Archive for the 'Θρησκεία' Category

22
Οκτ.
17

Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία

Η λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης

Πρόκειται κατά κυριολεξία για λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης, εφόσον σ’ αυτό το απολαυστικότατο μυθιστόρημα η λογοτεχνία αλλάζει σταδιακά πλην ολοκληρωτικά την κεντρική ηρωίδα, την εβδομηντάχρονη Ρέμε: της αναστατώνει το πνεύμα και της ξεσηκώνει το σώμα· ανοίγει τους κρουνούς της ηδονής αλλά και της ίδιας της συνείδησης· της εμπνέει την σκέψη και την ωθεί στην πράξη. Κοινώς, την ξυπνάει παντοιοτρόπως. Η λογοτεχνία της μαθητείας και της αφύπνισης δεν αποτελεί πρωτότυπο εύρημα αλλά ο βασικός της χαρακτήρας, μια άσεμνη γριά, με λυτά μαλλιά σαν άγρια χόρτα, ντυμένη με κουρέλια, «που ήταν είκοσι χρονών πριν κλείσει τα εβδομήντα» και η δια της κατακλυσμικής λογοτεχνικής γραφής δραματοποίηση του συγγραφέα απογειώνουν το βιβλίο.

Πού, πώς γλίστρησε η ζωή της δόνα Ρεμέδιος; Πώς στέρεψε η αρχική της πλημμύρα; Από τα δεκαπέντε της η Ρέμε ένοιωθε την καταρροή να κυλάει στα πόδια της, ποθούσε τους άντρες, μα πώς να τα βγάλει πέρα με τα λόγια της γειτονιάς και τα χαστούκια των γονιών; Στα μέρη της ο έρωτας θεωρείται αμαρτία και ντροπή κι έτσι στα δεκαοκτώ της δεν της μένει παρά να διαλέξει κάποιον, κι ας συνεχίζει να μουσκεύει με την ιδέα των φιλιών ενός ωραίου ηθοποιού και με φαντασιώσεις που ξεκινούν ήδη  με τις αφίσες έξω από τον κινηματογράφο.

Η Ρέμε δεν ανήκει στους προνομιούχους της ισπανικής, φρανκικής κοινωνίας, άρα ζει εκτός των τειχών, εκεί που η Καθολική Δράση ιδρύει έναν νέο οικισμό και παραχωρεί για πενήντα χρόνια σπίτια μικρά σαν ποντικοφωλιές, καλύβες από λαμαρίνα, χτισμένες σ’ έναν ξερότοπο με αγκάθια. Οι εργολάβοι της νέας πατρίδας αναλαμβάνουν να βάλουν σε τάξη τους φτωχούς, έστω και ως τρωγλοδύτες των χαμόσπιτων. Όχι ιδιοκτησία και συμβόλαια: το κράτος κυριαρχεί και παραχωρεί, η οικογένεια ευγνωμονεί και κατοικεί. Πρώην καταδικασμένοι και νυν προσηλυτισμένοι προσήλθαν στην ελεημοσύνη και στο πρώτο συγκρότημα κτιρίων που ονομάστηκε Βασιλικό Ίδρυμα Εργατικών Κατοικιών. Τα νανόσπιτα με τα ακάλυπτα δοκάρια αυξάνονται και πληθύνονται στη άκρη του ξερού αυτοκινητόδρομου και φτιάχνουν τείχος από ομοιόμορφες οικοδομές σαν μια μασέλα. Η δεκαετία του ’60 αλλάζει τον ψημένο πηλό με το σκυρόδεμα, τα ατσάλινα πλέγματα και τον αμίαντο, που είναι εύκαμπτος κι αφήνει μόνο μια ελάχιστη σκόνη. Ο εργάτης σύζυγος βήχει, νοιώθει τα γυαλάκια στο στήθος, η ζωή με σκονισμένο πνεύματα αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση.

Οι εκκλησιαστικές τελετές θα συμπληρώσουν περίτρανα αυτήν την ενοριακή δημοκρατία. Η συμμετοχή των νέων σε αδελφότητες για την λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί χρέος τους, είναι άλλωστε μια τελετουργία της νομιμότητας και μια καλή ευκαιρία για στολές και μουσικά όργανα. Δεν είναι η θρησκευτική πίστη ή χριστιανική ηθική που ωθεί το κατεστραμμένο λούμπεν να σπεύδει στις παρελάσεις όσο το ίδιο το φετίχ της ομάδας, η φιγούρα της πομπής, και βέβαια η αρσενική επίδειξη για τους βαστάζους του άρματος. Για μια αλλά Μεγάλη Βδομάδα, γίνονται οι εθνικοί φύλακες του οικισμού, ενώ μαζί τους παρελαύνουν και οι φιλήσυχοι κλητήρες που παριστάνουν τους ιδιοκτήτες των δρόμων αλλά και οι τραυματισμένοι φαλαγγίτες του καθεστώτος, για να φανούν δοξασμένοι πολεμιστές. Και όπως πάντα «αυτοί που σέρνουν τους πιο βαρείς σταυρούς είναι αυτοί που δέρνουν πιο δυνατά τις γυναίκες τους».

Άλλωστε οι επιφανείς γνωρίζουν «πως κάποια πνευματικά δεσμά θα ήταν αναγκαία μόλις ολοκληρωνόταν η διαχείριση του τούβλου για να μη δραπετεύσουν τα ποντίκια όταν πια όλα θα ήταν βαρετά». Οι γυναίκες του οικισμού γεννούν παιδιά μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, όπως είναι και τα παιδιά της Ρέμε που μεγαλώνουν σε χολερικά δωμάτια, γίνονται τεμπέλικα κι επιθετικά και σύντομα ζουν περισσότερο έξω από το σπίτι. Γύρω τους μαζεύονται, δεύτεροι χαρακτήρες του βιβλίου και πρώτοι αναλώσιμοι της συντηρητικής κοινωνίας οι συνομήλικοι φίλοι τους, οι μεγαλύτεροι των συμμοριών, οι νεαροί «βαρόνοι» της περιοχής, όλοι εθισμένοι στη χημεία και στην επιθυμία να ξεφύγουν από μια περιοχή που δημιουργήθηκε ως οχετός της απόμακρης πόλης.

Η δεκαετία του ’80 φέρνει κι άλλες καλύβες στις αλάνες, μαζί με την πανδημία της άσπρης. Οι νέοι που φυλακίζονται συχνά προτιμούν την άνεση ενός κελιού από το ξεροκόμματο του φτωχικού. Το πνεύμα του κιμπούτς έχει πεθάνει, τώρα κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μόνο τον θεό των ναρκωτικών. Το ’90 έρχεται μαζί με την επέλαση της πορνογραφίας και τα αμέτρητα χάπια που κρατούν τους νέους σε συνεχή χορό κάτω απ’ τα στροβοσκόπια. Τα κορίτσια αλητεύουν μέχρι να μείνουν έγκυες και να συνεισφέρουν σε μια ολόκληρη αποικία χαμένων παιδιών που οι μητέρες έχουν για παιχνίδια, βασανισμένες κούκλες οι μεν για τους δε και αντίστροφα, όπως η Ανίτα κι ο Ρόμπε, δεύτερα πρόσωπα του δράματος: εκείνη ένα κορίτσι που καταδέχτηκε να πάρει την θέση της φεύγουσας κόρης της Ρέμε· εκείνος, ένας θετός εγγονός, που εθίζει δεκάδες χρήστες σε στρατηγικά βιντεοπαιχνίδια δικής του έμπνευσης, πουλώντας κουπόνια με κωδικούς εισόδου ενώ φτιάχνει σιγά σιγά ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό βασίλειο, έχοντας ανακαλύψει «την μήτρα του καπιταλισμού για νέους».

Μέχρι που έφτασε η ημέρα όπου ένα κιβώτιο με βιβλία προορισμένα για έναν γείτονα παραδόθηκε από λάθος στην δική της πόρτα. Επρόκειτο να κλείσει τα εβδομήντα και τα βιβλία έφτασαν με πενήντα χρόνια καθυστέρηση αλλά ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη που μέχρι τώρα έβλεπε μόνο τις μεσημεριανές τηλενουβέλες άρχισε να διαβάζει όλα όσα δεν ήξερε: πως είχαν σφετεριστεί την μισή και παραπάνω ζωή της. Βιβλία! Αυτά ξορκίζουν την μελαγχολία και την επανάληψη ολόιδιων ημερών και κάνουν την Ρέμε να γίνεται πολλές ηρωίδες και να βρίσκεται παντού και να μαθαίνει την ζωή. Φυσικά η αρχή είναι δύσκολη, το διάβασμα αργό, οι δύσκολες λέξεις συλλαβίζονται, το δάχτυλο σημαδεύει σειρά με τη σειρά. Δεν πηδάει καμία παράγραφο και συμπληρώνει με το μυαλό της ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Το κλεμμένο κιβώτιο ήταν ένας θάλαμος θεραπείας, ένα πλατωνικό καταφύγιο. Τώρα η μοναξιά της είναι ανακούφιση κι ο χρόνος ατέλειωτος, να διαβάζει μέρα νύχτα κι ύστερα να παίρνει τους δρόμους και να κάθεται στα μπαρ όπου δεν αντέχει για πολύ χωρίς διάβασμα. Όλος ο χωροχρόνος είναι στην διάθεσή της, και τα μάτια της τώρα είναι ορθάνοιχτα μετά από τόσα χρόνια αυτοματισμού. Ατημέλητη και ρακένδυτη, η «τρελή» Ρέμε, διαβάζει τα βιβλία της παντού, στο παγκάκι της άδειας πλατείας ή στο ύπαιθρο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια της. Οι γυναίκες του οικισμού, γειτόνισσες, νεαρές χήρες, παρατημένες, μητέρες μόνες ή νοσοκόμες ανάπηρων συζύγων του εμφυλίου ή του αμίαντου, απορούν για το μόνιμο χαμόγελό της. Δεν έχουν ποτέ τους καταφύγει στα βιβλία «για να σταματήσουν την αγωνία του χαμένου χρόνου»· προτιμούν την πάντα αναμμένη τηλεόραση και  προτιμούν να ξεφυλλίζουν ανόρεχτα τα περιοδικά ή να μαντάρουν την κάπα της Παρθένου. «Το αλέτρι της τηλεόρασης είχε αφήσει χέρσα τα κεφάλια τους, πενήντα χρόνια παραχώρησης συνέθλιψαν το ηθικό τους και το μισό τους ένστικτο ανταρσίας· η ενορία πήρε το άλλο μισό».

Τα απρόσμενα βιβλία έπεσαν στα χέρια της σαν μία θεραπευτική ιεροτελεστία για να επουλώσουν μια πληγή που δεν μάτωνε από την επερχόμενη μοναξιά αλλά από τη συνειδητοποίηση μιας σοβαρής αλήθειας: πως η ζωή της έσβηνε, πως όλα ήταν λάθος από την αρχή, πως τίποτα δεν είναι καίριο εκτός από το πέρασμα του χρόνου. [σ. 179]

Στο μεταξύ σ’ ένα τυπογραφείο του Δήμου γράφεται ένα άλλο, διόλου μυθιστορηματικό κείμενο: ένας κανονισμός που θα διανεμηθεί σε όλα τα γραμματοκιβώτια του οικισμού. Κι ο κόσμος της Ρέμε είναι έτοιμος να ανατραπεί για δεύτερη φορά. Απαγορεύεται το κρέμασμα της μπουγάδας γιατί ασχημαίνουν οι δρόμοι. Οι κάτοικοι διατάζονται να απλώνουν τα ρούχα μέσα στα σπίτια τους. Η Ρέμε βγαίνει από την έκστασή της και διαβάζει μεγαλόφωνα το χαρτάκι στις περαστικές, ένα «Ζερμινάλ στο ιδίωμα της καθημερινής πλύσης». Ποιος τολμάει να ζητάει κάτι τέτοιο;

Οι γυναίκες εξέρχονται από την κοσμική τους αποξένωση και συμφωνούν ν’ αδειάσουν τα συρτάρια τους σε σκοινιά σαν πανηγυρικές σημαίες. Προτού νυχτώσει κάθε μπαλκόνι του οικισμού είναι γεμάτο «αναρχικά ρούχα». Ανεβασμένες πάνω σ’ επικίνδυνες σκάλες οι γυναίκες τεντώνουν τα σκοινιά από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, για να κατασκευάσουν ένα δάσος από κρεμασμένα ρούχα, σαν μοντέρνα τέχνη ενός οργισμένου γκέτο. Νυχτικά, σεντόνια, ρούχα, χιτώνες της Μεγάλης Εβδομάδας ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα στη μέση των δρόμων. Οργανώνονται βάρδιες επιτήρησης – η Ρέμε αναλαμβάνει την νυχτερινή φύλαξη με μια λάμπα κι ένα βιβλίο. Ο οικισμός ξεσηκώνεται μόνος του, χωρίς πολιτικές συγκεντρώσεις ή υψωμένες γροθιές. Ο Πίο Μπαρόχα και οι άλλοι συγγραφείς ήταν αρκετοί.

Η επανάσταση είχε αρχίσει αλλά χρειάζεται και η απαραίτητη προπαγάνδα. Σ’ ένα διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης ένας ακτιβιστής και η σύντροφός του, ο Λεάνδρο και η Ελοΐζα, ούτως ή άλλως ονειρεύονται την καταστροφή του σύμπαντος. Εδώ ψυχογραφούνται περίφημα οι μονομανείς με τις προλεταριακές φαντασιώσεις που αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τον ίδιο τον έρωτα αλλά και αναζητούνται στις δικές τους βιογραφίες τα κίνητρα της εξέγερσης. Άλλωστε αυτές ακριβώς οι φαντασίες πυροδοτούν τα πρώτα βήματα της. Ο ακτιβιστής εκστασιάζεται: μια αληθινή λαϊκή επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτός θα είναι ο διανοούμενος ταραχοποιός που έλειπε σε προηγούμενες καταστάσεις, αφού κάθε φορά περίσσευαν τα μπράτσα και οι πέτρες αλλά έλειπαν τα μυαλά και οι ιδέες. Δημοσιεύει τα δεδομένα σε μια σελίδα για κοινωνικές πρωτοβουλίες, ακολουθούν τα ειδικά έντυπα και μια βάση δεδομένων για διεθνή κινήματα αντίστασης.

Σε όλη τη χώρα αναδύεται ένα ρεύμα αλληλεγγύης – η πλατεία της Καταλωνίας περικυκλώθηκε με σεντόνια απλωμένα σε αυτοσχέδιες λόγχες, η Πουέρτα ντε Σολ είδε να ξαναφυτρώνουν οι σκηνές εκστρατείας του τότε – ενώ αντικαπιταλιστικά κινήματα σε άλλες χώρες τυπώνουν μπλουζάκια με το περίγραμμα ενός πουκάμισου απλωμένου στον ήλιο. Η είδηση διαρρέει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, «ο οικισμός του Ιδρύματος επαναστατεί εναντίον της νέας διάταξης». Η τηλεόραση γνωρίζει καλά να μεγαλοποιεί τα γεγονότα, η ηθική της συμβαδίζει με την ακροαματικότητα. Μια τόσο μικροσκοπική και φωτογενής επανάσταση κι ένας αυτοδίδακτος διαφωτισμός δικαιώνει και διαφημίζει τον οικισμό. Η κοινωνική οργή ενώθηκε με την περιέργεια, ο οικισμός κυριεύτηκε από ένα εκστρατευτικό σώμα που μυρίστηκε εξέγερση: πανκς και ρέτρο-πανκς, Ινδιάνοι και πλείστοι οργανωμένοι ισοπεδώνουν την πλατεία για να κατασκηνώσουν, μια θορυβώδης στρατιά που τις νύχτες παίζει αφρικανικά τύμπανα σε γιορτές αδελφοποίησης.

Αλλά η υδροφόρα φυσιολογία της Ρέμε συνεχίζει να ρέει σαν ένα υδραυλικό κέντρο βαρύτητας. Αυτό που θα μπορούσε να της έχει προσφέρει αμέτρητους οργασμούς τώρα δεν βρίσκει τους απαραίτητους χειριστές, αλλά και πάλι τα βιβλία συνδράμουν και διεγείρουν τις ευαίσθητες ζώνες. Τα βήματα την οδηγούν μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη ακριβώς όπως οι τζάνκις οδηγούνταν στις αλάνες για την δόση τους. Αναζητά την ηδονή, επιθυμεί το σεξ που δεν είχε, μια ανάμνηση, μια δαγκωματιά, κάτι να έχει να θυμάται, δεν έχει καν για παρηγοριά το καταφύγιο ενός παρελθόντος με περιπέτειες σχεδόν παρθένα, όμοια με την κούκλα στο άρμα της αδελφότητας, δυο φορές παρθένα απ’ αυτήν και δυο φορές μητέρα δυο σταυρωμένων παιδιών [σ. 136]

Δυο πρόσθετοι ήρωες που μάλλον λειτουργούν παραπληρωματικά, ο Ντεβότο που βρίσκει παρηγοριά στην θρησκεία και ο Ρομάν ο Φερόμενος ταπεινωμένος ξυλουργός, ενδεικτικές μορφές για τον τρόπο που η εκκλησία διάβρωσε τις ψυχές στην φρανκική Ισπανία ή για την αιωνιότητα της μισογυνίας ή των κρυπτών ερωτισμών. Άλλοι δυο δικαιούνται μερικές σελίδες εφόσον άθελά τους τα ξεκίνησαν όλα: ο δημοτικός σύμβουλος που έγραψε την απαγόρευση και η «Μαινάδα» σύζυγός του, που αναζητούν κι αυτοί τον μέσω διαδικτύου πλουτισμό, εκθέτοντας στις οθόνες των υπολογιστών, φορώντας μάσκα φυσικά, τις ερωτικές περιπτύξεις ή διαστροφές που επιλέγουν οι χρήστες – θεατές.

Ο αγκιτάτορας διακαώς επιθυμεί να μετατρέψει το ξεχασμένο γκέτο σε προμαχώνα της πάλης των τάξεων, ακόμα και σε μια καινούργια προσοβιετική δημοκρατία. Αλλά φυσικά θέλει αυτός να εμφανιστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος των εξεγερμένων, κι όχι η γριά μάγισσα, «ένα πέτρινο άγαλμα στις συνελεύσεις, ένα κλειστό στόμα Ινδιάνου αρχηγού». Ακολουθούν συναντήσεις, διαβουλεύσεις, ο δημοτικός σύμβουλος εκλιπαρεί ή προστάζει, η Ρέμε σιωπά, η εξέγερση είναι έτοιμη να μολυνθεί από έμπορους ναρκωτικών, κι εφόσον επανάσταση χωρίς πολιτοφύλακες δεν έχει νόημα, οι συγκρούσεις με τα μέσα καταστολής θα είναι σκληρές. Νεομαρξιστές και ιακωβίνοι, συνειδητοποιημένοι και ασυνείδητοι, όλοι συμμετέχουν με το μερίδιό τους στην «αναρχική φαντασίωση» και στο μυθιστόρημα του εξεγερμένου οικισμού. Δεν έχει σημασία αν η επανάσταση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί στον λήθαργο της καθημερινότητας και στο ζεστό φαγητό ή αν οι ακτιβιστές θα αναζητήσουν άλλη μάχιμη αποικία. Ορισμένοι δεν εξαγοράζονται και επιλέγουν το τέλος που τους αξίζει.

Είναι σε κάθε σελίδα εμφανές πως ο συγγραφέας επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία του με την μέγιστη δυνατή λογοτεχνικότητα. Παίζει με τις λέξεις, τις ρίχνει σωρηδόν κάθε φορά, πρωτότυπες και αντι-κυριολεκτικές (οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις πράγματι κατακλύζουν την πρόζα του)· αλλάζει πρόσωπα και αφηγητές, βομβαρδίζει με επίθετα, εξαντλεί την παρατακτική σύνδεση. Ενίοτε μοιάζει να παραληρεί αλλά την ίδια στιγμή δεν βιάζεται καθόλου, καθώς ξεδιπλώνει με την ησυχία του τις ιστορίες του, τις διακλαδώνει, τους ξεφεύγει για να εστιάσει σε μικρο- και μακρο-περιβάλλοντα.

Το διακειμενικό του εύρημα σαφώς ενισχύει την πρόζα του, καθώς εντάσσει ανθολογημένα αποσπάσματα απολύτως ταιριαστά με όσα ήδη γράφονται, τα οποία δεν αποτελούν μόνο δείγματα των αναγνώσεων της Ρέμε αλλά και λειτουργούν ως διαλεκτική για την μαθητεία και την μεταμόρφωσή της. Πρόκειται για βιβλία των Πιο Μπαρόχα [ιδίως Ο διεστραμμένος αισθησιασμός, Κόκκινη αυγή, Κακό χορτάρι κ.ά.], Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ [Η εξέγερση των μαζών], Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο [Ιστορία μιας σκάλας] αλλά και των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βισέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Πέρεθ ντε Αγιάλα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, Ρουμπέν Νταρίο, Αντόνιο Ματσάδο, Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Μιγέλ ντε Ουναμούνο κ.ά.

Κρατώντας στον βασικό κορμό την αδιανόητη ιστορία της αξιολάτρευτης Ρέμε, την εγκαταλείπει κάθε τόσο για να ασχοληθεί με τις παράπλευρες βιογραφήσεις των δεύτερων χαρακτήρων, ενίοτε με ιδιαίτερες και μάλλον άσχετες με την βασική ιστορία λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την πορεία όλων όσοι πρόκειται ή νομίζουμε πως θα συμμετάσχουν στην τελική φάση της εξέγερσης. Το τέλος τους βρίσκει όλους εξουθενωμένους, νικητές ή νικημένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, που διαβάσαμε μια ιστορία πλήρους αληθοφάνειας αλλά και απατηλής ουτοπίας. Σε κάθε περίπτωση ο έρωτας συνδιαλέγεται με την επανάσταση, την εμπνέει ή την ακυρώνει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν τις μέγιστες εξεγέρσεις.

Κι αυτά τα βιβλία που διάβασες, τι λένε; – Εξηγούν πώς είναι η ζωή, η αληθινή ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε – Καταραμένα να ’ναι! [Πίο Μπαρόχα, Κόκκινη αυγή]

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, μτφ. από τα Ισπανικά Κλαίτη Σωτηριάδου, σελ. 282, [Pablo Guttiérez, Los libros repentinos, 2015].

Στις εικόνες, εκτός από τα «ανατρεπτικά βιβλία» του βιβλίου, επέλεξα δυο ώριμες υπό ερωτισμό γυναίκες της Paula Rego ως απολύτως ταιριαστές με την μορφή της Ρέμε δυο έργα του Andre de Loba και δυο αφίσες των ελεύθερων γυναικών μιας παράλληλης με το μυθιστόρημα Ιστορίας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 220, με τίτλο Spanish Bombs, από άλλες διαχρονικές ισπανικές βόμβες.

Advertisements
29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

22
Αυγ.
17

Το έρμα, τεύχος 02 (Ιούνιος 2017)

Αναρωτιέμαι τι με τράβηξε περισσότερο στο δεύτερο τεύχος του νέου εξαιρετικού περιοδικού (το πρώτο κυκλοφόρησε το 2016, βλ. εδώ). Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματολογία (από την πολιτική, την φιλοσοφία και την επανάσταση μέχρι την θεολογία, την εσχατολογία και τον έρωτα), οι υπογραφές σύγχρονων Ελλήνων στοχαστών και δοκιμιογράφων ή τα παλαιά αλλά αδιάβαστα μεταφρασμένα διηγήματα από δυο εκ των αγαπημένων μου συγγραφέων, του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Χουάν Κάρλος Ονέτι και του Ιασαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση, όλα προτάσσονται και προτείνονται στο εξώφυλλο,  – μια επιλογή που θεωρώ ιδανική, όχι μόνο λόγω αισθητικής αλλά και αποκάλυψης της ταυτότητας του εκάστοτε τεύχους – συνεπώς υπήρξαν απόλυτα θέλγητρα.

Ο Νίκος Κατσιαούνης ανοίγει το ερεθιστικότατο θέμα της εσχατολογικής προσδοκίας και των θεολογικών διαστάσεων του πολιτικού, που άλλωστε επανέρχεται συνεχώς στις σύγχρονες κοινωνίες. Το «ποθεινό» ενός άλλου κόσμου υπήρξε πάντοτε μια σταθερή ιστορική συνθήκη και η υπέρβαση υφιστάμενη τάξη του Είναι αποτέλεσε και την κινητήρια δύναμη των κοινωνικών αλλαγών και της ανθρώπινης δημιουργίας. Όταν πριν περίπου δυο αιώνες η ανθρώπινη σκέψη διακήρυξε τον θάνατο του Θεού και τοποθέτησε τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου η διάβρωση της θεολογίας έπρεπε να καλυφθεί από νέες θεωρήσεις ολικής αντίληψης για τον κόσμο. Η κατά Βολταίρο καθοδηγητική αρχή δεν είναι πλέον η θεία βούληση και πρόνοια αλλά η ανθρώπινη βούληση και ο Λόγος. Η Ιστορία τώρα συγκροτείται στη βάση ενός τελεολογικού και εσχατολογικού οχήματος και αποκτά ένα νόημα κι έναν σκοπό.

Ο συγγραφέας εδώ προβαίνει σε μια επισκόπηση των σχετικών αντιλήψεων, αρχής γενομένης από τον κύκλο των αρχαίων Ελλήνων και το έσχατον των Χριστιανών, ο Θεός των οποίων κατευθύνει την ιστορία της ανθρωπότητας προς έναν τελικό σκοπό. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος προσπάθησε να συνθέσει μια παγκόσμια ιστορία στην οποία ενυπήρχε ένα τέλος, ένας σκοπός. Η ιδέα της χιλιετούς βασιλείας του Θεού επί της γης αποτέλεσε ένα συχνό μοτίβο στη σκέψη πολλών θεολόγων και πιστών, ενώ το αίτημα για την αλλαγή του κόσμου θα αποτελέσει στον Ύστερο Μεσαίωνα κοινό τόπο σε μεγάλες μερίδες του ευρωπαϊκού πληθυσμού μέσα από την «ουτοπική συνείδηση» των χιλιαστικών ρευμάτων. Μπορεί η ιδέα της επανάστασης των νεωτερικών χρόνων να απέχει από αυτές τις οργιαστικές και εκστατικές δυνάμεις, όμως πρόκειται για μια πρώτη εμφάνιση της «συνειδητής σύμπραξης» για την διαμόρφωση του κόσμου. Έτσι η «τόλμη και η δύναμη για το αδύνατο», κατά την φράση του Τόμας Πίντσερ μετασχημάτισε τον ποθεινό χρόνο σε χώρο πραγμάτωσης των ανθρώπινων επιθυμιών.

Μπορεί η πίστη στην υπερβατική θεία πρόνοια σταδιακά να αντικαθίσταται από την πίστη σε μια εμμενή πρόοδο, όμως πολλά δομικά στοιχεία της παλιάς μεταφυσικής μετουσιώθηκαν στις ορθολογικές θεωρήσεις που αντιμάχονταν τον παλαιό κόσμο. Το εσχατολογικό φιλοσοφικοϊστορικό σχήμα του χριστιανισμού εξακολουθεί να υφίσταται στον αθεϊστικό ανθρωπισμό της εποχής των επαναστάσεων. Με τον Χέγκελ η θεολογία της ιστορίας μετατρέπεται σε φιλοσοφία της Ιστορίας στην οποία η κοσμικότητα της ιστορίας ιεροποιείται και η ιερή ιστορία υποβιβάζεται. Στην θεωρία του Μαρξ αλλά και πολλών αναρχικών στοχαστών είναι έκδηλος ένας μεσσιανισμός για την εκπλήρωση του βασιλείου της ελευθερίας. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ βρήκε τη υλική του πραγματοποίηση στην μαρξιστική θεωρία, γράφει ο Κατσιαούνης, ανάμεσα σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα.

Ο Γιώργος Μερτίκας ερευνά την αισθητική της επανάστασης στον Εμανουέλ Σεγιές, η σκέψη του οποίου, με αποκορύφωμα την συνταγματική θεωρία του περί συντακτικής και συντεταγμένης εξουσίας, όχι απλώς υπερβαίνει τον ζουρλομανδύα του κοινοβουλευτισμού αλλά έχει ως λογική απόληξη τον εσχατολογικό μοντερνισμό μιας διαρκούς επανάστασης. Ο ιδεολόγος αβάς Σεγιές υπήρξε μέτοχος όλων των μεγάλων στιγμών της γαλλικής επανάστασης και άφησε ως πνευματική κληρονομιά μια σειρά επαναστατικών φυλλαδίων που διεύρυναν την θεωρία της λαϊκής και της εθνικής κυριαρχίας Σε αντίθεση με τον μηχανιστικό ορθολογισμό του Χομπς, για τον οποίο ο Λεβιάθαν / το κράτος είναι ένας θνητός θεός και μια τεχνητή μηχανή, ο Σεγιές υποστηρίζει στρέφεται στην αισθητική του κράτους ως έργου τέχνης και υποστηρίζει ότι υπόδειγμα της πολιτικής είναι το μυθιστόρημα που στόχο του έχει να ταιριάξει τα γεγονότα στις επιθυμίες και στα γούστα μας. Αυτή η πρωτοκαθεδρία της ανθρώπινης βούλησης στην πολιτική, η αναπλήρωση της θεϊκής παντοδυναμίας με την ανθρώπινη είναι ιδρυτικό γνώρισμα όχι μόνο του ρομαντισμού αλλά και της νεωτερικότητας εν γένει.

Ο Αλέξανδρος Κιουπκολής στο κείμενό του Ο παλιός και νέος κόσμος των κοινών: ζητήματα εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής, παρουσιάζει αρχικά μια σειρά παραδειγμάτων συλλογικής αυτοδιαχείρισης και μοιράσματος συλλογικών πόρων. Εκατοντάδες ανά τον κόσμο κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν αγαθά από κοινού μέσα από την συλλογική συμμετοχή και εκτός λογικής της ατομικής ιδιοκτησίας και του κέρδους. Οι κοινότητες αυτές με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς και παράγουν την δημοκρατική συμμετοχή στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία· ανοικοδομούν συλλογικές δράσεις και συνεργασίες ανοιχτές στην ετερότητα, χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις και εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα.

Πρόκειται, ωστόσο, για διάσπαρτες και περιορισμένες κινήσεις που δεν αθροίζονται σε έναν διευρυμένο «τρίτο πόλο» παρά παραμένουν μειονοτικοί μικροχώροι, άγνωστοι στους πολλούς. Συχνά μάλιστα αφομοιώνονται από τα κυρίαρχα ρεύματα μέσα από «συμπράξεις και χρηματοδοτήσεις που υπονομεύουν την πραγματική αυτοδιαχείριση και το πρόταγμα μιας άλλης οικονομικής λογικής πέραν την κερδοσκοπίας και του ανταγωνισμού. Στο ακανθώδες αυτό ζήτημα συνεισφέρει ο συγγραφέας τους προβληματισμούς αλλά και τις προτάσεις του, με αφορμή αλλά και με πλείστες ενδιαφέρουσες διαφωνίες με το βιβλίο του Γ. Λιερού, Κοινά, κοινότητες, κοινοκτημοσύνη, κομμουνισμός.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν στα Στοιχεία για μια θεωρία της αποσυντάσσουσας δύναμης, κείμενο μιας διάλεξης του 2013 με αφορμή πρόσφατες κατοχές και εξεγέρσεις από το Κάιρο και την Ισταμπούλ μέχρι το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, εμπλουτίζει και επεκτείνει την αρχαιολογία της πολιτικής που πρότεινε στο μείζον έργο του Homo Sacer) και ο Στέφανος Ροζάνης επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα Φαντασία και δημιουργία, με μια άλλη, πλαγιότερη ματιά σε ένα θέμα ενός βιβλίου του που θα παρουσιάσουμε σύντομα.

Περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Φιλήμονα Πατσάκη Το σύνταγμα δεν μεταρρυθμίζεται, Χρήστου Μαρσέλλου Παναγιώτης Κονδύλης ΙΙ, Αλέξανδρου Σχισμένου Σημειώσεις για τον ερωτικό χρόνο και Ορέστη Τάτση Το Εγώ και η Ετερότητα αλλά κι ένας εκτενής διάλογος για την Λογοτεχνία, ιδίως για την γραφή και την ανάγνωση ως δυνατότητες της ελευθερίας, μεταξύ των Άρη Μαραγκόπουλου, Δημοσθένη Παπαμάρκου και Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, ενώ ο τελευταίος καταθέτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο με τίτλο Σαλτιμπάγκοι και νευρόσπαστα, όπου και τυπολογεί τις αποτυπώσεις ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοούμενων σε παλαιότερες και νεότερες ελληνικές ταινίες. Οι Χρήστος Νάκος, Μαρία Μάζη και Πελαγία Φυτοπούλου καταθέτουν τα ποιήματά τους, ενώ ο Αχιλλέας Χρηστίδης «ζωγραφίζει» στο εικαστικό αφιέρωμα του τεύχους.

Τα διηγήματα των Σίνγκερ και Ονέτι είναι απλά αριστουργήματα (σε μετάφραση από τον Σπύρο Γιανναρά και την Έφη Γιαννοπούλου αντίστοιχα). Ιδίως ο προσφιλέστατός μου Ονέτι λογοτεχνεί για άλλη μια φορά μια πρόζα όπου ένα πολυγραφημένο τεύχος, η τυραννία ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, «η παμπάλαια συνήθεια του ψεύδους και της ωραιοποίησης», η εξαφάνιση μιας γυναίκας, η ανάθεση σε έναν ντέτεκτιβ – του έδωσα την φωτογραφία χωρίς θλίψη, εν μέρει με μια παράλογη αίσθηση απελευθέρωσης και η μνήμη μιας ερωτικής ιστορίας συνθέτουν μια καθαρά ονετική σύλληψη.

[Εκδ. Εξάρχεια, σελ. 215]

Στις εικόνες: Ιερός Αυγουστίνος [έργο του Antonio Rodríguez], Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Emmanuel Joseph Sieyès, Giorgio Agamben, Juan Carlos Onetti.

27
Ιολ.
17

Οι ναοί των σωμάτων

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50, καλοκαίρι 2017

Στις εικόνες: Οι Άγιοι Απόστολοι παρά τον Βαρδάρη, με την Ώρα, με τον Μήνα, ο Προφήτης Ηλίας Έκτοτε Ευγενώς Λοξός, η Παναγία των Χαλκέων, των Γκρίζων Ουρανών και των Μοντέρνων Κτιρίων, η Αγία Αικατερίνη ως Σήμα Γραμμάτων, το Βυζαντινό Λουτρό απέναντι από το ταβερνείο του Άρχοντα και οι Άγιοι Απόστολοι από τον φακό του F. Boisonnas – ίσως είχα την ηλικία των (άραγε ανυποψίαστων για το κτίσμα;) παιδιών όταν άρχισε η ιστορία με τους Ναούς των Σωμάτων.

Πρώτη δημοσίευση: ο κτήτωρ του Πανδοχείου και περιπλανώμενος των Ναών, Λάμπρος Σκουζάκης, περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017), σ. 128-134.

30
Μάι.
17

Εμβόλιμον, τεύχος 81 – 82 (Φθινόπωρο 2016 – Χειμώνας 2017)

Κάθε πενθητική λειτουργία αποτελεί και μια προαναγγελία αναστάσιμη. Γι’ αυτό άλλωστε η σήμανση της χαρμολύπης μέσα από το πνευματικό γεγονός της Μεγάλης Παρασκευής δεν καθρεφτίζει απλώς τη συνέχιση της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής παράδοσης που αφορά τον θάνατο του Θεού (ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί, αν πιστέψουμε τις θρησκευτικές παραδόσεις που λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο). Περιγράφει και μια ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, επίσης σε συμβολικό επίπεδο: το ψυχικό πένθος – προάγγελο μιας νέας πραγματικότητας, το ανθρώπινο άλγος που επωάζει τη μελλοντική ελευθερία…

γράφει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στην Μυστικιστική Άνοιξη του Νίκου Καρούζου, σ’ ένα από τα ποικίλα κείμενα που κοσμούν ένα Εμβόλιμον που αφήνει για λίγο στην άκρη τα αφιερώματα και ανοίγει το τεύχος σε πλήθος κειμένων και ειδών, από την ποίηση, την σύντομη πρόζα και το διήγημα μέχρι το δοκίμιο, την φιλολογική εργασία και την επιστολή, χωρίς να ξεχνάμε τις εκτενείς κριτικές βιβλίων. Ιδιαίτερα τα δοκίμια αποτελούν για άλλη μια φορά μελέτες αναφοράς, που δεν διαβάζονται στον τρέχοντα αναγνωστικό χρόνο ενός επίκαιρου λογοτεχνικού περιοδικού αλλά καταρτίζουν μια χρήσιμη κειμενοθήκη.

Η αφίσα  της Μαρία Κουγιουμτζή συνδέει με ευρηματικό τρόπο ένα τραγικό περιστατικό, μια αυτόκλητη απονομή δικαιοσύνης και μια αφίσα, ενώ σ’ ένα από τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι η σειρά της Κοκκινοσκουφίτσας να φάει τον Λύκο επίφοβη, επικίνδυνη, / πίσω απ’ τη μάσκα της αθώας κρυμμένη, γιατί Άλλαξαν / άλλαξαν τα πράγματα δραματικά  […]  τώρα πια στα παιδιά μας πιο παραμύθι να ιστορήσουμε; // Το δάσος δεν υπάρχει πια / οι ξυλοκόποι το έκαναν καυσόξυλα / μοντέρνες πολυκατοικίες πήρανε τη θέση του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που την ονομάζουμε ζωή, οι μικρές ελλειπτικές φόρμες της Καναδής γαλλόφωνης διηγηματογράφου Αude [Claudette Charbonneau Tissot, 1947 – 2012].

Όπως πάντα, τα μη μυθοπλαστικά κείμενα καλύπτουν ευρύτατη θεματολογία. Η Θεολογία των επίγειων πραγματικοτήτων: Οι Τέχνες θεωρούμενες μέσα από το μυστήριο της εν Χριστώ Οικονομίας (Γεώργιος Ι. Στούκης) εστιάζει στην θεο – λογικότητα της λογοτεχνίας και το αίτημα της «προσωπικής» ύπαρξης, ελευθερίας και αποδοχής της ετερότητας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο συγγραφέας καταλήγει πως δεν νοείται θεολογία που να μη διαλέγεται με τις θύραθεν επιστήμες και τις λοιπές καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή τον παλμό του καιρού της. Οι επίγειες πραγματικότητές της δεν είναι μόνο η φύση και τα θεϊκά κτίσματα αλλά και ο πολιτισμός, οι τέχνες, η τεχνολογία και η εργασία.

Βρήκα εξίσου ενδιαφέροντα τα Τεχνητή Νοημοσύνη και Νιτσεϊκή Αισθητική: Από το Φυσικό στο Μεταφυσικό [Ανδρέας Αντωνίου], Ε. Ντ. Χιρς: «Τρεις διαστάσεις της ερμηνευτικής» [Σταυρούλα Γαρύφαλλου] και Γιώργος Σαραντάρης, ο μελλούμενος. Μια μεγάλη προσφορά της Ολυμπίας Καράγιωργα [Ανθούλα Δανιήλ]. Η Άννα Αφεντουλίδου μας εισάγει στον κόσμο του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, και ιδίως στην «σκηνογραφία μιας ανάδρομης νεότητας και σ’ ένα πρόωρο αίτημα ωριμότητας» και ο Ευάγγελος Τσουκαράς δοκιμάζει μια συν-ανάγνωση δύο κειμένων του κρητικού θεάτρου: Ερωφίλη – Βασιλεύς Ροδολίνος.

Η απαραίτητη πλέον «στήλη» για τους Αθόρυβους, πάντα σε οργάνωση και επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη χωρίζεται αυτή τη φορά σε δυο κλίτη, αφιερωμένα στην Χριστίνα Καραντώνη και στην Αλεξάνδρα Βερύκοκου. Μια επιλογή επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία (σε ελεύθερη απόδοση από τον Αντώνη Ψάλτη) είναι φυσικά πάντα δεκτή και, ως συνήθως, πλείστοι ποιητές, μεταξύ άλλων οι Γιολάντα Πέγκλη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Κατερίνα Κούσουλα, Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Κώστας Λιννός, Καρίνα Βέρδη, Θεοδώρα Π. Αραμπατζή, Νεκταρία Μενδρινού, Ρούλα Ερμίδη, Πηνελόπη Γιώσα, Μάλαμας Καρύδας, Καλλιόπη Παπαλεωνίδα, Γιώργος Φραγκούλης, Ελένη Σιγαλού, Σοφία Σάντα και Σουσάνα Καρυοφύλη καταθέτουν την ποίησή τους. Η ζωγραφική της Πέγκυς Γραφάκου ντύνει εικαστικά το τεύχος

[σ. 208]

Στις εικόνες: Μεγάλη Παρασκευή στον Τάραντα και έργο της Πέγκυς Γραφάκου.

17
Αυγ.
16

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τόμος Α΄

Αντίδρομα_1

Από την διαφορά στην κοινότητα: ένα συναρπαστικό ταξίδι στις άκρες του κόσμου

Τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα.

Χρόνια και χρόνια τώρα το καραβάνι διασχίζει την έρημο. Κι ωστόσο κανείς δεν το είδε. Απαντάμε μόνο τα ίχνη του στην άμμο και σιγουρευόμαστε μέσα μας πως υπήρξε εδώ, κάποιαν άλλη στιγμή πριν από μας, όπως τώρα υπάρχει κάπου αλλού, όπου δεν είμαστε ακόμα ούτε φτάνει το μάτι μας. Έτσι, λέγαν’ εδώ κάποτε, είναι ο Θεός· κι εμείς, ο κόσμος, τα ζωντανά και τα άψυχα είμαστε μόνο τα σημάδια του, όμοια με ίχνη καραβανιού στην πλανώμενη άμμο της ερήμου. [σ. 150]

Θυμάμαι τα ταξιδιωτικά κείμενα του Φώτη Τερζάκη στις πίσω σελίδες παλαιών τευχών του περιοδικού Πλανόδιον, να συνδυάζουν την συναρπαστική διήγηση των περιπλανήσεων, με τον στοχασμό, το πολιτικό σχόλιο, την ανοιχτή προοπτική του τόπου και του χρόνου. Τώρα συγκεντρωμένα σε ενιαία σώματα τόμων, μπορεί κανείς να τα απολαύσει και στην φυσική – τοπογραφική τους συνέχεια. Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει τρεις μεγάλες ενότητες που εκτείνονται ως τις βαθύτερες όψεις της Ανατολής, με μια τέταρτη μικρότερη που αφιερώνεται σε μια πύλη της, την Κωνσταντινούπολη και την τουρκική Εγγύς Ανατολή (Ελληνοτουρκικόν).

Tarlabasi

Πολύ ευρωπαϊκή για Ανατολή, πολύ ανατολική για Ευρώπη, ιδιότυπα ελληνική μες στην τουρκικότητά της και πάντα εξωτική για το ελληνικό αισθητήριο, δέκτης των κραδασμών μιας ανέκαθεν ταραγμένης ασιατικής ακτής, η Πόλη ανήκει σε όλους, επειδή δεν ανήκει σε κανέναν. Με τις φωτογραφίες του Κεμάλ ακόμα και στα αποχωρητήρια (έβγαλα μια σειρά τέτοιων φωτογραφιών στο περσινό μου ταξίδι), η Τουρκία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η χούντα αποτελεί τον ιδεότυπο και την πολιτική ουσία κάθε σύγχρονου εθνικού κράτους, γι’ αυτό και στο αντιτουρκικό μένος των ελληνοπατριωτών σιγοκαίει πολλή ζήλεια ακριβώς για το συγκεκριμένο στοιχείο. Και αργότερα αλλού στη Σμύρνη, το δηλητήριο του εθνικισμού είναι ακόμα σταλαγμένο στην αγριεμένη από στερήσεις ψυχή της μάζας.

Από την Καππαδοκία ενός άλλου, μυθικού χριστιανισμού, συγκινητικά ανοιχτού στην παραφορά και στο παραλήρημα – εδώ έφτασαν χριστιανοί αναχωρητές που ξεκίνησαν από τις άγριες ερημιές της Αιγύπτου και βρέθηκαν στις ερήμους της Παλαιστίνης και της Συρίας, «άνθρωποι φρενοκρουσμένοι και θεοφόροι, ερημίτες που επέβαλλαν στον εαυτό τους τα πιο ευφάνταστα μαρτύρια, φυσιογνωμίες απροσδιόριστες ανάμεσα στον άγγελο και το θηρία», ο συγγραφέας αναρωτιέται πόσο δύναμη χρειάζεται για να μπορεί να αρνηθεί κάποιος τον κόσμο για να τον ξαναβρεί σαν ατέρμονο όνειρο που εξανεμίζει την διάκριση ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο.

Cappadocia-

Από πού πάνε όμως για την Ανατολή; Τέτοιος τόπος δεν υπάρχει στον χάρτη κι ωστόσο ξέρουμε πώς να ταξιδεύουμε εκεί, κι ακόμα, πως η Ανατολή είναι ένας τόπος της φαντασίας μας. Ό,τι ο παγερός ευρωπαϊκός μας ορθολογισμός κλείδωσε ερμητικά στον εαυτό του, αποδιωγμένο και ορφανό έκτοτε κατοικεί στα εξωτικά του όνειρα. Μα θα μου πείτε, αυτό δεν γινόταν πάντα ανάμεσα στους πολιτισμούς; Κάθε νεογέννητος κόσμος που πάσχιζε να σφυρηλατήσει μια δική του ταυτότητα δεν ήταν υποχρεωμένος να εφευρίσκει ένα φαντασιώδες αρνητικό που θα ήταν ό,τι αυτός δεν είναι; Κάτι που όφειλε ασταμάτητα ν’ αποκηρύσσει – αλλά μαζί με την αποκήρυξη θα έβλεπε μέσα του το φάντασμα της δικής του χαμένης ευτυχίας; [σ. 39 – 40]

Κι εμείς, κληρωμένοι από νωρίς άθελά μας στην Ευρώπη και στη Δύση, μπορούμε να συλλάβουμε άραγε τι αποτρόπαιη φυλακή σήμανε η πενιχρή μας ταυτότητα, πόση βία απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους χρειάστηκε για να κατασκευαστεί το πολιτισμικό μας κελί, με παρηγοριά την φαντασίωση μιας φημολογούμενης «πνευματικής» ανωτερότητας; Η χριστιανική Ευρώπη, γράφει ο συγγραφέας, έγινε δεξιοτέχνης στον πολιτισμικό μανιχαϊσμό: για να λυγίσει την δύναμη του αντιπάλου της μετέφερε το «κακό» στην Ανατολή. Στις ρομαντικές αναπαραστάσεις της κυριαρχεί η λαγνεία· το στερεότυπό της γέννησε έναν κόσμο αφηγήσεων με το στίγμα του εξωτισμού και συνήθη μοτίβα την ατροφία του ορθολογισμού και την υπερτροφία του πάθους και της φαντασίας. Η σεξουαλική ελευθεριότητα και η ακατάσχετη ακολασία, όχι άσχετες με την πολυγαμία των Μουσουλμάνων, υπήρξαν πάγιο στίγμα της Ανατολής.

Jean-Léon_Gérôme.

Μπαίνοντας στην Δαμασκό ο Τερζάκης παγιδεύεται με το παλιό παιχνίδι του με τι μοιάζει – λες και το πνεύμα δεν έχει άλλον τρόπο ν’ αγκυροβολήσει στο άγνωστο παρά σέρνοντάς το στον κύκλο του ήδη γνωστού….Κάποια στιγμή μέσα από την βαθιά, ανεξήγητη οικειότητα αντιλαμβάνεται πως η Συρία είναι η προπαίδεια της Ανατολής που ονομάσαμε Εγγύς. Στον περιφερειακό του Τζέμπελ Κασιούν οι ντόπιες οικογένειες έχουν στήσει καρέκλες και φορητά τραπεζάκια στις πλαγιές, απλώνοντας παντού κασετόφωνα, φαγητά και ναργιλέδες· αλλά, από την άλλη, μικρή σχέση έχει αυτό το ευπρεπές Ισλάμ με την μεθυστική αναρχία και τον υπόκωφο διονυσιασμό του Ισλάμ της Αφρικής και της Νότιας Αραβικής.

Βρισκόμαστε από ώρα στο κεφάλαιο Η σπορά της φοινικιάς και μνήμες από Αίγυπτο ενθυλακώνονται στην αφήγηση. Ο ολιστικός χαρακτήρας της αραβομουσουλμανικής αισθητικής προκαλεί στον συγγραφέα ένα είδος ανεξάντλητης αγαλλίασης· είναι η αισθητική που επισφραγίζει μια ενότητα που μπορεί να βρεθεί από την Κόρδοβα ως την Σαμαρκάνδη και περιλαμβάνει ό,τι ονομάζει η λέξη «αραβούργημα». Όπως τα μελίσματα της αραβικής μουσικής, που είναι αυτοσχεδιασμοί πάνω σε μια ελάχιστη μουσική ενότητα, τούτη η μοναδική εικαστική γλώσσα είναι ο αφαιρετικός αυτοσχεδιασμός πάνω σε λίγα πρώην φυσικά μοτίβα. Η ροπή του Ισλάμ στην ανεικονικότητα σαφώς έδωσε μια ισχυρή ώθηση στην κατεύθυνση της αφαίρεσης, αλλά αυτή η ανεικονικότητα δεν είναι τόσο απόλυτη όσο λέγεται, ενώ η περίφημη ισλαμική καλλιγραφία ίσως είναι η εκδίκηση της αισθησιακότητας που χάθηκε με τη απαγόρευση των εικόνων.

A handout image released by the Syrian opposition's Shaam News Network on July 25, 2013, allegedly shows the Khaled bin Walid mosque whose mausoleum has been partially destroyed in the al-Khalidiyah neighbourhood of the central Syrian city of Homs. Syrian army shelling destroyed the centuries-old mausoleum a monitoring group and activists said on July 22. Reports of the destruction of the Sunni Muslim pilgrimage site emerged as an intense army campaign to reclaim rebel-held areas of Homs, a strategic junction city, entered its fourth week. AFP PHOTO/HO/SHAAM NEWS NETWORK == RESTRICTED TO EDITORIAL USE - MANDATORY CREDIT "AFP PHOTO / HO / SHAAM NEWS NETWORK" - NO MARKETING NO ADVERTISING CAMPAIGNS - DISTRIBUTED AS A SERVICE TO CLIENTS - AFP IS USING PICTURES FROM ALTERNATIVE SOURCES AS IT WAS NOT AUTHORISED TO COVER THIS EVENT, THEREFORE IT IS NOT RESPONSIBLE FOR ANY DIGITAL ALTERATIONS TO THE PICTURE'S EDITORIAL CONTENT, DATE AND LOCATION WHICH CANNOT BE INDEPENDENTLY VERIFIED ==-/AFP/Getty Images

Τι υπάρχει σήμερα στην Αλεξάνδρεια, όπου οι Χριστιανοί κομμάτιασαν με τα χέρια τους το σώμα της Υπατίας, δηλαδή το σώμα της ίδιας της φιλοσοφίας, αντιλαμβανόμενοι μέσα στον πρωτογονισμό τους πως η πίστη έχει ασυμφιλίωτο εχθρό την σκέψη; Ο ρομαντικός ιδεότυπος της Μπελ Επόκ, του Καβάφη, του Φόρστερ, του Ντάρελ, του Τσίρκα, επιτομή του μεσογειακού κοσμοπολιτισμού, φυλλορρόησε εν μια νυκτί, όπως η Βηρυτός, η Ιερουσαλήμ και η Θεσσαλονίκη, στο τοπίο που άφησε πίσω του ο τελευταίος πόλεμος και η εξαπλούμενη μάστιγα των εθνικών κρατών. Αυτή η Αλεξάνδρεια δεν υπάρχει· στη θέση της βρίσκεται η Ισκεντερία, ένα αραβικό μεγαλοχώρι, γραφικό σκηνικό κατοικημένο από θλιμμένες σκιές. Έξω προς την έρημο όμως ο συγγραφέας νιώθει κατάσαρκα τι θα πει βιβλικό τοπίο: αγριάδα που αναπάλλει μυστικοπάθεια κι εμφυσά δέος και φόβο στην ψυχή.

Πίσω στην Συρία, στην καβουρντισμένη γη που αχνίζει σαν λάβα ηφαιστείου ο Τερζάκης σκέφτεται πως μόνο όποιος ταξιδεύει σ’ αυτούς τους τόπους, που είναι η αληθινή κοιτίδα του Χριστιανισμού, συνειδητοποιεί πόσο ρευστά είναι τα όρια ανάμεσα σε αυτόν και το Ισλάμ. Παρά την αδυναμία της σύγχρονης Δύσης να το κατανοήσει, το Ισλάμ είναι όμαιμος αδελφός του Χριστιανισμού· ενσωμάτωσε μάλιστα παραδόσεις και λατρευτικές συνήθειες του πρωτοχριστιανικού κόσμου που δεν επιβιώνουν πλέον στις δυτικές εκδοχές του, από την αρχιτεκτονική μέχρι τις προσευχές.

Κοπτική Γειτονιά Κάιρο

Η παράδοση του ισλαμικού μυστικισμού έχει τις ρίζες της στους άγιους ασκητές του Βυζαντίου και τους πατέρες της ερήμου που η παρουσία τους στοίχειωνε κάποτε αυτούς τους τόπους. Κομμάτια από την Βίβλο έχουν υφανθεί με αφηγηματική μαεστρία σε όλη την έκταση του Κορανίου. Αν ο Ισαάκ ο Σύρος (θυμήθηκα εδώ το εξαιρετικό βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου) ζούσε σήμερα, θα ένιωθε έτη φωτός κοντύτερα στις λατρευτικές συνήθειες ενός μουσουλμάνου δερβίση απ’ ότι ενός αμερικανού Ευαγγελιστή. [σ. 82 – 83]. Και τελικά τέσσερα από τα πέντε ιστορικά Πατριαρχεία έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μέσα στο προστατευτικό δίχτυ του Ισλάμ, που εγγυήθηκε τα θρησκευτικά δικαιώματα όσον κανένα χριστιανικό βασίλειο στην ιστορία.

Ό,τι δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν αιώνες ιστορίας και αίματος, απειλεί να το ξεριζώσει τον τελευταίο αιώνα το τέρας του έθνους – κράτους και η μοντέρνα ιμπεριαλιστική μάστιγα. Ο Χριστιανισμός φθίνει στους τόπους που ήταν κάποτε το λίκνο του. Η τυφλή αρπακτικότητα της Δύσης, εκτός των άλλων, απειλεί να τινάξει στον αέρα τις ισορροπίες που κρατούν σήμερα οι χριστιανοί της Ανατολής, παγιδευμένοι ανάμεσα στους ομόθρησκους της Δύσης και στον κοινό πολιτισμό που μοιράζονται με τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος που οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν τους χριστιανούς της περιοχής: σαν σφύρα για να τσακίσουν τον αραβικό εθνικισμό που φούντωνε, έσπειρε βαθιά μνησικακία ανάμεσα στις κοινότητες. Η θέση τους επιβαρύνθηκε από την κτηνωδία των χριστιανών Μαρωνιτών του Λιβάνου, που αρνήθηκαν να μοιραστούν την γη τους με τους εκπατρισμένους από το Ισραήλ Παλαιστινίους, ενώ οι φαλαγγίτες του Τζεμαγιέλ με την ενεργητική υπόδειξη των ισραηλινών επιτελών διέπραξαν την σφαγή των χιλιάδων αμάχων Παλαιστινίων στα στρατόπεδα προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα (διαβάστε εδώ για το συγκλονιστικό οδοιπορικό του Ζαν Ζενέ).

Haran Μεσοποταμία_

Το ταξίδι ξεμακραίνει προς την λεγόμενη γόνιμη ημισέληνο, στην Μεσοποταμία, στην Βαβυλώνα και στην Νινευή, στα αλλοτινά βασίλεια που σήμερα δεν είναι παρά σκονισμένα και θλιβερά χωριά, στους απομακρυσμένους τόπους των Νεστοριανών που τραβήχτηκαν με την εκκλησία τους βαθύτερα στην Ανατολή, ενώ σήμερα δέκα χιλιάδες διωγμένοι από το Ιράκ ζουν σε στρατόπεδα προσφύγων, στις φοβερές ερημιές της Μεσοποταμίας και στα λασπόχτιστα χωριά των βεδουίνων, ενώ γύρω στην έρημο παντού σπασμένοι βρίσκονται σκελετοί φρουρίων, στην «άφωνη απεραντοσύνη της ημέρας που δεν λέει να γείρει».

Το Χαλέπι είναι μια διεθνής πόλη, ένα είδος εθνολογικής Κιβωτού του Νώε, όπου ο Μεσοπόλεμος μοιάζει να έχει παγιδευτεί στις φθαρμένες ταπετσαρίες και στα σκεβρωμένα πατώματα, ενώ ο τόπος των αλλοτινών κήπων έχει δώσει την θέση της σε μια λιγδιασμένη συνοικία με γκαράζ, κεμπαμπτζίδικα κι ετοιμόρροπους κινηματογράφους. Η συντροφιά φτάνει ως τις βυζαντινές νεκροπολιτείες πέρα από τα μέρη του Συμεών του Στυλίτη· στα περιστύλια ερειπωμένων ναών βλέπουν δεμένα σκοινιά μπουγάδας, ενώ στην Μπόσρα ευφάνταστοι κάτοικοι διασκευάζουν τα αρχαία ερείπια σε βολικές κατοικίες, δίνοντάς τους μια δεύτερη ζωή. Είναι άραγε, αναρωτιέται ο συγγραφέας, σύμπτωμα της φτώχειας ή μήπως η ξεδιάντροπη αφθονία του αρχαιολογικού παρελθόντος στην Συρία υποβιβάζει αναγκαστικά την αξία εκείνου που σχεδόν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο θα ήταν σπάνιο και ζηλότυπα φυλαγμένο κειμήλιο;

κορίτσι στο shibam

Στην μεγάλη Αραβική Χερσόνησο, αυτό το «σκισμένο κομμάτι της Σαχάρας» η διήγηση ανατρέχει στον σερ Ρίτσαρντ Μπάρτον και στον T.E. Lawrence, στους λαούς που χάθηκαν στο σκοτάδι της Ιστορίας όπως οι Ναβαταίοι, στους λαούς που δεν πίστεψαν ποτέ στην εθνική αποκλειστικότητα και ήταν πάντα ανοιχτοί στις εξωτερικές πολιτισμικές επιδράσεις, αφομοιώνοντάς τις όλες. Και στην Υεμένη ο συγγραφέας αντικρύζει τον αληθινό αραβικό κόσμο. Αν υπήρξε ποτέ ειδικότερα ο κόσμος των αραβικών παραμυθιών, κι αν ελάχιστοι τόποι που έχουν απομείνει στον πλανήτη δικαιώνουν την νησίδα Ιστορίας, τότε ένας βρίσκεται εδώ.

Εδώ μια αρχιτεκτονική ποίηση δίνει φωνή στην ξερή πέτρα και κάνει την βουβή λάσπη να τραγουδάει, ενώ μεταμορφώνει την γη σε περίτεχνο υφαντό που μουρμουρίζει μια γλώσσα αιώνα. Διαβάζω για κτίσματα ιλιγγιώδους ασυμμετρίας, σπίτια με ελάχιστες σχισμές σαν πολεμίστρες, γερμένες ταράτσες, αμέτρητα παράθυρα κάθε σχήματος, μια μεθυστική χωροταξία που εκτός των άλλων προστατεύει τις περιοχές των πάνω ορόφων για την απρόσκοπτη οικειότητα των γυναικών μεταξύ τους. Για άλλη μια φορά όμως η ιστορία ενός τόπου είναι μια ιστορία εμφυλίων· φυλές που εχθρεύονται μεταξύ τους συνήθως χωρίς να θυμούνται γιατί. Οι άντρες φορούν με κελεμπία και δυτικά πανωφόρια, στο φαρδύ ζωνάρι τους συνυπάρχουν το κοντομάχαιρο, η ζαμπίγια και το … κινητό, ενίοτε φέρουν και καλάσνικοφ, κοινώς μια στολή επιθετικής αιδημοσύνης, ενώ πάντα απολαμβάνουν το τσατ, ένα πανάρχαιο ευφορικό, ένα είδος φυσικής αμφεταμίνης.

Υεμένη- Shibam

Τρομαγμένος σχεδόν συνειδητοποίησα πως η έρημος ακυρώνει την ίδια τη γλώσσα. Συνειδητοποίησα ολοκληρωτικά και διαμιάς την τρομερή γοητεία της, τη μυητική κατάσταση που αντιπροσωπεύει για την ψυχή η οποία έχει αγκιστρωθεί στο δίχτυ της, το αδύνατο της επιστροφής στον κατοικημένο κόσμο. Όπως το μεγάλο νερό, ο ωκεανός, όπως και η ίδια η φλόγα που αναλώνει τις μορφές, η έρημος διαλύει το παιχνίδι των αντιθέτων, διαλύει τη γλώσσα και τη σκέψη, μέχρις εκείνο το ολόγιομο τίποτα που συνοψίζεται σ’ ένα ανεκλάλητο θαυμαστικό. Δέσμιος της ερήμου θα πει αιχμάλωτος μιας ελευθερίας χωρίς διαφυγή. [σ. 125]

Στην παραισθητική Σίμπαμ, το Μανχάταν της ερήμου, οι  γαιώδεις ουρανοξύστρες σχεδόν ακουμπούν μεταξύ τους ή χάσκουν πάνω από σκουπιδότοπους. Η παρέα διανυκτευρεύει σ’ ένα φουντούκ, παραδοσιακού τύπου πανδοχεία, κατευθείαν απογόνους των παλαιών χανιών: σε μια μεγάλη αίθουσα σαν εσωτερικό τζαμιού οι επισκέπτες κοιμούνται κατάχαμα ο ένας δίπλα στον άλλον, ενώ το βράδυ του αποχαιρετισμού σ’ εκείνο το κιλίμι παίχτηκε ο δραματικός χορός των μαχαιριών, ένα αλλόφρον θέατρο σκιών με νεαρά αγόρια – «παζολινικές φυσιογνωμίες» «με μάτια αγριεμένων σατύρων».

Ιράν (Dusk, Palangan)_1

Το αντίθετο άκρο είναι ασφαλώς τα Εμιράτα του Περσικού, ένας συνδυασμός παραδοσιακού φυλετισμού και σύγχρονης Ντίσνεϋλαντ, το αηδιαστικό κιτς των πλουσίων Αράβων, διαστημικοί πύργοι και θηριώδη μωλ, ο εξαμερικανισμός αγκαλιά με ανατριχιαστικές οπισθοδρομικότητες. Το νησί του Μπαχρέιν δημιουργεί φαντασιώσεις αραβικού Λας Βέγκας αλλά στην απέναντι πλευρά, στην Άνω Αίγυπτο ένας νούβιος φελουκιέρης κάποτε του αναφώνησε «Κωστής Μοσκώφ!».

Το ταξίδι συνεχίζεται Στη γη των αγίων ποιητών. Το Ιράν δεν είναι χώρα αραβική αλλά αναπάντεχα «δυτική»· Ιρανοί βαθύτατα αξιοπρεπείς και φιλικοί προς τους ξένους, χαμηλότονοι συγκριτικά με την θορυβώδη εξωστρέφεια των Αράβων, διατηρούν μια ταυτότητα σημαδεμένη από έναν βαθύ πολιτικό διχασμό, ανάμεσα στο αρχαίο περσικό παρελθόν και το σύγχρονο ισλαμικό, θυμίζοντας το ανάλογο δίλημμα της ελληνικής ταυτότητας ανάμεσα στην αρχαία κληρονομιά και τον ύστερο χριστιανισμό.

Ζωροαστρικός Ναός Yazd_

Είναι βέβαια και η μεγάλη προστάτιδα των απανταχού Σιιτών, η εξωτική θρησκευτικότητα των οποίων έχει ένα πάθος άγνωστο στον σουνιτικό κόσμο (πέρα από κάποιους ιδιόρρυθμους δερβίσικους κύκλους). Σε αυτά τα μέρη οι μεγάλες εσχατολογίες της μεταθανάτιας κρίσης άρχισαν από τον αρχαίο Ζωροαστρισμό, που εμβολιάστηκε μέσω της Βαβυλωνιακής εξορίας στον Ιουδαϊσμό, και από εκεί, στον Χριστιανισμό και στο Ισλάμ. Εδώ αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται υπάρχουν χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες και αναγνωρισμένα δικαιώματα, στο Ισφαχάν λειτουργεί πλήρως ο δημόσιος χώρος, ενώ πέντε ώρες μακριά, στην Γιαζντ, υπάρχει ζωροαστρικός ναός εν λειτουργία! Φυσικά ο ταξιδιώτης επισκέπτεται με ιδιαίτερη φόρτιση το τέμενος όπου ο θεός μοιάζει με τις λαϊκές αποδόσεις του Ιησού σε φτηνές σύγχρονες εικόνες και η φωτιά καίει αδιαλείπτως από το 200 π.Χ.!

Πίσω στην Τεχεράνη, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πολλά αριστερά ρεύματα και ριζοσπάστες διανοητές ένωσαν τις δυνάμεις τους για να πραγματοποιηθεί το πολιτικό θαύμα που ταπείνωσε για δεύτερη φορά την Αμερική μέσα στην δεκαετία του ’70. Αυτές οι δυνάμεις εξουδετερώθηκαν από το αυταρχικό καθεστώς των μουλάδων του Χομεϊνί. Και τελικά πόσοι άραγε θυμούνται ότι ο τυφλωμένος ισλαμικός φονταμενταλισμός δημιουργήθηκε πάνω στην σκακιέρα της ψυχροπολεμικής αναμέτρησης ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης και ξέφυγε από τα χέρια του πραγματικού αρχιτέκτονά του, του αμερικανικού Πενταγώνου;

Το βλέμμα της Ινδίας

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα του μίγματος ρεαλισμού και ηθικολογικής υποκρισίας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο ισλαμισμό είναι η «ισλαμική πορνεία», μια αδιανόητη επινόηση του ιρανικού συστήματος. Η νομική αυτή κατασκευή λέγεται «προσωρινός γάμος» κατά τον οποίο φτωχά κορίτσια από την επαρχία παραδίδονται από τους πατεράδες τους σε ευκατάστατους άντρες για να συνάψουν μαζί τους γάμο για έναν γάμο, μια εβδομάδα, μια ήμερα, μία ώρα…

Ασία! Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος το ταξίδι φτάνει μέχρι την Ινδία των εφτά θρησκειών και των δεκαπέντε επίσημων γλωσσών και των δεκάδων φυλών και ανθρώπινων τύπων. Εδώ ο ταξιδιώτης δοκιμάζεται ήδη από τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Δελχί, ο οποίος, όπως όλοι οι σιδηροδρομικοί σταθμοί στην Ινδία, είναι ένας τεράστιος απόπατος. Αλλά κυρίως δοκιμάζεται και για τον οίκτο από εκείνο το σμάρι από ανθρώπινες μύγες που πρέπει σε κάθε βήμα να τινάζει από πάνω του, συχνά με βίαιο τρόπο, αν θέλει να συνεχίσει τον δρόμο του. Πιο έξω ακολουθεί ο εφιάλτης των ινδικών δρόμων οι απαρχαιωμένες νταλίκες με το ντουμάνι μαύρου καυσαερίου που τρυπά τους πνεύμονες, τα προϊστορικά αυτοκίνητα που καλύπτουν με μουτζούρα τις ινδικές πόλεις.

Βομβάη Μπορντέλο

Στην ήμερη αυτή γη για εκατοντάδες χρόνια ινδουιστές και μουσουλμάνοι έζησαν συμφιλιωμένοι μέχρι το ξέσπασμα άγριου εθνικιστικού μίσους πάντα με τις ευλογίες της δυτικής αποικιοκρατίας, στην προκείμενη περίπτωση των Άγγλων. Εδώ όμως ο ιερός χαρακτήρας του σεξουαλικού έρωτα και των γενετήσιων συμβόλων που ελλοχεύει στις ρίζες κάθε θρησκείας είναι παντού εμφανής. Ναοί με εικόνες οργιώδους χαράς και ευωχίας και ανεξάντλητες παραλλαγές σεξουαλικών στάσεων σώθηκαν από τον μουσουλμανικό πουριτανισμό χάρη στην πυκνή βλάστηση της ζούγκλας. Στην άλλη, στην πιο ακραία πλευρά, στην φοβερή συνοικία με τα μπορντέλα της Βομβάης, ένα μακάβριο καρναβάλι πληρωμένων ερώτων ζει σε ετοιμόρροπα σπίτια με αδύναμα φώτα κι ένα κομμάτι ύφασμα για πόρτα, ενώ έξω οι τηλεοράσεις παίζουν στη διαπασών τα εμετικά μουσικοχορευτικά του Μπόλινγουντ.

Ο Ινδουισμός στην επόμενη στάση – στο Νεπάλ – είναι γιορτινός και πιο συγκρητιστικός και η καθημερινότητα μοιάζε με ατέρμονο πανηγύρι. Στο Κατμαντού η γιορτή των νεκρών Γκάι Τζάτρα και η περίφημη Freak Street μοιάζουν με ψυχεδελικό λούνα παρκ, θυμίζοντας την εποχή των χίπις που έφτασαν κάποτε μέχρι εδώ, ενώ όταν έφυγαν, άφησαν πίσω τους τα μελαγχολικά σημάδια ενός πανηγυριού που τέλειωσε πρόωρα, ίσως εκτρωματικά. Ο κραδασμός του από το πέρασμά τους ξανάσμιξε με τον προαιώνιο αυτόχθονο ρυθμό. Ίσως γι’ αυτό το βράδια ο ήχος απ’ το σαράνγκι σμίγει με το βαρύ τέμπο του άσιντ ροκ… Η συνύπαρξη και η ανοχή είναι άγραφος νόμος στο Νεπάλ, γράφει ο συγγραφέας, και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν ένιωσε την επίδραση της αρχιτεκτονικής, σαν αληθινό ψυχότροπο πάνω του.

Padmasambhava - Guru Rinpoche, the 8th century tantric master_

Ο Τερζάκης συνθέτει ένα σπάνιο ταξιδιωτικό ψηφιδωτό βιβλίο, όπου συνυπάρχουν τα απαραίτητα εξόχως συντομογραφημένα ιστορικά στοιχεία, οι ποιητικότατες εκφράσεις εικόνων και συναισθημάτων, η προσωπική διήγηση του οδοιπορικού μιας συντροφιάς, η πολιτική ανάγνωση της σύγχρονης ιστορίας πολύπαθων τόπων. Είναι ένας ύμνος στην περιπλάνηση, το ταξίδι ενός ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης. Ο δεύτερος τόμος, ακόμα πιο βαθειά στην Ανατολή, έχει ήδη κυκλοφορήσει και σπεύδω να τον διαβάσω.

Το ταξίδι μαζευόταν αργά μέσα μου σαν το σπάγκο ενός κουβαριού που σώθηκε, σαν την αντοχή ενός κόσμου γονατισμένου, νικημένου από τα μέσα κι απ’ τα έξω, καταδικασμένου να κρατιέται από τα θλιμμένα ξεφτίδια μιας πάλαι ποτέ φωταύγειας, έτοιμου να εκραγεί σαν ηφαιστειακή κρούστα πάνω από μια φωλιά λάβας· και ήμουν κι εγώ ηττημένος μαζί του, το δίχως άλλο. Τι έμεινε λοιπόν από το παιχνίδι της δόξας με τον χρόνο, άλλο από τη σπαταλημένη ορμή στην άμμο τη μετρημένη με τη σπορά της φοινικιάς – άλλο από ιδρώτα και σκόνη και σπλάχνα ανοιγμένα στο ράμφισμα μιας ανάγκης που πυορροεί; Εδώ το ταξίδι τελειώνει λοιπόν· όλα τ’ άλλα τα ξαναπαίζει η μνήμη. [σ. 150]

prayer-flags-at-swayambunath,-kathmandu_

Πλήρης τίτλος: Αντίδρομα στον ήλιο, τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα. Εκδ. Πανοπτικόν, Δεκέμβριος 2014, σελ. 267, με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών.

Στις εικόνες: H διαδικτυακή αναζήτηση εικόνων που συνομιλούν με το κείμενο του συγγραφέα ήταν όπως πάντα κοπιώδης. Ελπίζω να αποδίδουν κάτι από τα μέρη όπως τα είδε ή όπως είναι σήμερα: Κωνσταντινούπολη, Ταρλάμπασι / Καππαδοκία / Jean-Léon Gérôme, La grande pischine à Brusa, 1885, ένα τυπικό οριενταλιστικό έργο / Έμεσα, Συρία (μετά την πρόσφατη καταστροφή) / Χριστιανική Κοπτική συνοικία στο Κάιρο / Χαράν, Μεσοποταμία / Μικρό και μεγάλο κορίτσι στο Shibam, Υεμένη / Ιρανικό χωριό (Dusk, Palangan) / Ζωροαστρικός Ναός Yazd /Το βλέμμα της Ινδίας / Βομβάη, Μπορντέλο / Νεπάλ, η αναφερόμενη σύμμειξη του τότε και του τώρα / Νεπάλ, «σημαίες προσευχής», Swayambunath, Κατμαντού.

13
Ιολ.
16

Η μουσική της Μεγάλης Παρασκευής

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 15, Ιούνιος 2016, σ. 279 – 284.




Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 881,910 hits

Αρχείο