Archive for the 'Λογοτεχνικά κ.ά. Περιοδικά' Category

16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

Advertisements
14
Μάι.
18

Φρέαρ, τεύχος 21 (Μάρτιος 2018)

είμαστε ελεύθεροι, αν αυτό που αποφασίζουμε ή πράττουμε συνιστά με κάποιον τρόπο εξαίρεση από τους αναγκαίους κανόνες του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Γιατί, αν αυτό που πράττουμε ή αποφασίζουμε είναι εφαρμογή ακριβώς αυτών των νόμων, τότε η «ελεύθερη» εφαρμογή αυτών των νόμων είναι μια ψευδαίσθηση, πρόκειται περισσότερο για έναν τρόπο με τον οποίο η αναγκαιότητα ενεργεί υποκειμενικά. Δεν μπορείτε να είστε πλήρως ελεύθερος, παρά μόνο αν αυτό που πράττετε, αυτό που σκέφτεστε, αυτό που λέτε είναι κάτι διαφορετικό από τους προκαθορισμούς, τους κοινωνικούς και συλλογικούς, της κατάστασης στην οποία βρίσκεστε…

λέει ο Αλαίν Μπαντιού, που κατέχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των σύγχρονων στοχαστών αλλά και στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και αποτελεί πλέον έναν από τους τελευταίους μεταφυσικούς σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η φιλοσοφία έχει μετατραπεί είτε σ’ ένα μετασχόλιο σε άλλες σπουδές είτε σε μια φορμαλιστική μελέτη της γλώσσας. Ο Γάλλος στοχαστής αυτή τη φορά εκκινεί από την υποστήριξη της «εμμένειας των αληθειών», δηλαδή ότι φιλοσοφικώς δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο για απόλυτες αλήθειες, αυτές οι αλήθειες είναι, όμως, ενθαδικές, ενυπάρχουσες στον πεπερασμένο στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής αντιτίθεται αφενός στον σύγχρονο μεταμοντέρνο σχετικισμό που απορρίπτει την απολυτότητα της αλήθειας και αφετέρου διαχωρίζεται από την παραδοσιακή μεταφυσική (χριστιανική, θεϊστική ή άλλη), η οποία αναζητά μια υπερβατική θεμελίωση της αλήθειας εκτός του κόσμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για αλήθειες, στον πληθυντικό και όχι για μία αλήθεια στον ενικό. Η συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη, η τρίτη που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, είναι συναρπαστική.

Σ’ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείωμά της η Τιτίκα Δημητρούλια μας γνωρίζει τον Ντανί Λαφαριέρ, που με την σειρά του συστήνεται ως συγγραφέας αϊτινής καταγωγής που γράφει στα γαλλικά, εγκατέλειψε κάποτε αναγκαστικά τη χώρα του, για να ξεφύγει από τον δικτάτορά της, αλλά τώρα έχει επιλέξει να ζει έξω από αυτήν. Δεν αυτοπροσδιορίζεται εθνικά, με βάση μια χώρα ή μια ευρύτερη περιοχή (Αϊτινός, της Καραϊβικής), ούτε ως εξόριστος, ούτε καν ως γαλλόφωνος· άλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, είναι τόσο προσαρμοστικός και ευέλικτος, ώστε είναι κάθε φορά από την χώρα του αναγνώστη του. Όπως τονίζει η ίδια, ο συγγραφέας αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια του αυτοπροσδιορισμού του, ορίζοντας μια παλίμψηστη υποκειμενικότητα που προσδιορίζεται κατά περίπτωση και η υβριδικότητά της προκύπτει από την υπερ-διαπολιτισμικότητά της, από τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ενσωματώνει την εκάστοτέ διάδρασή του με το ιστορικά προσδιορισμένο περιβάλλον στην ζωή του.

Διηγήματα των Δημήτρη Μίγγα, Νένας Κοκκινάκη, Ούρσουλας Φωσκόλου, Τάσου Ελένα, π. Παναγιώτη Χαβάτζα, Βάσως Χόντου, δοκίμια και μελετήματα των Γιάννη Κιουρτσάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου, Νατάσας Κεσμέτη και Δημήτρη Κόκορη, κείμενα περί ζωγραφικής των Στέφανου Δασκαλάκη και Γ.Σ. Ντι Πιέτρο, ποιήματα των Σταμάτη Πολενάκη, Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν, Ντίνου Φλαμάντ, Ένο Αγκόλλι, Βασίλη Στάμου, Νικόλα Ευαντινού, δίστηλα με σχόλια επικαιρότητας (Μαριάνος Δ. Καράσης, Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας, Κώστας Μελάς, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Γιώργος Κεντρωτής, Γιάννης Β. Κωβαίος, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Νίκος Γριπονησιώτης, Κώστας Βραχνός, Γιώργος Μητρούλιας, Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου), ημερολόγια (Δημήτρης Αγγελής, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος), κριτικές βιβλίου, σελίδες για τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και κείμενα για άλλα κείμενα συμπληρώνουν την ύλη. Το τεύχος κοσμούν σχέδια του Αχιλλέα Παπακώστα.

Από τις Σελίδες Ημερολογίου του Θανάση Νιάρχου κρατώ μια εγγραφή που αξίζει να μείνει. Με αφορμή την παρουσίαση δυο τόμων του Βασίλη Βασιλικού αισθάνεται πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αμήχανο και προβληματικό από το να συζητάνε διάφοροι άνθρωποι, όσο σπουδαίοι και αν είναι, για την συμμετοχή τους σ’ ένα παρελθόν αγωνιστικό και αντιστασιακό, όταν ως συνέχεια του παρελθόντος αυτού υπήρξε ένα μέλλον που δεν το επιβεβαίωσε σε τίποτε απολύτως.

Κάτω από κάθε γραφή υπάρχει μια καλύτερη που πρέπει να την βρεις, υποστηρίζει ο Κώστας Μαυρουδής στην δεύτερη άξια αποδελτίωσης συνομιλία του τεύχους (με την Νότα Χρυσίνα). Ιδού δυο δικά μου δελτία: Το ότι πολλοί διαβάζουν σημαίνει ότι μέσα σε έναν αιώνα ένα ιλιγγιώδες ποσό τυπωμένων ανοησιών έφτασε στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι πια αναλφάβητοι. Καλό, κακό, δεν ξέρω· είναι αδιάφορο για την καλλιέργεια και ακόμα πιο αδιάφορο για την δημιουργική έκφραση. Κι ένας ήρωας βιβλίου που άρχισε πάλι να τον συγκινεί: εκείνοςο μαθητής από το βιβλίο του Δημοτικού, που τρέχει κρατώντας ένα ενδεικτικό με «Άριστα 10». Ο συγγραφέας συγκινείται από την ανεμελιά του για έναν κόσμο όπου η ζωή είναι ακόμα απέραντο καλοκαίρι. Γελά και τρέχει με ενθουσιώδη άγνοια για το μέλλον. Τον περιμένει μια γαλήνια θάλασσα, κολύμπι, παιχνίδια, μέσα σε μία στέρεα χωρίς κανέναν ρήγμα, οικογένεια. Να μια αιώνια, απρόσβλητη, ανθρώπινη εικόνα.

 [σελ. 206]

Στις εικόνες: Alain Badiou, Dany Lafarriere, έργο του Αχιλλέα Παπακώστα, Αριστεία.

05
Φεβ.
18

Φρέαρ τεύχος 20 (Νοέμβριος 2018)

«Είναι πολύ δύσκολο ν’ αντισταθείς στην επιτυχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να τους κλείσεις την πόρτα. Και η μιντιακή επιτυχία διαφθείρει την νοημοσύνη» δήλωσε χθες ο Τζωρτζ Στάινερ στη Μαδρίτη σε μια… μαζική συνέντευξη τύπου. Υπάρχουν κάποιοι που είναι (ή μπορεί να καταλήξουν να είναι) τέλεια παραδείγματα του κακού που με απόλυτη διαύγεια καταγγέλλουν. Ποιοί αντιστάθηκαν; Ο Κάφκα ή ο Βίτγκενσταϊν, χωρίς αμφιβολία. Ο Αντρέ Μπρετόν απέρριπτε οποιαδήποτε δημόσια αναγνώριση. Αλλά σκέφτομαι, πάνω απ’ όλους, τον Μωρίς Μπλανσώ, του οποίου ο διανοητικός ασκητισμός τον οδήγησε στο να είναι απολύτως αόρατος· μάλιστα, σχεδόν τίποτε δεν γνωρίζουμε γι’ αυτόν εκτός από κανένα κλεμμένο φωτογραφικό του πορτρέτο….

…γράφει ο Αντρές Σάντσεθ Ρομπάυνα στις έξοχες Σελίδες ημερολογίου που μας μεταφράζει ο Δημήτρης Αγγελής, στους Αβυθομέτρητους Καιρούς, στο καθιερωμένο δηλαδή σώμα του Φρέατος που κρύβει πάντα πολύτιμες μεταφράσεις, ενδιαφέροντα δοκίμια και κείμενα πλούσιου προβληματισμού. Σε παρακείμενες ημερολογιακές καταγραφές ο Δημήτρης Αγγελής ανακαλεί μια δύσκολη περίοδο της πορείας της περιοδικής Ευθύνης και τις πάσης φύσεως αναχωρήσεις των πνευματικών της προσωπικοτήτων, από τον Χρήστο Μαλεβίτση μέχρι τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού αφορά τον Άρη Αλεξάνδρου «εδώ και τώρα». Περιλαμβάνονται οι πυρήνες των πέντε εισηγήσεων της επιστημονικής ημερίδας που διεξήχθη στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο του 2017. Οι εισηγητές: Αντωνία Κοσένα: Διαβάζοντας την ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, Αντιγόνη Ηλιάδου: Η Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου, Θοδωρής Μπόνης: Ο Άρης Αλεξάνδρου για τα λογοτεχνικά βραβεία και την Ενωμένη Ευρώπη, Φιλήμων Παιονίδης: Στοιχεία κριτικής του μεταολοκληρωτισμού στο Κιβώτιο, Κώστας Δεσποινιάδης: Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου και ένα σχεδόν άγνωστο βιβλίο του. Το κείμενο του τελευταίου αποτελεί εκτεταμένη και λεπτομερέστερη μορφή του κειμένου που δημοσίευσε στο αφιέρωμα του περιοδικού Πανοπτικόν στον Άρη Αλεξάνδρου, στο τεύχος που παρουσιάσαμε εδώ.

Στα ενδιαφέροντα λογοτεχνήματα του τεύχους εντοπίζω την απολαυστική σειρά των μικρών κειμένων του Μικαέλ Αουγκουστίν σε μετάφραση Ευθυμίας Γιώσα. Ιδού πως «ορίζεται» ένας Μυημένος στην αγάπη: Ένας από τους γάμους του απέτυχε μ’ έναν ιδιαιτέρως τραγικό τρόπο: κάθε φορά που ο Κοσλόφσκι ένιωθε πολύ τρυφερά και κοντά στη σύζυγό του, άφηνε το κρεβάτι τους για να γράψει ερωτικά ποιήματα στην κουζίνα για ώρες, χωρίς διακοπή. Εννοείται πως το τεύχος για άλλη μια φορά περιλαμβάνει διηγήματα (Μαρίας Κουγιουμτζή, Κλαίτης Σωτηριάδου, Κώστα Σιαφάκα, κ.ά), ποιήματα (Αντώνη Ζέρβα, Κώστα Ριζάκη, Τάσου Πορφύρη, Ζέφης Δαράκη, κ.ά.), δοκίμια (του Θεοφάνη Τάση  για την ισλαμιστική τρομοκρατία και την κρίση νοήματος, του π. Βασιλείου Θερμού με τίτλο Ανθρωπιστικές σπουδές μέσα σε αλλαγή παραδείγματος: Μάλλον κάτι διέφυγε της προσοχής μας κ.ά.), συνεντεύξεις όπως του Ντομινίκ Φερναντέζ στον Διονύση Σκλήρη.

Σ’ ένα ούτως ή άλλως συναρπαστικό θέμα, αυτό τον Σαλών Αγίων και Ασκητών, ο Ζ.Δ. Αϊναλής, καταθέτει ένα εκτενές κείμενο για τον Βίο του Συμεών του Σαλού  του Λεοντίου Νεαπόλεως. Το μείζον θέμα εδώ είναι η «καρναβαλοποίηση της καθημερινότητας», συνεπώς η μελέτη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τα ο μνημειώδες έργο του Μπαχτίν για τον Ραμπελέ. Διαβάζουμε λοιπόν, μεταξύ άλλων, πως ο Συμεών ο Σαλός χρησιμοποιεί εξ αρχής την παρωδία και το γέλιο για να συνθλίψει τον σοβαρό τόνο της καθημερινής ζωής Υπό μια έννοια μεταμορφώνει την καθημερινή ζωή σε καρναβάλι και εκείνο που επιτυγχάνεται εφήμερα στις εορτές και τα καρναβάλια, η στιγμιαία δηλαδή απελευθέρωση από τον φόβο (που έχει επιβληθεί από την επίσημη ιδεολογία και κουλτούρα), ο Συμεών το μεταθέτει σε ένα καθημερινό και διαρκές επίπεδο. Γι’ αυτό αυτή η διαρκής, καθημερινή καρναβαλοποίηση της ζωής στοχεύει ακριβώς στην ήττα του φόβου του «επιούσιου».

Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο ολοκληρώνεται μ’ ένα ουσιωδώς αισιόδοξο μήνυμα και μια διάσταση ουτοπική και οικουμενική, καθόσον μεταδίδεται η αίσθηση ότι ήδη την επαύριο τη ζωή των κατοίκων της Έμεσας θα μπορούσε ν’ αλλάξει δραστικά. Αν όμως ο άνθρωπος και η ζωή μπορούν ν’ αλλάξουν σε μια πόλη, τότε κάλλιστα μπορούν ν’ αλλάξουν παντού αλλού. Έτσι, το τέλος του κειμένου, σ’ ένα αλληγορικό επίπεδο, ενδύεται μια διττή σημασία: ο θάνατος του Συμεών εγκυμονεί μια ανανεωμένη ανθρωπότητα. Το αισιόδοξο μήνυμα του θανάτου του παλαιού και της γέννησης του νέου και η ουτοπική και οικουμενική διάσταση του έργου αποδεικνύουν ότι ο Βίος του Αγίου εγκαταβιοί βαθιά μέσα στην λαϊκή κουλτούρα και ότι ο Λεόντιος στόχευε ακριβώς σε ένα λαϊκό κοινό.

Σε όμορες γειτονικές επικράτειες το εκτενές δοκίμιο του Σταύρου Γιαγκαζόγλου, Σχόλιο στο Προς εκκλησιασμόν έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη καταθέτει μεταξύ άλλων μια βασική επισήμανση. Στην σχέση του με το Βυζάντιο ο Πεντζίκης δεν υπήρξε ούτε ρομαντικός νοσταλγός ούτε ιδεαλιστής του θρύλου της καθ’ ημάς Ανατολής. Δεν επιζήτησε να νεκραναστήσει ιδεολογικά το Βυζάντιο, κόβοντας τις γέφυρες με την Δϋση. Αντίθετα, ολόκληρο το έργο του συνιστά μια ιδιότυπη συνομιλία ενός ορθόδοξου με το  ευρωπαϊκό πολιτισμό. Μέσα από την ακραία και ανατρεπτική αφήγησή του προβάλλει ένα άλλο Βυζάντιο πιο παράδοξο και μυστικό, πιο παράλογο και εκκεντρικό, πιο υλιστικό, πιο εκκλησιαστικό και εν πάση περιπτώσει καθόλου εξιδανικευμένο. Πρόκειται για μιαν υπαρξιακή προσέγγιση του βυζαντινού πολιτισμού με τα μάτια και την αισθαντικότητα του σύγχρονου ανθρώπου.

[σελ. 459 – 692]

Στις εικόνες: Άρης Αλεξάνδρου (1975 και 1978), Andrés Sánchez Robayna, Συμεών δια Χριστόν Σαλός, έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη.

27
Ιαν.
18

Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84 (Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017). Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Το ποίημα πρέπει να έχει μικρά φωτάκια που να φωτίζουν το εσωτερικό σου τοπίο, κουδουνάκια πολλά για να χτυπούν, να σε ξυπνούν, να σου θυμίζουν. Το καλό ποίημα πρέπει να διαθέτει αυτόν τον μυστικό μηχανισμό που να σε σκουντάει και να σε σηκώνει από τη θέση σου…  απαντά ο Ηλίας Κεφάλας στην ερώτηση Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαίο ένα ποίημα, σε μια συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και εικαστικών, δοκιμιογράφος, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μεταφραστής, ο τιμώμενος διακονεί εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο πνευματικό έργο ακούραστα και αθόρυβα. Του άξιζε η συμπερίληψη στα πλούσια αφιερώματα του Εμβόλιμου.

Ο Δημήτρης Αγγελής επισκέπτεται την «μουσκεμένη γη» της Θεσσαλίας και παρατηρεί τον κάμπο στην ποίησή του. Όπως γράφει στην αρχή, συμβαίνει να υπάρχει πάντα μια ποίηση εικόνων που καταλήγουν πάντα, σαν τραβηγμένες από την δύναμη ενός σκοτεινού μαγνήτη, στον θεσσαλικό κάμπο: υπάρχει εκεί ένα δέντρο ξεκομμένο, συνήθως μια λεύκα, που υπογραμμίζει επίμονα πάνω στην επίπεδη γη τη «λέξη μοναξιά». Στην ίδια παράλληλη γεωγραφία η Γεωργία Καλοβελώνη τον μελετά ως πρόσωπο ευθύβολο γης Θεσσαλικής και δέντρο μοναχικό από ασυγκράτητα ύψη. Στον Εθνικό Δρυμό της Ποίησης, άλλωστε, σπεύδει να τον συναντήσει ο Γιάννης Β. Κωβαίος, κρατώντας σημειώσεις για τους τρόπους με τους οποίους στέργει τα δέντρα ο ποιητής.

Καθώς ανοίγει και πάλι το τοπίο, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εστιάζει στην έννοια της Φύσης στην ποίησή του μέσα από την διαρκή αφήγηση μιας σωματικότητας. Διαβάζοντας τις Λεζάντες για τ’ αόρατα η Άννα Αφεντουλίδου διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο ποιητής εξακολουθητικά επιμένει να μη βαπτίζει τον ποιητικό του χώρο στο ιστορικό του γίγνεσθαι» αλλά να τον απομονώνει σαν να τον κοιτάζει σε ένα άχρονο παρελθόν, εξωραϊσμένο, απομονωμένο από όποια συμφραζόμενα θα μπορούσε αυτό να στιγματιστεί ή να αλλοιωθεί· θέλει να το κρατήσει μακριά από αυτά που μπορούν να το πληγώσουν ή να αλλοιώσουν τον παραμυθικό του χαρακτήρα. Στα Μνήστρα της αβύσσου επικεντρώνει η Κατερίνα Κούσουλα που επιχειρεί μικρή σπουδή στην συλλογή αυτή του «έκκεντρου παρατηρητή και οιωνοσκόπου».

Η συλλογή που τιτλοφορείται Τα Λιλιπούτεια προσελκύει την γραφίδα αρκετών αναγνωστών που καταθέτουν την εμπειρία τους (Αγαθοκλής Αζέλης, Ξανθίππη Καραβίδα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Θωμάς Ψύρρας κ.ά.). Η Ελένη Λιντζαροπούλου μας καλεί να μην παρασυρθούμε από τον παιγνιώδη τίτλο και θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μικρά, χαριτωμένα και σκοπίμως κομψά ποιήματα αλλά να προσέλθουμε σε μια ποίηση που ούτως ή άλλως δεν στηρίζεται μονάχα στις λέξεις, ούτε και παίζει με αυτές, παρά ολοκληρώνεται στις ιδέες που φέρει και τις οποες επιζητά να αποκαλύψει στον αναγνώστη της.

Η Άννα Γρίβα συναντάει γυναίκες ενός άλλου κόσμου στην ποίησή του ενώ περισσότερο προσωπικά κείμενα καταθέτουν οι Β. Π. Καραγιάννης, υποδοχέας ούτως ή άλλως κειμένων του Κεφάλα στην περιοδική του Παρέμβαση και η Αθηνά Γκάτσου που γράφει για την συμβίωση μ’ έναν συγγραφέα. Στο ίδιο κλίμα ο Κώστας Ριζάκης συγγράφει και του αφιερώνει ένα ποίημα· ομοίως και η Χρυσούλα Σπυρέλη. Οι Δημήτρης Κόκορης, Γεωργία Λαδογιάννη, Κώστας Λάνταβος, Κώστας Λιννός, Μαρία Πολίτου, Μαρία Σκουρολιάκου, Σωτήρης Σαράκης, Βαγγέλης Τασιόπουλος και άλλοι συνεισφέρουν προσωπικές αναγνώσεις ενός έργου που εμπνέει την σκέψη και ενεργοποιεί τα συναίσθηματα – και αντίστροφα. Και, όπως καθιερώνεται σε ανάλογα αφιερώματα, ο ίδιος ο τιμώμενος καταθέτει και ανέκδοτα ποιήματά του. Ο Ντίνος Παπασπύρου κοσμεί ζωγραφικά το τεύχος.

Τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν τον καταδιώκουν αλλά στέκουν ήρεμοι πρωταγωνιστές στη μυθοπλασία του. Συνομιλεί με ανθρώπους που χάθηκαν από την ζωή αλλά δεν ξεχάστηκαν. Ακόμη και τα παλιά πράγματα, που παροπλίσθηκαν από τη σκουριά του χρόνου, στέκουν αφηγητές ενός παρελθόντος που ακόμη σφύζει από τον παλμό του ζεστού και γάργαρου αίματος γράφει μεταξύ άλλων σκέψεων για την ποίησή του ο Παναγιώτης Ράμμης. Αυτή η εύστοχη σκέψη, ομολογώ, αποτελεί και μια μόνιμη προσωπική αίσθηση.

[σ. 128]

Οι δυο φωτογραφίες των δέντρων είναι του Ηλία Κεφάλα. Το εικαστικό έργο που κοσμεί και το τεύχος είναι του Ντίνου Παπασπύρου.

Το τελευταίο πεζογραφικό βιβλίο του Ηλία Κεφάλα στο Πανδοχείο εδώ.

23
Ιαν.
18

Εντευκτήριο τεύχος 113 (Απρίλιος – Ιούνιος 2016, κυκλοφ. 30 Νοεμβρίου 2017)

Παρατηρήστε λοιπόν τι συμβαίνει αυτή τη νύχτα: ο άντρας φοράει τη μάσκα της γυναίκας και η γυναίκα του άντρα, το παιδί μεταμφιέζεται σε γέρο και ο γέρος σε παιδί. Τα φύλα, οι ηλικίες και οι κοινωνικές τάξεις, σαν από θαύμα, ανατρέπονται. Καθένας αλλάζει τον ρόλο του με το ρόλο του διπλανού του… Η ουσία του καρναβαλιού είναι η ανταλλαγή ρόλων. Κοιτάχτε εκείνους τους άντρες και εκείνες τις γυναίκες να τρέχουν δεξιά κι αριστερά στους δρόμους και να δίνουν οι μεν στους δε σημάδια αναγνώρισης με τα οποία συνήθως ξεχωρίζονται μεταξύ τους…

έγραφε ο Ντομινίκ Φερναντέζ στο βιβλίο του Πορπορίνο ή τα Μυστήρια της Νάπολης (εκδ. Εξάντας, 1990, μτφ. Λουκάς Θεοδακόπουλος), για να αιχμαλωτίσει μια από τις ελάχιστες συγκυρίες όπου αισθανόταν ελεύθερος να εκφραστεί. Ο συγγραφέας, που εδώ γνωρίσαμε κυρίως με το βιβλίο του Εγώ ο Πιέρ Πάολο στα χέρια του αγγέλου, καταθέτει Ολίγα περί του βίου του, ενός βίου που καθορίστηκε από την παιδική του ηλικία και την προτίμηση στα αγάλματα του Απόλλωνα αντί για εκείνα της Αφροδίτης, όταν ξεφύλλισε ένα μικρό άλμπουμ με φωτογραφίες ελληνικών αγαλμάτων. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να εκδηλώσει την προτίμησή του σε κανέναν κι έζησε σε μια καταπιεστική σιωπή. Έγινε όμως ένας σπουδαίος συγγραφέας, που έζησε σύμφωνα με τις επιθυμίες του, έγραψε Το ροζ αστέρι ως φωνή για τους στερημένους φωνής, υποστήριξε τον γάμο για όλους, «στο όνομα της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων» και τώρα είναι ευγνώμων για μια ζωή πλήρη φίλων και πνευματικών ασχολιών. Το σύντομο απρόσμενο κείμενο σε μετάφραση Φίλιππου Δρακονταειδή.

Κάπου στη μέση του τεύχους βρίσκουμε τον Λου Σιουν (Lu Xun), έναν από τους σημαντικούς Κινέζους συγγραφείς του 20ού αιώνα, με πλούσιο λογοτεχνικό και δοκιμιακό έργο. Εδώ το ρεαλιστικό του διήγημα, σε μετάφραση και χρήσιμες υποσημειώσεις της Ράνιας Καταβούτα, περιγράφει τις περιπέτειες ενός νεαρού που εργάζεται ως «το παιδί με την κανάτα» στην ταβέρνα «Ευημερία» στην άκρη της πόλης. Από την μέσα πλευρά των συνόρων συμβαίνουν εξίσου ενδιαφέροντα πράγματα. Μπορούμε να βρεθούμε στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου όπου ένα παλιό μπακ του Μακεδονικού με την βασική θεωρία πως η καλή άμυνα κερδίζει στο τέλος στήνει τα περίπτερα υποκρύπτοντας την σωματική του αδυναμία και δέχεται το γαλαντόμο κέρασμα του Γιάννη Ρίτσου ενώ στο φόντο τιμώμενοι κλασικοί Ρώσοι συγγραφείς μοιάζουν να ζωντανεύουν ή όντως ζωντανεύουν. Ο Δημήτρης Μίγγας στις Βλαβερές συνήθειες επιχειρεί λογοτεχνικώς να αποδείξει ότι ο καπνός και το ποτό δεν βλάπτουν την υγεία από μόνα τους, ενώ ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης μας προσφέρει το πιο δυνατό κομμάτι του τεύχους, το μονόπρακτο του τέλους, που δεν είναι άλλο από την τελευταία πράξη της μάνας του.

Το πεζογραφικό τμήμα συμπληρώνεται με τους Μάνο Ελευθερίου, Στάθη Κοψαχείλη, Δήμητρα Κολλιάκου, Βασίλη Καράδαη, Λου Σιουν (μτφρ. Ράνιας Καταβούτα), Ιφιγένεια Σιαφάκα, Χρύσα Φάντη, Κατερίνα Παπαδημητρίου, Φωτεινή Τέντη και πολλούς άλλους, ενώ διατίθεται άφθονη ποίηση, δοκίμια (όπως η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «Ανάσταση» για την έννοια της επιστροφής στα μυθιστορήματα του Αντώνη Σουρούνη» από την  Γαβριέλλα Αναστασίου), κριτικές βιβλίων, κλεφτές ματιές στο κομοδίνο του Γιώργου Κορδομενίδη και μια επιλογή και μετάφραση σπαραγμάτων σκέψεων και λόγων του Τζον Άσμπερυ από τον Γιάννη Θεοδοσίου. Στο ένθετο Camera Obscura παρουσιάζεται η φωτογραφική ενότητα του Πέτρου Ευσταθιάδη Αθέατα όρια / Αυτοσχέδιες κατασκευές. (Το κείμενο παρουσίασης υπογράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου). Το επόμενο τεύχος, αρ. 114, θα είναι αφιερωμένο στην Λούλα Αναγνωστάκη.

[σελ. 144]

Στις εικόνες: Dominique Fernandez, Lu Xun.

13
Ιαν.
18

Μίμης Σουλιώτης – Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα

Αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερός που γνώρισα τον Μίμη Σουλιώτη και ιδίως μέσα στο άνδρο των «πνευματικώς ανήσυχων» ανδρών που ήταν ο ημιυπόγειος Ερωδός, το καφέ μπαρ όπου επένδυσα εκατοντάδες εσπερινές και μεσονύκτιες ώρες επί πολλά έτη ως έμμισθος τροφοδότης του καφέ και του οινοπνεύματος. Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στους τεχνίτες της ποίησης καθότι προτιμούσα τους τεχνίτες του προφορικού λόγου και της καλλιέπειας που ειρωνεύεται τρυφερά και ισόποσα τον πομπό και τον δέκτη της. Αν μάλιστα κρατούσαν πάντα μαζί τους ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή κάποιο παράξενο έντυπο, έτοιμοι να μοιραστούν μια φράση που τους σπίθισε το μάτι, τότε φρόντιζα να τους κρατώ όσο περισσότερο γίνεται στην μπάρα, φυσικά γεμίζοντας τα ποτήρια τους, ενίοτε και με προσωπικό κόστος. Μόνο και μόνο για να μη μου φύγουν.

Έκτοτε τον (παρ)ακολουθούσα ως αναγνώστης, κυκλώνοντας τις λέξεις του στα κείμενά του στον Χάρτη, στα παλιά Τραμ, στο Βήμα των Ιδεών και φυσικά στα έξοχα έντυπα που μαστόρευε η εκλεκτή συντεχνία (Θεοδωρίδης, Καλοκύρης, Σκαμπαρδώνης) τότε που η Θεσσαλονίκη έκανε την Πολιτιστική Πρωτεύουσα κι εγώ υπηρετούσα την στρατιωτική θητεία στην άλλη άκρη της. Αναρωτιέμαι ποια ιδιότητά του να προτάξω: ο Σουλιώτης ήταν ερευνητής ως αναγνώστης, χιουμορίστας ως συνομιλητής, ικανός πλάστης της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων Ερμής και πάνω απ’ όλα πλήρης ιδεών ως δάσκαλος – πρώτα στη μέση εκπαίδευση, ύστερα στο Πανεπιστήμιο στο τέρμα αριστερά του ελληνικού χάρτη, στην Φλώρινα, όπου σχεδίασε και οργάνωσε το πρώτο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής. Έπρεπε να σηκωθεί να φύγει από τον εδώ κόσμο για να μάθω ότι ήταν ένας Αθηναίος, αυτός ο πιστός του Βορρά, που φλόγισε την πνευματική κίνηση της Φλώρινας κι έφτιαξε κι ένα Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες. Είχε στιχουργήσει, άλλωστε, πως την θάλασσα των Πρεσπών δεν την περνάς με καντιλάκ ούτε με βέσπες.

Ο πολύτιμος αυτός τόμος συγκεντρώνει 58 κείμενα [άρθρα, σχόλια, μελετήματα, εισηγήσεις και επιφυλλίδες] δημοσιευμένα στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας σε ένθετα εφημερίδων όπως Το Βήμα / Νέες εποχές και Το Βήμα / Βιβλία, σε λογοτεχνικά περιοδικά (όπως ο Χάρτης στον οποίον άλλωστε ήταν χαρτογράφος αλλά και τα Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, η λέξη, Ο Παρατηρητής, Μικροφιλολογικά, Δοκιμασία, Εταιρεία), στο Αντί και βέβαια σε βιβλία δοκιμίων, πρακτικά συμποσίων κ.λπ. Τα κείμενα είναι  χωρισμένα σε πέντε ενότητες  με τους τίτλους: Γλώσσα και λογοτεχνία, Ποίηση Ποιητές Ποιήματα, Βιβλιολογικά, Βαλκανικά, Ποικίλα και μικρότερα και Βιβλιο – παρουσιάσεις.

Στην πρώτη ενότητα, ανάμεσα σε κείμενα για τον γραμματικό Κώστα Ταχτσή ή την καθαρεύουσα του Μανόλη Αναγνωστάκη και λοξές παρουσιάσεις βιβλίων επιλέγω εκείνο που προσκαλεί την παιγνιώδη γραφή του Σουλιώτη. Οι Καλλονές των Μικρών Αγγελιών αφιερώνονται στην μεταγλώσσα της μικρής (ερωτικής) αγγελίας και τις υπαινικτικές της στερεοτυπίες. Ο συγγραφέας αλιεύει κι ερμηνεύει τις τυπικές φράσεις και σχολιάζει τις σχετικές λέξεις για το Πρόσωπο της Καλλονής, το Σώμα και το Σύνολο, την Ψυχοσύνθεση, τα Προσόντα των Ανδρών και άλλα. Βέβαια ο ιδιότυπος της μικροαγγελτικής ομορφιάς πάσχει από προχειρότητα και μονοτονία και πάντως είναι γεμάτος από αξιόλογες δεσποινίδες με πλούσια προσόντα. Διαπιστώνει, ακόμα, ότι ο σουρεαλισμός πέθανε, το παράλογο όμως προϋπήρχε και επιβιώνει σε λεκτικό και νοηματικό επίπεδο.

Η αναφωνηματική φράση «Άγαλμα από Πάτρα νηπιαγωγός 24 ετών» συνιστά περιφανές δείγμα ακούσιου παραλογισμού. Συχνά το παράλογο προκύπτει από τον άκριτο φορμαλισμό της μικρής αγγελίας. Έτσι μόλις διαβάσουμε ότι κάποια «αδέσμευτη 19χρονη από τον χώρο του μόντελινγκ επιθυμεί γνωριμία με κύριο αναλόγων προσόντων», δικαίως θα αναρωτηθούμε αν αυτός ο κύριος οφείλει να είναι 19άρης καλλονός και μοντέλο. Αλλά ο διδάσκαλος Σουλιώτης έχει ένα ύστατο μάθημα για τους συντάκτες των σχετικών αγγελιών: θα ωφεληθούν αν αξιοποιήσουν σωστά την κλασική γραμματεία, ιδίως τον απαράμιλλο Κάτουλλο και το περίφημο ποίημά του για την Κοϊντία, το οποίο και παραθέτει σε ευαγή μετάφραση.

Στο δεύτερο μέρος, των ποιητών και της ποίησης, περιλαμβάνονται μελετήματα για τον Καβάφη (και επί τούτων «διάλογοι» με τον Γ.Π. Σαββίδη), ένα στόχαστρο για τον Στόχο του Μανόλη Αναγνωστάκη ένα «λυρικόν αποκύημα» του Κώστα Κρυστάλλη (που αφορά ένα στιχούργημα που έγραψε στην ηλικία των δεκαοκτώ ο ποιητής, χαρακτηρίζοντάς το «παρεπόμενον», δηλαδή παρακολούθημα – εδώ ο Σουλιώτης φροντίζει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιος σαδομαζοχισμός τον σπρώχνει να χρονοτριβήσει σ’ ένα πρωτόλειο στιχούργημα ενός ελάσσονος δημιουργού, που είναι μάλλον πεζογράφος και η  απάντηση φυσικά δίνεται με την ίδια την ανάγνωση των στιχουργημάτων Αι Αναμνήσεις και Το Όνειρον, «λυρικά της παιδικής φαντασίας αποκυήματα») και κείμενα για τα μετασουρεαλιστικά λογικά παίγνια του Βασίλη Στεριάδη, τον «ποιητή του Έρωτος» Έλιοτ Φεζάλ και τον «φανατικό της επανάληψης» Κώστα Μόντη.

Στο πιο ερεθιστικό κείμενο της ενότητας ο Σουλιώτης γράφει για «τα κριτήρια της ποίησης» με αφορμή την «αυθαιρεσία» του Ζήσιμού Λορεντζάτου, που έγραψε πως ο Άγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Για τον Σουλιώτη το σχετικό ερώτημα είναι ανυπόστατο εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε αποδείξιμη απάντηση κι έτσι η φιλολογικά ανοχύρωτη ιεράρχηση του Λορεντζάτου νομιμοποιείται μόνο ως κριτική αποτίμηση. Αλλά κι εδώ τίθεται θέμα εφόσον είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας κριτικός «πλήρης του ονόματος» προβαίνει σε τέτοια αξιολόγηση, σε περίοδο μάλιστα [1999] όπου οι κοινωνικές ανακατατάξεις διαρρηγνύουν τον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας όσο και των κριτικών της αποτιμήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική μας κριτική δεν αποτολμά ριψοκίνδυνα βήματα· τέτοια βήματα θα ήταν να εξετάζαμε μήπως λ.χ. τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι υπέρτερα του Παπαδιαμάντη ή μήπως ο Βουτυράς γράφει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καλύτερα απ’ όλους τους συγχρόνους του ή πόσα άλλα σύγχρονα πεζογραφήματα εφάμιλλα με του Ταχτσή και του Βαλτινού έχουν γραφτεί κ.ο.κ. Άλλωστε ο Σουλιώτης έχει μπει ήδη στον πειρασμό να αναρωτηθεί γιατί να μην προταθούν για την κορυφή του αιώνα και ο συμπαθέστερός μας Καρυωτάκη, το ωραίο δίδυμο των Εγγονόπουλου – Εμπειρίκου, ο οξύτερος σατιρικός του αιώνα Παλαμάς, οι δυο νομπελίστες κι εκείνοι που δεν παγιώθηκαν ακόμα στην συνείδησή μας (Αναγνωστάκη, Σινόπουλο) για λόγους δραστικής και βιαστικής αλλαγής της εποχής.

Το τρίτο μέρος αφιερώνεται στα Βιβλιολογικά. Μαζί με κείμενα για βιβλία άγνωστα και ειδικά, για τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και για το περιοδικό Εντευκτήριο και τον Gordon εδώ σπεύδω στην προσφιλή Σουλιώτεια γραφή, που ενοικεί στο κείμενο Οι θερινοί και οι άλλοι αναγνώστες, που αφορά μια τυπική του επισκοπική κατόπτευση ενός θέματος, που εδώ είναι η ίδια η αναγνωστική πράξη.

Στην προκαπιταλιστική εποχή σπάνιζαν οι αναγνώστες δωματίου, στο μέτρο που το δωμάτιο δεν αυτονομούνταν από το υπόλοιπο σπίτι. Σε περασμένες εποχές, εξάλλου, όταν η εξατομίκευση ήταν αμυδρή, η ανάγνωση σήμαινε κατά κανόνα την πράξη της φωναχτής ανάγνωσης, που την εκτελούμε με την (αισθητή ή) υποθετική παρουσία ενός (φυσικού ή) δυνητικού ακροατηρίου, που αρτιώνει την ανάγνωση: γιατί ακόμη και στα πιο ξελιγωμένα, δωματίσια διαβάσματά μας, εκεί όπου συχνά υπερτερούν οι παραισθήσεις του ιδιωτικού, η αναγνωστική πράξη κατορθώνεται στο βαθμό που μαζί μας συνδιαβάζει και ο άλλος – ο φαντασμαγορικός εκπρόσωπος της ανθρώπινης κοινότητας. [σ. 187]

Ο Σουλιώτης προβαίνει σε μια απολαυστική τυπολογία της ανάγνωσης, από την οποία αλιεύω και αυθαιρετώ κατά την περίληψή τους: ο ορθός αναγνώστης (κυριολεκτικά όρθιος: ο παρωχημένος αναγνώστης του λογείου, ο σύγχρονος αναγνώστης του τοίχου, του περιπτέρου, ο πλαγιοκοπών λαθραναγνώστης των λεωφορείων)· ο καθιστικός (που μάλλον δεν μπορεί να αφομοιώσει τα υψηλά νοήματα – γι’ αυτό όταν τα «πιάνουμε», πετιόμαστε όρθιοι)· ο ύπτιος (αν και τα πιο «απογειωμένα» διαβάσματα τελούνται ανάσκελα)· ο περιπατητικός· ο τακτός· ο χωρικός (που συναρτά την ανάγνωση με επιλεγμένους χώρους, που συχνά υποβάλλουν το είδος του βιβλίου)· ο ιδιωτικός (ώστε να απολαμβάνει τους ήχους της αναγνωστικής χειροναξίας – κοινώς το θρόισμα των σελίδων).

Καταλογογραφούνται ακόμα ο ετερρορεπής αναγνώστης (που διαβάζει μόνο που βιβλία που «ανακαλύπτουν» ή διαφημίζουν οι άλλοι), ο κρυπτικός (μέγας διώκτης των λαθραναγνωστών), ο οδηγητής (που απορρίπτει τα βιβλία που αρέσουν στους άλλους και προτιμά να λειτουργεί ως καθοδηγητής), ο ξεφυλλιστής, ο πραγμοποιημένος (που λατρεύει το βιβλίο ως πράγμα και θηρεύει τις δυσεύρετες εκδόσεις), ο υπνωτικός (που αποσκοπεί με την ανάγνωση να αποκοιμίσει εαυτόν ή τον ακροατή), ο καιροσκοτώστης (που διαβάζει μερικές αράδες με μηχανιστική τρόπο) και άλλοι.

Στην ενότητα των Βαλκανικών συνεχίζεται η αλίευση ωραίων βιβλίων όπως το «Γενικόν Τεφτέριον» 1903 – 1918. Μια άγνωστη περίπτωση βόρειας λογοτεχνίας. Το εν λόγω εμπορικό κατάστιχο εξυψώνεται σε κιβωτό οικογενειακής και ιστορικής μνήμης και αποκτά λογοτεχνική αξία, εφόσον άλλωστε ανάμεσα στις εγγραφές βερεσεδιών ο συγγραφέας κάνει εγγραφές ονείρων! Στο πέμπτο μέρος πάνε τα Ποικίλα και τα Μικρότερα, μεταξύ των οποίων ένα έξοχο κείμενο για την κριτικό Νόρα Αναγνωστάκη, για τα ποιήματα στο χασαπόχαρτο (ένα αξέχαστο τρικ της προαναφερθείσας συντεχνίας που συνοφρύωσε τους σοβαροφανείς) κι ένα επίσης απολαυστικό γραπτό για τους απροστάτευτους σε χώρους εκτός του Εθνικού Κομματολογίου. Στις βιβλιο – παρουσιάσεις, τέλος, οι επιλογές συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα απρόσμενες: ειδικά βιβλία μακεδονικής ιστορίας και φιλολογίας, παραγνωρισμένες ανθολογίες ποιητών, ο τέταρτος τόμος των Κριτικών του Τέλλου Άγρα και άλλα πολλά.

Κι έτσι, εκτός της πνευματικής και αναγνωστικής χαράς (δεν τολμώ να σκεφτώ σε ποια κατηγορία θα με ενέτασσε ο Σουλιώτης) ξεψάχνισα κείμενα και κύκλωσα στοχάσματα. Όπως αυτό: Όσο πιο δυνατό είναι το ποίημα τόσο πιο σαφή πράγματα λέει. Η πανσημία ισχύει για τα αδύναμα ποιήματα και η πολυσημία είναι γνώρισμα των πολύ καλών στίχων ενώ η (αμφίσημη, ενίοτε) μονοσημία είναι ίδιον των τέλειων στίχων.

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2000, σελ. 342, με οκτασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

21
Δεκ.
17

Fort – Da, Περιοδικό Λακανικής Κλινικής, τεύχος 4 (Οκτώβριος 2017)

Τι διχάζει τις γυναίκες; Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία

Αυτό που τρομάζει την θρησκεία δεν είναι η σπουδαιότητα της σεξουαλικότητας, τουναντίον μάλιστα. Οι πατέρες της Εκκλησίας γνωρίζουν κάμποσα πράγματα σχετικά με την σεξουαλικότητα, τις διαστροφές της, τις επιπτώσεις της, και είναι οι τελευταίοι που θα υποτιμήσουν την σπουδαιότητά της. Όχι, αυτό που τους τρομάζει είναι το να μπορεί η σεξουαλικότητα να επικαθορίζει μια σύλληψη της αλήθειας αποκομμένης από το νόημα. Το τρομερό έγκειται στην εξέγερση της σεξουαλικότητας ενάντια σε κάθε δωρεά νοήματος, την ώρα που είναι ουσιώδες για την ύπαρξη της θρησκείας το να μπορεί να πνευματικοποιεί, και άρα να σημασιοδοτεί, την διάφυλη σχέση…

γράφει ο Αλέν Μπαντιού στο κείμενό του «Κρίση φύλου στον 20ό αιώνα» [μτφ. Κώστας Τσάμπουρας, στην ουσία έβδομο κεφάλαιο στο βιβλίο του Le siecle [2005] που θα κυκλοφορήσει από τις εκδ. Ψυχογιός]. Το σχετικό κείμενο που προδημοσιεύεται εδώ αποτελεί πολύτιμη συμβολή στην ιδιαίτερη περιοχή στοχασμού και ψυχανάλυσης που αποτελεί και το θέμα του αφιερώματος πάνω στο τρίπτυχο Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία. Ο κόσμος που ορίζεται από το φλεγόμενο αυτό τρίγωνο τίθεται κάτω από το μικροσκόπιο της ψυχαναλυτικής θεωρίας αλλά και πράξης στο τέταρτο τεύχος του ειδικού περιοδικού που περισσότερο μοιάζει με βιβλίο, χάρη στην αισθητική του μορφή όσο κυρίως λόγω του πλούτου των κειμένων που φτάνουν τις 330 σελίδες.

Η υστερική δομή χαρακτηρίζεται, λέει ο Λακάν, από το ανικανοποίητο της επιθυμίας· το μυστικό αυτού του ανικανοποίητου είναι ότι η υστερική το απολαμβάνει, το καθιστά μύχιο πυρήνα του είναι της και απώτερο κίνητρο των συμπτωμάτων της. Τίποτα δεν είναι αρκετό για το υστερικό υποκείμενο, αφού συγκροτήθηκε γύρω από το φαλλικό έλλειμμα (της μητέρας) μέσω του οποίου συνάντησε το ερώτημα του φύλου. Το κοινό σημείο όλων των «λύσεων» που πρότεινε ανά τους αιώνες οι κυρίαρχος λόγος ήταν η αποσιώπηση ή η συγκάλυψη αυτού του δομικού κενού: από τον αρχαίο γυναικωνίτη μέχρι την ισλαμική μαντίλα το κύριο μέλημά του ήταν η προαγωγή της μητρότητας, πάντα και με το επίχρισμα της θρησκευτικής επιταγής. Ο μητρικός ρόλος αποτέλεσε επί αιώνες το προκάλυμμα στο αίνιγμα της γυναικείας σεξουαλικότητας. Χάρη στην ψυχανάλυση γνωρίζουμε ότι η μητρότητα όχι μόνο δεν καλύπτει το γυναικείο ερώτημα αλλά συχνά το παροξύνει. Η μητρική θέση όπως και η θέση αντικειμένου του αντρικού πόθου διχάζουν τις γυναίκες.

Κάθε αρχή και δύσκολη, συνεπώς από τις πρώτες σελίδες βουτάμε κατευθείαν στα βαθιά μ’ ένα απόσπασμα από το περίφημο σεμινάριο του Λακάν για τα μορφώματα του ασυνειδήτου (1957 – 1958), όπου και η πρώτη και τεκμηριωμένη αναφορά του στην επιθυμία του υστερικού υποκειμένου ως ανικανοποίητη. «Η ανικανοποίητη επιθυμία της ωραίας κρεοπώλισσας» (επρόκειτο για μια ασθενή του Φρόιντ την εποχή που εκείνος συγκέντρωνε υλικό για την Ερμηνεία των ονείρων), βασισμένη σ’ ένα όνειρό της, ακολουθείται από ένα δεύτερο κείμενο που έχει ως τίτλο «Πρέπει να παίρνουμε την επιθυμία κατά γράμμα» και αποτελεί από το γραπτό Η καθοδήγηση της θεραπείας (1958), όπου σχολιάζεται το όνειρό της. Τα δυσνόητα σημεία του κειμένου διαφωτίζονται και αναλύονται από τον Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Το θεμελιώδες κείμενο του Φρόιντ Οι υστερικές φαντασιώσεις και οι σχέσεις τους με την αμφιφυλία (που εδώ δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Ο Πολίτης και αργότερα στα Τετράδια Ψυχιατρικής) και το εξίσου κομβικό γραπτό του Λακάν για την γυναικεία σεξουαλικότητα, συμπληρώνουν μαζί με μια δεύτερη κατάθεση του Μιλέρ για το δίπτυχο Μητέρα/Γυναίκα το βασικό corpus σχετικών κειμένων αναφοράς.

Η οιδιπόδεια λογική αποτέλεσε το βασικό πρίσμα του Φρόιντ για την μελέτη της γυναικείας σεξουαλικότητας, που στα πρώιμα έργα του δεν διαχωρίζεται από την θηλυκότητα. Η «κανονική» γυναικεία θέση είναι εκείνη της ετεροφυλοφιλίας της παθητικότητας, με επίκεντρο τον κόλπο ως βασικό όργανο της ερωτικής διέγερσης και έκφρασης. Έτσι η σχετική μελέτη του επικεντρώνεται στην αρχική σεξουαλική οργάνωση του κοριτσιού, στο σύμπλεγμα ευνουχισμού και στην σχετική «απλότητα» του οιδιπόδειού του. Οι απόψεις του Φρόιντ έχουν δεχτεί επανειλημμένα την φεμινιστική κριτική για τον «φαλλικό μονισμό» και την ανδρική κανονιστική σκοπιά που τις διακρίνει. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 20 διακεκριμένες ψυχαναλύτριες όπως οι Κάρεν Χορνέι, Χέλεν Ντόιτς και Μέλανι Κλάιν υπήρξαν επικριτικές όσον αφορά την σχετική εμμονή περί πρωτοκαθεδρίας του φαλλού για την ανάπτυξη της θηλυκότητας.

Από το 1925 η Μέλανι Κλάιν παρουσιάζει τα πορίσματα της ψυχαναλυτικής της εργασίας με μικρά παιδιά ενώ με το βιβλίο της Η ψυχανάλυση των παιδιών αναπτύσσει περαιτέρω της ιδέες της. Το δικό της οιδιπόδειο αποτελεί αντιστροφή της φροϊδικής λογικής και σίγουρα δεν είναι μια απλή παραλλαγή του αντρικού. Η βασική συνεισφορά της στην ψυχαναλυτική επιστήμη παρουσιάζεται από τον Αντώνη Βαδόλα στο κείμενό του «Η γυναικεία σεξουαλικότητα στην θεωρία της Μέλανι Κλάιν», που μαζί με μια σειρά σύγχρονων θεωρητικών ψυχαναλυτικών κειμένων καλύπτει το δεύτερο μέρος του περιοδικού· οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Βλάσης Σκολίδης – «Υστερία: από το σύμπτωμα στη δομή», Εστέλα Σολάνο-Σουάρες – «Ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και θηλυκότητα», Μαρίνα Φραγκιαδάκη –  «Μητέρα και κόρη: Ολέθρια σχέση ή παρεξήγηση;», Ντανιέλα Φερνάντες – «Ψυχή και Ανταλί: Δύο γυναίκες που βλέπουν υπερβολικά», Φρανσουά Λεγκίλ – «Η ενόρμηση στον Λακάν».

Όσοι γυναικολογούν, γυναικακολογούν, έλεγε σκωπτικά ο Λακάν, συνοψίζοντας τις διάφορες μορφές που έλαβε ο μισογυνισμός ανά τους αιώνες. Κάθε λόγος περί γυναίκας απαιτεί μια εξιλέωση, που εδώ από εικαστική άποψη παρέχουν οι πίνακες του Γιώργου Ρόρρη, καθώς αποδίδουν κοινές φιγούρες σημερινών Ελληνίδων, «απογειώνοντάς τες στους αιθέρες της καλλιτεχνικής αθανασίας», όπως σημειώνεται στο εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης. Και πράγματι, δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερη εικονογράφηση ενός τέτοιου θεματικού τεύχους, καθώς ο Ρόρρης έχει προτείνει μια νέα θέαση του θηλυκού κορμιού στην τέχνη.

Δυο κείμενα επιχειρούν διάλογο με αυτή την τέχνη: το πρώτο, «Το βλέμμα του ζωγράφου», αποτελεί ένα παλαιότερο, αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του ζωγράφου που εκφράζει, μεταξύ άλλων, την επιθυμία η διαδικασία της ζωγραφικής του να γίνει προσπάθεια ακύρωσης των υλικών του· να πάψουν αυτά να είναι μουσαμάδες, μπογιές κλπ. και να γίνουν πνεύμα, συγκίνηση, ύλη που μεταφέρει αγωνία για επικοινωνία αλλά και να αποτελέσουν κρυψώνα του εαυτού του. Και ακόμα…

… θέλω οι άνθρωποι που ποζάρουν να είναι αδαείς απέναντι στο βλέμμα του ζωγράφου, να τους αγχώνει, να τους ενοχλεί, να προσπαθούν να αμυνθούν και να μην ξέρουν πώς, να «κουμπώνονται» αλλά από απειρία. Τότε με υποχρεώνουν να τους δω πιο προσεχτικά, να δυσκολευτώ να τους προσεγγίσω, και η δυσκολία αυτή βοηθά στην δημιουργία εκπλήξεων. [σ. 250]

Στο δεύτερο κείμενο ο Βασίλης Σκολίδης συντάσσει κατατοπιστικές σημειώσεις για τις Γυναίκες του ζωγράφου εστιάζοντας στις ιδέες του προοδευτικού και του γυμνού, στην κόπωση των σωμάτων, στον μπαρόκ ερωτισμό, στην δραματικότητα, την ηδύτητα και την εκ-σωτερικότητα της ζωγραφικής του. Το πλούσιο τεύχος συμπληρώνεται με εκτενή σημειώματα πάνω σε κλινικές εργασίες και με την «Βιβλιοθήκη», όπου παρουσιάζονται με εξίσου μεγάλα κείμενα πέντε βιβλία ψυχαναλυτικού ενδιαφέροντος.

Εκδ. Ψυχογιός, σελ. 335, γυαλιστερό φύλλο με πλούσια μαυρόασπρη εικονογράφηση.

Στις εικόνες: Jacques Lacan, Sigmund Freud, Melanie Klein και έργα του Γιώργου Ρόρρη.




Μαΐου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 918,666 hits

Αρχείο

Advertisements