Archive for the 'Θρησκεία' Category

23
Μαρ.
20

Isaac Bashevis Singer – Σώσα

Ο «ανεξήγητος» έρωτας ενός διχασμένου αντιήρωα

Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχοντας διαβάσει όλα τα καθ’ ημάς μεταφρασμένα βιβλία του, διαπιστώνω πως εκείνα που απόλαυσα περισσότερο είναι τα μυθιστορήματα Σκιές στον ποταμό Χάντσον και Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία, ενώ από τις συλλογές διηγημάτων τα Ο τελευταίος δαίμονας και άλλα διηγήματα και Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες. Τι κοινό έχουν αυτά τα τέσσερα βιβλία, ιδίως τα μυθιστορήματα; Οι ήρωες των ούτως ή άλλως ευφάνταστων και γοητευτικών στην πλοκή ιστοριών ζουν πλέον στις πόλεις, προσπαθούν να εναρμονιστούν στον μοντέρνο κόσμο και διαθέτουν έντονη ερωτική ζωή, επιχειρώντας να διατηρήσουν το θρησκευτικό τους συναίσθημα και τις σχετικές επιταγές. Κι είναι ακριβώς αυτή η απεγνωσμένη τους προσπάθεια που κατακλύζει τον βίο τους με ένα συνεχή διχασμό· διχασμό ανάμεσα στην συνέπεια και την απιστία, στην ηδονή και στις ενοχές, στην πίστη και στην φιλοσοφία. Σε αυτές τις εκατοντάδες ερεθιστικές σελίδες έρχονται τώρα να προστεθούν κι εκείνες της Σώσα.

Και αυτή τη φορά ο πολύπαθος (πρωτοπρόσωπος) αφηγητής έχει όλα τα στοιχεία ενός αντιήρωα. Ο Άαρον (Άρελε) Γκρέιντινγκερ, γιος ραββίνου, μεγαλώνει στην οδό Κροχμάλνα της Βαρσοβίας, έναν δρόμο που εκπροσωπεί όχι μόνο τον Κόσμο του Χθες (για να θυμηθούμε τον τίτλο της περίφημης αυτοβιογραφίας του Στέφαν Τσβάιχ) αλλά και μια εποχή που μοιάζει αρχαία και αιώνια, βυθισμένη στην εβραϊκότητα. Ζώντας σ’ ένα σπίτι όπου κάθε του επιθυμία συνιστά παράβαση, αναπτύσσει μια τρυφερή φιλία με την εννιάχρονη Σώσα, κόρη γειτόνων από μια μη ραββινική οικογένεια. Ο Άρελε βιώνει με όλες του τις αισθήσεις τις επισκέψεις στο γειτονικό σπίτι και προσφέρει στην Σώσα μια ελεύθερη παραλλαγή από τις ιστορίες και τα διδάγματα από τον πατέρα του. Μαζί της μοιράζεται φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις αλλά και παράδοξες εκδοχές των ιστοριών που γνωρίζει, θεωρώντας ούτως ή άλλως τον εαυτό του αιρετικό και σαλεμένο.

Σύντομα ο Άρελε εγκαταλείπει την Βαρσοβία, χάνει τα ίχνη της Σώσα και βγαίνει στον έξω κόσμο. Ο Χίτλερ επικρατεί γρήγορα στην Γερμανία, στην Ρωσία έχουν αρχίσει οι εκκαθαρίσεις, στην Πολωνία εγκαθιδρύεται στρατιωτική δικτατορία, η Αμερική έχει ήδη επιβάλει μεταναστευτικούς περιορισμούς. Εγκλωβισμένος σε μια χώρα στριμωγμένη μεταξύ δυο πανίσχυρων αντιπάλων, φορτωμένος με μια γλώσσα και μια κουλτούρα που δεν αναγνωρίζει κανείς πέρα από έναν μικρό κύκλο Εβραίων, επιχειρεί να αναμετρηθεί με την λογοτεχνική γραφή αλλά και με μια σειρά ερωτικών σχέσεων που δεν τον αφήνουν ικανοποιημένο.

Πρώτα με την Ντόρα Στόλνιτς, ένα κορίτσι που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να ζήσει στην Σοβιετική Ρωσία. Αντίθετη με τον γάμο (Πώς ήταν δυνατόν να υπογράψεις συμβόλαιο για εφ’ όρου ζωής αγάπη; Μόνο οι καπιταλιστές και οι ιερείς ήταν αφοσιωμένοι στη διαιώνιση ενός τόσο υποκριτικού θεσμού), η Ντόρα ετοιμάζεται να περάσει κρυφά στην Ρωσία και να εκπαιδευτεί στην προπαγάνδα. Έχοντας δώσει τα καλύτερά της χρόνια για το σοσιαλιστικό ιδεώδες αρνείται πεισματικά πως όσοι περνούν τα σύνορα συλλαμβάνονται από τους Σοβιετικούς με την κατηγορία της κατασκοπείας ή του τροτσκισμού. Δεν παύει στιγμή να παροτρύνει τον Άρελε να αφήσει πίσω του ραββίνους και πνεύματα αλλά και τον βούρκο της Ευρώπης και να πάνε εκεί όπου ανατέλλει η ζωή. Στα μάτια της «το μείγμα της πανουργίας και της θανάσιμης σοβαρότητας του ανθρώπου που έχει αναλάβει την αποστολή να σώσει το ανθρώπινο γένος». Αυτός παραμένει δύσπιστος και η διαφωνία τους κάθε φορά καταλήγει στον κρεβάτι της, σαν να είναι και η τελευταία τους φορά. Ερωτοτροπούν και βρίζονται, αγκαλιάζονται και φιλονικούν.

Την ίδια στιγμή τον διεκδικεί διακριτικά πλην επίμονα και αποτελεσματικά η Τσέλια Χέντσινερ, ο σύζυγος της οποίας ονόματι Χάιμλ τρέφει γι’ αυτήν μια παιδιάστικη αγάπη, συνεπώς στον έρωτα είναι άπραγος σαν παιδί και σχεδόν ωθεί τον Άρελε προς την γυναίκα του, που έχει πλήρως αφυπνισμένο αισθησιασμό χάρη στην λογοτεχνία,το θέατρο, την μουσική, ακόμα και τα άρθρα των εφημερίδων. Αλλά είναι η Μπέττυ Σλόνιμ που επιχειρεί να αλλάξει την ζωή του. Μαζί με τον σύντροφό της, Σαμ Ντράιμαν, έναν πρώην οικοδόμο σπιτιών και εργοστασίων στο Ντιτρόιτ που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να την κάνει γνωστή θεατρίνα, η Σλόνιμ τον πολιορκεί να της γράψει ένα θεατρικό έργο αλλά εκείνος παρά τις ερεθιστικές του ιδέες αναρωτιέται τι θα μπορούσε να γράψει που να μην είναι ήδη γνωστό. Ακόμα και η κάθε δοκιμή ενός νέου ύφους ή κάθε πειραματισμός με τις λέξεις καταλήγει γρήγορα σε στείρο μανιερισμό. «Άλλωστε τι είναι οι συγγραφείς; Διασκεδαστές, σαν τους θαυματοποιούς. Αν και περισσότερο αξιοθαύμαστος είναι κάποιος που μπορεί να ισορροπεί ένα βαρέλι στα πόδια του απ’ ότι ένας ποιητής». Η θεματολογία και το ύφος της γραφής δεν θα πάψει να απασχολεί τον αφηγητή ως το τέλος.

Γύρω του κινούνται διάφορες ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, με απολαυστικότερο όλων τον Δόκτωρα Μόρρις Φάιτελτσον, που με το βιβλίο του Πνευματικές ορμόνες ενδιαφέρεται να δικαιώσει στους ανθρώπους την έλλειψη σκοπού και την πνευματική αναρχία. Δεινός συζητητής και γυναικοκατακτητής, αγνωστικιστής και με τον τρόπο του μυστικιστής και χασιδιστής, ο Φάιτελτσον πιστεύει πως οι Εβραίοι είναι η μόνη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Όλες μου οι αδυναμίες και οι αποκλίσεις πηγάζουν από την ανάγκη μου να είμαι απολύτως ελεύθερος. Αυτή η υποτιθέμενη ελευθερία με έχει καταντήσει σκλάβο. Βέβαιος πως οι σημερινοί Εβραίοι αγαπούν τρία πράγματα -το σεξ, την Τορά και την επανάσταση- ευελπιστεί να ιδρύσει ένα ινστιτούτο καθαρού ηδονισμού εφόσον ο άνθρωπος δεν σκέφτεται παρά μονάχα την ηδονή· ακόμα και οι ευσεβείς και η ασκητές αναζητούν την πνευματική μορφή της. Θα μαζευόμαστε κάποιο βράδυ σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά τα φώτα και θα αφήναμε την ψυχή μας ελεύθερη να εκφραστεί.

Ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο Φάιτελτσον (απηχώντας μια γνώριμη εμμονή του Σίνγκερ), θα πρέπει να έχει το θάρρος να αποκαλύπτει στον εαυτό του και στους άλλους ό,τι αληθινά ποθεί. Οι πραγματικοί τύραννοι δεν είναι αυτοί που καταπιέζουν το σώμα (το οποίο ούτως ή άλλως είναι περιορισμένο), αλλά αυτοί που εγκλωβίζουν το πνεύμα. Οι υποτιθέμενοι απελευθερωτές (ο Μωυσής και ο Ιησούς, ο συγγραφέας της Μπαγκαβάτ Γκίτα και ο Σπινόζα, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρόυντ) ήταν όλοι δυνάστες της ψυχής. Η ζήλεια πρέπει να εκλείψει από τις ερωτικές σχέσεις  και οι άνθρωποι να ετοιμαστούν να αντικαταστήσουν το ένστικτό της με αυτό της κοινοκτημοσύνης. Και στην ερώτηση ποιος θα είναι ο σκοπός του απλώς επιθυμείν αντιτείνει: γιατί θα πρέπει να υπάρχει σκοπός; Ίσως ο σκοπός να είναι το ίδιο το χάος.

Όπως κάθε ήρωας και αντιήρωας του Σίνγκερ, ο αφηγητής κλυδωνίζεται από αμφιβολίες για την ύπαρξη ή την καλοσύνη του Θεού. Κάποτε τον βλέπει τόσο σαστισμένο με τους γαλαξίες και τους άπειρους νόμους που δημιούργησε, ώστε να έχει λησμονήσει τον αρχικό του σκοπό. Μήπως τελικά η μορφή του δεν είναι τόσο παντοδύναμη και έχει ανάγκη την συνεργασία μας; Εφόσον ο Θεός παραμένει αιώνια σιωπηλός, δεν του χρωστάμε τίποτα. Συχνά πλημμυρίζει οργή εναντίον της Δημιουργίας, του Θεού, της φύσης – όπως κι αν λέγεται ο υπαίτιος της δυστυχίας γύρω του. Ακόμα κι όταν ένα γατί του ζητά τροφή, του λέει «ζήτα από τον ανελεήμονα που σ’ έπλασε». Αλλά όταν αναλογίζεται την υπηρέτριά του Τέκλα (άλλη μια γυναίκα στην οποία αδυνατεί να αντισταθεί), δεν σκέφτεται μόνο πως «αυτοί είναι οι πραγματικοί άνθρωποι, εκείνοι που κρατούν όρθιο τον κόσμο» αλλά και πως «ένας αδιάφορος Θεός, ένας παρανοϊκός Θεός δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει την Τέκλα».

Ακόμα και οι άλλοτε αυτονόητες θρησκευτικές τελετές του φαίνονται βίαιες. Η αιματοβαμμένη αγορά και στο σφαγείο του μοιάζουν με κόλαση που γελοιοποιεί όλες τις μεγαλοστομίες περί ανθρωπισμού και τον ωθούν να γίνει χορτοφάγος (όπως και ο ίδιος ο Σίνγκερ). Αργότερα σε μια άλλη τελετή του φαίνεται γελοίο να γίνει η αιτία να πεθάνει ένας κόκορας για τις δικές του αμαρτίες. Ο Φάιτελτσον με την σειρά του είναι απόλυτος: «γι’ αυτό η ειδωλολατρία ήταν τόσο ελκυστική· μπορούσες ν’ αγοράζεις έναν καινούργιο θεό κάθε χρόνο. Εμείς οι Εβραίοι φορτώσαμε στα έθνη έναν αιώνιο Θεό και γι’ αυτό μας μισούν».

Στην πραγματικότητα η αιώνια ζωή μπορεί να είναι μια κατάρα. Φαντάσου έναν μπακάλη να πεθαίνει και η ψυχή του να περιπλανιέται εδώ κι εκεί για χιλιάδες χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων είναι αναγκασμένη να θυμάται ότι κάποτε πουλούσε ραδίκια, μαγιά και φασόλια κι ότι ένας πελάτης χρωστάει δεκαοχτώ γρόσια. Ή την ψυχή ενός συγγραφέα που δέκα χιλιάδες χρόνια μετά δεν μπορεί να συνέλθει από μια κακή κριτική για το έργο του. [σ. 203]. Κι αν οι ψυχές ξεχνούν το παρελθόν, τότε πώς μπορούν να είναι οι ίδιες;

Ο Άρελε διαθέτει ελάχιστη αυτοεκτίμηση, ενώ σταδιακά η ίδια του εμφάνιση παρακμάζει όλο και περισσότερο. Φυσικά δεν παύει στιγμή να απορεί για την επιμονή αυτών των γυναικών να τον έχουν πλάι του, να θέλουν να ζήσουν μαζί του έναν μεγάλο έρωτα και να τον πάρουν μαζί τους μακριά από εκείνα τα μέρη. Από την πλευρά του, αυτές αναμφίβολα αποτελούν μέρος των φαντασιώσεών του και των φιλοσοφικών του στοχασμών αλλά δεν του αρκούν. Γνωρίζει πως εκείνο που του λείπει τον περιμένει στην Σώσα. Η επιστροφή του στο σπίτι της σημαίνει μια καθολική επιστροφή· λες και η ίδια έχει βρει έναν τρόπο να παγώνει τον χρόνο. Στα μάτια της βρίσκεται ζωγραφισμένος ο ίδιος παιδιάστικος ενθουσιασμός από την εποχή που συνήθιζε να της διηγείται ιστορίες.

Παρά την περιορισμένη σωματική της ανάπτυξη η Σώσα μοιάζει να καταλαβαίνει τα πάντα. Κατανοεί ακόμα και την επικοινωνία του με τις άλλες γυναίκες. Διέθετε άραγε την ενστικτώδη ικανότητα να μοιράζεται για την οποία μιλούσε ο Φάιτελτσον; Ο καταρρακτώδης της λόγος εκφράζει οράματα, δεισιδαιμονίες, την κακομεταχείρισή της από κακά πνεύματα, μια οικιακή ζωή πλήρως μεταφυσική. Ο κόσμος της παραμένει γεμάτος μυστήρια, όπως οι σοφίτες των ραββίνων, που κατακλύζονταν από πνεύματα. Ένας ακόμα διχασμός προστίθεται στην ζωή του:

Μέσα σε μια νύχτα βρήκα την χαμένη μου αγάπη και αμέσως μετά υπέκυψα στον πειρασμό να την προδώσω. Έκλεψα την ερωμένη του ευεργέτη μου, της είπα ψέματα, διέγειρα το πάθος της ιστορώντας της όλες τις λάγνες μου περιπέτειες και την έκανα να μου εξομολογηθεί αμαρτίες που με γέμισαν αηδία. Από ανίκανος μεταμορφώθηκα σε μέγα εραστή. Μεθύσαμε, τσακωθήκαμε, φιληθήκαμε και προσβάλαμε ο ένας τον άλλον. Η συμπεριφορά μου παλινδρομούσε από την αναίσχυντη διαστροφή στην θερμή μετάνοια. [σ. 128]

Από την ημέρα που εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι ο Άρελε βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς απελπισίας. Μερικές φορές σκέφτεται την περίπτωση της μετάνοιας, της επιστροφής στην αληθινή εβραϊκότητα. Αλλά του είναι αδύνατο να ζήσει όπως οι πρόγονοί του χωρίς να διαθέτει την πίστη του. Κάθε φορά που μπαίνει σε μια βιβλιοθήκη ξυπνά μέσα του η ελπίδα ότι σε κάποιο από τα βιβλία μπορεί να βρει μια ένδειξη για το πώς ένας άνθρωπος της δικής του ιδιοσυγκρασίας και κοσμοθεωρίας θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Αλλά δεν την βρίσκει ούτε στον Τολστόι ή στον Κροπότκιν, ούτε στον Ουίλλιαμ Τζαίημς ή στην Βίβλο. Η σπινοζική υπόσταση δεν έχει θέληση ούτε έλεος ούτε αίσθημα δικαιοσύνης και η «τυφλή βούληση» του Σόπενχάουερ είναι πιο τυφλή από ποτέ. Ελπίδα δεν βρίσκει ούτε στο εγελιανό «πνεύμα των καιρών» ούτε στον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Αναρωτιέται μήπως επαληθεύονται τα λόγια της μητέρας του: Κανένας εχθρός δεν μπορεί να προξενήσει στον άνθρωπο μεγαλύτερο κακό απ’ ότι ο ίδιος του ο εαυτός. Ήξερα ότι ο κόσμος υπήρξε πάντα και θα παρέμενε για πάντα όπως ήταν σήμερα. Αυτό που οι ηθικολόγοι αποκαλούσαν «κακό» συνιστούσε στην πραγματικότητα τον κανόνα της ζωής. [σ. 258].

Άραγε οι μάζες είναι άμωμοι αμνοί και μονάχα κάποιοι λίγοι κακοί ευθύνονται για την ανθρώπινη τραγωδία; Στην πραγματικότητα, ένα μεγάλο μέρος των μαζών θέλει να σκοτώσει, να κλέψει, να βιάσει, να κάνει ό,τι έκαναν  πάντα ο Χίτλερ, ο Στάλιν και τύραννοι σαν κι αυτούς. […] Ένας μεγάλος αριθμός ανδρών διακατέχεται από δολοφονικό πάθος. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα πρόσχημα ή ένας σκοπός. Τη μια είναι για θρησκευτικούς λόγους, την άλλη για τον φασισμό ή για την προάσπιση της δημοκρατίας. Η λαχτάρα τους να σκοτώσουν είναι τόσο μεγάλη, που υπερβαίνει τον φόβο τους μήπως σκοτωθούν οι ίδιοι. Πρόκειται για μιαν αλήθεια που μας έχουν απαγορεύσει να τη λέμε αλλά αυτό δεν την κάνει λιγότεροι αληθινή. Οι ναζί που είναι πρόθυμοι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για τον Χίτλερ θα ήταν υπό άλλες συνθήκες έτοιμοι να κάνουν το ίδιο για τον Στάλιν. Δεν έχει υπάρξει ανόητη φιλοδοξία ή τρέλα για την οποία οι λαοί να μην ήταν  έτοιμοι να πεθάνουν. [σ. 290]

Στην Σοβιετική Ένωση έχουν αρχίσει εκκαθαρίσεις, μαζικές συλλήψεις και δίκες· η Ντόρα είναι πλέον συντετριμμένη. Στον Πολωνία ο πολωνικός Τύπος επιτίθεται στην εβραϊκή μειονότητα σα να είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του κράτους. Οι Πολωνοί δεν έχουν το θάρρος να τους εξοντώσουν οι ίδιοι, αλλά θα χαρούν αν το κάνει ο Χίτλερ και σίγουρα ο Στάλιν δεν θα τους υπερασπιστεί. Πολλοί Εβραίοι μοιάζουν παραδομένοι σ’ ένα είδος ηλίθιας αισιοδοξίας ή ζουν αναμένοντας τον Μεσσία, προς μεγάλη χαρά πολλών ψευδο-μεσσιών. Βλέποντας πια τον Χίτλερ να καταλαμβάνει τη μια περιοχή μετά την άλλη και τους Συμμάχους απλώς να παρακολουθούν αμέτοχοι, ο Άρελε αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τους Εβραίους της χώρας του. Αν φτάσουν οι Ναζί τι έχει να περιμένει πέρα από λιμοκτονία και στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Αλλά να το σκάσει και να αφήσει στο έλεος της μοίρας τους όλους όσους αγαπά και ιδίως την Σώσα τού είναι αδιανόητο. Ακόμα κι όταν έχει την δυνατότητα για βίζα στην Αμερική της αφθονίας, όπου θα μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα να γράφει, προτιμά να μείνει πίσω, στην φτώχεια ή στον θάνατο. Η επιλογή του μοιάζει αυτοκτονική όμως είναι δική του, κι ας αδυνατεί να εξηγήσει τα κίνητρά του στους άλλους, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Άραγε είναι η ελεύθερή του βούληση ή μια άγνωστη δύναμη που έχει αποφασίσει για λογαριασμό του; Ποιος λέει ότι τα πάντα στη φύση ή στην ανθρώπινη υπόσταση μπορούν να εξηγηθούν με κίνητρα ή με λέξεις;

Αδύναμη, μελαγχολική και απολύτως εξαρτημένη, η Σώσα είναι ένα ιδιαίτερο πλάσμα με εύθραυστη ψυχική υγεία και ιδιόμορφη νοητική ανάπτυξη. Ο πόθος του Άρελε είναι είναι διαφορετικός, το πάθος αυτόματο, ασυλλόγιστο, η σαρκική υπόσταση ενεργεί από μόνη της. Όταν οι γυναίκες τον ρωτούν τι της βρίσκεις, εκείνος απαντά: «Βρίσκω τον εαυτό μου». Ό,τι κι αν είναι η Σώσα – ο ανεξήγητος, ενστικτώδης έρωτας, ο πόθος για ένα αδύναμο και απόλυτα εξαρτημένο πλάσμα, μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, ο σύνδεσμος με τον παλιό του κόσμο, μια άνευ λόγων και αιτιών αγνή επιλογή – ο Άρελε θα μείνει δίπλα της. Μέχρι πού και ως πότε; Φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε την συνέχεια, στην οποία ο ίδιος ο Σίνγκερ επέλεξε να μας αιφνιδιάσει και να μην γεμίσει με όλα όσα περιμέναμε.

Μια μέρα ο κόσμος θα συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει ούτε μια ιδέα που να μπορούμε να θεωρήσουμε αληθινή, όλα είναι ένα παιχνίδι: εθνικισμός, διεθνισμός, θρησκεία, αθεϊσμός, πνευματισμός, υλισμός, ακόμα και η ιδέα της αυτοκτονίας. […] Εφόσον δεν είμαστε σίγουροι για τίποτα και δεν μπορούμε καν να γνωρίζουμε τεκμηριωμένα ότι ο ήλιος θ’ ανατείλει αύριο, το παιχνίδι συνιστά τη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης προσπάθειας. Ο Θεός είναι ένας παίκτης, ο κόσμος ένας παιχνιδότοπος. Αναζητούσα για χρόνια το θεμέλιο της ηθικής και είχα εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Ξαφνικά κατάλαβα. Το θεμέλιο της ηθικής είναι το δικαίωμα του ανθρώπου να παίζει τα παιχνίδια της επιλογής του. Δεν θα χαλάσω τα παιχνίδια σου, μη χαλάς κι εσύ τα δικά μου. […] Δεν υπάρχει λόγος να μην μπορούν ο ηδονισμός, η Καμπάλα, η πολυγαμία, ο ασκητισμός, ακόμα και αυτό το κράμα χασιδισμού και ερωτισμού του φίλου μας του Χάιμλ, να συνυπάρξουν σε μια παιχνιδούπολη, ή μάλλον σε έναν παιχνιδόκοσμο, ένα κοσμικό Κόνυ Άιλαντ όπου ο καθένας θα παίζει τα παιχνίδια που επιθυμεί.

Δεινός στην δημιουργία της ατμόσφαιρας, οποιοδήποτε περιβάλλον και να περιγράφει, από τις εξαθλιωμένες συνοικίες και τις απαρχαιωμένες αυλές μέχρι τα κοσμικά ξενοδοχεία και τα καφέ, ο συγγραφέας γράφει και εδώ με έναν περίτεχνο συνδυασμό των εσωτερικών σκέψεων του ήρωα με διαλόγους ολοζώντανους, για καθημερινά θέματα μέχρι και τα πιο βαθιά ζητήματα. Η πρόζα του είναι ένα μείγμα πραγματικού και φανταστικού, φυσικού και υπερφυσικού, ιερού και βέβηλου, σε έναν, κατά τα δικά του λόγια, «μυστικό ρεαλισμό». Αλλά αυτός ο κόσμος των πνευμάτων που εδώ (μοιάζει να) βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα δεν αποτελεί μόνο τον κόσμο των παιδικών του χρόνων και της θρησκείας του (δεν υπάρχει θρησκεία χωρίς αγγελολογία και δαιμονολογία) αλλά και μια λογοτεχνική δυνατότητα να μιλήσει για τις αλόγιστες δυνάμεις και τα πάθη που ορίζουν την ζωή των ανθρώπων, όπως τονίζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο επίμετρό του. Σε κάθε περίπτωση, έχω την αίσθηση πως ο Σίνγκερ παραμένει ένας μεγάλος παραμυθάς, ένας σπάνιος αφηγητής ιστοριών που απλά δεν θέλεις να τελειώσουν.

Άλλωστε πώς είναι δυνατόν απλώς να εξαφανίζεται κάποιος; Πώς μπορεί κάποιος που έζησε, αγάπησε, έλπισε και πάλεψε με τον Θεό και τον εαυτό του να χαθεί έτσι απλά; Δεν ξέρω πώς και με ποιον τρόπο, αλλά οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας. Εφόσον ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί να μην είναι όλα αιώνια; [σ. 373]

Εκδ. Κίχλη, 2020, μτφ. Μιχάλης Πάγκαλος, 472 σελ. [Isaac Bashevis – Singer, Shosha, 1978]. Περιλαμβάνονται εκδοτικό σημείωμα, σημείωμα του μεταφραστή, γλωσσάρι βασικών εβραϊκών όρων, 123 σημειώσεις και επίμετρο με δυο κείμενα, του μεταφραστή και του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία βλ. κείμενο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010 και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες βλ. κείμενο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014] και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για τις προαναφερθείσες αναφορές στον Σίνγκερ από τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και το βιβλίο του Υπό το φως του μυθιστορήματος βλ. παρουσίαση του Πανδοχείου εδώ.

Στις εικόνες έργα των Stanisław Ignacy Witkiewicz, Bradley Wood, Gela Seksztajn και Kateryna Kosianenko.

11
Ιαν.
20

Φώτης Τερζάκης – Θρησκειολογικά ελάσσονα. Δοκίμια συγκριτικής θεολογίας

Είναι συνηθισμένο να μιλάμε σήμερα για επιστροφή των θρησκειών ή εκ νέου αφύπνιση του θρησκευτικού αισθήματος, η οποία ακολούθησε την παρακμή των ιδεολογιών· αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικότερα θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η σαφώς υπαρκτή «αναβίωση» των θρησκευτικών ανησυχιών δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι η θρησκεία έχει χάσει το πνευματικό της περιεχόμενο και συρρικνώνεται σε εμβληματικούς τύπους που σχετίζονται πολύ με εθνικές ή κοινωνικοκοικονομικές διεκδικήσεις, προβλήματα ταυτότητας κ.ά., γράφει ο συγγραφέας στο πρώτο κείμενο (Η κατάσταση των θρησκειών στα τέλη τού εικοστού αιώνα) της πρώτης ενότητας με τίτλο «Στην μετάβαση του αιώνα». Πράγματι, οι θρησκείες έχουν χάσει την δύναμη να προσφέρουν μεταφυσική παρηγοριά στους ανθρώπους και ανθεκτικές αξίες ζωής κι έχουν μετατραπεί σε όργανα πολιτικών ή άλλων σκοπιμοτήτων.

Όπως γράφεται στο κεφάλαιο Κρίση νοήματος και θρησκευτική πίστη στην καμπή τής χιλιετίας, απ’ όλες τις κοσμογονικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα οι δυο εντυπωσιακότερες ήταν αφενός η ανάδυση απερίγραπτων μορφών βαρβαρότητας και αφετέρου η επιστροφή σε ανορθολογικές πίστεις· όχι μόνο σε θρησκείες αλλά και σε εκλαϊκευμένα μεταφυσικά συστήματα όπως ο εσωτερισμός, ο αποκρυφισμός, ο νεοπαγανισμός, η «Νέα Εποχή» κλπ. Το φαινόμενο αυτό σημάδεψε ιδιαίτερα την κουλτούρα της δεκαετίας του 1960, όπου, κατά έναν παράδοξο τρόπο, η αμφισβήτηση της κοινωνίας και τον παραδομένων αξιών, ο πολιτικός ριζοσπαστισμός, η οικολογική ευαισθησία και ο πειραματισμός με εναλλακτικές μορφές ζωής συνδυάστηκαν με μια ιδιότυπη αναζήτηση πνευματικού νοήματος κι ένα μεγάλο μέρος αυτής της αναζήτησης, δυσαρεστημένο από τον δογματισμό και τον αυταρχισμό των κυρίαρχων εκκλησιαστικών ορθοδοξιών της Δύσης, στράφηκε προς τον κόσμο των ανατολικών θρησκειών (αλλά και του δυτικού «ανορθόδοξου» μυστικισμού).

Κάπως έτσι γεννήθηκε η «Νέα Εποχή» [New Age], μια ιδιαίτερα διαδεδομένη πλέον ιδεολογία, ιδίως στις ΗΠΑ, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκρητισμό, εκλαΐκευση και μια μορφή απλοϊκής εσχατολογίας που βασίζεται στην αναμονή της έλευσης μιας νέας εποχής πνευματικής αφύπνισης, αυτοσυνειδησίας και αυτοπραγμάτωσης (της λεγόμενης «Εποχής του Υδροχόου»). Την ίδια στιγμή, όμως, παρατηρούμε την αναβίωση των παραδοσιακών θρησκειών σε όλες τις παραλλαγές τους και ιδίως στις πιο αυστηρές, επιθετικές και μισαλλόδοξες μορφές. Αυτό το φαινόμενο, που στις μέρες μας ονομάστηκε θρησκευτικός φονταμενταλισμός συνδέεται με την αναβίωση εθνικιστικών κινημάτων και εθνοφυλετικών επιδιώξεων. Για ποιο λόγο οι σύγχρονες πολιτικές και εθνοτικές συγκρούσεις επιλέγουν να εκφραστούν σε θρησκευτική γλώσσα; Γιατί η θρησκεία μετά από τόσους αιώνες διαφωτισμού και ορθολογισμού αποκτάει και πάλι δύναμη; Ο διαφωτισμός δεν μπόρεσε να εκπληρώσει όλα όσα υποσχέθηκε και η παραπάνω κατάσταση προκαλεί μια τρομακτική κρίση νοήματος. Έχει αποδεχτεί ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να αντέξουν οποιαδήποτε στέρηση, κακουχία ή πόνο, όταν έχουν μπροστά στα μάτια τους ένα όραμα λύτρωσης, μια ελπίδα ότι τους περιμένει μια καλύτερη μοίρα. Η κατά Φρόυντ δραστική ψευδαίσθηση βρίσκεται πάλι εδώ.

Κληρονόμος του Διαφωτισμού αλλά και της μεγάλης κρίσης των ειδώλων που σφράγισε το τέλος του δέκατου ενάτου αιώνα, έχοντας αφομοιώσει το μάθημα των «δασκάλων της υποψίας» (Μαρξ, Φρόυντ, Νίτσε), ο αιώνας μας δεν έχει πλέον την πολυτέλεια μιας μεταφυσικής πίστης. Αυτό το κενό επιχείρησαν να καλύψουν ιδεολογίες όπως αυτή της Νέας Εποχής. Στο κεφάλαιο Το λυκόφως των θρησκειών και το ιδεολόγημα του «νεοπαγανισμού» ο συγγραφέας διαπιστώνει πως ιδεολογίες σαν κι αυτή της Νέας Εποχής, θεμελιωμένες σε έννοιες μυθικές οι οποίες δεν αντέχουν έναν κριτικό αναστοχασμό, πόσο μάλλον όταν επιτάσσουν την τυφλή προσήλωση σε κάποιο «φωτισμένο διδάσκαλο», τραυματίζουν στην καρδιά κάθε βούληση να κατανοήσουν οι άνθρωποι τις υλικές όψεις της δυστυχίας τους και να δράσουν πάνω στις ίδιες τις συνθήκες της ζωής τους. Στο πλαίσιο αυτής της ψευδούς πνευματικότητας το μόνον που μετρά είναι η «αυτοπραγμάτωση» και η «εσωτερικη τελείωση», αδιάφορη και τυφλή απέναντι στην ιστορική φύση της ανθρώπινης αθλιότητας, της καταδυνάστευσης, της ανέχειας και της εγκατάλειψης στους ανελέητους μηχανισμούς της αγοράς.

Αν ο «παγανισμός» δεν υπήρξε ομολογία πίστεως, ούτε συγκεκριμένη μορφή θρησκείας ή κοσμοαντίληψης (κανένας δεν όρισε ποτέ τον εαυτό του ως παγανιστή), ο «νεοπαγανισμός» και ειδικότερα το κίνημα της νέας μαγείας (Wicca), o κελτικός ή νέο-δρυϊδικός μυστικισμός, ο αμερικανικός νεο-σαμανισμός, οι αφρικανικού ή αφροαμερικανικού τύπου λατρείες (βουντού, κ.ά.), η ανανεωμένη ηλιολατρεία των Υπερβορείων κ.ά. έχουν στο επίκεντρο των σχετικών αντιλήψεων την ιδέα μιας λατρευτικής επαναμάγευσης της φύσης, τον δοξασμό των δυνάμεων της γης και της σεξουαλικότητας, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τους λαϊκούς πολιτισμούς και τις παραδοσιακές κοινότητες κ.ά. Ένα μέρος αυτού του κινήματος έχει τις ρίζες του στην αμερικανική «αντικουλτούρα» της δεκαετίας του 60 και σε αμφισβητησιακά κινήματα, όπως των χίπις, ένα άλλο μέρος του όμως συνδέεται με τον εξτρεμισμό της δεξιάς, με νεοφασιστικές ή ρατσιστικές πολιτικές τάσεις μέσα από αναβιώσεις της αρειανής φυλετικής μυθολογίας.

Στο κεφάλαιο Στοιχεία για μια κριτική τού μονοθεϊσμού ο συγγραφέας, εστιάζοντας στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τονίζει μεταξύ άλλων πως η επινόηση ενός προσωπικού, αρσενικού και κυρίαρχου Θεού δεν είναι κατανοητή έξω από την ιστορική συγκυρία που οδήγησε στην εδραίωση των πατριαρχικών θεσμών και στην υποτέλεια της γυναίκας μέσα στους θεσμούς της συγγένειας και του γάμου, ενώ, εστιάζοντας στην χριστιανική διδασκαλία του Παύλου, παρατηρεί ότι ο Χριστιανισμός έκανε εκείνο που καμία θρησκεία ως τότε δεν είχε τολμήσει να κάνει: επιτέθηκε να διαρρήξει με βία την ίδια την φύση του ανθρώπου, αποκόβοντάς τον ριζικά από το ίδιο του το σώμα και από τον ζωτικό του κόσμο. Διαμορφώθηκε έτσι ένας μαζοχιστικός ανθρώπινος χαρακτήρας, επιθετικός απέναντι στις ίδιες του τις παρορμήσεις και ακατάπαυστα αυτοτιμωρητικός.

Το πρόβλημα του Νόμου εμφανίζεται με οξύτερο τρόπο στον Ιουδαϊσμό και στο Ισλάμ. Στην κλασική ελληνική πόλη ο νόμος ήταν προϊόν της συλλογικής βούλησης των πολιτών που αναλαμβάνουν με προσωπική τους ευθύνη και αποφασίζουν για λογαριασμό τους και με κοινή διακινδύνευση. Για τον Ιουδαϊσμό, αντίθετα, ο Νόμος είναι ένα ιερό και ανέγγιχτο ταμπού: είναι απαραβίαστος επειδή αποτελεί το ίδιο το θέλημα του Θεού. Από τους κατακτητικούς πολέμους του Ισλάμ στο όνομα της πίστης, την ωμή διαπλοκή του Χριστιανισμού με την αποικιοκρατία μέχρι τις σύγχρονες εθνικιστικές και πολιτικές αναμετρήσεις με θρησκευτικό μανδύα (Βοσνία, Κροατία, Λίβανος, Παλαιστίνη, Τσετσενία, Ιρλανδία και αλλού) και τον ενεργό ρόλο των θρησκειών στην σύγχρονη επικαιρότητα, είναι εμφανές ότι η θρησκεία επιστρατεύεται ως ένα στρατηγικό όπλο, συχνά ισχυρότερο από οποιοδήποτε άλλο, δεδομένης και της υπνωτικής δύναμης που εξακολουθεί να έχει στο ασυνείδητο των μαζών.

Όσοι σήμερα κατηγορούν τον αραβικό κόσμο για οπισθοδρόμηση και εχθρότητα προς την ανοιχτή κοινωνία του πλουραλισμού και των δημοκρατικών αξιών,  καλύτερα θα ήταν να αναμετρήσουν την δική τους βαρβαρότητα, που δείκτης της είναι ακριβώς οι τρόποι με τους οποίους κατασκευάζουμε την εικόνα του διαφορετικού από εμάς. Κάθε πολιτισμός έχει τον «άλλον» που του αξίζει, γράφει ο Τερζάκης στο κεφάλαιο Το πρόβλημα του Ισλάμ: πίσω από το πέπλο τής μισαλλοδοξίας [σ. 62], ένα από τα κείμενα που αγγίζουν το ευρύτερο θέμα του ισλαμισμού αλλά και του ισλαμικού φονταμενταλισμού, με τα οποία ο συγγραφέας έχει ασχοληθεί και με το βιβλίο του Ανορθολογισμός, φονταμενταλισμός και θρησκευτική αναβίωση. Τα χρώματα της σκακιέρας (βλ. παρουσίαση εδώ).

Η πολιτική εμπλέκεται και σε λιγότερο «επίκαιρες» θρησκείες και ευρύτερες λαϊκές εκφράσεις, όπως, για παράδειγμα, διαπιστώνεται στα Προλεγόμενα σε μια «Ιστορία των Οργίων». Η έννοια του οργίου, συνδεδεμένη με την τελετουργική παραβίαση των θεσπισμένων κοινωνικών κανόνων και των ρυθμίσεων της καθημερινής ζωής, επαναφέρει την κοινωνία σε μια ζωτική επικοινωνία με το πρωταρχικό χάος της φύσης και της ζωής πριν από τον πολιτισμό. Αντίστοιχα, η ίδια η τάξη του ιερού, δηλαδή το θρησκευτικό φαινόμενο, γεννιέται ως ανάπτυξη και διαχείριση της οργιαστικής λειτουργίας. Όμως και εδώ αναπτύσσονται πρακτικές απέναντι στην σκλήρυνση της χριστιανικής/φεουδαρχικής και μετέπειτα αστικής κοινωνίας, η οποία νόμιζε ότι μπορεί να απαλλοτριώσει χωρίς συνέπειες το στοιχείο της ελευθεριότητας. Έτσι εμφανίζονται οι διάφορες γνωστικιστικές αιρέσεις, τα αιρετικά κινήματα της Μεταρρύθμισης, οι Αναβαπτιστές του Thomas Munzer, η Νέα Ιερουσαλήμ, η αυτόνομη κοινότητα του Ιωάννη του Leyden, ο αντινομιανισμός του Johannes Agricola, οι Diggers, οι Levellers. Κοινό στοιχείο και αυτών των κινημάτων ήταν η έμφαση στην κοινοκτημοσύνη και στην σεξουαλική ελευθεριότητα, η απόρριψη της αυθεντίας των γραφών και των ιερατείων, η απεριόριστη πίστη στην οσιότητα της ατομικής συνείδησης.

Η ρίζα κάθε αυθεντικής θρησκευτικής εμπειρίας που είναι η εκστατική έξοδος από τον κοινωνικά υποβεβλημένο εαυτό, παράλληλα με την ανάπτυξη νέων μορφών συλλογικότητας που επιθύμησαν να συνέχονται από μια ιερή μέθεξη, ήταν μια ζωτική πλευρά του κοινωνικού πειραματισμού στις ΗΠΑ και στην Δύση γενικότερα. Και δεν εκπλήσσει που μια τέτοιας μορφής αναζήτηση μετέθεσε το ενδιαφέρον από τις μεγάλες πατριαρχικές θρησκείες του Λόγου (τον Ιουδαϊσμό και τους Χριστιανισμούς) προς τις αρχέγονες κοσμολογικές μορφές του ιερού, από τις αρχαϊκότερες (όπως οι ποικίλες μορφές Σαμανισμού) μέχρι τις πιο εξελιγμένες (όπως ο Ινδουισμός, ο Ταοϊσμός, ο Βουδισμός και το Ζεν).

Αν αυτή η μετάθεση εκτιμηθεί σωστά, γράφει ο συγγραφέας, σημαίνει ακριβώς μια επιδιωκόμενη αναμάγευση, μια επανιεροποίηση της φύσης ως Κόσμου, ως ανοιχτού και ελεύθερου παιχνιδιού ανάμεσα σε όλες τις αντίρροπες δυνάμεις και σημασίες –  και δεν είναι αυτό μια οξύτατη απεικόνιση της γενικευμένης εξέγερσης ενάντια στον θεσμικό καταναγκασμό; Κι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σύνδεση αυτής της εμπειρίας του Κόσμου όπως τον θεωρεί ο κινέζικος ταοϊσμός, το βουδιστικό κενό (σουνυάτα) ή εκείνο που στο Ζεν ονομάζεται σατόρι, με την εγελιανή Φαινομενολογία του Πνεύματος, την χαϊντεγκεριανή αυθεντικότητα και την μοντέρνα φιλοσοφία της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Ενδιαφέρουσες είναι και οι επισημάνσεις του συγγραφέα στο κείμενο Βουντού: καταληψία και έκσταση στη μαύρη Αμερική. Η τεράστια εθνοπολιτική ανάμειξη που σφράγισε αποφασιστικά την Νέα Ήπειρο γέννησε αναπάντεχες πολιτισμικές συνθέσεις, ιδίως στην θρησκεία και στην μουσική. Από λατρείες όπως η Καντομπλέ και η Μακούμπα στη Βραζιλία, η Σαντερία στην Κούβα και η Μαρία Λιόνζα στην Βενεζουέλα, με απηχήσεις που φτάνουν μέχρι τον αφρικανικό μεσσιανισμό (Ρασταφαριανισμός) της Τζαμάικα, χαρακτηριστικότερη όλων ήταν η λατρεία που στην Αϊτή και στη Νέα Ορλεάνη έλαβε το όνομα βουντού ή βοντούν. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει η ομοιότητά του με τις εκστατικού – πνευματοληπτικού τύπου θρησκείες, οι οποίες αρθρώνονται κυρίως ως λατρείες περιθωριοποιημένων και καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων (κατεξοχήν, ως εκ τούτου, των γυναικών) αλλά και με την βακχική λατρεία στον ελληνικό χώρο. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «εξαιτίας του κεντρικού ρόλου που έπαιζε πάντα στις τελετουργίες βουντού η μουσική και ειδικά η μουσική των τυμπάνων, στάθηκαν αυτές η μεγάλη πολιτισμική κιβωτός για τη μεταφορά των πολύπλοκων δυτικοαφιρκανικών ρυθμών στον Νέο Κόσμο – και, μέσω της διάδοσής τους στους μαύρους της Νέας Ορλεάνης, για τη γέννηση του μουσικου θαύματος που αποκαλούμε τζαζ.

Οι τίτλοι των άλλων κεφαλαίων είναι ενδεικτικοί: «Πολυθεϊσμός» και «μαγεία» ως μοντέρνες αλληγορίες, Φονταμενταλισμός και ετερότητα, Η διαλεκτική θέση τού T.W. Adorno, Τί είναι εκκοσμίκευση;, Η θρησκεία ως πολιτική απειλή, Για την αινιγματική σχέση μύθου-τελετουργίας, Παράδοση θρησκευτικής ανταρσίας και πολιτισμική αντίσταση στη νεώτερη Ευρώπη, Για τη δομή και την ιστορία των δερβίσικων ταγμάτων, Σκέψεις για την προϊστορία τού μεσσιανισμού, Η γενεαλογία των αγγέλων, Είναι η Ανάσταση μια οικουμενική θρησκευτική ιδέα;, Ταοϊστικές επιδιώξεις και η ιδέα τής αθανασίας, Τα Ανάλεκτα του Κομφούκιου, Ουπανισάδες, η καρδιά τού ινδικού στοχασμού, Η χημεία τής έκστασης, Τo πεγυότ και η «Αυτόχθονη Αμερικανική Εκκλησία» κ.ά.

Μια ολόκληρη ενότητα, τέλος, αφιερώνεται και στην παρουσίαση σχετικών βιβλίων, με την μορφή εισαγωγής, επιμέτρου ή κριτικής, προσφέροντάς μας μια ενδιαφέρουσα επισκόπηση της μεταφρασμένης βιβλιογραφίας που συχνά περνά απαρατήρητη. Μεταξύ των σχετικών τίτλων σημειώνουμε: Ο William James και η ψυχολογία τής θρησκείας, H κριτική τής θρησκείας στην ψυχανάλυση, (με αφορμή τρία βιβλία του Mircea Eliade), ο Georges Dumézil και η συγκριτική μυθολογία, Η αρχαιογνωστική οπτική και η αρχαία ελληνική θρησκεία, Η θρησκεία στον φακό τής κοινωνικής ανθρωπολογίας, Η ανθρωπολογία τής θρησκείας τού Marcel Mauss, και η αποσαφήνιση των σχέσεων μαγείας/θρησκείας και πολλά άλλα, ενώ το βιβλίο κλείνει με Μερικές σκέψεις για το ανθρωπολογικό νόημα της γιορτής

Ευνόητα πρόκειται για ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα βιβλία των τελευταίων χρόνων που δεν περιορίζεται στην θρησκεία (που ο συγγραφέας προτιμά να αποκαλεί ανθρωπολογία του ιερού) αλλά και στις φανερές ή λιγότερο φανερές σχέσεις της με την πολιτική και την οικονομία, καθώς και σε άλλες όψεις που συχνά αγνοούμε. Η γραφή του είναι πάντα γοητευτική, εύληπτη, με μεγάλο βάθος σκέψης και μια συνεχή διαλεκτική με τις άλλες επιστήμες, από τις οποίες δεν μπορούμε πια να ξεχωρίζουμε οποιοδήποτε θρησκευτικό φαινόμενο.

Εκδ. Futura, 2018, [Σειρά Ιανός – Πολιτισμικές διασταυρώσεις, 3], σελ. 319.

Στις εικόνες: Τελετή δρυΐδων στο Stonehedge (από την ταινία The Wicker Man, 1973), Osho, Ναός Βουντού, Croix des Mission, Αϊτή (1980), Εκκλησίες στη Μακρόνησο (1949). Εκκλησία-τανκ (απροκάλυπτος συμβολισμός;), Clare Melinsky – Levellers, Τελετή Βουντού στο Μπενίν, Albert Artwell – The Birth of Jesus (στα έργα του ο Ιησούς απεικονίζεται με χαρακτηριστικά ρασταφαριανών), Charles Zingaro – Your bible and you, Robert Redbird – Jesus [Native American Church] με εμφανή την συναπεικόνιση Ιησού και πεγιότ.

10
Σεπτ.
18

Φρέαρ τεύχος 22-23 (Ιούλιος 2018). Αφιέρωμα στον Τ.Κ Παπατσώνη

Ο Καρίλ Φερέ [Caryl Férey] είναι ένας ιδιαίτερος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με βαθύ κοινωνιολογικό, πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό. Θέμα των έργων του είναι συχνά οι αυτόχθονες και οι παρενέργειες που έχουν προκύψει από έναν ημιτελή εξαστισμό τους. Εντασσόμενος σε μια σειρά από Γάλλους ταξιδιώτες συγγραφείς που εμπνέονται από την πλούσια ταξιδιωτική τους ζωή, είναι ένας συγγραφέας της εξωτερικότητας, της αφήγησης και της πλοκής μέσα από τις οποίες γίνεται η ψυχογράφηση και η ενδοσκόπηση, όπως γράφει ο Διονύσης Σκλήρης στην εισαγωγή της συνέντευξής του.

Πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία, όπου ο συγγραφέας εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην εφηβεία του κατά την δεκαετία του 1980, οπότε και σφραγίστηκε από την παγκοσμιοποίηση που ήταν μεν πολιτική, αλλά είχε και μια πρακτική διάσταση, καθώς ταξίδευε και συνειδητοποιούσε ότι «όλοι ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας, καθώς είχαμε το ίδιο οικονομικό σύστημα». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν έγραψε τα βιβλία του για την Νέα Ζηλανδία (ιδίως το πρώτο, το Χάκα, το 1998) ο κόσμος απορούσε γιατί δεν έγραφε για τόσο μακρινά μέρη κι όχι για την Γαλλία· έπρεπε να φτάσουμε στην δεκαετία του 2000 για να γίνει αντιληπτό ότι ζούμε σε ενιαίο κόσμο.

Ο Φερέ είναι ένας διεθνιστής που πιστεύει πως δεν πρέπει να υπάρχουν σύνορα αλλά οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν όπου θέλουν. Η παγκοσμιοποίηση όμως που έχουμε σήμερα, επισημαίνει, είναι η απεριόριστη κυκλοφορία των κεφαλαίων και όχι των ανθρώπων. Ίσως δεν είναι άσχετη με όλα αυτά η άλλη «κλήση» που αισθάνθηκε ο συγγραφέας να περιγράψει τους αυτόχθονες λαούς από τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες, όπως π.χ. με την εθνότητα των Μαπούτσε, οι οποίοι έχουν μια σκέψη που σηματοδοτεί μια εντελώς διαφορετική εννόηση του κόσμου.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού που επιμελούνται η Αθηνά Βογιατζόγλου και ο Βασίλης Μακρυδήμας τιμά τον ποιητή, κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Τάκη Παπατσώνη (1895-1976) και αποτελεί καρπό της διήμερης Επιστημονικής Συνάντησης Εργασίας που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στις 8 και 9 Μαΐου 2017. Εδώ τι να πρωτοδιαβάσουμε! Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, με άξονα το πολιτογραφημένο ως εναρκτήριο ποίημα του ελληνικού μοντερνισμού «Beata Beatrix» (1920), ιχνηλατεί τον τρόπο αφομοίωσης της δαντικής ποίησης από τον Παπατσώνη και την προσαρμογή της τελευταίας στο μοντερνιστικό διάβημά του. Η Σοφία Ιακωβίδου μελετά τον αυτοβιογραφικό πυρήνα ενός από τα τελευταία ποιήματα του Παπατσώνη («Guide bleu», 1973), ανιχνεύοντας τις διακειμενικές και διακαλλιτεχνικές αναφορές του σε μοντερνίζοντες ή μοντερνιστές δημιουργούς της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Η Γεωργία Λαδογιάννη τοποθετεί την εμφάνιση της ανατρεπτικής ποίησης του Παπατσώνη στα δεδομένα της εποχής της, σχολιάζοντας τη σχέση της με την προηγούμενη παράδοση και τον βαθμό της γλωσσικής και αισθητικής τόλμης της. Η μεγάλη σε όγκο και ποικιλία μεταφραστική του ιδιότητα αναδεικνύεται από τον Βασίλη Λέτσιο, ενώ το κριτικό του έργο εξετάζουν οι Γιάννης Δημητρακάκης, Αθηνά Βογιατζόγλου και Βασίλης Βασιλειάδης. Ανάμεσα στις υπόλοιπες μελέτες απόλαυσα το κείμενο του Κώστα Καραβίδα που επιδίδεται σε μια συγκριτολογική εξέταση του οδοιπορικού του ποιητή στο Άγιο Όρος (Άσκηση στον Άθω, που γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε το 1963) με άλλα ανάλογα ταξιδιωτικά κείμενα του Μεσοπολέμου (από τους Φώτη Κόντογλου, Άγγελο Σικελιανό, Νίκο Καζαντζάκη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Θέμο Κορνάρο κ.ά.).

Καθώς συγκρίνουμε την Άσκηση στον Άθω με την πλούσια εκδοτική συγκομιδή των ταξιδογραφιών στον Μεσοπόλεμο, φαίνεται ότι το ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα του Παπατσώνη είναι ένα κείμενο εξόχως προσωπικό, μοναχικό και ανεπανάληπτο, εντελώς διαφορετικό από όσα προηγήθηκαν και από όσα ακολούθησαν πάνω στο ίδιο θέμα. Οι χειμαρρώδεις ημερολογιακές καταγραφές από την διαμονή του στο Άγιο Όρος, το 1927, σε κατάσταση ασταμάτητης έκστασης στοιχειοθετούν μια αληθινή άσκηση ψυχής, όπως γράφει ο μελετητής. Το Άγιο Όρος για τον συγγραφέα ήταν μια δοκιμασία πίστης πέρα από δόγματα και θεολογίες. Ο έρωτας και ο ασκητισμός συνδέονται στο κείμενο σε έναν αξεδιάλυτο, γοητευτικό συνδυασμό. Σε αυτό το υποβλητικό και ονειρικό συνάμα κείμενο, υψηλής θερμοκρασίας και θερμής ποιητικής ιδιοσυστασίας, παρουσιάζονται όλες οι εσωτερικές αγωνίες της πίστης ενός συγγραφέα – ασκητή.

Ποίηση και επιστολή από τον Βισέντε Ουιδόμπρο, ποιήματα του Μπλάζε Κόνεσκι, πεζά των Λάκη Παπαστάθη και Ευρυπίδη Νεγρεπόντη, συνέντευξη του Βρασίδα Καραλή στον Αχιλλέα Ντελή και άλλα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους, μαζί με τους Καιρούς που έτσι Αβυθομέτρητοι όπως είναι (και όπως τιτλοφορείται η πλούσια «γαλαρία» του περιοδικού), απαιτούν πολλές μέρες για την χορταστική τους ανάγνωση. Σχέδια τεύχους: Ειρήνη Ηλιοπούλου.

[σελ. 270]

30
Δεκ.
17

Ανοίξετε την πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων. Αρχείο Σίμωνα Καρρά, 1958 – 1976

Αυτή η ιδιαίτερα καλοδεχούμενη έκδοση μου δημιούργησε ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και έκπληξη. Είναι ένα βιβλίο που θυμίζει άλλες εποχές, όπου οι αφηγήσεις για την  Ιστορία των ημερών, ανεξάρτητα από πίστη και θρησκεία, συνοδεύονταν από μια βαθειά αίσθηση συνέχειας και συμμετοχής. Ακόμα και για έναν έκθαμβο νεαρό που μεγάλωσε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 αυτές οι ημέρες δεν νοούνταν χωρίς το αναγνωστικό, το τελετουργικό και το εικαστικό στοιχείο. Αλλά η αστική γειτονιά δεν διέθετε ούτε την κοινοτική βίωση, ούτε τον πλούτο των δρώμενων και την αναπόσπαστη μουσική τους. Δεν έμεναν παρά οι γραπτές διηγήσεις και η αναζήτηση των τελετών σε απλές ζωγραφιές, σε κάτι αρχαία βιβλία και αναγνωστικά.

Κι έρχεται αυτό το βιβλίο να μας καλεί να ανοίξουμε την πόρτα μας στο πιο αναγνωρίσιμο και μνημονικό στοιχείο των εορτών, τα κάλαντα, αλλά στην ουσία αυτό να μας ανοίγει στην ιστορία, την μουσική και τις ζωγραφισμένες εικόνες τους. Αρχικά περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο 75 σελίδων για τα κάλαντα στην πορεία του χρόνου, την άμεση σχέση τους με μεταμφιεστικά δρώμενα, την παρουσία τους στην παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη κοινωνία και ειδικότερα σχόλια στην ποίηση και την μουσική τους, με έμφαση στα στοιχεία της αναγγελίας του γεγονότος της γιορτής, των παινεμάτων, της παρότρυνσης για προσφορά φιλοδωρήματος και των ευχών.

Υπάρχει ακόμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά στις παρανοήσεις και την φαινομενική ασυναρτησία των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, όπου και διαπιστώνουμε την ύπαρξη ένθετων στίχων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με το νόημα των υπόλοιπων, αλλά να εκφράζουν κάποια χαλαρότερη σχέση ή και να εισάγουν με καλυμμένο τρόπο μια εντελώς διαφορετική έκφραση. Η σχετική ερμηνεία αλλά και το ενδεχόμενο τέτοιων κρυφών νοημάτων έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για τα ζωγραφικά έργα, πρόκειται για πρωτότυπες δημιουργίες της ζωγράφου Βάσως Γώγου, εμπνευσμένες από την παλαιά αλλά και την σύγχρονη επιτέλεση του εθίμου.

Το έθιμο των καλάντων παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που δύσκολα τις συναντά κανείς σε άλλα παραδοσιακά έθιμα, αφενός λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους και αφετέρου λόγω της παρόμοιας λειτουργίας αλλά και της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας και των αμέτρητων παραλλαγών ανά περιοχή. Το υπόβαθρό είναι βαθύ: παγανιστικά κατάλοιπα, λατρευτικές πρακτικές μια πανάρχαιας πρωτογονικής εποχής, κληρονομική διαδοχή των ρωμαϊκών εορτών που βέβαια ανάγονται ευθέως στις αρχαιοελληνικές και ιδίως τις διονυσιακές τελετές, αυθόρμητες ή τυποποιημένες θεατρικές παραστάσεις. Η επίκληση των δυνάμεων της γης, η διαρκής παρουσία του θανάτου και της ανάστασης, η μίμηση και η μεταμφίεση που λειτουργεί ως ευκαιρία για πρόσκαιρη αντιστροφή των κανόνων που ισχύουν μέσα σε ένα αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν όλα στοιχεία ενός εθίμου που διακλαδώνεται και βαθαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως φαίνεται στους νεώτερους.

Η έκπληξη είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς το βιβλίο συνοδεύεται με δυο ψηφιακούς δίσκους όπου θησαυρίζονται 59 σπάνιες και αυθεντικές ηχογραφήσεις καλάντων από όλη την Ελλάδα μέσα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά (1958-1976). Μετρώ 37 κάλαντα για τα Χριστούγεννα, 11 για την Πρωτοχρονιά και, 11 για τα Φώτα. Τα κάλαντα τραγουδούν ντόπιοι, αποδίδοντας πιστά το ιδιαίτερο μουσικό και γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής αλλά και, τολμώ να πω, το ίδιο το κλίμα· θαρρείς και είσαι αυτόπτης και αυτήκοος της απόδοσής τους. Το μουσικό αρχείο του Σίμωνα Καρρά αποτελεί για το έθιμο των καλάντων ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο καθώς οι καταγραφές του τόσο σε χειρόγραφο όσο και σε ταινίες περιλαμβάνουν εκατοντάδες κάλαντα τραγουδισμένα αποκλειστικά από ντόπιους, από δεκάδες μέρη απ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Τα λαϊκά δρώμενα λειτουργούν εκτός των άλλων και ως πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρώνεται και συγκροτεί την ταυτότητά της η ίδια η κοινότητα. Αλλά η  σύγχρονη ζωή και η εξέλιξη του εθίμου «στον δρόμο» μεταλλάσσουν την σχέση καλαντιστή και νοικοκύρη. Τα κάλαντα στις πόλεις απευθύνονται συνηθέστερα σε κάποιον αόριστο ή συλλογική αποδέκτη και αποδυναμώνεται έτσι η ίδια η δύναμη της αναγγελίας της γιορτής και των παινεμάτων. Στο λεωφορείο ή στο σούπερ μάρκετ δεν έχει νόημα το παίνεμα του αφέντη, της κυράς ή της κόρης. Δεν μένουν παρά οι κοινότητες όπου διατηρείται και αναβιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος επιτέλεσης του εθίμου. Ίσως είναι κι αυτή, σκέφτομαι, μια ακόμα εκδοχή της περίφημης «νεωτερικότητας».

Σε αντίθεση με άλλες εκδόσεις όπου οι πληροφορίες «αλιεύονται» από πηγές που δεν αναφέρονται, εδώ οι συγγραφείς των κειμένων περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές παραπομπές από βασικά έργα των Ν. Πολίτη, Γ. Μέγα και Σ. Λουκάτου, επιστημονικά περιοδικά (Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογραφία, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού), εκδόσεις (του Κέντρου Αιγαιακών, Λαογραφικών και Μουσικολογικών Ερευνών κ.ά.), σύγχρονες πανεπιστημιακές εργασίες, άρθρα από συμπόσια κλ.π. Μια άψογη έκδοση.

Κείμενα: Δημήτριος Μαντζούρης, Βασίλειος Σταυρόπουλος

Εκδ. ΚΕΠΕΜ [Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής. Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά], Δεκέμβριος 2017, σελ. 192 με γυαλιστερό φύλλο. Ιστοσελίδα εδώ, επικοινωνία εδώ.

Στις εικόνες έργα των Γιώργου Κόρδη (Τα κάλαντα), αγνώστου, αγνώστου από Αναγνωστικό του 1977, Γιώργου Σικελιώτη (Τα κάλαντα) και Βάσως Γώγου, ενδεικτικό της εικονογράφησης του βιβλίου.

26
Δεκ.
17

Frédéric Lenoir – Ο Χριστός φιλόσοφος

To επεισόδιο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στο έργο του Ντοστογιέβσκη Αδελφοί Καραμάζοβ διηγείται έναν μύθο: την επιστροφή του Χριστού στη γη στην Σεβίλλη του 16ου αιώνα. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής τον ενημερώνει ότι είναι ανεπιθύμητος· τονίζει ότι ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την κοινωνία πιο αφόρητο δώρο από την ελευθερία κι ότι η Εκκλησία διόρθωσε το έργο του και το θεμελίωσε στο θαύμα, στο μυστήριο και στο κύρος. Τέλος τον απειλεί να τον κάψει γιατί ήρθε να τους ενοχλήσει και τον διαβεβαιώνει ότι θα δει την υπάκουη αγέλη να τρέχει με το πρώτο νεύμα του να συνδαυλίσει την πυρά. Ο μύθος μεταφράζει με μυθιστορηματικούς όρους την πραγματικότητα της ιστορίας του χριστιανισμού: την ριζική αντιστροφή των ευαγγελικών αξιών.

Το μήνυμα ελευθερίας του Χριστού απορρίφθηκε από την Εκκλησία, στο όνομα της ανθρώπινης αδυναμίας, ώστε να μπορέσει να θεμελιώσει την εξουσία της, προσφέροντας στους ανθρώπους αυτό που επιζητούσαν περισσότερο: το θαύμα, το μυστήριο και την εξουσία· με άλλα λόγια, την ασφάλεια σε τρεις μορφές. Η Εκκλησία όχι απλώς μείωσε αλλά και αντέστρεψε εντελώς το μήνυμα του Ιησού και  η «χριστιανοσύνη» της στράφηκε κατά του χριστιανισμού. Οι στοχαστές που επισήμαναν αυτή την ανατροπή δεν ήταν κήρυκες του αθεϊσμού αλλά πεπεισμένοι χριστιανοί που γνώριζαν καλά το μήνυμα των Ευαγγελίων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο Soren Kierkegaard· λίγοι ελευθερόφρονες άθεοι φιλόσοφοι έχουν γράψει τόσο δηλητηριώδεις σελίδες κατά της Εκκλησίας όσο αυτός ο ένθερμος και βασανισμένος χριστιανός.

Στην σύγχρονη εποχή ο Jacques Ellul, στρατευμένος χριστιανός, εξέφρασε σ’ ένα δοκίμιό του ακριβώς την Ανατροπή του χριστιανισμού, εξηγώντας ότι ο ιστορικός χριστιανισμός έγινε μια θρησκεία (με τις τελετουργίες και τα δόγματά της), μια ηθικολογία (του καθήκοντος και της υποταγής) και μια μορφή εξουσίας. Ο Marcel Gauchet στο δοκίμιο Η απομάγευση του κόσμου υπογραμμίζει την φοβερή ανατροπή που επέφερε η νεωτερικότητα: την απόρριψη της χριστιανικής θρησκείας, η οποία υπήρξε εντούτοις η μήτρα των κυριότερων φορέων της νεωτερικότητας, δείχνοντας έτσι πως ο χριστιανισμός έγινε στην ουσία «μια θρησκεία εξόδου από την θρησκεία».

Αρκεί να συγκρίνει κάποιος την επίσημη θρησκεία με τα ευαγγελικά κείμενα για να διαπιστώσει ότι ο πραγματικός χριστιανισμός παραμένει απρόσιτος και κρυμμένος από τους πιστούς. Ο Χριστός άνοιξε έναν νέο πνευματικό δρόμο και μετέδωσε μια ηθική διδασκαλία με οικουμενική εμβέλεια: μη βία, ίση αξιοπρέπεια για όλους τους ανθρώπους, πρωτείο του ατόμου έναντι της ομάδας, ελεύθερη επιλογή, διαχωρισμό πολιτικής και θρησκείας, αγάπη μέχρι την συγχώρεση. Το μεγάλο παράδοξο, η υπέρτατη ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι η ανάπτυξη του εκκοσμικευμένου κράτους, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ελευθερία συνείδησης, που προτάθηκαν ενάντια στην θέληση των κληρικών από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, αποτελούσαν το αρχικό μήνυμα των ίδιων των Ευαγγελίων! Και τελικά τα πλέον ουσιώδη ηθικά διδάγματα του Χριστού δεν μεταδόθηκαν από την Εκκλησία αλλά μέσα από τον ανθρωπισμό, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό!

Ο Λενουάρ γνωρίζει την ιδιότητα των Ευαγγελίων ως στρατευμένων αφηγήσεων που γράφτηκαν από κοινότητες πιστών πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ιησού και στοχεύουν στην πληροφόρηση και την διδασκαλία. Δεν έχουμε καμία ορθολογική βεβαιότητα για την αυθεντικότητά τους (όπως και για τα λόγια του Σωκράτη, όπως τα μεταφέρει ο Πλάτων) αλλά εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αν πρόκειται για λόγια του Ιησού αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν και θεμελιώνουν έναν τρόπο ζωής.

Ο συγγραφέας παίρνει τα πράγματα από την αρχή. Μας προσφέρει ωραιότατα πυκνά κείμενα αρχικά για τον Ιησού τις Ιστορίας με αναφορά στις χριστιανικές και μη χριστιανικές πηγές, την ζωή και τα Πάθη του Ιησού αλλά και την ζωή στη Παλαιστίνη. Στο κείμενο Ο περιπλανώμενος κήρυκας, που αφορά την δημόσια θρησκευτική δράση του, γράφει πως ο Ιησούς δεν είναι ούτε θεολόγος ούτε πολιτικός ταραχοποιός αλλά ένας περιπλανώμενος και ανεξάρτητος προφήτης που κυρήσσει την αγάπη και την μη βία σε μικρές κωμοπόλεις. Αντίθετα με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή δεν επιτίθεται άμεσα στην πολιτική εξουσία και δεν καλεί σε κοινωνική εξέγερση ούτε στην ανατροπή των πλουσίων αλλά διακηρύττει την ματαιότητα των υλικών αγαθών και καλεί στο μοίρασμά τους. Το γεγονός ότι τον ακολουθούν γυναίκες μοιάζει αδιανόητο για την κοινωνία της εποχής, όπου οι γυναίκες είναι πάντα εξαρτημένες από την κηδεμονία ενός άντρα, ενώ συχνά πρόκειται και για «περιθωριακές» γυναίκες, πόρνες, χήρες κλπ.

Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού είναι πολύ πιο σύνθετο από αυτό που περιέγραφε ανά τους αιώνες η εικονοποιία των ευλαβών. Ο ανθρωπισμός του είναι «ακραίος»: τείνει το χέρι σε όλους και πρώτα απ’ όλα στους βασανισμένους. Ο Ιησούς δεν ήθελε τόσο να ιδρύσει μια νέα θρησκεία (τόνιζε άλλωστε ότι δεν επιθυμούσε να καταργήσει τον εβραϊκό Νόμο) όσο να απελευθερώσει τον άνθρωπο από το βάρος των θρησκευτικών παραδόσεων, τονίζοντας την ατομική ελευθερία και την εσωτερικότητα της πνευματικής ζωής. Δυο θεμελιώδη επίπεδα της διδασκαλίας του (ένα πνευματικό κι ένα φιλοσοφικό) δείχνουν εντονότερα την ριζοσπαστική πρωτοτυπία της και τον οικουμενικό χαρακτήρα της. Σε αυτά εστιάζεται το πλέον ουσιώδες μέρος του βιβλίου.

Η πνευματικότητα του Χριστού συνοψίζεται καταρχήν στην προτροπή «έλα να με ακολουθήσεις»· πρόκειται για ένα μήνυμα που απευθύνεται σε κάθε άτομο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έξωθεν μεσολάβηση. Ο Ιησούς δεν μιλά για εκλεκτό λαό αλλά για την σωτηρία οποιουδήποτε ατόμου. Η έννοια της ακολουθίας του είναι το άκουσμα και η εφαρμογή του λόγου του. Έπειτα ανατρέπει κάθε κυρίαρχη ιεραρχία των ανθρώπων και δηλώνει ότι η χάρη αναδύεται από τη αθλιότητα, τον πόνο και την αδυναμία· αναγγέλλει δηλαδή την ευδαιμονία στην ίδια την καρδιά της δυστυχίας. Ο Θεός είναι παρών σε οτιδήποτε ταπεινό και περιφρονημένο.

Η φιλοσοφική του πλευρά προτείνει συγκεκριμένες ηθικές αρχές και πρώτα απ’ όλα την ισότητα: όλοι οι άνθρωποι κατάγονται από τον ίδιο Πατέρα και είναι ίσα αδέλφια. Η έννοια της παγκόσμιας ανθρώπινης αδελφοσύνης είναι ριζικά νέα στην δυτική σκέψη. Δεν υπήρχε καμία ισότητα για τους αρχαίους Έλληνες και τους Εβραίους που διαχώριζαν τους εαυτούς τους από τους άλλους. Ο Ιησούς αποδίδει στον άνθρωπο – αυτόνομο ον μια πρωτοφανή αξία, αναγνωρίζοντας την αξιοπρέπεια και την πλήρη ελευθερία του καθενός, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξωτερική ιδιότητα: εθνικότητα, θρησκεία, κοινωνική θέση, ηλικία, φύλο. Είναι εμφανής εδώ η επίδραση των Στωικών, που είχαν θέσει τον θεμέλιο μιας οικουμενικής ιδέας περί προσώπου, σύμφωνα με την οποία όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν την ικανότητα να ολοκληρωθούν χάρη στην ελεύθερη προαίρεση που ανήκει στο εσωτερικό εγώ.

Η ελευθερία, κατόπιν, του ατόμου αποτελεί την δεύτερη μέγιστη ηθική πλευρά της διδασκαλίας του. Σε ένα περιβάλλον όπου ο καθένας δεσμεύεται από την εθνοτική, κοινωνική, θρησκευτική και οικογενειακή του καταγωγή ο Ιησούς ζητάει απ’ όσους τον ακολουθήσουν να σπάσουν τις αλυσίδες τους, αψηφώντας την παράδοση και το πρωτείο της ομάδας πάνω στο άτομο. Κατόπιν προσπερνιούνται οι αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες είναι σαφώς κατώτερες από τον άντρα και όσες δεν έχουν άνδρες κηδεμόνες μπαίνουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Ο Ιησούς αποδεικνύει ιδιαίτερα προχωρημένη για την εποχή σκέψη και τις δέχεται όλες στο πλευρό του.

Η αγάπη του πλησίον, η μη βία και ο διαχωρισμός των εξουσιών αποτέλεσαν βασικές ηθικές και φιλοσοφικές πλευρές της διδασκαλίας του. Η αγάπη του πλησίον αποτελεί έναν αρχαίο κανόνα που βρίσκουμε σχεδόν σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα του κόσμου αλλά εδώ ριζοσπαστικοποιείται, καθώς ο Ιησούς τοποθετεί την αγάπη πάνω από όλους τους νόμους. Ο Γκάντι επανέλαβε πολλές φορές ότι τα Ευαγγέλια τον είχαν εμπνεύσει στον μη βίαιο αγώνα του για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Ο Ιησούς κήρυξε την μη βία και την συγχώρεση, μια ριζική αλλαγή συμπεριφοράς και μια υπέρβαση του αρχαίου Νόμου της ανταπόδοσης. Συγχώρεση δεν σημαίνει λήθη ή απουσία δικαιοσύνης αλλά μια πράξη εσωτερική. Η αναγνώριση της πολιτικής εξουσίας και η επιμονή του στον διαχωρισμό των πνευματικών και των εγκόσμιων εξουσιών (παρά τις αντιφάσεις και τα μέγιστα πρακτικά προβλήματα) υπήρξε επίσης ιδιαίτερα πρωτότυπη και κατά κάποιο τρόπο προάγγελος του διάκρισης κράτους και εκκλησίας.

Στην συνέχεια ο συγγραφέας σε σύντομα και καλογραμμένα κεφάλαια εξετάζει την γέννηση του χριστιανισμού (την σχέση του Ιησού με τον ιουδαϊσμό, τις τρεις καινοφανείς πρακτικές του, την πρώτη Εκκλησία, τον ρόλο του Παύλου, τις χριστολογικές διαμάχες, τους μάρτυρες) αλλά και την χριστιανική κοινωνία όπου ο χριστιανισμός πλέον είναι η επίσημη θρησκεία, την σχέση του με την εξουσία, την χριστιανική Ευρώπη και την Εκκλησία ως τον ένοπλο βραχίονα του Χριστού, την Ιερά Εξέταση και την στάση απέναντι στους Ινδιάνους.

Στο κεφάλαιο από «τον χριστιανικό στον αθεϊστικό ανθρωπισμό» ερευνώνται οι θέσεις σπουδαίων μορφών όπως ο Πετράρχης και ο Έρασμος αλλά και του κινήματος του Διαφωτισμού, ο οποίος επιτίθεται στην απαίτηση των Εκκλησιών να υποτάξουν την ορθολογική γνώση στις Γραφές και στην διδασκαλική τους αυθεντία· άλλωστε ο John Locke στην περίφημη Epistla de tolerantia [1689] περιελάμβανε αναφορά στις φιλειρηνικέ διδαχές του Χριστού που καταδικάζουν οποιονδήποτε θρησκευτικό καταναγκασμό αλλά και υπενθύμιζε πως η ίδια η αρχή της ελευθερίας συνείδησης και η ανεκτικότητα απέναντι σε εκείνους που έχουν διαφορετική θρησκεία είναι καθ’ όλα σύμφωνη με τον ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Ο αντίλογος του αθεϊστικού ανθρωπισμού βλέπει την θρησκεία ως πνευματική, ανθρωπολογική, οικονομική και ψυχική αλλοτρίωση (Comte, Feuerbach, Marx, Freud αντίστοιχα).

Ο νεωτερικός κόσμος εφοδιάζει την θρησκεία με νέους μύθους ή επαναφέρει παλαιότερους σε άλλη μορφή. Θεϊκές υποσχέσεις και προφητείες διαμορφώνουν μια γραμμική αντίληψη του χρόνου η οποία διαφοροποιείται από την μέχρι τότε κυρίαρχη ιδέα του κυκλικού χρόνου και δίνει ένα νόημα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Η βιβλική αντίληψη της ιστορίας περιλαμβάνει μια παράμετρο που θα έχει τεράστια επιρροή στην συγκρότηση των μεγάλων σύγχρονων θεολογιών: τον χιλιασμό. Η συγγένεια ανάμεσα στον κομμουνισμό και την εβραϊκή και χριστιανική εσχατολογία έχει προβληθεί ρητά από ορισμένου σοσιαλιστές ηγέτες, παρότι ήταν υλιστές και άθεοι, όπως ο Rosa Luxemburg η οποία έλεγε πως είναι υπέρ της κληρονομιάς των Πατέρων της Εκκλησίας, το δόγμα των οποίων περιγράφει ως «κομμουνιστικό». Και είναι γνωστή η αποστροφή του Νίτσε: Δεν ακούμε ακόμη τίποτε από την φασαρία που κάνουν οι νεκροθάφτες που θάβουν τον Θεό; Ο Θεός είναι νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε. Για τον Νίτσε ο ιουδαιο-χριστιανισμός αφού σκότωσε τους αρχαίους θεούς υπέρ του ενός και μοναδικού Θεού, έγινε στην συνέχεια ο νεκροθάφτης του δικού του Θεού.

Το ίδιο το μήνυμα του Ευαγγελίου ενθαρρύνει τον πιστό να προχωρήσει πέρα από το γράμμα του κειμένου. Ο Ιησούς ασκεί κριτική σε εκείνους οι οποίοι διαβάζουν το κείμενο κατά γράμμα αντί να προσπαθούν να κατανοήσουν το πνεύμα του.

Καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί ο Ιησούς δεν έγραψε ο ίδιος: το κείμενό του θα εξέτρεφε τον φονταμενταλισμό ενώ ο ίδιος ήθελε να τον υπερβεί και αναμφίβολα να δείξει πως κανένα κείμενο δεν είναι οριστικό, διότι όσο οικουμενικό και αν ισχυρίζεται πως είναι, παραμένει συνδεδεμένο με μια δεδομένη συγκυρία. Περιορίζει λοιπόν τον λόγο του σε αυτό που μπορεί να γίνει κατανοητό στους συνομιλητές του και, αντί να τον χαράζει στο μάρμαρο, αναγγέλλει ως το θείο πνεύμα θα οδηγήσει τους πιστούς με την πάροδο του χρόνου σε πολύ ευρύτερους και βαθύτερους ορίζοντες της γνώσης και της κατανόησης. [σ. 253]

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοπερνίκεια επανάσταση της θρησκευτικής συνείδησης: η παράδοση δεν διαπλάθει πλέον το άτομο, αλλά το άτομο παίρνει από την παράδοση ό,τι του ταιριάζει και απορρίπτει τα υπόλοιπα. Η θρησκεία εξατομικεύεται ολοένα και περισσότερο στην ιδιωτική σφαίρα ενώ οι Εκκλησίες έχουν χάσει την επιρροή τους στην κοινωνία. Η πρόοδος του κριτικού λόγου οδηγεί στην αποδοχή του θρησκευτικού πλουραλισμού ενώ ο σκεπτικισμός και το πνεύμα της ανεκτικότητας θεωρούν νόμιμη την ύπαρξη ενός πλήθους φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων. Η θρησκεία πλέον σχετίζεται με την αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας. Για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Edgar Morin, τα πιστεύω «αναβοσβήνουν»

Ο Michel Onfray υποστηρίζει ότι η σύγχρονη εποχή παραμένει χριστιανική και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται. και μιλά για έναν «χριστιανικό αθεϊσμό». Το μήνυμα του Χριστού έχει βγει έξω από την Εκκλησία για να επανέλθει στον σύγχρονο κόσμο με μια εκκοσμικευμένη μορφή. Παραμένουμε εμποτισμένοι από τον χριστιανισμό που έχει γίνει πλέον αόρατος. Ο συγγραφέας εδώ εκφράσει την συμφωνία του αλλά και την διαφωνία του με το σημαντικό κείμενο του Onfray.

Στο τελευταίο του κεφάλαιο ο Λενουάρ εστιάζει στην διήγηση της συνάντησης του Ιησού με την Σαμαρείτισσα, όπως περιγράφεται από τον συγγραφέα του Ευαγγελίου που αποδίδεται στον Ιωάννη, και ιδίως σ’ ένα απόσπασμα που συνθέτει την φιλοσοφία του Χριστού και προβάλλει τον πιο επαναστατικό και τον πιο ανατρεπτικό χαρακτήρα του. Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο συμπυκνωμένο το δίδαγμά του όσο στον σύντομο διάλογο με μια γυναίκα που περιφρονείται τριπλά, από άνδρες, γυναίκες και Εβραίους. Ανατρέπεται η εικόνα του παντοδύναμου αλλά και του γήινου Μεσσία ανατρέπεται, αγνοούνται οι διακρίσεις και οι προκαταλήψεις και προτείνονται η εσωτερικότητα πνευματικής ζωής, η ελευθερία συνείδησης, η απελευθέρωση από την κοινότητα, η αγάπη.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αιμίλιος Βαλασιάδης, σελ. 368, με έντεκα σελίδες υποσημειώσεων [Le Christ philosophe, 2007].

Τα έργα ζωγραφικής είναι των: Eva Campbell, αγνώστου, Norval Morrisseau, Sekha Roy, Frederick J. Brown, Sister Mary Grace, The Benedictine Sisters of Turvey Abbey, Mary Blair, Sadao Watanabe, Eva Campbell.

22
Οκτ.
17

Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία

Η λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης

Πρόκειται κατά κυριολεξία για λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης, εφόσον σ’ αυτό το απολαυστικότατο μυθιστόρημα η λογοτεχνία αλλάζει σταδιακά πλην ολοκληρωτικά την κεντρική ηρωίδα, την εβδομηντάχρονη Ρέμε: της αναστατώνει το πνεύμα και της ξεσηκώνει το σώμα· ανοίγει τους κρουνούς της ηδονής αλλά και της ίδιας της συνείδησης· της εμπνέει την σκέψη και την ωθεί στην πράξη. Κοινώς, την ξυπνάει παντοιοτρόπως. Η λογοτεχνία της μαθητείας και της αφύπνισης δεν αποτελεί πρωτότυπο εύρημα αλλά ο βασικός της χαρακτήρας, μια άσεμνη γριά, με λυτά μαλλιά σαν άγρια χόρτα, ντυμένη με κουρέλια, «που ήταν είκοσι χρονών πριν κλείσει τα εβδομήντα» και η δια της κατακλυσμικής λογοτεχνικής γραφής δραματοποίηση του συγγραφέα απογειώνουν το βιβλίο.

Πού, πώς γλίστρησε η ζωή της δόνα Ρεμέδιος; Πώς στέρεψε η αρχική της πλημμύρα; Από τα δεκαπέντε της η Ρέμε ένοιωθε την καταρροή να κυλάει στα πόδια της, ποθούσε τους άντρες, μα πώς να τα βγάλει πέρα με τα λόγια της γειτονιάς και τα χαστούκια των γονιών; Στα μέρη της ο έρωτας θεωρείται αμαρτία και ντροπή κι έτσι στα δεκαοκτώ της δεν της μένει παρά να διαλέξει κάποιον, κι ας συνεχίζει να μουσκεύει με την ιδέα των φιλιών ενός ωραίου ηθοποιού και με φαντασιώσεις που ξεκινούν ήδη  με τις αφίσες έξω από τον κινηματογράφο.

Η Ρέμε δεν ανήκει στους προνομιούχους της ισπανικής, φρανκικής κοινωνίας, άρα ζει εκτός των τειχών, εκεί που η Καθολική Δράση ιδρύει έναν νέο οικισμό και παραχωρεί για πενήντα χρόνια σπίτια μικρά σαν ποντικοφωλιές, καλύβες από λαμαρίνα, χτισμένες σ’ έναν ξερότοπο με αγκάθια. Οι εργολάβοι της νέας πατρίδας αναλαμβάνουν να βάλουν σε τάξη τους φτωχούς, έστω και ως τρωγλοδύτες των χαμόσπιτων. Όχι ιδιοκτησία και συμβόλαια: το κράτος κυριαρχεί και παραχωρεί, η οικογένεια ευγνωμονεί και κατοικεί. Πρώην καταδικασμένοι και νυν προσηλυτισμένοι προσήλθαν στην ελεημοσύνη και στο πρώτο συγκρότημα κτιρίων που ονομάστηκε Βασιλικό Ίδρυμα Εργατικών Κατοικιών. Τα νανόσπιτα με τα ακάλυπτα δοκάρια αυξάνονται και πληθύνονται στη άκρη του ξερού αυτοκινητόδρομου και φτιάχνουν τείχος από ομοιόμορφες οικοδομές σαν μια μασέλα. Η δεκαετία του ’60 αλλάζει τον ψημένο πηλό με το σκυρόδεμα, τα ατσάλινα πλέγματα και τον αμίαντο, που είναι εύκαμπτος κι αφήνει μόνο μια ελάχιστη σκόνη. Ο εργάτης σύζυγος βήχει, νοιώθει τα γυαλάκια στο στήθος, η ζωή με σκονισμένο πνεύματα αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση.

Οι εκκλησιαστικές τελετές θα συμπληρώσουν περίτρανα αυτήν την ενοριακή δημοκρατία. Η συμμετοχή των νέων σε αδελφότητες για την λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί χρέος τους, είναι άλλωστε μια τελετουργία της νομιμότητας και μια καλή ευκαιρία για στολές και μουσικά όργανα. Δεν είναι η θρησκευτική πίστη ή χριστιανική ηθική που ωθεί το κατεστραμμένο λούμπεν να σπεύδει στις παρελάσεις όσο το ίδιο το φετίχ της ομάδας, η φιγούρα της πομπής, και βέβαια η αρσενική επίδειξη για τους βαστάζους του άρματος. Για μια αλλά Μεγάλη Βδομάδα, γίνονται οι εθνικοί φύλακες του οικισμού, ενώ μαζί τους παρελαύνουν και οι φιλήσυχοι κλητήρες που παριστάνουν τους ιδιοκτήτες των δρόμων αλλά και οι τραυματισμένοι φαλαγγίτες του καθεστώτος, για να φανούν δοξασμένοι πολεμιστές. Και όπως πάντα «αυτοί που σέρνουν τους πιο βαρείς σταυρούς είναι αυτοί που δέρνουν πιο δυνατά τις γυναίκες τους».

Άλλωστε οι επιφανείς γνωρίζουν «πως κάποια πνευματικά δεσμά θα ήταν αναγκαία μόλις ολοκληρωνόταν η διαχείριση του τούβλου για να μη δραπετεύσουν τα ποντίκια όταν πια όλα θα ήταν βαρετά». Οι γυναίκες του οικισμού γεννούν παιδιά μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, όπως είναι και τα παιδιά της Ρέμε που μεγαλώνουν σε χολερικά δωμάτια, γίνονται τεμπέλικα κι επιθετικά και σύντομα ζουν περισσότερο έξω από το σπίτι. Γύρω τους μαζεύονται, δεύτεροι χαρακτήρες του βιβλίου και πρώτοι αναλώσιμοι της συντηρητικής κοινωνίας οι συνομήλικοι φίλοι τους, οι μεγαλύτεροι των συμμοριών, οι νεαροί «βαρόνοι» της περιοχής, όλοι εθισμένοι στη χημεία και στην επιθυμία να ξεφύγουν από μια περιοχή που δημιουργήθηκε ως οχετός της απόμακρης πόλης.

Η δεκαετία του ’80 φέρνει κι άλλες καλύβες στις αλάνες, μαζί με την πανδημία της άσπρης. Οι νέοι που φυλακίζονται συχνά προτιμούν την άνεση ενός κελιού από το ξεροκόμματο του φτωχικού. Το πνεύμα του κιμπούτς έχει πεθάνει, τώρα κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μόνο τον θεό των ναρκωτικών. Το ’90 έρχεται μαζί με την επέλαση της πορνογραφίας και τα αμέτρητα χάπια που κρατούν τους νέους σε συνεχή χορό κάτω απ’ τα στροβοσκόπια. Τα κορίτσια αλητεύουν μέχρι να μείνουν έγκυες και να συνεισφέρουν σε μια ολόκληρη αποικία χαμένων παιδιών που οι μητέρες έχουν για παιχνίδια, βασανισμένες κούκλες οι μεν για τους δε και αντίστροφα, όπως η Ανίτα κι ο Ρόμπε, δεύτερα πρόσωπα του δράματος: εκείνη ένα κορίτσι που καταδέχτηκε να πάρει την θέση της φεύγουσας κόρης της Ρέμε· εκείνος, ένας θετός εγγονός, που εθίζει δεκάδες χρήστες σε στρατηγικά βιντεοπαιχνίδια δικής του έμπνευσης, πουλώντας κουπόνια με κωδικούς εισόδου ενώ φτιάχνει σιγά σιγά ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό βασίλειο, έχοντας ανακαλύψει «την μήτρα του καπιταλισμού για νέους».

Μέχρι που έφτασε η ημέρα όπου ένα κιβώτιο με βιβλία προορισμένα για έναν γείτονα παραδόθηκε από λάθος στην δική της πόρτα. Επρόκειτο να κλείσει τα εβδομήντα και τα βιβλία έφτασαν με πενήντα χρόνια καθυστέρηση αλλά ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη που μέχρι τώρα έβλεπε μόνο τις μεσημεριανές τηλενουβέλες άρχισε να διαβάζει όλα όσα δεν ήξερε: πως είχαν σφετεριστεί την μισή και παραπάνω ζωή της. Βιβλία! Αυτά ξορκίζουν την μελαγχολία και την επανάληψη ολόιδιων ημερών και κάνουν την Ρέμε να γίνεται πολλές ηρωίδες και να βρίσκεται παντού και να μαθαίνει την ζωή. Φυσικά η αρχή είναι δύσκολη, το διάβασμα αργό, οι δύσκολες λέξεις συλλαβίζονται, το δάχτυλο σημαδεύει σειρά με τη σειρά. Δεν πηδάει καμία παράγραφο και συμπληρώνει με το μυαλό της ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Το κλεμμένο κιβώτιο ήταν ένας θάλαμος θεραπείας, ένα πλατωνικό καταφύγιο. Τώρα η μοναξιά της είναι ανακούφιση κι ο χρόνος ατέλειωτος, να διαβάζει μέρα νύχτα κι ύστερα να παίρνει τους δρόμους και να κάθεται στα μπαρ όπου δεν αντέχει για πολύ χωρίς διάβασμα. Όλος ο χωροχρόνος είναι στην διάθεσή της, και τα μάτια της τώρα είναι ορθάνοιχτα μετά από τόσα χρόνια αυτοματισμού. Ατημέλητη και ρακένδυτη, η «τρελή» Ρέμε, διαβάζει τα βιβλία της παντού, στο παγκάκι της άδειας πλατείας ή στο ύπαιθρο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια της. Οι γυναίκες του οικισμού, γειτόνισσες, νεαρές χήρες, παρατημένες, μητέρες μόνες ή νοσοκόμες ανάπηρων συζύγων του εμφυλίου ή του αμίαντου, απορούν για το μόνιμο χαμόγελό της. Δεν έχουν ποτέ τους καταφύγει στα βιβλία «για να σταματήσουν την αγωνία του χαμένου χρόνου»· προτιμούν την πάντα αναμμένη τηλεόραση και  προτιμούν να ξεφυλλίζουν ανόρεχτα τα περιοδικά ή να μαντάρουν την κάπα της Παρθένου. «Το αλέτρι της τηλεόρασης είχε αφήσει χέρσα τα κεφάλια τους, πενήντα χρόνια παραχώρησης συνέθλιψαν το ηθικό τους και το μισό τους ένστικτο ανταρσίας· η ενορία πήρε το άλλο μισό».

Τα απρόσμενα βιβλία έπεσαν στα χέρια της σαν μία θεραπευτική ιεροτελεστία για να επουλώσουν μια πληγή που δεν μάτωνε από την επερχόμενη μοναξιά αλλά από τη συνειδητοποίηση μιας σοβαρής αλήθειας: πως η ζωή της έσβηνε, πως όλα ήταν λάθος από την αρχή, πως τίποτα δεν είναι καίριο εκτός από το πέρασμα του χρόνου. [σ. 179]

Στο μεταξύ σ’ ένα τυπογραφείο του Δήμου γράφεται ένα άλλο, διόλου μυθιστορηματικό κείμενο: ένας κανονισμός που θα διανεμηθεί σε όλα τα γραμματοκιβώτια του οικισμού. Κι ο κόσμος της Ρέμε είναι έτοιμος να ανατραπεί για δεύτερη φορά. Απαγορεύεται το κρέμασμα της μπουγάδας γιατί ασχημαίνουν οι δρόμοι. Οι κάτοικοι διατάζονται να απλώνουν τα ρούχα μέσα στα σπίτια τους. Η Ρέμε βγαίνει από την έκστασή της και διαβάζει μεγαλόφωνα το χαρτάκι στις περαστικές, ένα «Ζερμινάλ στο ιδίωμα της καθημερινής πλύσης». Ποιος τολμάει να ζητάει κάτι τέτοιο;

Οι γυναίκες εξέρχονται από την κοσμική τους αποξένωση και συμφωνούν ν’ αδειάσουν τα συρτάρια τους σε σκοινιά σαν πανηγυρικές σημαίες. Προτού νυχτώσει κάθε μπαλκόνι του οικισμού είναι γεμάτο «αναρχικά ρούχα». Ανεβασμένες πάνω σ’ επικίνδυνες σκάλες οι γυναίκες τεντώνουν τα σκοινιά από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, για να κατασκευάσουν ένα δάσος από κρεμασμένα ρούχα, σαν μοντέρνα τέχνη ενός οργισμένου γκέτο. Νυχτικά, σεντόνια, ρούχα, χιτώνες της Μεγάλης Εβδομάδας ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα στη μέση των δρόμων. Οργανώνονται βάρδιες επιτήρησης – η Ρέμε αναλαμβάνει την νυχτερινή φύλαξη με μια λάμπα κι ένα βιβλίο. Ο οικισμός ξεσηκώνεται μόνος του, χωρίς πολιτικές συγκεντρώσεις ή υψωμένες γροθιές. Ο Πίο Μπαρόχα και οι άλλοι συγγραφείς ήταν αρκετοί.

Η επανάσταση είχε αρχίσει αλλά χρειάζεται και η απαραίτητη προπαγάνδα. Σ’ ένα διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης ένας ακτιβιστής και η σύντροφός του, ο Λεάνδρο και η Ελοΐζα, ούτως ή άλλως ονειρεύονται την καταστροφή του σύμπαντος. Εδώ ψυχογραφούνται περίφημα οι μονομανείς με τις προλεταριακές φαντασιώσεις που αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τον ίδιο τον έρωτα αλλά και αναζητούνται στις δικές τους βιογραφίες τα κίνητρα της εξέγερσης. Άλλωστε αυτές ακριβώς οι φαντασίες πυροδοτούν τα πρώτα βήματα της. Ο ακτιβιστής εκστασιάζεται: μια αληθινή λαϊκή επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτός θα είναι ο διανοούμενος ταραχοποιός που έλειπε σε προηγούμενες καταστάσεις, αφού κάθε φορά περίσσευαν τα μπράτσα και οι πέτρες αλλά έλειπαν τα μυαλά και οι ιδέες. Δημοσιεύει τα δεδομένα σε μια σελίδα για κοινωνικές πρωτοβουλίες, ακολουθούν τα ειδικά έντυπα και μια βάση δεδομένων για διεθνή κινήματα αντίστασης.

Σε όλη τη χώρα αναδύεται ένα ρεύμα αλληλεγγύης – η πλατεία της Καταλωνίας περικυκλώθηκε με σεντόνια απλωμένα σε αυτοσχέδιες λόγχες, η Πουέρτα ντε Σολ είδε να ξαναφυτρώνουν οι σκηνές εκστρατείας του τότε – ενώ αντικαπιταλιστικά κινήματα σε άλλες χώρες τυπώνουν μπλουζάκια με το περίγραμμα ενός πουκάμισου απλωμένου στον ήλιο. Η είδηση διαρρέει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, «ο οικισμός του Ιδρύματος επαναστατεί εναντίον της νέας διάταξης». Η τηλεόραση γνωρίζει καλά να μεγαλοποιεί τα γεγονότα, η ηθική της συμβαδίζει με την ακροαματικότητα. Μια τόσο μικροσκοπική και φωτογενής επανάσταση κι ένας αυτοδίδακτος διαφωτισμός δικαιώνει και διαφημίζει τον οικισμό. Η κοινωνική οργή ενώθηκε με την περιέργεια, ο οικισμός κυριεύτηκε από ένα εκστρατευτικό σώμα που μυρίστηκε εξέγερση: πανκς και ρέτρο-πανκς, Ινδιάνοι και πλείστοι οργανωμένοι ισοπεδώνουν την πλατεία για να κατασκηνώσουν, μια θορυβώδης στρατιά που τις νύχτες παίζει αφρικανικά τύμπανα σε γιορτές αδελφοποίησης.

Αλλά η υδροφόρα φυσιολογία της Ρέμε συνεχίζει να ρέει σαν ένα υδραυλικό κέντρο βαρύτητας. Αυτό που θα μπορούσε να της έχει προσφέρει αμέτρητους οργασμούς τώρα δεν βρίσκει τους απαραίτητους χειριστές, αλλά και πάλι τα βιβλία συνδράμουν και διεγείρουν τις ευαίσθητες ζώνες. Τα βήματα την οδηγούν μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη ακριβώς όπως οι τζάνκις οδηγούνταν στις αλάνες για την δόση τους. Αναζητά την ηδονή, επιθυμεί το σεξ που δεν είχε, μια ανάμνηση, μια δαγκωματιά, κάτι να έχει να θυμάται, δεν έχει καν για παρηγοριά το καταφύγιο ενός παρελθόντος με περιπέτειες σχεδόν παρθένα, όμοια με την κούκλα στο άρμα της αδελφότητας, δυο φορές παρθένα απ’ αυτήν και δυο φορές μητέρα δυο σταυρωμένων παιδιών [σ. 136]

Δυο πρόσθετοι ήρωες που μάλλον λειτουργούν παραπληρωματικά, ο Ντεβότο που βρίσκει παρηγοριά στην θρησκεία και ο Ρομάν ο Φερόμενος ταπεινωμένος ξυλουργός, ενδεικτικές μορφές για τον τρόπο που η εκκλησία διάβρωσε τις ψυχές στην φρανκική Ισπανία ή για την αιωνιότητα της μισογυνίας ή των κρυπτών ερωτισμών. Άλλοι δυο δικαιούνται μερικές σελίδες εφόσον άθελά τους τα ξεκίνησαν όλα: ο δημοτικός σύμβουλος που έγραψε την απαγόρευση και η «Μαινάδα» σύζυγός του, που αναζητούν κι αυτοί τον μέσω διαδικτύου πλουτισμό, εκθέτοντας στις οθόνες των υπολογιστών, φορώντας μάσκα φυσικά, τις ερωτικές περιπτύξεις ή διαστροφές που επιλέγουν οι χρήστες – θεατές.

Ο αγκιτάτορας διακαώς επιθυμεί να μετατρέψει το ξεχασμένο γκέτο σε προμαχώνα της πάλης των τάξεων, ακόμα και σε μια καινούργια προσοβιετική δημοκρατία. Αλλά φυσικά θέλει αυτός να εμφανιστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος των εξεγερμένων, κι όχι η γριά μάγισσα, «ένα πέτρινο άγαλμα στις συνελεύσεις, ένα κλειστό στόμα Ινδιάνου αρχηγού». Ακολουθούν συναντήσεις, διαβουλεύσεις, ο δημοτικός σύμβουλος εκλιπαρεί ή προστάζει, η Ρέμε σιωπά, η εξέγερση είναι έτοιμη να μολυνθεί από έμπορους ναρκωτικών, κι εφόσον επανάσταση χωρίς πολιτοφύλακες δεν έχει νόημα, οι συγκρούσεις με τα μέσα καταστολής θα είναι σκληρές. Νεομαρξιστές και ιακωβίνοι, συνειδητοποιημένοι και ασυνείδητοι, όλοι συμμετέχουν με το μερίδιό τους στην «αναρχική φαντασίωση» και στο μυθιστόρημα του εξεγερμένου οικισμού. Δεν έχει σημασία αν η επανάσταση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί στον λήθαργο της καθημερινότητας και στο ζεστό φαγητό ή αν οι ακτιβιστές θα αναζητήσουν άλλη μάχιμη αποικία. Ορισμένοι δεν εξαγοράζονται και επιλέγουν το τέλος που τους αξίζει.

Είναι σε κάθε σελίδα εμφανές πως ο συγγραφέας επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία του με την μέγιστη δυνατή λογοτεχνικότητα. Παίζει με τις λέξεις, τις ρίχνει σωρηδόν κάθε φορά, πρωτότυπες και αντι-κυριολεκτικές (οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις πράγματι κατακλύζουν την πρόζα του)· αλλάζει πρόσωπα και αφηγητές, βομβαρδίζει με επίθετα, εξαντλεί την παρατακτική σύνδεση. Ενίοτε μοιάζει να παραληρεί αλλά την ίδια στιγμή δεν βιάζεται καθόλου, καθώς ξεδιπλώνει με την ησυχία του τις ιστορίες του, τις διακλαδώνει, τους ξεφεύγει για να εστιάσει σε μικρο- και μακρο-περιβάλλοντα.

Το διακειμενικό του εύρημα σαφώς ενισχύει την πρόζα του, καθώς εντάσσει ανθολογημένα αποσπάσματα απολύτως ταιριαστά με όσα ήδη γράφονται, τα οποία δεν αποτελούν μόνο δείγματα των αναγνώσεων της Ρέμε αλλά και λειτουργούν ως διαλεκτική για την μαθητεία και την μεταμόρφωσή της. Πρόκειται για βιβλία των Πιο Μπαρόχα [ιδίως Ο διεστραμμένος αισθησιασμός, Κόκκινη αυγή, Κακό χορτάρι κ.ά.], Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ [Η εξέγερση των μαζών], Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο [Ιστορία μιας σκάλας] αλλά και των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βισέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Πέρεθ ντε Αγιάλα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, Ρουμπέν Νταρίο, Αντόνιο Ματσάδο, Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Μιγέλ ντε Ουναμούνο κ.ά.

Κρατώντας στον βασικό κορμό την αδιανόητη ιστορία της αξιολάτρευτης Ρέμε, την εγκαταλείπει κάθε τόσο για να ασχοληθεί με τις παράπλευρες βιογραφήσεις των δεύτερων χαρακτήρων, ενίοτε με ιδιαίτερες και μάλλον άσχετες με την βασική ιστορία λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την πορεία όλων όσοι πρόκειται ή νομίζουμε πως θα συμμετάσχουν στην τελική φάση της εξέγερσης. Το τέλος τους βρίσκει όλους εξουθενωμένους, νικητές ή νικημένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, που διαβάσαμε μια ιστορία πλήρους αληθοφάνειας αλλά και απατηλής ουτοπίας. Σε κάθε περίπτωση ο έρωτας συνδιαλέγεται με την επανάσταση, την εμπνέει ή την ακυρώνει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν τις μέγιστες εξεγέρσεις.

Κι αυτά τα βιβλία που διάβασες, τι λένε; – Εξηγούν πώς είναι η ζωή, η αληθινή ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε – Καταραμένα να ’ναι! [Πίο Μπαρόχα, Κόκκινη αυγή]

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, μτφ. από τα Ισπανικά Κλαίτη Σωτηριάδου, σελ. 282, [Pablo Guttiérez, Los libros repentinos, 2015].

Στις εικόνες, εκτός από τα «ανατρεπτικά βιβλία» του βιβλίου, επέλεξα δυο ώριμες υπό ερωτισμό γυναίκες της Paula Rego ως απολύτως ταιριαστές με την μορφή της Ρέμε δυο έργα του Andre de Loba και δυο αφίσες των ελεύθερων γυναικών μιας παράλληλης με το μυθιστόρημα Ιστορίας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 220, με τίτλο Spanish Bombs, από άλλες διαχρονικές ισπανικές βόμβες.

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.




Απρίλιος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 1.018.550 hits

Αρχείο