Archive for the 'Λογοτεχνικά κ.ά. Περιοδικά' Category

18
Οκτ.
19

Εντευκτήριο, τεύχος 117 – 118 (Απρίλιος – Σεπτέμβριος 2017) (κυκλοφ. 17 Σεπτεμβρίου 2019)

Μια χορταστική πρόζα ζωολογίας

Κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι το μαύρο, άσπρο, κοκκινότριχο ή ανγκορά τηλέφωνό του προσέρχεται κάθε τόσο με αποφασιστικό ύφος, σταματάει στα πόδια του συνδρομητή και εκπέμπει ένα μήνυμα που η στοιχειώδης και θλιβερή γραμματογνωσία μας το μεταφέρει ηλιθίως σε μιάου και άλλα φωνήεντα του ιδίου είδους. Ρήματα μεταξωτά, βελούδινα επίθετα, φράσεις απλές και σύνθετες αλλά πάντα σαπωνοειδείς και γλυκερινώδεις, σχηματίζουν μια πρόταση που πείνα σχετίζεται με την πείνα, οπότε το τηλέφωνο δεν είναι παρά γάτα, όμως άλλες φορές διατυπώνει κάτι που συναρτάται με προσωπικές ανάγκες, κάτι το οποίο αποδεικνύει ότι οι γάτες είναι τηλέφωνα…

 … γράφει ο Χούλιο Κορτάσαρ σε μια από τις πολλές ενδεχόμενες ματιές πάνω στα κατοικίδια, κεντρικό θέμα του αφιερώματος (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Ας σημειωθεί πως ο Κορτάσαρ ονόμαζε τον γάτο του Τέοντορ Αντόρνο, όπως διαβάζουμε στο ενδιαφέρον κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη, που αφορά ενδιαφέρουσες σχέσεις ζώων και συγγραφέων από τον Τ.Σ. Έλιοτ και τον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ μέχρι τον Τζακ Λόντον και τον Τζόρτζ Όργουελ. Μια αντίστοιχη ματιά σε πέντε ταινίες δοκιμάζει ο Πάνος Αχτσιόγλου, μεταξύ των οποίων εκλεκτή θέση έχει η αξέχαστη ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν Στην τύχη ο Μπαλταζάρ, με το σπάνιο ζεύγος της Μαρί (Αν Βιαζέμσκι) και του γαϊδάρου Μπαλταζάρ.

Δίνοντας στο σκυλί ένα όνομα, νομίζεις ότι το κάνεις λίγο ανθρώπινο. Όταν του δίνεις πολλά ονόματα, του αναγνωρίζεις πολλαπλές σκυλίσιες προσωπικότητες. Η Βασίλω αυτά απλώς τα ανεχόταν. Αρχικά, εκείνη μας είχε δώσει τα δικά της ονόματα, που δεν τα μάθαμε ποτέ. Στη γλώσσα της πάντως σήμαινε «αυτός που μυρίζει έτσι» κι «εκείνη που μυρίζει αλλιώς». Κι αφού μας έδωσε τα δικά της ονόματα, μας προσέλαβε στη δική της αγέλη… καταθέτει ο Ευάγγελος Χεκίμογλου, ενώ η Μπέλα του Νικόλα Σεβαστάκη σίγουρα θα κάνει πολλούς από εμάς τους συντρόφους ζώων να χαμογελάσουμε, καθώς… εναποθέτει καθημερινά τις ελπίδες της στις έκτακτες δωρεές. Αργά το βράδια πια θα παραδεχτεί την ήττα της όταν υποχρεώνεται να σκύψει στο μπολ με τις κροκέτες, που είναι το «θεσμικό» της φαγητό. Και εμείς, όπως οι περισσότεροι, ενδίδουμε στην επιμελημένα δραματική τέχνη των ματιών της. Για μήνες μάλιστα το αστείο που λέγαμε στο σπίτι ήταν πως περιμέναμε να μιλήσει, ν’ ακούσουμε τη φωνή της. Όχι το γάβγισμα μα μια κανονική ανθρώπινη φωνή, ικανή να σπάσει την αιώνια απομόνωση των ειδών.

Οι Γιώργος Χρονάς, Ρέα Βιτάλη, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ναζίμ Χικμέτ Ραν, Ελένη Γκίκα, Βάνα Χαραλαμπίδου, Έλσα Κορνέτη, Άνταμ Ο’ Φάλον Πράις, Γιώργος Δεπάστας, Σωτήρης Τριβιζάς, Λουκία Δέρβη, Άρης Στυλιανού, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Μιχάλης Στρατάκης, Μιχάλης Μπαρτσίδης, Τασούλα Επτακοίλη, Γιάννης Σκαραγκάς, Γιώργος Σαράτσης, Άκης Σακισλόγλου, Μαρία Κουγιουμτζη, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Αργυρής Παλούκας, Μαίρη Νταή, Ελένη Μερκενίδου  και πολλοί άλλοι συμμετέχουν στην χορταστική αυτή πρόζα της ζωολογίας.

Φυσικά δεν λείπουν Οι γάτες των φορτηγών του Νίκου Καββαδία, Οι γάτες που ψυχοπονούν του Γιάννη Υφαντή, όπως αποκαλύπτει στο σχετικό ποίημά του, ποιήματα παλαιότερα (Σαρλ Μπωντλαίρ, Κωστής Παλαμάς, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κ. Π. Καβάφης)  και νεότερα (Γουίλλιαμ Μπάροουζ, Μάργκαρετ Άτγουντ, Βισουάβα Σιμπόρσκα, Πατρίτσια Χάισμιθ, κ.ά.) – και πώς να λείπουν βέβαια τα δυο σεσημασμένα ποιήματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες για γάτους, ένα εκ των οποίων το υπέροχο Σ’  έναν γάτο (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης): […] Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους / μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου· / πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ’ τον Γάγγη / εσύ κρατάς της μοναξιάς το μυστικό αντικλείδι. / Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο / του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα / που έχουν χαθεί στη λησμονιά, αφήνεις μόνο ‘ στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά. / […]

Ένα έξοχο ποίημα της Καναδής Dilys Laing ενσωματώνει η Ζυράννα Ζατέλη στο δικό της Cat Cat Catastrofe, όπου τιμάται η περίφημη Σέρκα της, που μασουλούσε από δέκα μεριές τα χειρόγραφα της συγγραφέως ή γλυφόταν θρονιασμένη από πάνω τους (τι θα θες όλα αυτά αφού έχεις εμένα). Και ποιος φανταζόταν πως ο Γιώργος Ιωάννου θα αποτολμούσε μια Ωδή στην Κότα του σε ένα Φυλλάδιό του!: Κι έτσι χρόνια και χρόνια θα περάσουμε μαζί. / Μια μαύρη κότα κι ένας άσπρος άνθρωπος. / Το ίδιο έρημος μ’ αυτήν, το ίδιο άοπλος.

Τώρα είμαι εντελώς σίγουρος πως δεν ήμουν εγώ που είχα έναν σκύλο. Ήσουν εσύ που είχες έναν άνθρωπο, γράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ στους Οικογενειακούς δεσμούς της κι είναι η σειρά του Γιώργου Κορδομενίδη να πάρει την σκυτάλη της, για να γράψει επιτέλους για τον κύριο Ίμο, που κατά καιρούς απολαμβάνουμε στις σιδηροδρομικές του περιπέτειες. Μαθαίνουμε λοιπόν όλη την ιστορία του, πώς ήρθε στο σπίτι, ποια γωνιά διάλεξε, ποια βιβλία κατούρησε (του Σκαμπαρδώνη και του Κοροβίνη, μαρτυρώ, παρόλο που ο συγγραφέας μας ζήτησε να μην το κάνουμε), ποιο φαγητό δεν τρώει (να μην είναι προχθεσινό), μέχρι την μύχια σκέψη του συγγραφέα:

Ίσως είναι νωρίς (αν και ποτέ δεν ξέρεις), αλλά συχνά πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν είναι προτιμότερο πρώτος να πεθάνω εγώ ή ο Ίμο. Νομίζω πως είναι καλύτερο το δεύτερο. Όχι από εγωισμό αλλά επειδή εγώ θα μπορέσω (ελπίζω) να διαχειριστώ την οδύνη (που θα είναι τεράστια, βέβαια) από την απώλειά του, ενώ εκείνος ίσως δεν καταλάβει ποτέ ότι δεν τον εγκατέλειψα. Διότι όσο ο Ίμο είναι ο σκύλος μου άλλο τόσο εγώ είμαι ο άνθρωπός του.

 [σελ. 208]

Στις εικόνες: Julio Cortazar, Anne Wiasemsky [Au Hasard Balthazar], Jorge Luis Borges, Clarice Lispector

Advertisements
14
Δεκ.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 115 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2016, κυκλοφορία 10 Οκτωβρίου 2018)

30+1 χρόνια συνεχούς έκδοσης αποτελούν κάλλιστη αφορμή αφιερωματικού τεύχους με κείμενα που κινούνται γύρω από την δημιουργική τριακονταετία του περιοδικού αλλά και πιο προσωπικές διηγήσεις που εφάπτονται με την πορεία του ή απλά ενθυμούνται τι τους συνέβαινε τρεις δεκαετίες πριν. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο εκδότης του Γιώργος Κορδομενίδης δεν προσέρχεται στο εντιτόριαλ με θριαμβικό λόγο, μόνο ταπεινά παραχωρεί τον σχετικό χώρο σε δυο μικρά σημειώματα των τακτικών συνεργατών των πρώτων σελίδων, στην Κική Δημουλά και στον Τίτο Πατρίκιο, ενώ ο ίδιος καταγράφει μερικά μικρά οδόσημα της πορείας του κάπου στο τέλος του τεύχους.

Αλλά στα ενδιάμεσα γίνεται ένας απολαυστικός χαμός. Οι συγγραφείς συνεορτάζουν με διηγήματα σπονδές, προσερχόμενοι ή ανταποκρινόμενοι από διάφορα μέρη. Για παράδειγμα, τριάντα χρόνια πριν, ο αφηγητής του Κώστα Ακρίβου, Χωρίς βιβλίο, ακόμη, βρισκόταν στην αίθουσα και δίδασκε Οιδίποδα, όταν άρχισε να χιονίζει κι όλη η τρίτη δέσμη έτρεξε στα παράθυρα αφήνοντάς τον σύξυλο να ψελλίζει τα λόγια του Τειρεσία προς τον Τύραννο. Λίγο καιρό νωρίτερα είχε «φύγει» η Γιουσενάρ, αφήνοντας ορφανούς τον Ανδριανό, τον Αντίνοο και πολλούς αναγνώστες της. Ο Διαμαντής Αξιώτης γράφει από το προαύλιο ενός σωφρονιστικού ιδρύματος όπου η απραξία της «μεγάλης κοινωνίας» των κρατουμένων φαντάζει σαν χαλκομανία στα βλέμματα και τις κινήσεις των σωμάτων και ο Άρις Γεωργίου από την βιβλιοθήκη όπου μετεωρίζεται.

Τα τρία κομμάτια που απόλαυσα περισσότερο: η Μαρία Κουγιουμτζή στα Ερωτικά αντίγραφα από τα άδυτα μιας ιδιόμορφης σχέσης μας εμπλέκει σε περιγραφές όπως αυτή: Το κρεβάτι μας άνοιγε κι έκλεινε αποσπώντας κομμάτια από το κορμί μου, ενώ ταυτόχρονα γινόταν απέναντι αμμουδιά που καιγόταν από χιλιάδες ήλιους, και το ίδιο το μαξιλάρι πελώριο στόμα που με φιλούσε ρουφώντας την αναπνοή μου, θέλοντας να με πνίξει. Τα κορμιά μας ήταν γεμάτα κλειδαριές που νόμιζα απαραβίαστες και που τώρα έχασκαν παραβιασμένες. Ένας γνήσιος λάτρης των γυναικών του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη δεν είναι παρά ένας γηραιός πάλαι ποτέ εραστής πασών γυναικών διηγείται εν συνόψει τις κατακτήσεις του σε νεαρό κοκορευόμενο. Επιτομή δεκάδων ερώτων, ένας συναρπαστικός και συνάμα ξεκαρδιστικός βίος σε ένα δισέλιδο.

Και από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη Μία γκαζόζα ΕΨΑ, που παρατηρεί ο συγγραφέας που προκαλεί την εντός του έκρηξη μιας επί χρόνια κλειδωμένης ιστορίας. Μια Κυριακή ο δεκάχρονος συγγραφέας και οι συνομήλικοί του πάνε να παρακολουθήσουν τον αγώνα της δεύτερης κατηγορίας Γιαννιτσά – Εδεσσαϊκός (τι νοερά ταξίδια έκανα βλέποντας τις ομάδες της Β΄ Εθνικής στο δελτίο του Προ-Πο!) και καταφέρνουν επιτέλους να αγοράσουν το διαφανές σαγκρέ μπουκάλι του μοντέρνου τότε αναψυκτικού – αλλά ο ένας της παρέας έχει την ατυχία να του λερωθεί από ένα πτηνό του ουρανού. Το αλλάζει λέγοντας ψέματα και κρατά το νέο μπουκάλι στο σπίτι του, σαν ενθύμιο ή πληγή μέχρι να γίνει συνηθισμένο και να χάσει την μυθολογία του ή μέχρι να το στήσει σ’ ένα κλαδί και να το σημαδέψει με την σφεντόνα μέχρι τελικού θρυμματισμού μαζί με όλη την παρέα σαν κάποια εκδίκηση, για την προηγούμενη φτώχεια μας, για το αβάσταχτο κενό των Γιαννιτσών, για την επαρχιακή μιζέρια ή για τα κορίτσια που δεν μας θέλησαν; Για το πουλί που κουτσούλησε από ψηλά το δικό του μπουκάλι, ή λόγω της ενοχής του προς τον καλοκάγαθο μικροπωλητή στον οποίο είχε πει ψέματα;

Οι Αχιλλέας Κυριακίδης, Σοφία Νικολαΐδου, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Δασκαλάκη, Γιάννης Ευσταθιάδης, Αργύρης Παλούκας, Κάλλια Παπαδάκη, Άκης Παπαντώνης, Θοδωρής Ρακόπουλος, Έρη Ρίτσου, Καίτη Στεφανάκη, Δημήτρης Αθηνάκης και δεκάδες άλλοι κυκλώνουν την γιορτή απ’ όλες τις μεριές. Από την καθιερωμένη ύλη καίρια επιτομή το κείμενο του Βαγγέλης Χατζηβασιλείου για τον Χριστόφορο Μηλιώνη και το έργο του – πέρασε κιόλας ένας χρόνος από τον θάνατό του

Ο εκδότης ενός περιοδικού αποτελεί μιαν «ειδικού τύπου» προσωπικότητα. Πρέπει να έχει «το ταλέντο να εμπνέει, να κατευθύνει, να επωμίζεται ευθύνες, να δίνει ζωή σ’ ένα περιοδικό και τελικά να βάζει τη σφραγίδα του, έτσι ώστε κάποτε κάποτε να φτάνουμε στο σημείο να λέμε: όχι το τάδε περιοδικό, αλλά το περιοδικό του τάδε», έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, δεινός συλλέκτης, μελετητής και σχολιαστής των λογοτεχνικών εντύπων, όπως μας θυμίζει στο σχετικό σημείωμα ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Το Εντευκτήριο αποτελεί ιδανικό σχετικό παράδειγμα: είναι το περιοδικό του Γιώργου Κορδομενίδη. Και, για να καταθέσω την δική μου μια γραμμή, είναι το περιοδικό που, στην πρώτη μου ολόκληρη χρονιά στην Θεσσαλονίκη, το 1987, ξεφύλλισα βουλιμικά αλλά δεν αγόρασα, καθώς τα χρήματα δεν έφταναν ποτέ. Πού να ήξερα πως θα το απολάμβανα μέχρι σήμερα, 30+1 χρόνια μετά.

192 σελ.

08
Σεπτ.
18

Τo έρμα, τεύχος 03 (Απρίλιος 2018)

Ίσως δεν είναι ο κινηματογράφος που τελείωσε αλλά μόνο η σινεφιλία (cinephilia) – το όνομα αυτού του ξεχωριστού είδους έρωτα που ενέπνευσε το σινεμά. Κάθε τέχνη αναθρέφει τους φανατικούς της. Ο έρωτας που προξενούσαν οι ταινίες ήταν μεγαλοπρεπής. Γεννήθηκε από την πεποίθηση ότι ο κινηματογράφος ήταν μια τέχνη διαφορετική απ’ όλες τις άλλες: ουσιωδώς μοντέρνα, διακριτικά προσιτή, ποιητική και μυστηριώδης και ερωτική και ηθική – όλα αυτά μαζί. Ο κινηματογράφος είχε αποστόλους˙ο κινηματογράφος ήταν μια κοσμοθέαση. Οι εραστές της ποίησης ή της όπερας ή του χορού δεν σκέφτονται ότι υπάρχει μόνο η ποίηση ή η όπερα ή ο χορός. Όμως οι εραστές του κινηματογράφου μπορούσαν να σκεφτούν ότι υπήρχε μόνο το σινεμά. Ότι οι ταινίες περιέκλειαν τα πάντα – και το έκαναν. Ήταν ταυτόχρονα το βιβλίο της τέχνης και το βιβλίο της ζωής

… γράφει η Σούζαν Σόνταγκ στο κείμενό της «Ένας αιώνας κινηματογράφου», που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού και είναι γεμάτο ερεθιστικές σκέψεις. Η κορυφαία δοκιμιογράφος και φωτογράφος εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην επιθυμία του θεατή να απαχθεί από την ταινία, ως ένα μέρος της πλατύτερης εμπειρίας της απώλειας του εαυτού σου σε πρόσωπα και ζωές που δεν ήταν η δική σου. Το προαπαιτούμενο για να απαχθείς ήταν να κατακλυστείς από την φυσική παρουσία της εικόνας, άρα να βρίσκεσαι την κινηματογραφική αίθουσα, καθισμένος στο σκοτάδι ανάμεσα σε αγνώστους. Κι επειδή κάθε κείμενο όχι μόνο επιδέχεται αλλά και πρέπει να προσκαλεί τον αντίλογό του, η Ειρήνη Σταματοπούλου διατυπώνει τις ενστάσεις της, όσον αφορά την αναφορά στον θάνατο του κινηματογράφου που αναφέρει η Σόνταγκ, και οι οποίες ακριβώς τον αρνούνται με βάση από τα εμπειρικά δεδομένα όσο και τα εγγενώς θεμελιώδη συστατικά που «θεσπίζουν» την κινηματογραφική απόλαυση.

Η λογοτεχνία, ακόμα και στη νατουραλιστική εκδοχή της, είναι διαρκώς μια υπέρβαση του αυτονόητου, μια επιθυμία οι συνηθισμένες λέξεις, οι λέξεις με τις οποίες αγοράζουμε ψωμί ή υπακούμε εντολές, να λένε τις αλήθειες τους με τρόπο διαφορετικό, γράφει ο Χουάν Βιγιόρο στο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενό του Ο μεταφραστής. Στην λογοτεχνική επικράτεια τίποτε δεν είναι μονοσήμαντο. Σε αντίθεση με τα έντυπα οδηγιών των ηλεκτρικών συσκευών και τις προαπαγανδιστικές ομιλίες, τα μυθιστορήματα και τα ποιήματα προσφέρονται για πολλαπλές ερμηνείες και η παραμονή τους στο πολιτισμικό ρεπερτόριο εξαρτάται από την ικανότητά τους να οδηγούν σε καινούργιες κάθε φορά αναγνώσεις.«Κλασικό είναι ένα βιβλίο που ποτέ δεν παύει να λέει αυτό που θέλει να πει», σημειώνει ο Ίταλο Καλβίνο. Η λογοτεχνία που αντέχει στον χρόνο είναι ένα πορώδες υλικό: οι λειτουργικές οπές της αφήνουν να περνάει ο αέρας, η ατμόσφαιρα, οι αναζητήσεις κάθε εποχής. Αν η λογοτεχνία, λοιπόν, εξαρτάται από τις πολλαπλές δυνατότητες του κειμένου, από τη ζώνη εκείνη όπου οι λέξεις εξαντλούν την τρέχουσα σημασία τους, είναι δυνατό το λογοτεχνικό ιδίωμα να περνάει δίχως απώλειες σε μια άλλη γλώσσα; αναρωτιέται ο συγγραφέας στο απολαυστικό του κείμενο.

Οι Σκέψεις πάνω στη φτώχεια, τη δυστυχία και τις μεγάλες επαναστάσεις της Ιστορίας είναι ένα πολύτιμο κείμενο της Χάνα Άρεντ προερχόμενο από αδημοσίευτο μέχρι σήμερα χειρόγραφο από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ένα εκτενές γραπτό που υποτίθεται θα εκφωνούνταν σε μια διάλεξη ο χρόνος και ο τόπος της οποίας δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Ένα εξίσου μεγάλο κείμενο αφορά τις Μεταμορφώσεις της πόλεως, το έξοχο βιβλίο του Πιερ Μανάν [Pierre Manent] που θα παρουσιάσουμε εν καιρώ (εκδ. Πόλις). Εδώ ο μεταφραστής του Χρήστος Μαρσέλλος αναφέρεται στο μείζον αυτό έργο με άξονα κάποιες Σκέψεις για τον Λέο Στράους.

Όπως πάντα τα κείμενα του περιοδικού διατρέχουν πλείστα κοινωνικά και πολιτικά πεδία. Οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Οι εθνικισμοί στη συνάφεια της γεωπολιτικής. Μια υποσημείωση για το «μακεδονικό» ζήτημα (Νίκος Κατσιαούνης), Η συνολική αλλαγή παραδείγματος και η ανάγκη αντίστασης (Φιλήμονας Πατσάκης), Το αίνιγμα των δικαιωμάτων (Αποστόλης Στασινόπουλος), Quo vadis? (Γιώργος Μερτίκας), Η ρευστότητα του παρελθόντος. Σκέψεις για τον Angelus Novus (Αλέξανδρος Σχισμένος), Μετανεωτερική συνθήκη και υποκειμενικότητα (Στέφανος Ροζάνης), Η εφήμερη τέχνη (Ορέστης Τάτσης). Παρουσιάζεται ακόμα η κινητική έρευνα «απόγειος» της χορογράφου Πωλίνας Κρεμαστά και μεταφράζονται το διήγημα του Σέργουντ Άντερσον Θάνατος στο δάσος και το ποίημα East Coker του Τ.Σ. Έλιοτ (μτφ. Σπύρου Γιανναρά και Στέφανου Ροζάνη αντίστοιχα).

[σελ. 204]

Στις εικόνες: Susan Sontag, Juan Villoro [Paola Gastelo], Hannah Arendt, Sherwood Anderson [Ben Kirchner].

07
Σεπτ.
18

Περιοδικό Κιουρί@, τεύχος 0 (καλοκαίρι 2018), αφιέρωμα στην Έμφυλη Βία

Η ομάδα Κιουρί@ είναι μία πολιτικά και οργανωτικά αυτοτελής φεμινιστική ομάδα που αγωνίζεται μαζί με τις άλλες φεμινιστικές, λοατκι και αντιρατσιστικές συλλογικότητες για την εξάλειψη της πατριαρχίας, των θεσμικών και κοινωνικών έμφυλων και φυλετικών μορφών βίας. Η ομάδα ακολουθεί το ρεύμα του ριζοσπαστικού φεμινισμού και αντλεί από θεωρητικές επεξεργασίες του δεύτερου, του τρίτου κύματος και του τέταρτου κύματος φεμινισμού, των λεσβιακών, γκέι και κουήρ θεωρίων καθώς και των μετα-αποικιακών σπουδών.

Το μηδενικό τεύχος έχει πολλά πρωτότυπα κείμενα, που συμπληρώνονται με την εικονογραφία της Έλενας Προβατά. Η Eλιάνα Καναβέλη σκέφτεται για την σιωπή που σπάει χάρη στο κίνημα #MeToo, η Έλενα Ψαρρέα εντοπίζει την «άλλη όψη του ίδιου σεξισμού», η Αλίκη Κοσυφολόγου προβληματίζεται για την ρητορική μίσους και την λεκτική βία της εκκλησίας, η Αναστασία Ματσούκα αναπτύσσει τον αλγόριθμο του βιασμού, με βάση πραγματικά και νομικά περιστατικά.

Γνωρίζουμε από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο 2666 (παρουσίαση από το Πανδοχείο, εδώ) την φανταστική πόλη Santa Teresa που εμφανώς συνδέεται με την πραγματική πόλη Σιουδάδ Χουάρες (Siudad Juarrez), γνωστή πλέον «πόλη των γυναικοκτονιών». Η συγκλονιστική αυτή συνθήκη στα καθ’ ημάς πέρασε στα ψιλά γράμματα, όπως άλλωστε κάθε είδους ειδήσεις για σεξουαλική βία, συχνή κατάληξη της οποίας είναι η δολοφονία. Η πόλη αυτή υπήρξε το ταχύτερο αναπτυσσόμενο βιομηχανικό κέντρο του Μεξικό κατά την δεκαετία του ’90, σε μια ευρύτερη διασυνοριακή περιοχή στην άλλη πλευρά του El Paso, όπου συγκεντρώθηκαν εργοστάσια συναρμολόγησης (μακιλαδόρες) ακατέργαστων προϊόντων.

Σήμερα έχει πλέον αναδειχτεί σε ένα ύστερο νεωτερικό πρότυπο διαπλοκής των βασικών εκμεταλλεύσεων που προσφέρει ο καπιταλισμός, δηλαδή της εκμετάλλευσης με βάση την τάξη, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την φυλή. Εκεί χιλιάδες νεαρές γυναίκες, συνήθως μετανάστριες, βρέθηκαν δολοφονημένες ή παραμένουν εξαφανισμένες. Η Λίνα Θεοδώρου επιχειρεί μια σκιαγράφηση αυτής της «νεκρόπολης των γυναικών», όπου η θηλυκοποίηση μιας εργασίας ακραίας, ευέλικτης και εντατικής και οι ιδιαίτερες συνθήκες οδήγησαν σ’ έναν ολοκληρωμένο «μηχανισμό γυναικοκτονιών».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η «συνέντευξη με τη Κ., πρόσφυγα από Ιράν και κάτοικο του City Plaza», χάρη στον αποσπασματικό λόγο μιας προφορικής συνομιλίας που αποδίδει την σύγχρονη οδύσσεια χιλιάδων γυναικών. Στην συνομιλία της με την Νάντια Μάντεση η μετανάστρια αναφέρει και στοιχεία που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά, όπως το γεγονός ότι αντίθετα με την κοινή αντίληψη, οι γυναίκες προσπαθούν να βρουν μια λύση στα συνεχή προβλήματα που εμφανίζονται και όχι οι άντρες μετανάστες, που συχνά παραιτούνται από τον απαραίτητο καθημερινό αγώνα. Φυσικά οι ίδιες αυτές γυναίκες όταν φεύγουν από την χώρα τους κανείς δεν τις αποχαιρετά· τους λένε μάλιστα πως «αν επιλέξεις να φύγεις, φεύγεις για πάντα, δε μπορείς να γυρίσεις πίσω».

Τα υπόλοιπα θέματα των κειμένων: Θύματα και «χαρούμενες πόρνες»: Διαμαρτυρία, σεξεργασία και εξευγενισμός (Βαλεντίνη Σαμπεθάι), Σύνορα είναι χαρακιές στα σώματα του πλανήτη (Γιάννος Λεβισιάνος), Feminizing Politics: Μιλώντας για ένα κίνημα στο μπόι των αναγκών μας (Αναστασία Ευστράτογλου), Πότε όμως απελευθέρωση των σωμάτων μας; “Fini la servante du seigneur, la femme de son mari, la bonne de son maître, la secrétaire de son patron” (Μάνια Σωτηροπούλου), Οι γυναίκες που δεν έχουν το δικαίωμα να ζήσουν! (Μαργαρίτα Νικία, με αφορμή την ταινία του Cyrus Nowrasteh The stoning of Soraya M). Το τεύχος συμπληρώνεται με γραπτά για τον φεμινισμό στον Μάη του ’68, καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης, παρουσιάσεις βιβλίων κ.ά. Ένα σώμα ογδόντα σελίδων, που ανατέμνει μια τερατώδη σύγχρονη πραγματικότητα που θεωρείται αυτονόητη και καταθέτει δυνατά κείμενα.

Σελίδες 80, Ιστοσελίδα με όλα τα στοιχεία εδώ.

Στις εικόνες: Μνήμη γυναικών της Siudad Juarrez, έργο της Έλενας Προβατά, φωτογραφία από την ιστοσελίδα του περιοδικού.

16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

14
Μάι.
18

Φρέαρ, τεύχος 21 (Μάρτιος 2018)

είμαστε ελεύθεροι, αν αυτό που αποφασίζουμε ή πράττουμε συνιστά με κάποιον τρόπο εξαίρεση από τους αναγκαίους κανόνες του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Γιατί, αν αυτό που πράττουμε ή αποφασίζουμε είναι εφαρμογή ακριβώς αυτών των νόμων, τότε η «ελεύθερη» εφαρμογή αυτών των νόμων είναι μια ψευδαίσθηση, πρόκειται περισσότερο για έναν τρόπο με τον οποίο η αναγκαιότητα ενεργεί υποκειμενικά. Δεν μπορείτε να είστε πλήρως ελεύθερος, παρά μόνο αν αυτό που πράττετε, αυτό που σκέφτεστε, αυτό που λέτε είναι κάτι διαφορετικό από τους προκαθορισμούς, τους κοινωνικούς και συλλογικούς, της κατάστασης στην οποία βρίσκεστε…

λέει ο Αλαίν Μπαντιού, που κατέχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των σύγχρονων στοχαστών αλλά και στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και αποτελεί πλέον έναν από τους τελευταίους μεταφυσικούς σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η φιλοσοφία έχει μετατραπεί είτε σ’ ένα μετασχόλιο σε άλλες σπουδές είτε σε μια φορμαλιστική μελέτη της γλώσσας. Ο Γάλλος στοχαστής αυτή τη φορά εκκινεί από την υποστήριξη της «εμμένειας των αληθειών», δηλαδή ότι φιλοσοφικώς δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο για απόλυτες αλήθειες, αυτές οι αλήθειες είναι, όμως, ενθαδικές, ενυπάρχουσες στον πεπερασμένο στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής αντιτίθεται αφενός στον σύγχρονο μεταμοντέρνο σχετικισμό που απορρίπτει την απολυτότητα της αλήθειας και αφετέρου διαχωρίζεται από την παραδοσιακή μεταφυσική (χριστιανική, θεϊστική ή άλλη), η οποία αναζητά μια υπερβατική θεμελίωση της αλήθειας εκτός του κόσμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για αλήθειες, στον πληθυντικό και όχι για μία αλήθεια στον ενικό. Η συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη, η τρίτη που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, είναι συναρπαστική.

Σ’ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείωμά της η Τιτίκα Δημητρούλια μας γνωρίζει τον Ντανί Λαφαριέρ, που με την σειρά του συστήνεται ως συγγραφέας αϊτινής καταγωγής που γράφει στα γαλλικά, εγκατέλειψε κάποτε αναγκαστικά τη χώρα του, για να ξεφύγει από τον δικτάτορά της, αλλά τώρα έχει επιλέξει να ζει έξω από αυτήν. Δεν αυτοπροσδιορίζεται εθνικά, με βάση μια χώρα ή μια ευρύτερη περιοχή (Αϊτινός, της Καραϊβικής), ούτε ως εξόριστος, ούτε καν ως γαλλόφωνος· άλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, είναι τόσο προσαρμοστικός και ευέλικτος, ώστε είναι κάθε φορά από την χώρα του αναγνώστη του. Όπως τονίζει η ίδια, ο συγγραφέας αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια του αυτοπροσδιορισμού του, ορίζοντας μια παλίμψηστη υποκειμενικότητα που προσδιορίζεται κατά περίπτωση και η υβριδικότητά της προκύπτει από την υπερ-διαπολιτισμικότητά της, από τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ενσωματώνει την εκάστοτέ διάδρασή του με το ιστορικά προσδιορισμένο περιβάλλον στην ζωή του.

Διηγήματα των Δημήτρη Μίγγα, Νένας Κοκκινάκη, Ούρσουλας Φωσκόλου, Τάσου Ελένα, π. Παναγιώτη Χαβάτζα, Βάσως Χόντου, δοκίμια και μελετήματα των Γιάννη Κιουρτσάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου, Νατάσας Κεσμέτη και Δημήτρη Κόκορη, κείμενα περί ζωγραφικής των Στέφανου Δασκαλάκη και Γ.Σ. Ντι Πιέτρο, ποιήματα των Σταμάτη Πολενάκη, Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν, Ντίνου Φλαμάντ, Ένο Αγκόλλι, Βασίλη Στάμου, Νικόλα Ευαντινού, δίστηλα με σχόλια επικαιρότητας (Μαριάνος Δ. Καράσης, Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας, Κώστας Μελάς, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Γιώργος Κεντρωτής, Γιάννης Β. Κωβαίος, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Νίκος Γριπονησιώτης, Κώστας Βραχνός, Γιώργος Μητρούλιας, Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου), ημερολόγια (Δημήτρης Αγγελής, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος), κριτικές βιβλίου, σελίδες για τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και κείμενα για άλλα κείμενα συμπληρώνουν την ύλη. Το τεύχος κοσμούν σχέδια του Αχιλλέα Παπακώστα.

Από τις Σελίδες Ημερολογίου του Θανάση Νιάρχου κρατώ μια εγγραφή που αξίζει να μείνει. Με αφορμή την παρουσίαση δυο τόμων του Βασίλη Βασιλικού αισθάνεται πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αμήχανο και προβληματικό από το να συζητάνε διάφοροι άνθρωποι, όσο σπουδαίοι και αν είναι, για την συμμετοχή τους σ’ ένα παρελθόν αγωνιστικό και αντιστασιακό, όταν ως συνέχεια του παρελθόντος αυτού υπήρξε ένα μέλλον που δεν το επιβεβαίωσε σε τίποτε απολύτως.

Κάτω από κάθε γραφή υπάρχει μια καλύτερη που πρέπει να την βρεις, υποστηρίζει ο Κώστας Μαυρουδής στην δεύτερη άξια αποδελτίωσης συνομιλία του τεύχους (με την Νότα Χρυσίνα). Ιδού δυο δικά μου δελτία: Το ότι πολλοί διαβάζουν σημαίνει ότι μέσα σε έναν αιώνα ένα ιλιγγιώδες ποσό τυπωμένων ανοησιών έφτασε στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι πια αναλφάβητοι. Καλό, κακό, δεν ξέρω· είναι αδιάφορο για την καλλιέργεια και ακόμα πιο αδιάφορο για την δημιουργική έκφραση. Κι ένας ήρωας βιβλίου που άρχισε πάλι να τον συγκινεί: εκείνοςο μαθητής από το βιβλίο του Δημοτικού, που τρέχει κρατώντας ένα ενδεικτικό με «Άριστα 10». Ο συγγραφέας συγκινείται από την ανεμελιά του για έναν κόσμο όπου η ζωή είναι ακόμα απέραντο καλοκαίρι. Γελά και τρέχει με ενθουσιώδη άγνοια για το μέλλον. Τον περιμένει μια γαλήνια θάλασσα, κολύμπι, παιχνίδια, μέσα σε μία στέρεα χωρίς κανέναν ρήγμα, οικογένεια. Να μια αιώνια, απρόσβλητη, ανθρώπινη εικόνα.

 [σελ. 206]

Στις εικόνες: Alain Badiou, Dany Lafarriere, έργο του Αχιλλέα Παπακώστα, Αριστεία.

05
Φεβ.
18

Φρέαρ τεύχος 20 (Νοέμβριος 2017)

«Είναι πολύ δύσκολο ν’ αντισταθείς στην επιτυχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να τους κλείσεις την πόρτα. Και η μιντιακή επιτυχία διαφθείρει την νοημοσύνη» δήλωσε χθες ο Τζωρτζ Στάινερ στη Μαδρίτη σε μια… μαζική συνέντευξη τύπου. Υπάρχουν κάποιοι που είναι (ή μπορεί να καταλήξουν να είναι) τέλεια παραδείγματα του κακού που με απόλυτη διαύγεια καταγγέλλουν. Ποιοί αντιστάθηκαν; Ο Κάφκα ή ο Βίτγκενσταϊν, χωρίς αμφιβολία. Ο Αντρέ Μπρετόν απέρριπτε οποιαδήποτε δημόσια αναγνώριση. Αλλά σκέφτομαι, πάνω απ’ όλους, τον Μωρίς Μπλανσώ, του οποίου ο διανοητικός ασκητισμός τον οδήγησε στο να είναι απολύτως αόρατος· μάλιστα, σχεδόν τίποτε δεν γνωρίζουμε γι’ αυτόν εκτός από κανένα κλεμμένο φωτογραφικό του πορτρέτο….

…γράφει ο Αντρές Σάντσεθ Ρομπάυνα στις έξοχες Σελίδες ημερολογίου που μας μεταφράζει ο Δημήτρης Αγγελής, στους Αβυθομέτρητους Καιρούς, στο καθιερωμένο δηλαδή σώμα του Φρέατος που κρύβει πάντα πολύτιμες μεταφράσεις, ενδιαφέροντα δοκίμια και κείμενα πλούσιου προβληματισμού. Σε παρακείμενες ημερολογιακές καταγραφές ο Δημήτρης Αγγελής ανακαλεί μια δύσκολη περίοδο της πορείας της περιοδικής Ευθύνης και τις πάσης φύσεως αναχωρήσεις των πνευματικών της προσωπικοτήτων, από τον Χρήστο Μαλεβίτση μέχρι τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού αφορά τον Άρη Αλεξάνδρου «εδώ και τώρα». Περιλαμβάνονται οι πυρήνες των πέντε εισηγήσεων της επιστημονικής ημερίδας που διεξήχθη στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο του 2017. Οι εισηγητές: Αντωνία Κοσένα: Διαβάζοντας την ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, Αντιγόνη Ηλιάδου: Η Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου, Θοδωρής Μπόνης: Ο Άρης Αλεξάνδρου για τα λογοτεχνικά βραβεία και την Ενωμένη Ευρώπη, Φιλήμων Παιονίδης: Στοιχεία κριτικής του μεταολοκληρωτισμού στο Κιβώτιο, Κώστας Δεσποινιάδης: Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου και ένα σχεδόν άγνωστο βιβλίο του. Το κείμενο του τελευταίου αποτελεί εκτεταμένη και λεπτομερέστερη μορφή του κειμένου που δημοσίευσε στο αφιέρωμα του περιοδικού Πανοπτικόν στον Άρη Αλεξάνδρου, στο τεύχος που παρουσιάσαμε εδώ.

Στα ενδιαφέροντα λογοτεχνήματα του τεύχους εντοπίζω την απολαυστική σειρά των μικρών κειμένων του Μικαέλ Αουγκουστίν σε μετάφραση Ευθυμίας Γιώσα. Ιδού πως «ορίζεται» ένας Μυημένος στην αγάπη: Ένας από τους γάμους του απέτυχε μ’ έναν ιδιαιτέρως τραγικό τρόπο: κάθε φορά που ο Κοσλόφσκι ένιωθε πολύ τρυφερά και κοντά στη σύζυγό του, άφηνε το κρεβάτι τους για να γράψει ερωτικά ποιήματα στην κουζίνα για ώρες, χωρίς διακοπή. Εννοείται πως το τεύχος για άλλη μια φορά περιλαμβάνει διηγήματα (Μαρίας Κουγιουμτζή, Κλαίτης Σωτηριάδου, Κώστα Σιαφάκα, κ.ά), ποιήματα (Αντώνη Ζέρβα, Κώστα Ριζάκη, Τάσου Πορφύρη, Ζέφης Δαράκη, κ.ά.), δοκίμια (του Θεοφάνη Τάση  για την ισλαμιστική τρομοκρατία και την κρίση νοήματος, του π. Βασιλείου Θερμού με τίτλο Ανθρωπιστικές σπουδές μέσα σε αλλαγή παραδείγματος: Μάλλον κάτι διέφυγε της προσοχής μας κ.ά.), συνεντεύξεις όπως του Ντομινίκ Φερναντέζ στον Διονύση Σκλήρη.

Σ’ ένα ούτως ή άλλως συναρπαστικό θέμα, αυτό τον Σαλών Αγίων και Ασκητών, ο Ζ.Δ. Αϊναλής, καταθέτει ένα εκτενές κείμενο για τον Βίο του Συμεών του Σαλού  του Λεοντίου Νεαπόλεως. Το μείζον θέμα εδώ είναι η «καρναβαλοποίηση της καθημερινότητας», συνεπώς η μελέτη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τα ο μνημειώδες έργο του Μπαχτίν για τον Ραμπελέ. Διαβάζουμε λοιπόν, μεταξύ άλλων, πως ο Συμεών ο Σαλός χρησιμοποιεί εξ αρχής την παρωδία και το γέλιο για να συνθλίψει τον σοβαρό τόνο της καθημερινής ζωής Υπό μια έννοια μεταμορφώνει την καθημερινή ζωή σε καρναβάλι και εκείνο που επιτυγχάνεται εφήμερα στις εορτές και τα καρναβάλια, η στιγμιαία δηλαδή απελευθέρωση από τον φόβο (που έχει επιβληθεί από την επίσημη ιδεολογία και κουλτούρα), ο Συμεών το μεταθέτει σε ένα καθημερινό και διαρκές επίπεδο. Γι’ αυτό αυτή η διαρκής, καθημερινή καρναβαλοποίηση της ζωής στοχεύει ακριβώς στην ήττα του φόβου του «επιούσιου».

Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο ολοκληρώνεται μ’ ένα ουσιωδώς αισιόδοξο μήνυμα και μια διάσταση ουτοπική και οικουμενική, καθόσον μεταδίδεται η αίσθηση ότι ήδη την επαύριο τη ζωή των κατοίκων της Έμεσας θα μπορούσε ν’ αλλάξει δραστικά. Αν όμως ο άνθρωπος και η ζωή μπορούν ν’ αλλάξουν σε μια πόλη, τότε κάλλιστα μπορούν ν’ αλλάξουν παντού αλλού. Έτσι, το τέλος του κειμένου, σ’ ένα αλληγορικό επίπεδο, ενδύεται μια διττή σημασία: ο θάνατος του Συμεών εγκυμονεί μια ανανεωμένη ανθρωπότητα. Το αισιόδοξο μήνυμα του θανάτου του παλαιού και της γέννησης του νέου και η ουτοπική και οικουμενική διάσταση του έργου αποδεικνύουν ότι ο Βίος του Αγίου εγκαταβιοί βαθιά μέσα στην λαϊκή κουλτούρα και ότι ο Λεόντιος στόχευε ακριβώς σε ένα λαϊκό κοινό.

Σε όμορες γειτονικές επικράτειες το εκτενές δοκίμιο του Σταύρου Γιαγκαζόγλου, Σχόλιο στο Προς εκκλησιασμόν έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη καταθέτει μεταξύ άλλων μια βασική επισήμανση. Στην σχέση του με το Βυζάντιο ο Πεντζίκης δεν υπήρξε ούτε ρομαντικός νοσταλγός ούτε ιδεαλιστής του θρύλου της καθ’ ημάς Ανατολής. Δεν επιζήτησε να νεκραναστήσει ιδεολογικά το Βυζάντιο, κόβοντας τις γέφυρες με την Δϋση. Αντίθετα, ολόκληρο το έργο του συνιστά μια ιδιότυπη συνομιλία ενός ορθόδοξου με το  ευρωπαϊκό πολιτισμό. Μέσα από την ακραία και ανατρεπτική αφήγησή του προβάλλει ένα άλλο Βυζάντιο πιο παράδοξο και μυστικό, πιο παράλογο και εκκεντρικό, πιο υλιστικό, πιο εκκλησιαστικό και εν πάση περιπτώσει καθόλου εξιδανικευμένο. Πρόκειται για μιαν υπαρξιακή προσέγγιση του βυζαντινού πολιτισμού με τα μάτια και την αισθαντικότητα του σύγχρονου ανθρώπου.

[σελ. 459 – 692]

Στις εικόνες: Άρης Αλεξάνδρου (1975 και 1978), Andrés Sánchez Robayna, Συμεών δια Χριστόν Σαλός, έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη.




Οκτώβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 999.094 hits

Αρχείο

Advertisements