Archive for the 'Θρησκεία' Category

12
Φεβ.
23

Κωστής Παπαγιώργης – Οργή θεού. Μια πολιτική ανάγνωση της Βίβλου

Βιβλία περί του Ιερού, 1 (2023)

Το εν λόγω βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν είναι μόνο μόλις το δεύτερο από τα πρώτα του δημοσιευμένα έργα, αλλά και κάποιο που ο ίδιος προτίμησε να μην επανεκδοθεί, ενώ είναι πλέον εξαντλημένο στα βιβλιοπωλεία. Στις καθιερωμένες σελίδες του διαδικτύου η εργογραφία του Παπαγιώργη «αρχίζει» από το 1987 αλλά όπως πάντα είναι τα ίδια τα βιβλία και τα περιοδικά που θα συμβουλευτούμε. Στο εξαιρετικό αφιέρωμα του περιοδικού Νέον Πλανόδιον (τεύχος 1), που παρουσιάστηκε παλαιότερα εδώ, στο ειδικό κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη η Οργή Θεού αναφέρεται πράγματι ως το δεύτερο βιβλίο του, το οποίο όχι μόνο δεν ξανατυπώθηκε αλλά και αποσιωπήθηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα, ενώ προφανώς αναφέρεται και στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου Κωστής Παπαγιώργης, Τα βιβλία των άλλων, 1. Έλληνες συγγραφείς (επιλογή κειμένων Γιάννης Αστερής, Δημήτρης Καράμπελας, εκδ. Καστανιώτη, 2020). Το βιβλίο περιλαμβάνει δυο κείμενα που γράφτηκαν το 1978 και το 1979· το πρώτο κείμενο Οργή Θεού (σ. 9-67), γράφτηκε στο Κάτω Χαλάνδρι, το 1978. Το δεύτερο (σ. 71-119 ) δεν αναφέρει τόπο αλλά πλήρη ημερομηνία: 20 Μαρτίου 1979. Το παρουσιάζουμε σήμερα στο Πανδοχείο, στην καθιερωμένη ετήσια προεαρινή και εαρινή ετήσια ακολουθία αναφοράς σε βιβλία περί του Ιερού. Η περσινή και οι παλαιότερες ακολουθίες θα προστεθούν σταδιακά στο τέλος του κειμένου.

Η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, είναι η Βίβλος της εξουσίας. Ο λόγος του θεού χαρίζει υπερβατική εγγύηση στο έργο του νομοθέτη· η ανάγκη της συλλογικής ενότητας, της τάξης, της ειρηνικής συνύπαρξης και συνάμα του αισθήματος της ένοχης ζωής, βρίσκουν στην θρησκεία την ιδανική τους πλήρωση. Ο Θεός στηρίζει τον νόμο, γι’ αυτό και κάθε θρησκεία συναρτάται πάντα με πολιτικές επιταγές που, ντυμένες τη θεία θέληση, υπερυψώνουν μυσταγωγικά την βούληση του νομοθέτη και την λογική του εκφοβισμού που την υπηρετεί. Συμπλησιάζοντας Θεό και νόμο, ιερό και ανθρώπινο, γυρεύοντας με άλλα λόγια το θεολογικό στέγαστρο του νόμου και τη νομική αρχή του θείου, το αποτέλεσμα είναι διπλό: το ιερό αποκαλύπτει τη ριζική του βεβαιότητα και μεταφράζεται άμεσα σε πολιτική αποτελεσματικότητα. [σ. 15]. Οι παρουσίες του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, του Σολομώντα, του Δαυίδ και προπάντων του Μωυσή, πατριαρχικές μορφές που κρατούν στα χέρια τους αξεχώριστες την πολιτική και την θρησκευτική εξουσία. Νόμος και Θεός και στις δυο Διαθήκες, μοιάζουν πράγματα τόσο παραπλήσια, ώστε μόνο η ταύτισή τους τα κάνει κατανοητά.

Το διυστικό σχήμα του καλού και του κακού είναι που χαρίζει στην θρησκεία την αληθινή της περιοχή. Κανονικά η παντοδυναμία του Θεού θα ταίριαζε καλύτερα σε μια τάση κατάφασης απέναντι σε όλα τα δημιουργήματα. Πώς είναι δυνατόν ο Θεός να καταδίκασε τον άνθρωπο να ζει μέσα σ’ έναν κόσμο που ξεσκίζεται από δυο ασυμφιλίωτες αρχές; Ο άνθρωπος είτε θα κρατηθεί μακριά από τη γνώση του καλού και του πονηρού, άρα μακριά από την ελευθερία και την εξέγερση, είτε θα διεκδικήσει την αυτονομία του χάνοντας τον Θεό. Η θρησκεία ταυτίζει την ζωή με την ενοχή. Όλοι οι απόγονοι του Αδάμ ζουν για να λογοδοτούν.

Σύμφωνα με το «γονικό κέντρο» της Παλαιάς Διαθήκης δεν φταίει η αρχική διαίρεση του κόσμου που φέρει τη βούληση πάντα μπροστά σε ένα δίστρατο, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Με μια σοφή αντιστροφή, το πονηρό παρουσιάζεται σα να βγαίνει από ανθρώπινα χέρια και ο κόσμος πλουτίζει ή φτωχαίνει αποκλειστικά εξαιτίας της ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης. Έτσι το πέρασμα από την κοσμογονία στο προπατορικό αμάρτημα σημαδεύει το άλμα από την μεταφυσική στην ηθική και το δίκαιο. Χωρίζοντας τον κόσμο στα δύο (Θεός-διάβολος), εγκαθιστά μια θεοκρατική νομοθεσία που, μολονότι ξένη προς την ελληνική σκέψη, καταλήγει στην ίδια αποθέωση του νόμου. Η ίδια η μορφή του Μωυσή θέτει τους όρους της: αφαιρείται κάθε σκιά ευθύνης από τον Θεό για την ανομία της Εύας. Εκείνος τους πρόσφερε τον παράδεισο και τα δημιουργήματά του τον αρνήθηκαν.

Έτσι το παράφορο πρόσωπο του Θεού κρατά τον άνθρωπο δέσμιο στη στάση της υπακοής. Ο φόβος βέβαια παίζει ρόλο νομοθετικής προϋπόθεσης. Η εξουσία πείθει μόνο αν είναι θεόπεμπτη και ο νόμος μπορεί να σταθεί μόνο αν φαίνεται θεόσταλτος. Οι δέκα εντολές έπρεπε να πέσουν από τον ουρανό· ειπωμένες ανθρώπινα χείλη, τα ίδια λόγια θα φαίνονταν ανίσχυρα. Η ανάγκη να είναι κατά κυριολεξία ουρανοκατέβατες δεν έχει τόσο σχέση με το περιεχόμενό τους όσο με το κύρος και το δέος που τις περιβάλλει. Άλλος είναι ο φόβος που εμπνέει ο άνθρωπος και άλλος ο φόβος του θεού που προστάζει αόρατος από το βήμα του ουρανού. Σημασία έχει όχι τόσο αυτό που λέγεται αλλά ο τόπος από τον οποίο λέγεται. Όσο ψηλότερα βρίσκεται ο λόγος τόσο βαθύτερα ριζώνει στην ψυχή και αυτή η κάθετη κατεύθυνση αποτελεί λειτουργία καθαρά πολιτική. Έτσι η εξουσία αποδείχνεται θεότοκος. Το θέλημα του Θεού εξομοιώνεται με το θέλημα του νόμου, ώστε κάθε παράβαση του δεύτερου σημαίνει μονομιάς προσβολή του πρώτου.

Το πρόσωπο του μοχθηρού (:μόχθος) Θεού και η οργή του, που σταδιοδρομεί υπέροχα στις σελίδες της Γραφής, όπως γράφει ο Παπαγιώργης, παρουσιάζονται όχι ως γνωρίσματα της ουσίας του, παρά σαν αναγκαστικές αντιδράσεις στα δαιμόνια που βασανίζουν τον λαό του. Το πολιτικό του καθήκον τον κάνει μαχητή και το κακό δεν μπορεί να τιμωρηθεί διαφορετικά παρεκτός αν χρησιμοποιηθούν τα ίδια του τα όπλα. Τιμωρώ σημαίνει εγκληματώ υπό την αιγίδα του νόμου – αμαρταίνω νόμιμα. Στο μεγάλο δικαστήριο της Βιβλίου πρόεδρος είναι ο πανεπόπτης Θεός. Μια παραβίαση μπορεί να ονομαστεί κλοπή ή μοιχεία, πουθενά όμως δεν γίνεται λόγος για την ηδονή του μοιχού και της μοιχαλίδας ή την τρελή χαρά του κλέφτη. Αυτό που μετρά είναι πώς βλέπει την πράξη ο δικαστής. Μέσα στην ασυμφιλίωτη διαμάχη του καλού με το πονηρό, ο λαός ασφαλίζεται μόνο αν ταυτίσει την μοίρα του με τον Θεό του. Για να κρατήσει την ταυτότητά του, πρέπει να παραδοθεί σε κάτι ανώτερο, κοινώς να αλλοτριωθεί.

Όταν ξεσπάει μια διαφωνία ανάμεσα σε δυο πρόσωπα, τον λόγο παίρνουν οι νόμοι, μα όταν η διαμάχη φέρνει αντιμέτωπα όχι άτομα αλλά λαούς ολόκληρους, τότε η μορφή του Θεού μεταμορφώνεται σα να στρέφεται ενάντια στον εαυτό της. Στην περίοδο του πολέμου οι ίδιες αρχές από το ίδιο άτομο έχουν την απαίτηση να φανεί «θεριό ανήμερο». Ο άνθρωπος από προστατευόμενος του «ου φονεύσεις» τώρα γίνεται στόχος του «φόνευε αδιάκριτα» Δεν έχει δηλαδή σημασία η πράξη αλλά το πρόσωπο και οι συνθήκες – όχι το αν σκοτώνω αλλά το ποιον, που και πότε σκοτώνω! Μια μεγάλη στιγμή της σχετικής αφήγησης είναι όταν ο ίδιος ο Θεός παίρνει θέση μαχητή στο πλευρό των άλλων στρατιωτών ή πάνω από τα κεφάλια τους: ρίχνει πέτρες σα χαλάζι από τον ουρανό και όταν ο Ιησούς του Ναυή παρακαλεί να κρατηθεί άσβηστο το φως της μέρας και της νύχτας, ακινητοποιεί τον ήλιο και την σελήνη. Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη στη σκηνή του με ακλόνητη την πίστη της στο Θεό.

Φαίνεται λοιπόν ότι στην ειρήνη και στον πόλεμο εκείνο που παραμένει είναι η πίστη στο Θεό και στην ενότητα του λαού. Μοναδική ηθική της Γραφής είναι η απόλυτη πίστη στην αυτοσυντήρηση του έθνους. Λατρεία και κηδεμονία κάνουν από την μία τον Θεό εθνική υπόθεση και από την άλλη δίνουν στο άτομο την μοναδικότητα ενός σπάνιου προνομίου: μόνο αυτό μπορεί να λατρεύει, να πιστεύει και να κηδεμονεύεται. Δύο δυνάμεις, δύο εξουσίες, αμφι-θέατρο, ο κάτοχος της δικαστικής, της νομικής και της ηθικής εξουσίας δεν διακρίνεται. Τα δυο κράτη, το ουράνιο και το επίγειο, κάνουν τη μία εξουσία πιο ισχυρή. Και φυσικά η πανταχού παρουσία του Θεού αποδεικνύεται πιο βέβαιη από την απόμακρη παρουσία του ουρανού. Αφού η θρησκεία μαθαίνει τον πολίτη να ονειρεύεται με ανοιχτά μάτια, η φαντασία και η ψευδαίσθηση καταλήγουν να είναι τα πιο δυναμικά πολιτικά μέσα.

Για το Ισραήλ ο ερχομός του Ιησού είναι μια ακόμη επαληθευμένη προφητεία. Το νέο που προσκομίζει η καινότητα της δεύτερης διαθήκης βρίσκεται στον τρόπο που ο Παύλος, θεμελιωτής του Χριστιανισμού, καθιστά την διδασκαλία του Χριστού θεωρία της εξουσίας. Άλλος ένας νομοθέτης που δεν έγραψε, πρέπει να κριθεί με βάση το έργο αυτών που κρατούν στα χέρια τους την εξουσία της γραφής! Μιλώντας διαρκώς για το νόμο, τον βασιλιά, την εξουσία, την τιμωρία και την υπακοή, ο Ναζωραίος φανερώνει απαρχής ότι η αποστολή του έχει σκοπό ανατρεπτικό: θέλει να ζωογονήσει την πίστη στις αξίες μιας γενεάς που έχει παραδοθεί στην αμαρτία (γενεά πόρνη και μοιχαλίς). Με παραστάτες μια αμήχανη ομάδα φτωχών ψαράδων χωρίς την παραμικρή υλική δύναμη, μιλούσε ως εξουσίαν έχων. Αντιπροσώπευε δηλαδή το ηθικό πρότυπο της εξουσίας που αψηφά κάθε υλική ισχύ και παρουσιάζεται γυμνή από εξωτερικά στηρίγματα. Αυτή η πλούσια σε λόγο και εσωτερικότητα φωνή για να ακουστεί πρέπει, όπως και με τον Μωυσή, να έρθει από αλλού. Τα λεγόμενά του θα αποκτήσουν την δύναμη της επιβολής μόνο στον βαθμό που θα ενσαρκώσουν την ίδια την διαφορά και η ύπαρξή του θα παρουσιαστεί αμφίβια και αμφίκοσμη: είναι άνθρωπος αλλά έχει υπεράνθρωπες ικανότητες· ζει στον κόσμο όμως κατάγεται από το υπερκόσμιο· συμμερίζεται την ζωή των θνητών κι όμως η ταφή του θα τον αναδείξει αθάνατο. Η φύση του θεανθρώπου ταυτίζεται με την φύση του νόμου: ανθρώπινη και προσιτή σε ό,τι λέγει, θεία και μυστηριακή σε ό,τι αφορά την καταγωγή της εξουσίας της.

Όλη η ζωή του πιστού πρέπει να αναλώνεται στη μάχη κατά του σώματος· αυτό είναι η γενέθλια γη του πειρασμού, της ασθένειας και της απιστίας. Η σάρκα και οι επιθυμίες ξε-θεώνουν τον άνθρωπο ενώ η ψυχή διατηρεί την ακεραιότητά της. Η σάρκα θεωρείται καλός αγωγός του κακού που πρέπει να τιμωρείται και να βασανίζεται ώστε να γίνει πειθήνιος ακόλουθος της ψυχής. Αναπόδραστα το χάσμα της ψυχής από το σώμα παίρνει την απόσταση του Θεού από τον διάβολο. Τα λόγια του Ναζωραίου δεν εξηγούν μόνο την ύπαρξη του διαβόλου αλλά και δείχνουν να την έχουν ανάγκη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Χωρίς διάβολο Θεός δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και νόμος χωρίς την απειλή του πονηρού. Πίσω από την ασταμάτητη μάχη, διαφαίνεται η κρυφή συμμαχία και αλληλεγγύη των αντιθέτων. Και το μαρτύριο του σταυρού χάρη στην ύπαρξη του κακού βρίσκει την δικαίωσή του, ειδάλλως, σε έναν ά-κακο κόσμο κάθε μαρτυρολογία είναι μάταιη και κάθε πίστη παράλογη. Κάτω από αυτό το μανιχαϊστικό στερέωμα θεμελιώνεται μια πολιτεία που, με την απειλή της μετά θάνατον τιμωρίας, υπερασπίζεται την υπόσταση του νόμου.

Αλλά ένας λαός σαν τον ρωμαϊκό, που έχει αποδεχτεί τον νόμο και το κράτος του Καίσαρα, τι ανάγκη έχει να αναδείξει νομοθέτη του τον γιό ενός ξυλουργού που σέρνει πίσω του μια ομάδα ανίσχυρους ψαράδες; Μοιραία, κάθε φέρσιμό του παίρνει το νόημα της επανάστασης και στρέφεται καταπάνω και στους δυο λαούς: στους Εβραίους για τον νόμο που ποδοπάτησαν, στους Ρωμαίους για το κράτος της αδικίας που συντηρούν. Τα λόγια του οδηγούν στο πρότυπο μιας απόλυτα ηθικής εξουσίας που, επειδή ακριβώς μιλά την γλώσσα της ηθικής, δεν έχει ανάγκη να προστρέξει στα μέσα της πολιτικής δύναμης. Ο Ιησούς πλέον διαχωρίζει τον (κάθε) Καίσαρα από τον Θεό. Κάθε αποστροφή του έχει ως κριτήριο την ηθική: περιφρονεί την σοφία και εκθειάζει την κατάσταση του παιδιού, πρότυπο της εγκάρδιας αγνότητας· περιφρονεί το σώμα και υψώνει την μέριμνα της ψυχής· πλησιάζει τις πόρνες, τους αποδιωγμένους, τους αρρώστους. Οι παραμερισμένοι του κόσμου, αυτοί που κατέχουν τα λιγότερα, είναι οι  πιο κατάλληλοι για να δεχτούν το μήνυμά του.

Το κατόρθωμα της μίμησης του θεού απαιτεί ένα πλήθος καθηκόντων με κορυφαίο το χρέος της αγάπης. Οι ρήσεις Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν και Αγαπάτε αλλήλους αποτελούν από μόνες τους μια πολιτειολογία. Η αγάπη εξομοιώνει γιατί η ψυχή μεταμορφώνεται σε αυτό που αγαπάει. Σε αυτή τη νέα πολιτεία όλοι θα μοιάζουν με όλους και ο πολίτης θα βλέπει παντού τον εαυτό του. Έτσι όχι μόνο αποκλείεται το έγκλημα αλλά και καταργείται το δίκαιο: ένας άνθρωπος από μόνος του δεν έχει ανάγκη από δικαστή! Φυσικά η ανταμοιβή του πιστού τοποθετείται πάντα σε χρόνο μεταθανάτιο, ώστε όχι μόνο να ασφαλίζεται η τάξη αλλά και η ανίσχυρη ανθρώπινη φύση σε καμιά στιγμή να μην είναι βέβαιη για τον εαυτό της. Μοίρα της αγάπης είναι να μη βρει στιγμή ανάπαυσης σε τούτο τον κόσμο.

.Το ζήτημα του περιουσίου λαού λύνεται οριστικά με την εμφάνιση του Παύλου. Την στιγμή που ο Φίλιππος και ο Ανδρέας του αναγγέλλουν τον ερχομό μερικών Ελλήνων, φαίνεται πια ξεκάθαρα ότι η μεσσιανική αποστολή του δεν λογάριαζε τα σύνορα του Ισραήλ. Η διδασκαλία του θα γυρέψει τους πιστούς μέσα στους δρόμους του κόσμου, αδιαφορώντας για σύνορα, γλώσσα και φυλή. Η θρησκεία όλων των εθνών σημαίνει πως στην έσχατη ανάγκη οι δυο διαθήκες θα διορθωθούν από ανθρώπινο χέρι. Ο Παύλος, το μόνο πρόσωπο που καμία ρήση της Παλαιάς Διαθήκης δεν προαναγγέλλει, φτάνει απρόσκλητος για να κάνει αυτό που καμία γραφή δεν αναφέρει: την εθνική θρησκεία μετανάστιδα. Η εξαγωγή της χριστιανικής θρησκείας στους άλλους λαούς, έργο του Παύλου, είναι η αρχή του μεσουρανήματός της.

Βέβαια η θρησκεία κινδύνευε να σκαλώσει σε εθνικά χαρακτηριστικά αν δεν παραμεριζόταν η περιτομή, και η σχετική παρέκκλιση στοίχισε στον Παύλο την εχθρότητα των Εβραίων αλλά του εξασφάλισε την υποστήριξη των εθνικών. Η κατάργηση της προσφοράς των θυσιών και οι άλλες αναθεωρήσεις θα τον φέρουν ακόμα πιο κοντά στους λαούς της ξένης. Η θρησκευτική και πολιτική αναθεώρησή του δεν παρασύρει μονάχα τις θεμελιακές αρχές της εβραϊκής πίστης αλλά και της διδασκαλίας του Ιησού. Η ηθική τάξη μετατρέπεται σε πολιτική τάξη και κάθε λόγος του μεταφράζεται σε «χειροπιαστή πολιτική μέριμνα». Ο νόμος αναλαμβάνει την παιδαγωγική του φόβου και κατακτά την ψυχή με την απειλή του θανάτου και της μεταθανάτιας ζωής. Σύμφωνα με το δόγμα της σαρκοφοβίας η σάρκα ταυτίζεται με την αμαρτία και ο δρόμος που οδηγεί στον Θεό και την σωτηρία περνά από την εκμηδένιση της υλικής ζωής. Η διδασκαλία του Παύλου είναι μια μορφή φυσικής αυτοκτονίας που σκοπεύει στην αιώνια ζωή του πνεύματος σαν επιβράβευση της ισόβιας θανάτωσης του σώματος.

Μήτε στον κόσμο, μήτε στην πρόσκαιρη ζωή του, μήτε στην  όποια επιθυμία μπορεί ο πιστός να βρει κατοικία· […] Η τρομακτική πιθανότητα της δευτέρας παρουσίας (του Χριστού) αλλάζει ανεπαίσθητα σε ακλόνητη βεβαιότητα ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται αλλού. Ιδανικό πολιτικό επιχείρημα, τούτο το άλλοθι δίνει στο πρόσωπο του τελικού κριτής τόσες εξουσίες ώστε ολόκληρη η ζωή να μετατρέπεται σε δίκη και η συνείδηση σε εισαγγελέα και καταδότη. [σ. 65].

Με συνεχείς αναφορές σε εδάφια της Αγίας Γραφής και με ακριβείς παραπομπές στα σχετικά βιβλία, ο λόγος του Παπαγιώργη αστράφτει στην «διαλεκτική» με την οποία ακριβώς έγραφε, μια «διαλεκτική» που ανεξάρτητα από την θέση του αναγνώστη ερεθίζει με την απόλαυση λόγου και περιεχομένου. Το κείμενο για τον Κορνήλιο Καστοριάδη που περιλαμβάνεται στο βιβλίο ως επίμετρο, στην ουσία μια κριτική της Φαντασιακής θεσμοποίησης της κοινωνίας, μπορεί να φαίνεται ξένο, αλλά ουσιαστικά γεννήθηκε, σύμφωνα με τον συγγραφέα από την ίδια θεωρητική μήτρα και συνεχίζει την ίδια προβληματική.

Πλήρης τίτλος: Οργή θεού. Μια πολιτική ανάγνωση της Βίβλου. Κορνήλιος Καστοριάδης. Ένας σοφιστής. Εκδ. Νεφέλη, 1981, σελ. 119.

Στις εικόνες: Αγνώστου, Joseph Eugene Dash, Αγνώστου, Ilan Hasson, Jos Speybrouck, Adolf Odorfer, Elisabetg Chaplin, Jacques Beltrand, Lucas Lorenzo.

Άλλα βιβλία του Κωστή Παπαγιώργη στο Πανδοχείο: Περί μέθης, Ίμερος και κλινοπάλη,  Περί μνήμης, Γεια σου, Ασημάκη,  Υπεραστικά

09
Απρ.
22

Johannes Weiss – Ο αρχέγονος Χριστιανισμός. Η ιστορία της περιόδου 30-150 μ.Χ.

Κάθε σχεδόν ιστορία των αρχικού χριστιανισμού και των λεγόμενων αποστολικών χρόνων έχει για κέντρο της τον Απόστολο Παύλο. Οι πληροφορίες μας σχετικά με την περίοδο αυτή περιορίζονται σε μια σύντομη σειρά γεγονότων κυρίως σε ό,τι αφορά την εξάπλωση του ιεραποστολικού του έργου και σε λίγα σκόρπια στοιχεία για την ιστορία των Παύλειων κοινοτήτων. Αντίθετα, η αρχή του χριστιανισμού στην Αίγυπτο και την Ρώμη ή το έργο σημαντικών ανδρών όπως ο Απολλώς ή ο Βαρνάβας και τα ίχνη των ιεραποστολών του Κηφά/Πέτρου, των «αδελφών του Κυρίου» και τον άλλων αποστόλων χάνονται στο σκοτάδι της Ιστορίας. Ακόμη ατελέστερες είναι οι γνώσεις μας για την «προπαύλεια» περίοδο, για την ιστορία της πρωταρχικής κοινότητας. Όσα βλέπουμε από εκείνη την περίοδο τα βλέπουμε μέσα από τα μάτια του ίδιου του Παύλου και η έλλειψη άμεσων μαρτυριών φιλτράρεται αναγκαστικά μέσα από μεταγενέστερες πηγές.

Στην ουσία όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και μια ολόκληρη κατηγορία ακόμη μεταγενεστέρων, εκτός κανόνα βιβλίων, όπως η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων ή η Επιστολή Βαρνάβα μπορούν να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των πηγών. Μεταξύ των πρώτων πηγών λοιπόν περιλαμβάνονται φυσικά οι αυθεντικές Επιστολές του Παύλου και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Στις Πράξεις των Αποστόλων η περιγραφή της αρχικής κοινότητας γίνεται μ’ ένα πνεύμα ωραιοποίησης και άμβλυνσης των αντιθέσεων· η κοινότητα διοικείται από τους αποστόλους που είναι τρανοί μάρτυρες της ανάστασης του Ιησού και επιτελούν σημεία και τέρατα – αν και στην πραγματικότητα ένα μονάχα θαύμα περιγράφεται. Το κήρυγμα περιορίζεται στους Ιουδαίους εφόσον η μεταστροφή του Ισραήλ αποτελεί προκαταρκτικό όρκο για την έλευση της τελικής σωτηρίας – η επέκταση του Ευαγγελίου πέρα από τα σύνορα της Ιουδαίας ήταν έργο των Ελληνιστών. Είναι αναμφίβολο πως ο συγγραφέας δεν βασίστηκε σε προσωπικές μνήμες ή στην φαντασία του αλλά χρησιμοποίησε γραπτές πηγές που συνάρμοσε ελεύθερα.

Βασικές πηγές αποτελούν και τα Ευαγγέλια (και φυσικά όχι τελειωμένα συγγράμματα των τεσσάρων ευαγγελιστών αλλά κυρίως οι παλαιότερες παραδόσεις που περιέχουν και οι οποίες δεν έχουν επηρεαστεί από Παύλειες ή εκκλησιαστικές αντιλήψεις), το υλικό που περιέχεται στην Πηγή των Λογίων (Q), το βασικό υλικό του Μάρκου και η ιδιαίτερη παράδοση του Λουκά (LQ). Όσο κι αν οι πηγές αυτές πήραν την τελική τους μορφή αρκετά αργά, o πυρήνας τους σαφώς κατάγεται από την πρώτη εκκλησία. Όταν αναλογιζόμαστε πόσα λόγια του Ιησού δεν έχουν καταχωρηθεί, γίνεται φανερό πως αυτά που καταχωρήθηκαν διατηρήθηκαν για τον μόνο λόγο ότι προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση στην αρχική κοινότητα και θεωρήθηκαν σημαντικά. Κάθε διήγηση που καταγράφτηκε, κάθε λόγος που διασώθηκε είναι και μια μαρτυρία για ένα συγκεκριμένο ενδιαφέρον τα πρώτης εκκλησίας.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ερευνάται «Το ξεκίνημα της νέας πίστης». Μετά την ατιμωτική σταύρωση του Ιησού, οι ιουδαϊκές και οι ρωμαϊκές αρχές δεν θεώρησαν αναγκαίο να διωχτούν οι οπαδοί του, ο αριθμός των οποίων θα θεωρήθηκε ασήμαντος ή εκείνοι ήταν τόσο προσεκτικοί και παρέμειναν απαρατήρητοι. Συνέχισαν όμως να προβάλλουν το μήνυμα της εγγύτητας της βασιλείας του Θεού αλλά και την ανοιχτή διακήρυξη ότι ο Ιησούς ήταν ο πραγματικός Μεσσίας. Αυτό ήταν κάτι ανήκουστο γιατί κανένα μεσσιανικό κίνημα της εποχής δεν επέζησε μετά την πτώση του ηγέτη του. Εδώ, αντίθετα, ο θάνατος του αρχηγού δίνει το έναυσμα για ανανέωση του ζήλου. Τι μεσολάβησε ανάμεσα στη Μεγάλη Παρασκευή και στο πρώτο μεσσιανικό κήρυγμα των Αποστόλων;

Είναι φυσικό οι πρώτες αρχές να είναι σκοτεινές, καθώς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι είναι πολύ απορροφημένοι από τις  θαυμαστές τους εμπειρίες για να ενδιαφερθούν για την παρουσίασή τους για κάποια συνοχή, ενώ οι εξωτερικοί παρατηρητές κατά κανόνα απουσιάζουν. Μόνο σε μεταγενέστερη εποχή προκύπτει η ανάγκη ή ευκαιρία να καταγραφεί η ανάμνηση των γεγονότων, ως τότε όμως η μνήμη έχει στρεβλωθεί. Οι μαθητές φαίνεται πως έμειναν όλοι μαζί στην Ιερουσαλήμ, περιμένοντας προσευχόμενοι το Πνεύμα του Θεού που ήρθε κατά την Πεντηκοστή και τότε ακριβώς ιδρύεται η πρώτη χριστιανική κοινότητα που από εκατόν είκοσι μέλη φτάνει στα τρεις χιλιάδες. Δεν υπάρχει καμία αναστάτωση των οπαδών, μόνο η μελαγχολία καθ’ οδόν προς την Εμμαούς, η απογοήτευσή τους, οι συγκεντρώσεις πίσω από κλειστές πόρτες και η μαρτυρία ότι κάποιοι μαθητές σκόρπισαν και έφυγαν (η επονομαζόμενη «φυγή στη Γαλιλαία»), που αντικρούεται από τον Βάις.

Με το θέμα ασχολείται το υποκεφάλαιο «Ο διασκορπισμός και η ανασυγκρότηση των Αποστόλων». Πράγματι, λοιπόν, οι μαθητές  κλονίστηκαν σοβαρά από τη σύλληψη και τη θανάτωση του Ιησού. Σύμφωνα με μια άποψη καταλήφθηκαν παντελώς από απελπισία, επέστρεψαν στις εστίες τους και απαρνήθηκαν όσα είχαν ζήσει. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει καθώς πέρα από τις προαναγγελίες του Πάθους, είχαν γνωρίσει τον Ιησού προσωπικά, πολύ κοντά και για πολύ καιρό και γνώριζαν ότι δεν οδηγήθηκε στην Ιερουσαλήμ από μια αισιοδοξία θριάμβου, με την ελπίδα να δει εκεί τη βασιλεία του Θεού να πραγματοποιείται αλλά μάλλον με την πεποίθηση ότι σίγουρα ο δρόμος για την δόξα περνά μέσα από την καταδίκη, το πάθος και τον θάνατο. Η τελική εκπλήρωση των προρρήσεων του πάθους, που ήταν τόσο συντριπτική, θα μπορούσε πράγματι να πτοήσει τους μαθητές ήταν όμως εξίσου ευνόητο ότι η ανάμνηση των λόγων του και η μνήμη του μεγαλείου της προσωπικότητάς του θα αντικαθιστούσε το χαμένο θάρρος. Τις βδομάδες που πέρασαν κοντά του «είχαν υψωθεί πάνω από τους εαυτούς τους». «Ήμασταν μάρτυρες του μεγαλύτερου δράματος στην ιστορία του κόσμου κι ούτε καν υποψιαζόμασταν τι συνέβαινε μπροστά στα μάτια μας» ανέφερε ο Λουκάς. Φαίνεται λοιπόν πως η διάθεση των μαθητών μετά τον θάνατο του Ιησού δεν ήταν καθόλου η έσχατη απελπισία. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερη ήταν η λύπη τόσο περισσότερο πίστευαν στην απόλυτη δικαιοσύνη – δικαίωση και τόσο ζούσαν την επιβεβαίωση της πίστης τους.

Στο υποκεφάλαιο «Οι εμφανίσεις του Αναστάντος Κυρίου» τίθεται, όπως ένα διπλό ερώτημα: πω τις θεωρούσαν εκείνοι που τις βίωσαν και πως εμείς με τα δεδομένα της σύγχρονης επιστήμης. Ως προς την τελευταία δεν υπάρχει άλλη διέξοδος παρά να θεωρηθούν ως απλά «οράματα». Αυτός ήταν ο «τρόπος» που χρησιμοποιεί ο Θεός κατ’ επανάληψη στην ιστορία του αρχαίου κόσμου. Και μπορεί τα γεγονότα του πρώτου Πάσχα ιδωμένα σαν οράματα να χάνουν κάτι από την αξία για μας, όμως δεν έγιναν για μας, αλλά για τους τότε άμεσα ενδιαφερόμενους. Γι’ αυτούς το όραμα ήταν αρκετό και τους παρείχε μια βεβαιότητα που τους μετέβαλε σε φωτισμένους ιεραπόστολους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπόθεση του οράματος κάνει τα γεγονότα πιο κατανοητά σ’ εμάς και πιο οικεία απ’ ότι η παλιά αντίληψη πως πρόκειται περί θαύματος. Ίσως αυτές οι εμφανίσεις να μην ήταν εξωτερικά φαινόμενα αλλά απλώς το τέρμα μιας εσωτερικής πάλης, όπου η πίστη νίκησε την αμφιβολία. Είναι σημάδια βαθιάς αναταραχής που δείχνουν ωστόσο καθαρά ποιες ιδέες και ελπίδες κυριαρχούσαν εντός τους. Δεν αποτέλεσαν οι εμφανίσεις τις βάσεις για την πίστη τους, αλλά έγιναν το αποτέλεσμα της πίστης τους.

«Η ιστορική σημασία της πίστης στην εξύψωση του Ιησού», όπως τιτλοφορείται το σχετικό κεφάλαιο, είναι καθοριστική. Καταρχήν πρέπει να τονιστεί πως η νίκη των δυνάμεων του θανάτου δεν αποτελεί απόδειξη μεσσιανικότητας. Ο Μωυσής, ο Ενώχ, ο Ηλίας, ο Ησαΐας «αναλήφθηκαν» επίσης στους ουρανούς και δεν τέθηκε θέμα βασιλείας ή μεσσιανικότητας. Για τους μαθητές του ο Ιησούς δεν ήταν μεσσίας αλλά είχε κληθεί να γίνει βασιλιάς. Στα χείλη τους η φράση «ελθέτω η βασιλεία σου» είχε χαρμόσυνη σημασία. Δεν ήταν μόνο πεπεισμένοι ότι η μεγάλη ώρα είχε φτάσει και ότι οι ίδιοι ανήκαν στους λίγους εκλεκτούς που θα σωθούν αλλά ήταν σίγουροι ότι το αποφασιστικό βήμα για την τελική εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού είχε ήδη γίνει. Έτσι η «μεσσιανική ελπίδα» της πρώτης χριστιανικής κοινότητας αποτέλεσε ένα μεγάλο βήμα μέσα στον γενικότερο ιουδαϊσμό. Για τους ανθρώπους αυτούς ή νέα εποχή είχε ήδη αρχίσει, ακόμα κι αν το πλήρωμά της είναι κάτι που ακόμα αναμένεται στο μέλλον

Εκεί που η μνήμη αδυνατούσε να βοηθήσει, παίρνονταν αποφάσεις που να είναι μέσα στο δικό του πνεύμα, όπως θα αποφάσιζε εκείνος στην κάθε περίπτωση. Παρά τις ελάχιστες μαρτυρίες οι μαθητές έστρεψαν το νου τους στον υψωθέντα Κύριό τους, με άλλα λόγια έπαιρναν το θάρρος να προσευχηθούν σ’ αυτόν. Αυτό είναι το πιο σημαντικό βήμα σ’ ολόκληρη την ιστορία των αρχών του χριστιανισμού, η μετάβαση προς την «θρησκεία του Ιησού». Για πρώτη φορά Ιουδαίοι, που αντίθετα προς τους Έλληνες είχαν ανατραφεί με το φόβο του Θεού και με βαθειά την αίσθηση του χάσματος Θεού και ανθρώπου, μπορούσαν να εξυψώσουν τον άνθρωπο Ιησού στη σφαίρα της θεότητας;

Αυτό είναι, λοιπόν, «Το Πνεύμα του Θεού», όπως τιτλοφορείται το παρεπόμενο υποκεφάλαιο; Ο διαδεδομένος κύκλος των πρωτοχριστιανικών ιδεών στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεολογική έκφραση μιας θρησκευτικής εμπειρίας, μιας συνειδησιακής κατάστασης η οποία όμως ήταν απαραίτητο και ουσιαστικό στοιχείο του αρχικού χριστιανισμού. Και η συνεχής διάθεση νικηφόρας, θριαμβευτικής ευτυχίας και πίστης τον ξεχώριζε από τον ιουδαϊσμό. Ο θυελλώδης ενθουσιασμός, η άμεση επίγνωση της παρουσίας του Θεού, η υπερφορτισμένη συναισθηματική κατάσταση ή και παραίσθηση, αποτελούν στοιχεία που σαφώς αντιστέκονται στην ορθολογική ερμηνεία των πραγμάτων αλλά αναφέρονται στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας

Πώς διαμορφώθηκε λοιπόν «Η αρχική κοινότητα», που αποτελεί και το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου; Πλάι στους Δώδεκα (που ο Παύλος πάντως δεν είδε ποτέ ως ηγέτες της εκκλησίας αφού απόστολος για εκείνον είναι ο απεσταλμένος του Χριστού, η αποστολικότητα του οποίου αποδεικνύεται από την επιτυχία της ιεραποστολής του) υπήρχε το πλήθος που αρχικά απαριθμούσε εκατόν είκοσι άτομα και αργότερα αυξήθηκε στα τρεις χιλιάδες, καθώς, ακόμα και στην εποχή του Ιησού δεν υπήρχε κανέναν εξωτερικό κριτήριο που να πιστοποιεί κάποιον ως μέλος ή οπαδό· δεν υπήρχε ούτε βάπτισμα ούτε άλλη τελετή εισδοχής παρά μόνο μια πνευματική σχέση μαθητείας. Ο συγγραφέας των Πράξεων, βασικότερης πηγής για το συγκεκριμένο θέμα, δεν κάνει λόγο για οργανωμένη εκκλησία αλλά περί αδελφών, πιστευόντων ή μαθητών. Πολλές φορές λέει απλώς «ήσαν πάντες ομού επί το αυτό», σαν να μην ξέρει πώς ακριβώς να περιγράψει την κοινότητα, αοριστία που αντιστοιχεί απόλυτα στην τότε κατάσταση.

Τα μέλη της κοινότητας δεν αποκόπηκαν από την καθημερινή λατρεία, τις θυσίες και την προσευχή στο ναό, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε η αίσθηση ότι αυτή ήταν η παλιά λατρεία· έπαιρναν μέρος στις αναγνώσεις του Σαββάτου όπως έκανε άλλωστε και ο Ιησούς. Εφόσον λοιπόν οι πρώτοι χριστιανοί είχαν την ευκαιρία να συμμετέχουν στην λατρεία της Συναγωγής δεν υπήρχε λόγος στην αρχή να αναπτύξουν την δική τους λατρεία – η αρχή μιας τέτοιας εξέλιξης δεν θα συμβεί στον ναό αλλά στις ιδιωτικές συνάξεις για το κοινό δείπνο, στο οποίο αφιερώνεται ειδικότερο κεφαλαίο, όπου και η διαπίστωση ότι η ευχαριστία αναφερόταν γενικά στις πράξεις χάριτος του Θεού και η «αγαλλίασις» ήταν για την βεβαιότητα του ερχομού της σωτηρίας του μάλλον παρά για την σκέψη του θανάτου του Ιησού. Οι πρώτοι μαθητές δεν έβλεπαν τον θάνατο σαν τη βασική σωστική πράξη αγάπης του Κυρίου τους αλλά αντίθετα εξακολουθούσαν να πιστεύουν σ’ αυτόν παρά τον θάνατό του. Η ενότητα γινόταν το κονίαμα που θα τους έδενε αξεχώριστα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα κεφάλαια του συγγραφέα που αφορούν την κοινοκτημοσύνη ή τον «κολεκτιβισμό» των πρώτων χριστιανών, τις κοινωνικές απόψεις της αρχικής ομάδας, την νέα διδασκαλία και ιδίως την σχετική για την ανάσταση (όπου και η διαδεδομένη λατρεία και τον μύθο του αποθνήσκοντος και ανιστάμενου  θεοού, όπως ο φοινικικός Άδωνις, ο αιγυπτιακός Όσιρις, ο ρωμαϊκός Φρύγιος Άττις) και την περί θανάτου διδασκαλία (και την σχετική αγωνία να δώσουν ένα νόημα και να συμβιβαστούν με τον θάνατο του Ιησού), η οποία κατέληξε πως ο θάνατός του δεν ήταν αποτυχία του θεϊκού σχεδίου αλλά ένα καθορισμένο στοιχείο στο πρόγραμμά του. Στα υπόλοιπα «βιβλία» παρουσιάζονται η ιεραποστολή στα έθνη και ο Παύλος ως ιεραπόστολος, οι ιεραποστολικές κοινότητες και οι απαρχές της εκκλησίας και η εξάπλωση του χριστιανισμού σε επιμέρους περιοχές (Ιουδαία, Συρία, Μικρά Ασία, Μακεδονία και Αχαΐα, Ρώμη).

Το βιβλίο του Βάις για τον αρχέγονο Χριστιανισμό θεωρείται μέχρι σήμερα ως ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία που γράφτηκαν σχετικά με το θέμα. Όσο κι αν η όλη πορεία του αρχικού χριστιανισμού «παρουσιάζεται κάπως μονόπλευρα, σαν ένα έπος, με πρωταγωνιστή τον Απόστολο Παύλο, ο μύθος ερμηνεύεται κυρίως ψυχολογικά και ορισμένες επιμέρους απόψεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές», όπως ορθά γράφει στον πρόλογό του ο Σάββας Αγουρίδης, δεν παύει να είναι ένα βιβλίο του οποίου η όλη σκέψη και επιχειρηματολογία καλλιέργησε το έδαφος για την εμφάνιση των βιβλικών σχολών σκέψης του 20ού αιώνα. Εδώ ο Παύλος δεν είναι ο παραδοσιακός φιλόσοφος ή ο συστηματικός θεολόγος, αλλά ένας άνθρωπος με ενθουσιασμούς, προκαταλήψεις, έντονες αγάπες και μίση – ένα πολύ ανθρώπινο πρόσωπο.

Σαν ιστορικός των αρχών μιας θρησκείας που στηρίζεται στο υπερφυσικό, ο Βάις  (με διατύπωση που συχνά δίνει στο βιβλίο χαρακτήρα λογοτεχνικό) προσπάθησε να δείξει την περιπέτεια της περιπλοκής του αόρατου και μυστικού με λογικά και ηθικά στοιχεία και παρουσίασε κριτικά και αναλυτικά τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και τις μορφές με τις οποίες αυτό λειτούργησε, χωρίς να καταστρέφει την «πίστη» και το «ήθος» εκείνων που το δέχτηκαν και τους χάρισε το αίσθημα της ελευθερίας από τον παλιό κόσμο και το χάρισμα της εισόδου σ’ έναν καινούργιο. Και μια βασική του συμβολή ήταν η ιδιαίτερη εστίαση στο στοιχείο του «νέου» και της «αλλαγής» και μετατοπίζοντας το φως πέρα από το ατομικό.

Εκδ. Άρτος Ζωής, [Α΄ έκδ. 1983], Β΄ έκδ. 2001, 608 σελ. μτφ. και πρόλογος Σάββας Αγουρίδης [Das Urchristentum, 1917]

Στις εικόνες: έργα των Helena Cherkasova [1, 2, 7], Maria Laughlin [3], Alberto da Veiga Guingnard [4], Todor Mitrovic [6] και μια αιιθιοπική τοιχογραφία [5].




Ιουνίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 1.138.710 hits

Αρχείο