Archive for the 'Θρησκεία' Category

07
Ιον.
20

Άμος Οζ – Ιούδας

Προσφέρεται σε άγαμο φοιτητή ανθρωπιστικών επιστημών, ικανό συνομιλητή και με έφεση στην Ιστορία, δωρεάν στέγη και μικρό μηνιαίο ποσό, έναντί πέντε περίπου βραδινών ωρών συντροφιάς σε εβδομηντάρη ανάπηρο άνδρα, καλλιεργημένο και ευρυμαθή. Η αγγελία επιπρόσθετα τονίζει την ανάγκη συντροφιάς και όχι φροντίδας, ορίζει γραπτή δέσμευση εχεμύθειας και παραπέμπει σε μια διεύθυνση, να ζητήσουν την Ατάλια. Έτοιμο το τρίγωνο των κεντρικών χαρακτήρων, έτοιμη και μια πρώτη στρώση πλοκής. Ως ψημένοι πια αναγνώστες, είμαστε βέβαιοι πως ο Σμούελ Ας που μας έχει προ ολίγου συστηθεί (ευρισκόμενος σε μια δεινή θέση καθώς διακόπτει για οικονομικούς λόγους την διατριβή του για τις Εβραϊκές  απόψεις για τον Ιησού, χάνει την σχέση του με την αγαπημένη καθώς εκείνη επιλέγει έναν άλλον άντρα και σταματά την πολιτική του «δράση» καθώς διαλύεται η μικρή σοσιαλιστική του ομάδα, ενώ αποχωρίζεται την οικογένεια του και το πατρικό σπίτι προς αναζήτηση εργασίας) θα ανταποκριθεί στην αγγελία, θα ζήσει μια σχέση μαθητείας δίπλα στον Γκέρσομ Βαλντ και θα ερωτευτεί την χήρα νύφη του Ατάλια.

Είναι γνωστό αυτό το μυθοπλαστικό υλικό και αν μάλιστα τοποθετήσουμε την ιστορία σ’ ένα υποβλητικό, παρατημένο σπίτι και σε μια πόλη που είναι πάντα γεμάτη αναθυμιάσεις βαριάς Ιστορίας, τότε πιθανώς να έχουμε ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Όμως αυτή δεν είναι παρά ο πρώτος μύθος της αφήγησης, καθώς η επιστημονική έρευνα του νεαρού τον οδηγεί στο ιστορικό και περισσότερο ρεαλιστικό πρόσωπο του Ιούδα κι αυτές οι σελίδες, αν και λιγότερες, είναι οι συναρπαστικότερες του βιβλίου. Έτσι σε διάσπαρτα κεφάλαια διαβάζουμε τις σημειώσεις από βιβλία, αλλά και τις σκέψεις του ίδιου του νεαρού επιστήμονα.

Ο Ιησούς ήταν ένας Εβραίος που τηρούσε τις Εντολές («Μην νομίσετε ότι ήλθα δια να καταργήσω τον νόμον αλλά να εκπληρώσω [τον νόμον]»), ποτέ δεν επαναστάτησε ενάντια στις βασικές αρχές της εβραϊκής πίστης και δεν είχε καμία πρόθεση να ιδρύσει μια νέα θρησκεία ή να θεωρηθεί Θεός. Σε κανένα σημείο της Καινής Διαθήκης δεν αποδίδει στον εαυτό του θεϊκό στάτους και αν σε ορισμένες περιπτώσεις περιέγραψε τον εαυτό του ως Υιό του Θεού ήταν για διδακτικούς λόγους, για να τον ακολουθήσουν οι πολλοί. Μετά τον θάνατό του ο χριστιανισμός διαστρέβλωσε την εικόνα του για τις δικές του ανάγκες και τον εξύψωσε σε επίπεδο θεότητας. Οι προφήτες Ελισαίος και Ιεζεκιήλ είχαν τελέσει περισσότερα θαύματα και αναστήσει περισσότερους νεκρούς, για να μην αναφέρουμε θαύματα που είχε τελέσει ο Μωυσής. Αν οι Εβραίοι τον είχαν αποδεχτεί, όλη η ιστορία θα ήταν εντελώς διαφορετική Δεν θα υπήρχε Χριστιανική Εκκλησία. Και πιθανόν όλη η Ευρώπη να υιοθετούσε μια πιο ήπια, πιο αγνή μορφή ιουδαϊσμού. Έτσι θα είχαμε γλιτώσει από την εξορία, τους διωγμούς, τα πογκρόμ, την Ιερά Εξέταση, τους εκτοπισμούς, ακόμα και τη Σοά. [σ. 196]

Είναι αμέτρητα τα κείμενα στα οποία δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Και όμως, αν δεν υπήρχε ο Ιούδας μπορεί να μην υπήρχε η σταύρωση, κι αν δεν υπήρχε σταύρωση μπορεί να μην υπήρχε χριστιανισμός. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν ο θεμελιωτής της χριστιανικής πίστης. Αυτός ο εύπορος άνδρας από την Ιουδαία άκουσε τις φήμες για κάποιον εκκεντρικό θαυματοποιό από την Γαλιλαία που αποκτούσε ακόλουθους σε ξεχασμένα χωριά και κωμοπόλεις χάρη σε κάθε λογής απλοϊκά θαύματα μπροστά σε ένα κοινό αγράμματων χωρικών, όπως έκαναν δεκάδες άλλοι αυτοαναγορευμένοι προφήτες, μάντεις και θαυματοποιοί. Έτσι το ιερατείο της Ιερουσαλήμ αποφάσισε να διαλέξει τον Ιούδα να προσχωρήσει στην ομάδα για να δει αν πραγματικά εκείνος συνιστά κάποιον κίνδυνο. Γρήγορα απέκτησε την συμπάθεια των μελών της σέκτας, το ετερόκλητο τάγμα των κουρελήδων που ακολουθούσαν τον προφήτη κι έγινε ο ταμίας τους.

Κι εδώ η ιστορία παίρνει μια εκπληκτική τροπή. Ο Ιούδας γίνεται ένθερμος πιστός του Ιησού και από νηφάλιος σκεπτικιστής γίνεται αφοσιωμένος ακόλουθος· ο πιο ενθουσιώδης απ’ όλους τους αποστόλους. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο που πίστεψε στην θειότητα του Ιησού. Και για να γίνει ο Ιησούς πιστευτός σε ολόκληρο τον κόσμο έπρεπε να πάει στην Ιερουσαλήμ και να κάνει ένα θαύμα πρωτόφαντο που κανείς δεν είχε ποτέ δει. Να σταυρωθεί, να κατέβει από τον σταυρό σώος και αβλαβής και την ίδια μέρα να αρχίσει η Βασιλεία των Ουρανών. Μετά από πολλές βασανιστικές αμφιταλαντεύσεις ο Ιησούς πείστηκε να πάει στην Ιερουσαλήμ αλλά επειδή εξακολουθούσε να φοβάται ο Ιούδας ανέλαβε να οργανώσει την σταύρωση. Πιθανόν να φίλησε τον Ιησού για να τον ενισχύσει στην απόφασή του. Οι Ρωμαίοι δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον – η χώρα έβριθε από προφήτες και σαλούς θαυματοποιούς. Όταν ο Ιούδας αντιλήφθηκε ότι προκάλεσε με τα ίδια του τα χέρια τον θάνατο του ανθρώπου που λάτρευε κρεμάστηκε. Όσο για τα τριάντα αργύρια, αυτά τα επινόησαν οι μισητές των Εβραίων σε κατοπινές γενιές. τι τα ήθελε ένας εύπορος γαιοκτήμονας και ποιος θα πλήρωνε για να του μαρτυρήσουν έναν άνθρωπο που όλοι γνώριζαν και δεν έκρυψε ποτέ την ταυτότητά του. Αυτός ήταν ο Ιούδας: ο μοναδικός χριστιανός.

Ο Σμούελ Ας αναζητά συνομιλητές στο σπίτι αλλά εκείνοι είναι χαμένοι στις δικές τους σκέψεις. Καταρχήν ο γέρος Βαλντ βρίσκεται πάντα ανάμεσα στον πρόσχαρο οίστρο των λόγων του και τη βαθιά θλίψη της σιωπής του. Συνηθίζει να περιλούζει με δηκτικές διαλέξεις τους τηλεφωνικούς συνομιλητές του και να αποθαρρύνει με σαρκασμό την νέα του συντροφιά: «Φαντάζομαι κι εσύ ήρθες εδώ για να βρεις τον εαυτό σου. Ή ίσως για να γράψεις ένα καινούργιο ποίημα. Λες και τελείωσαν πλέον οι σκοτωμοί και οι κτηνωδίες, λες κι ο κόσμος είναι τώρα πια απαλλαγμένος και καθαρός από βάσανα, και το μόνο που περιμένει με ανυπομονησία είναι ένα καινούργιο ποίημα». Ως προς τις επιστημονικές υποθέσεις του νεαρού είναι κυνικός και απροκάλυπτος: Ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμ στάζουν και τα τρία νέκταρ αγάπης και συμπόνιας μονάχα όσο δεν έχουν στα χέρια τους σίδερα φυλακής και χειροπέδες, εξουσία, μπουντρούμια βασανιστηρίων και κρεμάλες. Ο καθένας που έρχεται να αναμορφώσει τον κόσμο πολύ γρήγορα τον βουλιάζει σε ποταμούς αίματος. Χωρίς θρησκείες θα γίνονταν πολύ λιγότεροι πόλεμοι στον κόσμο.

Το ίδιο αδιάφορη είναι η «οδυνηρά» όμορφη Ατάλια, η οποία εμφανώς δεν είναι μια απλή νύφη του Βαλντ, ούτε μια απλή γυναίκα που θα εμπνεύσει έναν καταλυτικό έρωτα στον Ας. Η ίδια η ιστορία της είναι φορτωμένη με δυσβάσταχτο βάρος· είναι κόρη του Σαλτιέλ Αμπραβανέλ, ενός ακέραιου πολιτικού άνδρα ο οποίος ενσάρκωσε την εικόνα του σύγχρονου προδότη επειδή ήταν ο μόνος που το 1948, πριν από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, προσπάθησε  μάταια να πείσει τον  Μπεν Γκουριόν να συμφωνήσουν με τους Άραβες την αποχώρηση των Εγγλέζων και τη δημιουργία μιας ενιαίας συγκυριαρχίας Αράβων και Εβραίων, εστιάζοντας στα κοινά των δυο λαών (ένα εκ των οποίων είναι και το γεγονός ότι υπήρξαν θύματα της χριστιανικής Ευρώπης), με αποτέλεσμα να καθαιρεθεί και να ζήσει στην αφάνεια, με το στίγμα του προδότη. Αλλά πώς να μην γίνει αντιπαθής όταν πολύ περισσότερο ήταν παγερά αδιάφορος για ένα κόσμο διαιρεμένο σε εκατοντάδες εθνικά κράτη σαν σειρές από ξεχωριστά κλουβιά σε ζωολογικό κήπο;

Ο Αμπραβανέλ δεν πίστευε σε κανένα κράτος. Ούτε καν σε ένα δυ-εθνικό κράτος. Ή ένα κράτος που να το μοιράζονται Άραβες και Εβραίοι. Αυτή καθαυτή η ιδέα ενός κόσμος διαιρεμένου σε εκατοντάδες κράτη με σύνορα, συρματοπλέγματα διαβατήρια, σημαίες, στρατούς και διαφορετικά νομίσματα του φαινόταν αρχαϊκή, πρωτόγονη, εγκληματική πλάνη, μια ιδέα αναχρονιστική που πολύ γρήγορα θα εξέλιπε. Μου έλεγε, γιατί πρέπει να βιαστείτε να ιδρύσετε άλλο ένα λιλιπούτειο κράτος με φωτιά και αίμα, με τίμημα έναν αέναο πόλεμο, όταν πολύ γρήγορα όλα τα κράτη εξαφανιστούν και θα αντικατασταθούν από διάφορες κοινότητες που θα μιλούν διαφορετικές γλώσσες, θα ζουν η μια πλάι στην άλλη, η μια μέσα στην άλλη, δίχως τα θανατηφόρα παιχνίδια της εθνικής κυριαρχίας, στρατούς και σύνορα και κάθε είδους φονικά όπλα. [σ. 261]

Ο Αμπραβανέλ έβλεπε μια χώρα που ήταν στην ουσία δυο μεγάλα στρατόπεδα προσφύγων, ένα από Εβραίους κι ένα από Άραβες. Και από το πολύ δίκαιο του καθενός γέμιζε νεκροταφεία και ερείπια εκατοντάδων εξαθλιωμένων χωριών. Αυτή η εικόνα παραμένει και σήμερα. Άσπονδος φίλος του Βαλντ αλλά συγκάτοικος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Αμπραβανέλ συγκατοίκησε μαζί του ώστε να μοιραστούν ο καθένας τον βουβό του πόνο, καθώς ο Βαλντ έχασε τον μοναχογιό του Μίχα κατά τη διάρκεια της επίθεσης  των Αράβων της Υπεριορδανίας στο νεοσύστατο Ισραηλινό κράτος.

Όσο για τον Ιούδα, ο χριστιανός που πίστεψε μέχρι τέλους ότι ο Ιησούς θα κατέβει από τον σταυρό μπροστά σε όλη την Ιερουσαλήμ, θεωρείται από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους επί χιλιετίες ως το αρχέτυπο της προδοσίας. Κανένας άλλος απόστολος δεν πέθανε μαζί με τον Ιησού· μόνο ο Ιούδας δεν ήθελε να συνεχίσει να ζει μετά τον θάνατο του Σωτήρα. Αλλά κανέναν κείμενο δεν τον υπερασπίστηκε, αυτόν χωρίς τον οποίο δεν θα υπήρχε σταύρωση, χριστιανισμός, Εκκλησία· χωρίς τον οποίο ο Ναζωραίος θα έπεφτε στη λήθη όπως δεκάδες άλλοι επαρχιώτες θαυματοποιοί και ιεροκήρυκες στην μακρινή Γαλιλαία.

Αν ο Ιούδας άδικα και ύποπτα ταυτίστηκε στους αιώνες με την έννοια της προδοσίας, φαίνεται πως πάντα θα υπάρχουν οι σύγχρονοι αντίστοιχοί του, που με την ίδια ευκολία θα χαρακτηρίζονται «Ιούδες». Χτίζοντας την ιστορία του στις δυο αυτές προδοσίες, που σαφώς αντανακλούν αμέτρητες άλλες (πώς να μην συσχετίσει κανείς την θέση του Αμπραβανέλ με τον ίδιο τον Οζ, μια θέση για την οποία επίσης κατηγορήθηκε ως προδότης), ο συγγραφέας πηγαινοέρχεται στην προσωπική αίσθηση προδοσίας των ηρώων του, οι οποίοι συνυπάρχουν στο παράξενο αυτό σπίτι στις εσχατιές της Ιερουσαλήμ, «κοντά σε ερημικά χωράφια σπαρμένα με πέτρες», αναπαριστώντας την ατμόσφαιρα της διχασμένης πόλης στα τέλη του 1959 και στις αρχές του 1960, και σ’ αυτήν την συνύπαρξη αφιερώνει περισσότερες σελίδες (με πολλές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, είναι η αλήθεια) ακριβώς για να ψιθυρίσει για άλλη μια φορά πως δημόσια και ιδιωτική ιστορία δεν παύουν να συμβαδίζουν, σ’ ένα αξεδιάλυτο δρόμο.

Εκδ. Καστανιώτης 2016, μτφ. Μάγκυ Κοέν, σελ. 360. Με 34 σημειώσεις της μεταφράστριας.

19
Απρ.
20

Colm Toibin – Η διαθήκη της Μαρίας

H διήγηση ξεκινάει από ένα μεταγενέστερο των γεγονότων παρόν. Δυο άνθρωποι επισκέπτονται την Μαρία όλο και πιο συχνά τελευταία, τώρα που δεν την κυνηγάει κανείς· ένας μαθητής του κι ένας μεταγενέστερος πιστός, πιθανώς ο Ιωάννης και ο Παύλος, προστάτες και δεσμοφύλακές της. Μοιάζουν ακόμα εγκλωβισμένοι στα κατάλοιπα του τρόπου που τότε όλοι τους νιώσανε· αλλά αυτό ακριβώς τους συνδέει, η ιστορία που όλοι τους ζήσανε. Ο ένας γράφει λέξεις που εκείνη δεν μπορεί να τις διαβάσει, αλλά είναι βέβαιη ότι γράφει πράγματα που ούτε εκείνος είδε ούτε εκείνη. Αλλά συνεχίζει να γράφει, φροντίζοντας να έχουν βάρος οι λέξεις, να καθηλώνουν όσους τις ακούνε. Και ο δεύτερος γράφει και είναι υποχρεωμένος να την ακούει, γι’ αυτό βρίσκεται εδώ. Εκείνη ζώντας πια στην Έφεσο νοιώθει μεγάλη και δεν της κολλάει ύπνος. Μπορεί να μην έχω πια την ανάγκη να ονειρευτώ ή να ξεκουραστώ.

Η Μαρία αδυνατεί να ξεστομίσει το όνομα του, νοιώθει πως θα σπάσει κάτι αν το προφέρει. Τον αποκαλεί «εκείνος», «αυτός που ήταν εδώ», «ο γιος μου». Θυμάται όταν τον παρατηρούσε που μπορούσε άνετα να περνάει ώρες μόνος του ή να κοιτάζει μια γυναίκα σαν να ήταν ισότιμή του. Μετανιώνει γιατί θα έπρεπε να έχει δώσει μεγαλύτερη προσοχή το διάστημα προτού φύγει από το σπίτι, στο ποιος έμπαινε στο σπίτι και τι συζητιόταν στο τραπέζι της. Αλλά συχνά βαριόταν εκείνες τις κουβέντες και αποτραβιόταν στην κουζίνα. Τώρα στο δωμάτιο υπάρχει μια καρέκλα όπου δεν έχει καθίσει ποτέ κανείς. Ανήκει στη μνήμη, σ’ έναν άνθρωπο που δεν θα γυρίσει, που το σώμα του είναι πια χώμα αλλά που κάποτε διαφέντευε το σύμπαν.

Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει κανέναν  να μιλάει για το μέλλον, εκτός κι αν μιλούσαν για την επαύριον ή για κάποιο γλέντι όπου πήγαιναν κάθε χρόνο. Πάντως όχι για κάποια εποχή που θα έρθει, όπου όλα θα είναι διαφορετικά και καλύτερα. Αυτή η ιδέα σάρωνε εκείνα τα χρόνια τα χωριά σαν το λίβα κι έπαιρνε μαζί του όποιον είχε κάποια αξία, πήρε και τον γιό μου… [σ. 21] / Εκείνες τις ημέρες του Σαββάτου, όταν πια οι προσευχές είχαν αναπεμφθεί αργά και μονότονα, περίσσευε πάντα χρόνος για να αναρωτηθεί κανείς τι υπάρχει πέρα και πάνω από εμάς στον ουρανό ή τι κόσμος βρίσκεται θαμμένος στις τρύπες της γης. [σ. 29]

Στον γάμο της Κανά πήγε για να δει αν θα μπορέσει να τον φέρει πίσω στο σπίτι. Είχε ετοιμάσει προειδοποιήσεις και απειλές σε περίπτωση που δεν έφταναν οι υποσχέσεις. είχε ξεγελάσει τον αυτό της ότι θα γύριζε κοντά της, ότι περιπλανήθηκε όσο ήταν να πρειπλανηθεί. Όταν έφτασε στην Κανά, οι μόνες κουβέντες που άκουγε ήταν γι’ αυτόν, και το γεγονός ότι αυτή ήταν η μητέρα του σήμαινε ότι και την πρόσεξαν και θέλησαν να την πλησιάσουν. Οι δρόμοι ήταν ανεξήγητα άδειοι, με μια σιγαλιά παντού, σαν να κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους. Άλλη κουβέντα δεν άκουγες εξόν για τη δύναμη και τα θαύματα. Κανείς όμως δεν πίστευε ότι γίνεται να αναστηθεί νεκρός. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι εν έπρεπε καν να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο,  ότι ήταν σαν να κορόιδευες τους ουρανούς. Ο θάνατος χρειάζεται χρόνο και σιωπή. Οι νεκροί πρέπει να μένουν μόνοι με το καινούργιο δώρο τους, με την καινούργια απαλλαγή από τη στέρηση.

Όταν κατέφθανε «το τσούρμο, κάτι σαν καρνάβαλος με τον κάθε πικραμένο και μισότρελο προφήτη στην σειρά» η Μάρθα πήρε τους δρόμους να τον βρει και να του πει ότι ο αδελφός της Λάζαρος πέθανε. Η ίδια του τόνισε ό,τι του έλεγαν και οι άλλοι, ότι δεν είναι θνητός αλλά ο γιος του Θεού. Μόλις φάνηκε ο νεκρός σώπασαν τα πουλιά και αποτραβήχτηκαν. Η Μάρθα μάλιστα πίστεψε ότι ακόμα και ο χρόνος έμεινε μετέωρος, ότι μέσα σ’ αυτές τις δυο ώρες τίποτα δεν μεγάλωσε, τίποτα δεν γεννήθηκε. Ήτανε λες κι η γη έσπρωχνε προς τα επάνω τον Λάζαρο, κι εκείνος, φασκιωμένος με τα σάβανα, έκανε μια στροφή σαν το παιδί στην υγρή μήτρα, ξέροντας ότι ο χρόνος του εκεί τελείωσε και πρέπει να παλέψει να βρει τον δρόμο του για τον κόσμο. Μαζί με την οικογένειά του χάθηκαν στο εσωτερικό του σπιτιού κι  έκλεισαν τα παντζούρια να μην μπαίνει ο καυτός ήλιος. Τώρα κανείς πια δεν περνούσε ούτε απέξω από το σπίτι του.

Η Μαρία σκέφτεται πως ο Λάζαρος ζει με ένα μυστικό που κανείς τους δεν γνωρίζει. Το πνεύμα του πρόφτασε να ρίξει ρίζες στον άλλο κόσμο κι οι άνθρωποι φοβούνται ν’ ακούσουν αυτά που μπορεί να βγουν απ’ το στόμα του. Βλέπει ότι την έχουν πια συνδέσει με αυτό που συνέβη και επιθυμούν να την αγκαλιάσουν και να την ευχαριστήσουν, σαν να έχει παίξει κι εκείνη κάποιο ρόλο στο γεγονός ότι ο αδελφός τους ήταν ζωντανός. Όταν τον συναντάει θέλει να τον ρωτήσει γι’ αυτό το σπήλαιο με τις ψυχές απ’ όπου είχε περάσει. Ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι που τα καταπίνει όλα, ή μήπως υπήρχε φως; Άκουγε φωνές ή υπήρχε απόλυτη σιγή ή ίσως κάποιος άλλος ήχος, όπως νερό που στάζει, αναστεναγμοί ή αντίλαλοι; Συνάντησε την μητέρα του, θυμόταν όσους άφησε, υπήρχε πόνος, υπήρχε φόβος; Αλλά η ευκαιρία γλιστράει από τα χέρια της, για να μην ξανάρθει ίσως ποτέ. Έβλεπε πως ο Λάζαρος πέθαινε κι αν ξαναγύρισε στη ζωή, το έκανε μόνο και μόνο να τους πει ένα τελευταίο αντίο. Κατείχε πια μια γνώση που φαινόταν ότι τον είχε πτοήσει, κάτι που του προκαλούσε άκρατη οδύνη. Ήταν μια γνώση που δεν μπορούσε να τη μοιραστεί με κανέναν, ίσως γιατί δεν υπήρχαν λέξεις γι’ αυτήν.

Θυμάται πως την ορδή πλέον ακολουθούσε ένα ακόμα μεγαλύτερο καραβάνι από πραματευτάδες, νερουλάδες, έμπορους τροφίμων, μέχρι και πυροφάγους. Πολλοί έσπευδαν για να είναι οι πρώτοι που θα διαδώσουν το μαντάτο ενός καινούργιου θαύματος, μιας νέα παραβίασης της ρωμαϊκής τάξης. Εκείνη ήταν έτοιμη να κλείσει τον γιο της σε μια πίσω κάμαρα, ώσπου να καταλαγιάσουν τα πράγματα, να βρούνε όλοι κάτι καινούργιο ν’ ασχοληθούνε. Η Μαριάμ έλεγε ότι μπορεί να γίνει μια επανάσταση ενάντια σε όλα όσα ξέρουμε από παλιά, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου, γι’ αυτό είχε μαζευτεί τόσος κόσμος εκεί και τους άκουγαν να φωνάζουν μες στη νύχτα.

Όταν κατέφτασε το πλήθος ο γιος της φορούσε βαρύτιμα ρούχα, έναν μπλε χιτώνα που δεν είχε ξαναδεί· σηκώθηκε να τον σφίξει στην αγκαλιά της αλλά ήταν σαν ξένος, επιβλητικός, με μια τυπικότητα ασυνήθιστη. Τον προειδοποίησε πως διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, πως τον παρακολουθούσαν αλλά αυτός την αποπήρε κι έπιασε με άλλους κουβέντες βαρύγδουπες και γριφώδεις. Και μετά ο χρόνος έπλασε τον άντρα που δεν με πήρε στα σοβαρά, που δεν άκουγε κουβέντα από κανέναν, τον άντρα που ήταν γεμάτος δύναμη, μια δύναμη χωρίς μνήμη, που δεν θυμόταν  τα χρόνια που είχαν περάσει, τότε που είχε ανάγκη το γάλα από το στήθος μου, το χέρι μου για στήριγμα τότε που μάθαινε να περπατάει… [σ. 58]

Πίσω στο σπίτι της η Μαρία προτιμούσε τις σκιερές γωνιές του σπιτιού. Πλέον γνώριζαν πού μένει και την παρακολουθούν ακόμα και την ώρα που φρόντιζε τα ζώα. Εκείνες οι μέρες ήταν ημέρες τέλους και αρχής. Ήταν σα να ζούσαν μια καινούργια εποχή, μια διαρκή φρενίτιδα υπήρχε στον αέρα, στον ίδιο αέρα όπου οι νεκροί ζωντάνευαν και το νερό γινόταν κρασί. Η μεγάλη αναταραχή τρύπωνε σαν την υγρασία στα δωμάτια όπου ζούσε. Ο κόσμος ήθελε σαν τρελός να τους ακολουθήσει ή έστω να μάθει πού βρίσκονταν. Υπήρχε η αίσθηση πως όλα τα αστέρια θα σταματήσουν να λάμπουν, ότι στον κόσμο θα γίνει τεράστια αλλαγή αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι μπορεί η αλλαγή να γινόταν μόνο σ’ εκείνη.

Δεν τον έβλεπε πια σαν παιδί αλλά σαν μια δύναμη παγιωμένη, γνήσια, κάτι που έδειχνε να μην έχει πίσω του ιστορία, να μην προέρχεται από κάπου. Όσο εκείνος μιλούσε, τόσο εκείνη ονειρευόταν ότι δραπέτευαν μαζί για κάπου, οπουδήποτε. Οι Ρωμαίοι και οι Πρεσβύτες τον ήθελαν νεκρό αλλά και οι μεν και οι δε φοβούνταν να το δηλώσουν ανοιχτά.  Μετά την σύλληψή του, στις ώρες που πέρασε με τους μαθητές του σχημάτισε την εντύπωση πως οι πάντες πίστευαν ότι αυτό ήταν μέρος ενός σχεδίου, της μεγάλης απελευθέρωσης που θα βίωνε η ανθρωπότητα. Αλλά μιλούσαν και πάλι με έναν κυκεώνα γρίφων. Είχα γυρίσει ξανά στον κόσμο των ζαβών, των σπαστικών, των στενόκαρδων και των τραυλών, που όλοι τους τώρα σε κατάσταση υστερίας κοντοανάσαιναν από την έξαψη προτού καν ανοίξουν το στόμα τους [σ. 70-71]

Ένας μαθητής του την οδήγησε μέσα από στενά δρομάκια σε έναν τεράστιο υπαίθριο χώρο γεμάτο κόσμο. Όταν τον είδε να κοιτάζει τον κόσμο με φόβο και απορία, κατάλαβε πως ήταν η μόνη που συντηρούσε την ελπίδα να αφεθεί ελεύθερος. Όλοι οι υπόλοιποι γνώριζαν ότι αυτό που παιζόταν θα παιζόταν μέχρι τέλους εν ονόματι του μέλλοντος. Αργότερα καθώς το ίδιο πλήθος άνοιγε δρόμο για την ζοφερή πομπή, πάσχιζε να μην χαθεί από τους μαθητές του, αγωνιώντας μην τους ξεφύγει κάποια λέξη, μην γίνουν κι αυτοί θύμα τους. Όταν αντίκρισε τον σταυρό στον δρόμο για τον Γολγοθά της κόπηκε η ανάσα. Εκείνος σήκωσε προς στιγμήν το κεφάλι του τα μάτια του έσμιξαν με τα δικά της. Ήταν το παιδί που είχε βγει από τα σπλάχνα μου και τώρα ήταν πιο ανυπεράσπιστος από ποτέ. Ήθελε να ουρλιάξει αλλά της ψιθύρισαν πως έπρεπε να συγκρατηθεί, αλλιώς θα την αναγνώριζαν. Διατηρούσε την κρυφή ελπίδα ότι είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο σωτηρίας και διαφυγής. Τον προσπέρασαν και περίμεναν στην κορυφή παραπάνω από μια ώρα.

Το σταύρωμα, το πρόσωπό του παραμορφωμένο, ματωμένο, αγνώριστο. Τριγύρω το πλήθος χασκογελούσε, φρόντιζε τα άλογά του, έπινε. Ήταν σαν κανονικό παζάρι. Άναβαν φωτιές για να μαγειρέψουν κι ο καπνός μπούκωνε τον λόφο κι έκανε τα μάτια να τσούζουν. Δεν γύρισε να κοιτάξει την μορφή του σταυρωμένου και ξεγλίστρησε από την πίσω μεριά του λόφου για να σωθεί, κάνοντας ότι ψάχνει κάποιον. Όταν αργότερα την φυγάδευσαν πανικόβλητοι στις ερημιές διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κανένα σχέδιο διαφυγής, πως όλα ήταν τυχαία και αβέβαια.

Αυτή είναι η φωνή της άφωνης ως σήμερα Μαρίας, ένας μονόλογος μιας θεϊκής μορφής που γίνεται ανθρώπινη γιατί ποτέ δεν ένοιωσε θεϊκή. Όπως κάθε γυναίκα και κάθε μητέρα που θα είχε ζήσει αυτά που έζησε, είναι γεμάτη οργή, αδυνατεί να ξεχάσει τον φόβο, παραμένει καχύποπτη και απείρως τεθλιμμένη. Μπορεί ακόμα και να φτάσει μέχρι τον σαρκασμό και την μνησικακία. Ύστερα πάλι, να πετρώνει από τα βαριά συναισθήματα, να ανακτά την ψυχραιμία της και να αποστασιοποιείται. Και δεν παύει να δυσπιστεί όταν της λένε πως όσα καταγραφούν θα αλλάξουν τον κόσμο. όταν την διαβεβαιώνουν πως ήταν ο γιος του Θεού.

Μεγάλος μέρος όσων διηγείται είναι από άλλων διηγήσεις· είναι ακριβώς η μυθιστορία μιας εποχής αλλεπάλληλων και αντιφατικών αφηγήσεων· μιας ταραγμένης εποχής που η λιτή και ποιητική πρόζα του συγγραφέα (μεταπλασμένη και σε θεατρικές διασκευές και παραστάσεις) αποδίδει με τρόπο έξοχο, χαραγμένο με σιωπές, όσες και της Μαρίας μπροστά στον λεκτικό καταιγισμό του περιβάλλοντός της. Μεγαλωμένος σε σπίτι γεμάτος σιωπή, λόγω της εμπλοκής μελών της οικογένειάς του στον IRA, ο συγγραφέας γνωρίζει καλά ότι αυτός ο λόγος ταιριάζει σε οποιαδήποτε μητέρα χάνει τον μαχητή γιο της για έναν ευρύτερο σκοπό, όπως επίσης γνωρίζει πως ακριβώς αυτή τη σιωπή οφείλει να σπάει η λογοτεχνία και να δραματοποιεί το διάστημα ανάμεσα σε κάτι που έχει ειπωθεί κατ’ επανάληψη και σε κάτι που δεν έχει αρθρωθεί ποτέ, όπως έχει δηλώσει.

Υπάρχουν τόσες συγκλονιστικές στιγμές σε αυτό το υπέροχο κατά Μαρίαν Ευαγγέλιο. Όταν η Μαρία σταδιακά διαπιστώνει την αδυναμία της να τον προστατεύσει· όταν από την αίσθηση ότι μπορεί να κάνει κάτι περνάει στην συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ήταν παράξενο που μπορέσαμε να μείνουμε ως απλοί παρατηρητές. […] Πώς μπόρεσα να παρακολουθώ βουβή και ασάλευτη. Όταν την ώρα «της δημόσιας έκθεσης της ήττας του» ενώ ως τότε λαχταρούσε απελπισμένα να έρθει γρήγορα το τέλος, τώρα δεν θέλει να τελειώσει, να χαθεί. Μετά, η ντροπή και η ενοχή της όταν άφησε να θάψουν άλλοι τον γιό της, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει αν τελικά τον έθαψαν. Κι ύστερα η σφοδρή επιθυμία της αυτά που συνέβησαν να μην είχαν συμβεί, να είχαν πάρει άλλη πορεία· εκείνος να τους κοιτούσε και να αποφάσιζε όχι τώρα, όχι σ’ αυτούς. Ήταν εύκολο να τον βοηθήσει, έπρεπε να είχε προσπαθήσει περισσότερο. Η απόλυτη πεποίθησή της πως δεν άξιζε τον κόπο.

Θέλω να ζήσω πάλι στα χρόνια πριν από το θάνατο του γιου μου ή πριν φύγει από το σπίτι […] Θέλω μία από εκείνες τις χρυσές ημέρες του Σαββάτου, τις ημέρες χωρίς ανέμους, τότε που […] πήγαινα και έψαλλα τα λόγια της ικεσίας προς το Θεό για να απονείμει δικαιοσύνη στον αδύνατο, να υπερασπιστεί τον ταπεινό […]. Τότε που έλεγα αυτά τα λόγια στο Θεό, είχε σημασία ότι ο άντρας μου και ο γιος μου βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά και ότι σε λίγο, θα άκουγα τα βήματά τους να πλησιάζουν […] ύστερα από μια ημέρα στην διάρκεια της οποίας είχαμε ανανεωθεί ως άνθρωποι και η αγάπη του ενός για τον άλλον, για τον Θεό και για τον κόσμο είχε γίνει ακόμα πιο μεγάλη, ακόμα πιο βαθιά. [σ.100-101]

Εκδ. Ίκαρος, 2014, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 115. Περιλαμβάνεται επτασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας [The testament of Mary, 2014]

Στις εικόνες έργα των: 1. Henry Ossawa Tanner [The Annunciation], 2. Αγνώστου, Ο γάμος στην Κανά, 4. Pedro de Mena [Dolorosa Mater], 5. Παιδική ζωγραφιά [Stewart School.org], 6. Patricia Boyer σε μια από τις θεατρικές παραστάσεις του έργου, 7. Theodore Gericault [Mater dolorosa], 8. Μιχάλης Βασιλάκης [Σταύρωση], 9. John Scott [Annunciation], 10. Moise Madon [Mater Dolorosa]

23
Μαρ.
20

Isaac Bashevis Singer – Σώσα

Ο «ανεξήγητος» έρωτας ενός διχασμένου αντιήρωα

Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχοντας διαβάσει όλα τα καθ’ ημάς μεταφρασμένα βιβλία του, διαπιστώνω πως εκείνα που απόλαυσα περισσότερο είναι τα μυθιστορήματα Σκιές στον ποταμό Χάντσον και Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία, ενώ από τις συλλογές διηγημάτων τα Ο τελευταίος δαίμονας και άλλα διηγήματα και Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες. Τι κοινό έχουν αυτά τα τέσσερα βιβλία, ιδίως τα μυθιστορήματα; Οι ήρωες των ούτως ή άλλως ευφάνταστων και γοητευτικών στην πλοκή ιστοριών ζουν πλέον στις πόλεις, προσπαθούν να εναρμονιστούν στον μοντέρνο κόσμο και διαθέτουν έντονη ερωτική ζωή, επιχειρώντας να διατηρήσουν το θρησκευτικό τους συναίσθημα και τις σχετικές επιταγές. Κι είναι ακριβώς αυτή η απεγνωσμένη τους προσπάθεια που κατακλύζει τον βίο τους με ένα συνεχή διχασμό· διχασμό ανάμεσα στην συνέπεια και την απιστία, στην ηδονή και στις ενοχές, στην πίστη και στην φιλοσοφία. Σε αυτές τις εκατοντάδες ερεθιστικές σελίδες έρχονται τώρα να προστεθούν κι εκείνες της Σώσα.

Και αυτή τη φορά ο πολύπαθος (πρωτοπρόσωπος) αφηγητής έχει όλα τα στοιχεία ενός αντιήρωα. Ο Άαρον (Άρελε) Γκρέιντινγκερ, γιος ραββίνου, μεγαλώνει στην οδό Κροχμάλνα της Βαρσοβίας, έναν δρόμο που εκπροσωπεί όχι μόνο τον Κόσμο του Χθες (για να θυμηθούμε τον τίτλο της περίφημης αυτοβιογραφίας του Στέφαν Τσβάιχ) αλλά και μια εποχή που μοιάζει αρχαία και αιώνια, βυθισμένη στην εβραϊκότητα. Ζώντας σ’ ένα σπίτι όπου κάθε του επιθυμία συνιστά παράβαση, αναπτύσσει μια τρυφερή φιλία με την εννιάχρονη Σώσα, κόρη γειτόνων από μια μη ραββινική οικογένεια. Ο Άρελε βιώνει με όλες του τις αισθήσεις τις επισκέψεις στο γειτονικό σπίτι και προσφέρει στην Σώσα μια ελεύθερη παραλλαγή από τις ιστορίες και τα διδάγματα από τον πατέρα του. Μαζί της μοιράζεται φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις αλλά και παράδοξες εκδοχές των ιστοριών που γνωρίζει, θεωρώντας ούτως ή άλλως τον εαυτό του αιρετικό και σαλεμένο.

Σύντομα ο Άρελε εγκαταλείπει την Βαρσοβία, χάνει τα ίχνη της Σώσα και βγαίνει στον έξω κόσμο. Ο Χίτλερ επικρατεί γρήγορα στην Γερμανία, στην Ρωσία έχουν αρχίσει οι εκκαθαρίσεις, στην Πολωνία εγκαθιδρύεται στρατιωτική δικτατορία, η Αμερική έχει ήδη επιβάλει μεταναστευτικούς περιορισμούς. Εγκλωβισμένος σε μια χώρα στριμωγμένη μεταξύ δυο πανίσχυρων αντιπάλων, φορτωμένος με μια γλώσσα και μια κουλτούρα που δεν αναγνωρίζει κανείς πέρα από έναν μικρό κύκλο Εβραίων, επιχειρεί να αναμετρηθεί με την λογοτεχνική γραφή αλλά και με μια σειρά ερωτικών σχέσεων που δεν τον αφήνουν ικανοποιημένο.

Πρώτα με την Ντόρα Στόλνιτς, ένα κορίτσι που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να ζήσει στην Σοβιετική Ρωσία. Αντίθετη με τον γάμο (Πώς ήταν δυνατόν να υπογράψεις συμβόλαιο για εφ’ όρου ζωής αγάπη; Μόνο οι καπιταλιστές και οι ιερείς ήταν αφοσιωμένοι στη διαιώνιση ενός τόσο υποκριτικού θεσμού), η Ντόρα ετοιμάζεται να περάσει κρυφά στην Ρωσία και να εκπαιδευτεί στην προπαγάνδα. Έχοντας δώσει τα καλύτερά της χρόνια για το σοσιαλιστικό ιδεώδες αρνείται πεισματικά πως όσοι περνούν τα σύνορα συλλαμβάνονται από τους Σοβιετικούς με την κατηγορία της κατασκοπείας ή του τροτσκισμού. Δεν παύει στιγμή να παροτρύνει τον Άρελε να αφήσει πίσω του ραββίνους και πνεύματα αλλά και τον βούρκο της Ευρώπης και να πάνε εκεί όπου ανατέλλει η ζωή. Στα μάτια της «το μείγμα της πανουργίας και της θανάσιμης σοβαρότητας του ανθρώπου που έχει αναλάβει την αποστολή να σώσει το ανθρώπινο γένος». Αυτός παραμένει δύσπιστος και η διαφωνία τους κάθε φορά καταλήγει στον κρεβάτι της, σαν να είναι και η τελευταία τους φορά. Ερωτοτροπούν και βρίζονται, αγκαλιάζονται και φιλονικούν.

Την ίδια στιγμή τον διεκδικεί διακριτικά πλην επίμονα και αποτελεσματικά η Τσέλια Χέντσινερ, ο σύζυγος της οποίας ονόματι Χάιμλ τρέφει γι’ αυτήν μια παιδιάστικη αγάπη, συνεπώς στον έρωτα είναι άπραγος σαν παιδί και σχεδόν ωθεί τον Άρελε προς την γυναίκα του, που έχει πλήρως αφυπνισμένο αισθησιασμό χάρη στην λογοτεχνία,το θέατρο, την μουσική, ακόμα και τα άρθρα των εφημερίδων. Αλλά είναι η Μπέττυ Σλόνιμ που επιχειρεί να αλλάξει την ζωή του. Μαζί με τον σύντροφό της, Σαμ Ντράιμαν, έναν πρώην οικοδόμο σπιτιών και εργοστασίων στο Ντιτρόιτ που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να την κάνει γνωστή θεατρίνα, η Σλόνιμ τον πολιορκεί να της γράψει ένα θεατρικό έργο αλλά εκείνος παρά τις ερεθιστικές του ιδέες αναρωτιέται τι θα μπορούσε να γράψει που να μην είναι ήδη γνωστό. Ακόμα και η κάθε δοκιμή ενός νέου ύφους ή κάθε πειραματισμός με τις λέξεις καταλήγει γρήγορα σε στείρο μανιερισμό. «Άλλωστε τι είναι οι συγγραφείς; Διασκεδαστές, σαν τους θαυματοποιούς. Αν και περισσότερο αξιοθαύμαστος είναι κάποιος που μπορεί να ισορροπεί ένα βαρέλι στα πόδια του απ’ ότι ένας ποιητής». Η θεματολογία και το ύφος της γραφής δεν θα πάψει να απασχολεί τον αφηγητή ως το τέλος.

Γύρω του κινούνται διάφορες ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, με απολαυστικότερο όλων τον Δόκτωρα Μόρρις Φάιτελτσον, που με το βιβλίο του Πνευματικές ορμόνες ενδιαφέρεται να δικαιώσει στους ανθρώπους την έλλειψη σκοπού και την πνευματική αναρχία. Δεινός συζητητής και γυναικοκατακτητής, αγνωστικιστής και με τον τρόπο του μυστικιστής και χασιδιστής, ο Φάιτελτσον πιστεύει πως οι Εβραίοι είναι η μόνη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Όλες μου οι αδυναμίες και οι αποκλίσεις πηγάζουν από την ανάγκη μου να είμαι απολύτως ελεύθερος. Αυτή η υποτιθέμενη ελευθερία με έχει καταντήσει σκλάβο. Βέβαιος πως οι σημερινοί Εβραίοι αγαπούν τρία πράγματα -το σεξ, την Τορά και την επανάσταση- ευελπιστεί να ιδρύσει ένα ινστιτούτο καθαρού ηδονισμού εφόσον ο άνθρωπος δεν σκέφτεται παρά μονάχα την ηδονή· ακόμα και οι ευσεβείς και η ασκητές αναζητούν την πνευματική μορφή της. Θα μαζευόμαστε κάποιο βράδυ σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά τα φώτα και θα αφήναμε την ψυχή μας ελεύθερη να εκφραστεί.

Ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο Φάιτελτσον (απηχώντας μια γνώριμη εμμονή του Σίνγκερ), θα πρέπει να έχει το θάρρος να αποκαλύπτει στον εαυτό του και στους άλλους ό,τι αληθινά ποθεί. Οι πραγματικοί τύραννοι δεν είναι αυτοί που καταπιέζουν το σώμα (το οποίο ούτως ή άλλως είναι περιορισμένο), αλλά αυτοί που εγκλωβίζουν το πνεύμα. Οι υποτιθέμενοι απελευθερωτές (ο Μωυσής και ο Ιησούς, ο συγγραφέας της Μπαγκαβάτ Γκίτα και ο Σπινόζα, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρόυντ) ήταν όλοι δυνάστες της ψυχής. Η ζήλεια πρέπει να εκλείψει από τις ερωτικές σχέσεις  και οι άνθρωποι να ετοιμαστούν να αντικαταστήσουν το ένστικτό της με αυτό της κοινοκτημοσύνης. Και στην ερώτηση ποιος θα είναι ο σκοπός του απλώς επιθυμείν αντιτείνει: γιατί θα πρέπει να υπάρχει σκοπός; Ίσως ο σκοπός να είναι το ίδιο το χάος.

Όπως κάθε ήρωας και αντιήρωας του Σίνγκερ, ο αφηγητής κλυδωνίζεται από αμφιβολίες για την ύπαρξη ή την καλοσύνη του Θεού. Κάποτε τον βλέπει τόσο σαστισμένο με τους γαλαξίες και τους άπειρους νόμους που δημιούργησε, ώστε να έχει λησμονήσει τον αρχικό του σκοπό. Μήπως τελικά η μορφή του δεν είναι τόσο παντοδύναμη και έχει ανάγκη την συνεργασία μας; Εφόσον ο Θεός παραμένει αιώνια σιωπηλός, δεν του χρωστάμε τίποτα. Συχνά πλημμυρίζει οργή εναντίον της Δημιουργίας, του Θεού, της φύσης – όπως κι αν λέγεται ο υπαίτιος της δυστυχίας γύρω του. Ακόμα κι όταν ένα γατί του ζητά τροφή, του λέει «ζήτα από τον ανελεήμονα που σ’ έπλασε». Αλλά όταν αναλογίζεται την υπηρέτριά του Τέκλα (άλλη μια γυναίκα στην οποία αδυνατεί να αντισταθεί), δεν σκέφτεται μόνο πως «αυτοί είναι οι πραγματικοί άνθρωποι, εκείνοι που κρατούν όρθιο τον κόσμο» αλλά και πως «ένας αδιάφορος Θεός, ένας παρανοϊκός Θεός δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει την Τέκλα».

Ακόμα και οι άλλοτε αυτονόητες θρησκευτικές τελετές του φαίνονται βίαιες. Η αιματοβαμμένη αγορά και στο σφαγείο του μοιάζουν με κόλαση που γελοιοποιεί όλες τις μεγαλοστομίες περί ανθρωπισμού και τον ωθούν να γίνει χορτοφάγος (όπως και ο ίδιος ο Σίνγκερ). Αργότερα σε μια άλλη τελετή του φαίνεται γελοίο να γίνει η αιτία να πεθάνει ένας κόκορας για τις δικές του αμαρτίες. Ο Φάιτελτσον με την σειρά του είναι απόλυτος: «γι’ αυτό η ειδωλολατρία ήταν τόσο ελκυστική· μπορούσες ν’ αγοράζεις έναν καινούργιο θεό κάθε χρόνο. Εμείς οι Εβραίοι φορτώσαμε στα έθνη έναν αιώνιο Θεό και γι’ αυτό μας μισούν».

Στην πραγματικότητα η αιώνια ζωή μπορεί να είναι μια κατάρα. Φαντάσου έναν μπακάλη να πεθαίνει και η ψυχή του να περιπλανιέται εδώ κι εκεί για χιλιάδες χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων είναι αναγκασμένη να θυμάται ότι κάποτε πουλούσε ραδίκια, μαγιά και φασόλια κι ότι ένας πελάτης χρωστάει δεκαοχτώ γρόσια. Ή την ψυχή ενός συγγραφέα που δέκα χιλιάδες χρόνια μετά δεν μπορεί να συνέλθει από μια κακή κριτική για το έργο του. [σ. 203]. Κι αν οι ψυχές ξεχνούν το παρελθόν, τότε πώς μπορούν να είναι οι ίδιες;

Ο Άρελε διαθέτει ελάχιστη αυτοεκτίμηση, ενώ σταδιακά η ίδια του εμφάνιση παρακμάζει όλο και περισσότερο. Φυσικά δεν παύει στιγμή να απορεί για την επιμονή αυτών των γυναικών να τον έχουν πλάι του, να θέλουν να ζήσουν μαζί του έναν μεγάλο έρωτα και να τον πάρουν μαζί τους μακριά από εκείνα τα μέρη. Από την πλευρά του, αυτές αναμφίβολα αποτελούν μέρος των φαντασιώσεών του και των φιλοσοφικών του στοχασμών αλλά δεν του αρκούν. Γνωρίζει πως εκείνο που του λείπει τον περιμένει στην Σώσα. Η επιστροφή του στο σπίτι της σημαίνει μια καθολική επιστροφή· λες και η ίδια έχει βρει έναν τρόπο να παγώνει τον χρόνο. Στα μάτια της βρίσκεται ζωγραφισμένος ο ίδιος παιδιάστικος ενθουσιασμός από την εποχή που συνήθιζε να της διηγείται ιστορίες.

Παρά την περιορισμένη σωματική της ανάπτυξη η Σώσα μοιάζει να καταλαβαίνει τα πάντα. Κατανοεί ακόμα και την επικοινωνία του με τις άλλες γυναίκες. Διέθετε άραγε την ενστικτώδη ικανότητα να μοιράζεται για την οποία μιλούσε ο Φάιτελτσον; Ο καταρρακτώδης της λόγος εκφράζει οράματα, δεισιδαιμονίες, την κακομεταχείρισή της από κακά πνεύματα, μια οικιακή ζωή πλήρως μεταφυσική. Ο κόσμος της παραμένει γεμάτος μυστήρια, όπως οι σοφίτες των ραββίνων, που κατακλύζονταν από πνεύματα. Ένας ακόμα διχασμός προστίθεται στην ζωή του:

Μέσα σε μια νύχτα βρήκα την χαμένη μου αγάπη και αμέσως μετά υπέκυψα στον πειρασμό να την προδώσω. Έκλεψα την ερωμένη του ευεργέτη μου, της είπα ψέματα, διέγειρα το πάθος της ιστορώντας της όλες τις λάγνες μου περιπέτειες και την έκανα να μου εξομολογηθεί αμαρτίες που με γέμισαν αηδία. Από ανίκανος μεταμορφώθηκα σε μέγα εραστή. Μεθύσαμε, τσακωθήκαμε, φιληθήκαμε και προσβάλαμε ο ένας τον άλλον. Η συμπεριφορά μου παλινδρομούσε από την αναίσχυντη διαστροφή στην θερμή μετάνοια. [σ. 128]

Από την ημέρα που εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι ο Άρελε βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς απελπισίας. Μερικές φορές σκέφτεται την περίπτωση της μετάνοιας, της επιστροφής στην αληθινή εβραϊκότητα. Αλλά του είναι αδύνατο να ζήσει όπως οι πρόγονοί του χωρίς να διαθέτει την πίστη του. Κάθε φορά που μπαίνει σε μια βιβλιοθήκη ξυπνά μέσα του η ελπίδα ότι σε κάποιο από τα βιβλία μπορεί να βρει μια ένδειξη για το πώς ένας άνθρωπος της δικής του ιδιοσυγκρασίας και κοσμοθεωρίας θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Αλλά δεν την βρίσκει ούτε στον Τολστόι ή στον Κροπότκιν, ούτε στον Ουίλλιαμ Τζαίημς ή στην Βίβλο. Η σπινοζική υπόσταση δεν έχει θέληση ούτε έλεος ούτε αίσθημα δικαιοσύνης και η «τυφλή βούληση» του Σόπενχάουερ είναι πιο τυφλή από ποτέ. Ελπίδα δεν βρίσκει ούτε στο εγελιανό «πνεύμα των καιρών» ούτε στον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Αναρωτιέται μήπως επαληθεύονται τα λόγια της μητέρας του: Κανένας εχθρός δεν μπορεί να προξενήσει στον άνθρωπο μεγαλύτερο κακό απ’ ότι ο ίδιος του ο εαυτός. Ήξερα ότι ο κόσμος υπήρξε πάντα και θα παρέμενε για πάντα όπως ήταν σήμερα. Αυτό που οι ηθικολόγοι αποκαλούσαν «κακό» συνιστούσε στην πραγματικότητα τον κανόνα της ζωής. [σ. 258].

Άραγε οι μάζες είναι άμωμοι αμνοί και μονάχα κάποιοι λίγοι κακοί ευθύνονται για την ανθρώπινη τραγωδία; Στην πραγματικότητα, ένα μεγάλο μέρος των μαζών θέλει να σκοτώσει, να κλέψει, να βιάσει, να κάνει ό,τι έκαναν  πάντα ο Χίτλερ, ο Στάλιν και τύραννοι σαν κι αυτούς. […] Ένας μεγάλος αριθμός ανδρών διακατέχεται από δολοφονικό πάθος. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα πρόσχημα ή ένας σκοπός. Τη μια είναι για θρησκευτικούς λόγους, την άλλη για τον φασισμό ή για την προάσπιση της δημοκρατίας. Η λαχτάρα τους να σκοτώσουν είναι τόσο μεγάλη, που υπερβαίνει τον φόβο τους μήπως σκοτωθούν οι ίδιοι. Πρόκειται για μιαν αλήθεια που μας έχουν απαγορεύσει να τη λέμε αλλά αυτό δεν την κάνει λιγότεροι αληθινή. Οι ναζί που είναι πρόθυμοι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για τον Χίτλερ θα ήταν υπό άλλες συνθήκες έτοιμοι να κάνουν το ίδιο για τον Στάλιν. Δεν έχει υπάρξει ανόητη φιλοδοξία ή τρέλα για την οποία οι λαοί να μην ήταν  έτοιμοι να πεθάνουν. [σ. 290]

Στην Σοβιετική Ένωση έχουν αρχίσει εκκαθαρίσεις, μαζικές συλλήψεις και δίκες· η Ντόρα είναι πλέον συντετριμμένη. Στον Πολωνία ο πολωνικός Τύπος επιτίθεται στην εβραϊκή μειονότητα σα να είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του κράτους. Οι Πολωνοί δεν έχουν το θάρρος να τους εξοντώσουν οι ίδιοι, αλλά θα χαρούν αν το κάνει ο Χίτλερ και σίγουρα ο Στάλιν δεν θα τους υπερασπιστεί. Πολλοί Εβραίοι μοιάζουν παραδομένοι σ’ ένα είδος ηλίθιας αισιοδοξίας ή ζουν αναμένοντας τον Μεσσία, προς μεγάλη χαρά πολλών ψευδο-μεσσιών. Βλέποντας πια τον Χίτλερ να καταλαμβάνει τη μια περιοχή μετά την άλλη και τους Συμμάχους απλώς να παρακολουθούν αμέτοχοι, ο Άρελε αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τους Εβραίους της χώρας του. Αν φτάσουν οι Ναζί τι έχει να περιμένει πέρα από λιμοκτονία και στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Αλλά να το σκάσει και να αφήσει στο έλεος της μοίρας τους όλους όσους αγαπά και ιδίως την Σώσα τού είναι αδιανόητο. Ακόμα κι όταν έχει την δυνατότητα για βίζα στην Αμερική της αφθονίας, όπου θα μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα να γράφει, προτιμά να μείνει πίσω, στην φτώχεια ή στον θάνατο. Η επιλογή του μοιάζει αυτοκτονική όμως είναι δική του, κι ας αδυνατεί να εξηγήσει τα κίνητρά του στους άλλους, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Άραγε είναι η ελεύθερή του βούληση ή μια άγνωστη δύναμη που έχει αποφασίσει για λογαριασμό του; Ποιος λέει ότι τα πάντα στη φύση ή στην ανθρώπινη υπόσταση μπορούν να εξηγηθούν με κίνητρα ή με λέξεις;

Αδύναμη, μελαγχολική και απολύτως εξαρτημένη, η Σώσα είναι ένα ιδιαίτερο πλάσμα με εύθραυστη ψυχική υγεία και ιδιόμορφη νοητική ανάπτυξη. Ο πόθος του Άρελε είναι είναι διαφορετικός, το πάθος αυτόματο, ασυλλόγιστο, η σαρκική υπόσταση ενεργεί από μόνη της. Όταν οι γυναίκες τον ρωτούν τι της βρίσκεις, εκείνος απαντά: «Βρίσκω τον εαυτό μου». Ό,τι κι αν είναι η Σώσα – ο ανεξήγητος, ενστικτώδης έρωτας, ο πόθος για ένα αδύναμο και απόλυτα εξαρτημένο πλάσμα, μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, ο σύνδεσμος με τον παλιό του κόσμο, μια άνευ λόγων και αιτιών αγνή επιλογή – ο Άρελε θα μείνει δίπλα της. Μέχρι πού και ως πότε; Φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε την συνέχεια, στην οποία ο ίδιος ο Σίνγκερ επέλεξε να μας αιφνιδιάσει και να μην γεμίσει με όλα όσα περιμέναμε.

Μια μέρα ο κόσμος θα συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει ούτε μια ιδέα που να μπορούμε να θεωρήσουμε αληθινή, όλα είναι ένα παιχνίδι: εθνικισμός, διεθνισμός, θρησκεία, αθεϊσμός, πνευματισμός, υλισμός, ακόμα και η ιδέα της αυτοκτονίας. […] Εφόσον δεν είμαστε σίγουροι για τίποτα και δεν μπορούμε καν να γνωρίζουμε τεκμηριωμένα ότι ο ήλιος θ’ ανατείλει αύριο, το παιχνίδι συνιστά τη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης προσπάθειας. Ο Θεός είναι ένας παίκτης, ο κόσμος ένας παιχνιδότοπος. Αναζητούσα για χρόνια το θεμέλιο της ηθικής και είχα εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Ξαφνικά κατάλαβα. Το θεμέλιο της ηθικής είναι το δικαίωμα του ανθρώπου να παίζει τα παιχνίδια της επιλογής του. Δεν θα χαλάσω τα παιχνίδια σου, μη χαλάς κι εσύ τα δικά μου. […] Δεν υπάρχει λόγος να μην μπορούν ο ηδονισμός, η Καμπάλα, η πολυγαμία, ο ασκητισμός, ακόμα και αυτό το κράμα χασιδισμού και ερωτισμού του φίλου μας του Χάιμλ, να συνυπάρξουν σε μια παιχνιδούπολη, ή μάλλον σε έναν παιχνιδόκοσμο, ένα κοσμικό Κόνυ Άιλαντ όπου ο καθένας θα παίζει τα παιχνίδια που επιθυμεί.

Δεινός στην δημιουργία της ατμόσφαιρας, οποιοδήποτε περιβάλλον και να περιγράφει, από τις εξαθλιωμένες συνοικίες και τις απαρχαιωμένες αυλές μέχρι τα κοσμικά ξενοδοχεία και τα καφέ, ο συγγραφέας γράφει και εδώ με έναν περίτεχνο συνδυασμό των εσωτερικών σκέψεων του ήρωα με διαλόγους ολοζώντανους, για καθημερινά θέματα μέχρι και τα πιο βαθιά ζητήματα. Η πρόζα του είναι ένα μείγμα πραγματικού και φανταστικού, φυσικού και υπερφυσικού, ιερού και βέβηλου, σε έναν, κατά τα δικά του λόγια, «μυστικό ρεαλισμό». Αλλά αυτός ο κόσμος των πνευμάτων που εδώ (μοιάζει να) βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα δεν αποτελεί μόνο τον κόσμο των παιδικών του χρόνων και της θρησκείας του (δεν υπάρχει θρησκεία χωρίς αγγελολογία και δαιμονολογία) αλλά και μια λογοτεχνική δυνατότητα να μιλήσει για τις αλόγιστες δυνάμεις και τα πάθη που ορίζουν την ζωή των ανθρώπων, όπως τονίζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο επίμετρό του. Σε κάθε περίπτωση, έχω την αίσθηση πως ο Σίνγκερ παραμένει ένας μεγάλος παραμυθάς, ένας σπάνιος αφηγητής ιστοριών που απλά δεν θέλεις να τελειώσουν.

Άλλωστε πώς είναι δυνατόν απλώς να εξαφανίζεται κάποιος; Πώς μπορεί κάποιος που έζησε, αγάπησε, έλπισε και πάλεψε με τον Θεό και τον εαυτό του να χαθεί έτσι απλά; Δεν ξέρω πώς και με ποιον τρόπο, αλλά οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας. Εφόσον ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί να μην είναι όλα αιώνια; [σ. 373]

Εκδ. Κίχλη, 2020, μτφ. Μιχάλης Πάγκαλος, 472 σελ. [Isaac Bashevis – Singer, Shosha, 1978]. Περιλαμβάνονται εκδοτικό σημείωμα, σημείωμα του μεταφραστή, γλωσσάρι βασικών εβραϊκών όρων, 123 σημειώσεις και επίμετρο με δυο κείμενα, του μεταφραστή και του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία βλ. κείμενο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010 και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες βλ. κείμενο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014] και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για τις προαναφερθείσες αναφορές στον Σίνγκερ από τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και το βιβλίο του Υπό το φως του μυθιστορήματος βλ. παρουσίαση του Πανδοχείου εδώ.

Στις εικόνες έργα των Stanisław Ignacy Witkiewicz, Bradley Wood, Gela Seksztajn και Kateryna Kosianenko.

11
Ιαν.
20

Φώτης Τερζάκης – Θρησκειολογικά ελάσσονα. Δοκίμια συγκριτικής θεολογίας

Είναι συνηθισμένο να μιλάμε σήμερα για επιστροφή των θρησκειών ή εκ νέου αφύπνιση του θρησκευτικού αισθήματος, η οποία ακολούθησε την παρακμή των ιδεολογιών· αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικότερα θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η σαφώς υπαρκτή «αναβίωση» των θρησκευτικών ανησυχιών δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι η θρησκεία έχει χάσει το πνευματικό της περιεχόμενο και συρρικνώνεται σε εμβληματικούς τύπους που σχετίζονται πολύ με εθνικές ή κοινωνικοκοικονομικές διεκδικήσεις, προβλήματα ταυτότητας κ.ά., γράφει ο συγγραφέας στο πρώτο κείμενο (Η κατάσταση των θρησκειών στα τέλη τού εικοστού αιώνα) της πρώτης ενότητας με τίτλο «Στην μετάβαση του αιώνα». Πράγματι, οι θρησκείες έχουν χάσει την δύναμη να προσφέρουν μεταφυσική παρηγοριά στους ανθρώπους και ανθεκτικές αξίες ζωής κι έχουν μετατραπεί σε όργανα πολιτικών ή άλλων σκοπιμοτήτων.

Όπως γράφεται στο κεφάλαιο Κρίση νοήματος και θρησκευτική πίστη στην καμπή τής χιλιετίας, απ’ όλες τις κοσμογονικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα οι δυο εντυπωσιακότερες ήταν αφενός η ανάδυση απερίγραπτων μορφών βαρβαρότητας και αφετέρου η επιστροφή σε ανορθολογικές πίστεις· όχι μόνο σε θρησκείες αλλά και σε εκλαϊκευμένα μεταφυσικά συστήματα όπως ο εσωτερισμός, ο αποκρυφισμός, ο νεοπαγανισμός, η «Νέα Εποχή» κλπ. Το φαινόμενο αυτό σημάδεψε ιδιαίτερα την κουλτούρα της δεκαετίας του 1960, όπου, κατά έναν παράδοξο τρόπο, η αμφισβήτηση της κοινωνίας και τον παραδομένων αξιών, ο πολιτικός ριζοσπαστισμός, η οικολογική ευαισθησία και ο πειραματισμός με εναλλακτικές μορφές ζωής συνδυάστηκαν με μια ιδιότυπη αναζήτηση πνευματικού νοήματος κι ένα μεγάλο μέρος αυτής της αναζήτησης, δυσαρεστημένο από τον δογματισμό και τον αυταρχισμό των κυρίαρχων εκκλησιαστικών ορθοδοξιών της Δύσης, στράφηκε προς τον κόσμο των ανατολικών θρησκειών (αλλά και του δυτικού «ανορθόδοξου» μυστικισμού).

Κάπως έτσι γεννήθηκε η «Νέα Εποχή» [New Age], μια ιδιαίτερα διαδεδομένη πλέον ιδεολογία, ιδίως στις ΗΠΑ, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκρητισμό, εκλαΐκευση και μια μορφή απλοϊκής εσχατολογίας που βασίζεται στην αναμονή της έλευσης μιας νέας εποχής πνευματικής αφύπνισης, αυτοσυνειδησίας και αυτοπραγμάτωσης (της λεγόμενης «Εποχής του Υδροχόου»). Την ίδια στιγμή, όμως, παρατηρούμε την αναβίωση των παραδοσιακών θρησκειών σε όλες τις παραλλαγές τους και ιδίως στις πιο αυστηρές, επιθετικές και μισαλλόδοξες μορφές. Αυτό το φαινόμενο, που στις μέρες μας ονομάστηκε θρησκευτικός φονταμενταλισμός συνδέεται με την αναβίωση εθνικιστικών κινημάτων και εθνοφυλετικών επιδιώξεων. Για ποιο λόγο οι σύγχρονες πολιτικές και εθνοτικές συγκρούσεις επιλέγουν να εκφραστούν σε θρησκευτική γλώσσα; Γιατί η θρησκεία μετά από τόσους αιώνες διαφωτισμού και ορθολογισμού αποκτάει και πάλι δύναμη; Ο διαφωτισμός δεν μπόρεσε να εκπληρώσει όλα όσα υποσχέθηκε και η παραπάνω κατάσταση προκαλεί μια τρομακτική κρίση νοήματος. Έχει αποδεχτεί ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να αντέξουν οποιαδήποτε στέρηση, κακουχία ή πόνο, όταν έχουν μπροστά στα μάτια τους ένα όραμα λύτρωσης, μια ελπίδα ότι τους περιμένει μια καλύτερη μοίρα. Η κατά Φρόυντ δραστική ψευδαίσθηση βρίσκεται πάλι εδώ.

Κληρονόμος του Διαφωτισμού αλλά και της μεγάλης κρίσης των ειδώλων που σφράγισε το τέλος του δέκατου ενάτου αιώνα, έχοντας αφομοιώσει το μάθημα των «δασκάλων της υποψίας» (Μαρξ, Φρόυντ, Νίτσε), ο αιώνας μας δεν έχει πλέον την πολυτέλεια μιας μεταφυσικής πίστης. Αυτό το κενό επιχείρησαν να καλύψουν ιδεολογίες όπως αυτή της Νέας Εποχής. Στο κεφάλαιο Το λυκόφως των θρησκειών και το ιδεολόγημα του «νεοπαγανισμού» ο συγγραφέας διαπιστώνει πως ιδεολογίες σαν κι αυτή της Νέας Εποχής, θεμελιωμένες σε έννοιες μυθικές οι οποίες δεν αντέχουν έναν κριτικό αναστοχασμό, πόσο μάλλον όταν επιτάσσουν την τυφλή προσήλωση σε κάποιο «φωτισμένο διδάσκαλο», τραυματίζουν στην καρδιά κάθε βούληση να κατανοήσουν οι άνθρωποι τις υλικές όψεις της δυστυχίας τους και να δράσουν πάνω στις ίδιες τις συνθήκες της ζωής τους. Στο πλαίσιο αυτής της ψευδούς πνευματικότητας το μόνον που μετρά είναι η «αυτοπραγμάτωση» και η «εσωτερικη τελείωση», αδιάφορη και τυφλή απέναντι στην ιστορική φύση της ανθρώπινης αθλιότητας, της καταδυνάστευσης, της ανέχειας και της εγκατάλειψης στους ανελέητους μηχανισμούς της αγοράς.

Αν ο «παγανισμός» δεν υπήρξε ομολογία πίστεως, ούτε συγκεκριμένη μορφή θρησκείας ή κοσμοαντίληψης (κανένας δεν όρισε ποτέ τον εαυτό του ως παγανιστή), ο «νεοπαγανισμός» και ειδικότερα το κίνημα της νέας μαγείας (Wicca), o κελτικός ή νέο-δρυϊδικός μυστικισμός, ο αμερικανικός νεο-σαμανισμός, οι αφρικανικού ή αφροαμερικανικού τύπου λατρείες (βουντού, κ.ά.), η ανανεωμένη ηλιολατρεία των Υπερβορείων κ.ά. έχουν στο επίκεντρο των σχετικών αντιλήψεων την ιδέα μιας λατρευτικής επαναμάγευσης της φύσης, τον δοξασμό των δυνάμεων της γης και της σεξουαλικότητας, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τους λαϊκούς πολιτισμούς και τις παραδοσιακές κοινότητες κ.ά. Ένα μέρος αυτού του κινήματος έχει τις ρίζες του στην αμερικανική «αντικουλτούρα» της δεκαετίας του 60 και σε αμφισβητησιακά κινήματα, όπως των χίπις, ένα άλλο μέρος του όμως συνδέεται με τον εξτρεμισμό της δεξιάς, με νεοφασιστικές ή ρατσιστικές πολιτικές τάσεις μέσα από αναβιώσεις της αρειανής φυλετικής μυθολογίας.

Στο κεφάλαιο Στοιχεία για μια κριτική τού μονοθεϊσμού ο συγγραφέας, εστιάζοντας στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τονίζει μεταξύ άλλων πως η επινόηση ενός προσωπικού, αρσενικού και κυρίαρχου Θεού δεν είναι κατανοητή έξω από την ιστορική συγκυρία που οδήγησε στην εδραίωση των πατριαρχικών θεσμών και στην υποτέλεια της γυναίκας μέσα στους θεσμούς της συγγένειας και του γάμου, ενώ, εστιάζοντας στην χριστιανική διδασκαλία του Παύλου, παρατηρεί ότι ο Χριστιανισμός έκανε εκείνο που καμία θρησκεία ως τότε δεν είχε τολμήσει να κάνει: επιτέθηκε να διαρρήξει με βία την ίδια την φύση του ανθρώπου, αποκόβοντάς τον ριζικά από το ίδιο του το σώμα και από τον ζωτικό του κόσμο. Διαμορφώθηκε έτσι ένας μαζοχιστικός ανθρώπινος χαρακτήρας, επιθετικός απέναντι στις ίδιες του τις παρορμήσεις και ακατάπαυστα αυτοτιμωρητικός.

Το πρόβλημα του Νόμου εμφανίζεται με οξύτερο τρόπο στον Ιουδαϊσμό και στο Ισλάμ. Στην κλασική ελληνική πόλη ο νόμος ήταν προϊόν της συλλογικής βούλησης των πολιτών που αναλαμβάνουν με προσωπική τους ευθύνη και αποφασίζουν για λογαριασμό τους και με κοινή διακινδύνευση. Για τον Ιουδαϊσμό, αντίθετα, ο Νόμος είναι ένα ιερό και ανέγγιχτο ταμπού: είναι απαραβίαστος επειδή αποτελεί το ίδιο το θέλημα του Θεού. Από τους κατακτητικούς πολέμους του Ισλάμ στο όνομα της πίστης, την ωμή διαπλοκή του Χριστιανισμού με την αποικιοκρατία μέχρι τις σύγχρονες εθνικιστικές και πολιτικές αναμετρήσεις με θρησκευτικό μανδύα (Βοσνία, Κροατία, Λίβανος, Παλαιστίνη, Τσετσενία, Ιρλανδία και αλλού) και τον ενεργό ρόλο των θρησκειών στην σύγχρονη επικαιρότητα, είναι εμφανές ότι η θρησκεία επιστρατεύεται ως ένα στρατηγικό όπλο, συχνά ισχυρότερο από οποιοδήποτε άλλο, δεδομένης και της υπνωτικής δύναμης που εξακολουθεί να έχει στο ασυνείδητο των μαζών.

Όσοι σήμερα κατηγορούν τον αραβικό κόσμο για οπισθοδρόμηση και εχθρότητα προς την ανοιχτή κοινωνία του πλουραλισμού και των δημοκρατικών αξιών,  καλύτερα θα ήταν να αναμετρήσουν την δική τους βαρβαρότητα, που δείκτης της είναι ακριβώς οι τρόποι με τους οποίους κατασκευάζουμε την εικόνα του διαφορετικού από εμάς. Κάθε πολιτισμός έχει τον «άλλον» που του αξίζει, γράφει ο Τερζάκης στο κεφάλαιο Το πρόβλημα του Ισλάμ: πίσω από το πέπλο τής μισαλλοδοξίας [σ. 62], ένα από τα κείμενα που αγγίζουν το ευρύτερο θέμα του ισλαμισμού αλλά και του ισλαμικού φονταμενταλισμού, με τα οποία ο συγγραφέας έχει ασχοληθεί και με το βιβλίο του Ανορθολογισμός, φονταμενταλισμός και θρησκευτική αναβίωση. Τα χρώματα της σκακιέρας (βλ. παρουσίαση εδώ).

Η πολιτική εμπλέκεται και σε λιγότερο «επίκαιρες» θρησκείες και ευρύτερες λαϊκές εκφράσεις, όπως, για παράδειγμα, διαπιστώνεται στα Προλεγόμενα σε μια «Ιστορία των Οργίων». Η έννοια του οργίου, συνδεδεμένη με την τελετουργική παραβίαση των θεσπισμένων κοινωνικών κανόνων και των ρυθμίσεων της καθημερινής ζωής, επαναφέρει την κοινωνία σε μια ζωτική επικοινωνία με το πρωταρχικό χάος της φύσης και της ζωής πριν από τον πολιτισμό. Αντίστοιχα, η ίδια η τάξη του ιερού, δηλαδή το θρησκευτικό φαινόμενο, γεννιέται ως ανάπτυξη και διαχείριση της οργιαστικής λειτουργίας. Όμως και εδώ αναπτύσσονται πρακτικές απέναντι στην σκλήρυνση της χριστιανικής/φεουδαρχικής και μετέπειτα αστικής κοινωνίας, η οποία νόμιζε ότι μπορεί να απαλλοτριώσει χωρίς συνέπειες το στοιχείο της ελευθεριότητας. Έτσι εμφανίζονται οι διάφορες γνωστικιστικές αιρέσεις, τα αιρετικά κινήματα της Μεταρρύθμισης, οι Αναβαπτιστές του Thomas Munzer, η Νέα Ιερουσαλήμ, η αυτόνομη κοινότητα του Ιωάννη του Leyden, ο αντινομιανισμός του Johannes Agricola, οι Diggers, οι Levellers. Κοινό στοιχείο και αυτών των κινημάτων ήταν η έμφαση στην κοινοκτημοσύνη και στην σεξουαλική ελευθεριότητα, η απόρριψη της αυθεντίας των γραφών και των ιερατείων, η απεριόριστη πίστη στην οσιότητα της ατομικής συνείδησης.

Η ρίζα κάθε αυθεντικής θρησκευτικής εμπειρίας που είναι η εκστατική έξοδος από τον κοινωνικά υποβεβλημένο εαυτό, παράλληλα με την ανάπτυξη νέων μορφών συλλογικότητας που επιθύμησαν να συνέχονται από μια ιερή μέθεξη, ήταν μια ζωτική πλευρά του κοινωνικού πειραματισμού στις ΗΠΑ και στην Δύση γενικότερα. Και δεν εκπλήσσει που μια τέτοιας μορφής αναζήτηση μετέθεσε το ενδιαφέρον από τις μεγάλες πατριαρχικές θρησκείες του Λόγου (τον Ιουδαϊσμό και τους Χριστιανισμούς) προς τις αρχέγονες κοσμολογικές μορφές του ιερού, από τις αρχαϊκότερες (όπως οι ποικίλες μορφές Σαμανισμού) μέχρι τις πιο εξελιγμένες (όπως ο Ινδουισμός, ο Ταοϊσμός, ο Βουδισμός και το Ζεν).

Αν αυτή η μετάθεση εκτιμηθεί σωστά, γράφει ο συγγραφέας, σημαίνει ακριβώς μια επιδιωκόμενη αναμάγευση, μια επανιεροποίηση της φύσης ως Κόσμου, ως ανοιχτού και ελεύθερου παιχνιδιού ανάμεσα σε όλες τις αντίρροπες δυνάμεις και σημασίες –  και δεν είναι αυτό μια οξύτατη απεικόνιση της γενικευμένης εξέγερσης ενάντια στον θεσμικό καταναγκασμό; Κι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σύνδεση αυτής της εμπειρίας του Κόσμου όπως τον θεωρεί ο κινέζικος ταοϊσμός, το βουδιστικό κενό (σουνυάτα) ή εκείνο που στο Ζεν ονομάζεται σατόρι, με την εγελιανή Φαινομενολογία του Πνεύματος, την χαϊντεγκεριανή αυθεντικότητα και την μοντέρνα φιλοσοφία της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Ενδιαφέρουσες είναι και οι επισημάνσεις του συγγραφέα στο κείμενο Βουντού: καταληψία και έκσταση στη μαύρη Αμερική. Η τεράστια εθνοπολιτική ανάμειξη που σφράγισε αποφασιστικά την Νέα Ήπειρο γέννησε αναπάντεχες πολιτισμικές συνθέσεις, ιδίως στην θρησκεία και στην μουσική. Από λατρείες όπως η Καντομπλέ και η Μακούμπα στη Βραζιλία, η Σαντερία στην Κούβα και η Μαρία Λιόνζα στην Βενεζουέλα, με απηχήσεις που φτάνουν μέχρι τον αφρικανικό μεσσιανισμό (Ρασταφαριανισμός) της Τζαμάικα, χαρακτηριστικότερη όλων ήταν η λατρεία που στην Αϊτή και στη Νέα Ορλεάνη έλαβε το όνομα βουντού ή βοντούν. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει η ομοιότητά του με τις εκστατικού – πνευματοληπτικού τύπου θρησκείες, οι οποίες αρθρώνονται κυρίως ως λατρείες περιθωριοποιημένων και καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων (κατεξοχήν, ως εκ τούτου, των γυναικών) αλλά και με την βακχική λατρεία στον ελληνικό χώρο. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «εξαιτίας του κεντρικού ρόλου που έπαιζε πάντα στις τελετουργίες βουντού η μουσική και ειδικά η μουσική των τυμπάνων, στάθηκαν αυτές η μεγάλη πολιτισμική κιβωτός για τη μεταφορά των πολύπλοκων δυτικοαφιρκανικών ρυθμών στον Νέο Κόσμο – και, μέσω της διάδοσής τους στους μαύρους της Νέας Ορλεάνης, για τη γέννηση του μουσικου θαύματος που αποκαλούμε τζαζ.

Οι τίτλοι των άλλων κεφαλαίων είναι ενδεικτικοί: «Πολυθεϊσμός» και «μαγεία» ως μοντέρνες αλληγορίες, Φονταμενταλισμός και ετερότητα, Η διαλεκτική θέση τού T.W. Adorno, Τί είναι εκκοσμίκευση;, Η θρησκεία ως πολιτική απειλή, Για την αινιγματική σχέση μύθου-τελετουργίας, Παράδοση θρησκευτικής ανταρσίας και πολιτισμική αντίσταση στη νεώτερη Ευρώπη, Για τη δομή και την ιστορία των δερβίσικων ταγμάτων, Σκέψεις για την προϊστορία τού μεσσιανισμού, Η γενεαλογία των αγγέλων, Είναι η Ανάσταση μια οικουμενική θρησκευτική ιδέα;, Ταοϊστικές επιδιώξεις και η ιδέα τής αθανασίας, Τα Ανάλεκτα του Κομφούκιου, Ουπανισάδες, η καρδιά τού ινδικού στοχασμού, Η χημεία τής έκστασης, Τo πεγυότ και η «Αυτόχθονη Αμερικανική Εκκλησία» κ.ά.

Μια ολόκληρη ενότητα, τέλος, αφιερώνεται και στην παρουσίαση σχετικών βιβλίων, με την μορφή εισαγωγής, επιμέτρου ή κριτικής, προσφέροντάς μας μια ενδιαφέρουσα επισκόπηση της μεταφρασμένης βιβλιογραφίας που συχνά περνά απαρατήρητη. Μεταξύ των σχετικών τίτλων σημειώνουμε: Ο William James και η ψυχολογία τής θρησκείας, H κριτική τής θρησκείας στην ψυχανάλυση, (με αφορμή τρία βιβλία του Mircea Eliade), ο Georges Dumézil και η συγκριτική μυθολογία, Η αρχαιογνωστική οπτική και η αρχαία ελληνική θρησκεία, Η θρησκεία στον φακό τής κοινωνικής ανθρωπολογίας, Η ανθρωπολογία τής θρησκείας τού Marcel Mauss, και η αποσαφήνιση των σχέσεων μαγείας/θρησκείας και πολλά άλλα, ενώ το βιβλίο κλείνει με Μερικές σκέψεις για το ανθρωπολογικό νόημα της γιορτής

Ευνόητα πρόκειται για ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα βιβλία των τελευταίων χρόνων που δεν περιορίζεται στην θρησκεία (που ο συγγραφέας προτιμά να αποκαλεί ανθρωπολογία του ιερού) αλλά και στις φανερές ή λιγότερο φανερές σχέσεις της με την πολιτική και την οικονομία, καθώς και σε άλλες όψεις που συχνά αγνοούμε. Η γραφή του είναι πάντα γοητευτική, εύληπτη, με μεγάλο βάθος σκέψης και μια συνεχή διαλεκτική με τις άλλες επιστήμες, από τις οποίες δεν μπορούμε πια να ξεχωρίζουμε οποιοδήποτε θρησκευτικό φαινόμενο.

Εκδ. Futura, 2018, [Σειρά Ιανός – Πολιτισμικές διασταυρώσεις, 3], σελ. 319.

Στις εικόνες: Τελετή δρυΐδων στο Stonehedge (από την ταινία The Wicker Man, 1973), Osho, Ναός Βουντού, Croix des Mission, Αϊτή (1980), Εκκλησίες στη Μακρόνησο (1949). Εκκλησία-τανκ (απροκάλυπτος συμβολισμός;), Clare Melinsky – Levellers, Τελετή Βουντού στο Μπενίν, Albert Artwell – The Birth of Jesus (στα έργα του ο Ιησούς απεικονίζεται με χαρακτηριστικά ρασταφαριανών), Charles Zingaro – Your bible and you, Robert Redbird – Jesus [Native American Church] με εμφανή την συναπεικόνιση Ιησού και πεγιότ.

10
Σεπτ.
18

Φρέαρ τεύχος 22-23 (Ιούλιος 2018). Αφιέρωμα στον Τ.Κ Παπατσώνη

Ο Καρίλ Φερέ [Caryl Férey] είναι ένας ιδιαίτερος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με βαθύ κοινωνιολογικό, πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό. Θέμα των έργων του είναι συχνά οι αυτόχθονες και οι παρενέργειες που έχουν προκύψει από έναν ημιτελή εξαστισμό τους. Εντασσόμενος σε μια σειρά από Γάλλους ταξιδιώτες συγγραφείς που εμπνέονται από την πλούσια ταξιδιωτική τους ζωή, είναι ένας συγγραφέας της εξωτερικότητας, της αφήγησης και της πλοκής μέσα από τις οποίες γίνεται η ψυχογράφηση και η ενδοσκόπηση, όπως γράφει ο Διονύσης Σκλήρης στην εισαγωγή της συνέντευξής του.

Πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία, όπου ο συγγραφέας εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην εφηβεία του κατά την δεκαετία του 1980, οπότε και σφραγίστηκε από την παγκοσμιοποίηση που ήταν μεν πολιτική, αλλά είχε και μια πρακτική διάσταση, καθώς ταξίδευε και συνειδητοποιούσε ότι «όλοι ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας, καθώς είχαμε το ίδιο οικονομικό σύστημα». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν έγραψε τα βιβλία του για την Νέα Ζηλανδία (ιδίως το πρώτο, το Χάκα, το 1998) ο κόσμος απορούσε γιατί δεν έγραφε για τόσο μακρινά μέρη κι όχι για την Γαλλία· έπρεπε να φτάσουμε στην δεκαετία του 2000 για να γίνει αντιληπτό ότι ζούμε σε ενιαίο κόσμο.

Ο Φερέ είναι ένας διεθνιστής που πιστεύει πως δεν πρέπει να υπάρχουν σύνορα αλλά οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν όπου θέλουν. Η παγκοσμιοποίηση όμως που έχουμε σήμερα, επισημαίνει, είναι η απεριόριστη κυκλοφορία των κεφαλαίων και όχι των ανθρώπων. Ίσως δεν είναι άσχετη με όλα αυτά η άλλη «κλήση» που αισθάνθηκε ο συγγραφέας να περιγράψει τους αυτόχθονες λαούς από τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες, όπως π.χ. με την εθνότητα των Μαπούτσε, οι οποίοι έχουν μια σκέψη που σηματοδοτεί μια εντελώς διαφορετική εννόηση του κόσμου.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού που επιμελούνται η Αθηνά Βογιατζόγλου και ο Βασίλης Μακρυδήμας τιμά τον ποιητή, κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Τάκη Παπατσώνη (1895-1976) και αποτελεί καρπό της διήμερης Επιστημονικής Συνάντησης Εργασίας που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στις 8 και 9 Μαΐου 2017. Εδώ τι να πρωτοδιαβάσουμε! Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, με άξονα το πολιτογραφημένο ως εναρκτήριο ποίημα του ελληνικού μοντερνισμού «Beata Beatrix» (1920), ιχνηλατεί τον τρόπο αφομοίωσης της δαντικής ποίησης από τον Παπατσώνη και την προσαρμογή της τελευταίας στο μοντερνιστικό διάβημά του. Η Σοφία Ιακωβίδου μελετά τον αυτοβιογραφικό πυρήνα ενός από τα τελευταία ποιήματα του Παπατσώνη («Guide bleu», 1973), ανιχνεύοντας τις διακειμενικές και διακαλλιτεχνικές αναφορές του σε μοντερνίζοντες ή μοντερνιστές δημιουργούς της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Η Γεωργία Λαδογιάννη τοποθετεί την εμφάνιση της ανατρεπτικής ποίησης του Παπατσώνη στα δεδομένα της εποχής της, σχολιάζοντας τη σχέση της με την προηγούμενη παράδοση και τον βαθμό της γλωσσικής και αισθητικής τόλμης της. Η μεγάλη σε όγκο και ποικιλία μεταφραστική του ιδιότητα αναδεικνύεται από τον Βασίλη Λέτσιο, ενώ το κριτικό του έργο εξετάζουν οι Γιάννης Δημητρακάκης, Αθηνά Βογιατζόγλου και Βασίλης Βασιλειάδης. Ανάμεσα στις υπόλοιπες μελέτες απόλαυσα το κείμενο του Κώστα Καραβίδα που επιδίδεται σε μια συγκριτολογική εξέταση του οδοιπορικού του ποιητή στο Άγιο Όρος (Άσκηση στον Άθω, που γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε το 1963) με άλλα ανάλογα ταξιδιωτικά κείμενα του Μεσοπολέμου (από τους Φώτη Κόντογλου, Άγγελο Σικελιανό, Νίκο Καζαντζάκη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Θέμο Κορνάρο κ.ά.).

Καθώς συγκρίνουμε την Άσκηση στον Άθω με την πλούσια εκδοτική συγκομιδή των ταξιδογραφιών στον Μεσοπόλεμο, φαίνεται ότι το ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα του Παπατσώνη είναι ένα κείμενο εξόχως προσωπικό, μοναχικό και ανεπανάληπτο, εντελώς διαφορετικό από όσα προηγήθηκαν και από όσα ακολούθησαν πάνω στο ίδιο θέμα. Οι χειμαρρώδεις ημερολογιακές καταγραφές από την διαμονή του στο Άγιο Όρος, το 1927, σε κατάσταση ασταμάτητης έκστασης στοιχειοθετούν μια αληθινή άσκηση ψυχής, όπως γράφει ο μελετητής. Το Άγιο Όρος για τον συγγραφέα ήταν μια δοκιμασία πίστης πέρα από δόγματα και θεολογίες. Ο έρωτας και ο ασκητισμός συνδέονται στο κείμενο σε έναν αξεδιάλυτο, γοητευτικό συνδυασμό. Σε αυτό το υποβλητικό και ονειρικό συνάμα κείμενο, υψηλής θερμοκρασίας και θερμής ποιητικής ιδιοσυστασίας, παρουσιάζονται όλες οι εσωτερικές αγωνίες της πίστης ενός συγγραφέα – ασκητή.

Ποίηση και επιστολή από τον Βισέντε Ουιδόμπρο, ποιήματα του Μπλάζε Κόνεσκι, πεζά των Λάκη Παπαστάθη και Ευρυπίδη Νεγρεπόντη, συνέντευξη του Βρασίδα Καραλή στον Αχιλλέα Ντελή και άλλα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους, μαζί με τους Καιρούς που έτσι Αβυθομέτρητοι όπως είναι (και όπως τιτλοφορείται η πλούσια «γαλαρία» του περιοδικού), απαιτούν πολλές μέρες για την χορταστική τους ανάγνωση. Σχέδια τεύχους: Ειρήνη Ηλιοπούλου.

[σελ. 270]

30
Δεκ.
17

Ανοίξετε την πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων. Αρχείο Σίμωνα Καρρά, 1958 – 1976

Αυτή η ιδιαίτερα καλοδεχούμενη έκδοση μου δημιούργησε ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και έκπληξη. Είναι ένα βιβλίο που θυμίζει άλλες εποχές, όπου οι αφηγήσεις για την  Ιστορία των ημερών, ανεξάρτητα από πίστη και θρησκεία, συνοδεύονταν από μια βαθειά αίσθηση συνέχειας και συμμετοχής. Ακόμα και για έναν έκθαμβο νεαρό που μεγάλωσε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 αυτές οι ημέρες δεν νοούνταν χωρίς το αναγνωστικό, το τελετουργικό και το εικαστικό στοιχείο. Αλλά η αστική γειτονιά δεν διέθετε ούτε την κοινοτική βίωση, ούτε τον πλούτο των δρώμενων και την αναπόσπαστη μουσική τους. Δεν έμεναν παρά οι γραπτές διηγήσεις και η αναζήτηση των τελετών σε απλές ζωγραφιές, σε κάτι αρχαία βιβλία και αναγνωστικά.

Κι έρχεται αυτό το βιβλίο να μας καλεί να ανοίξουμε την πόρτα μας στο πιο αναγνωρίσιμο και μνημονικό στοιχείο των εορτών, τα κάλαντα, αλλά στην ουσία αυτό να μας ανοίγει στην ιστορία, την μουσική και τις ζωγραφισμένες εικόνες τους. Αρχικά περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο 75 σελίδων για τα κάλαντα στην πορεία του χρόνου, την άμεση σχέση τους με μεταμφιεστικά δρώμενα, την παρουσία τους στην παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη κοινωνία και ειδικότερα σχόλια στην ποίηση και την μουσική τους, με έμφαση στα στοιχεία της αναγγελίας του γεγονότος της γιορτής, των παινεμάτων, της παρότρυνσης για προσφορά φιλοδωρήματος και των ευχών.

Υπάρχει ακόμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά στις παρανοήσεις και την φαινομενική ασυναρτησία των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, όπου και διαπιστώνουμε την ύπαρξη ένθετων στίχων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με το νόημα των υπόλοιπων, αλλά να εκφράζουν κάποια χαλαρότερη σχέση ή και να εισάγουν με καλυμμένο τρόπο μια εντελώς διαφορετική έκφραση. Η σχετική ερμηνεία αλλά και το ενδεχόμενο τέτοιων κρυφών νοημάτων έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για τα ζωγραφικά έργα, πρόκειται για πρωτότυπες δημιουργίες της ζωγράφου Βάσως Γώγου, εμπνευσμένες από την παλαιά αλλά και την σύγχρονη επιτέλεση του εθίμου.

Το έθιμο των καλάντων παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που δύσκολα τις συναντά κανείς σε άλλα παραδοσιακά έθιμα, αφενός λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους και αφετέρου λόγω της παρόμοιας λειτουργίας αλλά και της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας και των αμέτρητων παραλλαγών ανά περιοχή. Το υπόβαθρό είναι βαθύ: παγανιστικά κατάλοιπα, λατρευτικές πρακτικές μια πανάρχαιας πρωτογονικής εποχής, κληρονομική διαδοχή των ρωμαϊκών εορτών που βέβαια ανάγονται ευθέως στις αρχαιοελληνικές και ιδίως τις διονυσιακές τελετές, αυθόρμητες ή τυποποιημένες θεατρικές παραστάσεις. Η επίκληση των δυνάμεων της γης, η διαρκής παρουσία του θανάτου και της ανάστασης, η μίμηση και η μεταμφίεση που λειτουργεί ως ευκαιρία για πρόσκαιρη αντιστροφή των κανόνων που ισχύουν μέσα σε ένα αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν όλα στοιχεία ενός εθίμου που διακλαδώνεται και βαθαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως φαίνεται στους νεώτερους.

Η έκπληξη είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς το βιβλίο συνοδεύεται με δυο ψηφιακούς δίσκους όπου θησαυρίζονται 59 σπάνιες και αυθεντικές ηχογραφήσεις καλάντων από όλη την Ελλάδα μέσα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά (1958-1976). Μετρώ 37 κάλαντα για τα Χριστούγεννα, 11 για την Πρωτοχρονιά και, 11 για τα Φώτα. Τα κάλαντα τραγουδούν ντόπιοι, αποδίδοντας πιστά το ιδιαίτερο μουσικό και γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής αλλά και, τολμώ να πω, το ίδιο το κλίμα· θαρρείς και είσαι αυτόπτης και αυτήκοος της απόδοσής τους. Το μουσικό αρχείο του Σίμωνα Καρρά αποτελεί για το έθιμο των καλάντων ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο καθώς οι καταγραφές του τόσο σε χειρόγραφο όσο και σε ταινίες περιλαμβάνουν εκατοντάδες κάλαντα τραγουδισμένα αποκλειστικά από ντόπιους, από δεκάδες μέρη απ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Τα λαϊκά δρώμενα λειτουργούν εκτός των άλλων και ως πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρώνεται και συγκροτεί την ταυτότητά της η ίδια η κοινότητα. Αλλά η  σύγχρονη ζωή και η εξέλιξη του εθίμου «στον δρόμο» μεταλλάσσουν την σχέση καλαντιστή και νοικοκύρη. Τα κάλαντα στις πόλεις απευθύνονται συνηθέστερα σε κάποιον αόριστο ή συλλογική αποδέκτη και αποδυναμώνεται έτσι η ίδια η δύναμη της αναγγελίας της γιορτής και των παινεμάτων. Στο λεωφορείο ή στο σούπερ μάρκετ δεν έχει νόημα το παίνεμα του αφέντη, της κυράς ή της κόρης. Δεν μένουν παρά οι κοινότητες όπου διατηρείται και αναβιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος επιτέλεσης του εθίμου. Ίσως είναι κι αυτή, σκέφτομαι, μια ακόμα εκδοχή της περίφημης «νεωτερικότητας».

Σε αντίθεση με άλλες εκδόσεις όπου οι πληροφορίες «αλιεύονται» από πηγές που δεν αναφέρονται, εδώ οι συγγραφείς των κειμένων περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές παραπομπές από βασικά έργα των Ν. Πολίτη, Γ. Μέγα και Σ. Λουκάτου, επιστημονικά περιοδικά (Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογραφία, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού), εκδόσεις (του Κέντρου Αιγαιακών, Λαογραφικών και Μουσικολογικών Ερευνών κ.ά.), σύγχρονες πανεπιστημιακές εργασίες, άρθρα από συμπόσια κλ.π. Μια άψογη έκδοση.

Κείμενα: Δημήτριος Μαντζούρης, Βασίλειος Σταυρόπουλος

Εκδ. ΚΕΠΕΜ [Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής. Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά], Δεκέμβριος 2017, σελ. 192 με γυαλιστερό φύλλο. Ιστοσελίδα εδώ, επικοινωνία εδώ.

Στις εικόνες έργα των Γιώργου Κόρδη (Τα κάλαντα), αγνώστου, αγνώστου από Αναγνωστικό του 1977, Γιώργου Σικελιώτη (Τα κάλαντα) και Βάσως Γώγου, ενδεικτικό της εικονογράφησης του βιβλίου.

26
Δεκ.
17

Frédéric Lenoir – Ο Χριστός φιλόσοφος

To επεισόδιο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στο έργο του Ντοστογιέβσκη Αδελφοί Καραμάζοβ διηγείται έναν μύθο: την επιστροφή του Χριστού στη γη στην Σεβίλλη του 16ου αιώνα. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής τον ενημερώνει ότι είναι ανεπιθύμητος· τονίζει ότι ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την κοινωνία πιο αφόρητο δώρο από την ελευθερία κι ότι η Εκκλησία διόρθωσε το έργο του και το θεμελίωσε στο θαύμα, στο μυστήριο και στο κύρος. Τέλος τον απειλεί να τον κάψει γιατί ήρθε να τους ενοχλήσει και τον διαβεβαιώνει ότι θα δει την υπάκουη αγέλη να τρέχει με το πρώτο νεύμα του να συνδαυλίσει την πυρά. Ο μύθος μεταφράζει με μυθιστορηματικούς όρους την πραγματικότητα της ιστορίας του χριστιανισμού: την ριζική αντιστροφή των ευαγγελικών αξιών.

Το μήνυμα ελευθερίας του Χριστού απορρίφθηκε από την Εκκλησία, στο όνομα της ανθρώπινης αδυναμίας, ώστε να μπορέσει να θεμελιώσει την εξουσία της, προσφέροντας στους ανθρώπους αυτό που επιζητούσαν περισσότερο: το θαύμα, το μυστήριο και την εξουσία· με άλλα λόγια, την ασφάλεια σε τρεις μορφές. Η Εκκλησία όχι απλώς μείωσε αλλά και αντέστρεψε εντελώς το μήνυμα του Ιησού και  η «χριστιανοσύνη» της στράφηκε κατά του χριστιανισμού. Οι στοχαστές που επισήμαναν αυτή την ανατροπή δεν ήταν κήρυκες του αθεϊσμού αλλά πεπεισμένοι χριστιανοί που γνώριζαν καλά το μήνυμα των Ευαγγελίων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο Soren Kierkegaard· λίγοι ελευθερόφρονες άθεοι φιλόσοφοι έχουν γράψει τόσο δηλητηριώδεις σελίδες κατά της Εκκλησίας όσο αυτός ο ένθερμος και βασανισμένος χριστιανός.

Στην σύγχρονη εποχή ο Jacques Ellul, στρατευμένος χριστιανός, εξέφρασε σ’ ένα δοκίμιό του ακριβώς την Ανατροπή του χριστιανισμού, εξηγώντας ότι ο ιστορικός χριστιανισμός έγινε μια θρησκεία (με τις τελετουργίες και τα δόγματά της), μια ηθικολογία (του καθήκοντος και της υποταγής) και μια μορφή εξουσίας. Ο Marcel Gauchet στο δοκίμιο Η απομάγευση του κόσμου υπογραμμίζει την φοβερή ανατροπή που επέφερε η νεωτερικότητα: την απόρριψη της χριστιανικής θρησκείας, η οποία υπήρξε εντούτοις η μήτρα των κυριότερων φορέων της νεωτερικότητας, δείχνοντας έτσι πως ο χριστιανισμός έγινε στην ουσία «μια θρησκεία εξόδου από την θρησκεία».

Αρκεί να συγκρίνει κάποιος την επίσημη θρησκεία με τα ευαγγελικά κείμενα για να διαπιστώσει ότι ο πραγματικός χριστιανισμός παραμένει απρόσιτος και κρυμμένος από τους πιστούς. Ο Χριστός άνοιξε έναν νέο πνευματικό δρόμο και μετέδωσε μια ηθική διδασκαλία με οικουμενική εμβέλεια: μη βία, ίση αξιοπρέπεια για όλους τους ανθρώπους, πρωτείο του ατόμου έναντι της ομάδας, ελεύθερη επιλογή, διαχωρισμό πολιτικής και θρησκείας, αγάπη μέχρι την συγχώρεση. Το μεγάλο παράδοξο, η υπέρτατη ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι η ανάπτυξη του εκκοσμικευμένου κράτους, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ελευθερία συνείδησης, που προτάθηκαν ενάντια στην θέληση των κληρικών από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, αποτελούσαν το αρχικό μήνυμα των ίδιων των Ευαγγελίων! Και τελικά τα πλέον ουσιώδη ηθικά διδάγματα του Χριστού δεν μεταδόθηκαν από την Εκκλησία αλλά μέσα από τον ανθρωπισμό, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό!

Ο Λενουάρ γνωρίζει την ιδιότητα των Ευαγγελίων ως στρατευμένων αφηγήσεων που γράφτηκαν από κοινότητες πιστών πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ιησού και στοχεύουν στην πληροφόρηση και την διδασκαλία. Δεν έχουμε καμία ορθολογική βεβαιότητα για την αυθεντικότητά τους (όπως και για τα λόγια του Σωκράτη, όπως τα μεταφέρει ο Πλάτων) αλλά εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αν πρόκειται για λόγια του Ιησού αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν και θεμελιώνουν έναν τρόπο ζωής.

Ο συγγραφέας παίρνει τα πράγματα από την αρχή. Μας προσφέρει ωραιότατα πυκνά κείμενα αρχικά για τον Ιησού τις Ιστορίας με αναφορά στις χριστιανικές και μη χριστιανικές πηγές, την ζωή και τα Πάθη του Ιησού αλλά και την ζωή στη Παλαιστίνη. Στο κείμενο Ο περιπλανώμενος κήρυκας, που αφορά την δημόσια θρησκευτική δράση του, γράφει πως ο Ιησούς δεν είναι ούτε θεολόγος ούτε πολιτικός ταραχοποιός αλλά ένας περιπλανώμενος και ανεξάρτητος προφήτης που κυρήσσει την αγάπη και την μη βία σε μικρές κωμοπόλεις. Αντίθετα με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή δεν επιτίθεται άμεσα στην πολιτική εξουσία και δεν καλεί σε κοινωνική εξέγερση ούτε στην ανατροπή των πλουσίων αλλά διακηρύττει την ματαιότητα των υλικών αγαθών και καλεί στο μοίρασμά τους. Το γεγονός ότι τον ακολουθούν γυναίκες μοιάζει αδιανόητο για την κοινωνία της εποχής, όπου οι γυναίκες είναι πάντα εξαρτημένες από την κηδεμονία ενός άντρα, ενώ συχνά πρόκειται και για «περιθωριακές» γυναίκες, πόρνες, χήρες κλπ.

Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού είναι πολύ πιο σύνθετο από αυτό που περιέγραφε ανά τους αιώνες η εικονοποιία των ευλαβών. Ο ανθρωπισμός του είναι «ακραίος»: τείνει το χέρι σε όλους και πρώτα απ’ όλα στους βασανισμένους. Ο Ιησούς δεν ήθελε τόσο να ιδρύσει μια νέα θρησκεία (τόνιζε άλλωστε ότι δεν επιθυμούσε να καταργήσει τον εβραϊκό Νόμο) όσο να απελευθερώσει τον άνθρωπο από το βάρος των θρησκευτικών παραδόσεων, τονίζοντας την ατομική ελευθερία και την εσωτερικότητα της πνευματικής ζωής. Δυο θεμελιώδη επίπεδα της διδασκαλίας του (ένα πνευματικό κι ένα φιλοσοφικό) δείχνουν εντονότερα την ριζοσπαστική πρωτοτυπία της και τον οικουμενικό χαρακτήρα της. Σε αυτά εστιάζεται το πλέον ουσιώδες μέρος του βιβλίου.

Η πνευματικότητα του Χριστού συνοψίζεται καταρχήν στην προτροπή «έλα να με ακολουθήσεις»· πρόκειται για ένα μήνυμα που απευθύνεται σε κάθε άτομο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έξωθεν μεσολάβηση. Ο Ιησούς δεν μιλά για εκλεκτό λαό αλλά για την σωτηρία οποιουδήποτε ατόμου. Η έννοια της ακολουθίας του είναι το άκουσμα και η εφαρμογή του λόγου του. Έπειτα ανατρέπει κάθε κυρίαρχη ιεραρχία των ανθρώπων και δηλώνει ότι η χάρη αναδύεται από τη αθλιότητα, τον πόνο και την αδυναμία· αναγγέλλει δηλαδή την ευδαιμονία στην ίδια την καρδιά της δυστυχίας. Ο Θεός είναι παρών σε οτιδήποτε ταπεινό και περιφρονημένο.

Η φιλοσοφική του πλευρά προτείνει συγκεκριμένες ηθικές αρχές και πρώτα απ’ όλα την ισότητα: όλοι οι άνθρωποι κατάγονται από τον ίδιο Πατέρα και είναι ίσα αδέλφια. Η έννοια της παγκόσμιας ανθρώπινης αδελφοσύνης είναι ριζικά νέα στην δυτική σκέψη. Δεν υπήρχε καμία ισότητα για τους αρχαίους Έλληνες και τους Εβραίους που διαχώριζαν τους εαυτούς τους από τους άλλους. Ο Ιησούς αποδίδει στον άνθρωπο – αυτόνομο ον μια πρωτοφανή αξία, αναγνωρίζοντας την αξιοπρέπεια και την πλήρη ελευθερία του καθενός, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξωτερική ιδιότητα: εθνικότητα, θρησκεία, κοινωνική θέση, ηλικία, φύλο. Είναι εμφανής εδώ η επίδραση των Στωικών, που είχαν θέσει τον θεμέλιο μιας οικουμενικής ιδέας περί προσώπου, σύμφωνα με την οποία όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν την ικανότητα να ολοκληρωθούν χάρη στην ελεύθερη προαίρεση που ανήκει στο εσωτερικό εγώ.

Η ελευθερία, κατόπιν, του ατόμου αποτελεί την δεύτερη μέγιστη ηθική πλευρά της διδασκαλίας του. Σε ένα περιβάλλον όπου ο καθένας δεσμεύεται από την εθνοτική, κοινωνική, θρησκευτική και οικογενειακή του καταγωγή ο Ιησούς ζητάει απ’ όσους τον ακολουθήσουν να σπάσουν τις αλυσίδες τους, αψηφώντας την παράδοση και το πρωτείο της ομάδας πάνω στο άτομο. Κατόπιν προσπερνιούνται οι αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες είναι σαφώς κατώτερες από τον άντρα και όσες δεν έχουν άνδρες κηδεμόνες μπαίνουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Ο Ιησούς αποδεικνύει ιδιαίτερα προχωρημένη για την εποχή σκέψη και τις δέχεται όλες στο πλευρό του.

Η αγάπη του πλησίον, η μη βία και ο διαχωρισμός των εξουσιών αποτέλεσαν βασικές ηθικές και φιλοσοφικές πλευρές της διδασκαλίας του. Η αγάπη του πλησίον αποτελεί έναν αρχαίο κανόνα που βρίσκουμε σχεδόν σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα του κόσμου αλλά εδώ ριζοσπαστικοποιείται, καθώς ο Ιησούς τοποθετεί την αγάπη πάνω από όλους τους νόμους. Ο Γκάντι επανέλαβε πολλές φορές ότι τα Ευαγγέλια τον είχαν εμπνεύσει στον μη βίαιο αγώνα του για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Ο Ιησούς κήρυξε την μη βία και την συγχώρεση, μια ριζική αλλαγή συμπεριφοράς και μια υπέρβαση του αρχαίου Νόμου της ανταπόδοσης. Συγχώρεση δεν σημαίνει λήθη ή απουσία δικαιοσύνης αλλά μια πράξη εσωτερική. Η αναγνώριση της πολιτικής εξουσίας και η επιμονή του στον διαχωρισμό των πνευματικών και των εγκόσμιων εξουσιών (παρά τις αντιφάσεις και τα μέγιστα πρακτικά προβλήματα) υπήρξε επίσης ιδιαίτερα πρωτότυπη και κατά κάποιο τρόπο προάγγελος του διάκρισης κράτους και εκκλησίας.

Στην συνέχεια ο συγγραφέας σε σύντομα και καλογραμμένα κεφάλαια εξετάζει την γέννηση του χριστιανισμού (την σχέση του Ιησού με τον ιουδαϊσμό, τις τρεις καινοφανείς πρακτικές του, την πρώτη Εκκλησία, τον ρόλο του Παύλου, τις χριστολογικές διαμάχες, τους μάρτυρες) αλλά και την χριστιανική κοινωνία όπου ο χριστιανισμός πλέον είναι η επίσημη θρησκεία, την σχέση του με την εξουσία, την χριστιανική Ευρώπη και την Εκκλησία ως τον ένοπλο βραχίονα του Χριστού, την Ιερά Εξέταση και την στάση απέναντι στους Ινδιάνους.

Στο κεφάλαιο από «τον χριστιανικό στον αθεϊστικό ανθρωπισμό» ερευνώνται οι θέσεις σπουδαίων μορφών όπως ο Πετράρχης και ο Έρασμος αλλά και του κινήματος του Διαφωτισμού, ο οποίος επιτίθεται στην απαίτηση των Εκκλησιών να υποτάξουν την ορθολογική γνώση στις Γραφές και στην διδασκαλική τους αυθεντία· άλλωστε ο John Locke στην περίφημη Epistla de tolerantia [1689] περιελάμβανε αναφορά στις φιλειρηνικέ διδαχές του Χριστού που καταδικάζουν οποιονδήποτε θρησκευτικό καταναγκασμό αλλά και υπενθύμιζε πως η ίδια η αρχή της ελευθερίας συνείδησης και η ανεκτικότητα απέναντι σε εκείνους που έχουν διαφορετική θρησκεία είναι καθ’ όλα σύμφωνη με τον ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Ο αντίλογος του αθεϊστικού ανθρωπισμού βλέπει την θρησκεία ως πνευματική, ανθρωπολογική, οικονομική και ψυχική αλλοτρίωση (Comte, Feuerbach, Marx, Freud αντίστοιχα).

Ο νεωτερικός κόσμος εφοδιάζει την θρησκεία με νέους μύθους ή επαναφέρει παλαιότερους σε άλλη μορφή. Θεϊκές υποσχέσεις και προφητείες διαμορφώνουν μια γραμμική αντίληψη του χρόνου η οποία διαφοροποιείται από την μέχρι τότε κυρίαρχη ιδέα του κυκλικού χρόνου και δίνει ένα νόημα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Η βιβλική αντίληψη της ιστορίας περιλαμβάνει μια παράμετρο που θα έχει τεράστια επιρροή στην συγκρότηση των μεγάλων σύγχρονων θεολογιών: τον χιλιασμό. Η συγγένεια ανάμεσα στον κομμουνισμό και την εβραϊκή και χριστιανική εσχατολογία έχει προβληθεί ρητά από ορισμένου σοσιαλιστές ηγέτες, παρότι ήταν υλιστές και άθεοι, όπως ο Rosa Luxemburg η οποία έλεγε πως είναι υπέρ της κληρονομιάς των Πατέρων της Εκκλησίας, το δόγμα των οποίων περιγράφει ως «κομμουνιστικό». Και είναι γνωστή η αποστροφή του Νίτσε: Δεν ακούμε ακόμη τίποτε από την φασαρία που κάνουν οι νεκροθάφτες που θάβουν τον Θεό; Ο Θεός είναι νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε. Για τον Νίτσε ο ιουδαιο-χριστιανισμός αφού σκότωσε τους αρχαίους θεούς υπέρ του ενός και μοναδικού Θεού, έγινε στην συνέχεια ο νεκροθάφτης του δικού του Θεού.

Το ίδιο το μήνυμα του Ευαγγελίου ενθαρρύνει τον πιστό να προχωρήσει πέρα από το γράμμα του κειμένου. Ο Ιησούς ασκεί κριτική σε εκείνους οι οποίοι διαβάζουν το κείμενο κατά γράμμα αντί να προσπαθούν να κατανοήσουν το πνεύμα του.

Καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί ο Ιησούς δεν έγραψε ο ίδιος: το κείμενό του θα εξέτρεφε τον φονταμενταλισμό ενώ ο ίδιος ήθελε να τον υπερβεί και αναμφίβολα να δείξει πως κανένα κείμενο δεν είναι οριστικό, διότι όσο οικουμενικό και αν ισχυρίζεται πως είναι, παραμένει συνδεδεμένο με μια δεδομένη συγκυρία. Περιορίζει λοιπόν τον λόγο του σε αυτό που μπορεί να γίνει κατανοητό στους συνομιλητές του και, αντί να τον χαράζει στο μάρμαρο, αναγγέλλει ως το θείο πνεύμα θα οδηγήσει τους πιστούς με την πάροδο του χρόνου σε πολύ ευρύτερους και βαθύτερους ορίζοντες της γνώσης και της κατανόησης. [σ. 253]

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοπερνίκεια επανάσταση της θρησκευτικής συνείδησης: η παράδοση δεν διαπλάθει πλέον το άτομο, αλλά το άτομο παίρνει από την παράδοση ό,τι του ταιριάζει και απορρίπτει τα υπόλοιπα. Η θρησκεία εξατομικεύεται ολοένα και περισσότερο στην ιδιωτική σφαίρα ενώ οι Εκκλησίες έχουν χάσει την επιρροή τους στην κοινωνία. Η πρόοδος του κριτικού λόγου οδηγεί στην αποδοχή του θρησκευτικού πλουραλισμού ενώ ο σκεπτικισμός και το πνεύμα της ανεκτικότητας θεωρούν νόμιμη την ύπαρξη ενός πλήθους φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων. Η θρησκεία πλέον σχετίζεται με την αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας. Για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Edgar Morin, τα πιστεύω «αναβοσβήνουν»

Ο Michel Onfray υποστηρίζει ότι η σύγχρονη εποχή παραμένει χριστιανική και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται. και μιλά για έναν «χριστιανικό αθεϊσμό». Το μήνυμα του Χριστού έχει βγει έξω από την Εκκλησία για να επανέλθει στον σύγχρονο κόσμο με μια εκκοσμικευμένη μορφή. Παραμένουμε εμποτισμένοι από τον χριστιανισμό που έχει γίνει πλέον αόρατος. Ο συγγραφέας εδώ εκφράσει την συμφωνία του αλλά και την διαφωνία του με το σημαντικό κείμενο του Onfray.

Στο τελευταίο του κεφάλαιο ο Λενουάρ εστιάζει στην διήγηση της συνάντησης του Ιησού με την Σαμαρείτισσα, όπως περιγράφεται από τον συγγραφέα του Ευαγγελίου που αποδίδεται στον Ιωάννη, και ιδίως σ’ ένα απόσπασμα που συνθέτει την φιλοσοφία του Χριστού και προβάλλει τον πιο επαναστατικό και τον πιο ανατρεπτικό χαρακτήρα του. Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο συμπυκνωμένο το δίδαγμά του όσο στον σύντομο διάλογο με μια γυναίκα που περιφρονείται τριπλά, από άνδρες, γυναίκες και Εβραίους. Ανατρέπεται η εικόνα του παντοδύναμου αλλά και του γήινου Μεσσία ανατρέπεται, αγνοούνται οι διακρίσεις και οι προκαταλήψεις και προτείνονται η εσωτερικότητα πνευματικής ζωής, η ελευθερία συνείδησης, η απελευθέρωση από την κοινότητα, η αγάπη.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αιμίλιος Βαλασιάδης, σελ. 368, με έντεκα σελίδες υποσημειώσεων [Le Christ philosophe, 2007].

Τα έργα ζωγραφικής είναι των: Eva Campbell, αγνώστου, Norval Morrisseau, Sekha Roy, Frederick J. Brown, Sister Mary Grace, The Benedictine Sisters of Turvey Abbey, Mary Blair, Sadao Watanabe, Eva Campbell.

22
Οκτ.
17

Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία

Η λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης

Πρόκειται κατά κυριολεξία για λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης, εφόσον σ’ αυτό το απολαυστικότατο μυθιστόρημα η λογοτεχνία αλλάζει σταδιακά πλην ολοκληρωτικά την κεντρική ηρωίδα, την εβδομηντάχρονη Ρέμε: της αναστατώνει το πνεύμα και της ξεσηκώνει το σώμα· ανοίγει τους κρουνούς της ηδονής αλλά και της ίδιας της συνείδησης· της εμπνέει την σκέψη και την ωθεί στην πράξη. Κοινώς, την ξυπνάει παντοιοτρόπως. Η λογοτεχνία της μαθητείας και της αφύπνισης δεν αποτελεί πρωτότυπο εύρημα αλλά ο βασικός της χαρακτήρας, μια άσεμνη γριά, με λυτά μαλλιά σαν άγρια χόρτα, ντυμένη με κουρέλια, «που ήταν είκοσι χρονών πριν κλείσει τα εβδομήντα» και η δια της κατακλυσμικής λογοτεχνικής γραφής δραματοποίηση του συγγραφέα απογειώνουν το βιβλίο.

Πού, πώς γλίστρησε η ζωή της δόνα Ρεμέδιος; Πώς στέρεψε η αρχική της πλημμύρα; Από τα δεκαπέντε της η Ρέμε ένοιωθε την καταρροή να κυλάει στα πόδια της, ποθούσε τους άντρες, μα πώς να τα βγάλει πέρα με τα λόγια της γειτονιάς και τα χαστούκια των γονιών; Στα μέρη της ο έρωτας θεωρείται αμαρτία και ντροπή κι έτσι στα δεκαοκτώ της δεν της μένει παρά να διαλέξει κάποιον, κι ας συνεχίζει να μουσκεύει με την ιδέα των φιλιών ενός ωραίου ηθοποιού και με φαντασιώσεις που ξεκινούν ήδη  με τις αφίσες έξω από τον κινηματογράφο.

Η Ρέμε δεν ανήκει στους προνομιούχους της ισπανικής, φρανκικής κοινωνίας, άρα ζει εκτός των τειχών, εκεί που η Καθολική Δράση ιδρύει έναν νέο οικισμό και παραχωρεί για πενήντα χρόνια σπίτια μικρά σαν ποντικοφωλιές, καλύβες από λαμαρίνα, χτισμένες σ’ έναν ξερότοπο με αγκάθια. Οι εργολάβοι της νέας πατρίδας αναλαμβάνουν να βάλουν σε τάξη τους φτωχούς, έστω και ως τρωγλοδύτες των χαμόσπιτων. Όχι ιδιοκτησία και συμβόλαια: το κράτος κυριαρχεί και παραχωρεί, η οικογένεια ευγνωμονεί και κατοικεί. Πρώην καταδικασμένοι και νυν προσηλυτισμένοι προσήλθαν στην ελεημοσύνη και στο πρώτο συγκρότημα κτιρίων που ονομάστηκε Βασιλικό Ίδρυμα Εργατικών Κατοικιών. Τα νανόσπιτα με τα ακάλυπτα δοκάρια αυξάνονται και πληθύνονται στη άκρη του ξερού αυτοκινητόδρομου και φτιάχνουν τείχος από ομοιόμορφες οικοδομές σαν μια μασέλα. Η δεκαετία του ’60 αλλάζει τον ψημένο πηλό με το σκυρόδεμα, τα ατσάλινα πλέγματα και τον αμίαντο, που είναι εύκαμπτος κι αφήνει μόνο μια ελάχιστη σκόνη. Ο εργάτης σύζυγος βήχει, νοιώθει τα γυαλάκια στο στήθος, η ζωή με σκονισμένο πνεύματα αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση.

Οι εκκλησιαστικές τελετές θα συμπληρώσουν περίτρανα αυτήν την ενοριακή δημοκρατία. Η συμμετοχή των νέων σε αδελφότητες για την λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί χρέος τους, είναι άλλωστε μια τελετουργία της νομιμότητας και μια καλή ευκαιρία για στολές και μουσικά όργανα. Δεν είναι η θρησκευτική πίστη ή χριστιανική ηθική που ωθεί το κατεστραμμένο λούμπεν να σπεύδει στις παρελάσεις όσο το ίδιο το φετίχ της ομάδας, η φιγούρα της πομπής, και βέβαια η αρσενική επίδειξη για τους βαστάζους του άρματος. Για μια αλλά Μεγάλη Βδομάδα, γίνονται οι εθνικοί φύλακες του οικισμού, ενώ μαζί τους παρελαύνουν και οι φιλήσυχοι κλητήρες που παριστάνουν τους ιδιοκτήτες των δρόμων αλλά και οι τραυματισμένοι φαλαγγίτες του καθεστώτος, για να φανούν δοξασμένοι πολεμιστές. Και όπως πάντα «αυτοί που σέρνουν τους πιο βαρείς σταυρούς είναι αυτοί που δέρνουν πιο δυνατά τις γυναίκες τους».

Άλλωστε οι επιφανείς γνωρίζουν «πως κάποια πνευματικά δεσμά θα ήταν αναγκαία μόλις ολοκληρωνόταν η διαχείριση του τούβλου για να μη δραπετεύσουν τα ποντίκια όταν πια όλα θα ήταν βαρετά». Οι γυναίκες του οικισμού γεννούν παιδιά μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, όπως είναι και τα παιδιά της Ρέμε που μεγαλώνουν σε χολερικά δωμάτια, γίνονται τεμπέλικα κι επιθετικά και σύντομα ζουν περισσότερο έξω από το σπίτι. Γύρω τους μαζεύονται, δεύτεροι χαρακτήρες του βιβλίου και πρώτοι αναλώσιμοι της συντηρητικής κοινωνίας οι συνομήλικοι φίλοι τους, οι μεγαλύτεροι των συμμοριών, οι νεαροί «βαρόνοι» της περιοχής, όλοι εθισμένοι στη χημεία και στην επιθυμία να ξεφύγουν από μια περιοχή που δημιουργήθηκε ως οχετός της απόμακρης πόλης.

Η δεκαετία του ’80 φέρνει κι άλλες καλύβες στις αλάνες, μαζί με την πανδημία της άσπρης. Οι νέοι που φυλακίζονται συχνά προτιμούν την άνεση ενός κελιού από το ξεροκόμματο του φτωχικού. Το πνεύμα του κιμπούτς έχει πεθάνει, τώρα κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μόνο τον θεό των ναρκωτικών. Το ’90 έρχεται μαζί με την επέλαση της πορνογραφίας και τα αμέτρητα χάπια που κρατούν τους νέους σε συνεχή χορό κάτω απ’ τα στροβοσκόπια. Τα κορίτσια αλητεύουν μέχρι να μείνουν έγκυες και να συνεισφέρουν σε μια ολόκληρη αποικία χαμένων παιδιών που οι μητέρες έχουν για παιχνίδια, βασανισμένες κούκλες οι μεν για τους δε και αντίστροφα, όπως η Ανίτα κι ο Ρόμπε, δεύτερα πρόσωπα του δράματος: εκείνη ένα κορίτσι που καταδέχτηκε να πάρει την θέση της φεύγουσας κόρης της Ρέμε· εκείνος, ένας θετός εγγονός, που εθίζει δεκάδες χρήστες σε στρατηγικά βιντεοπαιχνίδια δικής του έμπνευσης, πουλώντας κουπόνια με κωδικούς εισόδου ενώ φτιάχνει σιγά σιγά ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό βασίλειο, έχοντας ανακαλύψει «την μήτρα του καπιταλισμού για νέους».

Μέχρι που έφτασε η ημέρα όπου ένα κιβώτιο με βιβλία προορισμένα για έναν γείτονα παραδόθηκε από λάθος στην δική της πόρτα. Επρόκειτο να κλείσει τα εβδομήντα και τα βιβλία έφτασαν με πενήντα χρόνια καθυστέρηση αλλά ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη που μέχρι τώρα έβλεπε μόνο τις μεσημεριανές τηλενουβέλες άρχισε να διαβάζει όλα όσα δεν ήξερε: πως είχαν σφετεριστεί την μισή και παραπάνω ζωή της. Βιβλία! Αυτά ξορκίζουν την μελαγχολία και την επανάληψη ολόιδιων ημερών και κάνουν την Ρέμε να γίνεται πολλές ηρωίδες και να βρίσκεται παντού και να μαθαίνει την ζωή. Φυσικά η αρχή είναι δύσκολη, το διάβασμα αργό, οι δύσκολες λέξεις συλλαβίζονται, το δάχτυλο σημαδεύει σειρά με τη σειρά. Δεν πηδάει καμία παράγραφο και συμπληρώνει με το μυαλό της ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Το κλεμμένο κιβώτιο ήταν ένας θάλαμος θεραπείας, ένα πλατωνικό καταφύγιο. Τώρα η μοναξιά της είναι ανακούφιση κι ο χρόνος ατέλειωτος, να διαβάζει μέρα νύχτα κι ύστερα να παίρνει τους δρόμους και να κάθεται στα μπαρ όπου δεν αντέχει για πολύ χωρίς διάβασμα. Όλος ο χωροχρόνος είναι στην διάθεσή της, και τα μάτια της τώρα είναι ορθάνοιχτα μετά από τόσα χρόνια αυτοματισμού. Ατημέλητη και ρακένδυτη, η «τρελή» Ρέμε, διαβάζει τα βιβλία της παντού, στο παγκάκι της άδειας πλατείας ή στο ύπαιθρο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια της. Οι γυναίκες του οικισμού, γειτόνισσες, νεαρές χήρες, παρατημένες, μητέρες μόνες ή νοσοκόμες ανάπηρων συζύγων του εμφυλίου ή του αμίαντου, απορούν για το μόνιμο χαμόγελό της. Δεν έχουν ποτέ τους καταφύγει στα βιβλία «για να σταματήσουν την αγωνία του χαμένου χρόνου»· προτιμούν την πάντα αναμμένη τηλεόραση και  προτιμούν να ξεφυλλίζουν ανόρεχτα τα περιοδικά ή να μαντάρουν την κάπα της Παρθένου. «Το αλέτρι της τηλεόρασης είχε αφήσει χέρσα τα κεφάλια τους, πενήντα χρόνια παραχώρησης συνέθλιψαν το ηθικό τους και το μισό τους ένστικτο ανταρσίας· η ενορία πήρε το άλλο μισό».

Τα απρόσμενα βιβλία έπεσαν στα χέρια της σαν μία θεραπευτική ιεροτελεστία για να επουλώσουν μια πληγή που δεν μάτωνε από την επερχόμενη μοναξιά αλλά από τη συνειδητοποίηση μιας σοβαρής αλήθειας: πως η ζωή της έσβηνε, πως όλα ήταν λάθος από την αρχή, πως τίποτα δεν είναι καίριο εκτός από το πέρασμα του χρόνου. [σ. 179]

Στο μεταξύ σ’ ένα τυπογραφείο του Δήμου γράφεται ένα άλλο, διόλου μυθιστορηματικό κείμενο: ένας κανονισμός που θα διανεμηθεί σε όλα τα γραμματοκιβώτια του οικισμού. Κι ο κόσμος της Ρέμε είναι έτοιμος να ανατραπεί για δεύτερη φορά. Απαγορεύεται το κρέμασμα της μπουγάδας γιατί ασχημαίνουν οι δρόμοι. Οι κάτοικοι διατάζονται να απλώνουν τα ρούχα μέσα στα σπίτια τους. Η Ρέμε βγαίνει από την έκστασή της και διαβάζει μεγαλόφωνα το χαρτάκι στις περαστικές, ένα «Ζερμινάλ στο ιδίωμα της καθημερινής πλύσης». Ποιος τολμάει να ζητάει κάτι τέτοιο;

Οι γυναίκες εξέρχονται από την κοσμική τους αποξένωση και συμφωνούν ν’ αδειάσουν τα συρτάρια τους σε σκοινιά σαν πανηγυρικές σημαίες. Προτού νυχτώσει κάθε μπαλκόνι του οικισμού είναι γεμάτο «αναρχικά ρούχα». Ανεβασμένες πάνω σ’ επικίνδυνες σκάλες οι γυναίκες τεντώνουν τα σκοινιά από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, για να κατασκευάσουν ένα δάσος από κρεμασμένα ρούχα, σαν μοντέρνα τέχνη ενός οργισμένου γκέτο. Νυχτικά, σεντόνια, ρούχα, χιτώνες της Μεγάλης Εβδομάδας ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα στη μέση των δρόμων. Οργανώνονται βάρδιες επιτήρησης – η Ρέμε αναλαμβάνει την νυχτερινή φύλαξη με μια λάμπα κι ένα βιβλίο. Ο οικισμός ξεσηκώνεται μόνος του, χωρίς πολιτικές συγκεντρώσεις ή υψωμένες γροθιές. Ο Πίο Μπαρόχα και οι άλλοι συγγραφείς ήταν αρκετοί.

Η επανάσταση είχε αρχίσει αλλά χρειάζεται και η απαραίτητη προπαγάνδα. Σ’ ένα διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης ένας ακτιβιστής και η σύντροφός του, ο Λεάνδρο και η Ελοΐζα, ούτως ή άλλως ονειρεύονται την καταστροφή του σύμπαντος. Εδώ ψυχογραφούνται περίφημα οι μονομανείς με τις προλεταριακές φαντασιώσεις που αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τον ίδιο τον έρωτα αλλά και αναζητούνται στις δικές τους βιογραφίες τα κίνητρα της εξέγερσης. Άλλωστε αυτές ακριβώς οι φαντασίες πυροδοτούν τα πρώτα βήματα της. Ο ακτιβιστής εκστασιάζεται: μια αληθινή λαϊκή επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτός θα είναι ο διανοούμενος ταραχοποιός που έλειπε σε προηγούμενες καταστάσεις, αφού κάθε φορά περίσσευαν τα μπράτσα και οι πέτρες αλλά έλειπαν τα μυαλά και οι ιδέες. Δημοσιεύει τα δεδομένα σε μια σελίδα για κοινωνικές πρωτοβουλίες, ακολουθούν τα ειδικά έντυπα και μια βάση δεδομένων για διεθνή κινήματα αντίστασης.

Σε όλη τη χώρα αναδύεται ένα ρεύμα αλληλεγγύης – η πλατεία της Καταλωνίας περικυκλώθηκε με σεντόνια απλωμένα σε αυτοσχέδιες λόγχες, η Πουέρτα ντε Σολ είδε να ξαναφυτρώνουν οι σκηνές εκστρατείας του τότε – ενώ αντικαπιταλιστικά κινήματα σε άλλες χώρες τυπώνουν μπλουζάκια με το περίγραμμα ενός πουκάμισου απλωμένου στον ήλιο. Η είδηση διαρρέει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, «ο οικισμός του Ιδρύματος επαναστατεί εναντίον της νέας διάταξης». Η τηλεόραση γνωρίζει καλά να μεγαλοποιεί τα γεγονότα, η ηθική της συμβαδίζει με την ακροαματικότητα. Μια τόσο μικροσκοπική και φωτογενής επανάσταση κι ένας αυτοδίδακτος διαφωτισμός δικαιώνει και διαφημίζει τον οικισμό. Η κοινωνική οργή ενώθηκε με την περιέργεια, ο οικισμός κυριεύτηκε από ένα εκστρατευτικό σώμα που μυρίστηκε εξέγερση: πανκς και ρέτρο-πανκς, Ινδιάνοι και πλείστοι οργανωμένοι ισοπεδώνουν την πλατεία για να κατασκηνώσουν, μια θορυβώδης στρατιά που τις νύχτες παίζει αφρικανικά τύμπανα σε γιορτές αδελφοποίησης.

Αλλά η υδροφόρα φυσιολογία της Ρέμε συνεχίζει να ρέει σαν ένα υδραυλικό κέντρο βαρύτητας. Αυτό που θα μπορούσε να της έχει προσφέρει αμέτρητους οργασμούς τώρα δεν βρίσκει τους απαραίτητους χειριστές, αλλά και πάλι τα βιβλία συνδράμουν και διεγείρουν τις ευαίσθητες ζώνες. Τα βήματα την οδηγούν μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη ακριβώς όπως οι τζάνκις οδηγούνταν στις αλάνες για την δόση τους. Αναζητά την ηδονή, επιθυμεί το σεξ που δεν είχε, μια ανάμνηση, μια δαγκωματιά, κάτι να έχει να θυμάται, δεν έχει καν για παρηγοριά το καταφύγιο ενός παρελθόντος με περιπέτειες σχεδόν παρθένα, όμοια με την κούκλα στο άρμα της αδελφότητας, δυο φορές παρθένα απ’ αυτήν και δυο φορές μητέρα δυο σταυρωμένων παιδιών [σ. 136]

Δυο πρόσθετοι ήρωες που μάλλον λειτουργούν παραπληρωματικά, ο Ντεβότο που βρίσκει παρηγοριά στην θρησκεία και ο Ρομάν ο Φερόμενος ταπεινωμένος ξυλουργός, ενδεικτικές μορφές για τον τρόπο που η εκκλησία διάβρωσε τις ψυχές στην φρανκική Ισπανία ή για την αιωνιότητα της μισογυνίας ή των κρυπτών ερωτισμών. Άλλοι δυο δικαιούνται μερικές σελίδες εφόσον άθελά τους τα ξεκίνησαν όλα: ο δημοτικός σύμβουλος που έγραψε την απαγόρευση και η «Μαινάδα» σύζυγός του, που αναζητούν κι αυτοί τον μέσω διαδικτύου πλουτισμό, εκθέτοντας στις οθόνες των υπολογιστών, φορώντας μάσκα φυσικά, τις ερωτικές περιπτύξεις ή διαστροφές που επιλέγουν οι χρήστες – θεατές.

Ο αγκιτάτορας διακαώς επιθυμεί να μετατρέψει το ξεχασμένο γκέτο σε προμαχώνα της πάλης των τάξεων, ακόμα και σε μια καινούργια προσοβιετική δημοκρατία. Αλλά φυσικά θέλει αυτός να εμφανιστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος των εξεγερμένων, κι όχι η γριά μάγισσα, «ένα πέτρινο άγαλμα στις συνελεύσεις, ένα κλειστό στόμα Ινδιάνου αρχηγού». Ακολουθούν συναντήσεις, διαβουλεύσεις, ο δημοτικός σύμβουλος εκλιπαρεί ή προστάζει, η Ρέμε σιωπά, η εξέγερση είναι έτοιμη να μολυνθεί από έμπορους ναρκωτικών, κι εφόσον επανάσταση χωρίς πολιτοφύλακες δεν έχει νόημα, οι συγκρούσεις με τα μέσα καταστολής θα είναι σκληρές. Νεομαρξιστές και ιακωβίνοι, συνειδητοποιημένοι και ασυνείδητοι, όλοι συμμετέχουν με το μερίδιό τους στην «αναρχική φαντασίωση» και στο μυθιστόρημα του εξεγερμένου οικισμού. Δεν έχει σημασία αν η επανάσταση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί στον λήθαργο της καθημερινότητας και στο ζεστό φαγητό ή αν οι ακτιβιστές θα αναζητήσουν άλλη μάχιμη αποικία. Ορισμένοι δεν εξαγοράζονται και επιλέγουν το τέλος που τους αξίζει.

Είναι σε κάθε σελίδα εμφανές πως ο συγγραφέας επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία του με την μέγιστη δυνατή λογοτεχνικότητα. Παίζει με τις λέξεις, τις ρίχνει σωρηδόν κάθε φορά, πρωτότυπες και αντι-κυριολεκτικές (οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις πράγματι κατακλύζουν την πρόζα του)· αλλάζει πρόσωπα και αφηγητές, βομβαρδίζει με επίθετα, εξαντλεί την παρατακτική σύνδεση. Ενίοτε μοιάζει να παραληρεί αλλά την ίδια στιγμή δεν βιάζεται καθόλου, καθώς ξεδιπλώνει με την ησυχία του τις ιστορίες του, τις διακλαδώνει, τους ξεφεύγει για να εστιάσει σε μικρο- και μακρο-περιβάλλοντα.

Το διακειμενικό του εύρημα σαφώς ενισχύει την πρόζα του, καθώς εντάσσει ανθολογημένα αποσπάσματα απολύτως ταιριαστά με όσα ήδη γράφονται, τα οποία δεν αποτελούν μόνο δείγματα των αναγνώσεων της Ρέμε αλλά και λειτουργούν ως διαλεκτική για την μαθητεία και την μεταμόρφωσή της. Πρόκειται για βιβλία των Πιο Μπαρόχα [ιδίως Ο διεστραμμένος αισθησιασμός, Κόκκινη αυγή, Κακό χορτάρι κ.ά.], Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ [Η εξέγερση των μαζών], Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο [Ιστορία μιας σκάλας] αλλά και των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βισέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Πέρεθ ντε Αγιάλα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, Ρουμπέν Νταρίο, Αντόνιο Ματσάδο, Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Μιγέλ ντε Ουναμούνο κ.ά.

Κρατώντας στον βασικό κορμό την αδιανόητη ιστορία της αξιολάτρευτης Ρέμε, την εγκαταλείπει κάθε τόσο για να ασχοληθεί με τις παράπλευρες βιογραφήσεις των δεύτερων χαρακτήρων, ενίοτε με ιδιαίτερες και μάλλον άσχετες με την βασική ιστορία λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την πορεία όλων όσοι πρόκειται ή νομίζουμε πως θα συμμετάσχουν στην τελική φάση της εξέγερσης. Το τέλος τους βρίσκει όλους εξουθενωμένους, νικητές ή νικημένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, που διαβάσαμε μια ιστορία πλήρους αληθοφάνειας αλλά και απατηλής ουτοπίας. Σε κάθε περίπτωση ο έρωτας συνδιαλέγεται με την επανάσταση, την εμπνέει ή την ακυρώνει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν τις μέγιστες εξεγέρσεις.

Κι αυτά τα βιβλία που διάβασες, τι λένε; – Εξηγούν πώς είναι η ζωή, η αληθινή ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε – Καταραμένα να ’ναι! [Πίο Μπαρόχα, Κόκκινη αυγή]

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, μτφ. από τα Ισπανικά Κλαίτη Σωτηριάδου, σελ. 282, [Pablo Guttiérez, Los libros repentinos, 2015].

Στις εικόνες, εκτός από τα «ανατρεπτικά βιβλία» του βιβλίου, επέλεξα δυο ώριμες υπό ερωτισμό γυναίκες της Paula Rego ως απολύτως ταιριαστές με την μορφή της Ρέμε δυο έργα του Andre de Loba και δυο αφίσες των ελεύθερων γυναικών μιας παράλληλης με το μυθιστόρημα Ιστορίας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 220, με τίτλο Spanish Bombs, από άλλες διαχρονικές ισπανικές βόμβες.

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

22
Αυγ.
17

Το έρμα, τεύχος 02 (Ιούνιος 2017)

Αναρωτιέμαι τι με τράβηξε περισσότερο στο δεύτερο τεύχος του νέου εξαιρετικού περιοδικού (το πρώτο κυκλοφόρησε το 2016, βλ. εδώ). Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματολογία (από την πολιτική, την φιλοσοφία και την επανάσταση μέχρι την θεολογία, την εσχατολογία και τον έρωτα), οι υπογραφές σύγχρονων Ελλήνων στοχαστών και δοκιμιογράφων ή τα παλαιά αλλά αδιάβαστα μεταφρασμένα διηγήματα από δυο εκ των αγαπημένων μου συγγραφέων, του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Χουάν Κάρλος Ονέτι και του Ιασαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση, όλα προτάσσονται και προτείνονται στο εξώφυλλο,  – μια επιλογή που θεωρώ ιδανική, όχι μόνο λόγω αισθητικής αλλά και αποκάλυψης της ταυτότητας του εκάστοτε τεύχους – συνεπώς υπήρξαν απόλυτα θέλγητρα.

Ο Νίκος Κατσιαούνης ανοίγει το ερεθιστικότατο θέμα της εσχατολογικής προσδοκίας και των θεολογικών διαστάσεων του πολιτικού, που άλλωστε επανέρχεται συνεχώς στις σύγχρονες κοινωνίες. Το «ποθεινό» ενός άλλου κόσμου υπήρξε πάντοτε μια σταθερή ιστορική συνθήκη και η υπέρβαση υφιστάμενη τάξη του Είναι αποτέλεσε και την κινητήρια δύναμη των κοινωνικών αλλαγών και της ανθρώπινης δημιουργίας. Όταν πριν περίπου δυο αιώνες η ανθρώπινη σκέψη διακήρυξε τον θάνατο του Θεού και τοποθέτησε τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου η διάβρωση της θεολογίας έπρεπε να καλυφθεί από νέες θεωρήσεις ολικής αντίληψης για τον κόσμο. Η κατά Βολταίρο καθοδηγητική αρχή δεν είναι πλέον η θεία βούληση και πρόνοια αλλά η ανθρώπινη βούληση και ο Λόγος. Η Ιστορία τώρα συγκροτείται στη βάση ενός τελεολογικού και εσχατολογικού οχήματος και αποκτά ένα νόημα κι έναν σκοπό.

Ο συγγραφέας εδώ προβαίνει σε μια επισκόπηση των σχετικών αντιλήψεων, αρχής γενομένης από τον κύκλο των αρχαίων Ελλήνων και το έσχατον των Χριστιανών, ο Θεός των οποίων κατευθύνει την ιστορία της ανθρωπότητας προς έναν τελικό σκοπό. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος προσπάθησε να συνθέσει μια παγκόσμια ιστορία στην οποία ενυπήρχε ένα τέλος, ένας σκοπός. Η ιδέα της χιλιετούς βασιλείας του Θεού επί της γης αποτέλεσε ένα συχνό μοτίβο στη σκέψη πολλών θεολόγων και πιστών, ενώ το αίτημα για την αλλαγή του κόσμου θα αποτελέσει στον Ύστερο Μεσαίωνα κοινό τόπο σε μεγάλες μερίδες του ευρωπαϊκού πληθυσμού μέσα από την «ουτοπική συνείδηση» των χιλιαστικών ρευμάτων. Μπορεί η ιδέα της επανάστασης των νεωτερικών χρόνων να απέχει από αυτές τις οργιαστικές και εκστατικές δυνάμεις, όμως πρόκειται για μια πρώτη εμφάνιση της «συνειδητής σύμπραξης» για την διαμόρφωση του κόσμου. Έτσι η «τόλμη και η δύναμη για το αδύνατο», κατά την φράση του Τόμας Πίντσερ μετασχημάτισε τον ποθεινό χρόνο σε χώρο πραγμάτωσης των ανθρώπινων επιθυμιών.

Μπορεί η πίστη στην υπερβατική θεία πρόνοια σταδιακά να αντικαθίσταται από την πίστη σε μια εμμενή πρόοδο, όμως πολλά δομικά στοιχεία της παλιάς μεταφυσικής μετουσιώθηκαν στις ορθολογικές θεωρήσεις που αντιμάχονταν τον παλαιό κόσμο. Το εσχατολογικό φιλοσοφικοϊστορικό σχήμα του χριστιανισμού εξακολουθεί να υφίσταται στον αθεϊστικό ανθρωπισμό της εποχής των επαναστάσεων. Με τον Χέγκελ η θεολογία της ιστορίας μετατρέπεται σε φιλοσοφία της Ιστορίας στην οποία η κοσμικότητα της ιστορίας ιεροποιείται και η ιερή ιστορία υποβιβάζεται. Στην θεωρία του Μαρξ αλλά και πολλών αναρχικών στοχαστών είναι έκδηλος ένας μεσσιανισμός για την εκπλήρωση του βασιλείου της ελευθερίας. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ βρήκε τη υλική του πραγματοποίηση στην μαρξιστική θεωρία, γράφει ο Κατσιαούνης, ανάμεσα σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα.

Ο Γιώργος Μερτίκας ερευνά την αισθητική της επανάστασης στον Εμανουέλ Σεγιές, η σκέψη του οποίου, με αποκορύφωμα την συνταγματική θεωρία του περί συντακτικής και συντεταγμένης εξουσίας, όχι απλώς υπερβαίνει τον ζουρλομανδύα του κοινοβουλευτισμού αλλά έχει ως λογική απόληξη τον εσχατολογικό μοντερνισμό μιας διαρκούς επανάστασης. Ο ιδεολόγος αβάς Σεγιές υπήρξε μέτοχος όλων των μεγάλων στιγμών της γαλλικής επανάστασης και άφησε ως πνευματική κληρονομιά μια σειρά επαναστατικών φυλλαδίων που διεύρυναν την θεωρία της λαϊκής και της εθνικής κυριαρχίας Σε αντίθεση με τον μηχανιστικό ορθολογισμό του Χομπς, για τον οποίο ο Λεβιάθαν / το κράτος είναι ένας θνητός θεός και μια τεχνητή μηχανή, ο Σεγιές υποστηρίζει στρέφεται στην αισθητική του κράτους ως έργου τέχνης και υποστηρίζει ότι υπόδειγμα της πολιτικής είναι το μυθιστόρημα που στόχο του έχει να ταιριάξει τα γεγονότα στις επιθυμίες και στα γούστα μας. Αυτή η πρωτοκαθεδρία της ανθρώπινης βούλησης στην πολιτική, η αναπλήρωση της θεϊκής παντοδυναμίας με την ανθρώπινη είναι ιδρυτικό γνώρισμα όχι μόνο του ρομαντισμού αλλά και της νεωτερικότητας εν γένει.

Ο Αλέξανδρος Κιουπκολής στο κείμενό του Ο παλιός και νέος κόσμος των κοινών: ζητήματα εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής, παρουσιάζει αρχικά μια σειρά παραδειγμάτων συλλογικής αυτοδιαχείρισης και μοιράσματος συλλογικών πόρων. Εκατοντάδες ανά τον κόσμο κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν αγαθά από κοινού μέσα από την συλλογική συμμετοχή και εκτός λογικής της ατομικής ιδιοκτησίας και του κέρδους. Οι κοινότητες αυτές με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς και παράγουν την δημοκρατική συμμετοχή στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία· ανοικοδομούν συλλογικές δράσεις και συνεργασίες ανοιχτές στην ετερότητα, χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις και εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα.

Πρόκειται, ωστόσο, για διάσπαρτες και περιορισμένες κινήσεις που δεν αθροίζονται σε έναν διευρυμένο «τρίτο πόλο» παρά παραμένουν μειονοτικοί μικροχώροι, άγνωστοι στους πολλούς. Συχνά μάλιστα αφομοιώνονται από τα κυρίαρχα ρεύματα μέσα από «συμπράξεις και χρηματοδοτήσεις που υπονομεύουν την πραγματική αυτοδιαχείριση και το πρόταγμα μιας άλλης οικονομικής λογικής πέραν την κερδοσκοπίας και του ανταγωνισμού. Στο ακανθώδες αυτό ζήτημα συνεισφέρει ο συγγραφέας τους προβληματισμούς αλλά και τις προτάσεις του, με αφορμή αλλά και με πλείστες ενδιαφέρουσες διαφωνίες με το βιβλίο του Γ. Λιερού, Κοινά, κοινότητες, κοινοκτημοσύνη, κομμουνισμός.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν στα Στοιχεία για μια θεωρία της αποσυντάσσουσας δύναμης, κείμενο μιας διάλεξης του 2013 με αφορμή πρόσφατες κατοχές και εξεγέρσεις από το Κάιρο και την Ισταμπούλ μέχρι το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, εμπλουτίζει και επεκτείνει την αρχαιολογία της πολιτικής που πρότεινε στο μείζον έργο του Homo Sacer) και ο Στέφανος Ροζάνης επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα Φαντασία και δημιουργία, με μια άλλη, πλαγιότερη ματιά σε ένα θέμα ενός βιβλίου του που θα παρουσιάσουμε σύντομα.

Περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Φιλήμονα Πατσάκη Το σύνταγμα δεν μεταρρυθμίζεται, Χρήστου Μαρσέλλου Παναγιώτης Κονδύλης ΙΙ, Αλέξανδρου Σχισμένου Σημειώσεις για τον ερωτικό χρόνο και Ορέστη Τάτση Το Εγώ και η Ετερότητα αλλά κι ένας εκτενής διάλογος για την Λογοτεχνία, ιδίως για την γραφή και την ανάγνωση ως δυνατότητες της ελευθερίας, μεταξύ των Άρη Μαραγκόπουλου, Δημοσθένη Παπαμάρκου και Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, ενώ ο τελευταίος καταθέτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο με τίτλο Σαλτιμπάγκοι και νευρόσπαστα, όπου και τυπολογεί τις αποτυπώσεις ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοούμενων σε παλαιότερες και νεότερες ελληνικές ταινίες. Οι Χρήστος Νάκος, Μαρία Μάζη και Πελαγία Φυτοπούλου καταθέτουν τα ποιήματά τους, ενώ ο Αχιλλέας Χρηστίδης «ζωγραφίζει» στο εικαστικό αφιέρωμα του τεύχους.

Τα διηγήματα των Σίνγκερ και Ονέτι είναι απλά αριστουργήματα (σε μετάφραση από τον Σπύρο Γιανναρά και την Έφη Γιαννοπούλου αντίστοιχα). Ιδίως ο προσφιλέστατός μου Ονέτι λογοτεχνεί για άλλη μια φορά μια πρόζα όπου ένα πολυγραφημένο τεύχος, η τυραννία ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, «η παμπάλαια συνήθεια του ψεύδους και της ωραιοποίησης», η εξαφάνιση μιας γυναίκας, η ανάθεση σε έναν ντέτεκτιβ – του έδωσα την φωτογραφία χωρίς θλίψη, εν μέρει με μια παράλογη αίσθηση απελευθέρωσης και η μνήμη μιας ερωτικής ιστορίας συνθέτουν μια καθαρά ονετική σύλληψη.

[Εκδ. Εξάρχεια, σελ. 215]

Στις εικόνες: Ιερός Αυγουστίνος [έργο του Antonio Rodríguez], Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Emmanuel Joseph Sieyès, Giorgio Agamben, Juan Carlos Onetti.

27
Ιολ.
17

Οι ναοί των σωμάτων

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50, καλοκαίρι 2017

Στις εικόνες: Οι Άγιοι Απόστολοι παρά τον Βαρδάρη, με την Ώρα, με τον Μήνα, ο Προφήτης Ηλίας Έκτοτε Ευγενώς Λοξός, η Παναγία των Χαλκέων, των Γκρίζων Ουρανών και των Μοντέρνων Κτιρίων, η Αγία Αικατερίνη ως Σήμα Γραμμάτων, το Βυζαντινό Λουτρό απέναντι από το ταβερνείο του Άρχοντα και οι Άγιοι Απόστολοι από τον φακό του F. Boisonnas – ίσως είχα την ηλικία των (άραγε ανυποψίαστων για το κτίσμα;) παιδιών όταν άρχισε η ιστορία με τους Ναούς των Σωμάτων.

Πρώτη δημοσίευση: ο κτήτωρ του Πανδοχείου και περιπλανώμενος των Ναών, Λάμπρος Σκουζάκης, περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017), σ. 128-134.

30
Μάι.
17

Εμβόλιμον, τεύχος 81 – 82 (Φθινόπωρο 2016 – Χειμώνας 2017)

Κάθε πενθητική λειτουργία αποτελεί και μια προαναγγελία αναστάσιμη. Γι’ αυτό άλλωστε η σήμανση της χαρμολύπης μέσα από το πνευματικό γεγονός της Μεγάλης Παρασκευής δεν καθρεφτίζει απλώς τη συνέχιση της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής παράδοσης που αφορά τον θάνατο του Θεού (ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί, αν πιστέψουμε τις θρησκευτικές παραδόσεις που λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο). Περιγράφει και μια ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, επίσης σε συμβολικό επίπεδο: το ψυχικό πένθος – προάγγελο μιας νέας πραγματικότητας, το ανθρώπινο άλγος που επωάζει τη μελλοντική ελευθερία…

γράφει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στην Μυστικιστική Άνοιξη του Νίκου Καρούζου, σ’ ένα από τα ποικίλα κείμενα που κοσμούν ένα Εμβόλιμον που αφήνει για λίγο στην άκρη τα αφιερώματα και ανοίγει το τεύχος σε πλήθος κειμένων και ειδών, από την ποίηση, την σύντομη πρόζα και το διήγημα μέχρι το δοκίμιο, την φιλολογική εργασία και την επιστολή, χωρίς να ξεχνάμε τις εκτενείς κριτικές βιβλίων. Ιδιαίτερα τα δοκίμια αποτελούν για άλλη μια φορά μελέτες αναφοράς, που δεν διαβάζονται στον τρέχοντα αναγνωστικό χρόνο ενός επίκαιρου λογοτεχνικού περιοδικού αλλά καταρτίζουν μια χρήσιμη κειμενοθήκη.

Η αφίσα  της Μαρία Κουγιουμτζή συνδέει με ευρηματικό τρόπο ένα τραγικό περιστατικό, μια αυτόκλητη απονομή δικαιοσύνης και μια αφίσα, ενώ σ’ ένα από τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι η σειρά της Κοκκινοσκουφίτσας να φάει τον Λύκο επίφοβη, επικίνδυνη, / πίσω απ’ τη μάσκα της αθώας κρυμμένη, γιατί Άλλαξαν / άλλαξαν τα πράγματα δραματικά  […]  τώρα πια στα παιδιά μας πιο παραμύθι να ιστορήσουμε; // Το δάσος δεν υπάρχει πια / οι ξυλοκόποι το έκαναν καυσόξυλα / μοντέρνες πολυκατοικίες πήρανε τη θέση του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που την ονομάζουμε ζωή, οι μικρές ελλειπτικές φόρμες της Καναδής γαλλόφωνης διηγηματογράφου Αude [Claudette Charbonneau Tissot, 1947 – 2012].

Όπως πάντα, τα μη μυθοπλαστικά κείμενα καλύπτουν ευρύτατη θεματολογία. Η Θεολογία των επίγειων πραγματικοτήτων: Οι Τέχνες θεωρούμενες μέσα από το μυστήριο της εν Χριστώ Οικονομίας (Γεώργιος Ι. Στούκης) εστιάζει στην θεο – λογικότητα της λογοτεχνίας και το αίτημα της «προσωπικής» ύπαρξης, ελευθερίας και αποδοχής της ετερότητας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο συγγραφέας καταλήγει πως δεν νοείται θεολογία που να μη διαλέγεται με τις θύραθεν επιστήμες και τις λοιπές καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή τον παλμό του καιρού της. Οι επίγειες πραγματικότητές της δεν είναι μόνο η φύση και τα θεϊκά κτίσματα αλλά και ο πολιτισμός, οι τέχνες, η τεχνολογία και η εργασία.

Βρήκα εξίσου ενδιαφέροντα τα Τεχνητή Νοημοσύνη και Νιτσεϊκή Αισθητική: Από το Φυσικό στο Μεταφυσικό [Ανδρέας Αντωνίου], Ε. Ντ. Χιρς: «Τρεις διαστάσεις της ερμηνευτικής» [Σταυρούλα Γαρύφαλλου] και Γιώργος Σαραντάρης, ο μελλούμενος. Μια μεγάλη προσφορά της Ολυμπίας Καράγιωργα [Ανθούλα Δανιήλ]. Η Άννα Αφεντουλίδου μας εισάγει στον κόσμο του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, και ιδίως στην «σκηνογραφία μιας ανάδρομης νεότητας και σ’ ένα πρόωρο αίτημα ωριμότητας» και ο Ευάγγελος Τσουκαράς δοκιμάζει μια συν-ανάγνωση δύο κειμένων του κρητικού θεάτρου: Ερωφίλη – Βασιλεύς Ροδολίνος.

Η απαραίτητη πλέον «στήλη» για τους Αθόρυβους, πάντα σε οργάνωση και επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη χωρίζεται αυτή τη φορά σε δυο κλίτη, αφιερωμένα στην Χριστίνα Καραντώνη και στην Αλεξάνδρα Βερύκοκου. Μια επιλογή επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία (σε ελεύθερη απόδοση από τον Αντώνη Ψάλτη) είναι φυσικά πάντα δεκτή και, ως συνήθως, πλείστοι ποιητές, μεταξύ άλλων οι Γιολάντα Πέγκλη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Κατερίνα Κούσουλα, Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Κώστας Λιννός, Καρίνα Βέρδη, Θεοδώρα Π. Αραμπατζή, Νεκταρία Μενδρινού, Ρούλα Ερμίδη, Πηνελόπη Γιώσα, Μάλαμας Καρύδας, Καλλιόπη Παπαλεωνίδα, Γιώργος Φραγκούλης, Ελένη Σιγαλού, Σοφία Σάντα και Σουσάνα Καρυοφύλη καταθέτουν την ποίησή τους. Η ζωγραφική της Πέγκυς Γραφάκου ντύνει εικαστικά το τεύχος

[σ. 208]

Στις εικόνες: Μεγάλη Παρασκευή στον Τάραντα και έργο της Πέγκυς Γραφάκου.

17
Αυγ.
16

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τόμος Α΄

Αντίδρομα_1

Από την διαφορά στην κοινότητα: ένα συναρπαστικό ταξίδι στις άκρες του κόσμου

Τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα.

Χρόνια και χρόνια τώρα το καραβάνι διασχίζει την έρημο. Κι ωστόσο κανείς δεν το είδε. Απαντάμε μόνο τα ίχνη του στην άμμο και σιγουρευόμαστε μέσα μας πως υπήρξε εδώ, κάποιαν άλλη στιγμή πριν από μας, όπως τώρα υπάρχει κάπου αλλού, όπου δεν είμαστε ακόμα ούτε φτάνει το μάτι μας. Έτσι, λέγαν’ εδώ κάποτε, είναι ο Θεός· κι εμείς, ο κόσμος, τα ζωντανά και τα άψυχα είμαστε μόνο τα σημάδια του, όμοια με ίχνη καραβανιού στην πλανώμενη άμμο της ερήμου. [σ. 150]

Θυμάμαι τα ταξιδιωτικά κείμενα του Φώτη Τερζάκη στις πίσω σελίδες παλαιών τευχών του περιοδικού Πλανόδιον, να συνδυάζουν την συναρπαστική διήγηση των περιπλανήσεων, με τον στοχασμό, το πολιτικό σχόλιο, την ανοιχτή προοπτική του τόπου και του χρόνου. Τώρα συγκεντρωμένα σε ενιαία σώματα τόμων, μπορεί κανείς να τα απολαύσει και στην φυσική – τοπογραφική τους συνέχεια. Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει τρεις μεγάλες ενότητες που εκτείνονται ως τις βαθύτερες όψεις της Ανατολής, με μια τέταρτη μικρότερη που αφιερώνεται σε μια πύλη της, την Κωνσταντινούπολη και την τουρκική Εγγύς Ανατολή (Ελληνοτουρκικόν).

Tarlabasi

Πολύ ευρωπαϊκή για Ανατολή, πολύ ανατολική για Ευρώπη, ιδιότυπα ελληνική μες στην τουρκικότητά της και πάντα εξωτική για το ελληνικό αισθητήριο, δέκτης των κραδασμών μιας ανέκαθεν ταραγμένης ασιατικής ακτής, η Πόλη ανήκει σε όλους, επειδή δεν ανήκει σε κανέναν. Με τις φωτογραφίες του Κεμάλ ακόμα και στα αποχωρητήρια (έβγαλα μια σειρά τέτοιων φωτογραφιών στο περσινό μου ταξίδι), η Τουρκία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η χούντα αποτελεί τον ιδεότυπο και την πολιτική ουσία κάθε σύγχρονου εθνικού κράτους, γι’ αυτό και στο αντιτουρκικό μένος των ελληνοπατριωτών σιγοκαίει πολλή ζήλεια ακριβώς για το συγκεκριμένο στοιχείο. Και αργότερα αλλού στη Σμύρνη, το δηλητήριο του εθνικισμού είναι ακόμα σταλαγμένο στην αγριεμένη από στερήσεις ψυχή της μάζας.

Από την Καππαδοκία ενός άλλου, μυθικού χριστιανισμού, συγκινητικά ανοιχτού στην παραφορά και στο παραλήρημα – εδώ έφτασαν χριστιανοί αναχωρητές που ξεκίνησαν από τις άγριες ερημιές της Αιγύπτου και βρέθηκαν στις ερήμους της Παλαιστίνης και της Συρίας, «άνθρωποι φρενοκρουσμένοι και θεοφόροι, ερημίτες που επέβαλλαν στον εαυτό τους τα πιο ευφάνταστα μαρτύρια, φυσιογνωμίες απροσδιόριστες ανάμεσα στον άγγελο και το θηρία», ο συγγραφέας αναρωτιέται πόσο δύναμη χρειάζεται για να μπορεί να αρνηθεί κάποιος τον κόσμο για να τον ξαναβρεί σαν ατέρμονο όνειρο που εξανεμίζει την διάκριση ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο.

Cappadocia-

Από πού πάνε όμως για την Ανατολή; Τέτοιος τόπος δεν υπάρχει στον χάρτη κι ωστόσο ξέρουμε πώς να ταξιδεύουμε εκεί, κι ακόμα, πως η Ανατολή είναι ένας τόπος της φαντασίας μας. Ό,τι ο παγερός ευρωπαϊκός μας ορθολογισμός κλείδωσε ερμητικά στον εαυτό του, αποδιωγμένο και ορφανό έκτοτε κατοικεί στα εξωτικά του όνειρα. Μα θα μου πείτε, αυτό δεν γινόταν πάντα ανάμεσα στους πολιτισμούς; Κάθε νεογέννητος κόσμος που πάσχιζε να σφυρηλατήσει μια δική του ταυτότητα δεν ήταν υποχρεωμένος να εφευρίσκει ένα φαντασιώδες αρνητικό που θα ήταν ό,τι αυτός δεν είναι; Κάτι που όφειλε ασταμάτητα ν’ αποκηρύσσει – αλλά μαζί με την αποκήρυξη θα έβλεπε μέσα του το φάντασμα της δικής του χαμένης ευτυχίας; [σ. 39 – 40]

Κι εμείς, κληρωμένοι από νωρίς άθελά μας στην Ευρώπη και στη Δύση, μπορούμε να συλλάβουμε άραγε τι αποτρόπαιη φυλακή σήμανε η πενιχρή μας ταυτότητα, πόση βία απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους χρειάστηκε για να κατασκευαστεί το πολιτισμικό μας κελί, με παρηγοριά την φαντασίωση μιας φημολογούμενης «πνευματικής» ανωτερότητας; Η χριστιανική Ευρώπη, γράφει ο συγγραφέας, έγινε δεξιοτέχνης στον πολιτισμικό μανιχαϊσμό: για να λυγίσει την δύναμη του αντιπάλου της μετέφερε το «κακό» στην Ανατολή. Στις ρομαντικές αναπαραστάσεις της κυριαρχεί η λαγνεία· το στερεότυπό της γέννησε έναν κόσμο αφηγήσεων με το στίγμα του εξωτισμού και συνήθη μοτίβα την ατροφία του ορθολογισμού και την υπερτροφία του πάθους και της φαντασίας. Η σεξουαλική ελευθεριότητα και η ακατάσχετη ακολασία, όχι άσχετες με την πολυγαμία των Μουσουλμάνων, υπήρξαν πάγιο στίγμα της Ανατολής.

Jean-Léon_Gérôme.

Μπαίνοντας στην Δαμασκό ο Τερζάκης παγιδεύεται με το παλιό παιχνίδι του με τι μοιάζει – λες και το πνεύμα δεν έχει άλλον τρόπο ν’ αγκυροβολήσει στο άγνωστο παρά σέρνοντάς το στον κύκλο του ήδη γνωστού….Κάποια στιγμή μέσα από την βαθιά, ανεξήγητη οικειότητα αντιλαμβάνεται πως η Συρία είναι η προπαίδεια της Ανατολής που ονομάσαμε Εγγύς. Στον περιφερειακό του Τζέμπελ Κασιούν οι ντόπιες οικογένειες έχουν στήσει καρέκλες και φορητά τραπεζάκια στις πλαγιές, απλώνοντας παντού κασετόφωνα, φαγητά και ναργιλέδες· αλλά, από την άλλη, μικρή σχέση έχει αυτό το ευπρεπές Ισλάμ με την μεθυστική αναρχία και τον υπόκωφο διονυσιασμό του Ισλάμ της Αφρικής και της Νότιας Αραβικής.

Βρισκόμαστε από ώρα στο κεφάλαιο Η σπορά της φοινικιάς και μνήμες από Αίγυπτο ενθυλακώνονται στην αφήγηση. Ο ολιστικός χαρακτήρας της αραβομουσουλμανικής αισθητικής προκαλεί στον συγγραφέα ένα είδος ανεξάντλητης αγαλλίασης· είναι η αισθητική που επισφραγίζει μια ενότητα που μπορεί να βρεθεί από την Κόρδοβα ως την Σαμαρκάνδη και περιλαμβάνει ό,τι ονομάζει η λέξη «αραβούργημα». Όπως τα μελίσματα της αραβικής μουσικής, που είναι αυτοσχεδιασμοί πάνω σε μια ελάχιστη μουσική ενότητα, τούτη η μοναδική εικαστική γλώσσα είναι ο αφαιρετικός αυτοσχεδιασμός πάνω σε λίγα πρώην φυσικά μοτίβα. Η ροπή του Ισλάμ στην ανεικονικότητα σαφώς έδωσε μια ισχυρή ώθηση στην κατεύθυνση της αφαίρεσης, αλλά αυτή η ανεικονικότητα δεν είναι τόσο απόλυτη όσο λέγεται, ενώ η περίφημη ισλαμική καλλιγραφία ίσως είναι η εκδίκηση της αισθησιακότητας που χάθηκε με τη απαγόρευση των εικόνων.

A handout image released by the Syrian opposition's Shaam News Network on July 25, 2013, allegedly shows the Khaled bin Walid mosque whose mausoleum has been partially destroyed in the al-Khalidiyah neighbourhood of the central Syrian city of Homs. Syrian army shelling destroyed the centuries-old mausoleum a monitoring group and activists said on July 22. Reports of the destruction of the Sunni Muslim pilgrimage site emerged as an intense army campaign to reclaim rebel-held areas of Homs, a strategic junction city, entered its fourth week. AFP PHOTO/HO/SHAAM NEWS NETWORK == RESTRICTED TO EDITORIAL USE - MANDATORY CREDIT "AFP PHOTO / HO / SHAAM NEWS NETWORK" - NO MARKETING NO ADVERTISING CAMPAIGNS - DISTRIBUTED AS A SERVICE TO CLIENTS - AFP IS USING PICTURES FROM ALTERNATIVE SOURCES AS IT WAS NOT AUTHORISED TO COVER THIS EVENT, THEREFORE IT IS NOT RESPONSIBLE FOR ANY DIGITAL ALTERATIONS TO THE PICTURE'S EDITORIAL CONTENT, DATE AND LOCATION WHICH CANNOT BE INDEPENDENTLY VERIFIED ==-/AFP/Getty Images

Τι υπάρχει σήμερα στην Αλεξάνδρεια, όπου οι Χριστιανοί κομμάτιασαν με τα χέρια τους το σώμα της Υπατίας, δηλαδή το σώμα της ίδιας της φιλοσοφίας, αντιλαμβανόμενοι μέσα στον πρωτογονισμό τους πως η πίστη έχει ασυμφιλίωτο εχθρό την σκέψη; Ο ρομαντικός ιδεότυπος της Μπελ Επόκ, του Καβάφη, του Φόρστερ, του Ντάρελ, του Τσίρκα, επιτομή του μεσογειακού κοσμοπολιτισμού, φυλλορρόησε εν μια νυκτί, όπως η Βηρυτός, η Ιερουσαλήμ και η Θεσσαλονίκη, στο τοπίο που άφησε πίσω του ο τελευταίος πόλεμος και η εξαπλούμενη μάστιγα των εθνικών κρατών. Αυτή η Αλεξάνδρεια δεν υπάρχει· στη θέση της βρίσκεται η Ισκεντερία, ένα αραβικό μεγαλοχώρι, γραφικό σκηνικό κατοικημένο από θλιμμένες σκιές. Έξω προς την έρημο όμως ο συγγραφέας νιώθει κατάσαρκα τι θα πει βιβλικό τοπίο: αγριάδα που αναπάλλει μυστικοπάθεια κι εμφυσά δέος και φόβο στην ψυχή.

Πίσω στην Συρία, στην καβουρντισμένη γη που αχνίζει σαν λάβα ηφαιστείου ο Τερζάκης σκέφτεται πως μόνο όποιος ταξιδεύει σ’ αυτούς τους τόπους, που είναι η αληθινή κοιτίδα του Χριστιανισμού, συνειδητοποιεί πόσο ρευστά είναι τα όρια ανάμεσα σε αυτόν και το Ισλάμ. Παρά την αδυναμία της σύγχρονης Δύσης να το κατανοήσει, το Ισλάμ είναι όμαιμος αδελφός του Χριστιανισμού· ενσωμάτωσε μάλιστα παραδόσεις και λατρευτικές συνήθειες του πρωτοχριστιανικού κόσμου που δεν επιβιώνουν πλέον στις δυτικές εκδοχές του, από την αρχιτεκτονική μέχρι τις προσευχές.

Κοπτική Γειτονιά Κάιρο

Η παράδοση του ισλαμικού μυστικισμού έχει τις ρίζες της στους άγιους ασκητές του Βυζαντίου και τους πατέρες της ερήμου που η παρουσία τους στοίχειωνε κάποτε αυτούς τους τόπους. Κομμάτια από την Βίβλο έχουν υφανθεί με αφηγηματική μαεστρία σε όλη την έκταση του Κορανίου. Αν ο Ισαάκ ο Σύρος (θυμήθηκα εδώ το εξαιρετικό βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου) ζούσε σήμερα, θα ένιωθε έτη φωτός κοντύτερα στις λατρευτικές συνήθειες ενός μουσουλμάνου δερβίση απ’ ότι ενός αμερικανού Ευαγγελιστή. [σ. 82 – 83]. Και τελικά τέσσερα από τα πέντε ιστορικά Πατριαρχεία έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μέσα στο προστατευτικό δίχτυ του Ισλάμ, που εγγυήθηκε τα θρησκευτικά δικαιώματα όσον κανένα χριστιανικό βασίλειο στην ιστορία.

Ό,τι δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν αιώνες ιστορίας και αίματος, απειλεί να το ξεριζώσει τον τελευταίο αιώνα το τέρας του έθνους – κράτους και η μοντέρνα ιμπεριαλιστική μάστιγα. Ο Χριστιανισμός φθίνει στους τόπους που ήταν κάποτε το λίκνο του. Η τυφλή αρπακτικότητα της Δύσης, εκτός των άλλων, απειλεί να τινάξει στον αέρα τις ισορροπίες που κρατούν σήμερα οι χριστιανοί της Ανατολής, παγιδευμένοι ανάμεσα στους ομόθρησκους της Δύσης και στον κοινό πολιτισμό που μοιράζονται με τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος που οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν τους χριστιανούς της περιοχής: σαν σφύρα για να τσακίσουν τον αραβικό εθνικισμό που φούντωνε, έσπειρε βαθιά μνησικακία ανάμεσα στις κοινότητες. Η θέση τους επιβαρύνθηκε από την κτηνωδία των χριστιανών Μαρωνιτών του Λιβάνου, που αρνήθηκαν να μοιραστούν την γη τους με τους εκπατρισμένους από το Ισραήλ Παλαιστινίους, ενώ οι φαλαγγίτες του Τζεμαγιέλ με την ενεργητική υπόδειξη των ισραηλινών επιτελών διέπραξαν την σφαγή των χιλιάδων αμάχων Παλαιστινίων στα στρατόπεδα προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα (διαβάστε εδώ για το συγκλονιστικό οδοιπορικό του Ζαν Ζενέ).

Haran Μεσοποταμία_

Το ταξίδι ξεμακραίνει προς την λεγόμενη γόνιμη ημισέληνο, στην Μεσοποταμία, στην Βαβυλώνα και στην Νινευή, στα αλλοτινά βασίλεια που σήμερα δεν είναι παρά σκονισμένα και θλιβερά χωριά, στους απομακρυσμένους τόπους των Νεστοριανών που τραβήχτηκαν με την εκκλησία τους βαθύτερα στην Ανατολή, ενώ σήμερα δέκα χιλιάδες διωγμένοι από το Ιράκ ζουν σε στρατόπεδα προσφύγων, στις φοβερές ερημιές της Μεσοποταμίας και στα λασπόχτιστα χωριά των βεδουίνων, ενώ γύρω στην έρημο παντού σπασμένοι βρίσκονται σκελετοί φρουρίων, στην «άφωνη απεραντοσύνη της ημέρας που δεν λέει να γείρει».

Το Χαλέπι είναι μια διεθνής πόλη, ένα είδος εθνολογικής Κιβωτού του Νώε, όπου ο Μεσοπόλεμος μοιάζει να έχει παγιδευτεί στις φθαρμένες ταπετσαρίες και στα σκεβρωμένα πατώματα, ενώ ο τόπος των αλλοτινών κήπων έχει δώσει την θέση της σε μια λιγδιασμένη συνοικία με γκαράζ, κεμπαμπτζίδικα κι ετοιμόρροπους κινηματογράφους. Η συντροφιά φτάνει ως τις βυζαντινές νεκροπολιτείες πέρα από τα μέρη του Συμεών του Στυλίτη· στα περιστύλια ερειπωμένων ναών βλέπουν δεμένα σκοινιά μπουγάδας, ενώ στην Μπόσρα ευφάνταστοι κάτοικοι διασκευάζουν τα αρχαία ερείπια σε βολικές κατοικίες, δίνοντάς τους μια δεύτερη ζωή. Είναι άραγε, αναρωτιέται ο συγγραφέας, σύμπτωμα της φτώχειας ή μήπως η ξεδιάντροπη αφθονία του αρχαιολογικού παρελθόντος στην Συρία υποβιβάζει αναγκαστικά την αξία εκείνου που σχεδόν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο θα ήταν σπάνιο και ζηλότυπα φυλαγμένο κειμήλιο;

κορίτσι στο shibam

Στην μεγάλη Αραβική Χερσόνησο, αυτό το «σκισμένο κομμάτι της Σαχάρας» η διήγηση ανατρέχει στον σερ Ρίτσαρντ Μπάρτον και στον T.E. Lawrence, στους λαούς που χάθηκαν στο σκοτάδι της Ιστορίας όπως οι Ναβαταίοι, στους λαούς που δεν πίστεψαν ποτέ στην εθνική αποκλειστικότητα και ήταν πάντα ανοιχτοί στις εξωτερικές πολιτισμικές επιδράσεις, αφομοιώνοντάς τις όλες. Και στην Υεμένη ο συγγραφέας αντικρύζει τον αληθινό αραβικό κόσμο. Αν υπήρξε ποτέ ειδικότερα ο κόσμος των αραβικών παραμυθιών, κι αν ελάχιστοι τόποι που έχουν απομείνει στον πλανήτη δικαιώνουν την νησίδα Ιστορίας, τότε ένας βρίσκεται εδώ.

Εδώ μια αρχιτεκτονική ποίηση δίνει φωνή στην ξερή πέτρα και κάνει την βουβή λάσπη να τραγουδάει, ενώ μεταμορφώνει την γη σε περίτεχνο υφαντό που μουρμουρίζει μια γλώσσα αιώνα. Διαβάζω για κτίσματα ιλιγγιώδους ασυμμετρίας, σπίτια με ελάχιστες σχισμές σαν πολεμίστρες, γερμένες ταράτσες, αμέτρητα παράθυρα κάθε σχήματος, μια μεθυστική χωροταξία που εκτός των άλλων προστατεύει τις περιοχές των πάνω ορόφων για την απρόσκοπτη οικειότητα των γυναικών μεταξύ τους. Για άλλη μια φορά όμως η ιστορία ενός τόπου είναι μια ιστορία εμφυλίων· φυλές που εχθρεύονται μεταξύ τους συνήθως χωρίς να θυμούνται γιατί. Οι άντρες φορούν με κελεμπία και δυτικά πανωφόρια, στο φαρδύ ζωνάρι τους συνυπάρχουν το κοντομάχαιρο, η ζαμπίγια και το … κινητό, ενίοτε φέρουν και καλάσνικοφ, κοινώς μια στολή επιθετικής αιδημοσύνης, ενώ πάντα απολαμβάνουν το τσατ, ένα πανάρχαιο ευφορικό, ένα είδος φυσικής αμφεταμίνης.

Υεμένη- Shibam

Τρομαγμένος σχεδόν συνειδητοποίησα πως η έρημος ακυρώνει την ίδια τη γλώσσα. Συνειδητοποίησα ολοκληρωτικά και διαμιάς την τρομερή γοητεία της, τη μυητική κατάσταση που αντιπροσωπεύει για την ψυχή η οποία έχει αγκιστρωθεί στο δίχτυ της, το αδύνατο της επιστροφής στον κατοικημένο κόσμο. Όπως το μεγάλο νερό, ο ωκεανός, όπως και η ίδια η φλόγα που αναλώνει τις μορφές, η έρημος διαλύει το παιχνίδι των αντιθέτων, διαλύει τη γλώσσα και τη σκέψη, μέχρις εκείνο το ολόγιομο τίποτα που συνοψίζεται σ’ ένα ανεκλάλητο θαυμαστικό. Δέσμιος της ερήμου θα πει αιχμάλωτος μιας ελευθερίας χωρίς διαφυγή. [σ. 125]

Στην παραισθητική Σίμπαμ, το Μανχάταν της ερήμου, οι  γαιώδεις ουρανοξύστρες σχεδόν ακουμπούν μεταξύ τους ή χάσκουν πάνω από σκουπιδότοπους. Η παρέα διανυκτευρεύει σ’ ένα φουντούκ, παραδοσιακού τύπου πανδοχεία, κατευθείαν απογόνους των παλαιών χανιών: σε μια μεγάλη αίθουσα σαν εσωτερικό τζαμιού οι επισκέπτες κοιμούνται κατάχαμα ο ένας δίπλα στον άλλον, ενώ το βράδυ του αποχαιρετισμού σ’ εκείνο το κιλίμι παίχτηκε ο δραματικός χορός των μαχαιριών, ένα αλλόφρον θέατρο σκιών με νεαρά αγόρια – «παζολινικές φυσιογνωμίες» «με μάτια αγριεμένων σατύρων».

Ιράν (Dusk, Palangan)_1

Το αντίθετο άκρο είναι ασφαλώς τα Εμιράτα του Περσικού, ένας συνδυασμός παραδοσιακού φυλετισμού και σύγχρονης Ντίσνεϋλαντ, το αηδιαστικό κιτς των πλουσίων Αράβων, διαστημικοί πύργοι και θηριώδη μωλ, ο εξαμερικανισμός αγκαλιά με ανατριχιαστικές οπισθοδρομικότητες. Το νησί του Μπαχρέιν δημιουργεί φαντασιώσεις αραβικού Λας Βέγκας αλλά στην απέναντι πλευρά, στην Άνω Αίγυπτο ένας νούβιος φελουκιέρης κάποτε του αναφώνησε «Κωστής Μοσκώφ!».

Το ταξίδι συνεχίζεται Στη γη των αγίων ποιητών. Το Ιράν δεν είναι χώρα αραβική αλλά αναπάντεχα «δυτική»· Ιρανοί βαθύτατα αξιοπρεπείς και φιλικοί προς τους ξένους, χαμηλότονοι συγκριτικά με την θορυβώδη εξωστρέφεια των Αράβων, διατηρούν μια ταυτότητα σημαδεμένη από έναν βαθύ πολιτικό διχασμό, ανάμεσα στο αρχαίο περσικό παρελθόν και το σύγχρονο ισλαμικό, θυμίζοντας το ανάλογο δίλημμα της ελληνικής ταυτότητας ανάμεσα στην αρχαία κληρονομιά και τον ύστερο χριστιανισμό.

Ζωροαστρικός Ναός Yazd_

Είναι βέβαια και η μεγάλη προστάτιδα των απανταχού Σιιτών, η εξωτική θρησκευτικότητα των οποίων έχει ένα πάθος άγνωστο στον σουνιτικό κόσμο (πέρα από κάποιους ιδιόρρυθμους δερβίσικους κύκλους). Σε αυτά τα μέρη οι μεγάλες εσχατολογίες της μεταθανάτιας κρίσης άρχισαν από τον αρχαίο Ζωροαστρισμό, που εμβολιάστηκε μέσω της Βαβυλωνιακής εξορίας στον Ιουδαϊσμό, και από εκεί, στον Χριστιανισμό και στο Ισλάμ. Εδώ αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται υπάρχουν χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες και αναγνωρισμένα δικαιώματα, στο Ισφαχάν λειτουργεί πλήρως ο δημόσιος χώρος, ενώ πέντε ώρες μακριά, στην Γιαζντ, υπάρχει ζωροαστρικός ναός εν λειτουργία! Φυσικά ο ταξιδιώτης επισκέπτεται με ιδιαίτερη φόρτιση το τέμενος όπου ο θεός μοιάζει με τις λαϊκές αποδόσεις του Ιησού σε φτηνές σύγχρονες εικόνες και η φωτιά καίει αδιαλείπτως από το 200 π.Χ.!

Πίσω στην Τεχεράνη, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πολλά αριστερά ρεύματα και ριζοσπάστες διανοητές ένωσαν τις δυνάμεις τους για να πραγματοποιηθεί το πολιτικό θαύμα που ταπείνωσε για δεύτερη φορά την Αμερική μέσα στην δεκαετία του ’70. Αυτές οι δυνάμεις εξουδετερώθηκαν από το αυταρχικό καθεστώς των μουλάδων του Χομεϊνί. Και τελικά πόσοι άραγε θυμούνται ότι ο τυφλωμένος ισλαμικός φονταμενταλισμός δημιουργήθηκε πάνω στην σκακιέρα της ψυχροπολεμικής αναμέτρησης ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης και ξέφυγε από τα χέρια του πραγματικού αρχιτέκτονά του, του αμερικανικού Πενταγώνου;

Το βλέμμα της Ινδίας

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα του μίγματος ρεαλισμού και ηθικολογικής υποκρισίας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο ισλαμισμό είναι η «ισλαμική πορνεία», μια αδιανόητη επινόηση του ιρανικού συστήματος. Η νομική αυτή κατασκευή λέγεται «προσωρινός γάμος» κατά τον οποίο φτωχά κορίτσια από την επαρχία παραδίδονται από τους πατεράδες τους σε ευκατάστατους άντρες για να συνάψουν μαζί τους γάμο για έναν γάμο, μια εβδομάδα, μια ήμερα, μία ώρα…

Ασία! Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος το ταξίδι φτάνει μέχρι την Ινδία των εφτά θρησκειών και των δεκαπέντε επίσημων γλωσσών και των δεκάδων φυλών και ανθρώπινων τύπων. Εδώ ο ταξιδιώτης δοκιμάζεται ήδη από τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Δελχί, ο οποίος, όπως όλοι οι σιδηροδρομικοί σταθμοί στην Ινδία, είναι ένας τεράστιος απόπατος. Αλλά κυρίως δοκιμάζεται και για τον οίκτο από εκείνο το σμάρι από ανθρώπινες μύγες που πρέπει σε κάθε βήμα να τινάζει από πάνω του, συχνά με βίαιο τρόπο, αν θέλει να συνεχίσει τον δρόμο του. Πιο έξω ακολουθεί ο εφιάλτης των ινδικών δρόμων οι απαρχαιωμένες νταλίκες με το ντουμάνι μαύρου καυσαερίου που τρυπά τους πνεύμονες, τα προϊστορικά αυτοκίνητα που καλύπτουν με μουτζούρα τις ινδικές πόλεις.

Βομβάη Μπορντέλο

Στην ήμερη αυτή γη για εκατοντάδες χρόνια ινδουιστές και μουσουλμάνοι έζησαν συμφιλιωμένοι μέχρι το ξέσπασμα άγριου εθνικιστικού μίσους πάντα με τις ευλογίες της δυτικής αποικιοκρατίας, στην προκείμενη περίπτωση των Άγγλων. Εδώ όμως ο ιερός χαρακτήρας του σεξουαλικού έρωτα και των γενετήσιων συμβόλων που ελλοχεύει στις ρίζες κάθε θρησκείας είναι παντού εμφανής. Ναοί με εικόνες οργιώδους χαράς και ευωχίας και ανεξάντλητες παραλλαγές σεξουαλικών στάσεων σώθηκαν από τον μουσουλμανικό πουριτανισμό χάρη στην πυκνή βλάστηση της ζούγκλας. Στην άλλη, στην πιο ακραία πλευρά, στην φοβερή συνοικία με τα μπορντέλα της Βομβάης, ένα μακάβριο καρναβάλι πληρωμένων ερώτων ζει σε ετοιμόρροπα σπίτια με αδύναμα φώτα κι ένα κομμάτι ύφασμα για πόρτα, ενώ έξω οι τηλεοράσεις παίζουν στη διαπασών τα εμετικά μουσικοχορευτικά του Μπόλινγουντ.

Ο Ινδουισμός στην επόμενη στάση – στο Νεπάλ – είναι γιορτινός και πιο συγκρητιστικός και η καθημερινότητα μοιάζε με ατέρμονο πανηγύρι. Στο Κατμαντού η γιορτή των νεκρών Γκάι Τζάτρα και η περίφημη Freak Street μοιάζουν με ψυχεδελικό λούνα παρκ, θυμίζοντας την εποχή των χίπις που έφτασαν κάποτε μέχρι εδώ, ενώ όταν έφυγαν, άφησαν πίσω τους τα μελαγχολικά σημάδια ενός πανηγυριού που τέλειωσε πρόωρα, ίσως εκτρωματικά. Ο κραδασμός του από το πέρασμά τους ξανάσμιξε με τον προαιώνιο αυτόχθονο ρυθμό. Ίσως γι’ αυτό το βράδια ο ήχος απ’ το σαράνγκι σμίγει με το βαρύ τέμπο του άσιντ ροκ… Η συνύπαρξη και η ανοχή είναι άγραφος νόμος στο Νεπάλ, γράφει ο συγγραφέας, και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν ένιωσε την επίδραση της αρχιτεκτονικής, σαν αληθινό ψυχότροπο πάνω του.

Padmasambhava - Guru Rinpoche, the 8th century tantric master_

Ο Τερζάκης συνθέτει ένα σπάνιο ταξιδιωτικό ψηφιδωτό βιβλίο, όπου συνυπάρχουν τα απαραίτητα εξόχως συντομογραφημένα ιστορικά στοιχεία, οι ποιητικότατες εκφράσεις εικόνων και συναισθημάτων, η προσωπική διήγηση του οδοιπορικού μιας συντροφιάς, η πολιτική ανάγνωση της σύγχρονης ιστορίας πολύπαθων τόπων. Είναι ένας ύμνος στην περιπλάνηση, το ταξίδι ενός ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης. Ο δεύτερος τόμος, ακόμα πιο βαθειά στην Ανατολή, έχει ήδη κυκλοφορήσει και σπεύδω να τον διαβάσω.

Το ταξίδι μαζευόταν αργά μέσα μου σαν το σπάγκο ενός κουβαριού που σώθηκε, σαν την αντοχή ενός κόσμου γονατισμένου, νικημένου από τα μέσα κι απ’ τα έξω, καταδικασμένου να κρατιέται από τα θλιμμένα ξεφτίδια μιας πάλαι ποτέ φωταύγειας, έτοιμου να εκραγεί σαν ηφαιστειακή κρούστα πάνω από μια φωλιά λάβας· και ήμουν κι εγώ ηττημένος μαζί του, το δίχως άλλο. Τι έμεινε λοιπόν από το παιχνίδι της δόξας με τον χρόνο, άλλο από τη σπαταλημένη ορμή στην άμμο τη μετρημένη με τη σπορά της φοινικιάς – άλλο από ιδρώτα και σκόνη και σπλάχνα ανοιγμένα στο ράμφισμα μιας ανάγκης που πυορροεί; Εδώ το ταξίδι τελειώνει λοιπόν· όλα τ’ άλλα τα ξαναπαίζει η μνήμη. [σ. 150]

prayer-flags-at-swayambunath,-kathmandu_

Πλήρης τίτλος: Αντίδρομα στον ήλιο, τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα. Εκδ. Πανοπτικόν, Δεκέμβριος 2014, σελ. 267, με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών.

Στις εικόνες: H διαδικτυακή αναζήτηση εικόνων που συνομιλούν με το κείμενο του συγγραφέα ήταν όπως πάντα κοπιώδης. Ελπίζω να αποδίδουν κάτι από τα μέρη όπως τα είδε ή όπως είναι σήμερα: Κωνσταντινούπολη, Ταρλάμπασι / Καππαδοκία / Jean-Léon Gérôme, La grande pischine à Brusa, 1885, ένα τυπικό οριενταλιστικό έργο / Έμεσα, Συρία (μετά την πρόσφατη καταστροφή) / Χριστιανική Κοπτική συνοικία στο Κάιρο / Χαράν, Μεσοποταμία / Μικρό και μεγάλο κορίτσι στο Shibam, Υεμένη / Ιρανικό χωριό (Dusk, Palangan) / Ζωροαστρικός Ναός Yazd /Το βλέμμα της Ινδίας / Βομβάη, Μπορντέλο / Νεπάλ, η αναφερόμενη σύμμειξη του τότε και του τώρα / Νεπάλ, «σημαίες προσευχής», Swayambunath, Κατμαντού.

13
Ιολ.
16

Η μουσική της Μεγάλης Παρασκευής

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 15, Ιούνιος 2016, σ. 279 – 284.

13
Ιολ.
16

Η μουσική της Μεγάλης Παρασκευής

Αγία Ζώνη 1_

Οι καμπάνες της Αγίας Ζώνης

Αν υπάρχει μια μουσική που να ταυτίζεται απόλυτα με μια προσφιλέστατη συγκυρία, μια ακολουθία ήχων που διακαώς θα επιθυμούσα να μην έχει χαθεί από την ζωή μου, αυτή θα ήταν οι καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής. Μπορεί να βίωσα την πένθιμη ημέρα στην αστική γειτονιά της Κυψέλης και όχι σε ιδανικότερους για την περίσταση επαρχιακούς και μυρωμένους τόπους· μπορεί ο ενοριακός ναός να μην ήταν κάποιο περίκομψο βυζαντινό κτίσμα αλλά μια τυπική ογκώδης εκκλησία «των νεότερων χρόνων»· όμως, με την βεβαιότητα των δεδομένων που συγκέντρωσα όλα αυτά τα χρόνια, μπορώ να πω ότι είχα την τύχη μιας σπάνιας, αν όχι ανεπανάληπτης κωδωνοκρουσίας.

Η Αγία Ζώνη λοιπόν, η εκκλησία στο τέρμα της οδού Επτανήσου, λίγα μέτρα δεξιότερα από την είσοδο της πολυκατοικίας μας, είχε την δική της ιδιαίτερη ηχητική ακολουθία για τις Μεγάλες Παρασκευές, καθώς πέντε διαφορετικές καμπάνες που ηχούσαν με συγκεκριμένη σειρά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Πρώτη σ’ εκείνη την υποβλητική χορεία ήταν μια καμπάνα που αποκαλούσαμε με την πρώτη λέξη που ερχόταν στο μυαλό για τον βροντερό, βαρύ της ήχο: «χοντρή» – και η ονομασία της διατηρήθηκε όλα τα χρόνια. Ο χτύπος της δικαιωματικά απορροφούσε το περισσότερο από το διαθέσιμο δέος μου και η περικύκλωσή της από τη σιωπή, λίγα δευτερόλεπτα πριν και λίγα μετά, την έκαναν ν’ ακούγεται ακόμα πιο βαθιά.

Ακολουθούσαν τρεις λεπτές και τρεις ακόμα λεπτότερες, καμπάνες, που κάποιος από την οικογένεια αποκάλεσε «ψιλές»· αυτές έμοιαζαν να επικαλούνται μια διαφορετική, έκφραση πένθους, μέσω του υψηλού ψιλού. (Αν κάτι κάπως απαλύνει την επεξεργασμένη εμπειρία και ιδίως εκείνη που ανασυνθέτει δια της γραφής αυτό που κάποτε έζησε, είναι ακριβώς η δυνατότητα να επιστρατεύει λέξεις και λογοπαίγνια που νωρίτερα υπήρχαν απλώς ως ιδέες ανέκφραστες). Ο κύκλος ολοκληρωνόταν με άλλες δυο τριάδες με κλιμακούμενη βαθύτητα, η τελευταία από τις οποίες ηχούσε γνώριμη, καθώς έβγαινε από τις, «καθημερινές» καμπάνες, εκείνες που χτυπούσαν όλη τη χρονιά. Αναρωτιέμαι αν συμπεριλήφθηκαν σε εκείνη την πρωτοφανή κωδωνοκρουσία ως μια μικρή υπενθύμιση της κανονικότητας μπροστά στο έκτακτο και το τελετουργικό.

Καμπάνες

Η επινόηση ενός παιχνιδιού

Η Μεγάλη μου Παρασκευή αποκάλυπτε την καρδιά της, που χτυπούσε στον ρυθμό των καμπανισμάτων της Αγίας Ζώνης. Η σειρά των δεκατριών χτύπων ξεκινούσε στις οκτώ το πρωί και σταματούσε αργά το βράδυ λίγο μετά το τέλος της περιφοράς του Επιταφίου, όταν το σμάρι της πομπής τρύπωνε στην φωλιά της εκκλησίας. Έτσι ολόκληρη η ημέρα των Παθών αυλακωνόταν από τις βαθμιδωτές καμπάνες, που σιωπούσαν κάθε τόσο και συνέχιζαν αργότερα ακριβώς από εκεί που έμειναν, όπως ένα βιβλίο που έμεινε ανοιχτό μέχρι την επόμενη ανάγνωση, σαν όνειρο που κόπηκε στη μέση και συνεχίζεται από το σημείο της διακοπής. Εκείνος ο δεσμός με την προηγούμενη καμπανοκρουσία έμοιαζε να διατηρεί την ημέρα σε μια τελετουργική ισορροπία με μια τακτή γλυκόπικρη υπενθύμιση, αλλά ενέπνεε και κρυφό παιχνίδι, από τα αμέτρητα της επινοητικής ηλικίας, για το ποιο θα ήταν το νέο εναρκτήριο καμπάνισμα.

Και ποιος έπαιζε αυτό το παιχνίδι; Δεν γνωρίζω άλλον τόσο ανυπόμονο για την ημέρα με τα ατέλειωτα καμπανίσματα. Υπήρχε άραγε κανείς που αισθανόταν, όπως εγώ, το συνεχές ανέβασμα στα πέντε σκαλοπάτια προς το απόλυτο χτύπημα ή την παράδοση σ’ εκείνη την κυκλικότητα των μπρούτζινων αποχρώσεων; Μου φαινόταν πως μοναχός μου μαγευόμουν από εκείνα τα μελωδίσματα του θρήνου, προσηλωμένος σε μια ενασχόληση που αποτελούσε ταυτόχρονα δέηση δέους και παίγνιο αναψυχής. Ακόμα και οι «πιστοί» έμοιαζαν να αδιαφορούν για τα καμπανιστά υπομνήματα του ιερού δράματος. Παρατηρούσα τους περαστικούς στην γειτονιά, τις γυναίκες που πήγαιναν για ψώνια ή τα μικρά παιδιά που έπαιζαν μπάλα στο προαύλιο της εκκλησίας· κανείς δεν σταματούσε να αφουγκραστεί, να δείξει έστω ένα σημάδι πως όλα τριγύρω είναι διαφορετικά σήμερα. Αναρωτιέμαι αν έστω ένας ακόμα, στα σπίτια που βρίσκονταν μέσα στην εμβέλεια του ναού, σταματούσε την ασχολία του ή «κοντοστεκόταν» (ίσως πρώτη φορά χρησιμοποιώ αυτό το ρήμα των παλιών αναγνωστικών) για να προσέξει τις καμπάνες και κατόπιν να της αφήσει να του ξυπνήσουν σκέψεις που μέχρι τότε έμεναν σιωπηλές, ακαμπάνιστες.

Agia Zoni

Γλυκός φόβος, εκκωφαντική σιωπή

Ας ομολογήσω κάτι που δεν είπα ποτέ σε κανέναν: σε κάθε χτύπο της βαθειάς καμπάνας η καρδιά μου σκιρτούσε φοβισμένη. Εκείνος ο φόβος ήταν διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλο· δεν επεδίωκα την εξαφάνισή του αλλά την παρουσία του. Ήθελα η μέρα να διαρκέσει, να μην τελειώσει προτού εξαντληθώ από το διπλό της καρδιοχτύπι, εκείνο της κορυφαίας του χορού και το δικό μου, που έμοιαζε να αντιλαλεί από μέσα μου το δικό της. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο υποβλητικός ήχος της πρώτης καμπάνας με τύλιγε με εκείνη την απροσδιόριστη ανατριχίλα, ιδίως αν μ’ έβρισκε μόνο μου σε κάποιο δωμάτιο. Συχνά φρόντιζα να πηγαίνω στα μικρότερα, μοναχικά δωμάτια του σπιτιού στο ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στα δυο βαθιά χτυπήματα, ώστε να μη με βρει μόνο μου εκεί εκείνο το δέος. Έχοντας αποκλείσει το ενδεχόμενο του θεολογικού ή μεταφυσικού φόβου, ποτέ μου δεν κατάλαβα τις πηγές εκείνου του ανατριχιάσματος. Μπορεί η ίδια η μουσική να προκαλέσει δέη από τα ίδια βάθη της;

Αφουγκραζόμουν με προσοχή τον χτύπο που ξέφευγε από την καμπάνα και διαχεόταν στα μήκη και στα πλάτη προτού σβήσει στην σιωπή. Εκείνη η σιωπή ήταν διαφορετική· έμοιαζε με βουητό που γέμιζε ένα κενό ανάμεσα στις δυο καμπάνες. Ποτέ άλλοτε δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο ηχηρή, πόσο διαπεραστική μπορεί να είναι μια σιωπή. Το ίδιο έντονα μου ακούγονταν, μετά τον χάλκινο αντίλαλο, ο ήχος των πουλιών, οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν κάπου μακριά, το γάβγισμα ενός σκύλου, μια κόρνα αυτοκινήτου, μια μπαλκονόπορτα που έκλεινε. Μέσα στην ίδια στιγμή, μια περίεργη αντίστιξη εναρμόνιζε τα καθημερινά με τα εξαιρετικά.

Ψιλικατζίιδικο_

Η απρόσωπη ενορχήστρωση και οι τελευταίοι χτύποι

Ποιος χτυπούσε λοιπόν τις καμπάνες; Πώς κατάφερνε να ορθοστατεί σ’ εκείνα τα ύψη και να τηρεί ευλαβικά την ισορροπία των κρούσεων και των παύσεων; Αισθανόταν καθόλου άρχων των ήχων του περίγυρου τόπου εκείνη την ημέρα; Τού προσέδιδε αυτή η θέση ιδιότητα ενορχηστρωτή στα συναισθήματα των περίοικων; Πόσο θα ήθελα να βρίσκομαι στην θέση του, αφοσιωμένος στυλίτης της μιας ημέρας που πάντα αφήνει το αποτύπωμά της στη μνήμη… Πως θα ήταν άραγε να ακούς εκείνη την βαθειά καμπάνα στο ίδιο της το καμπαναριό; Θα αποκορύφωνε την αίσθηση ή θα την απομυθοποιούσε;

Σύντομα θα διαπίστωνα, όχι χωρίς κάποια απογοήτευση, πως η ολοκληρωμένη εκείνη μουσική εκτέλεση δεν ήταν έργο ικανού μαέστρου αλλά κάποιου ηλεκτρονικού προγράμματος. Ένας διακόπτης λοιπόν ενορχήστρωνε την πένθιμη σύνθεση, χωρίς άλλη χειροτεχνία. Δεν άργησα να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα και άρχισα να φαντάζομαι το καμπαναριό άδειο από κάθε παρουσία. Η «εικόνα» παρουσίαζε κάποια ευπρόσδεκτη, έστω και τεχνητή μεταφυσική. Άλλωστε οι απαραίτητες παρουσίες ήμασταν εμείς από κάτω· χωρίς εμάς οι καμπάνες δεν είχαν λόγο ύπαρξης – ήταν όπως η μουσική αποστερημένη από τους ακροατές της. Άφησα κατά μέρος το ενδεχόμενο μιας ανάλογης, βιαστικής παραβολής για την ίδια την θρησκεία και σκέφτηκα ότι σε αμέτρητους άλλους ναούς ανά τις επαρχίες του κόσμου αληθινοί κωδωνοκρούστες θα εμψύχωναν αυτοπροσώπως όσους πιστούς είχαν ανάγκη από έμψυχους χειριστές της θρησκευτικής ατμόσφαιρας.

Οι καμπάνες βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους κατά την πομπή του επιταφίου, καθώς συνόδευαν την αδιανόητη, για το μικρό παιδί που ήμουν, αργόσυρτη διαδρομή των πιστών πίσω από το κατάφορτο λουλουδιών ομοίωμα του περιφερόμενου τάφου. Τότε ένοιωθα πως τουλάχιστον δικαίωναν μια παρουσία που είχε περάσει μέχρι τότε απαρατήρητη – κι ίσως τώρα τις πρόσεχαν περισσότεροι. Αλλά και πάλι, όταν η προσοχή όλων βρισκόταν στα εξαπτέρυγα, στον μαύρο ψηλό σταυρό ή στα εγκώμια, εγώ μετρούσα τους ύστατους χτύπους μιας ημέρας που άφηνε τις τελευταίες της πνοές. Οι καμπάνες – εκτός από την συνηθισμένη, την πέμπτη τη τάξει – θα σιωπούσαν για έναν ολόκληρο χρόνο, μέχρι την επόμενη Μεγάλη Εβδομάδα, περιμένοντας ασάλευτες, άμουσες, παροπλισμένες σε μια σιωπηρή μόνωση. Κι εγώ επέστρεφα στην βραδινή πια σιωπή με μια γλυκόπικρη μελαγχολία.

TDK

Η κασέτα

Ένα μεσημέρι Μεγάλης Παρασκευής, την εποχή ακόμα που η κωδωνοκρουσία δεν σταματούσε το μεσημέρι (όπως συνέβη σε μεταγενέστερα χρόνια, μετά τις διαμαρτυρίες των περίοικων πιστών ότι διαταράσσει την μεσημβρινή τους ανάπαυση), αποφασίσαμε μαζί με την αδελφή μου να μαγνητοφωνήσουμε τις καμπάνες. Είχαμε μόλις αποκτήσει ένα μολυβδόχρωμο κασετόφωνο που αποτελούσε το καινούργιο θαυματουργό παιχνίδι μας. Αρκούσε να πατήσεις το κουμπί Record για να ηχογραφήσεις οτιδήποτε, από τις πολύτιμες σοφίες του παππού (πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του θα εκπλήσσαμε ένα ολόκληρο ακροατήριο παλιών μαθητών του σε μια τιμητική βραδιά) μέχρι έναν διάλογο από την τηλεόραση. «Γράψαμε» λοιπόν για λίγο τις καμπάνες, με μια ελαφριά ενοχή πως αιχμαλωτίζουμε κάτι ιερό.

Σπεύσαμε αμέσως να «δούμε» το αποτέλεσμα: μέσα από εκείνη την μεταλλική κασετίνα οι καμπάνες ακούγονταν παράξενες, ελαφρά παραμορφωμένες. Η κασέτα διέσωζε κάτι από την ατμόσφαιρα, αλλά όχι την πεντακάθαρη ακρίβειά της. Και τελικά τι νόημα είχε η ηχογράφηση; Πώς θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε κάποια άλλη ημέρα, εφόσον είχαν οριστικά πιστωθεί στις Μεγάλες μας Παρασκευές; Κι όμως, σήμερα σκέφτομαι πως αυτή η κασέτα δεν έπρεπε να χαθεί. Το πλαστικό εκείνο κουτάκι με τα δυο οδοντωτά κυκλάκια και την καφέ γυαλιστερή ταινία είχε αιχμαλωτίσει κάτι από την ημέρα, την εποχή, την δική μου παιδικότητα. Γνωρίζω πως δεν θα μπορούσα να επιστρέψω αλλά θα μου αρκούσε ότι το ανεπίστροφο βρισκόταν και εκεί, χειροπιαστό, ακουστό.

radio_recorder_m_2420_ne_513149_

Η κασέτα τυχαία αιχμαλώτισε και κρουστά άλλου είδους, που πάντα συμπλήρωναν την ηχητική της Μεγάλης Εβδομάδας: ένα βαρελότο, που έσκασε κάπου κοντά. Θορυβώδη και διόλου μελωδικά, τα βαρελότα και οι τρακατρούκες σημάδευαν επαρκώς την είσοδο και την έξοδο από τις μεγάλες ημέρες. Δεν αναφέρομαι βέβαια σε αυτά που αλλοίωναν τις έστω και υποθετικώς αναστάσιμες επικλήσεις σε εκκωφαντική φαντασμαγορία, αλλά σε όσα ακούγονταν σε ανύποπτες στιγμές.

Εκείνη η «άκαιρη» ηχώ τους δεν μαρτυρούσε μόνο κάποια παιδική αδημονία που επέσπευδε την τιμητική τους στιγμή αλλά έμοιαζε και μ’ ένα ιδιόμορφο περιγέλασμα του χρόνου. Όταν οι κρότοι ακούγονταν πριν από το Μεγάλο Σάββατο, έκλεβαν το μέλλον για να το φέρουν στο παρόν· όταν έρχονταν καθυστερημένοι, στις ημέρες μετά την Ανάσταση, έμοιαζαν διακαώς να επιζητούν την παράταση των ιδιαίτερων ημερών, προτού αυτές γλιστρήσουν στην κανονικότητα. Ποιο παιδί άραγε από ποιο προαύλιο και ποια αλάνα απελευθέρωνε το τελευταίο του βαρελότο, πιθανώς αποξεχασμένο κάπου εκτός εορτής; Και ήταν γύρω στο Σαββατοκύριακο του Θωμά, που ένας τέτοιος ήχος έκλεινε την αυλαία των εξαιρετικών ήχων, αφήνοντας κι αυτός την μελαγχολική του νότα. Μετά δεν έμενε τίποτα, παρά η μόνη ψυχικώς ελαφρυντική σκέψη: ότι η άνοιξη δεν θα φύγει τόσο γρήγορα.

Νάξου Δ1_

Η αναζήτηση και η επιστροφή

Κάποτε έφυγα από την Κυψέλη και μέτρησα σχεδόν τριάντα Μεγάλες Εβδομάδες σε άλλες συνοικίες και άλλες πόλεις. Έσπευδα πάντα να ακούσω την πένθιμη κωδωνοκρουσία των ναών τους, γειτονικών και μη, για να βρω κάτι από εκείνη την μακριά, κλιμακωτή ακολουθία. Άκουσα τις καμπάνες στους βυζαντινούς ναούς της Θεσσαλονίκης, στους ενετικούς των Χανίων, στους ενοριακούς του Ηρακλείου, στους μοναστηριακούς απανταχού της Κρήτης, στους καθολικούς της Σύρου, στους λευκούς νησιωτικούς άλλων Κυκλάδων, στους μοντέρνους των επόμενων αθηναϊκών διαμονών – Κουκάκι, Εξάρχεια, Ζωγράφου, Ηλιούπολη. Πουθενά δεν βρήκα έναν ναό που να τελετουργεί την μέγιστη Παρασκευή με τέτοια εναλλασσόμενη ποικιλία, πόσο μάλλον σε εκείνο το «1-3-3-3-3».

Κι έτσι επέστρεψα για μια ημέρα στην Κυψέλη. Έφτασα αργά το πρωί, στις Ώρες της Αποκαθήλωσης, υποκρινόμενος ψυχραιμία ενηλίκου. Πλησίασα αργά την Αγία Ζώνη και στην γωνία Επτανήσου και Κύπρου, έστρεψα το βλέμμα μου στο αριστερό καμπαναριό. Ο ήλιος με τύφλωσε όπως και στην πρώτη μου ανάμνηση, όταν, στον περίπατο με τον παππού μου, κοίταξα ψηλά να δω την καμπάνα αλλά μια εκτυφλωτική ηλιοφάνεια που προφανώς πήγαζε πίσω από το καμπαναριό μού δάκρυσε τα μάτια και μου χαμήλωσε το βλέμμα. Και τώρα, όπως και τότε, άκουσα τις ίδιες καμπάνες. Η ακολουθία τους δεν είχε αλλάξει· είχαν μείνει πιστές στο χρονισμένο τυπικό. Μπόρεσα μάλιστα να διαπιστώσω ότι η πρώτη ψιλή και η τελευταία μέση είχαν παραμείνει ίδιες, αν και ακούγονταν φθαρμένες, κουρασμένες. Αντίθετα, η δεύτερη ψιλή και η πρώτη μέση έμοιαζαν ολοκαίνουργιες· προφανώς είχαν αντικατασταθεί. Η βαριά καμπάνα ήταν απαράλλαχτη, όπως και το σκίρτημά μου. Ήταν μονάχα λιγότερο ηχηρή, σα να έφευγε προς την άλλη πλευρά. Το απέδωσα στο ελαφρύ αεράκι.

66_

Τις επόμενες ώρες περπατούσα στους γύρω δρόμους, για να τις ακούω όπως και τότε, από διαφορετικά σημεία και αποστάσεις. Οι καμπάνες της Αγίας Ζώνης έμοιαζαν να μου λένε πως δεν ήταν εκείνες που σταμάτησαν να χτυπάνε αλλά εγώ εκείνος που σταμάτησε να τις παρακολουθεί. Πώς θα ήταν αν δεν έφευγα ποτέ από την συνοικία τους; Θα συνέχιζα να τις παρακολουθώ με προσοχή; Θα αποτελούσαν το σημαντικότερο σήμα των Μεγάλων μου Παρασκευών; Ή θα τις είχα τόσο πολύ συνηθίσει που θα αποτελούσαν «σιωπηρά» συνοδευτικά της ημέρας, δεδομένα και αυτονόητα;

Κοίταξα προς τις πολυκατοικίες των γύρω δρόμων. Ίσως κάποιο παιδί, γέννημα θρέμμα της συνοικίας ή φερμένο από άλλες γωνιές του κόσμου που από τότε συνέκλιναν στην Κυψέλη, να αναρριγούσε όπως κι εγώ. Και ίσως πάλι κάποιος στα παλιά διαμερίσματα, μέσα από τις παράπλευρες μπαλκονόπορτες και τους στενούς ακάλυπτους, να δοκίμαζε παρόμοια συγκίνηση. Πίσω από τους γκρίζους τοίχους και τις πράσινες τέντες αναζήτησα τον εαυτό μου, να ζει τις πιο αμφίθυμες ημέρες του πρώιμου βίου του· τις Μεγάλες Παρασκευές που ευχόταν να τελειώσουν και να μην τελειώσουν. Δεν τον βρήκα, αλλά αναρωτήθηκα αν είναι δυνατόν μια τέτοια βίωση να έχει κληρονομηθεί σε διάδοχους ακροατές.

Δημοσίευση: Περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 15, Ιούνιος 2016, σ. 279 – 284.

Στις εικόνες: Η απαράλλαχτη Αγία Ζώνη, οι καμπάνες της όπως τις φανταζόμουν,  το ψιλικατζίδικο ανάμεσα στο σπίτι μας και στην εκκλησία, τόπος ιδανικός για παρατήρηση των μικροπραγμάτων αλλά και αφορμή για πλησίασμα στον ήχο των καμπανών, κλειστό εδώ και χρόνια, τα όργανα με τα οποία επιχειρήσαμε να αιχμαλωτίσουμε τους ήχους της Μεγάλης Παρασκευής, η μονοκατοικία απέναντι από την μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο τέρμα της οδού Νάξου, στα πλευρά του Ασύλου Ανιάτων (στο μεσαίο πεζούλι με ανέβασαν για να δω την περιφορά του μικρού του Επιταφίου), το πατρικό μου στην Επτανήσου 66, όπου ήμουν έτοιμος να μπω, μετά την τελευταία επίσκεψη για τις καμπάνες. Οι τρεις κτισμένοι χώροι αλιεύτηκαν από τους διαδικτυακούς χάρτες. Απέφυγα να τους φωτογραφίσω ο ίδιος, για το ενδεχόμενο να βρω τον μικρό μου εαυτό.

22
Μάι.
16

Σταύρος Ζουμπουλάκης – Υπό το φως του μυθιστορήματος

film

Ο Θεός στις σελίδες

Παραφράζω τον τίτλο ενός παλαιότερου, δοκιμιακού βιβλίου του συγγραφέα (Ο Θεός στην πόλη), εφόσον τα δοκίμια της συλλογής έχουν σαφή προσανατολισμό προς το θρησκευτικό και θεολογικό στοιχείο μιας σειράς εξαιρετικών μυθιστορημάτων. Ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στα μυθιστορήματα Ιώβ του Γιόζεφ Ροτ, Ο Σατανάς στο Γκόραϋ του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Επιχείρηση Σάυλωκ του Φίλιπ Ροθ, Η Δύναμις και η Δόξα του Γκράχαμ Γκρην, Γκίλιαντ και Στο σπίτι της Μέριλιν Ρόμπινσον, Τα στοιχειώδη σωματίδια και Ο χάρτης και η επικράτεια του Μισέλ Ουελμπέκ, καθώς επίσης και το Ημερολόγιο προσευχής της Φλάννερυ Ο’Κόννορ και το δοκίμιο Η διπλή φλόγα του Οκτάβιο Πας. Ο κύριος αυτός κορμός «περικυκλώνεται» από δυο μικρότερα κείμενα, ένα εναρκτήριο για τον Θερβάντες κι ένα καταληκτήριο για το μυθιστόρημα εντός παγκοσμιοποίησης.

singer

Ο Σίνγκερ έχει και μια δεύτερη γερή μερίδα, εφόσον εκτός από το προαναφερθέν μυθιστόρημα, του επιφυλάσσεται μια Ελεγεία για τη χαμένη Yiddishland, ένα ευρύτερο κείμενο για το συγγραφικό του έργο. Χαίρομαι ιδιαίτερα και για τα δυο αυτά κείμενα γιατί ο Σίνγκερ αποτελεί έναν από τους πλέον αξιανάγνωστους συγγραφείς της αναγνωστικής μου ζωής. Τον γνώρισα χάρη στις επίμονες συστάσεις των μεταφραστών του αριστουργηματικού βιβλίου Ο τελευταίος δαίμονας και άλλες ιστορίες, του Γιώργου Τσακνιά και της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου («αυτός είναι ακριβώς για σένα») και μετά ακολούθησαν οι Σκιές στον ποταμό Χάντσον, ένα ποταμώδες, εξίσου συναρπαστικό μυθιστόρημα. Τα τελευταία βιβλία που μεταφράστηκαν στα ελληνικά, το μυθιστόρημα Σκλάβοι, μια ερωτική ιστορία και η συλλογή διηγημάτων Ένας φίλος του Κάφκα ήταν εξίσου απολαυστικά και παρουσιάστηκαν στο Πανδοχείο εδώ και εδώ. Και, πράγματι, η γοητεία της πρόζας του Σίνγκερ, κατά την γνώμη μου, έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την εμπλοκή του θρησκειακού στοιχείου στην καθημερινή ζωή των χαρακτήρων του, άλλοτε και τώρα.

goray

Τα γίντις ήταν η μόνη γλώσσα που γνώριζε πραγματικά ο Σίνγκερ όταν έφτασε στην Νέα Υόρκη το 1935 και παρέμειναν μέχρι το τέλος της ζωής του η γλώσσα του έργου του και της ίδιας του της ψυχής· μόνο σε αυτήν μπορούσε να γράψει αυτά που ήθελε να γράψει. Ήταν άλλωστε, όπως ανέφερε στον λόγο του στο Νόμπελ, η γλώσσα της εξορίας, μια γλώσσα χωρίς γη, χωρίς σύνορα, χωρίς υποστήριξη, που δεν έχει τις λέξεις για όπλα.

Ο Σατανάς στο Γκόραϋ αναφέρεται στην συγκλονιστική κρίση που προκάλεσε σε όλο τον εβραϊκό κόσμο το μεσσιανικό κίνημα του Σαμπατάι Τσεβί κατά τον 17ο αιώνα, εστιάζοντας στην διαπάλη ανάμεσα στην ραββινική ορθοδοξία και στον σαββαταϊσμό, και στο όργιο ανομίας και ακολασίας που ακολούθησε μετά την επικράτηση του τελευταίου, που υποστήριζε ότι η έλευση του Μεσσία κάνει περιττή την τήρηση των εντολών και οδηγεί στην αγιότητα δια της αμαρτίας. Η τήρηση του Νόμου δια της παραβάσεώς του αποτέλεσε την κεντρική ιδέα πάνω στην οποία ο Τσεβί οικοδόμησε ένα κίνημα αντινομικό, αντιηθικό και εντέλει μηδενιστικό. Η απόρριψη των νόμων συμπεριέλαβε και τον σεξουαλικό ηθικό κώδικα, φτάνοντας μέχρι την ανταλλαγή των γυναικών.

sabbatai-zevi_

Από εδώ και στο εξής αυτός θα είναι ο μυθιστορηματικός κόσμος του Σίνγκερ – η εβραϊκή κοινότητα, το στετλ (η εβραϊκή πολίχνη της Πολωνίας), οι Εβραίοι που μιλούν γίντις – κι αυτή θα είναι η γραφή του: ένα ιδιότυπο μείγμα πραγματικού και φανταστικού, ιερού και βέβηλου, ένας, κατά τα δικά του λόγια, μυστικός ρεαλισμός. Ορισμένα από τα βιβλία του ήταν απολύτως αυτοβιογραφικά, αλλά, όπως εύστοχα ομολογεί ο Ζουμπουλάκης, δεν γνωρίζει άλλη αυτοβιογραφία στην οποία ο αυτοβιογραφούμενος να απουσιάζει τόσο πολύ και ωστόσο το πρόσωπό του να διαγράφεται τόσο καθαρά μέσα από τα πρόσωπα των άλλων, και, ταυτόχρονα, μέσω αυτών, να διαγράφεται και το συλλογικό πρόσωπο της κοινότητας.

Και τι συμβαίνει, άραγε, με το υπεφυσικό ή παραφυσικό στοιχείο που θεριεύει στην πρόζα του Σίνγκερ; Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει δηλώσει ότι πιστεύει στην ύπαρξή του και στην επίδρασή του πάνω στους ανθρώπους. Αυτός άλλωστε είναι ο κόσμος των παιδικών του χρόνων και της θρησκείας του – και δεν υπάρχει θρησκεία χωρίς αγγελολογία και δαιμονολογία. Η παρουσία του όμως έχει και καθαρά λογοτεχνικό χαρακτήρα, είναι «ένα είδος πνευματικής στενογραφίας» που τον βοηθάει «να μιλήσει ευθύβολα και υποβλητικά συνάμα για τις αλόγιστες δυνάμεις και τα πάθη που ορίζουν την ζωή μας, και πως ο κόσμος και η ζωή δεν εξαντλούνται στις επιφάνειές τους αλλά θα μείνουν πάντοτε ένα μυστήριο». Κι έτσι ακόμα και τα φαντάσματα του Σίνγκερ μπορούν να θεωρηθούν σύμβολα ερμηνεύσιμα με ηθικούς όρους. Εν τέλει, όλη αυτή η ελεγεία για την χαμένη γίντισλαντ της Ανατολικής Ευρώπης μας αφορά, καθώς διαβάζουμε σε αυτήν τις δικές μας απώλειες, τους δικούς μας έρωτες, τους δικούς μας ξεριζωμούς και διχασμούς.

hiov

Ο Ιώβ υπήρξε το κατεξοχήν εβραϊκό μυθιστόρημα του Ροτ, ένα μυθιστόρημα για την ασθένεια και την οδύνη του αθώου και του δίκαιου. Το Βιβλίο του Ιώβ άλλωστε, που ενέπνευσε τον Ροτ,  αποτελεί ούτως ή άλλως ένα από τα συγκλονιστικότερα κείμενα της ιστορίας της ανθρωπότητας, καθώς διατυπώνει το σφοδρότερο κατηγορητήριο κατά του Θεού, ανήκει στον ιουδαϊκό και χριστιανικό βιβλικό κανόνα και δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Ο Ζουμπουλάκης μας εφοδιάζει με το βιογραφικό πλαίσιο και το ψυχικό κλίμα μέσα στο οποίο γράφεται ο Ιώβ αλλά και εδώ το έργο είναι αυτόνομο και περιμένει τον αναγνώστη να το φωτίσει με το φως της δικής του περιπέτειας. Επί της ουσίας παρουσιάζονται και οι θεμελιώδεις ομοιότητες αλλά και διαφορές των δυο μύθων.

Τα δυο βιβλία της Μέριλιν Ρόμπινσον, Γκίλιαντ και Στο σπίτι, πέρασαν μάλλον απαρατήρητα εδώ από το αναγνωστικό κοινό, συνεπώς το ενδιαφέρον των σχετικών δοκιμίων είναι διπλό. Στο πρώτο δεσπόζει η μορφή του πάστορα Τζον Έιμς, που διάγει βίο αφοσιωμένο στο ποίμνιό της ενορίας του αλλά και αισθάνεται μεγάλη μοναξιά· σε μια ιδιαίτερη εικόνα, περπατάει τις νύχτες στους δρόμους της μικρής πόλης, σταματώντας τα βήματά του έξω από τα σπίτια που έχουν αναμμένο φως, με τη σκέψη μήπως κάποιος τον έχει ανάγκη, αλλά και ζηλεύοντας ταυτόχρονα που εκεί ζει μια οικογένεια με τα όποια βάσανά της. Αυτός ο άνθρωπος της βαθιάς πίστης, κοντά στα εβδομήντα του, θα ερωτευτεί μια γυναίκα σαράντα περίπου χρόνια νεότερή του, δημιουργώντας μια από τις ωραιότερες ιστορίες στην σύγχρονη λογοτεχνία. Η επιστροφή του άσωτου, κατεστραμμένου γιου του τον κατακλύζει με ένα ακόμα ανθρώπινο συναίσθημα: την ζήλεια.

Marilynne Robinson

Στο δεύτερο μυθιστόρημα την ίδια ιστορία αφηγείται η κόρη του, που επιστρέφει κι αυτή στο σπίτι μετά από μια αποτυχημένη ζωή· και σε αυτή την οπτική κεντρικό πρόσωπο τελικά είναι ο γιος. Σε κάθε περίπτωση ο προβληματισμός της Ρόμπινσον αφορά την χριστιανική διδασκαλία της Χάριτος, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί μοναχός του να νικήσει το κακό, αλλά και την ανθρώπινη συγχωρητικότητα. Ως προς τους άλλους δυο συγγραφείς που κλυδωνίζονται πάνω στην συνύπαρξη χριστιανικής θρησκείας και καθημερινής ζωής, Η Δύναμις και η Δόξα του Γκράχαμ Γκρην εστιάζει στην μορφή ενός απόλυτα σύγχρονου χριστιανικού μάρτυρα, ενώ η ιδιαίτερη περίπτωση της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ θα μας απασχολήσει σε μια από τις επόμενες αναρτήσεις, που θ’ ασχοληθούμε με το σχετικό της βιβλίο.

Είναι φανερό ότι ο Ζουμπουλάκης δεν εξετάζει τα παραπάνω βιβλία μόνο από θεολογική και θρησκευτική σκοπιά, αλλά και από φιλοσοφική και ηθική, πράγμα τελικά ευνόητο, εφόσον αυτά τα πνευματικά πεδία αποτελούν και τους χώρους της καθημερινής εσωτερικής ζωής του αλλά και των συγγραφικών προβληματισμών του. Η συλλογή έχει αναμφισβήτητο ενδιαφέρον από πολλές πλευρές: αποτελεί συνθετική έρευνα κοινών θεμάτων σε μια σειρά σημαντικών βιβλίων, εξέταση της αναγνωστικής τους πρόσληψης, κατάθεση προσωπικών απόψεων, πρόταση φιλοσοφικών, ηθικών και θρησκευτικών προβληματισμών. Ο συγγραφέας γράφει πάντα με το δικό του, γοητευτικό, πυκνό αλλά (το σημαντικότερο!) πάντα εύληπτο λόγο, είτε γράφει δοκίμια είτε κριτικές. Και πάντα βιωματικό, εκφράζοντας την δική του υποκειμενικότητα, χωρίς ποτέ να διεκδικεί πρωτεία «αντικειμενικής» κριτικής.

The-power-and-the-glory

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Διαβάζω, Νέα Εστία, Νέα Ευθύνη, στο L’ Atelier du roman, στις εφημερίδες Η Αυγή, Η Καθημερινή και Το Βήμα της Κυριακής αλλά και ως επίμετρα σε εκδόσεις των μυθιστορημάτων, με εξαίρεση εκείνο για τον Ροτ, που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

Εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 213.

Στα ζωγραφίσματα: Sabbatai Zevi, Marilynne Robinson.

20
Μαρ.
16

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής

TELIKO ARXITEKTONIKH

Πώς μπορεί η μνήμη να ’ναι πηγή και βρύση αισιοδοξίας;

Θα μ’ άρεζε η ιδέα ενός Μηνολογίου συναισθηματικού, όπου στην κάθε ημερομηνία θα αναγράφονταν μία σύντομη αλλά περιεκτική βιογραφία της γυναικός π’ αγαπήσαμε, ανάλογα με το πότε γιορτάζει τα γενέθλιά της. Αντίθετα προς ό,τι ζητεί η θρησκεία, ο έρωτας ενδιαφέρεται, όπως και η στρατολογία, για την ημερομηνία γεννήσεως και όχι του θανάτου. [σ. 80]

Ανάμεσα σε πλείστες φράσεις του απόλυτα αισθητικού και παραισθητικού βιβλίου του Πεντζίκη, ιδανικές να τιτλοφορήσουν την παρούσα παρουσίαση, διαλέγω εκείνη της σελίδας 70, γιατί το πνεύμα της ξεχειλίζει τις σελίδες και δικαιώνει την γραφή τους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην αισιοδοξία που σφύζει εντός και εκτός του συγγραφέα κατά την περίοδο της συγγραφής, κατά την οποία η φρενήρης συγγραφική και εικαστική του δραστηριότητα αναπτύσσεται μέσα σε καθεστώς οικονομικής ανέχειας, καθώς μένει με την σύζυγό του με ενοίκιο σ’ ένα δωμάτιο στο προικώο σπίτι της δευτερότοκης αδελφής του, με οικονομικά διόλου ανθηρά, με το πατρικό φαρμακείο να αποδεικνύεται ζημιογόνο παρά κερδοφόρο. Αντιλαμβάνεστε ότι μιλάω για μια άλλου είδους κατακλυσμική αισιοδοξία.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο γραφείο του [Βασ. Όλγας 197]

Εδώ δεν υπάρχει αφηγηματική ραχοκοκαλιά· ο μύθος, όπως γράφει ο Γαβριήλ Πεντζίκης, πάντα πολύτιμος οδηγός μας με τα επίμετρα και τις σημειώσεις του, από μόνα τους αγλαά αναγνώσματα, καταργείται με έναν πρώιμα μινιμαλιστικό τρόπο και η αφήγηση μένει έρμαιο των κυμάτων μνήμης που προκαλεί η αναψηλάφηση του περιεχομένου ενός κουτιού. Καθώς ο συγγραφέας ανοίγει ένα χαρτονένιο κουτί γεμάτο λογής αναμνηστικά και κυρίως πολλές και διάφορες φωτογραφίες, σκέφτεται ότι με το υλικό αυτό θα μπορούσε να συνθέσει μια ενδιαφέρουσα πεζή αφήγηση – αυτά είναι ακριβώς τα λόγια του. Ας θυμηθούμε ότι στην αρχαιότητα το σύμπαν συχνά το αντιλαμβάνονταν και το απεικόνιζαν ως κιβωτιόσχημο, συνεπώς το άνοιγμα του κουτιού και η αναψηλάφηση του περιεχομένου του ισοδυναμούν με πράξη κοσμογονίας.

Πεντζίκης Χριστόψαρο, 1978

Πιστεύω ότι από τα δάκρυα των ανθρώπων είναι η θάλασσα αλμυρή.

Έχουν λοιπόν οι μνήμες υλική υπόσταση; αναρωτιέται στην πρώτη σελίδα του τέταρτου κεφαλαίου. Μπορούν να οικοδομούν σαν πλίνθοι, κεραμίδια και ξύλα; Η γραφή αρχινά ταυτόχρονα με την μνήμη· ο Πεντζίκης θυμάται και γράφει, γράφει και θυμάται. Θυμάται ένα φθινόπωρο, στο τέλος της Κατοχής, την επίσκεψη μαζί με φίλους στο στρατιωτικό νεκροταφείο του Ζεϊτενλίκ [όπου κείνται οι πεσόντες του Γαλλικού Στρατού στο μακεδονικό μέτωπο κατά τον Μεγάλο Πόλεμο]. Αργότερα ζωγράφισε μια άποψη της νεκρούπολης αλλά ήταν αδύνατο τα λαδιά χρώματα της βλάστησης να αποδώσουν εκείνο που είχε νοιώσει. «Οι ανεκτέλεστες επιθυμίες είναι ένα υλικό που η ψυχή αποθηκεύει». Θυμάται στο οστεοφυλάκιο της Αγίας Παρασκευής, στο Β΄ νεκροταφείο της πόλης, σε τάξη τα οστά των κεκοιμημένων σε ισομεγέθη μαβιά ή καφετιά ή μαύρα κασάκια με τα στοιχεία και την φωτογραφία του μεταστάντος. Και σε άλλα χωριά και πόλεις «απέκαμε» το μάτι του βλέποντας «ευτελισμένο τον θησαυρό, σκόρπια σε σωρούς, σα να’ ναι τίποτα τα κόκαλα όσων μας γέννησαν».

Άνθρωπος με τα χέρια στις τσέπες, 1958_

Σε εποχές που η ψυχή του παραμένει σκοτεινιασμένη, αναζητά την ηρεμία περιπλανώμενος στα απόσκια του Χορτιάτη. Πέρα απ’ όλα τα εμπόδια διακρίνει ένα γαλήνιο φως, ένα μυστικό καντήλι που φέγγει γλυκά σαν μέλι. Το ίδιο φως διέκρινε επιστρέφοντας το ίδιο βράδυ με το αυτοκίνητο από το Ασβεστοχώρι, σαν ανατολή μέσα από κουτί των αναμνηστικών. Αλλά δεν θα είναι διόλου εύκολη η εντρύφηση εντός του· πολλές φορές που ερευνούσε εκεί μέσα αισθανόταν πως περιπλανιόταν ανάμεσα σε ερείπια ή μέσα σε κοιμητήριο.

Κι εκεί αρχίζει το ξετύλιγμα των αναμνήσεων, από την ταινία Ζουντέξ που προβαλλόταν το 1917 στον κινηματογράφο Γκωμόν, το μετέπειτα Βασιλικό Θέατρο. Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει (σχεδόν, γιατί όλα έχουν αρχίσει πριν ανοίξουμε το βιβλίο και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα) σε μια αίθουσα κινηματογράφου, στον χώρο που, μαζεύονται οι ζωντανοί και βλέπουν σκιές ανθρώπων να αναπαριστούν την ζωή, όπως κάποτε άφησε να εννοηθεί σε πρώιμη συνέντευξη ο συγγραφέας. Με τον ήρωά της, που είχε αναλάβει την υποστήριξη των δικαίων μιας αδικημένης αστικής οικογένειας, καυχιόταν ότι έμοιαζε ο εξάδελφός του Αλέκος. Τώρα η μια ενθύμηση οδηγεί στην άλλη και κάθε περιπλάνηση αποτελεί αφορμή ή καλύτερα αφετηρία για τις πιο βαθιές σκέψεις.

Α. ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ_

Σε μια ξενάγηση ξένων στην εκκλησία των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων βλέπει τον υψιπετή τρούλο κι από μέσα τους δέκα Προφήτες σάμπως αιωρούμενους στο κενό, καθώς γύρω τους όλοι η επιφάνεια έχει γυμνωθεί από την χρυσή της αίγλη. Με τα σφαιρικά τρίγωνα οι Βυζαντινοί συνδύαζαν τη σφαίρα με τον κύβο, και κατ’ ακολουθία το τετράγωνο με τον κύκλο κι εδώ η παράσταση και η ιδέα της οδηγούν σε πλείστες παρεκβάσεις. Τον ίδιο ναό, που χαρακτηρίζει ως την ωραιότερη ίσως εκκλησία της Θεσσαλονίκης [συμφωνώ μαζί του τόσο στον χαρακτηρισμό όσο και στο ίσως] ο συγγραφέας ζωγράφισε για το ημερολόγιο της ΑΓΕΤ Όλυμπος – Ηρακλής το 1966. Η τέχνη του Πεντζίκη ήταν καθολική, διαχεόταν παντού.

Είδα επίσης κάποιον εγκαταστημένο σε μια τρύπα των κάστρων, που ’χε σιάξει με παλιοσύρματα και σκουριασμένα φύλλα τενεκέ έναν ωραιότατο περίβολο τριγύρω στη διαμονή του, σωστό παιχνίδι φαντασίας παιδιάτικης. Ξαναπέρασα πέρυσι πάλι έξω από την τρωγλοδυτική εκείνη κατοικία, αλλά ο άνθρωπος είχε πεθάνει και η ομορφοφτιαγμένη μικρή αυλή ήταν έρημη. [σ. 59]

Κάρτα Άνω Πόλη_

Περιπλανιέται στην Τούμπα του Λεμπέτ – στην στερεμένη βρύση πιο κάτω όπου ένιωσε να τον καίει δίψα ακόρεστη, στο προικοδοτημένο από το σχέδιο Μάρσαλ εργοστάσιο αναγομώσεως ελαστικών παρά την οδό προς τον Λαγκαδά, στην ασυνήθιστη Εκκλησία στην Νέα Ευκαρπία, στα παραπήγματα του συνοικισμού Σταυρουπόλεως, στους σκουπιδότοπους γύρω από την Θεσσαλονίκη και καθώς κατακλύζεται από σκέψεις, μνήμες και ιδέες, ξεδιαλέγει τα δικά του απορρίματα, για να βρει το υλικό να φράξει τον δικό του περίβολο «όπου βγαίνει από την τρύπα της και παίζει η μοναχική του ψυχή».

Και ψάχνει να αποθέσει το βάρος της παντελούς ήττας. Μπορεί ο κάθε σωρός των αποτυχιών, των χαμένων, σκευών, των τσακισμένων, συντριμμένων ευθειών να ολοκληρώσει ένα ταξίδι; Είναι δυνατό η τεθλασμένη να γίνει ευθεία ταξιδιού γαλανή; Ποιο είναι λοιπόν το νόημα από τόσα νιάτα, τόση ένταση και ζωή; Από την άλλη χρειάζεται κάπως η μνήμη του να αλαφρώσει από τον υλικό φόρτο. Να γίνει ένα είδος εξάτμισης, και τα πράγματα να υψωθούν σαν καπνός θυμιάματος στον ουρανό. Ίσως «τελικά και συνολικά η ιδέα να μην είναι παρά η φυσική ακολουθία της καλλιέργειας του αντικειμενικού κόσμου μέσα στην υποκειμενική ψυχή».

Εκδρομή με τη σύζυγο του Νίκη, στο δάσος Κουρίτο 1949. Τη στάση του Ν. Γ. Πεντζίκη υπαγόρευσε η επιθυμία του να αποτυπωθεί στη φωτογραφία το σακκίδιό του

Πρέπει η ύπαρξη απαραιτήτως να είναι κίνηση;

Ο Πεντζίκης γράφει με ασκητική πειθαρχία σε αυτή την δουλειά – «άντληση και εξάντληση των ζείδωρων ναμάτων», καταρτίζει λίστες και αρχεία των φίλων και των εικονιζομένων στις φωτογραφίες, τους κατατάσσει με πλείστους ευρηματικούς τρόπους, συλλογίζεται πάνω στην αυτοχειρία του εξάδελφού του Κίμωνα, που «δεν μπορούσε ν’ ανθέξει την πραγματικότητα ύστερ’ από τα μεγάλα όνειρα που είχε κάνει», σκέφτεται τον μυθιστοριογράφο κύριο Στέφο, που δεν θέλει να φτάσει στο τέλος του βιβλίου του, γιατί φοβάται πως γράφοντας την τελευταία σελίδα θα υπόγραφε και τον θάνατό του.

Πόσα πράγματα παλιά χρησιμεύουν για κάτι καινούργιο που κάνουμε, γράφει με ενθουσιασμό. Καθώς ψάχνει υλικό για τις αφίσες της έκθεσης ζωγραφικής που ετοιμάζει, διαλέγει την ρεκλάμα ενός φάρμακου και μια έγχρωμη φωτογραφία από το Μπουένος Άιρες, Avenida de Mayo. «Παρορμούμενος» θυσιάζει κι άλλες ρεκλάμες κι έντυπα και στέκεται σε ένα δροσερό πρόσωπο χαμογελαστού κοριτσιού ή, αλλού, στο ξαπλωμένο της σώμα με το νυχτικό, πριν τον ύπνο. Χαμογελάω καθώς σκέφτομαι την ευφορία του συγγραφέα και όλων μας μπροστά στις αρχαίες εκείνες διαφημίσεις, σε σχέση με σήμερα.

«Θεσσαλονίκη, όπισθεν κατοικιών». Ακουαρέλλα, 1949. Συλλογή Γ. Ν. Πεντζίκη (φωτ. Φ. Σαρρή)

Όλα τα αισθάνομαι σαν μια τερπνή άσκηση, περίπου όπως νιώθουν τα παιδιά που παίζουν, εκφέροντας λέξεις εύηχες που έχασαν πια το συγκεκριμένο τους νόημα

Η Αρχιτεκτονική χτίστηκε ανάμεσα στο 1953 που σχεδιάστηκε, δηλαδή γράφτηκε, και στο 1963 που είδε το φως του τυπογραφείου, δηλαδή εκδόθηκε. Τότε ξεκίνησε και η σχετικά ευρύτερη αναγνώριση του συγγραφέα. Η συγγραφή της καλύπτει τους τελευταίους δυο μήνες της εγκυμοσύνης της συζύγου του και τους τέσσερις πρώτους μήνες της πατρότητας. Έχουν προηγηθεί τα μείζονα έργα Πραγματογνωσία (1950) και Το Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης (1952) – η πρώτη αποτελεί κατάθεση της ανταπόκρισης του συγγραφέα τον γάμο και το δεύτερο στον έγγαμο βίο. Τώρα είναι σειρά της πατρότητας. Η επιμέλεια αυτής της τρίτης έκδοσης από τον άνθρωπο που υπήρξε ο καρπός εκείνης της πατρότητας αποτελεί πράγματι, όπως γράφει ο ίδιος, μια ένδειξη της δραστικότητας εκείνης της υπέρ υιού προσευχής.

Στρασβούργο, Σεπτέμβριος 1986. Ο Ν. Γ. Πεντζίκης μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη

Η έκδοση περιλαμβάνει τα κεφάλαια της Αρχιτεκτονικής, το Ιστορικό της (Πρώτες δημοσιεύσεις, Σημείωμα του συγγραφέα, Χειρόγραφο / Εκδόσεις), την Ανάδραση (Επιστολές, Κριτικές / Παρουσιάσεις), Σχόλια, Επίμετρο του επιμελητή, συντομογραφίες και εργοβιογραφικό χρονολόγιο. Σε γυαλιστερό, έγχρωμο δεκαεξασέλιδο είκοσι μία φωτογραφίες εικονίζουν χειρόγραφα, σχέδια και εξώφυλλα εκδόσεων, οικογενειακές φωτογραφίες και έργα του συγγραφέα.

Σε μια από τις επιστολές του (πρωί Μεγάλης Παρασκευής του 1955) ο Τάκης Σινόπουλος του γράφει για την ανεξήγητη ψυχική ευφορία που την απέδωσε σε μερικές φράσεις του βιβλίου, οι οποίες επενεργούσαν μέσα του σαν την παλιά μουσική του 16ου – 17ου αιώνα, ενώ οι πρώτες σελίδες του θύμισαν «τον χρόνο που ξαναβρέθηκε» του Μαρσέλ Προυστ. Αλλά η γοητεία ορισμένων φράσεων χαρακτηρίζεται από τον Σινόπουλο μοναδική ή μυστική και απευθύνεται σε μια αποδεσμευμένη από το λογικό ενδοχώρα. Ο ίδιος ποιητής σε κριτικό του σημείωμα στο περιοδικό Εποχές το 1964, με τίτλο Ελληνική Αντιλογοτεχνία, τον χαρακτηρίζει χιμαιροκυνηγό της αισιοδοξίας.

Ο κήπος μας στην Θεσσαλονίκη

Αν στην συλλογή δοκιμίων Προς εκκλησιασμό, ο αναγνώστης οδηγείται στην επίγνωση ότι η μνήμη μπορεί σε κάποιο επίπεδο να ταυτίζεται με την λήθη, εδώ ο Πεντζίκης ακροβατεί πάνω στα δυο ύστατα ακραία, της ζωής και του θανάτου, σε μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Σε αυτή την ακροβασία πιστά ασκούμαι τόσα χρόνια, διαβάζοντας ξανά και ξανά τα γραπτά αυτού του Συναξαριστή του δικού μου βίου, μέχρι σήμερα που, ορφανός και εξόριστος από την Μητέρα Θεσσαλονίκη, συνεχίζω να ψάχνω στους έρημους δρόμους της τον Αντρέα Δημακούδη, προσπαθώ να συγκρατήσω Ομιλήματα που δεν πρέπει να χαθούν, έρχομαι Προς εκκλησιασμό στις δικές μου εμμονές, περιπλανιέμαι ασκούμενος σε αυτοσχέδια προσωπική Πραγματογνωσία, κρατώ για τα πάντα Σημειώσεις εκατό ημερών και πασχίζω να οργανώσω τον βίο μου σε Αρχείο, μήπως και σχηματιστεί έστω σαν σκαρίφημα κάτι που θα μπορούσε να είναι η Αρχιτεκτονική της δικής μου σκόρπιας ζωής.

Εκδ. Άγρα, 2008, Γ΄ έκδ., [Α΄ έκδ. Ίκαρος, 1963, Β΄ έκδ. Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1978] σελ. 323.

ΝΓΠ, 1946

Στις εικόνες: Στις εικόνες: Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο γραφείο του [Βασ. Όλγας 197]. Χριστόψαρο [1978], Άνθρωπος με τα χέρια στις τσέπες [1958], Ναός Δώδεκα Αποστόλων, Εκδρομή με τη σύζυγο του Νίκη στο δάσος Κουρίτο· την στάση του υπαγόρευσε η επιθυμία του να αποτυπωθεί στη φωτογραφία το σακίδιό του [1949], Θεσσαλονίκη, όπισθεν κατοικιών [1949, φωτ. Φ. Σαρρή], Στρασβούργο, μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη [Σεπτέμβριος 1986], Ο κήπος μας στην Θεσσαλονίκη, ΝΓΠ [1946].

27
Φεβ.
16

Νίκος Καρούζος – Πεζά κείμενα

KAROUZOS Peza Keimena_

Τα πεζά ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς»

Πιάνω στα χέρια μου το τεύχος υπ’ αρ. 88 – 89 του περιοδικού Η λέξη (Οκτώβρης – Νοέμβρης ’89), που είχα αγοράσει από ένα περίπτερο στην Θεσσαλονίκη. Ίσως ήταν το πρώτο αφιερωματικό τεύχος που αγόραζα και ο λόγος ήταν ο τιμώμενος ποιητής, ο πρώτος ποιητής που μου μίλησε με έναν τρόπο που μέχρι σήμερα πασχίζω να καταλάβω. Το αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο περιελάμβανε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα από τον Τίτο Πατρίκο, Έκτορα Κακναβάτο, Ματθαίο Μουντέ, Γιώργο Βέη, Αλέξη Ζήρα, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Αθηνά Παπαδάκη, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Κωστή Παπακόγκο, Ευγένιο Αρανίτση, Κώστα Σοφιανό, Θανάση Χατζόπουλο, Θ.Δ. Φραγκόπουλο, κ.ά., καθώς και μια συνομιλία του ποιητή με τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο. Ανοίγω το τεύχος και βλέπω τις κυκλωμένες από το μολύβι μου παραγράφους – όπως εκείνη από το κείμενο του Αρανίτση [σ. 894 – 895]:

Η ποίηση έχει καταστρέψει τη ζωή του Καρούζου σαν μια μοιραία και απαιτητική ερωμένη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που η συνείδησή του κατοικείται από λέξεις σε κατάσταση αναβρασμού. Ένας τέτοιος ψυχικός κόσμος στριφογυρίζει υποχρεωτικά μέσα στο παράδοξο. Υποφέρει αλλά δεν πλήττει ποτέ, γιατί η δουλειά του είναι να παράγει μια ανεξάντλητη πείρα σε μυστήρια και αντιξοότητες. Ποτέ δεν ελληνική ποίηση το τυχαίο και το αυθόρμητο δεν συνδυάστηκαν τόσο ιδανικά με λεπτές χημικές διεργασίες εμπνευσμένες απ’ την μυστικιστική πεποίθηση ότι η γλώσσα διαθέτει δυνατότης μαγείας, ιδιότητες παραισθησιογόνου, εκείνη την αρχαϊκή πνοή που αναταράζει τον μανδύα της γονιμότητας.

Λέξη Καρούζος

Είκοσι χρόνια μετά, κι έχοντας διασχίσει όλες τις συλλογές του ποιητή και άλλα αφιερώματα, όπως εκείνα των περιοδικών Το Δέντρο και Εμβόλιμον, που παρουσιάσαμε εδώ κι εδώ αντίστοιχα, φτάνω στην παρούσα έκδοση, που συγκεντρώνει πεζά κείμενα που γράφτηκαν στη διάρκεια των σαράντα ενός χρόνων μιας συνεχούς γραφής που δημοσιευόταν σε εκείνα τα λογοτεχνικά περιοδικά που επιθυμούσε να είναι «προσκεκλημένος» και να γράφει όποτε ήθελε και ό,τι τον ενδιέφερε, χωρίς κάποια μόνιμη συνεργασία. Η θεματολογία του ευρύτατη, αχανής: η ποιητική γραφή, η πνευματική του πορεία, η αντίστοιχη πορεία της πατρίδας του· η μουσική, το θέατρο, η ζωγραφική, ο θρησκευτικός λόγος, οι ομότεχνοι, οι αντίθετοι. Πρόκειται για δείγματα, όπως γράφει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια, μιας ιδιότυπης πνευματικής εξωστρέφειας, που καταλήγει μέχρι και τους τελευταίους γραμμένους στίχους του στο νοσοκομείο λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο Δόξασμα, που αναδημοσιεύεται στο ίδιο κείμενο· για κείμενα ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς».

Νίκος Καρούζος σε Κήπο

Εκείνος λοιπόν που έγινε γνωστός ως ο ποιητής της ρήξης, καθώς μέσα από τα ποιήματά του αρθρώνεται ένας διαρκής διάλογος – σύγκρουση, μια σκληρή και τρυφερή μέσα στην οραματική της διάσταση αναθεώρηση των πάντων, ο ποιητής στάθηκε μακριά από δόγματα, συρμούς και ομάδες, «διεθνής και ακάθεχτος», όπως έγραφε στην Ψυχαγωγία εις ύψος, στην συλλογή Συντήρηση ανελκυστήρων, που θυμάμαι είχα αγοράσει γοητευμένος από μικρός από τον τίτλο της, έγραφε στο κείμενο Τοποθέτηση, στο περιοδικό Τομές, το 1976:

Με ρωτούν ενίοτε τι βλέπω στην πολιτική πραγματικότητα σαν ορθότερο, «πού ανήκω». Λοιπόν, ανήκω, σεβόμενος ότι το αόρατο και αόριστο πρόσωπο του μέλλοντος, αλλ’ αυτό του παρόντος το ορατό και συγκεκριμένο, στην απλή και ελεύθερη λογική, που είναι πάντα κι αποκλειστικά ποσιμπιλιστική, προσφέροντας το βεβαιότερο πράγμα, το εφικτό – στα δίκαια αιτήματα που αντιμάχονται τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της υπάρχουσας κοινωνίας. Όλα τα’ άλλα, τα ηχηρά και κραυγαλέα και άκρως θεωρητικά δεν έχουν εμφανή βάση σ’ αυτόν τον αστάθμητο κόσμο… [σ. 191]

Philippe Soupault_

…για να προσθέσει, πως σαν αδέσμευτος άνθρωπος πιστεύει «πως ο πραγματικά φυσικός δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποτε στην περιπόθητη σοσιαλιστική διοργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι ακριβώς το πολύγνωμο δημοκρατικό πολίτευμα». Στο ίδιο τεύχος, τον ίδιο χρόνο και στην ίδια στήλη αφιερώνει ένα κείμενο στον Philippe Soupault, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όπως γράφει περίπτωση αναμφισβήτητου ποιητή κι ενός από τους πρωτεργάτες της υπερρεαλιστικής ουτοπίας, που πιστώνεται εκτός από τα διαφόρων ειδών κείμενά του και την εντυπωσιακή νεκρανάσταση του Lautreamont, ίδιον των εξαίσια εισδυτικών πρωτοτύπων πνευμάτων.

O ίδιος ο Μπρετόν (προτού τον διαγράψει από την σουρεαλιστική ομάδα λόγω «λογοτεχνικής παρέκκλισης») κάπου στο περίφημο Μανιφέστο σημείωνε πως το 1919 ο Σουπώ έμπαινε σ’ ένα σωρό απίθανα σπίτια για να ρωτήσει τον θυρωρό και να εξακριβώσει αν έμενε εκεί ο Φίλιππος Soupault. Και αργότερα προσέθετε: Πιστεύω πως δεν θα αισθάνθηκε καμιάν έκπληξη από μια καταφατική απάντηση. Θα πήγε να χτυπήσει την πόρτα του. Ο Καρούζος εδώ υποστηρίζει ότι οι καλύτερες, και ουσιαστικά τολμηρότερες πραγματώσεις των υπερρεαλιστών είναι εκείνες που διατηρούν ή και επιτρέπουν έναν όποιο σύνδεσμο με το διάψυχο γεγονός της λογικής.

Gogol_1_

Ο Καραγκιόζης και ο Κόντογλου, ο Καβάφης και ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός και ο Καραγάτσης, ο «πολυβότανος» Πεντζίκης και ο Μανουήλ Πανσέληνος, ο Γιώργος Μακρής κι ένας εμπεδόκλειος αλήτης μέσα σ’ ένα ταξί με τον Παύλο Valery, έχουν όλοι θέση στην σκέψη του Καρούζου, που συλλογίζεται σε άλλα κείμενα για την ελευθερία, την γλώσσα, τους κοινωνικούς αγώνες, την σοσιαλιστική ηθική, το θέατρο (όπως ένα κείμενο για Το προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα), την θρησκεία και την θεολογία, όπως ένα εξίσου έξοχο κείμενο για τις λατρευτικές σελίδες του Ν. Β. Γκόγκολ.

Η δοκιμιακή γραφή του ποιητή έχει την γλωσσική στόφα όλων των παλαιών δοκιμιογράφων. Στο κείμενό του για την στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη γράφει: Ο Τερζάκης είναι ένας γνήσια διαλογιζόμενος άνθρωπος, ένας αληθινός στοχαστής, με γνήσιο εσωτερικό υπόστρωμα, με γραφίδα περίτρομη κατάντικρυ στα φλέγοντα του πνεύματος, με συνεσταλμένη συλλογιστική, με πλήθος ακράτητα ερωτήματα και βαθύτατο πύρωμα σώψυχης αγωνίας. Η λέξη, Επιθεώρηση Τέχνης, Ζυγός, Διαγώνιος, Νέα Εστία, Ευθύνη, Καινούρια Εποχή, Σύνορο, Εκκλησιαστικά Προβλήματα, Κριτικά Φύλλα, Υδρία, Τομές, Τετράδια Ευθύνης, Τραμ, Το Περιοδικό, Πλανόδιον, Το Δέντρο …. δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες φιλοξένησαν όλα αυτά τα κείμενα που επιχειρούν να παγιδεύσουν «το αόρατο στην ορατότητα», όπως μας συμβούλευε στην Εντύπωση από την συλλογή Ερυθρογράφος.

verne

Άμα διαβάζει κανείς Εμπειρίκο στα τόσο παλλόμενα πεζά του και τυχαίνει να ξέρει τις παλαιές καθαρευουσιάνικες μεταφράσεις του Ιουλίου Verne, είναι αδύνατο να μη συσχετίσει τις δυο γλώσσες γράφει ο Καρούζος στο κείμενό του Ιούλιος Verne και Ανδρέας Εμπειρίκος, σε κάποιο τεύχος του Τραμ το 1979. Εδώ ο συγγραφέας εκφράζει μια άποψη που κρέμεται, όπως γράφει, από την διαίσθησή του και μόνο: ο Εμπειρίκος διαμόρφωσε την μαγιά του γλωσσικού του πεπρωμένου από τέτοια διαβάσματα της παιδικής ηλικίας. Ο Καρούζος δεν θεώρησε σωστό να τον ρωτήσει σχετικά, γνωρίζοντας πως κάθε ποιητής είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε παρατηρήσεις επιδράσεων. Εν τούτοις σε κάποια ανάγνωση εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία σε κάποια από τις γνωστές οικιακές αναγνώσεις του Εμπειρίκου και σχολίασε: Είσθε ένας μυθικής, θα έλεγα, όσο κι απόμακρης γραφής Έλληνας Ιούλιος Verne του έρωτα. Ο Εμπειρίκος ενθουσιάστηκε με αυτά τα λόγια και μίλησε με ολόψυχο θαυμασμό για τον Ιούλιο Βερν, αν και κατάλαβε κάτι διαφορετικό από εκείνο που εννοούσε ο Καρούζος: ότι οραματιζόταν την ανώτερη εξέλιξη του ερωτικού παράγοντα στην ανθρώπινη μοίρα και την κατάφαση κάθε ερωτικής ελευθερίας.

ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ.1

Το προτελευταίο κείμενο του τόμου τιτλοφορείται Η νοσταλγία του παρελθόντος, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο, και αναφέρεται ως προσχέδιο για την αυτοβιογραφική ταινία του συγγραφέα και κατανέμεται σε δεκατέσσερις σκηνές (Ναύπλιο, 1982). Στην έβδομη σκηνή αναφέρεται στα μυκηναϊκά ερείπια, που του αρέσουν ακριβώς γιατί είναι τυφλά. Σε μια φιλοσοφία των ερειπίων θα άξιζε να γραφτεί πως τα καλώς, ας πούμε, σωζώμενα ερείπια, δεν προσφέρουν το βίωμα του απείρου, όσο τέτοιου είδους τυφλά ερείπια. Στην ενδέκατη σκηνή συμπυκνώνει την ιδέα του για την ποίηση, για την οποία τον ρωτούν κάθε τόσο, θυμάται την θέση της «ασιατικής φιλοσοφίας», πως όποιος δυναστεύεται από ερωτήματα δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να λάβει απόκριση. Και στην αμέσως επόμενη γράφει «περί ρουτίνας»:

Όπως έλεγε ο Novalis, δεν είναι τίποτα πιο ασυνήθιστο απ’ το ίδιο το συνηθισμένο. Η ποίηση τρέχει στους δρόμους. Κι ο ποιητής πιάνει κάποια ελάχιστα της φαντασμαγορικής αυτής διαδικασίας. Η βίωση προέχει. Για σκεφτείτε ένα μακρινό σαξόφωνο από ένα φωτισμένο παράθυρο, που μπορούμε να το απολαύσουμε ωσάν ηχητική μπαλάντα του άπειρου… Δεν είν’ έτσι; Η ποίηση βατεύει τα γεγονότα. Κι ανασταίνει το παραδείσιο στοιχείο οπουδήποτε… [σ. 314]

Εκδ. Ίκαρος, Α΄ έκδ. 1998, Β΄ έκδ. 2010, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, σελ. 324, με εντεκασέλιδη εισαγωγή της επιμελήτριας και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Ο Ποιητής στον Κήπο, η κεφαλή του Φίλιππου Σουπώ, το μπλέ του Νικολάι Γκόγκολ, η πολυχρωμία του Ιουλίου Βερν, ο Καρούζος στον Δρόμο.

03
Ιαν.
16

Σταύρος Ζουμπουλάκης – Η αδερφή μου

Εξώφυλλο

Όποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας. Γνώρισα στη ζωή μου σπουδαίους ανθρώπους, συγγραφείς, φιλοσόφους, επιστήμονες, ορισμένοι – οι λιγότεροι – μου έγιναν συμπαθείς, περνάω καλά στη συντροφιά τους. Ξέρω να αξιολογώ τα έργα τους και να τα τιμώ όταν αξίζουν, η ηθική όμως εκτίμησή μου πηγαίνει μόνο, αποκλειστικά και μόνο, σε όσους στάθηκαν δίπλα σε βαριά και ανίατα άρρωστους και τους φρόντισαν δίχως κανένα γογγυσμό, με αγάπη και αφοσίωση. [σ. 61]

Η αδελφή του Σταύρου Ζουμπουλάκη, η Γιούλα, ήταν ο άνθρωπος που αγάπησε περισσότερο στη ζωή του. Και η ασθένειά της, η επιληψία, μετέτρεψε την αδελφική του σχέση σε πεπρωμένο· ένα πεπρωμένο που χάρη στην ικανή του γραφή μετατρέπεται στο παρόν απόσταγμα εβδομήντα σελίδων. Εδώ συμπυκνώνονται όσα έζησε και φιλοσόφησε, όσα κράτησε και διδάχτηκε. Ο συγγραφέας μιλάει για την διχασμένη ζωή του πονεμένου: ενεργείς σαν κανονικός άνθρωπος, αλλά βρίσκεσαι αλλού. Μόνο με τους ομοιοπαθείς είσαι αληθινός και λες ό,τι πραγματικά θέλεις να πεις. «Άλλος ψυχομαχάει κι άλλος καυλομαχάει», έλεγε ο πατέρας του, και ο γιος τώρα συνοψίζει σε αυτή την παροιμία την άποψή του για την ζωή – κι αυτή είναι μια από τις ειλικρινείς εξομολογήσεις ενός βαθύτατα πνευματικού ανθρώπου.

2 - Balthus - Brother and Sister, 1936_

Αυτός ο αδελφός λοιπόν, εντελώς ξαφνικά, όταν έκλεισε τα δεκατέσσερα σταμάτησε να βγαίνει για παιχνίδι και κλείστηκε στο σπίτι διαβάζοντας μανιωδώς. Μέχρι και σήμερα δεν έχει δώσει απάντηση πώς και γιατί συνέβη αυτό· απλά σκέφτεται μήπως αυτή η στροφή στον εαυτό του και στην ανάγνωση ήταν μια μυστική προετοιμασία για να αντιμετωπίσει με τον δικό του τρόπο την επερχόμενη καταιγίδα. Είχε πια σχεδιαστεί «της ζωής του η περιοχή». Τα διαβάσματα αποτελούσαν κι ένα ενδιαφέρον πεδίο αντιπαράθεσης με την Γιούλα, και ιδίως οι αντίθετες ποιητικές προτιμήσεις. Εδώ ο συγγραφέας καταθέτει μια βεβαιότητα: σχέση αληθινή με την ποίηση μπορεί να έχει στη ζωή του μόνο εκείνος που στα εφηβικά του χρόνια ένιωσε σωματική αναστάτωση διαβάζοντας ένα ποίημα, και ας μην ήταν σε θέση να κατακτήσει το νόημα. Αν δεν συμβεί τότε, ποτέ δεν θα του δοθεί η συγκίνηση με το ίδιο ποίημα αργότερα. Και αυτή την αίσθηση την χρωστάει στην αδελφή του.

Η οικογένεια σιώπησε· ο καθένας από τους γονείς οδηγήθηκε στην απόκρυψη από τον δικό του δρόμο, για τους δικούς του λόγους. Ίσως η αποσιώπηση ξόρκιζε το κακό, ίσως κανείς τρίτος δεν θεωρείτο ικανός να νιώσει τον πόνο, ίσως η κοινοποίηση θα οδηγούσε σε συνεχείς ανόητες ερωτήσεις που θα σκάλιζαν διαρκώς την πληγή. Αλλά ένα μυστικό που δεν μοιράζεται γίνεται ασήκωτο· και ο συγγραφέας το κουβάλησε αμοίραστο μέσα του για χρόνια και οδηγήθηκε σε μια μοναχική εσωτερικότητα που τον προφύλαξε από την επιπόλαιη εξωστρέφεια. Αυτά, μας ομολογεί, τα λέει σήμερα, ενώ τότε πολύ θα ήθελε να ήταν ένας επιπόλαιος εξωστρεφής τύπος που καλοπερνάει, «ένας οποιοσδήποτε Ευτύχιος», όπως θα έλεγε και ο Μάριος Χάκκας.

2 - Αδελφάκια 1

Καθώς οι επιληπτικές κρίσεις πυκνώνουν σε συχνότητα και αποτελούν το ενδεχόμενο κάθε στιγμής, η ζωή του συγγραφέα αλλάζει. Κάθε ανεπαίσθητος θόρυβος διαταράσσει τον ύπνο του. Η Γιούλα εξεγέρθηκε με τον δικό της τρόπο απέναντι στην ασθένεια. Άρχισε να ζει έντονα την ζωή της και να εξαφανίζεται για ώρες, αφήνοντας στον αδελφό της τον ρόλο του καλού παιδιού που βλέπει χιλιάδες βλακείες στην τηλεόραση για να μην αφήσει μόνους τους γονείς του. Και φυσικά άρχισε να βλέπει πώς οι χρόνια άρρωστοι, ειδικά οι άρρωστοι από τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια, έχουν μάθει πολύ καλά την τέχνη να χρησιμοποιούν την αρρώστια τους για να χειρίζονται τους άλλους με τρόπο βασανιστικό. Κι εκείνη ασκούσε την τέχνη με ιδιαίτερη επιδεξιότητα.

Η ζωή είναι βέβαια γεμάτη πόνο και βάσανα. Μπορεί όλοι να έχουν μερίδιο στον πόνο της ζωής, τα μερίδια αυτά όμως είναι πολύ άνισα μεταξύ τους. Είναι ψέμα ότι κάθε άνθρωπος έχει τα βάσανά του, εάν με αυτό εννοούμε πως τούτα τα βάσανα είναι το ίδιο βαριά. Σε αυτό το ψέμα προσχωρούν πολλές φορές και οι ίδιοι οι δυστυχισμένοι, γιατί δεν αντέχουν τη μοναξιά της δυστυχίας τους, το βάρος της μεταφυσική αδικίας που τους διάλεξε. Ούτε όλοι οι πόνοι είναι το ίδιο. Ο πόνος της συλλογικής συμφοράς, είτε η φύση την προκάλεσε είτε η ιστορία, είναι πολύ λιγότερο βαρύς από τον πόνο που προκαλεί η ατομική συμφορά, εκείνη που χτύπησε εσένα μόνο ή τους δικούς σου: μια ανίατη αρρώστια ή ο θάνατος ενός παιδιού. [σ. 23 – 24]

 2 - Inaho & Yuki - Aldnoah Zero

Η συλλογική συμφορά, και η φρικτότερη ακόμη, μοιράζεται. Δεν είσαι μόνος, δεν είσαι εσύ ο δακτυλοδεικτούμενος της μαύρης μοίρας. Η κοινότητα του πόνου είναι από μόνη της παρηγορητική. Γι’ αυτό και, στη δεύτερη περίπτωση, όταν η συμφορά είναι ατομική, ο πονεμένος αναζητάει παντού, στο παρελθόν και στο παρόν, και άλλους πονεμένους, για να συγκροτήσει μια φανταστική κοινότητα πονεμένων. […] Προσπαθεί παράλληλα να συγκροτήσει και μια πραγματική, αν τα καταφέρει, κοινότητα ομοιοπαθών, για να μιλάει χωρίς να τον καταλαβαίνουν. Χωρίς μια όμοια ή ανάλογη εμπειρία πώς να νιώσεις τον άλλο που τον έχει τσακίσει ο πόνος; [σ. 23 – 24]

Η ίδια η ύπαρξη του άλλου πονεμένου σε ανακουφίζει· θέλεις να ξέρεις ότι υπάρχει. Κι ο συγγραφέας άρχισε να αναζητά εκείνους που είχαν ανάλογη «δυστυχία». Έφτασε στο σημείο να γίνει αληθινό λαγωνικό στην ανακάλυψή της, και με γενναία ειλικρίνεια παραδέχεται πως κατά βάθος χαιρόταν που δεν ήταν μόνος. Αλλά πώς μπορεί κανείς μόνος του πια να αναμετρηθεί κανείς με την ασθένεια ενός τόσο αγαπημένου προσώπου; Πώς μπορεί να την κατανοήσει, να την εξημερώσει; Ο Ζουμπουλάκης στράφηκε στην οικογενειακή του κληρονομιά, στην χριστιανική διδασκαλία και πίστη. Το μόνο θεολογικό ερώτημα που έχει μέχρι και σήμερα σημασία ήταν ακριβώς η σχέση ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο και την αγάπη του Θεού.

2 - αδέλφια σε φωτογραφία

Ήταν θέμα χρόνου να συναντηθεί με την γραφή της «ταχυθάνατης» Σιμόν Βέιλ και την δική της συγκλονιστική ιστορία. Φυσικά διάβαζε και τους μεγάλους Πατέρες και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς αλλά τα κείμενά τους είναι γεμάτα αγέρωχες βεβαιότητες· και η εξήγηση του πόνου δια της αμαρτίας ήταν εξοργιστική. Προτιμούσε τις ραγισμένες φωνές των συγχρόνων και η Βέιλ κάλυψε ιδανικά εκείνο το κενό, κι εδώ ο Ζουμπουλάκης μας χαρίζει μια σύνοψη της δικής της φιλοσοφίας. Ο Θεός έχει αποσυρθεί από τον κόσμο, ο οποίος έχει παραδοθεί στην αναγκαιότητα, ενώ τα μόνα ίχνη της θεϊκής παρουσίας είναι οι ελεήμονες. Η ιδέα ενός ανήμπορου Θεού που δεν μπορεί να αντιπαλέψει και να νικήσει το κακό, δεν ικανοποίησε βέβαια τον συγγραφέα που συνέχισε να συλλογίζεται και να αναζητά πειστικότερες απαντήσεις

Από τότε μέχρι σήμερα, η μόνη έξοδος από την πίστη έναντι της οποίας στέκομαι με απόλυτο σεβασμό είναι ακριβώς αυτή, όταν δηλαδή ο πιστός δεν μπορεί να συμφιλιώσει μέσα του τον πόνο του αθώου με το έλεος του Θεού. Αυτός είναι ο κατεξοχήν θεολογικός λόγος εξόδου. Κάτι άλλο που μου έμαθαν εκείνα τα χρόνια είναι ότι η αμφιβολία για τον Θεό σε κάνει συχνά να ακούς καθαρότερα τη φωνή του ανθρώπινου πόνου, ενώ η ακλόνητη και αρραγής πίστη δεν αφήνει πολλές φορές να ακουστεί η απόγνωση και η οιμωγή. Από αυτή την άποψη, η πίστη του σημερινού ανθρώπου, των δημοκρατικών κοινωνιών, που έχει ενσωματώσει μέσα της την αμφιβολία, είναι πιο ανθρώπινη, ελεύθερη, ανοιχτή και προπάντων φιλόξενη, από ό,τι η πίστη, πολύ συχνά μισαλλόδοξη, της παραδοσιακής χριστιανοσύνης. [σ. 31 – 32]

Frère et soeur Bretons-William Adolphe Bouguereau (1825 – 1905, French)

Ο συγγραφέας εξομολογείται κάθε του αδυναμία, κάθε του αλήθεια. Ο λόγος που τα πρώτα χρόνια της επιστροφής του από το Παρίσι αραιώνει η σχέση τους οφείλεται αποκλειστικά στην επιθυμία του να προστατέψει τον εαυτό του. Η ενοχή για την στάση εκείνων των χρόνων θα σιγοκαίει πάντα μέσα του. Η ψυχική αδυναμία αντιμετώπισης του φόβου της αρρώστιας και του θανάτου και η φυγή δεν αποτελούν εκφράσεις ψυχικής ευαισθησίας αλλά εγωισμού, με την πιο βαθιά του σημασία, εκείνη της αυτοπροστασίας. Και το  ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην αγάπη του Θεού και στα βάσανα των αθώων είναι θεωρητικά αναπάντητο. «Είναι ζήτημα πίστης και θα μένει πάντα εκεί για να δοκιμάζει την θρησκευόμενη συνείδηση. Χωρίς αυτό το ερώτημα, ο μονοθεϊσμός δεν αξίζει τον κόπο, είναι μια αστεία υπόθεση».

Σήμερα η επιληψία ελέγχεται και ρυθμίζεται με φαρμακευτική αγωγή. Η περίπτωση της Γιούλας αντιστεκόταν στα φάρμακα κι έτσι οδηγήθηκε σε «γιατρούς» που δολίως υποστήριξαν ότι πρόκειται για ψυχολογικό και ψυχιατρικό θέμα· άλλωστε η ψυχανάλυση αποτελούσε ήδη μια «πολύ φίνα αστική συνήθεια». Ξεκίνησε λοιπόν με το αζημίωτο (η συνεδρία πληρωνόταν ακόμα κι όταν εκείνη δεν πήγαινε) όλο εκείνο το αδιέξοδο σκάλισμα των παιδικών χρόνων, της σεξουαλικότητας και των άλλων συνήθων υπόπτων, ενώ μια ψυχαναλύτρια κατάργησε τα αντιεπιληπτικά χάπια! Σαφώς επρόκειτο «περί ηλιθίου όντος», που όμως έχαιρε εκτιμήσεως στην ψυχαναλυτική κοινότητα. Μετά το αναπόφευκτο κάταγμα βέβαια επανέφερε (!) όλα τα αντιεπιληπτικά χάπια χωρίς φυσικά να σταματήσει η ψυχοθεραπεία κι έτσι η ασθένεια ενός ανθρώπου αποτέλεσε η ιδανική ευκαιρία θησαυρίσματος ενός άλλου.

Jakob Seisenegger - Portrait of a brother and a sister

Αλλά εκείνη η γυναίκα δεν έζησε μια ζωή μέσα στον ζόφο. Αγαπημένοι φίλοι τον βοήθησαν να δει κάτι που ήταν ολοφάνερο αλλά εκείνος δεν το έβλεπε: ότι η αδελφή του δεν ήταν διόλου ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Η Γιούλα υπέφερε αλλά δεν δυστυχούσε. Το κριτήριο είναι πάντα η χαρά κι εκείνη είχε πολύ περισσότερη από τους πιο πολλούς υγιείς. Από την στιγμή που περνούσαν οι κρίσεις, ξανάμπαινε φουλαριστή στη ζωή και χαιρόταν με το πιο μικρό και ασήμαντο πράγμα. Η χαρά, γράφει ο συγγραφέας, είναι πνευματικό γεγονός. Προϋποθέτει την καλοσύνη και την αγάπη. Ο κακός δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρούμενος – αυτή είναι και η τιμωρία του, η κόλασή του.

Όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηχός και λίγο ως πολύ ανόητος άνθρωπος. Αλλά πάλι όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που μπορεί εύκολα να γίνει φθονερός, χαιρέκακος και μνησίκακος. […] Η ασθένεια σε οδηγεί να εκτιμάς την αξία των πιο κοινών και καθημερινών πραγμάτων της ζωής και ταυτόχρονα να σχετικοποιείς, χωρίς να μηδενίζεις, τη σημασία άλλων, που θεωρούνται σημαντικά (σταδιοδρομίες, ανέσεις και άλλα τέτοια). [σ. 59]

2 - Joshua Reynolds - john-parker-and-his-sister-theresa-1779_

Ο χριστιανισμός των ανθρώπων γύρω μας είναι μια αποκρουστικά μικροαστική υπόθεση, μια οικογενειακή χρηστοήθεια: να είναι καλά τα παιδιά μας, να καλοπαντρευτούν και να βρουν μια καλή δουλειά. Ο τρόπος που ο συγγραφέας επιθυμεί να ακολουθεί το ευαγγέλιο είναι ο δικός της: αντιμικροαστικός και αντισυμβατικός, μακριά από όλους αυτούς που συγχέουν την συμμόρφωση στις κοινωνικές συμβάσεις με την πίστη και την αρετή· ο τρόπος δηλαδή της ελευθερίας των τέκνων του Θεού.

Φιλοσοφικός στοχασμός, αβυσσαλέα εξομολόγηση, απόλυτα προσωπικό αφήγημα, μείζον θεολογικό σχόλιο, άγνωστη βιογραφία, ορθάνοιχτο άνοιγμα του προσωπικού του κόσμου, κόσμημα αγάπης, το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι ένα βιβλίο που αξίζει να συζητιέται και να χαρίζεται. Θα φροντίσω να αγνοήσω όλες τις «διαταγές» περί διδακτέας ύλης, να το μελετώ με τους μαθητές μου, όσο χρόνο κι αν μας πάρει.

3c70236f53ebfb54f3fd4a0df98e1ff1

Θέλω όσοι ξέρουν εμένα να ξέρουν και εκείνη, γράφει στην προτελευταία σελίδα του ο Σταύρος Ζουμπουλάκη· όσοι διαβάζουν τα όποια γραφτά μου, μαζί με το όνομά μου, να φέρνουν αμέσως στο νου τους και το δικό της όνομα: Γιούλα, Γιούλα Ζουμπουλάκη. Να είναι σίγουρος πως εμείς που τον διαβάζουμε εδώ και χρόνια και που θα συνεχίζουμε να τον διαβάζουμε, θα σκεφτόμαστε και εκείνη· δεν χρειάζεται καν να το υποσχεθούμε.

Εκδ. Πόλις, 2012, [5η έκδ.: Ιούνιος 2013], σελ. 69.

Στις εικόνες: φωτογραφίες και έργα τέχνης με αδερφή και αδερφό: 1. Balthus – Brother and Sister, 3. Aldnoah Zero – Inaho & Yuki, 5. William Adolphe Bouguereau  – Frère et soeur Bretons, 6. Jakob Seisenegger – Portrait of a brother and a sister, 7. Joshua Reynolds – John Parker and his sister Theresa.

19
Σεπτ.
15

Φώτης Τερζάκης – Ανορθολογισμός, φονταμενταλισμός και θρησκευτική αναβίωση. Τα χρώματα της σκακιέρας

ΦΤ

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος παραλογισμού

Αν ο όρος φονταμενταλισμός είναι στην δημόσια γνώμη της Δύσης συνώνυμος με το πολιτικοποιημένο Ισλάμ, σε ποιο βαθμό είναι επαρκώς δικαιολογημένη αυτή η ταύτιση; Και πώς εξηγείται η μεταστροφή από τον αραβικό σοσιαλισμό στον ισλαμισμό που αναδύθηκε στα τέλη του 1970 με την Ιρανική Επανάσταση; Ήδη από την πρώτη έκδοση του βιβλίου [1998] ο συγγραφέας είχε διακρίνει ότι πρόκειται για φαινόμενα ψευδο – θρησκευτικά, πρωτίστως πολιτικού χαρακτήρα και είχε ήδη διατυπώσει την πρόταση ότι ο φονταμενταλισμός είναι μια μορφή καθυστερημένου ή ανεσταλμένου εθνικισμού.

Η επανέκδοση του πολύτιμου αυτού βιβλίου λαμβάνει υπόψη της όλα τα σύγχρονα καταιγιστικά δεδομένα. Η αρχή βέβαια βρίσκεται στον ενεργητικό ρόλο που έπαιξε η αμερικανική γεωπολιτική στην δημιουργία και την ενίσχυση ενός νεοπαραδοσιακού Ισλάμ, με την βλέψη να λειτουργήσει ως ανασχετικός μοχλός απέναντι στα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά ρεύματα της δεκαετίας του 1960 στον αραβικό κόσμο. Την ίδια πολιτική είχαν εφαρμόσει άλλωστε οι Αμερικανικές Υπηρεσίες νωρίτερα, στην δεκαετία του 1950, με κονδύλια και χορηγίες στο έδαφος των ΗΠΑ για την αναβίωση των παραδοσιακών ασιατικών θρησκευμάτων, κυρίως του Ινδουισμού και του Βουδισμού, με την αντίστοιχη βλέψη να λειτουργήσουν ως πολιτιστικό φράγμα στην Σοβιετική επιρροή. Ας σημειωθεί ότι και εδώ υπήρξε μια ανάλογη απρόβλεπτη συνέπεια, καθώς στις τελευταίες συνυπήρξαν και ένα μέρος της αμερικανικής αντικουλτούρας του ’60.

1

Με ποιες μορφές εμφανίζεται λοιπόν ο σύγχρονος ανορθολογισμός – ιρρασιοναλισμός που καθορίζει σχεδόν κάθε κοινωνία; Η μοντέρνα εκδοχή του εκδηλώνεται αφενός στη λατρεία της επιστήμης και της τεχνικής (η κυρίαρχη μυθολογία του δυτικού κόσμου), αποσυνδεδεμένη από κάθε πλαίσιο αξιών,  και αφετέρου μια ακατάσχετη διάδοση εκλαϊκευμένων και ανορθολογικών συστημάτων πεποιθήσεων, όπως ο εσωτερισμός, η αστρολογία, το new age κλπ. αλλά και οι εκτεταμένες θρησκευτικές αναγνώσεις που καταλήγουν σε ριζικά πολιτικές πρακτικές – ακριβώς αυτές που σήμερα ορίζουμε ως φονταμενταλισμό.

Ο ανορθολογισμός κάποτε συνδέθηκε με τον Ρομαντισμό του 19ου αιώνα, ως μορφή κριτικής του αστικού φορμαλισμού και του στυγνού ορθολογισμού της εποχής και ενέπνευσε όλα σχεδόν τα ουτοπικά επαναστατικά κινήματά της. Η επανεμφάνισή του στην κουλτούρα των δεκαετιών 1960 και 1970 σήμαινε την εξέγερση της ατομικότητας, την προτεραιότητα στον συλλογικό αυθορμητισμό και την φαντασία αλλά και μια βαθιά εσωτερικότητα. Ο χιπισμός, η σεξουαλική επανάσταση, η αισθητική αναζήτηση του πρωτόγονου και του εξωτικού εξερευνούσαν τις δυνατότητες ανασύστασης της ανθρώπινης κοινότητας σ’ ένα πνεύμα εξισωτισμού. Όταν όμως οι εξελίξεις στις δυτικές κοινωνίες από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά απέρριψαν κάθε κοινωνικό μετασχηματισμό και το μόνο που απέμεινε ήταν η προβληματική πλευρά του φαινομένου, ο ανορθολογισμός μετατράπηκε σε ιδεολογία που διαφοροποιείται από τον μύθο ακριβώς επειδή διεκδικεί επίφαση ορθολογικότητας.

Osho-as-a-medium-during-energy-darshan_

Έχει περάσει ήδη μισός αιώνας από την ανάλυση του Αντόρνο πάνω στο αστρολογικό φαινόμενο. Το μυστικό της επιτυχίας της αστρολογίας έγκειται στην μαζοχιστική παρόρμηση για υποταγή και καθοδήγηση, σαν ένα πρωτόγονο ψυχικό αντίδοτο στην ανασφάλεια της σύγχρονης ζωής. Ο σύγχρονος εσωτερισμός κατασκευάζεται από θραύσματα αρχαίων και κυρίως ασιατικών μυθολογιών, θρησκευτικών αφηγήσεων και μυστικών παραδόσεων, μαζί με πλευρές οικολογικών προβληματισμών που αποσπώνται από τα πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα και και ανασυναρμολογούνται σε συγκρητικά συστήματα προς άμεση κατανάλωση για ένα διψασμένο για νόημα μαζικό κοινό.

Οι οπαδοί του πράγματι διψούν για μια φιλοσοφική ενόραση του κόσμου αλλά εδώ στην ουσία κόβουν δρόμο προς την φιλοσοφία και ο εσωτερισμός γίνεται ένα μαζικό υποκατάστατο αυθεντικής πνευματικότητας, σύμμετρο με τους κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς, καθώς η πώληση των προϊόντων του ακολουθεί τις τεχνικές του μάρκετινγκ. Άλλωστε από την δεκαετία του 1960 και μετά η δημιουργία εσωτερικών σχολών από «αυθεντικούς» Ανατολίτες μοιάζει να αντιστρέφει προς στιγμήν τη νεοαποικιακή εκμετάλλευση επινοώντας ένα υψηλά εξαγώγιμο εθνικό προϊόν, με τεράστια ακροατήρια. Η οργάνωση και τα κέρδη αυτών των «σχολών» δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απ’ οποιαδήποτε υπερσύγχρονη πολυεθνική εταιρεία.

Osho_Drive_By

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το Ίδρυμα Osho, που διαχειρίζεται η Osho Commune International. Ο επιλεγόμενος Όσσο ίδρυσε σε διάφορες χώρες ποικίλες σχολές με επιχειρηματικές δραστηριότητες όπως αλυσίδες εστιατορίων, καταστημάτων μακροβιοτικής κλπ., ενώ έφτιαξε δική του αυτόνομη πόλη στο Όρεγκον, με δική της νομοθεσία, δικαστήρια και αστυνομία που τελικά διακόπηκε βίαια από τις Ομοσπονδιακές Αρχές. Τελικά η Πούνα των Ινδιών, σε εκτάσεις που χαρίστηκαν από τους οπαδούς του, έγινε τόπος εγκατάστασης εκατοντάδων ανθρώπων με πλήθος δραστηριοτήτων. Μια από αυτές είναι η ομαδική παρακολούθηση βιντεοκασετών με ομιλίες του· τα μέλη της κοινότητας, φορώντας τις υποχρεωτικές βυσσινί ρόμπες ξεσπούν σε ζητωκραυγές, καθώς ο γκουρού επαναλαμβάνει τα σχετικώς απλοϊκά του μηνύματα. Για άλλη μια φορά μπορεί να παρατηρήσει κανείς την πνευματική υποβολή και τον βαθμό συνειδητής αυτοπαραίτησης εκατοντάδων πιστών από κάθε κριτική ικανότητα. Υπάρχει και μια ακόμα λεπτομέρεια: στα άσραμ του Όσσο τίποτα δεν θυμίζει Ινδία· η ατμόσφαιρα θυμίζει μάλλον πολυεθνικές δυτικών κρατών· άλλωστε στα κεντρικά υπερσύγχρονα κτίρια απαγορεύεται κάθε πρόσβαση εκτός από τους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και ειδικευμένοι χρηματιστές.

Η άλλη όψη του σύγχρονου ιρρασιοναλισμού είναι η λεγόμενη «επιστροφή του Θεού». Πρόκειται βέβαια για τον υπερβατικό Θεό των μεγάλων μονοθεϊσμών της Ανατολικής Μεσογείου (του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ) που από την πρώτη στιγμή της «ζωής» του υπήρξε ένας Θεός εμπλεκόμενος στα ιστορικά γεγονότα, συνδεδεμένος με την ιστορία συγκεκριμένων εθνοτήτων. Ακριβώς το στοιχείο του εθνικισμού διαφοροποιεί αυτές τις περιπτώσεις από τις προηγούμενες. Η μεγάλη θρησκευτική αναβίωση είναι διαπλεγμένη με διασταυρούμενους και αντιμαχόμενους εθνικισμούς. Η θρησκεία επανεπιστρατεύεται για να συμβολίσει πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις. Η Παλαιστίνη, για παράδειγμα, αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης Ισλάμ και Ιουδαϊσμού· ο Λίβανος μιας αντίστοιχης σύγκρουσης χριστιανικών και μουσουλμανικών πληθυσμών. Το θρησκευτικό στοιχείο αποτελεί ένα πρόσφορο ρητορικό όπλο για κάθε είδους ανταγωνισμό.

8_small

Ο μονοθεϊσμός περιελάμβανε και την προσταγή για εγκόσμια δράση, για την πραγμάτωση του ηθικού ιδεώδους της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η θρησκεία απέκτησε την μορφή της θεοδικίας, σύμφωνα με την οποία αν η κοινότητα εφαρμόζει με υπακοή της επιταγές της, τότε ακολουθεί η εγκόσμια ευτυχία και η πραγμάτωση μιας «ορθής» κοινωνίας. Έτσι οι πιστοί εμφανίστηκαν ως εντολοδόχοι μιας άνωθεν βούλησης και, όταν οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν, προχώρησαν σε ουσιαστική ανάληψη δράσης στο πολιτικό πεδίο. Στον μουσουλμανικό κόσμο η απρόβλεπτη τεχνοοικονομική ανάπτυξη της Δύσης με την αποικιακή επέκταση των δυνάμεών της ανέκοψε την αντίστοιχη ανάπτυξη του υπόλοιπου κόσμου και την πορεία προς την δημιουργία σύγχρονων εκκοσμικευμένων πολιτικών θεσμών. Ακόμα και οι δυο περιπτώσεις μοντέρνων λαϊκών κρατών της Τουρκίας και του Ιράν οφείλονταν στην δυτική παρέμβαση.

Ο «φονταμενταλισμός» σχετίζεται με έναν τύπο θρησκευτικότητας ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο, χαρακτηρίζεται από μισαλλοδοξία και επιθετικότητα σε όσους δεν συμμερίζονται τα πιστεύω του και είναι έτοιμος να επιβάλει την θέλησή του δια της ισχύος, ενώ είναι κυρίως στραμμένος στο παρελθόν και αντιμετωπίζει με εχθρότητα κάθε νεωτερισμό. Είναι εμφανές ότι από την δεκαετία του 1970 και μετά διαπέρασε και τις τρεις κοσμοϊστορικές θρησκείες. Ο χριστιανικός φονταμενταλισμός, για παράδειγμα, συνδέθηκε με την Νέα Δεξιά, πολέμησε φαινόμενα «ηθικής» κατάπτωσης και υιοθέτησε ρατσιστικούς και σεξιστικούς τρόπους δράσης

Sunday preaching by George Bellows, Metropolitan Magazine, May 1915

Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια οι δυτικές κοινωνίες ζουν κάτω από την απειλή του Ισλάμ, το οποίο παρουσιάζεται ως υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ. Ο ισλαμισμός πλέον εμφανίζεται ως διάδοχος του κομμουνισμού ως προς την ιδιότητα της έξωθεν απειλής. Βέβαια η σχετική πολιτική ρητορεία της Δύσης κάνει έναν διαχωρισμό: απαλλάσσει από τις κατηγορίες τους συμμάχους της Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Ιορδανία, Αίγυπτο κλπ., ενώ μοιάζει να αγνοεί την ιστορική προέλευση του φαινομένου: η επέκταση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, η τερατώδης απεικόνιση του Ισλάμ ως όπλο για την ανάσχεσή του, ο πολιτικός και στρατιωτικός διαμελισμός των ισλαμικών κρατών σε προτεκτοράτα και ζώνες επιρροής. Τα δυτικά κράτη δεν λεηλάτησαν απλώς τις περιοχές αλλά και σχεδίασαν μακρόπνοες επιχειρήσεις επενδύσεων, εφόσον βέβαια εμφανίζονταν ως σωτήρες των ιθαγενών. Η εγγενής κατωτερότητα των τελευταίων, μια απροκάλυπτη εκδήλωση ρατσισμού, υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της αποικιακής ιδεολογίας που απέκτησε ένα ευπρόσωπο επιστημονικό όνομα: Οριενταλισμός.

Εδώ κατασκευάζεται και το περίφημο δίπολο Δύση – Ανατολή, με την τελευταία να εκπροσωπεί όλες τις ενσαρκώσεις του δαιμονικού άλλου. Οι ΗΠΑ κατέλαβαν την θέση που άφησαν οι παλιές αποικιακές αυτοκρατορίες, ως οικονομικός κυρίαρχος και πολιτικός ρυθμιστής στην εύφλεκτη ζώνη τους, καθιστώντας το Ισραήλ ως τοποτηρητή των ευρύτερων συμφερόντων τους, στρέφοντας την ρατσιστική επιθετικότητα κατά των Αράβων. Ο Σιωνισμός δεν είναι παρά ο καινούργιος κληρονόμος του Οριενταλισμού και όλων των αντισημιτικών στερεοτύπων.

20150404023336

Τα αραβικά κράτη είχαν δυο επιλογές: να προσδεθούν στο άρμα της νεαποικιακής αμερικανικής κυριαρχίας ή να βρεθούν αντιμέτωποι με την υπερδύναμη. Σε κάθε περίπτωση οι λαοί έμειναν με ένα αίσθημα αδικίας, μειονεξίας, ταπείνωσης και οργής, ενώ η κοινωνική εξαθλίωση επιδεινώθηκε. Αναδύθηκε έτσι το αίτημα ενός εθνικού επαναπροσδιορισμού και ήταν θέμα χρόνου η επιστροφή στην παράδοση, σημαντική παράμετρος της οποίας είναι η θρησκεία, που έχει την δύναμη να επηρεάζει το ασυνείδητο ευρύτατων μαζών και να αποτελεί ένα είδος γλώσσας για πάσης φύσεως συλλογικά αιτήματα. Όπως επισημαίνουν πολλοί παρατηρητές, τα τζαμιά γεμίζουν όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως χώροι συγκέντρωσης ενάντια σ’ ένα καταπιεστικό κράτος και αδειάζουν μόλις οι Ισλαμιστές πάρουν την εξουσία.

Είναι εμφανές λοιπόν ότι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός δεν είναι ένα ειδικά ισλαμικό ή αραβικό φαινόμενο αλλά μια ευρύτερη τάση να αρθρωθούν εκ νέου σήμερα προβλήματα εθνικά, πολιτισμικά και κοινωνικά. …Ο φονταμενταλισμός είναι ένας καθυστερημένος εθνικισμός: η μονοθεϊστική πίστη επανεπιστρατεύεται ως ρητορικό όπλο […] και είναι ελάχιστα θρησκεία με την παραδοσιακή έννοια του όρου…

tomb_jonah2014-

Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον σύγχρονο ελληνικό φονταμενταλισμό, την Νεορθοδοξία, αναλύει τον ευρύτερο χαρακτήρα της θρησκευτικής αναβίωσης σε όλο τον κόσμο και επανέρχεται πλέον με όλα τα δεδομένα στους μηχανισμούς του ανορθολογικού και ιδίως στην ψυχολογία του θρησκευόμενου, οι αξιωματικές ιδέες του οποίου εκλαμβάνονται ως εμπειρικές βεβαιότητες τις οποίες σε περίπτωση αμφισβήτησης θα υπερασπιστεί με υπερβολική βιαιότητα αν χρειαστεί.

Το εξαιρετικά πυκνό βιβλίο ολοκληρώνουν τρία παραρτήματα με ισάριθμα άρθρα δημοσιευμένα στην Καθημερινή, την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας και το περιοδικό Πανοπτικόν. Το πρώτο αναφέρεται στην μορφή που έχει πάρει η Ανατολή στην φαντασία μας: είναι ό,τι η εξορθολογισμένη και τεχνοκρατούμενη Δύση έχει αποκλείσει για τον εαυτό της και ως απωθημένο κατοικεί στο ασυνείδητό της. Η Ανατολή ενδύεται με όλες τις μεταφορές του Κακού ταυτίζεται με την λαγνεία, την σεξουαλική ελευθεριότητα, την υπερτροφία του πάθους. Στο δεύτερο αναπτύσσονται νηφάλιες σκέψεις για το δράμα της Μέσης Ανατολής, με αφορμή μια μελέτη, και στο τρίτο δοκιμάζεται μια αποτίμηση των αραβικών εξεγέρσεων. Για άλλη μια φορά τονίζεται ότι οι τελευταίοι στον κόσμο που θα ήθελαν έναν εκδημοκρατισμό του αραβικού κόσμου, είναι ο Ατλαντικός άξονας και το ηγεμονική μπλοκ της Δύσης· άλλωστε τον παρεμπόδισαν με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο μέχρι τώρα.

All together now

Πόσο πολύπλοκο είναι το δίχτυ των δυνάμεων που επιβουλεύονται τις αραβικές εξεγέρσεις; Θα αντιληφθούν άραγε οι λαοί ότι δεν μπορούν να περιμένουν από καμία πολιτική ή «θρησκευτική» ηγεσία εκείνο που δικαιωματικά τους ανήκει και ότι δεν υπάρχουν ούτε θεολογικές ούτε νεοπαραδοσιακές λύσεις στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου; Θα συνειδητοποιήσουν ότι οι πολιτισμικές διαφορές εμπεριέχουν απόλυτα ζωογονητική δύναμη; Ο εγγενής πόθος όλων των ανθρώπων στον κόσμο, όπου δεν προλαβαίνει ν’ ανασταλεί ή να παραμορφωθεί από ποικίλες μορφές εξουσιαστικής χειραγώγησης, είναι η ισότητα και η ελευθερία, η αυτοδιαχείριση της ζωής, ο αυτοκαθορισμός της μοίρας του ανθρώπου.

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2013, [δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση], σελ. 120.

Στις εικόνες: καταστροφές μνημείων από τους ισλαμιστές της ISIS, φανατικά κηρύγματα σε χριστιανικές εκκλησίες και εκστάσεις στις κοινότητες του Osho [Όσσοι πιστοί προσέλθετε να χαιρετήσετε τον γκουρού με το ταπεινό αυτοκίνητο], πλευρές ενός ανορθολογισμού που θέλει να εμφανίζεται ως θρησκευτικός και πνευματικός ενώ έχει απολύτως πολιτική και οικονομική βάση.

09
Μάι.
15

Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.

06
Φεβ.
15

Αγουστίν Γκαρσία Κάλβο – Περί Θεού

Print

Ο Αγουστίν Γκαρθία Κάλβο [Θαμόρα, Καστίλλη, 1926 – 2012] θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Επίκεντρο του έργου του είναι η έκθεση της γελοιότητας της Πίστης στο Χρήμα και το Μέλλον, η αντίθεση στο Κράτος και το Κεφάλαιο, η αποκάλυψη του ψέματος της Πραγματικότητας και η ανάδειξη της ζωντανής κοινότητας και του κοινού λόγου. Έγραψε ακόμα πολιτικά δοκίμια, ποίηση και θέατρο και μετέφρασε μείζονα έργα της αρχαιοελληνικής και λατινικής γραμματείας. Εργάστηκε ως πανεπιστημιακός καθηγητής διαφόρων φιλολογικών ειδικοτήτων σε πανεπιστήμια της φρανκικής Ισπανίας και εκδιώχθηκε από την έδρα του λόγω της συνεισφοράς του στον σχηματισμό του κινήματος των acratas και της συμμετοχής του στις κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου. Με τον θάνατο του Φράνκο επέστρεψε στην Μαδρίτη και στην εργασία του και συνέχισε να συμμετέχει ενεργά στις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής, ενώ από το 1997 διηύθυνε την εβδομαδιαία Πολιτική Συζήτηση (Tertulia politica) του Πολιτιστικού Κέντρου (Ateneo) του δήμου της Μαδρίτης, η οποία τώρα φέρει το όνομά του.

Το Περί Θεού έργο του, πυκνό και αποκαλυψιακό στην σκέψη, αναλυτικό και θυελλώδες στην γραφή, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ό,τι μας έχει απομείνει από λογική και συναίσθημα για να μιλήσει ενάντια στην Πίστη, το θεμέλιο της Εξουσίας και της Πραγματικότητας. Η κατασκευή του κειμένου μοιάζει να γίνεται ακριβώς μπροστά μας: ο ένας συλλογισμός ακολουθεί τον άλλον, η μια πρόταση εκχέεται στην επόμενη, οι επαγωγικές σκέψεις ξεδιπλώνονται σε πλήρη αλληλουχία. Έτσι τα οκτώ κεφάλαια που έχουν ειδική αρίθμηση (π.χ. 1.1) και εκτενή τίτλο, γραμμένο με κεφαλαία, χωρίζονται σε υποκεφάλαια με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (π.χ. 1.1.6), τα οποία συχνά μάλιστα τεμαχίζονται σε παραγράφους (χωρίς απαραίτητα να υπάρχει μια νέα πρόταση ή κάποια θεματική μεταβολή) και ορισμένα εξ αυτών έχουν ειδικότερα μέρη με μικρότερα γράμματα, ακριβώς για να ακολουθεί κανείς βήμα βήμα τις αδιανόητες και ταυτόχρονα εφιαλτικά λογικές αλληλουχίες της λαβυρινθώδους σκέψης του.

1351797645532

Καθώς κοιτούσα μέσα στον κόσμο που με περιέβαλλε τα πραγματικά πρόσωπα με τα οποία ο Θεός εμφανιζόταν, σκεφτόμουν σε τι χρησίμευε ο Θεός κι αυτό που συναντούσα / κι αυτό που συναντούσα, ξανά και ξανά, ήταν ο καθαγιασμένος φόβος, η δικαιολόγηση του θανάτου, της ενοχής και της τιμωρίας, τα δεσμά για σώματα ή συνειδήσεις, ο σχηματισμός άτακτων μαζών εργαζόμενους για το τίποτε, το ξεπούλημα της ζωής για το Μέλλον….αρχίζει ο συγγραφέας, προχωρώντας στην διαπίστωση πως και οι αλλαγές των προσώπων του Θεού και των ονομάτων Του δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από το να του φανερώνουν τη διατήρηση του Νόμου Του, της Εξουσίας Του και της Διολιότητάς Του, ενώ συνέχιζε να κυριαρχεί η υποταγή στον Κύριο με αντάλλαγμα την υπόσχεση της αθανασίας της ατομικής ψυχής και εντέλει όλες οι αθλιότητες και τα ψέματα στα οποία βασιζόταν ο Θεός και που Του επέτρεπαν να συνεχίζει να επιτελεί την εργασία Του, τη διαχείριση του Θανάτου.

«Ας πάψουμε να χρησιμοποιούμε τα ονόματα που έχει ιδιοποιηθεί η εξουσία»!. Ο συγγραφέας επιθυμεί να θυμίσει στους ανθρώπους ό, τι γενικά διδάσκει, σ’ αυτό τον πόλεμο του λαού με την Εξουσία, η κοινή λογική: όταν η Εξουσία οικειοποιείται ένα όνομα και το χρησιμοποιεί κατηγορηματικά για τους σκοπούς της, το πιο υγιές που μπορεί να κάνει ο κόσμος είναι ν’ αρνηθεί αυτό το όνομα και να το παραχωρήσει ήσυχα στον Αφέντη· και δεν είναι ανάγκη να μένουμε προσκολλημένοι σε κανένα όνομα, για τον ίδιο λόγο που δεν μας είναι αναγκαία καμιά Πίστη. Υπάρχουν βέβαια και η σοφοί που προσπαθούσαν να χρησιμοποιούν αλλιώς αυτό το όνομα, αντιστρέφοντας το νόημά του, καθώς η γλώσσα είναι το μόνο ανθρώπινο όργανο που ξεγλιστρά από την Εξουσία (που ούτε καν την γνωρίζει) και από το Χρήμα (αφού η γλώσσα δίνεται σε όλους δωρεάν). Μέσα σ’ αυτή την αντίφαση γίνεται λόγος για τον Θεό σε ένα βιβλίο…

Apotegmas sobre el marxismo primera portada

Ποια είναι λοιπόν τα μείζονα πράγματα που λέει ο κόσμος περί Θεού; «Δεν υπάρχει Θεός», «Ό,τι υπάρχει είναι Θεός», «Ο Θεός υπάρχει». Ποιος όμως επινόησε το ρήμα υπάρχω [existir]; Πρόκειται για λέξη που δεν πήγαζε ούτε θα μπορούσε ποτέ να πηγάζει από τον λαό, αλλά κατασκευάστηκε στα γραφεία των φιλοσόφων και του ιερατείου, που υπηρετεί τον Αφέντη. Ο κίνδυνος επιτυχίας αυτού του τεχνάσματος είναι φοβερός, γιατί, είτε απλώς θέτεις το ζήτημα είτε το απαντάς, είναι το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση παρουσιάζεις και θεμελιώνεις τον Θεό στο πρώτο μέρος της πρότασης, και είναι μάταιο ό,τι κι αν κάνεις στο δεύτερο. Φυσικά, ο Θεός υπάρχει: πώς να μην υπάρχει, εφόσον εξαρχής θέτω το ζήτημα της ύπαρξής του; Κι αν προσθέσω το «δεν υπάρχει», αυτό είναι καθαρή αντίφαση, γιατί, αν δεν υπάρχει, πώς γίνεται να έχω αρχίσει να τον αναφέρω, σαν να ήταν ένα πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος;

Η διερεύνηση της αντίφασης πάνω στην οποία θεμελιώνονται το «υπάρχω» και η «πραγματικότητα» είναι αναπόφευκτη και ο συγγραφέας εδώ προσεγγίζει την έννοια της «πραγματικότητας», που θα αποτελέσει θεμελιώδες σημείο στην σκέψη του. Η ικανότητα εξαπάτησης του εν λόγω Ρήματος, που επιβλήθηκε από την γραφή και την θεολογία σε όλες τις γλώσσες της κυρίαρχης Κουλτούρας, ήταν ότι προσπαθούσε από την μια να διατηρήσει ζωντανή την ισχύ του «υπάρχει», την ένδειξη παρουσίας μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, και την ίδια στιγμή να προσποιείται ότι είναι ένα ρήμα με το σημαινόμενό του, έτσι ώστε όταν λέγεται ότι κάτι έχει ύπαρξη, να φαίνεται ότι του αποδίδεται κάποιο Κατηγόρημα, που δηλώνει γι’ αυτό κάποιο πράγμα. Πρόκειται δηλαδή δυο αντιφατικά και αταίριαστα νοήματα· για παράδειγμα, το «υπάρχει χρόνος» είναι άλλο από το «ο Χρόνος υπάρχει».

tripa_5908_UIMP_LL.indd

Και κάπου εδώ ο Κάλβο προβαίνει στην ευφυέστατη σύνδεση με το χρήμα, που προκύπτει σχεδόν αυτονόητα μέσα από το ξετύλιγμα του λαβυρινθώδους μίτου της σκέψης του. Αν ο Θεός, όπως διδάσκει η θεολογία, είναι το πιο πραγματικό από τα όντα, συνεπώς πρέπει να βρούμε ποια είναι τα πλέον πραγματικά πράγματα και εύκολα διαπιστώνουμε ότι το Χρήμα εκπληρώνει τις πιο αυστηρές προϋποθέσεις ώστε να το αναγνωρίζουμε ως το πρόσωπο του Θεού ή ως την κυριότερη επιφάνειά Του ανάμεσά μας: είναι ασφαλώς το πράγμα τα το οποίο μιλάμε περισσότερο.

Η παρουσία Του και η λειτουργία Του Θεού στον κόσμο πρέπει να συνίσταται στην Πίστη που Του αποδίδεται, η οποία στην περίπτωση του Χρήματος ονομάζεται Πίστωση, αντικείμενο της οποίας είναι το Μέλλον, δηλαδή η Ελπίδα. Βρίσκεται, παντού εγγενής η αναμεμειγμένος μέσα στην καθημερινή ζωή, όπως και το χρήμα. Ο μονογενής υιός του είναι ο Άνθρωπος, τουτέστιν το Ιδιωτικό Άτομο που θριαμβεύει στην εποχή μας, ενώ ο Πατέρας του είναι ο Υπέρτατος Κριτής, ο οποίος προσδίδει μια μελλοντική αιώνια Δόξα σε όσους έχουν Πίστη, και καταδικάζει όσους έχασαν τη Πίστη του στην άβυσσο της εξαθλίωση – ίδια μοίρα περιμένει αντίστοιχα έχοντες και μη έχοντες. Και δεν χρειάζεται να αναφερθούμε περισσότερο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της λατρείας Του…

AGUSTIN GARCIA CALVO

Οι καθεδρικοί των μητροπολιτικών Υποκαταστημάτων, οι Τραπεζικές τελετουργίες που γίνονται, οι ουρές των πιστών μπροστά στα εξομολογητήρια για τη Φορολογική Δήλωση ή τα παρεκκλήσια της είσπραξης Τόκων ή Συντάξεων, η άφεση χρεών του αμαρτήματος μέσω της προφορικής εξομολόγησης και της πρόθεσης για έμπρακτη επανόρθωση, οι ψαλμοί που υπόσχονται την Αιώνια Δόξα και ψάλλονται καθημερινώς από τα μεγάφωνα και τις τηλεοράσεις, οι σύνοδοι Κορυφής των θεολόγων και των επισκόπων προκειμένου να γεφυρώσει τις αντιθέσεις μεταξύ των Εκκλησιών ή Χρηματοπιστωτικών Εταιρειών…. [σ. 51]

Μπορεί κανείς άλλωστε να θυμηθεί την γνωστή εξίσωση ανάμεσα στη «λέξη» και το «νόμισμα». Άρα το κριτήριο για τον βαθμό πραγματικότητας ενός πράγματος συνίσταται στην ευκολία ανταλλαγής του με χρήμα. Όπως και με μια σοδειά με αγγουράκια ή σιτάρι: η πραγματικότητα της σοδειάς ως χρήμα είναι ασφαλισμένη, την ίδια στιγμή που καταλήγει να φθίνει έως την ασημαντότητα η πραγματικότητά της ως αγγουράκια ή σιτάρι, σε τέτοιο σημείο που μπορεί κανείς να πει χωρίς υπερβολές ότι είναι εγγυητικές επιστολές αυτό που φυτρώνει στη γη. Το Χρήμα είναι πλέον η πίστωση ή εγγύηση για κάθε μέλλον.

Garcia_Calvo_Agustin

Ακολουθεί η διερεύνηση του Φόβου και της Ελπίδας· ο τρόμος του Θεού και ο φόβος για το εγνωσμένο – Ωστόσο για το άγνωστο δεν ξέρουμε τίποτε (μια κοινοτοπία που ξεχνάμε συνεχώς), ξέρουμε μόνο τον φόβο του Μέλλοντος, ο οποίος βέβαια είναι γνωστός, και γι’ αυτό ακριβώς απειλητικός – οι φόβοι του θανάτου, ο φόβος να ζούμε και να υπάρχουμε, «κούφιοι φόβοι, φόβοι χωρίς περιεχόμενο που όμως κινούν τον κόσμο». Τι μπορεί να κάνει ο απλός άνθρωπος; Μα να γίνει άνδρας! Η Στρατιωτική Θητεία είναι το πρώτο βήμα, γιατί είναι βέβαιο ότι μόνον όποιος ξέρει να υπακούει μπορεί να διατάζει, κι έτσι γίνεσαι άνδρας υπομένοντας τους προπηλακισμούς, τις προσβολές και τις βρισιές του λοχία. Μετά γίνεσαι άνδρας αναγνωρίζοντας, στο στρατόπεδο και στους θαλάμους, ότι είσαι το ίδιο με τους άλλους.

Κατόπιν πρέπει να θέλεις να παντρευτείς, κοινώς να πουληθείς μέσω του γάμου σε κάποιον και να είσαι ιδιοκτησία του, και ύστερα σε περιμένει ένα άλλο κενό που χρειάζεται γέμισμα, αυτό της τακτοποίησης: πρέπει κανείς να φιλοδοξεί να κερδίσει μια θέση σ’ αυτό τον κόσμο, να αποκτήσει έναν τίτλο, ένα δίπλωμα ή άλλη απόδειξη υποταγής και πίστης στον Θεό· πρέπει ο καθένας να παίζει τον ρόλο του και να βρίσκεται στην θέση του. «Κι άλλα μέλλοντα»: σκαλοπάτια ανόδου, διαδοχικές προαγωγές, εμπορικές επεκτάσεις, επαγγελματικές βελτιώσεις, μέχρι την σύνταξη και  τα χιλιάδες πούλμαν συνταξιούχων που γυρίζουν τον κόσμο.  agustin-garcia-calvo

Ο Θεός είναι ένας και αρσενικός. Η αρσενικότητα του Θεού καταλήγει στην κατοχή των γυναικών. Η μετατροπή τους σε αντικείμενο ιδιοκτησίας αποτελεί θεμέλιο της ιστορίας, μια πρώτη μορφή χρήματος. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η λειτουργία του Θεού είναι διαχείριση του θανάτου, ο υποβιβασμός της ζωής σε κενό χρόνο και της ελεύθερης σκέψης σε ιδέες της Πραγματικότητας. Η χάρη όμως των γυναικών βρισκόταν στο γεγονός ότι ήταν ομολογουμένως έξυπνες και ευαίσθητες, και άρα, η υποταγή τους στον κύριο σήμαινε υποταγή του λόγου και του συναισθήματος στην Εξουσία.

Η Εξουσία σε οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις της, οι οποίες είναι όλες αντίγραφα αυτής του Παντοδύναμου Θεού, δεν μπορεί να βασιστεί σε τίποτε άλλο παρά μόνο στο ψέμα. Ο κοινός λόγος, που είναι ο λαός δεν μπορεί να κάνει τίποτα ενάντια στην Εξουσία αν δεν σπεύσει κατ’ αρχάς, ν’ ανακαλύψει το ψέμα της Πραγματικότητας πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η Εξουσία· να πει στον Θεό: ή ξέρεις τα πάντα και, άρα, ψεύδεσαι· ή λες και την αλήθεια και, άρα, δεν γνωρίζεις τα πάντα. Και, τι ειρωνεία, να δοκιμάσει μια τελευταία προσευχή:

adios_agustin_garcia_calvo

Εσύ, τον οποίο δεν γνωρίζω, σταμάτα σε παρακαλώ, να με γνωρίζεις. / Για ν’ απελευθερωθείς από το τόσο κακό που έχει γίνει στο όνομά σου, λησμόνησε το όνομά σου. / Ας χαθεί η Εξουσία σου και ας διαλυθεί η Θέλησή σου, οι άνθρωποι ας ζουν όπως μπορούν…/ Άσε ν’ αποκαλυφθεί η ματαιότητα του νόμου του θανάτου / Απελευθέρωσέ με από το Μέλλον και το Χρήμα, για να μπορέσουμε να ξαναγνωρίσουμε το καθημερινό ψωμί / Δεν σου ζητώ, τελικά, τίποτε: ποιος είμαι εγώ για να σου ζητώ οτιδήποτε; / Ποιος εσύ για να μου δώσεις; / Όλο αυτό ήταν μόνο για να γελάσουμε, για να γελάσεις εσύ./ Απελευθέρωσέ με εσύ από εμένα τον ίδιο, σε απελευθερώνω εγώ από το όνομά σου, Θεέ,/ κι εδώ σου δίνω την ελευθερία.

Εκδόσεις των συναδέλφων, 2014, μτφ. Κώστας Παναγιωτίδης, 347 σελ.

03
Σεπτ.
14

Νέα Ευθύνη, τεύχος 24 [Ιούλιος – Αύγουστος 2014]

ΥπουργΝΕΑ ΕΥΘΥΝΥΗ - ΙΟΥΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2014_είο Κρατικής Ασφάλειας τής Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας. /  Φάκελος όρ. XIS14/68, Kunze, Reiner… , συγγραφέας. / 17. 03.1976: τι είναι γνωστό γιο την φύλαξη τού χειρογράφου; // Κάτω από πέτρες χωραφιού βρισκόταν / στο παλαιό τριβείο των ασπρόρρουχων / στο γεροντοκομικό της αγρότισσας / Frieda D. στο L // Ασφαλισμένο από / τον δόλιο επιτετραμμένο τής πυροπροστασίας, / τον δόλιο ελεγκτή τής γείωσης, / τον δόλιο φίλο

 Μη λησμονώντας / τη μητέρα, που όταν ήμουνα παιδί, / έσερνε τους βαρείς ξύλινους κύλινδρoυς / μετά τη μεγάλη μπουγάδα / στο δώμα τού τριβείου και, / με τα δυο χέρια στη λαβή του θηριώδους σιδηροτροχού /έβαζε το μαγγάνι / εμπρός / για να ’ναι ο κόσμος κατοικήσιμος

… γράφει ο Reiner Kunze στο ποίημά του «Εκεί πού ήταν το χειρόγραφο», ένας ιδιαίτερος γερμανός ποιητής δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Ο Ράϊνερ Κούντσε αφοσιώθηκε στην υπόθεση του σοσιαλισμού στην Ανατολική Γερμανία και έζησε όλες τις διαψεύσεις του μέχρι την φίμωση κάθε ατομικής και ανήσυReiner Kunzeχης φωνής, που κορυφώθηκε το 1976 με την «Υπόθεση Μπίρμαν» (Wolf Biermann) και την δραματική «μετανάστευσή» του στη Δυτική Γερμανία.

Η ιδιαίτερη ποιητική του φωνή δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί σωστά, καθώς, όπως συνέβη με τους περισσότερους ανεπιθύμητους ποιητές της πρώην Ανα­τολικής Γερμανίας, ο δυτικός κόσμος περιέφερε την εικόνα τους και ερμήνευσε το έργο τους αποκλειστικά υπό το πρίσμα της ενεργητικής αντίστασης και αντιρρητικών τους θέσεων· άλλωστε η επανένωση των δύο Γερμανιών οδήγησε στον παραμερισμό των φωνών τού ενοχλητικού παρελθόντος, όπως γράφει ο Συμεών Σταμπουλού που παρουσιάζει και μεταφράζει ποιήματά του. Ο ποιητής μεταφράστηκε ελάχιστα στη χώρα μας – θυμάμαι μια παλιά έκδοση που αγόρασα από το περίφημο υπόγειο με τα μεταχειρισμένα βιβλία δίπλα στον Άγιο Παντελεήμονα της Θεσσαλονίκης, από τις εκδ. Εγνατία, μτφ. Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, και, ακόμα, στο Ausblicke, στο Τραμ και στο Πλανόδιον. Oι ποιητές δεν ανέχονται δικτάτορες, όπως τιτλοφορείται κι ένα πρόσφατο βιβλίο για τον Kunze.

san-ta-pragmata-apo-pilo.full nodeΤο δεύτερο κείμενο που μου τράβηξε την προσοχή από έναν εκ διαμέτρου αντίθετο δρόμο αφορά το Ημερολόγιο προσευχής [A Prayer Journal] της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης διαβάζει το μικρό αυτό βιβλίο που εκδόθηκε πέρσι για πρώτη φορά και περιέχει τις ημερολογιακές καταγραφές της από το 1946 έως το 1947, όταν ήταν εικοσιένα και είκοσι δύο χρονών και σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα δημοσιογραφία και, κυρίως, γράψιμο στο εκεί Writer’s Workshop. Θερμή Καθολική στην καρδιά δηλαδή του αμερικανικού προτεσταντικού Νότου [Σαβάννα / Τζώρτζια], η συγγραφέας εκδήλωσε δυο χρόνια αργότερα το πρώτο σύμπτωμα του ερυθηματώδους λύκου, της ασθένειας που θα την ταλαιπωρήσει όλα τα επόμενα χρόνια και θα την οδηγήσει στον θάνατο στα τριάντα εννιά της.

Όλες σχεδόν οι εγγραφές του Ημερολογίου αρχίζουν με (ή περιέχουν) μια προσευχητική επίκληση προς τον Θεό, συνήθως ένα «My dear God», αλλά εκτός από ουσιαστικές προσευχές είναι ταυτόχρονα και στοχασμός πάνω στην προσευχή, την χριστιανική σκέψη, την θρησκευτική ζωή. Η Ο’ Κόννορ κατευθύνει τα λόγια της σ’ αυτό που επιθυμεί περισσότερο: προσεύχεται να γίνει καλή συγγραφέας, να της χαριστούν … ιστορίες για να τις κάνει εκείνη διηγήματα και μυθιστορήματα! Όπως γράφει ο Ζουμπουλάκης. δo' connorεν γνωρίζουμε άλλον σύγχρονο συγγραφέα που να έχει γράψει προσευχές ικετεύοντας να γίνει καλός συγγραφέας: Θέλω να γίνω ο καλύτερος καλλιτέχνης που είναι δυνατό για μένα να γίνω, κάτω από τη σκέπη του Θεού.

Το τεύχος περιλαμβάνει συνέντευξη της Κικής Δημουλά στον Δημήτρη Κοσμόπουλο και αφιέρωμα στην ποίησή της. Ποιητές, δοκιμιογράφοι και κριτικοί αναφέρονται στο σύνολο του έργου της με αφορμή την έκδοση της τελευταίας ποιητικής συλλογής της ποιήτριας Δημόσιος Καιρός. Γράφουν οι: Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Βαρθαλίτης, Αλέξης Ζήρας, Τασούλα Καραγεωργίου, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Κώστας Κουτσουρέλης, Σεσίλ Ιγγλέση – Μαργέλου, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Αθηνά Παπαδάκη, Γιάννης Παπακώστας, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Αναστάσιος Στέφος.

 Ένας μικρότερGerard Manley Hopkinsος φάκελος αφιερώνεται στον Γιώργο Σαραντάρη, με μετάφραση των ιταλικών ποιημάτων του από τον Τηλέμαχο Χυτήρη και δοκίμια των Άγγελου Καλογερόπουλου και Δημήτρη Καραμβάλη, ενώ μια άλλη, απρόσμενη μετάφραση των Νησιών της Ελλάδας του Byron, σε έμμετρο στίχο από τον Αργύρη Εφταλιώτη παρουσιάζεται από τον Νάσο Βαγενά. Σε περιβάλλοντα ποιητικά πεδία, μεταφράζονται ποιήματα των Gerard Manley Hopkins [τα Τρομερά Σονέτα] και W. Szymborska από τους Γιώργο Βαρθαλίτη και Αντώνη Μακρυδημήτρη αντίστοιχα, και ο Δημήτρης Μαυρόπουλος αναφέρεται στην ποίηση των Ψαλμών του Δαυίδ. Το τεύχος κοσμούν έργα του ζωγράφου Γιώργου Ρόρρη, ο οποίος μιλά για τη ζωγραφική του τέχνη.

Στις εικόνες: Reiner Kunze, Flannery O’ Connor, Gerard Manley Hopkins.

25
Απρ.
14

Slavoj Žižek – Η μαριονέττα και ο νάνος. Ο διαστροφικός πυρήνας του χριστιανισμού

Zizek Cover_Χριστά και αντίχριστα

Γιατί χρειαζόμαστε την θρησκεία στους σύγχρονους καιρούς; Μια συνήθης απάντηση είναι: η ορθολογική φιλοσοφία ή επιστήμη είναι για τους μυημένους, περιορίζεται σε έναν μικρό κύκλο ανθρώπων και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη λειτουργία της θρησκείας να αιχμαλωτίζει την φαντασία των μαζών, υπηρετώντας έτσι και τους σκοπούς της ηθικής και πολιτικής τάξης. Σήμερα πια δεν «πιστεύουμε πραγματικά», απλώς ακολουθούμε ορισμένα θρησκευτικά τελετουργικά και ήθη ως δείγμα σεβασμού για τον τρόπο ζωής της κοινότητας στην οποία ανήκουμε. Το «Δεν πιστεύω στ’ αλήθεια σε αυτό, είναι απλώς κομμάτι της κουλτούρας μου» φαίνεται πως είναι ο κυρίαρχος τρόπος εκδήλωσης της απαρνημένης πίστης που χαρακτηρίζει τη εποχή μας. Ίσως γι’ αυτό, σκέφτεται ο Ζίζεκ, απορρίπτουμε τους φονταμενταλιστές πιστούς ως «βάρβαρους» και απολίτιστους, ως απειλή για την κουλτούρα: πώς τολμούν και παίρνουν στα σοβαρά αυτά που πιστεύουν, χωρίς να διατηρούν κάποια απόσταση απέναντί της;

jesus is coming soon be readyΟ Χέγκελ εστίασε στο μυθικό στοιχείο της παραμυθένιας αφήγησης του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος ποτέ στα γραπτά του δεν υπεισέρχεται στο «βαθύτερο νόημα» μιας παραβολής ή πράξης του Ιησού. Αυτό που θεωρεί σημαντικό δεν είναι ο Ιησούς ως ιστορική μορφή, παρά μόνο το γεγονός ότι πέθανε στο Σταυρό και ανέστη εκ νεκρών, κι ύστερα προχωρεί «στην οργάνωση του νέου κόμματος που αποκαλείται Χριστιανική κοινότητα, ως κανονικός «θεσμοποιητής», ανυψώνοντας τον Χριστιανισμό από μια ιουδαϊκή σέκτα σε μια θρησκεία της καθολικότητας, ακριβώς επειδή δεν αποτελούσε τμήμα του «εσώτερου κύκλου» του Χριστού.

Good-FridayΑλλά τι σημαίνει η ενανθρώπιση του Θεού με τη μορφή του Ιησού, δηλαδή η κάθοδός του από την αιωνιότητα στην πραγματικότητα; Μήπως είναι ο μοναδικός τρόπος για τον Θεό να κερδίσει την πλήρη πραγμάτωση και να απελευθερωθεί από τους ασφυκτικούς περιορισμούς της Αιωνιότητας; Κι αν ο Θεός αποκτά πραγματικότητα μόνο μέσω της ανθρώπινης αναγνώρισης, όπως έγραφε ο F.W.J. Schelling; Σε κάθε περίπτωση πάντως ο Ιούδας είναι ο ύστατος ήρωας της Καινής Διαθήκης, αυτός που είναι έτοιμος να χάσει την ψυχή του και να δεχτεί την αιώνια καταδίκη για να μπορέσει να εκπληρωθεί το θείο σχέδιο. Ακόμα κι όταν θρηνούσε για την επερχόμενη προδοσία, ο Χριστός υπόρρητα έδινε εντολή στον Ιούδα να τον προδώσει, απαιτώντας την θυσία όχι μόνο της πρώτης του, αλλά και της «δεύτερης» ζωή του, της μεταθανάτιας φήμης του. Η προδοσία ως έσχατο τεκμήριο αγάπης;

tIME jUDGEMENT DAYΣτο πλαίσιο της διακήρυξης του μη νοήματος των βασάνων του Ιώβ, ο Ζίζεκ επιμένει στον παραλληλισμό Ιώβ και Χριστού, στο ότι τα βάσανα του πρώτου ανακοινώνουν την Σταυρική Οδό, καθώς και του Χριστού τα βάσανα είναι άνευ νοήματος. Το «Πατέρα γιατί με εγκατέλειψες» δεν αποτελεί διαμαρτυρία προς έναν ιδιότροπο παντοδύναμο Θεό αλλά μια διαμαρτυρία προς έναν αδύναμο Θεό: σαν ένα παιδί που, έχοντας πιστέψει στη δύναμη του πατέρα του, ανακαλύπτει με φρίκη πως εκείνος δεν μπορεί να το βοηθήσει. Ουσιαστικά δηλαδή αποκαλύπτεται η απόλυτη ανικανότητα του Θεού. Ο Θεός δεν είναι ούτε δίκαιος ούτε άδικος, απλώς ανίκανος. Ο ίδιος ο Ιώβ είχε καταλάβει ξαφνικά ότι δεν ήταν αυτός, αλλά ο ίδιος ο Θεός που δοκιμαζόταν πραγματικά με τις συμφορές του. Ο Ιώβ προέβλεψε τα μελλοντικά βάσανα του ίδιου του Θεού!

mobile churchΥπό αυτή την έννοια, ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της Αποκάλυψης: τα πάντα αποκαλύπτονται σε αυτόν. Κανένα αισχρό υπερεγωτικό συμπλήρωμα δεν συνοδεύει το δημόσιο κείμενο. Αν στις αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές θρησκείας το δημόσιο κείμενο πάντα συμπληρωνόταν από μυστικές τελετές μύησης και όργια, στον Χριστιανισμό δεν υπάρχει κανένα μυστικό από πίσω για να αποκαλυφθεί και ο Θεός δεν έχει καμία κρυφή δύναμη να αποκαλύψει.

Όπως πάντα ο Ζίζεκ χρησιμοποιεί δεweird church signκάδες αναφορές: σε βασικά έργα των Χέγκελ, Λακάν, Αγκάμπεν, Μπαντιού, Μπατάιγ, Μπλοχ, στα γραπτά του Τσε και στα διδάγματα του … Ζεν, στην λογοτεχνία των G.K. Chesterton, J. Le Carre, A. Huxley, H. Kureishi, M. Duras, C.S. Lewis, στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και στην Μελωδία της Ευτυχίας, σε ποιήματα όπως «Ο άλλος» της Sylvia Plath, σε ταινίες όπως η Περσόνα του Bergman ή το … Enigma. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και όταν μοιάζει να επιθυμεί να βγάλει έξω απ’ τα ρούχα του κάθε θεοσεβούμενο ή θρησκόληπτο αναγνώστη, η γραφή του είναι έξυπνη και διασκεδαστική, ενίοτε χαοτική και αυθαίρετη, συχνά βαθιά φιλοσοφημένη και πάντα ερεθιστική.

street-art-murals-13Tι μένει τώρα σε άθρησκους και άθεους; Ίσως αυτό που ο Αλαίν Μπαντιού προσδιόρισε ως βασικό χαρακτηριστικό του εικοστού αιώνα: το πάθος για το Πραγματικό. Σε αντίθεση με τον δέκατο ένατο αιώνα των ουτοπικών εγχειρημάτων και ιδανικών και των σχεδίων για το μέλλον, ο εικοστός αιώνας στόχευε στο να προσφέρει το ίδιο το πράγμα, την άμεση πραγματοποίηση μιας νέας ζωής, ή όπως το έθεσε ο Φερνάντο Πεσσόα μην ποθείς να κατασκευάσεις στο χώρο / που φαίνεται ότι θα σου ανοιχτεί στο μέλλον / και που σου υπόσχεται κάποιου είδους αύριο. Πραγμάτωσε τον εαυτό σου σήμερα, μην καθυστερείς / Μόνο εσύ είσαι η δική σου ζωή.

Εκδ. Scripta, 2005, μτφ. Κώστας Περεζούς, επιμ. Γιάννης Σταυρακάκης, σελ. 259 [The Puppet and the Dwarf – The Perverse Core of Christianity, 2003].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Bιβλιοπανδοχείο, 152.

Άλλες επισκέψεις του Ζίζεκ στο Πανδοχείο εδώ και εδώ.

10
Απρ.
14

Ελεωνόρα Σταθοπούλου – Εκείνος ΙΙ

stathopoulou ekeinos IIΤο ευαγγέλιο της πολυφωνίας

Τον καιρό εκείνο όλοι περίμεναν… γράφεται στην πρώτη γραμμή του πρώτου κεφαλαίου, που αφιερώνεται στον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Ιωάννης αποκοιμιόταν όρθιος σαν δέντρο, ολομόναχος και βίωνε την πολυπόθητη αναμονή του Μεσσία. Αυτός που ήταν σαν το πιο ταπεινό ξερόχορτο μέσα στην έρημο και αγαπούσε το ποτάμι όπου είχε ξεπλύνει τόσα σώματα και είχε παρασύρει τόσες λέξεις που ομολογούσαν πράγματα ανήκουστα, το ποτάμι όπου αργότερα βάπτισε Εκείνον, κάποτε οργίστηκε: Είχα μέσα μου θυμό. Έκαναν όλοι τόσο ανεπίτρεπτα πράγματα κάτω απ’ το φοβερό μάτι του ήλιου. Τους υποχρέωνα να τα ομολογήσουν καρφωμένοι απ’ τις αχτίδες τους, σαν ζώα στο ακόντιο. Τότε έβλεπα τις αμαρτίες τους να τους εγκαταλείπουν, κι εκείνοι έφευγαν ξαλαφρωμένοι για να τις ξανακάνουν.

Όταν εμφανίστηκε Εκείνος τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ο διάβολος του πρότεινε να εξουσιάσει τον κόσμο στη θέση του Καίσαρα, αλλά εκείνος του θύμισε πως όσοι πιστεύουν στον Καίσαρα θα πρέπει ν’ αρκεστούν σ’ αυτό που προτείνει: την ανθρώπινη ιστορία να επαναλαμβάνεται σαν ατέρμονη εναλλαγή τυράννων που καταλήγει στο θάνατο. Όλες οι αυτοκρατορίες γκρεμίστηκαν κι όλες θα γκρεμιστούν, ενώ ο άνθρωπος είναι πλασμένος για κάτι καλύτερο. Και εκεί που συσσωρεύαμε όλον τον χρυσό της γης, μολύνεται το νερό. Και εκεί που εξουσιάζουμε τα πάντα, δεν εξουσιάζουμε ούτε την επόμενη ανάσα μας.

106623-stjohnmyart1a6kbΣτην τελευταία του κραυγή από το μπουντρούμι ο Πρόδρομος φώναξε στον διάβολο: Άμα τον συναντήσεις ρώτα Τον. Εκείνος είναι ή άλλον περιμένουμε; Βρισκόμαστε στον Πρώτο Καιρό, την πρώτη ενότητα του πολυφωνικού αφηγήματος εκείνης που κάποτε ονομάστηκε, θυμάμαι, ως η Ωραιότερη Ιστορία του Κόσμου. Εδώ υπάρχει χώρος για όλες τις φωνές, μείζονες και ελάσσονες, πιστές, εύπιστες ή διχασμένες, ενάρετες ή ανάρετες. Λίγο αργότερα τον λόγο, ή ακριβέστερα μονόλογο παίρνουν οι πρώτοι μαθητές. Ο Θωμάς αδιαφορεί για τον θάνατο, μια και δεν θα υπάρχει για να λυπάται που πέθανε. Η ιδέα μιας αιώνιας ζωής στον παράδεισο δεν τον θαμπώνει περισσότερο από μια στιγμή ευτυχίας στη γη. Πιστεύει εις έναν Θεό, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν πάντων των ορατών αλλά ουχί των αοράτων. Αλλιώς, σε τι διαφέρει η πίστη απ’ την τρέλα; Ο Ματθαίος αναρωτιέται: Αυτή είναι λοιπόν η ζωή όλη κι όλη; Διαισθάνεται όμως πως κάτι ξεπαγώνει μέσα στο κεφάλι του, αντιλαμβάνεται πως το ταξίδι τους μόλις άρχισε, ελπίζει κάποτε να γράψει ένας βιβλίο που οι λέξεις του να παράγουν θερμότητα.

Σε εRaising of Lazarus (detail) 1080  Cathedral, Chichester_κείνη την εποχή ολόκληρη η ζωή στηριζόταν στην αδικία, περιμένοντας μια λογική απάντηση ή μια αιματοβαμμένη ανατροπή. Σ’ εκείνη την ατέλειωτη αναμονή, συμβαίνουν τα Θαύματα, που έχουν το δικό τους κεφάλαιο – στην Κανά Εκείνος σκέφτεται τι ωραία να μην φοβούνται οι άνθρωποι τον Θεό, να μην πιστεύουν πως θα τους εκδικηθεί για τις στιγμές της ευτυχίας που τους χάρισε. Το ίδιο και οι Παραβολές, κατάγραφες από «περιπτώσεις ανθρώπων και ταλέντων»: ο ζωγράφος, η χορεύτρια, άσωτοι και παρθένες, άφρονοι πλούσιοι και καλοί σαμαρείτες. Κι ύστερα Διδασκαλίες, Λόγοι και Αντίλογοι.

Δεν υπάρχω; Υπάρχει μόνο η αδελφή μου που είναι όλα αυτιά και Τον ακούει στα γόνατα; Που δεν κάνει τίποτε όλη μέρα, έξω από το να Τον ονειρεύεται, βηματίζοντας ζαλισμένη; Όταν εκείνος έρχεται τα μάτια της τρέχουν, όπως τα δικά μου όταν καθαρίζω κρεμμύδια. Μόλις Τον βλέπω φεύγω για την κουζίνα μου. Νομίζω ότι είναι ένας άνεμος που, αν με σηκώσει, δεν πρόκειται να ξαναβρώ ποτέ το σπίτι μου. Το σπίτι μου δεν αποτελείται από πέτρες, αλλά από απαράβατες μικρές συνήθειες που χτίζουν μια ασφαλή ζωή.// Εκείνος τι ζωή κάνει; Χωρίς στέγη, μπαινοβγαίνει τα χωριά σαν να μην ανήκει σε πατρίδα. Άλλοτε περίγελως κι άλλοτε Θεός, με ζαλίζει και με αναστατώνει. Αν δεν ξαναερχόταν θα ένοιωθα ανακούφιση. [σ. 137 -138]

Saint_Martha…μονολογεί η Μάρθα μέσα στη σκόνη της λάτρας, προτού ακουστεί από την μέσα κάμαρα ο αντιμονόλογος της Μαρίας. Κάποτε και ο Ιούδας σκέφτεται φωναχτά: θα διατυπώσω κι εγώ επιτέλους τον λόγο μου. Ο επιτετραμμένος της αναπότρεπτης προδοσίας, αν μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός – να θυμηθώ και φέτος να διαβάσω τις μπορχικές εκδοχές του Ιούδα – πιστεύει πως ο Θεός υπάρχει αλλά δεν Τον απασχολεί καθόλου αν ο αδύναμος φτύνει αίμα κι ο ισχυρός το πίνει και ευφραίνεται. – πιστεύει μάλιστα ότι μπορεί να το θεωρεί φυσικό. Η διαθήκη του: Όσοι τη Μεγάλη Παρασκευή θα με καιν στις πλατείες, καλό είναι ν’ αναρωτηθούν πόσα βήματα έκαναν στο κενό· από έρωτα.

ev3pa02Στο ύστατο κεφάλαιο, Οι Τελευταίες Μέρες, στο κείμενο Η τιμή της αγάπης διαβάζουμε: Η επιβεβλημένη «ορθότητα», ακόμα κι αν αποτελεί απαίτηση του πλέον ορθού ηγέτη, μας αφαιρεί κάθε λαχτάρα να πράξουμε το ορθό από χαρά κι από μόνοι μας. Ίσως μάλιστα και να φτάσουμε να το αποστρεφόμαστε με τον καιρό, αντί να το επιθυμούμε. Στην Βαϊοφόρο Εκείνος μπαίνει σ’ όλες τις πολιτείες των ανθρώπων καθισμένος πάνω σε μια πλάτη που αιώνες τώρα λείανε και λύγισε η υπομονή, γνωρίζοντας καλά πως πηγαίνει για να πεθάνει. Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή οι άνθρωποι συνέχισαν να βλέπουν τον Ναό ακατάλυτο, κι ούτε που φαντάζονταν πως σε λίγα χρόνια δεν θα ’μενε τίποτα όρθιο απ’ αυτόν, εκτός από λίγο τοίχο για να χτυπάν τα κεφάλια τους.

Στον Ιορδάνη και στο Θαβώρ είχε ακουστεί η φωνή Του. Απόψε δεν μιλάει κανείς. Οι ουρανοί έπρεπε να ’ναι αυτή τη στιγμή γεμάτοι από λεγεώνες αγγέλων. Αυτή τη στιγμή θα έπρεπε, στην ιδέα της ουσίας, Εκείνος να λάμπει ολόκληρος. Αυτή η στιγμή είναι η στιγμή Του. Στη Γεσθημανή ακούγονται για τελευταία φορά τα αδοκίμαστα λόγια. Ο ουρανός παραμένει σιωπηλός αλλά είναι καθησυχαστικό που Εκείνος έχει χάσει κάθε ίχνος θεότητας, που επιτέλους τους περικλείει όλους. Σύλληψη – Εμπαιγμός – Πέτρος και Πιλάτος – Σταύρωση – Ψηλάφηση – Εμφάνιση στους Μαθητές. Έπρεπε. Εκείνο που σας έκανε δύσπιστους έπρεπε να συμβεί. Να βγει η ψυχή μου από ένα στόμα που είναι το στόμα όλων μας. / Από γενιά σε γενιά, από χώρα σε χώρα, μην πάψετε ποτέ να τους λέτε πόσο ωραία περάσαμε σήμερα μαζί, βουτώντας το δάχτυλο στην ίδια λίμνη από μέλι.

Στο σαγηνευτικότατο αφEmil_Nolde,_1915,_Die_Grablegung_(Begravelsen,_The_Burial)ήγημα της Σταθοπούλου τα πρόσωπα της πυρηνικής ιστορίας του χριστιανισμού παίρνουν τον λόγο και εξομολογούνται σε πρώτο πρόσωπο την ζωή τους Πριν και Μετά, τις συγκλονισμένες σκέψεις τους, τις βασανιστικές αμφιβολίες τους. Η ομολογία της πίστεως ή του αντίθετού της εναλλάσσεται με τις τριτοπρόσωπες διηγήσεις της συγγραφέως, με απλή γλώσσα αλλά ποιητική λάμψη, σαν λαϊκές αφηγήσεις που διακοσμήθηκαν από τις πλουσιότερες των γλωσσών, σαν ταπεινά παραμύθια που επιχειρούν να διηγηθούν το αδιήγητο, σαν Ευαγγέλια – βάλσαμα που διασώζουν το άφατο αλλά και δικαιώνουν το εναρκτήριο παράθεμα: «Ο Θεός είναι ο Λόγος και η ζωή ο διάλογος».

Εκδ. Εστία, 2013, σελ. 186.

Στις εικόνες: Λαϊκότροπος Πρόδρομος, Γλυπτός Λάζαρος Καθεδρικού Chichester, Ιησούς με Μάρθα και Μαρία, Η Αποκαθήλωση του EmilNolde.

15
Νοέ.
13

Pierre Assouline – Βίοι του Ιωβ

ex_iovΗ σιωπή είναι ορισμένες φορές ισοδύναμη του ψεύδους, γιατί μπορεί να ερμηνευτεί σαν αποδοχή. Δεν θα μπορούσα να επιζήσω ενός διαζυγίου μεταξύ των λόγων μου και της συνείδησής μου, που ανέκαθεν είχαν εξαιρετική μεταξύ τους σχέση. […] Θα νικήσετε, αλλά δεν θα πείσετε. Θα νικήσετε γιατί υπερέχετε σε ζωώδη δύναμη, δεν θα καταφέρετε όμως να μεταπείσετε γιατί μεταπείθω σημαίνει πείθω. Και για να πείσεις χρειάζεται να διαθέτεις αυτό που σας λείπει: το δίκαιο και το ορθό στον αγώνα σας. [σ. 258 – 260]

Τον Οκτώβριο του 1936 ο φιλόσοφος Μιγκέλ ντε Ουναμούνο δίνει μια διάλεξη στο πανεπιστήμιο παρουσία στρατηγών και υπουργών του Φράνκο. Με το κουράγιο του ηλικιωμένου ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να χάσει, με την αυστηρή αταραξία του στοχαστή, τον ήρεμο ηρωισμό εκείνου που έχει αποφασίσει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του μέχρι τέλους βγάζει ένα συγκλονιστικό λόγο και κατέρχεται από το βήμα μέσα σε μια θανατερή σιωπή. Δεν έχει σωθεί ούτε ίχνος από την πρωτότυπη ομιλία του αλλά απομένουν οι μαρτυρίες που ο Ασουλίν συνθέτει σ’ ένα κείμενο, υποστηρίζοντας πως στην ομιλία της Σαλαμάνκα αντηχεί η άρνηση του Ιωβ. Το μνημειώδες όχι ταυτίζεται με καθαίρεση από την θέση του και με επιβεβλημένο κατ’ οίκον περιορισμό. Η επερχόμενη βαρβαρότητα εξεγείρει και κατόπιν καταβάλλει τον ντε Ουναμούνο, που δεν έχει πια τη δύναμη να παλέψει και λίγο αργότερα πεθαίνει. Φαίνεται, γράφει ο Ασουλίν, πως ακόμα μπορεί να πεθάνει κανείς από θλίψη και αηδία.

Assouline1Βρισκόμαστε στο μέσον ενός σύνθετου μα τόσο απολαυστικού βιβλίου, μιας ακόμα βιογραφίας του Πιερ Ασουλίν αλλά αυτή τη φορά βιογραφίας «μιας ιδέας, μιας υπόθεσης και μιας απουσίας». Στον εκτενέστατο, εξομολογητικό του πρόλογο – στην ουσία ένα οργανικό μέρος του βιβλίου, ισάξιο με τα υπόλοιπα εννιά – ο συγγραφέας μας αφηγείται με γλαφυρό τρόπο πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Ιώβ, με ποιο τρόπο τον στοίχειωσε ο «βασανιζόμενος δίκαιος» και σε τι μπελάδες μπήκε. Το βιβλίο του Ιώβ, αυτό το υποβλητικό μωσαϊκό διαπλεκόμενων ιστοριών και πεπρωμένων αντιπαρατίθεται στο Κακό πάνω από δύο χιλιετίες· είναι μια συλλογή ποιημάτων και προβλημάτων μαζί, ένα ναρκοπέδιο φυτεμένο αβέβαια νοήματα, που πρέπει πρώτα να μεταφραστούν, ύστερα να μπουν σε σειρά και τελικά να ερμηνευτούν. Οι σημειώσεις και τα σχόλια έχουν κατακυριεύσει το κείμενο, σε σημείο που ο αναγνώστης καταλήγει να αποδίδει στον Ιώβ τα του αντιγραφέα ή του σχολιαστή.

Miguel de UnamunoΟ Ιώβ σταδιακά χάνει τα παιδιά του, το σπίτι του και την περιουσία του. Η απάντηση του Θεού είναι από τις πλέον απρόσμενες: δεν οφείλει καν απάντηση γιατί ο ίδιος είναι η απάντηση. Πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου που δεν υπήρξε, δεν πλάστηκε αλλά κατασκευάστηκε επί τούτου για να ενσαρκώσει το πρόβλημα που θέτει. Ο ξακουστότερος περίλυπος των Γραφών πριν από άγιος που κατέστη παραβολή, υπήρξε άνθρωπος. Την ιστορία του άδικου πόνου ενός αθώου την συναντούμε ήδη στην ακκαδική λογοτεχνία στη αρχαία Μέση Ανατολή και στους παλαιότερους μύθους της Μεσοποταμίας. Ο Ιώβ  δεν είναι Ισραηλίτης αλλά ξένος και ταυτόχρονα οικουμενικός.celan

Στο Βιβλίο του Ιώβ τα πάντα περνούν από τον λόγο που προηγείται των πάντων. Είναι το όχημα της δράσης. Είτε μονολογεί είτε συνομιλεί είτε παραμιλάει. Όμως οι λέξεις δεν αρκούν αν θέλει κανείς να συλλάβει μέχρι και τις παραμικρές του αποχρώσεις. Και αυτό μοιάζει να σχετίζεται κάπως με το ρίγος του ανθρώπινου βιώματος. Μια οσμή, χρώματα, αισθήσεις εξ ορισμού εκτός-κείμενου. [σ. 144]

Και αρχίζει ο Ασουλίν να ταξιδεύει, να διαβάζει, να συγκεντρώνει τις πλείστες αναγνώσεις του Ιώβ, να βυθίζεται στον Ιώβειο Κόσμο και παράλληλα να μας διηγείται κάθε στάση του· τις προσωπικές του συναντήσεις, όπως με τον συγγραφέα Ντάνιελ Μέντελσον, τον φιλόσοφο Σλαβόι Ζίζεκ και τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Φρανσουά Νουρισιέ, καθηλωμένο σε αναπηρική καρέκλα στο νοσοκομείο, «με την αλγεινή μάσκα του Αντονέν Αρτώ», «ένας άνθρωπος όχι απελπισμένος αλλά άπελπις και ανέλπιστος»· τις συζητήσεις με επιστήμονες και ερευνητές βιβλικών σπουδών· τις παρακολουθήσεις θεατρικών παραστάσεων με παρεμφερές θέμα.

Tim_Anderson_PrimoLeviPrint_large_000

Διαβάζει τον Κίρκεγκωρ και τον Σατωβριάνδο, εντοπίζει τις αναφορές των Λουί – Φερντινάν Σελίν και του Εμίλ Σιοράν, προτείνει μεταφορές από έργα του Αλμπέρ Καμύ και Βασίλι Γκρόσμαν και είναι βέβαιος πως οι εφιάλτες του Κάφκα και οι κραυγές του Αρτώ απηχούν τους εφιάλτες και τις κραυγές του Ιώβ. Συγκεντρώνει τους ήρωες με πλείστα ιώβεια χαρακτηριστικά όπως ο περίφημος Φραντς Μπίμπερκοπφ στο Berlin Alezanderplatz του Άλφρεντ Ντέμπλιν και φυσικά τους ανθρώπους του Άουσβιτς, τον Πρίμο Λέβι αλλά και τον Πάουλ Τσέλαν που ενοχοποιεί τον Θεό προσάπτοντάς του ότι διέρρηξε τον δεσμό του με τον άνθρωπο στο Άουσβιτς. Διαβάζει το ιατρικό «σύνδρομο του Ιώβ», επισκέπτεται το νοσοκομείο Άγιος Ιώβ στην Ουτρέχτη, ακούει το τραγούδι The Sire of Sorrow (Job’s Sad Song) της Τζόνι Μίτσελ και το Don’t Explain της Billy Holiday, της Ιώβειας Μπίλλυ.

Joseph-Roth-di-Mies-Blomsma

Από την χορεία του δεν θα μπορούσε να λείπει ο Γιόζεφ Ροτ που το το 1934 εκφράζει το μίσος του για τους Πρώσους και δεν συγχωρεί στους εθνικοσοσιαλιστές τα όσα έκαναν στην Αυστρία, την χώρα του ή τις αντισημιτικές διώξεις. Πνιγμένος στα χρέη, όχι μόνο χρημάτων αλλά και κεφαλαίων στους εκδότες και λέξεων στις εφημερίδες, ο Ροτ βυθίζεται στο ποτό, πεπεισμένος ότι η ζωή τον αδικεί κατάφωρα. Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει το Ιώβ, το μυθιστόρημα ενός απλού Εβραίου, μια ειρωνική παραβολή που έγραψε στο μπιστρό όπου σύχναζε, μέσα στη θλίψη. Εκεί συνήθιζε να εφευρίσκει άλλες ζωές για τον εαυτό του, με το αλκοόλ ως προστασία και τους καπνούς ως πέπλα. Ο Ροτ, γράφει ο Ασουλίν, είναι ο Ιώβ. Αντί να τον αντιμετωπίσει ως ιστορικό πρόσωπο, προτιμάει να οικειοποιηθεί το κείμενο για να τον διαχειριστεί ως μύθο. Έτσι, τον μετατρέπει σε έναν από μας, καθώς περισσότερο τον ενδιαφέρει η δοκιμασία παρά ο τρόπος αντίδρασης.

eugene-ionesco-by-ci-fij[166911]

Ο συγγραφέας θυμάται μια συνάντηση με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Ζαν Ντεμελιέ, που θα είχε πεθάνει από την πείνα αν δεν τον βοηθούσε ο Μπέκετ, αγοράζοντας διακριτικά τα έργα του, όπως έκανε και με τόσους άλλους με τους οποίους μοιράστηκε διακριτικά το χρηματικό αντίτιμο του Νόμπελ. Κι όμως, ο ίδιος ο Μπέκετ στα τελευταία του, με κλονισμένη υγεία διώχνεται από το σπίτι του και αντί να πάει σε κάποιο ξενοδοχείο, εγκαθίσταται σε γειτονικό οίκο ευγηρίας, που συνεχίζει να επισκέπτεται και μετά την επιστροφή του. Ο Ιονέσκο επαναλαμβάνει συχνά πως ο Μπέκετ του θυμίζει τον Ιώβ και κάθε φορά που τον πιέζουν να μιλήσει για την πρωτοτυπία ονοματίζει το βασιλιά Σολομώντα, συγγραφέα του Εκκλησιαστή και τον Ιώβ για το Βιβλίο του Ιώβ. Αν διαβάσουμε προσεκτικά τα έργα του ίσως δούμε τον Ιώβ πάντα να τριγυρίζει εκεί κοντά, έτοιμος να θέσει το ερώτημα για το ποιος φέρει την ευθύνη του Κακού: ο Θεός ή ο άνθρωπος;

Muriel Spark by Dmitri Kasterine

Η Μυριέλ Σπαρκ από την άλλη, η Βρετανή μυθιστοριογράφος των αγνωστικιστικών πεποιθήσεων που ασπάζεται τον καθολικισμό με την ελπίδα ότι θα καταφέρει α απαλλαγεί από την κατάθλιψη που την κατατρώει, ανοίγει ένα ντοσιέ για τον Ιώβ, και για τον άλλον της εαυτό ως Ιώβ, εκείνον που αισθάνεται σαν αδελφό εν καταθλίψει, όρο που χρησιμοποίησε επακριβώς για να περιγράψει την κατάστασή της και την θεραπευτική επίδραση του Βιβλίου.

Ο Ιώβ έχει γρανιτένια εμπιστοσύνη στον Θεό σε μια εποχή όπου κανένας κλήρος, κανένας θεσμός, μήτε ο ελάχιστος μεσολαβητής ή επαγγελματίας του Υψίστου δεν μεσολαβεί μεταξύ του πιστού και της πίστης του. Το βλέμμα του δεν προσηλώνεται στη Γη, αλλά προκαλεί τον Ουρανό. Του ζητεί να εξηγήσει την αυστηρότητά του. Το παράπονό του δεν εξασθενεί σε θρήνο: ορθώνεται εν είδει διαμαρτυρίας. [σ. 45]

Antonio-Negri_3

Ο συγγραφέας με έκπληξη διαπιστώνει τις πολλαπλές και ποικίλες αναγνώσεις του κειμένου. Ακόμα και η μαρξιστική φιλοσοφία στάθηκε στην ακτινοβολία του Ιώβ μετά το τέλος των δοκιμασιών του, που είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Θεού και που σηματοδοτεί μια νέα έξοδο: εκείνη του Ιώβ έξω από τον Θεό του. Ποτέ του, μας γράφει, δεν θα φανταζόταν πως ένας μαρξιστής φιλόσοφος που φυλακίστηκε λόγω των υποτιθέμενων διασυνδέσεών του με τον τρομοκρατία, ο Τόνι Νέγκρι, θα έφτανε μέχρι τον Ιώβ. Κι όμως, περιμένοντας να εκτίσει ποινή τριάντα χρόνων ο Νέγκρι έψαχνε ένα τρόπο να αντισταθεί στην βία, να ξεφύγει από την μιζέρια, να μην βουλιάξει στον πόνο. Δεν του απέμενε παρά η σκέψη μέσα από την ανάλυση του πόνου, και μετά τον Σπινόζα η ανακάλυψη του Ιώβ.

antonio negri 1

Το Ιώβ, η δύναμη της σκλαβιάς είναι μια φιλοσοφική και πολιτική παρέμβαση του Νέγκρι, που αντιλαμβάνεται πως εκείνο που λείπει από τον Ιώβ και που έκανε θαύματα στον Τζιάκομο Λεοπάρντι (το φιλοσοφικό ημερολόγιο του οποίου διάβαζε μέχρι τότε, το Ζιμπαλντόνε) είναι η ειρωνεία ή εκείνη η ικανότητα να παίρνει κανείς απόσταση από τα πάθη του χωρίς να χάνει στο ελάχιστο το κριτικό του πνεύμα. Και μονάχα το πάθος της δημιουργίας θα μπορούσε να ακολουθήσει την απώλεια του μέτρου. Αλλά η ταύτιση του Νέγκρι με τον Ιώβ δεν σταματάει εκεί: στη φυλακή το σώμα, που απουσιάζει από τον ελεύθερο ακτιβιστή και θεωρητικό, ξαναβρίσκει το μυαλό του. Και ελεύθερος πια ο Νέγκρι ολοκληρώνει το βιβλίο του, επιμένοντας πως ο Ιώβ δεν μετανοεί για κάποια ηθική ενοχή, αλλά μεταστρέφεται από τη μεταφυσική του αλαζονεία. Και «αν η έρημος του Ιώβ τελειώνει με τη θέαση του Θεού, οι ήττες και όλες οι φυλακίσεις των πολλών τελειώνουν με μια νέα εξέγερση».

Pierre-Assouline

Οι βίοι του Ιώβ είναι ένα πλήρες παλίμψηστο αναγνώσεων και ιδεών, αλλά κι ένας διπλός καθρέφτης έργου και δημιουργίας έργου, καθώς διαρκώς εναλλάσσει τα μικρά και εύληπτα φιλοσοφικά, θεολογικά και λογοτεχνικά του δοκίμια με προσωπικές εξομολογήσεις και αυτοβιογραφικές βινιέτες, και με την ίδια ιστορία της συγγραφής των αναγνώσεων, άρα αποτελεί κι ένα κείμενο πάνω στη βιογραφία, αυτό το «μυθιστόρημα με ευρετήριο», αυτό το μπάσταρδο είδος που ισχυρίζεται πως δανείζεται ταυτόχρονα από το μυθιστόρημα όσον αφορά τη συναρμογή των διαλόγων, από το αφήγημα όσον αφορά τη διαύγεια της αφήγησης, από την ερευνητική δημοσιογραφία όσον αφορά την τεχνική των ερωτήσεων, από τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες όσον αφορά το εύρος των προοπτικών του, από την ιστορία όσον αφορά τη λατρεία των αρχείων, από το σενάριο όσον αφορά την αίσθηση της ελλειπτικότητας που το χαρακτηρίζει, από το δοκίμιο όσον αφορά το συνθετικό του πνεύμα. [σ. 424].

Εκδ. Πόλις, 2013, μτφ. Σπύρος Γιανναράς, σελ. 534, με 625 σημειώσεις [Pierre Assouline – Vies de Job, 2011].

Στις εικόνες: Pierre Assouline, Miguel de Unamuno, Paul Celan, Primo Levi, Joseph Roth, Eugene Ionesco, Muriel Spark, Antonio Negri, Antonio Negri, Pierre Assouline,

31
Μάι.
13

Χάρης Μαυρομάτης – Οι εξορίες του ιεροκήρυκα Σέργιου Σκανδάλη

mayromatis-exoriesΑκόμα και εξόριστος στα κακοκτράχαλα βουνά, ο άλλοτε κοσμικός ιεροκήρυκας μικρής επαρχιακής πόλης Στέργιος Σκανδάλης δεν ξεχνάει τις συνήθειές του: ελαφρό ρίμελ και σκιά στο κάτω μέρος των ματιών του και αραιό άρωμα στην άκρη του μαντιλιού του. Έτσι επιτηδευμένα ταλαιπωρημένος βγαίνει από τον ξύλινο οικίσκο του περιορισμού του Δασικό Χωριό Κέδρος μπροστά στην θέα, ενώ στα αθέατα μέρη πίσω από το βουνό πνέει τα λοίσθια ο εμφύλιος. Αλλά τα δάκρυά του διαλύουν κάθε καλλωπισμό και μετατρέπονται σε κόκκους δύσοσμους και ελεεινούς όπως οι κόκκοι της αμαρτίας του Αγίου Αντωνίου των Ερήμων ή ο λεροί βόστρυχοι του Αγίου Συμεών του Στυλίτη, ο οποίος έπασχε, ως γνωστόν, από έναν έντονο χριστοκίνητο μαζοχισμό ακραίας μορφής.

Μόνο η Αγία Γραφή και το Ιερό Κοράνι γαληνεύουν τον ιεροκήρυκα από τον εξοριακό πόνο. Όσο κι αν ξαποσταίνει όμως στους παρηγορητικούς τους λόγους, του λείπει το δεσποτικό του Αγίου Νικολάου, στη μέση του ναού, με το απέναντι παράθυρο να βλέπει το μπαλκόνι του σπιτιού της κυρίας Θέκλας, γηραιάς κυρίας αλλά ικανής συνομιλήτριάς του. Τα λόγια του τελευταίου κηρύγματος στον εσπερινό της Αγίας Άννας στις 8 Δεκεμβρίου 1949 έρχονται και ξανάρχονται στο μυαλό του. Όταν κατέβηκε από το δεσποτικό και βγήκε από τον ναό, τον περίμενε η πατρική αγκάλη του Μητροπολίτη Άρτης, που με το στρατιωτικό τζιπ τον οδήγησε στην εξορία για ίαση της ψυχής και καταλάγιασμα του πνεύματος.

~~~Εκεί που βρίσκεται τώρα οι λέξεις περισσεύουν, καθώς δεν χρησιμοποιεί παρά ελάχιστες για τις ανάγκες του, ενώ οι σωματικές του ταραχές απαλύνονται στο σώμα της γης, ανοίγοντας οπές στο πετρωμένο χώμα ή το παγωμένο χιόνι. Ήχοι που τον συντροφεύουν: οι χτύποι του καλεμιού από τους Καλαρρύτες, οι τσελιγκάδες του Συρράκου, τα σφυρίγματα των ζωοκλεφτών, η ψαλμωδία ενός ιερέας από το Μυρόφυλλο των … Τρικάλων. Συχνοί επισκέπτες του οι αντάρτες που έρχονται να πιούν και να πλυθούν, ενώ οι αυτοσχέδιες λειτουργίες του στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού έχουν ως αντίφωνο τον βόμβο των εκρήξεων. Μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ένας διαφορετικός επισκέπτης, ο νεαρός Νικόλαος Κοντόπουλος που επιθυμεί να γίνει μοναχός και του υπόσχεται την επιστροφή…

Θα σε πάρω πρώτα πρώτα εσένα αποδώ και θα σε κατεβάσω στην πόλη, να βρεις τους άμβωνες που σου έλειψαν. Θα σε αφήσω εκεί να μείνεις στα κελιά του Αγίου Κωνσταντίνου και να γυρνάς τις νύχτες σα φάντασμα στις εκκλησιές που άφησες γύρω σου. Να εμφανίζεσαι ξαφνικά στις απογευματινές συγκεντρώσεις των γυναικών, στα τζάμια των καφενείων των αντρών τις νύχτες του χειμώνα. Να περπατάς υπό βροχή ως σύνολο οστών και δέρματος στον έρημο κεντρικό δρόμο και να τρομάζεις τους χωροφύλακες που περιπολούν.

Άγιος Βασίλειος 4Ο επιστροφέας κουρνιάζει σε εγκαταλειμμένο σπίτι, ξεχνιέται με τα απομεινάρια του αλλοτινού κατοίκου –  ζωγραφισμένα σκηνικά θεάτρου και σχέδια ανάπλασης της πόλης –  και επαναλαμβάνει τα σπαρακτικά του κηρύγματα στον άμβωνα ως άγνωστος και σαλός ή σε μια ολονυχτία απέναντι απ’ την κόγχη του ιερού του Αγίου Βασιλείου, της ταπεινής βυζαντινής βασιλικής της πόλης. Στην δεύτερη αυτή εξορία του, μέσα στον κόσμο αυτή τη φορά, ανακαλεί πλήθη οικογενειακών αναμνήσεων, βρίσκει μια ιδιότυπη προστασία από κάποιον μυστηριώδη πολίτη, ενοικεί υπό την σκέπη των τριών μονοθεϊσμών και οδηγείται στην πολυπόθητη συνάντηση με τον Ιβηρίτη πλέον μοναχό Ευσέβιο, πρώην Νικόλαο, που προσθέτει την δική του αδιανόητη ιστορία, με προσωπικές αποκαλύψεις στο σπειροειδές σχήμα του δαπέδου στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Ιβήρων, φώτα άκτιστα και ειλητάρια μικροσκοπικά. Ένας πλαγιογράμματος σχολιαστής μπολιάζει με ειρωνεία την συγγραφική πένα, ενώ ένας άλλος πρωτοπρόσωπος παρατηρητής εμπλέκεται με τον δικό του τρόπο στην ιστορία.

Ο ναός της Παρηγορήτριας  της Άρτας - 1897Όπως και στον Κήπο των Νεκρών, την προηγούμενη, νουβέλα του συγγραφέα, έτσι κι εδώ ο αναγνώστης βρίσκεται εν μέσω διαφορετικών ειδών και αντικρουόμενων διαθέσεων. Η πίστη δανείζεται από την βλασφημία, η θρησκευτικότητα διασπάται από την αποκαθήλωσή της, η σοβαρότητα των καταστάσεων με την διακωμώδηση των συστατικών τους, η συγκινησιακή διήγηση από μια οξύτατη παρωδία. Ο πυρήνας όμως της αφήγησης είναι κατάφωτος αναζητήσεων που σκοπίμως μένουν ημιτελείς, όπως η ομίχλη της άλλοτε περίλαμπρης πόλης με την απωλεσθείσα (ή κρυμμένη) βυζαντινότητα, καθώς οι σύγχρονοι περιπλανώμενοι της παραδίδονται ή κατασκευάζουν ή διαφεύγουν από τις αμέτρητες προσωπικές εκδοχές του Θεού ή ενός Θεού, που, όπως εκείνος του Στέργιου, «είναι ρευστός, παίρνει το σχήμα του δοχείου όπου τον τοποθετεί».

Per_66491Ο συγγραφέας (Άρτα, 1946) εργάστηκε ως δημοσιογράφος και τραπεζικός. Καθώς, όπως μαθαίνω, επικοινωνεί σπάνια με τον συγγραφικό και αναγνωστικό περίγυρο, ας γνωρίζει πως είναι προσκεκλημένος στο Αίθριο του Πανδοχείου.

Εκδ. Εστία, 2013, σελ. 114

.Στις εικόνες: ο Άγιος Βασίλειος στην Άρτα, μια ιδιαίτερη περίπτωση περικαλλούς ναού που επιτέλους βρίσκει τη θέση του στην λογοτεχνία και η περίφημη Παρηγορίτισσα με τιμητική φρουρά εις ανάμνησιν.

13
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 136

NPG 6352; Salman Rushdie ('The Moor') by Bhupen KhakharΣάλμαν Ρουσντί, Το χώμα που πατάει, Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 105 [Φεβρουάριος – Μάρτιος 1999]. Ιστορίες για τον Θεό. 37 κείμενα για την θρησκευτικότητα, σ. 86, απόδοση Μαρία Αγγελίδου. [απόσπασμα από το τότε υπό μετάφραση μυθιστόρημα του Salman Rushdie, The Ground Beneath Her Feet, 1999].

Παρ’ όλα της τα καμώματα, παρ’ όλες τις πνευματιστικές ιδιοτροπίες της και παραξενιές, εγώ ο άθεος πάντα δυσκολευόμουν αφάνταστα να πιστέψω ότι πίστευε στ’ αλήθεια. Ότι πίστευε στ’ αλήθεια σ’ έναν αληθινό Θεό. Φαίνεται, όμως, πως έπεφτα έξω. Πως είχα άδικο και σ’ αυτό το ζήτημα. Μα…όπως κι αν έχει, ποια άλλη λέξη υπάρχει; Ποια άλλη λέξη μπορεί να εκφράσει αυτήν την ευγνωμοσύνη, που νιώθεις μέσα σου, για τις ευτυχισμένες συμπτώσεις της ζωής, όταν δεν υπάρχει κανένας να του πεις ευχαριστώ κι εσύ χρειάζεσαι να πεις ευχαριστώ σε κάποιον; Ο Θεός, έλεγε η Βίνα. Αυτή η λέξη ηχούσε πάντα στ’ αυτιά μου σαν μια θυρίδα ασφαλείας, όπου μπορούσες να καταθέσεις τη συγκίνησή σου. Ένα μέρος για να βάλεις ό,τι δεν χωρούσε, ό,τι δεν έμπαινε πουθενά αλλού.

03
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 135

Los tambores de CalandaΛουίς Μπουνιουέλ, ΉΧΟΙ. Τα τύμπανα της Καλάνδα, σε: Η τελευταία μου πνοή, μτφ. Γιώργος Χουλιάρας, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 9, Δεκέμβριος 1983, σ. 349 – 350.

Υπάρχει ένα έθιμο, που υφίσταται ίσως μόνο σε ορισμένα χωριά της Αραγονίας, το οποίο ονομάζεται τα Τύμπανα της Μεγάλης Παρασκευής. […]. Τα τύμπανα της Καλάνδα ηχούν σχεδόν χωρίς διακοπή από το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής μέχρι το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου […]

Στα παιδικά μου χρόνια, λίγες μόνο εκατοντάδες τυμπανιστές έπαιρναν μέρος στην ιεροτελεστία αυτή, αλλά σήμερα ξεπερνούν τους χίλιους, συνυπολογίζοντας εξακόσια με εφτακόσια τύμπανα και τετρακόσια bombos. Προς το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, οι τυμπανιστές συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία απέναντι από την εκκλησία και περιμένουν εκεί σε απόλυτη σιωπή· αν κανείς χτυπήσει νευρικά ένα δύο «χρόνους», το πλήθος του επιβάλλει σιωπή. Όταν η πρώτη καμπάνα αρχίσει να χτυπά στο καμπαναριό, μια έκρηξη ήχου, σαν ένας φοβερός κεραυνός, ηλεκτρίζει ολόκληρο το χωριό, γιατί όλα τα τύμπανα εκρήγνυνται την ίδια στιγμή. Ένα είδος άγριου μεθυσιού διαπερνά κυματιστά τους τυμπανιστές· παίζουν τα τύμπανα δια δύο ώρες έως ότου σχηματιστεί η πομπή (που ονομάζεται El Pregón, με βάση το τύμπανο του επίσημου «τελάλη), έπειτα ξεκινά η πομπή από την πλατεία και κάνει έναν ολόκληρο γύρο του χωριού. Είναι συνήθως τόσο μεγάλη που το τέλος της βρίσκεται ακόμη στην πλατεία όταν οι επικεφαλείς έχουν ήδη επανεμφανισθεί από την απέναντι μεριά.

21
Απρ.
13

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος – Ο πιο σύντομος δρόμος

1«Ξεκινάς από το Μελισσοχώρι του Δήμου Μυγδονίας, και με το λεωφορείο μεταβαίνεις στη γενέτειρά σου πόλη της Θεσσαλονίκης». Είναι οι πρώτες στιγμές της διαδρομής και οι πρώτες λέξεις του βιβλίου, η αφετηρία και το κέντρο μιας περιπλάνησης στον έξω και τον μέσα κόσμο του εξομολογούμενου συγγραφέα. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς το περίκεντρο ενός βίου αλλά και εκείνη που του δανείζει τους δικούς της «οφθαλμούς του κόσμου», τα μνημεία της, αυτά τα μονοπάτια για την πραγματική μας υπόσταση, με τα βλέμματα προς την λιγότερο προφανή ζωή.

Η περιδιάβασή τους ανοίγει κάθε φορά και νέες διηγήσεις από το παρελθόν, τις σκέψεις του παρόντος, τα αποτυπώματα της ιστορίας, την άλλη όψη των πραγμάτων. Από τους Αγίους Αποστόλους, πίσω από τον Βαρδάρι με τα χαμένα πια χάνια, όπου ο μακρύλαιμος Χριστός κατεβαίνει στον Άδη μπροστά στους υπνοβάτες ενώ πίσω του η Εύα καταυγάζει τα σκότη, μέχρι την Πλατεία Δικαστηρίων, όπου ο Γιώργος Ιωάννου τοποθετεί την μέλλουσα Κρίση και από τις υπόγειες στοές της Καταφυγής στον λάκκο της Παναγίας των Χαλκέων απ’ όπου ξεκινούσε η πομπή του Μεγαλομάρτυρα ως τον Όσιο Δαβίδ και τον Προφήτη Ηλία, ο συγγραφέας αγωνίζεται να χωρέσει το χρόνο άλλων ηρώων και άλλων καταστάσεων για να μη νιώθει ορφανεμένος και γυμνός.

2 - Παναγία Χαλκέων«Μπορεί να συμπίπτουμε χρονικά, αλλά πόσοι ζουν πραγματικά στο παρόν;» αναρωτιέται, καθώς περιδιαβαίνει στοχαζόμενος τους ναούς και τα αγιάσματα της πόλης, τα σπίτια όπου έζησε κι εκείνα των φίλων που επισκεπτόταν, ξεφυλλίζει τους βίους των νεομαρτύρων που θεωρεί μνημεία λόγου και σκέφτεται πως «υπομένοντας θα δεις μέσα σου να ορθώνεται ολόκληρος Άθωνας». Στο τέλος επιστρέφει ξανά και ξανά στις εκκλησίες, για να ανάψει δυο κεριά, «ένα για τους κεκοιμημένους, να φωτίζονται στα σκοτάδια του Άδη και ένα για να φωτίζεται ο νους και η καρδιά των ζωντανών». Ίσως πάλι επειδή … μνημονεύοντας τους νεκρούς, υπερβαίνουμε τα όρια της ιστορίας. Μεταφερόμαστε νοερώς στα βάθη των αιώνων, ή ατενίζουμε την απαρχή της οδού απ’ όπου μυριάδες ψυχών εν αγωνία αναχωρούν εκ του κόσμου.  [σ. 125]

4Να ξεκλειδώνεις, να λύνεις τον εαυτό σου ώσπου να χυθεί ολάκερος στο χαρτί. Δεν ενδιαφέρεσαι τι θα γράφεις, αν αυτά που γράφεις θα αρέσουν, αν θα θεωρηθούν πρωτότυπα. Το γράψιμο το αισθάνεσαι σαν να σμιλεύεις το σκαρί με το οποίο θα ταξιδέψεις στον άλλο κόσμο. Δεν σ’ ενδιαφέρει η πρωτοτυπία, οι σύγχρονες ιδέες, η πρωτοπορία με οποιαδήποτε μορφή. Δεν θέλεις να υπάρχει τίποτε επάνω σου που να ξεχωρίζει, να θέλγει, να γοητεύει. Απεχθάνεσαι την ευκολία, τα λόγια που προκαλούν την εύκολη εντύπωση, τον συρμό κάθε είδους. [σ. 53 – 54]

Στον Πιο Σύντομο Δρόμο η ατομική ιστορία συνυπάρχει με την Ιστορία της πόλης, η Θεολογία με τους προσωπικούς στοχασμούς, οι μνήμες της πρότερης ζωής με τους προβληματισμούς του παρόντος, το δοκίμιο με το αφήγημα, το ημερολόγιο με την «πραγματικότητα». Ολόκληρες σελίδες αφιερώνονται στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη – τι ζωντανή μνήμη η συγκίνηση του κυρ Νίκου ένα απόγευμα Μεγάλης Παρασκευής κατά την ανάγνωση των «Δύο Φορεμάτων» του Α.Κ. -, στη Ζωή Καρέλλη και το ποιητικό της έργο, στο Άγιον Όρος και τις συνομιλίες με τους μοναχούς. Ο συγγραφέας γράφει σε δεύτερο πρόσωπο, απευθυνόμενος στον εαυτό του, διαλεγόμενος και διαλογιζόμενος μαζί, αλλά συχνά με τόσο βαθιές φράσεις ώστε να αισθάνεσαι πως όλα απευθύνονται και αφορούν εσένα και κάθε