηματογραφικών κυρίως περιοδικών, εγχώριων και μη. Τη στιγμή που το συλλεκτικό μου ενδιαφέρον είχε αρχίσει να ατονεί, έπεσα πάνω σε δύο περιοδικά που μου το αναζωπύρωσαν και μου πρόσφεραν στοχαστική απόλαυση: το (ηχητικό) περιοδικό του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ και το πρώτο τεύχος της θεματικής περιοδικής έκδοσης της Alloglotta. Σήμερα εξακολουθώ να διαβάζω ηλεκτρονικά περιοδικά, τα οποία, στην πλειονότητά τους, δεν είναι εγχώρια ούτε αμιγώς λογοτεχνικά.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το πόνημα του Μπράιαν Ρίτσαρντσον για την τυπογραφία στην Ιταλία της Αναγέννησης.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι. Με ενδιαφέρουν πραγματικά όσες ελαύνονται από αγάπη για τα κείμενα και δεν εξυπηρετούν εκδότες, συγγραφείς και προσωπικά συμφέροντα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από χρόνια, μέσα σε ένα βαγόνι του ηλεκτρικού με κατεύθυνση τον Πειραιά, διάβαζα το «Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη» του Κορτάσαρ, και δεν είχα αντιληφθεί ότι ένας ηλικιωμένος, που καθόταν απέναντί μου, διάβαζε το πρόσωπό μου. Λίγο προτού κατεβούμε, με ρώτησε: «Συγγνώμη, δεσποινίς, μπορείτε να μου πείτε τον τίτλο του βιβλίου που σας έκανε να χαμογελάτε;».

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η ερώτησή σας επιβάλλει τη διεύρυνση της ανωτέρω λίστας που περιλαμβάνει τα αγαπημένα μου βιβλία: Μπόουλινγκ πάνω στον Τίβερη του Αντονιόνι, Ο Γκοντάρ για τον Γκοντάρ, Η τελευταία πνοή του Μπουνιουέλ, Κάτι σαν αυτοβιογραφία του Κουροσάβα, Κινηματογράφος και ζωγραφική του Αϊζενστάιν, Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, Το μακρύ ταξίδι της άμμου του Παζολίνι, Οδοιπορία στον πάγο του Χέρτσογκ, τα Γραπτά των Στρομπ- Ουγιέ, Βουστροφηδόν και άλλα γραπτά του Γκρέγκορυ Μαρκόπουλος, Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση του Νίκου Παπατάκη, Καθημερινές ιστορίες του Τάκη Κανελλόπουλου. Μπορώ να αναφέρω ισάριθμα θεατρικά – θεατρολογικά κείμενα και δυο-τρεις σκηνοθέτες που εκτιμώ και παρακολουθώ τη δουλειά τους — ας μην το κουράζουμε! Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ τον κινηματογράφο πολύ περισσότερο απ’ όσο αγάπησα ή θα αγαπήσω ποτέ μου το θέατρο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πρόσφατα είχα μια διδακτική εμπειρία από το διαδικτυώνεσθαι που συνδέεται με την προσωπική μου επιλογή του μη δικτυώνεσθαι. Ένας παράγοντας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τον οποίο ουδέποτε έχω συναντήσει ή επιδίωξα ποτέ να συναντήσω, με τον οποίο δεν έχω ανταλλάξει ούτε μία λέξη, μου έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα στην εικονική ζωή και τον ευχαριστώ δημόσια για αυτό. Νόμιζα ότι όταν δεν είσαι (και δεν αποζητάς να γίνεις) μέλος κάποιας λογοτεχνικής παρέας, ώστε να μπορείς να επωφεληθείς από τα προνόμια που θα είχες ως προστατευόμενη, το πιθανότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί, θα ήταν να αγνοήσουν επιδεικτικά το βιβλίο σου (μιας και τους είσαι παντελώς άχρηστη). Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι η προσωπική επιλογή του μη δικτυώνεσθαι θα πυροδοτούσε αντιδράσεις που φανερώνουν νοσηρή εμπάθεια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ό,τι είναι αιώνιο, η νιότη, η ανάγνωση, η συγγραφή, η ζωή η ίδια, καταντάει βαρετό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Κυρία Γιαννάτου, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που καθυστερήσατε τόσο να απαντήσετε αυτό το ερωτηματολόγιο;

Μέχρι σήμερα δεν πίστευα ότι ήμουν ικανή να ανταποκριθώ στο αίτημα για μια ευσύνοπτη λίστα απ’ όσα βιβλία ή διηγήματα αγαπώ περισσότερο, μια λίστα που θα με ικανοποιούσε τόσο, ώστε θα κατασίγαζε την επιθυμία μου να την αναιρέσω — πάμε ξανά από την αρχή;

Στις εικόνες: Virginia Wolf [Valeria Gallo], Arno Schmidt, Julio Cortazar, Marguerite Duras, Henri Michaux, Saul Bellow, Kobo Abe, Juan Carlos Onetti, Juan Filloy, Anna-Maria Ortese.

21
Νοέ.
18

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 2. Μαρίνα Καδή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

To τελευταίο μου βιβλίο που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο έχει τίτλο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» (εκδόσεις Τελεία, εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη). Είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή, για τους γονείς που δεν είναι πια μαζί και τα παιδιά που προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να βρουν ξανά το χρώμα στη ζωή τους. Η ιστορία αυτή περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, από βιώματα που είχα ως παιδί, μέσα από τον χωρισμό των γονιών μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση για κάποια βιβλία σας;

Η Άσπρη στολή (εκδόσεις Τελεία, εικόνες Ρένια Μεταλληνού) είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που ονειρευόταν να γίνει νοσοκόμα, για να φροντίζει τους ανθρώπους, χωρίς να φαντάζεται ότι η ζωή θα την έφερνε στην πρώτη γραμμή όλων των θλιβερών γεγονότων που σημάδεψαν τη μικρή της πατρίδα. Μέσα από την ιστορία αυτή, που είναι εμπνευσμένη από τη ζωή της μητέρας μου, ήθελα να αναδείξω όλους τους αφανείς ήρωες, που εργάζονται ακούραστα και αθέατα, σε κάθε γωνιά της γης, για να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο.

Το βιβλίο Περιμένοντας τη βροχή (εκδόσεις Καλέντη, εικόνες Ρένια Μεταλληνού), με ήρωα ένα μικρό αγόρι, τον Μάρκο, επικεντρώνεται στο φαινόμενο της ανομβρίας και της κλιματικής αλλαγής. Κάθε φορά που έβρεχε, οι μικρές χάρτινες βαρκούλες του Μάρκου ταξίδευαν, παίρνοντας μακριά και από μία λύπη. «Κάθε φορά που μια βαρκούλα ταξιδεύει, παίρνει και μια στενοχώρια μαζί της» έλεγε ο παππούς στον Μάρκο. Τώρα όμως ο παππούς δεν είναι πια μαζί τους και η βροχή έχει χαθεί… Κάθε μέρα, ο Μάρκος κοιτάζει τον ουρανό, για κάποιο σημάδι. Περιμένει τη βροχή, που θα διώξει τη λύπη μακριά και θα καθαρίσει τις ψυχές των ανθρώπων.

Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ (εκδόσεις Πάργα, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) περιγράφει την ιστορία ενός κοριτσιού που αναγκάζεται σε μια μέρα να αφήσει τη χώρα της και ό,τι αγαπούσε και να ταξιδέψει μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Το μόνο πράγμα που μπόρεσε να πάρει μαζί της, είναι το κόκκινο φόρεμα, που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά της στα γενέθλιά της. Και η Σαβέλ δεν το αποχωρίζεται ποτέ… Είναι μια ιστορία για τα παιδιά πρόσφυγες, που αναγκάζονται βίαια να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τους ανθρώπους που αγαπούν και να βρεθούν σε τόπους ξένους.

Το βιβλίο Παιδικά όνειρα (εκδόσεις Πατάκη, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) είναι μια σύνθεση μικρών ιστοριών – οκτώ παιδιά που έχουν ένα φαινομενικά άπιαστο όνειρο, το οποίο ψαλιδίζουν άθελά τους οι μεγάλοι, μέσα από τη δική τους λογική και έλλειψη φαντασίας. Μέσα από τις ιστορίες των παιδιών, που καταφέρνουν τελικά να πραγματοποιήσουν τελικά τις επιθυμίες τους, τονίζεται η σημασία του να έχει κάποιος όνειρα και μην τα εγκαταλείπει.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία; 

Η επαφή μου με την παιδική λογοτεχνία ξεκίνησε μέσα από την επιθυμία μου να μιλήσω στα παιδιά για δύσκολα θέματα, όπως είναι η καταστροφή της φύσης και η εκμετάλλευση των ζώων, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ανισότητα, χωρίς όμως να σκοτώσω την αισιοδοξία, την ελπίδα, τα όνειρά τους για το μέλλον. Έγραψα την πρώτη μου ιστορία πριν 10 χρόνια περίπου, λίγο μετά που έγινα μητέρα. Η επαφή μου με τα παιδικά βιβλία που διάβαζα στα δύο μου παιδιά κάθε βράδυ ήταν επίσης καθοριστική. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να πω κι εγώ μια ιστορία κι άρχισα δειλά δειλά να γράφω, χωρίς να ξέρω που θα με έβγαζε η προσπάθεια μου αυτή. Είχα όμως την ανάγκη να μιλήσω στα παιδιά – όχι μόνο τα δικά μου παιδιά – για θέματα δύσκολα, αλλά ουσιαστικά, μεταφέροντας το μήνυμα ότι μπορεί να είναι δύσκολο ένας άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο, όμως ένας άνθρωπος μπορεί, μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις, να βοηθήσει να γίνει ο κόσμος λίγο καλύτερος…

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; 

Η παιδική λογοτεχνία συχνά πηγάζει από την ανάγκη του συγγραφέα να μεταφέρει ένα μήνυμα στα παιδιά και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πέσει κάποιος στην παγίδα του διδακτισμού. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες που επιδιώκουν να προβληματίσουν τα παιδιά για ένα θέμα και στις ιστορίες που επιδιώκουν να τους δώσουν ένα «μάθημα». Τα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν είναι βιβλία γνώσεων κι αν τα χειριστείς ως τέτοια, θα έχεις ένα κακό αποτέλεσμα. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Ναι, οι παιδικές μου μνήμες είναι πηγή έμπνευσης για πολλά από τα βιβλία μου. Εκτός από το βιβλίο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» για το οποίο μίλησα πιο πάνω, το βιβλίο «Ο Νικόλας και η Έλλη» – το οποίο περιγράφει τη σχέση ενός αγοριού με μια ελεφαντίνα – είναι βασισμένο σε μια παιδική μου ανάμνηση. Στον ζωολογικό κήπο της Λεμεσού, την πόλη όπου μεγάλωσα, ζούσε η Τζούλι, ένας ασιατικός ελέφαντας. Μου άρεσε να επισκέπτομαι την Τζούλι, χωρίς να αντιλαμβάνομαι τότε, ότι η ζωή της ήταν ένας εφιάλτης. Παρόλο που οι ελέφαντες είναι κοινωνικά ζώα, η Τζούλη ζούσε μόνη σε έναν πολύ μικρό χώρο, με αποτέλεσμα να πάθει αρθριτικά από την ακινησία (μια συχνή ασθένεια σε ελέφαντες που ζουν σε αιχμαλωσία) και τελικά να πεθάνει. Η ευαισθητοποίηση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, που ο ζωολογικός κήπος φρόντισε για τη μεταφορά άλλων μεγάλων θηλαστικών σε πάρκα του εξωτερικού, για να ζήσουν ελεύθερα. Σε αυτά τα πλαίσια κινείται η ιστορία της Έλλης και του μικρού Νικόλα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Θα έλεγα ότι οι ιδέες παγιδεύουν εμένα και όχι το αντίθετο! Από τη στιγμή που θα έρθει στο μυαλό μου μια ιδέα για μια νέα ιστορία, η σκέψη αυτή με συντροφεύει κάθε λεπτό της μέρας, όπου κι αν βρεθώ, ότι κι αν κάνω. Συνήθως κρατώ σημειώσεις σε ένα μικρό μπλοκ που έχω πάντα μαζί μου και κάποια στιγμή κάθομαι να αποτυπώσω την ιστορία.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

«Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ» είναι εμπνευσμένο από τα χιλιάδες παιδιά που αναγκάστηκαν τα τελευταία χρόνια να αφήσουν τη χώρα τους, για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Μέσα από τα μάτια της Σαβέλ ήθελα να δείξω ότι το ταξίδι δεν τελειώνει με την ασφαλή άφιξη ενός παιδιού στον προορισμό του. Εξίσου σημαντική είναι η ένταξη στο νέο περιβάλλον και κατά πόσο θα το υποδεχτούν με αγάπη και κατανόηση.

Η ιστορία της προσφυγιάς είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται μέσα στους αιώνες και θα επαναλαμβάνεται όσο υπάρχουν πόλεμοι και εμφύλιοι διχασμοί. Καθώς έγραφα την ιστορία της Σαβέλ, στο μυαλό μου ήταν μια Ιρανή συμφοιτήτριά μου, η οποία είχε φύγει κρυφά από το Ιράν με τους γονείς της κατά την Ιρανική επανάσταση. Η μητέρα τους, φοβούμενη να μην αποκαλυφθεί το μυστικό τους, τους μίλησε για το ταξίδι τους το προηγούμενο βράδυ και δεν μπόρεσαν να αποχαιρετήσουν κανένα – ούτε καν την αγαπημένη τους γιαγιά, κάτι που βιώνει με παρόμοιο τρόπο και η Σαβέλ στην ιστορία. 

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο; 

Το βιβλίο «Μια μέρα» της Alison McGhee, σε εικονογράφηση του Peter Reynolds, είναι ένα από τα βιβλία που με άγγιξε βαθιά και με ενέπνευσε να αρχίσω να γράφω. Είναι ένα βιβλίο που καταφέρνει με λιγοστές λέξεις να περιγράψει όλα τα σύνθετα συναισθήματα της μητρότητας και να μας θυμίσει ότι όσο κι αν αγαπούμε τα παιδιά μας, το μέλλον είναι δικό τους και μόνο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση;

Μια ιστορία μπορεί να τη δουλεύω στο μυαλό για πολύ καιρό, πριν αρχίσω να την αποτυπώνω στο χαρτί. Μπορεί να σκεφτώ μια πρόταση, έναν διάλογο, ή ένα νέο χαρακτήρα και κρατώ σημειώσεις. Έτυχε να γράψω αποσπάσματα ιστοριών μου σε καφετέριες, σε πάρκα ή στο αεροπλάνο. Γενικά δεν προτιμώ να γράφω σε απομόνωση, αλλά νιώθοντας τον παλμό της πόλης. 

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Σπούδασα ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και διαχείριση του περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Cornell των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα εργάζομαι στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος της Κύπρου. Τόσο η ψυχολογία, όσο και οι περιβαλλοντικές σπουδές, έχουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των θεμάτων των βιβλίων μου, καθώς και στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων αυτών.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Η αγαπημένη μου συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων είναι η αμερικανίδα Jacqueline Woodson, η οποία αντλεί από το δύσκολο παρελθόν της αφροαμερικανικής κοινότητας στην οποία ανήκει. Οι ήρωες των βιβλίων της είναι απλοί άνθρωποι που καταφέρνουν να ανέλθουν μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς να αφήσουν τις αντιξοότητες της ζωής να τους καθορίσουν. 

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Από ξένους εικονογράφους ξεχωρίζω την Isabelle Arsenault, την Rebecca Green και τον Peter Reynolds. Όσον αφορά Έλληνες εικονογράφους νιώθω τυχερή γιατί είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με καλλιτέχνες που εκτιμώ και θαυμάζω, όπως η Ρένια Μεταλληνού, η Ντανιέλα Σταματιάδη, η Αγγελική Πιλάτη, η Πέρσα Ζαχαριά και ο Βασίλης Κουτσογιάννης. 

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας; 

Η Άννα των αγρών (Anne of green gables) της Lucy Montgomery. 

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης; 

Το βιβλίο που με μύησε στην αγάπη του διαβάσματος ως παιδί ήταν «Η μικρή πριγκίπισσα» της Frances Hodgson Burnett. Ο κόσμος της Σάρα καταρρέει όταν πεθαίνει ο λατρευτός πατέρας της. Η διευθύντρια του οικοτροφείου όπου έμενε την εκτοπίζει σε στη σοφίτα και την αναγκάζει να δουλέψει για ένα πιάτο φαί. Η Σάρα καταφεύγει στη φαντασία της για να επιβιώσει στη σκληρή πραγματικότητα.  

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

06
Ιον.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 184. Κατερίνα Κούσουλα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως. Είναι η έβδομη ποιητική μου συλλογή, από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Παρελήφθη τον Φεβρουάριο του 2018 και τιτλοφορείται «Θαυματουργή πλην Έρημος». Τίτλος πολύ δικός μου, σχεδόν προφητικός, όπως αποδεικνύεται.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ:

1. «Ζητήματα κυμάτων», εκδόσεις ΕΨΙΛΟΝ/ποίηση, 2009.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας. Βγήκαν από το συρτάρι (τα συρτάρια) τα διαλεγμένα ποιήματα. Ο τίτλος που τα έστεψε (δυσανάλογα ποιοτικός, ομολογουμένως, σε σχέση με την έκδοση) επιλεγμένος από τον Κώστα Θ. Ριζάκη, που εδώ μυρίστηκε Ποίηση.

2. Τη θέση έκδοσης ενέχει η πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος/τεύχος 45, Ιούνιος 2011, των ποιητικών μου συλλογών «Σαν αγγελτήρια» [2009] και «Ο μέγας απών» [2010], σε τεύχος αφιερωμένο στην ποίησή μου.

Να η απόδειξη της παραπάνω παρατήρησης: ο Ποιητής και εκδότης του πολύ καλού περιοδικού Πάροδος, για λόγους άκρως ακατανόητους για μένα – και ιδιαίτερα εκείνον τον καιρό – αποφασίζει ν’ αφιερώσει ένα τεύχος του στα, ομολογουμένως, πρωτόλεια ακόμη ποιήματά μου. Την εικονογράφηση αναθέτει (διπλή τιμή) στον Πέτρο Ζουμπουλάκη.

3. «Αρμόδιο σώμα», από τις εκδόσεις Ο Μικρός Αστρολάβος/19, Αθήνα 2011. Τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν ένα μονοπάτι, σα να φαίνεται πως θα υπάρχει συνέχεια. Μικρό τω δέμας βιβλίο, μετράει τις δυνάμεις του και τις βρίσκει αρκετές.

4. «Βαθύ κανάλι – Αδήλωτη άνοιξη», ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2013. Το πρώτο εδραίο βιβλίο μου, δράμα σε δύο πράξεις. Στην εικονογράφηση, ο σπουδαίος Γιάννης Παπανελόπουλος.

5. «Ο των ωραίων μακάρων Περιοδεύων κήπος επταήμερος» ποιητική σύνθεση, ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2014. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Ναι, εγώ το έγραψα, ωστόσο, αν κάποια πεποίθηση περί Μούσας διασχίζει τους αιώνες και κάποτε αποκαλύπτεται, αποδεικνύεται στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Η επιλογή να εκδοθεί επίσης δεν ήταν δική μου, καθώς εγώ αναρωτιόμουν τί ήταν αυτό που έγραψα. Όμως ο Ριζάκης κατάλαβε, ανέθεσε την εικονογράφηση στη Μαργαρίτα Βασιλάκου, την έκδοση στον Γιώργο Γκέλμπεση και πριν προλάβω να το αποφασίσω, το όμορφο αυτό βιβλίο είχε γίνει αλήθεια. Όσο για το περιεχόμενό του, το αφήνω στους αναγνώστες του να κρίνουν αν είναι παραμύθι ή ποίημα.

6. «Η αγάπη που δεν ξέρει», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015. Η ‘αγάπη’ σε μεγάλο βαθμό γράφτηκε στην Αιανή Κοζάνης, καταφύγιο που κέρδισε επάξια τον τίτλο του. Όπως πολύ σοφά έγραψε ο Γιώργος Δελιόπουλος, «τί δεν ξέρει η αγάπη; πιστεύω πως η αγάπη δεν ξέρει να παραιτείται». Τον ευχαριστώ.

7. «Θαυματουργή πλην Έρημος», εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2018.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω κάθε μέρα, την κάθε απόχρωση της μέρας, με άυλη γραφίδα, εντός. Έπειτα, το όλον βρίσκει το δρόμο, άσχετο πού βρίσκομαι, διαμέσου της γραφής, για το χαρτί.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν θα διανοούμουν να παγιδεύσω τίποτα, πόσο μάλλον ιδέες. Πρόκειται για επισκέψεις, έτσι έχω πάντα το σαλόνι μου έτοιμο για να τις υποδεχτώ ως τους αρμόζει. Έτσι όπως μάθαμε εμείς, του 19ου αιώνος.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; 

Ενώ μουσική είναι η ποίηση, όπως καλά γνωρίζουμε όλοι μελετώντας τους ποιητές από την αρχαιότητα ως σήμερα, με την μουσική δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις. Ή μάλλον, η μουσική μου είναι ιδιότυπη: όπως ο αληθινός εραστής του φαγητού δεν κάνει εξαιρέσεις σε γεύσεις, έτσι πιστεύω πως η μουσική βρίσκεται παντού και προπαντός στην σιωπή. Ή στους αγαπημένους κατευναστικούς καθημερινούς θορύβους. Ή, κυρίως, στους ήχους της φύσης. Να, αυτό είναι για μένα μουσική. 

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Είμαι αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, και έχω κάνει διδακτορικό στην Ιστορία της Τέχνης. Ο «κήπος» μου δείχνει πολλά και για αυτή μου την ιδιότητα, που, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα αληθινό πάθος. 

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο; 

Δεν μπορώ να γράψω πεζογραφία – είμαι πολύ ανυπόμονη, αφενός, και αφετέρου θα βυθιζόμουν τόσο πολύ ψυχολογικά στα πρόσωπα των ηρώων μου, που μετά πάσης βεβαιότητας θα αρμένιζα σε άλλη πραγματικότητα – σκοπός μου στην Τέχνη δεν είναι να χάνω, αλλά να βρίσκω τον εαυτό μου. 

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα τον Κώστα Θ. Ριζάκη. Γιατί, εκτός από σπουδαίος ποιητής, είναι σαφώς Πρόσωπο της Λογοτεχνίας, αφού την υπηρετεί με όλους τους τρόπους.   

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;  

Προσπαθώ να μην γράφω την διαθήκη μου. Κατά τα άλλα, γράφω ποίηση.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Οι τραγικοί και πρώτα ο Όμηρος. Οι μεγάλοι του 19ου: Τολστόι, Ουγκώ. Και οι μικρότεροι: Τζέην Ώστεν, Μπροντέ κλπ. Ο Μαρκές. 

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης; 

Η «Πάροδος» (είμαι παιδί της) και το «Εμβόλιμον» (με υιοθέτησε). 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω ξανά το «Πόλεμος και Ειρήνη». Σχεδία στη θύελλα. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε; 

Διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, εφόσον γράφω λογοτεχνικές κριτικές. Και έντυπες, και ηλεκτρονικές. 

Περί αδιακρισίας 

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Ο Μπέργκμαν στο «Φάννυ και Αλέξανδρος». Οι αδελφοί Ταβιάνι. 

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; 

Σε γενικές γραμμές αδιάφορες. Ένα ακόμη παιχνίδι δημοσίων σχέσεων. Ωστόσο, όπως σε όλα, υπάρχει ένα καλό κι αυτό είναι ότι έχεις άμεση πρόσβαση. 

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

– Γιατί πιστεύετε πως σας επιλέξαμε για το ερωτηματολόγιό μας αυτό;

– Ειλικρινώς, δεν γνωρίζω.

05
Μαρ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 183. Σόνια Ζαχαράτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θύρα κόλασης ή παραδείσου, η αναδρομή στο παρελθόν, η λογοτεχνικοποίηση ονείρων, η κατάθεσή τους στο χαρτί. Από κάποιους επίμονους εφιάλτες ξεκίνησε  η συγγραφή του βιβλίου «Παιχνίδι με τον σπάγκο», (εκδόσεις Κουκούτσι). Ακολούθησαν μνήμες, ανασκαλέματα, φαντασία και μυθοπλασία, αναζητώντας την τακτοποίηση της σχέσης μιας κόρης με τη μάνα της και την οριστική κάθαρση. Υπάρχει, όμως, κάθαρση; Πόσο συγχωρείται η ενοχή; Πόσο γίνεται δυνατή η συγγνώμη; Πόσο αρχετυπικά λατρευτική είναι αυτή η σχέση; Ποιο είναι, εντέλει, το τραύμα και από πού εκπορεύεται και πού εδραιώνεται; Ποίηση, διάλογοι με θεατρικότητα και πεζά κείμενα έδεσαν τα αναπάντητα ερωτήματα, μετατρέποντάς τα σε μια σχεδόν τελετουργική εξομολόγηση.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Οι πρώτες προσπάθειες αφορούσαν τη συμμετοχή μου σε μικρές  ανθολογίες. Ήταν τότε, μεταξύ εφηβείας και μετεφηβείας, που τα όνειρα αλλά και η μελαγχολία έδιναν το παρών τους. Μαζεύαμε χρήματα και εκδίδαμε τα ποιήματά μας. Νομίζαμε ότι βάζαμε τα θεμέλια της διαφοράς από τους υπάρχοντες ποιητές, αλλά ακολουθούσαμε τους δρόμους που είχαν ανοίξει. Έπειτα, πέρασαν χρόνια, και το 1989 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Αστάρτη μια σειρά πεζοποιημάτων μου, με τίτλο «Πανσέληνος παρά κάτι».

Η ουσιαστική εμπλοκή μου με τη συγγραφή έγινε δέκα χρόνια αργότερα –απείχα εξ αιτίας της έντονης επαγγελματικής δραστηριότητάς μου στον χώρο της δημοσιογραφίας-, με το ψυχολογικό θρίλερ «Τρεις νύχτες του Αυγούστου (και μία ημέρα)» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Έχοντας πενθήσει, εκείνο το διάστημα, κάποιους λατρεμένους ανθρώπους μου, ήμουν πολύ θυμωμένη για το άδικο του θανάτου και προσπαθούσα να ‘τα βάλω’ μαζί του, να του αποδείξω ότι μπορούσα κι εγώ να κλέψω ζωές. Ήθελα να βγω νικήτρια, σκοτώνοντας ωσάν μαινάδα ή σαν τη θεά Εκάτη και έγραψα ένα κείμενο με αρκετή βία που με αιφνιδίασε και με τρόμαξε.

Η «Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα», εκδόσεις Εξάντας, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή ιστορικό αφήγημα αν προτιμάτε, που ξεκίνησε και προχώρησε μέσα από συμπτώσεις. Συμπτωματικά είδα μπροστά μου, καθώς περπατούσα, το όνομα Μαρία Θηρεσία, σκέφτηκα ‘πόσο δύσκολο είναι να σε φωνάζουν έτσι στις ημέρες μας’, το ξαναείδα τυχαία κάπου αλλού, θυμήθηκα την αυτοκράτειρα της Αυστρίας, ξεσκόνισα τις γνώσεις μου μπαίνοντας στο διαδίκτυο. Εκεί, ανακάλυψα και την Μαρία Θηρεσία Καρλότα. Έπεσα πάνω σε κάποιο ημερολόγιό της, το οποίο ξεκινούσε από μια 10η Αυγούστου, ημερομηνία των γενεθλίων μου. Άρχισα να το διαβάζω. Η Μαρία Θηρεσία Καρλότα ήταν η θυγατέρα της Μαρίας Αντουανέτας και του Λουδοβίκου 16ου, η οποία βίωσε στην εφηβεία της τον αποκεφαλισμό όλων των δικών της. Αναρωτήθηκα πώς μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος με τον λαιμό του, όταν μια λεπίδα έχει κόψει το κεφάλι των αγαπημένων του. Θέλει να τον βλέπει στον καθρέφτη, να τον πιάνει, να δέχεται πάνω του ένα χάδι, ένα φιλί; Έτσι, ξεκίνησε η περιπέτειά μου με αυτό το βιβλίο, για το οποίο ταξίδεψα στο Παρίσι, περιδιάβηκα όλους τους χώρους που είχε ζήσει η μικρή πριγκίπισσα, διάβασα αμέτρητες σελίδες ιστορίας.

«Τα νερά στα μάτια σου» από τις εκδόσεις Τόπος, είναι ένα ιστορικό αφήγημα, ερωτικό, η εξομολόγηση του Αντίνοου προς τον αυτοκράτορα Αδριανό, μια εξομολόγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Ο συγκεκριμένος έρωτας πάντα με συγκινούσε, καθώς είναι ίσως ο μοναδικός στην ιστορία που έχει αφήσει τόσα μνημεία πίσω του, τα οποία κοσμούν τα μουσεία της Ευρώπης. Ο Αντίνοος, μετά τον θάνατό του, ανακηρύχτηκε θεός από τον Αδριανό σε διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και στην Αθήνα, και το όνομα του δόθηκε σε μια πόλη της Αιγύπτου, σε ένα αστέρι και σε αγώνες που διεξάγονταν στη Μαντινεία.

«Ο εχθρός μου», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Κι αυτός, ο εχθρός, είχε ως ερέθισμα ένα ντοκιμαντέρ του BBC που αφορούσε τη σφαγή στο σχολείο του Μπεσλάμ, όταν το κατέλαβαν τρομοκράτες. Ποιος είναι, αλήθεια, ο τρομοκράτης; Πώς φτάνει σε μια τέτοια πράξη; Τι συνθήκη αναπτύσσεται σε έναν κλειστό χώρο, όπου εχθροί και δικοί συγκατοικούν και ο θάνατος παραμονεύει για όλους; .Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε μερικές ώρες ανάμεσα σε έναν τρομοκράτη και σε μία μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί της. Πρόκειται για έναν διάλογο, που ανέβηκε σε παράσταση στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη, με τους ηθοποιούς Γεωργία Ζώη και Βαγγέλη Στρατηγάκο. Μπαγιάν έπαιζε η Ξένια Τσέλιγκα. Επίσης, ως αναλόγιο, με τους ηθοποιούς Τιτίκα Βλαχοπούλου και Δημήτρη Πετρόπουλο, σκηνοθετημένο από την πρώτη, με συνοδεία φλάουτου από την Σοφία Μαυρογενίδου.

«Madre Dolorosa –O Έρωτας», εκδόσεις Μελάνι. Μακροσκελές ποίημα. Ένας άνδρας, κοιτώντας μια φωτογραφία, βυθίζεται στις ερωτικές μνήμες του, περνά με τη φωτογραφία στο χέρι, ολόκληρη τη ζωή του. Το ποίημα είναι μια εμμονή στο θέμα της απώλειας. Ανέβηκε, ως σκηνοθετημένο αναλόγιο, από τον Δημήτρη Καντιώτη στην Αθήνα και σε περιφερειακά φεστιβάλ με την ηθοποιό Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Τη συνόδευε με το τραγούδι του ο πορτογάλος καλλιτέχνης Αντρέ Μάια και με το τσέλο του, ο Γιώργος Ταμιωλάκης.

«Το γκολ», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Ένας θεατρικός μονόλογος μιας έγκλειστης ψυχοπαθούς, η οποία είχε σκοτώσει ένα παιδί. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, ασφαλώς δοσμένη με μυθοπλασία, καθώς έψαχνα τα αίτια που δεν γνώριζα.

«23 συνεντεύξεις και μία συζήτηση», εκδόσεις Πολύτροπον. Συνομιλίες συγκεντρωμένες από τη δημοσιογραφική πορεία μου, κυρίως ψυχογραφήματα προσωπικοτήτων. Έλληνες και ξένοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, φιλόσοφοι, που έχουν αφήσει το στίγμα τους στους τομείς με τους οποίους ασχολούνται ή ασχολήθηκαν, καθώς αρκετοί έχουν φύγει από τη ζωή.

 Η συγγραφή θεατρικών έργων έχει διαφορετικούς στόχους και απαιτήσεις σε σχέση με τα άλλα λογοτεχνικά είδη; Τι σας ωθεί στην συγγραφή ενός θεατρικού έργου;

Ασφαλώς και έχουν διαφορετικές απαιτήσεις και πιστεύω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο είδος. Αυτό που με ωθεί σε αυτό το είδος είναι η διατύπωση της άμεσης έκφρασης των ανθρώπων -ηρώων. Επίσης, η ‘συνομιλία’ αυτής της αμεσότητας με τους θεατές.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ποτέ. Ίσως μόνο να έχω κρατήσει κάποιες ελάχιστες σημειώσεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βεβαίως. Τόσο ο Αντίνοος όσο και ο Αδριανός, καθώς και ο ανώνυμος ήρωάς μου στο «Madre Dolorosa –O έρωτας». Ο τελευταίος φοβάμαι ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ότι θα σέρνει πάντα τις μνήμες και τα ερωτήματά του και τις λιωμένες παντόφλες του στους αιώνες των αιώνων, για αυτό σκέφτομαι ότι, κάποια στιγμή, θα πρέπει να τον ελευθερώσω από τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Να του χαρίσω ξανά έναν έρωτα για να αναζωογονηθεί ή να τον αφήσω να πεθάνει εν ηρεμία. Και ο Αδριανός και ο Αντίνοος πώς να μη με ακολουθούν με τόσες δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις για τον αυτοκράτορα και για τον έρωτά του; Άλλωστε, είμαι γραμμένη και δέχομαι τα newsletters της σελίδας  Following Adrian. Ξέρω, λοιπόν, κάθε τι που τους αφορά. Επίσης, τους ακολουθώ, περπατώντας όπου υπάρχουν σημάδια τους, στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού και σε ό,τι έχει απομείνει στον Εθνικό Κήπο, καθώς είναι μέρος της περιοχής, όπου ο Αδριανός είχε κτίσει την πόλη έξω από την πόλη, ονομάζοντάς την, Νέαι Αθήναι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Με βοηθά το τυφλό σύστημα φραφής, επειδή με την ταχύτητα προλαβαίνω την σκέψη μου. Φυσικά, πρόκειται για μια πρώτη γραφή, διότι ο αριθμός των αντιγραφών, των διορθώσεων, των διαγραφών είναι μεγάλος. Ως προς το πώς και πού παγιδεύω τις ιδέες μου, η απάντηση περιλαμβάνεται στην ερώτησή σας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνεγράφησαν τα βιβλία. Να προσθέσω  ότι η έμπνευση μπορεί να έρθει ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι, μια φράση, διαβάζοντας έναν στίχο, βλέποντας μια σκηνή στον δρόμο ή σε ένα φίλμ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Επιλέγω απομόνωση και σιωπή. Και αν θελήσω να ακούσω μουσική, θα είναι ή κάποιο θέμα του Φίλιπ Γκλας, του Ουμεμπαγιάσι, του Κορζενιόφσκι –για να θυμηθώ μερικούς-, ή κάποιο κλασικό κονσέρτο για βιολί ή πιάνο. Κυρίως, μουσική που δεν μου δημιουργεί σύγχυση.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στην πρώτη δημοσιογραφική σχολή της Αθήνας. Ο επηρεασμός έχει να κάνει με δικά μου διαβάσματα, με την αγάπη μου στην αρχαιολογία και στη γαλλική παιδεία, καθώς οι Γάλλοι όταν σε εκπαιδεύουν ξέρουν να σου περνούν τον πολιτισμό τους, και η γλώσσα –εννοώ, οικονομία λόγου, σύνταξη κλπ., -στη δημοσιογραφία. Κάποτε, ήταν μεγάλο σχολείο…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Άγνωστες γυναίκες που συναντώ στη ζωή. Ωστόσο, καμία δεν θα ήθελα να παρουσιάσω ως έχει. Πάντα μεταπλάθω ό,τι προσλαμβάνω. Από ιστορικά πρόσωπα, την Αρτεμισία Α΄ της Καρίας, βασίλισσα της Αλικαρνασσού, που πολέμησε με τα πλοία της στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Την γνώρισα στην Ιστορία του Ηρόδοτου και με εντυπωσίασε.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω έναν δεύτερο τόμο με συνομιλίες που είχα την τύχη να κάνω με επιφανείς Έλληνες. Συγχρόνως, γράφω πολλά και μικρά, ποιήματα και διηγήματα που βάζω στο συρτάρι μου.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αρχαίοι Έλληνες, ιδίως ιστορικοί και, κάνοντας ένα μεγάλο άλμα, Κούντερα, Ντάρελ, Μπροχ, Μπέκετ, Ναμπόκωφ, Αντρέγιεφ, Τσέχωφ, Έκο, Φώκνερ, Κορτάσαρ, Φουέντες και τόσοι πολλοί άλλοι… Από τους Έλληνες, θα αναφέρω, για λόγους ευνόητους, μόνο κάποιους που έχουν φύγει από τη ζωή: Τσίρκα, Καραγάτση, Μάτεσι, Χατζή, Κουμανταρέα, Μοσκώφ, Σεφέρη…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αν ρωτάτε μόνο για λογοτεχνικά βιβλία: ‘Έγκλημα και Τιμωρία’ του Ντοστογιέφσκι, ‘Ταξίδι στην άκρη της νύχτας’ του Σελίν, ‘Ο Εραστής’ της Ντυράς, ‘Το μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης’ του Πεντζίκη, ‘Ζήτω η κόλαση’ του Μπατάιγ, ‘Κόκκινο Σκυλί, Κόκκινο Σκυλί’ του Λέιν Πάτρικ, ‘Η γυναίκα του μεσημεριού’ της Γιούλιας Φρανκ, η τριλογία (Μύηση-Λαβύρινθος-Έξοδος) του Γιώργου Μιχαηλίδη και πολλά άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Λευκό Μακρύ Παλτό (και άλλες ιστορίες) της Χρυσοξένης Προκοπάκη, διηγήματα που διάβασα πρόσφατα και που τα αγάπησα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με έχει εντυπωσιάσει ο Σταύρος Σταμπόγλης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ιουστίνη του Ντάρελ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προσπαθώ να τα παρακολουθώ, αλλά ομολογώ ότι όχι όσο και όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτόν τον λόγο, διστάζω να αναφερθώ σε δύο που προτιμώ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία ποίησης νέων Ελλήνων, Βασίλη Αμανατίδη, Βασίλη Ζηλάκο, Δημήτρη Αγγελή, Μαρία Κουλούρη, Γιάννη Στίγκα για να θυμηθώ μερικά ονόματα. Προσπαθώ να μπω στη σκέψη τους. Συγχρόνως, διαβάζω το «Εκείνος που δεν με συντρόφευε» του Μωρίς Μπλανσό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, έντυπες και ηλεκτρονικές, αλλά δεν τις αφήνω να με επηρεάσουν, καθώς οι κριτικές τους είναι πάντα υποκειμενικές.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν μπορώ να διαβάσω στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Προτιμώ να μελετώ τα πρόσωπα των επιβατών, γύρω μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Από το θέατρο με έχει επηρεάσει κυρίως ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος με τις εμμονές του, έργα του Βογιατζή και του Γιώργου Μιχαηλίδη, σκηνές του Μαρμαρινού, του Χουβαρδά -όταν είχε το Θέατρο του Νότου-, για να θυμηθώ μερικούς, αδικώντας τους υπόλοιπους. Από τον κινηματογράφο, κατά πολύ ο Ταρκόφσκι, ο Γκριναγουέι, ο Αγγελόπουλος, ο Μπέργκμαν, κινέζοι σκηνοθέτες…

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το συμβουλεύομαι συχνά κι έχω βρει παλιούς γνώριμους, συναδέλφους και συμμαθήτριες, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι –καλοσύνη τους- με έχουν βοηθήσει στην προβολή των έργων μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τραγικό να είσαι σε μια συνεχή νιότη, όταν οι άλλοι γύρω σου γερνούν.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μα, είπαμε τόσα πολλά, ξεφεύγοντας από την οικονομία του λόγου, για την οποία πριν λίγο κόμπαζα! Και σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη.

Στις εικόνες: Lawrence Durrell, Julia Franck.

31
Ιαν.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 182. Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Περί γραφής

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Και στα τρία βιβλία μου, αλλά και σε όποια διηγήματα έχω δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ή αλλού, οι πρωταγωνιστές μου είναι αντιήρωες. Αυτό οφείλεται στο ότι αρνούμαι στη ζωή μου να δεχθώ ότι κάτι είναι τέλειο, με πρώτο και πιο ατελή τον εαυτό μου, ενώ πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να είναι αντανάκλαση του κόσμου, ρεαλιστική, υπερρεαλιστική, συμβολιστική ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έχει επινοηθεί ή θα επινοηθεί.

Έτσι στο πρώτο μου βιβλίο, το μυθιστόρημα με τίτλο Αφιερωμένο στην Έλενα, παρακολουθούμε εν θερμώ, σε πρώτο πρόσωπο, την αφήγηση ενός τρομοκράτη-οικογενειάρχη που προσπαθεί να μας διασώσει την «αλήθεια» του.

Στην συλλογή διηγημάτων μου Η όψη, η «πραγματικότητα» είναι μυωπική και διαστρεβλωμένη από τις υποκειμενικές κρίσεις των ηρώων της, ξεκινώντας με το διήγημα «Ο παραμορφωτικός καθρέπτης». Είναι ένα κολάζ σύγχρονων χαρακτήρων.

Μέσα σε αυτή τη γενικότερη θεώρησή μου ήταν αναμενόμενο να με γοητεύσει ο μοιχός, υβριστής και λάγνος Αρχίλοχος και να αποτελέσει έναν από τους δυο  κεντρικούς ήρωές μου στο τελευταίο ιστορικό μυθιστόρημά μου Ο Αρχίλοχός του. Ο δεύτερος είναι ο σύγχρονος μας Δημήτρης, που είναι πνιγμένος στη μετριότητά του και ανίκανος να πραγματώσει τις επιθυμίες του, σε ένα περιβάλλον με το οποίο δεν μπορεί να συμφιλιωθεί.

Τους δυο αυτούς αντιήρωες επιδίωξα να φέρω κοντά, ψυχολογικά, θυμικά και νοητικά, ευελπιστώντας ότι θα αξιοποιήσω το παρελθόν μέσα στο παρόν, φτιάχνοντας ένα υβριδικό είδος μυθιστορήματος. Από την άλλη προσπάθησα να αναμίξω διάφορους τρόπους γραφής, οπτικές γωνίες και κάποτε και καλλιτεχνικά ρεύματα. Αλλά ας αφήσω να κρίνουν οι κριτικοί και το κοινό κατά πόσον πέτυχα τους στόχους μου. Άλλωστε θα ήταν ασυνεπές να εξαιρέσω τον εαυτό μου από το αίτημα της ατέλειας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν κάποιοι ήρωές μου εγκαθίστανται στο μυαλό μου με ακολουθούν παντού.

Επειδή όμως η πεζογραφία, σε αντίθεση με την ποίηση, δεν είναι αποσπασματική, μου είναι δύσκολο να ορθώσω μια οργανωμένη παράγραφο ή να καταβληθώ από οίστρο για παράδειγμα σε δημόσιους χώρους, όπως το τρένο, το λεωφορείο ή αλλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαρακτήρες μου δεν μου «μιλούν», δεν με επηρεάζουν ή ακόμα και δεν με συμβουλεύουν παντού. Άρα το μυθιστόρημα, κατά αυτήν την έννοια, «γράφεται» κάθε στιγμή του βίου μου, καθώς η επεξεργασία είναι διαρκής. Μόνο μετά τη δημοσίευσή του επέρχεται «ο θάνατος του συγγραφέα», όπως λέει και ο Ρολάν Μπαρτ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες και τα βιβλία μου είναι κομμάτια του εαυτού μου. Αν δοκίμαζα να ξεκόψω κάποιον ή κάτι θα ήταν σαν να ακρωτηριαζόμουν. Μέσα σε αυτούς υπάρχουν τμήματα του χαρακτήρα μου, βιώματά μου, αλλά και αυτών των προσώπων που γνώρισα ή γνωρίζω, παραμορφωμένα, τροποποιημένα ή με μια σειρά προσωπείων.

Αν αρνιόμουν τα βιβλία μου θα αρνιόμουν την ίδια μου τη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τα λάθη και τις αβλεψίες μου, όπως άλλωστε κάνω και στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ίδια η ζωή και αυτό το μήνυμα καλούμαστε να περάσουμε στο αναγνωστικό κοινό εμείς που λέμε ότι είμαστε συγγραφείς. Αν αποτύχουμε θα αποτύχει και το έργο μας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ήρωες και οι ιδέες μου με βρίσκουν δεν τους βρίσκω.

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου χρησιμοποιούσα τη φαντασία μου για να δραπετεύω από τον κόσμο, πλάθοντας ιστορίες και τροποποιώντας την πραγματικότητα. Αργότερα αυτό το γεγονός επηρέασε τον τρόπο που έγραφα τα έργα μου. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τη φαντασία μου και με συγχωρείτε αν ακούγεται βαρύγδουπο.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει χημικός, βιοπορίζομαι ως έμπορος, αλλά το πάθος μου είναι η λογοτεχνία.

Οι θετικές σπουδές μου ίσως με έχουν επηρεάσει όσον αφορά την ακρίβεια έκφρασης, την αποφυγή της πολυλογίας και την αναλυτική σκέψη.

Η δουλειά μου με έχει φέρει σε επαφή με πλήθος χαρακτήρων και με τις πολλές μικρές ιστορίες τους.

Ό,τι έχω ζήσει υπάρχει μέσα στα βιβλία μου με έμμεσο τρόπο. Η παιδεία και η κουλτούρα μας χτίζεται κάθε λεπτό της ζωής μας. Ο συγγραφέας πρώτα πρέπει να ζει και μετά να γράφει. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να εκφράσει τους αναγνώστες του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα πολύ όταν ήμουν φοιτητής. Και τώρα σπάνιες φορές γράφω ποιήματα για προσωπική εκτόνωση, αλλά συνήθως δεν τα κρατάω.

Πολύ συχνά χρησιμοποιώ την ποιητική έκφραση στα βιβλία μου. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι το τελευταίο βιβλίο μου είναι για τον ποιητή Αρχίλοχο. Νομίζω όμως ότι ίσως γίνω καλύτερος αν επικεντρωθώ μόνο σε λίγα αντικείμενα. Όμως όλες οι τέχνες επικοινωνούν μεταξύ τους και καμία δεν είναι αμιγής.

Φυσικά μου αρέσει να διαβάζω ποίηση όπως και πεζογραφία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Έχω εκδώσει μιας κάποιας μορφής –ας πούμε- μονογραφία, με μορφή μυθιστορήματος, που νομίζω ότι με αντιπροσωπεύει, για τον ποιητή Αρχίλοχο. Χρειάζεται πολυετή προσήλωση και μελέτη για κάτι τέτοιο.

Ίσως το ξανακάνω στο μέλλον, αλλά δεν μου αρέσει να προλέγω για κάτι που δεν είμαι σίγουρος.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Τους τελευταίους μήνες ένας ήρωας και μια ηρωίδα γυρίζουν διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου. Πλάθονται σαν ζυμάρι, σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά τους, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους όπως τα μικρά παιδιά και αναδύουν κομμάτια της πλοκής, που περιφέρονται σε μια χαώδη θάλασσα.

Κάποια στιγμή δεν θα αντέξω και θα αρχίσω να τους βγάζω στο χαρτί. Τότε για χρόνια θα στοιχειώσω και θα χρειαστεί να επισκέπτομαι βιβλιοθήκες και να κατεβάζω τόμους.

Από την άλλη ένα ισχυρό σοκ απογοήτευσης θα μπορούσε να διαλύσει το οικοδόμημα. Έχω αγωνία να μάθω τι θα γίνει.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου παθιαζόμουν ανά περιόδους με διάφορους συγγραφείς και στη συνέχεια εν μέρει τους ξεπερνούσα, καθώς ο καθένας μου άφηνε και κάτι. Στην εφηβεία μου λάτρεψα τον ευαίσθητο Σαμαράκη. Μετά, στο πανεπιστήμιο, αφού συχνά οι φοιτητές θέλουν να δείχνουν διανοούμενοι, μπήκα στον Μαρξ, στον Σαρτρ, στον Νίτσε και τον Φρόυντ.

Μετά πέρασα περιόδους Στάινμπεκ, Κούντερα (ελάχιστα μου άφησε αν και τον θαυμάζω), Καζαντζάκη, Κάφκα, Έσσε, Ντοστογιέφσκι, Ράσελ, Χάμσουν, Καραγάτση, Λέσινγκ, Κική Δημουλά και τελευταία είμαι γοητευμένος από την Αρχαία Λυρική ποίηση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο άρχοντας των μυγών  του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Η δίκη του Κάφκα και η Αρχαία Λυρική ποίηση, λόγω της πηγαίας φυσικότητας και της ευθύτητάς της.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, «το ψαράκι της γυάλας» του Μάριου Χάκκα και το «Άγριο βελούδο» της Μαρίας Κουγιουμτζή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μου αρέσουν οι ατελείς χαρακτήρες, που είναι αδύναμοι να αντισταθούν στα γεγονότα, στο περιβάλλον ή στα πάθη τους. Είναιανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε.

Πάντα θα θυμάμαι τον Ρασκόλνικωφ από το Έγκλημα και τιμωρία ή τα παιδιά του Άρχοντα των μυγών του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά λογοτεχνικά περιοδικά προσέφεραν ή προσφέρουν στο χώρο. Ενδεικτικά αναφέρω τη Λέξη και την Νέα Εστία.

Τα πολύ παλιά όπως Η Διάπλάσις των Παίδων ή Η Επιθέωρηση Τέχνης δεν τα έχω μελετήσει τόσο όσο θα ήθελα.

Τα πιο πρόσφατα και τα εν ενεργεία θα κριθούν ορθότερα στο μέλλον.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Γκαλίνα, η σκοτεινή οικιακή βοηθός του Ανδρέα Μήτσου και το αφιέρωμα του περιοδικού Φιλολογική στη θεωρεία της λογοτεχνίας και στα λογοτεχνικά ρεύματα (τεύχος 140).

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω συχνά και λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές, τόσο από λογοτεχνικά περιοδικά, όσο και από εφημερίδες, αλλά και από το διαδίκτυο. Δυστυχώς δεν προλαβαίνω να πηγαίνω συχνά σε βιβλιοπαρουσιάσεις συναδέλφων λόγω έλληψης χρόνου.

Το διαδίκτυο έχει το πλεονέκτημα τις εύκολης πρόσβασης και απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό. Όταν όμως θέλω να διαβάσω κάποιο μεγαλύτερο μελέτημα προτιμώ τις έντυπες εκδόσεις.

Θεωρώ ότι ως διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος έχω την ευθύνη να είμαι ενημερωμένος σχετικά με τους λογοτέχνες και τη λογοτεχνία. Μου φτάνουν πλήθος βιβλίων που δυστυχώς δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω όλα. Κάθε όμως αβλεψία μου, όσον αφορά κάποιο πολύ καλό έργο, κυρίως μη εγνωσμένου συγγραφέα, θεωρώ ότι είναι ένα μικρό εξ’ αμελείας έγκλημα, παρόλο που ελάχιστο ή καθόλου αποτέλεσμα θα είχε η δική μου συμβολή στην αποτίμηση. Φοβάμαι ότι έχω κάνει πολλά τέτοια εγκλήματα και ζητώ συγνώμη στον άγνωστο λογοτέχνη.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ και σύγχρονο θέατρο και κινηματογράφο. Μου άρεσαν πάντα ο Αλμοδόβαρ και ο Αγγελόπουλος. Χαριτολογούσα βέβαια πάντα λέγοντας ότι αν θα θέλαμε να φτιάξουμε ένα έργο με φυσιολογικό ρυθμό θα έπρεπε να βάλουμε να παίζουν ταυτοχρόνως μια ταινία του ενός και μια του άλλου, μια και αυτές του πρώτου εξελίσσονται ταχύτατα και του δεύτερου πολύ αργά.

Μου αρέσουν βέβαια και άλλοι σκηνοθέτες και έργα όπως ο Κουστουρίτσα, ο Βέντερ, ο Μπέρκμαν, ο Παζολίνι, ο Κόπολα και σίγουρα έχω παραλείψει πολλούς.

 Λατρεύω το αρχαίο ελληνικό θέατρο, άλλα η ερώτηση σας είναι για το σύγχρονο. Μια θεατρική παράσταση που επηρέασε τη ζωή μου και λόγω προσωπικών περιστάσεων ήταν Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που είδα όταν ήμουν περίπου εικοσιπέντε χρονών.

Πρόσφατα είδα και το Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ του Έντουαρτ Άλμπι, που μου άρεσε πολύ, γιατί αντίκριζε τη ζωή σαν ένα παιχνίδι φανταστικών ψηφίδων.

Δεν αγαπώ τις επιθεωρήσεις γιατί τις θεωρώ πολύ επιδερμικές. Προτιμώ οι παραστάσεις που βλέπω να με ψυχαγωγούν και όχι απλώς να με διασκεδάζουν. Αισθάνομαι πολύ ωραία όταν βγαίνω «γεμάτος» από την αίθουσα και όχι με ένα ψυχικό κενό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θεωρώ ότι το internet έχει κάνει καλό στη λογοτεχνία. Πολλά ποιήματα δημοσιεύονται στο facebook και διαβάζονται από ομάδες κυρίως ποιητών.

Υπάρχουν διαδικτυακοί ιστότοποι που δημοσιεύουν βιβλιοπαρουσιάσεις και κριτικά σημειώματα με πολύ χρήσιμες απόψεις. Βιβλία, καλά ή κακά, διαφημίζονται κάνοντας καλό γενικότερα στην αναγνωσιμότητα.

Σε κάποιες μόνο περιπτώσεις η σύντομη και γρήγορη πληροφορία μπορεί να είναι επιδερμική και πρόχειρη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ο  Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για να μείνει πάντα νέος, πιστοποιώντας τις θέσεις του αισθητισμού που αντιπροσώπευε ο συγγραφέας του.

Η ταπεινότητά μου, που θεωρεί ότι η ζωή και η συγγραφή είναι ένα και ευελπιστεί κάθε σημείο της ζωής της να είναι τέχνη, της φαίνεται το ζητούμενο ανεκπλήρωτο. Κατά μια όμως έννοια θα πρέπει να δώσω προτεραιότητα στη ζωή, γιατί αυτή είναι η λογοτεχνία μου. Άρα, ναι, θα δεχόμουν το δώρο της αιώνιας νιότης. Άλλωστε θα μου αρκούσε, όπως σας είπα, η φαντασία για να ζήσω, ακόμα και αν δεν έγραφα τίποτα. Αν μου την αφαιρούσατε εκεί θα είχα πρόβλημα. Σίγουρα θα τρελαινόμουν. Άρα ας πω παραφράζοντας το «η τέχνη για την τέχνη» «η τέχνη για τη ζωή».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν μου έρχεται κάτι στο μυαλό. Θεωρώ όμως ότι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να κάνει κάποιος σε έναν συγγραφέα είναι να διαβάσει τα βιβλία του. Εκεί βρίσκονται ίσως περισσότερες απαντήσεις από αυτές που σας έδωσα. Και πραγματώνονται μόνο με την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη. Μπορεί όμως να αποδειχθούν και κενά, χωρίς να αγγίξουν. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να δημοσιεύω και να μοιράζομαι πήρα αυτό το ρίσκο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Στις εικόνες: Knut Hamsun, Bertrand Russell, Herman Hesse, Doris Lessing, John Steinbeck [Scott Morse], Edward Albee, Bertolt Brecht.

17
Ιον.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 181. Γιώργος Γκόζης

Περί γραφής

1. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των τριών βιβλίων σας; Θα μας γράψετε και υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Με μεγάλη μου χαρά! Στην αστική μας παράδοση, το δώμα της οικίας όπου ο επισκέπτης, ο Ξένος δηλαδή, οικίζεται προσωρινά ονομάζεται ξενώνας. Στον Άθωνα αντίθετα, ονομάζεται αρχονταρίκι. Εκεί ο φιλοξενούμενος επισκέπτης θεωρείται Άρχοντας και όχι Ξένος. Αυτή είναι κι η δική μου επιλογή για τον αναγνώστη. Καλώς ορίσατε, λοιπόν,  στο Αρχονταρίκι μου κι εγώ στο δικό σας φιλόξενο Δοχείο του Παντός.

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μία συλλογή διηγημάτων. Ήταν πηγαίο και με τυχαία αφορμή: δύο φραπέδες απανωτοί ένα μεσημέρι στα τέλη του ’90 δε με άφησαν να κοιμηθώ καλοκαιριάτικα, οπότε έγραψα επί τόπου ένα διήγημα, το πρώτο της ζωής μου, με αφορμή τη δημοσίευση στον Τύπο ενός σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει η Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Τιμήθηκα με το πρώτο βραβείο, ακολούθησε η ενθάρρυνση για δημοσιεύσεις σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, τότε μόνο σε έντυπη μορφή, κάποιες επόμενες διακρίσεις σε πανελλαδικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, η επιλογή μου ως εκπρόσωπο της ελληνικής πεζογραφίας στη Biennale της Ρώμης το 1999 και έχουμε ήδη φτάσει μέχρι το βημόθυρο του Νυχτερινού Στο Βάθος. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, ήταν ένα ραντεβού στα τυφλά: ένα αφηγηματικό σύμπαν του κόσμου της ενηλικίωσης, μία οφειλή στους εν αγνοία συνοδοιπόρους της γενιάς μου από τις τελευταίες αλάνες της ξεγνοιασιάς του αστικού κέντρου ως τις αλάνες της ζωής και μία ολόφωτη και αυτόφωτη προσωπικότητα, ο εκδότης της Νεφέλης Γιάννης Δουβίτσας.

Το δεύτερο, πάλι διηγήματα, τιτλοφορείται Αφήστε Με Να Ολοκληρώσω και καλύπτει το ενδιάμεσο κενό μίας δεκαετίας: έχουμε διαβεί ως περάτες από την έντυπη εποχή στην ψηφιακή. Το έντυπα λογοτεχνικό περιοδικά έχουν αποδεκατιστεί, κάποια έχουν επιβιώσει ισχνότερα, κάποια έχουν γίνει ιστοσελίδες, κάποια απλώς δεν έχουν προσαρμοστεί κι έχουν εξαφανιστεί. Όποιος θέλει, δημοσιεύει αφιλτράριστα ό,τι θέλει σε blogs και sites, δικά του ή τρίτων, πολλές εφημερίδες έχουν κλείσει. Έχει υποχωρήσει  ο λόγος έναντι της εικόνας, ειδικά της τηλεοπτικής με τη μορφή των παραθύρων, μία χυδαία μας ελληνική εκδοχή των τηλε-windows που προωθεί με φρενήρη τρόπο το life style και την ήσσονα προσπάθεια. Ένα βιβλίο του δικού μου θυμού με πυρέσσουσα γλώσσα και επιφαινόμενο χιούμορ, αλλά με τραγικές προσωπικές μου ιστορίες, πασπαλισμένες με την άχνη της ειρωνείας και του σαρκασμού. Το κέντρο ενός ελληνικού κόσμου ο οποίος  θρυμματίζεται αλληλοσπαρασσόμενος σε τηλεοπτικά παράθυρα, ενώ  αλαλάζει «Αφήστε με να ολοκληρώσω! Αφήστε με να ολοκληρώσω!».  Βιβλίο γραμμένο σε σκαμνί, σε σαλόνι, σε χαρτάκια κι όλα αυτά με δέκα χρόνια σταλίες.

Το τρίτο και τελευταίο ως σήμερα, Γκουανό. Γλώσσα περισσότερο δική μου ως προς τη θέρμη της, ξεθύμανε ο θυμός, οφειλή ως κεράκι στους προγόνους της ατομικής και συλλογικής μας μνήμης. Πρόσφυγες πολλοί, συνεργάτες των ναζί στην Κατοχή που έγιναν εργολάβοι οικοδομών στην ελεύθερη Ελλάδα τα κατοπινά χρόνια, τα τοξικά μας βοθρολύματα που γίνονται λίπασμα για το επερχόμενο Καλό. Τα τελευταία δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις, τις οποίες τιμώ και σέβομαι καταρχήν ως αναγνώστης.

Πόθοι; Η πρώτη μου επιθυμία ήταν να επικοινωνήσω. Με διαφορετικό τρόπο από τον προφορικό, να ξεφορτώσω και να ξορκίσω κάποιες εμμονές μου, να τις εξομολογηθώ στις σελίδες, να κερδίσω χρήματα, να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία και τον εγωισμό μου. Μετά από κοντά είκοσι χρόνια από την πρώτη δημοσίευση στη Νέα Πορεία του Τηλέμαχου Αλαβέρα, χαίρομαι που όλα τα παραπάνω έγιναν ατμός, εκτός από το πρώτο: να επικοινωνήσω. Να επικοινωνώ.

Αυτοί είναι τα μικρά έργα της μικρής μου τέχνης που βρίσκονται στο αρχονταρίκι μου, κρεμάμενα επί των τοίχων της πινακοθήκης του. Ελπίζω να μη βαλαντώσατε.

2. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Δεν είμαι ο κατ’ αποκλειστικότητα γράφων του εργαστηρίου. Κάθε άλλο, μάλιστα. Σήμερα, ζω κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, που το μοιράζομαι χρονικά άνισα με την Ελλάδα. Κουβαλώ όμως τα ελληνικά ως γλώσσα και πατρίδα εντός μου. Όσο για το κατ’ οίκον γράψιμο προϋποθέτει συστηματικότητα, ενώ η ζωή μου είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο δρόμο, με συναντήσεις και  ταξίδια και σε πολλές γλώσσες. Κάποτε πίστευα σχεδόν φετιχιστικά ότι ήταν απαραίτητη η ιδανική συνθήκη του τόπου ως πλαίσιο της γραφής, τώρα που αυτό είναι πολυτέλεια πια, λέω μόνο να μην αφήνω τον χρόνο να μου δραπετεύει: προσπαθώ να γράφω όπου μπορώ.

3. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Ωραία ερώτηση! Μετά τα βάσανα στα οποία τους υποβάλλω, τους αφήνω ελεύθερους να υπάγουν όπου αυτοί θελήσουν. Ναι, μαθαίνω νέα τους συχνά. Άλλοι μου τηλεφωνούν εν αγνοία τους, δίχως δηλαδή να είναι γνώστες της θέσης τους στα βιβλία μου, κάποιοι δηλώνουν «Μου Αρέσει» στο φέισμπουκ, με κάποιους είμαστε σε διάσταση και κόψαμε τσανάκια, αλλά όλοι τους είναι παρόντες εντός μου.

4. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όπως προανέφερα και στην υπαρίθμ. 2 κι ολογράφως Δύο ερώτηση παραπάνω, στερούμαι χρόνου. Επομένως, αργώ πολύ από γραφή σε γραφή κι από πέρασμα ένα χέρι βαφή σε βερνίκωμα. Κάθε που επανέρχομαι, κάνω μία ανακεφαλαίωση που όσο να ‘ναι, καθυστερεί. Όσο για τις ιδέες, τις φωτογραφίζω. Εικόνες στιγμιαίες που περνούν και χάνονται, άνθρωποι περαστικοί από τη ζωή μας με τυχαία σειρά, νά, όπως κάποιος άγνωστος που κάνει τράκα ένα τσιγάρο, που ζητά τη φωτιά σου, που ρωτά κάποιον δρόμο εκεί κοντά, ως χαρτάκια με σκέψεις polaroid μνήμης. Αλήθεια, ποιός θυμάται σήμερα τις φωτογραφίες των Polaroid;

5. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ναι, πλακώνομαι πολύ στη δουλειά, μονορούφι, σε ανορθόδοξες ώρες. Κάποτε, παλιότερα, τις βραδινές. Τώρα τελευταία δεν πολυαντέχω το ξενύχτι. Συγκεντρώνω όλο μου το υλικό, όπως ένα βουναλάκι με αφορμές, μετά το απλώνω με τον πλάστη, όπως ένα φύλο κρούστας με δικαιολογίες, ύστερα το ζυμώνω με τα χέρια, ιδίως τα επιρρήματα, σιγά και ξανά και πάλι και πάλι. Το αφήνω για λίγο καιρό στο φούρνο του συρταριού κι όταν τα ξαναβγάζω θέλω να δω αν σιγοκαλοψήθηκε, αν είναι δηλαδή τραγανό από έξω και ζουμερό από μέσα. Έννοια μου δεν είναι τόσο ο πυρήνας της ιστορίας, η ίδια η αφήγηση δηλαδή, αλλά κυρίως η γλώσσα. Μουσική; Εννοείται! Είμαι παιδί του ’80, επομένως ακούω Χατζηδάκη και Μαριώ, Ρενέ Ομπρί, Tuxedomoon, James, Σωτηρία Μπέλου, Άκη Πάνου και άλλα funk και punk κομμάτια. Συxνά ακούω και ραδιόφωνο, αλλά, ως ψυχάκιας, στο χαμηλότερο δυνατό σημείο έντασης. Τηλεόραση ποτέ, αλλά κι αυτές τις λίγες φορές με σβηστό ήχο, ως τζάκι, ως εικόνα, ως παρέα. Προτιμώ τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, διότι πρασινίζουν όμορφα την οθόνη ως ντεκόρ. Πίνω καφέδες, Τσαλακώνω χαρτιά. Δεν τα σκίζω ποτέ. Τα διπλώνω στα δύο και σουτάρω στο καλάθι των αχρήστων με σπάσιμο καρπού off balance ή με πίβοτ. Το παρκέ γεμίζει με χάρτινες μπάλες, επειδή η αστοχία μου είναι παροιμιώδης -ξέρετε, κάποιοι παλιοί τραυματισμοί.

6. Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βιοποριστικά, επί είκοσι δύο συναπτά και back to back χρόνια ασχολούμαι με τα ναυτιλιακά σε πολυεθνικές με containers. Από τις αρχές ενεστώτος έτους είμαι υπεύθυνος ανάπτυξης δικτύου ελληνικού ομίλου logistics σε χώρες της τέως Γιουγκοσλαβίας. Τελικά, αν και αγάπησα τα γράμματα, επαγγελματικά ασχολήθηκα με τους αριθμούς. Φαινομενικά, όλα είναι κόντρα μεταξύ τους: κοινό, αναγνώστες, δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, ειδικά αν υπολογίσετε πως ένας ευρύς κύκλος ανθρώπων δεν είναι καν ελληνόφωνος.

Εσπούδασα Θεολογία. Ναι, η γλώσσα της Θεολογίας υπήρξε για μένα καθοριστική και με διαμόρφωσε καίρια, όπως εκ των υστέρων αντελήφθην. Η πίστη μου στον Χριστό το ίδιο. Πώς συνδυάζονται στη γραφή μου, ως προς τις ιστορίες, αλλά και για το καίριο της αφήγησης, βιοπορισμός με υπόβαθρο σπουδών; Ως εξής: στις επιχειρήσεις μπαίνεις κατευθείαν στο ψητό, δε γυρνοβολάς, σημαδεύεις κέντρο. Ποιός είναι ο στόχος σου; Αυτόν επιδιώκεις να επιτύχεις, επομένως λειτουργώ κατ’ ακρίβεια. Η θεολογία, αντίθετα, λειτουργεί κατευναστικά σε πολλά σημεία και κατ’ οικονομία, δίχως δηλαδή στείρα αυστηρότητα και υπεροπτικές βεβαιότητες.

7. Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ δεν αποπειράθηκα να γράψω κι ούτε με απασχόλησε το ζήτημα. Ο λόγος είναι απλός: πιστεύω ότι δεν έχω απολύτως κανένα σχετικό τάλαντο, ότι δεν έχω κάτι να πω αν αρθρώσω δικό μου ποιητικό λόγο. Νομίζω πως δεν είμαι εγώ για εκείνην, εννοώ ως δημιουργός στίχων. Δεν είμαστε όλοι γι΄ όλα. Αντί εμού, υπάρχουν εξαιρετικοί σύγχρονοι ποιητές. Διάβασα, εξαιτίας της αγάπης του πατέρα μου και από τη δική του βιβλιοθήκη, πολλούς εξ αυτών κι εξακολουθώ να παρακολουθώ την παραγωγή, όσο μπορώ. Πιστεύω πως ένα μικρό κριτήριο να την αξιολογώ το έχω κατακτήσει, ώστε να διακρίνω την Ποίηση από την Οίηση, ειδικά στην εποχή των απειράριθμων αυτοεκδόσεων.  Δεν είμαι, λοιπόν, ο τεχνίτης του ελλειπτικού, του υπαινικτικού, του ελαχίστου, του αφοριστικού. Στον τόσο πυκνό λόγο, αισθάνομαι δυσφορία ως δημιουργός, θέλω λίγο χώρο παραπάνω και γι’ αυτό προτιμώ τα διηγήματα.

8. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αν μου το πρότειναν, εξαρτάται ποιοί οι προτείνοντες και ποιος ο βιογραφούμενος. Αν επρόκειτο για δική μου επιλογή,  θα επέλεγα πρόσωπο της μεσαιωνικής μας ιστορίας που τόσο αγνοούμε και που τόσο ανοιγμένη στον κόσμο ήταν – έχετε κάποια πρόταση μήπως;

 9. Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Με μία πρώτη ματιά, τρία αντιφατικά ως προς τη θεματολογία τους βιβλία. Αν τα δείτε όμως εποπτικά, βγάζει νόημα.  Έχουμε και λέμε, λοιπόν: ένα παιδικό παραμύθι. Δεν είμαι συγγραφέας παιδικών, προέκυψε όμως εν τοις πράγμασι με τη γέννηση του γιού μου. Το παραμύθι αυτό για την ώρα βρίσκεται στον φούρνο που λέγαμε προηγουμένως. Ακολουθεί ένα σύγχρονο μυθιστόρημα από το ’80 ως τις ημέρες μας. Ακόμα με παιδεύει. Τέλος, εντός του 2017 εκδίδεται από τον «Παρατηρητή της Θράκης» η μεταπτυχιακή μου εργασία, αυτό που στα ελληνικά λέμε Master in Science, με τίτλο «Μητερικό». Πρόκειται για αγιολογικό έργο σχετικά με τις άγνωστες Μητέρες της Θράκης. Είναι το πρώτο μου θεολογικό βιβλίο.

Περί ανάγνωσης

10. Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχετε αρκετό χώρο για τα πρώτα χίλια ονόματα που μου έρχονται στο μυαλό; Τα γράμματα της αλφαβήτου δεν μου φτάνουν: Ενδεικτικά και μόνο, καταλογογραφώ ανερμάτιστα: Νίκος Τσιφόρος, Παναγιώτης Γούτας, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Τόλης Νικηφόρου, Αλμπέρτο Ναρ, Ντίνος Παπασπύρου αν και κυρίως ζωγράφος, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Λευτέρης Καλοσπύρος, Ισίδωρος Ζουργός, Πέτρος Αυλίδης, Μάριος Χάκκας, Τόλης Καζαντζής, Νίκος Βασιλειάδης, Αντώνης Σουρούνης φυσικά για την αλήθεια του και την αφτιασίδωτη ειλικρίνειά του, Ευγενία Μπογιάννου, Βασιλική Πέτσα, Θωμάς Κοροβίνης, Γλυκερία Μπασδέκη, Βίκυ Τσελεπίδου, Κώστας Καβανόζης, Μιχάλης Μακρόπουλος, Ζάουμα Καμπρέ -αποκάλυψη για μένα, Σταυρούλα Σκαλίδη, Μάκης Τσίτας, Μ. Καραγάτσης, Αλέξης Πανσέληνος, Δημήτρης Καλοκύρης, Ηλίας Κουτσούκος, Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, Θουκυδίδης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Σωτήρης Δημητρίου, Διδώ Σωτηρίου και ων ουκ έστιν αριθμός, έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα λεφτά πηγαίνουν στα βιβλία.

11. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για να μη μακρυγορήσω όπως ανωτέρω, διαχρονικά αγαπημένο και αφορμή της σχέσης μου με τη γραφή είναι το «Χαμογέλα ρε … Τι σου ζητάνε;» και το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του νεομάρτυρα Χρόνη Μίσσιου, διότι έκανε το αίμα του μελάνι.

Σύγχρονα, το «Κίτρινο Ρώσικο Κερί», του Κώστα Ακρίβου, εξαιτίας μίας και μόνο λέξης, του ρήματος «κλώθω».

12. Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θαυμάζω πάντοτε το «Παραρλάμα» του Δημοσθένη Βουτυρά για την ευρηματικότητα, την έκταση και το εντελές του έργου του.

13. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Μόνο ένας; Με γοητεύουν τόσο πολλοί και τους καμαρώνω για τη δουλειά τους, η ακλόνητη πίστη μου στην ποιότητα των πεζογράφων  μας. Φροντίζω, ωστόσο, να εστιάζω στο έργο τους κι όχι στους ίδιους ως φυσικά πρόσωπα, εξαιτίας προφανών στρεβλών πεποιθήσεων κάθε φορά που συμβαίνει να γνωρίζουμε το δημιουργό, ειδικά αν είναι σύγχρονός μας.

14.  Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Νούσης του Σουρούνη. Προτύπωση του Αντώνη ίσως. Απολάμβανε τη ζωή δίχως ενοχές και τύψεις, με πλήρη συναίσθηση της παροδικότητάς μας. Ζούσε την κάθε στιγμή του με τα πάθη του, με γυναίκες πολλές, με σέρτικα τσιγάρα, με ποτάμια αλκοόλ, με ιλιγγιώδη τζόγο, με φίλους αχώριστους, με ταξίδια τυχοδιωκτικά ή προσκυνηματικά, αλλά και με μία εσωτερικότητα και με τη μοναξιά της ενδοσκόπησης.

15. Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παρακολουθώ τα πιο πολλά από κοντά, αν κι έχω μία αγάπη ανέκαθεν προς τα έντυπα. Επιλέγω το «Δέντρο» για τη διάρκεια και την αδιάπτωτη ποιότητα. Το «Φρέαρ», για τη σύγχρονη προσέγγιση κι αισθητική. Το «Εντευκτήριο» της μητρίδας Θεσσαλονίκης, για την προσήλωση στη θεματολογία του πυρήνα της λογοτεχνίας. Το νεοπαγές «Οροπέδιο», για τις θεματικές της εντοπιότητας και το πολυτονικό. Δε μπορώ όμως να παραβλέψω το «Διάστιχο» για δύο λόγους, ο ένας πως είναι πλήρως ενταγμένο στο πνεύμα της ψηφιακής εποχής μας και ο άλλος πως πρόκειται για κύρια βιοποριστική εργασία.

16. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη μεσαιωνική ιστορία της Μεσογείου σε διαφορετικές πτυχές και από διαφορετικές γλωσσικές πηγές. Βρίσκω συγκλονιστική τη συνάφεια των λαών της -Φράγκοι, Ρωμιοί, Τούρκοι, Σλάβοι σε μία απερινόητητη περιδίνηση έκτοτε, τόσο άγνωστη στις ημέρες μας.

17. Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Βεβαίως και με ενδιαφέρουν οι κριτικές, ειδικά ανθρώπων τη ματιά και το έμπειρο μάτι των οποίων εμπιστεύομαι: άνθρωποι που ζυμώνονται με τη γραφή, όσοι εκτίθενται με δικά του κείμενα, έστω και μόνο κριτικά. Επίσης, είμαι τακτικότατο μέλος παρουσιάσεων βιβλίων, επειδή τις πιστεύω. Σε κάθε περίπτωση, χρήσιμες είναι και οι κριτικές, χρήσιμες και οι παρουσιάσεις, περισσότερο χρήσιμο όμως σε ό,τι με αφορά είναι ο δίαυλος επικοινωνίας και η συνάντηση με το  αναγνωστικό κοινό.

18. Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μμμ, μισό λεπτό να το βγάλω από τα μικροκύματα – ιδού:

«Κι εγώ κρατώ τη «Δεσποινίδα» με Νόμπελ του Ίβο Άντριτς στο δεξί και μερικά κέρματα του ευρώ στο αριστερό για το εισιτήριο της ανατολικής διαδρομής. Γραμμή Τριάντα, αφετηρία Αποθήκη Τριανδρία και μέσω του Ναού της αγίας Βαρβάρας στάση ακριβώς μπροστά στον άλλον Ναό, του δικού μας Δικέφαλου. Πεταχτά κι άλλες στάσεις επί της Κονίτσης παύλα αγίου Γρηγορίου Λαμπράκη. Καρφί προς τα Υψίπεδα της Άνω Τούμπας, αλλά ξαφνικά το Τριάντα κάνει στροφή απότομα δεξιά στην Περραιβού, τέρμα τα γκάζια με κατεύθυνση τη Λωρίδα της Κάτω Τούμπας, επιτέλους φαίνεται το Ποσειδώνιο ως λαμπρός Φάρος κολύμβησης και ολοταχώς προς πρώην Νομαρχία νυν Περιφέρεια και γραμμή πάλι πίσω δια μέσου Μαρτίου και λίγο από Παπάφη και κάτι από Παπαναστασίου, στάση Νησάκι, θα κατέβει κανείς;»

Κουνούσε πολύ διότι και δε διάβασα γραμμή.

Περί αδιακρισίας

19. Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ. Βρήκα ευφυέστατη κι απολαυστικότατη τη «Γκόλφω  – director’s cut» του Σίμου Κακάλα, σύζευξη ιαπωνικού κόμιξ Manga με τη δημοτική μας παράδοση.

Αγαπημένη μου σκηνή από τον Ράφτη Του Παναμά: Ο Τζέφρει Ρας εξαιτίας της μυθομανίας του, έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ σε εισβολή στη χώρα όπου κατοικεί,  υποκλέπτει κρατικά μυστικά για τη Διώρυγα, κοντεύει να διαλύσει την επιχείρηση και την οικογένειά του κι όταν ρωτά ενώ έχει καταρρεύσει τη Τζέιμι Λι Κέρτις: «Τι θέλεις να κάνω τώρα;», εκείνη του απαντά εξιλαστικά: «Πρωινό!».

20. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι μέλος μόνο της Βίβλου των Προσώπων. Δεν προλαβαίνω για κάτι άλλο, έτσι κι αλλιώς. Σπουδαίος τρόπος δικτύωσης ως μέσο χρήσης, που πολύ γρήγορα καταντά στα χέρια μας κατάχρηση: γενικευμένη ανωνυμία, ψευδή προσωπεία, συγκεκαλυμμένη βία, απίστευτη ημιμάθεια, θράσος και εργαλειοποίηση. Από την άλλη, άνθρωποι-διαμάντια που γνώρισα εξαιτίας αυτού του απρόσωπου μέσου. Η δική μου άποψη με δύο λόγια μετά από έξι χρόνια συμμετοχής: υπερβολική προβολή. Ξόδεμα. Έρμα πολύ, αλλά και μορφή επικοινωνίας με ρινίσματα χρυσού.

21. Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μπα, με τίποτα.  Θα του απαντούσα ό,τι κι ο Μπρους Ουίλις στο «Ο Θάνατος Σου Πάει Πολύ» στη Μεριλ Στριπ: «Δεν θα είχε καθόλου πλάκα». Όχι τόσο για την απώλεια της συγγραφικής, όσο της αναγνωστικής μου ιδιότητας.

22. Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μόνο μία; Τρεις! Φέρω βαρέως, κύριε, που δεν ηρωτήθην αρχικά, σχετικά με την πρώην βασιλική οικογένεια της πατρίδας μας! Κακώς, αφού. Έστω, για το βιβλίο υπό Κρις Μ. Γούντχάουζ «Καραμανλής, ο Αναμορφωτής της ελληνικής Δημοκρατίας». Ή, τουλάχιστον, για τους αδιάβαστους τόμους του Αδώνιδος παύλα Σπυρίδωνος Γεωργιάδη στο κομοδίνο μου. Με απογοητεύσαστε, το ομολογώ…

Στις εικόνες: Δημοσθένης Βουτυράς, Αντώνης Σουρούνης, Νίκος Τσιφόρος, Χρόνης Μίσσιος, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Jaume Cabre, Alexandar Gatalica, έργο του Ντίνου Παπασπύρου (όχι άσχετο με την μουσικότητα της γραφής του συγγραφέα), Γκόλφω (Director’s cut) ο συγγραφέας.

09
Ιον.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 180. Ροζίτα Σπινάσα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρόκειται για δέκα ιστορίες που τις χαρακτηρίζει το στοιχείο της ανατροπής. Πραγματεύονται τη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων χωρίς να χάνουν την ανθρωπιά τους, αυτό είναι κάτι που μου έχουν πει οι αναγνώστες και που μου άρεσε πολύ.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Ξεκίνησα να γράφω τα διηγήματα όταν παρακολουθούσα το σεμινάριο γραφής του Κων/νου Τζαμιώτη, το φθινόπωρο του 2015, κι ολοκλήρωσα την πρώτη τους γραφή πέντε μήνες αργότερα. Έγραφα τα διηγήματα έχοντας ήδη σκεφτεί την πλοκή για τα ένα – δύο επόμενα. Η συγγραφή μιας ολοκληρωμένης συλλογής και η έκδοσή της ήταν ο ξεκάθαρος στόχος μου, γι’ αυτό ήμουν ακάθεκτη. Για καλή μου τύχη, το όνειρό μου έγινε γρήγορα πραγματικότητα.

  

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μετά την πρώτη γραφή, διαβάζω τα κείμενα στο κινητό μου όπου προκύψει κενός χρόνος (σε αίθουσες δικαστηρίων, παιδικές χαρές, καφέ–μπαρ). Ο τρόπος που εμφανίζονται στην οθόνη του κινητού -παραγραφοποιημένα σαν σε σελίδες βιβλίου- με βοηθούν να εντοπίζω τα σημεία που θέλουν στρώσιμο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η καλύτερή μου στιγμή είναι όταν ξυπνάω μέσα στη νύχτα. Τότε, στην απόλυτη ησυχία και με ελαφρώς «πειραγμένη» τη νοητική λειτουργία μου, συλλογίζομαι την εξέλιξη της πλοκής. Όταν μου έρχεται η σωστή ιδέα, νοιώθω αυτή την ιδιαίτερη αίσθηση, ότι το πέτυχα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η οικογενειακή ζωή καθιστά ως βασικό χώρο συγγραφής το δικηγορικό μου γραφείο. Εκεί τα πράγματα είναι αρκετά πεζά κι επίσημα, όμως νοιώθω τυχερή που έχω αυτή τη δυνατότητα. Η επιθυμία από μόνη της δεν αρκεί, πρέπει να υπάρχει και ο απαραίτητος χρόνος. Αυτό είναι από τα καλά της συγγραφής ως μοναχικής ενασχόλησης – μπορείς να αδράξεις τον ελεύθερο χρόνο σε κάθε δυνατή ευκαιρία.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και της Κολωνίας κι εργάζομαι ως δικηγόρος. Η δουλειά μου με έχει εξασκήσει σε άπειρες κι άοκνες ώρες γραψίματος κι επεξεργασίας των κειμένων – δουλεύω τα δικόγραφα μέχρι τελικής πτώσεως. Η επιμονή μου αυτή μεταλαμπαδεύτηκε και στη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων – τα έστρωνα για μήνες μέχρι να φτάσω στην τελική τους μορφή.

Τι γράφετε τώρα; 

Τα επόμενα διηγήματα, αυτό είναι το είδος μου προς το παρόν. Συνεχίζω στο μοτίβο των διηγημάτων, σε μεγαλύτερη αυτή τη φορά έκταση. Επίσης θα ήθελα, πέρα από το στοιχείο της ανατροπής, να εστιάσω σε γεγονότα χαμηλότερης μεν έντασης, υψηλής όμως δραματικότητας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μίλαν Κούντερα, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Τομ Ρόμπινς (μου θυμίζουν τις νεανικές, μεταμεσονύχτιες αναγνώσεις μου), Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Κόου, Τζέφρι Ευγενίδης, Μ. Καραγάτσης, Γιώργος Ιωάννου, Γιάννης Ξανθούλης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όσα παίρνει ο άνεμος, Μικρές κυρίες, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Το ροζ που δεν ξέχασα, η Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, Τί ωραίο πλιάτσικο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μια μικρή παρηγοριά (Ρ. Κάρβερ), Ημερολόγιο Εγκυμοσύνης (Γιόκο Ογκάουα), Να φτάσει στην Ιαπωνία (Άλις Μονρό), Ο κολυμβητής (Τζον Τσίβερ).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Κωστάκης Ανάν, ο Δημοσθένης Παπαμάρκου και η Κάλια Παπαδάκη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ξεχωρίζω την Σκάρλετ ο Χάρα, της Μάργκαρετ Μίτσελ: Διαχρονικό ψυχογράφημα της δυναμικής, ανικανοποίητης γυναίκας.

 Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τελείωσα πρόσφατα τα διηγήματα του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, τα Δεδουλευμένα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, τον «Μωβ Άνθρωπο» – τη δεύτερη ποιητική συλλογή της ξαδέρφης μου Νίκης Ανδρικοπούλου, το Γκαγκάριν του Πέτρου Τατσόπουλου, τους Πειραιώτες του Διονύση Χαριτόπουλου, τη συλλογή διηγημάτων «Η χαρά του πολεμιστή» του Τόμπιας Γουόλφ, κι ετοιμάζομαι να ξεκινήσω τη «Συλλογή των 59 στο σφυρί» του Τόμας Πίντσον. 

Περί αδιακρισίας

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Κυρίως θετικές. Μου έδωσε τη δυνατότητα να επικοινωνώ με φίλους όταν ο γιος μου ήταν ακόμα μωρό και οι έξοδοι με ενήλικες μετρημένες στα δάχτυλα. Ακόμα και η ανταλλαγή μιας έξυπνης ατάκας μπορεί να αποτελέσει μια απολαυστική μορφή επικοινωνίας. Μου αρέσει να συμμετέχω και σε ομαδικές κουβεντούλες με λογοπαίγνια και λοιπούς αστεϊσμούς, πάντα με προσοχή γιατί οι διαδικτυακοί καβγάδες καραδοκούν και μπορούν να γίνουν πολύ σκληροί. Επίσης τώρα με το βιβλίο, το διαδίκτυο βοήθησε να το μάθουν γρήγορα παλιοί και νέοι φίλοι, κάτι που διαφορετικά θα γινόταν μετά από μήνες, κι αν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Η συγγραφή στη δική μου περίπτωση είναι αποτέλεσμα (και) ωριμότητας. Θα προτιμήσω λοιπόν να απολαύσω τα καλά που φέρνει η ηλικία μου, ως συνέχεια μιας γεμάτης νεότητας, παρά να προσκολληθώ για πάντα σε αυτή την πράγματι συναρπαστική, όμως ατελή και μεταβατική φάση. Τα νιάτα είναι ωραία γιατί κουβαλούν προσδοκίες που εκπληρώνονται σε ένα επόμενο στάδιο, σαν αέναη λούπα μού φαίνονται κουραστικά κι ανούσια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Πώς άλλαξε η συγγραφή την καθημερινότητά μου: Ένα από τα καλά του να γράφεις είναι ότι αποκτούν αξία και οι πιο βαρετές ενασχολήσεις. Για παράδειγμα, μια επίσκεψη στην εφορία -μια τυπικά δυσάρεστη κι αγχωτική διαδικασία- μπορεί να μετατραπεί σε έδαφος για τη γέννηση μιας νέας ωραίας ιδέας. Έτσι τίποτα δεν είναι από μόνο του χάσιμο χρόνου, καθώς παντού μπορεί να καραδοκεί κάτι απρόοπτο, ως υλικό για μια καινούργια ιστορία.

Στις εικόνες: Margaret Mitchell, Charles Bukowski, Jeffrey Eugenides, John Cheever, Haruki Murakami.

07
Ιον.
17

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 179. Γιάννης Αντιόχου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο δεν έχει θύρα, είναι μια ικεσία στη σελήνη από το motto του βιβλίου μέχρι και το τελευταίο ποίημα. Είναι μια εξωστρεφής μαγική ιεροτελεστία για όλα όσα έχω γνωρίσει κι έχω εγκιβωτίσει στην άκατο της ποίησής μου. Είναι μια εξωστρεφής ποιητική κάψουλα παυσίλυπη και δυστυχώς ενδελεχώς ερμητικά κλειδωμένη. Αν επιβιώσει το όποιο έργο θα υπάρξει ο ένας ή η μία που θα την ξεκλειδώσει. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο «Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης ήταν ένα βιβλίο που αν έβγαινε σήμερα θα κρατούσα τρία ή τέσσερα ποιήματα. Βαριά νεανικό, ρομαντικό και ίσως φορτωμένο στη γλώσσα του διακρίθηκε αμέσως το 2003 και μου έδωσε μια κάποια δυνατότητα να με γνωρίσει ο κόσμος.

Το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσά του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 θα μπορούσε να ήτανε τρία βιβλία. Ξεχωρίζω την ενότητα «Συμφωνία για δύο σώματα» που αποτελούν πρόδρομη φόρμα των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων που ακολούθησαν. Έχω απωθημένο να εκδοθεί η ενότητα εκ νέου μόνη της.

Το τρίτο βιβλίο μου “Curriculum Vitae”, Εκδόσεις Μελάνι 2006 είναι ένα βιβλίο για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος πως ήταν πρωτοπόρο και τολμηρό για την εποχή του. Ένα βιβλίο με δικό μου κολάζ εξωφύλλου και με οπισθόφυλλο το ομότιτλο ποίημα.

Μετά αρχίζει ο κύκλος των Εκδόσεων Ίκαρος, οι Εισπνοές το 2009, οι Εκπνοές το 2014 και η Διάλυσις το 2017. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τα βιβλία μου, έχει μιλήσει η κριτικογραφία με όσα επαινετικά μπορεί να λάβει ένα ποιητής εν ζωή. Εγώ ευχαριστώ τους ανθρώπους της λογοτεχνίας που ασχολούνται τόσο επισταμένα με το ποιητικό μου έργο και τους αφοσιωμένους μου αναγνώστες που με παρακολουθούν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, δεν παγιδεύω τίποτα. Έχω ξαναπεί πως γράφω ανερχόμενος κάπου ψηλά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, είναι μια διαδικασία υπερβατική και απόλυτα μυστικιστική. Δεν γράφω εγώ τίποτα, εγώ δεν είμαι ο ποιητής, είμαι ένα διάμεσο που συμβαίνει να κατοικείται και να χαλιναγωγείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από κάποιον υπερβατικό ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Οι μόνες μουσικές που ακούω όταν γράφω είναι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και όλη η εργογραφία των Radiohead. Άλλωστε μετά από κάποια στιγμή δεν ακούω πια τη μουσική που έχω διαλέξει.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει παντού, κύρια σε τραπέζια κουζίνας στα σπίτια που τυχαίνει να ξεμείνω κάποιο βράδυ.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Τον Τ.Σ Έλιοτ μέχρι και το 1925. Μετά δεν με ενδιαφέρει διόλου, παράγινε Άγγλος για τα ποιητικά μου γούστα.  

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι και δεν θα γράψω ποτέ. Παρακαλώ σημειώστε κι αυτό: δεν θεωρώ ποιητές όσους γράφουν και πεζογραφία. (Ξέρω πως θα συζητηθεί αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη).

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρον

οι συγγραφείς.

Α. Χάξλεϋ, Γ. Γκ. Μάρκες, Ντον Ντε Λίλλο, Ο. Μπάροουζ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω όλα τα βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν μου αρέσουν τα διηγήματα. Ποτέ δεν μου φτάνει τίποτα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Δυστυχώς δεν με γοήτευσε κανείς εκτός από την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Μαρία Μήτσορα. Να μην ξεχάσω με γοήτευσε και η Μάτα Καστρησίου (και την έκανα φίλη μου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ουίλιαμ Λι από το Γυμνό Γεύμα του Μπάροουζ, γιατί μου αρέσουν οι ουσίες και οι παρεκκλίσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασσάνδρα γιατί ήταν εκτός των κλισέ. Αν θέλατε να σας πω ποιο δεν μου αρέσει που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον θα σας έλεγα. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια περιοδικά, αλλά ας σωπάσω. Ας κυριολεκτούμε στις απαντήσεις σας. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τώρα πια όχι δεν διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια εκτός από ελάχιστους κριτικούς όπως την Τιτίκα Δημητρούλια στην ποίηση οι υπόλοιποι γράφουμε ο ένας για τον άλλον. Δεν πειράζει κάτι είναι κι αυτό. Σαφώς όμως και δεν με ενδιαφέρουν αυτές οι κριτικές. Αν τις διαβάσετε είμαστε μια χώρα με αριστουργήματα. Αυτό δεν ισχύει. Είναι πολύ κακά τα περισσότερα βιβλία που εκδίδονται στον χώρο της ποίησης, απλά δεν έχω/ έχουμε την τόλμη να το καταδείξουμε. Επίσης επειδή πια προχωρώ πολύ μέσα στο χώρο βαρέθηκα να αναγνωρίζω τη συναλλαγή για την κριτικογραφία. Ευτυχώς είναι τόσο νάνοι κάποιοι που το παίζουν ρυθμιστές και κριτικογράφοι που είμαι ευτυχής που δεν έχω κριτικές για το έργο μου από αυτούς.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ανήκω στους ανθρώπους που αποθεώνουν την ατάκα. Αγαπώ τις μακριές περιόδους. Τα συνθήματα είναι με ημερομηνία λήξης.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταφράζω τους ποιητές που διαισθάνομαι πως έχω συνάφεια και συγγένεια. Μετά μπαίνω στο δέρμα τους, ίσως και να ζω και τη ζωή τους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ένδυμα του ποιητή που μεταφράζει κανείς.

Πώς επιλέξατε τις ποιητικές συλλογές που μεταφράσατε; ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε ο Τεντ Χιουζ και ο Χάρτ Κρέιν. Ηδονή μου προσφέρουν όλες οι εργασίες που σχετίζονται με τις κλειδαρότρυπες. Μεταφράζοντας κοιτάζω τη ζωή τους από μια κλειδαρότρυπα. 

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα Γράμματα Γενεθλίων του Τεντ Χιουζ, Εκδόσεις Μελάνι και η Θηριώδης Μούσα, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. 

Δεν θέλω να σας πω για το τελευταίο βιβλίο που μεταφράζω, είναι ποιητής, σημαντικός και σημασία σ’ αυτό έχει ένα πολύ ιδιαίτερο επίμετρο που θα συνοδεύει το βιβλίο. Επιτρέψτε μου να σας το κρατήσω μυστικό. 

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν συμβαίνει αυτό στην μετάφραση της ποίησης. Είναι Αντιόχου οι μεταφράσεις μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρενέργειες. Είναι μικρή άλλωστε η εμπειρία μου στη μετάφραση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω γνωρίσει πέντε τουλάχιστον Σίλβιες (Πλαθ) ευτυχώς το δίκτυο του φυσικού αερίου είχε αργήσει να εγκατασταθεί στη χώρα μας.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Νοσηλευτική, Διοίκηση και Ιατρική και είναι νομίζω εμφανής η ορολογία και ο τρόπος που εγκιβωτίζεται στην ποίησή μου. Μάλιστα ας πούμε κάποιοι που δεν έχουν τέτοιες σπουδές, δημιουργούν αστειότητες. Κάποτε διάβαζα «κόκκινα αιμοπετάλια», σαφώς τα αιμοπετάλια είναι τα μοναδικά συστατικά του αίματος που δεν είναι ερυθρά, είναι πλατιά σαν πιάτα και διάφανα. Γελάω με αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν πως δεν βλέπουμε.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως Διευθυντικό στέλεχος μεγάλου ομίλου στο χώρο της υγείας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την Aurora του Βλαδίμηρου Νικολούζου, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος και είμαι περήφανος που είναι φίλος μου, γράφω ερωτικά σπαράγματα γιατί με έχει πιάσει η άνοιξη κι ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι και δεν θα σας πω τι μεταφράζω.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ σαφώς κινηματογράφο. Θέατρο ελάχιστο, με απογοητεύει αυτή η αισθητική της εξυπνάδας που υιοθετεί το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Λατρεύω οτιδήποτε του  Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πάντως οι επιτελεστικές τέχνες δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι θα την δεχόμουν αρκεί να επέστρεφα μονίμως στα 35. Ποιος δεν θέλει έτσι κι αλλιώς μια φαουστική συνομιλία στη ζωή του;.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θέλω να σας ευχαριστήσω εκ μέσης καρδίας για την φιλοξενία σας.

28
Μάι.
17

Κώστας Θ. Καλφόπουλος – Φλίππερ

Η πρόζα που αξίζει στο αξέχαστο παιχνίδι

Ο συγγραφέας πρωτόπαιξε φλίππερ στην Γερμανία του 1974, όπου το συναντούσε κανείς παντού: σε σταθμούς, καφενεία, αίθουσες ψυχαγωγίες, λαϊκά εστιατόρια, φοιτητικές εστίες. Την ίδια εποχή ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 για να επιστρέψει είκοσι χρόνια μετά (στην δική μου εφηβεία) για να απαγορευτεί οριστικά το 2000. Αλλά πώς και τι να γράψει κανείς για κάτι τόσο αγαπημένο; Ακριβώς την στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για ένα εκτενές κείμενο γύρω από την ιστορία, την μυθολογία και την φαντασμαγορία του φλίππερ, γεννήθηκαν και οι σχετικοί προβληματισμοί του συγγραφέα ως προς την κατάλληλη γραφή αλλά και την φόρμα. Η λογοτεχνία είχε δώσει ήδη εξαίρετα δείγματα με τον Μουρακάμι, τον Νικολαΐδη, τον Κουμανταρέα. Ο Πέτερ Χάντκε στο περίφημο Δοκίμιο για το τζουκ – μποξ έκανε το ίδιο από «μη μυθοπλαστική» άποψη.

Ο Καλφόπουλος θα ακολουθήσει άλλο δρόμο, πόσο μάλλον αν η σχέση του με το παιχνίδι στροβιλίζεται γύρω από μια γυναίκα: θα σταθεί στην άκρη και θα παρατηρήσει τον εαυτό του, σε τρίτο πρόσωπο, από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα. Θα τον δει νεαρό παίκτη να αφήνει στα μηχανήματα την highscore υπογραφή του με ονόματα εθνικο-απελευθερωτικών ή «τρομοκρατικών» οργανώσεων, θα προσπαθήσει να τα θυμηθεί στα μπιλιάρδα και στα σφαιριστήρια, ακόμα και στα λούνα παρκ. Σ’ ένα συνεχή διάλογο παρόντος και παρελθόντος, θα εκφράσει όλες τους τις επιθυμίες: να φτιάξει έναν χάρτη όπου κυκλώνει ή καρφιτσώνει όλες τις πόλεις με φλίππερ από τα οποία πέρασε, να ταξιδέψει ξανά για να εντοπίσει τα παλιά μηχανήματα σαν ένα είδος «βιομηχανικού αρχαιολόγου», να τα εντάξει στην Kulturindustrie.

Η είσοδος στον φαντασμαγορικό τους κόσμο ήταν μια σχισμή, μια άλλη «στενή πύλη», η σχισμή για το κέρμα, όπως στο παγκάρι που γεμίζει με τον οβολό του πιστού. Από τον ήχο του κέρματος που έπεφτε μπορούσες να καταλάβεις την συχνότητα των παικτών ή την αχρησία του μηχανήματος. Μόλις άνοιγε το κύκλωμα ο συγγραφέας παίκτης παρατηρούσε με προσοχή το μηχάνημα, άγγιζε τις πλευρές του, δεχόταν από το ίδιο να του δείξει τι ζητά από αυτόν. Η πείρα του έλεγε ότι ένα μηχάνημα ποτέ δεν μπορείς να το κερδίσεις ολοκληρωτικά – και ειδικά εδώ, πάντα θα υπάρχει ένα κλάσμα δευτερολέπτου που η μπίλια θα ξεφύγει από τον έλεγχό σου.

Ο συγγραφέας συνομιλεί με τα γραπτά του Χάντκε και του Μπένγιαμιν (άλλωστε το παιχνίδι ως μεταφορά, το αυτόματο ως αναπαράσταση, η φαντασμαγορία των στοών, όλα αποτελούν μοτίβα όπου περιπλανήθηκε ο σπουδαίος φιλόσοφος), εμπνέεται από τις σύντομες σημειώσεις των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αναζητά αναφορές στα βιβλία και ιδίως στα αστυνομικά, όπως του ύστερου Σιμενόν, ο οποίος κάποτε έγραψε για Όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για ν’ ακούσεις μουσική ή να εκσφενδονίσεις μπίλιες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά.

Ακολουθούν οι κινηματογραφικές ταινίες όπως του Μελβίλ, εντοπίζει μια αποθήκη γεμάτη από φλίππερ στην Συμμορία των Σικελών του Ανρί Βερνέιγ [1969], αλλά και εκείνα που κατέστρεψαν οι πιστοί στο Tommy του Κεν Ράσσελ [1975]. Ταξιδεύει από την μια σειρά στην άλλη στην μεταπολεμική Γαλλία μέχρι τον Μάη του ’68 όπου δεν υπήρχε στο Παρίσι Café – tabac που να μη διέθετε ένα μηχάνημα και τα αναζητά οπουδήποτε υπήρχαν, από το πορθμείο του Ντόβερ και την Οστάνδη μέχρι την Ιαπωνία και φυσικά στην Αθήνα, την Πλατεία Βικτωρίας, τα Εξάρχεια, το Μουσείο, τα ζυθεστιατόρια του κέντρου.

Το φλίππερ, συνειδητοποιεί ο ήρωας, σχετίζεται άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και μέσα στον «κόσμο του φλίππερ»). Κάθε φλίππερ αφηγείται μια ιστορία που είναι πάντα συνδεδεμένη με ένα σύστημα κυρώσεων και αμοιβών κι όλα μαζί συγκροτούν μια μεγάλη αφήγηση με πολλαπλές αναγνώσεις  και αλλεπάλληλα μοτίβα: το μοτίβο του American Dream (πριν το αποδομήσει ο Μπρωντριγιάρ την δική του Αμερική), της τεχνολογίας, της περιπλάνησης στην ζούγκλα των πόλεων αλλά και σε εξωτικά μέρη, του χρόνου, της διακόσμησης, της σύγκρουσης και της συμφιλίωσης.

Η ορολογία είναι χαώδης: από το αγγλοσαξονικό Pinball μέχρι τα δικά μας μηχανάκια, φλιπεράκια ή φιμπεράκια (έτσι τα έλεγε και ο γυμνασιάρχης μας στην Κυψέλη, όταν μας προέτρεπε να τα αποφεύγουμε, εννοώντας τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που το αντικατέστησαν!) οι δεκάδες παραλλαγές των μηχανημάτων του ονείρου, οι κατηγορίες, οι μάρκες και τα μοντέλα, περνούν εδώ ταχύτατα αλλά σε πλήρη σειρά. Κάποια στιγμή το φλίππερ πέρασε από την φάση του επιτραπέζιου αυτόματου στην εξέλιξη που το σήκωσε στα τέσσερα, όπου ο παίκτης το ταρακουνούσε ολόκληρο· κι αυτό μαζί με την ηλεκτροδότηση, την καινοτομία της ρακέτας και την προσθήκη της «βιτρίνας» με τους μετρητές αποτέλεσαν μια τομή στην ιστορία, από εκείνες που υμνούν οι ιστορικοί.

Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά γνώρισε μια από την καλύτερες παίκτριες που έκανε το παιχνίδι δικό της, ενώ εκείνος παρατηρούσε τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της. Εκείνη που την είδε να παίζει εκεί διατρέχει όλο το βιβλίο, από την στιγμή που την αντίκρισε μέχρι την άφιξή τους ξημερώματα στο βροχερό Παρίσι. Ακόμα κι εδώ αποφεύγεται κάθε θρηνητική διάθεση, άλλωστε οι έρωτες εμπεριέχουν, τολμώ να γράψω, το ίδιο τους το τέλος. Ένα παράπονο μένει μόνο, που δεν σκέφτηκαν καν να παίξουν μια τελευταία παρτίδα. Ή όπως τραγουδούσε ο Lou Reed στο Love is here to stay: He loves to play pinball, She wants to play next…

Θα επρόκειτο εκτός των άλλων για ένα βαθιά νοσταλγικό κείμενο, που θα μπορούσε να προστεθεί στην βιβλιογραφία της νοσταλγίας του βινυλίου, της γραφομηχανής, των παλαιών τηλεφώνων. Αλλά όσο φορτισμένος κι αν είναι ο συγγραφέας, αποφεύγει μια «post – ζαχαρωμένη νοσταλγία» και χειρίζεται με μαεστρία την απολύτως προσωπική του συγκίνηση· άλλωστε αυτό που τον ενοχλεί δεν είναι τόσο η σταδιακή του εξαφάνιση όσο το γεγονός ότι συνοδεύτηκε από την εγκατάστασή του στους υπολογιστές. Αντίθετα αφήνεται σ’ ένα πυκνό, ασθματικό κείμενο, με μακριές δαιδαλώδεις προτάσεις και μια σπάνια γλωσσική μεταχείριση ενός αντικειμένου που υπήρξε γι’ αυτόν ένας ολόκληρος κόσμος. Και γι’ αυτό το τελευταίο τον ζηλεύω.

Αυτό το μικρό, μόλις εβδομήντα δυο σελίδων, βιβλίο δεν είναι μόνο η οριστική λογοτεχνική τίμηση του φλίππερ, ούτε μια πολυπρισματική προσέγγιση του κόσμου του. Είναι ένα υποδειγματικό δοκίμιο για έναν άνθρωπο που αγάπησε το φλίππερ κι έναν συγγραφέα που πασχίζει να γράψει τόσο γι’ αυτό όσο και για έναν έρωτα που άνθησε πάνω από το φλίππερ.

Εκδ. Gramma, σ. 72, με τέσσερις μαυρόασπρες φωτογραφίες (μια συντροφιά, μια διαφήμιση, ένα εξώφυλλο δίσκου, ένα απόκομμα εφημερίδας). Περιλαμβάνεται δισέλιδο με υποσημειώσεις, όπου και όλες οι προηγούμενες διαδρομές του βιβλίου.

Στις εικόνες: Fast Company [1953], Joe Strummer, Catherine Deneuve, Le clan des Siciliens [1969], Debbie Harry [NYC, 1977], Bruce Springsteen & The E Street Band.

Δημοσίευση και στο mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 217, εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

05
Μάι.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 178. Ευθυμία Γιώσα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τα «Σώματα Πτερόεντα» αποτελούν μια, τρόπον τινά, αλτρουιστική παραχώρηση του δικαιώματος του λόγου από τον νου στο σώμα. Επί της ουσίας, το σώμα προσωποποιείται και αφηγείται μέσα από τα δεκαπέντε κεφάλαια του βιβλίου την ιστορία του, όπως αυτή προκύπτει από τις διάφορες καταστάσεις που βιώνει. Ξεκινώντας από τη γέννηση και φτάνοντας μέχρι τη στιγμή που κάποιος αρχαιολόγος του μέλλοντος το ανακαλύπτει εν είδει κουφαριού, αποκαλύπτει σιγά-σιγά στον αναγνώστη τη δική του οπτική για τον κόσμο.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Συχνά αναρωτιέμαι το χρονικό σημείο έναρξης μιας πράξης. Είναι η στιγμή της τέλεσής της, ή η στιγμή της σύλληψης της ιδέας της και του σχεδιασμού της; Συνήθως κλίνω προς το δεύτερο, επομένως στο πότε έγραψα το βιβλίο θα απαντούσα «απ’ όταν ξεκίνησα να παρατηρώ το σώμα μου». Οι ιδέες μαζεύονται μέσα στο μυαλό σαν τα μυρμήγκια κι όταν πλέον έχουν φτάσει σε σημείο συνωστισμού τότε, για να μη χαθούν, γίνονται λόγος. Οι συνθήκες εν μέσω των οποίων έλαβε χώρα αυτή η μεταμόρφωση δεν ήταν ιδανικές, γι’ αυτό και τελικά ο μόνος πόθος που είχα καθώς το έγραφα ήταν η δημιουργία μιας προσωπικής σταθεράς, σαν αποκούμπι και σαν πνευματική εκτόνωση. Το χαρτί γίνεται ο πιο πιστός ακροατής.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτόςτου γραφείου σας/σπιτιού σας;

 Συνήθως όχι. Νιώθω σαν να προβαίνω σε κάποιου τύπου απιστία απέναντι στο σπίτι μου. Εξάλλου, ο χώρος μου ξέρει καλά τις ιδιοτροπίες μου και μπορεί να τις ανεχτεί, σε αντίθεση μ’ έναν ξένο χώρο που μάλλον θα προσπαθήσεινα με βάλει στα δικά του καλούπια, αρνούμενος να υποταχθεί στα δικά μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Κάποιον από τους «Μοιραίους» του Βάρναλη. Ή από τους «Δίκαιους» του Μπόρχες.

 Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι πολλοί και συνεχώς προστίθενται κι άλλοι. Ενδεικτικά: Τσβάιχ, Καλβίνο, Κάφκα, Έσσε, Βιζυηνός, Τερζάκης, Λειβαδίτης, Καββαδίας.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Γαλήνη» του Βενέζη, «Μαράν Αθά» του Ψύρρα, «Λόγια του πρωινού και του σούρουπου» του Μαχφούζ, «Ποιήματα και Αντιποιήματα» του Πάρρα, «Η πρώτη αγάπη» του Κονδυλάκη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Και υπέρ των ζώντων» της Έλλης Αλεξίου. Δεν ξέρω αν είναι αγαπημένα, αλλά ήρθαν στο μυαλό αυτόματα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονοςνέος έλληνας λογοτέχνης;

Φέτος την Μεγάλη Πέμπτη άκουσα στο ραδιόφωνο αποσπάσματα από το βιβλίο «Εκείνος ΙΙ» της Ελεωνόρας Σταθοπούλου. Οδηγούσα και χρειάστηκε να σταματήσω. Απορώ γιατί έχουν περάσει τόσες ημέρες χωρίς να έχω αγοράσει ακόμη το βιβλίο της.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ζορμπάς κι ο Ζαρατούστρα. Η Τζέιν Έιρ κι ο Χήθκλιφ. Ο Εγγλέζος θερμαστής από το William George Allum του Καββαδία κι εκείνη η τριανταφυλλιά στο ποίημα του Ρίτσου, που λύγισε από το βάρος της ευωδιάς της. Γιατί δεν μύρισε κανείς τα τριαντάφυλλά της.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τον «Αυτοτιμωρούμενο» του Μπεράτη και το «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους» του Πατσάκη.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο -λόγος μνήμης]

Τις περισσότερες φορές ζαλίζομαι και δεν διαβάζω, ακόμη κι αν το ταξίδι είναι μακρινό κι έχω πολλή ώρα μπροστά μου. Ωστόσο, αυτό το Πάσχα ταξιδεύοντας από την Αθήνα στα Ιωάννινα, δηλαδή πηγαίνοντας από την πόλη που με φιλοξενεί στην πόλη που γεννήθηκα, διάβασα το «Ζώντες και τεθνεώτες» του Κωστή Παπαγιώργη και το θυμάμαι αφενός γιατί είναι πρόσφατο κι αφετέρου γιατί είναι από τα λίγα που έχω διαβάσει εν κινήσει, όπως προείπα.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ πολύ τόσο θέατρο όσο και κινηματογράφο. Δύσκολο να ξεχωρίσω μία παράσταση. Ωστόσο, θυμάμαι ότι είχα φύγει με κλάματα από την παράσταση «Αβελάρδος και Ελοΐζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου πριν από λίγα χρόνια και εκστασιασμένη από τον Δαναό μετά την προβολής της ταινίας «Στην αγκαλιά του φιδιού».

Υπάρχει κάποιο αντικείμενο από την παιδική σας ηλικία που θα θέλατε ξανά στα χέρια σας;

Την πιπίλα μου και τη σαλιάρα μου. Νομίζω πως θα τα αντιμετώπιζα πια με τον δέοντα σεβασμό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Αν χρειαζόταν να κρατήσετε ένα μόνο ποτό επί της γης ποιο θα ήταν αυτό;». Το τσίπουρο. Χωρίς γλυκάνισο.

Στις εικόνες: Jorge Luis Borges, Italo Calvino, Νίκος Καββαδίας, Λοΐζα και Αβελάρδος Νέου Κόσμου.

30
Μαρ.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 177. Γιώργος Κεντρωτής

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Ορίτζιναλ μαϊμούδες» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2016). Περιλαμβάνει 144 ποιήματα: 72 δικά μου (ορίτζιναλ) και 72 μεταφράσεις (μαϊμούδες).

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Είναι και δύσκολο, είναι (κρίνω) και περιττό. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 70 βιβλία. Για όλα θα μπορούσα να πω πολλά – οπότε είναι καλύτερο (το αντιλαμβάνεσθε, φαντάζομαι) να μην πω τίποτα. Μπορώ απλώς να αναφέρω ότι, παρ’ όλο που γράφω ποιήματα από πολύ νεαρή ηλικία, την πρώτη ποιητική συλλογή μου τη δημοσίευσα το 2006: «Με απ’ όλα μέσα» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2006). Παρ’ όλο που έχω συγγράψει πολλά βιβλία, ποτέ δεν βιάστηκα να δημοσιεύσω κάτι. Όλα έγιναν στον καιρό τους. Γι’ αυτό και δεν έχω «μετανιώσει» για καμία έκδοσή μου.

Γράψατε κάποτε το έξοχο μυθιστόρημα «Βικέντιος Καρμπονάρος. Ο συνονόματος, ή Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου». Γιατί δεν συνεχίσατε να μυθιστοριογραφείτε;

Πριν από τον «Συνονόματο» είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Το βάφτισμα». Είχα φτάσει 1200 σελίδες και ήμουν σχεδόν στην αρχή – το σταμάτησα! Δεν έβγαινε πουθενά. Κατόπιν ήρθε ο «Συνονόματος».  Ο Βικέντιος Καρμπονάρος είμαι εγώ – απλώς χάριν της μυθιστορηματικής πλοκής χρειάστηκε να «αλλάξω» όνομα και να «υποκριθώ» τον επιμελητή της έκδοσης. Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε. Το λέω αυτό, γιατί το βιβλίο αυτό πέρασε «κριτικώς» απαρατήρητο.  Όσοι το διάβασαν (όπως εσείς) μου είπαν / έγραψαν από καλά έως πάρα πολύ καλά λόγια. Αυτό με παρωθεί να καταπιαστώ επί τέλους με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με τίτλο «Το τριήμερο». Το σέρνω από το 2008, αλλά δεν το αποφασίζω…

Αποτελείτε μια σπάνια περίπτωση λογοτέχνη που έχει γράψει βιβλία για μια αθλητική ομάδα, τον Ολυμπιακό. Τι βιβλία είναι αυτά;

Το ένα από αυτά (το «45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους» από τις εκδόσεις Δίαυλος) το χαρακτηρίζω «μυθιστόρημα» – υπό όρους, μάλιστα, είναι! Κατ’ ουσίαν όμως, πρόκειται για ένα ιδιότροπο δοκίμιο πάνω στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από το 1958 που γεννήθηκα μέχρι το 2003, που έγινα 45 χρονών. Την αφορμή της συγγραφής μού την έδωσαν οι νίκες που κατήγαγε μέσα σε τούτα τα 45 χρόνια η αγαπημένη μου ομάδα, ο Ολυμπιακός, επί του αιώνιου αντιπάλου του, του Παναθηναϊκού. Έχω συγγράψει επίσης ένα σύντομο και ιστορικού περιεχομένου βιβλίο με τίτλο «Το Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού» και έχω συμμετάσχει σε πέντε κοινές εκδόσεις με θέμα τον Ολυμπιακό. Αγαπώ τον Ολυμπιακό, λατρεύω τον Ολυμπιακό. Τον παρακολουθώ ανελλιπώς από μικρό παιδί σε όλα τα σπορ. Μου έχει χαρίσει απίστευτες συγκινήσεις – χαρές και λύπες. Μου έχει μάθει τη ζωή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κατά βάση ποιήματα. Αλλά έχω εκδώσει και πεζά και δοκίμια. Μεταφράζω και εκδίδω ποιήματα, πεζά, δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχω ασχοληθεί και με την επιμέλεια και έκδοση παλαιών κειμένων. Γενικώς με ενδιαφέρουν όλα τα είδη γραφής. Δεν μπορώ ούτε να εξάρω ούτε να αποκλείσω κάποιο από αυτά.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω τα χούγια μου! Σχεδόν ποτέ δεν μεταφράζω ποίημα στο σπίτι! Πάντα σε καφενεία – σε χώρους γνωστούς μου, άκρως φιλόξενους. Ποιήματα έχω μεταφράσει και στα καφέ του Γηπέδου Καραϊσκάκη.  Όταν μεταφράζω ποίηση δεν θέλω ησυχία. Αντιθέτως επιζητώ τη δυνατή μουσική και τη φασαρία. Στο σπίτι μεταφράζω κατά βάση πεζά και φιλοσοφικά κείμενα. Εκεί βάζω να παίζει κλασική μουσική. Στην ανάγνωση η μουσική δεν με ενδιαφέρει: διαβάζω και με και χωρίς μουσική. Είμαι μουσικόφιλος πάντως, και διαθέτω πολύ μεγάλη δισκοθήκη. Τα βιβλία μου και οι δίσκοι μου είναι όλη η περιουσία μου. Τα λαϊκά τραγούδια από όλον τον κόσμο, το τάνγκο, οι ναπολιτάνικες καντσονέτες, το ροκ της δεκαετίας 1965-1975, ο Βέρντι, ο Μπραμς, ο Σοστακόβιτς ανήκουν στις κορυφαίες προτιμήσεις μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όπως είπα, μου αρέσει να γράφω έξω. Στην Αθήνα τα συγγραφικά στέκια μου είναι «Πόρτες» στο Νέο Ψυχικό (είναι κοντά στο σπίτι μου) και το παλιό «Dolce», νυν «Φίλιον» (στο κέντρο, στην οδό Σκουφά). Στην Κέρκυρα πηγαίνω σε 4-5 μέρη εναλλάξ, αλλά αγαπώ και το «Lunatico» στην πλατεία του παλιού Ψυχιατρείου. Εκεί έχω παρέα και πολύ αγαπημένα φιλαράκια μου: τον Μπάμπη, τον Μένιο, τον Λυκούργο, τη Τζούντυ – τα σκυλάκια που συχνάζουν εκεί.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία -παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Το κάνω ήδη. Γράφω για τον Δημήτρη Αρμάο – φίλο, ποιητή, άνθρωπο του βιβλίου, συνοδοιπόρο στις αναγνώσεις και στις μεταφράσεις. Μακάρι να ήταν στη ζωή και ας μην έγραφα τίποτα γι’ αυτόν…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά και η μικρή επιλογή είναι διαχρονική. Από τους δικούς μας: Σολωμός, Καβάφης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Πατρίκιος από τους ποιητές. Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Πολίτης, Μπακόλας, Βαλτινός από τους πεζογράφους. Σκαρίμπας – ποιητής και πεζογράφος. Από τους ξένους θα αναφέρω ενδεικτικά πέντε συγγραφείς του 20ού αιώνα: Μαγιακόφσκη, Παβέζε, Μπρεχτ, Μπόρχες, Παζολίνι. Ο αγαπημένος μου ποιητής: ο Κάρολος Μπωντλαίρ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Από τα ξένα έργα: «Τα άνθη του κακού» (Μπωντλαίρ), «Πόλεμος και ειρήνη» (Λέων Τολστόη), «Τα παιδιά της ζωής» (Παζολίνι), «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (Μούζιλ), «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Μπέκετ) και μέγα πλήθος άλλων. Από τα δικά μας: «Το κιβώτιο» (του Αλεξάνδρου), «Η φόνισσα» (του Παπαδιαμάντη), «Η πάπισσα Ιωάννα» (του Ροΐδη), «Στου Χατζηφράγκου» (του Κοσμά Πολίτη), «Με το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον» (του Γιάννη Πάνου).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Παβέζε, του Μπόρχες. Το «Θείο τραγί» του Σκαρίμπα και «Η κάθοδος των εννιά» του Βαλτινού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Παρακολουθώ στενά την πορεία της ποίησης στην πατρίδα μας. Με κάποιους ποιητές αναγνωρίζω συγγένεια, με κάποιους μας χωρίζουν πολλά. Να μερικά ονόματα – εντελώς ενδεικτικά: Αγγελής, Καψάλης, Κοσμόπουλος, Κουτσουρέλης, Λαλιώτης, Λουκίδου, Παπαλεξάνδρου, Στρούμπας… Ο Χρήστος Βάθης έβγαλε στη δεκαετία του ’80 τη «Μάγια σκιά» (εκδόσεις Διάττων) και έκτοτε –ποιητικώς– ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Την πεζογραφία δεν την παρακολουθώ τόσο στενά, γι’ αυτό και θα αναφέρω μόνο το όνομα του Γιάννη Παλαβού. Από τους θεατρικούς συγγραφείς επιλέγω τον Αντώνη Παπαϊωάννου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο «Ομπλόμωφ» του Ιβάν Γκοντσάρωφ! Τρεις φορές έχω διαβάσει το ομώνυμο μυθιστόρημα και πάντοτε νιώθω χαρά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Μαριάμπα» του Γιάννη Σκαρίμπα!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω σχεδόν όλα τα περιοδικά – και τώρα και από παλιά. Κρίνω ότι συμβάλλον θετικά στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας μας. Με πολλά από αυτά συνεργάζομαι τακτικότατα, οπότε δεν τίθεται θέμα «αγαπημένου». Για να απαντήσω, όμως, στην ερώτησή σας, θα πω ότι μου λείπουν η «Λέξη» και ο «Χάρτης», δύο εξαιρετικής ποιότητας περιοδικά, με τα οποία ποτέ δεν συνεργάστηκα, παρά τις άριστες σχέσεις μου με τους εκδότες τους.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω διαγωνίως τις παρουσιάσεις στα διάφορα έντυπα. Σπανίως παρουσιάζουν, πάντως, ενδιαφέρον. Συνήθως αναπαράγονται τα «δελτία τύπου» των εκδοτών – όταν δεν πρόκειται για «δημόσιες σχέσεις». Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Οι ολιγάριθμες εξαιρέσεις δεν επηρεάζουν τον κανόνα. Μπορεί να κακοχαρακτηρισθώ, αλλά δεν παρακολουθώ αυτού του είδους την «ξεπεταχτική» κριτικογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω και μεταφράζω, όπως ήδη είπα, ποίηση σε καφενεία. Συστηματικά δε, επί δεκαετίες! Είναι τόσο πολύ ρουτινιάρικο αυτό (με την καλή έννοια του όρου) που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον να πω τίποτα. Και επειδή με τα γραπτά μου είμαι πολύ προσεκτικός, θα σας πω ότι ούτε τον καφέ δεν έχω χύσει ποτέ στα χαρτιά μου, για να είναι το γεγονός «αξιομνημόνευτο». Μια φορά στο τρόλεϋ είχα δει κάποιον να διαβάζει τους «Αγροίκους» του Παβέζε, που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Τον ρώτησα, τάχα με απορία, τάχα αδιάφορα, αν παρουσιάζει ενδιαφέρον το μυθιστόρημα και μου είπε ότι η μετάφραση είναι πάρα πολύ τολμηρή, «σαν περίεργο πρωτότυπο». Τον ρώτησα ποιος το έχει μεταφράσει. Γύρισε στη σελίδα 5, διάβασε το όνομά μου και μου το είπε παρατονισμένο μάλιστα: «Κεντρώτης». Τι να σας πω: το είχα ευχαριστηθεί πολύ!

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω από τα 18 μου χρόνια ανελλιπώς. Αισίως άγω το 59ο έτος της ηλικίας μου. Ο μεταφραστικός τρόπος μου είναι η αυστηρότητα και η προσοχή μου. Δεν αφήνω ποτέ τίποτα έξω από τη μετάφραση, δεν «παρακάμπτω» ποτέ τίποτα. Μου λένε ότι τα μεταφράσματά μου είναι «ιδιότυπα» ή «χαρακτηριστικά». Αυτός είναι εμένα ο έπαινός μου! Η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού» – άρα ο μεταφραστής πρέπει να «διακρίνεται», να «ξεχωρίζει». Η μετάφραση, αν είναι και όσο είναι τέχνη, δεν μπορεί παρά να είναι η τέχνη του δημιουργού της. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «απρόσωπη» ή «αντικειμενική» μετάφραση. Δεν έχω μεταφράσει ποτέ κείμενα που δεν μου αρέσουν. Όλα μου τα μεταφράσματα είναι δικής μου επιλογής και ανάγονται σε δικά μου ενδιαφέροντα. Μπορεί κάποια από τα ενδιαφέροντά μου να έχουν ατονήσει μέσα μου με τα χρόνια, αλλά δεν έχουν σβηστεί. Μεταφράζω συγγραφείς που αγαπώ… που με ενδιαφέρουν τουλάχιστον με την προσωπικότητά τους… που με «καλλιεργούν»… που μου δίνουν ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα… που με πάνε παραπέρα… παραπάνω. Ουδέποτε μετάφρασα κάτι «επαγγελματικά» ή «ξεπεταχτιδίστικα». Ούτε θα το κάνω!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν και θα μπορούσα να σας απαντήσω με ένα «όλες», που θα ανταποκρινόταν και στα δύο σκέλη του ερωτήματός σας, θα προβώ σε επιλογή! Πιο πολύ με δυσκόλεψε η μετάφραση της «Νέας Επιστημονικής Γνώσης» του Τζαμπαττίστα Βίκο (εκδόσεις Gutenberg 2015), διότι έπρεπε να καλέσω στο χαρτί πολλά είδη γνώσεων και επιστημών, προκειμένου να συνεργασθούν. Η πιο μεγάλη δυσκολία από όλες ήταν το άτσαλο ύφος του συγγραφέα, το οποίο δεν έπρεπε να μεταφερθεί ούτε ως άτσαλο ούτε άτσαλα. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε εν τη γενέσει την προσπάθειά μου, που συνίστατο στο να μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά η τρίτη και τελική έκδοση του βικιανού έργου που είχε δει το φως της δημοσιότητας το 1744 στη Νάπολη. Το έργο έπρεπε να μεταφρασθεί με ήθος λόγου ελληνικού μικτού και επιστημονικού. Τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Η εγγενής πυκνότητα τόσο του νομικού όσο και του φιλοσοφικού λόγου αυτό ακριβώς απαιτούσαν – τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Αυτό το είχα αποφασίσει εξ αρχής – προτού καλά-καλά τραβήξω την πρώτη μολυβιά. Αποφασισμένο είχα επίσης και το ότι θα έπρεπε πολλές φορές σε κάθε σελίδα πρώτα να παραθέτω κάποια ξενόγλωσσα στοιχεία και ύστερα να τα μεταφράζω μέσα στο σώμα του μεταφράσματος.

Η άλλη απόφασή μου ήταν, όταν εισήγαγα ορολογία, να παραθέτω σε υποσημείωση την ιταλική ή όποια άλλη πρωτότυπη μορφή της: ο αναγνώστης θα διαπιστώσει έτσι ότι, ενδεικτικώς, η πρωτεία είναι η degnità, τα ρεύματα και αναρρεύματα είναι τα corsi e recorsi, και το διαφορολόγιοαλληγορία) είναι το diversiloquium. Είχα αποφασίσει και κάτι άλλο, που το επετέλεσα στο μέτρο του δυνατού: να διορθώσω τα λάθη του Βίκο, όλα τους συγγνωστά. Γράφοντας ο Βίκο από μνήμης τα πάντα περιέπεσε σε λάθη: καμιά φορά ο Πλάτων ήταν Αριστοτέλης ή κάποιο έργο του Πλάτωνος ονομαζόμενο ήταν άλλο (φέρ’ ειπείν ο Αλκιβιάδης Β΄ και όχι ο Αλκιβιάδης Α΄). Όλα αυτά τα λάθη αποκαταστάθηκαν· όπως αποκαταστάθηκαν φιλολογικώς και όσα λάθη είχαν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα λατινικά χωρία παρμένα από τον Τίτο Λίβιο ή τον Τάκιτο. Κατά τη μετάφραση βοηθήθηκα σημαντικά από μεταφράσεις του έργου σε άλλες γλώσσες: από την αγγλική του Νταίηβιντ Μαρς, από τη γαλλική της Κριστίνα Τριβούλτσιο και, κυρίως, από τη γερμανική του φιλόσοφου Βιττόριο Χαίσλε.

Έκρινα ότι έπρεπε να υπομνηματίσω εξαντλητικά το έργο – και το έκανα. Οι υποσημειώσεις, που ξεπερνούν τις 4000, είναι δύο ειδών: είναι «φιλολογικές», αναφερόμενες στις πηγές του Βίκο, και «αυταναφορικές», καθώς παραπέμπουν σε σημεία του βικιανού έργου. Έκρινα ότι έπρεπε να παρατεθούν όλες τους, καθώς προέρχονταν μέσα από το ίδιο το έργο, για να βοηθηθεί ο κριτικός αναγνώστης στη μελέτη του· όπως έκρινα επίσης ότι δεν θα έπρεπε να παρατεθεί ούτε μία υποσημείωση δευτεροταγούς χαρακτήρα, δηλαδή υποσημείωση αναφερόμενη μεν στο μεταφραζόμενο έργο, αλλά προερχόμενη έξω από αυτό. Αν το έκανα, οι σελίδες του έργου δεν θα ήσαν 1050, αλλά 2050! Και εν πάση περιπτώσει, ας το κάνει κάποια στιγμή κάποιος άλλος, διορθώνοντας και τα τυχόν δικά μου αβλεπτήματα. Να προσθέσω και τούτο: όποτε είχα αναφορά σε αρχαιοελληνικό ή λατινικό κείμενο, προτιμούσα να προσθέτω, πέραν της φιλολογικής του ταυτότητας, και το σώμα του κειμένου, ακριβώς για να διευκολύνεται ο μελετητής επί τόπου και να μην χρειάζεται να τρέχει να ψάχνει ή να ανοίγει βιβλία.

Η μετάφραση που πιο πολύ έχω ευχαριστηθεί δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα: είναι «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ. Τόσο πολύ την ευχαριστήθηκα που έκατσα και έγραψα και έναν επίλογο, που υπολογίζω ότι θα καλύπτει κοντά στις 350 σελίδες. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει –με το καλό– από τις εκδόσεις Gutenberg ως τα τέλη του 2017.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θα ήθελα να συστήσω το «Βιργιλίου θάνατος» του Χέρμαν Μπροχ (Gutenberg 2000), το «Στα χθόνια δώματα» του Πάμπλο Νερούδα (εκδόσεις Ύψιλον 2007),  και το «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή» (Gutenberg 2014), που είναι η μετάφραση του Ε΄ βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, με ποιήματα ερωτικά.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα αναφερθώ σε τρεις «αρνητικές» περιπτώσεις. Από την ιστορία της μετάφρασης έργων του Ρόμπερτ Μούζιλ θυμάμαι τον «ζήλο», τον «φανατισμό», με τον οποίον είχα επιδοθεί. Σε κάποιους δεν άρεσε η ενασχόλησή μου και προσπάθησαν να μου αμαυρώσουν τα μεταφράσματα, ακόμα και αν δεν ήξεραν το βασικότερο: γερμανικά! Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Βιργιλίου θάνατος» του Μπροχ. Στην πρώτη περίπτωση, εν έτει 1987, είχα απαντήσει γραπτώς και εξαντλητικά από τις στήλες του περιοδικού ΑΝΤΙ και είχα ξεκάνει τον «αντιρρησία» – δεν ήταν, πάντως, και ιδιαίτερα δύσκολο, διότι «δεν φέλαγε» όπως λένε στο χωριό μου. Στη δεύτερη περίπτωση (ούτε εδώ ο κριτής εγνώριζε καθ’ ομολογίαν του γερμανικά) δεν καταδέχτηκα να απαντήσω στο κακόβουλο δημοσίευμα που φιλοξενήθηκε σε «σαλόνι» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ. Μετά από μερικά χρόνια το έφερε η συγκυρία να συνυπάρξω κάπου με τον «κριτικό», ο οποίος, προβαίνων σε αλλεπάλληλα καραγκιοζιλίκια, προσπαθούσε να εκμαιεύσει κάποια συγγνώμη εκ μέρους μου. Εννοείται ότι δεν έλαβε τίποτα. Τρίτη περίπτωση, πάλι με τα γερμανικά στη μέση. Όταν μετέφρασα τη «Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα» του Μπρεχτ (Gutenberg 2014) κάποιοι ξεβολεύτηκαν (αλήθεια γιατί;), αλλά περιορίστηκαν σε προφορικά σχόλια, που φτάνανε ώς τ’ αφτιά μου. Περιορίστηκα σε όλες τις περιπτώσεις σε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Μακροθυμία, καλέ μου φίλε! Μακροθυμία! Κανείς δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν να γράψει ή να μεταφράσει ό,τι τραβάει η ψυχή του. Στην εποχή του διαδικτύου, μάλιστα, εκδίδονται τα πάντα ακόπως. Οπότε όποιος γουστάρει ό,τι γουστάρει μπορεί να το κάνει. Και δεν χρειάζεται να πάρει την άδεια από κανέναν ούτε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Νομίζω ότι από άλλη αφορμή έχω απαντήσει στις ερωτήσεις σας, αλλά μιας και ρωτάτε, θα ήθελα να προσθέσω τούτο. Αγαπώ πολύ τη μουσική – όλα τα είδη μουσικής, αρκεί να πρόκειται για μουσική και όχι για ήχους ατάκτως ερριμμένους. Θα γράψω μόνο ονόματα, όπως που έρχονται. Μάρκος Βαμβακάρης και Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, Γιώργος Μουφλουζέλης, Νίκος Ξυλούρης, Μανώλης Μητσιάς, Βίκυ Μοσχολιού, Δανάη Στρατηγοπούλου, Μαίρη Λω, Κούλα Νικολαΐδου, Τάσος Χαλκιάς, Γιώργος Παπασιδέρης, Κάρλος Γαρδέλ, Ιμπέριο Αρχεντίνα, Ασουκένα Μαϊσάνι, Ανδριάνα Βαρέλα, Αταουάλπα Γιουπάνκι, Ρομπέρτο Μούρολο, Ρόζα Μπαλιστρέρι, Οτέλλο Προφάτσιο, Γκίζελα Μάυ, Βολφ Μπίρμαν, Τράφικ, Άνιμαλς, Τεν Γίαρς Άφτερ, Μπενιαμίνο Τζίλι, Τζουζέπε Ντι Στέφανο, Ζωρζ Μπρασένς, Πατασού, Μονίκ Μορελί – και χίλιοι άλλοι!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Οι συγγραφείς που αγαπώ πάρα πολύ έχουν ήδη μεταφραστεί από εμένα. Ποτέ δεν μετέφρασα έργο ή συγγραφέα που δεν μου άρεσε.  Έχω ετοιμάσει περίπου 20 μεταφράσεις που δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Καλά να είμαστε και θα εκδοθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Θέλω να μεταφράσω τα σονέτα του Γκουίντο Καβαλκάντι και μια επιλογή από τα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Στην Ελλάδα έχω αρνητική εμπειρία από την «κριτική» των μεταφράσεων.  Όταν δεν είναι «λαθολογία», γίνεται αδιάφορη «γενικολογία», όπου και συνήθως διαβάζουμε ότι «ο μεταφραστής απέδωσε με ευαισθησία και γνώση όλες τις πτυχές του πρωτοτύπου»… Όταν διαβάζω τέτοια πράγματα, σχηματίζω την εντύπωση ότι ο «κριτικός» μπορεί να μην έχει πιάσει καν στα χέρια του το βιβλίο που «κρίνει».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ουδέποτε είχα προβλήματα. Έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί με τον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο, με τη Μαρία Ράμμου, με τον Θανάση Χριστοδούλου, με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, με τον Ηλία Καφάογλου, με ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει διόρθωση και επιμέλεια. Εξ άλλου κι εγώ έχω εργασθεί ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων, οπότε…

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ομολογώ όχι! Μάλλον δεν με συμπαθούν… Ο Βιργίλιος ως προσωπικότητα έχει, πάντως, στοιχειώσει τη ζωή μου. Τον μελετώ με ιερό φανατισμό.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είμαι διδάκτωρ νομικής,καθώς έχω συγγράψει διδακτορική διατριβή στο Διοικητικό Δίκαιο στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο της Σααρλάνδης. Η εν γένει κουλτούρα μου είναι επηρεασμένη από τη νομική σκέψη. Άρα και ο τρόπος γραφής μου μετέχει και της νομικής παιδείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Παλιότερα ήμουν δικηγόρος. Από το 1994 μέχρι σήμερα είμαι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Διδάσκω «Θεωρία και πράξη της μετάφρασης», «Νεοελληνική λογοτεχνία» και «Μετάφραση νομικών κειμένων από τα γερμανικά στα ελληνικά».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω λατινοαμερικανούς ποιητές, κυρίως από την Αργεντινή. Γράφω ποιήματα. Μεταφράζω το «Ασματολόγιο» («Canzoniere») του Πετράρχη και την «Αινειάδα» του Βιργιλίου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν είμαι φίλος ή συστηματικός θεατής του κινηματογράφου και του θεάτρου. Μου αρέσει ο Παζολίνι και ο Βάιντα. Από τους θεατρικούς συγγραφείς αγαπώ τον Μπέκετ και τον  Ίψεν. Εννοείται ότι έχω διαβάσει πολύ καλά τους τρεις κορυφαίους έλληνες τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Εξ άλλου έχω μεταφράσει τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και τι να την κάνω την αιώνια νιότη; Εξ άλλου ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη της ζωής. Μπα, δεν θα το δεχόμουν – πέραν του ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται! Εύχομαι πάντως «καλά ξέτελα»!

Περί Ολυμπιακού

Πώς γίνατε οπαδός του Ολυμπιακού; Πώς αρχίσατε να γράφετε για την ομάδα; Υπάρχει κάποιο μυθιστόρημα ή άλλο έργο που θα θέλατε να γράψετε για τον Ολυμπιακό; Έχετε ξεχωρίσει κάποιο κείμενο άλλου δημιουργού με λογοτεχνικές αρετές αφιερωμένο στην ομάδα;

Θυμάμαι τον εαυτό μου ως οπαδό του Ολυμπιακού από το 1963. Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής νικήσαμε τον Παναθηναϊκό με 5-3 μέσα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε αγώνα Κυπέλλου. Για τον Ολυμπιακό άρχισα να γράφω με την προτροπή του αείμνηστου φίλου μου Παναγιώτη Γαρίδη, που από τις εκδόσεις Δίαυλος εξέδωσε το «Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού». Έχω γράψει δύο βιβλία για τον Θρύλο και έχω συμμετάσχει σε άλλες πέντε ομαδικές εκδόσεις. Θέλω να γράψω κείμενα για τον Ανδρέα Μουράτη και τον Γιώργο Σιδέρη. Έχω όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αγαπημένη μου ομάδα. Ξεχωρίζω το «Μίλα μου για τον Θρύλο» του Νίκου Μαυρωνά, εκδεδομένο ομοίως από τις εκδόσεις Δίαυλος.

Μπορείτε να αναφέρετε μια αξέχαστη στιγμή της ομάδας σας από κάθε δεκαετία, στιγμή που έμεινε εντυπωμένη στην μνήμη σας;

Θα σας αναφέρω μόνο μία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1987 ο Ολυμπιακός είναι προτελευταίος στη βαθμολογία με 6 βαθμούς  σε 11 αγώνες. Στο ΟΑΚΑ έχουν συρρεύσει 61.000 θεατές. Εγώ δεν ήμουν εκεί. Ήμουν στη Γερμανία, μεταπτυχιακός φοιτητής. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, κι εγώ περιμένω το κορίτσι μου, την Πολυξένη –που είχε την «ατυχία» να γίνει σύζυγός μου αργότερα– να έλθει να γιορτάσουμε μαζί. Από το αεροδρόμιο της Φραγκφούρτης την παίρνω και ανεβαίνουμε τραινάτοι σε κάτι γερμανούς φίλους στον Βορρά, στο Αμβούργο. Όταν φτάσαμε, ανοίγουμε τη βαλίτσα της, τακτοποιούμε τα πράγματά της, και κατόπιν ανοίγουμε και τη βαλίτσα μου, από όπου προς μεγίστην έκπληξή της βλέπει να βγάζω ένα ραδιόφωνο ικανού όγκου, μια μπακατέλα του κερατά, που έπιανε βραχέα και το είχα για να ακούω τα ματς του Θρύλου. Παρακαλώ τον οικοδεσπότη μας (έναν ευγενέστατο κύριο μιας κάποιας ηλικίας) να με «πετάξει» ώς το Μπλανκενέζε που ήξερα ότι έχει «μεγάλο άνοιγμα» (μια ώρα δρόμος από το Ποπενμπύτελ, όπου μέναμε) για να «πιάνει καλύτερα το ράδιο».

Τί να κάνει ο άνθρωπος, με πήγε – παρά τις έντονες αποτρεπτικές κουβέντες της κυρίας μου και τα συνακόλουθα «μούτρα». Και όχι μόνο με πήγε ο καλός εκείνος άνθρωπος, αλλά και έκατσε σε ένα ωραίο ημιυπαίθριο καφέ και με περίμενε μέχρι να τελειώσει το ματς με την Παναχαϊκή, διασκεδάζοντάς το κιόλας, καθώς αυτός έπινε τις μπυρούλες του (χειμωνιάτικα…) κι έβλεπε εμένα να παρακολουθώ το ματς μέσα από έναν καταιγισμό από «αγγγγγκτ… γτγτγτγτρκρτφζξθγ… κλτρμνγργργρμρψταπλ… γτκτρμντγρκδρτα»! Και από κοντά μου ήσαν και δυό άλλοι πατριώτες (ναι, και γαύροι) που είχαν βρεθεί τυχαία εκεί ως τουρίστες, και είχαν αφήσει τις παρέες τους σύξυλες για ν’ αφοσιωθούν και αυτοί στην ακρόαση. Το τί έγινε στα γκολ είναι πέραν πάσης περιγραφής. Στο 1ο κιόλας λεπτό ο Τάσος Μητρόπουλος και στο 70ό ο Σάκης Μουστακίδης ήσαν οι σκόρερ. Ο γερμανός φίλος μου (λάτρης του φολκλόρ, όπως άλλωστε όλοι οι Γερμανοί) το κατευχαριστήθηκε. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο «πράμα». Ούτε του είχε τύχει να δει ποτέ τρία αφτιά στριμωγμένα και κολλημένα σε ένα ράδιο της συμφοράς να ακούνε ποδόσφαιρο. Πάντα μαθαίνει κανείς νέα πράγματα, πάντα σε περιμένουν νέες εμπειρίες – λέω… Γι’ αυτό και είναι ωραία η ζωή!

Εικονίζονται: ελάχιστα από τα βιβλία που συνέγραψε ή μετάφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής, Charles Baudelaire, ένα αγαπημένο του βιβλίο, ένας αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας, Νεμέα 1973, Giambattista Vico, Hermann Broch, ένας δίσκος της Imperia Argentina, ένα χαμόγελο του Carlos Gardel, o φιλοξενούμενος σε μια εποχή που δεν γνώριζε κανέναν από τους παραπάνω και Γιώργος Σιδέρης.

Σημείωση: Το Πανδοχείο προειδοποιεί: οι εικόνες μπορεί να εναλλάσσονται χωρίς προειδοποίηση, κατά το κοινώς λεγόμενον ροτέισον.

27
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 176. Έρση Σεϊρλή

ErsiEgina2_

Περί γραφής.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Από την αθωότητα του ευαίσθητου βλέμματος (Μικρές Ανάγκες, Δελφίνι 1992) και την βιαστική επανεμφάνιση, όπου σπαταλήθηκαν οι ωραίες ιδέες (Αν ήθελε να πει την αλήθεια, Εξάντας 1994), στην ολοκληρωμένη πρόταση για ένα ταξίδι στο ανοίκειο. Αγαπημένο βιβλίο Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΟΡΡΟΠΙΣΤΗ, κυκλοφόρησε από τις εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ το 1998. Ακολούθησε ένα μορφολογικό παιχνίδι με το παράλογο (Επιζήμιο Εύρημα, Γαβριηλίδης, 2003). Στο ΝΕΟΙ ΑΝΤΡΕΣ (Μεταίχμιο, 2008), η ερημιά μιας αφιλόξενης πόλης γίνεται μάρτυρας  στα ερωτικά σκιρτήματα μοναχικών γυναικών.  Στο ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΟΥ (Απόπειρα, 2013) η κρίση έχει καταστήσει την Αθήνα πόλη δυστοπική. Άραγε ο έρωτας ανάμεσα στην ώριμη ηρωίδα  και τον νεαρό Γερμανό επισκέπτη  είναι καταδικασμένος; Μόνη ελπίδα η Φύση και οι ιστορίες του παρελθόντος.

ΡΕΚΒΙΕΜ

Το ΡΕΚΒΙΕΜ που μόλις κυκλοφόρησε, (εκδ. Απόπειρα), περιλαμβάνει τρία αφηγήματα και είναι επισήμως αφιερωμένο στην Αθήνα και σε όσους νοιάζονται γι’ αυτήν. «Ο Μάρκος των Εξαρχείων» άρχισε να παίρνει μορφή το 2003 και το «Περίληψη Καταστροφής», το 2008, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Το «Ρέκβιεμ» γράφτηκε το καλοκαίρι του 2015 στην Πλατεία Βικτωρίας.  Ο σαρκασμός, η ειρωνεία και η υπονόμευση των κωδίκων στις δύο πρώτες ιστορίες, συμπληρώνονται με τη δραματική αλληγορία του ΡΕΚΒΙΕΜ. Επειδή ενίοτε τα γεγονότα μας ξεπερνούν και η ζωή διαψεύδει τις καλές μας προθέσεις….  Αν το «Η αμηχανία του ισορροπιστή» θεωρηθεί ως μια ποιητική εκδοχή του Πόνου, το «Ρέκβιεμ» βρίσκεται στους αντίποδες. Αποτελεί την Μεταποιητική του.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Η διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό είναι ισχυρή μέσα μου. Δεν γράφω ποτέ εκτός γραφείου-σπιτιού.

b79682

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Αναπόφευκτα  βρίσκεις αρκετούς ήρωες μπροστά σου. Κάποιες κυρίες, μάλιστα, φημίζονται για την επιμονή τους.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δυστυχώς θα καταφύγω στην κοινοτοπία…. Δεν βρίσκω εγώ τις ιδέες. Εκείνες με βρίσκουν. Εξάλλου δεν είμαι επαγγελματίας γραφιάς. Χρειάζομαι ισχυρό ερέθισμα. Αλλά από ό, τι φαίνεται, δεν λείπουν οι συγκινήσεις….

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τις απογευματινές ώρες είμαι επιρρεπής στη μελαγχολία. Γι’ αυτό γράφω κυρίως το απόγευμα μέσα στη σιωπή. Η μουσική – η κλασσική, αλλά και ορισμένα τραγούδια- ασκεί καταλυτική επίδραση πάνω μου, διεκδικώντας την αποκλειστικότητα…..

b208

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι θεωρητικές και καλλιτεχνικές. Όσο για τον τρόπο βιοπορισμού…. Μάλλον ακολουθώ τη μέθοδο της ηρωίδας μου από το «Γράμμα στον Εχθρό μου». «……Θα μου άρεσε να υπήρχε μια ανάλογη εργασία. Να κάθομαι δηλαδή σε μια πολυθρόνα και να καταγράφω τις αλλαγές των σύννεφων. Δεν ξέρω πόσο ανταποδοτική θα ήταν, αλλά από γαλήνη, άλλο τίποτα».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν θα ανελάμβανα να γράψω τη βιογραφία κανενός. Προτιμώ το μύθο των προσώπων  παρά τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν τρέφω καμία αυταπάτη…..

Περί ανάγνωσης

b195401

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εκτός από τη σταθερή, συναισθηματική και μαγική επαφή που διατηρώ με τον Μ. Προυστ, οι προτιμήσεις μου αλλάζουν. Παλιά είχα δημιουργήσει σχέση με τον Σάμπατο και τον Κορτάσαρ (ποτέ με τον Μαρκές). Έχω περάσει θαυμάσιες ώρες  με τον Τόμας Μαν, τον Γκόγκολ και τόσους άλλους. Σήμερα γέρνω προς τους γερμανόφωνους, τους οποίους δυστυχώς δεν μπορώ να διαβάσω στο πρωτότυπο. Κάφκα, Μούζιλ, Μπροχ, Ροτ, Μπέρνχαρντ, Zebald. Θα παραλείψω τα καθ’ ημάς αυτονόητα. Παπαδιαμάντη τουτέστιν και Βιζυηνό, για να αναφέρω το «Κιβώτιο», του Αλεξάνδρου, τις «Δύσκολες Νύχτες» και το «Θέλετε να χορέψομε, Μαρία»  της Μέλπως Αξιώτη. Θεωρώ επίσης σημαντικάτα πρώτα βιβλία της Μαργαρίτας Καραπάνου. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω το χρέος μου στον Γονατά και τον Καχτίτση.

b130345

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πώς να διαλέξεις μόνο ένα διήγημα ή μόνο ένα ποίημα; Παραλείποντας γνωστά και σπουδαία ονόματα, θα αναφέρω έναν υποτιμημένο στυλίστα της μικρής φόρμας. Τον Φαίδρο Μπαρλά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Με ενδιαφέρει η νεωτερική γραφή, αλλά αυτό που εγώ θεωρώ νεωτερικό, δεν είναι η αναπαραγωγή κάποιων μοντερνιστικών στερεοτύπων. Είμαι βέβαιη ότι υπάρχουν νέοι συγγραφείς οι οποίοι επιχειρούν κάτι προσωπικό, άρα νέο (στη μικρή κλίμακα που αναλογεί στον καθένα από μας, εννοείται).  Πιστεύω επίσης ότι είναι αρκετοί εκείνοι που αντιστέκονται στον  παρωχημένο  «ανθρωπιστικό» και με «κοινωνικές ευαισθησίες» ρεαλισμό,  τόσο της μόδας τελευταία….  Αλλά πώς να διακρίνεις την ήρα από το στάρι; Πώς να τους ανακαλύψεις;   Δεν υπάρχει αξιόπιστη Κριτική. Δεν θα αντιλαμβανόμουν  το «ΓΑΜ» πχ. της Κατερίνας Έσσλιν,  εάν δεν είχε τραβήξει την προσοχή μου το κίτρινο εξώφυλλο του  στην προθήκη του εκδοτικού μου οίκου.

Φαίδρος Μπαρλάς

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πίσω και από τον πιο ζηλευτό ήρωα καιροφυλακτεί η πραγματικότητα. Δεν διαλέγω έναν ολόκληρο. Κλέβω κομμάτια από τον καθένα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν θέλω να αδικήσω κανένα περιοδικό. Όλα κάνουν σπουδαία δουλειά. Παλιά ήμουν συνδρομήτρια στη «Λέξη», το «Διαβάζω» κλπ. Αλλά γιατί να το κρύψω; Το αγαπημένο μου περιοδικό είναι «Το Δέντρο». Μου δίνει την αίσθηση του χειροποίητου. Αποπνέει γνώση, γούστο, μεράκι. Όλα με μέτρο και προ παντός φαντασία. Χωρίς φιλολογική σκόνη.

Memoires

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αυτόν τον καιρό διαβάζω τις «Memoires de la Comtesse de Boigne». Εκδ. του ’71, που ανακάλυψα στο περίπτερο με τα συλλεκτικά βιβλία επί της Ασκληπιού.  Και τι σύμπτωση! Ο Προυστ είχε γοητευθεί ιδιαιτέρως από τις αναμνήσεις της εν λόγω κυρίας

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάποτε διάβαζα κριτικές βιβλίων με ενδιαφέρον –και προτιμούσα- τις έντυπες. Τώρα μου αρκεί μια διαγώνια ματιά για να αντιληφθώ το κινούν αίτιον.

HERMAN-BROCH

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Κυκλοφορώ συχνά με τα ΜΜΜ και, όταν δεν πέφτω σε περισυλλογή, διαβάζω Κυριακάτικες εφημερίδες ή το «Δέντρο». Ποτέ κάτι που απαιτεί  απόλυτη συγκέντρωση. Αλλά νομίζω ότι και η Comtesse θα ταίριαζε στο μετρό.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είμαι φανατική cinephile. Καταβροχθίζω ταινίες. Έχω δει σπουδαία φιλμ τα τελευταία χρόνια. Ο κατάλογος είναι μακρύς, γι’ αυτό αναφέρω ενδεικτικά μόνο το «Λεβιάθαν» και το  «Ανθρώπινη Κιβωτός». Ρώσων δημιουργών -κατά σύμπτωση- και τα δύο. Το θέατρο, έχω αρχίσει να το βαριέμαι. Αναμονή, κοσμικότητες, μαϊμουδισμοί. Πολλή η ταλαιπωρία, σπανιότατη η συγκίνηση.

sabato_con_sombrero

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Και μάλιστα με τόσο βαρύ αντίτιμο; Ω πόση πλήξη, Θεέ  μου…..

Στις εικόνες: Φαίδρος Μπαρλάς, Hermann Broch, Ernesto Sabato.

23
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 175. Θωμάς Συμεωνίδης

Θ.Σ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», υπάρχει ένας ανώνυμος αφηγητής που καταφεύγει στο Παρίσι προκειμένου να αποφύγει μία πλεκτάνη που έχει στηθεί σε βάρος του. Ο αφηγητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μία νέα πραγματικότητα, αυτή της περιπλάνησης και της επιβίωσης στο Παρίσι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαχειριστεί ένα ασήκωτο κατά τα φαινόμενα φορτίο ενοχών και τύψεων που οφείλεται στην αδυναμία του να αποτρέψει τη δολοφονία και την αυτοχειρία, αντίστοιχα, δύο νέων ανθρώπων, που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, σε έναν δημόσιο οργανισμό υγείας με έδρα την Αθήνα.

Η αναμέτρηση με την αλήθεια και τις ψευδαισθήσεις, αλλά και η διατήρηση στη ζωή μέσα από τον επαναπροσδιορισμό και την αναζήτηση νέων αναφορών, είναι η πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπος ο αφηγητής της ιστορίας. Μία πρόκληση που πιστεύω ότι έχει μία γενικότερη, ατομική και συλλογική αξίωση.

Cover Gine o iroas mou-1

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Η συγγραφή του «Γίνε ο ήρωάς μου!», ξεκίνησε το 2010, όταν πήρα την απόφαση να φύγω από την Ελλάδα, και ολοκληρώθηκε στη Γαλλία το 2014. Η συγγραφή του, σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με αυτή την απόφαση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει πολύ τα τελευταία χρόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (Bnf), και κάνω μία έμμεση αναφορά και στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», αναφέροντας τη θέση W.113, όπου δουλεύω συνήθως και η οποία βρίσκεται κοντά στον τομέα της ελληνικής λογοτεχνίας. Για την ύπαρξη αυτής της βιβλιοθήκης νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη, αλλά και για κάθε χώρο που συγκροτεί αντίστοιχες κοινότητες ανάγνωσης, γραφής και έρευνας.

Cover_Ola einai parexigisi-1

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Θραύσματα των ηρώων μου, υπάρχουν μέσα μου, γύρω μου, υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο συνδέομαι με ό,τι με περιβάλλει.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ιδανικά, το πρωί, με ησυχία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Ναι, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν υπόσταση σε ένα συγκεκριμένο τυπικό. Ανάφερα πιο πάνω για παράδειγμα, τη θέση W.113, όταν πηγαίνω στην Bnf. Από ένα σημείο και μετά όμως, δεν ξέρω πόσο νόημα θα είχε να αναφερθώ σε πράγματα που έχουν να κάνουν κυρίως με τη διαδικασία της συγκέντρωσης και τις συνθήκες γραφής, αλλά όχι και με την ουσία της.

Layout 1

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είναι ελάχιστες οι φορές που έχω γράψει ή διαβάσει κάτι συνοδεία μουσικής, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μου αρέσει η μουσική. Ακούω σε διάφορες στιγμές και κυρίως κατά τις μετακινήσεις μου, ηλεκτρονική μουσική θα έλεγα, στις διάφορες εκδοχές της, από ροκ μέχρι κλασική. Ενδεικτικά, αναφέρω κάποια σχήματα που υπάρχουν στις τωρινές επιλογές μου: Apparat, Archive, Daughter, Infadels, Lali puna, M83, Of Monsters and Men, Placebo, Steve Reich, Tim Hecker.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είχα επαφή με πολλά και διαφορετικά αντικείμενα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου και αυτό οφείλεται περισσότερο σε μία εσωτερική ανάγκη παρά στην αναζήτηση μίας επαγγελματικής κατάρτισης/εξειδίκευσης. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναγνωρίσω τη στήριξη που είχα από τους γονείς μου, σε σημείο αυτοθυσίας θα έλεγα, καθώς δεν υπήρχε η οικονομική άνεση για κάτι τέτοιο.

Layout 1

Εργάστηκα πάντως σε διάφορους τομείς, κυρίως στη δημόσια διοίκηση, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, σε κάποια αρχιτεκτονικά γραφεία.

Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να βρω μία λύση στη βιοποριστική εξίσωση μέσα από την έρευνα και τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο.

Θεωρώ αυτή την ενασχόληση πιο συμβατή με τη συγγραφική μου δραστηριότητα, αν και πιστεύω ότι η γραφή τροφοδοτείται από όλο το φάσμα της εμπειρίας και της ζωής ενός συγγραφέα, και όχι από ένα ή κάποια μεμονωμένα αντικείμενα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω γράψει και συνεχίζω να γράφω, χωρίς όμως να έχω εκδώσει κάποια συλλογή. Θεωρώ πάντως, ότι παρά το γεγονός ότι η πρόζα και η ποίηση αντιστοιχούν σε διαφορετικές κλίμακες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, η ουσία παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ίδια. Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», πιστεύω ότι οι τελευταίες σελίδες θα μπορούσαν να διαβαστούν από μόνες τους ως ένα μεγάλο σε έκταση ποίημα, ενώ το δεύτερο ολοκληρωμένο μου μυθιστόρημα (καθοδόν για την έκδοσή του), πιστεύω ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία σύνθεση ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές κλίμακες: ποίηση, διήγημα/νουβέλα, μυθιστόρημα.

paul celan-

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν ξέρω πραγματικά αν θα μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο, με την έννοια ότι θα μου ήταν δύσκολο να κινηθώ σε ένα αυστηρά ρεαλιστικό/πραγματολογικό πλαίσιο. Έχω δουλέψει πάντως πάνω σε έναν υπαρκτό πρόσωπο για τις ανάγκες του πρώτου μου θεατρικού κειμένου. Αναφέρομαι στον Paul Celan και σε μία μεγάλη σχετικά έρευνα που έκανα πάνω στη ζωή και το έργο του. Ωστόσο, το τελικό κείμενο σε συνδυασμό με την θεατρική φόρμα, ανταποκρίνεται περισσότερο στα χαρακτηριστικά μίας αναζήτησης παρά σε αυτά μίας παρουσίασης.

Τι γράφετε τώρα; 

Αυτό που πιστεύω ότι θα είναι το τρίτο μου μυθιστόρημα.

Saul Bellow 3-

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Υπάρχουν πολλοί. Θα αρκεστώ όμως σε αυτούς που μελέτησα πιο συστηματικά: Samuel Beckett, James Joyce, Saul Bellow.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Youth (Σκηνές από τη ζωή ενός νέου) του J.M.Coetzee είναι ένα από τα βιβλία που ακριβώς την εποχή που το διάβασα, το 2005, ένιωσα να έρχομαι τόσο κοντά σε έναν ήρωα: ίδια πόλη, ίδια γειτονιά, ίδιες ανησυχίες, ίδια αίσθηση εξορίας, ίδια μορφή απομόνωσης, ίδια αμφιθυμία απέναντι σε όσα θεωρούνται σταθερά στη ζωή κάποιου, ίδια επιθυμία για μία άλλη ζωή και πάνω από όλα ο πόθος του καλλιτέχνη για έκφραση και μεταμόρφωση μέσω της τέχνης.

marcovaldo1

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για λόγους περισσότερο συναισθηματικούς, κάποιες από τις ιστορίες στον Μαρκοβάλντο του Καλβίνο. Τις είχα διαβάσει όταν είχα εγκατασταθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 2006. Η πραγματικότητα που διανοιγόταν κάποιες στιγμές μπροστά μου, ειδικά κάποιες νύχτες, επικοινωνούσε με εκείνες της ιστορίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η ονοματολογία δεν ξέρω αν θα βοηθούσε στην προκειμένη περίπτωση. Αυτοί πάντως ξέρουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αίαντας του Σοφοκλή. Πέρα για πέρα ανθρώπινος, από όλες τις απόψεις.

Richardson Clarissa1967

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Η συγκεκριμένη ερώτηση, είναι ερώτηση παγίδα, όπως και πολλές από αυτές που προηγήθηκαν και ακολουθούν.

Έχω καταρτίσει μία λίστα με αναγνώσεις, για τις ανάγκες του τρίτου μυθιστορήματος που γράφω, καθώς και για ένα θεατρικό.

Η λίστα αυτή είναι δίπλα μου τώρα, μοιάζει με το νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης των Sanaa στη Νέα Υόρκη.

Το μεγαλύτερο σε όγκο έργο, είναι η Κλαρίσσα του Richardson. To παλαιότερο, μάλλον η Αντιγόνη του Σοφοκλή και το πιο σύγχρονο, ένα λεύκωμα για το μαύρο στη ζωγραφική.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, τόσο έντυπες όσο και ηλεκτρονικές, αν και λόγω απόστασης πολλές φορές, προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο μπορώ από το διαδίκτυο.

steve_reich

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Τον Σεπτέμβριο του 2006, στην αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκη – Αθήνα, το Καντίς για ένα αγέννητο παιδί του Kertesz. Ένιωσα να ταυτίζομαι με κάποιες τονικότητες του αφηγητή, σε σχέση με κάποια πράγματα που πίστευα ότι είχα αφήσει πίσω μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή, ότι θα ταυτιζόμουν αργότερα με κάποιες άλλες τονικότητες της αφήγησης, σε σχέση με κάποια πράγματα που θα έβρισκα μπροστά μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Παρακολουθώ όσο μπορώ. Ειδικά στο θέατρο, ασχολούμαι και ερευνητικά πλέον με την παραγωγή του Romeo Castellucci και την Socìetas Raffaello Sanzio, ενώ μου αρέσει πολύ και η δουλειά του Christoph Marthaler. Από την ελληνική θεατρική σκηνή, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στον Σάββα Στρούμπο, με τον οποίο έχουμε ξεκινήσει μία συνεργασία για την παρουσίαση του πρώτου μου κειμένου για το θέατρο. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα για το θάρρος του, την ακεραιότητα και τη συνέπειά του. Παρακολουθώ επίσης σύγχρονο, αλλά και κλασικό κινηματογράφο.

romeo-castellucci

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Απέχω από τα κοινωνικά δίκτυα με την έννοια ότι δεν έχω κάποιον λογαριασμό αυτή τη στιγμή στο facebook ή στο twitter, γιατί έχω την αίσθηση ότι λειτουργούν σε διαφορετικούς χρόνους από αυτούς τους οποίους θέλω να πιστεύω ότι υπηρετεί η τέχνη και η λογοτεχνία. Αναγνωρίζω βέβαια, ότι χάνω την επαφή μου με κάποιους ανθρώπους και γεγονότα, αλλά πιστεύω και πάλι, ότι αν πρόκειται για μία αληθινή και ουσιαστική επαφή, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να συσταθεί και να διατηρηθεί. Από την άλλη, αν θεωρήσουμε τα κοινωνικά δίκτυα ως εργαλείο προώθησης, δεν σας κρύβω, ότι νιώθω μία αμηχανία όταν αυτό πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι.

John Ashberry

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν κάποιος σας χάριζε τη συγγραφική και αναγνωστική ιδιότητα με αντίτιμο την απώλεια της αιώνιας νιότης, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; Ναι.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω μεταφράσει τα τελευταία τρία πεζά έργα του Samuel Beckett γνωστά και ως H Τελευταία Τριλογία του Beckett και τους Τρεις Διαλόγους επίσης του Beckett. Θεωρώ ότι πρόκειται για κάποια από τα πιο σημαντικά κείμενα του Beckett, τα οποία μεταφράζονται κατά το μεγαλύτερό τους μέρος για πρώτη φορά στα ελληνικά. Με αφορμή αυτές τις μεταφράσεις, θέλησα να τοποθετηθώ και στον σχετικό διάλογο που αφορά τη σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, αλλά και τη σχέση της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες, όπως η ζωγραφική. Για αυτό το λόγο, οι μεταφράσεις συνοδεύονται από δύο εκτενή επίμετρα πάνω ακριβώς σε αυτά τα θέματα. Βασικός μου σκοπός ήταν μέσα από τις μεταφράσεις, τις αντίστοιχες εισαγωγές και τα επιμέτρα, να προσεγγιστεί το έργο του Beckett μέσα από καινούριες οπτικές γωνίες.

Θ.Σ.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

John Ashbery, Paul Celan, Elfride Jelinek.

Στις εικόνες: Paul Celan, Saul Bellow, Steve Reich, Romeo Castellucci, John Ashbery

03
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 174. Χρυσοξένη Προκοπάκη

IMG_7167_

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν η νουβέλα, Μέλαινα Χολή (εκδ. Άπαρσις, 2013). Είναι ο μονόλογος ενός άνδρα ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη, και, συνάπτοντας μια ιδιότυπη σχέση με μια κοπέλα, αρχίζει σιγά σιγά να συνέρχεται. Οι ήρωες αλλάζουν ρόλους, αλλάζουν πρόσωπα. Κάποιες στιγμές χάνουν τον εαυτό τους, για να τον βρουν στο τέλος διαφορετικό μέσα από τον άλλο.

Το Λευκό μακρύ παλτό (και άλλες ιστορίες) (εκδ. Μανδραγόρας, 2016), βγήκε πριν από λίγο καιρό, και περιλαμβάνει έντεκα διηγήματα. Είναι οι ιστορίες ανθρώπων που ζουν στο διπλανό μας σπίτι, που περιφέρονται στη γειτονιά μας, αλλά ποτέ δεν είδαμε κάτι πέρα από το περίγραμμα του εαυτού τους.

PROKOPAKI LEFKO PALTOr

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν τα τελευταία τρία χρόνια, χωρίς να έχω κατά νου τι θα απογίνουν. Απλώς ένιωθα την ανάγκη να αποτυπωθούν στο χαρτί για να υπάρξουν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο γραφείο, συνήθως, θα ολοκληρωθεί η ιστορία, αλλά σχεδόν ποτέ δεν θα ξεκινήσει από εκεί. Οπουδήποτε αλλού, εκτός από το γραφείο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Δεν με ακολουθούν, είναι συνεχώς μέσα μου, έτσι ακριβώς όπως τους έφτιαξα. Νέα τους δεν μαθαίνω. Τους αφήνω στην ησυχία τους και με τον καιρό με αφήνουν κι εκείνοι. Αναγκαστικά.

melaina xoli

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μάλλον οι ιδέες παγιδεύουν εμένα κι όχι εγώ εκείνες. Με στοιχειώνουν μέχρι να τις βάλω στο χαρτί, οπότε και με αφήνουν ελεύθερη.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ καμία διαδικασία. Όταν νιώθω ότι κάτι πάει να γεννηθεί, το καταγράφω σε όποιο χαρτί βρω εύκαιρο εκείνη τη στιγμή. Ανακαλύπτω παλιές σημειώσεις για μελλοντικές ιστορίες στις λευκές σελίδες των βιβλίων ή σε αποδείξεις του σούπερ-μάρκετ. Κάπως έτσι όμως χάνονται και πολλές ιστορίες.

camus-par-ferrandez

Συνήθως ακούω μουσική ανάλογα με τη διάθεσή μου, ενίοτε και ανάλογα με τη διάθεση του εκάστοτε ήρωά μου. Τον τελευταίο καιρό ακούω περισσότερο κλασική μουσική, Σούμπερτ, Ραχμάνινοφ, Λιστ.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία με σκοπό να ακολουθήσω την ψυχολογία. Στην πορεία όμως ασχολήθηκα με τον τουρισμό. Θεωρώ ότι όσα κάνουμε, ακόμα κι αυτά τα οποία στη συνέχεια μπορεί να εγκαταλείψουμε ή να μην μας αρέσουν, παρεισφρέουν στη γραφή μας μ’ έναν τρόπο, συνήθως, ασυνείδητο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα με απόπειρες ποιημάτων. Κάποια στιγμή όμως δεν μου αρκούσαν. Ήθελα να πω περισσότερα. Η ποίηση είναι απαιτητική. Ζητάει να της δώσεις τα πάντα με ευγένεια και λακωνικότητα. Δεν σου συγχωρεί κανένα λάθος. Και τώρα πότε πότε γράφω ποιήματα, όταν μ’ έχουν κουράσει οι πολλές λέξεις.

thomas_bernhard_by_williamdallwitz

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να γράψω για τον Δήμο Σκουλάκη. Θεωρώ ότι ήταν από τους σημαντικότερους ζωγράφους.

Τι γράφετε τώρα; 

Δουλεύω ένα μυθιστόρημα που είχα ξεκινήσει παλιότερα και κάποια διηγήματα και θεατρικά που έχουν μείνει κι αυτά ημιτελή.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι Μπέκετ, Τσβάιχ, Μπέρνχαρντ, Ιονέσκο.

Ionesco_

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Ξένος, η Πτώση του Καμύ, Το Εσωτερικό του Μαίτερλινκ, Οι Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η καρδιά μου τους ακούει, της Ζιζέλ Πρασινός.

Το εκκρεμές, το μοναδικό, αν δεν κάνω λάθος, πεζό του Τ. Λειβαδίτη. Τριάντα αποσιωπήσεις και μια σιωπή, της Κατερίνας Δασκαλάκη. Πραγματικά υπέροχες διηγήσεις.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μου άρεσε ο τρόπος γραφής και οι ιστορίες του Γιάννη Φαρσάρη στο Φόβος κανένας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπάω πολύ τον Μερσώ του Καμύ.

Maurice-Maeterlinck-by-Hippolyte-Petitjean_

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο Μανδραγόρας. Έχει πολλά και αξιόλογα θέματα. Δεν βαριέσαι ποτέ να το διαβάζεις.  Το Κοράλλι. Για τους ίδιους λόγους.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Τότε που ζούσαμε του Ασημάκη Πανσέληνου, το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, τη βιογραφία του Τσβάιχ, το Κόκκινο Κασκόλ του Γιώργου Δουατζή και κάμποσα άλλα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάποιες φορές διαβάζω παρουσιάσεις, συνήθως ηλεκτρονικές.

Dostoevsky

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Έχω διαβάσει πολλά βιβλία στο μετρό. Δεν θυμάμαι όμως κάποιο συγκεκριμένο.

Περί επιμέλειας

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της επιμέλειας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον επιμελητή με τον μεταφραστή και τον συγγραφέα;

Είχα ασχοληθεί στο παρελθόν με την επιμέλεια. Ήταν μια πολύ όμορφη διαδικασία. Χρονοβόρα όμως. Έμαθα να βλέπω το βιβλίο αλλιώς. Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει σωστή επικοινωνία μεταξύ επιμελητή και μεταφραστή ή συγγραφέα. Δεν είναι ανταγωνιστές. Όλοι υπηρετούν τον ίδιο σκοπό από διαφορετική σκοπιά. Το ζητούμενο είναι να αναδειχθεί το έργο.

Etranger__

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής και ο επιμελητής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Είναι λογικό να φαίνεται κυρίως ο συγγραφέας, γιατί αυτός παίρνει τα υλικά και χτίζει το οικοδόμημα. Ο μεταφραστής, απ’ την άλλη, ξαναγράφει το έργο. Αν είναι καλή η μετάφραση, αυτό θα βοηθήσει και τον επιμελητή και τον συγγραφέα και το έργο αυτό καθαυτό.

Στην Ελλάδα ο ρόλος του επιμελητή συνήθως παρακάμπτεται και απ’ τους ίδιους τους εκδοτικούς οίκους. Ένα άτομο μπορεί να κάνει τη δουλειά όλων. Δεν είναι όμως τόσο απλό. Η επιμέλεια/διόρθωση απαιτεί ευρύ φάσμα γνώσεων σε πολλά επίπεδα. Οι εκδότες κυρίως, θα πρέπει να αξιολογήσουν αυτή τη δουλειά και να προβάλουν τους αφανείς υπηρέτες του βιβλίου.

Samuel Beckett_Boulevard St Jacques_Paris_1985_

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία με τους μεταφραστές και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Πολλές φορές ο μεταφραστής εμμένει στις γλωσσικές του επιλογές χωρίς να δέχεται κάποια εναλλακτική διατύπωση. Ακριβώς επειδή η ελληνική γλώσσα είναι ανεξάντλητη και έχει άπειρες αποχρώσεις στην απόδοση των νοημάτων, θα έπρεπε να είμαστε και πιο ευέλικτοι, προκειμένου να γίνουμε και πιο ακριβείς. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να καταλάβουμε ότι όλοι, ο καθένας από τη μεριά του, υπηρετεί το έργο εν γένει, και μόνο αυτό. Δεν τίθεται θέμα ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ, με συνέπεια θα έλεγα, κινηματογράφο και θέατρο. Από θεατρικές παραστάσεις, με γοήτευσε το Κρίσις του Αρκάδιου Λευκού, σκηνοθεσία/ερμηνεία Βαγγέλη Λιοδάκη. Ένα έργο γραμμένο το 1934, κι όμως τόσο επίκαιρο. Καταπληκτική ερμηνεία του Β. Λιοδάκη. 

Κρίσις

Όσο για ταινίες, έχω καιρό να δω κάποια που να μου μείνει. Επιστρέφω πάντα στους Μπέργκμαν, Ταρκόφσκι, Κισλόφσκι. Ανεξάντλητοι.  

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ασχολούμαι αρκετά με το διαδίκτυο. Είναι ένα μέσο για να μοιράζεσαι πράγματα, να «γνωρίζεις» ανθρώπους, να ενημερώνεσαι. Μερικές φορές όμως γίνεται παγίδα. Μπορεί να σε παρασύρει και να χαθείς, αναλώνοντας και πολύτιμο χρόνο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ. Άλλωστε, το γράψιμο και το διάβασμα σου χαρίζει από μόνο του την αιώνια νιότη. Το σημαντικότερο όλων είναι να ξέρεις πώς να διαχειριστείς τη νιότη ή οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή φάση.

IMG_0280_

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Χάρηκα πολύ όλες τις ερωτήσεις σας και σας ευχαριστώ πολύ για την τιμή να βρεθώ στο Αίθριο του φιλόξενου Πανδοχείου σας.

Στις εικόνες: Albert Camus [Ferrandez], Thomas Bernhard, Eugene Ionesco, Maurice Maeterlinck, Fyodor Dostoevsky, Samuel Beckett, Κρίσις Αρκάδιου Λευκού στην αναφερθείσα θεατρική παράσταση.

02
Απρ.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 173. Χρύσα Φάντη

XF

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Για θύρα δεν είμαι σίγουρη, οι θύρες κάποτε αποδεικνύονται αδιέξοδες μπουκαπόρτες. Λοξοκοιτώντας από το φιλιστρίνι θα μιλούσα για ένα παιχνίδι ανάμεσα φαντασίας και πραγματικότητας, μια κολεγιά λοξής ματιάς και επινοημένης μνήμης.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στο «Δόντι του Λύκου», εξομολογήσεις και παραληρήματα ανθρώπων κερματισμένων, μνήμες ατομικές ή συλλογικές, υπνοβασίες και όνειρα, παλινδρομούσαν ανάμεσα σε ένα ζοφερό παρελθόν κι ένα θρυμματισμένο παρόν. Επρόκειτο για μια συλλογή από 13 διηγήματα που άρχισαν να μπαίνουν σε μια σειρά το 2002 και, φτάνοντας τελικά στο σύνολο τις 37.000 λέξεις, εκδόθηκαν το 2007 από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο πρώτο μου εκείνο πόνημα επέλεξα τη μικρή φόρμα σαν ένα στοίχημα, γοητευμένη από την πύκνωση που αυτό το είδος απαιτεί, και υιοθετώντας ένα λόγο όσο το δυνατόν πιο ελλειπτικό. Εννέα χρόνια μετά, στην «ιστορία της Σ.», -ένα μυθιστόρημα 310 σελίδων που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη- η αφήγηση άγγιξε περισσότερο το αλλόκοτο, το γκροτέσκο και το νουάρ. Εν κατακλείδι, αν και τα γεγονότα ήταν  αληθοφανή και οι τόποι συγκεκριμένοι (Ερεσός του ’50, Παρίσι της δεκαετίας του ’60 και του ’70), τα νήματα της αφήγησης προχώρησαν μέσα από  ένα ου-τοπικό ράβε ξήλωνε.

xrisa-fanth

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Mε τους επινοημένους ήρωες συμβαίνει ό,τι και με τους φίλους. ΄Αλλοι σ’ ακολουθούν, άλλοι σού σκάβουν ανεπαισθήτως λαγούμια, οι αυτονομημένοι προχωρούν ερήμην σου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Πρόκειται για μια επίπονη διεργασία, ένα παιχνίδι του νου, αλλά με πολύ βάσανο και κόπο του σώματος. Γράφω και σβήνω, στο τέλος, αν μπορεί να υπάρξει τέλος, παράγραφοι και κεφάλαια θα μεταφερθούν σε κάποιο άλλο σημείο μέσα στο κείμενο ή σε κάποιο άλλο αρχείο, για να επανέλθουν ίσως  μετά από καιρό σε κείνο το αρχικό, που στο μεσοδιάστημα θα έχει υποστεί τόσες πολλές και διαδοχικές παρεμβάσεις που θα έχει καταστεί αγνώριστο. Σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζα όλο αυτό προσφιλές.

images (1) (1)

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες μπορεί να έρθουν οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Περπατάς, τρως, ή έχεις μόλις ξυπνήσει, και ως εκ του πουθενά κάτι παλιό και μπερδεμένο ξεκαθαρίζει, μια νέα  εικόνα σού παρουσιάζεται μέσα από μια άλλη διάσταση. Το δόκανο όμως, πάνω σε μια κόλλα χαρτί ή μπροστά από έναν υπολογιστή θα το στήσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν άρχισα να γράφω συστηματικά, για να ξορκίσω τη σιωπή είχα στο πλάι μου ένα μαγνητοφωνάκι και άκουγα σχεδόν υπνωτιστικά τα ίδια και τα ίδια κομμάτια. Εδώ και  χρόνια γράφοντας σε ένα σπίτι μέσα σε δάσος αρκούμαι στα τιτιβίσματα.

jelinek 1

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω κρατήσει σημειώσεις σε καφενεία, αίθουσες αναμονής, αεροπλάνα, τρένα, μετρό. Κάποιες κατόπιν επεξεργάστηκα, άλλες τις πέταξα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα νομικά και παιδαγωγικά, εργάστηκα για μια εικοσιπενταετία σε διάφορα δημόσια σχολεία, ασχολήθηκα με θέματα που αφορούσαν παιδεία, πολιτική, νόμους και δυναμική των ομάδων, εμμέσως, κάποια από αυτά τα βιώματα ίσως επηρέασαν και την συγγραφή. Αλλά η συγγραφή ως διαδικασία βρίσκεται συνήθως σε ακραίο ανταγωνισμό με τα παραπάνω.

Virginia Woolf by Danielle Fraser_

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Με ποίηση γράφουμε, η αφήγηση είναι το πρόσχημα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Μονογραφία όχι.  Ένα μυθιστόρημα όπου η  Έρπενμπεγκ θα ανάπνεε στο ίδιο δωμάτιο με τη Γιέλινεκ,  και η Πλαθ θα ψυχαναλυόταν στο ίδιο ντιβάνι με τη Γουλφ, θα το έβρισκα συναρπαστικό. Στην πραγματικότητα δεν νομίζω πως θα αποκτήσω ποτέ τέτοια κότσια.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Κείμενα που μάλλον διαφέρουν από όσα έχω μέχρι στιγμής εκδώσει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).

Author Truman Capote (1924 - 1984) relaxes with a book and a cigarette in his cluttered apartment, Brooklyn Heights, New York. Original Publication: A Wonderful Time - Slim Aarons (Photo by Slim Aarons/Getty Images)

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάκατα, συνειρμικά, και προφανώς ασύμμετρα: Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι, Φόκνερ, Προυστ,  Τζόις, Κάφκα, Μαν, Μούζιλ, Μπέκετ, Ιονέσκο, Καμύ, Σαρτρ, Ντιράς, Γουλφ,  Πίντερ,  Μπέρχαρντ, Ναμπόκοφ, Σελίν, Σουίφτ, Κάρβερ, Μπόρχες, Μαρκές, Σεμπρούν, Σεπούλβεντα, Μπάνβιλ, Μπαρίκο, Χάντκε, Καλβίνο, Τουρνιέ, Καπότε, Μόρισον… Βουτυράς, Βιζυηνός, Τσίρκας, Χατζής, Δούκας, Γονατάς, Χάκκας, Μάτεσις, Κουμανταρέας, Βαλτινός, Γουδέλης, Δημητριάδης, Δημητρίου, Νόλλας, Καλοκύρης, Μαυρουδής, Σιώτης, Σωτηροπούλου, Μήτσορα, Φάις, Κολιάκου, Ατζακάς, Σωτάκης, Καβανόζης, Παπαμόσχος, Αγγελάκης …

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Δαιμονισμένοι, ο Ηλίθιος, το Υπόγειο (Ντοστογιέφσκι), Φως τον Αύγουστο (Φόκνερ), Δουβλινέζοι, Οδυσσέας (Τζόις), Τα Ημερολόγια, Η Δίκη, ο Πύργος, Η Μεταμόρφωση (Κάφκα), Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (Προύστ) Ω, οι ωραίες μέρες, όλοι εκείνοι που πέφτουν, Μολόι, Πώς είναι (Μπέκετ), Τρεις νουβέλες (Μαν) Δεσμοί (Μούζιλ) Το στοιχειωμένο σπίτι, Κυρία Ντάλαγουει, Τα κύματα (Γουλφ), Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν),  Ο κινέζος του πόνου (Χάντκε) Το παιχνίδι της αντιστροφής (Ταμπούκι) Γαλάζια μάτια (Μόρισον) Το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ) Ακυβέρνητες Πολιτείες (Τσίρκας) Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου) Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις) Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (Χάκκας) Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου) Βιοτεχνία υαλικών (Κουμανταρέας)…

Handke 2

… Το διπλό βιβλίο (Χατζής) Η αυλή των θαυμάτων (Καμπανέλης) Το συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη, Η κάθοδος των εννιά, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο (Βαλτινός) Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα (Σωτηροπούλου), Πεθαίνω σαν χώρα (Δημητριάδης) Από το ίδιο ποτήρι,  Ελληνική Αϋπνία, Πορφυρά Γέλια, Κτερίσματα, Το κίτρινο σκυλί, Στο παγκάκι του κανένα, Από το πουθενά (Φάις) Ντιάλιθ ιμ, Χριστάκη, Ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη, Το κουμπί και το φόρεμα (Δημητρίου), και από τους νεότερους, Χοιρινό με λάχανο (Καβανόζης) Κάτι θα γίνει, θα δεις (Οικονόμου) Θερμοκρασία δωματίου (Κολιάκου), Το γυμνό της σώμα (Αστερίου) Η πράσινη πόρτα (Σωτάκης) Κατάσταση φούγκας (Ράπη) Ακόμα Φεύγει (Μπογιάνου) … και ο κατάλογος συνεχίζεται.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα περισσότερα εκείνων στους οποίους έχω ήδη αναφερθεί.

Toni Morrison

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πρωτοεμφανιζόμενοι που διακρίθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, με τα βιβλία: Το τραγούδι του Λύγκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (Σιαφάκα) Καιροί τέσσερεις, Ο ψίθυρος  της Ευδοκίας (Καράμπελα), Ο βυθός είναι δίπλα (Βουδούρης), Χορός στα ποτήρια (Τάτση), Μια χαρά (Κυθρεώτης), Η Βικτώρια δεν είναι εδώ (Τσίρμπας), Αλεπούδες στην πλαγιά (Ανυφαντάκης), Καρυότυπος (Παπαντώνης) η Αϊσέ πάει διακοπές (Σωτηρίου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, η κεντρική περσόνα στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Έρπενμπεγκ, η Ραραού στην μητέρα του σκύλου του Μάτεσι, οι αντιήρωες στα βιβλία του Δημητρίου και του Φάις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ενδεικτικά: Το Δέντρο, τα (δέ)κατα, το Εντευκτήριο, ο Πόρφυρας, ο Μανδραγόρας, ο Αναγνώστης, το Οροπέδιο, το Φρέαρ, οι Στάχτες, το Φράκταλ, το Ιntellectum, η Θράκα, το Νέο Πλανόδιο, το Αίτιον, και όλα όσα ασχολούνται κυρίως -ή εξ ολοκλήρου- με την καλή ποίηση και πεζογραφία. Από τα μη ενεργά το Διαβάζω, το Πάλι και το Πλανόδιο.

bernhard

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Πόλεμος και πόλεμος του Κρασναχορκάι.  

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις παρακολουθώ συστηματικά. Τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό υπάρχουν κριτικές τεκμηριωμένες, ενώ στον ηλεκτρονικό οι αναφορές σε συγγραφείς λιγότερο γνωστούς αλλά εξίσου αξιόλογους είναι συχνότερες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

2008, είμαι στη Βενετία με προορισμό την Ελβετία, κάθομαι σε ένα παγκάκι στον σταθμό του τραίνου και περιμένω το επόμενο, διαβάζω για πρώτη φορά Γιέλινεκ – την Λαγνεία συγκεκριμένα – και συνεχίζω να την διαβάζω και μέσα στο τρένο, μέχρι που ανακαλύπτω πως αντί για την Ελβετία έχω βρεθεί στα Σκόπια. Κερασάκι στην τούρτα, κάποιοι μού έχουν κλέψει τη τσάντα.

Duras_

Είμαι στο κατάστρωμα ενός πλοίου με προορισμό την Άνδρο, δίπλα μου ένας άντρας με τριμμένο και παλιομοδίτικο παλτό έχει ανοιχτό στα πόδια του ένα βιβλίο, ρίχνω λοξές ματιές  στο βιβλίο… και συνεχίζοντας την ανάγνωση αντιλαμβάνομαι πως η υπόθεση αφορά έναν κύριο που μες στο κατακαλόκαιρο φοράει επενδύτη. Επιστρέφω στο σαλόνι του πλοίου και από την τηλεόραση ακούω τον ποιητή Λίκο σε ένα παλιό ποιητικό αφιέρωμα στον φίλο του Εμπειρίκο να απαγγέλλει το ίδιο απόσπασμα. Ο Λίκος προφέρει καθαρά την λέξη επενδύτης, εγώ όμως ακούω επενδυτής. Είναι καλοκαίρι του 2015, «Η γαλήνη ήτο απόλυτος. Η επιφάνεια της θαλάσσης ήτο λεία και έλαμπε εις τον ήλιον, άνευ πτυχών, άνευ κυμάτων»… και το βιβλίο έχει τίτλο: Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία, 1936-1946, τυπωμένο στην Ελλάδα το 1974.

jenny erpenbeckΠερί αιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Αγαπημένοι για την σκηνοθετική τους ματιά: Φελίνι, αδελφοί Ταβιάνι, Σκορτσέζε, Ταρκόφσκι, Αγγελόπουλος, Κούνδουρος, Παναγιωτόπουλος, Τερζόπουλος, Βογιατζής, και επιπλέον για την ηθοποιία τους: Βογιατζής, Κοκκίδου, Μουτούση, Καλτσίκη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Εργαλείο έρευνας και εύκολο μέσο επικοινωνίας, αλλά στο κρεσέντο της διαδικτυακής ροής αν δεν μπεις υποψιασμένος αποδιοργανώνεσαι.

Federico Fellini on the set of Satyricon, phorographed by Mary Ellen Mark, 1969_

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι, γιατί μάλλον θα έπληττα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερ: «Γιατί γράφετε;»

Απ: «Εσείς;»

Στις εικόνες: Elfriede Jelinek, Virginia Woolf [Danielle Fraser], Truman Capote [Aaron Slims, 1958], Peter Handke, Toni Morrison, Thomas Bernhard, Marguerite Duras, Jenny Erpenbeck, Federico Fellini [γυρίσματα του Satyricon, Mary Ellen Mark, 1969].

24
Μαρ.
16

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων – Σοφία Διονυσοπούλου

Σοφία Διονυσοπούλου – Ψυχές στην ερημιά του, εκδ. Το Ροδακιό, 2016

Σ.Δ. - Βιβλίο_

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Ένας περιηγητής σε δέκα πέντε ποιητικά διηγήματα. Το καθένα στοιχειώνεται από μια γυναίκα-πεταλούδα. Είτε πραγματική εμπειρία του περιηγητή είτε φαντασίωσή του. Πόθος και χρώματα, πλάσματα του μυαλού και του κορμιού του, όλες τους έχουνε παράξενα ονόματα. Έτσι, η Papilio polymnestor είναι η νύχτα «κι εκείνος ξέρει. Ότι η νύχτα δεν αγγίζεται». Ή, όταν αγγιχτεί, στην Papillo machaon, «εκείνη μία βούλα της στο δείκτη του τυπώνει». Η Danaus gilippus είναι η κυρά του κήπου: «Σε ρόδο κίτρινο βασιλικά ανεμίζει, μαλλιά κι ενδύματα αξεχώριστα, πέταγμα ή περπάτημα ποιος ξέρει; –ονειροφαντασία ή του περιβολιού κυρά;»

Δέκα πέντε γυναίκες, λοιπόν, δέκα πέντε ψυχές για έναν περιηγητή-κυνηγό με τη δική του ψυχή στην ερημιά του. Μέχρι που. Μπαίνει μια βαθιά ερωτική, πολύχρωμη τελεία. Όπου τελεία δεν σημαίνει τέλος, αλλά σημείο. Ταύτισης. Ερωτικής. Πνευματικής. Όπως το ορίζει ο καθένας.

Σ.Δ. - Πρόσωπο

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε γιατί ήταν απόλυτη ανάγκη. Πριν από την πρώτη αράδα, για πρώτη φορά μου έκανε αίσθηση ένας πίνακας με πεταλούδες που είναι στον τοίχο του διαδρόμου, έξω ακριβώς από το γραφείο μου. Όταν μπήκε η περίφημη τελεία, μια λαχανί πεταλουδίτσα ήρθε και κάθισε ανάμεσα στο δικό μου γραφείο και στου αγαπημένου μου.

Αλλά την καλύτερη απάντηση τη δίνει το ίδιο το μότο: Οι γυναίκες πλάστηκαν για να περιγράψουν έναν άντρα.

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο περιηγητής. Είναι αυτός που ποτέ δεν περιγράφεται. Γιατί δεν γίνεται να περιγραφεί με λέξεις. Περιγράφεται όμως από τις προτιμήσεις του, από τις γυναίκες-πεταλούδες, τα τοπία που επιλέγει, τις μουσικές και τον διάχυτο ερωτισμό του κειμένου.

Σ.Δ. - Αφροί

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Για τη φωτογραφία που είμαι εγώ:

Σκίσε την κέρινή μου όψη σαν νυχτώσει

Σκάψε το λάκκο με τα νύχια σου βαθιά

Γίνε ο λύκος που στην κόλαση θα δώσει

Κάθε μου πόρο, σπόρο αέναης γητειάς

Κι άσε μακριά όλο αυτό το ανθρωποβρόχι

Που σεργιανάει στη γη με στέρφα αχαμνά.

Για την φωτογραφία του αφρού: Αφρός, σαν τα φτερά τους. Σαν την αχλή της ερημιάς του. Και σαν τις λέξεις που ηχούν όπως ο φλοίσβος.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Το Πανδοχείο για την Κόρη του Ξενοδόχου εδώ.

05
Σεπτ.
15

Ελφρίντε Γέλινεκ – Εκ βαθέων (Συνομιλία με την Κριστίν Λεσέρ)

ek2

Η ανύπαρκτη γλώσσα της γυναίκας

Σπανίζουν οι γυναίκες που κατορθώνουν να χαράξουν το όνομά τους στον ψυχρό κόσμο των ανδρικών αριστουργημάτων. Κοιτάξτε την Ingeborg Bachmann που κάηκε μέσα στη νάιλον νυχτικιά της! Κοιτάξτε την Sylvia Plath με το κεφάλι χωμένο στο φούρνο φωταερίου. Επίσης έχω κατά νουν την θλιβερή ζωή της Marie Louise Fleisser, που ως συγγραφέα την θεωρώ ανώτερη από τον Brecht. Ο Brecht, αφού είδε το θεατρικό της έργο στο Βερολίνο, την ξετίναξε και τότε αυτή επέστρεψε στη βαυαρική επαρχία της, για να ζήσει μιαν άθλια ζωή πουλώντας πούρα το μαγαζί του άντρα της. Αυτόν ακριβώς τον φοβερό εξευτελισμό της γυναίκας – εξευτελισμό του έργου της και του σώματός της – τον έχει περιγράψει έξοχα η Ingeborg Bachman. [σ. 64]

Σπάνια ένα βιβλίο εκατόν είκοσι σελίδων μπορεί να εγκιβωτίζει μια τόσο συναρπαστική συνομιλία πάνω στο έργο, την σκέψη και την συγγραφική προσωπικότητα ενός λογοτέχνη· πόσο μάλλον όταν η διαλεκτική εκφέρεται από μια τόσο ιδιαίτερη συγγραφέα. Αυτή η επιτομή προέκυψε εν μέρει από ορισμένες συνομιλίες μεταξύ της συγγραφέως και της Κριστίν Λεσέρ, οι οποίες μεταδόθηκαν από τον γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό France Culture [Φεβρουάριος – Μάρτιος 2005].

Jelinek_1

Η Γέλινεκ είναι μια βαθύτατα πολιτική και φεμινιστική συγγραφέας που παραδέχεται πως παρά την ποικιλία της γραφής της (πρόζα, δοκίμια, λιμπρέτα, ραδιοφωνικό θέατρο) κατά βάθος γράφει ένα και το αυτό πράγμα. Φωτίζει όλα τα πρίσματα των θεμάτων της, εξαίροντας πάντα στο τέλος την φεμινιστική και τη πολιτική τους πλευρά – για εκείνη δεν υπάρχουν in fine παρά μόνον αυτά τα δυο μεγάλα πεδία διερεύνησης. Το αρχικό παράθεμα αναφέρεται στην βασική της άποψη ότι η καλλιτεχνική εργασία των γυναικών υπόκειται σε ιδιαζόντως ανδρικά αξιολογικά κριτήρια. Δεν υπάρχει κανένα αισθητικό κριτήριο για την καλλιτεχνική αξιολόγηση που μπορεί να εκφέρεται από γυναίκες.

Ακόμα και η σεξουαλικότητα, πεδίο που θεωρείται λανθασμένα ως το πιο ιδιωτικό πράγμα. Πρόκειται για σχέσεις εγελιανές, που, όπως επιχείρησε να δείξει κυρίως στα μυθιστορήματα Λαγνεία και Απληστία, δεν μπορούν παρά να καταλήξουν στη σχέση κυρίου και υπηρέτριας. Η συγγραφέας κατηγορήθηκε για ψυχρότητα και έλλειψη συναισθηματικής κατανόησης απέναντι στις γυναίκες της μυθοπλασίας της. Η ίδια όμως συνειδητά δεν δείχνει την γυναίκα από την μοναδική σκοπιά του θύματος, της αγίας και της πονεμένης, ενώ κρίνει σκληρά εκείνη που γίνεται συνένοχος του αντρικού συστήματος.

Jelinek_2

Η δουλεία της γυναίκας δεν γίνεται μόνο στο κοινωνικό και σεξουαλικό επίπεδο αλλά και στην γλώσσα. Η γλώσσα του άσεμνου, για παράδειγμα, είναι ανδρική – εκεί η γυναίκα αποκαλύπτεται και προσφέρεται, ενώ ο άντρας καταναλώνει το σώμα της. Η ίδια η κοινωνία είναι πορνογραφική, γιατί πάντοτε έχει κάτι να κρύψει. Και αυτό ακριβώς της αποσπά η συγγραφέας: την άσεμνη εργασία [επί] των γυναικών, αυτήν που ουδείς θέλει να δει και ουδείς βλέπει. Η μόνη δυνατότητα που διαθέτει τώρα η Γέλινεκ είναι να γελοιοποιήσει την αντρική γλώσσα και τους κυρίους της· να την εκτρέψει, να της προσδώσει χαρακτήρα ανατρεπτικό. Εφόσον δεν διαθέτει προσίδια γλώσσα, δεν έχει παρά να παραμορφώσει εκείνη που της παραδίδεται, ώστε να την αναγκάσει να πει την αλήθεια.

Η Γέλινεκ δεν σταματά να σκάβει με την πένα της την αδυνατότητα της γυναίκας να είναι κυρίαρχη της γλώσσας της και του έργου της, της γυναίκας που δεν μπορεί να πει «εγώ». Σε όλα αυτά βασίζεται το έργο της Δράματα πριγκιπισσών. Μόλις βρεθεί στην κοινωνία η πριγκίπισσα ανακαλύπτει ότι δεν είναι παρά ένα αντικείμενο και εισπράττει την περιφρόνηση, προπάντων τον χλευασμό, που είναι η ύψιστη μορφή περιφρόνησης. H Μαλίνα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν εξαφανίζεται μέσα στον τοίχο. Η ίδια η συγγραφέας της δεν κατάφερε να διαφύγει από το φύλο της· ήθελε να συνεχίσει ννα είναι γυναίκα στα μάτια των ανδρών όπως του Max Frisch ή του Hans Werner Henze. Το έργο της μίλησε αλλά ως πρόσωπα κάηκε. Τώρα έχοντας δει την κατάληξη της Μπάχμαν και της Πλαθ, η Γέλινεκ χωρίς να απαρνείται την θηλυκότητά της έμαθε να πηδά από το πλοίο εγκαίρως, να εγκαταλείπω το σώμα της για κάτι άλλο. Γιατί χάρη σ’ εκείνες έχει πια μάθει.

jelinek-8

Η συγγραφέας μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι όπου η καλλιτεχνική φιλοδοξία της μητέρας συνέθλιψε την κόρη, επιφορτίζοντάς την με μαθητείες που την αντικαθιστούσαν όταν δεν ήταν παρούσα: κλασικός χορός και πέντε μουσικά όργανα! Πότε δεν πέρασε από το νου της μητέρας της ότι μπορεί να κάνεις κάτι για την απλή ευχαρίστηση. Κι όταν εκείνη, υποχρεωμένη να μένει κλεισμένη στο δωμάτιό της, άρχισε να πηγαινοέρχεται ακατάπαυστα και να χτυπά το κεφάλι της στον τοίχο, παραδόθηκε στα χέρια του διάσημου παιδοψυχιάτρου Asperger που καθιέρωσε το αυτιστικό σύνδρομο με το όνομά του, για μια μορφή αυτισμού που προσβάλλει τα μεγαλοφυή άτομα, ανθρώπους πολύ έξυπνους αλλά κοινωνικά απροσάρμοστους. Πιο συνετό θα ήταν να την είχαν γράψει σε έναν αθλητικό σύλλογο ή σε οτιδήποτε άλλο θα αντιστάθμιζε την υπερκινητικότητά της. Κι έτσι η Γέλινεκ είχε μια ανύπαρκτη παιδική ηλικία, καθώς ποτέ δεν είχε το δικαίωμα να είναι παιδί. Η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας δεν αποτελεί υπόβαθρο στη γραφή της και στο έργο της δεν υπάρχει κανένας παιδικός ήρωας. Το βιβλίο Η πιανίστρια είναι σαφώς εμπνευσμένο από αυτήν την σχέση.

photo of Elfriede Jelinek. photo by Jerry Bauer.

Με αυτή την λοξή οικογένεια η συγγραφέας ανατράφηκε σαν περιθωριακή. Ήταν πάντα το κορίτσι – εξωτικό πουλί, που παίζει πολλά όργανα. Η επιστροφή στην κανονική ζωή ήταν πλέον αδύνατη. Η μόνη κοινοτική εμπειρία ήταν η συνεργασία με τους άλλους μουσικούς. Όταν δεν μπορείς να χτυπάς το κεφάλι σου στους τοίχους, πρέπει οπωσδήποτε να βρεις κάτι άλλο – και στη περίπτωση της Γέλινεκ αυτό ήταν η γραφή. Προηγήθηκε φυσικά η ανάγνωση ως μόνο μέσο διαφυγής, μαζί με την ανυπαρξία της τηλεόρασης. Κάποτε έφτασε η ενηλικίωση και η φυγή για σπουδές: μια αιφνίδια ελευθερία που συνοδεύτηκε από ένα σοκ, σήμερα με το όνομα «οξεία κρίση άγχους». Νέος εγκλεισμός στο σπίτι, σοβαρότερη εμβύθιση στην γραφή – πρώτα ποίηση και μετά πρόζα. Καθώς δεν γνώριζα τίποτε από τη ζωή, ή επειδή φοβόμουν να μάθω να τη γνωρίσω, άρχισα πολύ νωρίς να ενδιαφέρομαι για την επιφάνεια των πραγμάτων, αυτήν τη «δεύτερη φύση¨, για την οποία ενδιαφερόταν επίσης η Ποπ Αρτ. Τότε κατάλαβα ότι τα πάντα δεν ήσαν παρά μόνο επιφάνεια… [σ. 37]

Austria/ Vienna/ Literature Nobel Prize Winner at home at Jupiterweg/ Vienna

Κι έτσι πέφτει με τα μούτρα στα γλυκερά αισθηματικά μυθιστορήματα, στα περιοδικά και στα κόμικς, ταυτόχρονα με την νέα αμερικανική ποίηση και στην Acid ανθολογία του Rolf Dieter Brinkmann, που περιελάμβανε τον Jack Kerouac και τον Robert Creeley. Μπορεί να ήταν αδύνατη η άμεση συμμετοχή στην ζωή, αλλά η περιπλάνηση στους σύγχρονους μύθους θα της έδινε την δυνατότητα να συλλάβει έμμεσα όλα τα φαινόμενα – όπως στο μύθο του πλατωνικού σπηλαίου – μέσω της αντανάκλασής τους στην καθημερινή ζωή. «Όχι εγειρόμενη πάνω από τα πράγματα, αλλά κρατώντας μιαν ορισμένη απόσταση από αυτά». Συνεπαρμένη από την πειραματική λογοτεχνία των αρχών της δεκαετίας του ’70 και εμπνευσμένη από την τεχνική του cut up γράφει αυτό το βιβλίο wir sind lockvoegel baby! [Είμαστε κράχτες μωρό μου!], που ορισμένοι εξέλαβαν ως «το πρώτο ποπ μυθιστόρημα της γερμανικής γλώσσας». Σε αντίθεση με τον Arno Schmidt που επεξεργάζεται λεπτομερώς κάθε λέξη, η γραφή της ήθελε τα πράγματα να είναι ρευστά και να κινούνται γρήγορα

Η συγγραφέας έχει μια φρενήρη εμμονή με την γλώσσα. Δεν είναι τόσο το περιεχόμενο της γλώσσας που την ενδιαφέρει όσο ο τρόπος με τον οποίο τα πράγματα κολυμπούν μέσα στα νερά της. Σχεδόν σαν τις αμοιβάδες που παραμονεύουν για την παραμικρή τροφή, είμαστε πάντοτε έτοιμοι για το παραμικρό παιχνίδι με τη γλώσσα, έτοιμοι να επινοήσουμε ένα λογοπαίγνιο ή να διακωμωδήσουμε μια φράση από την εφημερίδα. Αν η μετάφραση ορισμένων συγγραφέων του ευρύτερου κύκλου της όπως του Bernhard ή του Handke μπορεί να γίνει χωρίς προβλήματα, στην δική της περίπτωση πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να διανοηθεί την μετάφραση των έργω της. Ο ποιητής H.C. Artmann, ένας δάσκαλός της εξίσου στοιχειωμένος με την γλώσσα, δίνει έμφαση στην σεξουαλική δύναμη των λέξεων, στην ικανότητά τους να ζευγαρώνουν, να αφήνονται στην απόλαυση που γεννά η μία την άλλη. Κι εκείνη αναφέρεται ακριβώς στην λιβιδική της σχέση με την γλώσσα, που την αφήνει σε ένα είδος ερωτικής μέθης μέσω της ίδιας της πράξης της γραφής.

br-online-publikation-211211-20081003113316

Δεν  μπορώ να χαλιναγωγήσω την παρορμητική ανάγκη να παίξω με τις λέξεις, τη μανία να εκτρέψω τις λέξεις προς όλες τις σημασίες μέχρι να τις κάνω να πουν το αντίθετο απ’ ότι σημαίνουν. Στο τέλος, αντιλαμβάνεται και την μέγιστη ειρωνεία: η μοναδική μου προστασία, η γλώσσα μου, στρέφεται εναντίον μου. Γεύτηκα αυτή την εμπειρία μέσω του τρόπου με τον οποίο έγινε η πρόσληψη των κειμένων μου. Αυτό που σε προστατεύει σε μια ορισμένη χρονική στιγμή, στρέφεται ξαφνικά εναντίον σου. [σ. 114 – 115]

Η πολιτική στράτευση στην Αυστριακή Αριστερά αρχίζει λίγο αργότερα: το 1968. Το κομμουνιστικό κόμμα Αυστρίας είχε ανοιχτεί σε ανθρώπους της τέχνης αλλά σύντομα είδε ότι την εξουσία την είχε πάντοτε η σκληρή γραμμή του Κόμματος, άνθρωποι υπερσυντηρητικοί. Ελπίζαμε ότι θα μπορούσαμε να αλλάξαμε το Κόμμα, αλλά αυτό αποδείχτηκε βεβαίως πως ήταν αυταπάτη. Δεν άλλαξε απολύτως τίποτα, γιατί ένα τέτοιο Κόμμα είναι αδύνατον να αλλάξει. Παρά την απογοήτευση, η συγγραφέας έχει πάντοτε τις ίδιες θέσεις. Τίποτε δεν έχει χαθεί από τον αντικαπιταλισμό της, από το μίσος της για την καταστροφή και την κοινωνική αδικία που γεννήθηκαν από αυτό το σύστημα. Απλώς τώρα αντιλαμβάνεται την αυταπάτη που υποστήριζε ότι η τέχνη μπορούσε να αλλάξει κάτι και κάνει την αποτίμηση «του φοβερά μάταιου πράγματος που υπήρχε σε εκείνους τους αγώνες». Σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα είναι ο απόλυτος νικητής, δείχνοντας με μια απίστευτη δύναμη αυτό που μπορούσε ανέκαθεν να κάνει, λέει η Γέλινεκ αλλά προσθέτει: Θα αναδυθούν νέες μάχες που θα έχουν άλλο πρόσωπο και ίσως θα προκύψουν από τον αγώνα εναντίον της παγκοσμιοποίησης.

Jelinek 9

Η συγγραφέας απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε θρησκεία, εξακολουθεί να είναι διεθνίστρια και η ιουδαϊκότητά της εκδηλώνεται πολιτισμικά και όχι διαμέσου της θρησκείας. Οι απόψεις της για την Αυστρία είναι γνωστές: μια χώρα όπου ο «αυστροφασισμός» – ο κληρικαλιστικός φασισμός του μεσοπολέμου που κυριαρχεί εκ νέου, ως ένα μείγμα υποταγής και συντεχνιακής αντίληψης. Η χώρα άλλωστε καθυστέρησε χαρακτηριστικά στην αντιμετώπιση του βρώμικου πολεμικού της παρελθόντος και στον σχετικό πολιτικό αναστοχασμό. Στην ανατολική πλευρά της Αυστρίας όπου έχει τις ρίζες της όλοι προέρχονται από ένα μείγμα διαφορετικών εθνοτήτων και θρησκειών, μια ανάμειξη που οφείλεται στις μεταναστεύσεις. Είναι βέβαια ένα στοιχείο που πολλοί Αυστριακοί προτιμούν να μην θυμούνται.

Στην ίδια ανατολική κουλτούρα η συγγραφέας αναζητά τις ρίζες της: Joseph Rot, Paul Celan, πρώιμος Wittgenstein όλη εκείνη την παράδοση με το χαρακτηριστικό μείγμα μελαγχολίας, σαρκασμού και απελπισμένου χιούμορ, μαζί με την καχυποψία απέναντι στην σημασιολογία της γλώσσας. Η Γέλινεκ αφιερώνει πολλές λέξεις στον ιδιαίτερο συγγραφέα Ρόμπερτ Βάλζερ, τον οποίο και συμπεριέλαβε στην ανθολογία της σχετικά με τις λογοτεχνικές της συγγένειες μαζί με τον Celan, τον Trakl, τον Hoelderlin, την Plath, συγγραφείς που και μεταξύ τους έχουν κάτι κοινό: δεν είναι βέβαιοι για τον εαυτό τους και νιώθουν άστεγοι μέσα στη γλώσσα. Και βέβαια αναγνωρίζει την μέγιστη οφειλή της στην Ομάδα της Βιέννης που συνδέθηκε με την παράδοση πειραματισμού με την γλώσσα (παράδοση που είχαν τελείως αποκρύψει και εκμηδενίσει οι ναζί).

elfriede-jelinek

Είμαι η εγγύηση της αντιπαράθεσης στους ναζί, στους νεοναζί, στη Δεξιά ή στον κληρικαλιστικό φασισμό αλλά ποτέ δεν τίθεται το ζήτημα της αισθητικής διαδικασίας του έργου μου. Κατά βάθος συνέβη περίπου το ίδιο πράγμα στον Thomas Bernhard. Αρχικά επισήμαναν την κριτική του κατά της Αυστρίας, προτού αναδείξουν την απίστευτη μουσικότητα των φράσεών του. [σ. 97]

Εκδ. Εκκρεμές, 2009, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, σελ. 127 [Elfriede Jelinek, L’ Entretien d’ Elfriede Jelinek et Christine Lecerf, 2007]. Περιλαμβάνεται παράρτημα με εργογραφία της συγγραφέως και κατάλογο αυστριακών και γερμανόφωνων συγγραφέων.

03
Ιον.
15

Ίβο Άντριτς – Τα σημάδια

Andric

Πάει καιρός που το έχω καταλάβει καλά πως δεν θα είχε νόημα και δεν θα ήταν εύκολο να ζει κανείς αν η ζωή ήταν έτσι όπως φαίνεται πότε πότε, αν όλα, δηλαδή, τα πράγματα στη ζωή ήταν μόνο αυτό που λέει τ’ όνομά τους και τίποτ’ άλλο. Πιστεύω πως όσο απλωμένη είναι η ζωή στην επιφάνεια, άλλο τόσο υπάρχει και στο βάθος, έτσι που οι κρυμμένες και αόρατες δυνατότητές της να είναι αμέτρητες φορές περισσότερες από αυτές που βλέπουμε στην επιφάνεια. [σ. 185]

…γράφει ο συγγραφέας σ’ ένα από τα «τετράδια» στα οποία κρατούσε σημειώσεις σε όλη την διάρκεια του βίου του και τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του με τίτλο Ίχνη στην άκρη του δρόμου. Μια επιλογή κειμένων και αποσπασμάτων από αυτά τα τετράδια περιλαμβάνονται στο βιβλίο μαζί με νουβέλες και διηγήματά του, που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος. Στα προσωπικά αυτά γραπτά ο Άντριτς γράφει όλες τις σκέψεις του για την ζωή και την συγγραφή. Και πρώτα για τις ίδιες τις λέξεις, καθώς βρίσκεται πάντα περικυκλωμένος από αυτές όπως ο μελισσοκόμος από τις μέλισσες. Είναι το μόνο υλικό που διαθέτει και καλείται μ’ αυτές τις κοινές λέξεις, τις άστατες και μεταβαλλόμενες, που τις χρησιμοποιεί όλος ο κόσμος για τις ανάγκες του, να τις κάνει μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης.

KULT-andric

Οι λέξεις δεν μπορούν να βγουν με μαγικό τρόπο στο χαρτί· θα παραμείνουν νεκρές, ανέκφραστες. Μόλις όμως έρθουμε σε επαφή με οποιαδήποτε όψη της ανθρώπινης ζωής, εκείνες αποκτούν την θέρμη της και μεταμορφώνονται σε πολύτιμο, υπάκουο μέσο για να εκφράσουν λογοτεχνικές ιδέες. Στην πραγματικότητα οι λέξεις δεν έχουν τέλος, όπως κι ο παθιασμένος αγώνας μας με τις λέξεις και για τη λέξη, αλλά και η δια βίου αναζήτησή μας λέξεων γόνιμων και δημιουργικών. Τα πράγματα δυσκολεύουν όμως ακόμα περισσότερο όταν πρέπει να μιλήσει κανείς για τις ίδιες τις λέξεις. Τότε μονομιάς βουβαίνονται, παγώνουν, μένουν σαν τις άψυχες πέτρες, σιωπούν ενώ για όλα έχουν κάτι να πουν, ακόμα και με την σιωπή τους.

Όταν ήμουν παιδί και νεαρός, αισθανόμουν μεγάλη ανάγκη να μιλώ πολύ για τον εαυτό μου. Κανένας δεν ήθελε να με ακούσει. Κι αυτό με βασάνιζε. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια όλοι μου ζητούν να τους μιλήσω για τον εαυτό μου. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ούτε μια λέξη. Κι αυτό πάλι με βασανίζει. [σ. 187]

S.Kragujevic,_Ivo_Andric_2

Ο Άντριτς γνωρίζει πως οι λευκές και άγραφες σελίδες στα ημερολόγιο δεν σημαίνουν κενές μέρες· ίσως να συμβαίνει το αντίθετο, να ήταν δηλαδή το μυαλό μας φορτωμένο με τόσες σκέψεις ώστε να μην μπορούσαν να εκφραστούν με λέξεις ούτε να σημειωθούν με γράμματα. Και οι άδειες σελίδες μιλούν. Γράφει ακόμα για την λήθη που τελικά αυτή είναι που τα λύνει όλα και όχι ο θάνατος· αυτή η λησμονιά του σώματος και του χρόνου είναι ένας άλλος θάνατος αλλά με δικαίωμα στην ελπίδα. Γνωρίζει ότι ο χρόνος είναι μια επώδυνη αυταπάτη και, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά οι χτύποι της καρδιάς μας. Όποιος κατόρθωσε να ζεστάνει και να ζωντανέψει τη σιωπή της μοναξιάς, αυτός κέρδισε τον κόσμο. Μιλάει για την ψυχή των παλιών κτισμάτων ιδίως στην Ανατολή – όσο ερειπωμένα κι εγκαταλειμμένα και να είναι. Στην Δύση δεν υπάρχουν τέτοια κτήρια. Ίσως επειδή, γράφει, στην Ανατολή το πιο εξαίσιο θαύμα και η μεγαλύτερη φρίκη, τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου δεν είναι σαφώς καθορισμένα: κινούνται και μετακινούνται συνεχώς. Και όταν ο λόγος έρχεται στις ζωντανές θρησκείες, πιστεύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κάθεται μακριά και να τις αποφεύγει όσο μπορεί, καθώς αποτελούν έναν διαρκή κίνδυνο: ή να σε υποτάξουν και να σε κάνουν δούλο τους και να τις υπηρετείς ως άβουλο, υπάκουο πλάσμα ή να σε τσακίσουν και να σε συντρίψουν.

Νομίζετε, ίσως, ότι είναι εύκολο κι ευχάριστο να ζει κανείς με καμιά δεκαριά βιβλία που κάποτε έγραψε, σα να ζει με δέκα φαντάσματα, ή μ’ ένα ή δυο ακόμα που θα γράψει, η, μπορεί και να μη γράψει, και που του πίνουν το αίμα και του θολώνουν τον ορίζοντα [σ. 170]

Πανδοχείο Άλλοτε

Ένα μεγάλο μέρος των διηγημάτων επιστρέφει στο αχανές ιστορικό παρελθόν των τόπων του. Έτσι Οι Βελετοβιανοί, ο Μουσταφά ο Ούγγρος και Οι σαράτσηδες συνυπάρχουν με Το όνειρο του μπέη Κάρτσιτς και Δυο σημειώσεις από το ημερολόγιο του Βόσνιου γραμματικού. Όταν ο συγγραφέας επιχειρεί να στραφεί σε περισσότερο εσωτερικές ψυχολογικές διαθέσεις κατασκευάζει περίφημα περίκλειστα περιβάλλοντα. Τα σημάδια, για παράδειγμα, εκκινούν από την θανατερή θλίψη των επαρχιακών ξενοδοχείων όπου κάποτε αναγκάστηκε και ο ίδιος ο αφηγητής να διανυκτερεύσει και τώρα επιχειρεί να διαγράψει από την μνήμη του. Εκεί γνωρίζει έναν μυστηριώδη άντρα ο οποίος του διηγείται την ζωή του και τον τρόπο με τον οποίο «καταστράφηκε» από μια καλλιτέχνιδα, την Καταρίνα, καθώς ακολουθούσε τα διάφορα «σημάδια με νόημα», ιδίως συμπάθειας και προτίμησης που θεωρούσε πως πήγαζαν από την ίδια.

Σας μιλάω με βάση τις πολλές και ποικίλες εμπειρίες μου και μπορείτε να με εμπιστευτείτε. Δεν είναι όλοι όσους ονομάζουμε μακαρίτες τόσο νεκροί όσο συνήθως νομίζουμε. Όπως κι εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους ζωντανό δεν είναι έτσι κι ούτε τόσο ζωντανοί όσο θα ήθελαν να φαίνονται κι όπως οι ίδιοι βλέπουν τον εαυτό τους. [σ. 189]

ivo-andric-licna-karta

Αλλά εκεί που ο Βόσνιος συγγραφέας θαυματουργεί είναι ακριβώς στην προσωπική, εξομολογητική γραφή που ισορροπεί μεταξύ φιλοσοφικής διάθεσης και μνημονικής καταγραφής. Οι Μορφές αποτελούν ιδανικό δείγμα: ο συγγραφέας παρατηρεί μια μικρή, έρημη εκκλησία έξω από μια παλιά πόλη, με τα πέτρινα σκαλοπάτια της φαγωμένα και λιωμένα να μοιάζουν με κόψη αρχέγονου ξίφους που βρέθηκε σε ανασκαφή. Ο Άντριτς συλλογίζεται πάνω στην αρχαία σαρκοφάγο – σα να είχε χάσει εντελώς τα λογικά της, όλα όσα ήθελε να πει τα έλεγε μεμιάς και το μόνο που κατάφερνε ήταν να ομολογεί την αδυναμία της να εκφραστεί – και το ανάγλυφο του Αρχάγγελου Γαβριήλ πάνω από την είσοδο – Ίσως σε μια ανθρώπινη γενιά, ή και λιγότερο, να χαθούν για πάντα και τα τελευταία ίχνη του ανάγλυφου κι η μεγάλη εντοιχισμένη πλάκα πάνω απ’ την είσοδο να καταλήξει εκεί που έτεινε η επιθυμία της πέτρας απ’ την οποία φτιάχτηκε εδώ και αιώνες: να ξαναγίνει αυτό που ήταν, πέτρα ανάμεσα στις πέτρες.

Εκεί εκφράζει τις σκέψεις του για την δημιουργία, τον χρόνο, τις προσωπικές του αντιφάσεις – γεννημένος με ψυχή εικονομάχου, νιώθοντας πάντα τις εικόνες σαν μια αντίθεση στη λογική και το πνεύμα της ζωής, μ’ άλλα λόγια κάτι σαν λάθος και απρέπεια, την ίδια στιγμή τις λάτρευα αγιάτρευτα….., αλλά και τους φόβους του – έτρεμα μήπως στα σχεδιάσματα πάνω στην πέτρα ξετρυπώσει κάποιος λόγος, μήπως το ανάγλυφο θέλει να πει κάτι διαφορετικό απ’ ότι λένε οι μορφές από μόνες τους. Στο τέλος αναρωτιέται αν όλη αυτή η τέχνη μαρτυρεί άλλα από εκείνα που νομίζουμε. Η επιδίωξη της ωφέλειας και ο κίβδηλος λόγος αιχμαλώτισαν εδώ και καιρό τις εικόνες και τα σχήματα και τα έκαναν υπηρέτες της δικής μας σκέψης και των δικών μας επιδιώξεων και μας οδήγησαν σε δρόμους μακρύτερους και πιο σκληρούς απ’ όσο φτάνει η δύναμη και η αντοχή μας.

andric_za_program_large

Η συγγραφική μνήμη επιστρέφει και σε κάποια άλλα Σκαλοπάτια, αυτή τη φορά μόλις δυο σελίδων: ο Άντριτς εκφράζει την εντύπωσή του πως ανάμεσα στα πρώτα παράξενα πράγματα που αντικρίσαμε στα παιδικά μας χρόνια ήταν και τα σκαλοπάτια. Του φαίνεται πως είχε πάντα την βεβαιότητα ότι το παραμικρό ψήλωμα σημαίνει άνοιγμα και καινούργιες προσδοκίες, και ότι τα σκαλοπάτια μοιάζουν με πρωτόγονες, πρόχειρα φτιαγμένες φτερούγες που δίνουν νέα διάσταση στο χώρο και πολλαπλασιάζουν τις δυνατότητές μας, σαν μια αρχή της ανύψωσής μας. Ή μήπως σαν μια απόπειρα να ξεγελαστεί ο χώρος, με την κατάτμηση, την σμίκρυνση και τελικά την άλωσή του;

Περιλαμβάνονται ακόμα αποσπάσματα από το βιβλία Ιστορία και θρύλοι, ο λόγος του [για το αφήγημα και την αφήγηση] κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ και ο λόγος του [για την μετάφραση και τον μεταφραστή] στο 4ο Διεθνές Συνέδριο Μεταφραστών [Ντουμπρόβνικ, 1963].

Από κείνο που δεν υπήρξε κι από αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει οι τεχνίτες συγγραφείς συνθέτουν τις πιο όμορφες ιστορίες γι’ αυτό που υπάρχει. [σ. 172]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, μτφ. από τα σερβοκροατικά Χρήστος Γκούβης, σελ. 192.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 42, καλοκαίρι 2015.

07
Μάι.
15

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 171. Άκης Παπαντώνης

Άκης Παπαντώνης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ένας μοριακός βιολόγος μετακομίζει από την Αθήνα στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Εκεί, ξένος μεταξύ ξένων, μέσα από τα πειράματά του αναζητά απαντήσεις στα προσωπικά ερωτήματα που τον βασανίζουν. Είναι η γονεϊκή στοργή εγγενές ένστικτο ή επίκτητος χαρακτήρας; Πως αναδιαμορφώνει η γενετική του καταγωγή την καθημερινότητά του; Είναι η μοναξιά επιλογή ή αναπόδραστη ανθρώπινη κατάσταση; Πως μπορεί κανείς να πει ψέμματα στον εαυτό του; Καταλήγει, όμως, ο ίδιος πειραματόζωο του εαυτού του, εθελούσιος μετανάστης από την πραγματικότητα, κι έτσι να ξεχνά να ζήσει. Η αφήγηση υποδιαιρείται σε 24 κεφάλαια, τα οποία φέρουν την αρίθμηση των ανθρωπίνων χρωμοσωμάτων, εξού και ο τίτλος της νουβέλας, «Καρυότυπος», αποτελεί και τη δομική της συνθήκη.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το βιβλίο γράφτηκε «στο σύνορο Αττικής-Όξφορντσαϊρ», όπως γράφεται (με άλλη αφορμή) σε κάποια σελίδα του. Πρόθεσή μου, κατά τη σύνθεση των δεκαεννέα χιλιάδων (και κάτι) λέξεων του βιβλίου, που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σχόλιο για τη ρίζα της εσωστρέφεια της σύγχρονης ζωής—για τον ίλιγγο του να είσαι μόνος ανάμεσα σε πλήθος (μόνων) και για το βάρος των πρώτων βιωμάτων. Με γνώμονα αυτό, καθώς διατρέχουμε χρωμόσωμα-χρωμόσωμα τον καρυότυπο του ήρωα, προσπάθησα να ανασυστήσω την αναμέτρησή του με τις ρίζες του, τη χώρα στην οποία ζει, τη χώρα την οποία άφησε, τη γλώσσα, την εικόνα του εαυτού του, την οικογένειά του, το άλλο φύλο, τις επινοημένες μνήμες και ενοχές του, τα πειραματόζωά του και τα «ορφανά Τσαουσέσκου»—με όλα όσα ναρκοθετούν την πραγματικότητα ενός νέου ανθρώπου ο οποίος «πάσχει από μνήμη» και κινείται χωρίς πυξίδα σε μια πόλη που αρνείται πεισματικά να γνωρίσει.

Καρυότυπος

Ο μεγαλύτερος πόθος μου, ή ακριβέστερα, η μεγαλύτερη αγωνία μου, ήταν (και είναι) οι λέξεις που έβαλα στο χαρτί να αναπαριστούν πειστικά τις προθέσεις της αφήγησης. Κι αυτή η συνθήκη δύσκολα ικανοποιείται, κυρίως επειδή ο γράφων την ίδια στιγμή δημιουργεί και δημιουργείται. Και τώρα, που το βιβλίο βρήκε δίοδο προς τους αναγνώστες, απομένει να φανεί εάν τα γραφόμενά μου αφορούν (ερεθίζουν, ικανοποιούν, προβληματίζουν) και άλλους ανθρώπους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολλάκις· κατά τη διάρκεια κάποιου βαρετού σεμιναρίου, σε κάποιο καφέ ή στο αεροδρόμιο περιμένοντας την αναχώρηση μιας πτήσης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της πτήσης—κυρίως, όμως, με τη μορφή σημειώσεων.

Σας ακολούθησε ποτέ ο ήρωας του βιβλίου σας; Μαθαίνετε νέα του;

Στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο του «Καρυότυπου» ο ήρωας πεθαίνει. Από επιλογή. Δεν θα ήθελα η παρουσία του να απασχολεί τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη πιο πέρα από τα όρια των 117 σελίδων της νουβέλας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πολύ νωρίς το πρωί ή πολύ αργά το βράδυ, στο λαπτοπ μου. Χωρίς μουσική, χωρίς οχλήσεις, απαραιτήτως συνοδεία δυνατού εσπρέσσο. Συνήθως έτσι γράφω.

Robert Musil

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω μια αξεπέραστη εμμονή με τη φόρμα, τη γραμματοσειρά, το διάστιχο… έτσι σπαταλάω χρόνο για να προετοιμάσω το αρχείο πριν καν αυτό αρχίσει να γεμίζει με λέξεις. Μουσική, ενώ γράφω, δεν ακούω. Όμως πολύ συχνά όταν διαβάζω παίζει κάτι στο πικάπ: Μπαχ ή Μπραμς δια χειρός Glenn Gould, Σκριάμπιν δια χειρός Horowitz, ή τζαζ από το Esbjorn Svensson Trio, για παράδειγμα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας;

Σπούδασα βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, έκανα μεταδιδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από το 2013 εργάζομαι ως Junior Research Group Leader (αντίστοιχο του Επίκουρου Καθηγητή) στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Παρά τον μείζονα ρόλο της βιολογίας στην καθημερινότητά μου—η έρευνα είναι εξίσου απαιτητική και εξουθενωτική με την γραφή—το μόνο κοινό που σημειώνω είναι η ανάγκη για διάβασμα και επαναλήψεις, των πειραμάτων αφενός, των δοκιμών στην αφήγηση αφετέρου. Ξέρω, σκέφτεστε τώρα πως ο πρωταγωνιστής στον «Καρυότυπο» είναι κι αυτός μοριακός βιολόγος—μη φοβού, δεν είναι παρά μια επιμελώς επινοημένη σύμπτωση.

Tomas Tranströmer Photo by Lois Shelton 02-26-1974

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μια φορά μόνο. Ακριβώς επειδή θαυμάζω τους ποιητές, αυτή την πύκνωση που επιτυγχάνουν, φοβάμαι την δοκιμή της ποίησης. Προσπάθησα, πάντως, ν’ αφηγηθώ μια ιστορία σε δεκαέξι χαϊκού (όπως κάποτε ο Σεφέρης). Τα έγραψα στο αεροπλάνο, στην πτήση Αθήνα-Λονδίνο, μετά το θάνατο του θείου μου. Ο ευγενής Ντίνος Σιώτης τα δημοσίευσε αργότερα στο Poetix.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να είχα γράψει τη βιογραφία του σπουδαίου Ελίας Κανέττι, ειδικά τα όσα ο ίδιος περιγράφει στο «Η γλώσσα που δεν κόπηκε» (Καστανιώτης). Επειδή όμως (ευτυχώς) με πρόλαβε, στο νου έρχεται το όνομα του ###.

Τι γράφετε τώρα;

Έχω ξεκινήσει κάτι που δεν έχει ακόμα σαφές σχήμα, έχει μάλλον όμως τίτλο: «Faux Bijoux». Θα χρειαστεί αρκετός χρόνος ώστε να αποκτήσει κρίσιμη μάζα το κείμενο. Δε βιάζομαι—δηλώνω άλλωστε συγγραφικό σαλιγκάρι.

C. Lispector

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη βεβαιότητα πως θα ξεχάσω αρκετούς: ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Δημήτρης Χατζής, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Μισέλ Φάις, η Μαρία Μήτσορα, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης· ο Κόρμακ Μακάρθι, ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Ρέημοντ Κάρβερ, ο Ελίας Κανέττι, ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ, η Κλαρίς Λισπέκτορ, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Φραντς Κάφκα, ο Φίοντορ Ντοστοέφσκι, ο Τόμας Τρανστρούμερ, η Ανν Σέξτον, ο Αντόνιο Πόρτσια.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με την ίδια αίρεση όπως πιο πάνω: «Η Πάπισσα Ιωάννα» (Ροΐδης), «Το διπλό βιβλίο» (Χατζής), «Aegypius monachus» (Φάις), «Έντεκα σικελικοί εσπερινοί/Στη σφενδόνη» (Χατζητάτσης)· «Λολίτα» (Ναμπόκοφ), «Infinite Jest» (Γ. Φ. Γουάλλας), «Elephant and other stories» (Κάρβερ), «Οι ξεριζωμένοι» (Ζέμπαλντ), «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» (Σελίν), «Τα μαγαζάκια της κανέλας» (Σουλτς), «Πλωτή όπερα» (Μπαρθ), «Καθώς ψυχορραγώ» (Φώκνερ), «Ιστορίες από τη ζωή στο χωριό» (Οζ), «Collected prose» (Μπέκετ), «Μέρα ανεξαρτησίας» (Φορντ), «Ναρκόπολις» (Θαχίλ), «Ο ηλίθιος» (Ντοστοέφσκι), «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (Χάντκε), «Oι άγριοι ντετέκτιβ» (Μπολάνιο), «Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (Σεπούλβεδα).

Elias Canetti

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όσα έχει γράψει ο Τάσος Χατζητάτσης, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το «Τέλος της μικρής πόλης» του Δημήτρη Χατζή (Το Ροδακιό) ή τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης), ο «Επιτάφιος θρήνος» του Γιώργου Ιωάννου (Κέδρος). Τελευταία, ξαναδιαβάζω—και προσπαθώ να μεταφράσω—τις ιστορίες του Miroslav Penkov στο «East of the West» (Sceptre), οι οποίες είναι σπουδαίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Νομίζω πως τα τελευταία 3-4 χρόνια έχουμε διαβάσει βιβλία ανθρώπων της γενιάς μου, λιγότερο ή περισσότερο, που είναι ζηλευτά. Δείτε, για παράδειγμα, τις «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά (Κίχλη), το «Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα (Νεφέλη), το «Ο βυθός είναι δίπλα» του Νίκου Βουδούρη, τις «Αλεπούδες στην πλαγιά» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και το «Μια χαρά» του Χρίστου Κυθρεώτη (Πατάκης), τη «Νουθεσία ημιόνου» του Γιάννη Αστερή και το «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» του Αλέξανδρου Κυπριώτη (Ίνδικτος), ή τη «Μοναδική οικογένεια» του Λευτέρη Καλοσπύρου (Πόλις).

Peter Handke

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο «κύριος Krapp» του Μπέκετ, ζηλευτή η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα μου επιτρέψετε μια κάπως εκτενή απάντηση. Τα (δέ)κατα δημοσίευσαν το πρώτο πρώτο μου διήγημα, αλλά κι ένα ακόμα το 2009 το οποίο αποτέλεσε τη μαγιά του «Καρυότυπου». Το Εντευκτήριο όχι μόνο με φιλοξένησε πολλάκις, αλλά μου έδωσε και την ευκαιρία να διατηρώ μια μικρή στήλη στο «Καπνιστήριό» του. Πρόσφατα, το Intellectum μου εμπιστεύτηκε μέρος της επιλογής της ύλης του, ενώ φιλοξενεί, στην ιστοσελίδα του, φωτογραφίες μου. Εξού, λοιπόν, η πολυπλόκαμη προτίμησή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το σημαντικό «Πόλεμος και πόλεμος» του Krasznahorkai (Πόλις), το συγκλονιστικό «Family Ties» της Clarice Lispector (University of Texas Press), ξανά τα ποιήματα του Tomas Tranströmer, ξανά τα διηγήματα του Χατζητάτση.

john barth

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι, και όχι μόνο τώρα που αγωνιώ για τη πρόσληψη του «Καρυότυπου». Με ενδιαφέρει η προσέγγιση των βιβλίων από διαφορετικούς ανθρώπους—πείτε τους κριτικούς, βιβλιόφιλους bloggers ή απλά συστηματικούς αναγνώστες—και, ελέω επιστημονικής ξενιτιάς, τις διαβάζω πια μόνο ηλεκτρονικά. Αν έχω, πάντως, κάποια προτίμηση, είναι σε όσες κριτικές δεν περιορίζονται στα δυνατά σημεία ενός βιβλίου, αλλά επισημαίνουν και τις αδυναμίες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;

Το καλοκαίρι του 2007, στην διάρκεια της πτήσης Νέα Υόρκη-Αθήνα, επιστρέφοντας από ένα επιστημονικό συνέδριο, διάβασα το «The Road» του Κόρμακ Μακάρθι (Knopf) το οποίο είχε μόλις βραβευθεί με Πούλιτζερ. Με συγκλόνισε ο συντονισμός γλώσσας-αφηγηματικού περιβάλλοντος. Εν μέσω ενός μετα-αποκαλυπτικού τοπίου ο Μακάρθι επέλεξε να αναπαραστήσει το τέλος του Κόσμου με το τέλος της γλώσσας: κυκλοτερής αφήγηση, επαναληπτική, περιορισμένο λεξιλόγιο και χειρουργική επιλογή επιθετικών προσδιορισμών. [ΥΓ: χρόνια μετά, το 2011, το ξαναδιάβασα—μόλις είχε γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος—και ανακάλυψα πόσο συγκλονιστικότερη της γλώσσας είναι η ίδια η ιστορία. Ξαγρύπνησα.]

cormac mccarthy

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ όσο μπορώ—τώρα στη Γερμανία πιο δύσκολα, καθώς υπάρχει μια εμμονή με τις μεταγλωττίσεις. Σε κάθε περίπτωση, από την «Έκλειψη» του Αντονιόνι έως το «Lost in translation» της Σοφίας Κόππολα και από το ελειπτικό στήσιμο του «Dogville» του Λαρς φον Τρίερ έως τα κάδρα του Ταρκόφσκι (για να αναφέρω όσα μου έρχονται αντανακλαστικά στο νου), η κινηματογραφία έχει επανακαθορίσει την έννοια της αφηγηματικότητας (και) στη λογοτεχνία—πως θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι εθισμένος· χρησιμοποιώ μετά μανίας το facebook από το 2008, οπότε και μετακόμισα στην Οξφόρδη, διατηρώ τη σελίδα Absentia lucis στο tumblr, όπου συχνά πυκνά αναρτώ φωτογραφίες μου, ενώ παλαιότερα διατηρούσα το blog «Υψικάμινος» με σύντομα διηγήματά μου. Άλλωστε, αναρωτιέμαι τώρα, οι περσόνες που ο καθένας μας υποδύεται στο διαδίκτυο, δεν είναι κι αυτές ένα είδος αφήγησης;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν υποθέσουμε πως κανείς δεν ζει την αιωνιότητα μέσα από τα γραπτά (δικά του ή άλλων), τότε: που υπογράφω;

mark rothko blue-no-18-ketubah

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Τι σας γοητεύει στη ζωγραφική του Μαρκ Ρόθκο;» Η εμμονή στο ίδιο αισθητικό ερώτημα. (Μη με ρωτήσετε, όμως, πως προέκυψε αυτή η ερώτηση.)

Στις εικόνες: Robert Musil, Tomas Tranströmer [φωτ. Lois Shelton, 26 – 2 – 1974], Clarice Lispector, Elias Canetti, Peter Handke, John Barth, Cormac McCarthy, Mark Rothko.

27
Μαρ.
15

Βίτολντ Γκομπρόβιτς – Διαθήκη. Συνομιλίες με τον Ντομινίκ ντε Ρου

Διαθήκη

Αυτό που είμαστε ενώ δεν είμαστε

Ούτε τη ζωή μου γνωρίζω, ούτε το έργο μου. Σέρνω το παρελθόν πίσω μου σαν σκονισμένη ουρά κομήτη και για το έργο μου γνωρίζω ελάχιστα εξομολογείται ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο μιας μεγάλης και συναρπαστικής συζήτησης που φιλοδοξούσε να αποκαλύψει την προσωπικότητα και το έργο του αλλά τελικά ανέσκαψε τα βάθη της σκέψης μιας μοναδικής περίπτωσης συγγραφέα. Από πού να ξεκινήσει κανείς; Από την καταγωγή, επιλέγει ο συνομιλητής, αλλά ο συγγραφέας αδυνατεί να ξεδιαλέξει το νήμα: στην ζωή του δράμα και αντίδραμα γίνονται αδιαχώριστα, όπως κι οι μεγάλες λέξεις εξισορροπούνται από τις μικρές. Η μόνη βεβαιότητα του παρελθόντος του ήταν ένα αβέβαιο περιβάλλον, μια ξεριζωμένη οικογένεια με ελάχιστα ξεκάθαρη κοινωνική θέση, που ζούσε μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας, ανάμεσα σε γη και βιομηχανία, σε μια προυστιανή εποχή. Αυτά ήταν τα πρώτα «ανάμεσα» της ζωής του, που στο τέλος έγιναν η κατοικία του, ο αληθινός γενέθλιος τόπος του.

Στο σπίτι ανάσαινε την παράνοια στον αέρα. Μια μητέρα που ανήκε σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων που είναι ανίκανοι να δουν τον· εαυτό τους όπως είναι πραγματικά. Ακόμα χειρότερα: πίστευε ακράδαντα πως ήταν το αντίθετο απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Αυτό τον ώθησε στο καθαρό παράλογο, που έγινε αργότερα ένα από τα σημαντικά στοιχεία της τέχνης του. Ακριβώς οι παράλογες συζητήσεις μαζί της αποτέλεσαν την πρώτη του μύηση στην τέχνη και στην διαλεκτική. Απέκτησε την ευχέρεια να βυθίζεται στη χαζομάρα, να επιμένει πανηγυρικά στη βλακεία. Έκτοτε αρνήθηκε να υποταχτεί στις εύκολες και βολικές ψευδαισθήσεις και κληρονόμησε την λατρευτική του σχέση με την πραγματικότητα. Ακολούθησε η απέχθεια για το σαλόνι και η λατρεία των πλυσταριών, των κουζινών, του στάβλου και των χωραφιών. Η κατωτερότητα έγινε το ιδανικό του: οι εντός της μυήσεις όρισαν το έδαφος της μετέπειτα ζωής του.

 Gombrowicz 2

Δεν θυμόμαστε γαλήνια τα παρελθόν, δεν το αναπολούμε χωρίς πάθος. Το παρόν είναι πάντα επιθετικό, ακόμα και στη δύση της ζωής, και η ζωή του παρόντος όσο πιο διαμορφωμένη, παγιωμένη, καθορισμένη είναι, τόσο πιο πολύ καταδύεται στα ταραγμένα νερά του παρελθόντος για να αλιεύσει μονάχα ό,τι της είναι χρήσιμο τώρα και ό,τι μπορεί να βελτιώσει τη σημερινή της μορφή. Ίσως να μη θυμάμαι πολύ καλά το παρελθόν, ίσως απλώς να το καταβροχθίζω για να θρέψω αυτό που είμαι σήμερα. [σ. 22]

Στις αναγνώσεις των Σπένσερ, Καντ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Σαίξπηρ, Γκέτε, Μονταίνι, Πασκάλ, Ραμπελαί αναζητούσε «το ύφος της θεμελιώδους σκέψης, μιας ευαισθησίας που πηγαίνει μέχρι το βάθος των πραγμάτων». Από πού πήγαζε όμως εκείνη η εσωτερική διαταραχή που μετέτρεπε ένα γελαστό αγόρι σε ένα παράδοξο τέρας που το έθελγαν όλες οι δυσκολίες και οι εκτροπές της ύπαρξης; Από την μια βρισκόταν η καθωσπρέπει ζωή, από την άλλη η γκροτέσκα πλευρά της: δυο όψεις που συνυπήρχαν αλλά δεν συμφιλιώνονταν. Βυθισμένος «ανάμεσα» στις δυο, ο Γκομπρόβιτς αισθανόταν ένα μαύρο πρόβατο έξω απ’ το κοπάδι ένας νεαρός ικανός να πάρει κάθε μορφή, σαν τα κουκλάκια από πλαστελίνη που μπορεί κανείς να τα πλάσει ακατάπαυστα.

SONY DSC

Και δεν θα έλεγα ψέματα αν έλεγα πως, κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών μου στις εργατικές φτωχογειτονιές της Βαρσοβίας, την πραγματικότητα αναζητούσα στην απλότητα και στη ζωώδη υγεία των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων. Την πραγματικότητα αναζητούσα και μέσα μου, στις αχανείς, ερημωμένες, περιφερειακές, απάνθρωπες εσωτερικές εκτάσεις, όπου μαίνονταν οι ανωμαλίες, το Άμορφο, η Ασθένεια, η Αθλιότητα. Γιατί την πραγματικότητα μπορεί να την βρει κανείς στο πιο συνηθισμένο, στο πιο πρωτόγονο και στο πιο υγιές, όπως επίσης και στο πιο διεστραμμένο και φρενοβλαβές. Η πραγματικότητα του ανθρώπου δεν είναι το μόνο πιο φυσιολογικό και το υγιές, είναι και ό,τι έχει μέσα του αφύσικο και νοσηρό, ό,τι του ανοίγει άγνωστες δυνατότητες. [σ. 35]

Η πρώτη του λογοτεχνική γραφή ονομάστηκε Αναμνήσεις από την εποχή της ανωριμότητας [1933]: «μια λαμπερή ασημαντότητα φαντασίας, επινοητικότητας, ειρωνείας. Μια παρωδία της πραγματικότητας και της τέχνης». Το πρόβλημα παρέμενε: Πώς θα συνδεθεί η γραφή του με την πραγματικότητα της ύπαρξής του; Ο Γκομπρόβιτς γνώριζε καλά εκείνο που θα γινόταν η ψίχα της δημιουργίας του: Η γενική πραγματικότητα δεν είναι καθόλου πραγματικότητα. Η αληθινή πραγματικότητα είναι μόνον αυτή που καθορίζει ο καθένας μας. Και εγεννήθη ο Φερντυντούρκε! [1937]: «Μια παρωδία φιλοσοφικού παραμυθιού στο ύφος του Βολταίρου».

 Gombrowicz 4

Γιατί άραγε ένα έργο που γεννήθηκε από προσωπικά τραύματα τον παρέσυρε σε μια τόσο οικουμενική περιπέτεια προς το δράμα της ανθρώπινης Μορφής; Εδώ περιγραφόταν η ανηλεής μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μορφής του, δηλαδή εναντίον του τρόπου του να είναι, να αισθάνεται, να σκέφτεται, να μιλά και να πράττει· εναντίον της κουλτούρας του, των ιδεών του, των πεποιθήσεών του, εναντίον όλων εκείνων με τα οποία εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο. Ανάμεσα στις πολλαπλές μορφές, η εθνικότητα. Ο συγγραφέας διαπίστωνε πως η χώρα του ανήκε σε κατώτερη κατηγορία χωρών.

Έχει φτάσει καιρός να χαμηλώσουν τη μύτη τους οι κληρονόμοι των ανώτερων πολιτισμών. Στη θέση της Πολωνίας, βάλτε την Αργεντινή, τον Καναδά, τη Ρουμανία κ.λπ. Και θα δείτε ότι τα λόγια μου διευρύνονται τόσο, που [] αφορούν όλες τις δευτερεύουσες ευρωπαϊκές κουλτούρες [] Είναι μια χώρα εκεί που όπου η Ευρώπη αρχίζει να σταματά, μια χώρα – πέρασμα όπου η Ανατολή και η Δύση απορροφούν η μία τους κραδασμούς της άλλης. Πού ήταν η πρωτότυπη πολωνική σκέψη, η πολιτική φιλοσοφία, η πνευματική και διανοητική συμμετοχή της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή δημιουργία; Τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια η λογοτεχνία μας στραγγαλιζόταν από το τραύμα της απώλειας της ανεξαρτησίας των τοπικών μας δυστυχιών. [σ. 52, 53]

9780300065039

Ο Γκομπρόβιτς σκεφτόταν πως αν ως άνθρωπος, ως Πολωνός κι ως καλλιτέχνης, ήταν καταδικασμένος να παραμείνει ατελής, δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπομένει τα βάσανα και να υποκρίνεται στον εαυτό του τον ίδιο και σε όλο τον κόσμο πως όλα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Ήταν, αντίθετα, ζήτημα εντιμότητας, αξιοπρέπειας, λογικής, ζωτικής ανάγκης, να έρθει σε ρήξη μια για πάντα με αυτή τη φενάκη: Προχώρησα στον ακρωτηριασμό. Το νυστέρι μου ήταν η ακόλουθη σκέψη: Αποδέξου, κατάλαβε ότι δεν είσαι ο εαυτός σου, ότι κανένας δεν είναι ποτέ με κανέναν ο εαυτός του, υπό καμία συνθήκη, ότι το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι τεχνητός [σ. 61]

Ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηριζόταν από μια νέα συμπεριφορά απέναντι στη Μορφή. Στις καλύτερες περιπτώσεις την έπλαθε εύκολα, πλασμένος όπως ήταν από αυτή. Όμως κάποια στιγμή θα καταλάβει πως βρίσκεται σε δυσαρμονία με την πραγματική του φύση, πως εκφράζεται με έ