Archive for the 'Λογοτεχνείο' Category

15
Οκτ.
15

Λογοτεχνείο, αρ. 141

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τάσος Χατζητάσης, Στο café της Ναυαρίνου (οριστικά ημιτελές), Ακροτελεύτιοι εσπερινοί, 1997, εκδ. Πόλις, 2009, σ. 141 – 142.

Σε θυμάμαι σαν τα εικονοστάσια του δρόμου, που τα στήνουν με πολλή φροντίδα για πρόσωπα αγαπημένα που χάθηκαν. Στέκουν στην άκρη του δρόμου, ωραία και λαμπερά, και το καντήλι πάντα να καίει, κι από δίπλα το μπουκάλι με το λάδι, γεμάτο. Με τα χρόνια, όμως, με τους σφοδρούς ανέμους, τις άσπλαχνες βροχές και τη λήθη των ζωντανών, μένουν χωρίς πόρτες, χωρίς αναμμένα καντήλια, σκουριασμένοι οι μεντεσέδες, ρημάζουν με τα χιόνια, δεν έμεινε κανείς να τα φροντίζει, τα ξέχασαν και μένουν έρημα στις άκρες του δρόμου, οδοσήματα για τις ανάγκες βιαστικών οδηγών.

01
Μαρ.
14

Λογοτεχνείο, αρ. 140

magrisΚλαούντιο Μάγκρις, Δούναβης, εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, σ. 405 [Claudio Magris, Dunabio, 1986].

[Ο λόγος για την γιαγιά Άνκα] Στη ζωή της δεν υπάρχει το παράπονο, ο ολοφυρμός για τα βάσανα, ούτε για τον εαυτό της ούτε για τους άλλους. Δεν κλαίγεται ούτε γι’ αυτήν την ίδια ούτε για κανέναν, δεν της περνά απ’ τα νου να φοβηθεί το θάνατο ούτε να ταραχτεί για το θάνατο κάποιου άλλου, παρόλο που είναι έτοιμη να συντρέξει όποιον έχει ανάγκη για βοήθεια, αγνοώντας την κόπωση και την ίδια την ιδέα της θυσίας· στον δικό της κόσμο τα πράγματα, απλούστατα, συμβαίνουν.

09
Φεβ.
14

Λογοτεχνείο, αρ. 139

alasdair_gray1Άλιστερ Γκρέυ, Χαμένα κορμιά. Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας, εκδ. Νεφέλη, 2001, μτφ. Δημήτρης Βαρδουλάκης, σ. 175 – 176 [Alasdair Gray, Poor things, 1992]

ΕΙΔΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ: «Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων. Οι πλέον χαρούμενοι είναι οι αθώοι που νομίζουν ότι βασικά οι πάντες και τα πάντα είναι καλά. Τα περισσότερα παιδιά ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία κι έτσι ήσουν κι εσύ μέχρι που ο Χούκερ σου έδειξε, παρά τη θέλησή μου, την άσχημη πλευρά της ζωής. Η δεύτερη και μεγαλύτερη μερίδα ανθρώπων είναι οι ήπια αισιόδοξοι, εκείνοι που ο εγκέφαλός τους μ’ ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο τους επιτρέπει να αντικρίζουν τους λιμασμένους και τους ακρωτηριασμένους δίχως ίχνος δυσφορίας. Νομίζουν ότι όσοι πάσχουν το αξίζουν ή ότι η χώρα τους δεν προκαλεί, αλλά καταπολεμά τη μιζέρια ή ότι ο Θεός, η Φύση κι η Ιστορία θα τα διορθώσουν όλα κάποια μέρα. Ο δρ. Χούκερ είναι έτσι και χαίρομαι που οι δημαγωγίες τους δε σε απέτρεψαν από την αλήθεια. Το τρίτο και σπανιότερο είδος είναι όσοι γνωρίζουν ότι η ζωή είναι ουσιαστικά μια επώδυνη αρρώστια που μόνο ο θάνατος μπορεί να θεραπεύσει. Έχουμε τη δύναμη να ζούμε με τα μάτια μας ανοιχτά εκεί που άλλοι κάνουν τους τυφλούς. Είμαστε οι κυνικοί».

24
Ιον.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 138

NUBIA, KUSH, AKSUM, KERMAΟλιβιέ Ρολέν, Μερόη, εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 98 και 114 -115, [Olivier Rolin, Méroé, 1998].

Η λογοτεχνία, μου φαίνεται, είναι στραμμένη προς αυτό που έχει εξαφανιστεί, ή μάλλον προς αυτό που θα μπορούσε να συμβεί και δε συνέβη: να γιατί η σύγχρονη εποχή, παθιασμένη μ’ ένα μέλλον δίχως μνήμη, α την αντιμετωπίζει τόσο εχθρικά. Να επίσης γιατί λένε ότι δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα. Και πράγματι, τίποτα περισσότερο από μια ήττα, ένα ερείπιο, ένα κοιμητήρι, μια παιδική ανάμνηση. Είναι ένας ισχυρός απόηχος του παρελθόντος. Μου μιλήσατε για τον περσικό στρατό: λοιπόν, οι σάλπιγγες που ξεσπούν κάτω απ’ τα ξίφη, τα σιδηρόφρακτα άλογα, συνηθισμένα στις μάχες, των οποίων τα μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, σαν μάτια γυναικών, έχουν δει εκατό φορές τον ουρανό να σκοτεινιάζει από τα βέλη, και τα οποία ρουθουνίζουν μπροστά σ’ αυτόν τον αιφνίδιο τάφο που τους ανοίγει η γη, όλ’ αυτά τα ζωντανά τα βουτηγμένα μες στη σκόνη, αυτές οι σάρκες, οι φωνές που γίνονται πέτρες, να τι είναι λογοτεχνία.

Νομίζω ότι αν τα βιβλία ζουν πολλές ζωές μέσα μας, μία από αυτές είναι μια μακριά μαγική τελετουργία. Μέσα από τις αράδες τους μιλάμε για τους νεκρούς, παρατηρούμε τελετουργικά εξιλασμού ή εξορκισμού, η μοίρα μας στέλνει σήματα που τον περισσότερο καιρό δεν μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε.

[Στην εικόνα, τα ερείπια της Μερόης.]

27
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 137

william styronΚρίστοφερ Χίτσενς, εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, 2011, σ. 49 [Cristopher HitchensHitch 22, 2011].

Μου είπε κάποτε ο Γουίλιαμ Στάιρον, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η εκλογή της Σόφι, σ’ ένα βρόμικο εστιατόριο στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ, για μια χρυσή στιγμή στο Παρίσι, όταν περίμενε να του δοθεί ένα μεγάλο χρηματικό βραβείο, μια ταινία στολισμένη με θυρεούς, ένα παράσημο για τα επιτεύγματά του στη λογοτεχνία κι ένα πλούσιο δείπνο όπου όλοι του οι φίλοι ήταν καλεσμένοι. «Κοιτούσα με λαχτάρα έξω στο δρόμο, στην άλλη μεριά του φουαγιέ. Κι όταν λέω με λαχτάρα, το εννοώ. Σκεφτόμουν ότι αν μπορούσα να ορμήσω μέσ’ από εκείνες τις βαριές περιστρεφόμενες πόρτες, ίσως κατάφερνα να βρεθώ κάτω από τις ρόδες εκείνου του σπλαχνικού λεωφορείου. Και τότε η αγωνία μου θα έπαυε.

13
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 136

NPG 6352; Salman Rushdie ('The Moor') by Bhupen KhakharΣάλμαν Ρουσντί, Το χώμα που πατάει, Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 105 [Φεβρουάριος – Μάρτιος 1999]. Ιστορίες για τον Θεό. 37 κείμενα για την θρησκευτικότητα, σ. 86, απόδοση Μαρία Αγγελίδου. [απόσπασμα από το τότε υπό μετάφραση μυθιστόρημα του Salman Rushdie, The Ground Beneath Her Feet, 1999].

Παρ’ όλα της τα καμώματα, παρ’ όλες τις πνευματιστικές ιδιοτροπίες της και παραξενιές, εγώ ο άθεος πάντα δυσκολευόμουν αφάνταστα να πιστέψω ότι πίστευε στ’ αλήθεια. Ότι πίστευε στ’ αλήθεια σ’ έναν αληθινό Θεό. Φαίνεται, όμως, πως έπεφτα έξω. Πως είχα άδικο και σ’ αυτό το ζήτημα. Μα…όπως κι αν έχει, ποια άλλη λέξη υπάρχει; Ποια άλλη λέξη μπορεί να εκφράσει αυτήν την ευγνωμοσύνη, που νιώθεις μέσα σου, για τις ευτυχισμένες συμπτώσεις της ζωής, όταν δεν υπάρχει κανένας να του πεις ευχαριστώ κι εσύ χρειάζεσαι να πεις ευχαριστώ σε κάποιον; Ο Θεός, έλεγε η Βίνα. Αυτή η λέξη ηχούσε πάντα στ’ αυτιά μου σαν μια θυρίδα ασφαλείας, όπου μπορούσες να καταθέσεις τη συγκίνησή σου. Ένα μέρος για να βάλεις ό,τι δεν χωρούσε, ό,τι δεν έμπαινε πουθενά αλλού.

03
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 135

Los tambores de CalandaΛουίς Μπουνιουέλ, ΉΧΟΙ. Τα τύμπανα της Καλάνδα, σε: Η τελευταία μου πνοή, μτφ. Γιώργος Χουλιάρας, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 9, Δεκέμβριος 1983, σ. 349 – 350.

Υπάρχει ένα έθιμο, που υφίσταται ίσως μόνο σε ορισμένα χωριά της Αραγονίας, το οποίο ονομάζεται τα Τύμπανα της Μεγάλης Παρασκευής. […]. Τα τύμπανα της Καλάνδα ηχούν σχεδόν χωρίς διακοπή από το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής μέχρι το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου […]

Στα παιδικά μου χρόνια, λίγες μόνο εκατοντάδες τυμπανιστές έπαιρναν μέρος στην ιεροτελεστία αυτή, αλλά σήμερα ξεπερνούν τους χίλιους, συνυπολογίζοντας εξακόσια με εφτακόσια τύμπανα και τετρακόσια bombos. Προς το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, οι τυμπανιστές συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία απέναντι από την εκκλησία και περιμένουν εκεί σε απόλυτη σιωπή· αν κανείς χτυπήσει νευρικά ένα δύο «χρόνους», το πλήθος του επιβάλλει σιωπή. Όταν η πρώτη καμπάνα αρχίσει να χτυπά στο καμπαναριό, μια έκρηξη ήχου, σαν ένας φοβερός κεραυνός, ηλεκτρίζει ολόκληρο το χωριό, γιατί όλα τα τύμπανα εκρήγνυνται την ίδια στιγμή. Ένα είδος άγριου μεθυσιού διαπερνά κυματιστά τους τυμπανιστές· παίζουν τα τύμπανα δια δύο ώρες έως ότου σχηματιστεί η πομπή (που ονομάζεται El Pregón, με βάση το τύμπανο του επίσημου «τελάλη), έπειτα ξεκινά η πομπή από την πλατεία και κάνει έναν ολόκληρο γύρο του χωριού. Είναι συνήθως τόσο μεγάλη που το τέλος της βρίσκεται ακόμη στην πλατεία όταν οι επικεφαλείς έχουν ήδη επανεμφανισθεί από την απέναντι μεριά.




Μαρτίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 818,555 hits

Αρχείο