Archive for the 'Λίστες' Category

01
Απρ.
12

Η μουσική των Γάλλων

Αφιέρωμα

Η κόλαση είναι οι άλλοι (Jean Paul Sartre). Η κόλαση είναι οι Γάλλοι (Δημήτρης Καλοκύρης). Οι Γάλλοι είναι άλλοι (Εμείς, παρακάτω).

Με αφορμή το Euro του 2008 το mic.gr σκάρωσε συλλογικό αφιέρωμα στη αγαπημένη μας μουσική από τις συμμετέχουσες χώρες. O Πανδοχέας επέλεξε την Γαλλία και, όπως πάντα, η καταγραφή δεν αποτελεί αντικειμενικό οδηγό στη μουσικής τη αλλά απόλυτα προσωπική – ημερολογιακή περιδιάβαση. Κοινώς περιλαμβάνει μόνον ό,τι αγαπήσαμε. Εδώ το πρώτο και το δεύτερο μέρος της αρχικής δημοσίευσης. Όλο το αφιέρωμα (16 χώρες) εδώ.

Il y avait quelque temps… Ακριβώς 30 χρόνια πριν: Ιούνιος 1978. Ο πρώτος έρωτας με την Γαλλία πέρασε μέσω της Εθνικής της Ομάδας στο Μουντιάλ της Αργεντινής (με το αξέχαστο  μουσικό σήμα και την τραγική δικτατορική συγκυρία – τα έχουμε γράψει ψευδομυθοπλαστικά εδώ). Θυμάμαι το πρώτο γκολ της διοργάνωσης και το γρηγορότερο της μέχρι τότε δεκάχρονης ζωής μου. Μέσα στα τριάντα πρώτα δευτερόλεπτα του αγώνα ο Σιξ (ή Σις;) πέρασε τους πάντες από τα αριστερά και σέντραρε κατευθείαν στο στήθος του Λακόμπ και στην υπόληψη του Τζοφ. Στο τέλος η Ιταλία νίκησε με 2-1 αλλά ακόμα θυμάμαι την μουσικότητα ονομάτων όπως Ροστώ, Μπερτράν – Ντεμάν, Πλατινί.

Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ της Ισπανίας σπατάλησα τον τελευταίο πόνο για την Γαλλία στο άδικο 3-3 του ημιτελικού με τη Γερμανία, τότε που ο ανήθικος Σουμάχερ συνέτριψε δόλια τα πόδια του Μπατιστόν. Τι διαφορά! Ο Ζιρές ούρλιαζε στο γκολ του, ο Ρουμενίγκε με δυσκολία χαμογελούσε στο δικό του στην γνωστή διαφορά ψυχισμού μεταξύ των συναισθηματικών αντιδράσεων των δυο χωρών. Οι καιροί άλλαξαν, τα πρόσωπα των Τρικολόρ σκούρυναν (σε μια δίκαιη απόστροφο της ιστορίας), ο παμπάλαιος πλην αίγλιος Κήπος των Πριγκήπων (Parque de Princes) γκρεμίστηκε. Ξεκαρδιζόμασταν με την ασυμβατότητα γαλλικής γλώσσας και ροκ ήχου (κυκλοφόρησε κι ένα σχετικό αξίωμα). Δεν γίνεται να ροκάρεις με ηλεκτρική κιθάρα λέγοντας τγέ ζολί: αυτόματα ερχόταν στο νου ο Τάκης Μηλιάδης. Αλήθεια, τίνος ιδέα ήταν να έρθουν οι Telephone στο Rock in Athens του ’85, υποχρεώνοντάς μας σε φρικτό «γαλλικό ροκ;» Ήταν το τελειωτικό χτύπημα: άλλαξα κερκίδα, κι άρχισα να υποστηρίζω Ricardo Fogli, Eugenio Finardi, Antonello Venditti, καταλαβαίνετε…

Οι πένες του mic έχουν ήδη καλύψει ορισμένες κατηγορίες κορυφαίων γαλλικών ονομάτων, συνεπώς δεν έχει νόημα να ξαναγράψουμε για την διαχρονικότητα του πρωταθλητή της κατηγορίας «Γαλλικό Αρσενικό» Serge Gainsbourg, την επιδραστικότητα των Αρχόντων των Πλήκτρων Air και Daft Punk, την πολυμουσικότητα των Stereolab, ούτε για το πιο αγαπημένο ηλεκτρονικό σχήμα των τελευταίων χρόνων, M83 (βλ. εδώ κι εδώ).

1. Michel Polnareff

Ο καλύτερός μου. Αυτός ο εξαίρετος συνθέτης – τραγουδιστής είχε την ατυχία να συνδυάζει ευαισθησία και εκκεντρικότητα, στοιχεία ασυγχώρητα σε κάθε πολιτισμό και επικίνδυνα για κάθε ψυχισμό όταν συνδυάζονται.  Έτσι ο Πολναρέφ ξεκίνησε με αθώα ποπ του ’65 αλλά τρωγόταν να εμφανίζεται με εξωφρενικά ρούχα. Άρχισε να επηρεάζεται από τα αρνητικά δημοσιεύματα του Τύπου και, με αποκορύφωμα μια επίθεση που δέχτηκε πάνω στη σκηνή, νοσηλεύτηκε με κατάθλιψη. Την ίδια εποχή ο μάνατζέρ του αυτοκτόνησε (ελπίζω για άλλους λόγους), το ’72 πλήρωσε ένα βαρύτατο πρόστιμο για κάτι γυμνές του αφίσες και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε ένα χρόνο μετά, όταν, βρισκόμενος σε τουρνέ, έμαθε τις συνέπειες της λάθος επιλογής οικονομικού συμβούλου: δεν είχε μείνει απλώς άφραγκος αλλά και όφειλε του κόσμου τα λεφτά στο γαλλικό κράτος. Συνεπώς δε μπορούσε να επιστρέψει και έμεινε στην Αμερική για μια δεκαετία (να το ονομάσουμε οικονομική εξορία;), όπου κι άρχισε μια δεύτερη καριέρα, κυρίως γράφοντας σάουντρακ. Δηλαδή αυτές οι αγαλλιαστικότατες μελωδίες (ιδίως τα Theme Myosotis/Theme d’ amour από το La folie des grandeurs και οι παραλλαγές τους) βγήκαν κάτω από τέτοιες συνθήκες; Incroyable!

Στη Γαλλία καθ’ όλα τα χρόνια της απουσίας του δε σταμάτησαν να τον ακούνε. Επέστρεψε θριαμβευτικά (και εξοφλητικά) αρχίζοντας δεύτερη καριέρα με το Kama Sutra (1990). Θα πρότεινα δυο τρόπους για να μπείτε στον κόσμο του. Ο πρώτος είναι έμμεσος, μέσω των αγαπημένων μας Residents, Peter Hammill, Nick Cave, Blaine Reininger, Pulp, Marc Almond, Saint Etienne, Steven Brown, Pizzicato Five που με άλλους έφτιαξαν ένα ωραίο Tribute γύρω στο 2000. Ο δεύτερος είναι να ξεκινήσετε από τα γητευτικά Viens te faire chahuter, Ou est la tosca και βέβαια το μνημειώδες 69άρι Dans la maison vide, τα Le rois de Fourmis, L’ oiseau de nuit, Tout tout pour ma cherie  και μετά ….δεν υπάρχει επιστροφή. Με τον Πολναρέφ όλοι πάμε στον παράδεισο.

2. Space, Didier Marouani

Γύρω στο 1977 ο κημπορντίστας Didier Marouani φτιάχνει τους Space (καμία σχέση με τους poppers απ’ το Λίβερπουλ του 1995) και γράφει τα τραγούδια τους (ναι, αυτός είναι ο μυστηριώδης Ecama). Από το μοσχοπουλημένο Magic Fly του ’77 μέχρι το όνομα-και-πράμα Symphonic Space Dream του 2002 (με άλλους 3 δίσκους ενδιάμεσα, μερικά φαντασμαγορικά live και τις κυκλοφορίες του πρότζεκτ Paris-France-Transit) οι Space έφτιαχναν δίσκους ηλεκτρονικής – αστρικής πλοήγησης στο Γάμμα του Ωρίωνα, στο οπισθόφυλλο των οποίων μετά την λίστα των τραγουδιών ακολουθούσε και λίστα των …. συνθεσάιζερ (TRITON PRO X, AKAI 6000, SUPERNOVA (NOVATION), ROLAND SUPER JD κ.ά, για να ξέρουμε πού βαδίζουμε!).

Όμως είναι το 1987 που ο Marouani συνθέτει έναν εκπληκτικό δίσκο με πομπώδεις διαστημικές μελωδίες και κάποια χορωδιακά φωνητικά, το Space Opera, που κάποτε μου έφεραν σε κασέτα, έκτοτε το έψαχνα μανιωδώς και το βρήκα 20 χρόνια μετά από μια soulseeker στην άλλη άκρη του πλανήτη. Σ’ ευχαριστώ Tokyo Rose, όπου κι αν βρίσκεσαι. Επική λεπτομέρεια: για πρώτη φορά συνεργάστηκαν χορωδίες από δυο όχι ιδιαίτερα φιλικές μεταξύ τους χώρες (Harvard University Choir – Red Army Choir) και το συνέπαιξαν το ’90 σε ένα laser light show στην Κόκκινη Πλατεία. Δείγματα της Διαστημόπερας στο ακουστήριο, στο τέλος του κειμένου.

3. Vietnam Veterans, Vietnam Chain, The Thyrd Twin, Gitanes

Ανήκουν στη γνωστή κατηγορία «Άντε ρε, Γάλλοι ήταν αυτοί;», που υπάρχει σε όλες τις εθνικές συνάξεις. Ολόκληρη η συναστρία του απερίγραπτου Mark Enbatta και των υπόλοιπων παρακλαδιών των VV (για τους οποίους έχω πολλάκις εκφραστεί) υπήρξε μοναδική περίπτωση στα χρονικά της αλσατικής, νορμανδικής και εν πάσει περιπτώσει φράγκικης ροκ γεωπολιτικής. Εξαιρετική στόφα ψυχεδελικής μουσικής με εντελώς άσχετα επικά πλήκτρα, ενίοτε. Ήταν και παραμένει η αγαπημένη μου ψυχεδελο-γκαραζόμπαντα.  Κορυφαίος δίσκος: Ancient Times (Music Maniac, 1986). Eυφρανθείτε με Let it rain, Next year και Crying.

Κανείς δεν θα έπαιρνε χαμπάρι πως πρόκειται για Γάλλους, αν ήθελαν να το κρύψουν. Ηχογραφούσαν σε Γερμανική εταιρεία και οι επιρροές τους μόνο γαλλικές δεν ήταν. Ένας γαλλομαθής βέβαια θα διέκρινε μερικές πινελιές: το Susmoala beat, ας πούμε, τίτλος δίσκου των Vietnam Chain, αν το προφέρεις γαλλικά και το κόψεις σε τρεις λέξεις σημαίνει ασεμνολειχία, ενώ στο λάιβ τους (με εξώφυλλο έναν μπιντέ γεμάτο αρακά) αναγγέλλουν το Curanderos γαλλιστί (κουγα-ντεγός). Μετά αρχίζει ο Μαρκ να τα χώνει στους ντήλερς του: Εμπρός κομπογιαννίτες, πάρτε τα λεφτά μου, φέρτε μου μανιτάρια… Στο συγκλονιστικότερο τραγούδι τους προμηνύουν την πτώση, για άλλη μια φορά. Όχι την δική τους, αλλά την δική μου: You’ re gonna fall (one more time).

4. Laurent Garnier

Πρώην μέλος της Γαλλικής πρεσβείας στην Λόντρα (σοβαρολογώ). Το χαρμάνι του βγήκε από τέσσερα υλικά καλής ποιότητας: μελωδικό deep house, σκληρό Detroit techno, 80άρικο acid/trance και jazz. Από τις νύχτες του Μάντσεστερ (που το έκανε να ζήσει μια τελευταία ιστορική αναλαμπή μέσω …. Αμερικάνικου house) μέχρι την ίδρυση της F Communications (με ορισμένα εξαιρετικά στο είδος του ελπάκια), ο Λαυρέντιος Γκαρνιερίτσας σφράγισε έναν ήχο κυρίως με τα Unreasonable Behaviour (2000) και Cloud Making Machine (2005). Ύμνος το Last tribute from the 20th century από το πρώτο. Τελευταία στην F έχουν ένα εξαιρετικό (ελληνικό) Κουκλάκι.

5. MC Solaar

Ο εκ Σενεγάλης Claude M’Barali δεν είναι απλώς η πιο αξιομνημόνευτη μούρη στον χώρο του, αλλά εκείνος που ξεχείλωσε όσο έπρεπε τα σφιχτά όρια του hip hop και του rap. Σπαταλήθηκε χωμένος σε διάφορα Jazzmatazz, μας αιφνιδίασε υπογείως με μερικές απρόσμενες «εμφανίσεις» σε δίσκους που δεν το περιμένεις, και δε χρειάζεται να φτάσει τη δεκάδα δίσκων (θέλει ακόμα 2-3 ακόμα) για να μας πείσει πως τα μιλητά του φωνητικά έχουν περισσότερο ψωμί από δεκάδες φιλοσοφικές μπροσούρες μαζί.

6. Bertrand Burgalat

Ιδιόμορφος παραγωγός που διέκρινε την διακαή επιθυμία της Γαλλίας να αποκτήσει και τον αρσενικό της B.B. Λάτρης των ανάλαφρων 60s της μεσογείου αλλά και της αστικής ψυχεδέλειας, άρχισε να συνθέτει έχοντας στο νου του ως ιδανικούς ερμηνευτές τους την France Gall και την Brigitte Fontaine, έχοντας πρώτα λιώσει … Ravel και Kraftwerk. Στα 25 του είχε κάνει την παραγωγή του Let it Be των … Laibach και αργότερα έφτιαξε τη δική του εταιρεία (Tricatel) για να πλημμυρίσει την αγορά με το φουτουριστικό retro-chic που του αρέσει – εκεί τσίμπησε συνεργασία ακόμα και με τον… συγγραφέα Jonathan Coe! Η μουσική του σήμερα δεν διαφέρει από τον απανταχού lounge πολτό αλλά ενίοτε μας φιλοδωρεί με φοβερά μαργαριτάρια. Με 6 δίσκους μέχρι σήμερα, διαλέξτε το πρώτο από τον πρώτο του (The Ssssound of Mmmusic του 2000), το Aux Cyclades Electroniques – ιδανική υπόκρουση ελληνικής καλοκαιριάτικης τσόντας …αν και το Ok Skorpios προδιαθέτει περισσότερο ως τίτλος. Αν είστε περισσότερο του ρομαντικού έρωτα, τελειοποιήστε τον με το L’ observatoire.

7. Sebastian Tellier

Με εμφάνιση που συνδυάζει Sky Saxon, Ντέμη Ρούσσο, και Γιάννη Καραλή, με αμφιλεγόμενες εμφανίσεις οδηγώντας παιδικό αυτοκινητάκι με πεντάλ ξέρετε πού, με συνεργασίες και τουραρίσματα μαζί με Air και Daft Punk, πού να προλάβει να βγάζει δίσκο κάθε χρόνο; Ανά 3-4 χρόνια και σύντομα είναι. Ορισμένοι τον γνωρίσατε απ’ το Fantino του Lost in translation, ορισμένοι άλλοι απ’ το κλασικοποιημένο Ritournelle. Όμως περισσότερο απ’ το φετινό Sexuality και το προ τετραετίας Politics, προτιμήστε την πρώτη του κυκλοφορία L’ incroyable Verite του 2001. Περισσότερο αγνό, περισσότερο αφηρημένο (ambient).

8. Sebastian Schuller

Δεύτερος Σεβαστιανός πληκτροφόρος, περισσότερο αποδοτικός (ένα δίσκο – ένα αριστούργημα), ένας πανέξυπνος συνθέτης ηλεκτρονικού αιθέρος, κυρίως ινστρουμενταλίων, Ακούστε ή ξανακούστε το Happiness ξεκινώντας απ’ τα 1978, Where We Had Never Gone και Donkey Boy. 2o δίσκο αν δε μπει το 2009 δε βγάζει. Υπάρχει πιο τεμπέλης απ’ αυτόν; Ευκολότερο είναι να απαντήσω ποιος είναι ο λιγότερο τεμπέλης σ’ αυτή την ομάδα, ο…

9. Hector Zazou

Παρά τον αχανή και άνισο κατάλογό του (δισκογραφεί ασύστολα από τα μέσα των 70s), όλοι ξέρουμε πως δεν υπάρχει περίπτωση δίσκος του Έκτωρα να μην ακούγεται με ενδιαφέρον. Στη χώρα μας τιμήθηκαν ιδιαίτερα οι Γεωγραφίες και Γεωλογίες του (Geographies, Geologies), η συνεργασία με τον Harold Budd στο Glyph, και ορισμένοι δίσκοι – πολυεθνικές, όπως τα Sahara Blue (με John Cale, τα βασικά μέλη των Dead Can Dance Minimal Compact κ.ά. – 1992), Songs from the cold seas (με John Cale, Bjork, Siouxsie, Suzanne Vega κ.ά – 1994) και Strong Currents (με Laurie Anderson, Jane Birkin, Lisa Germano κ.ά. – 2003).

10. Magma – Gong

Τα Γαλλικά 70s δεν είχαν μόνο Λουί Ντε Φινές και Μπουρβίλ· τουλάχιστο δύο σπουδαία freak – kraut rock σχήματα αντάλλαζαν σιλβουπλέ και μερσί: οι Gong και οι Magma. Σημαντικότερη στιγμή των (για μένα καλύτερων) δεύτερων υπήρξε το προχωρημένο Mekanik Destruktiw Kommandoh (1973), όπου ο Christian Vander δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τον ήχο τους, με τζαζ, γκόσπελ και χορωδιακά μέρη να ταιριάζουν με τις φωνητικές δυνατότητες (και τις παραληρηματικές λέξεις) του Klaus Blasquiz.

11. Les Rita Mitsouko

Εκκεντρικό ζεύγος των Fred Chichin / Catherine Ringer που γνωρίστηκαν ως μέλη μιας θεατρικής παράστασης και αυτοκόλλησαν pour toujours, οπότε γιατί να μη φτιάξουν και μια μπάντα; Αδύνατο να μπει τρίτος ανάμεσά τους, συνεπώς είχαν τα πάντα προηχογραφημένα. Το κοινό τους τραγούδισμα στο μπάνιο έγινε ζευγαρίσιος ύμνος (Singing in the shower). Ο Jean-Luc Goddard φίλμαρε τις ετοιμασίες του δεύτερου δίσκου τους The No Comprendo, ενώ το 1987 την έκαναν για Νέα Υόρκη κι έγιναν φίλοι και συνεργάτες (στο Marc et Robert LP) με τους Sparks (τους οποίους άλλωστε αντέγραφαν). Σήμερα δε τους ακούμε πολύ, μας καλύπτουν οι Xaxakes. Aναπόσπαστη του ήχου τους μουσική πληροφορία: η  “Rita” / Catherine Ringer είχε πάρει μέρος σε καμιά εικοσαριά γαλλικές πορνοταινίες απ’ το 1976 έως το 1982.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Φραντσέζες τραγουδιάρες: Edith Piaf, Juliette Greco, Dalida, Francoise Hardy

Οι πρώτες δύο δε μου λένε τίποτα, γιατί δεν είμαι ο πατέρας μου αλλά ο γιος του. Τις αγάπησα πολύ εκ των υστέρων (το πολύ πάει και στο αγάπησα και στο εκ των υστέρων), αλλά δεν τις βίωσα. Την τρίτη την θυμάμαι στην κρατική τηλεόραση, όπου έκπληκτος έβλεπα τον κόσμο στις συναυλίες της να είναι καθιστός και στο τσακίρ κέφι να χτυπάει ρυθμικά παλαμάκια. Αργότερα σταμάτησα να αντιμετωπίζω με υψωμένο φρύδι τα στραφταλιστά της μάξι, διάβασα την ιστορία της, με αποπλάνησε και το σπαρακτικό Les clefs d’ amour. Αυτοκτόνησε με βαρβιτουρικά το 87 στην ηλικία των 54. Έκτοτε την ακούω συχνά. Το περιοδικό Οδός Πανός της σκάρωσε ένα ωραίο αφιέρωμα πριν λίγα χρόνια. Η Hardy υπήρξε πολύ γαλλίδα για να ασχοληθούν μαζί της όσοι αγάπησαν τα 60s και πολύ 60s για να ασχοληθούν μαζί της όσοι ψάχνονται με τα Γαλλικά. Μας έμαθε βέβαια την τέχνη του dire adieu. Όμως οι Blur με το γνωστό ντουέτο (To the end) της έδωσαν μια μίνι δεύτερη αναλαμπή. Iδού Les comedies des grandes amours!

Φραντσέζοι τραγουδιάροι: Serge Gainsbourg, Gilbert Becaud, George Brassens, Georges Moustaki, Joe Dassin, Yves Montand, Charles Aznavour

Αγέραστα μελλουροειδή αιλουροειδή της σκηνής όλοι τους, ιδανικοί υποκρούστες αποπλανήσεων και κόκκινων κρασοκατανύξεων. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, χαιρόμαστε τον Charles Trenet στο La mer αλλά πλέον βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο. Προσωπικά λιώνω με το Salut του Ντασέν, ίσως επειδή έφυγε στην ηλικία που θα έχω σε δύο χρόνια, ίσως για το στίχο Υπήρχε μια φορά κάποιος/ κάποιος που γνώριζες καλά. Και να σκεφτεί κανείς πως ο αντίστοιχος δικός μας είναι ο Πάριος. Όλες αυτές οι μορφές έχουν την ιστορία τους και ακούγονται μέχρι και σήμερα σε μια βροχερή μέρα ρομαντικής διάθεσης, αρκεί να μη μας γίνει συνήθεια. Κανείς τους πάντως δεν έφτασε τον παροικούντα τον Σηκουάνα κυρ Jacques Brel, Βέλγο μεν τυπικά, βαθύτατα Γάλλο δε ουσιαστικά. Αναρωτιέμαι τι μουσική να άκουγε ο Ηλίας Πετρόπουλος όταν μοιραζόταν τα κρασιά του με τους κλοσάρ του Σηκουάνα. Ή τι μουσική θα ταίριαζε την στιγμή που σκόρπιζαν στις στάχτες του, όπως ζήτησε, στους υπονόμους του Παρισιού. Ελπίζω όχι τα πολυαγαπημένα του ρεμπέτικα. Kορυφαίος, ερωτικότερος, αλητότερος, ικανότερος συνθέτης κι ακόμα περισσότερο ζήστης της ζωής, ο Serge αναμένει τη σειρά του στα κινηματογραφικά μας όνειρα και στα μελλοντικά μας αφιερώματα.

Σκοταδιστές: Art Zoyd, Clair Obscur, Die Form

Οι δύο πρώτοι αποτελούν σχήματα που θα άξιζε να ακούσει κάθε νέος λατρ οιουδήποτε dark παρακλαδίου… Αμφότεροι έπαιξαν με τα όρια της ίδιας της post – οτιδήποτε μουσικής· οι μεν πρώτοι στα σύνορα με την πειραματική, κλασική, jazz και progressive μουσική – ακούστε τα Berlin (1987) και Faust (1995) αλλά και την εκδοχή τους για το Metropolis του F. Lang (2002)· οι δε δεύτεροι σε όλες τις εκφάνσεις του dark, coldwave, death, ethereal ήχου, αποτελούν προσωπική αδυναμία και προτιμώ να μη διαλέξω δίσκο αλλά περίοδο: 1985-1995. Οι τρίτοι αποτελούν αμφιλεγόμενη πλην ενδιαφέρουσα περίπτωση, δίνοντας βάρος σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο σε εικόνα, στιλ και πρόκληση. Όλοι τους έδωσαν μεγάλο βάρος στα πλήκτρα (καθόλου αυτονόητο τότε), πειραματίστηκαν μέχρι και στις φωνές, και ακόμα και μέσα τα ερέβη έφτιαχναν φοβερές μελωδίες.

Ψηφιακοχορευτικές Ποπ και Ψευδοπόπ: Etienne de Crecy, Alex Gopher & σία

Από τα μεσοτέλη των 90s κι έπειτα, η Γαλλική house και ευρύτερη ψηφιακή σκηνή αγγίζει με τον ίδιο τρόπο τη λατρεία του ηλεκτρονικού ήχου (Air etc.) και την απέραντη μαγιά του μετρονομημένου χορευτικού ήχου που άφησαν τα 80s. Ακόμα κι αν γλιστρούσε ακόμα πιο ντίσκο, εεε πίσω εννοούσα, όπως ο (πολιτογραφημένος Γάλλος) Dimitri from Paris. Ο δαιμόνιος γαργαλιστής πλήκτρων και μικτών Etienne de Crecy, τα διάφορα παρακλάδια του(ς) ονόματι Motorbass, La Chatte Rouge, Cassius ή Super Discount και όλοι οι ντανσάδες που τον/τους ακολούθησαν (όπως και ο φίλος του και περισσότερο στιλίστας Alex Gopher) κατάφεραν να κάνουν τους Γάλλους να χορεύουν περισσότερο κι απ’ τους Κουβανούς αλλά και να φτιάξουν πλουμιστή χορευτική μουσική που μπορείς να την ακούς και ακίνητος.

Γάλλοι χωρίς σύνορα: Mano Negra, Manu Chao, Negresses Vertes

Αυτούς ξέρουμε, αυτούς εμπιστεύεστε, γιατί δίνουν το μαυρότερο μαύρο κι η τάξη μας είναι των προχωρημένων δεν χρειάζεται να προχωρήσει στα αυτονόητα, η μαύρη ύλη είναι γνωστή.

Διεθνείς: Jean Michel Jarre, γνωστός. Ο πιο ενδιαφέρων όμως δίσκος του είναι άγνωστος: το Music for Supermarkets, ηχογραφημένο σε ένα μοναδικό αντίτυπο, φυλαγμένο σε μουσείο και παιγμένο άπαξ δια παντός στο ραδιόφωνο. Louis Philippe (κοινώς Philippe Auclair) εγκληματικά άγνωστος. Οκ, με Λονδρέζικο ήχο – άλλωστε κύλησε ως τέντζερης και βρήκε το καπάκι που γράφει el – αλλά έχει σκαρώσει ένα από τα ποπ κομμάτια των 80s: You mary you. Η γλώσσα της κινηματογραφικής μουσικής είναι επίσης παγκόσμια. Η μουσική του Maurice Jarre π.χ δεν είναι περισσότερο γαλλική από άλλων μη Γάλλων συνθετών. Όμως η πιο αυθεντικά γαλλική δυαρχία της σινικής γραφής αποτελείται από τους Michel Legrand – Vladimir Cosma. Πολυγραφότατοι, καλύπτουν επαρκώς τα 60s μέχρι τα 80ς με εργογραφία που αξίζει ένα πέρασμα. Εξαιρετικοί σινεσυνθέτες και οι Eric Demarsan και Philippe Sarde. Όλοι θα τιμηθούν με γλυκόλογα στη μελλοντική μας στήλη για το κορυφαίο είδος της κινηματογραφικής μουσικής.

2 από ταυ:

Οι Tahiti 80 φτιάχνουν ευκολοχώνευτη πο-πίτσα: υστερούν στις συνθέσεις, όμως η χαρακτηριστική φλωρίστικη φωνούλα του Xavier Boyer είναι ό, τι πρέπει για τις ανάλαφρες βόλτες στον πεζόδρομο της εφηβικής σας πόλης. Ακούστε το The train από το Wallpaper for the soul (2002) για να καταλάβετε τι εννοώ. Τελευταία έχασαν κάθε έμπνευση, τουλάχιστο σκιτσάρουν ακόμα νοσταλγικά εξώφυλλα. Οι Telepopmusik τηλεποπάρουν από το 1989 και μετά, αλλά έχουν γραφτεί στα κατάστιχά μας με δυο μόνο δίσκους, τα Genetic World (2001) και Angel Milk (2005). Ίδιες περιοχές, σαν μια μίξη Lali Puna και Hooverphonic.

(εγκ)Λήμματα μελλοντικής γαλλομουσικής εγκυκλοπαίδειας

Les Thugs, La Muerte, Astronettes, Fixed Up, Dazibao, Big Sleep, Corpus Delicti, Daniel Darc, Trop Tard, Ausweis, Baroque Bordello, Jad Wio, Kas Product, Les Provisoires, Les Vampires, Marquis De Sade, Odessa, Persona Non Grata, Specimen, Vox Populi!, Norma Loy, Octobre, Rise And Fall Of A Decade. Ακόμα, μέσα στο διαδικτυακό χάος ένα french-new-wave που περιλαμβάνει πλήθος ονομάτων, χωρίς κριτικές, αλλά με δισκογραφίες (που δεν μου φάνηκαν πλήρεις) αποτελεί ένα ξεκίνημα για όποιον (έχει) αποκτήσει φετίχ με τον γαλλικό ήχο.

Μη Γάλλοι τιμητές των Γάλλων:

Όταν ο Blaine Reininger τραγουδούσε το 1985 για το φθινοπωρινό Παρίσι, στοιχημάτιζες πως ήταν κάτοικος των Ηλύσιων Πεδίων και συνέθεσε το άσμα σε μια απογευματινή του βόλτα υπό το κρατς των πεσμένων φύλλων (Paris En Automne). Όταν ο David Thomas έφτιαξε ένα από τα πλέον αδικημένα ροκ σχήματα, τους Pere Ubu (Βασιλιάς Υμπύ, από το έργο του Αλφρέντ Ζαρρύ) δεν ήξερε πως εδώ στην Ελλάδα θα τους προφέραμε Πέρε Ούμπου. Καλύτερη τύχη είχαν οι Poesie Noir, όπου ευτυχώς δεν τους προσφωνούσαμε Ποεσίε Νοΐρ. Και τον καλύτερο δίσκο τιμής για Γάλλο συγγραφέα έβγαλε η παρέα της Crepuscule το 1988, με Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά: το Hommage a Duras, ήταν μια άψογη μουσική ανάγνωση της αξιαγάπητης συγγραφέως Μαργκερίτ Ντυράς.

Ακουστήριο Διαστημόπερας: ΈναΤρία, Επτά, Οκτώ. Σώστε τις ψυχές μαςΑναχώρηση.

24
Μαρ.
12

Αφιέρωμα: Δίσκοι – Συλλογές

Το μυστικό σας είναι ακόμα ασφαλές μαζί μας

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr [18/11/2007]

Φαντάζομαι το είδος «συλλογή» [: δίσκος που συνήθως περιέχει ένα τραγούδι από κάθε συγκρότημα ή καλλιτέχνη, ως ένα συλλογικό δείγμα κάποιου ήχου, τάσης, του δυναμικού μιας δισκογραφικής, και – στο προσωπικό μας λεξικό – κατά βάση ανεξάρτητης εταιρείας] σαν κάτι παρωχημένο, σχεδόν ξεπερασμένο. Ίσως επειδή οι συλλογές έχουν διανύσει ολόκληρη την απόσταση ανάμεσα στο πρωτόγνωρο και πολυποίκιλο του τότε με το προβλέψιμο και δεδομένο του σήμερα. Σαφώς λοιπόν ένα τέτοιο αφιέρωμα εμπεριέχει μεγάλη δόση νοσταλγίας και παρελθοντολογίας, όμως στο συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: Υπήρχε όντως μια εποχή όπου γνώριζες τάσεις, είδη και αναρίθμητα σχήματα μέσα από συλλογές ενώ σήμερα ισχύει μόνο το τελευταίο. Υπήρχαν όντως δίσκοι που σε έφερναν σε επαφή με άσημους μα συναρπαστικούς δημιουργούς με τους οποίους δεν υπήρχε περίπτωση να γνωριστείς με άλλον τρόπο – σήμερα υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Υπήρχε τέλος τότε μια πρωτόγνωρη ηδονή στο να έρχεσαι επαφή με εντελώς άγνωστα σχήματα, κάτι που σήμερα αποτελεί τον κανόνα.  Κάπως έτσι γνωρίζαμε και τον ήχο μιας ολόκληρης πόλης ή κωμόπολης – ενδεικτικές και με εύγλωττους τίτλους οι περίφημες Avon Calling- The Bristol Compilation (Heartbeat, 1979), Bouquet Of Steel (Sheffield, 1980), Welcome to Norwich, a Fine city (1981), Where The Hell Is Leicester (S&T, 1981) και East of Croydon (Nothing Shaking Shak 1, 1981) κ.ά.

Όμως ο πυρήνας όλης αυτής της αίσθησης ήταν αντικειμενικός: δεν χαιρόμασταν επειδή θα γνωρίζαμε ονόματα που δεν γνώριζε ο διπλανός μας και θα του κάναμε τον έξυπνο, αλλά επειδή σε κάποιες θαυμαστές συγκυρίες τα παραπάνω σχεδόν ταυτίζονταν με έννοιες όπως υψηλή ποιότητα και κορυφαία συνθετουργία. Ναι, υπήρχε μια εποχή όπου ολόκληρα μπουκέτα αλλόκοτων σχημάτων ανθισμένα κάτω από υπόστεγα άξιζαν να ακουστούν! Εφόσον υπάρχει αριθμητικός περιορισμός θα δώσω περισσότερο βάρος σε εκείνες που με έφεραν σε πρώτη γνωριμία με κάποιο όνομα ή και ολόκληρο label. Στην πρώτη θέση μπαίνει εκείνη που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Στις επόμενες η σειρά είναι αλφαβητική.

1. Your secret’s safe with us (Statik, 1982)

Ακόμα θυμάμαι την προσμονή μου μπροστά σε εκείνον τον συνωμοτικό τίτλο, καθώς και τα πρωτότυπα έως εξωφρενικά ονόματα που μόνο σε τέτοιους δίσκους έβρισκες: I Scream Brothers, Blue Chips of Ashama, Seep Maier’s Gloves, Atom Spies, Sun Yama (με μια προσωπική εκτέλεση του Subterranean Homesick Blues). Η εξέλιξη ενός εντελώς «ανεξάρτητου» ήχου περνούσε μέσα από πανέξυπνες πινελιές συνθεσάιζερ. Εκεί γνώρισα τους Chameleons (Here Today), τους Pulp (What do you say, ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έγραψαν ποτέ) και τους παραγνωρισμένους Indians in Moscow στο εκπληκτικό I wish I had. Ακούς εκεί Ινδιάνοι στη Μόσχα ή Τα γάντια του Ζέπ Μάγιερ! Επρόκειτο για διπλή συλλογή που η εδώ Πόλυγκραμ κυκλοφόρησε μονή και πετσοκομμένη. Αχρείοι, ε αχρείοι! Αγαπημένα κομμάτια: Makaton Chat – The shape of song, Gentle Ihor – Psalm 151. Συμμετέχουν ακόμα: Τhe Unamerican, Thrash!, Soul on ice, Celestial Fireworks, The Vets, High (2), Pressure, Fast Cakes.

2. Ghosts from Christmas past (Les disques du Crepuscule, 1981)

Η εταιρεία που μας μετέφερε από τα γκρίζα υπόγεια της μουντής Αγγλίας στις φαντασμαγορικές κεντροευρωπαϊκές μητροπόλεις ήταν η βελγική Les disques du Crepuscule που νομίζω, συγκεντρωτικά, έχει την μεγαλύτερη αναλογία παραγωγής συλλογών και ποιότητας. Το Ghosts κυκλοφόρησε αρχές Δεκέμβρη του 1981 και από τότε οι γιορτές μου ήταν διαφορετικές: ένας δίσκος όχι με χριστουγεννιάτικες διασκευές αλλά με κομμάτια ακριβώς γραμμένα για την μελαγχολία των εορτών. Την άκουγα μόνο εκείνες τις ημέρες, σαν ένα δώρο που έκανα στον εαυτό μου κάθε Χριστούγεννα.

Εδώ έχουμε δυσεύρετα κομμάτια από κορυφαίους δανδήδες της διεθνούς avant garde ελίτ του Λυκόφωτος: The Durutti Column, Tuxedomoon, The Names. Εδώ πρωτογνώρισα τον Michael Nyman που τότε έστελνε στις συλλογές του label μικρά μινιμαλιστικά διαμάντια. Ακολούθησαν νέες εκδόσεις μεταξύ 1982 και 1986, εννιά κομμάτια από τις οποίες περιλαμβάνονται στην σημερινή cd έκδοση. Σε αυτά τα remakes άλλαζαν και οι συμμετέχοντες κατά την προσφιλή τακτική της εταιρείας (The Pale Fountains, Antena, The French Impressionists, Winston Tong, The Arcadians (στην ουσία ο Louis Philippe) κ.ά. Αγαπημένο κομμάτι: Paul Haig – Scottish Christmas (ένα από τα ομορφότερα instrumentals ever!). Συμμετέχουν ακόμα: Wim Mertens, Aztec Camera, Cabaret Voltaire, Thick Pigeon, Simon Topping (από τους A Certain Ratio).

3. From Brussels with love (Les disques du Crepuscule, 1983)

Είναι η πρώτη συλλογή που αγοράζω σε κασέτα και την έχω στην εσωτερική μου τσέπη σαν το πολυτιμότερο διαβατήριο για την λυκοφωτισμένη Ευρώπη που μόλις μου είχαν γνωρίσει οι Tuxedomoon. Έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή με την προσωπικότατη ηλεκτρονική ποπ του John Foxx και με δυο παραγνωρισμένες διάνοιες (Gavin Bryars και Richard Jobson – ο τελευταίος εδώ και μόνος και με τους Τuxedomoon) και αποκωδικοποιώ δεκάλεπτες συνομιλίες με Brian Eno και Jeanne Morreau. Και βέβαια η πόλη στον τίτλο «εικόνιζε» ομιχλώδεις ατμόσφαιρες με ελαφρά κατασκοπευτικό χαιρετισμό κι όχι την σημερινή τεχνοκρατική ευρωκομμούνα. Αγαπημένο κομμάτι: The durutti column – Sleep will come. Συμμετέχουν ακόμα: Antena, A Certain Ratio, Kevin Hewick & New Order, Karel Goeyvaerts, Bill Nelson, The Border Boys, Thomas Dolby, Harold Budd, Michael Nyman, Soft Verdict.

4. Battle of the Garages vol 3_The Paisley Underground (Voxx, 1984)

Την περίοδο της ψυχεδελικής αναβίωσης οι συλλογές έκαναν ακριβώς τη δουλειά τους. Διαλέγω το τρίτο Battle επειδή όχι απλώς έδωσε την πλέον αντιπροσωπευτική (και πολύχρωμη!) εικόνα του τότε paisley ήχου αλλά και για δύο από τις ομορφότερες στιγμές του είδους, τα The Mystery Machine – She’s Not Mine και SS-20 – No Matter What. Εδώ έχουμε στιγμές υψηλής έμπνευσης από τους The Tell-Tale Hearts, The Eyes Of Mind, The Things, Hidden Peace, Electric Peace. Συμμετέχουν ακόμα: The Pandoras, The Tories, The Young Lords, Lee Joseph, Zebra Stripes, Thee Fourgiven, The Gravedigger V, The Mutts, The Untold Fables.

5. Myths 2 (Sub Rosa, 1985)

Έξι τίτλοι μόνο, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται και ως EP. Έξι «κομμάτια» … που όμως απλώνονται στο άπειρο της μουσικής δημιουργίας. Που μετά το τέλος τους δεν χρειάζεσαι περισσότερα γιατί έχουν ήδη αποδομήσει τον ήχο τους σε απειράριθμα μέλη για να τον ξανασυνθέσουν σε κάτι άλλο. Οι SPK στο αποκορύφωμά τους με τα Romanz in Moll και In the Dying Moments, οι Hula με την τελειωτική τους δήλωση έκφραση περί ηλεκτρονικού καταιγισμού και από το αρχείο της εταιρείας απόκοσμες θιβετιανές – βουδιστικές τελετουργίες, ηχογραφημένες δεκαετίες πριν (Les Archives Sonores Sub Rosa). Συμμετέχουν ακόμα: General Strike. Αν υπήρχαν και οι Controled Bleeding/Paul Lemos & Joe Pappa θα ήταν το ιδανικό μανιφέστο της εταιρείας.

6. A Diamond Hidden in the Mouth of a Corpse (Giorno Poetry Systems 1985)

Εθισμένοι πλέον στον θόρυβο και τον κάθε είδους πειραματισμό δε γινόταν να περιοριστούμε στις ευρωπαϊκές σκοτο/δίνες. Η απέναντι πλευρά γνώριζε πολύ καλά την μουσικής της καρδιάς του θηρίου. Εδώ βρίσκουμε τους Sonic Youth (με το Halloween) και την Diamanda Galas (με το Excerpt from Eyes Without Blood) στο αποκορύφωμά τους, μας καθοδηγούν οι γκουρού John Giorno και William S. Burroughs, ο Michael Gira βγαίνει στην επιφάνεια μόνος του και χαιρόμαστε που επιβίωσε και οι Husker Du αποδεικνύουν γιατί ήταν μία από τις καλύτερες ροκ εντ ρολλ μπάντες όλων των εποχών. Συμμετέχουν ακόμα: Jessica Hagedorn, Cabaret Voltaire, Coil, David Johansen, David Van Tieghem

7. Fight! (Cathexis, 1987)

Πίσω από τα φουγάρα των μεταβιομηχανικών αγγλικών πόλεων μαύριζαν σχήματα όπως οι Astronauts, οι Blue Aeroplanes και οι Three Johns. Εγκληματικά άγνωστοι εκείνου του ήχου ήταν και οι Shock Headed Peters (με προσφιλές τους θέμα τα δολοφονικά ένστικτα του καθενός μας). Δεν πρωτογνωρίζω εδώ τους κορυφαίους στο είδος τους In the Nursery, Clair Obscur και Pink Industry αλλά αποτέλεσαν εγγυητική παρουσία για να την αγοράσω. Η αποκάλυψη εδώ ήταν η ηχητική τρομοκρατία των Zoviet France. Συμμετέχουν ακόμα: Hula, Revolting Cocks, Project GK, Young Gods, Click Click, Tiokoala.

8. Ashes And Diamonds (The Underground Educational Entertainment Program 2) (Red Flame/Ink, 1988)

Κάθε πλευρά και μια εικόνα δύο μαγικών βρετανικών labels των 80ς (η δεύτερη θυγατρική της πρώτης). Υπήρξα μανιώδης ακροατής των Phillip Boa and The Voodooclub, περίεργος ωτακουστής των Severed Head και πιστός φίλος του Patrik Fitzgerald (εδώ με το σπαρακτικό Drifting Towards Violence) – όλοι τους χαμένοι ανάμεσα στους άγνωστους της Ροκ Ιστορίας. Όμως η πραγματικά αδικημένη μπάντα της Μελάνης ήταν οι C Cat Trance, εκείνο το πολύπλευρο funkdubelectroworldbeat σχήμα. Αγαπημένο κομμάτι: Tactics – Frozen Park. Συμμετέχουν ακόμα: Charles Hayward, Anne Clarke, Moodists, Ruby Blue, The Room, Slab!, Pinkie Maclure.

9. Hare, Hunter, Field. The Secret Passion of Rudolf Peterson. Α compilation of sad love songs (Johnny Blue, 1992)

Απρόσμενη κυκλοφορία από μια πορτογαλέζικη εταιρεία, που μου έφτασε τυχαία στα χέρια μου από ταξιδιάρα φίλη. Σκέφτομαι πως δεν έχουν κυκλοφορήσει πολλές συλλογές με ενιαίο θέμα όπως αυτή. Προσπαθήστε να φανταστείτε πώς ακούγονται κομμάτια με τίτλο The Future Looks More And More Just Like The Past (Jon Rose) και Saudade From Faust’s Other : An Idyll (Architects Office). Περιέχει σχεδόν τα πάντα, από φωνητικά samples έως τρυφερές μπαλάντες και κάθε μορφή πειραματισμού, συν μια θυελλώδη live εκτέλεση του Malhaya (saeta) από τον Von Magnet. Ο δίσκος τελείωνε με το εκπληκτικό 14λεπτο Zarm, συνεργασία μεταξύ Hesskhe Yadalanah και εκείνου του κορυφαίου σχήματος με το όνομα Muslimgauze (χρησιμοποιώ πληθυντικό αν και ο Bryn Jones ήταν εκείνος που ηγείτο της αινιγματικής αυτής ομάδας…). Συμμετέχουν ακόμα: Helene Sage, The Grief, Katharina Klement, Syllyk, Das Synthetische Mischgewebe, Durutti Column, Asmus Tietchens, Bel Canto Orchestra, Alfred 23 Harth, Elizabeth Schimana, Tenko & Kenichi Takeda, Violence And The Sacred.

10. Marconi Point (Iris Light Records, 1999)

Σαν παράξενη επιτομή των παραπάνω, αυτός ο δίσκος αφιερωνόταν στον προαναφερθέντα Bryn Jones που πέθανε την ίδια χρονιά. Εδώ υπάρχουν ορισμένες αποκλειστικά γραμμένες γι αυτόν συνθέσεις από τους αεί πειραματιζόμενους Zoviet France, από ένα side project τους (Penumbra) και άλλους. Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο ο λόγος της δημιουργίας της συλλογής ή το artwork που απεικονίζει μεταξύ άλλων το μέρος από το οποίο ο Marconi μετέδωσε τις πρώτες ραδιοσυχνότητες μεγάλων αποστάσεων, όμως σπάνια ένοιωσα τόσο φορτισμένο συναίσθημα από τόσο abstract experimental δημιουργίες. Συμμετέχουν ακόμα: Muslimgauze, Rapoon, Marineville, Zuvuya, Lucha, Filter, Kweens, Marineville.

11. Μια συλλογή συλλογών. Ειδικές κατηγορίες: samplers, after death, fanzines.

Μεταξύ των samplers που επιδιώκω να ακούω από κάθε νέο ή και παλαιότερο label, ιδιαίτερη αίσθηση μου είχε κάνει το πρώτο της Καναδέζικης Noise Factory (Noise Factory Sampler 1, 2003) με περίτεχνα post και ηλεκτρονικά κομμάτια από Beef Terminal, KC Accidental and Broken Social Scene Naw, Tinkertoy, Robin Judge και Sparrow Orange. Το ακούω με την ίδια διάθεση και σήμερα. Υπάρχουν, ακόμη, compilations που δεν με έφεραν σε πρώτη επαφή με τα ονόματα που περιείχαν αλλά που θα τις πρότεινα ανεπιφύλακτα επειδή συγκεντρώνουν τα καλύτερα κομμάτια των συμμετεχόντων· ενδεικτικές περιπτώσεις αποτελούν η αποχαιρετιστήρια 100ή κυκλοφορία της Sarah Records There And Back Again Lane (1995) με το βιβλιαράκι της ιστορίας της και με η πολύ μεταγενέστερη της εποχής της Red Heaven από την Cherry Red Records.

Τέλος, οι συλλογές που συνόδευαν περιοδικά και fanzines αποτελούν μια ειδική κατηγορία από μόνες τους που ίσως ξανακοιτάξουμε όταν μας στερέψουν τα θέματα για αφιερώματα, δηλαδή in the year twenty five twenty five. Μια αίσθηση προσωπικής ανακάλυψης κρυμμένων διαμαντιών μου έδιναν π.χ. οι συλλογές του ψυχεδελικού fanzine Ptolemaic Terrascope. Ειδικά στο # 16 έβρισκα τους Martyn Bates και Nikki Sudden παρέα με άλλους χαμένους στον κόσμο τους ψυχεδελιστές αγνώστου πατρός και χρονολογίας.

Αγαπητοί φίλοι, μαζευτήκαμε όλοι εδώ σήμερα για να προχωρήσουμε στην ίδρυση Συλλόγου Συλλεκτών Συλλογών. Ζητώ συγνώμη που μακρηγόρησα και καλώ στο βήμα τους επόμενους, στο συλλογικό αφιέρωμα εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Στις φωτογραφίες, αντί για ακριβή αντιστοίχηση εξωφύλλων και αναφερόμενων συλλογών, προτιμήθηκαν ορισμένα ιδιαίτερης αισθητικής, όπως εκείνα της Sarah Recorsds (Shadow Factory, Engine Common, Glass Arcade και το οπισθόφυλλο της Fountain Island)  αλλά και κασεττών όπως η Bethel.

11
Μαρ.
12

Τα τραγούδια της κηδείας μου

Θα συμβεί αύριο

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr [Ιούνιος 2006]

Έχω δει τόσες πολλές μεταθανάτιες τελετές σε κινηματογραφικές ταινίες, που σχεδόν δοκίμασα να την βιώσω ισάριθμες φορές. Είναι όμορφος ο θάνατος στο πανί, σκεφτόμουν, (κυρίως επειδή μετά ανάβουν τα φώτα κι επιστρέφεις στην προκινηματογραφική σου ζωή), και θα είχα τον καιρό να τον σχεδιάσω είτε να βρίσκομαι πίσω από αυτό, είτε τουλάχιστον στις σελίδες ενός βιβλίου. Μπαίνοντας στον πειρασμό να τις θυμηθώ όλες, με άλλον πρωταγωνιστή, στέκομαι στην αγαπημένη μου: στην αρχή της ταινίας του Τρυφώ, Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες (1977). Η κάμερα οριζοντιώνεται στο έδαφος, στο ίδιο ύψος με τόσες όμορφες γαμπούλες ολόγυρα, γουργουρίζουσες μικρά θρηνάκια.

Αν και φύσει αισιόδοξος, είμαι σχεδόν βέβαιος πως στην οριακότερη των οριακών στιγμών, το μυαλό μου θα διατρέξει ταχύτατα όσα δεν γεύτηκε, δοκίμασε, χόρτασε – εκείνα που δεν χάρηκε, κοινώς πάντα τα απραγματοποίητα και άζηστα· πως οι ματαιώσεις και οι διαψεύσεις θα υπερτερήσουν όλων. Ευτυχώς θα κονταροχτυπηθούν ακόμα και την ύστατη ώρα με τις άλλες κορυφαίες στιγμές. Νομίζω η μάχη θα είναι σκληρότατη.

Το Θα συμβεί αύριο ήταν τίτλος της πιο αισιόδοξης ταινίας που μπορώ να θυμηθώ: Domani accandra, Daniele Lucchetti, 1985. Με τον Nanni Moretti ηθοποιό, με τον Nicola Piovani μουσικό. Είναι επίσης η κλασική μου επωδός – επίκληση και ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του συνθέτη της, το Giorni Briganti, σ’ ένα αλησμόνητο πλάνο. Και παραδόξως, τα λευκοντυμένα παιδάκια που ζούσαν στην ευτυχισμένη κοινωνία τρώγοντας τις καλύτερες σοκολάτες, έδιναν μια παράξενα θανατηφόρα αίσθηση στο τραγούδι.

Οι τελευταίες Δώδεκα Σκέψεις μου ζευγαρωμένες με συνταιριάζοντα τραγούδια, θα είναι…

1. Για τους λάθος δρόμους.

The Go-Betweens – The wrong road [The liberty belle and the black diamond express LP].

Όταν η βροχή χτυπάει τη στέγη, με τον ήχο ενός φιλιού που μόλις τέλειωσε, όπως ένα χείλος σηκώνεται από χείλος, έτσι πήρα τον λάθος δρόμο… Χίλια συγκροτήματα αγάπησα, με λίγα ένοιωσα φίλος, με αυτούς εδώ από την πρώτη στιγμή. Οι εκφράσεις τους (εντελώς εμφανείς στα τραγούδια τους) μου θύμιζαν τις δικές μου: να γελάω στις σκληρές στιγμές και να είμαι ανέκφραστος στις ευτυχείς. Αλλά τέσσερα πέντε λάθος μονοπάτια να σου καθορίσουν τη ζωή; Αν γνώριζα… Άλλο ήθελα να σπουδάσω άλλο σπούδασα, άλλο ήθελα να κάνω για να ζω άλλα έκανα, η μία λάθος επιλογή έφερνε την άλλη. Ποτέ δε μπόρεσα να συμβιβαστώ με το «κάθε λάθος για καλό», γελούσα μ’ εκείνους που ισχυρίζονταν πως αγαπούν τα λάθη τους, εγώ ήθελα να τα γαζώσω.

What was that phrase / «Grace under pressure»? Αλλά τουλάχιστο μπόρεσα να βιώσω ένα τέτοιο τραγούδι, όσο μόνος ένας ομοιοπαθής… In the disjointed breaking light / The soft blue approach of the water / Makes a sound you won’t forget / I took the wrong road round… Φυλάξτε το τελευταίο αυτό βαλς για μένα, κι όταν φύγω παρακαλώ όταν ακούγονται τα έγχορδα αφιερώστε μια σκέψη σ’ εμένα…

2. Για τα προσωπικά μου παραμυθιάσματα.

Plasticland – Magic Rocking Horse [Color Appreciation LP].

Γι’ αυτά έζησα και ένοιωθα πως αξίζει η ζωή μου, ακόμα και περιμένοντάς τα, ακόμα και ως άπιαστες πεταλούδες. Όταν ο κόσμος τριγύρω μου με έκανε να αισθάνομαι μόνος. Δύο- τρεις τέχνες, μια – δυο δημιουργίες, ένα μπουκέτο φαντασιώσεις, κάποια ταξίδια. When the world begins to make me feel so lonely…

Όλη αυτή η ανικανοποίητη αίσθηση πως δεν έζησα την ψυχεδελική εποχή της εξύμνησης της ζωής, της οργιαστικής νεότητας, της συμφιλίωσης με την φύση, της αισιοδοξίας για καλύτερους κόσμους και καλύτερους εαυτούς, του έρωτα όπως θα έπρεπε να είναι (φυσικός, ελεύθερος, κοινός), των πολύχρωμων ρούχων, της διεύρυνσης του μυαλού και της άνοιξης της καρδιάς, των καλοκαιριών της αγάπης και των χειμώνων της ειρήνης…πώς θα μπορούσε να καταλαγιαστεί, πέρα από την ίδια την ψυχεδελική της μουσική, αυθεντική ή αναβιωθείσα;

3. Για τις Ιστορίες που δε μάθαμε.

The Astronauts – The Semaphore Men [Τhe seedy side of Astronauts LP].

Σε ποια Ιστορία γράφομαι; Χωρίς να μπορέσω ποτέ να το εξηγήσω, απέκτησα μια εμμονή με την Ιστορία. Την σπούδασα, την μελέτησα, την αμφισβήτησα, την αρνήθηκα, την βασάνισα και με βασάνισε. Κανείς δε μου είχε μιλήσει για την ασέληγηση του σώματός της, για την διαστρέβλωσή της ουσίας της, για την υποκειμενικότητα της γραφής της.

Τα ίδια και στην Μουσική Μικροϊστορία. Για χρόνια οι Αστροναύτες δεν αναφέρονταν σε καμιά ιστοσελίδα, σε καμία από τις (άχρηστες συνεπώς) διαδικτυακές εγκυκλοπαίδειες. Ακόμα και σήμερα οι αναφορές είναι ισχνές. Σα να μην σχηματίστηκαν ποτέ, σαν να τους άκουσα όνειρο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρξαν; Ότι η Ιστορία τους ξέβρασε, τους απέβαλε ως ξένο σώμα; Αλλά εγώ θυμάμαι έξι δίσκους (με αυτό το δωδεκάλεπτο μεταβιομηχανικό τεχνορόκ στον τέταρτο) όπου έδιναν τα πολλαπλά της κάτοπτρα, όσα και οι μυριάδες ζωές των ή οι θεάσεις τους. Σε ποια Ιστορία ποιών ανθρώπων θα γραφτούν και σε ποια Ιστορία αναφέρονται εδώ όταν ψελλίζουν ένα Distort History; To κομμάτι διασώζεται εδώ, το περί ου ο λόγος μέρος από το 5.39.

4. Για τις πλανητικές μου διαχύσεις.

Τhe Vietnam Veterans – Everywhere’s my nation [Ancient times LP, Green peas Live LP].

Θα μου λείψουν οι στιγμές που νοιώθεις πως γίνεσαι ρευστός οργανισμός και αισθάνεσαι υπερίπτασαι στα ύψη ή διαχέεσαι στα πλάτη. Αίσθηση που μου δημιούργησαν μόνο οι οργασμοί, η μέθη, κάποιες ραδιοφωνικές μου εκπομπές, και ορισμένες μουσικές, όπως της αγαπημένης μου νεοψυχεδελικής μπάντας, που προσέθετε και μια αίσθηση μοιράσματος με πλάνητες απανταχού του πλανητικού χωριού. Δε μπορώ να σου πω πού είναι το σπίτι μου, ούτε καν πού γεννήθηκα, είμαι ένας ξένος, γιατί το παντού είναι το έθνος μου.

Ενθύμηση: Με κάποιο τρόπο έμαθα πως στο προαναφερθέν live όλοι ήταν βαθιά λυπημένοι, καθότι ο γιος του Lucas Trouble, εκείνου του απίστευτου κημπορντίστα είχε πέσει σε κώμα – όλοι τους όμως βρίσκονταν μακριά του και το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να συνεχίσουν να παίζουν. Εκείνο το βράδυ η μπάντα έπαιξε όπως καμία άλλη φορά, σχεδόν κάθε κομμάτι απλωνόταν στο άπειρο, για να αποτελέσει επίκληση στους θεούς που εφημέρευαν. Όσο διαρκούσε η συναυλία, εκείνοι έπαιζαν ενάντια στην αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Όταν τελείωσε έμαθαν τα αποτελέσματα της κοσμικής τους επίκλησης.

5. Για την λύπη.

Damon and Naomi – Mirror Phase [Damon and Naomi with Ghost LP].

Τίποτα, μόνο άφεμα, σαν σε πλοίο. Να γινόταν να αδειάσει το μυαλό, να μην σε χτυπάει τίποτα. Το βάλσαμό μου.

6. Για την αίσθηση πως βλέπεις πράγματα που δε βλέπουν οι άλλοι.

Marshmallow Overcoat – Something about the sun [Inner mystique LP].

Μια μεγάλη ειρωνεία ήταν πως πάντα άκουγα και απολάμβανα μόνος κι έρημος την υποτιθέμενη κοινοτική μουσική, την ψυχεδελική. Οι ίδιοι οι προμηθευτές μου ήταν ακόμα μοναχικότεροι. Όμως έβλεπα τις εικόνες που ήθελα και ευχαρίστως να τις ξαναζούσα τώρα, αν αυτό δεν ήταν το αφιέρωμα του τέλους του χρόνου μου. Μια φωνή σαν μετεμψυχωμένος Morrison μου τραγουδά: Ξέρεις μερικές φορές, όταν είμαι πολύ πολύ μόνος, υπάρχει κάτι παράξενο σχετικά με τον ήλιο, είναι η ξεχωριστή μου φίλη…

7. Για την αβάσταχτη ομορφιά της αποτυχίας.

(Τhe Mighty) Wah!- The story of the blues part 1 [A word to the wise guy LP].

Υπήρξα ανέκαθεν υπερβολικός, εκδηλωτικός, απαιτητικός, εκλεκτικός, γκρινιάρης. Ακριβώς ο χαρακτήρας που έβγαζε στα τραγούδια του ο – αυτός τουλάχιστον είχε μία διέξοδο (γκρίνια πάλι!) – Pete Wylie. Αιωνίως φωνακλάς και κατά βάση άσημος, ο πιο αδικημένος ροκ σταρ της ιστορίας του σύγχρονου ροκ εντ ρολλ έβγαλε υπέροχα τραγούδια που δεν έφτασαν στα αυτιά των πολλών – κι όταν το άφηνε κατά μέρος, γυάλιζε κομψοτεχνήματα σαν και τούτο. Δε σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί, δεν πήρε ποτέ ό,τι άξιζε. Πάντα με κέρδιζαν οι ελάσσονες ήρωες της άγνωστης σε εμάς πραγματικότητας. Οι δημιουργοί που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί, οι δόξες που κατέληξαν στα γήπεδα της τρίτης εθνικής, οι αυτοκράτορες που εξορίστηκαν. Πρώτα σου παίρνουν την υπερηφάνειά σου, την γυρνάνε μέσα έξω, και μετά συνειδητοποιείς πώς δεν έχεις τίποτα πια ούτε για χάσιμο…

8. Για έναν ρομαντισμό που δεν εξέφρασα παρά σπάνια.

Cocteau Twins – Musette and drums [Head over heels LP], How to bring a blush to the snow [Victorialand LP].

Η ομορφότερη μουσική που άκουσα ποτέ, που κατέβαινα σε αρχαία ερείπια για να την ακούσω, που μου έδινε την πιο ιδεατή εικόνα του έρωτα. Οι Cocteau Twins, το οριακό και οριστικό συγκρότημα της ζωής μου, είναι ασύμβατοι μ’ αυτές τις σελίδες. Είναι γενικώς ασύμβατοι με τις λέξεις, υπεράνω λεκτικής περιγραφής. Τώρα συνειδητοποιώ πως την ίδια αίσθηση είχαν κι εκείνοι για τα τραγούδια τους: ήταν αδύνατο να έχουν πάντα στίχους, γι’ αυτό και προτιμούσαν τους γλωσσικούς ήχους.

9. Για τις στιγμές των φόβων.

John Cale – Fear Is The Man’s Best Friend [Vintage Violence LP].

Ορισμένοι ισχυρίζονται πως σώθηκε η ζωή τους χάρη στο διάβασμα μερικών καθοριστικών σελίδων. Εμένα μου άρκεσαν ένα μάτσο φράσεις του John Cale για να αισθανθώ πως αμφιβάλλουν ή φοβούνται και άλλοι εξίσου μ’ εμένα. Όπως εκείνη στο Gideon’s bible: Holding up … to things that don’t exist… Σε μια εποχή που οι ροκ εντ ρολλ ήρωες διατυμπάνιζαν τα ανδραγαθήματά τους, εκείνος ξεγυμνωνόταν από κάθε ηρωική του εικόνα. Και δε σταμάτησε να μιλάει για αντιφάσεις, αδυναμίες, φόβους. Πολεμώντας τους στα ίσια με ορισμένα λόγια. Και κονταροχτυπιέται ακόμα, με ισόπαλο αποτέλεσμα. Δε περίμενα να μου στείλει στεφάνι… ή είναι κι αυτό ευσεβής πόθος; You know it makes sense, don’t even think about it / Life and death are just things you do when you’re bored … / Say, fear is the man’s best friend…

10. Για μια απορία που δε λύθηκε ποτέ.

Tuxedomoon – The cage [Short Stories EP]

Πώς είναι δυνατό τα μέρη που εφευρέθηκαν για να γνωρίζονται οι άνθρωποι, να είναι μέρη που αισθάνεσαι μοναχικότερος από οπουδήποτε; Έμαθε λοιπόν να κρατά το τσιγάρο και ποτό στο ένα χέρι, αλλά δεν φαίνεται να τα καταφέρνει, όλοι είναι τελικά τόσο ηλίθιοι, αλλά δεν ξεχνάει το φεγγάρι έξω κι όλα τα αστέρια ψηλά. Bars…

11. Για τότε που ένοιωθα εύθραυστος.

Robyn Hitchcock – Glass [Fegmania LP].

Glass is all we’ re really made of / glass is all we’ll ever be… Μυριάδες τέτοιοι ήρωες της δικής τους πραγματικότητας ήταν όλοι οι χαρακτήρες των τραγουδιών του Ρόμπυν. Στη σπάνια περίπτωση που τραγούδησε για τον εαυτό του, έγινε διάφανος μια για πάντα. Είτε κρεμόμαστε από μια κλωστή, είτε σπάμε με το παραμικρό, είτε κολυμπάμε σε θάλασσες πανικού, είτε κρυβόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Glass protects you but glass can shatter / hear the sirens, hear the screams / in the end of, nothing matters cause / no one else can see your dreams.

12. Για τις αβύσσους των ερωτισμών.

Δέσμιος ορισμένων ανομολόγητων φετίχ και ερωτικών φαντασιών που πανομόρφυναν τον βίο, φαντασιακά ή πραγματικά. Ενίοτε διασταυρώθηκαν σε στίχους ημίφωτους κι ημιθανείς: Mark and Mambas – To catch a fallen star [Torment and torreros LP]. Sparks – More than a sex machine [Balls LP]. Winston Tong – Reports from the heart [Theoretically Chinese LP]. Pain and pleasure twisted by / contradicted body and mind. // But I’m much more than thins/more than a sex machine!

Υπάρχει κάποια επικότητα και μία αίσθηση δραματικού τέλους σε κομμάτια όπως το My Way, το Heroes και το All tomorrows parties. Tα άκουγα κι εγώ στο χείλος του γκρεμού κάποτε, ή απλά του μπαλκονιού μου. Αλλά δεν τα διαλέγω. Γιατί ήταν πολλά αυτά που δεν έγιναν με τον τρόπο μου, υπήρξαν φορές που ένοιωσα ήρωας αλλά ήταν ελάχιστες, και καμία σύναξη ομόψυχων δεν με ικανοποίησε ποτέ – τα πάρτυ του αύριο ήταν μια απάτη. Τίποτα δεν καλυτέρευσε ποτέ.

Η τελευταία ερώτηση θα ήταν από και προς κάποιον που γνώρισε πολλές περισσότερες «περιφορές», σύρθηκε στη γη και στα εξώφυλλά του, μου άνοιξε το μυαλό του και σχεδόν πήγα να πνιγώ εκεί μέσα. Τον Ιούλιο του Χάους: Ω βασιλιά του χάους, θα αγαπήσεις το γιο σου; / το μυαλό μου αποσυνδέθηκε, και δεν είναι το μόνο… Julian Cope – O King of chaos [Fried LP].

ΥΓ. Ο υιός Trouble είναι μια χαρά. Είναι αυτός που βλέπετε τρίτος από δεξιά στην τιμητική μου φρουρά. Ακούω τη φωνή του εκδότη: Είπαμε έντεκα και εσύ μας έφερες τη μισή δισκοθήκη σου. Μας οφείλεις απ’ τα πέρατα συνομιλίες με τους αγαπημένους σου, νεκρούς μεν, πάντα ενθυμούμενους δε: Andrian Borland, Billy McKenzie, David McComb, Grant McLennan, Nikki Sudden. Κι όσους Ramones βρεις.

Προτού φύγω ας θυμηθώ μερικές χρήσιμες επιγραφές – τίτλους που σήμαιναν κάτι παραπάνω από τα υπέροχα τραγούδια που σκέπασαν… …Knowledge comes with death’s release. Tonight by your side, it’s Such a heavenly way to die. Under neon loneliness, motorcycle emptiness….

Σύμφωνοι, το Καρναβάλι τελείωσε. Άρα, να καίνε οι φλόγες! My Funeral, My Trial. Απόψε πετάμε. Κυρίες και κύριοι πλοηγούμαστε στο διάστημα. Αφήστε με τώρα, είμαι στον Έβδομο Ουρανό. Εσείς, ακούστε τα Εμβατήρια του Νικόλα Πιοβάνι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Ολόκληρο το αφιέρωμα σε έξι μέρη, αρχίζει εδώ.

Εδώ η αυθεντική εκτέλεση του Magic Rocking Horse. Εδώ η ανώτατη διασκευή των Plasticland. Το Everywhere’s my nation διαδικτυώνεται εδώ. To Semaphore Men των Astronauts σώζεται μόνο εδώ, αρχίζοντας από το 5.40 αλλά μένει ανολοκλήρωτο.

02
Μαρ.
12

Οργανικά – Instrumentals. Μια λίστα

Οίστρου Mental List

Στο πλαίσιο του ευρύτερου αφιερώματος του mic. gr «τα καλύτερα instrumental» (Οκτώβριος 2003). Πρώτη δημοσίευση εδώ. Όλες οι συμμετοχές εδώ.

Αφήνοντας κατά μέρος τα σερφάκια που θα’ θελαν μερικές σελίδες, τα αιθέρια [δηλ. του είδους που ονομάστηκε ethereal] που απαιτούν γερό ξεσκόνισμα μνήμης και τα διάφορα ηλεκτρονικά και ηλεκτρόνικα που αποτελούν αυτόνομες κατηγορίες (εδώ βέβαια και τα τεκνοτράνς) και φυσικά ολόκληρη την εκστατική εντός κι εκτός ψυχεδέλειας δεκαετία του ’60, μένω σ’ εκείνα που θα συνόδευαν μια ιδανική μου μέρα, αδιαφορώντας για όσα δεν θυμήθηκα να χωρέσω!

Θα ξεκινούσα λοιπόν τη μέρα μου με ένα άλμπουμ γεμάτο δίλεπτα μαργαριταρένια, το Let the snakes crinkle their heads to death των Felt. Θα μου αρκούσε το Song for William S. Harvey. Θα ξεχυνόμουν έξω απ’ το σπίτι στον ανεβαστικό ρυθμό του Driving to the airport του Tom Kazas (πρώην Moffs). Θα περιπλανιόμουν κάτω απ’ τους ταξιδιάρικους ήχους του παραδοσιακού Lonely bull, ίσως όπως είναι διασκευασμένο σ’ ένα παλιό φλιπ σάιντ των Dream Syndicate. Θα χαλάρωνα με τον κινηματογραφικό ρομαντισμό των Air και το Ce matin la τους. Θα χάζευα τα χρώματα των φωτισμένων δρόμων της μεγαλούπολης υπό το Pioneer skies των Chemical Brothers, θα χόρευα με την 80s ρυθμολογία του Dark Horse απ’ τον Jah Wobble και θα κυνηγούσα τη νύχτα υπό το Hedonism από ένα θεατρικό μιούζικαλ των Pet Shop Boys, όταν δεν με φόβιζαν τα σκοτάδια της με το Film Theme των Simple Minds. Και δεν θα σταματούσα να ψάχνω την προσωπική μου Ευδοκία (Στέρεο Νόβα).

Αν έμενα σπίτι θα διάβαζα επικές λογοτεχνικές σελίδες υποκρουόμενου του The Great Seal των Laibach, αλλά θα φυλούσα τους Labradford και Panamerican (μη ρωτάτε για τίτλους, ούτε οι ίδιοι δεν έχουν) για τις δικές μου ώρες έμπνευσης. Θα φορτιζόμουν έως τελικης πτώσης με το εντεκάλεπτο Suicide των Spacemen 3, θα ανερχόμουν σ’ άλλες συνειδησιακές σφαίρες υπό τα Lost chronicles των Hawkwind. Θα έβλεπα την ανατολή με το Poem without words II: Journey by night της Anne Clarke. Σε μια βραδιά περισυλλογής θα ακουγόταν μόνο ο Brian Eno αλλά  για μια βραδιά αποφάσεων θα έψαχνα το Academy in Perilτου John Cale. Σ’ ένα από τα ενύπνιά μου σίγουρα θα γινόμουν μοναχικός περιπλανώμενος στην έρημο (Aksak Maboul – Odessa).

Μήπως θα έπρεπε να γίνει κι ένα παράπλευρο αφιέρωμα σ’ εκείνα που αρχίζουν κι εξελίσσονται ως οργανικα αλλά ξάφνου διασχίζονται από απρόσμενη κι απρόκλητη φωνή μετά; Ή αλλιώς, γιατί να μιλάς Greg Sage/Wipers στο τέλος του When it’s over, γιατί να μιλάς Mark E. Smith/Fall στη μέση του I am a curious oranj (Overture), γιατί Neil Hannon/Divine Comedy κάπου στο Europe by train;

ΥΓ. Τα χρόνια πέρασαν, εκατοντάδες άλλα υπέροχα «οργανικά»/instrumentals ήρθαν να προστεθούν στην λίστα. Αλλά ας μείνει έτσι αυτή εδώ, ν’ αποτυπώνει τη στιγμή του αφιερώματος, που ίσως κάποτε έχει τη συνέχειά του. Μέχρι τότε ο κατάλογος του instrumentalist θα είναι πάντα μια οίστρου πνευματική (mental) λίστα!

26
Φεβ.
12

Ηλεκτρονική Ποπ ’80

Αφιέρωμα

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του Mic (17.2.2003), σε καρναβαλικές ημερονύχτες.

Ιt’s time we should talk about it/ there’s no secret kept in here…

Πού να το ’ξερε ο Gary Daly των China Crisis, πως οι πρώτοι στίχοι ενός απ’ τα πανέμορφα συνθ ποπ του (Wishful thinking) θα ταίριαζαν γάντι στην απόφαση να ξεκλειδώσουμε το ομώνυμο συρτάρι της ντουλάπας των ειδών. Πού να βρίσκονται τώρα αυτός κι οι τόσοι όμοιοι του; Είτε καλλιεργούν φάρμες στα χάιλαντς, είτε ασχολούνται σε χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, είτε άλλαξαν ζωή και συνήθειες, είτε σκαρώνουν ακόμα συνθέσεις σ’ άλλα ή παρόμοια (χλωμό…) στυλ, σ’ ένα μέρος τους εντοπίζουμε σίγουρα: στη μνήμη μας! Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή και δεν χανόμαστε να τους αναζητούμε στις σκονισμένες δισκοκασετοσυλλογές… Και αναφέρομαι και στην οπτική μνήμη, όπως π.χ. στην θύμηση της εμφάνισης όλων αυτών στο Top of the Pops της βρετανικής τηλεόρασης (στο εξής: TOTP), ένα εσωτερικό ποπ σώου με σχετικά σκοτεινή σκηνή και ζωντανό κοινό με χρωματιστά καπελάκια από κάτω. Τα βλέπαμε στο Μουσικόραμα (πού είστε κύριε Γκούτη με το αξέχαστο χαμόγελο;) και σε βιντεοκασέτες που μας έστελναν αφιονισμένοι φίλοι απ’ την Αλβιόνα.

Είναι μάλλον δύσκολο να περιγράψω την αρχική εντύπωση που μου προξένησαν τα πρώτα τέτοια τραγούδια πίσω στο 1981, τη δική μου χρονιά ηλεκτροσυνθετικής ενηλικίωσης. Πάντα θα παραμένει το μικρόβιο που κατατρέχει κάθε δύστυχο που παλεύει με το λόγο: η απόσταση ανάμεσα στις λέξεις και σ’ αυτό που θέλει να εκφράσει απ’ τα θυμούμενα. Θυμάμαι την αρχική ευφορική αίσθηση της μελωδίας, τις κοφτές αλλά πιασάρικες φράσεις και την αίσθηση μιας ηλεκτρονικής εποχής που δεν ήξερες τελικά αν θα ήταν εφιαλτική ή παραδεισένια. Α, και το ότι μπορούσαν να βγάλουν όλα τα συναισθήματα πού βγαζε και το ροκ εντ ρολλ. «Δεν έχει ηλεκτρικές κιθάρες»; Και τι πειράζει;

Τα συγκροτήματα:

1. Είμαστε οι Νέοι Ευρωπαίοι και στεκόμαστε μόνοι! – Ultravox

The voice, We stand alone: αριστουργήματα ενός είδους που θα ονόμαζα επική ηλεκτροπόπ. Και ένα απ’ τα εντυπωσιακότερα openings ενός δίσκου. Στην αποκαλυπτική λοιπόν χρονιά του ’81, ένας δίσκος με τίτλο Οργή στον Παράδεισο με βούτηξε βαθιά σε μια ποπ μελαγχολική, ρομαντική και επιθετική σε ισόποσες δόσεις, μ’ ένα μόνιμο ονειρικό μείγμα από συνθεσάιζερς στα νώτα της. Οι τέσσερις τύποι μου τράβηξαν αμέσως την προσοχή: δεν είχαν ηλίθιες φάτσες σαν τους υπόλοιπους του σιναφιού, δεν πέταξαν στη σοφίτα τις κιθάρες ως άχρηστες και, το κυριότερο, είχαν ένα τιμημένο παρελθόν, με ρίζες σε πανκ, πειραματισμό και μπόλικο, μπόλικο new wave, αποτυπωμένο σε 3 δίσκους : System of Romance, New Europeans,Vienna.

O Midge Ure, με το α λα Clark Gable μουστάκι και τις κινηματο – γραφικές εκφράσεις έγινε αμέσως ο υπό ταύτισιν ήρωας. Δεν ξέφτισε ποτέ – αντίθετα, ακόμα και με σόλο δίσκο το ’83 (Τhe gift), έβγαλε έναν υπέροχο ερωτικό μέηνστρημ ποπ ύμνο, το If I was… Τους βάζω πρώτους γιατί εκτός απ’ το λαμπρό παρελθόν ήταν απ’ τα ελάχιστα σχήματα που αγαπούσαν εξίσου μαζί κριτικοί και κοινό, κάτι σαν οι Jam του είδους δηλαδή. Ένα ακόμα κοινό με τη μπάντα του Weller είναι πως από ένα σημείο κι έπειτα όλοι περίμεναν το καινούργιο κάθε φορά single τους, με την βεβαιότητα πως θα φωτίσει την κορφή του βρετανικού τοπ αλλά και τη δική τους σκούρα καθημερινότητα, είτε με την μελαγχολία ενός Vienna, είτε με το έπος ενός Hymn. Μόνο οι Tuxedo Moon από άλλα μετερίζια τίμησαν έτσι την ευρωπαϊκή θλίψη! Θλίψη που άλλωστε είχαν προοιωνίσει το 1977 με το αλησμόνητο Hiroshima Mon Amour. Somehow we drifted οff so far/communicate like distant stars….

2. Αρχιτεκτονική, Ηθική και άλλες υπέροχες επιστήμες – The Orchestral Manoeuvres In The Dark

Μια απ’ τις πρώτες επαφές όλων μας μαζί τους ήταν το Εnola Gay, από μόνο του μια σπάνια περίπτωση τέτοιων δραματοπολεμικών στίχων σε μαζικό χιτ. Αλλά οι OMD (με το φωβιστικό – ζωγραφικό όνομα-τραίνο) έφτιαξαν δυο εξαιρετικά άλμπουμς: το Organisation και το Architecture and Morality. Το Organisation δεν έπαυε να είναι ένα άλμπουμ ζοφερό, όπως και το τοπίο του εξωφύλλου, αλλά μ’ ευφυή συγκερασμό διαφορετικών ηλ-στυλ. Ακόμα μουρμουρίζω το θερμά απλοϊκό πλην θερμότατο Motion and Heart, το επικών διαστάσεων The Misunderstanding και την ψυχρή α λα Kraftwerk μετρονομία του Statues. Ο Andy McCluskey είχε μια πηγαδίσια φωνή και σκάρωνε γερές μελωδίες, ο Pete Humphreys πρέπει να ’χε άπειρα σύνθια να ταχυδακτυλουργεί. Είχα εκπλαγεί για δεύτερη φορά!

Μα ήταν με την Αρχιτεκτονική και Ηθική τους (τι τίτλος!) με την οποία έλιωναν τους πάγους, έστρεφαν στην ηδονή των τεχνών κι έφτιαχναν κομψότατες στυλιστικές δημιουργίες: τo Joan of Arc (προσοχή! όχι το βαλσοειδές Joan of Arc με τον υπότιτλο Maid of Orleans που επίσης βρίσκεται στο δίσκο) αποτελεί ένα απ’ τα αριστουργήματά τους με τη σταδιακή του ανάπτυξη και τη φωνητική κλιμάκωση μιας επουράνιας μελωδίας, ενώ το Souvenir μάλλον αποτελεί ένα απ’ τα αγνωστότερα μα πανέμορφα ποπ τρίλεπτα (κατ’ εξαίρεση μάλιστα με τη φωνή του Humphreys). Στη συνέχεια έβγαλαν δίσκους παιδικής ή παιδαριώδους πoπ. Εκτός όμως απ’ τα δύο παραπάνω LP υπάρχει και το ομώνυμο ντεμπούτο τους (και με το Electricity μέσα). Μπορεί να μη συμφωνώ με πολλούς που θεωρούν πως είναι το καλύτερό τους, αλλά σ’ αυτό ίσως κρυβόταν όχι μόνο το καλύτερο OMD τραγούδι αλλά κι ένα προφητικό άσμα της ηλεκτρονικής εποχής που θα ερχόταν: The Messages. Κι ήταν μόλις 1980… So don’t ask me if I think it’s true/ That communication can bring hope to those/Who have gone their separate ways…

3. Arrogance gave you up? Μια στοργική γροθιά θα σας σώσει. The Associates

Αγόρασα το Sulk απ’ το στούντιο 27 της Πατησίων, μαζί με μια κασέτα της Sigma Fay (το παραδέχομαι). Είχα το εξώφυλλο με τους δυο νεορομαντικούς ιππότες στα δερμάτινα, πνιγμένους στα πλαστικά λουλούδια, είχα παρατηρήσει τον τίτλο Arrogance Gave Me Up που μου τράβηξε την περιέργεια (ποιος κάνει τέτοιο outing;), είχα διαβάσει για τα προγενέστερα νεορομαντικά, νεοκυματικά, νεονέα κυκλοφορήματά τους (το ΕP Fourth Drawer Down και το LP The Affectionate Punch) απ’ τον Γιώργο Μαλαθρώνα και τα είχα σημειώσει σ’ ένα μπλε τετράδιο κάτω απ’ τον τίτλο «υπ’ όψιν» – με λατινικό αλφάβητο. Σ’ εκείνο τον ολογυάλιστο δίσκο το Party Fears Two ήταν το απαύγασμα της δεκαετίας πάνω στο είδος. Η οριστική ποπ κομψοτεχνία. Οι βαθύτατα υποψιασμένοι Billy McKenzie – Alan Rankine που έγραφαν για τα τρίσβαθα των κατάμαυρων ψυχών τους περιτυλιγμένα σε πλήρη αλαζονεία και κλαυθμό (δεν είχα καταλάβει ακόμα πώς συνδυάζονται τα δυο), που εννοούσαν πέρα για πέρα, τουλάχιστο ο πρώτος, που αυτοκτόνησε χρόνια αργότερα (έχοντας βγάλει όμορφα προσωπικά LP). Μέχρι σήμερα το ολόλαμπρο κομψοτέχνημα του Party Fears Two θα αντανακλά τις ψυχικές μέθεις του αξέχαστου BmK, εραστή εκτός των άλλων και του Morrissey.

4. Όταν όλα έχουν γίνει κι έχουν ειπωθεί, τα χέρια μου ακόμα θα δουλεύουν τη φωτιά και το ατσάλι! – China Crisis

Δεν είναι τσιτάτο από αφίσα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ούτε μότο ρώσου συγγραφέα, αλλά στίχος από Λιβερπουλιανό σχήμα με εποχικές φράντζες και ωραίους ποπ δίσκους. Ομολογώ πως ικανοποίησαν την επιθυμία μου για βαθύ περιεχόμενο σε εύπεπτα τραγούδια. Ν’ αρχίσω απ’ τα εξώφυλλα και τους τίτλους των δίσκων τους; Το ντεμπούτο τους Difficult shapes and passive rythmes, some people think it’s fun to entertain (!) του 1982 είχε γεωμετρικά αντικείμενα σε κυβιστικές φωτοσκιάσεις. Μόνο οι Nits θα έδειχναν αργότερα τέτοια εξωφυλλιακή καλλιτεχνική αντίληψη. Θυμάμαι το γλυκό τρακ Christian και τα παιδιά του TOTP με τα καπέλα να κουνούν νωχελικά τα σημαιάκια τους.

Μα ήταν το δεύτερό τους, το εμπνευσμένο Working with steel and fire / Possible pop songs (ξανά θαυμαστικό) του ’83, το οποίο αγόρασα για πεντακόσιες δραχμές, τιμή τότε των δίσκων εγχώριας κοπής. Μέσα από το (ξανά) πρωτοφανές για ποπ εξώφυλλο βιομηχανικής αισθητικής συνυπήρχαν αριστεροί στίχοι, ζοφερές εικόνες πυρηνικής καταστροφής (ο αντίποδας των Crass!) στο Papua (Children turn away just before the blast, falling to the floor, smiling for their last time) και πανέμορφα love songs όπως το Wishful Thinking. Mετά εμπορικοποιήθηκαν κι αυτοί και μπλατάνεψε η μουσική τους. Είχαν προλάβει να προφητεύσουν όμως στο ομώνυμο έπος : Fashion play her part, to be work of the reds! Φανταστείτε: εργάτες των κόκκινων, με ρωσική μετάφραση του τίτλου στην αρχή του τραγουδιού, κι όλα τούτα στο απογευματινό σώου της θατσερικής τηλεόρασης!

5. These are the things that dreams are made of Human League

Ικανότεροι για το ωραιότερο και το χειρότερο τρακ, όπως οι Παναγιώτης Κελεσίδης και Πήτερ Σράιβερς ήταν ικανοί για τη δυσκολότερη απόκρουση και το πιο κοροϊδίστικο γκολ. Ήμουν έφηβος όμως τότε, και φανταστείτε με πόση ζέση δεχόμουν τις θηλυκές φωνές τους που έσπαγαν την αρσενική μονοτονία όλων των άλλων ηλεκτροπόπ σχημάτων. Στο αρχικό σχήμα τους (ως κουαρτέτο με 4 άντρες) υπήρξαν απ’ τους προδρόμους του είδους συνδυάζοντας τη δική τους βρετανική ποπ με πειραματισμό, αλλά η επιτυχία τους έγινε όταν οι Ware / Marsh (μετέπειτα Heaven 17 – βλ. παρακάτω) αντικαταστάθηκαν με τις δυο θηλυκές κοντόμαλλες. Τότε βγήκε λοιπόν το Dare, η εμπορικότερη synthpop του έτους όχι όμως κι η πιο εμπνευσμένη. Πριν τον εκφυλισμό τους πέρασαν και στην πολιτική καταγγελία με το Lebanon (απ’ το Hysteria του ’84). Μα ήταν ο βαθύς ερωτισμός του Don’t you want me baby ? (του  Dare) που έμεινε. Ι was working as a waitress in a cocktail bar, when I met you …

6. Αποκάλυψη Τότε: Tο συγκρότημα του Γιάννη Παλαμίδα, έβγαλε στις αρχές των 80s ένα δίσκο με τίτλο Νο – με αυτή τη λέξη ξεκινούσαν κι οι τίτλοι όλων των κομματιών, σε ένα ιδιόρρυθμο αρνητικό – και προφανώς όχι μόνο τιτλικό – concept. Η ιδιόμορφη οπερετική του φωνή έδενε γάντι με τις πανέξυπνες συνθετητικές συνθέσεις και τους εφιαλτικούς στίχους. Αποκάλυψη, εν μέσω μιας ανύπαρκτης σκηνής. Θυμίζω πως ο Παλαμίδας έκανε την ίδια εποχή φωνή με τη Σαββίνα στο κλασσικό Σαμποτάζ της Πλάτωνος και σ’ άλλα της κι άλλους δίσκους μακριά απ’ τα φώτα των μήντια. Το καλύτερο εδώ ήταν ένα που νομίζω λεγόταν No art. Τέλειωσε η συνθ ποπ ή θα έρθουν άλλα παιδιά με μάτια λέηζερ και μαλλιά τυρκουάζ και θα κάνουνε σαμποτάζ;

Τα τραγούδια

It’s such a shame/When I’m out in the rain/All the curtains are closed/Its a sad scene I know…

Θ’ αφήσουμε τον Marc Almond να υποφέρει στη βροχή, με τις κουρτίνες μας κλειστές; Οπωσδήποτε όχι, πόσο μάλλον όταν το «κρυφό» του σχήμα Marc And The Mambas, πολύ μακριά απ’ τις κακογουστιές των Soft Cell, έβγαλε μια πορφυρή, θεατρινίστικη ποπ σαδομαζοχιστικών προβολών, με άτιτλο ύμνο [Untitled][εδώ]. Αφήνοντας αυτονόητα εκτός συναγωνισμού τα αριστουργήματα που αναφέρονται παραπάνω, δηλαδή τα Hiroshima Mon Amour, We Stand Alone, The voice [Ultravox], Messages, Joan of Arc, Souvenir [OMD], Wishful Thinking [China Crisis], Party Fears Two [Associates], και παραλείποντας τους αυτονόητους βασιλείς Depeche Mode New Order και Pet Shop Boys (των οποίων πάντως αμφισβητώ τις πρωτοκαθεδρίες τους στους δίσκους αλλά προκρίνω ως κορυφαία άσματα τα See You, Bizzare Love Triangle και Liberation αντίστοιχα), τι μένει;

1. Erasure: Blue Savannah Soul

Ο Vince Clark ήταν ταλέντο και δεν γνωρίζω πώς θα εξελίσσονταν οι Depeche αν συνέχιζε μαζί τους. Ξέρω όμως πως είναι απ’ τους ικανότερους ελεκτροπόπερς της πίστας κι ένας πανούργος μαιτρ των συνθετητών. Το Blue savannah soul ήταν το μοναδικό ταξιδιάρικο κομμάτι του είδους που θυμάμαι, σε γράπωνε απ’ το δωμάτιό σου και σ’ έριχνε σε ταχύτητες με orange suns, clouds and thunders. Somewhere across the desert, sometime in the early hours, feel the restless world from the open highway, My home is where the heart is ..

2. Tears for fears: Mad world

Όταν οι άνθρωποι τρέχουν σε κύκλους, τότε είναι ένας πολύ τρελός κόσμος. Ακόμα τους θυμάμαι στο TΟTP σκυμμένους πάνω στα κήμπορντς, βυθισμένους στον «κόσμο» τους. Εμας που ψάχναμε την απαισιοδοξία περισσότερο κι απ’ την αμφισβήτηση, κι οι Cure δεν επαρκούσαν, μας έθελγαν τέτοια μικρά σχήματα με ευγενείς, απελπισμένους νέους. Ο τρελός κόσμος (που σήμερα φαντάζει αφάνταστα αθώος) ξεκινά γυμνά, φορτίζει στο ρεφραίν και στο τέλος τα εγχορδόπληκτρα στροβιλίζονται. Επιτέλους οι ηλεκτροποπ Μπωντλαίρ είχαν φτάσει! I find it kind of funny, I find it kind of sad/ the dreams in which I’m dying are the best I’ve ever had”.

3.Talk Talk: It’s my life

Ποιος θα το περίμενε πως ακόμα θα ασχολούμασταν μαζί τους… Με αστείες φάτσες, ακόμα αστειότερες γκριμάτσες (γιατί ο ντράμερ ανοιγόκλεινε το στόμα του ακατάπαυστα;) και κλαψιάρικα τραγούδια, υποχρεωθήκαμε και να τους ανεχτούμε τότε στο Rock in Athens το ’85. Αυτό θα πει live με το ζόρι….. Μα έριχναν μια στις τόσες κάτι συνθεσάρες που δεν ξέραμε από πού μας έρχονταν, όπως το Ιt’s my life. Απλές αλήθειες και απρόσμενες αρχιτεκτονικές στα κομμάτια τους. Η ζωή είναι όπως την φτιάχνεις. Η συνέχεια γνωστή: ο Mark Hollis, καθιερωμένος επιστήμονας ερευνητικών ινστιτούτων (σοβαρά) έβγαλε ιδιαίτερους προσωπικούς δίσκους, πάντα καλυπτόμενους από «ψαγμένα» έντυπα τύπου Wire. Life was what he made it.

4. Assembly: Never never

Η νεότης κλωτσά ! (έστω και διακριτικά). Ημιφωτισμένη σκηνή, δυο φιγούρες: μια μορφή με βαθουλωμένα μάγουλα σαν ένας μοντέρνος Αρτώ κι ένας σχεδόν σπανός νεαρός – μινιατούρα. Ένα κήμπορντ ανάμεσά τους κι ο ηλεκτρονικός θρήνος αρχίζει. Τον υποκινεί ο Feargall Sharkey, που είχε διαπρέψει με μια εκ των δυνατότερων νεορόκ ιρλανδέζικων μπαντών, των Undertones (Teenage kicks!), τον ενορχηστρώνει ο Vince Clark που αποχώρησε απ’ τους πρώτους και καλύτερους Depeche. Ένα όμορφο πράγμα ποτέ δε συμβαίνει σε μένα, it never happens to me, it never happens to me…

5. Twins: Face to face, heart to heart

Γραβατωμένοι Γερμανοί στο εξώφυλλο, μετρονομημένη μουσική στα ενδότερα, κοινό σημείο τα ηλεκτρονικά gadgets σε εικόνα και ήχο αντίστοιχα. Μακριά απ’ το σινάφι των αγαπημένων του NME/MM, περισσότερο εμπορικοί και ραδιοφωνικοί, έδωσαν έναν απ’ τους δίσκους εκείνους που βγαίνουν μια στις χίλιες: όλα τα κομμάτια φλώρικα ξεφλώρικα έχουν μια καλή μελωδία. Το παραπάνω μαζί με το Αnother loving game ακόμα τα θυμάμαι. Μελοδραματική ηλεκτροπόπ για teens…και ήδη βρισκόμαστε στα χωράφια της italo – disco.

6. Naked Eyes: Always something there to remind me

Ή πως δυο αντι – συνθποπ φάτσες (με χαίτη και εμφάνιση αμερικανικού κολλεγίου) επηρεάζονται απ’ το είδος και μπολιάζουν με computer arrangements ακόμα και μια Burt Bacharach διασκευή. Απ’ το Burning Bridges του 1983, ένα ιδανικό χιτάκι με καμπανάκια, μελό και διάχυτη 80ς ατμόσφαιρα, με άσπρες κάλτσες και φωτορυθμικά τέρατα.

7. A Flock Of Seagulls: The more you live the more you love

Δεν συμπάθησα τους γλάρους την εποχή που ο τραγουδιστής Mike Score είχε χτένισμα σαν το μεγάλο κέρατο της Κνωσσού. Λίγο αργότερα όμως, μείωσε τη σημασία που έδινε στην βιτρίνα, απέκτησε πικρό βλέμμα, πρόσθεσε κιθάρες α λα Big Country και κινήθηκε και σε πιο έξυπνες συνθέσεις, κρατώντας πάντα πρωτοφανείς φιλοσοφίες τύπου The more you live the more you love, the more you love the more you’re growing. Αυτό απ’ το The story of a young heart του 1984, χρονιά που συμπτωματικώς έληγαν την όμορφη πορεία τους τα παιδιά του 1981.

8. HEAVEN 17: Let me go / We don’t need this fascist groove thang

Με έγχρωμη co – singer στα λάϊβ (πολύ πριν τους Style Council και τους Massive), και ισάξιες δυνάμεις τόσο στο ερωτικό όσο και στο πολιτικό τραγούδι – μια πρωτιά στο χώρο. Έχαναν όμως στη συνθετική σούμα. Έστω: ζαβολίζω και διαλέγω ένα από κάθε είδος. Είχαν άλλωστε και την αίγλη των διαφωνούντων που αποχώρησαν απ’ τους αρχικούς Human League. Εξώφυλλα νεόπλουτης διαφημιστικής (ειρωνικά, υποθέσαμε) αισθητικής και εμφανής υπεροψία. Temptation!

8-1377. Φυσικά άψογα ηλεκτρονικά ποπίσματα έβγαλαν αναρίθμητοι άλλοι επισκέπτες των ψυχισμών μας, οι οποίοι όμως δεν παρέμειναν αποκλειστικά στο είδος. Από το Lament των Cure (και το απ’ άκρη σ’ άκρη συνθετητικό τους Japanese Whispers LP) … κι από το Don’t talk to me about love των Altered Images …στο Small Mercies των Fra Lippo Lippi στο Waves των Blancemange…

Κίτρινη Ειδική Περίπτωση:  Ελβετοί γκαλερίστες – υπερευκατάστατοι – gamblers (αληθείς ιδιότητες που μοιράζεται ή σωρεύει το ντούο) που απλώς έπαιζαν με τα ηλεκτρονικά τους όργανα σαν τσιρκολάνοι κονφερασιέ  κι έβγαζαν χρυσοσκονισμένα αριστεία, όπως το Lost Again ή το Blazing Saddles, ή το Otto di Catania.

ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ…
They were riding the Metro into town/listening to the latest noise/Modern girls with headphones on their heads/modern European boys…

Βέβαια το οριστικό ηλεκτροπόπ τραγούδι ανήκει στον Man Behing the Curtains, που τα τελευταία χρόνια ζει ανάμεσά μας. Γράφτηκε το 1984, για τις πόλεις που έχουν ήδη έρθει, οι άνθρωποι θα ζουν το μεταιχμιακό τους χρόνο στα μετρό με μόνιμα φυτεμένα ακουστικά στα κεφάλια τους, λάπτοπ στα γόνατα και την πιο προηγμένη τεχνολογία στον ψυχισμό τους

Βusinessmen in leather overcoats/staring at their wrist T.V.’s/Pale accountants balancing the books/computers resting on their knees…

Κύριε Blaine Reinninger, ανάμεσα στα διαμάντια σας, το Mystery and confusion απ’ το Night Air, το πρώτο προσωπικό σας, ήταν το πιο λαμπερό. Αν αλληγορούσατε και για τον χαρακτήρα εκείνης της όμορφης κι αλλόκοτης μουσικής της εποχής της, είχατε δίκιο:

Modern Europe in between wars/wears Japanese technology…/Why start a war when the future’s just arrived?/It’s a mystery to me…

Αλλά δεν προσέξαμε τις τελευταίες σας λέξεις, κι εκεί το χάσαμε…και τα χάσαμε όλα.

Mystery and confusion, History as illusion …

Η αρχική δημοσίευση, ως δεύτερο μέρος του αφιερώματος, εδώ. H πανδοχειακή αναδημοσίευση περιλαμβάνει αρκετές προσθήκες και λιγότερες αφαιρέσεις. Το υπόλοιπο αφιέρωμα εδώ (μέρος 1, μέρος 3, μέρος 4). Σταδιακά θα προστίθενται στα τραγούδια σύνδεσμοι για διαδικτυακή ακρόαση στο youtube.

Οι φωτογραφίες (που θα αλλάζουν συνεχώς μέχρι να καταλήξουν οι πλησιέστερες στο πνεύμα) δεν αντιστοιχούν πάντα στις παράπλευρες λέξεις. Η αληθής ταυτότητα των εικονιζομένων εμφανίζεται με το άγγιγμα του κένσορα πάνω τους. Γνωστά και ηλεκτρονικά (ποπ) πράγματα.

Στη μνήμη του Billy McKenzie και της Ηλεκτρονικής μας Νεότητας.

14
Φεβ.
12

Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός

Το δικό μου ελληνόφωνο ροκ

[Κείμενο για το συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr στο ελληνόφωνο ροκ, Μάρτιος 2005].

Πουλάμε σώμα και ψυχή / δώστε μας λίγη προσοχή
στα υπόγεια μαύροι ποντικοί / λουφάζουνε δύο δύο
Παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς / αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς
και συναντάμε ξέμπαρκους θεούς / που χάσανε το πλοίο

Αυτά τα αφιερώματα του Mic είναι βάσανο ψυχής. Δεν αντέχω τέτοιο άλεσμα μνήμης, καθιερώνω την αυτόματη ημερολογιακή γραφή. Ό, τι προλάβει και βγει στο χαρτί έχει κάποιο λόγο γι αυτό. Ό, τι μείνει πίσω, έχει μια ακόμα ευκαιρία, στις διηγήσεις στα εγγόνια μου.

Πρόλαβα λοιπόν τα παραπάνω λόγια του Παύλου, σε μια στιγμή που θα πάρω μέχρι τον τάφο μου. Ήταν από τις δύο φορές που τον είδα ζωντανά – και τις δύο ήταν νηφάλιος, στη δεύτερη μάλιστα, κυριακάτικο πρωί σε κινηματογράφο έκατσε κάτω απέναντι στο κοινό και συζητούσε, ώρες…. Τη δεύτερη φορά ήταν βαμμένα τα μάτια του, μα εξακολουθούσε να ζητάει πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο. Από τότε ήξερα πως θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου να απολαμβάνω το ροκ του γούστου μου με ελληνική γραφή αλλά και συναρπαστική μουσική. Γιατί τα μπλουζ του πρίγκιπα δεν μπορούσα να τα κατεβάσω με τίποτα. Όταν εκείνος τραγουδούσε όμως εγώ θα σου μετρώ της πόλης το σφυγμό μ’ αγκαλιές / θα σου χαϊδεύω το μυαλό με χίλιες και μια νύχτες γλυκές ήθελα μουσική να με στέλνει στα ηλύσια πεδία ή στο τρίτο βάθρο της κόλασης, όχι σε δωδεκάμετρα μπλουζίσματα.

Ίσως γι αυτό και με ταρακούνησαν οι Metro Decay κάπου εκεί κοντά. Σ’ ένα γήπεδο μπάσκετ, φθινόπωρο του 82, τότε που πήγα να δω το νέο αίμα : τον Βερνάρδο των New Order να μας σημαδεύει με την μελλόντικά του – ο παραδιπλανός μου την έφαγε στο κεφάλι – κι έναν ανεξέλεγκτο Cave να δημιουργεί μέγιστη σύγχυση στο κοινό. Πιο πριν είχαν ανοίξει οι MD κι εγώ είχα σαστίσει, επειδή έπαιζαν το new wave που ήθελα, αλλά με προσλαμβάνουσες της ελληνικής μου ζωής. Ήταν απρόσμενη αίσθηση, να μη χρειάζεται να ψάξεις ένα γκρουπάκι από το Σέφιλντ να σου μιλήσει για τους βρεγμένους σου δρόμους. Δε με χωρούσε ο τόπος εκείνες τις δύο μέρες (το φεστιβάλ ήταν τριήμερο αλλά δεν ενδιαφέρθηκα για τους Fall), λούφαζα στις γωνίες, δίπλα στα σκοτεινά παράθυρα των πάνω διαζωμάτων, εκεί όπου χαμουρεύονταν τα πανκιά. Σε κάποιες άλλες γειτονιές παραδίπλα η Creep ήδη φτιαχνόταν.

Μετά είχα την τύχη να ζήσω προς το τέλος τη σκηνή της Σοφίτας κι ολόκληρο τον Πήγασο. Χαιρόμασταν το μεγάλωμα και ωρίμασμα μιας σειράς συγκροτημάτων, κάναμε τα στραβά μάτια στις ατέλειες και τις κακοτεχνίες – και ποιοι ήμασταν εμείς να τα κρίνουμε αυτά;. Bright Shoe, Rebound, Madd, κι ακόμα θυμάμαι πόσο χαίρονταν (οι ξεμέθυστοι) στα ελληνόφωνα ακούσματα. Μου φαινόταν βουνό όλο αυτό το μανίκι που τραβούσαν οι συνομίληκοι πιτσιρικάδες: να ψάχνεις να δανειστείς όργανα, να ζωγραφίζεις – φωτοτυπείς – κολλάς ο ίδιος την μικρή σου αφίσα, να προσπαθείς να συνεννοηθείς με τον άσχετο μαγαζάτορα, να έχεις το νου σου μην αρχίσουν τα μπουνίδια στο αψύ κοινό, να ποθείς να ξεπεράσεις τα διψήφια εισιτήρια, να αναρωτιέσαι γιατί πάλι τα μηχανήματα σε κάνουν ν’ ακούγεσαι σαν να παίζεις σε ψυγείο (ψυγείο).

Η σκηνή του πανκ είχε ήδη ανάψει σε απανταχού αυτοσχέδια λάϊβ που σου άφηναν αίσθηση περαιτέρω δίψας. Οκ, οι στίχοι ήταν πρόχειροι και ήξερα ότι μετά από λίγα χρόνια θα ακούγονταν αβάσταχτα απλοϊκοί. Μα η μουσική της πεντάδας Stress, Αδιέξοδο, Γενιά του Χάους, Panx Romana, Ex Humans έστελνε στον αγύριστο πλείστα πανκόγκρουπα του κόσμου. Το μελωδικό πανκ της Διατάραξης Κοινής Ησυχίας και της Ανώφελης Επιβίωσης αποτελεί ακόμα και σήμερα ιδανική εισαγωγή στο είδος για οποιονδήποτε εκκολαπτόμενο πανκ ρόκερ.

Το τρένο με τις κούκλες των ενοχών / και των αραχνιασμένων παραμυθιών / το λένε Happy-End-Express για καμουφλάζ / Σαμποτάζ! Θα του κάνουμε σαμποτάζ!

Σ’ ένα δισκάδικο κόλλησα στους τίτλους του Σαμποτάζ. Τίτλοι που θα ταίριαζαν σε ηλεκτρονικά κομμάτια, που, παραδόξως, δεν είχε ακόμα δημιουργήσει η μεγάλη σαμποτέρ. Συν το Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα, που, επίσης παραδόξως, δεν είχε γραπώσει κάνενα ροκ σχήμα μέχρι τότε. Για μένα το ομώνυμο παραμένει κορυφαίο τέκνο συνουσίας «ελληνικού τραγουδιού» και «ελληνικού ροκ». Κι αν αντί για το τραίνο εκτροχιαστούμε εμείς, ας πούμε πως ακόμα για μας είναι νωρίς, ίσως να’ ρθουν άλλα παιδιά….

Έφυγα από την Αθήνα με γερές αποσκευές, αν και τα αγγλόφωνα γκρουπάκια είχαν εξελιχθεί πολύ καλύτερα (ίσως σε κάποιο αφιέρωμα, κάπου αλλού). Αλλά ως φανς δεν καθόμασταν να μιζεριάσουμε «γιατί τόσοι πολλοί στο ένα και τόσοι λίγοι στο άλλο». Όταν όμως έβγαινε ένα διαμάντι από το εκείνο το «άλλο», παίρναμε θάρρος. Ακόμα θυμάμαι ένα από τα κινηματογραφικότερα κομμάτια της Λευκή Συμφωνίας, από το δεύτερό τους : Ποτέ δεν ξεπέρασαν το Φεγγάρι Που Αιμορραγεί. Πρόλαβα μόνο ως ακροατής τις εξαιρετικές κασετοκυκλοφορίες της Lazy Dog και της σκηνής των Ιωαννίνων, που μου στέρησαν οποιαδήποτε απαίτηση για σπιτική, έξυπνη και προσωπική δημιουργία.

Το όνειρο που σ’ έφερε μια μέρα ως εδώ / Σήμερα καίγεται, σκουριάζει και σε διώχνει / Μια σε κρατάει στη γη, μια σε ξερνάει στον ουρανό / Το ίδιο όνειρο σε τρώει και σε γλιτώνει…

Στη νέα πόλη βέβαια υπήρχαν οι Τρύπες. Υποθέτω είμαι ο τελευταίος στον κόσμο που αντιστάθηκα γερά στη μουσική τους. Ίσως γι’ αυτό τότε ο Αγγελάκας μου έκανε την τιμή να μου δώσει να παρουσιάσω στις εκπομπές μου το νέο του δίσκο. Ήξερε ότι δε θα του πω λέξη αν δεν το αφήσω να ωριμάσει γερά μέσα μου, περίμενε μήνες για να ακούσει γνώμη. Γνωρίζοντας προσωπικά και εκτιμώντας βαθέως τους δυο εξ αυτών (ο δεύτερος είναι ο Μπάμπης Παπαδόπουλος), θεωρούσα πως τέτοιες ιδιοσυγκρασίες πρέπει να βγάλουν το κορυφαίο των κορυφαίων. Φυσικά δε με διέψευσαν: στο Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι έδωσαν μερικά από τα ωριμότερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ στο είδος. Υπάρχει μια κλασική ερώτηση που κάνουν κατά καιρούς διάφορα έντυπα στα ευσύνοπτα πλην αποκαλυπτικά για τον συνεντευξιαζόμενο ερωτηματολόγια. Τι θα ακούγεται όταν σε θάβουν; Σημειώστε παρακαλώ για μένα, απερίφραστα, την Καινούργια Ζάλη (τους).

Το 1987 γνωρίζω τον Μπάμπη Αργυρίου (Rollin Under, Mic.gr). Ανταλλάζαμε κασέτες (εγώ άδειες κι αυτός γεμάτες) σε χαμαιτυπεία και ακόμα εκκρεμεί πρόταση μονομαχίας, επειδή μου έφαγε μέσα από τα χέρια αφιέρωμα στην Εlizabeth των Cocteau Twins. Του ζήτησα να φάει τον κόσμο και να βρει ένα δωδεκάϊντσο που τιτλοφορούνταν Το Φως και Η Σκιά του. Ήταν 3 μέλη των Last Drive [πρότζεκτ του κιθαρίστα Γιώργου – χαιρετισμός] κι ένας ξένος (;). Τέτοια ψυχεδελική αποθέωση μ’ έκανε να κοιτάζω αφ’ υψηλού κάθε αντίστοιχη αλλοδαπή προσπάθεια. Το υπερψυχεδελέστατο Λέμμινγκς, το έμοιαζε να βγαίνει, κρυμμένο για χρόνια, μέσα από τις σπηλιές των παιδιών των λουλουδιών.

Μήπως ξέρεις κανένα μέρος που να φοβάμαι λιγότερο;

Στο Ράδιο Κιβωτός προσπάθησα να μην αφήσω άπαιχτο οποιοδήποτε σχήμα παιδευόταν με το ελληνικό αλφάβητο. Εκεί κατάλαβα πως εντελώς ιδιαίτερα σχήματα όπως οι Χωρίς Περιδέραιο, οι Ήταν Είναι και Θα Είναι και οι Εν Πλω αποτελούσαν και για άλλους εντελώς μοναδικές περιπτώσεις. Για τους πρώτους νομίζω αρκεί η απίστευτη αίγλη που χαίρουν μέχρι και σήμερα σ’ όσους ήταν στη φάση από τότε. Για τους δεύτερους εκφράστηκα σε ένα μεγάλο κομμάτι συνoδευμόμενο με συνομιλία μαζί τους που περιλήφθηκε στο μοναδικό τους τότε δίσκο, μ’ όλα τα χρώματα στην τσέπη. Για τους Εν Πλω ελπίζω να γραφτούν εδώ από τους υπόλοιπους. Αν πω ότι έπαιξαν το shoegazing πριν παιχτεί αλλού, θα φαίνεται πως τους περιορίζω. Αν πω ότι ένωσαν μοναδικά παλιό και σύγχρονο ροκ, θα φαίνεται πως τους κλισαρίζω.

Για τους Στέρεο Νόβα έχουν γραφτεί τόσα που περιττεύει, ευτυχώς, η οποιαδήποτε λεκτική έκφραση. Απλά υποστηρίζω ακόμη πως, στο δικό μου αισθητήριο, η ελληνική γλώσσα μου ταιριάζει περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη σ’ αυτό το είδος μουσικής. Και τότε και τώρα. Παρομοίως για την καλή μας Λένα, της οποίας επιλέγω τις ηλιομάσκες απλά και μόνο επειδή ακούω μέχρι και σήμερα. Κάθε δίσκος της αποτελεί εξαιρετική, μη συγκρίσιμη περίπτωση με οιονδήποτε άλλον της.

Και τώρα φίλοι μου είναι αργά, μια καληνύχτα στη μαμά, και λίγη στάχτη στα μαλλιά, καιρός να πούμε αντίο… Όπως ξεκινούσε ο Παύλος το Εν Κατακλείδι του, τελείωνα τις εκπομπές κατά το ξημέρωμα. Και δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να στενοχωριέμαι, που όλη η σοδειά ήταν μεγάλη στην ποιότητα και μικρή στην ποσότητα. Κατά τ’ άλλα εσείς που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς βοηθήστε μας και λίγο, δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο..

Η υποχρεωτική εντεκάδα. Αλφαβητικά, πάντα αλφαβητικά: Αγγελάκας Γιάννης – Καρράς Γιώργος – Ένα υπέροχο τίποτα / Εν Πλω – S/T / Εx Humans – Ανώφελη Επιβίωση / Lost Bodies – Ζωή / Metro Decay – Υπέρβαση / Πλάτωνος Λένα – Μάσκες ηλίου / Πλάτωνος Λένα / Γιαννάτου Σαββίνα / Παλαμίδας Γιάννης – Σαμποτάζ / Σιδηρόπουλος Παύλος και Σπυριδούλα – Φλου / Στέρεο Νόβα – S/T / Το Φως και η σκιά του – S/T (EP) / Tρύπες – Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το αχανές συλλογικό αφιέρωμα ξεκινάει από εδώ, και το τέλος κάθε σελίδας οδηγεί στην επόμενη. Το κείμενο γράφτηκε μια κι έξω – ας συγχωρεθούν υπερβολικές ή άγαρμπες εκφράσεις.

Το τρένο με τις κούκλες των ενοχών συνεχίζει να τρέχει ιλιγγιωδώς, το φεγγάρι δεν σταμάτησε να αιμορραγεί, η ζάλη δεν τελείωσε ποτέ. Και συνεχίζει να μας ορίζει ένας μαύρος κύκνος.

 Μελαγχόλησες τώρα και φεύγεις;

01
Ιαν.
12

2011/55

Αυτά δεν είναι τα «καλύτερα» του 2011. Αυτά είναι όσα απόλαυσα προσωπικά το 2011. Όπως πάντα αναφέρονται αλφαβητικά, με πρώτο το επώνυμο / Τα επιλεγμένα τραγούδια δεν προέρχονται από τους επιλεγμένους δίσκους. / Το πιο αγαπημένο τραγούδι από αυτούς γράφεται δίπλα στον καθένα, στην αγκύλη / Παραγγελιοδόχος της καθιερωμένης ανασκόπησης, χρόνια αμέτρητα, το mic.gr. Πρώτη δημοσίευση εκεί, όλες οι ανασκοπήσεις παρέκει.


Τραγούδια

1. Baths – Overseas

2. Harvey PJ – On Battleship Hill

3. Leven Jackie & Cosgrave Michael – A Kiss On the Cheek

4. Lynch David – Stone’s Gone Up

5. Matters Syd – Hi life

6. Panda Bear – Benfica

7. Shels – The spirit horse

8. Swift Richard – Whitman

9. The Walkabouts – Soul Thief

10. The Waterboys – White Birds

11. Wolf Patrick – Time of my life

Δίσκοι

1. Asobi Seksu – Fluorescence [Sighs]

2. Barwick Julianna – The Magic Place  [The Magic Place]

3. Campbell Glenn – Ghost On The Canvas [Any trouble]

4. Crystal Stilts – In Love With Oblivion [Silver sun]

5. Danger Mouse – Daniele Luppi – Rome [Morning fog]

6. Destroyer – Kaputt [Sucide demo for Kara Walker]

7. Ebert Alexander – S/T [Remember our heart]

8. Ladytron – Gravity the Seducer [Transparent days]

9. Mannarino Alessandro – Supersantos [L’ era della gran pubblicité]

10. Matthew Scott – Gallantry’s Favorite Son [Felicity]

11. Parts & Labour – Constant Future [Rest]

Ξένη Πεζογραφία

1. Αντρέγιεφ Λεονίντ – Εκείνος – Το Κόκκινο Γέλιο [Άγρα]

2. Αρντιτί Μισέλ – Ο εχθρός του καλού [Πόλις]

3. Βεράχεν Πάουλ – Omega Minor [Πόλις]

4. Βόλμαν Γουίλιαμ Τ. – Κεντρική Ευρώπη [Κέδρος]

5. Γκενασιά Ζαν-Μισέλ – Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων [Πόλις]

6. Μαντελστάμ Ναντιέζντα – Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας [Μεταίχμιο]

7. Κάρβερ Ρέιμοντ – Αρχάριοι [Μεταίχμιο]

8. Μανέα Νόρμαν  – Οκτώβρης, οχτώ το πρωί [Καστανιώτης]

9. Μύλλερ Χέρτα – Η αλεπού ήταν και τότε ο κυνηγός [Καστανιώτης]

10. Σβέβο Ίταλο – Μια ζωή [Ροές]

11. Φουέντες Κάρλος – Η θέληση και η τύχη [Καστανιώτης]

+ 3 κορυφαίες, από χρόνια αναμενόμενες εκδόσεις που δεν διαβάσαμε ακόμα αλλά οι απολαύσεις τους είναι δεδομένες: Μπολάνιο Ρομπέρτο – 2666 [Άγρα], Σαλάμοφ Βαρλάμ – Ιστορίες από την Κολιμά [Ίνδικτος], Ουάλας Ντέιβιντ Φόστερ– Αμερικάνικη λήθη [Κέδρος]

Ελληνική Πεζογραφία

1. Αριστηνός Γιώργος – Flash στη νύχτα [Τόπος]

2. Γιανναράς Σπύρος – Ζωή χαρισάμενη [Πόλις]

3. Καβανόζης  Κώστας – Όλο το φως απ’ τα φεγγάρια [Πατάκης]

4. Καλούτσας Τάσος – Η ωραιότερη μέρα της [Μεταίχμιο]

5. Κουγιουμτζή Μαρία – Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου; [Καστανιώτη]

6. Κυριακίδης Αχιλλέας – Κωμωδία [Πόλις]

7. Μοδινός Μιχάλης – Η σχεδία [Καστανιώτης]

8. Παπαδημητρίου Χίλντα – Για μια χούφτα βινύλια [Μεταίχμιο]

9. Σταθοπούλου Ελεωνόρα – Καλό αίμα, κακό αίμα [Εστία]

10. Χαρπαντίδης Κοσμάς – Κρυφές αντοχές [Μεταίχμιο]

11. Χαρτοματσίδης Χρήστος – Είναι κάπου αλλού η γιορτή [Τόπος]

και από το νέο αίμα, δυο πρωτοεμφανιζόμενοι: Πέτσα Βασιλική– Θυμάμαι [Πόλις] και Χρυσανθοπούλου Χριστίνα – Ζοή με όμικρον [Πάπυρος].

Μικτή Non Fiction

1. Βέης Γιώργος – Μανχάταν – Μπανγκόκ [Κέδρος]

2. Ζίζεκ Σλάβοϊ – Πρώτα σαν τραγωδία, μετά σαν φάρσα [Scripta]

3. Ζιν Χάουαρντ – Αυτοβιογραφία. Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ’ ένα τρένο που κινείται [Αιώρα]

4. Κις Ντανίλο – Homo Poeticus [Scripta]

5. Κρίστεβα Τζούλια – Ξένοι μέσα στον εαυτό μας [Scripta] και Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη [Μεταίχμιο]

6. Ντοστογιέφσκι Φιοντόρ – Εγώ, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Εκμυστηρεύσεις και στοχασμοί. [Printa]

7. Ορτέγκα Υ Γκασσέτ Χοσέ – Αισθητικό τρίπτυχο [Printa]

8. Πλατής Νίκος – Presto o tardi. Το λεξικάκι που παίζει με το θάνατο [Νεφέλη]

9. Ταμπούκι Αντόνιο – Ταξίδια και άλλα ταξίδια [Άγρα]

10. Τσόμσκυ Νόαμ – 11/9. Υπήρχε εναλλακτική; [Άγρα]

11. Χίτσενς Κρίστοφερ – Hitch 22. Αμφισβητίας εκ πεποιθήσεως [Μεταίχμιο]

Στις φωτογραφίες: Η P.J. Harvey βλέπει απ’ το παράθυρό της μια αναταρασσόμενη Αγγλία κι εμπνέεται τον ομότιτλο ενδιαφέροντα πλην άνισο δίσκο Let England Shake. / Αντίθετα, το πυρηνικό ζεύγος των Asobi Seksu έχει τα πρόσωπα πάντοτε αποστραμμένα από το φως [και εδώ μάλλον ετοιμάζεται για μετωπική συναίσθηση]. / Ανάμεσά τους, πάντα πιστός στους εσωτερικούς φωτισμούς, ο David Lynch δοκίμασε ηχητικές πια εικόνες. Ποιος θα το φανταζόταν πως κάποτε θα δισκογραφούσε!/Αλλά τελικά τον πιο κινηματογραφικό δίσκο της χρονιάς τον έφτιαξαν οι [φίλοι του] κ.κ. Danger Mouse και Daniele Luppi. / Η Ναντιέζντα Μαντελστάμ έζησε τα πάνδεινα των πανδείνων κι έγραψε τις συγκλονιστικότερες αυτοβιογραφικές σελίδες. Άραγε πόσο συχνά μπορούσε να χαμογελάει όπως στη φωτογραφία; / Ο Ρέιμοντ Κάρβερ (τρεις διαφορετικές συλλογές «φέτος»)  ζει μια τρίτη ζωή. Μετά την αλκοολική και τη συγγραφική, τώρα τον αγκαλιάζουμε εμείς, οι αναγνώστες. / Ο Αχιλλέας Κυριακίδης κοιτάζει προς την πλευρά του παντογνώστη αφηγητή. Αλλά εκείνος, άφαντος. / Ο Κρίστοφερ Χίτσενς, με ήλιο και θεό του τις λέξεις: είχε ένα καταιγιστικό «τέλος», αντίστοιχο με τον καταιγιστικό του λόγο. / Και η Τζούλια Κρίστεβα όπως τη γνωρίζουμε απέναντι στα πιο σκληρά θέματα: βλέμμα ίσιο, μυαλό ανοιχτό, απόψεις συζητήσιμες.

18
Μάι.
11

Αναθεωρητική (Σ)χολή

Το mic.gr μάς έστρωσε κάτω και μας κατέστρωσε αφιέρωμα στο οποίο υποχρεωθήκαμε να επιλέξουμε ένα τραγούδι από υποτιθέμενους κλασικούς δίσκους του ροκ με την απαραίτητη επιστημονική επιχειρηματολογία. Μας υποχρέωσε και «μας υποχρέωσε». Εις ανταπόδοσιν, απαντήσαμε με τον πλέον πικρόχολο πικροσχολιασμό.

Beatles – White Album

Οι Beatles δεν είχαν τίποτα ποτέ να μου πουν. Αποτελούν Ιστορία μνημειωμένη και απομακρυσμένη, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μπετόβεν, ο Τσάρλυ Τσάπλιν. Υπήρξαν κάπου αλλού, πολύ μακριά από μένα και τη ζωή μου. Η πρώτη μου ανάμνηση από δαύτους (και γι’ αυτό μοναδική) ήταν ένα μηχανικό αυτοκινητάκι, με ορχήστρα πάνω, που έπαιζε ένα κομμάτι που μ’ άρεσε πολύ. Πρέπει να ήμουν 5-6 χρονών, από τις πανπρώτες μου μνήμες. Αργότερα έμαθα πως το τραγούδι λεγόταν Ob-La-Di Ob-La-Da και ξενέρωσα. Εγώ ήθελα τίτλους εμβλήματα, όχι Ομπλαντά, Ντιρλανταντά και Ντιριντάχτα.

Αργότερα γνώρισα και τις αντιπαθητικές τους φάτσες. Την φλώρικη μούρη του ΜακΚάρτνεϋ (με μια φωνή που απορώ πώς αγαπήθηκε), το θρασύ υφάκι του Λέννον (μα ποιοι είμαστε ρε παιδί μου, ουρλιάξτε κοριτσάκια μου, έτσι …έτσι….), για την δε σπουδαία μορφή του Ρίνγκο Σταρ η πένα μου είναι πολύ λίγη… Ο Λέννον βέβαια δυστυχώς δολοφονήθηκε – ένα στοιχείο που στον κάλπικο αυτό κόσμο μυθοποιεί και θρυλοποιεί κι έτσι κανείς δεν διανοείται να τον κρίνει μουσικά, φωνητικά, κλπ, ενώ η αντιπολεμική του «δράση» σαφώς τον καταξίωσε στις συνειδήσεις «των πολλών», όπως θα έλεγε κι ο Χομπσμπάουμης. Τελικά μόνο ο Χάρρισον είχε συγκροτημένη προσωπικότητα (κι έβγαλε και τους καλύτερους προσωπικούς δίσκους).

Τα τραγούδια τους μου φαίνονταν υπερβολικά απλά, παιδικά και, το χειρότερο, υπερ-υπερ-υπερεκτιμημένα. Στις μελωδίες κάτι κατάφερναν, όπως βέβαια κι άλλα χίλια γκρουπ του ροκ. Επίσης τους λουζόμασταν ακατάπαυστα από τον Πετρίδη, που δεν υπήρξε εκπομπή που να μην μας τους σερβίρει επαναλαμβάνοντας πόσο σπουδαίοι είναι ενώ εμείς βράζαμε σε μια νεότητα που ζητούσε νέα ακούσματα (που μας τα περιόριζε μια φορά τη βδομάδα). Στο δικό μου μυαλό βέβαια αυτό που αναπολούσε ήταν η παιδική/ εφηβική /νεανική του ηλικία, το προσωπικό του παρελθόν. Είναι ακριβώς το ίδιο όπως ένας νέος του ’20 θεωρεί κορυφαία μουσική της ζωής του τον Αττίκ και τον Γιαννίδη. Έτσι κι εγώ προκρίνω το Ομπλαντάκι. Κατά τα άλλα οι Beatles δεν με αφορούν.

Davie Bowie – The Rise and Fall of Ziggy Stardust

Ποιος διάλεξε τον λιγότερο ενδιαφέροντα δίσκο του Μπάουι από την πρώτη μνημειακή περίοδο; Ακόμα και η επιλογή μου φαίνεται μονόδρομη. To Starman είχε τρομερή μελωδία, φευγάτη ιστορία, δραματική εξέλιξη κι ένα πρωτόγνωρο, διαστημάτο φίλινγκ. Χρόνια αργότερα το διασκεύασε ο Boy George και παραδόξως του ταίριαζε: κανείς του χώρου δεν υπήρξε ποτέ τόσο ΟΥΦΟ.

Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως ο Μπάουι δούλεψε για τα καλά όλους τους εραστές της ροκ εντ ρολλ μυθολογίας. Μπορεί να χτυπιόταν στη σκηνή ως Ziggy ουρλιάζοντας «εμείς θα χτυπήσουμε το κατεστημένο, εμείς θα το λιώσουμε σα βδέλλα», μπορεί να έφτασε στις κόψεις τις τρομερές, αλλά δεν ήταν τόσο βλάκας ώστε να τα κάνει πράξη, ούτε να κάνει τον εγκέφαλό του τυρί γραβιέρα από τα ντραγκς. Σου λέει, κορόιδο είμαι; Ας ζήσω ως τα γεράματα, να το γλεντήσω πουλώντας τις υπέροχες περσόνες μου.

The Doors – The Doors

Doors…τους σεβόμουν αλλά κάπως κάτι κάπου κάποτε δεν μου πήγαινε. Άλλες εποχές, άλλα ήθη, μια επαναστατικότητα που είχε έδαφος να αναπτυχθεί. Με τα δικά μου εφηβικάτα όμως (που ούτως ή άλλως δε θέλω να θυμάμαι) ήταν ασύμβατοι. Αφήστε που ακόμα και σήμερα όταν ακούω την εισαγωγή του Riders on the storm βλέπω μπροστά μου άσπρες ποδιές και την αποστειρωμένη αίθουσα με τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Γιατί να λατρέψω ένα τύπο που χαράμισε ζωή και ταλέντο στα ναρκωτικά; Σας παραπέμπω στο σημείωμα του Μπάμπη Αργυρίου για τον θάνατο του Dee Dee Ramone εδώ. «Το έχω δει το έργο πολλές φορές και δε λυπάμαι πια όλους αυτούς που η ζωή τους φέρθηκε γενναιόδωρα χαρίζοντάς τους ταλέντο και δημιουργική φλέβα κι αυτοί… πλήττουν μέσα στη δόξα και το χρήμα και το ρίχνουν σε αυτοκαταστροφικά παιχνίδια». Ζήσε καλά, πέθανε νέος – το συζητάμε. Ζήσε μαστούρα, πέθανε νέος – λίγο δειλία το βρίσκω.

Επίσης πάντα αναρωτιόμουν: αν ο Μόρρισον δεν ήταν ωραίος, αλητάκος, ανάρχα και μικροπεθαμένος, θα είχε τέτοιο φοβερό σουξέ ανάμεσά μας; Αν ήταν χοντρός, φαλακρός, με μουστάκι και χοντρά γυαλιά, τραγουδούσε καθιστός Come on baby light my fire θα τον κάναμε γκράφιτι στις σχολικές τσάντες, αφίσα, είδωλο; Anyway, εδώ μέσα αυτό που συνεχίζω μέχρι σήμερα να τιμώ είναι το Μπρεχτικό Alabama Song (Whiskey Bar). Ήταν η πρώτη μου επαφή με ένα άλλο είδος, μια άλλη γραφή, και χρειαζόμουν κι ένα μύθο για την περιπλάνηση στα μπαρ που θεωρούσα ως ιδανικό τρόπο ζωής. Μετά μεγάλωσα.

Velvet Underground and Nico

Εδώ η απάντηση διχάζεται. Να διαλέξω Venus in Furs ή το Sunday Morning; «Θεωρητικά» θεωρώ ανυπέρβλητο το πρώτο: με έθισε στην κιθαριστική επαναληπτικότητα, ύμνησε το S/M, έσπασε κάποια τραγουδιστικά στερεότυπα. Αλλά πώς να αντισταθείς στον μελωδικότερο ύμνο από τους πιο καμμένους υμνητές; Είτε υμνεί την αισιοδοξία μέσα στο βούρκο, είτε το αντίθετο, η ίδια η μουσική του Sunday Morning σε σπρώχνει να ζήσεις ένα εκατομμύριο ακόμα κυριακάτικα πρωινά. Άσε που ο Κύριος Ρίντιος εξέφρασε μ’ ένα στίχο το πρόβλημα μιας ζωής μας: I’ve got a feeling I don’t want to know.

Λίγα χρόνια μετά το Perfect Day θα συμπληρώσει την δυάδα που από τη μία όψη ξεχειλίζει ήλιο κι από την άλλη σε περιμένει το σκοτάδι. Σήμερα νοιώθω τη γνωστή γεμιστική ικανοποίηση που τόσο ο Reed όσο ο Cale ζουν μέχρι σήμερα όπως γουστάρουν, μετράνε δεκαετίες διαρκούς δημιουργίας, και μουσικά το προχώρησαν πολύ μακριά. Για μένα αυτοί είναι οι πραγματικοί ρόκερς. Till the end.

Clash – London Calling

Respect. Προσωπικότητες. Να τους ακούς, να τους διαβάζεις, και μακάρι και να τους ζούσες. Τρελή αδικία το ότι στη χώρα μας παίζονται μόνο με το Rock the Cashbah και Should I stay or should I go, κατώτερα από όλα σχεδόν τα υπόλοιπα τραγούδια τους… Βέβαια προσωπικά δεν μου άρεσε ποτέ το λέρωμα του πούρου ροκ εντ ρολλ με λευκιές φανκιές. Σα να έμπαινε σαρδόνια ένα μέινστριμ ρεύμα στο δωμάτιο.  Επίσης δεν γνωρίζω κανέναν που να ακούει σήμερα ολόκληρους τους δίσκους τους. Αλλά ίσως αυτή είναι η πορεία κάποιων σπουδαίων δίσκων: δεν είναι να ακούγονται πάντα, ούτε να ακούγονται ολόκληροι.

London Calling. Επιτέλους, ένα τραγούδι που μου έδινε να καταλάβω τι συμβαίνει εκεί πάνω. Που καλούσε για βοήθεια, αλλά και συμμετοχή. Που δεν έκανε γελοίες επιδείξεις σαν τους Σεξοπιστολάδες αλλά έριχνε ευθεία το βλέμμα και κάρφωνε οργή.Και κάποιος που για πρώτη φορά μου έλεγε ευθέως πως ζει δίπλα στο βασιλικό ποτάμι, άστεγος.

Joy Division – Closer

Άλλη μια περίπτωση που ο θάνατος εκτοξεύει στα ύψη τη μουσική σου, απ’ όποια πλευρά και να το πάρει κανείς. Φοβάμαι πως οι JD δεν θα έχαιραν αντίστοιχης εκτίμησης αν ο Ian Curtis δεν είχε αυτοκτονήσει, έχοντας βέβαια νωρίτερα τραγουδήσει την κατάθλιψή του. Μουσικά τα περισσότερα κομμάτια τους δε μου άρεσαν ποτέ. Σωστά το είχε γράψει ο Κοντογούρης σ’ ένα παλιό Ποπ και Ροκ στο μονοσέλιδο που παρουσίαζε τα πολύ καινούργια σχήματα: «θυμίζουν πρώιμους Black Sabbath». Δεν αναφερόταν βέβαια στο Closer που είναι αλλιώς.

Decades. Ακόμα κι αν δεν αποτελούσε τον επιθανάτιο ρόγχο του, η μουσική του πραγματικά επενδύει τον Θάνατο. Και μέχρι σήμερα δε μπορώ να φανταστώ άλλο τραγούδι να τον πλησιάζει τόσο, ίσως ακολουθεί το The Funeral των Cure. Αλλά υπήρχε κάτι ψεύτικο, κάτι φτιαχτό στην εκφορά του Robert Smith. Ενώ στη φωνή του Curtis….

Tuxedomoon – Desire

Τους αγάπησα σ’ όλες τις μορφές, τους άκουσα πάρα πάρα πολύ, σκάβω μέχρι σήμερα ακόμα και τους προσωπικούς τους δίσκους του καθενός. Αλλά όσο κι αν ακουστεί «αιρετικό», το Desire ούτε τότε ούτε σήμερα μπορώ να το ακούσω, σίγουρα όχι ολόκληρο. Εδώ είχα την αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει, ότι η μουσική μας πάει σε καινούργιες διαδρομές (εντάξει, μετά είδα ότι δεν ήταν και τόσο καινούργιες, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία) αλλά κάθε φορά μετά από λίγη ώρα στόπαρα την κασέτα. Τι έλειπε; Μα η καρφωτική, στοιχειωτική μελωδία. Αυτό που θα έκαναν λίγο αργότερα και πάλι όχι πάντα. Εδώ το είχε μόνο το East/Jinx/…/Music #1, το πρώτο αριστούργημα των Νέων Ευρωπαίων που ήταν Αμερικανοί.

The Smiths – The Queen is Dead

Ο χειρότερος δίσκος των Smiths, από τους κανονικούς, όχι τους δεκαπέντε συλλογικούς και bestικούς. Για άλλη μια φορά ένα συγκρότημα (που τα είπε όλα με τον πρώτο δίσκο και τα σιγνκλάκια της πρώτης περιόδου) γίνεται στην καθυστερημένη χώρα μας καθυστερημένα γνωστό, με το χειρότερο σύνολό του, για άλλη μια φορά στη χώρα μας σουξέ γίνεται το χειρότερο κομμάτι του, το Bigmouth strikes again (τελικά αυτά τα βήτα φωνητικά τι είναι; αυτιστικό παιδάκι; κινέζικο καρτούν; στρουμφάκι; βλακωδία του παραγωγού; γιατί δεν έβαλε και καμιά σφυρίχτρα;).

Φάρος λαμπρός εδώ το There is a light that never goes out. Άψογη ποπ και τα απαραίτητα ψευτομελοδραματικά λογάκια που ευτυχώς αποποιήθηκα έγκαιρα, όταν η μούσα μου πήγε και τα έφτιαξε με τον μαλάκα της σχολής, άρα ξύπνησα νωρίς: κανείς και τίποτα δεν αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτόν, ούτε ουρανίσια, ούτε θαλασσίσια. Tonight by your side it’s such a heavenly way to die; Oxi kale, ase kalytera, lew na zisw ki egw (opws allwste ki esy) kai na paw stin epomeni.

Violent Femmes – Violent Femmes

Τι; Violent Femmes;;; Ένα από τα πιο υπερεκτιμημένα γκρουπ του γαλαξία; Ούτε μισό κομμάτι! 1983, εποχή που δεκάδες σκηνές (από αγγλική post punk ως αμερικανική ψυχεδελική) βράζουν, κάποιοι αποφασίζουν πως πρέπει να λατρέψουμε τους Violent Femmes και τους Dream Syndicate. Αρχίζει μια ανελέητη προώθηση μέσω Ποπ και Ροκ (ίσως αλλοθάκι για τις παλιατσούρες με τις οποίες μας είχαν βομβαρδίσει – ο Ήχος κράτησε μικρότερο καλάθι αν και το φούλαρε κι αυτός) μόνο που δεν ήταν καλά συνεννοημένοι: άλλος τους έλεγε γκαράζ (!), άλλος νεοψυχεδέλεια (!!), μόνο γιεγιέδες δεν τους είπαν. Ενώ ήταν απλή αμερικάνικη ροκούρα.

Σα να μην έφτανε αυτό, είχαμε κι όλους αυτούς τους μεθυσμένους που χοροπηδούσαν και σε ξενύχιαζαν με το Kiss Off, παθιασμένοι με τους δέκα λόγους που άξιζε να φτύσουν την γκόμενα που δεν είχαν ακόμα. Στο δικό μου θυμικό η αντίστοιχη θηλυκή συμπεριφορά παρατηρείται στο άκουσμα του άσματος «Τα έδωσα όλα κι έμεινα στον άσσο», όπου χτυπιούνται δεσποινίδες που δεν έχουν δώσει ακόμα τίποτα απολύτως και σε κανέναν.

Portishead – Dummy

Εδώ καταθέτω ένα βιογραφικό παράδοξο. Ζούσα επί χρόνια σε ιδιόμορφες συνθήκες: χωρίς τηλεόραση (σ’ όλη τη Θεσσαλονίκη μόνο ο Αγγελάκας κι εγώ – εννοώ από τις επώνυμες προσωπικότητες), χωρίς ράδιο, αργότερα χωρίς σιντιέρα, χωρίς παρέες με ίδια μουσικά γούστα και για καιρό χωρίς ίντερνετ – πήγαινα τα κείμενα στο πρώιμο mic σε…δισκέτα. Έτσι δεν πήρα ποτέ χαμπάρι τις «εκρήξεις» νέων «σκηνών» παρά πολύ αργότερα. Πρώτα διάβαζα και μάθαινα για τους περίφημους π.χ. Oasis, Blur, Massive Attack, Portishead – για να αναφέρω τα δήθεν «νέα» ονόματα. Έτσι, έχοντας διαβάσει τόσους ύμνους, όταν τελικά τα άκουγα η απογοήτευση ήταν τεράστια: «Γι’ αυτό το πράμα παραληρούν όλοι;»

Κάπως έτσι και με το ετούτο το κατά τα άλλα άρτιο σχήμα. Ενδιαφέρον αλλά μην τρελαθούμε κιόλας. Όταν έχεις περάσει ήδη απ’ όλη τη Μαύρη Θηλυκότητα, απ’ όλη την Σόουλ και Μπλουζ Αισθαντικότητα, τι να σου πούνε τα εγγλέζικα μελόπαιδα; Θα μου πεις, βαρεθήκαμε τις Μυθολογίες του Μέμφις, ας φτιάξουμε μια του Μπρίστολ. Και εγέννητο Trip Hop! Sour Times εδώ, ως μονόφθαλμο στα τυφλά. Όλως τυχαίως, οι 99 στους 100 αυτό διαλέγουν.

Bjork – Post

Τόσο με τους Sugarcubes όσο και τη Bjork επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά πως η υποτιθέμενη ανεξάρτητη σκηνή λειτουργούσε ακριβώς το ίδιο με την μέινστριμ, απλώς ένοιωθε λίγο σαν Β΄ Εθνική. Τα πραγματικά «ανεξάρτητα» υπέροχα σχήματα ήταν μακριά από δω, ήταν στις άγνωστες εταιρείες, στα απανταχού συνοικιακά υπόγεια, στους χειροποίητους δίσκους. Έτσι, όταν έβλεπα διαρκώς στην κορυφή των τοπ του περιοδικού Catalogue τους μεν και τη δε, έλεγα αποκλείεται αυτοί να αξίζουν φράγκο.

Βέβαια η δαιμόνια ποντικομούρα δεν ήταν χαζή να μείνει πάνω στο παγόβουνο των indies. Το ’δειχνε απ’ την αρχή πως θέλει να γίνει σταρέσσα και επέλεξε να πλασάρει ακριβώς αυτό που δεν έχουν οι άλλοι/ες. Ποτέ μου δε κατάλαβα πώς είναι δυνατό μια άτεχνη, γκριναροπαραληρούσα φωνή σε εντελώς αμελωδικά κομμάτια να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον. Μήπως επειδή το πακέτο της λιλιπούτειας καλικάντζαρης από την παγωμένη Θούλη ήταν «κάτι διαφορετικό ρε παιδί μου»; Μήπως όλο και κάποιες χρειάζονταν ένα ασχημομούρικο (δηλαδή αντι-τηλεοπτικό) είδωλο να ταυτιστούν;

Ούτε ένα κομμάτι της, όχι από το δίσκο, αλλά και γενικά δεν μπορώ να ακούσω πάνω από 30 δευτερόλεπτα. Όταν δε έμαθα πως θα τραγουδούσε σε ολόκληρο μιούζικαλ, του Λαρς Φον Τρίερς κιόλας, σκέφτηκα να ένα απολύτως σύγχρονο και αναίμακτο βασανιστήριο για κάθε ανακριτική αρχή. Βάλε τον ύποπτο να το δει 10 φορές και θα στα ομολογήσει όλα.

R.E.M. – Green

Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτον. Αδιάφορο συγκρότημα, ελάχιστα χάιλαιτς. Οι Αμερικανοί U2. Τελικά φαινόταν από την αρχή πως τους άρεσαν πολύ τα στάδια.Αν υπήρχε η συνήθεια να ονοματίζουμε τα στάδια και με ονόματα συγκροτημάτων, σίγουρα θα είχαμε κάποιο γήπεδο «REM». Φίλοι φίλαθλοι καλώς ήρθατε στο Στάδιο REM όπου σε λίγο θα διεξαχθεί η μεγάλη αναμέτρηση…Ως σπήκερ θα τους ταίριαζε (στην ανία και τον δεινοσαυρισμό) μόνο ο απαράμιλλος, ο κορυφαίος, ο μετρ κύριος…Αλέξανδρος Θεοφιλόπουλος!

Στις φωτογραφίες:1. Μην τους κοιτάς οργισμένος Harrison, τώρα αυτοί σου έλαχαν. 2. Σταράνθρωπος στο Εξώφυλλο του Σταρανθρώπου. 3. Brecht και Weil γελούν χωρίς να ξέρουν πως θα τραγουδηθούν από άλλους επαναστάτες, δεκαετίες μετά. Ή το ξέρουν; 4. Reed, Cale και Warhol γελούν, χωρίς να ξέρουν πως η υστεροφημία τους είναι κερδισμένη. Ή το ξέρουν; 5. Ο Joe Strummer σίγουρα θα διάβαζε Πανδοχείο αν υπήρχε τότε κι αν ήταν έντυπο. 6. Ο Ian Curtis σε μια σπάνια χαρούμενη στιγμή με τους άλλους τρεις Joy Division. Οι οποίοι – αυτό που λέγαμε – προτίμησαν να ζήσουν και να τραγουδήσουν τα βάθη τους ως New Order. 7. Tuxedo Moon σε πρωτόλεια μορφή: διακρίνονται και οι 4 προσωπικότητες: S. Brown, P. Principle, W.Tong. B. Reininger. 8. Όσο και να αλλάξεις, εμείς μαζί σου. Και όντως δεν πεθαίνει. 9. Μια χάριν αφίσας έξυπνη αναγωγή του ονόματος των Violent Femmes στον σαδομαζοχισμό των παλαιών διδασκαλισσών. 10. H λαίδη Portishead προσπαθεί να μας ανάψει μια φλόγα. 11. Η άλλη λαίδη και τα 20 μάτια των REM που κατάφεραν να με υπνώσουν, χρόνια τώρα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ, όπου και σπαρταριστά «αντιδραστικά» σχόλια. Όλο το αφιέρωμα εκεί.

01
Ιαν.
11

2010/10 [Ανασκόπηση]

Τραγούδια
1. Get Well Soon – 5 steps 7 words
2. John Grant – TC and Honeybear
3. I Am Kloot – Northern Skies
4. Damien Jurado – Cloudy Shoes
5. Hugo Race – Coming Over
6. Teenage Fanclub – Baby Lee
7. The Acorn – Crossed Wires
8. The Midnight Juggernauts – This New Technology
9. The Walkmen – Stranded
10. Underworld – Scribble

Δίσκοι
1. Beach House – Teen Dream
2. Blood Axis – Born Again
3. Coral – Buttefly House
4. Alexander Hacke & Danielle De Picciotto – Hitman’s Heel
5. Larrnakh – Now, Will You Believe
6. Micah P. Hinson & The Pioneer Saboteurs – St
7. Josh Ritter – So Runs The World Away
8. The Radio Dept – Clinging To A Scheme
9. Yann Tiersen – Dust Lane
10. World’s End Girlfriend – Seven Idiots

Ξένη πεζογραφία
1. Γκαλεάνο Εντουάρντο– Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία [Πάπυρος]
2. Γκρούνμπεργκ Άρνολντ – Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου [Καστανιώτης]
3. Ινφάντε Γκιγιέρμο Καμπρέρα – Τρεις ταλαίπωρες τίγρεις [Τόπος]
4. Κάρβερ Ρέιμοντ – Αρχάριοι [Μεταίχμιο]
5. Λοτζ Ντέιβιντ – Ανήκουστος βλάβη [Bell]
6. Μπάλαρντ Τζέι Τζι – Θαύματα της ζωής. Αυτοβιογραφία [Οξύ]
7. Συλλογικό – Γοτθικές Ιστορίες από Βικτoριανές Συγγραφείς [Ars Nocturna]
8. Τραπέγιο Αντρές – Μέρες και νύχτες. Το ημερολόγιο του Χούστο Γκαρθία Βάγιε [Πόλις]
9. Τσιόλκας Χρήστος – Νεκρή Ευρώπη [Printa]
10. Χόρνμπυ Νικ – Η Τζούλιετ γυμνή [Πατάκης]

Ελληνική πεζογραφία
1. Αξιώτης Διαμαντής – Λάθος λύκο [Κέδρος]
2. Γρηγοριάδης Θεόδωρος – Ο χορευτής και ο δερβίσης [Πατάκης]
3. Γουδέλης Τάσος – Η παρουσία [Κέδρος]
4. Καβανόζης Κώστας – Του κόσμου ετούτου [Κέδρος]
5. Κολλιάκου Δήμητρα – Η αρρώστια των βουνών [Πατάκης]
6. Νικολαΐδου Σοφία – Απόψε δεν έχουμε φίλους [Μεταίχμιο]
7. Ξυλούρη Μαρία – Rewind [Καλέντης]
8. Σερέφας Σάκης – Θα σε πάρει ο δρόμος [Κέδρος]
9. Συλλογικό – To βιβλίο του κακού [Μαγικό Κουτί]
10. Χρυσόπουλος Χρήστος – Ο βομβιστής του Παρθενώνα [Καστανιώτης]

Μικτό Δοκίμιο
1. Βλαβιανός Χάρης – Χρυσόπουλος Χρήστος – Το διπλό όνειρο της γραφής [Πατάκης]
2. Γουίλσον Τζόναθαν – Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα. Η ιστορία του ποδοσφαίρου, των τακτικών και των συστημάτων του [Polaris]
3. Ελευθεράτος Διονύσης – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις; [Τόπος]
4. Θέμπρον Κόλιν – Στη σκιά του Δρόμου του Μεταξιού [Πάπυρος]
5. Ίγκλετον Τέρρυ – Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική [Το Πέρασμα]
6. Μπόρχες Χόρχε Λουίς – Σάμπατο Ερνέστο – Διάλογοι [Printa]
7. Ντεμπρέ Ρεζί– Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου [Πόλις]
8. Συλλογικό – Η τέχνη της γραφής [Τόπος]
9. Συλλογικό – Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80 [Το Πέρασμα]
10. Χίτσενς Κρίστοφερ – Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα [Scripta]

Όπως πάντα η σειρά είναι αλφαβητική, ενώ στη λίστα των τραγουδιών ευνόητα δεν περιλαμβάνονται κομμάτια από την λίστα των δίσκων. Περιλαμβάνονται και οι 2-3 τελευταίοι μήνες του 2009. Πρώτη δημοσίευση στο σχετικό Αφιέρωμα – Ανασκόπηση του 2010 του Mic.gr εδώ.

Η λίστα κατασκευάστηκε εν πλω, χωρίς καμία γραπτή βοήθεια, σκονάκι, ημερολόγιο ή ό,τι άλλο. Γι’ αυτό και ξεχάστηκαν άλλα τόσα αλλά δεν έχει σημασία: ό, τι βρήκαμε άξιο παρουσίασης, θα παρουσιαστεί με τον γνωστό μας τρόπο. Ευχές για ηδονικές αναγνώσεις και γραφές.

Στις φωτογραφίες: Damien Jurado, World’s End Girlfriend, Eduardo Galeano, Χρήστος Χρυσόπουλος (φωτ. Κώστας Ισιδώρου), Regis Debray.

11
Νοέ.
09

50 ομορφότατα τραγούδια των ’00s [2000-2008]

Στην ατέλειωτη σειρά των συλλογικών αφιερωμάτων του mic.gr έχουν ως σήμερα μεταξύ άλλων δημοσιευτεί ατέλειωτες λίστες και κείμενα για τα «καλύτερα»/πιο αγαπημένα soundtracks, ντουέτα, οργανικά (instrumentals), διασκευές, συλλογές, live δίσκους, για θέματα όπως Μουσική και Λογοτεχνία, για μουσικά είδη όπως η Ηλεκτρονική Ποπ. Ακόμη, για τραγούδια σκοτεινά, «θρησκευτικά», της ερωτικής απογοήτευσης, του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων, απολύτως προσωπικά ή απολύτως «υγρά» (όπου το Πανδοχείο για λόγους ντροπαλοσύνης και σεμνότητος αρνήθηκε να συμμετάσχει).

Το πιο πρόσφατο αφιέρωμα αφορά τα 50 αγαπημένα (και πιθανώς αντιπροσωπευτικά) τραγούδια της δεκαετίας των 00s, ήτοι 2000-2009. Το Πανδοχείο επέλεξε τραγούδια μόνο της οκταετίας, εφόσον πολλά από τα υπέροχα φετινά χρειάζονται σαφώς περισσότερη δοκιμασία στο χρόνο. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το συνολικό αφιέρωμα εκεί. Ολόκληρη η σειρά των αφιερωμάτων του mic.gr εδώ. Για κάποιες προσωπικές συμμετοχές του Πανδοχέα βλ. πλευρική στήλη, κατηγορία Ηδονών Κατάλογοι.

1.Spiritualized – Do it all over again
2.The Mighty Wah! – Sing all the saddest songs
3. Ed Harcourt – Revolution in the heart
4. Chumbawamba – Pass it along
5. Arcade Fire – Neighborhood # 1 (Tunnels)
6. Jackie Leven – Sexual Jealousy of Jesus Christ
7. Mull Historical Society – Walking Xanadu
8. Cinerama – 10 Denier
9. Alpinestars – Keep it coming
10. M83 – Moonchild

11. Blue States – Across the wire
12. Hidden Cameras – The animals of prey
13. Ute Lemper – Passionate fight
14. Apoptygma Berzerk – Suffer in silence
15. Micah Hinson – Patience
16. Flotation Toy Warning – Donald Pleasance
17. Damon and Naomi with Ghost – The mirror phase
18. Baba Zula – Sipa
19. Matt Elliott – What The Fuck Am I Doing On This Battlefield
20. Heist – Cold War

21. Dan Deacon – Wham City
22. The Open – Two lovers in the rain
23. Sparks – More than a sex machine
24. Czars – Drug
25. Sigur Ros – Glosoli
26. The Black Heart Procession – A sign on the road
27. Richard Hawley – Tonight The Streets Are Ours
28. The Soundtrack of Our Lives – Nevermore
29. Isolation Years – Naked natives
30. Voodoo Child – Light is in your eyes

31. Shack – Cup of tea
32. Handsome Family – I fell
33. Delaware – Butterfly Kiss
34. Bent – King Wisp
35. Spearmint – I didn’t buy you flowers
36. Kirlian Camera – Recorded Memory
37. Their Hearts Were Full Of Spring – As Long As The Sun Shines 38. Laibach – Rossiya
39. Cuban Boys – Inertria Kids
40. I’m from Barcelona – We’re from Barcelona

41. Isihia – Gospodi Vozvah
42. Richard Swift – Lovely night
43. My Morning Jacket – The way that he sings
44. Warzaw Village Band – Chassidic Dance
45. Death In June – Many enemies bring much honour
46. Aspera – Birds fly
47. Clann Zu – From Bethleem to Jenin
48. Ulrich Schnauss – In all the wrong places
49. Ashram – 5 steps…
50. Laurent Garnier – Last tribute from the 20th Century

Spiritualized – Do it all over again (2001) λοιπόν…

Πέρα από ένα κομψότεχνο τραγούδι γρήγορης φολκ ή αργής κάντρι, ή ροκόμορφης ποπ, το Diaoa έχει πολλαπλάσια αξία επειδή προήλθε από τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Που 6 χρόνια πριν είχε βρεθεί στον πάτο της θλίψης, με τον ψυχισμό διασκορπισμένο στο διάστημα, και τώρα ξαναμιλούσε για έρωτες, ήλιους το πρωί, κόσμους που γυρίζουν ξανά, για κάτι που φαίνεται όμορφο και πάλι. Στο βίντεο ο Jason Pierce υπερίπταται του φωτεινού κόσμου αλλά έχει πλέον την πλάτη γυρισμένη στην πτώση και τους εφιάλτες της.

Στις φωτογραφίες: Κόρη από ένα Μελλοντικό Μουσείο. Οι γαλάζιες διαθέσεις του Ed Harcourt αντανακλώνται στο περιβάλλον του. Ο πότης του Matt Elliott έφτασε στην λήθη της μέθης. Ο Richard Hawley είναι σίγουρος πως οι δρόμοι σήμερα είναι δικοί του. Οι Laibach αρνούνται να αφήσουν το Σκληρό τους Θέατρο. O John Grant των Czars αντιμετωπίζει ως πρέπει τα πλήκτρα του πιάνου: με δέος. Ο Jason Pierce των Spiritualized πήγε πολύ κάτω. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε όταν επέστρεψε ήταν αυτό το τσιγάρο. Και ο Richard Swift θυμάται εκείνη την υπέροχη νύχτα.
17
Ιολ.
09

Ηχητικά Μνημεία της Δεκαετίας του Εβδομήντα

Από το Καθαρτήριο των Αφιερωμάτων του Mic.gr κληθήκαμε σε πρώτη φάση να καταθέσουμε λίστα τριάκοντα Δίσκων – Ηχητικών Μνημείων της Δεκαετίας του Εβδομήντα, και σε δεύτερη να υπερασπιστούμε τις επιλογές μας εκείνες που συμπεριελήφθησαν στην τελική συλλογική πενηντάδα. Βλ. λίστες και κείμενα για τις θέσεις από 1-10 εδώ, από 11-30 εκεί και από 31-50 παραπέρα. Ακολουθούν οι Τριάκοντα και οι Τέσσερις.

1.John Cale – Paris 1919
2.Lou Reed – Berlin
3.ABBA – Arrival
4.David Bowie – Low
5.Crass – The Feeding of the 5000

6.Suicide – S/T
7.Wire – Pink flag
8.The Velvet Underground – Loaded
9.John Cale – Fear
10.David Bowie – Heroes

11.The Pop Group – Y
12.Hawkwind –Warrior on the edge of time
13.Lou Reed – Transformer
14.Brian Eno – Another Green World
15.Kevin Coyne – Matching Head And Feet
16.David Bowie – Aladdin Sane
17.Buzzcocks – Another music in a different kitchen
18.Big Star – Radio City
19.Leonard Cohen – Songs of Love and Hate
20.George Harrison – All Thing Must Pass
21.Curtis Mayfield – Superfly
22.Miles Davis – Bitches Brew
23.John Cale – Vintage Violence
24.Magazine – Secondhand daylight
25.Don Cherry – Organic Music Society
26.Deep Freeze Mice – My Geraniums Are Bulletproof
27.Blue Oyster Cult –Agents of Fortune
28.Arthur Brown – Galactic Zoo Dossier
29.Electric Light Orchestra – Out of the blue
30.Terry Riley – Persian Surgery Dervishes

John Cale – Paris 1919 (1973)

O John Cale υπήρξε ο απόλυτος μοντερνιστής του ροκ εντ ρολλ: Πρώτα διέλυσε την ορθόδοξη φόρμα του είτε θρυμματίζοντας τα συστατικά του είτε ως Βελούδινος Αντεργκράουντερ είτε παγώνοντάς το στον απόλυτο κλασικιστικό μινιμαλισμό του Academy in Peril είτε λούζοντάς το στην πιο θερμή αβαν-γκαρντ των La Monte Young, Tony Conrad, Terry Riley. Κι επειδή δεν νοείται μοντερνισμός χωρίς παράδοση και χωρίς μοντέρνα χρήση αυτής ακριβώς της παράδοσης, έφτιαξε έναν από τους μαγικότερους δίσκους της δεκαετίας, με το μελωδικότερο ροκ εντ ρολλ, τις σπαρακτικότερες μπαλάντες, τους σαρκαστικότερους δραματισμούς, τις συμφωνικότερες ορχη + στρώσεις.

Διαβασμένος της λογοτεχνίας και της σύγχρονης σκέψης όσο ελάχιστοι, ξεκινούσε με φόρο τιμής στη μόνη κοινή πατρίδα που έχουμε όλοι (την παιδική μας ηλικία), τραγούδησε τον Dylan Thomas όπως κανείς ποτέ δεν τραγούδησε [Child’s Christmas in Wales], υποδέχτηκε τον Μάκβεθ σε ένα μέρος τραγικότερο από τα πεδία των μαχών (:στο σπίτι του) [Macbeth] και τελείωσε φλεγματικά ως τυπικός Ουαλός παρέα με τον Graham Greene [Graham Greene]. Η Σύνοδος των Βερσαλλιών υπήρξε μόνο η αφορμή. Ξέρουμε πως μετά θα παίξει το πρωιμότερο πανκ και θα βγει ξανά στους βρώμικους δρόμους.

David Bowie – Low (1977)

Η Μπαουική «Τριλογία του Βερολίνου» υπήρξε η απόλυτη ηχοποίηση της Μοναχικού Ευρωπαίου της Μοντέρνας Πόλης. Τι σήμαινε άραγε ο τίτλος Low; Τις χαμηλές διαθέσεις του Bowie (εκδοχή του παραγωγού Tony Visconti που ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τις ηχογραφήσεις), την προσγείωση μετά την ναρκωτική περιπλάνηση από Station to Station, την βουτιά στην τέχνη προς εξεύρεση απαντήσεων; Ή ένα νέο σπαρακτικό Low profile που ενδύεται ο βασανισμένος καλλιτέχνης κι επιχειρεί να κινηματογραφηθεί στο εξώφυλλο;

Ο δίσκος έμοιαζε πρωτόγνωρος, με την μια πλευρά γεμάτη αγκάθινα ποπ συρματοπλέγματα και την άλλη γεμάτη οργανικά συμπλέγματα. Ο πρώτος άξιος απόγονος της κληρονομιάς των Kraftwerk και των Neu! έπρεπε να διαμοιραστεί, και ορθώς, σε αυτό το στοιχειωτικότερο δυνατό ροκ εντ ρολ και στα ρομποτικά πληκτρολογίσματα.

Έχω την αίσθηση πως η σπορά του Low θα φανεί περισσότερο στα επίγονα τέκνα του Post-punk, του New Wave και του Industrial – πέρα από το γεγονός ότι έσπρωξε πολλούς μουσικούς προς τα εκεί ή πασπάλισε με την διαβολική του σκόνη την αύρα των ειδών αυτών. Οι Wire, οι Joy Division, οι Bauhaus, οι Public Image Ltd θα δείξουν πόσο Low έπεσαν και άκουσαν. Η αρχή των Tuxedo Moon βρίσκεται στο Warzawa, του Billy Mckenzie και των Associates στο The Secret Life of Arabia. Τα αερόβια κήμπορντς των New Order και το θεόλευκο dance rock στο Sound and Vision. Θα ακολουθήσει το διαφορετικά θυελλώδες Heroes, πάντα μαζί με τον Eno, είκοσι χρόνια προτού πέσει το Τείχος.

Lou Reed – Transformer (1972)

Transformer: ο απόλυτος απογυμνωτής του ροκ εντ ρολ που πετούσε σα στάχτη τους περιττούς θορύβους, τo χαμένο τέταρτο των Velvet Underground, η απλούστερη εκδοχή του γκλαμ, η επιτομή του νεοϋορκέζικου ροκ εντ ρολλ, ένας δίσκος που θα μπορούσε να ανήκει στον παραγωγό Bowie αν δεν έβγαινε μόνο από τις ίδιες τις φλέβες του Lou. Το Transformer δεν είναι μόνο το Vicious (η τελειωτική παραγγελία του Warhol), το Perfect Day (ο απόλυτος ύμνος πάνω στον έρωτα που μας κάνει να είμαστε άλλος και είναι ναρκωτικότερος των ναρκωτικών) ή το Walk on the wild side (η απόλυτη κινηματογράφηση των αντίθετων-από-κάθε-κανονικό ανθρώπων). Είναι το σύνολο των έντεκα τραγουδιών – βημάτων προς το μοναδικό μέρος που μπορεί να υπάρξει το ροκ εντ ρολλ: στο δρόμο.

Brian Eno – Another Green World (1975)

Εδώ έγινε η στροφή: εδώ άρχισαν να ελαττώνονται οι λέξεις και να επικρατεί η μουσική, εδώ πολλαπλασιάστηκαν τα όργανα, εδώ το ροκ εντ ρολ έπρεπε πλέον να ξεχειλωθεί, να υπονομευτεί, να παραμορφωθεί χωρίς να χάσει την παραμικρή ουσία. Αφήνοντας πίσω κάθε παραδοσιακή κατασκευή άλμπουμ, μπήκε χωρίς αποσκευές στο στούντιο, άφησε τα αναρίθμητα όργανα να τον οδηγήσουν, και ξανάκανε το ίδιο μετά βγάζοντας ήχους πάνω στα τραγούδια, αφήνοντάς τα δια ζώσης να τον οδηγήσουν στις λέξεις και την ερμηνεία. Στον Another Green World βρίσκονται: μια αφετηρία της ηλεκτρονικής μουσικής που μας ενθουσιάζει σήμερα, το προοίμιο της Ποπ Μηχανικής, το απόσταγμα του άρτ ροκ, όχι με την γνωστή ταμπέλα, αλλά με την κυριολεκτική σημασία κάθε τραγούδι να κατασκευάζεται και να μοιάζει ως έργο τέχνης.

16
Φεβ.
09

Καρδιοθραύστριες, αντέχουμε ακόμα! (Το σάουντρακ της ερωτικής απογοήτευσης)

Στα ομαδικά αφιερώματα του mic.gr, αφιερώματα όπου συγκροτούνται Ιδανικές Λίστες για Οριακές Καταστάσεις, κάποιος σκέφτηκε να τιμωρήσουμε κάτι ψεύτες εορτάζοντες «αγίους του έρωτα» με το σάουντρακ της χυλόπιτας. Το Πανδοχείο είναι πάντα ανοικτό στους απανταχού ερωτολαβωμένους, όποια ώρα της νυκτός κι αν καταφτάσουν.

Όμως…χυλόπιτα; δεν γνωρίζω τι είναι αυτό. Δεν μου έχουν ποτέ αποκρούσει την προσφορά των ψυχοσυναισθηματικοσαρκικών μου υπηρεσιών. Καμία γυναίκα δεν αρνήθηκε την γλυκύτητα που κρύβω στα βάθη μου, καμία δεν ενοχλήθηκε από την ασχήμια μου, την ηλικία μου, την κοιλίτσα μου ή τις ιδιοτροπίες μου. Απεναντίας, όλες μου έλεγαν πως αυτά ακριβώς έψαχναν στη ζωή τους. Έχω όμως ένα παρεμφερές πρόβλημα: φεύγουν από κοντά μου πάρα πολύ γρήγορα. Με έχουν χωρίσει και μετά από μισό λεπτό «σχέσης». Συγχωρήστε μου λοιπόν την αλλαγή του θέματος, έτσι κι αλλιώς με τόσους άλλους εδώ δίπλα δεν θα γίνει αντιληπτό … [σύστημα που μου έκαναν πρόσφατα σε γυμνασιακή τάξη]. Εφόσον η χυλόπιτα δεν είναι παρά ένας χωρισμός μιας θα-μπορούσε-να-γίνει-σχέση, ιδού ένα σχέδιο έτοιμων τραγουδιών χωρισμού και συντριβής, που μπαίνει σε εφαρμογή σε τέτοιες περιπτώσεις – τα έχω μάλιστα μπροστά μπροστά στο ράφι, όταν ανεβαίνω πάνω του.

Σε κάθε περίπτωση, φροντίζω να μετατρέπομαι σε ήρωα ενός διηγήματος που δεν γράφτηκε ή ενός τραγουδιού που περιμένει τον ενσαρκωτή του. Ονειρεύομαι π.χ. πως από εμένα εμπνεύστηκαν οι Steve Nieve και Elvis Costello το απόλυτο άσμα θεαματικού χωρισμού, το σπαραξικάρδιο Passionate fight, που ανέλαβε να διεκπεραιώσει όχι χωρίς συνέπειες η κυρία Ute Lemper. Πως η τελευταία μου παθιασμένη πάλη με την ηρωίδα έγινε κάτω από μια λάμπα σαράντα βατ που τρυπούσε το σκοτάδι, πως στην τελευταία μας συνάντηση κομμάτια έπεφταν από παντού κι εμείς πάνω στα απομεινάρια γελούσαμε και σπαράζαμε, της έλεγα Tell me my dear, are you more or less mine? κι εκείνη απαντούσε σαν την Σόφι του Στάιρον now this isn’t love it’s what you do in spite of it.

Άμεσες παρενέργειες Ι: Μελαγχολία
The Chills – Doledrums: Stay in bed much to late / Scanning situations vacant / The face in the mirror gets withered and old / My skin is grey, I can’t go on, I’m always cold

Σε σχέση με τις ασήκωτες λέξεις της κατάθλιψης και της απελπισίας, πιο τρυφερή και κουδουνιστή ακούγεται η ντόλντραμς. Ο Martin Phillips που μας την γνώρισε είχε όλους τους λόγους να ντολντραμίζεται, χάνοντας τον έναν μετά τον άλλον φίλους κι αγαπημένους – ε δεν θα έζησε κι αυτός τις ερωτικές του πίκρες; Τόσο ανεβαστικός ρυθμός, τόσο καταβυθιστική διάθεση.

Counting down lonely hours / Drinking lots and taking showers/ I no longer dream about the rest of my years / I check the little box, does anyone care.

Ιστορία 2η: Χωρισμός – έπος
Κανένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου δεν μπορούσε να τον προστατέψει από το φως που τρυπούσε τα βλέφαρά του, από τις κραυγές των γλάρων που τρέφονταν από τα ψάρια και μαστίγωναν τον κόλπο μέχρι να κοκκινίσει, πετώντας σε κύκλους. Εκείνος κολύμπησε ως την άκρη του βράχου, γεμάτος χαρακιές στο δέρμα, αλατόνερο στα μάτια και τα χέρια του, αλλά δεν ένιωθε τίποτα· κανείς δεν υπήρχε να τον αγκαλιάσει, να τον φωνάξει με το όνομά του, να τον ντύσει, να του πει «ησύχασε αγόρι μου, δεν χρειάζεται να τελειώσει έτσι». Θυμόταν μετά την ανακοίνωση του χωρισμού τους, την νύχτα που πέρασε σ’ ένα παραθαλάσσιο μοτέλ, με μια άγνωστη ξαπλωμένη δίπλα του και την βροχή να χτυπά δυνατά πάνω από, καθώς εκείνη τον ρωτούσε «τι συμβαίνει αγάπη; πίνεις για να θρηνήσεις ή για να ξεχάσεις;». Κι εκείνος φώναξε στα θαλασσοπούλια «μπορείτε να με πάρετε τώρα, δεν φοβάμαι να πεθάνω», αλλά εκείνα έκαναν πως δεν τον άκουσαν, μόνο τον κοιτούσαν με τα φωτεινά μεγάλα τους μάτια, γιατί θα μπορούσαν να βγάλουν τα μάτια από κάθε ετοιμοθάνατο πλάσμα αλλά δεν θα άγγιζαν ποτέ την μοναχική φιγούρα που κειτόταν στην παραλία… [The Triffids – Seabirds]

Άμεσες παρενέργειες ΙΙ: Μελόδραμα
Δυο από τους κλαφτικότερους τραγουδιστάδες των 90ς και των70ς σμπαράλιασαν ισάριθμα κλισέ της ερωτικής σχέσης: την ψευδαίσθηση πως δεν θα τελειώσει ποτέ και την συλλογή διαφόρων βλακωδών αντικειμενιδίων: Ηappy Endings και From souvenirs to souvenirs από Pulp και Demis Roussos αντίστοιχα – το δεύτερο με τον στίχο – μαχαίρι (κουζίνας) There’ll never be another you.

Άμεσες παρενέργειες ΙΙΙ: Ποίηση
Ann Clarke – If I could: Αν τα τραγούδια μπορούσαν να αποφασίσουν από μόνα τους τι θα διάλεγαν; Να συνδεθούν άπαξ δια παντός με κάτι οριακό (όπως π.χ. με ορισμένες δύσκολες, πολύ δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες στιγμές) και να το θυμίζουν δια της σιωπής τους ή να παίζουν στα γήπεδα της καθημερινής ρουτίνας; Ακούω το If I could δυο με τρεις φορές το χρόνο – όσο δηλαδή αντέχω την ψιλοβελονιά που κάνει το βιολί του στο μνημονικό του οργανισμού μου.

Ιστορία 3η: Χωρισμός αυτοανάφλεξης

Δεκαπέντε όροφοι ψηλά, οι μαύρες κουρτίνες τραβηγμένες, κι ο ήλιος ένα κωλόπαιδο που φτύνει και μετά φεύγει. Η τηλεόραση μουρμουρίζει, ένας σωρός γράμματα σκορπισμένα στο χαλί, απομεινάρια και λογαριασμοί που μυρίζουν γάτα. Τρεις πεινασμένες γάτες που κυνηγούν η μια την σκιά της άλλης, κάποτε χυμούν πάνω του καταμεσίς της νύχτας, τον γδέρνουν, τον δαγκώνουν, μα αυτός έχασε κάθε θέληση να πολεμήσει, κάθε θέληση να κινηθεί. Πέρασε ένας μήνας, θα περάσει κι άλλος, μέχρι το σπάσιμο της πόρτας, θα τον πάρουν μακριά, θα τον γδύσουν να τον καθαρίσουν και θα τον κλειδώσουν σ’ ένα κουτί κάπου δεκαπέντε πατώματα ψηλά… [Legendary Pink Dots – The more it changes]

Κασέτα: Υπεράνω (υπό τους ήχους άψογης jazz soul): Lou Rawls – You’ll Never Find Another Love Like Mine / Αξιοπρεπής στάση: Apoptygma Berzerk – Suffer in silence. / Βοήθεια από την πλησίον: Mesh – Can You Mend Hearts? / Το σάουντρακ του καρδιοσπασίματος: Electric light orchestra – Αnother heart breaks, Spiritualized – Broken Heart / Απότομη μεταβολή βαρομετρικού: Husker Du – Pink Turns To Blue / Αποχώρηση από τον τόπο του εγκλήματος: Black Heart Procession – Sympathy crime / Υποκριτική αδιαφορία: Εν Πλω – Φεύγεις; Δεν σ’ αρέσανε… και φεύγεις; / λες και το βράδυ δεν θα μπορώ να κοιμηθώ…
Σεκανς: Engelbert Humperdinck – Man without love: Θυμάμαι μια σκηνή που είδα σ’ ένα φεβρουαριάτικο αφιέρωμα στο σύγχρονο αγγλικό σινεμά το 2000 – δεν έχω πρόχειρα τα κιτάπια της εποχής για να βρω τα στοιχεία (επιφυλάσσομαι). Ένας εντελώς καθημερινός, ατσούμπαλος κι απαρατήρητος άντρας κάθεται μοναχούλης στην συνοικιακή καφετέρια της άθλιας κωμόπολής του. Στα ηχεία ακούγεται το μελοτραγουδιστό δίστιχο Everyday I wake up/then I start to break up/lonely is a man without love. Ο φίλος μας κοιτάζει λυπημένος το τραπέζι, φεύγει προτού τελειώσει την μπύρα του. Στο τέλος του έργου μείναμε καρφωμένοι όρθιοι ελπίζοντας να βρούμε τον αυτουργό στα credits. Μα φυσικά, πώς και δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα; Ο μέγας κρουνοποιός – Σινάτρες, και Σία τρώνε τη σκόνη του – Ενγκ…ουφ…γλωσσοδέτης.  Θυμάσαι Γ.Π.;

Τίτλοι τέλους
John Cale – Ι keep a close watch: Το ότι αρκούν μια δεκαπεντάδα τραγούδια του συγκεκριμένου ανθρώπου να εκφράσουν όλη μου τη μέχρι τώρα ζωή σημαίνει ότι δεν ήταν και τόσο πλούσια; Σε εσάς εδώ μέσα μιλάω, για κάθε αφιέρωμά που θα μας ορίζετε, έχω έναν σημαδευτικό Cale. Ετούτο το σπαρακτικό κομμάτι βρίσκεται ταυτόχρονα σε τρία σημεία: σε διαφορετική εκτέλεση εντός δυο αντιδιαμετρικά αντίθετων δίσκων (όπως άλλωστε δήλωναν οι τίτλοι τους: Ελένη της Τροίας ο ένας, Μουσική για μια Νέα Κοινωνία ο άλλος) και βαθιά μέσα μου.

I still hear your voice at night / When I turn out the light / And try to settle down / But there’s nothing I can do / as I can’t live without you

Κατά τα άλλα, εξακολουθώ να επιμένω πως η επιτομή της μοντέρνας ερμηνείας της ερωτικής θλίψης βρίσκεται στο Reports from the heart, εκείνου του μικροσκοπικού αλλόκοτου νέου με τα σχιστά μάτια, που έγραψε τους στίχους κάποιου In a manner of speaking – Winston Tong.

Στις φωτογραφίες: Bertrand Eberhard, Ute L., Segel, Anne C., Spiritualized, John C., Winston T. (δεν είναι όμως λύση αυτή, Winston).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

22
Ιολ.
08

Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο

Ευτυχώς ο ανεξάντλητος ποιητής και στιχοποιός Ευγένιος Αρανίτσης με την φερώνυμη ποιητική του συλλογή με απάλλαξε από τον κόπο να ψάξω τίτλο για το κείμενο. Εύγε νιε. Άλλωστε δεν μπορώ να κρύψω πως έχω σε ειδικό φάκελο θησαυρίσματα για αυστηρά εποχιακή χρήση.

Φαίνεται πως η κίτρινη εποχή προκαλεί δονήσεις ανά τις άκρες της γης, από την Αυστραλία έως τη Σουηδία. Φαίνεται επίσης πως διαλέγει να εκφραστεί μέσα στους καλύτερους δίσκους που έβγαλαν ποτέ δύο από τα πλέον αξιοσέβαστα σχήματα των παραπάνω τόπων. Δύο κορυφαία κομμάτια για το καλοκαίρι είναι τα Hell Of A Summer (Τriffids) και Pretty Days In The Summer Time (Watermelon Men), από τους καλύτερους δίσκους τους Treeless Plain και Past, Present and Future, που θα φυτέψουν καλοκαιρίες στην καρδιά σας.

Φαίνεται επίσης πως το καλοκαίρι εμπνέει για ιδανικούς ποπ ύμνους, αν κρίνουμε από τα Sun Sea Sand (Revolving Paint Dream) και The Summer You Love (St. Christopher). Το πρώτο το γνωρίσαμε από το ψυχεδελικό ποπ ντεμπούτο τους Off to heaven, στα καλά χρόνια της Creation. Μέσα στη δίλεπτή του διάρκεια η φωνή της Christine Wanless σε βουτούσε σε πελάγη ηλιόκαυστης μελαγχολίας. Δεν είναι πλέον δυσεύρετο, κυκλοφόρησε remastered μαζί με τα υπόλοιπά τους το 2006 στη συλλογή Flowers in the sky. Το δεύτερο, όπως και πολλά άλλα σιροπιαστά τους, δεν περιλαμβάνονταν σε δίσκο, αλλά στην πίσω πλευρά ενός σίνγκλ (εδώ του You Deserve More Than A Maybe) Καμπανιστές κιθάρες και ευάερα πιατίνια για ένα ακόμα καλοκαίρι που περίμεναν να είναι το καλύτερο (και προφανώς την πάτησαν, όπως κι εμείς κάθε φορά…).

Αισθήσεις όπως εκείνη της περιπλάνησης ή του αργού ψησίματος στο ηλιακό καμίνι εκφράζονται τέλεια και παύλα με τις σπονδές των ευγενών αυστραλών ψυχεδελιστών Moffs και του υποχθόνιου Mick Harvey στα Another Day In The Sun (με δροσερό απογευματινό του αντίστοιχο το By The Breeze) και The Sun Directly Overhead αντίστοιχα. Φυσικά ορισμένα στιγμιότυπα δεν έχουν θέση στην τριάδα των περισσευούμενων εποχών. Έχει μάλιστα φτάσει η στιγμή που οι αισθήσεις της άμμου στο παπούτσι και του χαζέματος παντός πλεούμενου απέκτησαν μουσική έκφραση που από μόνη της μεταδίδει ραστώνη: Sightseeing Boat (Isolation Years), Sand In Your Shoe (Αspera).

Όμως το θέρος προκαλεί και τέλειες αυταπάτες και προσμονές, αν κρίνουμε από τα ηδυπαθή Let’s Pretend It’s Summer (Brian Jonestown Massacre) και Indian Summer (James Taylor Quartet). Τα προτείνουμε όχι λόγω των ψευδαισθησιακών τίτλων αλλά και λόγω της πλαστής αναβίωσης ευγενών ειδών, όπως η ψυχεδέλεια και η acid jazz. Άψογα εις το ψευδο-είδος τους! Να προσθέσουμε την αναζήτηση του πολυτιμότερου καλοκαιρινού φίλου (του σερβιτόρου) για τον οποίον επιτέλους γράφεται ικανό κομμάτι (The black heart procession – The waiter 5), τις περίεργες ωκεάνιες μνήμες που αισθανόμαστε στα απανταχού καταστρώματα (Jack or Jive – Memory of the ocean) και ένα που περίσσεψε αλλά είναι από τα αγαπημένα μου: Τhe soundtrack of our lives – Lone summer dream. Για τίτλους τέλους έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ μιας ροκ εντ ρολλ υποτιθέμενης άνεσης (Leather Nun – Summer’s So Short) ή μιας δακρύβρεχτης ποπ θλίψης (Hit Parade – Now The Holiday’s Over). Now the holiday’s over, I’m shaking sand from my shoes and my bag, now it’s over… Πάντως την μεγαλύτερη ποσότητα αλατιού βρίσκουμε στους δύο δίσκους των τριών/τεσσάρων κοριτσιών της Cherry Red, των Marine Girls (Beach Party και Lazy Ways), που κυκλοφόρησαν μαζί: κατά βάση με ακουστικές κιθάρες και αυτοσχέδια κρουστά, θαρρείς φτιάχτηκαν πάνω στην άμμο και δίπλα σε σκηνές.

Η λογοτεχνική ανίχνευση του θέρους είναι ακόμα δυσκολότερη, εφόσον αναρίθμητα μυθιστορήματα έχουν εντός τους καλοκαιρινές σελίδες. Όμως η χρήση αντίστοιχου λεξιλογίου στον τίτλο δείχνει ή κρύβει αρκετά περισσότερα: Αδιάβαστα εξακολουθώ να έχω τα Μετά από πολλά καλοκαίρια του Άλντους Χάξλευ, Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι της Ντόρις Λέσσινγκ και το μυθικό πλέον Δέκα και μισή βράδυ καλοκαίρι της Μαργκερίτ Ντιράς. Από την Καλοκαιρινή γραφή του Τρούμαν Καπότε και το Καλοκαιρινό ειδύλλιο της Πατρίσια Χάισμιθ, αμφότερα βουτημένα σε μελαγχολίες και σαρκασμούς, προτιμώ τις εκδοχές από δύο συγγραφείς που ύμνησαν σε πολλές σελίδες όλα όσα φέρνει και παίρνει το αγενές τούτο τρίμηνο: Ένα επικίνδυνο καλοκαίρι του Έρνεστ Χέμινγουεη και ένα Ωραίο Καλοκαίρι του Τσέζαρε Παβέζε. Μην σας παρασύρουν τα επίθετά τους, είναι σχετικά.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Team.asp?id=13745

21
Απρ.
08

Μικρό κουτί μεγάλων εβδομάδων

Ό,τι κυνηγάς ανοίγει δρόμο σκοτεινό / σε τραβάει και σε κλείνει σε ψηλό γκρεμό.

Από κάποια παράδοξη συνήθεια συνδυάζω εδώ και χρόνια το Πάσχα (και ειδικότερα ένα ικανό χρονικό διάστημα πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή) με μια προσωπική πλοήγηση προς μια διαφορετική, εσωτερικότερη ζωή. Όχι από καμία αίσθηση θρησκευτικότητας, ούτε από τη γνωστή απεγνωσμένη προσπάθεια να βιώσουμε σώνει και καλά κατανύξεις, μετάνοιες και κοινές συμμετοχές στα «Θεία Πάθη». Απλώς αντιμετωπίζω εν στρατιά φαντάσματα και φαντασμαγορίες του παρελθόντος με τα οποία δεν έχω ξεμπερδέψει κι ούτε πρόκειται. Τα οδυνηρά πρώτα μου θυμίζουν όλα εκείνα που κυνήγησα και δεν κατάφερα, οι ελπιδοφόρες δεύτερες… λειτουργούν και πάλι σαν σειρήνες. Πιστός σε αυτές τις προσωπικές τελετουργίες, διατηρώ ένα κουτί μουσικής και βιβλίων που ακούω και διαβάζω μόνο τέτοιες ημέρες. Κυριολεκτώ. Οι δίσκοι δεν ξανακούγονται τον υπόλοιπο χρόνο, τα μυθιστορήματα μένουν στη μέση μέχρι την επόμενη χρονιά, μόνο τα διηγήματα ξαναδιαβάζονται (και ποτέ δεν είναι τα ίδια). Σας το ανοίγω:

ΔΙΣΚΟΙ
Βόρειοι βαλκανικοί γείτονές μας από μια χώρα που κάποτε λεγόταν Γιουγκοσλαβία, οι Αnastasia (Anastacuja) αποτελούν την ιδανικότερη μουσική για το κλίμα που επιθυμώ. Έχουν βγάλει τρεις συναρπαστικούς μεγάλους δίσκους και τέσσερις μικρότερους (Na Rekah Vavilonskih, Ikona/Mansarda, Face/Burn) κι έκτοτε έχασα τα ίχνη τους. Δεν έχω ξαναβρεί παρόμοιο χωνευτήρι βυζαντινών, βαλκανικών, τελετουργικών, dark και ροκ στοιχείων και στοιχειών. Σα να παρακολουθείς τα πάθη της φύσης, σα να βλέπεις βυζαντινές τοιχογραφίες σε κίνηση. Το Melourgia (1997) δίνει το βάρος στην παραδοσιακή πλευρά, τo Nocturnal (1998 ) στην ηλεκτρονική και το κορυφαίο όλων Before the rain (1994), σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Milcho Manchevski, ενώνει τα παραπάνω σε μια κορυφαία επιτομή. Άσματα έμμονα τα Time never dies, Coming home Pt. 1 και Pt. 2, Pass Over, Death of Alexander – ηχητικές εκφράσεις του Αέναου Χρόνου, της Επιστροφής στο σπίτι, του Περάσματος και του Θανάτου αντίστοιχα.

Μερικά χρόνια νωρίτερα (1986) οι Paul Lemos and Joe Pappa, ένας μετασχηματισμός των Controlled Bleeding, είχαν κυκλοφορήσει το 12΄΄ Music for the stolen icon στη σειρά Myths της Sub Rosa Records, όπου για πρώτη φορά ορθόδοξες ψαλμωδίες μιξάρονταν με βιομηχανικούς πειραματισμούς. Ένα δεύτερο μέρος (Music for stolen icon ΙΙ) βγήκε το 1993. Απόκοσμο και συγχρόνως «μητροπολιτικό» άκουσμα αποτελεί το Jesus’ blood never failed me yet του Gavin Bryars (Point Records). O ανήσυχος αυτός μουσικός, που έπαιζε ηλεκτρονικά ένα μπουκέτο σαρακοστές νωρίτερα από τους σημερινούς «πρωτοπόρους» συνδυάζοντάς τα με συμφωνικά όργανα, δημιούργησε τούτο το έργο ύστερα μια πασχαλινή έμπνευση της στιγμής. Η φράση του τίτλου ακουγόταν μονότονα έξω από μια εκκλησία από έναν ζητιάνο τον οποίο και ηχογράφησε, βάζοντας σταδιακά πάνω της όργανα, ορχήστρες, λούπες και τη φωνή του Tom Waits.

O αδικοχαμένος Δημήτρης Λάγιος έντυσε μερικούς από τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ με την αλλόκοτη επτανησιακή μουσική του, τραγουδισμένους από την Σαββίνα Γιαννάτου, τον Δώρο Δημοσθένους, το φωνητικό σύνολο «Διάσταση» Κύπρου και άλλους, γεμάτη μαντολίνα, υπέροχα οργανικά μέρη, ενώ το ίδιο το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» ακούγεται σαν μυρωμένη καντάδα (Ίνα Τι).

Πίσω στις πηγές, στη βυζαντινή μελουργία που άλλους ευφραίνει κι άλλους αποδιώχνει, οι κυκλοφορίες είναι πολλές. Προσωπικά το είδος πάντα με γοητεύει από μουσική άποψη κι επιλέγω πάντα από την σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με τίτλο Η Μεγάλη Εβδομάς, όπου ψάλλει Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων. Εδώ περιλαμβάνονται όλες οι γνωστές συνθέσεις των μεγάλων μελοποιών που αναφέρονται στα Άγια Πάθη, ένας για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδος και ψέλλονται κατά το παλαιό αγιορείτικο τυπικό (με αντιφωνήσεις, απηχήματα κλπ.). Το ίδιο τυπικό αφορά και τον υπολογισμό των ημερών (οι οποίες αρχίζουν από τη δύση του ηλίου της προηγούμενης), συνεπώς αν ενδιαφερθείτε να ακούσετε τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής πρέπει να πάρετε τον δίσκο του Μεγάλου Σαββάτου, στον όρθρο του οποίου και ανήκουν.

Από το κουτί συνεχίζω να βγάζω: πρώτα την αγαστή συνεργασία τριών ετερόκλητων εκλεκτών, της ρεμπέτισσας Μαριώς, του φωνωδού των Χαΐνηδων Δημήτρη Αποστολάκη και του πρωτοψάλτη και καθηγητή βυζαντινής μουσικής Μανώλη Δαμαρλάκη, το Κύματι Θαλάσσης. Από το Πάθος στην Ανάσταση. Ανεβαίνω ξανά προς το Όρος με την αέρινη/εαρινή φωνή του Χρίστου Τσιαμούλη (Άθως ο εμός) και στην ευρύτερη επικράτεια των βυζαντινών και μεταβυζαντινών οργάνων του αεικίνητου Χριστόδουλου Χάλαρη (Μελωδοί του Πάθους, Πάθη απόκρυφα).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«They say that God is in the detail lying and I’m sure that’s true…»

Σε δύο τραγούδια κάνω εξαίρεση: αδύνατον να περιορίσω αποκλειστικά σε σαρακοστιανή ακρόαση την κορυφαία συνθετική στιγμή του αισθαντικότερου φολκ ρόκερ των τελευταίων χρόνων, κυρίου Jackie Leven, το The Sexual Loneliness of Jesus Chirst. «Suddenly I realise I’m living a lie my father planned for me/with the sun beating on my back, I see I am a lonely man of Galilea…». Ξεφεύγοντας από το ίδιο του το στυλ, λαχανιάζει τα λόγια που σκορπίζω εδώ πιο πάνω και πιο κάτω, διανθισμένα με όργανα που χρησιμοποιεί για πρώτη και τελευταία φορά. «All kinds of power circle me, I raise my hand and the world goes boom/but I see no me in women’s eyes and I suffer like a child in an empty room«. Το άλλο είναι μια ανάλογη στιγμή του George Harrison που ποτέ δεν αρνήθηκε τις θεολογικές του αναζητήσεις ή αμφιβολίες (My lord, Devil’s Radio). Στο Awaiting for us all τελειώνει με το θέμα: δε χρειάζεσαι ναούς, δε χρειάζεσαι εκκλησίες για να λατρεύεις ένα θεό, ούτε και γραφές για να δεις πόσο χαμηλά έχεις πέσει. Τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται μέχρι το τέλος, με τη διαφορά ότι στο τελευταίο ρεφρέν προστίθεται μια φράση: ο Πάπας έχει το 51% της General Motors…

Συμπληρώνω με σκόρπια κομμάτια που διαλέγονται και συνδιαλέγονται με θεότητες και φύσεις, όπως κάποια θεατρικά του Νίκου Ξυδάκη, ειδικά από το Βουή του Πάθους (χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου, από το οποίο και οι στίχοι στην αρχή), ο «Παντοκράτορας» του ιδίου, το φωνητικό δόσιμο του Rufus Wainwright στο Angus Dei, το γνώριμο πια κινηματογραφικό θέμα του Jesus from Nazareth του Maurice Jarre αλλά κι ένα άλλο ξεχασμένο σάουντρακ του Preisner, A play in the fields of lord, όπου στα χωράφια των Θεών ακούγονται και τελετουργικά κομμάτια ιθαγενών του Αμαζονίου.

ΒΙΒΛΙΑ
Για τους ίδιους λόγους ψάχνω στα βιβλία απέραντες ερήμους, απομονωμένες σπηλιές και στύλους ερημιτών, μοτίβα με πάλεις συνειδήσεων, γενναίες ή φοβισμένες ασκητείες, χαμένες ή «κερδισμένες» ζωές. Ένα από τα πιο όμορφα αφηγήματα του είδους είναι ένα μικρό βιβλίο που έβγαλε παλαιότερα ο Απόστολος Δοξιάδης, το Βίος παράλληλος. Κάθε φορά που διαβάζω την ιστορία της μοιχαλίδας Υακίνθης και του λυπημένου Μελάνιππου, που ανα-γίνεται ασκητής Αλύπιος την διαβάζω διαφορετικά. Ιδανικό ανάγνωσμα υπάρχει και για τις ιδιάζουσες σχέσεις αγίων, αγιοποιημένων, θαυματοποιών και τσαρλατάνων: η Αγιογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου με ιδανικό σκηνικό τον ούτως ή άλλως ιδιαίτερο τόπο της Αρκαδίας.

Αλλά η μέγιστή μου συμπάθεια στο είδος «χορταστικό, σαρκαστικό και γεμάτο πλοκή μυθιστόρημα» είναι ο Gore Vidal και η προσωπική του Τριάδα: ο Ιουλιανός (με τις απολαυστικές, γεμάτες ειρωνία συζητήσεις των αφηγητών τόσο για την χριστιανική όσο και για τις προγενέστερες θρησκείες), η Δημιουργία (με την αντίστοιχη καταβύθιση στις Περσικές θρησκείες και στον πρόγονο του Ιησού Ζωροάστρη) και το διαδικτυακό, μεταμοντέρνο Σε ζωντανή μετάδοση από τον Γολγοθά που, με αφορμή ένα έξυπνο εύρημα, καγχάζει για τη σημερινή εικόνα των θρησκειών και τις τηλεοπτικές και άλλες επανα-γραφές τους.

Εξίσου μεταμοντέρνος και πάντα πιο σύνθετος ο Jose Saramangο, στο πυκνό και ελεγειακό Κατά Ιησού Ευαγγέλιο ανακαλύπτει τη θεότητα στις λεπτομέρειες αλλά και εκείνες ξέχωρα από αυτήν και παρακολουθεί αργά και φιλοσοφημένα τα βήματα ενός ανθρώπου σε ετεροκαθορισμένη τροχιά. Όπως ήταν ευνόητο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντέδρασε κι ο συγγραφέας τής γύρισε την πλάτη, μετακομίζοντας στα απέναντι Κανάρια νησιά. Ένας άλλος «αιρετικός» Αμερικανός (Νorman Mailer) αναπτύσσει την ίδια ιδέα με σαφώς πιο βατή γλώσσα στο Κατά υιόν Ευαγγέλιο. Εδώ ο Ιησούς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και ο συγγραφέας δημιουργεί μερικές εικόνες που μας στέλνουν στα παιδικά αναγνώσματα αλλά με τη δική του ελαφρά παραμορφωτική κρούστα.

Κορυφαίο ανάγνωσμα στον τομέα της επιστημονικής (πλην ιδιαίτερα προσιτής και ευανάγνωστης) μελέτης είναι το εύχρηστο τομάκι του Δημήτρη Ι. Κυρτάτα, Απόκρυφες Ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών. Από τη μία ανακαλύπτεις τις ανθρώπινες πτυχές όλων των προσώπων της χριστιανικής μυθολογίας που γνωρίσαμε και παραγνωρίσαμε μικροί, από την άλλη έρχεσαι αντιμέτωπος με τις αμέτρητες αντιφάσεις, παρερμηνείες και αδυναμίες των ελάχιστων πηγών της εποχής. Ένα πλήρες επιστημονικό εγχειρίδιο, χωρίς κουραστικές υποσημειώσεις αλλά με τις απαραίτητες βιβλιογραφικές ενδείξεις.

Από την ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν με συγκινούν οι γνωστές περιηγήσεις στους Αγίους Τόπους. Ειδικά η εικόνα των συνωστιζώμενων τουριστών, στρατιωτών, ρασοφόρων, κουτσών στραβών στον άγιο Παντελεήμονα έξω από τον Πανάγιο Τάφο μου προκαλεί απέχθεια. Αντίθετα το Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου του William Darlymple έχει πολύ περισσότερο ψωμί και ύδωρ απ’ ότι φαίνεται. Ο W.D. ακολουθεί από την Μέση Ανατολή ως την Άνω Αίγυπτο τα ίχνη ενός ιδιόρρυθμου μοναχού που έβαλε σκοπό να γράψει ένα «Λειμωνάριο» γεμάτο με τη σοφία των μοναχών της ερήμου. Μανιακός ιχνηλάτης, ο συγγραφέας μας έχει ήδη δώσει το εξίσου προτεινόμενο Στα βήματα του Μάρκο Πόλο. Από τον Πανάγιο Τάφο στο Παλάτι του Κουμπλάι Χαν (Ιn Xanadu. A quest) με πυρήνα την πορεία του Μάρκο Πόλο που μεταφέρει το Άγιο Μύρο στις άκρες της Ανατολής. Και τα δύο αυτά γραπτά σε κάνουν να ζηλεύεις τον ταξιδευτή καταγραφέα τους, κυρίως όμως βάζουν σε άπειρες σκέψεις σχετικά με τις θρησκείες που βλάστησαν και κορυφώθηκαν σε εκείνα τα μέρη, αλλά και στις καταστροφές που επέφεραν και ακόμα προξενούν. Διάβασα και τα δύο σε δόσεις, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων εορτών.

Σε μια φροντισμένη άκρη του κουτιού φυλάω διηγήματα και μικρά κομμάτια. Ο (κυρ) «συναξάριστής της μνήμης και νοσταλγός του μέλλοντος» Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αποτελεί αναγνωστική εμπειρία από μόνος του και είναι ο ιδανικότερος για να σε βουτήξει σε πνευματική απόλαυση και βάσανα μαζί. Συνήθως ξεκινάω από το Προς Εκκλησιασμόν (πρόσφατα σε νέα καλαίσθητη έκδοση από την Ίνδικτο), διανθίζω από σκόρπια διηγήματά του (όπως το «Απ’ αφορμή το Πάσχα» από τη συλλογή Συνοδεία) και κάνω πάντα ένα πέρασμα από κάποιο από τα αφιερώματα που τον αφορούν (όπως το χορταστικό 18ο τεύχος της Ινδίκτου (αυτή τη φορά του περιοδικού) και παλαιότερα Το Παραμιλητό), καθώς ακόμα και οι ιστορίες που διηγούνται γι αυτόν ποιούν από μόνες τους λογοτεχνία.

Κατόπιν ξαναδιαβάζω το «Η ψίχα της μεταλαβιάς» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (από την ομώνυμη συλλογή) για έναν «καμένο» άντρα που ανακαλύπτει μια κορώνα από κερήθρα μέσα σε μια κυψέλη του πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και το «Πάσχα τ’ Απρίλη» του Σωτήρη Δημητρίου (από τη συλλογή Η φλέβα του λαιμού), με την υπέροχη στιγμή όπου ο αφηγητής, κατά τις πασχαλινές επισκέψεις πέρα από το παραπέτασμα, ακούει τον παραμικρό ήχο του χωριού χάρη στη θέση του σπιτιού του. Περνάω στον ταξιδιώτη Αναστάση Βιστωνίτη για «Τα ράκη του θανάτου» (από τα Φάσματα Φθοράς) και ξαναδιαβάζω την σκηνή της περιφοράς του Επιταφίου σε αμερικάνικη μεγαλούπολη, όπου Πορτορικανοί κι έτεροι αλλοεθνείς πλησιάζουν διστακτικά την πομπή ρωτώντας τους πιστούς για ποιο … λόγο διαδηλώνουν και ποια είναι τα αιτήματά τους και στον νεαρότερο όλων Χρήστο Αστερίου. «Η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής» (από την συλλογή Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες) περιλαμβάνει την σκοτεινότερη σκηνή της συλλογής μου: έναν κατεστραμμένο επιτάφιο στη μέση ενός έρημου δρόμου…

Τελευταία στάση στον πλέον αγαπητό όλων Γιώργο Ιωάννου, και στην δική του επιταφιακή περιφορά στα πέριξ της Ομόνοιας («Επιτάφιος Θρήνος», από την ομώνυμη συλλογή) και στην Θεοφανώ Καλογιάννη που δημοσιεύει σπάνια τις μαγικές της παραμυθίες, αλλά δεν γκρινιάζουμε, εφόσον η δεύτερη (και πολυαναμενόμενη τότε) σπορά της  ήταν γεμάτη Ιστορίες από τις Γραφές. Διαβάστε από εδώ τα «Ο Αϊ Γιώργης κι ο δράκος» και «Ο τρούλος», και θα τα βλέπετε εις το εξής τα θέματά τους με άλλα μάτια.

Το κουτί παραμένει ανοιχτό μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία, αν και εορτάζων, αποφεύγω οτιδήποτε σχετίζεται με φαγοπότια, συγγενολόγια, χοροδράματα και «γλέντια». Συνήθως νοιώθω (ξαφνικά; ) κενός, περιπλανιέμαι εκεί που δεν είναι κανείς, βρίσκω ευκαιρία να βρω επιτέλους άδεια την αυλή ενός αρχαίου, βυζαντινού ή οθωμανικού ναού (παραδόξως σε τέτοιες στιγμές οι θρησκείες εξομοιώνονται σιωπηλά) στην άκρη του πουθενά και αρχίζω να τακτοποιώ το κουτί για του χρόνου. Για λίγες στιγμές θα το αφήσω ανοιχτό, για να μου το εμπλουτίσετε με τις δικές σας προσωπικές συλλογές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

13
Φεβ.
08

Original Soundtracks / Κινηματογραφική μουσική

Δεν μιλάνε γι αυτά τα πράγματα!

Επιμένω, όντως δε μιλάνε γι αυτά τα πράγματα! Όχι μόνο επειδή έτσι τιτλοφορείται το όμορφο σάουντρακ μιας ταινίας που δεν είδα ποτέ [De Eso No Se Habla, μουσική Nicola Piovani], αλλά και επειδή η κινηματογραφική μουσική είναι αδύνατο να περιγραφεί. Mπορώ να ανακαλέσω μυριάδες εικόνες που μου φέρνει στο νου (των ταινιών που γράφτηκε για να χαϊδέψει, άλλων που παρείσφρυσαν ακάλεστες στο μνημονικό, προσωπικών σκηνών που δε γύρισε ποτέ κανείς αλλά τις έχουμε δει μυριάδες φορές στον μίνι εγκεφαλική μας οθόνη) αλλά αυτό δεν μπορεί να ενδιαφέρει έναν αναγνώστη εδώ. Μπορεί όμως να τον ενδιαφέρει και μόνο η αναφορά, άρα και εξεύρεση, των τίτλων – και αν πλοηγηθεί σε παράλληλες μ’ εμένα συγκινήσεις τότε αξίζει τον κόπο! Δυστυχώς η συλλογή μου βρίσκεται διασκορπισμένη στους 3 ανέμους. Τα βινυλιακά (κυρίως από το «Φιλοντίσκ» και το παλαιό «Σόλωνος και Μασσαλίας») στο πατρικό, τα ψηφιακά εδώ τριγύρω, οι κασέτες σε ένα πατάρι. Μόνο μου σκονάκι για άλλη μια φορά, η μνήμη μαζί με έναν και μοναδικό φάκελο σε έναν σκληρό δίσκο. Ό, τι γράψω θα ναι μια κι έξω και από μνήμης και δε θέλω να το ξανακοιτάξω, θα έχω αφήσει τα εννιά δέκατα.

Α. Οι δίσκοι
1. ANASTASIA (ANASTACUJA) – Before the rain
2. NYMAN Michael – Wonderland
3. RABEEN Peer – Berlin Alexanderplatz
4. PIOVANI Nicola – O re
5. MORRICONE Ennio- Il prato
6. COSMA Vladimir – L’ homme du Suez
7. UMEBAYASHI Shigeru – 2046
8. SYREWICZ Stanislas- Stalin
9. PIOVANI Nicola – Kaos
10. MORRICONE Ennio – The untouchables
11. RABEEN Peer – Lili Marlen
12. YEONG-WOOK Jo – Old boy
13. PIOVANI Nicola – Il Marchese Del Grillo
14. GOLDSMITH Jerry – Under fire
Αξίζει η γνωριμία με όλα τα έργα των Piovani, Morricone, Rabeen, Νyman. Έχουν ένα μοναδικό και αναγνωρίσιμο στυλ, από τον ευρωπαϊκό εξπρεσιονισμό του μόνιμου συνοδού του R.W. Fassbinder (μουσική σαν του Βerlin Alexanderplatz ή του Lili Marlen, (με τα δύο αξεπέραστα βαλς, δύσκολα ξαναγράφεται), ως τις καρδιοθραυσματικές μελωδίες του Padre Ennio.
Ο Morricone στο «Λιβάδι» των αδελφών Taviani βουτάει όσο ποτέ άλλοτε σε έναν σπαρακτικό λυρισμό. Τον βοηθάει το ίδιο το έργο, το ερωτικό τρίγωνο, η ετοιμοθάνατη γυναίκα, η ομορφιά της φύσης, το ανεκπλήρωτο των πάντων. Θυμάμαι σαν τώρα και ένα μαγικό τραγούδι που τραγουδούσε σχεδόν τελετουργικά μια μεγάλη παρέα εξαντλημένων εξαθλιωμένων, επιστρέφοντας από την εκδρομή στο λιβάδι. Δυστυχώς δεν υπάρχει στο σάουντρακ. Με τους «Αδιάφθορους» του De Palma φτάνει στο άλλο άκρο. Σε βάζει αντικριστά με το θάνατο (Death Theme) και την έξαψη (Al Capone) και με υπέρτατη επικότητα σε κάνει έναν από τους 4 ιδιαίτερους ήρωές του στα ομώνυμα θέματα.
Μόνιμη επένδυση στη δική μου ζωή αποτελεί το έργο του αξιότιμου κυρίου Nicola Piovani, που συνεχίζει με μνημειώδη έμπνευση να ομορφαίνει κάθε ταινία απανταχού της γης, κάθε άγνωστου ή/και ποιοτικού σκηνοθέτη. Προσπαθώ να μαζέψω όλα του τα έργα του και είναι δύσκολο, αν υπολογίσει κανείς και μερικά εξίσου αριστουργηματικά κομμάτια που έγραψε και γράφει για θεατρικές παραστάσεις (όπως το Ι 7 re di Roma του Luigi Magni). Κανείς συνεργάτης εκεί έξω; Με τον Piovani γίνεσαι ένας άλλος «ήρωας». Της καθημερινότητας που μπορεί να είναι από ανελέητη ως παραμυθένια, και ενός ρεαλισμού που μόνο μαγικός δεν είναι. Ή μήπως είναι; Ποιος ξεχνά τον Φεγγαροχτυπημένο και την τελετουργική έξοδο των καταπιεσμένων εργατών στην αυλή του φεουδάρχη (La Jarre: Don Lolo La Jarre: Danse et final) στο αξεπέραστο «Χάος» των Taviani; Ποιος δεν μπαίνει στο άδυτο της Ιστορίας παρέα με τις διεστραμμένες περσόνες του Μαρκησίου Ντελ Γκρίλλο (Mario Monicelli) και των φανφαρόνικων μαρς του;

Από Έλληνες, πανέμορφα μουσικά θέματα (και μάλιστα παραπάνω του ενός) έγραψαν οι Γιώργος Χατζηνάσιος (Γλυκειά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος) και Νίκος Κυπουργός (Black Out, Ο Δραπέτης). Ο Κώστας Καπνίσης έγραψε πάνω από 100 σάουντρακς, ορισμένα από τα οποία είχαν εκπληκτικά κομμάτια (Οι γενναίοι του βορρά, Με φόβο και πάθος, Αγάπη και αίμα).

Β. Τα αποσπάσματα
Με πολλούς γνωστούς μουσικογράφους συμβαίνει το παράδοξο πολλές όμορφες στιγμές τους να προέρχονται από ταινίες που δε σου γεμίζουν τα μάτια. Προτιμήστε αποσπάσματα του Wojciech Kilar από το Portrait of a lady, του Μaurice Jarre από το Α Witness, του John Barry από το High Road to China, του Gabriel Yared από το Sylvia, του Ηans Zimmer από το Τhe Last Samurai, του Vladimir Cosma από το Les grandes familles.
Η συνεργασία του Werner Hertzog με τους Popol Vuh έφτασε στο απόγειο με τις φοβερές ψαλμωδίες του Cobra Verde. Ο Pino Donaggio έφτιαξε μερικά δυνατά θέματα για τα θρίλερ που του ανέθεταν, αλλά οι κορυφαίες του στιγμές είναι τα τελειώματα του Don’t look back know (η γνωστή νοσηρή μεταφυσική ιστορία της Βενετίας) και κυρίως τα έξοχα Love affair και The inn από το The berlin affair, ενώ ο John Williams έφτασε μάλλον το αποκορύφωμά του στο βασικό θέμα του Schindler’s List. Εικονικοί ύμνοι τα Persuaders (John Barry, ΤV) και Blade Runner (Vangelis). Σχεδόν έχουμε συνδέσει βιβλικές σκηνές με το Jesus of Nazareth του Maurice Jarre και τα Πάσχα μας είναι άρρηκτα δεμένα με το έτερο κλασικό Theme of exodus του Ernest Gold (Exodus). Συναρπαστική περίπτωση από μόνος του ο Michel Polnareff, αξίζει να ανακαλυφθεί πρώτα με τα Theme d’amour/Theme myosotis (La folie des grandeurs), ενώ ο Angelo Badalamenti νομίζω έφτασε το αποκορύφωμά του στο City of lost children. Για την μουσική τού «Πριν τη βροχή» έγραψα στην στήλη Ηχώ στο χάος, αρ. 2. Ιδού σε αξιολογική σειρά αυστηρά της στιγμής ορισμένα ακόμα αποσπάσματα που αξίζει να ντύσουν προσωπικές ανθολογίες. Σε παρένθεση το σάουντρακ, ενώ όπου δεν υπάρχει πρόκειται για το ομώνυμο του αποσπάσματος.
1. Philippe Sarde – Les choses de la vie
2. Jerry Goldsmith – (Theme from) papillon (Papillon)
3. Nicola Piovani – Rosaria (Il camorrista)
4. John Barry – Smile (Charlie)
5. Michael Nyman – Chasing sheep is best left to shepherds (The draughtsman’s contract)
6. Hans Zimmer – Regarding Henry
7. Ennio Morricone – La tragedia di un uomo ridicolo
8. Elmer Bernstein – Carhumba (Grifters)
9. Craig Armstrong – Rochester (Plunckett and Macleane)
10. James Horner – Looking For The Next Great Idea (A beautiful mind)
11. Bruno Coulais – Pepinot (Petits chanteurs de Saint Marc)
12.Ennio Morricone- The Family Of The Poor (City of Joy)
13. Michael Nyman – Knowing the ropes (Drowning by numbers)
14. Ennio Morricone  – Tema di marco (Marco Polo, TV)
15. Tangerine Dream – Forgiveness (Legend)
16. Zbigniew Preisner – Andy and moons theme (Α prayer in the fields of lord)
17. Patrick Doyle – L’adoption (Indochine)
18. Nikita Μikhalkov – Friendship (Τhe barber of Siberia)
19. Mason Daring – Lounge de los incas (Men with guns)
20. James Horner – Closing credits (Glory)
21. Ennio Morricone – Act of faith (Bugsy)
22. Henry Zimmer – Ritz II (Regarding Henry)
23. David Holdridge – Finale (Old Gringo)
24. Jerry Goldsmith – Remember this (Sleeping with the enemy)
25. Angelo Badalamenti – Montage (Cousin)
Γ. Τα τραγούδια
Aπό χορωδιακά μέρη, ευδαιμονικές στιγμές μου δίνουν τα Πιοβανικά Nel nome del padre, Amico mio, Domani accandra από τα αντίστοιχα έργα, και το Les avions en papier κι όχι μόνο από το Petits chanteurs de Saint Marc (Coulais). Όσον αφορά τραγούδια, το μπουκέτο των 5 τραγουδιών του Georges Delerue που τραγουδούν με διαδοχικά οι κυρίες του 8 femmes, το γνωστό Ja volim te jos στις ενοποιημένες δύο δόσεις του [Bregociv, Black cat white cat], το σπαρακτικό La chanson d’ Helene της Ρόμυ Σνάιντερ [Sarde, Les choses de la vie], το παιγνιώδες La Canzone Di Pinocchio με τον Μπενινάκο [Piovani, Pinocchio], οι μικρές τσούπρες στο ολοφώτιστο Stars of the sea [Νyman, The Actors, εδώ με μουσική από Conor McPherson], η ονειροπόλα Paola Sapora στο Talor io canto [Piovani, Il sole anche la notte], ο Αλμοδοβαρικός ερωτισμός των Puro teatro [La Lupe, Women on the verge of a nervous breakdown] και Encanedados [Lucho Gatica, Dark Habits]. Eκτός συναγωνισμού, η υπέρτατη κατά Όσκαρ Ουάιλντ αλήθεια, δια χειλών της Jeanne Moreau : το φασμπιντερικό Each man kills the things he loves από το Querelle. Η παραπάνω φράση μου φαινόταν ένας ευφημισμός, ένα τετριμμένο τσιτάτο για κοινή χρήση. Σχεδόν έκθαμβός βλέπω τους κυρίους Wilde και Fassbinder να μου βγάζουν τη γλώσσα κρατώντας ντοκουμέντα. Από τη δική μου ταινία, συγνώμη, ζωή ήθελα να πω.
Δ. Οι σκηνές
Στιγμές, στιγμές… O Serpico/Al Pacino παρατημένος από όλους κάθεται στην άκρη του λιμανιού. Πίσω του ένα τεράστιο πλοίο, ίσα για να τον δείχνει μικρότατο. Έχει απολυθεί από τη δουλειά, έχει χάσει τους φίλους του, πλήρωσε κάθε δυνατό τίμημα. Δίπλα του ο σκύλος που του άφησε η αγαπημένη του – προτού τον εγκαταλείψει κι αυτή. Οι τίτλοι τέλους πέφτουν – Unhappy end. [Mikis Theodorakis – Theme from Serpico]. Ο Giancarlo Giannini, για καιρό κρυμμένος μέσα στο πορνείο ξεσπάει βγαίνοντας στο πολύβουο σοκάκι φωνάζοντας Viva l’ anarchia, την την ώρα που οι καραμπινιέροι τον κυνηγούν ανάμεσα στους πάγκους – είναι η ώρα που μπαίνει το Canzone Arrabbiata [Nino Rota, Film d’ amore e d’ anarchia]. Φυσικά θα τον λιανίσουν. Η οικογένεια που παίζει στα χαλάσματα του πολέμου και αντιμετωπίζει με ασύλληπτο χιούμορ τους βομβαρδισμούς στο Hope and glory (έξοχη μουσική του Peter Martin).
Ο Brad Davies στο νυχτερινό αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης καρδιοχτυπά από την αγωνία, ζωσμένος ναρκωτικά – ένας κύκλος στρατιωτών τριγύρω του προτάσσει σε κλάσματα δευτερολέπτου τα όπλα του. Οι πρώτες νότες του κομματιού. Και οι πρώτες στιγμές της ασύλληπτα δραματικής εξέλιξης της ζωής του, λίγο πριν βρεθεί στα μπουντρούμια της βυζαντινής φυλακής. Το κομμάτι ξανακούγεται στο τέλος, λίγο πριν την εξίσου καρδιοχτυπούσα και απρόσμενη ευκαιρία απόδρασης του ήρωα. Υπόκρουση στα πρώτα βήματα ελευθερίας του και όταν πέφτουν οι μαυρόασπρες (αληθινές) φωτογραφίες του ήρωα [Giorgio Moroder – Midnight Express]. Ο κύριος Sam Lowry/Jonathan Price συνθλίβεται από τις τεράστιες σκιές των πανύψηλων πολυκατοικιών αλλά ονειρεύεται πως πετάει ψηλά τους [Michael Kamen, Brazil]. Η σιωπή των παλαιών εραστών μπροστά στην απεραντοσύνη της ερήμου [Ryuchi Sakamoto – The sheltering sky].

Τα απανωτά φλας μπακ μιας ολόκληρης ζωής, όχι με τη σειρά αλλά σε σκόρπια θραύσματα, η προδοσία του χρόνου στο πρόσωπο του Noodles/Robert de Niro [Ennio Morricone – Once upon a time in America]. O Charles Bronson βάζει μια φυσαρμόνικα στο στόμα του ψυχορραγούντος Henry Fonda, ικανοποιώντας την αρχέγονη επιθυμία της δίκαιης εκδίκησης [Ennio Morricone – The man with the harmonica/Once upon a time in the west]. Και αλήθεια, πως τολμάει ένας πελάτης μας να έρχεται μόνος και να μη χαζολογεί με παρέες; Πώς τολμάει να διαβάζει την ώρα του φαγητού; Θα του χύσουμε τη σούπα, θα του πετάξουμε μακριά το βιβλίο του. Ένας από τους βιαιότερους (κυρίως με τα λόγια) χαρακτήρες του αγγλικού σινεμά, ο Mr. Spica/Michael Gabbon, (όταν δεν κρατάει σφιχτά το λαιμό της γυναίκας του) βγαίνει με πομπώδη βήματα από τις τεράστιες αναγεννησιακές κουζίνες του εστιατορίου του, έτοιμος να συνθλίψει τον μοναχικό και μοναδικό αξιοπρεπή του πελάτη [Michael Nyman – Memorial/The cook, the thief, his wife and her lover].


Αλλά στο βάθος παραμένω μια τρυφερή ρομαντική ψυχή. Θέλω η τελευταία εικόνα να είναι του Captain Fourillo και της αγαπημένης τους εισαγγελέως στο κρεβάτι, καθώς την αγκαλιάζει από πίσω και συζητούν τις περιπέτειες της ημέρας, στην κλασική και απαράλλαχτη τελευταία σκηνή κάθε επεισοδίου του Αστυνομικού Τμήματος Χιλλ Στρήτ. Το πλάνο βγαίνει από το παράθυρο και οι δρόμοι είναι πάλι βρεγμένοι. (Mike Post – Hill Street Blues). Let’s be careful out there!

Υ.Γ. Αν θέλετε να αναθυμηθείτε, ανακαλύψετε ή απλώς σκάψετε στην ατέλειωτη θάλασσα των κινηματογραφικών μουσικών, βουτήξτε στο soundtrackcollector.com. Εξαιρετικά πλήρης βάση, που περιλαμβάνει άπειρους τίτλους, συνθέτες, τραγούδια, εξώφυλλα αλλά και όλες τις διαφορετικές εκδόσεις κάθε σάουντρακ. Τα θέλω όλα!

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Team.asp?id=12935




Ιουλίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.034.579 hits

Αρχείο