Archive for the 'Λογοτεχνείο' Category



03
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 135

Los tambores de CalandaΛουίς Μπουνιουέλ, ΉΧΟΙ. Τα τύμπανα της Καλάνδα, σε: Η τελευταία μου πνοή, μτφ. Γιώργος Χουλιάρας, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 9, Δεκέμβριος 1983, σ. 349 – 350.

Υπάρχει ένα έθιμο, που υφίσταται ίσως μόνο σε ορισμένα χωριά της Αραγονίας, το οποίο ονομάζεται τα Τύμπανα της Μεγάλης Παρασκευής. […]. Τα τύμπανα της Καλάνδα ηχούν σχεδόν χωρίς διακοπή από το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής μέχρι το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου […]

Στα παιδικά μου χρόνια, λίγες μόνο εκατοντάδες τυμπανιστές έπαιρναν μέρος στην ιεροτελεστία αυτή, αλλά σήμερα ξεπερνούν τους χίλιους, συνυπολογίζοντας εξακόσια με εφτακόσια τύμπανα και τετρακόσια bombos. Προς το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, οι τυμπανιστές συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία απέναντι από την εκκλησία και περιμένουν εκεί σε απόλυτη σιωπή· αν κανείς χτυπήσει νευρικά ένα δύο «χρόνους», το πλήθος του επιβάλλει σιωπή. Όταν η πρώτη καμπάνα αρχίσει να χτυπά στο καμπαναριό, μια έκρηξη ήχου, σαν ένας φοβερός κεραυνός, ηλεκτρίζει ολόκληρο το χωριό, γιατί όλα τα τύμπανα εκρήγνυνται την ίδια στιγμή. Ένα είδος άγριου μεθυσιού διαπερνά κυματιστά τους τυμπανιστές· παίζουν τα τύμπανα δια δύο ώρες έως ότου σχηματιστεί η πομπή (που ονομάζεται El Pregón, με βάση το τύμπανο του επίσημου «τελάλη), έπειτα ξεκινά η πομπή από την πλατεία και κάνει έναν ολόκληρο γύρο του χωριού. Είναι συνήθως τόσο μεγάλη που το τέλος της βρίσκεται ακόμη στην πλατεία όταν οι επικεφαλείς έχουν ήδη επανεμφανισθεί από την απέναντι μεριά.

19
Απρ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 134

yourcenar2Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα, Περιοδικό Η λέξη, τεύχος 5, Ιούνιος 1981, μτφ. Μαρία Θ. Φωστιέρη, σελ. 363 – 365, 367 [Margquerite Yourcenar]

Περίμενα αυτόν τον άντρα πριν ακόμα υπάρξει σαν όνομα, σαν πρόσωπο, αφότου δεν ήταν παρά η μακρινή μου δυστυχία. […] Ήταν γι’ αυτόν που η μαμμή με τράβηξε να βγω απ’ την κ0ιλιά της μάνας μου· να κρατώ τους λογαριασμούς του πλούσιου σπιτικού του έμαθα αρίθμηση στο αβάκιο του σχολείου. Ύφανα σημαίες και χρυσά λάβαρα για να στολίσω τους δρόμους που πιθανόν ν’ ακούμπαγε το πόδι αυτού του αγνώστου, που θα μ’ έκανε δούλα του· πολύ προσεχτικά άφησα να πέσουν ’δω και ’κει πάνω στ’ απαλό ύφασμα μερικές σταγόνες απ’ το αίμα μου. Οι γονείς μου τον διάλεξαν για μένα: και παρόλο που χωρίς να το ξέρουν ήμουν ήδη κυριευμένη απ’ αυτόν, υπάκουα ακόμα στις επιθυμίες τους, γιατί οι επιλογές μας προέρχονται απ’ αυτούς, κι ο άνθρωπος που αγαπάμε είναι πάντα αυτός που οι πρόγονοί μας ονειρεύτηκαν. Τον άφησα να θυσιάσει το μέλλον των παιδιών μας στις ανθρώπινες φιλοδοξίες του: ούτε καν έκλαψα όταν πέθανε η κόρη μου. Συγκατατέθηκα να χαθώ μες στη μοίρα μου, όπως το φρούτο σ’ ένα στόμα, για να του φέρω μια αίσθηση γλυκύτητας. […]

Κι η μοιχεία δεν είναι συχνά παρά η απελπισμένη μορφή της πίστης. […]

Μαρίκα Κοτοπούλη Αισχύλου Ορέστεια, Αγαμέμνων, 1960Αν είχα το θάρρος, θα είχα σκοτωθεί πριν την επιστροφή του, για να μη διαβάσω στο πρόσωπό του την απογοήτευσή του να με βρει μαραμένη. Αλλά ήθελα τουλάχιστο να τον ξαναδώ προτού πεθάνω. […] Όμως αντίθετα, έλπιζα ότι εκείνος τα ήξερε ήδη όλα και πως ο θυμός και η επιθυμία του να εκδικηθεί θα μου έδιναν επιτέλους μια θέση στη σκέψη του. Για μεγαλύτερη ασφάλεια έβαλα στο ταχυδρομείο που τον περίμενε ένα ανώνυμο γράμμα που υπερέβαλλες τα σφάλματά μου: ακόνιζα το μαχαίρι που όφειλε να μου ξεσκίσει την καρδιά. Υπολόγιζα πως για να με στραγγαλίσει θα χρησιμοποιούσε μάλλον τα δυό του χέρια, τα τόσο αγαπημένα. Τουλάχιστο θα πέθαινα μέσα σε μια μορφή εναγκαλισμού.  […]

Θα ξαναβρώ αυτόν τον άντρα σε κάποια γωνιά της κόλασής μου: και θα κλάψω πάλι από χαρά στα πρώτα του φιλιά. Ύστερα θα μ’ εγκαταλείψει· θα πάει να κατακτήσει μια επαρχία του θανάτου.

04
Μαρ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 133

Foto Martin Amis x Lisbeth Salas3 ANAGRAMAΜάρτιν Έιμις, Το καλοκαίρι του έρωτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, σ. 72 [Martin Amis, The pregnant window, 2010].

Καθώς δρασκελίζεις τον μισό αιώνα, η σάρκα, αυτό το περιτύλιγμα του ατόμου, αρχίζει να εξασθενεί. Και ο κόσμος είναι γεμάτος λεπίδες και αιχμές. Για μια δυο χρονιές τα χέρια σου είναι τόσο σημαδεμένα και γρατσουνισμένα όσο το γόνατο ενός μαθητάκου. Ύστερα μαθαίνεις να προφυλάσσεσαι. Κι αυτό θα εξακολουθήσεις να κάνεις ωσότου, κοντά στο τέλος, εκτός από το να προφυλάσσεσαι, δεν κάνεις πια τίποτε άλλο. Και ενώ μαθαίνεις πώς να το κάνεις, ένα κλειδί είναι σαν καρφί, το σκέπασμα του γραμματοκιβωτίου είναι κρεατομηχανή κι ο ίδιος ο αέρας είναι γεμάτος λεπίδες κι αιχμές.

24
Φεβ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 132

painting2wΜορντεκάι Ρίχλερ, Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ, εκδ. Πόλις, 2000, μτφ. Κατερίνα Γεωργαλλίδη – Στρατής Μπουρνάζος, σ. 272 [Mordecai Richler, Solomon Garsky was here, 1989].

Oνειρεύτηκε ότι βρισκόταν ξανά στη Νέα Ορλεάνη μαζί με την Μπεατρίς, μόνο που αυτή τη φορά δεν εξαφανίστηκε μετά το γεύμα για να επιστρέψει στο ξενοδοχείο σε αθλία κατάσταση, τρεις ώρες αργότερα. Τούτη τη φορά πήγαν στο Πρεζερβέισον Χολ όπου ηλικιωμένοι μαύροι μουσικοί με ευγενική φυσιογνωμία έπαιζαν λιγάκι βαριεστημένα το συνηθισμένο τους πρόγραμμα, μέχρι που ένας αλέγρος μικροκαμωμένος λευκός άντρας ακούμπησε το μπαστούνι του από ζαχαροκάλαμο στην τοίχο κι έκατσε στο πιάνο, χτυπώντας το πόδι του ρυθμικά Ένα, δύο, τρία, τέσσερα…και ξαφνικά η μπάντα απογειώθηκε, παραδιδόμενη ολοένα και περισσότερο στη σαγήνη του ξένου. Ο Μόζες, έχοντας επιτέλους το αντικείμενο της αναζήτησής του μπροστά μάτια του – λίγο ακόμα και θα τον ακουμπούσε – προσπάθησε να τον αγγίξει, μα τα πόδια του μοιάζαν σαν βιδωμένα στο πάτωμα. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Ύστερα, τη στιγμή που ανακτούσε τον έλεγχο των άκρων του, ο χαρωπός πιανίστας άρχισε σιγά σιγά να αργοσβήνει, κι ο Μόζες ξύπνησε αλαφιασμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα.

02
Φεβ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 131

Margarita Karapanou (3)Μαργαρίτα Καραπάνου, Ναι, εκδ. Ωκεανίδα, 1999, σ. 175, 101

Ήμουνα μόνη. Πολύ μόνη. Τις νύχτες περπατούσα όλους τους δρόμους της πόλης, δεν ξέρω αν ήμουνα μόνη ή αν είχα θελημένα όψει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Μόνο το σιωπηλό περπάτημα μου έφερνε ανακούφιση. Ανακούφιση από τι; Δεν ξέρω. Είχα βαρεθεί τις λέξεις, και η σιωπηλή ζωή είχε άλλο μυστήριο. Μέσα στη σιωπή της νύχτας οι δρόμοι φαινόντουσαν βυθισμένοι στο βυθό της θάλασσας, κυμάτιζαν κάτω από τα βήματά μου. Διάβαζα τα ονόματα των δρόμων.

Τις νύχτες βγαίνει ένας ολέθριος θρήνος από το σπίτι μου, σταματάει τους περαστικούς…Μήπως είμαι εγώ;

24
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 130

Luminato2012_Literary_Nicole-Krauss_Photo-by-Patrick-ShawΝικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 51 [Nicole Krauss, The Great House, 2010].

… οποιοδήποτε άλλο μουσικό κομμάτι που με επηρεάζει βαθιά, ποτέ δεν θα το άκουγα μπροστά σε άλλους, ακριβώς όπως δεν θα έδινα σε κάποιον ένα βιβλίο που αγαπώ ιδιαίτερα. Είναι μια παραδοχή που με κάνει να ντρέπομαι, γιατί γνωρίζω ότι αποκαλύπτει κάποια θεμελιώδη έλλειψη της φύσης μου, έναν εγωισμό· και γιατί συνειδητοποιώ ότι έρχεται σε αντίθεση με την προδιάθεση των περισσότερων, των οποίων το πάθος για κάτι τους ωθεί να θέλουν να το μοιραστούν, να πυροδοτήσουν ένα παρόμοιο πάθος στους γύρω τους, όπως επίσης γνωρίζω και ότι αν εν είχα επωφεληθεί από έναν παρόμοιο ενθουσιασμό θα εξακολουθούσα να αγνοώ πολλά από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία και μουσικά έργα, με καλύτερο παράδειγμα την τρίτη κίνηση του Opus 131 που τόσο κουράγιο μου έδωσε μια ανοιξιάτικη νύχτα του 1967. Αντί όμως για διεύρυνση, πάντοτε αισθανόμουν μια συρρίκνωση της προσωπικής μου απόλαυσης όταν καλούσα κάποιον άλλο να τη μοιραστεί, μια ρήξη στη βαθιά σχέση που ένιωθα με το έργο, μια εισβολή στον ιδιωτικό μου χώρο.

02
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 128

Γουίλιαμ Νταλρίμπλ, Η Ιστορία της Μοναχής, σε: Ιερή Ινδία. Εννιά ζωές, εννιά ιστορίες. εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Γιώργος Καλλαμαντής, σ. 47 [William Dalrymple, Nine Lives, In Search of the Sacred in Modern India, 2009].

Ο κόσμος θεωρεί τον τρόπο ζωής μας τραχύ – και από πολλές απόψεις είναι. Αλλά το να βγαίνεις στον άγνωστο κόσμο και να τον αντιμετωπίζεις χωρίς δεκάρα στην τσέπη σημαίνει ότι εξαφανίζονται όλες οι διαφορές ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αμόρφωτους, ενώ αναδύεται μια κοινή ανθρωπότητα. Ως περιπλανώμενοι εμείς οι μοναχοί και οι μοναχές έχουμε απελευθερωθεί από τις σκιές του παρελθόντος. Η ζωή με περιπλάνηση, χωρίς υλικά περιουσιακά στοιχεία, απελευθερώνει τη ζωή μας. Υπάρχει μια υπέροχη έννοια φώτισης, να ζεις κάθε μέρα όπως έρχεται, χωρίς τα άγχη της ιδιοκτησίας, χωρίς βάρη. Το ταξίδι και ο προορισμός, η σκέψη και η πράξη γίνονται ένα, μέχρι που μοιάζει να κινούμαστε σαν ποτάμι, εντελώς αποδεσμευμένοι.




Ιανουαρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.010.790 hits

Αρχείο