Archive for the 'Θεωρία' Category



12
Μαρ.
14

Το Δέντρο, τεύχος 195-196 (Ιανουάριος 2014)

Δ1Πώς διαβάζουμε. Κριτήρια – ψευδείς Κανόνες. Το κείμενο, η ανάγνωση, το κοινό

«Παραλογοτεχνία»: έννοια παρούσα αλλά ασαφής και ρευστή, συνθήκη άπνοιας των ιδεών, περιοχή κοινών τόπων, εξομολογήσεων ή αισθηματολογίας, πεδίο που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια μιας δοκιμασμένης πνευματικότητας και έντεχνων αξιών, έκφραση συμπεριφορών συγγραφέων και κοινού: ιδού ορισμένες από τις πιθανές και εκφραζόμενες στο εκδοτικό σημείωμα όψεις ενός φαινομένου που αποτελεί αντικείμενο διαλόγου στο αφιερωματικό φάκελο του τρέχοντος τεύχους του Δέντρου. Από την μία πλευρά η πραγματική λογοτεχνία κοιτάζει εκείνο για το οποίο μένει ξένη και απαθής η παραλογοτεχνία, από την άλλη ένας μεγάλος περιφερειακός κόσμος στέκεται απέναντι σ’ αυτόν του λογοτεχνικού έργου και του έγκυρου αισθητηρίου. Και στη μέση ο μέσος αναγνώστης, ευτυχής που οι χαρακτήρες που συναντά στα παρ – αναγνώσματα (ας προσθέσω κι εγώ τον δικό μου όρο στην πάντα πλούσια λεξιλογία των εκδοτών) είναι πάντα αυτός ο ίδιος ή μοιάζει με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του· σε ετούτη την αυτοβιογραφική συνθήκη δεν χρειάζεται να επικοινωνήσει με καμία ετερότητα.

Dino_Buzzati_1Για να ορίσουμε στις μέρες μας τι είναι παραλογοτεχνία πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι είναι λογοτεχνία, προτείνει ο Ερρίκος Μπελιές σε συνομιλία του με τον Τάσο Γουδέλη, και προσπερνώντας τους στενούς ορισμούς λέει πως πρόκειται για την έκφραση η οποία εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες καταθέσεις γραφής και ανοίγει νέους δρόμους. Χρησιμοποιώντας το ενδεικτικό παράδειγμα της Βιρτζίνια Γουλφ, ο μεταφραστής υποστηρίζει πως ο συγγραφέας που έχει γνώση της παράδοσης και του μοντερνισμού, συν το ταλέντο, έχει να αρθρώσει κάτι, ενώ αν ξεκινάει από την ίδια την Γουλφ και την θραυσματικότητα της έκφρασης μένει εκεί στατικά και δεν αποδίδει. Για τον Μπελιέ οι διδάσκοντες την δημιουργική γραφή είναι οι «εκθεσάδες» του Γυμνασίου σε άλλη ηλικία, η θεματολογία στην Τέχνη δεν έχει όρια και ο συγγραφέας έχει ως στόχο να εκφράσει την δική του ανάγκη και όχι την ανάγκη των καιρών.

virginia woolfΟ Δημήτρης Ραυτόπουλος εντοπίζει ένα ενοιολογικό τέρας στην ίδια τη λέξη «παραλογοτεχνία», ιδίως αν υπολογίσει κανείς τις σημασίες του «παρά». Σε κάθε περίπτωση η παραλογοτεχνία υπήρχε πάντα, και η πρώτη πολεμική εναντίον της βρίσκεται στις «ευριπίδειες» κωμωδίες του Αριστοφάνη που ταυτίζει τους δύσμορφους και ανόητους βατράχους με τους «άθλιους ριμαδόρους της Αθήνας». Πώς γίνεται όμως και σήμερα πολλαπλασιάζεται η παραγωγή εκατοντάδων τίτλων και ειδών, ακόμα και εν μέσω οικονομικής κρίσης; Προσπερνώντας τους γνωστούς συντελεστές της αγοράς, ο Ραυτόπουλος στέκεται σ’ έναν παράγοντα που δεν πολυεξετάζεται, τον «κοινωνιοψυχολογικό»: Η μαζοποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συμπορεύεται με τη μιντιακή αίγλη, τη λάμψη της δημοσιότητας, το πρότυπο του «αναγνωρίσιμου». Για να βγει από την ανωνυμία, για να ’χει τη δική του στιγμή διασημότητας, κάποιος σκοτώνει ανθρώπους. Άλλοι σκοτώνουν μόνο τη γλώσσα ή τον Αριστοτέλη, το Καντ, ακόμα και τον Λιοτάρ. Η ντόπια γραφομανία ίσως μπορεί να συνδεθεί και με την παρακμή της πολιτικής, της επανάστασης ή του ριζοσπαστισμού. [σ. 69]

Barthes-Milano1974Η Άννα Κουστινούδη στο κείμενό της Παραλογοτεχνία [Η παρανάγνωση του Κανόνα ή ο Κανόνας της παρανάγνωσης], εκκινεί από την Απόλαυση του Κειμένου με την οποία ο Ρολάν Μπαρτ επιχείρησε να ορίσει τη ουσία της συγγραφικής και αναγνωστικής απόλαυσης του ηδονικού /οργασμικού (la texte de jouissance) και όχι του απολαυστικού απλά (le texte de plaisir), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ηδονική /οργασμική διάσταση είναι κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί ή να διατυπωθεί παρά μόνο να προκύψει και μάλιστα στιγμιαία μέσα από την αμφίδρομη σχέση συγγραφής – ανάγνωσης. Οι ρώσοι φορμαλιστές και οι εκπρόσωποι της σχολής της Φρανκφούρτης πρώτοι αποπειρώνται να ορίσουν την έννοια της «παραλογοτεχνίας», εισάγοντας τον όρο της «ανοικείωσης». Ένα εφήμερο λογοτεχνικό κείμενο…

…παράγεται και προσλαμβάνεται με τρόπο μηχανικό και αυτοματοποιημένο, χωρίς να προκαλεί στον αναγνώστη/τρια την αίσθηση της ανοικείωσης, μέσω της οποίας η ιδιάζουσα χρήση της γλώσσας της λογοτεχνίας οφείλει να ανατρέπει, να διασπά και να καταργεί την στερεοτυπική, ανυποψίαστη σχέση μας με αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως οικεία πραγματικότητα. Η λογοτεχνία λοιπόν, σε αντίθεση με την παραλογοτεχνία, παραμορφώνει μέσα από το ανοικειωτικό της λεκτικό πρίσμα και τους γλωσσικούς μηχανισμούς της την αντίληψή μας για τα πράγματα και τον κόσμο… [σ. 55 – 56]

Κείμενα και συνομιJuan Bosch_λίες ανοίγουν θέματα, ξεδιπλώνουν όψεις και φωτίζουν γωνίες του ιδιαίτερου φαινομένου που καίει (και, επιτρέψτε μου, ενίοτε ζέχνει) πάνω στα γραφεία όλων των εμπλεκόμενων του λογοτεχνικού κόσμου. Ενδεικτικά ορισμένοι τίτλοι και τιτλούχοι: Στάντης Αποστολίδης – Εξ απαλών ονύχων προετοιμάζεται ο αναγνώστης παραλογοτεχνίας, Βενετία Αποστολίδου – Παραλογοτεχνία και λογοτεχνικό σύστημα, Γιώργος Αριστηνός – Το λούστρο μιας παστρικής λογοτεχνίας, Γιώργης Γιατρομανωλάκης – Στην άσκηση της λογοτεχνίας δεν υπάρχουν κανόνες, Γιάννης Δάλλας – Ο μέσος αναγνώστης έχει δημιουργήσει Κανόνα, Νίκος Δήμου – Τρεις (παρ)αναγνώσεις του Δον Κιχώτη, Πέτρος Μαρτινίδης – Παραλογοτεχνία ή παραναγνώστες;, Μαίρη Μικέ – Παραλογοτεχνία, Μιχαήλ Γ. Μπακογιάννης –  «Παραλογοτεχνία» και άδολη αναγνωστική τέρψη – ή μήπως όχι;, Ερρίκος Μπελιές – Έχει σημασία ο στόχος που θέτει εις εαυτόν ο συγγραφέας, Δημήτρης Ραυτόπουλος – Διόνυσος και Βάτραχοι, Μάνος Στεφανίδης – Πώς μπορούμε να πλοηγηθούμε…, Μίλτος Φραγκόπουλος – Λογοτεχνία – Παραλογοτεχνία: Ένας ατελεύτητος διάλογος κ.ά.

Benjamin1929Στο υπόλοιπο λογοτεχνικό σώμα, η λογοτεχνία με κεφαλαίο το λάμδα, χωρίς προθέσεις και προθέματα: διαλεχτά διηγήματα από τους Χουάν Μπος (του ιδιαίτερου Δομηνικανού συγγραφέα αλλά και πολιτικού, που φυλακίστηκε επί Τρουχίλο, εγκατέλειψε την χώρα, επανήλθε με την Δημοκρατία, έγινε Πρόεδρός της και απομακρύνθηκε εκ νέου από τις ΗΠΑ και την Εκκλησία), Ντίνο Μπουτζάτι, Ντονάτο Καρίζι, εξομολογητικά – δοκιμιακά κείμενα από τους Αντρέα Καμιλέρι και Ίαν ΜακΓιούαν, τέσσερα ποιήματα του Σέις Νόοτεμποομ (μτφ. Νάντια Πούλου), τρία ποιήματα της Αντριέν Ριτς (μτφ. Άννα Κουστινούδη). Κάπου ανάμεσα, ένα απόσπασμα από το κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν Αδειάζοντας τα ράφια της βιβλιοθήκης μου, μια εξομολόγηση για τον συλλέκτη βιβλίων που υπήρξε, με δηλωμένη πρόθεση να μας δείξει τη σχέση του συλλέκτη με τα συλλογή του, και περισσότερο με την συλλεκτική δράση παρά με την ίδια τη συλλογή. Εάν, όντως, κάθε πάθος συνορεύει με το χάος, του συλλέκτη συνορεύει με το χάος των αναμνήσεων, γράφει ο γερμανός φιλόσοφος, όπως και για την συλλογή ως ορισμό της ακαταστασίας που, ενσωματωμένη σ’ αυτή τη συνήθεια, φαίνεται σαν τάξη, αλλά και για τον συλλέκτη που δεν προτάσσει την λειτουργική αξία ή την χρησιμότητα των αντικειμένων, αλλά την υποχρέωση που του εμπνέουν να τα μελετά και να τα αγαπά ως σκηνικό, ως θέατρο του ίδιου τους του πεπρωμένου.

cees-nooteboom- brasilia1968Στην εξίσου λογοτεχνική – με βάρος στην τέχνη του λόγου  – γαλαρία μας περιμένουν τα συνήθη ερεθιστικά μικρά και μεσαία κείμενα. Στο “Facebook” του ο Κώστας Μαυρουδής παρατηρεί, μεταξύ άλλων, τους διάφορους έκπληκτους με τον εντόπιο νεοναζισμό και απορεί για την αθωότητα της μέσης νοημοσύνης, που θεωρεί το «κακό» μια ηθική κατηγορία ξένη, ένα είδος εκτροπής, στον ανθρώπινο χαρακτήρα, αγνοώντας ότι «το κακό είναι ο θρίαμβός μας, τα διαπιστευτήρια της ζωής στην ύπαρξη, που ζητά επιβεβαίωση, τη χωρίς όρους συνομιλία με τον κόσμο». Θυμάται μάλιστα και τον Αλέξανδρο Κοτζιά, που είχε ανάλογα εκπλαγεί με την υποστήριξη της κοινής γνώμης σε άλλες, παλαιές δολοφονίες, μολονότι συγγραφέας, εξοικειωμένος δηλαδή με τα ανεντόπιστα σκοτάδια αυτού που λέμε ψυχή. Και μιλώντας για τον Κοτζιά, ο Μαυρουδής θυμάται ένα κείμενο του εκλιπόντα συγγραφέα με αφιέρωση προς τον Θ. Βοσταντζόγλου, συγγραφέα του περίφημου Αντιλεξικού, χωρίς να τον γνωρίζει προσωπικά. Ήταν η πρώτη φορά, μας ομολογεί, συναντούσε την περίπτωση ενός πεζογράφου να εξομολογείται ότι οφείλει χάριτες στις άψυχες σελίδες ενός λεξικού μ’ ένα νεύμα ευγνωμοσύνης σ’ αυτό το ογκώδες αρχείο των εννοιών. [176 σελ.]

Στις εικόνες: Dino Buzzati, Virginia Woolf, Roland Barthes [1974], Juan Bosch, Walter Benjamin [1929], Cees Nooteboom [1968].

03
Νοέ.
13

Pascale Casanova – Η παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων

ΜιCα γεωπολιτιστική υδρόγειος σφαίρα της λογοτεχνίας

Διαμαρτύρομαι εδώ επίσημα ενάντια στην ονομασία «Γερμανός συγγραφέας» στην οποία αυτό το έθνος ηλίθιων αγελάδων θα αναζητήσει κάποια μέρα να με συμπεριλάβει, έγραφε ο Άρνο Σμιτ, ο ιδιαίτερος αυτός συγγραφέας που υιοθέτησε στην μεταπολεμική Γερμανία την ίδια θέση με τον Τζόυς στην Ιρλανδία της δεκαετίας του ’20: όπως εκείνος έγραψε σε αντίθεση με την ιρλανδική εθνικιστική λογοτεχνία έτσι κι ο Σμιτ αντιμετώπισε με προκλητική καχυποψία την Γερμανία, αναρωτήθηκε για τις διανοητικές ρίζες του ναζισμού και άσκησε αυτή την ίδια εθνική κριτική στο πεδίο της γλώσσας, διαφοροποιούμενος ακόμα και από το Groupe 47.

Επαναστάτης λοιπόν, ενάντια στη γλώσσα και σε όλες τις εθνικιστικές ιεραρχίες, ο Σμιτ επιλέγει να υιοθετήσει τον αντίποδα του εθνικού αισθητικού μοντέλου και αντί για τη σοβαρότητα εγκωμιάζει την ελαφρότητα, το χιούμορ και τα φάρσα. Όπως ο Τζόυς διεκδικούσε μια αυτόνομη λογοτεχνική γλώσσα, έτσι κι ο ίδιος πρότεινε μια ανανεωμένη στίξη, μια απλοποιημένη ορθογραφία των γερμανικών, μια δική του γραμματική, μαζί με τυπογραφικές καινοτομίες, πάντα σε αντιστοιχία με την θέση του συγγραφέα απέναντι στην κοινωνία: Αν ο λαός το χειροκροτήσει, αναρωτήσου, τι κακό έχω κάνει; Αν σε χειροκροτήσει και για το δεύτερο βιβλίο σου, πέτα την πένα σου στις τσουκνίδες: ποτέ δε θα γίνεις μεγάλος. Η τέχνη για το λαό;! Ας αφήσουμε αυτό το σύνθημα στους ναζί και στους κομμουνιστές.

schmidt-catΣε μια άλλη παραδειγματική «επαναστατική» περίπτωση, αυτή της Λατινικής Αμερικής κατά την περίοδο του λεγόμενου «μπουμ», οι μυθιστοριογράφοι διεκδικούν την δική τους αυτονομία από εκείνο που ο Αλφόνσο Ρέγιες αποκαλούσε δουλοπρεπή κλίση της ισπανοαμερικανικής λογοτεχνίας. Μπόρχες, Αστούριας, Καρπεντιέρ, Ρούλφο και Ονέττι παραβίασαν τον ρεαλισμό και τους κώδικές του, αρνούμενοι τον καθαρό πολιτικό λειτουργισμό. Αντιπροσωπευτική είναι η περίπτωση του Χούλιο Κορτάσαρ, που υπήρξε μεν στρατευμένος στο πλευρό των καστρικών επαναστατών ή των σαντινίστας, αλλά διαφύλαξε για τον εαυτό του πλήρη αισθητική ελευθερία:

Με κίνδυνο να απογοητεύσω τους κατηχητές και τους οπαδούς της τέχνης στην υπηρεσία των μαζών, εγώ συνεχίζω να είμαι εκείνο το «κρονόπιο» που γράφει για την προσωπική του ευχαρίστηση ή οδύνη, δίχως την παραμικρή παραχώρηση, χωρίς «λατινοαμερικανικές» ή «σοσιαλιστικές» υποχρεώσεις που θα θεωρούνται a priori πραγματιστικές.

cortazar_Βρισκόμαστε στο κεφάλαιο Επαναστάτες στο δεύτερο μέρος του βιβλίου που τιτλοφορείται Λογοτεχνικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις και περιλαμβάνει πρόσθετα κεφάλαια για τις Μικρές Λογοτεχνίες, τους Αφομοιωμένους, τους Εξεγερμένους, την Τραγωδία των «Μεταφρασμένων» και το Ιρλανδικό Παράδειγμα. Το πρώτο μέρος [Ο κόσμος της λογοτεχνίας] μοιράζεται σε κεφάλαια για τις Αρχές μιας παγκόσμιας ιστορίας της λογοτεχνίας, την Επινόηση της λογοτεχνίας, τον Παγκόσμιο λογοτεχνικό χώρο και την μεταφορά από τον λογοτεχνικό διεθνισμό στην εμπορική παγκοσμιοποίηση. Η Πασκάλ Καζανοβά, ερευνήτρια και κριτικός λογοτεχνίας, μαθήτρια του Πιερ Μπουρντιέ, επιχειρεί ένα αδιανόητο πλην συναρπαστικό έργο: να συντάξει μια εκδοχή λογοτεχνικής γεωγραφίας, με επίκεντρο την παγκόσμια πολιτεία της λογοτεχνίας, και με παράλληλες αφηγήσεις για την πρόσβαση των συγγραφέων σε αυτό τον χώρο, τις στρατηγικές που υιοθετούν, τις αντιστάσεις τους εναντίον των λογοτεχνικών νόμων, τις επινοήσεις της λογοτεχνικής τους ελευθερίας. Στην ουσία πρόκειται για την χαρτογράφηση των απανταχού αγώνων ενός πλήθους συγγραφέων και εθνικών λογοτεχνιών και γλωσσών για να φτάσουν στην οικουμενικότητα.

Painting | Oil on panelΞεκινώντας από την περίφημη Εικόνα στο Χαλί του Χένρυ Τζέιμς, η συγγραφέας εστιάζει στο αίτημα της αποκωδικοποίησης ενός έργου μόνο μέσω μιας συνολικής σύνθεσης, που ξεπροβάλλει όταν συσχετίζεται με ένα ολόκληρο λογοτεχνικό σύμπαν. Τα λογοτεχνικά έργα θα φανερωθούν μέσα στη μοναδικότητά τους αποκλειστικά μέσω του συνόλου της δομής που τους επέτρεψε να αναδυθούν, ως απειροελάχιστα τμήματα μιας τεράστιας παγκόσμιας λογοτεχνικής σύνθεσης. Αυτή λοιπόν η πλανητική πολιτεία έχει τις δικές της πρωτεύουσες και επαρχίες, δική της οικονομία και δικά κεφάλαια πνευματικών αξιών, και οπωσδήποτε τις δικές της γλώσσες. Ήδη το 1910 ο ποιητής Βελιμίρ Χλέμπνικοφ προσπαθούσε να οδηγήσει τη ρωσική γλώσσα στην οικουμενική αναγνώριση, εκφράζοντας το γεγονός της λογοτεχνικής ανισότητας των γλωσσών στις «λεκτικές αγορές», όπως τις αποκάλεσε, αντιλαμβανόμενος πως μια γλώσσα διεξάγει αόρατους πολέμους επιδιώκοντας την ηγεμονία.

Όλοι οι συγγραφείς που προέρχονται από περιοχές απομακρυσμένες απ’ τις λογοτεχνικές πρωτεύουσες αναφέρονται, συνειδητά ή όχι, σ’ ένα μέτρο του λογοτεχνικού χρόνου που αναφέρεται στο προφανές ενός «παρόντος». Τι σημαίνει όμως να είσαι μοντέρνος; Αν το μοντέρνο είναι πάντοτε καινούργιο, δηλαδή εξ ορισμού αταξινόμητο, ο μόνος τρόπος να είναι κανείς αληθινά μοντέρνος στον λογοτεχνικό χώρο είναι να αμφισβητεί το παρόν ως ξεπερασμένο μέσω ενός παρόντος πιο παρόντος, δηλαδή άγνωστου, σ’ έναν αγώνα έσχατης νεωτερικότητας.

Άνθρωποι τηoctavio pazς περιφέρειας, κάτοικοι των προαστίων της ιστορίας, εμείς οι Λατινοαμερικάνοι είμαστε οι απρόσκλητη συνδαιτημόνες, που χώθηκαν από την πίσω πόρτα της Δύσης, οι ανεπιθύμητοι που φτάνουν στο θέατρο της νεωτερικότητας όταν τα φώτα είναι έτοιμα να σβήσουν – φτάνουμε καθυστερημένοι παντού, γεννιόμαστε όταν είναι ήδη αργά στην Ιστορία· δεν έχουμε παρελθόν, ή, ακόμη κι αν έχουμε, έχουμε φτύσει στα υπολείμματά του… έγραφε ο Οκτάβιο Πας στον Λαβύρινθο της μοναξιάς.

Αυτή η λογοτεχνική χρονικότητα γίνεται αντιληπτή μεταξύ των συγγραφέων των περιφερειακών λογοτεχνιών μόνο από εκείνους που είναι ανοιχτοί στη διεθνή λογοτεχνική ζωή και επιδιώκουν να έρθουν σε ρήξη με αυτό που ανακαλύπτουν ως λογοτεχνική τους «εξορία». Αντιθέτως, κοινό γνώρισμα των «εθνικών» είναι ότι αγνοούν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό, περιοριζόμενοι στους εθνικούς κανόνες και όρια. Έτσι ο μόνος τρόπος να αρνηθεί τον λονδρέζικο λογοτεχνικό κανόνα ένας Ιρλανδός γύρω στα 1900 (όπως ο Τζόυς) ή ένας Αμερικανός γύρω στα 1930 (σαν τον Φώκνερ), το μόνο μέσο για έναν Νικαραγουανό γύρω στα 1890 όπως ο Ρουμπέν Νταρίο να απομακρυνθεί από τις ισπανικές λογοτεχνικές νόρμες ή για έναν Γιουγκοσλάβο γύρω στα 1970 (σαν τον Ντανίλο Κις) να αρνηθεί τους λογοτεχνικούς κανόνες της Μόσχας ή για έναν Πορτογάλο γύρω στα 1995 (σαν τον Αντόνιου Λόμπο Αντούνες) ήταν να βγει από έναν περιοριστικά εθνικό χώρο και να τραφεί στο Παρίσι, διεκδικώντας την δική του αρχή της εξωδεαφικότητας. Η εξορία εδώ είναι αναμφίβολα το μείζον «όπλο» τους συγγραφέα που επιδιώκει να διατηρήσει με κάθε κόστος μια απειλούμενη αυτονομία.

Vladimir_Nabokov_immigration_92yΝα μεταφράζεις τον εαυτό σου είναι ένα φρικτό εγχείρημα, σαν να εξετάζεις τα σπλάχνα σου και να τα δοκιμάζεις λες και είναι γάντι, και να ανακαλύπτεις ότι το καλύτερο λεξικό δεν είναι φίλος αλλά το εχθρικό στρατόπεδο…έγραφε ο Ναμπόκοφ που όπως και ο Σιοράν, ο Στρίντμπεργκ, ο Παναΐτ Ισράτι και πολλοί άλλοι βίωσε την εμπειρία του ξαναγραψίματος σε μια άλλη γλώσσα ως τρομερή δοκιμασία, ενώ ο Μπέκετ υιοθέτησε την άνευ προηγουμένου λύση της διπλής μετάφρασης. Όπως και νωρίτερα με τις περιπτώσεις των Μίλαν Κούντερα (Τσέχος), Τόμας Μπέρνχαρντ (Αυστριακός), Κάρλος Φουέντες (Μεξικανός), Μαριο Βάργκας Λιόσα (Περουβιανός), Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Κολομβιανός), Αντόνιο Ταμπούκι (Ιταλός) Πωλ Όστερ (Αμερικανός), Ελφρίντε Γέλινεκ (Αυστριακή)  έτσι και σήμερα το Παρίσι φαίνεται πως παραμένει η πρωτεύουσα της λογοτεχνίας και ιδίως των περιθωριακών λογοτεχνών, των Καταλανών, των Πορτογάλων, τω Σκανδιναβών, των Γιαπωνέζων.

michauxΤο βάρος μιας άσβεστης εθνικής καταγωγής που χαρακτηρίζει τον Μπέκετ ενυπάρχει και στην περίπτωση του Ανρί Μισώ, που χρησιμοποιεί κι αυτός το αντεθνικό χιούμορ. Ως Βαλλόνος ο Μισώ είχε να επιλέξει μεταξύ της οδού της διαφοροποίησης, δηλαδή της διεκδίκησης μιας βελγικής τοπικής ή εθνικής ταυτότητας και της αφομοίωσης στον γαλλικό λογοτεχνικό χώρο. Αφού εγκατέλειψε οριστικά το Βέλγιο, άρχισε να ταξιδεύει εναντίον του, για να αποβάλλει από μέσα του την πατρίδα του και τους κάθε είδους δεσμούς, σε «ταξίδια εκπατρισμού», σε μια προσπάθεια οικειοποίησης άλλων πολιτιστικών και λογοτεχνικών παραδόσεων.

Borges4Η φιλόδοξη γεωπολιτιστική πραγμάτευση των μείζονων και των ελάσσονων λογοτεχνιών του κόσμου δεν αποτελεί μόνο μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεωρητική και πρακτική προσέγγιση αλλά κι ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα. Από τους Μαρσέλ Προυστ, Xόρχε Λουίς Μπόρχες, Φραντς Κάφκα, Αλμπέρ Καμύ, Σαλμάν Ρούσντι, Μάργκαρετ Άτγουντ, Β.Σ. Νάιπολ, Χουάν Μπένετ μέχρι τους Μάριου ντι Αντράντι (Πορτογαλία), Νουρουντίν Φαράχ (Σομαλία), Τσινούα Ατσέμπε (Νιγηρία), Πατρίκ Σαμουαζώ (Μαρτινίκα), Αμπντουραμάν Βαμπέρι (Τζιμπουτί), Μία Κόουτο (Μοζαμβίκη), Ουόλε Σογίνκα (Νιγηρία) η συγγραφέας χρησιμοποιεί πλήθος αναφορών από αναρίθμητους συγγραφείς τόσο από τα λογοτεχνικά κέντρα όσο και από τα κράτη – περιφέρειες.

Μακάρι όλοι οι συγγραφείς να αρπάξουν με γυμνά χέρια τις τσουκνίδες της πραγματικότητας. Μακάρι να μας δείξουν τα πάντα: τη μαύρη και γλοιώδη ρίζα, τον γλαυκό και δηλητηριώδη μίσχο το αύθαδες λουλούδι, εκρηκτικό και βροντερό…(Προς όλους τους κριτικούς: τελείωσα, δεν έχει άλλο!) [Άρνο Σμίτ]

ΕκOLYMPUS DIGITAL CAMERAδ. Πατάκη, 2011, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 451, με βιβλιογραφία έργων που αναφέρονται στο βιβλίο και έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και ευρετήριο [Pascale Casanova, La république mondiale des letters, 1999].

Στις εικόνες: Arno Schmidt, Julio Cortazar, Samuel Beckett, Octavio Paz, Vladimir Nabokov μετανάστης, Henri Michaux, Jorge Luis Borges και η συγγραφέας.

01
Νοέ.
13

Λένα Κωνσταντέλλου – Τέσσερις όψεις του μοντερνισμού. Έλιοτ – Μπόρχες – Κάφκα – Λόρκα

LKΤο κουαρτέτο της νεωτερικότητας

O Κάφκα και ο Χάσεκ μας φέρνουν αντιμέτωπους μ’ αυτό το πελώριο παράδοξο. Στη διαδρομή των χρόνων η καρτεσιανή λογική καταβρόχθιζε τη μία μετά την άλλη όλες τις αξίες που είχαν κληροδοτηθεί από τον Μεσαίωνα. Τη στιγμή όμως της ολοκληρωτικής λογικής ο καθαρός παραλογισμός (η δύναμη που δεν θέλει άλλο από τη θέλησή της) είναι εκείνος που θα κυριαρχήσει στη σκηνή του κόσμου, επειδή δεν θα υπάρχει πια κανένα σύστημα αξιών κοινά αποδεκτό που να μπορεί να του φράξει τον δρόμο…

… έγραφε ο Μίλαν Κούντερα στην Τέχνη του Μυθιστορήματος, σ’ ένα από τα δύο αποσπάσματα που επιλέγει η συγγραφέας να μας εισάγει στην κατανόηση του φαινομένου Κάφκα, που έφερε στον λογοτεχνικό κόσμο την απόλυτα νέα ρεαλιστική καταγραφή του παράλογου, συμβατικού γραφειοκρατικού τοπίου και «πέτυχε ό,τι οι υπερρεαλιστές εξήγγειλαν μετά απ’ αυτόν δίχως να το πραγματοποιήσουν στ’ αλήθεια: τη συγχώνευση του ονείρου και της πραγματικότητας».

lorca1Η συγγραφέας παρουσιάζει ευσύνοπτα πλην περιεκτικά πορτραίτα των τεσσάρων μοντερνιστών συγγραφέων. Στις περιπτώσεις των Τ.Σ. Έλιοτ και Χ.Λ. Μπόρχες ακολουθεί τριμερή διάκριση βασισμένη στο έργο τους: η ποιητική, τα δοκίμια και τα θεατρικά έργα του πρώτου και η ποίηση, τα πεζά και τα δοκίμια του δεύτερου. Στην περίπτωση του Κάφκα προτάσσει τις μαρτυρίες των Ημερολογίων και των Γραμμάτων και συνεχίζει με κείμενα που αφορούν απόψεις, προσεγγίσεις και ερμηνείες στο έργο του, το Θέατρο [Ο Κάφκα και το θέατρο του Παραλόγου, ο Κάφκα στο θέατρο], τα έργα του και τις απόψεις του Αλμπέρ Καμύ. Η παρουσίαση, τέλος, του Λόρκα περιλαμβάνει ένα γενικότερο κείμενο, τη σχέση με τον Σαλβαντόρ Νταλί, το Ταξίδι στην Αμερική, την Επιστροφή στην Ισπανία, τον θάνατό του, την ποίηση και το θέατρό του.

Franz Kafka - Der Prozess - Gesichter über der Stadt  (faces over the town)Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο που αφορά τις ποικίλες ερμηνείες στο καφκικό έργο. Η προσέγγιση των Ζιλ Ντελέζ – Φελίξ Γουατταρί στο έργο Κάφκα – για μια ελάσσονα λογοτεχνία καταρχήν ανασκευάζει το διογκωμένο από τους ψυχαναλυτικούς ερμηνευτές «οιδιπόδειο σύμπλεγμα». Οι ελάσσονες λογοτεχνίες κατά τους συγγραφείς περικλείουν πολιτικά νοήματα και συλλογικό χαρακτήρα στους κόλπους τους κι έτσι ο Κάφκα δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εσωτεριστής ή συμβολιστής συγγραφέας της εσωστρέφειας και της ενοχής αλλά ως ένας βαθύτατα πολιτικός συγγραφέας, μάντης του επερχόμενου κόσμου. Η περισσότερο «επίκαιρη και γειωμένη», κοινωνικοπολιτικής φύσεως ερμηνεία του Μίκαελ Λεβί στο έργο Frantz Kafka: Ανυπότακτος ονειροπόλος, επηρεάζεται από τις θέσεις του Μπένγιαμιν για τον συγγραφέα και επιχειρεί να ανιχνεύσει τις εκλεκτικές του συγγένειες με τους αναρχικούς της Πράγας και ιδίως στο κοινό σημείο του μίσους προς την εξουσία και της δίψας για ελευθερία.

franz_kafkaΟ Μπένγιαμιν τονίζει και την ιδιαίτερη θρησκευτικότητα στον Κάφκα, με την έννοια μιας αρνητικής θεολογίας που αφορά την απουσία του Θεού και την ανύπαρκτη μεταφυσική αρχή μπροστά στις ικεσίες του ανώνυμου ανθρώπου. Από την άλλη, ο Μωρίς Μπανσό εστιάζει στην σιωνιστική και αντισιωνιστική ιδιότητα του συγγραφέα, λόγω της περιπλάνησης αλλά και της περιφρόνησης για τις εβραϊκές δεισιδαιμονίες αντίστοιχα. Εδώ η λογοτεχνία είναι η συνείδηση της δυστυχίας και όχι η θεραπεία της και στόχος της μετοικεσίας δεν είναι κάποια Γη της Επαγγελίας αλλά η ίδια η έρημος. Ο ρεαλισμός του απορρίφθηκε από τον Γκέοργκ Λούκατς και την μαρξιστική κριτική, που τόνισε την επιμονή των μοντερνιστών στην υποκειμενική όψη του ανθρώπου και στον «μετριασμό της πραγματικότητας», ενώ η γραφή τους θεωρήθηκε ως άρνηση της Τέχνης.

Τα τέσσερα κεφάλαια χαρακτηρίζονται από σαφή θεματικά διαγράμματα και σύντομα κείμενα που καθιστούν το βιβλίο ιδανική και ευσύνοπτη εισαγωγή στο έργο των τεσσάρων συγγραφέων αλλά και περιεκτικό οδηγό ανάγνωσής τους. Η συγγραφέας εργάστηκε ως αρχαιολόγος και έχει ασχοληθεί με την βιογραφία, την ποίηση, το δοκίμιο και την μετάφραση.

Εκδ. Φαρφουλάς, 2009, σελ. 137. Περιλαμβάνεται ενδεικτική ελληνική βιβλιογραφία.

Για την εικονιζόμενη εικονογράφηση του βιβλίου Franz Kafka – Der Prozess βλ. εδώ.

21
Φεβ.
13

Κώστας Καρακώτιας – Σημειώσεις ενός αναγνώστη, για την ιστορία, την ιδεολογία, την αφήγηση

viewer

Η λογοτεχνία που ξαναγράφει την Ιστορία

Η Ιστορία μέσα στη Λογοτεχνία αποτελεί το κρίσιμο επίκεντρο των κριτικών κειμένων του εν λόγω βιβλίου, καθώς αντικείμενό τους είναι η κριτική ανάγνωση βιβλίων (μυθιστορημάτων, βιογραφικών, αυτοβιογραφιών και απομνημονευμάτων) εντός των οποίων η Ιστορία έχει σημαίνουσα θέση. Έτσι αναπόφευκτα η λογοτεχνική τους αξιολόγηση συνδυάζεται με την διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους η μυθοπλασία και οι άλλες διηγήσεις προσλαμβάνουν την Ιστορία, μεγάλη και μικρή και την μετασχηματίζουν σε αφήγηση. Από την άλλη πλευρά, τίθεται το ερώτημα αν επιφέρουν μόνο αισθητικά αποτελέσματα ή συντελούν στην εγχάραξη ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων, καθώς και σε μια συγκεκριμένη θέαση της ιστορικοκοινωνικής κίνησης. Ο κριτικός χωρίζει τα κείμενά του σε τέσσερις ενότητες, την ευρύτερη θεματική των οποίων αναπτύσσει στην εξασέλιδη εισαγωγή του.

pali-cover-05Με αφορμή το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη Μοντερνισμός, πρωτοπορία και «Πάλι» ο κριτικός μας θυμίζει μερικά βασικά στοιχεία του περιοδικού. Με έξι τεύχη σε τριάντα δύο χρόνια [1964 – 1992] ο ιθύνων νους Νάνος Βαλαωρίτης και οι συνεργάτες Δ. Πουλικάκος, Γ. Μακρής, Π. Κουτρουμπούσης, Κ. Ταχτσής, Μ. Αραβαντινού, Τ. Δενέγρης κ.ά., με εικονογραφήσεις από Ν. Εγγονόπουλο και Α. Εμπειρίκο και σκίτσα και γραφήματα από Α. Ακριθάκη, Μ. Αργυράκη κ.ά., δημιούργησαν ένα τετράδιο «έξω από κάθε πνευματική η πολιτική στράτευση αλλά σεισμογραφικά ευαίσθητο σε κάθε απελευθερωτικό μήνυμα», όπως δήλωνε η συντακτική επιτροπή, αλλά και μια πρόδρομη αισθητική εκδοτική πρόταση, ευρύτατα διαδεδομένη σήμερα. Εκείνη η ομάδα που αναγνωριζόταν από τον μοντερνισμό αλλά ήθελε να ενσωματώσει στην υπάρχουσα παράδοση τις τάσεις και τα νέα ρεύματα του υπόλοιπου κόσμου, ανοιχτή στο καινούργιο που ερχόταν από τη Δύση, δεν μπορούσε να συνταχθεί με την παραδοσιακή Αριστερά που παρέμενε δογματικά «αγκυλωμένη». Ο κριτικός διαπιστώνει στη ρήξη στο εσωτερικό του ελληνικού μοντερνισμού και την τομή στη συνέχεια, ενώ εντοπίζει στο βιβλίο την έλλειψη αναφορών στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής και των απόψεων των διανοούμενων του ελληνικού μοντερνισμού για την ταραγμένη περίοδο 1963 – 1966.

SochosΤα βιβλία του Κώστα Βούλγαρη Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο, Τα άλογα της Αρκαδίας και Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τον σχετικό διάλογο. Ήδη στο πρώτο ο συγγραφέας έχει κατανοήσει το πρόβλημα της μέχρι κορεσμού μυθοπλαστικής και ιστοριογραφικής χρήσης της περιόδου 1940 – 1950 και επιχειρεί με την τεχνική του βυζαντινού και μεσαιωνικού κέντρωνα, που συνίσταται στη συναρμογή και στο μοντάζ φράσεων και αποσπασμάτων από διάφορα κείμενα και στη σύνθεση μιας νέας αφηγηματικής ενότητας, να διαμορφώσει ένα κειμενικό πανόραμα – ταμπλό βιβάν της οριακής σύγκρουσης. Στο δεύτερο η διαπλοκή μύθων και ιστορικών γεγονότων μαζί με την πολυφωνική αφήγηση εναλλασσόμενων αφηγητών και γλωσσικών τρόπων ολοκληρώνει τον πολύτροπο χειρισμό του διαλόγου ιστορικού υλικού και λογοτεχνικής δημιουργίας. Το τρίτο, τέλος, αναζητά το διαφωτιστικό πρόταγμα, τη νεωτερικότητα και τον Ορθό Λόγο στην επανάσταση μέσα από ένα ευρύτατο κειμενικό πεδίο σκαλίζοντας μέσα και πίσω απ’ τους εθνικούς μύθους για να ανακαλύψει την ιστορική αλήθεια.

220px-Grigor_Parlichev-Η έκδοση του βιβλίου του Γκριγκόρ Πάρλιτσεφ (Γρηγόριος Σταυρίδης), Αυτοβιογραφία 1830 – 1893, σε εισαγωγή και επίμετρο του αξέχαστου Μίμη Σουλιώτη αποτελεί βασική συνεισφορά στην συζήτηση για το πρόβλημα της εθνικής ταυτότητας και για το πώς αυτή συγκροτείται ή επιλέγεται. Το εν λόγω παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό: πώς ο αυτοβιογραφούμενος μέχρι την ηλικία των τριάντα ετών γράφει και διαβάζει μόνο ελληνικά, τα διδάσκει με πάθος, δηλώνει αρκετές φορές ότι είναι Έλληνας και λίγο αργότερα αντιστρέφεται με το ίδιο πάθος και στρατεύεται στον βουλγαρικό εθνικισμό; Είναι φανερό εδώ πως στοιχεία όπως η μη αποδοχή του από την αθηναϊκή ελίτ, η δολοφονία του αγαπημένου του δασκάλου, η φτώχεια και η βιωμένη κοινωνική απόρριψη ήταν αρκετά για μια τέτοια μεταστροφή ενώ ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν και όσον αφορά την διαχείριση της ταυτότητας από τον ίδιο τον ελληνικό εθνικισμό.

Keeley-photo_a4Οι ματιές των ξένων σαφώς αποτελούν απαραίτητο στοιχείο μιας ολοκληρωμένης όψης της ελληνικότητας. Στο βιβλίο του Έντμουντ Κίλι Αναπλάθοντας τον παράδεισο. Το ελληνικό ταξίδι 1937 – 1947 η Ελλάδα είναι τόπος συνάντησης μυθικών σήμερα μορφών της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας: Λώρενς Ντάρρελ, Χένρυ Μίλλερ, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Κατσίμπαλης κ.ά. Το δοκίμιο – αφήγημα δεν περιλαμβάνει μόνο την ματιά του συγγραφέα αλλά και των Ντάρρελ και Μίλλερ, που μαγεμένοι ανακαλύπτουν στην Ελλάδα τον επίγειο παράδεισο αλλά και βλέπουν σ’ αυτήν μια άρνηση της δικής τους ανεπτυγμένης μαζικής κοινωνίας. Είναι ενδεικτικό ότι ο ίδιος ο Ντάρρελ αργότερα θα αναρωτηθεί αν η ατμόσφαιρα που έζησαν δεν είχε απλώς αναπλαστεί από τους ίδιους, που ζούσαν «άνετα με ξένο συνάλλαγμα, πατρονάροντας την πραγματικότητα με φαντασιοκοπήματα»…

DSC_1179-1Εξίσου αποκαλυπτική, παρά τον οριενταλισμό της, είναι η ματιά του φιλέλληνα συγγραφέα Έντουαρντ Τρελώνη, (Με τον Βύρωνα και τον Ανδρούτσο), καθώς αναπαράγει και επιβεβαιώνει την γνωστή ανάγνωση της Επανάστασης μέσα από την σύγκρουση πολιτικών και οπλαρχηγών και προβαίνει σε όχι κολακευτικές παρατηρήσεις για τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των Ελλήνων, τη συνεχή διχόνοια και τη διαφθορά τους. Με αφορμή το βιβλίο (που θα παρουσιάσουμε σύντομα στο Πανδοχείο) αλλά και την πρόσφατη τηλεοπτική «ανάγνωση» της Ελληνικής Επανάστασης ο κριτικός γράφει: Δυστυχώς είναι πλέον καθεστώς στην εγχώρια δημόσια σφαίρα, η επανανάγνωση κάθε ιστορικού γεγονότος όταν υπερβαίνει τα στερεότυπα της κυρίαρχης «εθνικής» αφήγησης, να προκαλεί τριγμούς και αντιδράσεις. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το ιδρυτικό γεγονός του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η αντιμετώπιση μ αυτόν τον τρόπο της σειράς ανέδειξε την ύπαρξη ακόμα φοβικών συνδρόμων και ταυτοτικών ανασφαλειών σε τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και βέβαια το χάσμα ανάμεσα στον επιστημονικό λόγο και στη μαζική, λαϊκή και συναισθηματική πρόσληψη της ιστορίας.

Το Μανιφέστο τουMiller in Hydra, 1939 (George Sefaris) Κομμμουνιστικού Κόμματος των Καρλ Μαρξ  – Φρίντριχ Ένγκελς, η Ελληνική βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Βιβλία – φυλλάδια, τόμος Α΄ του Φίλιππου Ηλιού και έργα των Διαμαντή Αξιώτη, Θανάση Βαλτινού, Άγγελου Σ. Βλάχου, Βασίλη Γκουρογιάννη, Τάκη Θεοδωρόπουλου, Πέτρου Μακρή Στάικου, Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Μάρκου Μέσκου, Γιάννη Πάνου, Κωστή Παπαγιώργη, Έλλη Παππά, Παγώνα Στεφάνου, Τάσου Χατζητάτση και άλλων συμπληρώνουν την κριτικογραφία που ολοκληρώνεται με μια πρόσθετη σειρά κειμένων που σχολιάζει εκδοτικά και ιδεολογικά φαινόμενα, μαζί με τις αντίστοιχες πρακτικές και εκδηλώσεις τους, δημιουργώντας ένα ενιαίο σώμα προβληματισμού αλλά και αναγνωστικών προτάσεων. Τα κείμενα γράφτηκαν στο χρονικό διάστημα των τελευταίων δεκαπέντε ετών και δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες (Αυγή, Κυριακάτικη Αυγή, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, Ελεύθερος Τύπος, Εξουσία, Επενδυτής, Καθημερινή, Προοπτική και περιοδικά (Αντί, Κράμα, Νέα Εστία, Σχολιαστής).

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 315.

Στην τελευταία εικόνα: ο Henry Miller στην Ύδρα, φωτογραφημένος από τον Γιώργο Σεφέρη (1939). Δυο παράγραφοι πιο πάνω ο Edmund Keeley.

03
Μάι.
12

Edward W. Said – Αναστοχασμοί για την εξορία

Το ευαγγέλιο της ανεστιότητας

1. Η μη αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού

Στο πρώτο του βιβλίο, που είχε ως αντικείμενο τον «Τζόζεφ Κόνραντ και την μυθοπλασία της αυτοβιογραφίας», ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) χρησιμοποιούσε τον συγγραφέα ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου η ζωή και το έργο αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο ενός πλάνητος που γίνεται επιτυχημένος συγγραφέας σε μια επίκτητη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτινάξει την αίσθηση της αποξένωσης από τη νέα του, έστω και θαυμαστή, πατρίδα. Πράγματι: από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται κανείς στη γραφή του, νιώθει απαραγνώριστη την αύρα του εκτοπισμού, της αστάθειας και της ιδιορρυθμίας. Κανείς δεν μπορούσε να αναπαραστήσει το πεπρωμένο του αποπροσανατολισμού καλύτερα από τον Conrad…Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως το έργο του συνίσταται ουσιαστικά στην εμπειρία της εξορίας και της αποξένωσης που δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ενώ όσο τέλεια και να μπορούσε να εκφράσει κάτι, πάντα θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα μόνο κατά προσέγγιση εκφράζει αυτό που ήθελε να πει ή ότι η έκφραση ήλθε πάρα πολύ αργά…

2. Ενοχλητικά απροσδιόριστος

Βρισκόμαστε σε ένα από τα δεκάδες δοκιμιακά κείμενα του Σαΐντ που περιλαμβάνονται στον 800σέλιδο αυτόν τόμο, που όμως δεν έχει ως αντικείμενο την περίπτωση του Κόνραντ (σε αυτόν αφιερώνει ένα άλλο κείμενο που επίσης δημοσιεύεται εδώ) αλλά στην ίδια του τη ζωή. Πώς κάνει την σύνδεση; Αναγνωρίζοντας πως όλα όσα είχε ζήσει, τα είχε ζήσει ο Conrad πριν από αυτόν, με την διαφορά βέβαια πως εκείνος ήταν ένας Ευρωπαίος που μετακινήθηκε στην Ευρώπη. Ο Σαΐντ αντίθετα γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, βρέθηκαν με την οικογένειά του ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, έλαβε την παιδεία του σε αποικιακά, αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και τελικά πήγε στις ΗΠΑ. Ενοχλητικά απροσδιόριστος, με μητρική γλώσσα τα αραβικά και σχολική τα αγγλικά, και με την αίσθηση «πως βρισκόταν εκτός τόπου, ότι στεκόταν σε λάθος γωνία, σε ένα μέρος που έμοιαζε να του ξεγλιστρά τη στιγμή που προσπαθούσε να το ορίσει ή να το περιγράψει».

Μολονότι με είχαν μάθει να πιστεύω και να σκέφτομαι σαν Άγγλος, με είχαν επίσης εκπαιδεύσει να δέχομαι την ιδέα πως ήμουν ένας ξένος, ένας μη Ευρωπαίος Άλλος, ο οποίος είχε μάθει από τους ανωτέρους του να γνωρίζει ποια είναι η θέση του και να μη φιλοδοξεί να γίνει Βρετανός. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Εμάς και σε Αυτούς ήταν γλωσσική, πολιτισμική, φυλετική και εθνοτική. […] Όντας συγχρόνως έγχρωμος και αγγλικανός, βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς εμφύλιου πολέμου.

Όταν ο Σαΐντ πήγε το 1963 στη Νέα Υόρκη για να διδάξει στο Κολούμπια (ενώ στο μεταξύ η οικογένειά του μετακόμισε στον Λίβανο) ο περίγυρός του θεωρούσε πως είχε εξωτικό και «κάπως ακαθόριστο αραβικό υπόβαθρο». Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει να σταθεί εκτός του πλαισίου που κάλυπτε τους συγχρόνους του. Μπορεί να ένοιωθε ζήλεια για φίλους που είχαν ως γλώσσα τη μία ή την άλλη, είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος όλη τους τη ζωή και που πραγματικά ανήκαν κάπου, αλλά εξοικειώθηκε έγκαιρα με το γεγονός ότι δεν θα ανήκε ποτέ σ’ αυτές τις κατηγορίες. Άλλωστε πάντοτε ελκυόταν από ισχυρογνώμονες αυτοδίδακτους και κάθε λογής απροσάρμοστους, με τρόπο σκέψης άκρως ατομικιστικό και αμίμητο, με εκφραστικά μέσα εκκεντρικά, λεπτοδουλεμένα και αυτοσυνείδητα: Conrad, Vico, Adorno, Swift, Hopkins, Auerbach, Gould.

3. Εντός μη ύπαρξης και μη ιστορίας

Η συλλογική συνέχεια είναι γνωστή: Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν ως πρόσφυγες και να συμφιλιωθούν με το εκμηδενισμένο τους παρόν, ακολουθώντας την ίδια πορεία με την πρώτη γενιά Παλαιστινίων προσφύγων, που είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα εργασίας ή μετακίνησης, συχνά περιορισμένοι σε στρατόπεδα όπως τα Σάμπρα και Σατίλα της Βηρυτού, που 34 χρόνια αργότερα έγιναν τόποι σφαγής. Ο ίδιος εκπονούσε το έργο του σε μια σφαίρα σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητική, στη μη ύπαρξη και στη μη ιστορία. Αναπόφευκτα στράφηκε στην γραφή ως κατασκευή πραγματικοτήτων και ασφαλώς προσανατολίστηκε στον κόσμο της εξουσίας και των αναπαραστάσεων που υποδεικνύουν μια πραγματικότητα και συγχρόνως σβήνουν άλλες.

Ο Σαΐντ άρχισε να έχει εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές: χαρακτηριζόταν ναζί από τον Εβραϊκό Αμυντικό Σύνδεσμο και υπέρ το δέον φιλελεύθερος από την άκρα αριστερά, εφόσον υποστήριξε την ιδέα της συνύπαρξης Ισραηλινών Εβραίων και Παλαιστινίων Αράβων. Για πολλούς φίλους, ως Παλαιστίνιος, ήταν ένα είδος μυθολογικού όντος, κάτι σαν τον μονόκερω, ενώ μετά την Ιντιφάντα άρχισε να παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου που συρόταν από δω και από κει για μια δήλωση των δέκα δευτερολέπτων. Από τα κείμενά του στον αραβικό Τύπο και παρά την αντιθρησκευτική του πολιτική χαρακτηρίζεται ως υπερασπιστής του Ισλάμ και απολογητής της τρομοκρατίας.

4. Ο ακηδεμόνευτος διανοούμενος και η αποδοχή του ασυμβίβαστου

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους λαούς και τις ταυτότητες που απειλούνται με εξαφάνιση ή καθυποτάσσονται επειδή θεωρούνται κατώτερης φύσεως· άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μεγαλοποιούμε ένα παρελθόν που έχει επινοηθεί για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του παρόντος. […] Έχοντας ο ίδιος χάσει μια πατρίδα, δίχως μάλιστα ελπίδα να την ξανακερδίσω άμεσα, δεν βρίσκω ιδιαίτερη παρηγοριά στην «καλλιέργεια ενός νέου κήπου» ή στην επιδίωξη της ένταξης σε άλλον οργανισμό. Έμαθα από τον Adorno ότι η συμφιλίωση που επιτυγχάνεται εξαναγκαστικά είναι πράξη δειλίας και ψεύδους: προτιμότερη είναι μια χαμένη υπόθεση….

Η πρισματική ιδιότητα της γραφής κάποιου, όταν αυτός δεν ανήκει πλήρως σε ένα στρατόπεδο ή δεν είναι φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση· έχω αποδεχτεί την αδυνατότητα συμφιλίωσης των διαφόρων αλληλοσυγκρουόμενων ή τουλάχιστον ατελώς εναρμονισμένων πτυχών του στοιχείου που φαίνεται πως αντιπροσωπεύω. Υπάρχει μια φράση του Gunter Grass που περιγράφει τη δύσκολη αυτή θέση: πρόκειται για τη θέση του «ακηδεμόνευτου διανοούμενου».

5. Οι χαμένες υποθέσεις και το αλύτρωτο μυθιστόρημα

Υπάρχει ένας προστάτης άγιος των χαμένων υποθέσεων, ο Άγιος Ιούδας, που είχε την ατυχία να τον συνδέουν με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, οπότε και επονομάστηκε Ιούδας ο Κρυφός, που αποτελεί το σύμβολο όλων εκείνων που δεν έχουν καταφέρει να διακριθούν, εκείνων που είδαν τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες, εκείνων που οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί. Ο Jude the Obscure [Τζουντ ο αφανής] του Thomas Hardy προοριζόταν ακριβώς να λειτουργήσει ως σφοδρή επίθεση σε κάθε ανάλογη παραμυθία. Ο Τζουντ κυριεύεται από την ιδέα πως πρέπει να προσπαθήσει να κατακτήσει την μάθηση, την επιτυχία, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή – εντούτοις στο διάβα του δε βρίσκει παρά ατυχίες, απογοητεύσεις και μπλεξίματα και οδηγείται σε απελπιστικό ξεπεσμό. Οποτεδήποτε επιχειρεί να βελτιώσει τη μοίρα του, έρχεται αντιμέτωπος με απίστευτες αντιστάσεις. Ο Hardy φροντίζει ώστε τόσο οι περιστάσεις όσο και οι αδυναμίες του Τζουντ να υπονομεύουν οτιδήποτε κάνει. Δεν είναι μόνο ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον κόσμο, είναι επίσης ότι κάθε ανάμνηση ή ίχνος που έχει απομείνει από έναν προηγούμενο κόσμο είτε λοιδορεί χωρίς συναίσθηση τη δυστυχία του ατόμου είτε είναι σκοπίμως μη λυτρωτικό, μη θεραπευτικό [σ. 774].

Ιδού λοιπόν, γράφει ο Σαΐντ στο κείμενο Περί χαμένων υποθέσεων,  ένα κοινό στοιχείο των Cervantes, Flaubert και Hardy: οι ώριμες αφηγήσεις τους προς τα τέλη της σταδιοδρομίας τους (τη στιγμή που αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συνοψίσει και να προβεί σε κρίσεις όσον αφορά την επιτυχία των νεανικών ονείρων και φιλοδοξιών) εκθέτουν ειρωνικά την απόκλιση μεταξύ πραγματικότητας και απώτερου σκοπού. Είτε συμμορφώνεται κανείς προς τις άθλιες συνήθειες του κόσμου, είτε εξοντώνεται – όπως ο Τζουντ, η Έμμα Μποβαρύ και ο Δον Κιχώτης. Και το μυθιστόρημα προσφέρει ακριβώς μια αφήγηση χωρίς λύτρωση.

6. Υπερόριες λογοτεχνίες, μάταιοι εθνικισμοί

Μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστου αφιερώνεται στην αντιστάθμιση της αποπροσανατολιστικής απώλειας μέσω της δημιουργίας ενός νέου κόσμου προς κυριάρχηση. Δεν είναι παράξενο που τόσο πολλοί εξόριστοι είναι μυθιστοριογράφοι, σκακιστές, πολιτικοί ακτιβιστές και διανοούμενοι. Καθεμιά από αυτές τις ασχολίες απαιτεί ελάχιστη επένδυση σε αντικείμενα και επιβραβεύει την κινητικότητα και την ικανότητα. Ο νέος κόσμο του εξόριστου, κατά τρόπον αρκετά λογικό, είναι ένας κόσμος αφύσικος και εξωπραγματικός – ιδιότητα που προσεγγίζει τη μυθοπλασία. Ο Georg Lukács στο έργο του Η θεωρία του μυθιστορήματος, ισχυρίζεται με ακαταμάχητη πειθώ ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος που έχει δημιουργηθεί από την εξωπραγματικότητα της φιλοδοξίας και της φαντασίας, αποτελεί την κατεξοχήν μορφή «υπερβατικής ανεστιότητας». [σ. 297]

Η εξορία είναι, γράφει ο Σαΐντ συναρπαστική ως σκέψη αλλά φρικτή ως εμπειρία. Είναι η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν τόπο, στον εαυτό του και στην πραγματική του πατρίδα. Ενώ μάλιστα αληθεύει ότι στη λογοτεχνία και την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε ηρωικές, ρομαντικές, ένδοξες ή και θριαμβευτικές στιγμές από τη ζωή του εξόριστου, κατ’ ουσίαν πρόκειται απλώς για προσπάθειες με σκοπό την υπέρβαση της συντριπτικής θλίψης της αποξένωσης. Τα επιτεύγματα της εξορίας υποσκάπτονται διαρκώς από την απώλεια ενός πράγματος που έχει μείνει πίσω για πάντα. [σ. 286]

Τίθεται εδώ το ερώτημα: αν η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας, πως έχει μετατραπεί τόσο εύκολα σε στοιχείο που επηρεάζει ή και εμπλουτίζει την σύγχρονη κουλτούρα; Ειδικά η νεότερη δυτική κουλτούρα είναι, σε μεγάλο βαθμό, έργο εξόριστων, αυτοεξόριστων και προσφύγων. Ο George Steiner έχει γράψει ότι ένα ολόκληρο είδος της δυτικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα είναι «υπερόρια» [extraterritorial] λογοτεχνία – μια λογοτεχνία από εξόριστους για εξόριστους. Πολύ περισσότερο η εποχή μας, με τις σύγχρονες μορφές πολέμου, τον ιμπεριαλισμό και τις εθνοκαθάρσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η κατεξοχήν εποχή του εξόριστου, του εκτοπισμένου και του μαζικού μετανάστη.

Ο εθνικισμός είναι ο ισχυρισμός ότι υπάγεσαι και ανήκεις σε έναν τόπο, έναν λαό, μια κληρονομιά. Με τον καιρό οι επιτυχημένοι εθνικισμοί θεωρούν πως μόνο οι ίδιοι είναι κάτοχοι της αλήθειας και αποδίδουν το ψεύδος και την κατωτερότητα στους ξένους. Ακριβώς πέραν του συνόρου ανάμεσα σε «εμάς» και τους «ξένους» βρίσκεται η επικίνδυνη επικράτεια του μη ανήκειν…Η εξορία, αντίθετα με τον εθνικισμό, είναι μια κατάσταση ασυνεχούς ύπαρξης – οι εξόριστοι αποκόπτονται από ρίζες, τόπο, παρελθόν. Το πιο παράξενο από τα δεινά που περνάει ένας εξόριστος είναι να εξορίζεται από εξόριστους: το 1982 οι Παλαιστίνοι άρχισαν ξανά να εκδιώκονται από τους προσφυγικούς τους καταυλισμούς στο Λίβανο, έχοντας ήδη διωχθεί από τον τόπο τους το 1948, πασχίζοντας τώρα να ανασυστήσουν μια εθνική ταυτότητα στην εξορία.

Ο Σαΐντ δεν περιορίζεται στην καταγραφή των σχετικών ιδεών αλλά διαπερνά συγκεκριμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις λογοτεχνών και κειμένων: τα ποιήματα του Mahmoud Darwish (το έργο του οποίου αποτελεί μια επική προσπάθεια μετουσίωσης των στίχων της απώλειας στο επ’ αόριστον αναβληθέν δράμα της επιστροφής, το διήγημα Έημυ Φόστερ του Joseph Conrad (το πιο ασυμβίβαστο κείμενο απεικόνισης της εξορίας που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα, με την εμμονή του αυτοεξόριστου στο πεπρωμένο του), το Minima Moralia, την αυτοβιογραφία του Theodor Adorno που γράφτηκε στην εξορία και που έγραφε πως το μόνο «σπίτι» που υφίσταται πλέον, αν και εύθραυστο και ευάλωτο είναι η γραφή. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση του εξόριστου είναι κατά τη σύγχρονη εποχή η κατάσταση που βρίσκεται πλησιέστερα στην τραγωδία.

7. Απόδημες κοινότητες και ετερογενείς κουλτούρες

Ο τόμος περιλαμβάνει 46 δοκίμια που γράφτηκαν από το 1967 έως το 1998 και δημοσιεύτηκαν στα Times Literary Supplement, New Statesman, The Nation, London Review of Books, Granta, Partisan Review, Modern Language Notes, Raritan: A Quarterly Review, Critical Inquiry, The Hudson Review, σε θεματικούς τόμους, ως εισαγωγές εκδόσεων κ.ά., μαζί μ’ ένα εκδιδόμενο για πρώτη φορά. Η γνώριμη ευρύτατη θεματολογία του (πολιτική, εξορία, αποικιοκρατία, λογοτεχνία, θεωρία, κριτική) εμπλουτίζεται με κείμενα για τους Eric Hobsbawm, Ernest Hemingway, E.M. Cioran, T.E. Lawrence [της Αραβίας], George Orwell, Nagib Mahfouz Michel Foucault, V.S. Naipul, Georg Lukács, Herman Melville, Maurice Merleau – Ponty, R.P. Blackmur, Georges Poulet, E.D.Hirsch, John Berger, την αραβική πρόζα μετά το 1948 κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η συναρπαστική εκτεταμένη εισαγωγή έχει ως τίτλο Κριτική και εξορία, καθώς γράφεται, όπως και όλα τα κείμενα, στη Νέα Υόρκη πολλά στοιχεία της οποίας προήλθαν από τις απόδημες κοινότητες (Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων Ανατολικοευρωπαίων και μη, Αφρικανών, Μεσανατολιτών, Απωανατολιτών, κατοίκων των νησιών της Καραϊβικής) ενώ σήμερα παραμένει πόλη μεταναστών και εξόριστων ταυτόχρονα αλλά και συμβολικό κέντρο της παγκοσμιοποιημένης υστεροκαπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια είναι η «άλλη» Νέα Υόρκη, των κοινοτήτων, της τριτοκοσμικής διασποράς, την πολιτικής των εκπατρισμένων, των πολιτιστικών συζητήσεων που τον ενέπνευσε να ζήσει εδώ και α γράψει σε πείσμα του ρατσισμού εναντίον όλων των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών, παραδόσεων και λαών, να προβεί σε κριτική ανάλυση του ευρωκεντρισμού και να φωνάξει πόσο ανεπαρκής είναι η πολιτική της ταυτότητας και πόσο εσφαλμένη η απόδοση προτεραιότητας σε μια συγκεκριμένη παράδοση έναντι όλων των άλλων. Ο Σαΐντ στάθηκε πάνω απ’ όλα στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι κουλτούρες συνίστανται πάντοτε από μεικτούς, ετερογενείς, ακόμα και αλληλοαναιρούμενους λόγους.

Πλήρης τίτλος: Αναστοχασμοί για την εξορία και άλλα δοκίμια λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας. Εκδ. Scripta, 2006, [Πολιτιστική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, 860 σελ. [Reflections on Exile and Other Literary and Cultural Essays, 2001]

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα, καθημερινά στιγμιότυπα από την συμβίωση Παλαιστινίων – Ισραηλινών, Παλαιστίνιοι  (1948) και Βόσνιοι πρόσφυγες, στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων σε Ιορδανία και Λίβανο και οι J. Conrad, T. Hardy και T. Adorno.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr υπό τον τίτλο Ένας Παλαιστίνιος στην Αμερική.

04
Σεπτ.
11

Danilo Kiš – Homo Poeticus [μέρος Β΄]

Μέρος Β΄

Ο Κις γνωρίζει καλά την επικίνδυνη δημιουργική τάση του Γραφέα να αντιτάξει την ειρήνη και την τάξη στο χάος του κόσμου – όπως τη διατύπωσε ο Αντρέ Ζιντ, ομολογώντας ότι στη σύγχυση της Ιστορίας δολιχοδρόμησε μεταξύ δύο δυνατών ριζοσπαστικών λύσεων: του φασισμού και του κομμουνισμού – αλλά και το δημιουργικό πάθος που οδήγησε τον Σαρτρ και ολόκληρες γενεές διανοούμενων σε μια επικίνδυνη απλοποίηση και εντυπωσιασμό. Μπροστά στην αθώα ποιητική φαντασίωση αλά Ρεμπώ, σύμφωνα με την οποία η ποίηση, δηλαδή η λογοτεχνία, πρέπει να «αλλάξει τον κόσμο» και τον πειρασμό του μεσσιανισμού των Νοστογιέφσκι και Σολζενίτσιν.

Από την άλλη, έχοντας και ο ίδιος συνείδηση της διπλής υπόστασης της, όπως εκφράζεται από τους Όργουελ και Ναμπόκοφ αντίστοιχα (από τη μία: Εκεί που έλειπαν πολιτικά κίνητρα, αερολογούσα …από την άλλη: η τέχνη, από τη στιγμή που έρχεται σε επαφή με την πολιτική, υποβιβάζεται μοιραία στο επίπεδο της χειρότερης ιδεολογικής φτήνιας…), παραδέχεται πως όλα όσα γράφει κινούνται ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους. Το ερώτημα «της ευθύνης του συγγραφέα απέναντι στο κράτος» αποτελεί ουσιαστικά αποδοχή της αμηχανίας και της  αμφιβολίας μας για το νόημα της συγγραφικής πρακτικής μας: γιατί γράφουμε; για ποιον γράφουμε; («Ο γάιδαρος του Μπουριντάν ή ο συγγραφέας στο χάος του κόσμου»).

Ο Κις ανατέμνει και την αυτολογοκρισία, η μάχη με την οποία, σε αντίθεση με την λογοκρισία, είναι ανώνυμη, μοναχική και δίχως μάρτυρες. Είναι η ανάγνωση του ίδιου σας του κειμένου με ξένα μάτια, όπου εσείς οι ίδιοι γίνεστε εισαγγελέας εναντίον του ίδιου του εαυτού σας … γιατί στον ρόλο αυτό εσείς γνωρίζετε και εκείνο που ποτέ κανένας λογοκριτής δεν θα εντοπίσει στο κείμενό σας…Το υποκείμενο της αυτολογοκρισίας είναι ο σωσίας του συγγραφέας, με τον οποίον κανείς δεν μπορεί να τα βάλει: βλέπει τα πάντα, γεννημένος από το ίδιο μυαλό και τους ίδιους φόβους του αυτολογοκρινόμενου, και οτιδήποτε κι αν κάνετε, πάντοτε θριαμβεύει: αν τον αποκρούσεις γελάει με το φόβο, αν τον υπακούσεις, γελάει με τη δειλία σου. Είναι όμως δυνατό και να ξεγελαστεί ο σωσίας – βασανιστής μέσω της μεταφοράς, όπως συνέβη με πολλά έργα της ρωσικής πρωτοπορίας στη δεκαετία του ’20, με τίμημα βέβαια την ίδια σου τη ζωή («Λογοκρισία/Αυτολογοκρισία»).

(1): Ο Στάινερ το 1977 σε ερώτηση νεαρού αριστεριστή «κατά τη διάρκεια της εικοσαετούς εξορίας σας μείνατε πιστός στις ιδέες της νιότης σας;» απάντησε: Εμείς οι εξόριστοι ήμασταν απλούστατα μονάδες του ζωικού βασιλείου, άνθρωποι παραδομένοι στα πιο ταπεινά βιολογικά ένστικτα και τις πιο βασικές υπαρξιακές ανάγκες. Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για ιδεολογία·  η μόνη «ιδεολογία» ήταν ο αγώνας για την επιβίωση. (σ. 47)

(2) Βλέπω πώς ένα ολόκληρο έθνος αποτελούμενο από ανθρώπους των γραμμάτων πέφτει θύμα σοβαρής απάτης…Πόσοι και πόσοι δεν ακολούθησαν αυτόν τον παράδρομο στη διανόηση χωρίς κάποια αντίδραση, όπως ο άγιος Σαρτρ, η αγία Σιμόν και οι υπόλοιποι. Και πως εκείνοι που είχαν δίκιο – ο Καμύ – ούτε το δίκιο τους βρήκαν ούτε γνώρισαν την καταξίωση επειδή γνώριζαν και τόλμησαν να διατυπώσουν με ευθύτητα όλα όσα θεωρούνταν ανείπωτα έως τότε. (σ. 54)

Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. από τα Σερβικά Ισμήνη Ραντούλοβιτς, 151 σελ. [η πρωτότυπη έκδοση: 1993]. Με δισέλιδο βιβλιογραφικό σημείωμα.

[To Α΄ μέρος στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, εδώ]

04
Σεπτ.
11

Danilo Kiš – Homo Poeticus

Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο

Μέρος Α΄

Στα μπουντρούμια της NKVD, στην παγερή έρημο του Μακρινού Βορρά, κάθε φορά που τα μαρτύριά μου, υπερέβαιναν κάθε ανθρώπινο όριο και οποιοδήποτε μέτρο, έκανα μέσα μου μία και μοναδική ευχή: να επιζήσω για να διηγηθώ σε όλον τον κόσμο, και κυρίως στους κομματικούς μου συντρόφους και φίλους, όλες τις φρικαλεότητες που ζήσαμε έγραφε ο Κάρλο Στάινερ, στον πρόλογο του περιβόητου βιβλίου του «7.000 μέρες στη Σιβηρία» (πολύτιμος οδηγός για τη συγγραφή του Ένας τάφος για τον Μπορίς Νταβίντοβις). Κι όμως μέχρι σήμερα το χειρόγραφο (διαρκώς εξαφανιζόμενο ως ανεπιθύμητο σ’ έναν κατεξοχήν γκογκολικό κόσμο) εκδόθηκε μόνο σε Γιουγκοσλαβία, Γερμανία και Γαλλία, δεκαετίες μετά την ολοκλήρωσή του. Στις άλλες χώρες «χανόταν» μυστηριωδώς.

Η συνάντηση με τον Στάινερ και την σύζυγό του Σόνια Μαρμελάντοβα, μια ζωντανή μεταφορά της «καθαρής ανθρώπινης οδύνης», με μάτια βαθιά σαν πηγάδι, που δεν τον απαρνήθηκε δημόσια (οι σοβιετικές εφημερίδες ήταν γεμάτες με δηλώσεις αποκήρυξης συλληφθέντων συζύγων ως «εχθρών του λαού») παρά περίμενε για 20 χρόνια την επιστροφή του από την εξορία πάνω από τον πολικό κύκλο συγκλόνισε τον Κις. Κάθε συσχετισμός με την γαλήνια, πολυθαυμασμένη Πηνελόπη είναι προσβλητική: η Σόνια στα μάτια του κόσμου υπήρξε πάντα η ταπεινωμένη «γυναίκα του εχθρού» («Μάρτυρας Κατηγορίας Κάρλος Στάινερ»). (1)

Στον αντίποδα, ο Ναμπόκοφ κατάλαβε εγκαίρως τον μάταιο χαρακτήρα των πολιτικών παθών και της νοσταλγίας της εξορίας, αλλά και τον θλιβερό κόσμο της προσφυγιάς, που αδυνατεί να ενσωματωθεί στους τόπιους πληθυσμούς ή να κάνει οτιδήποτε σε πολιτικό ή πνευματικό πλαίσιο. Εάν αγνόησε το ουσιώδες γεγονός των 20ού αιώνα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, απομακρύνοντάς το ως ανάξια ύλη από την πένα του, αυτό δεν ήταν μόνο από άρνηση να σπαταληθεί σε μάταιες πολεμικές· κυρίως δεν ήθελε να στοιχηματίσει στη στιγμή αλλά στην αιωνιότητα. Διαφορετικά, θα ήταν «μισητός και δοξασμένος, μεσσίας και θύμα, Σολζενίτσιν πριν από τον Σολζενίτσιν, Κέσλερ και Παναΐτ Ιστράτι και Βικτόρ Σερζ συγχρόνως». Όλο το έργο του δεν είναι τίποτε άλλο από μια προυστική Αναζήτηση του χαμένου παράδεισου (της Ρωσίας των παιδικών του χρόνων) και μια ένθερμη υπεράσπιση του δικαιώματος για προστασία των πνευματικών αξιών. Και εάν η λογοτεχνία δεν έχει γίνει θεραπαίνιδα των ιδεολογιών αλλά παραμένει όνειρο και καταφύγιο, το παιχνίδι πνεύματος και φαντασίας, τότε το οφείλουμε κατά μεγάλο μέρος στον ίδιο («Ναμπόκοφ ή η νοσταλγία»).

Στον σύγχρονο συγγραφέα μένει μια και μοναδική έντιμη διαπίστωση: ότι κανένας από τους δρόμους που θα διαλέξει δεν είναι δίχως κινδύνου: κάθε επιδίωξη μιας παγκόσμιας λύσης οδηγεί στην απλοποίηση, ενώ ο εγκλεισμός σε «εύηχη σιωπή» αποτελεί εκμετάλλευση του ταλέντου του. «Ο συγγραφέας στέκεται σήμερα ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο επιλογές: να ριχτεί στον αγώνα για τις αρχές ή να καλλιεργήσει τον δικό του κήπο. Εάν διαλέξει το πρώτο, κατά κάποιον τρόπο προδίδει τη λογοτεχνία· εάν διαλέξει το δεύτερο, του απομένει η συνεχής πικρία ότι έζησε το ζωή του μάταια και ότι πρόδωσε το ταλέντο του».

Σε κάθε περίπτωση «η λογοτεχνία είναι – ή θα έπρεπε να είναι – το τελευταίο καταφύγιο της λογικής», γράφει ο Κις στο φερώνυμο δοκίμιο, εκφράζοντας την απέχθειά του στη λογοτεχνία που γράφεται για οποιαδήποτε μειονότητα· πολιτική, εθνική, φυλετική. «Η λογοτεχνία είναι μια και αδιαίρετη. Καλή ή κακή» (2). Η δεοντολογία της γραφής, η Κεντρική Ευρώπη, το γαλλικό διήγημα, ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ, ο Φλωμπέρ, οι Ασκήσεις ύφους του Καινώ κ.ά. συμπληρώνουν τη θεματολογία των 18 εξαιρετικών δοκιμίων, που αποτέλεσαν άρθρα σε εγχώρια και διεθνή περιοδικά, στην Nouvel Observateur, προλόγους σε βιβλία, συνέντευξη στον Κριστιάν Σαλμόν, ανακοινώσεις σε συμπόσια (όπως εκείνο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) κ.ά.

Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. από τα Σερβικά Ισμήνη Ραντούλοβιτς, 151 σελ. [η πρωτότυπη έκδοση: 1993]. Με δισέλιδο βιβλιογραφικό σημείωμα.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 3.9.2011 (και εδώ). Ακολουθεί Β΄μέρος στην αμέσως επόμενη ανάρτηση (εδώ) όπου και οι παραπομπές.





Νοέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.001.783 hits

Αρχείο